ΣΩΚΡΑΤΗ ΔΕΛΗΒΟΓΙΑΤΖΗ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗΣ

 
   Ο ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΔΕΛΗΒΟΓΙΑΤΖΗΣ
             ΚΑΙ Η ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ
       
Μετά την «επιτυχία» του Αντόρνο να διδάσκει λέγοντας τίποτα, κάποιοι ευφυείς καθηγητές της φιλοσοφίας που υποχρεούντο να διδάσκουν αφού αυτό είναι το επάγγελμά τους, μπήκαν στον πειρασμό να τον ακολουθήσουν. Έτσι και φιλοσοφία δίδασκαν και δεν έλεγαν τίποτα, αφού αληθινά δεν είχαν κάτι αξιόλογο να πουν. Στο έργο τους λοιπόν θα θαυμάσουμε μνημεία ακαδημαϊκής πλήξης, ενός λόγου του τίποτα και νοημάτων χωρίς νόημα. Κάτι που είναι πολύ κοπιαστικό και ψυχοφθόρο για τον αναγνώστη και για τον συγγραφέα. Γιατί απ’ τη στιγμή που μπαίνει ο συγγραφέας σ’ αυτό τον σκοτεινό λαβύρινθο της νόησης δεν υπάρχει λύτρωση.

Συγγραφέας: Α. Επιχειρούμε να διαγράψουμε* την πρόοδο που συντελείται στο εσωτερικό των «αρνητικών» ενεργοποιήσεων της διαλεκτικής, από τη μια μεριά, κι από την άλλη, να θέσουμε μερικά ερωτήματα προς την κατεύθυνση, μιας όπως θα την ονομάζαμε «διαφορικής διαλεκτικής» διατηρώντας ορισμένες από τις τοπικές μιας «θετικά» ενεργοποιημένης διαλεκτικής σκέψης.                                           *Εδώ υπάρχει μια ασάφεια από τη χρήση της λέξης "διαγραφή". Αναρωτιέμαι αν την χρησιμοποιεί ως περιγραφή ή ως απόρριψη.
                                                                                                                                                                        Εγώ αναρωτιέμαι: Τι είδους διαγραφή θα μπορούσαμε να κάνουμε στο εσωτερικό των όποιων αρνητικών ενεργοποιήσεων της διαλεκτικής και πως;  Αυτό είναι άκρως ασαφές. Αφού δεν υπάρχει κάτι το οποίο να "διαγραφεί" από κάπου, ακόμα κι αν αυτό το κάπου είναι κάποιες ενεργοποιήσεις μιας διαλεκτικής την οποία ο αγαπητός ξεναγός μας ορίζει ως «διαφορική». Άλλωστε η διαλεκτική δεν μπορεί παρά να είναι διαφορική· αλλιώς σε τι θα διέφερε απ’ τον ορθολογισμό; Διαπιστώνω λοιπόν μιαν επιστημονικοφανή διαπραγμάτευση, χωρίς επαρκή επιστημονική βάση αφού η διαλεκτική, όντας αντιφατική, δεν μπορεί παρά να είναι μια θετική-αρνητικότητα. Κάθε συζήτηση γι’ αρνητικότητα ξέχωρη από θετικότητα δεν είναι άλλο απ’ τον ορθολογισμό, ο οποίος έτσι οργανώνει τις κατηγορίες του. Θα μπορούσε όμως ο οδηγός μας στη Διαλεκτική, αντί για την όποια διαγραφή, να ορίσει τις δύο λογικο-γλωσσικές συντάξεις, που αφορούν στη σκέψη: την ορθολογική αντιθετική αντικειμενικότητα και την διαλεκτική αντιφατικότητα.
                                                                                                                                                                                Και συνεχίζει: Πράγματι, μελετώντας τόσο τις Θετικές όσο και τις αρνητικές ενεργοποιήσεις της διαλεκτικής, διαπιστώνουμε μια περιπλοκότητα όχι μόνο στην αντιπαράθεση μεταξύ τους, αλλά και στο εσωτερικό της κάθε μιας χωριστά.  Η παρεμβολή κι η αξιοποίηση του στοιχείου της «άρνησης» που υπερβαίνει τους κανόνες της τυπικής λογικής, στην πρώτη κι ο αποκλεισμός του στη δεύτερη, δημιουργούν ένα είδος γενεαλογίας της διαλεκτικής κι της αντι-διαλεκτικής καθώς παίρνονται στη μεταξύ τους διαλεκτική σχέση.
                                                                                                                                                                        Εγώ επισημαίνω ότι:  Η Διαλεκτική είναι μια Λογική την οποία αφορά στο Γίγνεσθαι και γι'αυτό έχει φύση και μορφή Αντιφατική, γι' αυτό δε μπορούμε ν' αποσπάσουμε το στοιχείο της Άρνησης απ' αυτό της Κατάφασης.   Η πρόθεση αυτού του διαχωρισμού της Άρνησης από την Κατάφαση που θέλει ο συγγραφέας, γεννά ένα έκτρωμα, το οποίο μπορεί να δεχτεί ακόμα και μια ¨διαλεκτική" σχέση, της διαλεκτικής με την αντι-διαλεκτική. Κι επειδή η αντι-διαλεκτική δεν είναι άλλο από τον ορθολογισμό, μας γεννά την απορία πως θα μπορούσε να είναι μια διαλεκτική διαδικασία Ορθολογισμού και διαλεκτικής. Εγώ νομίζω ότι δεν θα μπορούσε παρά να είναι στα όρια της παράνοιας.                                        Εδώ λοιπόν ο συγγραφέας απομονώνοντας (όπως ισχυρίζεται) το στοιχείο της άρνησης, μέσα απ’τις θετικές κι αρνητικές ενεργοποιήσεις του υπερβαίνει τους κανόνες της τυπικής λογικής, δημιουργώντας την ενεργοποίηση της γενεαλογίας της διαλεκτικής ενάντια στη διαλεκτική κι έτσι θεωρεί ότι οργανώνει μια ανώτερη διαλεκτική σχέση.  Δηλαδή η διαλεκτική μέσα απ’τις ενεργοποιήσεις των στοιχείων που την συνιστούν τυπικά, στήνει διάλογο με τον αντι-διαλεγόμενο σ'αυτήν εαυτό της, υπερβαίνοντας έτσι την ορθολογική τυπικότητα με μια διαφορικότητα, την οποία η Διαλεκτική προϋποθέτει για να είναι τέτοια.  Άρα δεν της χρειάζεται καθόλου αυτή η διαδικασία. Μήπως αυτός είναι ο λεγόμενος φαύλος κύκλος?
      Εδώ, με ποδοσφαιρικούς όρους που είναι της μόδας, η διαλεκτική ντριπάρει επανειλημμένα τον εαυτό της και σκοράρει· μόνο που το γκόλ για το οποίο πανηγυρίζει είναι καρφωμένο στα δικά της δίχτυα.
      Επίσης διαπιστώνουμε ότι: Στις θετικές ενεργοποιήσεις περιλαμβάνει κυρίως τους Ηράκλειτο, Πλάτωνα, Χέγκελ και Μαρξ. Και στους τέσσερις, ισχυρίζεται ότι προέχει η ανάδειξη του «αρνητικού» όχι ως ορίου ή περιορισμού αλλά ως δύναμη προσανατολισμένη θετικά .(Για να υπάρχει κι η επίφαση της αντίθεσης στην διαλεκτική σχέση, αφού χωρίς αντίθεση κάτι πρέπει να λείπει).                                                Μολονότι εγώ δεν μπορώ αυτό να αποδεχτώ τον διαχωρισμό της άρνησης από την κατάφαση στη διαλεκτική αντιφατικότητα, αυτή η διάκριση στη σχέση των Ηράκλειτου, Πλάτωνα, Χέγκελ και Μαρξ, δεν βασίζεται πουθενά. Εγώ νομίζω μάλιστα, ότι ο Ηράκλειτος διαφέρει απ’τους υπολοίπους, στο ότι είναι ο μόνος που ακολουθεί συνειδητά τον Λόγο,  δηλαδή τη μοναδική λογικο-γλωσσική σύνταξη της διαλεκτικής σκέψης, όντας ο αναμφισβήτητα διαλεκτικός διανοητής, ενώ οι άλλοι τσαλαβουτάνε περίτεχνα ανάμεσα στη διαλεκτική και τον ορθολογισμό. Μάλιστα ο ίδιος ο Χέγκελ το παραδέχτηκε ότι ο τελικός σκοπός της «Επιστήμης της Λογικής» του είναι η συμφιλίωσή της με τον ορθολογισμό.
                                                                                                                                                                       Συγγραφέας: Στον Ηράκλειτο το γίγνεσθαι άλλοτε συνοψίζεται το Ον και το μηΟν (το Ον-είναι και το μηΟν-είναι) κι άλλοτε υπάρχει ταυτότητα αντιθέτων (Όντος-μηΌντος), ενώ στον Μαρξ των πρώτων κειμένων τουλάχιστον, περιλαμβάνεται η «εργασία» του αρνητικού του Χέγκελ, ως κινητήρια και δημιουργική αρχή, για να φτάσουμε σ’έναν ορισμό της διαλεκτικής στο Κεφάλαιο ως θετικής αντίληψης των πραγμάτων.   Κι ο συγγραφέας εξηγεί: Για ν’ αρχίσουμε με τις αρνητικές ενεργοποιήσεις, ο Αριστοτέλης παραλαμβάνει την διαλεκτική στην σοφιστική και ρητορική της διάσταση, ως τέχνη του διαλόγου κι ως ικανότητας διατυπώσεων αντιρρήσεων συνδέοντάς την είτε με το υποκείμενο ενός συλλογισμού, είτε με τον ίδιο τον συλλογισμό είτε με τη μείζονα υποκείμενή του.                                                                                                                                                                                                               Εγώ λέω: Αυτή η πρόταση είναι πολύ παρακινδυνευμένη ή θέμα μια μακροσκελούς μελέτης, κι όχι μιας απλής απόφανσης. Ακόμα μπορούμε να λέμε διάφορα για τον Ηράκλειτο, όμως για να είναι αυτά που τον χαρακτηρίζουν, η λογικο-γλωσσική του σύνταξη, ως αντιφατική, καταλύεται-συντιθέμενη Είναι-ΜηΟντας κι έτσι είναι μια αναλυτικο-συνθετική αρνητική-θετικότητα, της οποίας την αντιφατικότητα, οι διαλεκτικοί διανοητές που ακολούθησαν, θέλησαν να λειάνουν, γέρνοντας προς τον ορθολογισμό.       ―Η επισήμανση από τον συγγραφέα περί των πρώτων κειμένων του Μαρξ, χωρίς ν'αναφέρει κάτι σημαντικό περί αυτών, έστω και συνοπτικά, θέλει να δείξει ότι ο αφηγητής μας γνωρίζει πολλά, τα οποία κρατά για τον εαυτό του γι’αυτό ας προσέχουμε καλά στις κρίσεις μας.                                                               Εγώ αναρωτιέμαι όμως, πως το γίγνεσθαι στον Ηράκλειτο μέσω της «εργασίας» του αρνητικού του Χέγκελ, οδηγεί στον ορισμό των πραγμάτων απ’τον Μαρξ στο Κεφάλαιο.  Αυτό θέλει πολύ κόπο και πολλές νοητικές παραχωρήσεις να προσδιοριστεί, ακόμα και με τον τρόπο που ο κ. Καθηγητής θεωρεί πρέποντα.  Δηλαδή με την βοήθεια των Αριστοτέλη, Ντεκάρτ και Καντ, που συνδράμουν τον κ. Δεληβογιαντζη, παρά τη θέλησή τους, (αφού μάλιστα αυτοί οι μεγάλοι διανοητές είναι αντιδιαλεκτικοί κι ορθολογιστές).                                                                                                                                                     Επίσης λέω: Άραγε αυτό είναι μόνο δουλειά του Αριστοτέλη ή είναι μια δραστηριότητα ατέρμονη κι ανεκπλήρωτη πολλών διανοητών, που μπήκαν κάποτε ανιδιοτελώς στη δίνη της διερεύνησης της διαλεκτικής σκέψης κι ακόμα δεν έχουν καταλήξει μετά από 2500 χρόνια; Αφού δεν κατάλαβαν ότι η Διαλεκτική μόνο μ'αυτήν την λογικο-γλωσσική σύνταξη μπορεί να λέγεται. Ο γρίφος της διαλεκτικής είναι η ίδια η γλώσσα, ο Λόγος, τον οποίον δεν έχουν ακόμα κατακτήσει. Γιατί η γλώσσα όντας το πιο οικείο και το πιο ξένο, κάθε φορά και σε κάθε χρήση, φορά διαφορετικό μανδύα.                                                        
 Έτσι λοιπόν κι ο αγαπητός μας οδηγός στον λαβύρινθο της σκέψης, μπορεί μάταια να τριγυρίζει ζητώντας λύση σ’ έναν «διαλεκτικό» Λόγο, στον οποίον μπορεί να διαχωριστεί η αρνητικότητα απ’την θετικότητα, μολονότι αυτό είναι αδύνατο, αφου εκεί το ένα γεννά τ’άλλο συνιστώντας αδιαχώριστη αντιφατική ενότητα: δεν υπάρχει θέση χωρίς αντίθεση, άρνηση χωρίς κατάφαση, αφού κάτι για Είναι, πρέπει ν’ αρνείται τον εαυτό του.    Ο οδηγός μας στα κανάλια της λογικής, ψάχνοντας για μιαν επιστημονικότητα διαχωρισμού ανάλυσης και σύνθεσης, θετικότητας κι αρνητικότητας χάνει το δρόμο, στα χνάρια άλλων μεγάλων διανοητών, των οποίων οι χάρτες πλοήγησης δεν οδηγούσαν πουθενά. Αυτοί ψάχνοντας μ'αυτό τον τρόπο για Διαλεκτική, έβρισκαν, μπροστά τους τον ορθολογισμό, ο οποίος ήταν ακριβώς αυτό που ήθελαν και τους έδινε άλλοθι επιστημονικής οργάνωσης.  Οι ενεργοποιήσεις της νόησης που βρίσκονται μέσ’ τη γλώσσα ως αρνητικές ή θετικές, μόνο την άγνοιά τους περί την διαλεκτική μπορούν να δείξουν.               Εγώ λοιπόν νομίζω ότι ο δρόμος έρευνας για να είναι διαλεκτικός, πρέπει ν’ αντιφάσκει όντας, αρνητικής-θετικότητας. Να είναι δηλαδή συγχρόνως θετικός κι αρνητικός, κάτι που δείχνει ότι η χρήση της αρνητικότητας και της θετικότητας διαφέρει στη διαλεκτική απ’αυτήν του ορθολογισμού. Στην Διαλεκτική συνιστά αντιφατική ενότητα, ενώ στον ορθολογισμό, όντας δρόμος διαχωρισμού συνιστά αντιθετικότητα.                 Ο αγαπητός μας καθηγητής, όπως κι άλλοι στο παρελθόν, θέλοντας οπωσδήποτε να είναι διαλεκτικοί, ψάχνουν απελπισμένα για μιας αντιφατικότητα που δεν αντιφάσκει. Για μια λογικο-γλωσσική σύνταξη συμφιλίωσης της Διαλεκτικής με τον Ορθολογισμό, κάτι που δεν γίνεται, αφού η αντιφατικότητα πρέπει οπωσδήποτε ν’ αντιφάσκει, όντας γενέθλιος τόπος του γίγνεσθαι, ενώ στον Ορθολογισμό, η αντιφατικότητα είναι στοιχείο ψεύδους.
                                                                                                                                                                       Και συνεχίζει: Ο Αριστοτέλης ξεκινώντας απ’ τις αρνητικές ενεργοποιήσεις παραλαμβάνει τη διαλεκτική στη σοφιστική και τη ρητορική της διάσταση ως τέχνη του διαλόγου κι ως ικανότητα διατύπωσης προτάσεων που φέρουν αντιρρήσεις, συνδέοντας της με το υποκείμενο ενός συλλογισμού, με τον ίδιο τον συλλογισμό ή με την μείζονα υποκείμενή του.  Όντας παραγωγή του επιφανειακού και του πιθανού, η διαλεκτική ταυτίζεται μ’ αυτόν στην κατά προσέγγιση γνώση, χωρίς να θέτει σε αμφισβήτηση της αρχή της ΜηΑντίφασης. Ο διαλεκτικός συλλογισμός, είναι ένας άψογος συλλογισμός, μόνο που ξεκινάει από μη αποδεικτικές (αληθινές) προτάσεις. Άρα έχει τον χαρακτήρα της τέχνης κι όχι της επιστήμης, αφού τον «ἥττω λόγον κρείττω ποιεί” (κάτι που σκόπιμα κάνει κι ως οδηγός μας στην ατραπό της σοφίας).  
Εδώ μας φανερώνει τις προθέσεις αλλά και τις γνώσεις του περί διαλεκτικής, δείχνοντάς μας ότι αυτή η “επιφανειακή γνώση του πιθανού”, που δεν αμφισβητεί την Αρχή της ΜηΑντίφασης, είναι κάτι που είχε κάνει πριν 2500 χρόνια και ο Παρμενίδης, θέτοντας υπό αμφισβήτηση της αξία της αντιφατικότητας που αναδύετο απ’το έργο του Ηράκλειτου. Είχε ισχυριστεί τότε ο Παρμενίδης ότι: αφού το ΜηΕίναι δε μπορεί να υπάρχει κι η αντιφατικότητα της διαλεκτικής, περιέχοντας έστω μερικώς ψεύδος, δεν οδηγεί στην αλήθεια. Τόνισε λοιπόν ότι για να οδηγηθούμε στην αλήθεια, πρέπει από κάθε συλλογισμό μας ν’ αποβάλλουμε κάθε αντίφαση, ακολουθώντας τον ορθολογικό δρόμο. Η κριτική του Αριστοτέλη στον Ηράκλειτο, σύμφωνα με τον οδηγό μας, δεν τοποθετεί την όλη διάκριση μεταξύ Αναλυτικής και Διαλεκτικής σ’ επίπεδο κατάργησης της Αρχής της ΜηΑντίφασης, αλλά σ’ επίπεδο βεβαιότητας ή μη στο ξεκίνημα μιας συλλογιστικής διαδικασίας που δεν παίρνει υπόψιν αυτή την αντίθεση. Μολαταύτα δεν μπορούμε να μη θυμηθούμε τον Παρμενίδη, στον οποίον η αντίθεση τίθεται, μεταξύ γνώσης του αληθινού (αναλυτικής και αποδοχής της Αρχής της ΜηΑντίφασης) από τη μια και τεχνικής του αληθοφανούς απ’ την άλλη, (άρνηση της Αρχής της ΜηΑντίφασης).
                                                                                                                                                                                         Κι ο οδηγός μας τονίζει ότι: Στην εγελιανή “εργασία του αρνητικού”, όπως αναπτύσσεται στην “φαινομενολογία του πνεύματος¨, απουσιάζει ως όρος διαφοροποίησης, και η διαλεκτική και η αναλυτική, αποτελώντας τμήμα της τυπικής λογικής.                                                                                  (Κι εγώ υπενθυμίζω ότι αυτό είναι το αποτέλεσμα της συμφιλίωσης της διαλεκτικής με τον ορθολογισμό που υπεσχέθει ο Χέγκελ).  Ακόμα η αντίθεση  Διαλεκτικής κι Αναλυτικής διαδικασίας που επιχειρείται, δεν ισχύει, αφού η αναλυτική είναι διαδικασία της Λογικής, ενώ η Διαλεκτική είναι είδος Λογικής).
                                                                                                                                                                             Εγώ λέω: Η επιστημονικότητα την οποία προσπαθεί να οργανώσει ο οδηγός μας, δεν είναι ασφαλής. Πρώτα γιατί η Διαλεκτική δεν μπορεί χωρίς αναλυτική διαδικασία και μάλιστα ως αντιφατική, διέπεται από καταλυτική-συνθετότητα όντας αναλυτικο-συνθετική. Ακόμα κανείς συλλογισμός και καμιά λογική δεν μπορεί χωρίς αναλυτική και συνθετική δραστηριότητα. Χωρίς αυτές δεν θα υπήρχαν Κατηγορίες ή Λογική μέθοδος για την αναζήτηση των φαινομένων, αλλά και της πραγματικότητας. Βέβαια κι ο οδηγός μας δείχνει ότι η λογική μπορεί να παίρνει διαφορετικές μορφές και ανάλογες μεθόδους, αλλά αυτό δεν μπορεί να είναι το κρείττον στην διαπραγμάτευση αυτή αφού είναι και κάτι ολοφάνερο. Δεν πρέπει να ξεχνιέται ότι στη Διαλεκτική η αντίφαση είναι γενεσιουργός, ενώ στον ορθολογισμό είναι στοιχείο ψεύδους κι έτσι η (Αρχή της ΜηΑντίφασης) δεν μπορεί ποτέ να παραβλέπεται, ούτε θετικά ούτε αρνητικά.
                                                                                                                                                                                 Και συνεχίζει: Στον Σέλλινγκ το πεπερασμένο δεν υπακούει τόσο σε μια λογική ιεράρχησης του απείρου.
                                                                                                                                                                           Κι αναρωτιέμαι: Μήπως πρέπει, όταν μιλάμε να μπορούμε να συνεννοούμεθα ή πρέπει να βρίσκουμε τρόπο, αυτή συνεννόηση να γίνεται μέσα από κάποιο σιβυλλικό αποφαντικό ιδίωμα, ώστε να μοιάζουμε ηρακλειτικοί ή εγελιανοί και να γίνεται ακανθώδης;           Το τέχνασμα του λέγειν ότι “το πεπερασμένο πρέπει να υπακούει ή όχι σε μια λογική ιεράρχησης του απείρου; γιατί χαρακτηρίζει ότι το πεπερασμένο δεν είναι εγγενές στο άπειρο, όσο παρουσιάζεται αποκύημα-απόσχιση γόνιμης αντίφασης στο εσωτερικό του”, δεν ωφελεί. ―Σύμφωνα με τον Αναξίμανδρο ο οποίος πρώτος όρισε την έννοια του απείρου, "άπειρο είναι το πεπερασμένο σε αέναο γίγνεσθαι" (κάτι σαφέστατο).
                                                                                                                                                                           Κι ο οδηγός μας εξηγεί: Συναφώς η φύση είναι ταυτόχρονα παθητική κι ενεργητική, προϊόν και παράγωγο, δράση και δημιουργική δύναμη, που όμως φέρνει τη σφραγίδα της ατέλειας ή ελλειπτικότητας στη παραγωγή της. Η άμεση αυτή εξάρτηση του παραγωγού απ’το προϊόν του, ορίζει και τη δομή της αντίφασης κατά τον Σέλλινγκ.
                                                                                                                                                                         Κι εγώ αναρωτιέμαι: Είναι αυτή η εξήγηση ή ο ορισμός της αντιφατικότητας του πεπερασμένου ένα κατόρθωμα του Σέλλινγκ (όπως παρουσιάζεται εδώ;)  Εδώ και 2500 χρόνια η αντιφατικότητα του γίγνεσθαι έχει τελεσίδικα καθοριστεί και διερευνηθεί στη διαμάχη Παρμενίδη κι Ηράκλειτου οι οποίοι δεν άφησαν χώρο για περαιτέρω διευκρινίσεις κι εμείς ζητάμε απ'τον Σέλλινγκ να μας φωτίσει;                                                                                                                                                                                                Και συνεχίζει: Παρόμοια ο κόσμος ως διαλεκτική ενότητα μιας θετικής και μιας αρνητικής αρχής, “δεν είναι παρά εικόνα και μάλιστα εικόνα μιας εικόνας, μηδέν-μηδενός”. Αυτό προϋποθέτει ήδη τη σχέση Είναι-Φαίνεσθαι, ένα “πνεύμα” που για να είναι, έχει ανάγκη από διαδοχικές εμφανίσεις. Και μας διευκρινίζει: Η ενότητα της θετικής και αρνητικής αρχής είναι μια εικόνα μέσα στην εικόνα, δηλαδή μηδέν μηδενός. Κάτι που είναι ένα πνεύμα μια σχέση Είναι-Φαίνεσθαι, που έχει ανάγκη διαδοχικών εμφανίσεων.            
                                                                                                                                                                        Κι εγώ αναρωτιέμαι: Είναι αυτή η αλλαμπουρνέζικη διατύπωση επεξηγηματικός προσδιορισμός της γενεσιουργού αντιφατικότητας, ή σκόπιμη συσκότιση;
                                                                                                                                                                               Και συνεχίζει: Πράγματι στον Χέγκελ η πρόσβαση στο απόλυτο (ταυτόσημο) γίνεται μέσα από μια φαινομενολογία: το απόλυτο θα έχανε την ουσία του, αν δεν έβγαινε από τον εαυτό του ή αν δεν πραγμάτωνε τον εαυτό του με την εμφάνιση· σε σημείο που η αυτοπαρουσίαση αυτή του πνεύματος να μην είναι αποτέλεσμα μιας δράσης του απολύτου, αλλά το ίδιο το απόλυτο.
                                                                                                                                                                       Ας δούμε την αξία αυτής της απόφανσης: Εδώ μιλάμε για απόλυτο, το οποίο δεν υπάρχει αφού αναδύεται, μέσα απ’την φαινομενικότητά του. Αυτό το απόλυτο λοιπόν δεν μπορεί παρά, για να είναι απόλυτο, να βγαίνει απ’ τον εαυτό του και άρα να αίρεται όντας άλλο, αρνούμενο τον απόλυτο χαρακτήρα του.  Δηλαδή έχουμε ένα απόλυτο το οποίο για να είναι τέτοιο, πρέπει να μην είναι τέτοιο κι αυτό είναι η ανατομία της αντίφασης του απολύτως τίποτα. Λοιπόν τι κερδίσαμε απ’αυτή την αντιφατική διαπραγμάτευση; Τον ορισμό της αντίφασης του τίποτα, που είναι κι ο μοναδικός ορισμός της αντιφατικότητας του απολύτου, ο οποίος οδηγεί πάντα σε κυκλική φαυλότητα του τίποτα.
  Η διαλεκτική απεχθάνεται μετά βδελυγμίας κάθε απόλυτο, κάθε αιώνιο, κάθε αναλλοίωτο· ακόμα και το άμορφο, γιατί η πραγματικότητα πρέπει να φαίνεται, ενώ το απολύτως ανύπαρκτο, όχι. Και ακριβώς αυτός είναι ο Λόγος που το Μηδέν δεν νοείται, αλλά ούτε λέγεται, όπως όρισε ο Παρμενίδης πριν δύομισι χιλιετίες, οργανώνοντας πάνω εκεί τον συνειδητό ορθολογισμό, ως αντίθετο στη Διαλεκτική του Ηρακλείτου. Κι εμείς ακόμα ψαχουλεύουμε στα σκοτεινά.
                                                                                                                                                                             Και συνεχίζοντας τη διαπραγμάτευση του Σέλλινγκ, λέει:  Βασικό πάντως παραμένει το ερώτημα για μια Διαλεκτική που καταφάσκει την αλλαγή, την κίνηση ή τη διαδικασία του συμπλέγματος ομοιότητας-διαφοράς, κατά πόσο εκφράζει το ίδιο το πραγματικό ή υποβάλλεται απλώς ένα τυπικό μέσο ικανό να τεθεί σ’ οποιαδήποτε εφαρμογή.  Συναφής είναι κι η απορία που εκτοπίσθηκε κάπως βιαστικά απ’τον πρώιμο, γαλλικό κυρίως στρουκτουραλισμό, «αν η αρνητικότητα, -κύριο γνώρισμα μιας τέτοιας Διαλεκτικής-, υπηρετεί μια σκέψη της διαφοράς ή συντηρεί, παραδόξως την παλιά λογική της Ταυτότητας».
                                                                                                                                                                        Εγώ λέω ότι: Εδώ έχουμε μιαν άποψη που αυτοκαταρρέει.     Η Διαλεκτική πρέπει να καταφάσκει μέσα απ’τη δράση της: την αλλαγή, την κίνηση και τη διαδικασία ομοιότητας-διαφοράς, αλλά επειδή αντιφάσκει, την αρνείται κιόλας. Έτσι βρίσκεται σε μια συνεχή καταφατική-άρνηση, δηλαδή η ίδια η διαδικασία αλλαγής, αρνείται-καταφάσκοντας την Ταυτότητα· βρίσκεται σε συνεχή διαδικασία καταλυτικής-συνθετότητας, Είναι-ΜηΌντας κι έτσι είναι σε συνεχή εναλλαγή διατήρησης κι άρσης της Ταυτότητας. Η αντίφαση δεν προϋποθέτει την εξαφάνιση της Ταυτότητας, αλλά τη συνεχή άρση κι αναγέννησή της. Έτσι καμιά προσπάθεια προσδιορισμού της διαλεκτικής, δεν μπορεί να παραβλέψει την αντιφατικότητά της, γιατί εκεί γεννιέται η κίνηση κι η υλικότητα, όντας αυτή η ίδια μια καταλυτική-συνθετότητα που μέσα της οριοθετείται το Γίγνεσθαι. Μια αντίφαση, η οποία δεν αντιφάσκει για να ενδυθεί την ορθολογική νομιμότητα, αντινομεί, θέλοντας ένα γίγνεσθαι προκαθορισμένο τετελεσμένο και σταθερό στα όρια της δικής μας μίζερης ορθολογικής αντίληψης.  Ένα γίγνεσθαι με κίνηση χωρίς αλλαγή ή με κίνηση χωρίς γίγνεσθαι, δηλαδή ένα φαινομενικό γίγνεσθαι.    Έτσι δεν είναι τυχαίο ότι οι μεγάλοι Ευρωπαίοι στοχαστές, μαγεμένοι από την φαινομενικότητα του γίγνεσθαι της καθημερινότητας του Παρμενίδη, έκαναν αυτή "την αντίληψη του τίποτα", επιστήμη και βασικό κινητήρα της φιλοσοφίας.      Σε κάθε τι αναζητούν τη φαινομενικότητά του κι από κει τις αιτίες αυτής της φαινομενικότητας, που ανάγονται σε κάποια αιώνια κι αναλλοίωτη Αλήθεια. Κι αυτό δεν είναι άλλο απ'τον Ορθολογισμό, στον οποίο με λαχτάρα επιδιώκουν να ποδηγετήσουν την Διαλεκτική, αφαιρώντας της ό,τι θεωρούν πως της δίνει το δικαίωμα ν’ αυθαδιάζει στην θεία τάξη της νόησης.          Από τότε λοιπόν που άρχισε αυτό το νοητικό γαϊτανάκι της Λογικής απ’τους Ηράκλειτο και Παρμενίδη, οι μεγάλοι διανοητές εδώ και 2500 χρόνια στροβιλίζονται στα χρυσά νήματά του. Κανείς όμως δεν κατάφερε να του δώσει ένα τέλος, ίσως γιατί είναι η ίδια η ατέρμονη ζωή που το στροβιλίζει. Από τη μια η φουρτούνα της ζωής κι απ’ την άλλη το λιμάνι της βεβαιότητας, την οποία συνεχώς διακυβεύουμε για να είμαστε άνθρωποι. (Από τότε που κάποιοι μεγαλειώδεις πίθηκοι αποφάσισαν την τρέλα της καθόδου από τα κλαδιά των δέντρων κι ακόμα πορεύονται στο άγνωστο του πολιτισμού, κάποιοι αποκαταστημένοι σε περίοπτες θέσεις ασφαλείας πάνω στα δέντρα τους χλευάζουν περιγελώντας ειρωνικά. Το βλέμμα τους όμως μαζί με τη ειρωνεία έχει δέος.

Ο συγγραφέας: Στα κείμενα που ακολουθούν κι έχουν επίκεντρο τη Διαλεκτική ή ακόμα σκέψεις μ’ αφετηρία το πρόβλημα της Διαλεκτικής, συνδέονται με την φιλοσοφία μερικές  απ’ τις σημαντικότερες εκφάνσεις του διαλεκτικού Λόγου.
                                                                                                                                                                                 Εγώ όμως θα σταματήσω εδώ, γιατί νομίζω ότι το έργο δεν έχει να προσφέρει κάτι έξω από ακαδημαϊκή πλήξη. Η οποία στους σχολαστικούς κύκλους, είναι η φιλοσοφία καθαυτή μέσα απ’την αναδιάταξη ενός μεγαλοπρεπούς λόγου τον οποίο αυτοί οι κύκλοι απολαμβάνουν στο έπακρο, ενώ εγώ καταποντίζομαι στο βάραθρο της πλήξης.
     Όμως, μολονότι συνταξιούχος, προσέφερα το βαλάντιό μου, αγοράζοντας αυτό το κοπιαστικό πόνημα και με χαρά έκανα το δημιουργικό καθήκον μου για μια κρίση. Η κρίση μου είναι εκδικητική και κακεντρεχής αλλά οπωσδήποτε τίμια. Υπολείπεται μόνο στο ότι δεν επιμένει μέχρι το τέλος. Πάντα σ’ ένα τέτοιο κείμενο ο αναγνώστης ό,τι βρίσκει, είναι πολύ περισσότερο χρήσιμο από άχρηστο για μελέτη κι οπωσδήποτε μαθαίνει.  Είμαι όμως πολύ γέρος ν’ αναλώσω τον εαυτό μου σε κάτι που δεν με συναρπάζει. Και σ’ αυτό μάλλον φταίει ότι διάγω την όγδοη δεκαετία άρα, αυτό είναι πολύ αρκετό για μένα. Έχω βρεθεί σε συζητήσεις περί διαλεκτικής, αλλά και σε διεκδικήσεις στους δρόμους στο πλευρό της αριστεράς πάνω από 60 χρόνια.  Κλείνοντας τη διαπραγμάτευση υπενθυμίζω κατάτην συνήθειά μου, ως επίλογο κάποιες αποφάνσεις αρχαίων διαλεκτικών διανοητών, ώστε εμείς οι νέοι να είμαστε σεμνότεροι και σκεπτικότεροι. Να είμαστε όπως είπε ο Νίτσε: Ζωηροί και βαθείς στη μάχη χορευτές, στους πολεμιστάδες, οι ευθυμότεροι, στους νικητάδες οι σκεπτικότεροι.
  1. Η μεγάλη ευθεία οφείλει να είναι κυρτή.
  2. Η ευθεία είναι αποτέλεσμα περιστροφής.
  3. Το κινούμενο ευθύγραμμα κι ομαλά θα γυρίσει στη θέση που ξεκίνησε. Έτσι φεύγει-επιστρέφοντας.
  4. Ο κύκλος είναι πολύγωνο απείρων γωνιών.
  5. Στον ίδιο ποταμό μπαίνουμε και δεν μπαίνουμε, είμαστε και δεν είμαστε. Την ίδια ουσία δεν ξαναγγίζουμε, γιατί όλ’αλλάζουν βίαια και γρήγορα, φεύγουν-επιστρέφοντας, απλώνουν-μαζεύοντας, καταλύονται-συντιθέμενα, Είναι-μηΌντας.
   6. Όλα μετατρέπονται σ’αείζωον πυρ κι αυτό σ’όλα, όπως τα εμπορεύματα σε χρυσό κι ο χρυσός σε εμπορεύματα.
   7. Το κινούμενο δεν κινείται, ούτε στον τόπο που βρίσκεται, ούτε στον τόπο που δεν βρίσκεται.
  8. Ό,τι τείνει προς στο μηδέν, τείνει συγχρόνως προς το άπειρο. Το ακαριαίο είναι συγχρόνως και ακίνητο.
  9. Το ίδιο το φως είναι σκοτεινό.
10. Αρχή και στοιχείο των όντων είναι το άπειρο.
11.Το απόλυτα άπειρο είναι πεπερασμένο. Το πεπερασμένο είναι δυναμικά άπειρο. Το τέλειο είναι ατελές.
    Επίσης, μολονότι θεωρώ τη Διαλεκτική αντιφατική, λόγω εμμονής των ιδεαλιστών για την ύπαρξη και μιας αντιθετικής, καταχρηστικά δεχόμαστε ότι είναι δύο:
       Α. Η αντιθετική διαλεκτική η οποία δέχεται ότι ο κόσμος κι η λογικο-γλωσσική σύνταξη που τον περιγράφει, στο απώτατο βάθος συντίθεται από σειρά αναλλοίωτων στοιχειωδών  εσχάτων,  (γνώσιμων ή όχι),  που  αλληλεπιδρούν, χωρίς να παραβιάζουν τα έσχατα όρια μεταξύ τους.   Αυτά συνιστούν αντικειμενικό ορθολογικό δυναμικό-διαφορικό σύστημα, το οποίο έχοντας απόλυτους όρους λειτουργίας, προϋποθέτει από μια στιγμή και μετά, την επ’ άπειρο επανάληψη συγκεκριμένης, πεπερασμένης, τετελεσμένης, προδιαγεγραμμένης, σειράς παιγνίων, τα οποία μπορούν να ονομαστούν «συνθετικά πρότυπα του τέλους». Τα παίγνια αυτά, που είναι και τα όρια του συστήματος, υπάρχουν ιδεατά εκ των προτέρων, περιμένοντας την πραγματοποίησή τους απ’ την ακολουθία της λειτουργίας του συστήματος. Ο Αριστοτέλης τη διαδικασία αυτή, είχε ονομάσει Εντελέχεια. Αυτό το τελεολογικό, τετελεσμένο, πεπερασμένο, κλειστό σύστημα, ορθολογικής αντικειμενικότητας, που έχει όρους κι όρια απόλυτα προκαθορισμένα, προϋποθέτει την ύπαρξη Κόσμου Ιδεών, του οποίου το φαινομενικό γίγνεσθαι αναμένει ν’ αναφανεί απ’ την εξέλιξη της λειτουργίας αυτού του ορθολογικού δυναμικού συστήματος.
    Β. Η Αντιφατική Διαλεκτική, η οποία δέχεται ότι στο βάθος ο κόσμος κι η λογικο-γλώσσική σύνταξη που τον περιγράφει, είναι Όλον σε συνεχή εξέλιξη. Γι’ αυτό δε συντίθεται από έσχατα, αναλλοίωτα στοιχειώδη, αλλ’ από αντιφατικά κι αυτοαναιρούμενα, τα οποία αλληλεπιδρώντας, δεν αφήνουν απαραβίαστα περιθώρια μεταξύ τους. Εδώ για να υπάρχει Κάτι, καταλύεται-συντιθέμενο από υπογεγονότα κατώτερου επιπέδου, που κι αυτά με τη σειρά τους και τον ίδιο τρόπο, καταλύονται-συντιθέμενα κι αυτό επ’ άπειρο. Δηλαδή ως το έσχατο επίπεδο, (τον πυθμένα του κόσμου, όπως τον έδειξε ο Ζήνων), όπου τ’ αντιφατικά στοιχειώδη τείνοντας για μηδενικό μέγεθος, τείνουν συγχρόνως για άπειρο, όντας ακίνητα κι ακαριαία, μηδενικά κι άπειρα συνθέτοντας την Αντιφατικότητα  Γυμνή ή το Εν Δυνάμει Είναι.      [Για να έχει κάποιο στοιχειώδες καταλυτικο-συνθετική φύση, πρέπει υπό μορφή στοιχειωδών ενέργειας, (κβάντα, πυρίδία ή αείζωο πυρ), να διέρχεται εντός του συνεχής ροή-αντιρροή υπογεγονότων, τα οποία περνώντας μέσα απ’ το γεγονός, αναχωρούν για το Σύμπαν, επιστρέφοντας συγχρόνως στο γεγονός απ’ όπου ξεκίνησαν. Μ’ αυτό τον τρόπο καταρχήν αλληλεπιδρούν σταδιακά με γεγονότα του εγγύτερου περιβάλλοντος, μετά μ’ αυτά του απώτερου και τελικά με το Σύμπαν, που είναι ο Απώτατος-Άλλος εαυτός, ο έσχατος συμπαντιακός του αντίλογος, που εξαιτίας του τα πορευόμενα υπογεγονότα αλλάζουν κι επιστρέφοντας, ν’ αλλάζουν και το ίδιο το γεγονός. Επειδή όμως το σύμπαν των διαλεκτικών προσωκρατικών είναι άπειρο, η διαδρομή αναχώρησης-επιστροφής των υπογεγονότων στο σύμπαν, δεν είναι κυκλική, αλλά πυκνή σπειροειδώς ελλειπτική. Έτσι τα υπογεγονότα επιστρέφοντας στην θέση που ξεκίνησαν, δεν επαληθεύουν το καταλυτικο-συνθετικό γεγονός που βρίσκεται εκεί απόλυτα, αλλά το επαληθεύουν-διαψεύδοντάς το, σιγά-σιγά λίγο πιο κει και λίγο διαφορετικό, κάνοντάς το να είναι Αυτό-Άλλο-Αλλού. Και επειδή το καταλυτικο-συνθετικό γεγονός αλλάζει ταυτότητα, αλλάζοντας συγχρόνως και συνεχώς θέση, ουσιαστικά δεν κινείται σε κάποιον ανεξάρτητο χώρο, ούτε κατά τη διάρκεια κάποιου ανεξάρτητου χρόνου, αλλά κινείται εντός του εαυτού του. Κι επειδή τα όρια του αντιφατικού στοιχειώδους, συνεχώς παραβιάζονται απ’ τον εαυτό τους ταξιδεύοντας στο σύμπαν, περιέχουν δυναμικά και στιγμιαία κάθε φορά μ’ έναν δικό τους δυναμικό τρόπο κι ένα ολοκληρωμένο πρόσωπο του Όλου. Ο τρόπος αυτός είναι ο κώδικας του κόσμου, όπως είναι κάθε στιγμή γεγεγραμμένος στο κάθε συγκεκριμένο καταλυτικο-συνθετικό γεγονός κατά την διάρκεια της αναχώρησης-επιστροφής  των υπογεγονότων του  (των αντιφατικών στοιχειωδών του) στο σύμπαν και την αλληλεπίδρασή του μ’ αυτό. Δηλαδή, όπως το γεγονός έχει εξελιχθεί ως την στιγμή της μορφοποίησής του, περιέχοντας με τρόπο δαιδαλώδη και παράκεντρο όλα τα πρόσωπα και τις στιγμές του ως τότε κόσμου. Αντιφατικά ο κόσμος είναι Ένα Ανοικτό Λογικο-γλωσσικό Όλον, σε συνεχές Γίγνεσθαι, τα στοιχειώδη του οποίου περιέχουν το ανεπανάληπτο κι εν το δυνάμει άπειρο, ως αποτέλεσμα της εξέλιξής του.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΔΗΜΗΤΡΗ ΠΑΤΕΛΗ: Ο ΧΕΓΚΕΛ, ΤΟ ΓΙΓΝΕΣΘΑΙ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΣΚΕΨΗΣ ΚΑΙ Ο ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΟΣ ΥΛΙΣΜΌΣ

Ο ΙΛΙΕΝΚΟΦ ΚΑΙ Η ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΛΟΓΙΚΗ