Ο ΙΛΙΕΝΚΟΦ ΚΑΙ Η ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΛΟΓΙΚΗ
ΙΛΙΕΝΚΟΦ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΛΟΓΙΚΗ ΔΟΚΙΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΘΕΩΡΙΑΣ
Μετάφραση Μ. Αναστασιάδη Πρόλογος Ε. Μπιτσάκη
ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗΣ
ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΡΩΣΙΚΗΣ ΕΚΔΟΣΗΣ
Μπιτσάκης: Ένα
απ'τα καθήκοντα των σοβιετικών φιλοσόφων, παραμένει, όπως πρώτα, η
υπόδειξη του Β.Ι. Λένιν για την επεξεργασία μιας συστηματικά
αναπτυγμένης έκθεσης της διαλεκτικής σαν λογικής και θεωρίας της γνώσης
του σύγχρονου υλισμού. Το νέο βιβλίο του Ε. Β. Ιλιένκωφ, διδάκτορα
φιλοσοφικών επιστημών, στο οποίο εκτίθενται τ’ αποτελέσματα πολυετών ερευνών
του συγγραφέα στον τομέα της διαμόρφωσης της διαλεκτικής λογικής και
εξετάζονται ουσιαστικές πλευρές της μαρξιστικής-λενινιστικής θεωρίας της
διαλεκτικής, αποτελεί συνεισφορά στη λύση αυτού του προβλήματος. Όπως
κι άλλες εργασίες του συγγραφέα, το βιβλίο διακρίνεται για την
περιεκτική ανάλυση και προσιτή έκθεση των πιο συνθέτων προβλημάτων της
φιλοσοφίας. Το βιβλίο προορίζεται για ένα ευρύ αναγνωστικό κοινό, που
ενδιαφέρεται για φιλοσοφικά προβλήματα.
Παρατήρηση: Από την αναφορά του Ευ. Μπιτσάκη στο έργο του Ιλιένκωφ, ο ρωσικός πρόλογος αυτής της έκδοσης αναδεικνύει ένα πρόβλημα, στο
οποίο ο ίδιος ο Λένιν υποδεικνύει στους σοβιετικούς φιλοσόφους να
επιδιώξουν τη λύση του. Δηλαδή να επεξεργαστούν μια σύγχρονη Διαλεκτική
Λογική θεωρίας και γνώσης, κάτι που σημαίνει ότι ο ίδιος ο Λένιν
αμφιβάλλει αν υπήρχε κάποια ικανοποιητική τέτοια στην εποχή του. Κι έρχεται ο
πρόλογος του έργου που αναδεικνύει το πρόβλημα: Τι σημαίνει ο όρος Διαλεκτική. Ποιος είναι ο
καταστατικός ορισμός της διαλεκτικής και ποια η νομιμότητά της; Ποιες
είναι οι Αρχές και οι νόμοι της; Ποιες είναι οι σχέσεις της με την
παραδοσιακή τυπική λογική; Μολονότι όμως στον πρόλογο του Ιλιένκωφ τίθενται αυτά τα ερωτήματα, σύμφωνα με τον αγαπητό κ.
Μπιτσάκη, το πρόβλημα έχει λυθεί. Και ο κ. Μπιτσάκης συνεχίζει: Έχει περάσει πάνω από
ένας αιώνας από τότε που οι Μάρξ κι Ένγκελς, «αντιστρέφοντας» την
ιδεαλιστική λογική του Χέγκελ, διαμόρφωσαν την Υλιστική Διαλεκτική. (Επισημαίνω: Κάτι για το οποίο ο Λένιν αμφιβάλλει, αφού αναζητεί και κάτι άλλο). Και ο κ. Μπιτσάκης υπενθυμίζει:
Για τον Χέγκελ, έγραφε ο Μαρξ στο Κεφάλαιο, "η κίνηση της νόησης την
οποία προσωποποιεί με το όνομα της ιδέας, είναι δημιουργός της
πραγματικότητας, η οποία δεν είναι παρά η φαινομενική μορφή της ιδέας".
Για τον Μαρξ, αντίθετα, η κίνηση της νόησης είναι η αντανάκλαση
της πραγματικής κίνησης, μεταφερθήσα στον ανθρώπινο εγκέφαλο. Η Διαλεκτική του χέγκελ βάδιζε με το κεφάλι κάτω, ενώ οι θεμελιωτές του
μαρξισμού την έστησαν στα πόδια της ορίζοντάς της σαν «ουσιαστικά
κριτική κι επαναστατική», γιατί στη θετική αντίληψη της πραγματικότητας
περιλαμβάνει την μοιραία άρνηση, την αναγκαστική καταστροφή της.
(Επισημαίνω
εδώ μιαν ασάφεια η οποία γεννά ερωτήματα ήδη από τον πρόλογο. Άραγε οι
θεμελιωτές του μαρξισμού έστησαν στα πόδια της μια διαλεκτική
κριτική-επαναστατική, στην οποία η μοιραία Άρνηση περιλαμβάνει την
αναγκαστική καταστροφή της; Δηλαδή την καταστροφή ποιας; Μήπως της
διαλεκτικής; ή μήπως την καταστροφή της αντίφασης η οποία παρουσιάζει
την ύλη όπως ακριβώς είναι. Δηλαδή αντιφάσκοντας ως αρνητική-καταφατικότητα).
Και συνεχίζει:
Οι Μαρξ κι Ένγκελς επεξεργάστηκαν μια σύνολη αντίληψη της Διαλεκτικής
Λογικής και την αξιοποίησαν για την ανάλυση των κοινωνικών και ιστορικών
φαινομένων, καθώς και για τη φιλοσοφική ανάλυση των φυσικών επιστημών.
Ωστόσο κανείς από τους δύο δεν έγραψε μια πραγματεία Διαλεκτικής
Λογικής. Το ίδιο μπορεί να ειπωθεί και για τον Λένιν, παρόλον ότι στον
«Υλισμό κι Εμπειροκριτισμό» του, στα «Φιλοσοφικά του Τετράδια» και στα
υπόλοιπα έργα του, δεν αξιοποίησε απλώς, αλλά ανέπτυξε πάρα πέρα την
διαλεκτική λογική. Σήμερα μπορεί κάποιος να βρει πολλά εγχειρίδια και
ειδικές πραγματείες οι οποίες έχουν σαν αντικείμενο την διαλεκτική λογική.
Ωστόσο η απάντηση στα ερωτήματα που θέσαμε δεν είναι εύκολη, γιατί η
επεξεργασία της διαλεκτικής λογικής στα 100 χρόνια που πέρασαν από τον
θάνατο του Μαρξ, δεν πραγματοποιήθηκε, έξω από την ανάπτυξη, αλλά τις
περιπέτειες και τις στρεβλώσεις του επαναστατικού κινήματος του αιώνα
μας. Έτσι υπήρξε περίοδος που η επαναστατική διαλεκτική είχε
υποβαθμιστεί σε εργαλείο οικονομισμού και ρεφορμισμού.
Παρατήρηση:
Μέχρι εδώ, στο έργο αυτό ο αναγνώστης «Διαλεκτική» ακούει και διαλεκτική δε βλέπει, ούτε στη χρήση του κειμένου αυτού, αλλά ούτε αυτό το κείμενο
υποδεικνύει κάποιου είδους χρήση της από τους κλασικούς. Κι ενώ μας
υπενθυμίζει κατ’εξακολούθηση, ότι κανείς απ’αυτούς δεν έγραψε μια
Διαλεκτική Λογική, αλλά ότι «έστησαν την λογική του Χέγκελ στα
πόδια της», συγχρόνως μας λέει ότι όλοι οι κλασικοί του μαρξισμού, επεξεργάστηκαν κάποια αόριστη διαλεκτική στα έργα τους. Επίσης η παρατήρηση "περί της αντιστροφής της διαλεκτικής του Χέγκελ από ιδεαλιστική σε υλιστική", ακούγεται συνεχώς, όμως δεν έχει
οριστεί ποτέ ευκρινώς κι έτσι δημιουργούνται συνεχώς παρανοήσεις οι
οποίες δεν συμβάλλουν ούτε στη δημιουργία μιας διαλεκτικής-υλιστικής
λογικής, αλλά ούτε στην κατανόηση αν υπάρχει κάποια συγκροτημένη πρόταση
γι'αυτήν. Εγώ τολμώ να παρατηρήσω ότι κανένα μαρξιστικό κείμενο απ’όσα
διάβασα, δεν εμφορείται από μια σαφή διαλεκτική, η οποία να οδηγήσει
τους διανοητές στην χρήση της. Ακόμα η παρατήρηση ότι "η επαναστατική
διαλεκτική υποβαθμίστηκε σε εργαλείο ρεφορμισμού", δείχνει άγνοια
διαλεκτικής, αφού η διαλεκτική είναι ο τρόπος για την καταπολέμηση του
ρεφορμισμού. Η Απάντηση λοιπόν σ'αυτό το πρόβλημα, προϋποθέτει την γνώση της διαλεκτικής
και όχι το ορθολογικό τσαλαβούτημά της. Αυτό το τσαλαβούτημα, δέχεται την ύπαρξη μιας αόριστης διαλεκτικής, που αποκτά νόημα μέσα απ'τον ορθολογισμό, ο οποίος είναι πολέμιος της διαλεκτικής. Επισημαίνω: Ο Ορθολογισμός θεωρεί της αντιφατικότητα στοιχείο ψεύδους και προς αποφυγήν, ενώ η Διαλεκτική την θεωρεί γενέθλιο τόπο του γίγνεσθαι, της κίνησης και της αλλαγής.
Και συνεχίζει:
Με τον Λένιν η διαλεκτική ξαναβρήκε την αρχική της λάμψη κι
επαναστατικότητα, κι έγινε ακονισμένο όπλο του προλεταριάτου.
Στα επόμενα χρόνια η διαλεκτική χρησιμοποιήθηκε σαν όπλο απολογητικής
και στο όνομα της ορθοδοξίας την απέκοψαν απ'την τυπική λογική. Ο
απλοϊκός μαρξισμός έφτασε, σ’ακραίες περιπτώσεις, ν’απαρνηθεί την
νομιμότητα της τυπικής λογικής, διαλύοντας ταυτόχρονα, μέσα σε μια
ψευδοδιαλεκτική ρευτότητα, την ίδια την διαλεκτική λογική. Από την άλλη.
Η αστική φιλοσοφία κι επιστημολογία αρνήθηκαν την ίδια τη νομιμότητα
της διαλεκτικής λογικής, στο όνομα της τυπικής λογικής Αρχής της
Μη-Αντίφασης. Επισημαίνω ότι: Ισχυρίζεται ότι "ο Λένιν ξαναέδωσε στην διαλεκτική την αρχική της λάμψη κι επαναστατικότητα και την έκανε ακονισμένο όπλο του προλεταριάτου". Όμως στην αρχή του κειμένου του, ο ίδιος μας πληροφορεί ότι ο Λένιν αμφιβάλλει για την ύπαρξη μιας διαλεκτικής λογικής και συμβουλεύει τους σοβιετικούς φιλοσόφους της εποχής του να επικεντρωθούν στην επεξεργασία μιας διαλεκτικής λογικής και θεωρίας της γνώσης του διαλεκτικού υλισμού. Εδώ επίσης ο
αφηγητής μας περί την διαλεκτική του Ιλιένκωφ, δεν είναι
σαφής. Αφού κατ'αρχήν δεν μας λέει τι θα πει απλοϊκός μαρξισμός, κι
αν τέλος πάντων, αυτός που ανέλαβε να τον κρίνει, του επισυνάπτει ότι
δεν κρατά τις ανάλογες αποστάσεις απ'την αντιφατικότητα και δεν
αποδέχεται αναλόγως την ορθολογική τυπικότητα. Αλλά αν συνέβαινε αυτό, η διαλεκτική
δεν θα ήταν διαλεκτική, αλλά ορθολογισμός και δεν θα υπήρχε θέμα
συζήτησης, αλλά ούτε θα υπήρχε και ο διαλεκτικός υλισμός. Καθένας που θεωρεί ότι η
αντιφατικότητα της διαλεκτικής είναι στοιχείο ψεύδους, δεν του μένει
παρά η προσχώρηση στον ορθολογισμό, ο οποίος έχει ανά τους αιώνας
επιτελέσει άθλους. Όμως η επαναστατικότητα της μαρξιστικής σκέψης,
επέλεξε σαν λογικό εργαλείο την διαλεκτική, η οποία διαφέρει σαφώς από
τον ορθολογισμό. Υπενθυμίζω ότι: Ο Ορθολογισμός γεννήθηκε ως άρνηση
της ηρακλειτικής διαλεκτικής αντιφατικότητας απ'τον Παρμενίδη, ακριβώς γιατί ο
Παρμενίδης θεωρούσε την αντιφατικότητα αναληθή. (Πρέπει λοιπόν να
υπενθυμίσω τους δρόμους που πήρε αυτή η ιδεολογική πάλη για να μπούμε
επί τέλους στις ράγες της διαμάχης της Διαλεκτικής με το Ορθολογισμό κι
έτσι να δούμε που διαφέρουν, γιατί έως τώρα αερολογούμε χωρίς κάποιο
λογικό αντίκρισμα. Λέω λοιπόν ότι: Η Διαλεκτική υπήρξε από
αρχαιοτάτων χρόνων η Λογική του Γίγνεσθαι και της
καταλυτικής-συνθετότητας των όντων και των κόσμων, τα οποία γι'αυτό είναι Είναι-ΜηΌντας, Αυτά-Άλλα-Αλλού, όμοια αλλά όχι ταυτά, με τον εαυτό τους, αντιφάσκοντας. Ο Παρμενίδης λοιπόν έθεσε το ερώτημα αν το ΜηΕίναι
μπορεί να υπάρξει και φυσικά απάντησε ότι το ΜηΕίναι δεν μπορεί να
υπάρξει. Γι’αυτό η αντίφαση (που Είναι-ΜηΌντας), η οποία περιέχει εν μέρει το ΜηΕίναι, δεν
περιέχει όλη την αλήθεια, αλλά μέρος της. Όρισε λοιπόν το γίγνεσθαι της
καθημερινότητας φαινομενικό. Έτσι, για να βρει κάποιος την αταλάντευτη
καρδιά της ολοστρόγγυλης αλήθειας, πρέπει ν' αποβάλλει, απ'την σκέψη του, την αντιφατικότητα. Το πρόβλημα λοιπόν τι είναι η Διαλεκτική και ποια
είναι η διαφορά της από τον Ορθολογισμό έχει απαντηθεί πριν 2500 χρόνια,
απ’αυτούς οι οποίοι γέννησαν την Διαλεκτική και τον Ορθολογισμό. Κι
επειδή εμείς ανακαλύπτουμε ξανά τα κεκτημένα μας, μέσω των Ευρωπαίων σοφών
εταίρων μας, κληρονομούμε και την άγνοιά τους. Επίσης ο χαρακτηρισμός
κάποιας κατάστασης ως φαινομενικότητα, σχετίζεται με τον ιδεαλισμό και αποβιβάζεται απ'το αληθινό γίγνεσθαι και γι’αυτό πρέπει ν'αποφεύγεται απ'τη Διαλεκτική. Τονίζω ότι: Θα ήταν θαυμάσιο όσοι δεν γνωρίζουν τι είναι η Διαλεκτική να
μην αναλαμβάνουν την καθοδήγησή μας για να μην μπερδευόμαστε από τα
ιδεολογικά σκουπίδια που συσσωρεύουν.
Και συνεχίζει:
Ανεξάρτητα από τις διαμάχες των φιλοσόφων, η τυπική λογική αναπτύχθηκε
αλματικά στον αιώνα μας, σε οργανική σχέση με τα σύγχρονα μαθηματικά,
την θεωρία των πληροφοριών και τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Η τυπική
λογική δεν είναι στον αιώνα μας η λογική του Αριστοτέλη, η οποία
σ'εξάρτηση με τις επιστήμες διαμόρφωσε αυστηρούς φορμαλισμούς κι
ανέπτυξε νέους κλάδους σαν ισχυρό εργαλείο επιστημονικής διαχείρισης του
καπιταλισμού.
Επισημαίνω: Όλ'αυτά που υπενθυμίζει ο κ.
Μπιτσάκης αληθεύουν. Αλλά όμως τίποτα απ’αυτά δεν πάει πουθενά ορθολογικά χωρίς
τις αρχές της αριστοτελικής τυπικότητας, που είναι η βάση του
ηλεκτρονικού υπολογιστή, ο οποίος είναι η βάση της λειτουργίας κάθε
υπολογισμού στον σύγχρονο επιστημονικό και καπιταλιστικό κόσμο. Αυτό
όμως δεν αναγορεύει τον ορθολογισμό σε διαλεκτική! Και λοιπόν τι
πρέπει να κάνουμε; Μήπως πρέπει να ονομάσουμε τον όποιον δυναμικό
Ορθολογισμό "Διαλεκτική" κι από κει να λύσουμε το πρόβλημα της γνώσης
μας ορθολογικά ή να εμμείνουμε σε μια διαλεκτική καθαυτή; Τίθεται όμως το ερώτημα
κυρίως από τους θετικιστές: Γιατί πρέπει να αλλάξουμε ένα νοητικό
σύστημα που λειτουργεί θαυμάσια, με ένα άλλο το οποίο είναι αβέβαιο; Και
απαντώ: γιατί η ίδια η επιστήμη το ζητά, αφού η ορθολογική τυπική
αντικειμενικότητα και ο ντετερμινισμός, σύμφωνα τη σύγχρονη επιστήμη δεν
περιγράφουν τον κόσμο επαρκώς. Και συνεχίζει: Δυστυχώς
δεν μπορούμε να πούμε το ίδιο για τη Διαλεκτική λογική. Η οποία μέσα
από τις περιπέτειες του προοδευτικού κινήματος εμφανίζεται κουβαλώντας
ασάφειες, αντιφάσεις, ρητορεία, πλαδαρότητα κι ακαδημαϊσμό. Αλήθεια πως
μπορεί να γραφεί μια πραγματεία διαλεκτικής λογικής; Η απάντηση δεν
είναι εύκολη. Στην πράξη βλέπουμε άλλοτε να δεσπόζει η ασάφεια των
εννοιών κι ο βερμπαλισμός, κι άλλοτε η διαλεκτική να συστηματοποιείται
σοφά σε αρχές, νόμους, περιοχές κ.λπ. δηλαδή να μετατρέπεται σε βαρύ
δυσκίνητο ακαδημαϊκό κλάδο. Το παλιό και γνωστό βιβλίο του Ρόζενταλ
«Αρχές της Διαλεκτικής Λογικής», παρ’όλο τον πλούτο του υλικού του,
αποτελεί δείγμα δεύτερης απόκλισης. Το βιβλίο του Ιλιένκωφ, σημαδεύει
μια ριζική αλλαγή στον τρόπο διαπραγμάτευσης της διαλεκτικής λογικής.
Επισημαίνω ότι:
Η διαλεκτική είναι άλλη από τον ορθολογισμό κι έτσι δεν πρέπει να
κρίνεται με όρους ορθολογικούς. Αυτός είναι ο λόγος που πρέπει να
οργανωθεί μια νέα διαλεκτική λογική, η οποία να σταθεί στο γίγνεσθαι κι
έτσι να διαφέρει απ'τον ορθολογισμό. Μια ορθολογική Λογική έχει ήδη η
ανθρωπότητα. Έτσι πρέπει να την δεχτεί ως επαρκή ή αντίθετα ν'αναζητήσει
μια άλλη επαρκέστερη, αν αυτή δεν θεωρείται πια αρκετά επιστημονικά
επαρκής. Κι επειδή πράγματι δεν θεωρείται επαρκής, πρέπει ν’αναζητήσουμε μιαν άλλη καλύτερη, η οποία μάλιστα υπήρχε ως συνειδητή
πρακτική, πριν τον ορθολογισμό και την οποία μας έχουν προσφέρει από
το 500 π.χ. οι προσωκρατικοί. Είναι αυτή η λογική που γέννησε τον
ελληνικό πολιτισμό κι από κει τον παγκόσμιο.
Και συνεχίζει:
Η λογική του Μαρξ δεν εκτίθεται σαν σύνολο αξιωμάτων, αρχών και νόμων,
οριστικό και κλειστό και μεγαλοφυές γέννημα του δημιουργού του.
Τονίζω:
Μολονότι ο αφηγητής μας, παραδόξως, δεν δέχεται ότι η Λογική του Μαρξ διαθέτει αξιώματα, αρχές και νόμους, μας παρουσιάζει ως διακεκριμένη δουλειά του Ιλιένκωφ, την εργασία του η οποία σχετίζεται με την διαδικασία "ανόδου από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο", δείχνοντάς μας
ότι ο Μαρξ ακολουθεί άλλες λογικές αρχές και μάλιστα ορθολογικές. Επίσης ο ισχυρισμός του, ότι η λογική του Μαρξ δεν εκτίθεται σαν σύνολο αξιωμάτων,
αρχών και νόμων και σύστημα μεθόδου ανάλυσης και σύνθεσης, της αφαιρεί το δικαίωμα να είναι Λογική. Χωρίς αυτούς τους όρους, ο καθείς
μπορεί να τσαλαβουτά εδώ κι εκεί και να καμώνεται τον λογικό, χωρίς να
είναι. Ή ακόμα να πηδά κατά βούληση απ'το ένα λογικό-γλωσσικό σύστημα
σ'άλλο δημιουργώντας σύγχυση. Αντίθετα ο Μαρξ, όπως φαίνεται και από τον
ειρμό του Κεφαλαίου, ακολουθεί μια λογική με λογικές αρχές, που αντίθετα από αυτήν του
Αριστοτέλη, συμφωνεί με την πλατωνική, η οποία έχει ως βασική
διαδικασία "την άνοδο από το αφηρημένο και ιδεατό, στο συγκεκριμένο και
υλικό" και όχι "από το συγκεκριμένο και υλικό προς το αφηρημένο και ιδεατό" του Αριστοτέλη. Οι προσωκρατικοί λοιπόν, οι οποίο ήταν ομολογουμένως σοφοί,
διαχώρισαν την λογική του γίγνεσθαι (την Διαλεκτική), απ’την λογική της αιώνιας αλήθειας (τον Ορθολογισμό) κι ο καθένας επέλεξε τον δρόμο της σκέψης που προτιμούσε. Είναι
όμως πληκτικό, αλλά και συγχρόνως συγκλονιστικό ν’αναμασάμε ξανά και
ξανά τα ίδια, και στην ίδια γλώσσα εδώ και δυόμισι χιλιάδες χρόνια και
να μην έχουμε ακόμα καταλήξει. Και συνεχίζοντας μας υπενθυμίζει ότι: Η Εργασία του Ιλιένκωφ κατ’αρχήν σχετίζεται με δοκίμια ιστορίας και θεωρίας διαλεκτικής λογικής.
Υπενθυμίσω κι εγώ ότι:
Η Διαλεκτική Λογική έχει ολοκληρωθεί απ'τους προσωκρατικούς, μάλιστα υπάρχει και η κριτική του Παρμενίδη, για την αξία της αντιφατικότητάς, απ'την οποία κριτική αναδύεται για πρώτη φορά κι ο συνειδητός Ορθολογισμό, ως αντίδοτο για την εμμονή της Διαλεκτικής στην αντιφατικότητα και στο Γίγνεσθαι. Δενμας μένει λοιπόν τίποτ'άλλο παρά να επιλέξουμε τρόπο σκέψης και δράσης, μέσω της Διαλεκτικής ή του Ορθολογισμού. Εμείς όμως απ'την
εποχή του Αριστοτέλη δρώντας ορθολογικά, δεν έχουμε ακόμα δημιουργήσει
κάποιο διαλεκτικό τυπικό εργαλείο σκέψης και δράσης. Ο Λένιν λοιπόν,
που ήταν σοφός, ήξερε ότι εκεί ακριβώς ο μαρξισμός μας υστερεί και
γι'αυτό πρότεινε σε νέους διανοητές την διερεύνηση αυτού ακριβώς του
θέματος και γι’αυτό ο Ιλιένκωφ δραστηριοποιείται εκεί. Όμως φαίνεται ότι
ακόμα κι ο μέγας Λένιν δεν ήταν ενήμερος για το εύρος της προσωκρατικής
σκέψης. Όλοι οριοθετούν την διαλεκτική των
προσωκρατικών στη φράση: τα πάντα ρει, η οποία είναι σωστή, αλλά ανακριβής, αφού δεν αναφαίνεται μέσα της η αντιφατικότητα του Είναι και το καταλυτικο-συνθετικό γίγνεσθαι. Και συνεχίζει:
Στο έργο λοιπόν δεσπόζει το ιστορικό στοιχείο κι η ανάδειξη της
ιστορικής διάστασης· που είναι ο καλύτερος τρόπος έκθεσης της Διαλεκτικής Λογικής, της οποίας οι νόμοι κι οι κατηγορίες είναι προϊόντα της
ιστορίας και όργανα του ιστορικού γίγνεσθαι.
Επισημαίνω ότι:
Εδώ φαίνεται η άγνοια διαλεκτικής σκέψης από τον αφηγητή αυτού του
κειμένου, αφού η διαλεκτική ως λογική του γίγνεσθαι, σχετίζεται άμεσα με
τη διαδικασία της καταλυτικής-συνθετότητας των όντων και της φύσης.
Εκεί τίποτα δεν διαθέτει σταθερή ταυτότητα ώστε να διαρκεί κι έτσι
τίποτα δεν υπόκειται αληθινά στο ιστορικό γίγνεσθαι, αφού διαλεκτικά
κάθε τι Είναι μόνο Τώρα-Άλλο-Αλλού. Το Χθες δεν υπάρχει, το Αύριο δεν
υπάρχει, το Τώρα είναι μόνο, το Τώρα που δεν είναι, που είναι πάντα Άλλο, είναι αυτό, που είναι τίποτα, όντας η αιχμή του φθίνοντος παρόντος, που
είναι αιώνια στη μηδενικότητά της. Η ιστορικότητα στην οποία ο μαρξισμός έχει
επενδύσει τόσο, είναι μια ορθολογική αυταπάτη, αφού όλα στο παγκόσμιο
γίγνεσθαι είναι μόνο Τώρα.
Και συνεχίζει: Αλλά ο
Ιλιένκωφ δεν κάνει το σφάλμα να παρουσιάσει την ανάπτυξη της διαλεκτικής
λογικής σαν ομαλή ιστορική διαδικασία, όπου η διαμόρφωση των συστατικών
στοιχείων της παραδοσιακής λογικής θα ήταν άμεσα αντανάκλαση της
αλλαγής των οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών. Ο Ιλιένκωφ ανιχνεύει κι
αναδεικνύει τις εσωτερικές αντιφάσεις και τ’αδιέξοδα της παραδοσιακής
λογικής και τη διαδικασία υπέρβασής τους, μέσ’την ιστορία της νόησης,
όπου οι εξωτερικοί οικονομικοί, κοινωνικοί κι ιδεολογικοί παράγοντες
λειτούργησαν πάντα, μέσα από την εσωτερική δυναμική της ίδιας της λογικής.
Επισημαίνω: Εδώ ο αφηγητής μας, Α. ξέχασε, ότι εμέμθει τον απλοϊκό μαρξισμό, οτι απομακρύνεται από την ορθολογική τυπικότητα. Β. ότι δεν αναλώνεται
σε ιστορικές διαδικασίες κι ότι ανιχνεύει τις εσωτερικές αντιφάσεις και
τ'αδιέξοδα της παραδοσιακής λογικής, χωρίς να δικαιολογεί όλα αυτά, κι
έτσι δείχνει άγνοια περί διαλεκτικής, αφού όλα αυτά τα οποία
επισυνάπτει ως αρνητικά στην παραδοσιακή μαρξιστική σκέψη, είναι κυρίως αυτά τα οποία θα την όριζαν ως διαλεκτική.
Επίσης όλα αυτά για τα οποία μας
πληροφορεί ο αφηγητής μας, πρέπει να αναφανούν κι από στις προτάσεις του Ιλιένκωφ. Μια μικρή αναδρομή στο έργο του όμως προ της αφήγησης αυτής,
δεν αναδεικνύει τίποτα από όλ’αυτά. Μάλιστα θα δούμε από τον Ιλιέκωφ
άγνοια διαλεκτικής σκέψης και καταποντισμού του στον ορθολογισμό. Ήδη
απ'το πρώτο δοκίμιο του Ιλιένκωφ στη λογική, ο ξεναγός μας παρασείρεται σε τυπολατρεία: μας πληροφορεί ότι ο όρος «Λογική» χρησιμοποιήθηκε πρώτα από τους Στωικούς. Κι εδώ βλέπουμε μιαν ορθολογική πρακτική η οποία δίνει μόνο
επιστημονική επίφαση. Και για ν'ασχοληθούμε με την Διαλεκτική που είναι το θέμα μας ερωτώ: Έχει άραγε τόση σημασία από ποιους και
πότε χρησιμοποιήθηκε ο όρος "Λογική" για να γνωρίσουμε τι είναι η Διαλεκτική;
Αλλ'ακόμα υπάρχει μήπως μια σαφής αρχή στη χρήση της Λογικής απ'τον
άνθρωπο ή μια τέτοια αρχή θα την αναζητήσουμε μόνο στην συνειδητή της
χρήση. Άραγε αυτοί οι σκοτεινοί μας πρόγονοι, που διαβιούσαν στα σπήλαια, διέθεταν την λογική του αετού, ο οποίος ήξερε ότι ανεβάζοντας της χελώνα
πολύ ψηλά κι αφήνοντάς την στο κενό συντρίβεται στο έδαφος κι έτσι μπορεί να φάει το κρέας της, ή την τακτική της μαϊμούς η οποία
βάζοντας ένα κλαράκι στη φωλιά των τερμιτών, αυτοί ανέβαιναν πάνω του και
η μαϊμού μπορεί να τους φάει. Λοιπόν, η λογική ξεκινά από τη δραστηριότητα των ζώων, την οποία λίγο πολύ χρησιμοποιούσαν αυθόρμητα. Η
Λογική όμως, σαν συνειδητή, ξεκινά από τον διάλογο κάποιων φιλοσόφων πάνω
στο "ποιος είναι ο τρόπος ο οποίος περιγράφει τον κόσμο με ακρίβεια". Και
φυσικά κάποιοι απ’αυτούς πρότειναν μεθόδους, που ήταν λογικο-γλωσσικές
συντάξεις, με τις οποίες λέγεται ο κόσμος και δρούμε σύμφωνα μ’αυτές.
Από κει και πέρα οι Έλληνες, θεώρησαν την Λογική τέχνη της
νόησης και υποθέτουμε ότι στον ορθολογισμό των Πυθαγόρα και Ξενοφάνη, εστράφει ενάντια ο Θαλής. Επειδή όμως οι χριστιανοί δεν άφησαν τα
δικά τους συγγράμματα περί της Λογικής ως συνειδητής διαδικασίας και την
βλέπουμε στα σπαράγματα των αποφθεγμάτων του
Αναξίμανδρου και του Ηράκλειτου περί Διαλεκτικής, και του Παρμενίδη περί ορθολογισμού, υποχρεούμεθα να δεχτούμε αυτούς σαν συνειδητούς ιδρυτές της Διαλεκτικής Λογικής. Η
Λογική που αναδύεται απ’τα αποφθέγματα του Αναξίμανδρου,
αντιλαμβάνεται τον κόσμο σ’άπειρο
αντιφατικό καταλυτικο-συνθετικό γίγνεσθαι, κάτι με το οποίο ο Ηράκλειτος
συμφωνεί απόλυτα και μάλιστα το εντάσσει στον Λόγο. Ο Λόγος είναι η
αντιφατική λογικο-γλωσσική σύνταξη και πράξη. Αμφισβητώντας την αξία αυτής της Λογικο-γλωσσικής σύνταξης, ο Παρμενίδης, σηκώνει ανάστημα, αρνούμενος την αξία της αντίφασης ως γενέθλιου τόπου του γίγνεσθαι και της αλήθειας, θεωρώντας
την στοιχείο ψεύδους. Ρωτά λοιπόν ο Παρμενίδης: Μπορεί το ΜηΕίναι να
υπάρξει; Κι απαντά: το ΜηΕίναι, όπως έχει καθήκον, δεν μπορεί να υπάρξει.
Έτσι συνάγει ότι και η αντίφαση, η οποία Είναι-ΜηΌντας, περιέχοντας έστω και μερικώς το
ΜηΕίναι, δεν περιέχει όλη την αλήθεια, αλλά και στοιχεία ψεύδους, άρα θεωρεί ότι ο κόσμος του γίγνεσθαι είναι φαινομενικός κι όχι
αληθινός. Για να μπορεί η Λογική, σύμφωνα με τον Παρμενίδη, να
οδηγήσει τον διανοητή στον δρόμο της αταλάντευτης αλήθειας, πρέπει
συστηματικά ν’αποβάλλει την αντίφαση απ'τους συλλογισμούς και να πατά συνειδητά μόνο στο
Είναι. Εδώ, όπως βλέπουμε, γεννιέται κι ο συνειδητός Ορθολογισμός, σ’αντίθεση
προς τη συνειδητή Διαλεκτική. Αυτό συνέβη πριν 2500 χρόνια κι εμείς
ακόμα αναζητούμε λύση στο ερώτημα "ποια είναι η αληθινή διαλεκτική και
σε τι διαφέρει απ'τον ορθολογισμό". Μάλιστα οι επιτυχίες του τυπικού
αριστοτελικού αντικειμενικού ορθολογισμού είναι τέτοιες, που δεν είναι
λίγοι οι μαρξιστές, οι οποίοι λόγω της επιστημονολαγνείας τους, δεν
μπορούν να ξεχωρίσουν την διαλεκτική τους από τον δυναμικό-διαφορικό
ορθολογισμό, που δημιούργησαν σύγχρονοι ορθολογιστές μαθηματικοί, χρησιμοποιώντας διαφορικές εξισώσεις κι ολοκληρώματα, για να ξεπεραστεί η
στατικότητα του ορθολογισμού. Τον ορθολογισμό αυτόν, ο οποίος δέχεται
την κίνηση ξέχωρα από το γίγνεσθαι, αφού το κινούμενο σύμφωνα μ’αυτόν,
δεν είναι αναγκασμένο να αλλάζει κιόλας, θεώρησαν κάποιοι απελπισμένοι
μαρξιστές διαλεκτική και το πρόβλημά τους ως διά μαγείας λύθηκε. Είναι
και με τον αστυφύλαξ και με τον χωροφύλαξ. Και με τον ορθολογισμό και με
της διαλεκτική. Να που ο Ιλιένκωφ όμως, δεν το θέλει αυτό και κατ’αρχήν στρέφεται ορθολογικά ενάντια στην ίδια την Λογική, αναμασώντας την
αμφισβήτηση της νοητικής κηδεμονίας του Αριστοτέλη πάνω της. Δηλαδή ο
Ιλιένκωφ επιδίδεται σε μια λογοδιάρροια απαξίωσης της Λογικής από
διανοητές διακεκριμένους κι ειδικά του αριστοτελικού ορθολογισμού, ξεχνώντας όμως ότι όλοι αυτοί, ακόμα κι αυτός ο ίδιος που τους αναφέρει, χωρίς
την αριστοτελική τυπική αντικειμενική ορθολογικότητα, δεν μπορούν να πάνε
πουθενά. Δηλαδή όλοι αυτοί οι διανοητές, είναι με τον ένα ή τον άλλο
τρόπο απολογητές του ορθολογισμού, άσχετα με το πως τον ονομάζουν κι αν
τον πολεμούν, αφού φοβούνται κάθε σχέση με την αντιφατικότητα της διαλεκτικής, την οποία αποφεύγουν σαν κατάρα της νόησης. Έτσι μολονότι
θεωρούν την αντίφαση στοιχείο της διαλεκτικής, δεν ξέρουν τι να την
κάνουν. Στη συνέχεια ο Ιλιένκωφ επιδίδεται σε μιαν αμφισβητούμενη
ιστορική πορεία της Λογικής, η οποία βέβαια δεν έχει καμιά σχέση με την
Διαλεκτική, που είναι το θέμα μας. Ξεκινώντας από τους διαλογισμούς περί Λογικής του Καρτέσιου, θα καταλήξει στον «ρεαλισμό» του Σπινόζα, ο οποίος
ήταν βαθύτατα αντιδιαλεκτικός, αντιρρεαλιστής και μηχανιστικός. Η
λογική που χρησιμοποίησε ο Σπινόζα στο βασικό του έργο "Ηθική"' ήταν σε τέτοιο βαθμό τυπικά ορθολογική, που επεδίωξε να περιλάβει το γίγνεσθαι του κόσμου, στην λειτουργία της Ευκλείδειας Γεωμετρίας. Και βέβαια η άποψη του Ιλιένκωφ, ότι οι αρχές της
λογικής του Σπινόζα, που καλύπτονται από έναν προστατευτικό θώρακα
τυπικής λογικής, δεν συμπίπτουν διόλου με την τυπική λογική των
αξιωμάτων, θεωρημάτων και των αποδείξεών τους, είναι λανθασμένη. Εδώ ο Ιλιένκωφ δείχνει
τον τρόπο με τον οποίον αντιλαμβάνεται την ορθολογική λογική του Σπινόζα, σαν κάποιο ξεκίνημα της διαλεκτικής, κάτι που μας βάζει σε υποψίες. Φαίνεται λοιπόν ότι η διαλεκτική, ανά τους αιώνες, ανεδείχθη σαν ο τρόπος με τον οποίον
ευφυείς σιανοητές δείχνουν την αμάθεια και την ανοησία τους. Και
πιο πολύ απ’όλους είναι μαρξιστές, οι οποίοι θέλουν να είναι
διαλεκτικοί υλιστές, χωρίς ν’απαρνούνται τον ορθολογισμό και την
επιστημονικότητά του, γιατί φοβούνται ότι ακολουθώντας την αντιφατικότητα θα κάνουν σοβαρό λογικό λάθος.
Αφού λοιπόν ο Ιλιένκωφ μας έδειξε πόσο αντιδιαλεκτικός είναι, στη μικρή
πραγματεία του περί της διαλεκτικής του Σπινόζα, συνεχίζει δείχνοντάς
μας ότι ο Σπινόζα μπορεί ακόμα να θεωρηθεί και πρωτοπόρος διανοητής του
μαρξισμού. Από κει και με οδηγό πάντα τον τυπικότατο ορθολογιστή
Καρτέσιο, περνά την "διαλεκτική" του πραγματεία και από τον Κάντ, ο οποίος
ήταν ο κατεξοχήν ορθολογιστής και μεταφυσικός, χωρίς
καμιά ξεκάθαρη κριτική. Ο Ιλιένκωφ λοιπόν, τοποθετεί τον
Ντεκάρτ και τον Σπινόζα, μέσ'την λατρεία των "αγίων" της διαλεκτικής και
του μαρξισμού, αφού όλοι όσοι θεωρούνται μεγάλοι διανοητές, δεν μπορεί
παρά να περιλαμβάνονται στην πορεία της εξέλιξης του μαρξιστικού
γίγνεσθαι. Είναι όλοι εκεί μαζί με τα εξαπτέριγα και τα εικονίσματα της
επανάστασης, της επιστήμης και της προόδου. Και βέβαια από κει
θ’ακολουθήσουν, ο Καντ, ο Φίχτε κι ο Χέγκελ κι έτσι θα ολοκληρωθεί η πορεία του
μαρξισμού στη διαλεκτική και τον διαλεκτικό υλισμό. Άραγε τι
συνήγαγαν περί διαλεκτικής, απ’αυτό το ιστορικό σαλιάρισμα οι αναγνώστες;
Φυσικά τίποτα, αυτό ήταν ένα σύγγραμμα με το οποίο ο Ιλιένκωφ έδειξε
τις ιστορικές του γνώσεις και πως αυτές θα χαϊδέψουν τα αυτιά των γραφειοκρατών, οι οποίοι διοικούσαν την ΕΣΣΔ εκείνη την εποχή και οι
οποίοι, μ'αυτό τον τρόπο, ήταν η συνέχεια όλου αυτού του παγκοσμίου
γίγνεσθαι και του πολιτισμού. Είναι κι αυτός μαζί με τους διανοητές οι
οποίοι, την ιστορία της διαλεκτικής και της φιλοσοφίας, θεωρούν λανθασμένα Διαλεκτική Λογική. Ίσως αυτός είναι κι ο λόγος, που αυτό το
φιλοσοφικό έργο είχε "χαθεί", γιατί ακόμα κι οι διανοητές που
πρόσκεινται στο ΚΚΕ, δεν
μπορούσαν να ανιχνεύσουν την ύπαρξη της διαλεκτικής σκέψης μέσα του.
Ας
αφήσουν την διαλεκτική ήσυχη όσοι δεν την γνωρίζουν, δεν είναι δα κι
αναγκαίο να μιλάμε για διαλεκτική αντιδιαλεκτικά-ορθολογικά.
ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ ΓΙΑ ΜΙΑ ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΗ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ
Μολονότι η Διαλεκτική εμφανίστηκε πρώτη ως συνειδητή λογική πρακτική με τους Αναξίμανδρο και Ηράκλειτο, με την εμφάνιση του συνειδητού Ορθολογισμού απ’τον Παρμενίδη και της ορθολογικής τυπικότητας απ'τον Αριστοτέλη, παραμερίστηκε. Και μολονότι αιώνες τώρα συνεχίζει να γίνεται συζήτηση γι'αυτήν, αληθινά ποτέ δεν υπήρξε ξεκάθαρη αντίληψη για το “τι είναι ή δεν είναι η Διαλεκτική”, αφού τα κείμενα αυτών των μεγάλων διανοητών, έφτασαν σ'εμάς αποσπασματικά, θρυμματισμένα και καψαλισμένα απ’την Ιερή Πυρά. Η επανεμφάνιση της διαλεκτικής με τον Χέγκελ, μολονότι έδωσε νέα πνοή σ'αυτού του είδους σκέψη και μολονότι δημιούργησε ένα τεράστιο φιλοσοφικό ρεύμα προς όλες τις κατευθύνσεις (ιδεαλιστικές και υλιστικές), δεν μπόρεσε μέχρι σήμερα, να δώσει ένα τυπικό εργαλείο χρήσης στην επιστημονική έρευνα, όπως η ορθολογική τυπικότητα του Αριστοτέλη. Ακόμα, μολονότι με τον μαρξισμό ξανάνοιξε o δρόμος για το κοινωνικό όραμα, με την κατάρρευσή του εκ των έσω, ανεκόπη. Έτσι η Διαλεκτική παραμερίστηκε ξανά γιατί θεωρήθηκε νεκρή, όχι μόνο στην επιστημονική έρευνα, αλλά και στο κοινωνικό όραμα, αφού μολονότι ο σοσιαλισμός εδέχετο κινητήρα της σκέψης του τον Διαλεκτικό Υλισμό, δεν μπόρεσε ν’αποφύγει τη χρήση της ορθολογικής τυπικότητας στην επιστημονική έρευνα, στην καθημερινότητα και στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Έτσι η Διαλεκτική παρέμεινε νεκρή-άταφη και το φάντασμά της αιώνες τώρα περιφέρεται στους φιλοσοφικούς, επιστημονικούς και πολιτικούς κύκλους, αφού μολονότι ο άνθρωπος δεν κατάφερε να την χρησιμοποιήσει επιτυχώς, ποτέ δεν σταμάτησε να διαλογίζεται και να ονειρεύεται μέσ’από αυτήν. Αυτό βέβαια είναι φυσικό, αφού ο άνθρωπος, απ'την πρώτη στιγμή που αντίκρισε κριτικά τον κόσμο, είδε ν'αλλάζει βίαια και γρήγορα, να καταλύεται-συντιθέμενος, να Είναι-ΜηΌντας. Αυτή όμως η διαπίστωση, την αρχέγονη εκείνη εποχή, δεν μπορούσε να οργανωθεί για να δώσει ένα επιστημονικό ή τυπικό εργαλείο έρευνας, το οποίο να φέρνει πρακτικά αποτελέσματα σε μια καθημερινότητα συνεχώς εξελισσόμενη. Μάλιστα οι πρωτόγονες-αυθόρμητες αιτιακές διαπιστώσεις της καθημερινότητας, συνηγορούσαν υπέρ της ορθολογικής στατικότητας, η οποία έφερνε έγκυρα και πρακτικά αποτελέσματα. Εκείνη την αρχέγονη εποχή όμως, στη διαλεκτική έμεινε αναμφίβολα το καθήκον της πολιτισμικής διαμόρφωσης του πρωτόγονου ανθρώπου, μέσω της φιλοσοφικο-θρησκευτικής τραγικής αίσθησης. Δηλαδή επικοινωνώντας ο άνθρωπος με την τραγικότητα του Είναι, οργάνωσε μέσω αυτής τις κοινωνικές σχέσεις και την ηθική, στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Έτσι λοιπόν ο άνθρωπος χρησιμοποιούσε αυθόρμητα στην καθημερινότητά του και τους δύο τρόπους σκέψης, ανάλογα με την περίσταση, χωρίς επιστημονική συνειδητότητα και πειθαρχία. Ακόμα και σήμερα όμως, φαίνεται ότι δεν μπορεί να λειτουργήσει μια αμιγής λογική, αφού μολονότι ο άνθρωπος, βλέπει τον κόσμο γύρω του σε συνεχές γίγνεσθαι φτερουγίζοντας προς τη διαλεκτική, η ζωή του περισφίγγεται απ’την αριστοτελική ορθολογική τυπικότητα και τον νευτώνειο αντικειμενικό ντετερμινισμό. Αυτός ο ντετερμινισμός, με την αρωγή διαφορικών εξισώσεων κι ολοκληρωμάτων, σύμφωνα με τους ορθολογιστές, υπερβαίνει ακόμα και την αδυναμία της στατικής αντίληψης για την φύση του κόσμου και των γεγονότων του. Επίσης υπάρχουν ανανεωτές του μαρξισμού, που τις δυναμικές-διαφορικές αυτές διαδικασίες του ορθολογισμού, θεώρησαν "διαλεκτική" κι έτσι το θέμα γι'αυτούς έχει λήξει.
Το δικό μου κείμενο όμως, δεν δέχεται ότι το θέμα για μιαν αυτόνομη Διαλεκτική Λογική έχει λήξει, αφού η σύγχρονη επιστήμη με την είσοδο των Θεωρίων Σχετικότητας και Κβάντα στο επιστημονικό προσκήνιο, αμφισβητεί βίαια τον ντετερμινισμό και την αντικειμενική ορθολογική τυπικότητα. Επίσης εκεί αναφαίνεται ότι κι ο δυναμικός ορθολογισμός, τον οποίον κάποιοι μαρξιστές-ρεφορμιστές θεώρησαν "Διαλεκτική", δεν περιγράφει τον κόσμο όπως ακριβώς είναι, σύμφωνα με τις σύγχρονες επιστημονικές αντιλήψεις. Έτσι οι επιστήμονες, μολονότι το φιλοσοφικό τους επίπεδο είναι γενικά ανεπαρκές, άρχισαν κατ’ανάγκην να φιλοσοφούν κι αναζητώντας "στα τυφλά" μιαν άλλη λογική, για την περιγραφή κι ερμηνεία του σύγχρονου επιστημονικού γίγνεσθαι, έφτασαν χωρίς να το ξέρουν στη πόρτα της προσωκρατικής διαλεκτικής.
Υπενθύμιση Α. Στο μικρό δοκίμιο «Η Νομιμότητα της Διαλεκτικής της Φύσης», το οποίο κατέθεσε στο φιλοσοφικό συνέδριο της Ε.Φ.Ε "Περί Διαλεκτικής" το 1988 ο διακεκριμένος διανοητής της αριστεράς κ. Ε. Μπιτσάκης, μας πληροφορεί, ότι σύμφωνα με τον μεγάλο επιστήμονα κι ανθρωπιστή Μπωμ: στην κβαντομηχανική, η θεωρία του πεδίου περιγράφει την κίνηση στοιχειωδών σωματίων ως δημιουργία-καταστροφή τους. Έτσι αν ένα ηλεκτρόνιο υποστεί σκέδαση απ’την αρχική του πορεία σ'άλλη, το περιστατικό περιγράφεται ως καταστροφή αυτού του ηλεκτρονίου και δημιουργία άλλου, που κινείται σε νέα κατεύθυνση. Εκεί λοιπόν είναι δεκτό, ότι δεν υπάρχει σωμάτιο το οποίο διατηρεί πάντα την ταυτότητά του. Έτσι αν δούμε βαθύτερα την παράσταση του πεδίου κίνησης ενός ελευθέρου σωματίου, διαπιστώνουμε ότι η κίνησή του περιγράφεται μαθηματικά ως σειρά καταστροφής-δημιουργίας, η οποία έχει συγχρόνως αποτέλεσμα τη συνεχή αλλαγή του σωματίου μέσ’ το χώρο.
Υπενθύμιση Β. Ηράκλειτος: Στον ίδιο ποταμό μπαίνουμε και δε μπαίνουμε, είμαστε και δεν είμαστε. Την ίδια ουσία δεν ξαναγγίζουμε γιατί όλ’αλλάζουν βίαια και γρήγορα, φεύγουν-επιστρέφοντας, καταλύονται-συντιθέμενα, σκορπάνε-μαζεύοντας, Είναι-ΜηΌντας.
Κι ο Ζήνων: Το κινούμενο δεν κινείται, ούτε στον τόπο που βρίσκεται, ούτε στον τόπο που δεν βρίσκεται. Δηλαδή καταλυτικο-συνθετικά κι ουσιαστικά, το κινούμενο κινείται μέσ’τον εαυτό του, όντας Αυτό-Άλλο-Αλλού, Όμοιο κι Ανόμοιο με τον εαυτό του. Αυτό βέβαια δείχνει ότι το κινούμενο δεν αλλάζει ταυτότητα μόνο την στιγμή της αλλαγής της πορείας του αλλά συνεχώς, αφού κάθε τι, όντας σε συνεχή καταλυτική-συνθετότητα, Είναι-Αυτό-Άλλο-Αλλού πάντα.
Η σύγχρονη επιστήμη λοιπόν, δέχεται την συμπεριφορά των κβαντικών γεγονότων, σχεδόν όπως οι Αναξίμανδρος, Ηράκλειτος και Ζήνων.
―Τίθεται λοιπόν το ερώτημα, αν θα μπορούσε να υπάρξει μια αυτόνομη Διαλεκτική Λογική, που να μην είναι βοηθητικό, συμπληρωματικό εργαλείο του Ορθολογισμού. Μολονότι αυτό το θέμα πλέον αφορά στην λογικο-γλωσσική σύνταξη της επιστημονικής περιγραφής του κόσμου, πρέπει να είναι και φιλοσοφικό, αφού η εξέτασή του ανακρατά απ'τα βάθη της ιστορίας της ανθρώπινης σκέψης. Υπάρχουν όμως λόγιοι, όπως ο Ιλιένκωφ, οι οποίοι "Φιλοσοφία" και "Λογική" θεωρούν την Ιστορία της Φιλοσοφίας, αυτοί στη διαπραγμάτευση αυτής της έρευνας θα δημιουργήσουν σύγχυση. Έτσι πρέπει ν'αναμήνουν έως ότου τελειώσουν το έργο τους διανοητές οι οποίοι αντλούν απ’τις πηγές της λογικής και των νοημάτων, που απορρέουν απ’το επιστημονικό γίγνεσθαι, για ν’αναδείξουν την ύπαρξη μιας σύγχρονης διαλεκτικής σκέψης και αν αυτοί το πετύχουν, μετά θα έλθει κι η σειρά των άλλων, αφού αντιληφθούν τι έγινε, να πληροφορήσουν με το δικό τους έργο το κοινό.
Κατά τη γνώμη όμως των περισσοτέρων από αυτούς, τίποτα νέο δε μπορεί να ειπωθεί απ'ό,τι έχει ήδη λεχθεί, κάτι που φαίνεται ότι ισχύει ως αλάθητη πρόγνωση για ό,τι μελλοντικό: Επειδή ο άνθρωπος ονειροπόλησε με κάθε τρόπο επί αιώνες, για όλα σχεδόν τ’αντικείμενα γνώσης, δε θεωρείται δυνατόν ότι έχει να προτείνει κάτι νέο που να μην μοιάζει ή να συμπίπτει, έτσι ή αλλιώς, με κάτι που ήδη έχει προταθεί. Αυτό όμως, μολονότι δέχονται πολλοί διανοητές, είναι το αιώνιο λάθος εκείνων που θεωρούν το Παγκόσμιο Γίγνεσθαι κλειστό τετελεσμένο, πεπερασμένο και γι’αυτό φαινομενικό. Όσοι θεωρούν το γίγνεσθαι προδιαγεγραμμένο-τετελεσμένο-πεπερασμένο κλειστό και φαινομενικό, αποδεχόμενοι ότι τίποτα νέο δεν μπορεί να προταθεί, πρέπει επίσης να δεχτούν ότι πίσω ή κάτω απ’αυτό το φαινομενικό γίγνεσθαι, υπάρχει σύστημα, υλικών ή ιδεατών αναλλοίωτων κι αιωνίων στοιχειωδών εσχάτων. Αυτά ως στοιχειώδη έσχατα κι ενάντια, αλληλεπιδρούν χωρίς να παραβιάζουν τα έσχατα όρια μεταξύ τους, συνιστώντας το κλειστό, τετελεσμένο, πεπερασμένο οντολογικό λογικο-γλωσσικό σύστημα, το οποίο είναι ο δυναμικός-αντικειμενικός ορθολογισμός. Αυτό το κλειστό λογικο-γλωσσικό σύστημα, έχοντας απόλυτους όρους λειτουργίας, προϋποθέτει από μια στιγμή και μετά, την επ’ άπειρον επανάληψη συγκεκριμένης, πεπερασμένης, τετελεσμένης προδιαγεγραμμένης, σειράς παιγνίων, που μπορούν να ονομαστούν «συνθετικά πρότυπα του τέλους». Αυτά τα παίγνια, ενώ είναι τα όρια του συστήματος, βρίσκονται συγχρόνως ιδεατά στην αρχή, περιμένοντας απ’την ακολουθία της λειτουργίας του συστήματος την πραγμάτωσή τους. Ο Αριστοτέλης, που είναι ο κύριος εκπρόσωπος της ορθολογικής τυπικότητας, την διαδικασία αυτή είχε ονομάσει Εντελέχεια, δείχνοντας έτσι ότι δεν θεωρεί τον Δυναμικό Ορθολογισμό "Διαλεκτική". Βέβαια από τότε μέχρι σήμερα, ο Δυναμικός-διαφορικός Ορθολογισμός ενισχύθηκε από μια τεράστια αρματωσιά μαθηματικών εργαλείων κι έχει τόσο πολύ οργανωθεί, που για κάποιους δεν υπάρχει χώρος για την διαλεκτική σκέψη, αφού αυτός ο χώρος έχει καλυφθεί πλήρως. Όμως απ'την έρευνα στην προσωκρατική σκέψη, διαπιστώνουμε ότι αυτοί οι διανοητές του σκοτεινού παρελθόντος, δεν είπαν την τελευταία κουβέντα. Παράλληλα λοιπόν με το κλειστό πεπερασμένο, τελεολογικό, αντικειμενικό, ορθολογικό σύστημα, του οποίου οι όροι και τα όρια είναι προκαθορισμένα, προϋποτίθεται κι η ύπαρξη Κόσμου Ιδεών», του οποίου το φαινομενικό γίγνεσθαι αναμένει ν’αναφανεί απ' την εξέλιξη της λειτουργίας του ορθολογικού δυναμικού συστήματος. Αυτό λοιπόν, έτσι ή αλλιώς, είναι ο Ιδεαλισμός, ο οποίος μάχεται το αληθινό Γίγνεσθαι και την αληθινή Διαλεκτική. Επίσης μόνον έτσι μπορεί να είναι δυνατή η λογική νομιμότητα του τετελεσμένου διαλογικού γίγνεσθαι, που απαγορεύει την πρόταση αληθινά νέων απόψεων, οι οποίες να μην έχουν προταθεί στο απύθμενο παρελθόν.
Αν η Λογική ως Ορθολογισμός είναι μια ξέχωρη επιστήμη, πρέπει ν'αναρωτηθούμε αν έχει αυτό το δικαίωμα κι η Διαλεκτική, ώστε να έχει όνομα και θέση έξω απ’τα όρια του Ορθολογισμού, ως άλλο είδος Λογικής. Αν ναι, πρέπει να ορίσουμε τις ειδοποιούς διαφορές τους. Αν όχι, πρέπει με γενναιότητα να δεχτούμε ότι Διαλεκτική Λογική δεν μπορεί να υπάρξει ως τέτοια, αλλά μόνον ως συμπληρωματικό διαφορικό εργαλείο του ορθολογισμού, το οποίο δεν δικαιούται να έχει ειδική θέση στο νοητικό γίγνεσθαι. Επίσης τότε πρέπει ν’αποδεχτούμε ότι, επάνω της δεν μπορεί να στηριχτεί μια άλλη κοσμοθεωρία, εκτός της ιδεαλιστικής φαινομενικότητας. Κι εξ αιτίας αυτού θα πρέπει να δεχτούμε ότι, ο κόσμος που ερχόμαστε σ’άμεση επαφή, είναι φαινομενικός και πίσω του υπάρχει κρυμμένος ο αληθινός κόσμος, που μας είναι άγνωστος ή πιθανόν θα είναι για πάντα άγνωστος. Κάτι που αποδέχεται ο Ιδεαλισμός.
Το να ρωτήσεις “αν μια επιστήμη είναι δυνατή” προϋποθέτει ν’ αμφιβάλλεις για την πραγματικότητά της. Μάλιστα η αμφιβολία αυτή, προσβάλλει αυτούς των οποίων το έχειν περιλαμβάνεται σ'αυτό το υποτιθέμενο κειμήλιο. Εκείνος λοιπόν που εξωτερικεύει αυτήν την αμφιβολία, πρέπει ν’αναμένει αντίδραση κι απ’τις δύο πλευρές του φιλοσοφικού γίγνεσθαι. Του Υλισμού, αφού υπάρχει τεράστιο μαρξιστικό κοινωνικό γίγνεσθαι που στηρίζεται στον “Διαλεκτικό Υλισμό”, αλλά και του ιδεαλισμού, αφού υπήρξε ένα τεράστιο ιδεαλιστικό γίγνεσθαι που στηρίχτηκε στον Πλάτωνα και τον Χέγκελ, των οποίων η σκέψη θεωρείται η ανά τους αιώνες “κορύφωση της διαλεκτικής”. Οι κοινωνοί αυτών των απόψεων, οι οποίοι μάλιστα είναι πολύ περήφανοι για την κατοχή αυτής της ομολογουμένως υψηλής γνώσης, η αξία της οποίας αμφισβητείται, παίρνουν στα χέρια τα "Διαλεκτικά" τους εγχειρίδια, μεταφυσικά ή υλιστικά κι απλά κοιτάζουν μ’απαξίωση αυτόν ο οποίος θα θέσει μια τέτοια ερώτηση, περιφρονώντας τον όποιον διάλογο.
Επειδή όμως η διαλεκτική υπεσχέθει τα πάντα, αλλά δεν τήρησε τίποτα, ούτε ως εγελιανή, πρέπει όσοι πραγματικά την αγαπούν να σκύψουν πάνω της για να δουν “πότε κι από που γεννήθηκαν οι αδυναμίες που της απαγορεύουν να είναι αυτόνομη”. Ακόμα πρέπει πέρα από κάθε δογματισμό, με γενναιότητα ν’αναρωτηθούν αν μπορεί να υπάρξει μια συνειδητή και συγκροτημένη Διαλεκτική Λογική ή αν ήταν νοητική ουτοπία έωλων ποιητικών ενατενίσεων. Για να υπάρξει λοιπόν η επιστήμη της Διαλεκτικής Λογικής, πρέπει να βρεθούν οι λογικές πηγές ύπαρξης, αλλά και δυνατοτήτων της, οι οποίες δεν πρέπει να βασίζονται, ούτε να συμφιλιώνονται (όπως ισχυρίζεται ο Χέγκελ) με τον Ορθολογισμό, αλλά να διαφέρουν απ’αυτόν. Βέβαια η Διαλεκτική, μολονότι ποτέ δεν κατάφερε να πάρει τη θέση που αληθινά της αρμόζει και μολονότι δεν μπόρεσε να δώσει κάποιο εργαλείο διαλεκτικής τυπικότητας, όπως αυτό του Αριστοτέλη για τον Ορθολογισμό, ποτέ δεν έπαψε να κινείται μέσ' τους φιλοσοφικούς και διανοητικούς κύκλους, δείχνοντας ότι έχει Κάτι να πει, το οποίο ο Ορθολογισμός δεν μπορεί να εκφράσει. Μολονότι λοιπόν αυτό το Κάτι πραγματευόμεθα φιλοσοφικά συνεχώς, πρέπει να ιχνηλατηθεί ξανά πιο συγκροτημένα, γιατί η σύγχρονη επιστήμη, η οποία δεν χρησιμοποιεί την διαλεκτική σκέψη, έχει φτάσει πια ν'αμφιβάλλει βίαια για την αξία του ντετερμινισμού, του αντικειμενικού ορθολογισμού και της τυπικότητάς του, ως έγκυρο εργαλείο έρευνας. Έτσι αναζητά στα τυφλά ένα νέο είδος "διαλεκτικής" σκέψης, το οποίο να δώσει στο σύγχρονο επιστημονικό γίγνεσθαι έγκυρες περιγραφές και συμπεράσματα. Το “αναζητά στα τυφλά”, γιατί η διαλεκτική του Χέγκελ, η οποία λανθασμένα θεωρήθηκε ως η πιο σύγχρονη κι η πιο έγκυρη, δεν εκπλήρωσε τις υποσχέσεις της, αλλ’ αντίθετα σκόρπισε θύελλες και βαθιά σύγχυση στην Διαλεκτική Σκέψη. Επειδή την εγελιανή “Επιστήμη της Λογικής” όρισαν οι σύγχρονοι διανοητές ως η Διαλεκτική Λογική καθαυτή, αφού ο ηρακλειτικός αποφθεγματικός Λόγος λανθασμένα θεωρήθηκε, θαυμαστός αλλά πρωτόγονος κι αντεπιστημονικός, πρέπει να δούμε προσεκτικά αν η εγελιανή “Επισήμη της Λογικής”, πράγματι μπορεί να είναι Διαλεκτική, να είναι Λογική ή ακόμα να είναι και Επιστήμη. Και αφού λύσουμε αυτό το πρόβλημα, χωρίς να παρασυρθούμε απ’ την ιδιοφυή ακολουθία των εγελιανων συλλογισμών και το σύνδρομο της “παγκόσμιας λέσχης των ευφυών που κοινωνούν της εγελιανής σκέψης”, ας ανασύρουμε με προσοχή απ’τον ιστορικό κορμό της διαλεκτικής ή ας συλλάβουμε νέα στοιχεία, τα οποία θ’αναδείξουν την Διαλεκτική ως αυτόνομη απ’τον ορθολογισμό.
(Την συνέχεια σ’αυτό το σκεπτικό, ο αναγνώστης μπορεί να δει στην εργασία μου "Διαλεκτική Σκέψη" Εκδ. Δωδώνη 2023).
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου