ΔΗΜΗΤΡΗ ΠΑΤΕΛΗ: Ο ΧΕΓΚΕΛ, ΤΟ ΓΙΓΝΕΣΘΑΙ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΣΚΕΨΗΣ ΚΑΙ Ο ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΟΣ ΥΛΙΣΜΌΣ

                         ΔΗΜΗΤΡΗ ΠΑΤΕΛΗ
Ο ΧΕΓΚΕΛ, ΤΟ ΓΙΓΝΕΣΘΑΙ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΣΚΕΨΗΣ ΚΑΙ Ο ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΟΣ ΥΛΙΣΜΟΣ  
(Πρόκειται για δύο διαφορετικές εργασίες του κ. Πατέλη, οι οποίας όμως σχετίζονται αφού η μία φωτίζει την άλλη).                                                                 
             ΚΡΙΤΙΚΗ ή ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΣ ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ   με τον  ΘΟΔΩΡΟ  ΚΑΒΑΣΗ
               
ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ Α. Οι προτάσεις προς κρίση του κ. Πατέλη κι οι βοηθητικές άλλων συγγραφέων θα εμφανίζονται έτσι, ενώ οι κρίσεις που θέλω να τονίσω, έτσι.
ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ Β. Η σχέση διαλεκτικής και μαρξισμού βρίσκεται σε συνεχή αλληλοπροσδιορισμό και πιστεύω ότι δεν έχει κατασταλάξει ακόμα, άλλωστε αν είχε κατασταλάξει δεν θα είχαν γραφεί τόσοι τόμοι βιβλίων, από τόσο σημαντικούς διανοητές για την διευκρίνιση της διαλεκτικής και της σχέσης της με τον μαρξισμό.  Εκπλήσσει λοιπόν αρνητικά η βεβαιότητα με την οποία ο κ. Πατέλης πραγματεύεται αυτό το θέμα.  Είναι όμως πολύ γοητευτικό να συζητιέται αυτό μετά από 2500 χρόνια και να μην έχουμε κατασταλάξει ακόμα. Αυτό επίσης δείχνει πόσο σημαντική είναι η Διαλεκτική Σκέψη για τους πολιτισμένους ανθρώπους, για ένα λόγο πάρα πάνω επειδή η Διαλεκτική θεωρήθηκε κινητήρας του μαρξισμού, που ίσως είναι ένα απ’τα μεγαλύτερα βήματα του ανθρώπου προς τον πολιτισμό. Βήμα το οποίο, ακριβώς επειδή δεν εκτιμήθηκε δεόντως το νόημα της διαλεκτικής, έχει μείνει μετέωρο. Επίσης η εγελιανή αντίληψη περί διαλεκτικής, μολονότι ήταν μια γοητευτική κι ευφυής σύλληψη, έβλαψε όσο τίποτ’άλλο την διαλεκτική σκέψη και τον μαρξισμό.  
       Επειδή  φαίνεται ότι οι απόψεις του διακεκριμένου διανοητή κ. Πατέλη συγκλείνουν με τις απόψεις του επίσης διακεκριμένου διανοητή της αριστεράς κ. Μπιτσάκη, σαν προεισαγωγή στη “συζήτησή” μας,  θ'αναφέρω κάποιες σκέψεις του περί αντιφατικότητας. Αυτές μπορεί ο αναγνώστης ολοκληρωμένες να βρει στο μικρό δοκίμιό του "Περί της Νομιμότητας της Διαλεκτικής της Φύσης" το οποίο ο κ. Μπιτσάκης κατάθεσε στο συνέδριο της ΕΦΕ “Περί Διαλεκτικής” κι έχει περιληφθεί στην ανάλογη έκδοση της Φιλοσοφικής Επιθεώρησης το 1988.
     Εκεί ο κ. Μπιτσάκης θέτει το ερώτημα «αν η διαλεκτική είναι επιστήμη και αν οι νόμοι της έχουν το status των επιστημονικών νόμων» και καταλήγει «…η φιλοσοφία δεν είναι ειδική επιστήμη, όπως π.χ. η φυσική ή η χημεία. Οι νόμοι της κατά συνέπεια, δεν μπορούν να έχουν το status των φυσικών και γενικά των ειδικών επιστημών…». Και συνεχίζοντας θέτει το ερώτημα: «Υπάρχει ή όχι διαλεκτική λογική»; Κι απαντά: «Η διαλεκτική λογική είναι η λογική της αντίθεσης κι όχι της αντίφασης. Εκφράζει την ύπαρξη αντιθέσεων στα ίδια τα πράγματα, δηλαδή την συγκεκριμένη κι ιστορικά διαφοροποιούμενη ενότητα αμοιβαία αποκλειομένων κατηγορημάτων. Εκφράζει την ύπαρξη απλών αντιθέσεων που συνιστούν μια σχετικά στάσιμη αντιθετική ολότητα ή ύπαρξη αντιθέσεων των οποίων η σχέση εξελίσσεται κι όπου η αντίθεση μπορεί να λυθεί με την καταστροφή του ενός πόλου της. Πως όμως μπορεί να εκφραστεί η σύνθετη αντιθετική κίνηση του πραγματικού, η γένεση κι η καταστροφή των μορφών στο επίπεδο της νόησης; κι απαντά: Η λογική αντίφαση είναι απαράδεκτη καί για την διαλεκτική λογική. Η λογική της αντίθεσης δεν είναι αντιφατική». Και παραθέτει την άποψη του Lefebvre: «Η διαλεκτική νόηση ορίζεται κι αυτή από κανόνες και νόμους, διαψεύδει την τυπική λογική, αλλά δεν την καταργεί, δεν πέφτει στο παράλογο. Η διαλεκτική δεν επιτρέπει να διατυπώνουμε για το ίδιο αντικείμενο συγχρόνως αντιφατικές αποφάνσεις. Δεν επιτρέπεται να πούμε ότι αυτό το χαρτί είναι ταυτόχρονα λευκό και μαύρο. Απ’ όπου το αξίωμα ότι ―η θεωρία των αντιθέσεων δεν μπορεί να είναι αντιφατική».
     Πριν συνεχίσω πρέπει να κάνω μια επισήμανση: Αν η φιλοσοφία είναι μια επιστήμη, τότε και η λογική πρέπει να είναι, αλλά τότε και το αντικείμενό της που είναι η διαλεκτική πρέπει να είναι.   Επίσης εδώ βλέπουμε τους Μπιτσάκη και Λεφέμπβρ να ορίζουν κανόνες σκέψης. Αυτό δείχνει νομίζω, ότι η Λογική και κατά συνέπεια η Διαλεκτική είναι επιστήμη. Και μάλιστα απ’αυτό φαίνεται ότι η Λογική και κατά συνέπεια η Διαλεκτική, δεν είναι απλά μια επιστήμη, αλλά όπως ήθελαν οι αρχαίοι είναι η Τέχνη της Νόησης, δηλαδή το εργαλείο σκέψης της επιστήμης κι έτσι είναι η επιστήμη των επιστημών.                          Στη συνέχεια ο κ. Λεφέμπβρ ισχυρίζεται κι επικροτεί ο κ. Μπιτσάκης, ότι η "Αρχή της Μη Αντίφασης", πάνω στην οποία πατά "η Αρχή της Ταυτότητας", είναι η ουσία της λογικής και κατ’επέκταση της διαλεκτικής, μια που και η διαλεκτική δεν πρέπει ν' αντιφάσκει, αφού σύμφωνα με το απλοϊκό τους παράδειγμα, το άσπρο χαρτί δε μπορεί να είναι συγχρόνως και μαύρο. Θα μπορούσα ν’αντικρούσω αυτή τη βεβαιότητά τους, αφού όλοι ξέρουμε ότι στη φύση οι χρωματισμοί είναι προσεγγιστικές συνθέσεις οι οποίες δεν υπάρχουν ως καθαυτά κι έτσι ούτε το μαύρο χαρτί μπορεί απόλυτα να είναι τέτοιο, ούτε το λευκό.  Αυτά όντας στο βάθος τους σύνθετα, ξεκινούν από μέγιστο μαύρο κι ελάχιστο άσπρο και καταλίγουν σε μέγιστο άσπρο κι ελάχιστο μαύρο (έχοντας φυσικά στην σύνθεσή τους κι άλλα χρώματα σ'ελάχιστες ποσότητες). Τονίζω επίσης ότι ο Ηράκλειτος, ο Χέγκελ κι ο Ένγκελς, δέχονται, καθένας με το δικό του τρόπο, την αντιφατικότητα ως ουσία της Διαλεκτικής Σκέψης.  Αντίθετα οι ευρωπαϊστές της αριστεράς, θεωρώντας την αντίφαση κατάρα της νόησης, ονόμασαν “διαλεκτική” τις διαφορικές και δυναμικές διεργασίες του ορθολογισμού και εστράφησαν κατά της αντιφατικότητας. Μολονότι οι δυναμικές και διαφορικές διεργασίες του ορθολογισμού ανακαλύφθησαν από ορθολογιστές μαθηματικούς, για τη διερεύνηση και περιγραφή ορθολογικών καταστάσεων εν εξελίξει, οι επιστήμονες σήμερα μας πληροφορούν ότι αυτές δεν μπορούν πλέον να περιγράφουν τον κόσμο όπως είναι.  (Στις λογικές διαδικασίες των δυναμικών-διαφορικών ορθολογικών συστημάτων, μολονότι η κίνηση θεωρείται αντιφατική, δεν παραβιάζεται η αρχή της ταυτότητας. Επίσης, όταν τη θέση της ταυτότητας σε μια τέτοια διαδικασία, παίρνει ένα δυναμικό σύστημα σ’εξέλιξη, το γίγνεσθαι που ακολουθεί θεωρείται φαινομενικό, έτσι ο αναλλοίωτος χαρακτήρας της ταυτότητας μετατίθεται αλώβητος στην υπόσταση του συστήματος).
      Συνοπτικά η Ορθολογική Αντιθετικότητα δέχεται ότι ο κόσμος στο βάθος του κι η λογικο-γλωσσική σύνταξη που τον περιγράφει, συνίσταται από γνώσιμα ή όχι, έσχατα αναλλοίωτα στοιχειώδη που αλληλεπιδρούν χωρίς να παραβιάζουν τα τελικά όρια μεταξύ τους, όντας ένα δυναμικό ορθολογικό διαφορικό σύστημα. Ενώ αντίθετα η Διαλεκτική Αντιφατικότητα δέχεται ότι ο κόσμος και το λογικο-γλωσσικό σύστημα που τον περιγράφει, είναι Όλον σ’αέναο καταλυτικο-συνθετικό γίγνεσθαι, το οποίο δεν συντίθεται από έσχατα αναλλοίωτα στοιχειώδη, αλλ’ από αυτοαναιρούμενα κι αντιφατικά στοιχειώδη. Αυτά αλληλεπιδρώντας δεν αφήνουν απαραβίαστα όρια μεταξύ τους συνιστώντας αντιφατικές ενότητες. 

Πατέλης: Ο Χέγκελ, προωθώντας τα κεκτημένα της διαλεκτικής σκέψης ως τρόπου διανοείσθαι και μεθόδου προσέγγισης της πραγματικότητας, που δρομολογήθηκε με την μεγαλοφυή συμβολή του Ηρακλείτου και γενικότερα της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας, είναι αναμφίβολα ο κορυφαίος εκπρόσωπος της γερμανικής κλασικής φιλοσοφίας.                                                                             

Εγώ παρατήρω: Ξεκινώντας την πραγματεία του, ο κ. Πατέλης παραμερίζει για λίγο τη μαρξιστική εμμονή "περί της προόδου και της νέας κοσμοϊστορικής ανάπτυξης της μεθόδου των επιστημών, της σύγχρονης συνειδητής Διαλεκτικής, της οποίας προπομπός είναι ο Χέγκελ κι η οποία αναπτύχθηκε απ'τη Σοβιετική Φιλοσοφία κατά τη διάρκεια της μεγαλειώδους προσπάθειας της ανθρωπότητας για έναν νέο κόσμο”. Αποτίει λοιπόν ένα μικρό φόρο τιμής στον Ηράκλειτο για την προσφορά του στη Διαλεκτική Σκέψη η οποία μάλιστα κατ'αυτόν δρομολόγησε την εγελιανή διαλεκτική.
      Δεν μπορώ επίσης, για ιστορικούς λόγους, να μην επισημάνω ότι η συνειδητή διαλεκτική σκέψη ήταν ολοκληρωμένη πριν ακόμα εμφανιστεί ο συνειδητός Ορθολογισμός. Υπάρχει μάλιστα κριτική του Παρμενίδη, ενάντια στον αντιφατικό ηρακλειτικό Λόγο, απ’την οποία αναδύεται ο Ορθολογισμός ως συνειδητός κι αντίθετος στη διαλεκτική για πρώτη φορά. Ακόμα επισημαίνω ότι: επειδή η διαλεκτική είναι η λογική του γίγνεσθαι κι επειδή το παγκόσμιο γίγνεσθαι είναι απύθμενο και πολυδιάστατο, αποφεύγει την σχολαστική ανάπτυξη πολυσύνθετων διατυπώσεων που αφορούν στο μακρινό μέλλον ή σε απύθμενους εσωτερικούς νοητικούς μηχανισμούς και περιορίζεται στη διατύπωση αντιφατικών αποφθεγμάτων, τα οποία μπορούν να οδηγήσουν ελεύθερα την επιστημονική σκέψη κι έρευνα. Η εκφορά αυτών των αποφθεγμάτων φαντάζει στους "σύγχρονους διαλεκτικούς διανοητές" αδυναμία οργάνωσης σύγχρονου επιστημονικού λόγου. Αυτός όμως ο επιστημονικός λόγος, ο οποίος την εποχή της γένεσης του μαρξιστικού κινήματος θεωρείτο προωθημένος, είχε ξεκινήσει απ’τον Αριστοτέλη και είχε ήδη ολοκληρωθεί στον Νεύτωνα. Η σύγχρονη επιστήμη όμως, η οποία αναδύεται απ’τη θεωρία της σχετικότητος και την κβαντική θεωρία, αμφισβητεί βίαια την ορθολογική αντικειμενικότητα, την τυπική λογική και το νευτώνειο ντετερμινισμό. Σ’αυτό τον νέο κόσμο η διαλεκτική σκέψη αναδύεται πάλι απ'τις στάχτες της. Ο κ.Μπιτσάκης στο μικρό δοκίμιό του "Η Νομιμότητα της Διαλεκτικής της Φύσης" επίσης μας πληροφορεί ότι ο Μπωμ ισχυρίστηκε: «Στην κβαντομηχανική, η θεωρία του πεδίου περιγράφει την κίνηση στοιχειωδών σωματίων, ως δημιουργία-καταστροφή τους. Έτσι αν ένα ηλεκτρόνιο υποστεί σκέδαση απ’την αρχική του κατεύθυνση σ’άλλη, αυτό το περιστατικό περιγράφεται ως καταστροφή του αρχικού ηλεκτρονίου και δημιουργία άλλου, το οποίο κινείται σε νέα κατεύθυνση. Κατά την θεωρία αυτή, δεν υπάρχει σωμάτιο το οποίο να διατηρεί πάντα την ταυτότητά του. Αν δούμε βαθύτερα την παράσταση του πεδίου κίνησης, έστω κι ενός ελευθέρου σωματίου, ανακαλύπτουμε ότι η κίνηση περιγράφεται μαθηματικά ως καταστροφή σ’ένα σημείο κι αναδημιουργία σ’άλλο γειτονικό. Έτσι η κίνηση αναλύεται σε μια σειρά δημιουργίας-καταστροφής, που ως συνολικό αποτέλεσμα, έχει την συνεχή αλλαγή του σωματίου μέσα στο χώρο».   (Κι αν αυτό δεν είναι η αντιφατικότητα του Είναι ή αν αυτή η διαπίστωση του κ. Μπιτσάκη δεν είναι αντιφατική, τι μπορεί να είναι;)
      Επ'αυτού ισχυρίζεται ο Ηράκλειτος: Στον ίδιο ποταμό μπαίνουμε και δε μπαίνουμε, είμαστε και δεν είμαστε. Την ίδια ουσία δεν ξαναγγίζουμε γιατί όλ’αλλάζουν βίαια και γρήγορα, ενώνουν-σκορπώντας, αναχωρούν-επιστρέφοντας, καταλύονται-συντιθέμενα, Είναι-ΜηΌντας. Και ο Ζήνων: το κινούμενο δεν κινείται, ούτε στον τόπο που βρίσκεται , ούτε στον τόπο που δεν βρίσκεται. Δηλαδή καταλύεται-συντιθέμενο κι έτσι κινείται ηρακλειτικά αλλάζοντας μέσ’τον εαυτό του, όντας Άλλο-Αλλού.
     Οι επιστήμονες σήμερα μέσα στα πολύτιμα εργαστήριά τους διαπιστώνουν αυτό που οι προσωκρατικοί προπάτορές τους είχαν συλλάβει δια της Διαλεκτικής 2500 χρόνια πριν. Δηλαδή το καταλυτικο-συνθετικό γίγνεσθαι των όντων, κι ενώ αυτοί μας προσφέρουν αυτή την διαλεκτική κι αφού οι αντινομίες του ντετερμινισμού και του ορθολογισμού, δεν μπορούν να ξεπεραστούν χωρίς αυτή στη σύγχρονη επιστήμη, εμείς δεν απλώνουμε το χέρι να την πάρουμε, όντας πιο αριστοτελικοί απ’τον Αριστοτέλη.  Επίσης    διαπιστώνουμε ότι η σύγχρονη επιστήμη αντιλαμβάνεται πολύ διαφορετικά τον κόσμο απ'ότι οι Ένγκελς και Λένιν, οι οποίοι με την αποδοχή τους ότι “η Ύλη ως τέτοια δεν υπάρχει, αλλά είναι κατηγορία της νόησης” υπαναχωρούν στον ορθολογισμό. Αυτό ακόμα θα πει, ότι μια ορθολογική παραχώρηση στην επιστήμη, δίνει ορθολογικά συμπεράσματα, που είναι αντίθετα προς τη διαλεκτική σκέψη. Κάτι το οποίο πληρώσαμε πανάκριβα με την κατάρρευση του σοσιαλισμού εκ των έσω.
        Λέει ο Χέγκελ: «η κίνηση είναι μια αντίφαση, όχι γιατί το κινούμενο είναι κάποια στιγμή εδώ και μιαν άλλη αλλού, αλλά γιατί είναι και δεν είναι συγχρόνως στην ίδια θέση».  Ο Ηράκλειτος κι ο Ζήνων θα του απαντούσαν: "η Κίνηση δεν είναι παρά μόνο το γίγνεσθαι, που εξελίσσεται μέσ’το γεγονός, ενώ η μετακίνηση είναι ψευδαίσθηση, αφού το κινούμενο, όντας σε καταλυτική-συνθετότητα, Είναι-ΜήΌντας, Άλλο-Άλλού, μη έχοντας σταθερή ταυτότητα η οποία θα μπορούσε να μετακινηθεί, αφού αυτή συνεχώς αλλάζει. (Δηλαδή το κινούμενο είναι Άλλο-Αλλού, όμοιο αλλά όχι ταυτό με τον εαυτό του). Έτσι η αντιφατικότητά του αληθινά δεν συνίσταται στην μετακίνησή του, αλλά στην καταλυτική-συνθετότητα του Γίγνεσθαι εντός του Είναι του.   (Κινείται αλλάζοντας μέσα στο Είναι του)".
      Αντιλαμβανόμεθα λοιπόν ότι το σημείο στο οποίο πρέπει να σταθεί η σύγχρονη διαλεκτική, δεν είναι ο σχολαστικισμός που κληροδότησε στη μαρξιστική σκέψη η εγελιανή "λογοδιάρροια", όπου η τυπική λογική απαξιώνεται απ’τη μια κι απ’την άλλη χρησιμοποιείται με τον πιο άθλιο τρόπο, ούτε η αναζήτηση της συμφιλίωσης της διαλεκτικής με τον ορθολογισμό την οποία επιδιώκει η Επιστήμη της Λογικής του Χέγκελ. Η διαλεκτική είναι συνοπτική και πατά επάνω σε αντιφατικές αποφάνσεις, οι οποίες οδηγούν την σκέψη στο παγκόσμιο καταλυτικο-συνθετικό γίγνεσθαι.
                                                                                                                                                            Πατέλης: Αναφερόμενος στη σχέση με το Χέγκελ, ο Μαρξ τόνιζε: "Η διαλεκτική μου μέθοδος όχι μόνο διαφέρει απ’ την εγελιανή, αλλά είναι ακριβώς το αντίθετο: για τον Χέγκελ, η κίνηση της νόησης, που προσωποποιεί στο όνομα της Ιδέας, είναι δημιουργός της πραγματικότητας, η οποία δεν είναι παρά η φαινομενική μορφή της Ιδέας. Αντίθετα για μένα, η κίνηση της νόησης δεν είναι παρά η αντανάκλαση της πραγματικής κίνησης, μεταφερμένη και μεταθεμένη στον ανθρώπινο εγκέφαλο" (Το Κεφάλαιο). Η προηγούμενη θέση του Μαρξ αναδεικνύει όχι μόνο τη μεθοδολογική, αλλά και τη γνωσιοθεωρητική και την οντολογική διάσταση της διαλεκτικής.   
                                                                                                                                                                    Εγώ λέω: Από τα προηγούμενα που ανέφερε για τον Μαρξ ο κ. Πατέλης, δεν αναφαίνεται ούτε η μέθοδος, ούτε η γνωσιολογική και οντολογική διάσταση της Διαλεκτικής. Επίσης απ'αυτή τη θέση του Μαρξ δεν αναδύεται κάτι νέο. Αυτή είναι μία απ’τις διαφωνίες του Αριστοτέλη με τον Πλάτωνα.  Δηλαδή ότι ο κόσμος δεν είναι αποτέλεσμα του γίγνεσθαι της Ιδέας, αλλ’η Ιδέα είναι αντανάκλαση της λειτουργίας του κόσμου στην ανθρώπινη σκέψη. Αυτό όμως ενώ αναδεικνύει μιαν έωλη υλιστική αντίληψη για τον κόσμο, δεν αφορά καθόλου στην διαλεκτική. Βεβαίως δεν μπορεί κάποιος να είναι διαλεκτικός χωρίς να είναι υλιστής και το αντίθετο, αλλά η προτεραιότητα της ύλης έναντι της ιδέας, η οποία αποδίδεται στους Μαρξ κι Ένγκελς, αναδεικνύει μια διαλεκτική αδυναμία της σκέψης τους.  Μ’αυτή την άποψη δέχονται την ύπαρξη της Ιδέας ως ξεχωρης από την Ύλη. Επ’αυτού υπενθυμίζω ότι: Η προτεραιότητα της ύλης έναντι του πνεύματος είναι πλαστή. Η σύγχρονη επιστήμη απέδειξε ότι όλες οι διαισθαντικές και νοητικές λειτουργίες του ανθρώπου, υπάρχουν μόνο σαν υλικές δομές του εγκεφάλου. Δηλαδή δεν υπάρχει Κάτι το οποίο να μην είναι ύλη, ώστε να ξεχωρίζει από αυτήν για να είναι πριν ή μετά, όπως θεωρείται ότι είναι το πνεύμα. Ακόμα, επειδή όλα βρίσκονται σε καταλυτικο-συνθετικό γίγνεσθαι, μη έχοντας σταθερή ταυτότητα που να διαρκεί, χρόνος ως διάρκεια αληθινά δεν υπάρχει. Έτσι Χρόνος είναι ο συνεχής ρυθμός της καταλυτικής-συνθετότητας των όντων, δηλαδή η συχνότητα επανάληψης ροής-αντιρροής στοιχειωδών-υπογεγονότων στη θέση που συνίσταται το καταλυτικο-συνθετικό γεγονός.  Έτσι Χθες δεν υπάρχει, Αύριο δεν υπάρχει, το Τώρα είναι μόνο, το Τώρα που δεν είναι, αφού είναι Πάντα Άλλο. Το Τώρα είναι η μηδενική αιχμή του φθίνοντος παρόντος, που είναι αιώνια στη μηδενικότητά της.
                                                                                                                                                                     Πατέλης: Αντίστοιχα, ο Ένγκελς θα μιλούσε για αντικειμενική και υποκειμενική διαλεκτική. Τέλος, ο Λένιν έγραφε για "διαλεκτική των ίδιων των πραγμάτων, της ίδιας της φύσης, της ίδιας της πορείας των γεγονότων" κι όριζε τη διαλεκτική ως "μελέτη της αντίθεσης μέσα στην ίδια την ουσία των πραγμάτων" (Φιλοσοφικά Τετράδια).
                                                                                                                                                                           Εγώ λέω: Η διαλεκτική είναι Μία, η ηρακλειτική, η οποία δεν έχει σχέση με αντικειμενικότητα ή υποκειμενικότητα, αλλά με αντιφατικότητα. Εκεί υπάρχει μόνο η αντιφατική τους ενότητα που είναι αντικειμενική-υποκειμενικότητα, όπου αυτές οι έννοιες, αλληλοπροεκτείνονται-αλληλοδιαμορφώνονται –αλληλοκαταλυόμενες, χωρίς ν' αφήνουν απαραβίαστα όρια μεταξύ τους. Οι επισημάνσεις του Λένιν, που αναφέρονται εδώ τόσο αόριστα, δεν φωτίζουν το θέμα της μεθόδου και της γνωσιοθεωρίας, για το οποίο μιλά ο κ. Πατέλης. Έχει όμως διαπιστωθεί ότι οι μαρξιστές διανοητές, μη εξαιρουμένων των Μαρξ, Ένγκελς, Λένιν και Στάλιν χρησιμοποιούσαν περισσότερο τον αριστοτελικού ορθολογισμού στα θέματα που επραγματεύοντο, παρά την όποια διαλεκτική.
                                                                                                                                                                     Πατέλης: Αλλά -τονίστηκε ήδη- ότι η υλιστική αναστροφή δεν αρκεί για να χαρακτηρίσει τη μαρξιστική διαλεκτική, που συνδέεται συνειδητά με την "πράξη". Κατά τον Μαρξ, "το κύριο μειονέκτημα όλου του προηγούμενου υλισμού, μαζί και του υλισμού του Φόιερμπαχ, είναι ότι , η πραγματικότητα, το αντικείμενο, ο αισθητός κόσμος δε συλλαμβάνεται παρά με τη μορφή του αντικειμένου ή της εποπτείας, όχι σαν συγκεκριμένη ανθρώπινη δραστηριότητα, σαν πρακτική, με τρόπο υποκειμενικό" (θέσεις για τον Φόιερμπαχ). Γενικότερα, σύμφωνα με μια άλλη θέση του Μαρξ, οι φιλόσοφοι "δεν έκαναν άλλο απ’το να ερμηνεύουν τον κόσμο με διάφορους τρόπους, αλλ’αυτό που προέχει είναι να τον αλλάξουμε".

Εγώ λέω: Ο άνθρωπος ως αποτέλεσμα κι οργανικό μέρος της παγκόσμιας εξέλιξης, συνειδητά ή ασυνείδητα με την πρακτική του αλλάζει τον εαυτό του και κατά συνέπεια τον ίδιο τον κόσμο. Ο πίθηκος που κατέβηκε απ’τα κλαδιά κι απομακρύνθηκε στον ορίζοντα του πολιτισμού, άλλαξε ασυνείδητα τον κόσμο, αλλά και οι αδελφοί Ράιτ κατά την πρώτη πτήση με τον τενεκέ τους, άλλαξαν συνειδητά την πορεία του κόσμου. Δεν είναι λοιπόν τόσο επαναστατική αυτή η άποψη του Μαρξ για να παίρνει διάσταση μανιφέστου. Για να πάει μπροστά ο κόσμος δεν πρέπει να μεγαλοποιούμε την ανθρώπινη δραστηριότητα και ειδικά όταν πρόκειται για διακεκριμένους διανοητές του μαρξισμού, γιατί διαστρέφουμε την ουσία της πραγματικότητας. Ο κοιλάκανθος που θεωρείται το πρώτο ψάρι που σύρθηκε απ’τη λάσπη στο ξερό έδαφος, δεν έκανε μικρότερη επανάσταση από την γένεση του ανθρώπου και του σοσιαλισμού. Το παγκόσμιο γίγνεσθαι συνιστά μιαν αντιφατική ενότητα σε συνέχεια, όπου τα γεγονότα είναι ίσης αξίας και σημασίας. Όταν λοιπόν πάψουμε να μεγαλοπιανόμαστε και βάλουμε τα πάντα στη σωστή τους θέση, τότε μπορεί να διακρίνουμε την κυοφορία του νέου κόσμου και να πράξουμε.
―Επειδή το μέρος των απόψεων του κ. Πατέλη που ακολουθεί είναι συμπυκνωμένο, θα το κρίνω τμηματικά. Αυτό μολονότι διαλογικά άκομψο δεν μπορεί αλλιώς.
                                                                                                                                                                      Πατέλης: Βέβαια η φιλοσοφία ασκούσε πάντα κοινωνική λειτουργία, συντηρητική ή ανατρεπτική. Τώρα όμως η φιλοσοφία συνδέεται συνειδητά με την "πράξη", την κοινωνική πράξη, απ’την πλευρά της εργατικής τάξης. Πρόκειται για τη νέα "ταξική θεώρηση" της φιλοσοφίας, τη συνειδητή της ένταξη στον αγώνα για το μετασχηματισμό του κόσμου.
                                                                                                                                                                            Εγώ λέω: Αυτό δεν είναι τόσο νέο για να τονίζεται εμφατικά και μάλιστα να δίνει νέα μορφή στη φιλοσοφία. Η αθηναϊκή δημοκρατία μπορεί με κάποιο τρόπο να ενδυθεί αυτό το χαρακτήρα, αφού είναι η πρώτη φορά που συνειδητά οι “λαϊκές μάζες” άσκησαν εξουσία.  Αυτή η πρώτη φορά ίσως ν’άλλαξε κάπως τον κόσμο, ενώ απ’την πρώτη φορά του μαρξισμού είχαν προηγηθεί πολλές άλλες απόπειρες. Ακόμα και την εδραίωση του σοσιαλισμού, ήταν ο “επάρατος” σταλινικός συγκεντρωτισμός που την πραγματοποίησε. Κάτι το οποίο θέλει βαθιά μελέτη κι όχι πρόχειρες κριτικές κατάρες. Μάλιστα αυτό μας δείχνει ότι οι λαϊκές μάζες για ν’αναλάβουν της εξουσία, πρέπει το πολιτισμικό τους επίπεδο ν’ανέβει. Έτσι η καθοδήγηση ενός φωτισμένου κόμματος, προς το παρόν είναι αναγκαία.
                                                                                                                                                                      Πατέλης: Η ταξική επιλογή της νέας φιλοσοφίας καθόρισε και το "νέο ερευνητικό πεδίο" της, που είναι κυριαρχικά το πεδίο της Ιστορίας. Οι Μαρξ κι Ένγκελς, αντίθετα με τη θεωρησιακή παράδοση, έστρεψαν το ερευνητικό τους βλέμμα στην κοινωνική πραγματικότητα, στις αντιθέσεις, στην κίνηση και στις ιστορικές της δυνατότητες. Η νέα διαλεκτική έπρεπε συνεπώς να είναι, πριν απ' όλα, "κριτική". Πράγματι, ένα μεγάλο μέρος απ’το έργο των κλασικών είναι κριτική της κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας  με αποκορύφωμα το Κεφάλαιο: Κριτική της αστικής Πολιτικής Οικονομίας και διαμόρφωση της νέας επιστημονικής ηπείρου, της μαρξιστικής Πολιτικής Οικονομίας. Κριτική της αστικής θεωρίας για το κράτος, ανάδειξη της ταξικής φύσης του και πρόβλεψη της εξαφάνισης του μαζί με την εξαφάνιση των τάξεων. Κριτική της αστικής ιδεολογίας. Ανάδειξη των μηχανισμών δημιουργίας της πλαστής συνείδησης και προσδιορισμός των συνθηκών για μια διαυγή αντίληψη της κοινωνικής και της φυσικής πραγματικότητας. Κριτική της Τέχνης, της θρησκείας κ.λπ. και ανάλυση του ιστορικού χαρακτήρα και της κοινωνικής λειτουργίας τους. Αλλά, προφανώς, η κριτική διάσταση της διαλεκτικής και του μαρξισμού γενικότερα, είναι αλληλένδετη με τη δημιουργική. Οι κλασικοί επεξεργάστηκαν νέες κατηγορίες ή άλλαξαν ριζικά το περιεχόμενο παλαιών. Έννοιες και κατηγορίες όπως: παραγωγικές δυνάμεις, παραγωγικές σχέσεις, τρόπος παραγωγής, ταξική πάλη, κράτος, ιδεολογία, πλαστή συνείδηση, αποξένωση, πραγματοποίηση, υπέρβαση κ.λπ., είναι χαρακτηριστικές της νέας, μαρξιστικής αντίληψης της πραγματικότητας. Ο Μαρξ είχε χαρακτηρίσει τη νέα υλιστική διαλεκτική, "απ’τη φύση της κριτική κι επαναστατική".
                                                                                                                                                                           Εγώ λέω: Το προηγούμενο μικρό κείμενο είναι μια γενική αντίληψη περί μαρξισμού. Αυτή όμως όπως παρουσιάστηκε, δεν μπορεί να στηρίξει όσα ισχυρίζεται ο κ. Πατέλης.  Για να μπορέσουμε να ισχυριστούμε ό,τι αναφέρει ο κ. Πατέλης, προϋποθέτει ότι έχουμε κατακτήσει τη διαλεκτική σε βαθμό που να τη χρησιμοποιούμε στις επιστήμες και το κοινωνικό γίγνεσθαι. Είναι όμως αυτό αληθές;  Η αλήθεια είναι ότι η διαλεκτική μας είναι μια γενική αντίληψη περί του κόσμου ως συνεχές γίγνεσθαι, αλλά για συγκεκριμένη επιστημονική και κοινωνική χρήση υπολειπόμεθα. Η Διαλεκτική μας για να σηκώσει ανάστημα μπρος την ορθολογική τυπικότητα των Αριστοτέλη και Νεύτωνα, δεν αρκούν οι δυναμικές μαθηματικές διεργασίες του διαφορικού ορθολογισμού, αλλά πρέπει να βρεθεί εργαλείο διαλεκτικής υλιστικής τυπικότητας, το οποίο να περιγράφει τον κόσμο και τα γεγονότα του, όπως ακριβώς είναι. Η Νέα Διαλεκτική λοιπόν την οποία ευαγγελίζεται ο Μαρξ, φοβάμαι ότι είναι ορθολογική και δεν μπορεί να δώσει διαλεκτικά αποτελέσματα.  Ακόμα όμως και η εργασία του κ. Πατέλη φέρει την αδυναμία των τυπικών μαρξιστικών κειμένων, που ενώ μιλούν για διαλεκτική, αυτή δεν αναφαίνεται πουθενά, αλλά ακολουθούν πιστά τον αριστοτελικό αντικειμενικό ορθολογισμό και την τυπικότητά του, που είναι συνειδητά αντιδιαλεκτικός.  
      Εδώ υποχρεούμεθα ν’ανατρέξουμε στην αρχαία “διαμάχη” μεταξύ του παρμενίδειου συνειδητού ορθολογισμού και της ηρακλειτικής διαλεκτικής.
      Ο Παρμενίδης ενάντια στην διαλεκτική αντιφατικότητα του Ηράκλειτου ισχυρίζεται το προφανές, δηλαδή ότι μόνο το Είναι υπάρχει κι ότι το ΜηΕίναι δεν μπορεί να υπάρξει.  Αυτό σημαίνει ότι το Είναι ως Όλον κινείται εντός εαυτού, αφού το Είναι ως έννοια καθαυτή δεν μπορεί ν’αλλάζει. Αυτό που αλλάζει είναι ο εφήμερος κόσμος, ο οποίος είναι φαινομενικός, ενώ το Είναι ως Όλον Καθαυτό, υπάρχει πίσω απ’τα εφήμερα, ως αιώνια και αναλλοίωτα υπαρκτός.  Η κίνηση λοιπόν για τον Παρμενίδη, μπορεί να μην αφορά το Όλον, που είναι πάντα ακίνητο, αφού δεν έχει που να πάει, αφορά όμως τα εφήμερα πράγματα τα οποία ορίζει φαινομενικά, γιατί αλλάζουν και κινούνται εντός του Όλου. Για την περιγραφή του φαινομενικού κόσμου πρότεινε μιαν αντιθετική “διαλεκτική”, η οποία δεν είναι άλλη από τον δυναμικό-διαφορικό ορθολογισμό. Αυτός ο ορθολογισμός περιγράφει διαφορικές καταστάσεις, οι οποίες δεν αφορούν τα έσχατα αναλλοίωτα, δηλαδή στην ταυτότητά τους. Ο ίδιος ο ορθολογισμός όμως παραμερίζοντας το Μη-Είναι και κάθε αντίφαση η οποία Είναι-ΜηΌντας, (αφού για τον Παρμενίδη η αντίφαση περιέχει, έστω κι εν μέρει, το σφάλμα του ΜηΕίναι), αποκαθάρει τη λογική απ’το ΜηΕίναι κι απ’την αντιφατικότητα αναζητώντας μόνο το Είναι, δηλαδή την “Καρδιά της Ολοστρόγγυλης Αλήθειας”.    
     Θ’αναφέρω κάποια σημαδιακά αποσπάσματα:
     Απόσπασμα 2
εἰ δ᾽ἄγ᾽ἐγὼν ἐρέω, κομίσαι δὲ σὺ μῦθον ἀκούσας, αἵπερ ὁδοὶ μοῦναι διζήσιος εἱσι νοῆσαι, ἡ μὲν, ὅπως ἔστιν τε καὶ οὐκ ἔστι, μὴ εἶναι, πειθοῦς ἐστι κέλευθος (ἀληθείῃ γὰρ ὀπηδεῖ), ἡ δ᾽ὡς οὐκ ἔστιν, τε καὶ ὡς χρεῶν ἐστι, μὴ εἶναι, τὴν δή τοι φράζω παναπευθέα ἔμμεν ἀταρπόν· οὔτε γὰρ ἂν γνοίης τὸ γε μὴ ἐόν (οὐ γὰρ ἀνυστόν) οὔτε φράσαις.
     [Άκουσε με προσοχή τι θα σου πω· αυτοί οι δύο δρόμοι μόνον είναι προς αποφυγήν, (αντιφατικοί): ο πρώτος όπου δεν μπορεί κάτι να |Είναι―ΜηΌντας|, αυτός είναι ο δρόμος της πειθούς, απ’τον οποίο η αλήθεια διαφεύγει. Ο άλλος δρόμος κατά τον οποίον το |ΜηΕίναι| θεωρείται υπαρκτό, πρέπει, όπως έχουμε χρέος, να αποφευχθεί. Απ’ αυτόν σ’αποτρέπω τελείως, γιατί το |ΜηΕίναι| δεν μπορεί ούτε να νοηθεί, ούτε να γνωστεί αλλά ούτε να ομιληθεί].
     Εδώ φαίνεται ο Παρμενίδης θέτει με μια μονοκονδυλιά τους λογικούς όρους που προϋποθέτουν τις δύο πρώτες αρχές της τυπικής λογικής και του ορθολογισμού:
Α. Κάθε τι μπορεί μόνο να |Είναι|, να υπάρχει. Β. Κάτι δεν μπορεί να |Είναι―ΜηΌντας|.
    Εδώ αναφαίνεται η “αρχή της Ταυτότητας” η οποία στο απόσπασμα 7 θα ενισχυθεί ως πρόταση, και φυσικά η “αρχή της μη-αντίφασης”. Βέβαια ο ορθολογισμός ήταν σε μιαν ασυνεπή χρήση από αρχαιοτάτων χρόνων, αλλ’εδώ φαίνεται η προσπάθεια οργάνωσης συνειδητού οργάνου το οποίο στρέφεται ενάντια στην αντιφατικότητα της ηρακλειτικής Διαλεκτικής.
      Απόσπασμα  5
Ξυνὸν δὲ μοί ἔστιν ὁππόθεν ἄρξομαι τόθι γὰρ ἵξομαι αὖθις
      [Εγώ νομίζω ότι απ’όπου ξεκινάμε εκεί ξαναγυρίζουμε].
(Ο κόσμος είναι κλειστός-πεπερασμένος κι έτσι τίποτα δεν διαφεύγει απ’την νόηση).
      Σε ένα κόσμο κλειστό και σφαιρικό, όπως ορίζεται από τον Ξενοφάνη και τον Παρμενίδη στο “απόσπασμα 8” και στους στίχους 42-44, “όταν κάτι κινείται ευθύγραμμα κι ομαλά, πρέπει να επιστρέψει κάποια στιγμή στη θέση που ξεκίνησε”, όπως ισχυρίζεται κι ο Αϊνστάιν.  Βλέπουμε ότι παρά τη λογική προσπάθεια του Παρμενίδη να παραμερίσει απ’τη λογική του την αντιφατικότητα, αυτή αναπάντεχα επανέρχεται: Σύμφωνα με τον Λάο-Τσε “η μεγάλη ευθεία οφείλει να είναι κυρτή” και σύμφωνα με τον Ηράκλειτο, “η ευθύγραμμη πορεία είναι αποτέλεσμα περιστροφής”, (όπως στον κοχλία, τον τόρνο).
        Απόσπασμα 3
Τὸ γὰρ αὐτό νοεῖν ἐστίν τε καὶ εἶναι
      [-Επειδή ο κόσμος είναι κλειστό σύστημα-, το Νοείν και το Είναι συμπίπτουν].
      Έτσι τίποτα απ’ ό,τι υπάρχει δεν μπορεί να διαφύγει απ’ τη νόηση, άρα μπορούμε να έχουμε συμπεράσματα λογικά ασφαλή.
      Απόσπασμα 4
Λεῦσσε δ᾽ὁμῶς ἀπεόντα νόῳ παρεόντα βεβαίως, οὐ γὰρ ἀποτμηξει τὸ ἐόν τοῦ ἐόντος ἔχεσθαι οὔτε σκιδνάμενον πάντι πάντως κατά κόσμον οὔτε συνιστάμενον
     [(Επειδή το Νοείν και το Είναι συμπίπτουν), μπορείς να φωτίσεις με τον νου (τη λογική), μέσω των παρόντων, με βεβαιότητα τα απόντα. Γιατί δεν μπορεί να αποκοπεί το υπάρχον του υπάρχοντος (ο Νους από το Είναι), ούτε ως Όλον, ούτε ως απεριόριστα συγκεκριμένα].
      Ο Παρμενίδης τονίζει ότι οι λογικές αρχές που προτείνει για τη μετάβαση απ’τα γνωστά στ’άγνωστα, ισχύουν καί για τον κόσμο ως Όλον καί για τις σχέσεις των συγκεκριμένων μερών του. Με την σωστή χρήση λοιπόν του ορθολογισμού, θεωρεί ότι αποκαθάρει τον εφήμερο κόσμο απ’την αντιφατικότητα, η οποία περιέχει το ψεύδος του ΜηΕίναι και να έχουμε βεβαιότητα στους συνειρμούς μας.
         Απόσπασμα 6 στ, 1-2
Χρή τὸ λέγειν τε νοεῖν τ᾽ἐόν ἔμμαινε, ἔστι γὰρ εἶναι Μηδέν οὐκ ἔστιν, τὰ σ᾽ἐγὼ φράζεσθαι ἄνωγα.
     [Είναι ανάγκη το Νοείν και το Είναι να συμπίπτουν. Έτσι σε συμβουλεύω να σκέπτεσαι και να μιλάς].                  Τονίζει επίσης ότι με τη Νόηση και το Είναι πρέπει να συμπίπτει και το Λέγειν.  Έτσι ούτε ο Λόγος μπορεί να ξεφύγει απ’τη λογική.
         Απόσπασμα 6 στ 3-9
πρώτης γὰρ σ᾽ἀφ᾽ὁδοῦ ταύτης διζήσιος <εἴργω> αὐτὰρ ἔπειτα ἀπὸ τῆς, ἣν δὴ βροτοί εἰδότες οὐδὲν πλάττονται δίκρανοι, ἀμηχανίη γὰρ ἐν αὐτῶν στήθεσιν ἰθύνει πλαγκτόν νόον. οἱ δὲ φοροῦνται κωφοί, τυφλοί τε, τεθηπότες ἄκριτα φῦλα οἷς τὸ  πέλειν τε καὶ οὐκ, εἶναι ταὐτὸν νενόμισται κοὐ ταὐτόν, πάντων δὲ παλίντροπός ἐστι κέλευθος.                                                                                                       
     [Απ’το δρόμο αυτόν, τον πρώτο, τον αντιφατικό σ’αποτρέπω (είναι ο πρώτος από τους δύο δρόμους που παρουσιάζεται προς αποφυγήν στο απόσπασμα 2 στίχο 3). Οι θνητοί απ’αυτόν δεν έμαθαν τίποτα, γίνονται δίβουλοι γιατί η αμηχανία στα στήθη τους σαλεύει το νου. Φαντάζουν κουφοί, τυφλοί και χαμένοι, αφού δέχονται ότι όλα υπάρχουν και μ’έναν αντίδρομο τρόπο].
      Εδώ συνάγουμε ότι ο Παρμενίδης μετά τον υπαινιγμό για “την Αρχή της Ταυτότητας” και “την Αρχή της ΜηΑντίφασης” τονίζει και τον όρο “της αντιστοιχίας νόησης και Είναι”, αφού μόνον έτσι μπορεί απρόσκοπτα να λειτουργήσει αυτή η λογική διαδικασία. Μετά κατηγορώντας την αντιφατική σκέψη ότι φέρνει σε σύγχυση τον διανοητή, προτείνει τις συγκριτικές διαδικασίες, τις οποίες θεωρεί δεδομένες κι απόλυτα έγκυρες, ενώ κατηγορεί τη διαλεκτική ότι τις θεωρεί συμβατικές (ότι Είναι-ΜηΌντας έγκυρες ή ότι είναι έγκυρες υπό συνθήκες). Προτείνοντας λοιπόν την απόλυτη εγκυρότητα των συγκριτικών διαδικασιών, θεωρεί ότι μ’αυτές η λογική μπορεί να φτάσει με βεβαιότητα απ’τα γνωστά στα άγνωστα κι ακόμα να συντάξει κατηγορίες.
       Συγκριτική διαδικασία:
Αν Α όμοιο του Β και Β όμοιο του Γ, τότε και Α όμοιο του Γ (σύνθεση)
Αν Α όμοιο του Β και Β διάφορο του Γ, τότε και Α διάφορο του Γ (ανάλυση)
       Απόσπασμα 7
οὐ γὰρ μήποτε τοῦτο δαμῇ, εἶναι μὴ ἐόντα· ἀλλὰ σὺ τῆσδ᾽ἀφ᾽ὁδοῦ διζήσιος εἶργε νόημα, μηδὲ σ᾽ἔθος πολύπειρον ὁδὸν κατά τήνδε βιάσθω νωμᾶν ἄσκοπον ὄμμα και ἠχήεσαν ἀκουήν καὶ γλῶσσαν, κρῖναι δὲ λόγῳ πολύδηριν ἔλεγχον ἐξ ἐμέθεν ρηθέντα.
     [Γιατί ποτέ μα ποτέ η ταυτότητα δεν θα αναγκαστεί να Είναι–ΜηΌντας. Να είσαι λοιπόν μακριά και να μην σε παρασύρει η συνήθεια στον αντιφατικό δρόμο κι ότι βλέπεις ή ακούς, να το κρίνεις με τον τρόπο που σου έμαθα το δοκιμασμένο].
       Απόσπασμα  8 στ. 1-20
μόνος δ᾽ἔτι μῦθος ὁδοῖο λείπεται ὠς ἔστιν· ταύτῃ δ᾽ ἐπὶ σήματα ἔασι πολλὰ μάλ᾽, ὠς ἀγένητον καὶ ἀνώλεθρόν ἐστιν, οὗλον, μουνογενές τε καὶ ἀτρεμές οὐδ’ ἀτέλεστον, οὐδέ ποτ᾽ἧν οὐδ’ ἐσταί, ἐπεί νῦν ἐστιν ὁμοῦ πάν ἕν, συνεχές· τίνα γὰρ γένναν διζήσεαι αὑτοῦ; πῇ πόθεν αὐξηθέν; οὕτ᾽ἐκ τοῦ μὴ ἐόντος ἐάσσο φάσθαι σ᾽οὐδέ νοεῖν· οὐ γὰρ φατόν ούδὲ νοητόν ἔστιν ὅπως οὐκ ἔστι. τί δ᾽ἄν μιν καὶ χρέος ὦρσεν ὕστερον ἣ πρόσθεν τοῦ μηδενός ἀρξάμενον φῦν; οὕτως ἣ πάνπαν πελἐναι χρεών ἐστιν ἢ οὐχί οὔτε ποτ᾽ἐκ μὴ ἐόντος ἐφήσει πίστιος ἰσχὺς γίγνεσθαί τι πάρ᾽αὐτό. τοῦ εἴνεκεν οὔτε γίγνεσθαι οὔτ᾽ὄλλυσθαι ἀνῆκε δίκη χαλάσασα πέδῃσιν ἀλλ᾽ἔχει. ἡ δὲ κρίσις περὶ τούτων ἐν τῷδ᾽ἐστιν· ἔστιν ἢ οὐν ἔστιν. κέκριται δ᾽οὗν ὥσπερ ἀνάγκη τὴν μὲν ἐᾶν ἀνόητον ἀνώνυμον, οὐ γὰρ ἀληθής ἔστιν ὁδός.  τὴν δ᾽ ὥστε πέλειν καὶ ἐτήτυμον εἶναι.
     [Ο μόνος δρόμος που μας μένει αυτός που αφορά στο Είναι. Πάνω σ’αυτόν υπάρχουν πολλά στοιχεία για τα οποία μπορούμε να μιλήσουμε, όπως ότι όντας το Είναι αθάνατο, είναι αγέννητο, όλον, αταλάντευτο, τετελεσμένο, ποτέ δεν ήταν, ούτε θα είναι, γιατί αυτό είναι όλο μαζί ένα συνεχές μόνο τώρα. Τι είδους γέννα ν’αναζητήσεις σ’αυτό; Από που προς τα που να προεκταθεί; Ενώ για το ΜηΌν, το ΜηΥπάρχον, δεν μπορείς ν’αντιληφθείς ούτε να πεις τίποτα, γιατί το ΜηΥπάρχον, δεν νοείται ούτε λέγεται. Δεν μπορεί τίποτα ν’αναγκάσει την ύπαρξη πριν ή μετά το Μηδέν. Έτσι λοιπόν κάθε τι πρέπει να συμπέσει με το Όλον, το Υπάρχον ή με το Μηδέν που δεν υπάρχει. Απ’το ΜηΥπάρχον λοιπόν δεν μπορεί κάποιος να περιμένει γίγνεσθαι ή όλλυσθαι, γιατί αυτό ορίζει η λογική. Κάθε κρίση πρέπει να βρίσκεται μέσα σ’αυτά τα όρια, δηλαδή να Είναι ή να Μην Είναι. Όπως λοιπόν είναι αναγκαίο, ο ένας δρόμος κρίνεται ανώνυμος και χωρίς νόημα (αναληθής), ενώ ο άλλος είναι ο δρόμος της βεβαιότητας των συγκριτικών διαδικασιών, όπου το όμοιο ανήκει σε συγγενή ομάδα (κατηγορία)].
         Απόσπασμα 8  στ, 35-44
 οὐ γὰρ ἄνευ τοῦ ἐόντος ἐν ᾧ πεφατισμένο ἐστίν εὑρήσεις τὸ νοεῖν, οὐδὲν γὰρ ἦν ἔστιν ἤ ἔσται ἄλλο παρέξ τοῦ ὄντος, ἐπεὶ τὸ γε μοῖρ᾽ ἐπέδησεν οὖλον ἀκίνητον τ᾽ἔμεναι. τῷ πάντ᾽ὄνομα ἔσται ὅσσα βροτοί κατέθεντο εἶναι ἀληθῆ γί-γνεσθαι τε καὶ ὅλλυσθαι, εἶναι τε καὶ οὐχί, καὶ τόπον ἀλ-λάσσειν διὰ τε χρόαν φανόν ἀμείβειν. αὐτάρ ἐπεὶ πεῖρας πύματον, τετελεσμένον ἐστί πάντοθεν ἐκ κύκλου σφαίρης ἐναίγκιον ὄγκῳ μέσσοθεν ἰσοπαλές πάντῃ…
      [Δεν μπορείς να βρεις το Νοείν παρά μέσα στο Είναι, γιατί εκεί είναι γεγραμμένο. Τίποτ’άλλο εκτός απ’το Είναι δεν μπορεί να υπήρχε, να υπάρχει και να υπάρξει, γιατί είναι Όλον Ακίνητο. Όλα τ’άλλα είναι ονόματα που του δίνουν οι θνητοί, γιατί πιστεύουν ότι υπάρχει γίγνεσθαι και όλλυσθαι, Είναι-ΜηΌντας και γενικά κάθε είδους μετακίνηση ή αλλαγή. Αλλά αυτό είναι πεπερασμένο, τετελεσμένο, τέλεια σφαιρικό και πλήρως ισόρροπο].
         Απόσπασμα 8 στ. 50-61
ἐν τῷ σοὶ παύω πιστόν λόγον ἠδὲ νόημα· ἀμφὶς  ἀληθείης δόξας ἀπὸ τοῦδε βροτείας μάνθανε κόσμον, ἐμῶν ἐπέων, ἀπατηλόν, ἀκούων μορφάς γὰρ κατέθετο δύο γνώμας ὀνομάζειν, τῶν μίαν οὐ χρεών ἐστιν, ἐν ᾧ πεπλανημένοι εἰσίν. τ᾽ἄντια ἐκρίνατο δέμας καὶ σήματ’ἔθεντο χωρὶς ἀπ᾽ ἀλλήλων· τῇ μὲν φλογός αἰθέριον πῦρ, ἤπιον ὄν, μέγ᾽ ἐλαφρόν, ἑαυτῷ πάντοσε τωὐτόν, τῷ δ᾽ἑτέρῳ μὴ τωὐτόν, ἀτὰρ κἀκεῖνο κατ᾽αυτό τἀντία, νύκτ’ ἀδαῇ, πυκινὸν δέμας ἐμβριθές τε. τὸν σοι ἐγώ διάκοσμον ἐοικότα πάντα φατίζω, ὡς οὐ μὴ ποτέ τίς σε βροτῶν γνώμη παρελάσῃ.
     [Εδώ σταματώ το λόγο που έχει αληθινό νόημα και θα σου μιλήσω για τον κόσμο της αμφίδρομης αλήθειας, τον φθαρτό, τον απατηλό. Νομίζουν ότι κάθε τι έχει δύο τρόπους να υπάρχει και να λέγεται έχοντας δύο μορφές, η μία δεν τους αρκεί. Εδώ κάνουν λάθος. Τ’αντίθετα θεωρούν ενωμένα, ενώ συγχρόνως έβαλαν διαχωριστικά όρια μεταξύ τους. Απ’την μια το αιθέριο πυρ της φλόγας, ίδιο πάντα με τον εαυτό του, απ’την άλλη διάφορο απ’τον εαυτό του, αυτό το ίδιο ενάντια στον εαυτό του, δηλαδή πυκνό σκοτάδι μπερδεμένο. Σου μιλώ για το φαινομενικό κόσμο, τον διάκοσμο, για να μην γελαστείς απ’την φθαρτή σκέψη].
   Σ’αυτό το απόσπασμα ο Παρμενίδης στρέφεται σαφώς κατά της Ηρακλειτικής αντιφατικής διαλεκτικής, έχοντας θέσει άλλους όρους, που απορρίπτουν την ύπαρξη του μηδενός (αφού το υπάρχειν του μηδενός είναι η αντίφαση καθαυτή).  Έτσι στη δική του πρόταση περί λογικής, κάθε αντιφατικός συλλογισμός που Είναι-ΜηΌντας πρέπει να απορρίπτεται, επειδή περιέχοντας το Μη-Είναι περιέχει μέσα του σφάλμα.
      Απόσπασμα 9
αὐτάρ ἐπεὶ πάντα φαός καὶ νὺξ ὀνόμασται καὶ κατά τὰς σφετέρας δυνάμεις ἐπὶ τοῖσί τε καὶ τοῖς πᾶν πλέον ἐστὶν φάεος καὶ νυκτός ἀφάντου ἴσων ἀμφοτέρων ἐπεὶ οὐδετέρῳ μετά μηδέν.
      [Επειδή όλα έγιναν από φως και σκότος με τις δικές τους δυνάμεις και μετά από σκληρή πάλη, πήραν διάφορες μορφές, ό,τι μπορεί να “περισσεύει” είναι τόσο φως όσο σκότος, δηλαδή ίσια μεταξύ τους, αφού πέραν κάθ’ενός απ’ αυτά δεν μπορεί να υπάρξει τίποτα απ’το άλλο].
      Θεωρεί το σύμπαν κλειστό, τετελεσμένο-πεπερασμένο και συνιστάμενο από στοιχεία φωτός και σκότους (φωτόνια, και σκοτόνια), τα οποία είναι ίσα μεταξύ τους. Έτσι τελικά απ’τη σύνθεσή τους, δεν μπορεί να περισσέψει και να υπερισχύσει κάποιο, με αποτέλεσμα όλα να ισορροπούν και να καταλαμβάνουν όλον τον κόσμο. Έτσι δεν μπορεί να υπάρξει κενός χώρος αλλά ούτε μηδέν.
     Απ’αυτή τη σύλληψη του Παρμενίδη, που γεννήθηκε ως αντίλογος στην αντιφατικότητα Διαλεκτικής των Ηράκλειτου, Αναξίμανδρου και Ζήνωνα, ο Αριστοτέλης οργάνωσε τον Ορθολογισμό και την τυπική λογική. Συνεπώς η προσομοίωση της αριστοτελικής σκέψης με την Διαλεκτική λαθεύει.
                                                                                                                                                                     Πατέλης: Ποιο είναι το "status" (ο καταστατικός ορισμός) της μαρξιστικής διαλεκτικής: Είναι απλή μέθοδος ή αξιώνει το status θεωρίας της γνώσης και οντολογίας; Ήδη η διαλεκτική στον Χέγκελ είναι και μέθοδος και θεωρία της γνώσης και θεωρία του Είναι (ο Χέγκελ δέχεται την ταυτότητα του Είναι και της Νόησης).
                                                                                                                                                                            Εγώ λέω: Για να μπούνε κάποιες βάσεις συζήτησης σ’αυτή την πρόταση του διανοητή μας, είναι ανάγκη να καθοριστεί η έννοια της διαλεκτικής, αφού μολονότι όλα περιστρέφονται γύρω απ’αυτήν, είναι κάτι ασαφές το οποίο ενώ όλοι ξέρουν, δεν γνωρίζουν τι ακριβώς είναι.
      Λέγεται ότι η λέξη διαλεκτική κατάγεται ετυμολογικά, απ’τον διάλογο. Αυτός όμως ο ορισμός είναι έωλος για να στηριχτεί ένας τόσο σημαντικός φιλοσοφικός όρος. Τότε, επίσης η διαλεκτική θα λεγόταν "διαλογική". Οι προσωκρατικοί που είναι αναμφισβήτητα πρώτοι κι πιο συνεπείς "διαλεκτικοί", την διαλεκτική ονόμαζαν "Λόγο". (Στο Liddell και Scott, "διάλεκτος" εἶναι ἡ γλῶσσα, λαλουμένη ἐν τινὶ ἰδιαιτέρῳ τύπῳ). Ο Λόγος (η Διαλεκτική) ήταν μια ειδική γλώσσα μέσ'την κοινή γλώσσα, μια Διάλεκτος, μια αντιφατική λογικο-γλωσσική σύνταξη. Ο Λόγος ως διαδικασία ειδικής λογικο-γλωσσικής σύνταξης, προϋποθέτει αλληλοδιείσδυση των αντιθέτων εννοιών και τελικά την εσωτερική διείσδυση κάθε έννοιας μέσα στον ίδιο της τον εαυτό, συνιστώντας αντιφατική ενότητα και σχέση, με το ανάλογο ποσοτικο-ποιοτικό Μέτρο. Δεν είναι λοιπόν απλά ο διάλογος που χαρακτηρίζει τη διαλεκτική σκέψη, αλλά οι μηχανισμοί της που γεννούν αντιφατικές ενότητες με Μέτρο. Όταν το Μέτρο σχέσης των σκελών της αντιφατικής ενότητας διαταράσσεται, η αντιφατική ενότητα μεταλλάσσεται σε Άλλο. Εξάλλου ο Διάλογος δεν χαρακτηρίζει μόνο τη διαλεκτική αλλά και τον ορθολογισμό.
     Η συνειδητή διαλεκτική σκέψη είναι μια περιπέτεια της νόησης που ξεκίνησε απ’τον Αναξίμανδρο, πέρασε στον Ηράκλειτο κι ολοκληρώθηκε στον Ζήνωνα.  Επειδή τα έργα αυτών των μεγάλων διανοητών έφτασαν σ’εμάς αποσπασματικά, η Διαλεκτική τους είναι ντυμένη μ’ένα πυκνό νέφος αμφιβολιών· έτσι για αιώνες απαξιώθηκε, παρανοήθηκε ή συγχέετο με την σοφιστική. Ακόμα, δεν είχε δώσει ένα χρήσιμο τυπικό λογικό-γλωσσικό εργαλείο, όπως αυτό του Αριστοτέλη για τον ορθολογισμό.  Αυτή όμως η κατάσταση, με την είσοδο της Κβαντομηχανικής και της Σχετικότητας στο επιστημονικό προσκήνιο, αλλά και τις κοσμοϊστορικές αλλαγές στις κοινωνικές δομές με την γένεση του σοσιαλιστικού γίγνεσθαι, άλλαξε, αφού εκεί η τυπική λογική, ο ντετερμινισμός κι η νευτώνεια ορθολογική αντικειμενικότητα, αμφισβητούνται βίαια, γιατί δεν μπορούν να περιγράψουν το κόσμο με ακρίβεια, ούτε να δώσουν αξιόπιστες λύσεις. Έτσι αναζητείται ένα είδος Διαλεκτικής, την οποία όμως δεν έχουμε ακόμα, αφού η “Επιστήμη της Λογικής” του Χέγκελ, θεωρούμενη ως η πιο σύγχρονη κι ολοκληρωμένη, δεν εκπλήρωσε τις υποσχέσεις και τα καθήκοντά της. Έτσι αιωρείται η αναζήτηση μιας Διαλεκτικής Σκέψης κι ενός διαλεκτικού-υλιστικού τυπικού λογικό-γλωσσικού εργαλείου για την επιστημονική έρευνα, που να συμφωνεί με τη σύγχρονη επιστήμη. Η Διαλεκτική λοιπόν όχι μόνο δεν είναι δεδομένη, αλλά είναι και σε λάθος δρόμο. Γι’αυτό δημιουργείται ένα νέφος όταν στα μαρξιστικά κείμενα, ακόμα και των κλασικών, πέφτει η σκιά της Διαλεκτικής. Οι ευρωπαίοι έχοντας παρασυρθεί απ’τον θαυμασμό στον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, έψαχναν να βρουν την διαλεκτική στα συγγράμματα αυτών των ευφυών, παραβλέποντας ουσιαστικά το νόημα των προσωκρατικών. Επίσης ο συνοπτικός αποφατικός Λόγος της διαλεκτικής των προσωκρατικών και του Λάο-Τσε, εθεωρήθει ποιητικός μεν, πρωτόγονος δε. Δεν κατανόησαν ποτέ ότι το λέγειν, μολονότι μπορεί να ορίσει την ανθρώπινη δράση, δε μπορεί πάντα να την εκφράσει όπως ακριβώς είναι, γιατί στατικοποιεί το γίγνεσθαι. Έτσι οι διαλεκτικοί της αρχαιότητας, όντας σοφοί, συνέταξαν λογικο-γλωσσικές αποφάνσεις οι οποίες όχι μόνο δεν σαρώνονται απ’το παγκόσμιο γίγνεσθαι, αλλά το εκφράζουν Αιώνια μέσα απ’τις δημιουργικές αντιφάσεις που αναδεικνύουν.
                                                                                                                                                                    Πατέλης: Εντούτοις, είναι γνωστή η δυσπιστία ή κι η απορριπτική στάση πολλών φιλοσοφικών σχολών απέναντι στην φιλοσοφία (Μπέικον, Καρτέσιος, Κιέρκεγκωρ, θετικιστές, Βιτγκενστάιν κ.λπ.). Ειδικά η δυσπιστία απέναντι στην Οντολογία είναι σήμερα γενικευμένη. Πολλοί μιλούν για τέλος της Φιλοσοφίας, για θάνατο της Φιλοσοφίας, για συγχώνευση της Φιλοσοφίας με την πράξη. Άλλοι περιορίζουν τον μαρξισμό στην μεθοδολογία της ιστορικής πρωτοβουλίας, απορρίπτουν την διαλεκτική της φύσης ως ιδεολογική κατασκευή των Ένγκελς και Λένιν κ.λπ. Τέλος, τα κείμενα των κλασικών δεν δίνουν πάντα μια σαφή απάντηση στο πρόβλημα. Η υλιστική βάση κι η ταξική οπτική της διαλεκτικής τονίστηκαν ήδη. Επίσης οι κλασικοί και ειδικά ο Ένγκελς, ανέλυσαν τον ιστορικά ξεπερασμένο χαρακτήρα της θεωρησιακής φιλοσοφίας. “Αυτός που κατασκευάζει συστήματα", έγραφε ο Ένγκελς, "οφείλει να συμπληρώσει τα αναρίθμητα κενά με τα δικά του ευρήματα, δηλαδή να αφεθεί στην ανορθόλογη φαντασία, να κάνει ιδεολογία" (Αντι-Ντύρινγκ). Κατά τον Ένγκελς τώρα πια, κάθε επί μέρους επιστήμη της γενικής αλληλοσύνδεσης γίνεται περιττή. Απ’την παλαιά φιλοσοφία μένει η θεωρία της νόησης και των νόμων της, η τυπική κι η διαλεκτική λογική. Όλα τ’άλλα συγχωνεύονται στη θετική γνώση της Φύσης και της Ιστορίας. Και παραπέρα: "Είναι εντούτοις δυνατόν ότι η πρόοδος της θεωρητικής επιστήμης της φύσης θα αχρηστεύσει το έργο μου στο μεγαλύτερο του μέρος ή ολοκληρωτικά". Κατά τον Ένγκελς, "ο σύγχρονος υλισμός δεν είναι φιλοσοφία αλλ’απλή κοσμοαντίληψη". Αν πάρουμε κατά γράμμα τα προηγούμενα, τότε η Διαλεκτική είναι το πολύ γνωσιοθεωρία ή απλά Διαλεκτική Λογική. Ο ίδιος ο Ένγκελς έγραψε την Διαλεκτική της Φύσης κι υποστήριξε την ύπαρξη αντικειμενικής διαλεκτικής και υποκειμενικής, ως αντανάκλασης της πρώτης.
                                                                                                                                                                        Εγώ λέω: Η απαξίωση της φιλοσοφίας από διάφορα φιλοσοφικά ρεύματα, πάντα ακολουθείτο κι από μια τελική φιλοσοφία, η οποία θα έκλεινε τον κύκλο της φιλοσοφίας και θα άνοιγε το δρόμο στην αυτοκρατορία της επιστήμης στην ανθρώπινη νόηση. Αυτό ήταν το αποτέλεσμα της αντίληψης, ότι η φιλοσοφία ολοκλήρωσε την προσφορά της με την Ορθολογική λογικο-γλωσσική σύνταξη κι ότι δεν έχει τίποτε άλλο να δώσει, αφού η Διαλεκτική θεωρήθηκε χαριτωμένο αλλ’ άχρηστο λογικο-γλωσσικό παίγνιο, που τελείωνε στην “Επιστήμη της Λογικής” του Χέγκελ. Όμως για να προχωρήσει ο κόσμος, η λογική προσέγγιση σ’αυτόν, πρέπει ν’αλλάξει: η διαλεκτική από φαινομενική, να γίνει ουσιαστική.
Απ’τον Αριστοτέλη, είχε αρχίσει η επιστήμη, με κάποιον τρόπο να ξεχωρίζει απ’τη φιλοσοφία, που ως την εποχή του Νεύτωνα, δεν φαίνεται ξεκάθαρος διαχωρισμός. Οι Νεοθετικιστές τα τελευταία χρόνια, όρισαν τη φιλοσοφία ως ειδική επιστήμη, μέσ’τα όρια της «πραγματείας της λογικής της γλώσσας», όπου κάθε άλλη διάστασή της να θεωρείται ένα έωλο κι ασαφές είδος διαλογισμού. Ο ντετερμινισμός από κει και πέρα έγινε συνώνυμο με την επιστημονικότητα, όπου ο χώρος της φιλοσοφίας μέσ’την επιστήμη, ελαχιστοποιήθηκε ή εκμηδενίστηκε. Με την είσοδο όμως στο επιστημονικό προσκήνιο της κβαντομηχανικής και της σχετικότητας και τον ντετερμινισμό ν’απαξιώνεται, οι μεγάλοι επιστήμονες που θα έπρεπε να πρόσκεινται στον ντετερμινισμό, βλέπουμε ν’ανοίγουν ένα μακρόχρονο φιλοσοφικό πόλεμο πάνω στις αρχές και τις εξελίξεις της σύγχρονης επιστήμης. Αυτή η διαμάχη, εμπλέκει άμεσα τη φιλοσοφία μέσ’την καρδιά της επιστήμης, σε βαθμό που να μην είναι πια εφικτός o διαχωρισμός αυτός. Όταν ορισμένοι διακεκριμένοι φιλόσοφοι, έκλειναν τη θύρα της επιστήμης στην φιλοσοφία, κάποιοι μεγάλοι επιστήμονες παραμερίζοντας όλες τις θεωρητικολογίες της εποχής τους περί διαχωρισμού επιστήμης και φιλοσοφίας, αυθόρμητα κι όλο ζωντάνια, της άνοιγαν την πόρτα απλόχερα, προσφέροντας μερίδιο ηγεμονικό. Φανέρωναν έτσι ότι δεν μπορεί πρωτοπόρα επιστήμη χωρίς φιλοσοφικό γνώμονα, αλλά συγχρόνως ούτε φιλοσοφία με τη σύγχρονη έννοια, χωρίς έρμα επιστημολογικό. Ο φιλοσοφικός γνώμονας που προσέφερε η φιλοσοφία απ’την εποχή των αρχαίων Ελλήνων, εκτός απ’την οντολογία και την ηθική, συνέπιπτε με την τέχνη της νόησης, που ήταν η Λογική. Η πρώτη μεγάλη φιλοσοφική διαμάχη περί την Λογική, είναι αυτή των δύο βάρδων της νόησης, Ηράκλειτου για τη διαλεκτική και Παρμενίδη για τον ορθολογισμό και της πρότασής του για ένα πρωτόγονο ντετερμινισμό. Απ’τον φιλοσοφικό ορθολογικό στοχασμό και την τυπική λογική του Αριστοτέλη, ακόμα σιτίζεται η κοινωνία και η επιστήμη. Με τη χαραυγή του νέου κόσμου όμως, η ταφόπετρα που έθεσε ο Αριστοτέλης πάνω στους προσωκρατικούς, άρχισε να μετακινείται και ν’αναδύεται η προσωκρατική διαλεκτική. Αυτό δείχνει ότι όσο δεν έχει ακόμα δημιουργηθεί αυτό το νέο Διαλεκτικό λογικο-γλωσσικό γίγνεσθαι, η φιλοσοφία θα έχει σοβαρό λόγο να υπάρχει. Κι όταν αυτό ολοκληρωθεί, η επιστήμη κι η φιλοσοφία θα συστήσουν ένα συνεχές με το κοινωνικό γίγνεσθαι, δηλαδή την αντιφατική ενότητα Είναι, Νοείν και Λέγειν, που θα είναι η Διαλεκτική ως Ουσία.
                                                                                                                                                                 Πατέλης: Ακόμα, τι σημαίνει ότι σύγχρονος υλισμός δεν είναι φιλοσοφία αλλά απλή κοσμοαντίληψη;
                                                                                                                                                                    Εγώ λέω: Η φιλοσοφία ως κοσμοαντίληψη, συνιστά την στάση ζωής του ανθρώπου, περιλαμβάνοντας την αισθητική και τη λογική του. Έτσι όντας ο κινητήρας της νόησης είναι αναπόσπαστη από το κοινωνικό γίγνεσθαι κι όλες τις δραστηριότητές του, συμπίπτοντας με τον Διαλεκτικό Υλισμό.
                                                                                                                                                                    Πατέλης: Ο Λένιν, μιλούσε για διαλεκτική των πραγμάτων της Φύσης, (για αντικειμενική διαλεκτική), για μελέτη των αντιθέσεων μέσ’τα ίδια τα πράγματα. Αλλά κι η θέση του Λένιν δεν είναι σαφής. Έτσι στα Φιλοσοφικά Τετράδια γράφει: "Στο Κεφάλαιο εφαρμόζονται στην ίδια επιστήμη η λογική, η διαλεκτική και η θεωρία γνώσης του υλισμού. Εδώ έχουμε ανάγκη από τρεις λέξεις: πρόκειται για το ίδιο πράγμα". Kαι σ’άλλο σημείο: "Η σύμπτωση, για να εκφραστούμε έτσι, της λογικής και της γνωσιολογίας". Περί τίνος πρόκειται, λοιπόν; Η παραδοσιακή Οντολογία είχε χάσει το κύρος της τον περασμένο αιώνα. Επίσης οι κλασικοί είχαν πραγματοποιήσει μια πράξη ρήξης με τη θεωρησιακή φιλοσοφία. Εντούτοις, η φιλοσοφική βάση του μαρξισμού έχει την οντολογική της διάσταση (μιλάει για το Είναι μέσα απ’τη γνώση των ειδικών μορφών και την νομοτέλειά του). Ταυτόχρονα είναι θεωρία της γνώσης (θεωρία της αλήθειας, θεωρία των ιδεολογιών κ.λπ.). Τέλος, έχει τη μεθοδολογική της διάσταση (διαλεκτική). Ο Λένιν ισχυρίζεται ότι η λογική, η διαλεκτική κι η θεωρία της γνώσης του υλισμού είναι το "ίδιο πράγμα". Το σωστό είναι ίσως να μιλάμε για ενότητα μεθόδου, γνωσιολογίας κι οντολογίας του μαρξισμού άρα για μεθοδολογική, γνωσιοθεωρητική και οντολογική διάσταση της διαλεκτικής. Αλλά η έννοια "διαλεκτική" παραπέμπει κατ' αρχήν στη μέθοδο και στη λογική (διαλεκτική λογική). Η οντολογική διάσταση της διαλεκτικής είναι προφανής σε πολλά κείμενα των κλασικών. Κατά το Λένιν, π.χ., "οι έννοιες είναι υποκειμενικές στην αφαίρεση, στον διαχωρισμό τους, αλλ’αντικειμενικές στην ολότητα, στην κίνηση, στο άθροισμα, στην πηγή τους" (Φιλοσ. Τετράδια).
                                                                                                                                                                          Εγώ λέω: Οι μεγάλοι επαναστάτες, μολονότι ήταν αξιοθαύμαστοι, είναι φανερό ότι είχαν σύγχυση περί διαλεκτικής ή τέλος πάντων ψυχανεμίζονται γύρω απ’αυτήν. Απ’τις επισημάνσεις τους φαίνεται ότι μιλώντας για διαλεκτική, μάλλον θέλουν να πειστούν κι αυτοί οι ίδιοι για την αλήθεια των απόψεών τους. Γι'αυτό δεν κατάφεραν να βάλουν στη θέση του Ορθολογισμού μια Διαλεκτική, αφού αληθινά δεν είχαν.
                                                                                                                                                                    Πατέλης: Η ιστορική διάσταση του μαρξισμού και ειδικά της διαλεκτικής υπογραμμίσθηκε απ’τους κλασικούς του. Κατά τον Ένγκελς: "Η θεωρητική σκέψη κάθε εποχής, άρα και της φύσης, είναι ιστορικό προϊόν που παίρνει μορφές διαφορετικές σε διαφορετικές εποχές. Άρα η επιστήμη της νόησης, όπως και κάθε επιστήμη, είναι ιστορική. Είναι η επιστήμη της ανάπτυξης της ανθρώπινης νόησης". Η διαλεκτική δεν αξιώνει το παραδοσιακό status της φιλοσοφίας: δεν είναι επιστήμη των επιστημών. Δεν πλανάται πάνω από τις επιστήμες. Δεν είναι θεωρησιακή οντολογία. Ειδικά δεν αξιώνει κάποιον κανονιστικό ρόλο απέναντι στις επιστήμες.  Συγκροτείται ιστορικά (και αναθεωρείται) ως η φιλοσοφική καταξίωση και υπέρβαση των δεδομένων των επιστημών της φύσης και της κοινωνίας.  Οι κατηγορίες της δεν είναι ανεξάρτητες απ’τις επιστημονικές έννοιες: αποτελούν τη γενίκευση και την καθολίκευσή τους. Η διαλεκτική μοιράζεται με τις επιστήμες μια σειρά όρους (ύλη, κίνηση, αλληλεπίδραση, αιτιότητα, αντίθεση κ.λπ.), οι οποίοι στο επίπεδο της λειτουργούν ως φιλοσοφικές κατηγορίες, ενώ στο επίπεδο των επιστημών λειτουργούν ως οιονεί φιλοσοφικές έννοιες. Έτσι η διαλεκτική εμπλουτίζεται κι ανανεώνεται αντλώντας από τα δεδομένα των επιστημών, ενώ ταυτόχρονα ασκεί την επιστημολογική λειτουργία της  στον  χώρο  της  επιστήμης (μεθοδολογία, στρατηγική της έρευνας), χωρίς να μετατρέπεται σε επιστήμη των επιστημών.
                                                                                                                                                              Επισημαίνω: Η Διαλεκτική ως Λογική της Φύσης και του Γίγνεσθαι, είναι λογικο-γλωσσικό εργαλείο έρευνας και σκέψης.  ωρίς αυτό το εργαλείο η επιστήμη, θα είναι πάντα στα όρια του ορθολογισμού, αφού δεν θ’αντιλαμβάνεται αλλά ούτε θα περιγράφει τον κόσμο όπως ακριβώς είναι.
Εγώ λέω: Αν ο κόσμος και μαζί του ο άνθρωπος δεν είναι αποτέλεσμα της του θεού αγάπης, αλλά αποτέλεσμα του παγκοσμίου αέναου κι αυτοτελούς γίγνεσθαι, κάθε τι και κυρίως ο άνθρωπος έχει γεγραμμένο κωδικά μέσα του όλο αυτό το παγκόσμιο γίγνεσθαι ως δομή και συμπεριφορά. Άρα αυτό δεν έχει καμία ιστορικότητα, αφού ενυπάρχει ολόκληρο δυναμικά μέσ’τον άνθρωπο απ’τη γένεσή του. Απλά ο άνθρωπος δια της εμπειρίας του, αποκωδικοποιεί αυτόν τον γεγραμμένο γνωστικό μηχανισμό, βελτιώνοντάς τον.
      Οι προσωκρατικοί κι ο Λάο-Τσε συνέλαβαν την διαλεκτική ως αποφάνσεις, οι οποίες μολονότι αναδεικνύουν το γίγνεσθαι και την ιστορικότητα του κόσμου, αυτές οι ίδιες δεν αλλάζουν και δεν υπόκεινται σε ιστορικότητα. Επίσης μας προϊδεάζουν και για μιαν αντιφατική οντολογία, η οποία δίνει μιαν άλλη περιγραφή του κόσμου απ’αυτήν του ορθολογισμού. Σαν παράδειγμα θ’αναφέρω κάποιες απ’ αυτές τις αντιφατικές αποφάνσεις, οι οποίες μολονότι ποτέ δεν αλλάζουν, είναι ακριβώς αυτές που ορίζουν την συνεχή αλλαγή του κόσμου και τον θάνατο της μεταφυσικής.
―Η πίστη οδηγεί στην άγνοια, η αμφιβολία στη γνώση.
  1.   Η μεγάλη ευθεία οφείλει να είναι κυρτή.
  2.   Το μεγάλο τετράγωνο δεν έχει γωνίες.
  3.   Ο κύκλος είναι πολύγωνο απείρου αριθμού γωνιών.
  4.   Στον ίδιο ποταμό μπαίνουμε και δε μπαίνουμε, είμαστε και δεν είμαστε την ίδια ουσία δεν ξαναγγίζουμε, γιατί όλ’ αλλάζουν βίαια και γρήγορα, καταλύονται-συντιθέμενα, συ-χρόνως, Είναι-ΜηΌντας.
  5.  Το κινούμενο ευθύγραμμα κι ομαλά θα γυρίσει στη θέση που ξεκίνησε.
  6.  Το κινούμενο δεν κινείται στον τόπο που βρίσκεται, ούτε στον τόπο που δεν βρίσκεται. 
  7.  Ό,τι τείνει στο μηδέν τείνει στο άπειρο. Το ακαριαίο είναι το ακίνητο.                                                                                     
   8.  Το ίδιο το φως είναι σκοτεινό.                          
   9.  Αρχή και στοιχείο των όντων είναι το άπειρο.        
 10.  Το τέλειο είναι ατελές. Το πεπερασμένο είναι δυναμικά το άπειρο.
―Αυτόν τον κόσμο που είναι ίδιος για όλους, δεν τον έφτιαξε ούτε θεός ούτε άνθρωπος, ήταν, είναι και θα είναι αείζωον πυρ που ανάβει σβήνοντας με μέτρο.

      Καμιά από τις επάνω υποδειγματικές αποφάνσεις δεν υπόκειται σ’αλλαγή, όλες αναδεικνύουν την αντιφατικότητα και το γίγνεσθαι. Κι επειδή παρουσιάζουν τον κόσμο όπως ακριβώς είναι, πρέπει να γίνουν η βάση πάνω στην οποία μπορεί να δομηθεί η Διαλεκτική-Υλιστική Λογική και η λογικο-γλωσσική τυπικότητά της.   Τότε η φιλοσοφία, συμπίπτοντας με το παγκόσμιοι γίγνεσθαι, θα εκφράζει την υψηλή τέχνη της Νόησης και του Είναι και θα ξαναγίνει η Επιστήμη των Επιστημών.
     Μολονότι η Διαλεκτική είναι αντιφατική, επειδή υπάρχει εμμονή για την ύπαρξη και μιας αντιθετικής Διαλεκτικής, καταχρηστικά δεχόμαστε ότι αυτές είναι δύο ειδών και θα δείξουμε τις βασικές αρχές τους:
     Α. Η αντιθετική διαλεκτική, η οποία δέχεται ότι στο βάθος ο κόσμος κι η λογικο-γλωσσική σύνταξη που τον περιγράφει συντίθεται από σειρά εσχάτων αναλλοίωτων στοιχειώδων  (γνώσιμων ή όχι),  που αλληλεπιδρούν χωρίς να παραβιάζουν τα τελικά όρια μεταξύ τους, συνιστώντας ένα αντικειμενικό ορθολογικό δυναμικό-διαφορικό σύστημα. Αυτό το λογικο-γλωσσικό σύστημα, έχοντας απόλυτους όρους λειτουργίας, προϋποθέτει από μια στιγμή και μετά την επ’άπειρον επανάληψη μιας συγκεκριμένης, τετελεσμένης, πεπερασμένης, προδιαγεγραμμένης σειράς παιγνίων, τα οποία μπορούν να ονομαστούν «συνθετικά πρότυπα του τέλους».  Αυτά τα παίγνια μολονότι είναι τα όρια του συστήματος, βρίσκονται ιδεατά εκ των προτέρων, περιμένοντας την πραγματοποίησή τους απ’την ακολουθία της λειτουργίας του συστήματος.  Ο Αριστοτέλης αυτή τη διαδικασία, ονόμασε Εντελέχεια.  Το σύστημα αυτό είναι κλειστό, τελεολογικό, πεπερασμένο, μιας ορθολογικής αντικειμενικότητας με όρους και όρια απόλυτα προκαθορισμένα, που προϋποθέτει την ύπαρξη «Κόσμου Ιδεών», του οποίου το φαινομενικό γίγνεσθαι περιμένει ν’αναφανεί απ’την εξέλιξη της λειτουργίας αυτού του ορθολογικού δυναμικού συστήματος.
      Β. Η Αντιφατική Διαλεκτική, η οποία δέχεται ότι στο βάθος ο κόσμος κι η λογικο-γλώσσική σύνταξη που τον περιγράφει, είναι Όλον σε συνεχή εξέλιξη. Γι’αυτό δεν συντίθεται από έσχατα, αναλλοίωτα στοιχειώδη, αλλ’από αντιφατικά κι αυτοαναιρούμενα, τα οποία αλληλεπιδρώντας, δεν αφήνουν απαραβίαστα περιθώρια μεταξύ τους. Στον αντιφατικό αυτό κόσμο, για να υπάρχει κάποιο γεγονός, πρέπει να καταλύεται-συντιθέμενο από στοιχειώδη κατώτερου επιπέδου, τα οποία καί αυτά με τη σειρά τους και με τον ίδιο τρόπο, να καταλύονται-συντιθέμενα κι αυτό επ’άπειρον. Δηλαδή ως το έσχατο επίπεδο, (τον πυθμένα του κόσμου, όπως έδειξε ο Ζήνων), όπου τ’αντιφατικά στοιχειώδη, τείνοντας για μηδενικό μέγεθος τείνουν συγχρόνως για άπειρο, όντας ακίνητα κι ακαριαία, συνθέτοντας την Αντιφατικότητα Γυμνή, δηλαδή το Εν Δυνάμει Είναι.
[Αν ο αναγνώστης θέλει να μάθει περισσότερα περί αυτού ας αποτανθεί στο: thodoroskavasisblogspot.com και στην ανάρτησή μου «Διαλεκτική Υλιστική Σκέψη» ή στο «Διαλεκτική Σκέψη» εκδ. Δωδώνη 2023].
                                                                                                                                                                     Πατέλης: Α. Κατά τον Ένγκελς, η διαλεκτική είναι η επιστήμη των γενικών νόμων της κίνησης της φύσης, της κοινωνίας και της ανθρώπινης νόησης. Β. Κατά τον Λένιν είναι η "θεωρία της γνώσης του μαρξισμού, η οποία χαρακτηρίζεται ως θεωρία της ενότητας της υποκειμενικής διαλεκτικής των φυσικών και των ιστορικών διαδικασιών". Γ. Η διαλεκτική, ως θεωρία του Είναι, θέτει την πρωταρχικότητα της ύλης έναντι της νόησης. Ως γνωσιοθεωρία και θεωρία των ιδεολογιών υποστηρίζει ότι το (κοινωνικό) Είναι καθορίζει τη συνείδηση, ενώ ταυτόχρονα συλλαμβάνει τον ενεργό ρόλο της συνείδησης στο ιστορικό γίγνεσθαι.   Δ. Οι φυσικές επιστήμες εναρμονίζονται με τις θέσεις για την αντικειμενικότητα του κόσμου και για την προτεραιότητα της ύλης έναντι του πνεύματος, το οποίο εμφανίζεται σε μια ορισμένη φάση του κοσμικού γίγνεσθαι (κοσμογένεση, ανθρωπογένεση, νοογένεση) ως "προϊόν" ειδικά οργανωμένης ύλης (του εγκεφάλου) σε καθορισμένες κοινωνικές συνθήκες (η νόηση, αναδραστικά, αποτελεί ενεργό στοιχείο του κοινωνικού γίγνεσθαι).   
                                                                                                                                                                        Εγώ λέω: Εδώ υπάρχει αοριστία και σύγχυση. Ενώ κατά τον Έγκελς Α. η διαλεκτική δεν θεωρήθηκε σε προηγούμενη απόφανση επιστήμη, τώρα ξαναεπιστρέφει στα καθήκοντά της τα οποία μάλιστα είναι σπουδαία. ―Είναι η επιστήμη 1. των γενικών νόμων της κίνησης της φύσης, δηλαδή του ίδιου του φυσικού γίγνεσθαι, χωρίς όμως να προσδιορίζεται για ποιους νόμους μιλάει, αφού οι νόμοι της διαλεκτικής όπως προτάθησαν απ’τον Χέγκελ κι έγιναν αποδεκτοί άκριτα απ’τον Ένγκελς, δεν μπόρεσαν να λειτουργήσουν ποτέ ως εργαλείο έρευνας. 2. Της ανθρώπινης νόησης και του κοινωνικού γίγνεσθαι. Μολονότι καί εδώ δεν υπάρχει αληθινός προσδιορισμός για τον τρόπο που γίνεται αυτό, εμείς θα το δεχτούμε, αφού δείχνει τουλάχιστον τη διακαή πρόθεση του μαρξισμού να είναι Διαλεκτικός. Και ερωτώ: ―Μήπως άραγε υπάρχει κάτι άλλο σπουδαιότερο που θα μπορούσε να υπηρετήσει την επιστήμη; Κι αν η επιστήμη είναι αυτό που η διαλεκτική υπηρετεί όντας η καρδιά της, είναι ή δεν είναι η επιστήμη των επιστημών?                  Β. Κατά τον Λένιν επιστημολογικά συμβαίνει το ίδιο.
     Επίσης στο Γ. υπάρχει ασυνέπεια: Θεωρείται ότι υπάρχει πρωταρχικότητα της Ύλης έναντι της νόησης. Όμως κατά τον Λένιν και τον Έγκελς, η ύλη ως τέτοια δεν υπάρχει, αλλά είναι κατηγορία της νόησης. Η νόηση λοιπόν περιλαμβάνει την ύλη τόσο όσο η ύλη περιλαμβάνει την νόηση. (Δεν μπορούμε να έχουμε Νόηση χωρίς Ύλη, αλλά επειδή η Ύλη είναι γεγραμμένη αφ’εαυτής με Λογική και "Λόγο," όντας «διαλεκτική λογικο-γλωσσική σύνταξη», δεν μπορούμε συγχρόνως να έχουμε ύλη χωρίς νόηση). Αυτά συνιστούν αντιφατική ενότητα, στην οποία αλληλοπροεκτείνονται-αλληλεπιδρώντας χωρίς ν’αφήνουν απαραβίαστα όρια μεταξύ τους. Κι επειδή εμείς οι μαρξιστές είμαστε υλιστές, θεωρούμε ότι τα πάντα είναι κάποια μορφή της ύλης, άρα και το θεωρούμενο πνεύμα είναι επίσης μορφή της ύλης. (Η σύγχρονη νευρο-βιολογία έδειξε ότι, το πνεύμα, τα συναισθήματα, οι συγκινήσεις κι οι σκέψεις, υπάρχουν ως ειδικές υλικές πλοκές μέσ’τον εγκέφαλο).
     Στο Δ. αναδεικνύεται η εμμονή του Λένιν για υλικές προτεραιότητες. Διαλεκτικά και σύμφωνα με την σύγχρονη επιστήμη, το πνεύμα, το συναίσθημα η φαντασία κι η νόηση υπάρχουν ως εκκρίσεις ορμονών κι ως δομικοί υλικοί μηχανισμοί μέσ’τον εγκέφαλο. Έτσι αν επιμένουμε να θεωρούμε κάποιες νοητικές λειτουργίες κατ'εξοχήν πνευματικές, πρέπει να δεχτούμε ότι το ίδιο το πνεύμα είναι διάφορο από τις υλικές δομές του εγκεφάλου κι ότι υπάρχει πνεύμα ξέχωρο από ύλη. Η σύγχρονη επιστήμη όμως αυτό το απαγορεύει, θεωρώντας ότι όλα όσα θεωρούνται πνευματικά, δεν είναι αλλο απόυλικές δομές μέσα στον εγκέφαλο.  Άραγε τι θα κερδίζαμε αν δεχόμασταν ότι η ύλη προηγείται του εγκεφάλου, αφού ο εγκέφαλος κι όλες οι λειτουργίες του είναι υλικές. Τίποτα, παρά μόνο μια δική μας ορθολογική ταξινόμηση, η οποία δεν σχετίζεται με την διαλεκτική.  Διαλεκτικά ο κόσμος και τα πράγματα, όντας σε συνεχές καταλυτικο-συνθετικό γίγνεσθα, δεν διαθέτουν σταθερή ταυτότητα η οποία να διαρκεί μέσ'τον Χρόνο. Γι'αυτό όλα ουσιαστικά είναι μόνο Τώρα και κάθε χρονική ακολουθεία είναι ορθολογική ψευδαίσθηση.  
Κι εξηγούμαι: Επειδή τα πάντα βρίσκονται σε καταλυτικό-συνθετικό γίγνεσθαι, όντας συνεχώς Άλλά-Αλλού, δεν μπορούν να διαθέτουν σταθερή Ταυτότητα, που να διαρκεί στο Χρόνο, έτσι κάθε τι κινείται αλλάζοντας μέσ’τον εαυτό του. Εκεί ο Χρόνος είναι ρυθμός καταλυτικής-συνθετότητας την οποίαν συνιστούν τα στοιχειώδη-υπογεγονότα με την ροή-αντιρροή τους μέσα στο κάθε γεγονός. Γι’αυτό το Χθές δεν υπάρχει, το Αύριο δεν υπάρχει, το Τώρα είναι μόνο, το Τώρα που δεν Είναι, που είναι πάντα άλλο, όντας η μηδενική αιχμή του φθίνοντος παρόντος, που είναι αιώνιο στη μηδενικότητά του. Μ’αυτή την έννοια ο Χρόνος δεν είναι άλλο απ’το Γίγνεσθαι, που συμβαίνει μέσ’το Είναι, το οποίο είναι πάντα άλλο. Έτσι η ιστορικότητα είναι κατηγορία της νόησης, η οποία όμως δεν υπάρχει αληθινά ως τέτοια, αλλά υπάρχουν μόνο ως υλικοί μηχανισμοί μέσ’τον ανθρώπινο εγκέφαλο, οι οποίοι έχουν συμπτυχθεί στο Τώρα. Το παρελθόν υπάρχει ως υπόβαθρο υλικών δομών στο Τώρα, ενώ το μέλλον ως εν δυνάμει υλικοί μηχανισμοί στο Τώρα.
      Απ’τη στιγμή λοιπόν που γεννήθηκε ο άνθρωπος, η νόηση και το συναίσθημα, ως υλικές δομές του εγκεφάλου, συνυπάρχουν στο υλικό γίγνεσθαι ορθώνοντας ανάστημα ισότητας μ’όλα τ’άλλα είδη υλικότητας. Έτσι λαμβάνοντας υπόψιν ότι ο κόσμος και όλα τα όντα, ως καταλυτικο-συνθετικά είναι μόνο Τώρα, δεν υπάρχει προτεραιότητα πουθενά.
                                                                                                                                                                  Πατέλης: Οι επιστήμες εξερευνούν ειδικές περιοχές της πραγματικότητας. Η επιστημολογία κι η φιλοσοφία αναδεικνύουν τις τοπικές διαλεκτικές (τις συγκεκριμένες διαλεκτικές σχέσεις) οι οποίες λειτουργούν στις ειδικές περιοχές της πραγματικότητας. Η διαλεκτική είναι η υπέρβαση και η γενίκευση των τοπικών διαλεκτικών, από όπου και η ιστορικότητα της. Η διαλεκτική είναι ανοικτή στην πρόοδο των επιστημών και στην κοινωνική πράξη.
                                                                                                                                                                          Εγώ λέω: Ας δούμε τώρα αν ισχύει αυτή η χωρίς νόημα θεωρία περί των συγκεκριμένων τοπικών διαλεκτικών και η γενίκευσή τους στη Διαλεκτική απ’όπου κι η ιστορικότητά τους. Αυτό μολονότι πονάει πρέπει να το πούμε! Οι κλασικοί του μαρξισμού έλυσαν όλα τα προβλήματά τους ακολουθώντας την αριστοτελική ορθολογικότητα. Αυτή όμως οδήγησε το σοσιαλισμό στον συγκεντρωτισμό, ο οποίος μολονότι έδωσε γρήγορα αποτελέσματα, έγινε και η αιτία της παλινόρθωσης του καπιταλισμού. Είναι αναπόφευκτο όταν χρησιμοποιείς ορθολογισμό να έχεις ορθολογικά αποτελέσματα, ενώ όταν χρησιμοποιείς διαλεκτική τα αποτελέσματα να είναι διαλεκτικά. Έτσι κατά τη οικοδόμηση του σοσιαλισμού και κατά το ξεκίνημα, μπήκε μπρος μια διαλεκτική πρακτική, στη συνέχεια όμως, και κάτω από τις πιέσεις της διεθνούς αντίδρασης, έγιναν αναδιπλώσεις που ενώ έδωσαν γρήγορες προσωρινές λύσεις, τελικά αυτές μονιμοποιήθηκαν. Επίσης δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι πρώτα απ’ όλα, η Διαλεκτική είναι μια λογική διαφορετική από τον ορθολογισμό, αφού η διαλεκτική δέχεται την αντίφαση γενεσιουργό τόπο του γίγνεσθαι, ενώ ο ορθολογισμός θεωρεί την αντίφαση στοιχείο ψεύδους και προς αποφυγήν. Επειδή λοιπόν δεν έχει δημιουργηθεί ακόμα μια διαλεκτική-υλιστική τυπικότητα, η οποία να υποκαταστήσει την “επάρατη” ορθολογική τυπικότητα του Αριστοτέλη, η διαλεκτική μολονότι μπορεί να είναι ένας οδοδείκτης προσέγγισης της πραγματικότητας και του κοινωνικού γίγνεσθαι, δεν έχει ολοκληρωθεί ως εργαλείο επιστημονικής έρευνας. Η πρόοδος λοιπόν της επιστήμης κι η τρέχουσα επιστημολογία, την οποία εμείς οι μαρξιστές προβάλλουμε ως ίχνος από το πέρασμα της διαλεκτικής είναι γκάφα, γιατί όλα αυτά σχετίζονται με τον ορθολογισμό.
                                                                                                                                                                  Πατέλης: Η διαλεκτική θα μπορούσε να ορισθεί ως η μελέτη των αντιθέσεων (Λένιν). Κατά τον Ένγκελς υπάρχουν οι ακόλουθοι "νόμοι της διαλεκτικής" (Διαλεκτική της Φύσης): Α. Νόμος του περάσματος απ’την ποσότητα στην ποιότητα κι αντίστροφα. Β. Νόμος της αλληλοδιείσδυσης των αντιθέτων.  Γ. Νόμος της άρνησης της άρνησης. 
     Ποιο είναι όμως το status αυτών των "νόμων";  Προφανώς δεν πρόκειται για επιστημονικούς νόμους με την ειδική έννοια του όρου. Αν δεχτούμε τη νομιμότητα τους ως γενικών "νόμων" της διαλεκτικής, τότε αυτοί οφείλουν να αποδείξουν την ισχύ τους στις πιο διαφορετικές περιοχές της πραγματικότητας.
                                                                                                                                                                    Εγώ λέω ότι: Οι νόμοι της διαλεκτικής του Χέγκελ τους οποίους αποδέχεται κι ο Έκγκελς, δεν είναι οδοδείκτες έρευνας και πρακτικής διαδικασίας, αλλά σχετικά αληθή αποτελέσματα της κλασικής ορθολογικής διαδικασίας. Επίσης ο νόμος του περάσματος απ’την ποσότητα στην ποιότητα είναι ασαφής αν δεν συνδεθεί άμεσα κι οργανικά με τον νόμο της αλληλοδιείσδυσης των αντιθέτων. Αφού όσο κι αν μεγαλώσει η ποσότητα ενός κομματιού σιδήρου αυτό θα συνεχίσει πάντα να είναι σίδερο.  Αν όμως αυτός ο νόμος γίνει αντιληπτός με τον τρόπο των αρχαίων, τότε “η μεγάλη ευθεία η οποία οφείλει να είναι κυρτή” αναδεικνύει την αντιφατικότητα του Είναι κι από κει τη σχέση τους με την αλληλο-διείσδυση των αντιθέτων. Αλλά τι θα πει αλληλο-διείσδυση των αντιθέτων; Η αλληλοδιείσδυση αυτή δεν είναι άλλη απ' την αντιφατικότητα του Είναι. Εκεί τα αντίθετα αλληλεπιδρούν χωρίς ν’αφήνουν απαραβίαστα περιθώρια μεταξύ τους συνιστώντας αντιφατική ενότητα, η οποία παίρνει την ανάλογη μορφή την οποία ορίζει το ποσοτικο-ποιοτικό Μέτρο, των εναντίων σκελών της αντίφασης.
      Ο Χέγκελ όμως που διατύπωσε αυτούς τους νόμους, δεν προσδιόρισε με σαφήνεια τον μηχανισμό της αντιφατικής ταυτότητας, ώστε να μπορούν αυτοί οι δύο νόμοι να χρησιμοποιηθούν ως εργαλείο έρευνας. Αντίθετα μάλιστα με τον νόμο της Άρνησης της Άρνησης μετέτρεψε την αντιφατικότητα της αλληλο-διείσδυσης των εναντίων σε αντιθετικότητα στοιχειωδών που δεν αλληλο-διεισδύουν, καταργώντας έτσι την διαλεκτική δυναμική αυτών των δύο νόμων, μετατρέποντάς τους σε ορθολογικούς. Η αντιθετική ορθολογικότητα προϋποθέτει ότι ο κόσμος συνίσταται από έσχατα αναλλοίωτα στοιχειώδη, τα οποία αλληλεπιδρώντας, δεν παραβιάζουν τα έσχατα όριά μεταξύ τους, απαγορεύοντας έτσι την σύσταση αντιφατικών ενοτήτων, που προϋποθέτουν οι δυο άλλοι νόμου.  Έτσι αυτοί “οι νόμοι της διαλεκτικής”, μολονότι αναδεικνύουν αληθινές καταστάσεις, έρχονται ως αποτέλεσμα της ορθολογικής διαδικασίας κι όχι ως διαλεκτικός οδηγός έρευνας.
                                                                                                                                                                 Πατέλης: Αλλά και σ'αυτή την περίπτωση: Α. ο κατάλογος των νόμων της διαλεκτικής δεν πρέπει να θεωρηθεί κλειστός. Β. με βάση αυτή την προσωρινή συγκομιδή, υπάρχει κίνδυνος για τυποποίηση και δογματοποίηση μιας φιλοσοφίας ανοικτής στην κοινωνική πράξη. Αυτό συνέβη στην περίπτωση του "θεσμοποιημένου μαρξισμού" στις άλλοτε σοσιαλιστικές χώρες. Το αμφιλεγόμενο status της διαλεκτικής οδήγησε σε δυο αντίθετες παραμορφώσεις. Είτε στη δογματοποίηση κι οντολογικοποίηση και τη χρήση της διαλεκτικής ως απολογητικής, είτε στον ακρωτηριασμό της και στη μετατροπή της σ’απλή μεθοδολογία. Η δογματοποίηση της διαλεκτικής γέννησε την άρνηση της: την άρνηση της γνωσιοθεωρητικής και της οντολογικής συνιστώσας της. Αν ο ορισμός του Λένιν για την ενότητα της διαλεκτικής, της λογικής και της γνωσιοθεωρίας είναι επιστημολογικά ασαφής, αν η δογματοποίηση πραγματοποιήθηκε σε συγκεκριμένες συνθήκες, αυτά δεν είναι λόγος για να υποβαθμίσουμε τη διαλεκτική, να την περιορίσουμε στη μεθοδολογία, στην ιστορική πρωτοβουλία ή έστω στην "υλιστική διαλεκτική της ιστορίας και της παρούσας στιγμής της, του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής".
                                                                                                                                                                        Εγώ λέω. Η διαλεκτική σκέψη συνίσταται σε μια σειρά αντιφατικές αποφάνσεις, οι οποίες έχουν σχεδόν ολοκληρώσει το έργο τους. Άρα δεν περιμένουμε και πολλά ακόμα να λεχθούν γύρω απ’το θέμα. Αλλά ακόμα κι αν αναφανούν κάποιες νέες αποφάνσεις, δεν μπορούν να κάνουν κάποια δραματική ανατροπή στην υπάρχουσα διαλεκτική αντιφατικότητα. Όπως είπαμε σε προηγούμενο μέρος, η διαλεκτική είναι γεγραμμένη μέσ’το Είναι, με τη μορφή του Παγκόσμιου Γίγνεσθαι. Αυτό δεν μπορεί ν’αλλάξει. Βέβαια με την εξέλιξη της επιστήμης, ίσως αναφανούν κάποιες αντιφατικές καταστάσεις που δεν έχουν αναφερθεί, όπως π.χ. “το ίδιο το φως είναι σκοτεινό”. Η απόφανση αυτή όμως, έχει ήδη δοθεί ως “η μεγάλη ευθεία οφείλει να είναι κυρτή”, αφού κάθε ιδιότητα στο μέγιστο βαθμό αναδύεται ως το αντίθετό της. Αλλά και το ίδιο το φως, στον ανώτατο περιορισμό στον ίδιο του τον εαυτό, αναδύεται ως αντίθετο (ως σκότος, αφού δεν μπορεί να αναφανεί μέσω των άλλων, όπως είναι το πρέπον). Βέβαια και οι δύο αυτές αποφάνσεις μολονότι ανθίστανται στην ορθολογική διατύπωση, δικαιολογούνται ορθολογικά. Έχει πει ο Αϊνστάιν ότι “αν ένα σώμα κινείται ευθύγραμμα και ομαλά στο σύμπαν, κάποια στιγμή θα γυρίσει στο θέση που ξεκίνησε”, επειδή ο συμπαντιακός Χώρος έχει ως αδρανειακή κατάσταση την περιστροφή. (Το κινούμενο “θέλει” ν’ακολουθήσει ευθύγραμμη πορεία, αλλ’αυτή, λόγω της περιστροφής του χώρου, καταγράφεται ως κυρτή αντιφάσκοντας). Αυτό μπορούσαν να αποφανθούν διά της διαλεκτικής σκέψεις οι αρχαίοι. Την απόφανση όμως: “Το ίδιο το φως είναι σκοτεινό”, χωρίς να γνωρίζουν το σύγχρονο επιστημονικό γίγνεσθαι και χωρίς να υπολείπεται απ’αυτό η διαλεκτική τους, δεν μπορούσαν να το γνωρίζουν. Σήμερα ξέρουμε ότι αυτό που λέμε φως είναι η δίοδος φωτονίων μέσα από τη δομή των υλών κι από κει αντανακλάται ο ανάλογος χρωματισμός που επιτρέπει η συχνότητα της εξερχόμενης ακτινοβολίας απ’το συγκεκριμένο σώμα. Αν η ακτινοβολία δεν εξέρχεται από τη δομή κάποιου σώματος, δεν θα μπορούσαμε να την δούμε και άρα θα ήταν σκοτεινή. Ίσως η διαλεκτική να συμπληρώνεται συνεχώς από αντιφατικές-διαλεκτικές αποφάνσεις με την εξέλιξη της επιστήμης, όμως αυτές δεν θα μπορέσουν να την αλλάξουν. Απλά την επιβεβαιώνουν.       Επίσης δεν πρέπει ν’αμφιβάλλουμε ότι ο Ορθολογισμός κι η Διαλεκτική Λογική, εκτός από όλα τα άλλα, είναι κυρίως μέθοδοι σκέψης κι εργαλεία επιστημονικής έρευνας. Μάλιστα είναι επείγον καθήκον των διαλεκτικών διανοητών, η σύλληψη μιας διαλεκτικής-υλιστικής λογικής τυπικότητας, όπως αυτή που πρότεινε ο Αριστοτέλης για τον ορθολογισμό, αλλά κι όπως αυτή που πρότεινε ο Χέγκελ, την οποία ο Ένγκελς απεδέχθη ως “Αρχές της Διαλεκτικής Λογικής”. Αυτές όμως δεν μπορούν να δώσουν εργαλείο τυπικής διαλεκτικής σκέψης κι επιστημονικής έρευνας. Η λεγόμενη τυπικότητα ή δογματική δόμηση της διαλεκτικής, δεν είναι επιλήψιμη, γιατί απ’την ίδια την ουσία των αποφάνσεων που θα τη συνιστούν, η στατικότητα κι η αδρανοποίηση των νοημάτων θα υπερβαίνεται από το ίδιο τους το νόημα. Επειδή τα πάντα όντας εν τω γίγνεσθαι είναι αντιφατικά, σε βαθμό που “η αντιφατικότητα είναι η κίνηση και η υλικότητα”, κάθε αντιφατική απόφανση έστω και στην τυπικότητά της δεν διαψεύδεται.
                                                                                                                                                                Πατέλης: Στην έννοια "διαλεκτική" έχουν αποδοθεί πολλοί ορισμοί. Γύρω από τον καταστατικό ορισμό της, υπάρχει πολλή ασάφεια, ρητορική, ανακριβείς διατυπώσεις και αλληλοσυγκρουόμενοι ορισμοί.
                                                                                                                                                                          Εγώ λέω ότι: Οι αποφάνσεις των προσωκρατικών ορίζουν “τι είναι η διαλεκτική” και πως θα μπορούσε να οργανωθεί ως επιστημονική μέθοδος και σκέψη.
                                                                                                                                                                 Πατέλης: Πάντως η διαλεκτική, όποιον ορισμό κι αν δεχθούμε, δεν μπορεί να απομονωθεί απ’το συνολικό σώμα της μαρξιστικής θεωρίας. Κι όπως –τονίστηκε ήδη- η μαρξιστική θεωρία δεν είναι απλά κριτική.
                                                                                                                                                                      Εγώ λέω: Μολονότι η διαλεκτική υπήρξε στο απώτατο παρελθόν ολοκληρωμένη κι εργαλείο πολιτισμικού και κοινωνικού γίγνεσθαι, σήμερα δεν μπορεί να γίνει ορατή χωρίς τον μαρξισμό. Επειδή κυρίως αφορά στη διαλεκτική της φύσης, έτσι εξ αντανακλάσεως είναι και διαλεκτική του κοινωνικού γίγνεσθαι. Κι επειδή το κοινωνικό γίγνεσθαι σήμερα συνδέεται άμεσα με την μαρξιστική σκέψη και μάλιστα χαρακτηρίζεται απ’τον μαρξισμό ως “Διαλεκτικός Υλισμός”, είναι φανερό ότι ο μαρξισμός και η διαλεκτική είναι αδιαχώριστα και συνώνυμα. Επίσης γνωρίζουμε ότι κάθε διαλεκτική η οποία απορρίπτει τον υλισμό, δεν είναι αληθινή διαλεκτική. Αυτό το βλέπουμε και στο έργο του Χέγκελ, όπου η διαλεκτική αποκρούεται συνεχώς απ’τους προσδιορισμούς που την προικίζει, οδηγώντας της στην θεολογία, στη μεταφυσική, και στον συμβιβασμό με τον ορθολογισμό.
                                                                                                                                                                  Πατέλης: Ο μαρξισμός δημιούργησε νέες επιστήμες και νέους επιστημονικούς κλάδους. Η Πολιτική Οικονομία, π.χ., δεν θα μπορούσε, κατά το Μαρξ, να μετατραπεί σ’επιστήμη, χωρίς "να απαλλαγεί απ’το ταξικό δέρμα της". Ο Μαρξ δημιούργησε μια νέα "επιστημονική ήπειρο": την Πολιτική Οικονομία. Ο μαρξισμός περιλαμβάνει επίσης μια νέα επιστήμη: την επιστήμη της ιστορίας (τον ιστορικό υλισμό).  Περιλαμβάνει μια νέα θεωρία για το Κράτος, μια θεωρία των ιδεολογιών, μια νέα αντίληψη για την Τέχνη, την Επιστήμη κ.λπ. Πρόβλεψε την ιστορική πορεία του καπιταλισμού, την δυνατότητα των σοσιαλιστικών και των αντιαποικιακών επαναστάσεων, κ.λπ. Η διαλεκτική ως μέθοδος, ως λογική, ως θεωρία της γνώσης κι ως θεωρία του Είναι, ενυπάρχει, λειτουργεί και χαρακτηρίζει ολόκληρο το σώμα της μαρξιστικής θεωρίας. Αλλά αυτό δεν είναι λόγος να ταυτίζουμε τις τέσσερις διαστάσεις της διαλεκτικής.
                                                                                                                                                                         Εγώ λέω: Μπορεί ο μαρξισμός να συνέλαβε μιαν άλλη οπτική όλων όσων αναφέρει ο κ. Πατέλης, αλλά είναι αμφίβολο αν τις δημιούργησε. Απ’ότι γνωρίζω την επιστήμη της ιστορίας ως συνειδητή, και σε σχέση με το κοινωνικό γίγνεσθαι, δημιούργησε ο Θουκυδίδης. Επίσης η θεωρία για το κράτος και η θεωρία των ιδεολογιών, δεν είναι καμιά νέα αντίληψη που γεννήθηκε απ’τον μαρξισμό. Ακόμα ούτε για την τέχνη και την επιστήμη δημιούργησε μ’εμφατικό τρόπο κάποια νέα οπτική, η οποία να τα ορίζεται έτσι. Όσο για τη διαλεκτική, ως μέθοδο, θεωρία της γνώσης και του Είναι, δεν αναφαίνεται στο έργο του, Μαρξ, για να διαμορφωθεί κάποια προοπτική διαλόγου επ’αυτού, αναφαίνεται όμως στο έργο των προσωκρατικών και ίσως στο διάλογο “Παρμενίδης” του Πλάτωνα. Το έργο του Μαρξ τολμώ να πω πως μολονότι άκρως επιστημονικό, δεν είναι εμφατικά διαλεκτικό, αλλά ορθολογικό-αριστοτελικό. Αυτό βέβαια δεν το υποβιβάζει. Όλα τα μαρξιστικά κείμενα, μολονότι μιλούν συνεχώς για διαλεκτική, είναι κυρίως δομημένα με ορθολογική αριστοτελική σκέψη. Μάλιστα οι μαρξιστές έχουν επενδύσει τόσο πολύ στον Αριστοτέλη, που κατά τη ροή του λόγου τους, συχνά τον αναφέρουν ως διαλεκτικό διανοητή, μολονότι είναι ο ιδρυτής του ορθολογισμού και της τυπικότητάς του.
      Επίσης, η έννοια “διαλεκτική” στα μαρξιστικά κείμενα, παίρνει συχνά μορφή νάιλον κάλτσας, που τραβώντας την χωράει σχεδόν όλη την ανθρώπινη νόηση. Συγχρόνως όμως αμφιβάλει για το ότι η ύλη υπάρχει ως τέτοια κι αν η ίδια η διαλεκτική είναι επιστήμη, μολονότι είναι ο μόνος τρόπος με τον οποίον ο κόσμος γίνεται αντιληπτός και περιγράφεται εν τω γίγνεσθαι, δηλαδή όπως ακριβώς είναι. Εγώ πιστεύω ότι όχι μόνον η Διαλεκτική Λογική είναι επιστήμη, αλλά είναι η επιστήμη των επιστημών, αφού μόνο μέσα απ’τη μέθοδο και τους μηχανισμούς της οργανώνεται ολοκληρωμένα η διαλεκτική επιστήμη και αναδύεται η ύλη ως τέτοια στην αντιφατικότητά της.
                                                                                                                                                                  Πατέλης: Η διαλεκτική λογική είναι η λογική της κίνησης, των ποιοτικών μετασχηματισμών. Στη λογική της ταυτότητας: "είναι ή δεν είναι", αντιπαραθέτει τη λογική του γίγνεσθαι: "είναι και δεν είναι".
                                                                                                                                                                 Επ’αυτού λέει ο Ηράκλειτος: ―διαφερόμενον ἑαυτῷ ὁμολογέει. ―κόσμον τόνδε τὸν αὐτόν ἁπάντων οὔτε τις θεῶν οὔτε ανθρώπων ἐποίησεν ἀλλ’ἦν καὶ ἔστιν καὶ ἔσται πῦρ ἀείζωον, ἁπτόμενον μέτρα καί αποσβεννύμενον μέτρα. ―πυρός άνταμοιβή τὰ πάντα καὶ πῦρ ἀπάντων ὅκωσπερ χρυσοῦ χρήματα καὶ χρημάτων χρυσός. ―ποταμῷ γὰρ οὐκ ἔστιν ἐμβῆναι δὶς τῷ αὐτῷ, οὐδὲ τῆς αὐτῆς οὐσίας  δὶς ἅψασθαι κατ᾽ ἔξιν, ἀλλ᾽οξίτητι καὶ τάχει μεταβολῆς, σκίδνησι καὶ πάλιν συνάγει καὶ πρόσεισι καὶ ἄπεισι, (οὐδέ πάλιν οὐδ ᾽ὕστερον, ἀλλ᾽ἄμα συνίσταται καὶ απολείπει).
[―Αυτό που διαφέρει συμφωνεί με τον εαυτό του. ―Αυτόν τον κόσμο που είναι ίδιος για όλους, δεν τον έφτιαξε ούτε θεός ούτε ανθρωπος, ήταν είναι και θα είναι αείζωο πυρ που αναβο-σβήνει με Μέτρο. ―Όλα μετατρέπονται σε Πυρ (ενέργεια), κι αυτό σε όλα. Όπως ο χρυσός σ’εμπορεύματα και τα εμπορεύματα σε χρυσό. ―Στον ίδιο ποταμό δεν ξαναμπαίνουμε ούτε την ίδια ουσία ξαναγγίζουμε. Γιατί όλ’αλλάζουν βίαια και γρήγορα, διαστέλονται-συμπτυσσόμενα, καταλύονται-συντιθέμενα, Είναι-ΜηΌντας.]
       Όταν μιλάμε για διαλεκτική πρέπει πρώτα να φέρνουμε στο νου μας αυτές τις αποφάνσεις του Ηράκλειτου. Ίσως τότε να εκφραζόμαστε κι με την ανάλογη αισθητική που αρμόζει στις διαλεκτικές αποφάνσεις.
                                                                                                                                                                         Ο κ. Πατέλης συνεχίζοντας για τη διαλεκτική, ισχυρίζεται ότι: Αναλύει το πλέγμα των αντιθέσεων, τις ποιοτικές μετατροπές ως αποτέλεσμα της συσσώρευσης ποσοτικών αλλαγών. Αντιμετωπίζει την κάθε θέση σε σχέση με την αντίθεση της. Η άρνηση της άρνησης οδηγεί στην άρση της αντίθεσης, σε μια νέα θέση, κ.ο.κ. Αλλά η διαλεκτική λογική δεν είναι το κενό κέλυφος, το οποίο όπως η τυπική λογική, ενδιαφέρεται μόνο για την τυπική ορθότητα των συλλογισμών. Ακριβώς γι'αυτό δεν είναι δυνατόν να απομονωθεί από τη διαλεκτική-υλιστική θεωρία της γνώσης του μαρξισμού, η οποία, με τη σειρά της, περιέχει τη διαλεκτική λογική.
                                                                                                                                                                        Εγώ λέω: Η ανάλυση των αντιθέσεων κι οι ποιοτικές μετατροπές ως αποτέλεσμα ποσοτικών αλλαγών, είναι κάτι που αποδέχεται και ο ορθολογισμός. Μάλιστα η τυπική λογική την οποία απαξιώνει ο κ. Πατέλης, είναι το βασικό εργαλείο έρευνας που έχουμε απ’την εποχή του Αριστοτέλη, ακόμα κι ο ηλεκτρονικός υπολογιστής δεν λειτουργεί χωρίς ορθολογική τυπικότητα. Επίσης μολονότι αυτό κρύβεται από τους μαρξιστές διανοητές, η ορθολογική Ταυτότητα δεν μπορεί να νοηθεί χωρίς τ’αντίθετό της (αλλά όμως ξέχωρα κι αντιθετικά), ενώ η αντιφατική ταυτότητα τα αποδέχεται ως υπάρχοντα σε συνεχή αντιφατική ενότητα.
       Επίσης η Άρνηση της Άρνησης, είναι ο τρόπος με τον οποίον ο Χέγκελ λάθρα μετασχηματίζει την αντιφατικότητα του Είναι, η οποία είναι διαλεκτική, σε αντιθετικότητα που είναι ορθολογική. Δηλαδή την αρνητική-καταφατικότητα μετατρέπει σε αρνητική-αρνητικότητα κι από κει σε Θέση-Αντίθεση-Σύνθεση, αναδεικνύοντας λάθρα το γίγνεσθαι ως φαινομενικό.
                                                                                                                                                                 Πατέλης: Ο Μαρξ ανέλυσε τη διπλή κίνηση της νόησης: απ’το ατομικό και συγκεκριμένο προς στο αφηρημένο κι επιστροφή στο συγκεκριμένο, το οποίο η νόηση ιδιοποιείται ως νοημένο συγκεκριμένο (Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας). Η μαρξιστική γνωσιοθεωρία περιέχει μια θεωρία της αλήθειας: η αλήθεια θεωρείται ως "αντιστοιχία" μεταξύ πραγματικότητας και νόησης, όχι όμως με την έννοια του στατικού αστικού ορθολογισμού, αλλά ως γίγνεσθαι, ως διαλεκτική σχέση, καθορισμένη ιστορικά ανάμεσα στη σχετική και στην απόλυτη αλήθεια.
                                                                                                                                                                       Εγώ λέω: Η κίνηση της νόησης όπως αποδίδεται απ’τον κ. Πατέλη στο Μαρξ, είναι η διαδικασία των ορθολογικών συγκριτικών διαδικασιών προς την σύνθεση και αντίθετα προς την ανάλυση. Ασυνείδητα έτσι λειτουργούσε πάντα ο ορθολογισμός αλλά ορίστηκε συνειδητά απ’τον Παρμενίδη, κατά την “διαμάχη” του ενάντια στην αποδοχή απ’τον Ηράκλειτο της αντιφατικότητας των συγκριτικών διαδικασιών. Όσο για την αντιστοιχία πραγματικότητας και νόησης, είναι αυτό το οποίο έθεσαν ως αρχή της όποιας λογικής οι Αρχ. Έλληνες
                                                                                                                                                                           Και ο κ. Πατέλης συνεχίζει: Ταυτόχρονα περιλαμβάνει μια θεωρία της πλαστής συνείδησης και γενικότερα της ιδεολογίας. Αναζητεί τις ρίζες της πλαστής συνείδησης στην "αδιαφάνεια" του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής, η οποία προκύπτει απ’τον φετιχισμό του εμπορεύματος (Κατά την αστική Πολιτική Οικονομία, μια σχέση μεταξύ ανθρώπων νοείται ως σχέση ανάμεσα σε πράγματα).          Ο φετιχισμός του εμπορεύματος, η πραγματοποίηση των ανθρώπινων σχέσεων, η όλη αδιαφάνεια της αστικής κοινωνίας εκφράζονται με απατηλές, ιδεολογικές μορφές, όπως η ελευθερία, τα ανθρώπινα δικαιώματα, η πρόοδος, το κράτος δικαίου κ.λπ., μορφές που χαρακτηρίζουν την αστική κοσμοαντίληψη. Η μαρξιστική γνωσιοθεωρία περιλαμβάνει ως συστατικό στοιχείο της, μια θεωρία των επιστημών, όπου συλλαμβάνονται διαλεκτικά, η αλληλεπίδραση των ενδογενών παραγόντων και των εξωτερικών, κοινωνικών καθορισμών του γίγνεσθαι των επιστημών. Η κατηγορία της "εμβάθυνσης" είναι βασική κατηγορία της μαρξιστικής επιστημολογίας. Τέλος, η διαλεκτική θεωρία του Είναι, θεμελιώνεται σε μια σειρά θέσεων, οι οποίες δεν τίθενται αυθαίρετα, αλλά εξάγονται ως γενίκευση και υπέρβαση του επιστημονικού κεκτημένου.
                                                                                                                                                                     Εγώ λέω:  Όταν οι επαναστάτες πίθηκοι κατέβηκαν από τα κλαδιά και παραπατούσαν περπατώντας όρθιοι, δεν κατηγόρησαν τους αποκατεστημένους για βαρβαρότητα ή για υποκρισία στις σχέσεις τους πάνω στα δέντρα.  Αντίθετα κράτησαν κάποιες συνήθειες κοινωνικών σχέσεων, παρόλο που αυτές έδειχναν ότι φθίνουν κι ότι θα έπρεπε να αλλάξουν με την αλλαγή των νέων συνθηκών ζωής. Η ελευθερία από ιδεατή έγινε αληθινή, αντιφατική, δηλαδή με σύνδρομο μία απεριόριστη σειρά απαγορεύσεων, τ’ ανθρώπινα δικαιώματα έγιναν σύνδρομο μιας σειράς υποχρεώσεων, αλλά κι όλες οι κοινωνικές λειτουργίες απέκτησαν το αντιφατικό τους σκέλος, ώστε με το ανάλογο Μέτρο να μπορούν να βαδίσουν μπροστά.  Επίσης εγώ πιστεύω, αντίθετα απ’τον κ. Πατέλη ότι η Διαλεκτική Σκέψη δεν θεμελιώθηκε ως γενίκευση και υπέρβαση του επιστημονικού κεκτημένου, αλλά σε συνεχή και ισότιμο διάλογο μαζί του, αφού η Διαλεκτική Λογική οδηγεί την επιστήμη από αρχαιοτάτων χρόνων κι όχι η επιστήμη την διαλεκτική.
     Εδώ πρέπει να δείξω τον τρόπο που εννοώ την προόδου της σχέσης εμπειρίας και νόησης ώστε να μην αιωρείται νέφος αοριστίας στην σχέση διαλεκτικής κι επιστήμης.      
     Μολονότι η επιστήμη σε θέματα που αφορούν τη δομή του εγκεφάλου βρίσκεται ακόμα στην έρευνα, μπορεί να δείξει ότι η φιλοσοφική προσέγγιση στην λειτουργία της νόησης, που δέχονται κι επιχειρούν οι Καντ και Χέγκελ, είναι πρωτόγονη. Αν θέλαμε να δώσουμε μιαν απάντηση στο ερώτημα «πως η νόηση είναι δυνατή» (κι από κει την προτεραιότητα της εμπειρίας ή της γνωστικής δυνατότητας) με τα σημερινά δεδομένα, θα ταίριαζε το εξής: ―Ο άνθρωπος ως αποτέλεσμα της παγκόσμιας εξέλιξης κι όχι θεϊκής δημιουργίας, είναι αυτός ο ίδιος μια κωδική καταγραφή όλης αυτής της πορείας. Η μορφή κι η δομή του είναι μια ιδιάζουσα λογικο-γλωσσική σύνταξη που περιγράφει “ιστορικά” όλο αυτό το εμπειρικό γίγνεσθαι. Είναι αποδεκτό σήμερα, ότι αυτό το κωδικά γεγραμμένο εμπειρικό γίγνεσθαι, υπάρχει μέσα μας ως μικροδομική κληρονομική καταγραφή, που είναι DNA. Αυτό είναι ο κληρονομικός γνωστικός μηχανισμός του ανθρώπου, ως αποτέλεσμα εμπειρικής κληρονομικής κωδικής συσσώρευσης.         Ο εγκέφαλος μέσω του DNA, είναι η ιδιόμορφη καταγραφή όλης της πορείας κάθε όντος μέσ’το παγκόσμιο γίγνεσθαι.
        Εισερχόμενη μια νέα εμπειρία στον κληρονομικό εμπειρικό κωδικό γνωστικό μηχανισμό, δεν είναι ολόιδια δομικά γεγραμμένη μέσα του. Έτσι μπαίνοντας, παραβάλλεται μ’αυτόν, τον αφυπνίζει, αποκωδικοποιώντας τις αρχαίες κωδικές δομές και τον επανακωδικοποιεί λίγο διαφορετικά ως νέο. Η σύνθεση των αποκωδικοποιημένων και νέων κωδικών καταγραφών ανταποκρίνεται στη Λογική και τη Συνείδηση, ενώ το μέρος της δομής του εγκεφάλου που συνεχίζει να μένει στην αρχαία κατάσταση ανεξερεύνητο και κωδικό, ανταποκρίνεται στο Αίσθημα την Ενόραση και την Αισθητική. Το αποκωδικοποιημένο μέρος του εγκεφάλου και το απύθμενο που είναι ακόμα κωδικό, δεν είναι απόλυτα ξέχωρα μεταξύ τους, αλλά βρίσκονται σε συνεχή διάλογο. Έτσι η συνείδηση συνεχώς αντλεί απ’το απύθμενο μέρος του εγκεφάλου, που είναι, η Αισθητική. Δεν είναι ποτέ δυνατή καμιά επιστήμη χωρίς Ενόραση και ποτέ δεν είναι αρκετή η εμπειρία με μόνο οδηγό την Λογική διαδικασία. Κάθε επιλογή που ακολουθείται απ’τον παράγοντα του αγνώστου ή του νέου προϋποθέτει μικρό ή μεγάλο «άλμα πίστης» για να υπερπηδάμε το κενό γνώσης· κι επειδή κάθε βήμα στο Νέο προϋποθέτει κι ένα εμπειρικό κενό, αυτό προσωρινά αναπληρώνεται απ’την Αισθητική, ως “εκ των προτέρων γνωστική δυνατότητα”. Ο ερευνητής πατά στον απύθμενο κωδικά γεγραμμένο κληρονομικό εμπειρικό γνωστικό μηχανισμό, δηλαδή στην ασυνείδητη “εκ των προτέρων” κληρονομική εμπειρική γνωστική του δυνατότητα ή την ενδοϋπαρξιακή του αίσθηση, ως Εγώ, την Ενόραση και την Αισθητική του, διακινδυνεύοντας αποφάνσεις.  Αυτές μπαίνουν στη διαδικασία επαλήθευσης, που ανάλογα είναι η εφαρμογή, το πείραμα ή η καθημερινότητα, δημιουργώντας τη βάση όπου μπορεί να πατά στέρεα η επιλογή κι η έρευνα. Αυτό το νοητικο-πρακτικό γίγνεσθαι, συνιστά μιαν αδιάρρηκτη ενότητα, την λεγόμενη στάση ζωής του ανθρώπου. Ο άνθρωπος λοιπόν μπορεί να γνωρίζει κι η εμπειρία του να είναι αληθινή, έγκυρη κι όχι φαινομενική, επειδή όλη η πορεία του κόσμου είναι κωδικά γεγραμμένη μέσα του. Είναι αυτή που τον συνιστά ως ον και συγχρόνως, ως καταγραφή είναι το σύστημα λογικών αντιστοιχιών με τις οποίες προσλαμβάνει και γονιμοποιεί λογικά την εμπειρία. Η συνειδητότητα του κόσμου απ’τον άνθρωπο, είναι πορεία συνεχούς ποιοτικής ανάπτυξης της σχέσης εμπειρίας και γνωστικού μηχανισμού. Όσο βελτιώνεται ο γνωστικός μηχανισμός απ’ την εμπειρία, τόσο καλύτερα προσλαμβάνει κι αξιοποιεί την εμπειρία, όσο καλύτερα προσλαμβάνεται και αξιοποιείται η εμπειρία, τόσο βελτιώνεται ο γνωστικός μηχανισμός.
                                                                                                                                                                  Πατέλης: Η μαρξιστική θεωρία του Είναι (η οντολογία) δέχεται τη θέση για την αντικειμενικότητα της φύσης (επιστημονικός ρεαλισμός) και ταυτόχρονα για την αυθυπαρξία της (υλισμός). Επεκτείνει την έννοια του Είναι απ’το φυσικό στο κοινωνικό. Αναδεικνύει τον καθοριστικό ρόλο της αλληλεπίδρασης  και του αμοιβαίου καθορισμού των πραγμάτων και των κοινωνικών μορφών. Εξηγεί την κίνηση ως προϊόν αλληλεπίδρασης και της αντίθεσης και γενικεύει αυτή την κατηγορία ταυτίζοντας την με την έννοια του γίγνεσθαι. Με βάση την κατηγορία της κίνησης δέχεται την απειρότητα του Σύμπαντος στον χώρο και τον χρόνο, τη συγκρότηση των υλικών μορφών σε ιεραρχία επιπέδων, την ανοδική κίνηση (πραγμάτωση ανώτερων μορφών) αλλά και την αποσύνθεση, την καταστροφή μορφών.
                                                                                                                                                                         Εγώ θυμάμαι: Γύρω στο 1968 που άρχισα να ενδιαφέρομαι για τη σχέση επιστήμης κι ιδεολογίας, ο φίλος μαρξιστής Χρήστος Ρουμελιωτάκης απ’τη Νέα Ιωνία, μου συνέστησε να συναντήσω τον φίλο του Λεβόν Μικερδιζιάν που κατοικούσε στα Πετράλωνα. Στις συζητήσεις περί μαρξισμού κι επιστήμης που είχαμε, μου ανέδειξε το πρόβλημα της αντικειμενικότητας στη σύγχρονη επιστήμη. Όταν ο Λένιν μιλούσε εμφατικά για την αντικειμενικότητα της γνώσης, αλλά και τον τρόπου πρόσληψης των εμπειρικών δεδομένων, ήταν φυσικό να μη γνώριζε ότι η επιστημονικότητα στην οποία στήριζε την εμμονή του, αμφισβητούσε βίαια την αντικειμενικότητα, τον ντετερμινισμό και την τυπική ορθολογικότητα. Ο Λεβόν από τότε μου είχε επισημάνει ότι όλα όσα είχαμε αποδεχτεί και στηρίζαμε επάνω τους τη βεβαιότητά μας για τη σχέση επιστήμης και ιδεολογίας, ήταν υπό αμφισβήτηση απ’την ίδια την επιστήμη στην οποία στηρίζαμε τη βεβαιότητά μας.  Βέβαια μολονότι αυτό το θέμα δεν έχει διαλευκανθεί πλήρως, η επίσημη επιστήμη, όχι αναίτια, συνεχίζει ν’αμφιβάλλει βίαια για την ορθολογική αντικειμενικότητα.  Βλέπω όμως τον κ. Πατέλη να μην αμφιβάλλει, γι’αυτό, επειδή το ισχυρίζεται ο Λένιν. Ο Λένιν μπορεί να ήταν ένας μεγάλος επαναστάτης, γνώστης του επιστημολογικού γίγνεσθαι της εποχής του και άξιος θαυμασμού, αλλά δεν ήταν διακεκριμένος επιστήμονας. Οι απόψεις κι η προσέγγισή του στο επιστημονικό γίγνεσθαι ήταν ελλιπείς κι ίσως καμιά φορά αντιδιαλεκτικές. (Μπορεί ο Αϊνστάιν να ήταν μεγάλος επιστήμων, αλλά δυστυχώς ήταν μέτριος φιλόσοφος και κακός βιολονίστας).
                                                                                                                                                                Πατέλης: Σ'αυτό το πλαίσιο διερευνά υλιστικά τη διαλεκτική  δυνατότητας  και  πραγματικότητας  στο  γίγνεσθαι των μορφών, η προϊστορία της οποίας ανάγεται κυρίως στον Χέγκελ και τον Αριστοτέλη.
                                                                                                                                                                         Εγώ λέω: Η διαλεκτική σχέση δυνατότητας και πραγματικότητας είναι εκπεφρασμένη πολύ πιο άρτια στους προσωκρατικούς, ενώ ο Χέγκελ βρίσκεται σε σύγχυση. Μια σύγχυση που δημιουργείται απ’το τυφλό ιδεαλιστικο-θρησκευτικό σύνδρομο, η οποία τον απέτρεψε να ορίσει επακριβώς τι είναι η πραγματικότητα αλλά και τι η δυνατότητα.
      Ο παραλληλισμός του Αριστοτέλη με τον Χέγκελ είναι ατυχής, αφού ο Αριστοτέλης είναι ο εκπρόσωπος του συνεπούς ορθολογισμού και γεννήτωρ της τυπικής λογικής, ενώ ο Χέγκελ της ασυνεπούς ιδεαλιστικής διαλεκτικής. Δεν είναι όμως λίγοι μαρξιστές διανοούμενοι που τοποθετούν τον Αριστοτέλη ανάμεσα στους διαλεκτικούς διανοητές, δείχνοντας την άγνοιά τους περί της διαλεκτικής.
                                                                                                                                                                 Πατέλης: Ως συνεπής υλιστική-διαλεκτική θεωρία του Είναι, ερμηνεύει το θρησκευτικό φαινόμενο και τον ιδεαλισμό με βάση τις κοινωνικές συνθήκες, τα δεδομένα των φυσικών επιστημών και της ψυχολογίας. Κατά τον Γκράμσι, «αυτό που οι ιδεαλιστές αποκαλούν "πνεύμα" δεν είναι σημείο αφετηρίας αλλά κατάληξης. Είναι σύνολο υπερδομών που τείνουν στη συγκεκριμένη κι αντικειμενική καθολική ενοποίηση».  
                                                                                                                                                                          Εγώ λέω: Το θρησκευτικό φαινόμενο, η μεταφυσική και η ψυχολογία, αφού δεν υπάρχει ψυχή, έχει τόσο κρυώσει πια, που όσα καρυκεύματα κι αν του βάλει κάποιος δεν μπορεί να μπει στο τραπέζι της νόησης.
                                                                                                                                                                   Πατέλης: Η διαλεκτική, με τη μαρξιστική έννοια, δεν είναι εύκολο να οριοθετηθεί αυστηρά. Αλλά αντί να ισοπεδώνουμε τις διαστάσεις της ταυτίζοντάς τες μεταξύ τους, πρέπει να τις αναδείξουμε, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα την ενδογενή τους συσχέτιση: το πως η μέθοδος, η λογική, η θεωρία της γνώσης κι η θεωρία του Είναι συνιστούν οργανικό όλον, το οποίο διαχωρίζουμε στην προσπάθεια της λεξικο-γραφικής ταξινόμησης.
                                                                                                                                                                          Εγώ λέω: Δεν υπάρχει διαλεκτική χωρίς υλισμό, ούτε υλισμός χωρίς διαλεκτική. Δεν υπάρχει μαρξισμός και διαλεκτική αντίληψη για το Είναι και τη γνώση, χωρίς διαλεκτική μέθοδο. Όλα αυτά συνιστούν μιαν αντιφατική ενότητα στο παγκόσμιο γίγνεσθαι.  
―Προσοχή η διαλεκτική στηρίζει τα πάντα στην αντιφατικότητα του Είναι, όμως σε όλο αυτό δοκίμιο ο εξαίρετος διανοητής της αριστεράς κ. Πατέλης αποφεύγει επιμελώς την λέξη Αντίφαση.  Εγώ τον παρακαλώ να δει με μια διαφορετική ματιά τις περί διαλεκτικής αντιλήψεις του κι είμαι σίγουρος ότι θ’ανακαλύψει κάποιες εκτροπές της διαλεκτικής του.  Τον παρακαλώ γιατί είναι ένας νέος διανοητής απ’τον οποίον εμείς οι παλαιότεροι περιμένουμε πολλά.

Επίσης του προτείνω να δει με σεβασμό κι επιμέλεια, πως οι προσωκρατικοί Αναξίμανδρος, Ηράκλειτος και Ζήνων αναπτύσσουν αυτό το θέμα. χωρίς να παραλείψει το Ταό του Λάο-Τσε.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ο ΙΛΙΕΝΚΟΦ ΚΑΙ Η ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΛΟΓΙΚΗ

ΣΩΚΡΑΤΗ ΔΕΛΗΒΟΓΙΑΤΖΗ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗΣ