ΤΟ ΤΣΙΡΚΟ ΤΩΝ ΜΑΓΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΜΙΜΩΝ

ΤΟ ΤΣΙΡΚΟ ΤΩΝ ΜΙΜΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΜΑΓΩΝ.
                        
Ο Φ. Φελίνι στο πρωτοπορειακό κινηματογραφικό έργο ¨Φρεντ και Τζίντζερ¨,  διηγείτο με τον δικό του θαυμάσιο τρόπο την ιστορία ενός θίασου-τσίρκου όπου παρουσιάζοντο με μεγάλη επιτυχία σε ένα κοινό που τους λάτρευε, εξαιρετικοί μίμοι και μάγοι. Φυσικά οι μίμοι παρίσταναν διακεκριμένους καλλιτέχνες εν δράσει και οι μάγοι παράλληλα ασκούσαν περίτεχνα την τέχνη της οφθαλμαπάτης και της εξαπάτησης του κοινοί.
      Μήπως η ζωή μιμείται την τέχνη;
Μολονότι όταν είδα την ταινία ήμουν νέος, γνώριζα ότι ζούμε σ’έναν κόσμο κομψής και άκομψης απάτης, όπου η προπαγάντα απ’τη μια κι η βία απ’την άλλη έπαιζαν το δικό τους ρόλο στη διαμόρφωση αυτού του κοινωνικού θίασου, την θεώρησα προφητική:  Το σχολείο και οι κοινωνικές ιεραρχίες φρόντιζαν φιλικά ή βίαια να δημιουργούν ένα κοινωνικό “εκκλησίασμα” το οποίο να αφομοιώσει ”αμάσιτα” και χωρίς καμιά κριτική επεξεργασία ότι του σερβίρουν και γι’αυτό να έχει απεγνωσμένα την ανάγκη της ερμηνείας του κοινωνικού γίγνεσθαι και του κόσμου από τους "σοφούς αναλυτές" και τους διδασκάλους.
      Ο παπάς, ο καθηγητής, ο δικαστής, ο αστυνόμος, ο πολιτικός ανέλαβαν το πρώτο στάδιο αυτού του καθήκοντος.  Επειδή όμως ήλθαν οι καιροί που αυτό δεν αρκούσε, και το εκκλησίασμα έθετε ερωτήματα, ανέλαβαν δράση τα ανώτερα κλιμάκια αυτής της διαδικασίας διαφωτισμού:  Ο απατεώνας-μάγος θεολόγος, που βάζει στο στόμα του το Λόγο του θεού, αφού χωρίς άλλη συζήτηση, δείχνει στο εκκλησίασμα την ανικανότητά του να τον κατανοήσει, αλλά και την ανικανότητα του ίδιου του Θεού να ερμηνεύσει τον Δικό του Λόγο στο εκκλησίασμα. Έτσι γίνεται άμεσα φανερό ότι τόσο το εκκλησίασμα όσο και θεός έχουν ανάγκη από ένα είδος μεσάζοντα, ενός ενδιάμεσου ερμηνευτή, δηλαδή του θεολόγου.  Όταν λοιπόν κάποιοι εγείρουν περί αυτού αντιρρήσεις, υπάρχει ο ιεραρχικός μηχανισμός που με την βοήθεια της πολιτείας δικάζει και καταδικάζει τους αιρετικούς, παλιά στην πυρά και τώρα αναλόγως των συνθηκών στη φυλακή ή την απαξίωση.
      Στην πολιτική αναλαμβάνουν τα “μέσα ενημέρωσης”, των οποίων οι δημοσιογράφοι, τη δραστηριότητα ενημέρωσης έχουν σιγά σιγά μετατρέψει σε πολιτική και οικονομική ανάλυση. Αυτοί κάνοντας μιαν συνεχή πλύση εγκεφάλου στο ακροατήριο-εκκλησίασμα το πείθουν ότι δεν μπορεί να έχει δική του γνώμη για ότι το αφορά, προβάλλοντας συνεχώς τις απόψεις πολιτικών εγκάθετων και διεφθαρμένων.
     Αυτό βέβαια δεν είναι κάτι νέο για να μας εκπλήσσει. Ένα μέρος όμως από το εκκλησίασμα, τους έχει καταλάβει κι αντιδρά προσπαθώντας να οργανώσει τις σκέψεις προς διαφορετική κατεύθυνση. Ψάχνοντας λοιπόν για σωτήριες λύσεις, καταλήγει ξανά και ξανά στην αλλαγή του πολιτεύματος.
     Επειδή βασικά κύτταρα της κοινωνικής αντίστασης και αλλαγής είναι η πολιτισμική ανάπτυξη του λαού δηλαδή η τέχνη και η φιλοσοφία, η κοινωνική ιεραρχία στρέφεται “ερμηνευτικά” και “κριτικά” εναντίον τους.  Εδώ λοιπόν επιστρατεύεται το τσίρκο των διαλογικο-φιλοσοφικών μίμων, οι οποίοι την “Ιστορία της Τέχνης” και την ιστορία της “Τέχνης της Νόησης και της Ηθικής”, δηλαδή της φιλοσοφίας, έχουν μετατρέψει σε “ερμηνευτική-διαφωτιστική” τέχνη, ως νέο είδος πλέον φιλοσοφίας και τέχνης.  Για να γίνει αυτό αναγκαίο οδήγησαν, με τη βοήθεια των μέσων ενημέρωσης, βίαια την τέχνη και τη φιλοσοφία, σε ανόητες δυσνόητες και αντιαισθητικές κατασκευές, ώστε το εκκλησίασμα να έχει την ανάγκη μιας ερμηνείας όσο και το όπιο.  Έτσι ενώ οι πρωτογενείς Δημιουργοί τέχνης και νόησης συνήθως ψοφοπεινάνε, οι περί την τέχνη και φιλοσοφία ιστορικοί-ερμηνευτές ευημερούν αρκεί να προσφέρουν τη σύγχυση, τη διαστροφή και την ανοησία.
     Μετά απ’αυτούς έρχονται οι μάγοι με τη μορφή οικονομο-πολιτικών αναλυτών. Αυτοί αναλαμβάνουν, το σωστό να δείξουν λάθος και την καταστροφή, σωτηρία.  Βέβαια οι απόψεις τους δεν είναι άτοπες, αφού όταν μιλάνε για σωστό δεν εννοούν το σωστό για το λαό, αλλά για τα υψηλά ιστάμενα μέλη της κοινωνικής “ιεραρχίας”.
     Αυτοί σε κάθε κοινωνική αλλαγή για το καλό του λαού, αγωνίζονται ν’αναδείξουν τους τεράστιους κινδύνους που ελλοχεύουν, τους οποίους μάλιστα με “αναμφισβήτητα επιχειρήματα”, μεγιστοποιούν δείχνοντάς τους ως απροσπέλαστους.
    Κάνουν δηλαδή ότι ακριβώς έκαναν αυτοί που είχαν την αρχαιότητα “μηδίσει”, αυτοί που είχαν επί τουρκοκρατίας “τουρκέψει” και οι γερμανοτσολιάδες που επί γερμανικής κατοχής είχαν προδώσει. Είχαν κι αυτοί τα ίδια επιχειρήματα· δηλαδή ότι ο δρόμος της ανατροπής και της εξέγερσης είναι επιζήμιος για το λαό και την πατρίδα. Βέβαια αυτοί λαό εννοούσαν τον εαυτό τους και πατρίδα τις κλίκες τους που δεν είχαν πληγεί αλλά ευημερούσαν, ενώ αντίθετα ο ίδιος ο λαός υπέφερε.

ΠΕΡΙ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ

Ο σύγχρονος ιδεαλισμός πατώντας πάνω στο “cogito ergo sum” του Καρτέσιου, όπου ο διανοητής αμφιβάλλει για όλα εκτός από το ότι αμφιβάλλοντας Νοεί ως Εγώ Καθαυτό, πέρασε στη μεταφυσική του Καντ.  Ο Καντ για να δώσει επιστημονική υπόσταση στη Μεταφυσική, μετέτρεψε την πλατωνική αντίληψη “περί του κόσμου των ιδεών” σε "εκ των προτέρων γνωστική δυνατότητα του ανθρώπου” και μέσω αυτής “ανέβασε” τον ορθολογισμό του Αριστοτέλη σε “Καθαρή Λογική”.  Από τότε, για τους απανταχού ιδεαλιστές, η Μεταφυσική επέκτησε υπόσταση αναμφισβήτητη και πατώντας πάνω της δημιούργησαν πολλές φιλοσοφικές σχολές, οι οποίες παρεξέκκλιναν στο σολιψισμό ή ακόμα και στο σκοτεινό χώρο της ψυχής και της ψυχολογίας. Από τότε η φαινομενικότητα της καθημερινότητας δηλαδή του υλικού γίγνεσθαι που ο Παρμενίδη θεωρούσε απατηλή, απλώθηκε στην ιδεαλιστική φιλοσοφία σαν χολέρα. Στη συνέχεια με την “επιστήμη της λογικής” του Χέγκελ και με την επανεμφάνιση της αμφιβολίας για την αξία της εμπειρίας και των φιλοσοφικών αντιλήψεων του Πύρρωνα του Ηλείου, με τη στάση “εποχής” (τήρησης στάσης αναμονής και απόστασης από την εμπειρική αμεσότητα και από κάθε φιλοσοφικό δογματισμό για την ερμηνεία του κόσμου), γεννήθηκε απ’τον Χούσσερλ η “Φιλοσοφία της Φαινομενολογίας” ως  ομώνυμος και αυτοτελής πλέον κλάδος της φιλοσοφίας.
      Στη συνέχεια, με τη συμμετοχή στη φιλοσοφία μεταχριστιανικών αντιλήψεων περί ψυχής και με τη συμβολή της “επιστήμης της ψυχολογίας” του περασμένου αιώνα, όλα θα μπορούσαν να είναι δυνατά στη φιλοσοφία. Επί τέλους “ο θάνατος της αλήθειας” μπορούσε πια να έχει “επιστημονική” υπόσταση, αφού η αναζήτησή της θα περνούσε μέσα από τους ενδοϋποκειμενικούς δρόμους της “καθαρής συνείδησης”, η οποία ως καθαρή θεωρείτο προεμπειρική, ανοίγοντας για όλα το δρόμο ενός υποδόριου σολιψισμού.   Από κει και πέρα, η εμπειρική αλήθεια που μας παρέχει η φύση και με την οποία ερχόμαστε σε άμεση επαφή, θεωρήθηκε φιλοσοφικά αμφίβολη, ενώ η θεωρούμενη ενδοϋποκειμενική εννόηση της καθαρής συνείδησης η οποία υπαγορεύετο από την αλήθεια της μεταφυσικής και της ψυχολογίας, αναμφίβολη.  Έτσι η κριτική, παίζοντας ανάμεσα από τη μεταφυσική και την καθαρή συνείδηση, ότι ήθελε πια το μπορούσε. Μ’ένα τέτοιο οπλοστάσιο στη διάθεσή τους, Μίμοι και Μάγοι αλαλάζοντας ανέλαβαν να κατεδαφίσουν τη φιλοσοφία και να διαστρεβλώσουν τη Λογική, το Δίκαιο, την Ηθική και την Αισθητική.
      Όλα έπρεπε από κει και πέρα, κρυφά ή φανερά, έντεχνα ή βίαια, να περνάνε μέσα από τον νεο-ιουδαικό-χριστιανικό καθετήρα του ψυχο-ιδεαλισμού.   Εκεί τίποτα δεν εκτιμάται φιλοσοφικά και γνωσιολογικά χωρίς την ενδοϋποκειμενική εννόηση και την Καθαρή Συνείδηση, μολονότι η επιστήμη συνεχίζει να κάνει άθλους, αποδεχόμενη βέβαια την πιστότητα της εμπειρικής υλικότητας.
     Αναρωτιέται λοιπόν κάποιος, “τι χρειάζεται σύγχρονη ιδεαλιστική φιλοσοφία” που διδάσκεται και επιδοτείται στα σύγχρονα πανεπιστήμια;      Η απάντηση είναι η εξής:
     Η οικονομική ιεραρχία χρησιμοποιεί τον ρεαλισμό στις επιστημονικές μεθόδους, αλλά στις κοινωνικές σχέσεις θέλει τη σύγχυση και τον παραλογισμό για να μην υπάρχει επίπεδο λογικού διαλόγου και να επιβάλλει τη θέλησή της με τη βία.   Έτσι ο εφιάλτης του πολέμου και της καταστροφής του περιβάλλοντος, η πείνα, η δυστυχία, η χυδαιότητα ως αισθητική κι όλα τα επακόλουθα του ιμπεριαλισμού, να μπορούν να δικαιολογούνται απ’την προπαγάντα των μέσων ενημέρωσης ως ρεαλιστικά κι αναγκαία, ενώ τα αντίθετα ως ουτοπικά.

Κάποιοι πίθηκοι σηκώθηκαν στα πίσω πόδια παραπατώντας κάτω από τη χλεύη και την κατακραυγή, αυτών που σκαρφάλωναν και πηδούσαν με χάρη πάνω στα κλαδιά. Αυτοί προχωράνε ακόμα και χάνονται στο θολό ορίζοντα του πολιτισμού.  
      Κάθε νέα προσπάθεια του όντος “να σηκωθεί στα πίσω πόδια”, θα αντιμετωπίζει πάντα τη χλεύη και την κατακραυγή, αφού οι καθιερωμένοι και οι υψηλά ιστάμενοι της ιεραρχίας θεωρούν πάντα ουτοπικό να πάψουν να είναι “πίθηκοι”.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΔΗΜΗΤΡΗ ΠΑΤΕΛΗ: Ο ΧΕΓΚΕΛ, ΤΟ ΓΙΓΝΕΣΘΑΙ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΣΚΕΨΗΣ ΚΑΙ Ο ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΟΣ ΥΛΙΣΜΌΣ

Ο ΙΛΙΕΝΚΟΦ ΚΑΙ Η ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΛΟΓΙΚΗ

ΣΩΚΡΑΤΗ ΔΕΛΗΒΟΓΙΑΤΖΗ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗΣ