ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗ ΣΤΟ ΜΙΚΡΟ ΔΟΚΙΜΙΟ ΤΟΥ Φ. ΤΕΡΖΑΚΗ "Η ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΚΥΡΙΟΥ ΚΑΙ ΔΟΥΛΟΥ"
ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗ ΣΤΟ ΜΙΚΡΟ ΔΟΚΙΜΙΟ ΤΟΥ ΦΩΤΗ ΤΕΡΖΑΚΗ
“Η ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΚΥΡΙΟΥ ΚΑΙ ΔΟΥΛΟΥ”
ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ ΠΕΡΙ ΚΡΙΤΙΚΗΣ:
Η πρόταση που δεν προκαλεί αντίλογο μπορεί να είναι ευχάριστη, έχει όμως τα χαραχτηριστικά του πολύτιμου αποστειρωμένου φερέτρου, γεμάτου αναμφισβήτητες αλήθειες και ιδεολογικά κειμήλια και γι’αυτό «στολισμένου» με αειθαλή αλλά τεχνητά άνθη. Είναι ένα φέρετρο έτοιμο για την αποτέφρωση. Ας μη θεωρηθεί λοιπόν η κριτική στάση μου απέναντι στο φίλο και διακεκριμένο διανοητή, αλλά και στον ίδιο τον Χέγκελ αλαζονική, άλλωστε για να θεωρείται κάποιος Έλληνας και μάλιστα Διαλεκτικός, σε κάθε Μια πρόταση πρέπει να εγείρει Δύο τουλάχιστον αντιρρήσεις ή ερωτήματα.
Όταν διαβάζω κριτικά αυτό το μικρό δοκίμιο, μολονότι το απολαμβάνω, νιώθω πως κάτι προς κρίση μου διαφεύγει. Ακολουθώντας λοιπόν τους λογικο-συντακτικούς όρους του, το βρίσκω άψογο. Κάτι σαν οχυρό άπαρτο, για το οποίο κάθε κριτική προσπάθειά μου συναντά ένα απροσπέλαστο τείχος οργανωτικής συγκρότησης που με αφοπλίζει.
Όμως "η μεγάλη ευθεία οφείλει να είναι κυρτή". Μολονότι η εργασία αυτή έχει ως προμετωπίδα τη διαλεκτική, βρίσκω ότι απoμακρύνεται απ'τη διαλεκτική λογικο-γλωσσική σύνταξη. Δηλαδή παρασύρεται απ'την ευρω-ιδεαλιστική φιλοσοφική διδασκαλία της βίαιης “επιστημονικοποίησης”, μέσω ενός καταχρηστικού διαχωρισμού εννοιών σε στάδια, κατηγορίες, επίπεδα κλπ, όντας διαποτισμένη από έναν αφόρητο γερμανικό ιδεαλιστικο-ορθολογικό καθωσπρεπισμό, που αναδίδει μιαν έντονη μεταφυσική δυσοσμία γιατί σιτίζεται εκεί που αποπατεί η αληθινή διαλεκτική.
Όλες οι ορθολογικές κατηγορίες επιπέδων για θέματα νόησης ή ψυχολογίας, που θέλουν μέσω ιδιόμορφων λογικο-γλωσσικών συντάξεων να επιστημονικοποιήσουν την Μεταφυσική, θα πρέπει πλέον να αφορούν την “Συγκριτική Ανθρωπολογία”, η οποία πραγματεύεται αντιλήψεις και δοξασίες πρωτόγονων λαών. Δηλαδή θέματα όπως η νόηση, η συνείδηση, η αισθητική, η ενόραση, ή ακόμα η ψυχολογία, δεν μπορούν να οριοθετούνται πια μέσα σε αφηρημένες ιδεαλιστικές λογικο-γλωσσικές συντάξεις, όσο ευφυείς κι αν είναι αυτές, αλλά με τον επιστημονικά αδιάβλητο τρόπο της ανάγνωσης του ανθρώπινου DNA, κι από κει με τις αναλύσεις της πλοκής των εγκεφαλικών δομών. Έτσι οι όποιες ιδεαλιστικές αντιλήψεις περί το Νοείν, αποβιβάζονται από το ά-λογο της Μεταφυσικής οδοιπορώντας μέσα στην φυσική επιστήμη, που είναι η ανάγνωση των δομών της κληρονομικής καταγραφής της παγκόσμιας εξέλιξης μέσα στο ανθρώπινο DNA.
Στην ανάγνωση αυτή, η μεταφυσική αντίληψη της “εκ των προτέρων γνωστικής δυνατότητας του ανθρώπου” μετατρέπεται σε "φυσική κληρονομική γνωστική δυνατότητα", η οποία ενώ φαίνεται να είναι "εκ των προτέρων", δεν είναι άλλο από μια παράλληλη με την εξελικτική πορεία ή εκ των υστέρων εμπειρική κληρονομική δομική συσσώρευση. Αυτή η συσσώρευση είναι όλο το παγκόσμιο γίγνεσθαι όπως καταγράφεται δομικά στο ανθρώπινο DNA.
ΠΩΣ Η «ΕΚ ΤΩΝ ΠΡΟΤΕΡΩΝ ΓΝΩΣΤΙΚΗ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΟΝΤΟΣ» ΑΛΛΑ ΚΑΙ Η ΝΟΗΣΗ, ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΗ ΩΣ ΕΚ ΦΥΣΕΩΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΟΧΙ ΩΣ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ
Αν ο άνθρωπος είναι προϊόν της εξελικτικής πορεία του κόσμου κι όχι θεϊκό δημιούργημα, θα πρέπει ως αποτέλεσμα της παγκόσμιας εξέλιξης να περιέχει στη δομή του κωδικά γεγραμμένες όλες τις στιγμές αυτής της πορείας. Η καταγραφή αυτή είναι συγχρόνως η ίδια η δομή του, ως ιδιάζον λογικο-γλωσσικό σύστημα. Επίσης ίδιος ο εγκέφαλος πρέπει να είναι μια πυκνή δομική κωδική γραφή εμπειρίας και γνώσης αυτής της πορείας μέσα στον άνθρωπο. Όλο αυτό το γίγνεσθαι υπάρχει ως μια μικροδομική καταγραφή «μέσα» μας που είναι το DNA. Αυτός είναι ένας κληρονομικός κώδικας που σε κάθε άνθρωπο έχει στοιχεία που τον κάνουν ιδιαίτερο.
Όπως κάθε μέρος του σώματός μας, έτσι και ο εγκέφαλος είναι αυτός ο ίδιος μια ευμετάβλητη ιδιόμορφη δομική καταγραφή της πορείας του όντος μέσα στον κόσμο. Αυτή είναι η συνεχής συσσώρευση της διαλεκτικής σχέσης της δομής του κληρονομικού κώδικα με το ανά πάσα στιγμή υπάρχον εμπειρικό γίγνεσθαι. Κάθε ενέργεια ή σκέψη, επιτυχία ή αποτυχία τροποποιούν τη δομή του εγκεφάλου που είναι ένας ευμετάβλητος κληρονομικός γνωστικός μηχανισμός, κάνοντας τη δομή του πιο σύνθετη.
Μπαίνοντας η εμπειρία στο γνωστικό μηχανισμό, αναγκαστικά παραβάλλεται με τις ήδη υπάρχουσες αρχαίες εμπειρικές δομές τις οποίες αφυπνίζει-αποκωδικοποιώντας τις. Επειδή μια νέα εμπειρία δεν μπορεί να είναι δομικά γεγραμμένη ολόιδια στον «εκ των προτέρων» κωδικό κληρονομικό μηχανισμό γνώσης (που στην περίπτωση αυτή είναι η δομή του εγκεφάλου), γι’αυτό η αποκωδικοποιήση ακολουθείται από μιαν επανακωδικοποίηση διαμορφώνοντας έτσι λίγο διαφορετικά τη συγγενή δομή που συναντά. Αυτή η αποκωδικοποιημένη και επανακωδικοποιημένη νέα δομή είναι ένα γίγνεσθαι που θα μπορούσε να οργανωθεί σε συνείδηση και αυτή στη συνέχεια σε λογική. Ενώ το ανεπιρρέαστο από νέες εμπειρίες, απύθμενο μέρος του εγκεφάλου στο οποίο οι κληρονομικές εμπειρικές δομές συνεχίζουν να μένουν ακόμα όπως πριν, δηλαδή κωδικές κι ανεξερεύνητες, είναι το αίσθημα η ενόραση και γενικά η αισθητική.
Τα δύο μέρη του εγκεφάλου, το κωδικό και το αποκωδικοποιημένο, όπως όλα τα μέρη του ανθρώπινου σώματος, δεν είναι απόλυτα ξέχωρα μεταξύ τους. Έτσι η συνείδηση συνεχώς αντλεί απ’το απύθμενο μέρος του εγκεφάλου που είναι η Αισθητική, η Ενόραση, το Συναίσθημα, η Φαντασία και αντίθετα. Δεν είναι ποτέ δυνατή καμιά δραστηριότητα αλλά ούτε επιστήμη χωρίς ενόραση κι αισθητική, ούτε είναι ποτέ αρκετή η εμπειρία με μόνο οδηγό την ορθολογική διαδικασία. Κάθε μια νέα επιλογή που ακολουθείται απ’τον παράγοντα του αγνώστου, προϋποθέτει πάντα ένα «άλμα πίστης», για να υπερπηδάμε προσωρινά το κενό γνώσης. Αυτό το «άλμα πίστης» πατά πάντα πάνω στους “εκ των προτέρων” δομικούς μηχανισμούς του εγκεφάλου που εκπροσωπούν την Ενόραση και τη Φαντασία που είναι η Αισθητική.
Υπ'αυτή την έννοια όλοι οι μεγαλοφυείς ιδεαλιστές ευρωπαίοι διανοητές δεν θ’ασχολούντο καν με την Μεταφυσική ή την Ψυχολογία, αφού αυτή «η εκ των προτέρων γνωστική δυνατότητα» που φανερά υπάρχει κι επάνω της στηρίζεται η σύγχρονη Μεταφυσική, ορίζεται σήμερα απ’την επιστήμη ως μια φυσική διεργασία του κληρονομικού οργάνου που είναι ο εγκέφαλος και δεν έχει καμιά δουλειά με μυστικισμό ή μεταφυσική. Υπάρχει λοιπόν μια νευρο-φυσική επιστήμη που ασχολείται με την «ανάγνωση» του DNA και σχετίζεται με τις δομές του ανθρώπινου εγκεφάλου, την οποία χαριτολογώντας μπορούμε να ονομάσουμε «αρχαιολογία του Νοείν».
Ο κόσμος λοιπόν μπορεί να γίνει γνωστός απ’τον άνθρωπο γιατί όλοι οι μηχανισμοί της εξελικτικής πορείας του είναι γενετικά-κωδικά-γεγραμμένοι μέσα στο ανθρώπινο DNA. Αυτή η οντολογική υπόθεση για την κωδική καταγραφή του κόσμου στον άνθρωπο, μπορεί να γίνει κατανοητή ως λογικο-γλωσσική σύνταξη στον ανθρώπινο εγκέφαλο με δύο τρόπους:
Α) Ο ένας είναι ο αντιθετικός-ορθολογικός, όπου η γλώσσα που τον περιγράφει, έχει στο βάθος της ως όρους μια προκαθορισμένη σειρά από έσχατα αναλλοίωτα στοιχειώδη, που όντας αντιθετικά-αντικειμενικά, "διαλέγονται" αλληλεπιδρώντας εξωτερικά, χωρίς να παραβιάζουν τα έσχατα όρια μεταξύ τους. Επειδή το λογικο-γλωσσικό αυτό σύστημα συνίσταται από όρους απόλυτους, λειτουργώντας ως κλειστό, από μια στιγμή και μετά αρχίζει να επαναλαμβάνει για πάντα τον τετελεσμένο εαυτό του. Δηλαδή από τη στιγμή που ετέθησαν οι όροι της λειτουργίας αυτού του λογικο-γλωσσικού συστήματος, όλη η εξέλιξή του είναι προδιαγεγραμμένη τελεολογικά, έχοντας μαζί με τους αρχικούς όρους κι έναν συγκεκριμένο αριθμό τελικών παιγνίων που μπορούν να ονομαστούν «πρότυπα του τέλους», τα οποία παίγνια, απ'τη στιγμή που ετέθησαν οι όροι, είναι εκεί περιμένοντας τη σειρά τους να πραγματοποιηθούν. Αυτά τα «πρότυπα του τέλους» δεν θα διστάζαμε να ονομάσουμε «Ιδέες».
Ένας κόσμος που έχει απόλυτους όρους λειτουργίας και απόλυτα στοιχειώδη, όντας κλειστός, προϋποθέτει την ύπαρξη ενός «κόσμου ιδεών», ο οποίος υπάρχει εκεί απ΄τη στιγμή που ετέθησαν οι όροι λειτουργίας του, περιμένοντας να πραγματοποιηθεί τελεολογικά. Ο κόσμος αυτός βέβαια έχει απόλυτη ανάγκη την ύπαρξη κάποιου θεού.
Β) Ο άλλος, είναι αυτός που αποδέχεται τον κόσμο ως ανοικτό καταλυτικο-συνθετικό γίγνεσθαι, όπου το λογικο-γλωσσικό του σύστημα που τον περιγράφει είναι Όλον σε συνεχή εξέλιξη. Αυτό είναι δυνατόν όταν το σύστημα δεν έχει ως όρους λειτουργίας έσχατα αναλλοίωτα κι απόλυτα στοιχειώδη, αλλ'αντιφατικά στοιχειώδη. Αυτό θα πεί ότι ο κόσμος για να εξελίσσεται αληθινά, δηλαδή να είναι ανοικτός και η κάθε του στιγμή να έχει μέσα της το στοιχείο του ανεπανάληπτου, πρέπει οι όροι λειτουργίας του να έχουν φύση αντιφατική. Στο σύστημα αυτό τα ενάντια αλληλεπιδρούν παραβιάζοντας τα όριά τους, χωρίς ν’αφήνουν περιθώρια αυτονομίας μεταξύ τους.
Για να υπάρχει λοιπόν μια γλώσσα που να περιγράφει λογικο-γλωσσικά αυτό ακριβώς που είναι ο κόσμος μας (εν τω γίγνεσθαι), τα στοιχεία της σύνταξής της θα πρέπει να είναι αυτοαναιρούμενα έχοντας φύση αντιφατική, δηλαδή να συμπίπτει με μιαν αντιφατική-διαλεκτική λογική. Υπ’αυτή την έννοια λοιπόν ο Ορθολογισμός δεν μπορεί να είναι η αδιαμφισβήτητη λογική, αλλά μια δική μας "εκ των προτέρων" επιλογή για την προσέγγιση στο «ανάγνωσμα» της «εκ των προτέρων» δομικής κληρονομικής καταγραφής του κόσμου μέσα μας (του DNA). Επειδή όμως η ορθολογική προσέγγιση δεν συμβαδίζει με την οντολογική αντίληψη ότι ο κόσμος βρίσκεται σε αληθινό και όχι φαινομενικό γίγνεσθαι, έχοντας λογικο-γλωσσική σύνταξη λανθασμένη, ουσιαστικά μας μένει η Διαλεκτική λογικο-γλωσσική σύνταξη που συμφωνεί με έναν κόσμο σε αληθινό και όχι φαινομενικό γίγνεσθαι.
Η διαδικασία ανάγνωσης του DNA σήμερα όπως και όλες οι επιστημονικές διαδικασίες, επιλέγουν να ακολουθούν λανθασμένα τον Ορθολογισμό και την Τυπική Λογική. Ο ορθολογισμός αυτός ενισχυμένος από τον “ολοκληρωτικό και απειροστικό λογισμό” και άλλες μαθηματικές δυναμικές διαδικασίες για να μπορεί να διαχειριστεί καταστάσεις εν τω γίγνεθαι, συγχέεται από κάποιους διανοητές, λόγω της δυναμικότητάς του, με την διαλεκτική. Ο δυναμικός όμως αυτός ορθολογισμός, δεν μπορεί να περιγράψει την αληθινή κίνηση η οποία συμπίπτει με το καταλυτικο-συνθετικό γίγνεσθαι, αφού μέσα στους μηχανισμούς του δεν μπορεί παρά να δέχεται λειτουργικά την ταυτότητα αναλλοίωτη ή την τελική ύπαρξη αναλλοίωτων και εσχάτων στοιχειωδών στις διαδικασίες του. Αντίθετα η διαλεκτική που δέχεται την ταυτότητα σε συνεχή καταλυτικο-συνθετική διαδικασία είναι μια άλλη λογική που στηρίζεται στη αντιφατικότητα του Είναι. Δεν πρέπει όμως να διστάσουμε ν'αποδεχτούμε ότι αυτή δεν έχει πλήρως οργανωθεί ακόμα και ίσως θα είχε παραμεριστεί, αν με την έλευση της κβαντομηχανικής δεν ξανάβγαινε επιτατικά στο προσκήνιο.
[Ο ενδιαφερόμενος περί της αντιφατικής καταλυτικο-συνθετικής ταυτότητας, μπορεί ολοκληρωμένα να ενημερωθεί στην ανάρτησή μου “Διαλεκτική Σκέψη” στο thodoroskavasis.blogspot.com]
Υπ’αυτή την έννοια η εγελιανή "διαλεκτική" προσέγγιση "κυρίου και δούλου", παίρνει μιαν άλλη πιο σύγχρονη και οικουμενική μορφή που φυσικά έχει οργανωθεί απ’τον κλασικό μαρξισμό, ο οποίος έχει πια βίαια αμφισβητηθεί από το κύριο ρεύμα των ευρωμαρξιστών. Η μαρξιστική προσέγγιση στη "διαλεκτική κυρίου και δούλου” συμπίπτει με “την αντιφατική σχέση μισθωτής εργασίας και κεφαλαίου” της οποίας την ανάπτυξη θα προσπαθήσω όσο το δυνατόν πιο συνοπτικά.
(Αν όμως ο αναγνώστης θέλει, μπορεί να ενημερωθεί πιο ολοκληρωμένα στην ανάρτησή μου “Κριτική στην τρέχουσα μαρξιστική κι αντιμαρξιστική ρητορεία) thodoroskavasis.blogspot.com
“ΑΝΤΙΦΑΤΙΚΗ ΣΧΕΣΗ ΜΙΣΘΩΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ”.
Tο κεφάλαιο και η μισθωτή εργασία συνιστούν αντιφατική σχέση,
όπου το ένα γεννά το άλλο, αλλά συγχρόνως το μάχεται κι όλας.
Όταν στις κοινωνίες των πιθήκων οι ιεραρχικά υψηλά ιστάμενοι στροβιλίζονταν με χάρη στα κλαδιά,
κάποιοι, στη βάση της πυραμίδας, σηκώθηκαν και βάδισαν άκομψα παραπατώντας στα πίσω πόδια
υπό την χλεύη και κατακραυγή των καθιερωμένων. Είναι αυτοί που χάθηκαν παραπατώντας στον
ορίζοντα του πολιτισμού και συνεχίζουν ακόμα να βαδίζουν στο άγνωστο. Αυτός ο πίθηκος μπορεί
ακόμα να μας προκαλεί συγκίνηση και δέος. Μας δείχνει ότι τίποτα δεν είναι ουτοπικό ή κοινωνικά
ακατόρθωτο.
Κανείς δε θα είχε αντίρρηση ότι κάθε κοινωνικό σύνολο αποτελείται από ταξικές ομάδες και στρώματα, που τα συμφέροντά τους δεν είναι μόνο διαφορετικά αλλά πολλές φορές είναι αντίθετα και συγκρούονται. Οι ομάδες που έχουν κοινά συμφέροντα, οργανώνονται σε τάξεις και προσπαθούν να θεσμοθετούν νόμους που προωθούν τις επιδιώξεις τους. Στην προσπάθειά τους αυτή υπάρχει σκληρός ανταγωνισμός. ΄Οποια τάξη καταφέρει να υπερισχύσει, δηλαδή να πάρει την εξουσία, οργανώνει σύστημα λειτουργίας με το οποίο οριοθετεί τις δραστηριότητες των ατόμων μέσα στο σύστημα, αλλιώς αυτά απωθούνται βίαια στο περιθώριο. Το σύστημα που η κάθε τάξη νομοθετεί και ασκεί εξουσία τ’ονομάζει δημοκρατία, αφού οι όροι που το κάνουν να λειτουργεί, είναι ίδιοι για όλα τα άτομα του συνόλου (χωρίς όμως να λαμβάνεται υπόψιν το ταξικό πλαίσιο, κι οι μηχανισμοί που εγγυούνται τη λειτουργία και την άμυνα του συστήματος, που είναι το κράτος).
Μολονότι οι όροι κάθε δημοκρατίας είναι ίδιοι για όλους τους πολίτες, κάθε νόμος που ευνοεί μια τάξη, το κάνει έτσι που να είναι σε βάρος των άλλων τάξεων ή να κάνει δυσμενέστερη την κατάσταση αυτών που έχουν διαφορετικά ταξικά συμφέροντα. Το σύστημα λοιπόν αυτό που λέγεται δημοκρατία, είναι τόσο πιο δημοκρατικό για την τάξη που κυβερνά όσο πιο δικτατορικό για τις τάξεις και τα ταξικά στρώματα που δεν συμμετέχουν στην άσκηση της εξουσίας.
Το αστικοδημοκρατικό σύστημα, που θεωρείται απ’τους φίλους του συνώνυμο της δημοκρατίας, έχει κι αυτό αντιφατική φύση. Είναι τόσο πιο δημοκρατικό για την αστική τάξη, όσο πιο δικτατορικό είναι για τη εργατική τάξη. Ενώ οι όροι της λειτουργίας αυτού του συστήματος φαίνονται δίκαιοι και τυπικά όλοι μπορούν, σύμφωνα με το νόμο, να συμμετέχουν στη λειτουργία αυτής της δημοκρατίας ή τουλάχιστον να έχουν ίσα δικαιώματα κι υποχρεώσεις, στην πράξη υπάρχει ένας παράγων που ρυθμίζει τα πάντα με τον δικό του τρόπο. Ο παράγων αυτός είναι το χρήμα, που μ’αυτό κάποιος μπορεί να συμμετέχει παντού και χωρίς αυτό πουθενά. Οι άνθρωποι λοιπόν σ’αυτή τη δημοκρατία δεν είναι ίσοι, άλλοι γεννιώνται δούλοι, κι άλλοι “ελεύθεροι” . Ο γεννημένος φτωχός είναι αδύνατον να ανταγωνιστεί το γεννημένο πλούσιο, στον αγώνα για ισότιμη κοινωνική συμμετοχή και κοινωνική καταξίωση. Το κοινοβούλιο είναι «απαγορευτικό» για τον εργάτη, αφού χρειάζονται πάρα πολλά λεφτά και γνωριμίες για να προβληθούν οι απόψεις του απ’τα μέσα ενημέρωσης (προπαγάντας). Και αν οι εργαζόμενοι καταφέρουν να προβάλλουν κάποιους, που να προωθούν τα συμφέροντά τους μέσα στο αστικό κοινοβούλιο, δεν διασφαλίζονται, αφού οι αντίπαλοί τους, άνθρωποι του χρήματος, θα μπορούν να τους εξαγοράζουν έμμεσα ή άμεσα και να κρίνουν παράνομους όσους δεν εξαγοράζονται ή γενικά δεν κινούνται στα «νόμιμα» πλαίσια που τους έχουν καθορίσει.
Αντίθετα η εργατική τάξη έχει να προτείνει τη δική της δημοκρατία που λέγεται ανάλογα λαϊκή ή προλεταριακή. Εκεί το κοινοβούλιο διαφέρει απ'το αστικό, αποτελούμενο από τους εκπροσώπους των εργατικών σωματίων, οι οποίοι είναι αναπάσα στιγμή ανακλητοί για να μην εξαγοράζονται και να ελέγχεται συνεχώς η τιμιότητα κι η αξία τους. Ο αριθμός των εκπροσώπων θα εξαρτάται απ’τον αριθμό των μελών των σωματείων. Οι εργάτες μετάλλου π.χ. που ίσως είναι περισσότεροι απ’τους ξυλουργούς θα έχουν περισσότερους εκπροσώπους. Οι βιοτέχνες ή κάποιοι εργοστασιάρχες ή εφοπλιστές, σε μια λαοκρατική κοινωνία δε θα έχουν κανέναν, γιατί δε θα τους «παίρνει το μέτρο». Αυτοί αν θέλουν να εκπροσωπηθούν, θα πρέπει να συνασπιστούν μεταξύ τους. Αυτό είναι δημοκρατικότατο και φυσικό απ’την πλευρά της Λαϊκής Δημοκρατίας, αφού οι εκπρόσωποι εκλέγονται κατ’αναλογίαν με τον αριθμό των εργαζομένων, δηλαδή των ενεργών μελών της κοινωνίας. Απ’την πλευρά των αστών όμως, αυτό είναι απαράδεκτο, γιατί η ανθρώπινη υπόσταση με μόνον το ένδυμα του εργαζομένου, δεν περιέχει όλη την αξία του ανθρώπου. Ο άνθρωπος κατά την αστική αντίληψη βαραίνει μαζί με την περιουσία του και τη συμμμετοχή του στη διακίνηση του χρήματος μέσα στο σύστημα. Έτσι αυτό που θεωρείται δημοκρατία για τους εργαζομένους, είναι στυγνή δικτατορία για τους αστούς και τ’αντίθετο. Όταν λοιπόν μιλάμε για αστική δημοκρατία, εννοούμε τη δημοκρατική-δικτατορία των αστών κι όταν μιλάμε για λαϊκή δημοκρατία, εννοούμε τη δημοκρατική-δικτατορία του λαού. Καί τα δύο συστήματα, αφού για να λειτουργούν έχουν ανάγκη το χρήμα και τη μισθωτή εργασία, υπάρχει η γενεσιουργός αντιφατική σχέση μισθωτής εργασίας και κεφαλαίου. Καπιταλισμό έχουμε όταν την εξουσία έχει το κεφάλαιο, ενώ σοσιαλισμό όταν την εξουσία έχει η εργασία.
Οι έννοιες λοιπόν δημοκρατία και δικτατορία συνιστούν αντιφατική σχέση, που ενώ το ένα γεννά τ’άλλο, την ίδια στιγμή το μάχεται και το αναιρεί κιόλας. Στην περίπτωση της δημοκρατικής-δικτατορίας των αστών, αληθινά έχουμε τη δημοκρατία και την εξουσία του χρήματος. Εκεί οι άνθρωποι αληθινά ψηφίζουν στο χρηματιστήριο και στις τράπεζες με τα λεφτά τους και την κίνηση κεφαλαίων μέσα στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Χωρίζονται σ’αυτούς που όταν «εργάζονται» κινείται το χρήμα και σε αυτούς που εργάζονται όταν κινηθεί το χρήμα. Όλοι οι άλλοι βρίσκονται στο περιθώριο και μια επένδυση μπορεί να τους ξεθεμελιώσει αν το κομπιούτερ της τράπεζας δεν τους υπολογίσει. Αυτό υπολογίζει μόνον ότι μπορεί να αποφέρει κέρδος.
Αντίθετα στην περίπτωση της δημοκρατίκης-δικτατορίας του λαού έχουμε τη δημοκρατία και την εξουσία της εργασίας όπου οι άνθρωποι αληθινά ψηφίζουν με τη συμμετοχή τους στη λήψη αποφάσεων, στο χώρο της υλικής και πνευματικής παραγωγής.
Αν την εξουσία έχει το χρήμα κι η εργασία είναι υπηρέτης στην παραγωγή κέρδους, έχουμε καπιταλισμό, αν την εξουσία έχει η εργασία και το χρήμα είναι υπηρέτης της εργασίας, για τη διακίνηση των προϊόντων έχουμε σοσιαλισμό.
Δεν πρέπει να ξεχνιέται όμως ότι ο σοσιαλισμός είναι το κοινωνικό σύστημα που ως απώτερο σκοπό έχει την κατάργηση του χρήματος όταν δεν θα υπάρχουν διακρίσεις που να το καταστούν αναγκαίο, δηλαδή στον κομμουνισμό. Εκεί η εργασία και το προϊόν δεν θα πωλούνται αλλά θα διανέμονται δίκαια σε όλους για το συμφέρον του συνόλου. Άρα η υποχρέωση της εργασίας θα συμπέσει με την ευτυχία προσφοράς και δημιουργικότητας ανάλογα με τις δυνατότητές των ατόμων, ενώ τα δικαιώματα θα ορίζονται ανάλογα με τις πραγματικές τους ανάγκες.
Από την προηγούμενη διαλεκτική ανάλυση ανεφάνει ότι η λύση της αντιφατικής σχέσης μισθωτής εργασίας και κεφαλαίου που είναι ο κομμουνισμός, συμπίπτει με την κατάργηση του χρήματος. Η κατάργηση του χρήματος βέβαια δεν είναι κάτι που θα μπορούσε άμεσα να ολοκληρωθεί με νόμους ή με βία, αλλά όταν μέσω αυτών και της πολιτισμικής ανάπτυξης που θα έχει ως αποτέλεσμα, η άρση της αντιφατικής σχέση υποταγής και εξάρτησης στο κοινωνικό γίγνεσθαι, εκ των πραγμάτων θα έχει πάψει πια να υπάρχει.
Μόνον έτσι θα μπορέσει να αρθεί η αντιφατική σχέση κυρίου και δούλου στη σύγχρονη κοινωνία.
[Ο αναγνώστης μπορεί να πληροφορηθεί για την ανάπτυξη αυτής της πραγματείας στην ανάρτησή μου περί μαρξισμού και στο thodoroskavasis.blogspot.com].
Μικρή επισήμανση στο τελικό συμπέρασμα του συγγραφέα:
Μολονότι είμαι συνειδητά διαλεκτικός υλιστής κι αριστερός και μολονότι το συμπέρασμα του Φ. Τερζάκη ότι η ιστορία του ανθρώπου δεν είναι "ιστορία της ελευθερίας", αλλά "ιστορία της δουλείας" ως χειραφετημένης μου χαϊδευει τ'αυτιά, σκαλώνει όμως στη λογική μου.
Η εξέλιξη του ανθρώπου μπορεί απ'τη μια να οφείλεται στη σκληρή χειρονακτική εργασία, που γινόταν κυρίως αλλά όχι πάντα από δούλους, απ'την άλλη όμως χωρίς την ιδιοφυία κάποιων ελεύθερων ανθρώπων, η εξέλιξη του παγκοσμίου γίγνεσθαι δεν θα μπορούσε να γίνει. Αυτοί από την αρχαιότητα, ήταν φιλόσοφοι, επιστήμονες, καλλιτέχνες, επαναστάτες παντός είδους, φωτισμένοι ηγέτες και γενικά οραματιστές. Βέβαια πάντα, στο ιστορικό μέτρο του δυνατού, το αποτέλεσμα της χειρονακτικής εργασίας δημιουργούσε την ανάλογη κοιτίδα θαλπωρής για την γέννηση και την εξέλιξη του πολιτισμού και φυσικά αυτών ιδιοφυών ανθρώπων. Όπως φάνηκε όμως, η απουσία αυτών των πρωτοπόρων σε παράλληλους πολιτισμούς που δεν έλειψε η δουλεία, δεν επέτρεψε παντού την πολιτισμική ανάπτυξη η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει την ανθρωπότητα στο μέλλον. Η ιστορία επίσης έδειξε ότι έως τώρα, οι λαϊκές μάζες προχωρούν υπό την πειθαρχημένη καθοδήγηση ιδιοφυών προσώπων.
Η χειραφέτηση του εργαζόμενου λαού είναι το μελλοντικό όνειρο της αριστεράς το οποίο δεν είναι ούτε δεδομένο, ούτε κατακτημένο ακόμα και για το οποίο πρέπει να αγωνιστούμε σκληρά. Το να θεωρούμε λοιπόν ότι η ανθρώπινη ιστορία συμπίπτει με την ιστορία της χειραφέτησης του δούλου είναι μια υπερβολή που θα έμπαινε στη σωστή τροχειά, ως ιστορία της πνευματικής ελευθερίας και παράλληλης χειραφέτησης της εργασίας. Η εργασία είναι μια γενικότερη έννοια από την δουλεία. Η οποία εργασία όμως υπό τον εκβιαστικό καταναγκασμό της συγκεντρωτικής εξουσίας, κατρακυλάει στη δουλεία.
Η ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΤΗΣ ΠΟΡΝΕΙΑΣ
Όταν ανοίγεται ένας διάλογος περί σοσιαλισμού και ειδικά για την διαβίωση των ανθρώπων εκεί, σχεδόν πάντα κάποιος απ’τους συνομιλητές θα υπενθυμίσει ότι στις σοσιαλιστικές χώρες υπήρχαν νέες που έκαναν έρωτα για ένα μπλουτζίν ή άλλα είδη πολυτελείας. Αυτό ενώ για τον υποστηρικτή του σοσιαλισμού φαίνεται αποστομωτικό, πραγματικά θα μπορούσε να είναι στοιχείο υπεράσπισης.
Επειδή ο σοσιαλισμός είναι μια κατάσταση μεταβατική από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό, έτσι είναι φυσικό όλες οι αδυναμίες του καπιταλισμού όπως ο εγωισμός, η ματαιοδοξία, η κερδοσκοπία, η σπατάλη, η καταστροφή του περιβάλλοντος, η δίψα για πολυτέλεια, η απάτη κ.λπ. να υπάρχουν στις παρυφές του σοσιαλιστικού γίγνεσθαι.
Στην περίπτωση λοιπόν του “μπλουτζίν” μπορούν να κατηγορηθούν τα σοσιαλιστικά καθεστώτα ότι δεν κατάφεραν να ανεβάσουν το πολιτιστικό επίπεδο όλου του λαού, ώστε κάποιοι να μην λαχταράνε το”μπλουτζίν” σε βαθμό που να εκδίδονται. Αν όμως ο σοσιαλισμός είχε φτάσει σε πολιτισμικό επίπεδο που κανείς δεν λαχραρά την πολυτέλεια, πιθανόν να έχει ήδη φτάσει στον κομμουνισμό, όπου η ύπαρξη της ματαιοδοξίας, της ανοησίας και του εγωισμού, θα ήταν ασυμβίβαστες μ’αυτό το κοινωνικό γίγνεσθαι.
Το μπλουτζίν λοιπόν κι άλλα φανταχτερά ή ανόητα προϊόντα πολυτελείας που στις σοσιαλιστικές χώρες δεν παρήγοντο και γι’αυτό δεν διατίθεντο στην “αγορά”, (για να μην επιβαρυνθεί η εργασία με την παραγωγή άχρηστων προϊόντων και οι πολίτες να δουλεύουν περισσότερες ώρες), είναι κάτι που θεωρείτο πολύτιμο γι’αυτούς που το λαχταρούσαν. Εκεί το ιδεατό κόστος της πολυτέλειας είναι τεράστιο. Έτσι τα άτομα που εκπορνεύονται γι’αυτό δεν το κάνουν από έλλειψη ειδών είδη πρώτης ανάγκης, κάτι που θα ήταν επιβαρυντικό για μια σοσιαλιστική χώρα, ούτε για το ευκαταφρόνητο ποσό της αγοραίας συνεύρεσης, όπως στα καταγώγια της καπιταλιστικής φτώχειας, αλλά από τη δίψα της πολυτέλειας κι από ματαιοδοξία.
Η έννοια της πορνείας λοιπόν είναι πολυσήμαντη και η χρήση της στις σύγχρονες γλώσσες, έχει κατά πολύ αλλάξει. Έτσι η συζήτηση για τη διερεύνηση της “διαλεκτικής της πορνείας” θ’απαιτούσε μιαν εκ νέου διαλογική ανάλυση της έννοιας κι ίσως ένα νέον ορισμό.
Για να μπορέσουμε όμως να φτάσουμε στα θεμέλια αυτής της έννοιας, πρέπει να θέσουμε κάποια ερωτήματα: Α. Είναι άραγε η γενετήσια ορμή βδελυρή ή μικρότερης σημασίας απ’την πείνα, την ένδυση, την ασφάλεια, την κατοικία, την αξιοπρέπεια και τα άλλα “αγαθά” διαβίωσης; Β. Είναι άραγε η διάθεση τροφίμων, ρουχισμού ή κλίνης έναντι αμοιβής διαφορετικής σημασίας από τη διάθεση ερωτικών περιπτύξεων έναντι αμοιβής; Δηλαδή είναι η πώληση της σεξουαλικής πράξης βδελυρή ενώ του φαγητού ή του ύπνου όχι;
Επειδή σήμερα δεν ζούμε στον μεσαίωνα ούτε υπό την πολιτιστική δικτατορία του παπά ή του μουλά, είναι κοινή αίσθηση ότι η σεξουαλική πράξη δεν είναι βδελυρή, άρα η “βδελυρότητα” που την μετατρέπει σε πορνεία συνίσταται στο ότι προσφέρεται έναντι χρηματικής αμοιβής. Δηλαδή το Χρήμα είναι που την κάνει βδελυρή και άρα πορνεία. Το ίδιο όμως θα μπορούσε να ισχύει για τη διάθεση έναντι αμοιβής και για όλα τα προϊόντα πρώτης ανάγκης. Όποιος δεν τα διαθέτει, είναι υποχρεωμένος να πληρώσει στον έμπορο για την απόκτησή τους. Επειδή λοιπόν ο έμπορος διαθέτει ένα μέρος της ζωής του επί πληρωμή σ’αυτή τη δραστηριότητα γιατί να μη θεωρείται πόρνη; Αλλά για να αποκτήσει κάποιος τα χρήματα και να μπορέσει να γίνει πελάτης του εμπόρου πρέπει να προσφέρει μέρος του εαυτού τους έναντι αμοιβής (να πουληθεί). Δηλαδή να εκπορνευτεί δουλεύοντας οκτώ ώρες, που είναι το μισό του ενσυνείδητου βίου του, αφού το ένα τρίτο κοιμάται για ν’αντλήσει δύναμη για ζωή, αλλά και για δουλεία.
Η πόρνη προσφέρει το κορμί της ή σημείο του κορμιού της για ένα προσυμφωνημένο μικρό χρονικό διάστημα, έναντι μιας προσυμφωνημένης αμοιβής. Η εργάτρια προσφέρει για επίπονη εργασία όλο το σώμα της (ακόμα την προσοχή της δηλαδή και το μυαλό της) για προσυμφωνημένο χρόνο οκτώ ωρών ημερησίως, με την ίδια περίπου αμοιβή μιας συνεύρεσης της πόρνης με πελάτη. Επίσης η πόρνη μ’αυτή τη συναλλαγή τελειώνει χωρίς άλλες υποχρεώσεις. Δηλαδή αν επισκεφτεί τον πελάτη στο σπίτι του, αυτός δεν την αναγκάζει να μαγειρέψει ή να σφουγγαρίσει κιόλας, ενώ η εργάτρια που έχει ήδη “εκπορνευθεί” πουλώντας το κορμί της για την παραγωγή προϊόντων, αν έχει την κατάρα να είναι ευπαρουσίαστη, δέχεται συνεχώς ήπιες ή έντονες σεξουαλικές πιέσεις ή ακόμα και σεξουαλικούς εκβιασμούς από του ανωτέρους της, ανάλογα με τις ανάγκες της ή την αδυναμία της να βρεί αλλού δουλειά. Κάτι που ο νόμος απαγορεύει αλλά που δεν μπορεί να αποδειχθεί για να βρεί το δίκιο της.
Άραγε η δυστυχισμένη εγκαταλελημένη μητέρα παιδιών που δεν μπορεί να τα ζήσει, όταν κάτω από την πίεση της ανάγκης και τη βοήθεια έωλου ερωτικού συντρόφου ή “φίλου”, της προταθεί η “λύση” της προσφοράς έναντι αμοιβής, (αυτού το οποίο προσέφερε από ευχαρίστηση και που συχνά ακολουθείτο από διάφορα άχρηστα δώρα), με την αποδοχή της χρηματικής αμοιβής μετατρέπεται σε πόρνη;
Άραγε τι είναι η κοπέλα που ως εργαζόμενη, με αντάλλαγμα να μη χάσει τη θέση της ή την προσδοκία ανώτερης θέσης στη μισθολογική κλίμακα, ενδίδει στις σεξουαλικές απαιτήσεις των ανωτέρων της; Είναι ή δεν είναι πόρνη; Ή μήπως γίνεται πόρνη όταν σε σε κάθε συνεύρεση με το αφεντικό ή τον ανώτερό της θεωρήσει ότι θα ήταν καλύτερα να πληρώνεται για τη συνεύρεση χωρίς τουλάχιστον να δουλεύει στην παραγωγή κιόλας;
Άραγε είναι πόρνη η πλούσια κυρία που φοράει τη γούνα ολόγυμνη εσωτερικά και πηγαίνει σε κάποια “στέκια” έναντι χρηματικής αμοιβής, όχι από ανάγκη, αλλά από ιδιοτροπία; (Έχει γίνει κατά καιρούς συζήτηση για διακεκριμένα άτομα που εκδίδοντο σε ισχυρούς για να τους ανοίγουν δρόμους επιτυχίας ή επειδή τους διέγειρε η όλη σκοτεινή διαδικασία του εκδίδεσθαι).
Απ’αυτό βγαίνει το συμπέρασμα ότι υπάρχει η πορνεία εξ’ανάγκης, η πορνεία ως επικερδές επάγγελμα και η πορνεία από διαστροφή. Επίσης, κατά τον προηγούμενο υπαινιγμό, πόρνη ή πόρνος δεν είναι μόνον αυτός που απλά πληρώνεται για την σεξουαλική προσφορά του, αλλά και αυτός που προσφέρει ως αντάλλαγμα το σώμα, το πνεύμα, αλλά και τις δεξιότητές του για ν’αναρριχηθεί σ’αξιώματα τα οποία τελικά και αυτά μεταφράζονται σε χρήμα και δύναμη. Δηλαδή ο επιστάτης, ο διευθυντής, ο γραμματέας, ο δημοσιογράφος, ο πολιτικός, ο γιατρός, ο επιστήμονας, ο δικαστής, ο στρατιωτικός, ο κληρικός κλπ. οι οποίοι προσφέρουν υπηρεσίες έναντι αμοιβής και κοινωνικής διάκρισης σε υψηλά ιστάμενα άτομα ή σε οργανισμούς που είναι όλοι μαζί εξαρτημένοι. (Μέσα στα επαγγέλματα περιέλαβα και λειτουργήματα όπως του γιατρού, για να δείξω ότι κι αυτά όταν η προσφορά τους είναι εξαρτημένη από κάποιον οικονομικό οργανισμό, ο εργαζόμενος εκπορνεύεται από τις οικονομικές σχέσεις και τις εκβιαστικές πιέσεις της διοίκησης, παραβλέποντας αρκετές φορές το καθήκον του για το οικονομικό συμφέρον του οργανισμού. Επίσης ακόμα κι όταν η προσφορά του είναι ανεξάρτητη, δηλαδή ασκεί το επάγγελμα του γιατρού, εκπορνεύεται από το οικονομικό αντάλλαγμα που έχει ως αποτέλεσμα η σχέση του με τους πελάτες. Δηλαδή εκπορνεύεται εμπορευόμενος το λειτούργημά του, για να αποκτήσει χρήματα, να εκπορνευτεί στα καταστήματα για να αποκτήσει τα αναγκαία για να ζήσει).
Γενικά πορνεία είναι η όλη διαδικασία της προσφοράς του ανθρώπινου σώματος και πνεύματος επί πληρωμή για αλλότρια εξυπηρέτηση, συμφέρον ή αλλότρια ακολασία. Επειδή όμως το οικονομικό συμφέρον, όπως και κάθε συμφέρον μεταφράζεται τελικά σε χρήμα, συμπίπτει πάντα με κάποιου είδους “ακολασία”. Αυτό γιατί κάθε προσφορά επί πληρωμή έχουσα σχεδόν πάντα ως σκοπό κι αποτέλεσμα το κέρδος, με την υπεραξία υπερβαίνει την προσφορά του εργασιακού ανταλλάγματος, έχοντας έτσι αποτέλεσμα την κλοπή και τον εκβιασμό. Τ’αφεντικό εκβιάζει την ανάγκη, την αδυναμία και την ανέχεια του ανθρώπου, εκπορνεύοντας τον στη έμμισθη δουλεία και στη συνέχεια κλέβει και την υπεραξία της δουλειάς του. Επίσης κανείς διακεκριμένος, όπως ο επιστήμονας, ο γιατρός, ο διευθυντής, ο στρατηγός κλπ δεν μπορεί να έχει ως άλλοθι της εκπόρνευσης τις ανάγκες του, αφού οι μισθοί τους είναι πολλαπλάσιοι από αυτούς των εργατών.
Είναι βέβαιο ότι κάθε είδους πορνεία είναι αμάρτημα, δηλαδή αστοχία στην αρμονία των κοινωνικών σχέσεων, αφού η προσφορά δεν είναι αγαπητική αλλά φαρμακωμένη από το συμφέρον, τη συναλλαγή, την εκμετάλλευση της ανάγκης και τον εκβιασμό που πατά στην ανισότητα. Με λίγα λόγια η πορνεία είναι γενικά σύμφυτη με την εμπορική συναλλαγή, δηλαδή με τον καπιταλισμό. Όμως στο στάδιο του νεοφιλελευθερισμού, ο άνθρωπος οδηγείται βίαια στην καταναγκαστική πορνεία. Εκεί κάθετί μετατρέπεται βίαια σε εμπόρευμα κι ό,τι δεν μπορεί να γίνει εμπόρευμα, όπως ο αληθινός πολιτισμός κι η αληθινή τέχνη, ποδοπατείται παραδειγματικά με περιφρόνηση.
Ακόμα, στα ελεύθερα μικροεπαγγέλματα, (εξαρτώμενα από τις απόλυτα ελεγχόμενες πρώτες ύλες), περιορίζεται η ελευθερία επιλογής και η ανεξαρτησία παραγωγής. Οι μικρές αγροτικές παραγωγικές δραστηριότητες, ελέγχονται απόλυτα απ’την παραγωγή, το εμπόριο και τη χρήση των μεταλλαγμένων φυτών ή σπόρων. Η εκπόρνευση μέσω της χρήσης των μεταλλαγμένων σπόρων, συμβαδίζει και με τον εκβιασμό της διασπορά μικροβίων που πλήττουν τις φυσικές καλλιέργιες, ενώ οι μεταλλαγμένες είναι από τη δημιουργία τους ανθεκτικές στα συγκεκριμένα μικρόβια. Έτσι αναφαίνεται και η εκπόρνευση της επιστήμης και των επιστημόνων, οι οποίοι αντί να υπηρετούν το λαό, υποτάσσονται για το προσωπικό κέρδος, στις καταστροφικές για το περιβάλλον και τη φύση, κερδοσκοπικές απαιτήσεις των μονοπωλίων.
Με τον ίδιο τρόπο λειτουργεί και το αστικό κοινοβούλιο: Ο ιμπεριαλισμός δια των λεγομένων “μέσων ενημέρωσης” προωθεί δικά του πρόσωπα ή ευάλωτα στο χρήμα και τον εκβιασμό, για να είναι ελεγχόμενα. Ενώ αυτοί που αντιδρούν κινούμενοι μέσα σε ιδιεολογικά πλαίσια, δυσφημίζονται, απαξιώνονται και παραμερίζονται.
Η εκπόρνευση στους κόλπους του καπιταλιστικού συστήματος είναι ο κανόνας, αφού το σύστημα, θέλοντας και μη, είναι απ’τη φύση του αργυρώνυτο. Εκείνο όμως που εκπλήσσει είναι η εκπόρνευση της ιερής του θεού πίστης. Όλοι οι εκπρόσωποι του θεού επί της γης εκτελούν τα καθήκοντά τους με μισθό, που μάλιστα είναι ανάλογος με την ιεραρχία. Υπάρχουν χιλιάδες άνθρωποι που κοιμούνται στο δρόμο και ψαχουλεύουν, φανερά ή κρυφά τα σκουπίδια, ενώ οι περισσότεροι εκπρόσωποι του θεού είναι σαν βαρέλια. Οι εκκλησιαστικοί βέβαια προσεύχονται για τους πτωχούς και κάνοντας το χριστιανικό καθήκον τους, καταναλώνουν τεράστιες ποσότητες φαγητού και προϊόντα πολυτελείας κρυφά ή φανερά. Αυτοί λοιπόν πουλάνε θρησκεία, κι έτσι εκπορνεύουν τον ίδιο το θεό, ανταλλάσσοντας το “προϊόν” της πίστης των ανθρώπων σ’αυτόν έναντι αμοιβής.
Οι μόνοι που προσφέρουν τις “υπηρεσίες” τους χωρίς αντάλλαγμα εκπόρνευσης είναι οι λαϊκοί αγωνιστές, οι οποίοι μάλιστα όχι μόνο πληρώνουν για την προσφορά τους, αλλά πολλές φορές δίνουν και τη ζωή τους.
Από τα πάρα πάνω συνάγεται ότι:
Ο νεοφιλελευθερισμός είναι ένας παγκόσμιος και νόμιμος οίκος ανοχής.
Τίθεται λοιπόν το ερώτημα: δεν πρέπει να δουλεύουμε για να μην εκπορνευτούμε αλλά να πεθάνουμε απ’την πείνα; Όχι βέβαια! Επειδή είμαστε εύφρονες άνθρωποι κι επειδή ο τρόπος ζωής που μας επιβάλλεται βίαια από τον νεοφιλελευθερισμό είναι καθαυτός απάνθρωπος, αναξιοπρεπής και πόρνος, αυτοί που θεωρούν τον εαυτό τους άνθρωπο με όλη την έννοια της λέξης, πρέπει να συμφωνήσουν δημοκρατικά μεταξύ τους για έναν άλλο τρόπο αξιοπρεπή. Αυτός πρέπει να είναι κατ’ανάγκην ένα είδος δημοκρατικής εξουσίας που να απορρέει από το λαό και όπου ο ίδιος ο λαός να συμμετέχει σε όλες τις λειτουργίες της.
Αυτό το κοινωνικό σύστημα λέγεται λαϊκο-δημοκρατική εξουσία, που κάποιοι από μας το γνωρίζουν όπως πρέπει να είναι, άλλοι όπως λανθασμένα εφαρμόστηκε κι άλλοι όπως λανθασμένα τους πληροφόρησαν ότι είναι. Γι’αυτό πρέπει περιληπτικά ν’αναφέρω τη διαλεκτική του διάταξη. Επειδή όμως μιλάμε για τη διαλεκτική της πορνείας, πρέπει να επισημάνουμε και τα στοιχεία παρανόησης κι απαξίωσης της έννοιας της διαλεκτικής, η οποία είναι κακοποιημένη, από φίλους, εχθρούς και άγιους πατέρες.
Με την απλούστερη οριοθέτηση ότι “η διαλεκτική είναι η λογική που αντίλαμβάνεται τον κόσμο σε κίνηση”, ενώ “ο ορθολογισμός και η τυπικότητά του είναι η λογική που αντιλαμβάνεται τον κόσμο σε ακινησία”, δημιουργείται σύγχυση. Η σύγχυση αυτή δομείται σιγά-σιγά μέσα στο σώμα της λογικής, όσο εξελίσσεται και περιπλέκεται η χρήση της. Πολλοί διακεκριμένοι διανοητές μολονότι ισχυρίζονται ότι είναι διαλεκτικοί δεν κάνουν βήμα χωρίς τη χρήση της τυπικής λογικής, ενώ αντίθετα διανοητές που ισχυρίζονται ότι είναι ορθολογιστές, βλέπουν τον κόσμο ή τις διάφορες προς έρευνα καταστάσεις εν τω γίγνεσθαι. Αυτό βέβαια δεν είναι παράδοξο, αφού κατά τη διάρκεια των αιώνων, δημιουργήθηκε μια συλλογική αντίληψη περί λογικής, η οποία είναι μάλλον ένας αγοραίος συγκερασμός ορθολογισμού και διαλεκτικής. Διανοητές και επιστήμονες λοιπόν χρησιμοποιούν αυθόρμητα κι από συνήθεια αυτή τη συγκερασμένη λογική, η οποία ενώ βλέπει τον κόσμο σε εξέλιξη, τον στατικοποιεί για να τον εκτιμήσει. Έτσι υποπίπτουν σε διγλωσσία που δε οριακές καταστάσεις γεννά παράδοξα και αντινομίες.
Μολονότι αυτή η συζήτηση είναι πολύ μεγάλη, πρέπει να τεθούν κάποια συνοπτικά διευκρινιστικά όρια μεταξύ ορθολογισμού και διαλεκτικής, ώστε να διαλευκάνουν το σκοτάδι αυτής της σύγχυσης. Συνοπτικά αυτός ο διαχωρισμός τίθεται ως εξής:
Η Διαλεκτική είναι η λογική του αληθινού γίγνεσθαι ενώ ο Ορθολογισμός του φαινομενικού. Έτσι “στον ορθολογισμό τα ενάντια διαλέγονται χωρίς να παραβιάζουν τα έσχατα αναλλοίωτα όρια μεταξύ τους, υπακούοντας στην αντικειμενικότητα και στην αντιθετικότητα. Ενώ στη διαλεκτική τα ενάντια εισχωρούν το ένα μέσα στο άλλο κατά τον διάλογο, χωρίς να αφήνουν έσχατα απαραβίαστα όρια μεταξύ τους, δημιουργώντας έτσι αντιφατικές ενότητες. Ο ορθολογισμός λοιπόν διέπεται από αντιθετικότητα, ενώ η διαλεκτική από αντιφατικότητα”.
Επειδή ο ορθολογισμός αποδέχεται έναν αντιθετικό διάλογο, ο οποίος βασίζεται και καταλήγει στην αποδοχή της ύπαρξης αναλλοίωτων στοιχειωδων εσχάτων στον πυθμένα του κόσμου μας, μπορεί να υπάρξει κάποιο φαινομενικό γίγνεσθαι, το οποίο να σταματά στ’απαραβίαστα όρια των αναλλοίωτων στοιχειωδών εσχάτων. Έτσι γεννιέται η σύγχυση του αντιθετικού ορθολογικού γίγνεσθαι, που είναι φαινομενικό, με το αντιφατικό διαλεκτικό γίγνεσθαι, που είναι πραγματικό.
[Ο αναγνώστης μπορεί να ενημερωθεί για όλη αυτή τη διαλογική ακλουθεία στην ανάρτησή μου περί “Διαλεκτικής Σκέψης”, thodoroskavasis.blogspot.com]
Για να γίνει κατανοητή η διαλεκτική της πορνείας πρέπει να περιγραφεί συνοπτικά η ΑΝΤΙΦΑΤΙΚΗ ΣΧΕΣΗ ΜΙΣΘΩΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ.
[Όταν στις κοινωνίες των πιθήκων, οι ιεραρχικά υψηλά ιστάμενοι
στροβιλίζονταν με χάρη στα κλαδιά· κάποιοι, στη βάση της
πυραμίδας, σηκώθηκαν και βάδισαν άκομψα παραπατώντας στα
πίσω πόδια, κάτω από την χλεύη και την κατακραυγή των
καθιερωμένων. Είναι αυτοί που χάθηκαν στον ορίζοντα του
πολιτισμού και συνεχίζουν ακόμα να βαδίζουν στο άγνωστο. Ο
πίθηκος αυτός ο που στάθηκε στα πίσω του πόδια μπορεί ακόμα
να προκαλεί συγκίνηση, σεβασμό και δέος].
Κανείς δε θα είχε αντίρρηση ότι κάθε κοινωνικό σύνολο αποτελείται από ταξικές ομάδες και στρώματα που τα συμφέροντά τους, δεν είναι μόνο διαφορετικά, αλλά πολλές φορές είναι αντίθετα και συγκρούονται. Οι ομάδες που έχουν κοινά συμφέροντα, οργανώνονται σε τάξεις και προσπαθούν να θεσμοθετούν νόμους που προωθούν τις επιδιώξεις τους. Στην προσπάθεια αυτή υπάρχει σκληρός ανταγωνισμός. ΄Οποια τάξη καταφέρει να υπερισχύσει, δηλαδή να πάρει την εξουσία, οργανώνει σύστημα λειτουργίας με το οποίο οριοθετεί τις δραστηριότητες των ατόμων μέσα στο σύστημα, αλλιώς αυτά απωθούνται βίαια στο περιθώριο. Το σύστημα που η κάθε τάξη νομοθετεί και ασκεί εξουσία τ’ονομάζει δημοκρατία, αφού οι όροι που το κάνουν να λειτουργεί, είναι ίδιοι για όλα τα άτομα του συνόλου (χωρίς όμως να λαμβάνεται υπόψιν το ταξικό πλαίσιο, κι οι μηχανισμοί που εγγυούνται τη λειτουργία και την άμυνα του συστήματος, που είναι το κράτος).
Μολονότι οι όροι κάθε δημοκρατίας είναι ίδιοι για όλους τους πολίτες, κάθε νόμος που ευνοεί μια τάξη, το κάνει έτσι που να είναι σε βάρος των άλλων τάξεων ή να κάνει δυσμενέστερη την κατάσταση αυτών που έχουν διαφορετικά ταξικά συμφέροντα. Το σύστημα λοιπόν αυτό που λέγεται δημοκρατία, είναι τόσο πιο δημοκρατικό για την τάξη που κυβερνά όσο πιο δικτατορικό για τις τάξεις και τα ταξικά στρώματα που δεν συμμετέχουν στην άσκηση της εξουσίας.
Το αστικοδημοκρατικό σύστημα, που θεωρείται απ’τους φίλους του συνώνυμο της δημοκρατίας, έχει κι αυτό αντιφατική φύση. Είναι τόσο πιο δημοκρατικό για την αστική τάξη, όσο πιο δικτατορικό είναι για τη εργατική τάξη. Ενώ οι όροι της λειτουργίας αυτού του συστήματος φαίνονται δίκαιοι και τυπικά όλοι μπορούν, σύμφωνα με το νόμο, να συμμετέχουν στη λειτουργία αυτής της δημοκρατίας ή τουλάχιστον να έχουν ίσα δικαιώματα κι υποχρεώσεις, στην πράξη υπάρχει ένας παράγων που ρυθμίζει τα πάντα με τον δικό του τρόπο. Ο παράγων αυτός είναι το χρήμα, που μ’αυτό κάποιος μπορεί να συμμετέχει παντού και χωρίς αυτό πουθενά. Οι άνθρωποι λοιπόν σ’αυτή τη δημοκρατία δεν είναι ίσοι, άλλοι γεννιώνται δούλοι, υποχρεωμένοι στην εκπόρνευση της δουλείας, κι άλλοι “ελεύθεροι” δηλαδή μαστροποί. Ο γεννημένος φτωχός είναι αδύνατον να ανταγωνιστεί το γεννημένο πλούσιο, στον αγώνα για ισότιμη κοινωνική συμμετοχή και κοινωνική καταξίωση. Το κοινοβούλιο είναι «απαγορευτικό» για τον εργάτη, αφού χρειάζονται πάρα πολλά λεφτά και γνωριμίες για να προβληθούν οι απόψεις του απ’τα μέσα ενημέρωσης (προπαγάντας). Και αν οι εργαζόμενοι καταφέρουν να προβάλλουν κάποιους, που να προωθούν τα συμφέροντά τους μέσα στο αστικό κοινοβούλιο, δε διασφαλίζονται, αφού οι αντίπαλοί τους, άνθρωποι του χρήματος, θα μπορούν να τους εξαγοράζουν έμμεσα ή άμεσα, να κρίνουν παράνομους όσους δεν εξαγοράζονται ή γενικά δεν κινούνται στα «νόμιμα» πλαίσια που τους έχουν καθορίσει.
Αντίθετα η εργατική τάξη έχει να προτείνει τη δική της δημοκρατία που λέγεται ανάλογα λαϊκή ή προλεταριακή. Εκεί το κοινοβούλιο διαφέρει αποτελούμενο απ’τους εκπροσώπους των εργατικών σωματίων, οι οποίοι είναι αναπάσα στιγμή ανακλητοί για να μην εξαγοράζονται και να ελέγχεται συνεχώς η τιμιότητα κι η αξία τους. Ο αριθμός των εκπροσώπων θα εξαρτάται απ’τον αριθμό των μελών των σωματείων. Οι εργάτες μετάλλου π.χ. που ίσως είναι περισσότεροι απ’τους ξυλουργούς θα έχουν περισσότερους εκπροσώπους. Οι βιοτέχνες ή κάποιοι εργοστασιάρχες ή εφοπλιστές, σε μια λαοκρατική κοινωνία δε θα έχουν κανέναν, γιατί δε θα τους «παίρνει το μέτρο». Αυτοί αν θέλουν να εκπροσωπηθούν, θα πρέπει να συνασπιστούν μεταξύ τους. Αυτό είναι δημοκρατικότατο και φυσικό απ’την πλευρά της Λαϊκής Δημοκρατίας, αφού οι εκπρόσωποι εκλέγονται κατ’αναλογίαν με τον αριθμό των εργαζομένων, δηλαδή των ενεργών μελών της κοινωνίας. Απ’την πλευρά των αστών όμως, αυτό είναι απαράδεκτο, γιατί η ανθρώπινη υπόσταση με μόνον το ένδυμα του εργαζομένου, δεν περιέχει όλη την αξία του ανθρώπου. Ο άνθρωπος κατά την αστική αντίληψη βαραίνει μαζί με την περιουσία του και τη συμμμετοχή του στη διακίνηση του χρήματος μέσα στο σύστημα. Έτσι αυτό που θεωρείται δημοκρατία για τους εργαζομένους, είναι στυγνή δικτατορία για τους αστούς και τ’αντίθετο. Όταν λοιπόν μιλάμε για αστική δημοκρατία, εννοούμε τη δημοκρατική-δικτατορία των αστών κι όταν μιλάμε για λαϊκή δημοκρατία, εννοούμε τη δημοκρατική-δικτατορία του λαού.
Οι έννοιες δημοκρατία και η δικτατορία λοιπόν συνιστούν αντιφατική σχέση, που ενώ το ένα γεννά τ’άλλο, την ίδια στιγμή το μάχεται και το αναιρεί κιόλας. Στην περίπτωση της δημοκρατικής-δικτατορίας των αστών, αληθινά έχουμε τη δημοκρατία και την εξουσία του χρήματος. Εκεί οι άνθρωποι αληθινά ψηφίζουν στο χρηματιστήριο και στις τράπεζες με τα λεφτά τους και την κίνηση κεφαλαίων μέσα στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Χωρίζονται σ’αυτούς που όταν «εργάζονται» κινείται το χρήμα και σε αυτούς που εργάζονται όταν κινηθεί το χρήμα. Όλοι οι άλλοι βρίσκονται στο περιθώριο και μια επένδυση μπορεί να τους ξεθεμελιώσει αν το κομπιούτερ της τράπεζας δεν τους υπολογίσει. Αυτό υπολογίζει μόνον ότι μπορεί να αποφέρει κέρδος. Αντίθετα στην περίπτωση της δημοκρατίκης-δικτατορίας του λαού έχουμε τη δημοκρατία και την εξουσία της εργασίας όπου οι άνθρωποι αληθινά ψηφίζουν με τη συμμετοχή τους στη λήψη αποφάσεων, στο χώρο της υλικής και πνευματικής παραγωγής.
Αν την εξουσία έχει το χρήμα κι η εργασία είναι υπηρέτης στην παραγωγή κέρδους, έχουμε καπιταλισμό, αν την εξουσία έχει η εργασία και το χρήμα είναι υπηρέτης της εργασίας, για τη διακίνηση των προϊόντων έχουμε σοσιαλισμό.
Σοσιαλισμός είναι το κοινωνικό σύστημα που ως απώτερο σκοπό έχει την κατάργηση του χρήματος όταν δεν θα υπάρχουν διακρίσεις που να το καταστούν αναγκαίο, δηλαδή στον κομμουνισμό. Έτσι η εργασία δεν θα πωλείται αλλά θα διανέμεται δίκαια σε όλους για το συμφέρον του συνόλου. Άρα η υποχρέωση εργασίας θα συμπέσει με την ευτυχία προσφοράς και δημιουργικότητας ανάλογα με τις δυνατότητές των ατόμων, ενώ τα δικαιώματα θα ορίζονται ανάλογα με τις πραγματικές τους ανάγκες.
Από την προηγούμενη διαλεκτική ανάλυση ανεφάνει ότι η λύση της αντιφατικής σχέσης μισθωτής εργασίας και κεφαλαίου που είναι ο κομμουνισμός, συμπίπτει με την κατάργηση του χρήματος. Η κατάργηση του χρήματος βέβαια δεν είναι κάτι που θα μπορούσε να γίνει με νόμους ή με τη βία, αλλά μόνον όταν η σχέση υποταγής και εξάρτησης μέσα στο κοινωνικό γίγνεσθαι εκ των πραγμάτων θα έχει πάψει να υπάρχει.
Μόνο τότε θα πάψει να υπάρχει και το κάθε είδος πορνείας.
[Ο αναγνώστης μπορεί να πληροφορηθεί για την εξέλιξη αυτής της πραγματείας στην ανάρτησή μου περί μαρξισμού και στο thodoroskavasis.blogspot.com].
“Η ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΚΥΡΙΟΥ ΚΑΙ ΔΟΥΛΟΥ”
ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ ΠΕΡΙ ΚΡΙΤΙΚΗΣ:
Η πρόταση που δεν προκαλεί αντίλογο μπορεί να είναι ευχάριστη, έχει όμως τα χαραχτηριστικά του πολύτιμου αποστειρωμένου φερέτρου, γεμάτου αναμφισβήτητες αλήθειες και ιδεολογικά κειμήλια και γι’αυτό «στολισμένου» με αειθαλή αλλά τεχνητά άνθη. Είναι ένα φέρετρο έτοιμο για την αποτέφρωση. Ας μη θεωρηθεί λοιπόν η κριτική στάση μου απέναντι στο φίλο και διακεκριμένο διανοητή, αλλά και στον ίδιο τον Χέγκελ αλαζονική, άλλωστε για να θεωρείται κάποιος Έλληνας και μάλιστα Διαλεκτικός, σε κάθε Μια πρόταση πρέπει να εγείρει Δύο τουλάχιστον αντιρρήσεις ή ερωτήματα.
Όταν διαβάζω κριτικά αυτό το μικρό δοκίμιο, μολονότι το απολαμβάνω, νιώθω πως κάτι προς κρίση μου διαφεύγει. Ακολουθώντας λοιπόν τους λογικο-συντακτικούς όρους του, το βρίσκω άψογο. Κάτι σαν οχυρό άπαρτο, για το οποίο κάθε κριτική προσπάθειά μου συναντά ένα απροσπέλαστο τείχος οργανωτικής συγκρότησης που με αφοπλίζει.
Όμως "η μεγάλη ευθεία οφείλει να είναι κυρτή". Μολονότι η εργασία αυτή έχει ως προμετωπίδα τη διαλεκτική, βρίσκω ότι απoμακρύνεται απ'τη διαλεκτική λογικο-γλωσσική σύνταξη. Δηλαδή παρασύρεται απ'την ευρω-ιδεαλιστική φιλοσοφική διδασκαλία της βίαιης “επιστημονικοποίησης”, μέσω ενός καταχρηστικού διαχωρισμού εννοιών σε στάδια, κατηγορίες, επίπεδα κλπ, όντας διαποτισμένη από έναν αφόρητο γερμανικό ιδεαλιστικο-ορθολογικό καθωσπρεπισμό, που αναδίδει μιαν έντονη μεταφυσική δυσοσμία γιατί σιτίζεται εκεί που αποπατεί η αληθινή διαλεκτική.
Όλες οι ορθολογικές κατηγορίες επιπέδων για θέματα νόησης ή ψυχολογίας, που θέλουν μέσω ιδιόμορφων λογικο-γλωσσικών συντάξεων να επιστημονικοποιήσουν την Μεταφυσική, θα πρέπει πλέον να αφορούν την “Συγκριτική Ανθρωπολογία”, η οποία πραγματεύεται αντιλήψεις και δοξασίες πρωτόγονων λαών. Δηλαδή θέματα όπως η νόηση, η συνείδηση, η αισθητική, η ενόραση, ή ακόμα η ψυχολογία, δεν μπορούν να οριοθετούνται πια μέσα σε αφηρημένες ιδεαλιστικές λογικο-γλωσσικές συντάξεις, όσο ευφυείς κι αν είναι αυτές, αλλά με τον επιστημονικά αδιάβλητο τρόπο της ανάγνωσης του ανθρώπινου DNA, κι από κει με τις αναλύσεις της πλοκής των εγκεφαλικών δομών. Έτσι οι όποιες ιδεαλιστικές αντιλήψεις περί το Νοείν, αποβιβάζονται από το ά-λογο της Μεταφυσικής οδοιπορώντας μέσα στην φυσική επιστήμη, που είναι η ανάγνωση των δομών της κληρονομικής καταγραφής της παγκόσμιας εξέλιξης μέσα στο ανθρώπινο DNA.
Στην ανάγνωση αυτή, η μεταφυσική αντίληψη της “εκ των προτέρων γνωστικής δυνατότητας του ανθρώπου” μετατρέπεται σε "φυσική κληρονομική γνωστική δυνατότητα", η οποία ενώ φαίνεται να είναι "εκ των προτέρων", δεν είναι άλλο από μια παράλληλη με την εξελικτική πορεία ή εκ των υστέρων εμπειρική κληρονομική δομική συσσώρευση. Αυτή η συσσώρευση είναι όλο το παγκόσμιο γίγνεσθαι όπως καταγράφεται δομικά στο ανθρώπινο DNA.
ΠΩΣ Η «ΕΚ ΤΩΝ ΠΡΟΤΕΡΩΝ ΓΝΩΣΤΙΚΗ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΟΝΤΟΣ» ΑΛΛΑ ΚΑΙ Η ΝΟΗΣΗ, ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΗ ΩΣ ΕΚ ΦΥΣΕΩΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΟΧΙ ΩΣ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ
Αν ο άνθρωπος είναι προϊόν της εξελικτικής πορεία του κόσμου κι όχι θεϊκό δημιούργημα, θα πρέπει ως αποτέλεσμα της παγκόσμιας εξέλιξης να περιέχει στη δομή του κωδικά γεγραμμένες όλες τις στιγμές αυτής της πορείας. Η καταγραφή αυτή είναι συγχρόνως η ίδια η δομή του, ως ιδιάζον λογικο-γλωσσικό σύστημα. Επίσης ίδιος ο εγκέφαλος πρέπει να είναι μια πυκνή δομική κωδική γραφή εμπειρίας και γνώσης αυτής της πορείας μέσα στον άνθρωπο. Όλο αυτό το γίγνεσθαι υπάρχει ως μια μικροδομική καταγραφή «μέσα» μας που είναι το DNA. Αυτός είναι ένας κληρονομικός κώδικας που σε κάθε άνθρωπο έχει στοιχεία που τον κάνουν ιδιαίτερο.
Όπως κάθε μέρος του σώματός μας, έτσι και ο εγκέφαλος είναι αυτός ο ίδιος μια ευμετάβλητη ιδιόμορφη δομική καταγραφή της πορείας του όντος μέσα στον κόσμο. Αυτή είναι η συνεχής συσσώρευση της διαλεκτικής σχέσης της δομής του κληρονομικού κώδικα με το ανά πάσα στιγμή υπάρχον εμπειρικό γίγνεσθαι. Κάθε ενέργεια ή σκέψη, επιτυχία ή αποτυχία τροποποιούν τη δομή του εγκεφάλου που είναι ένας ευμετάβλητος κληρονομικός γνωστικός μηχανισμός, κάνοντας τη δομή του πιο σύνθετη.
Μπαίνοντας η εμπειρία στο γνωστικό μηχανισμό, αναγκαστικά παραβάλλεται με τις ήδη υπάρχουσες αρχαίες εμπειρικές δομές τις οποίες αφυπνίζει-αποκωδικοποιώντας τις. Επειδή μια νέα εμπειρία δεν μπορεί να είναι δομικά γεγραμμένη ολόιδια στον «εκ των προτέρων» κωδικό κληρονομικό μηχανισμό γνώσης (που στην περίπτωση αυτή είναι η δομή του εγκεφάλου), γι’αυτό η αποκωδικοποιήση ακολουθείται από μιαν επανακωδικοποίηση διαμορφώνοντας έτσι λίγο διαφορετικά τη συγγενή δομή που συναντά. Αυτή η αποκωδικοποιημένη και επανακωδικοποιημένη νέα δομή είναι ένα γίγνεσθαι που θα μπορούσε να οργανωθεί σε συνείδηση και αυτή στη συνέχεια σε λογική. Ενώ το ανεπιρρέαστο από νέες εμπειρίες, απύθμενο μέρος του εγκεφάλου στο οποίο οι κληρονομικές εμπειρικές δομές συνεχίζουν να μένουν ακόμα όπως πριν, δηλαδή κωδικές κι ανεξερεύνητες, είναι το αίσθημα η ενόραση και γενικά η αισθητική.
Τα δύο μέρη του εγκεφάλου, το κωδικό και το αποκωδικοποιημένο, όπως όλα τα μέρη του ανθρώπινου σώματος, δεν είναι απόλυτα ξέχωρα μεταξύ τους. Έτσι η συνείδηση συνεχώς αντλεί απ’το απύθμενο μέρος του εγκεφάλου που είναι η Αισθητική, η Ενόραση, το Συναίσθημα, η Φαντασία και αντίθετα. Δεν είναι ποτέ δυνατή καμιά δραστηριότητα αλλά ούτε επιστήμη χωρίς ενόραση κι αισθητική, ούτε είναι ποτέ αρκετή η εμπειρία με μόνο οδηγό την ορθολογική διαδικασία. Κάθε μια νέα επιλογή που ακολουθείται απ’τον παράγοντα του αγνώστου, προϋποθέτει πάντα ένα «άλμα πίστης», για να υπερπηδάμε προσωρινά το κενό γνώσης. Αυτό το «άλμα πίστης» πατά πάντα πάνω στους “εκ των προτέρων” δομικούς μηχανισμούς του εγκεφάλου που εκπροσωπούν την Ενόραση και τη Φαντασία που είναι η Αισθητική.
Υπ'αυτή την έννοια όλοι οι μεγαλοφυείς ιδεαλιστές ευρωπαίοι διανοητές δεν θ’ασχολούντο καν με την Μεταφυσική ή την Ψυχολογία, αφού αυτή «η εκ των προτέρων γνωστική δυνατότητα» που φανερά υπάρχει κι επάνω της στηρίζεται η σύγχρονη Μεταφυσική, ορίζεται σήμερα απ’την επιστήμη ως μια φυσική διεργασία του κληρονομικού οργάνου που είναι ο εγκέφαλος και δεν έχει καμιά δουλειά με μυστικισμό ή μεταφυσική. Υπάρχει λοιπόν μια νευρο-φυσική επιστήμη που ασχολείται με την «ανάγνωση» του DNA και σχετίζεται με τις δομές του ανθρώπινου εγκεφάλου, την οποία χαριτολογώντας μπορούμε να ονομάσουμε «αρχαιολογία του Νοείν».
Ο κόσμος λοιπόν μπορεί να γίνει γνωστός απ’τον άνθρωπο γιατί όλοι οι μηχανισμοί της εξελικτικής πορείας του είναι γενετικά-κωδικά-γεγραμμένοι μέσα στο ανθρώπινο DNA. Αυτή η οντολογική υπόθεση για την κωδική καταγραφή του κόσμου στον άνθρωπο, μπορεί να γίνει κατανοητή ως λογικο-γλωσσική σύνταξη στον ανθρώπινο εγκέφαλο με δύο τρόπους:
Α) Ο ένας είναι ο αντιθετικός-ορθολογικός, όπου η γλώσσα που τον περιγράφει, έχει στο βάθος της ως όρους μια προκαθορισμένη σειρά από έσχατα αναλλοίωτα στοιχειώδη, που όντας αντιθετικά-αντικειμενικά, "διαλέγονται" αλληλεπιδρώντας εξωτερικά, χωρίς να παραβιάζουν τα έσχατα όρια μεταξύ τους. Επειδή το λογικο-γλωσσικό αυτό σύστημα συνίσταται από όρους απόλυτους, λειτουργώντας ως κλειστό, από μια στιγμή και μετά αρχίζει να επαναλαμβάνει για πάντα τον τετελεσμένο εαυτό του. Δηλαδή από τη στιγμή που ετέθησαν οι όροι της λειτουργίας αυτού του λογικο-γλωσσικού συστήματος, όλη η εξέλιξή του είναι προδιαγεγραμμένη τελεολογικά, έχοντας μαζί με τους αρχικούς όρους κι έναν συγκεκριμένο αριθμό τελικών παιγνίων που μπορούν να ονομαστούν «πρότυπα του τέλους», τα οποία παίγνια, απ'τη στιγμή που ετέθησαν οι όροι, είναι εκεί περιμένοντας τη σειρά τους να πραγματοποιηθούν. Αυτά τα «πρότυπα του τέλους» δεν θα διστάζαμε να ονομάσουμε «Ιδέες».
Ένας κόσμος που έχει απόλυτους όρους λειτουργίας και απόλυτα στοιχειώδη, όντας κλειστός, προϋποθέτει την ύπαρξη ενός «κόσμου ιδεών», ο οποίος υπάρχει εκεί απ΄τη στιγμή που ετέθησαν οι όροι λειτουργίας του, περιμένοντας να πραγματοποιηθεί τελεολογικά. Ο κόσμος αυτός βέβαια έχει απόλυτη ανάγκη την ύπαρξη κάποιου θεού.
Β) Ο άλλος, είναι αυτός που αποδέχεται τον κόσμο ως ανοικτό καταλυτικο-συνθετικό γίγνεσθαι, όπου το λογικο-γλωσσικό του σύστημα που τον περιγράφει είναι Όλον σε συνεχή εξέλιξη. Αυτό είναι δυνατόν όταν το σύστημα δεν έχει ως όρους λειτουργίας έσχατα αναλλοίωτα κι απόλυτα στοιχειώδη, αλλ'αντιφατικά στοιχειώδη. Αυτό θα πεί ότι ο κόσμος για να εξελίσσεται αληθινά, δηλαδή να είναι ανοικτός και η κάθε του στιγμή να έχει μέσα της το στοιχείο του ανεπανάληπτου, πρέπει οι όροι λειτουργίας του να έχουν φύση αντιφατική. Στο σύστημα αυτό τα ενάντια αλληλεπιδρούν παραβιάζοντας τα όριά τους, χωρίς ν’αφήνουν περιθώρια αυτονομίας μεταξύ τους.
Για να υπάρχει λοιπόν μια γλώσσα που να περιγράφει λογικο-γλωσσικά αυτό ακριβώς που είναι ο κόσμος μας (εν τω γίγνεσθαι), τα στοιχεία της σύνταξής της θα πρέπει να είναι αυτοαναιρούμενα έχοντας φύση αντιφατική, δηλαδή να συμπίπτει με μιαν αντιφατική-διαλεκτική λογική. Υπ’αυτή την έννοια λοιπόν ο Ορθολογισμός δεν μπορεί να είναι η αδιαμφισβήτητη λογική, αλλά μια δική μας "εκ των προτέρων" επιλογή για την προσέγγιση στο «ανάγνωσμα» της «εκ των προτέρων» δομικής κληρονομικής καταγραφής του κόσμου μέσα μας (του DNA). Επειδή όμως η ορθολογική προσέγγιση δεν συμβαδίζει με την οντολογική αντίληψη ότι ο κόσμος βρίσκεται σε αληθινό και όχι φαινομενικό γίγνεσθαι, έχοντας λογικο-γλωσσική σύνταξη λανθασμένη, ουσιαστικά μας μένει η Διαλεκτική λογικο-γλωσσική σύνταξη που συμφωνεί με έναν κόσμο σε αληθινό και όχι φαινομενικό γίγνεσθαι.
Η διαδικασία ανάγνωσης του DNA σήμερα όπως και όλες οι επιστημονικές διαδικασίες, επιλέγουν να ακολουθούν λανθασμένα τον Ορθολογισμό και την Τυπική Λογική. Ο ορθολογισμός αυτός ενισχυμένος από τον “ολοκληρωτικό και απειροστικό λογισμό” και άλλες μαθηματικές δυναμικές διαδικασίες για να μπορεί να διαχειριστεί καταστάσεις εν τω γίγνεθαι, συγχέεται από κάποιους διανοητές, λόγω της δυναμικότητάς του, με την διαλεκτική. Ο δυναμικός όμως αυτός ορθολογισμός, δεν μπορεί να περιγράψει την αληθινή κίνηση η οποία συμπίπτει με το καταλυτικο-συνθετικό γίγνεσθαι, αφού μέσα στους μηχανισμούς του δεν μπορεί παρά να δέχεται λειτουργικά την ταυτότητα αναλλοίωτη ή την τελική ύπαρξη αναλλοίωτων και εσχάτων στοιχειωδών στις διαδικασίες του. Αντίθετα η διαλεκτική που δέχεται την ταυτότητα σε συνεχή καταλυτικο-συνθετική διαδικασία είναι μια άλλη λογική που στηρίζεται στη αντιφατικότητα του Είναι. Δεν πρέπει όμως να διστάσουμε ν'αποδεχτούμε ότι αυτή δεν έχει πλήρως οργανωθεί ακόμα και ίσως θα είχε παραμεριστεί, αν με την έλευση της κβαντομηχανικής δεν ξανάβγαινε επιτατικά στο προσκήνιο.
[Ο ενδιαφερόμενος περί της αντιφατικής καταλυτικο-συνθετικής ταυτότητας, μπορεί ολοκληρωμένα να ενημερωθεί στην ανάρτησή μου “Διαλεκτική Σκέψη” στο thodoroskavasis.blogspot.com]
Υπ’αυτή την έννοια η εγελιανή "διαλεκτική" προσέγγιση "κυρίου και δούλου", παίρνει μιαν άλλη πιο σύγχρονη και οικουμενική μορφή που φυσικά έχει οργανωθεί απ’τον κλασικό μαρξισμό, ο οποίος έχει πια βίαια αμφισβητηθεί από το κύριο ρεύμα των ευρωμαρξιστών. Η μαρξιστική προσέγγιση στη "διαλεκτική κυρίου και δούλου” συμπίπτει με “την αντιφατική σχέση μισθωτής εργασίας και κεφαλαίου” της οποίας την ανάπτυξη θα προσπαθήσω όσο το δυνατόν πιο συνοπτικά.
(Αν όμως ο αναγνώστης θέλει, μπορεί να ενημερωθεί πιο ολοκληρωμένα στην ανάρτησή μου “Κριτική στην τρέχουσα μαρξιστική κι αντιμαρξιστική ρητορεία) thodoroskavasis.blogspot.com
“ΑΝΤΙΦΑΤΙΚΗ ΣΧΕΣΗ ΜΙΣΘΩΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ”.
Tο κεφάλαιο και η μισθωτή εργασία συνιστούν αντιφατική σχέση,
όπου το ένα γεννά το άλλο, αλλά συγχρόνως το μάχεται κι όλας.
Όταν στις κοινωνίες των πιθήκων οι ιεραρχικά υψηλά ιστάμενοι στροβιλίζονταν με χάρη στα κλαδιά,
κάποιοι, στη βάση της πυραμίδας, σηκώθηκαν και βάδισαν άκομψα παραπατώντας στα πίσω πόδια
υπό την χλεύη και κατακραυγή των καθιερωμένων. Είναι αυτοί που χάθηκαν παραπατώντας στον
ορίζοντα του πολιτισμού και συνεχίζουν ακόμα να βαδίζουν στο άγνωστο. Αυτός ο πίθηκος μπορεί
ακόμα να μας προκαλεί συγκίνηση και δέος. Μας δείχνει ότι τίποτα δεν είναι ουτοπικό ή κοινωνικά
ακατόρθωτο.
Κανείς δε θα είχε αντίρρηση ότι κάθε κοινωνικό σύνολο αποτελείται από ταξικές ομάδες και στρώματα, που τα συμφέροντά τους δεν είναι μόνο διαφορετικά αλλά πολλές φορές είναι αντίθετα και συγκρούονται. Οι ομάδες που έχουν κοινά συμφέροντα, οργανώνονται σε τάξεις και προσπαθούν να θεσμοθετούν νόμους που προωθούν τις επιδιώξεις τους. Στην προσπάθειά τους αυτή υπάρχει σκληρός ανταγωνισμός. ΄Οποια τάξη καταφέρει να υπερισχύσει, δηλαδή να πάρει την εξουσία, οργανώνει σύστημα λειτουργίας με το οποίο οριοθετεί τις δραστηριότητες των ατόμων μέσα στο σύστημα, αλλιώς αυτά απωθούνται βίαια στο περιθώριο. Το σύστημα που η κάθε τάξη νομοθετεί και ασκεί εξουσία τ’ονομάζει δημοκρατία, αφού οι όροι που το κάνουν να λειτουργεί, είναι ίδιοι για όλα τα άτομα του συνόλου (χωρίς όμως να λαμβάνεται υπόψιν το ταξικό πλαίσιο, κι οι μηχανισμοί που εγγυούνται τη λειτουργία και την άμυνα του συστήματος, που είναι το κράτος).
Μολονότι οι όροι κάθε δημοκρατίας είναι ίδιοι για όλους τους πολίτες, κάθε νόμος που ευνοεί μια τάξη, το κάνει έτσι που να είναι σε βάρος των άλλων τάξεων ή να κάνει δυσμενέστερη την κατάσταση αυτών που έχουν διαφορετικά ταξικά συμφέροντα. Το σύστημα λοιπόν αυτό που λέγεται δημοκρατία, είναι τόσο πιο δημοκρατικό για την τάξη που κυβερνά όσο πιο δικτατορικό για τις τάξεις και τα ταξικά στρώματα που δεν συμμετέχουν στην άσκηση της εξουσίας.
Το αστικοδημοκρατικό σύστημα, που θεωρείται απ’τους φίλους του συνώνυμο της δημοκρατίας, έχει κι αυτό αντιφατική φύση. Είναι τόσο πιο δημοκρατικό για την αστική τάξη, όσο πιο δικτατορικό είναι για τη εργατική τάξη. Ενώ οι όροι της λειτουργίας αυτού του συστήματος φαίνονται δίκαιοι και τυπικά όλοι μπορούν, σύμφωνα με το νόμο, να συμμετέχουν στη λειτουργία αυτής της δημοκρατίας ή τουλάχιστον να έχουν ίσα δικαιώματα κι υποχρεώσεις, στην πράξη υπάρχει ένας παράγων που ρυθμίζει τα πάντα με τον δικό του τρόπο. Ο παράγων αυτός είναι το χρήμα, που μ’αυτό κάποιος μπορεί να συμμετέχει παντού και χωρίς αυτό πουθενά. Οι άνθρωποι λοιπόν σ’αυτή τη δημοκρατία δεν είναι ίσοι, άλλοι γεννιώνται δούλοι, κι άλλοι “ελεύθεροι” . Ο γεννημένος φτωχός είναι αδύνατον να ανταγωνιστεί το γεννημένο πλούσιο, στον αγώνα για ισότιμη κοινωνική συμμετοχή και κοινωνική καταξίωση. Το κοινοβούλιο είναι «απαγορευτικό» για τον εργάτη, αφού χρειάζονται πάρα πολλά λεφτά και γνωριμίες για να προβληθούν οι απόψεις του απ’τα μέσα ενημέρωσης (προπαγάντας). Και αν οι εργαζόμενοι καταφέρουν να προβάλλουν κάποιους, που να προωθούν τα συμφέροντά τους μέσα στο αστικό κοινοβούλιο, δεν διασφαλίζονται, αφού οι αντίπαλοί τους, άνθρωποι του χρήματος, θα μπορούν να τους εξαγοράζουν έμμεσα ή άμεσα και να κρίνουν παράνομους όσους δεν εξαγοράζονται ή γενικά δεν κινούνται στα «νόμιμα» πλαίσια που τους έχουν καθορίσει.
Αντίθετα η εργατική τάξη έχει να προτείνει τη δική της δημοκρατία που λέγεται ανάλογα λαϊκή ή προλεταριακή. Εκεί το κοινοβούλιο διαφέρει απ'το αστικό, αποτελούμενο από τους εκπροσώπους των εργατικών σωματίων, οι οποίοι είναι αναπάσα στιγμή ανακλητοί για να μην εξαγοράζονται και να ελέγχεται συνεχώς η τιμιότητα κι η αξία τους. Ο αριθμός των εκπροσώπων θα εξαρτάται απ’τον αριθμό των μελών των σωματείων. Οι εργάτες μετάλλου π.χ. που ίσως είναι περισσότεροι απ’τους ξυλουργούς θα έχουν περισσότερους εκπροσώπους. Οι βιοτέχνες ή κάποιοι εργοστασιάρχες ή εφοπλιστές, σε μια λαοκρατική κοινωνία δε θα έχουν κανέναν, γιατί δε θα τους «παίρνει το μέτρο». Αυτοί αν θέλουν να εκπροσωπηθούν, θα πρέπει να συνασπιστούν μεταξύ τους. Αυτό είναι δημοκρατικότατο και φυσικό απ’την πλευρά της Λαϊκής Δημοκρατίας, αφού οι εκπρόσωποι εκλέγονται κατ’αναλογίαν με τον αριθμό των εργαζομένων, δηλαδή των ενεργών μελών της κοινωνίας. Απ’την πλευρά των αστών όμως, αυτό είναι απαράδεκτο, γιατί η ανθρώπινη υπόσταση με μόνον το ένδυμα του εργαζομένου, δεν περιέχει όλη την αξία του ανθρώπου. Ο άνθρωπος κατά την αστική αντίληψη βαραίνει μαζί με την περιουσία του και τη συμμμετοχή του στη διακίνηση του χρήματος μέσα στο σύστημα. Έτσι αυτό που θεωρείται δημοκρατία για τους εργαζομένους, είναι στυγνή δικτατορία για τους αστούς και τ’αντίθετο. Όταν λοιπόν μιλάμε για αστική δημοκρατία, εννοούμε τη δημοκρατική-δικτατορία των αστών κι όταν μιλάμε για λαϊκή δημοκρατία, εννοούμε τη δημοκρατική-δικτατορία του λαού. Καί τα δύο συστήματα, αφού για να λειτουργούν έχουν ανάγκη το χρήμα και τη μισθωτή εργασία, υπάρχει η γενεσιουργός αντιφατική σχέση μισθωτής εργασίας και κεφαλαίου. Καπιταλισμό έχουμε όταν την εξουσία έχει το κεφάλαιο, ενώ σοσιαλισμό όταν την εξουσία έχει η εργασία.
Οι έννοιες λοιπόν δημοκρατία και δικτατορία συνιστούν αντιφατική σχέση, που ενώ το ένα γεννά τ’άλλο, την ίδια στιγμή το μάχεται και το αναιρεί κιόλας. Στην περίπτωση της δημοκρατικής-δικτατορίας των αστών, αληθινά έχουμε τη δημοκρατία και την εξουσία του χρήματος. Εκεί οι άνθρωποι αληθινά ψηφίζουν στο χρηματιστήριο και στις τράπεζες με τα λεφτά τους και την κίνηση κεφαλαίων μέσα στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Χωρίζονται σ’αυτούς που όταν «εργάζονται» κινείται το χρήμα και σε αυτούς που εργάζονται όταν κινηθεί το χρήμα. Όλοι οι άλλοι βρίσκονται στο περιθώριο και μια επένδυση μπορεί να τους ξεθεμελιώσει αν το κομπιούτερ της τράπεζας δεν τους υπολογίσει. Αυτό υπολογίζει μόνον ότι μπορεί να αποφέρει κέρδος.
Αντίθετα στην περίπτωση της δημοκρατίκης-δικτατορίας του λαού έχουμε τη δημοκρατία και την εξουσία της εργασίας όπου οι άνθρωποι αληθινά ψηφίζουν με τη συμμετοχή τους στη λήψη αποφάσεων, στο χώρο της υλικής και πνευματικής παραγωγής.
Αν την εξουσία έχει το χρήμα κι η εργασία είναι υπηρέτης στην παραγωγή κέρδους, έχουμε καπιταλισμό, αν την εξουσία έχει η εργασία και το χρήμα είναι υπηρέτης της εργασίας, για τη διακίνηση των προϊόντων έχουμε σοσιαλισμό.
Δεν πρέπει να ξεχνιέται όμως ότι ο σοσιαλισμός είναι το κοινωνικό σύστημα που ως απώτερο σκοπό έχει την κατάργηση του χρήματος όταν δεν θα υπάρχουν διακρίσεις που να το καταστούν αναγκαίο, δηλαδή στον κομμουνισμό. Εκεί η εργασία και το προϊόν δεν θα πωλούνται αλλά θα διανέμονται δίκαια σε όλους για το συμφέρον του συνόλου. Άρα η υποχρέωση της εργασίας θα συμπέσει με την ευτυχία προσφοράς και δημιουργικότητας ανάλογα με τις δυνατότητές των ατόμων, ενώ τα δικαιώματα θα ορίζονται ανάλογα με τις πραγματικές τους ανάγκες.
Από την προηγούμενη διαλεκτική ανάλυση ανεφάνει ότι η λύση της αντιφατικής σχέσης μισθωτής εργασίας και κεφαλαίου που είναι ο κομμουνισμός, συμπίπτει με την κατάργηση του χρήματος. Η κατάργηση του χρήματος βέβαια δεν είναι κάτι που θα μπορούσε άμεσα να ολοκληρωθεί με νόμους ή με βία, αλλά όταν μέσω αυτών και της πολιτισμικής ανάπτυξης που θα έχει ως αποτέλεσμα, η άρση της αντιφατικής σχέση υποταγής και εξάρτησης στο κοινωνικό γίγνεσθαι, εκ των πραγμάτων θα έχει πάψει πια να υπάρχει.
Μόνον έτσι θα μπορέσει να αρθεί η αντιφατική σχέση κυρίου και δούλου στη σύγχρονη κοινωνία.
[Ο αναγνώστης μπορεί να πληροφορηθεί για την ανάπτυξη αυτής της πραγματείας στην ανάρτησή μου περί μαρξισμού και στο thodoroskavasis.blogspot.com].
Μικρή επισήμανση στο τελικό συμπέρασμα του συγγραφέα:
Μολονότι είμαι συνειδητά διαλεκτικός υλιστής κι αριστερός και μολονότι το συμπέρασμα του Φ. Τερζάκη ότι η ιστορία του ανθρώπου δεν είναι "ιστορία της ελευθερίας", αλλά "ιστορία της δουλείας" ως χειραφετημένης μου χαϊδευει τ'αυτιά, σκαλώνει όμως στη λογική μου.
Η εξέλιξη του ανθρώπου μπορεί απ'τη μια να οφείλεται στη σκληρή χειρονακτική εργασία, που γινόταν κυρίως αλλά όχι πάντα από δούλους, απ'την άλλη όμως χωρίς την ιδιοφυία κάποιων ελεύθερων ανθρώπων, η εξέλιξη του παγκοσμίου γίγνεσθαι δεν θα μπορούσε να γίνει. Αυτοί από την αρχαιότητα, ήταν φιλόσοφοι, επιστήμονες, καλλιτέχνες, επαναστάτες παντός είδους, φωτισμένοι ηγέτες και γενικά οραματιστές. Βέβαια πάντα, στο ιστορικό μέτρο του δυνατού, το αποτέλεσμα της χειρονακτικής εργασίας δημιουργούσε την ανάλογη κοιτίδα θαλπωρής για την γέννηση και την εξέλιξη του πολιτισμού και φυσικά αυτών ιδιοφυών ανθρώπων. Όπως φάνηκε όμως, η απουσία αυτών των πρωτοπόρων σε παράλληλους πολιτισμούς που δεν έλειψε η δουλεία, δεν επέτρεψε παντού την πολιτισμική ανάπτυξη η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει την ανθρωπότητα στο μέλλον. Η ιστορία επίσης έδειξε ότι έως τώρα, οι λαϊκές μάζες προχωρούν υπό την πειθαρχημένη καθοδήγηση ιδιοφυών προσώπων.
Η χειραφέτηση του εργαζόμενου λαού είναι το μελλοντικό όνειρο της αριστεράς το οποίο δεν είναι ούτε δεδομένο, ούτε κατακτημένο ακόμα και για το οποίο πρέπει να αγωνιστούμε σκληρά. Το να θεωρούμε λοιπόν ότι η ανθρώπινη ιστορία συμπίπτει με την ιστορία της χειραφέτησης του δούλου είναι μια υπερβολή που θα έμπαινε στη σωστή τροχειά, ως ιστορία της πνευματικής ελευθερίας και παράλληλης χειραφέτησης της εργασίας. Η εργασία είναι μια γενικότερη έννοια από την δουλεία. Η οποία εργασία όμως υπό τον εκβιαστικό καταναγκασμό της συγκεντρωτικής εξουσίας, κατρακυλάει στη δουλεία.
Η ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΤΗΣ ΠΟΡΝΕΙΑΣ
Όταν ανοίγεται ένας διάλογος περί σοσιαλισμού και ειδικά για την διαβίωση των ανθρώπων εκεί, σχεδόν πάντα κάποιος απ’τους συνομιλητές θα υπενθυμίσει ότι στις σοσιαλιστικές χώρες υπήρχαν νέες που έκαναν έρωτα για ένα μπλουτζίν ή άλλα είδη πολυτελείας. Αυτό ενώ για τον υποστηρικτή του σοσιαλισμού φαίνεται αποστομωτικό, πραγματικά θα μπορούσε να είναι στοιχείο υπεράσπισης.
Επειδή ο σοσιαλισμός είναι μια κατάσταση μεταβατική από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό, έτσι είναι φυσικό όλες οι αδυναμίες του καπιταλισμού όπως ο εγωισμός, η ματαιοδοξία, η κερδοσκοπία, η σπατάλη, η καταστροφή του περιβάλλοντος, η δίψα για πολυτέλεια, η απάτη κ.λπ. να υπάρχουν στις παρυφές του σοσιαλιστικού γίγνεσθαι.
Στην περίπτωση λοιπόν του “μπλουτζίν” μπορούν να κατηγορηθούν τα σοσιαλιστικά καθεστώτα ότι δεν κατάφεραν να ανεβάσουν το πολιτιστικό επίπεδο όλου του λαού, ώστε κάποιοι να μην λαχταράνε το”μπλουτζίν” σε βαθμό που να εκδίδονται. Αν όμως ο σοσιαλισμός είχε φτάσει σε πολιτισμικό επίπεδο που κανείς δεν λαχραρά την πολυτέλεια, πιθανόν να έχει ήδη φτάσει στον κομμουνισμό, όπου η ύπαρξη της ματαιοδοξίας, της ανοησίας και του εγωισμού, θα ήταν ασυμβίβαστες μ’αυτό το κοινωνικό γίγνεσθαι.
Το μπλουτζίν λοιπόν κι άλλα φανταχτερά ή ανόητα προϊόντα πολυτελείας που στις σοσιαλιστικές χώρες δεν παρήγοντο και γι’αυτό δεν διατίθεντο στην “αγορά”, (για να μην επιβαρυνθεί η εργασία με την παραγωγή άχρηστων προϊόντων και οι πολίτες να δουλεύουν περισσότερες ώρες), είναι κάτι που θεωρείτο πολύτιμο γι’αυτούς που το λαχταρούσαν. Εκεί το ιδεατό κόστος της πολυτέλειας είναι τεράστιο. Έτσι τα άτομα που εκπορνεύονται γι’αυτό δεν το κάνουν από έλλειψη ειδών είδη πρώτης ανάγκης, κάτι που θα ήταν επιβαρυντικό για μια σοσιαλιστική χώρα, ούτε για το ευκαταφρόνητο ποσό της αγοραίας συνεύρεσης, όπως στα καταγώγια της καπιταλιστικής φτώχειας, αλλά από τη δίψα της πολυτέλειας κι από ματαιοδοξία.
Η έννοια της πορνείας λοιπόν είναι πολυσήμαντη και η χρήση της στις σύγχρονες γλώσσες, έχει κατά πολύ αλλάξει. Έτσι η συζήτηση για τη διερεύνηση της “διαλεκτικής της πορνείας” θ’απαιτούσε μιαν εκ νέου διαλογική ανάλυση της έννοιας κι ίσως ένα νέον ορισμό.
Για να μπορέσουμε όμως να φτάσουμε στα θεμέλια αυτής της έννοιας, πρέπει να θέσουμε κάποια ερωτήματα: Α. Είναι άραγε η γενετήσια ορμή βδελυρή ή μικρότερης σημασίας απ’την πείνα, την ένδυση, την ασφάλεια, την κατοικία, την αξιοπρέπεια και τα άλλα “αγαθά” διαβίωσης; Β. Είναι άραγε η διάθεση τροφίμων, ρουχισμού ή κλίνης έναντι αμοιβής διαφορετικής σημασίας από τη διάθεση ερωτικών περιπτύξεων έναντι αμοιβής; Δηλαδή είναι η πώληση της σεξουαλικής πράξης βδελυρή ενώ του φαγητού ή του ύπνου όχι;
Επειδή σήμερα δεν ζούμε στον μεσαίωνα ούτε υπό την πολιτιστική δικτατορία του παπά ή του μουλά, είναι κοινή αίσθηση ότι η σεξουαλική πράξη δεν είναι βδελυρή, άρα η “βδελυρότητα” που την μετατρέπει σε πορνεία συνίσταται στο ότι προσφέρεται έναντι χρηματικής αμοιβής. Δηλαδή το Χρήμα είναι που την κάνει βδελυρή και άρα πορνεία. Το ίδιο όμως θα μπορούσε να ισχύει για τη διάθεση έναντι αμοιβής και για όλα τα προϊόντα πρώτης ανάγκης. Όποιος δεν τα διαθέτει, είναι υποχρεωμένος να πληρώσει στον έμπορο για την απόκτησή τους. Επειδή λοιπόν ο έμπορος διαθέτει ένα μέρος της ζωής του επί πληρωμή σ’αυτή τη δραστηριότητα γιατί να μη θεωρείται πόρνη; Αλλά για να αποκτήσει κάποιος τα χρήματα και να μπορέσει να γίνει πελάτης του εμπόρου πρέπει να προσφέρει μέρος του εαυτού τους έναντι αμοιβής (να πουληθεί). Δηλαδή να εκπορνευτεί δουλεύοντας οκτώ ώρες, που είναι το μισό του ενσυνείδητου βίου του, αφού το ένα τρίτο κοιμάται για ν’αντλήσει δύναμη για ζωή, αλλά και για δουλεία.
Η πόρνη προσφέρει το κορμί της ή σημείο του κορμιού της για ένα προσυμφωνημένο μικρό χρονικό διάστημα, έναντι μιας προσυμφωνημένης αμοιβής. Η εργάτρια προσφέρει για επίπονη εργασία όλο το σώμα της (ακόμα την προσοχή της δηλαδή και το μυαλό της) για προσυμφωνημένο χρόνο οκτώ ωρών ημερησίως, με την ίδια περίπου αμοιβή μιας συνεύρεσης της πόρνης με πελάτη. Επίσης η πόρνη μ’αυτή τη συναλλαγή τελειώνει χωρίς άλλες υποχρεώσεις. Δηλαδή αν επισκεφτεί τον πελάτη στο σπίτι του, αυτός δεν την αναγκάζει να μαγειρέψει ή να σφουγγαρίσει κιόλας, ενώ η εργάτρια που έχει ήδη “εκπορνευθεί” πουλώντας το κορμί της για την παραγωγή προϊόντων, αν έχει την κατάρα να είναι ευπαρουσίαστη, δέχεται συνεχώς ήπιες ή έντονες σεξουαλικές πιέσεις ή ακόμα και σεξουαλικούς εκβιασμούς από του ανωτέρους της, ανάλογα με τις ανάγκες της ή την αδυναμία της να βρεί αλλού δουλειά. Κάτι που ο νόμος απαγορεύει αλλά που δεν μπορεί να αποδειχθεί για να βρεί το δίκιο της.
Άραγε η δυστυχισμένη εγκαταλελημένη μητέρα παιδιών που δεν μπορεί να τα ζήσει, όταν κάτω από την πίεση της ανάγκης και τη βοήθεια έωλου ερωτικού συντρόφου ή “φίλου”, της προταθεί η “λύση” της προσφοράς έναντι αμοιβής, (αυτού το οποίο προσέφερε από ευχαρίστηση και που συχνά ακολουθείτο από διάφορα άχρηστα δώρα), με την αποδοχή της χρηματικής αμοιβής μετατρέπεται σε πόρνη;
Άραγε τι είναι η κοπέλα που ως εργαζόμενη, με αντάλλαγμα να μη χάσει τη θέση της ή την προσδοκία ανώτερης θέσης στη μισθολογική κλίμακα, ενδίδει στις σεξουαλικές απαιτήσεις των ανωτέρων της; Είναι ή δεν είναι πόρνη; Ή μήπως γίνεται πόρνη όταν σε σε κάθε συνεύρεση με το αφεντικό ή τον ανώτερό της θεωρήσει ότι θα ήταν καλύτερα να πληρώνεται για τη συνεύρεση χωρίς τουλάχιστον να δουλεύει στην παραγωγή κιόλας;
Άραγε είναι πόρνη η πλούσια κυρία που φοράει τη γούνα ολόγυμνη εσωτερικά και πηγαίνει σε κάποια “στέκια” έναντι χρηματικής αμοιβής, όχι από ανάγκη, αλλά από ιδιοτροπία; (Έχει γίνει κατά καιρούς συζήτηση για διακεκριμένα άτομα που εκδίδοντο σε ισχυρούς για να τους ανοίγουν δρόμους επιτυχίας ή επειδή τους διέγειρε η όλη σκοτεινή διαδικασία του εκδίδεσθαι).
Απ’αυτό βγαίνει το συμπέρασμα ότι υπάρχει η πορνεία εξ’ανάγκης, η πορνεία ως επικερδές επάγγελμα και η πορνεία από διαστροφή. Επίσης, κατά τον προηγούμενο υπαινιγμό, πόρνη ή πόρνος δεν είναι μόνον αυτός που απλά πληρώνεται για την σεξουαλική προσφορά του, αλλά και αυτός που προσφέρει ως αντάλλαγμα το σώμα, το πνεύμα, αλλά και τις δεξιότητές του για ν’αναρριχηθεί σ’αξιώματα τα οποία τελικά και αυτά μεταφράζονται σε χρήμα και δύναμη. Δηλαδή ο επιστάτης, ο διευθυντής, ο γραμματέας, ο δημοσιογράφος, ο πολιτικός, ο γιατρός, ο επιστήμονας, ο δικαστής, ο στρατιωτικός, ο κληρικός κλπ. οι οποίοι προσφέρουν υπηρεσίες έναντι αμοιβής και κοινωνικής διάκρισης σε υψηλά ιστάμενα άτομα ή σε οργανισμούς που είναι όλοι μαζί εξαρτημένοι. (Μέσα στα επαγγέλματα περιέλαβα και λειτουργήματα όπως του γιατρού, για να δείξω ότι κι αυτά όταν η προσφορά τους είναι εξαρτημένη από κάποιον οικονομικό οργανισμό, ο εργαζόμενος εκπορνεύεται από τις οικονομικές σχέσεις και τις εκβιαστικές πιέσεις της διοίκησης, παραβλέποντας αρκετές φορές το καθήκον του για το οικονομικό συμφέρον του οργανισμού. Επίσης ακόμα κι όταν η προσφορά του είναι ανεξάρτητη, δηλαδή ασκεί το επάγγελμα του γιατρού, εκπορνεύεται από το οικονομικό αντάλλαγμα που έχει ως αποτέλεσμα η σχέση του με τους πελάτες. Δηλαδή εκπορνεύεται εμπορευόμενος το λειτούργημά του, για να αποκτήσει χρήματα, να εκπορνευτεί στα καταστήματα για να αποκτήσει τα αναγκαία για να ζήσει).
Γενικά πορνεία είναι η όλη διαδικασία της προσφοράς του ανθρώπινου σώματος και πνεύματος επί πληρωμή για αλλότρια εξυπηρέτηση, συμφέρον ή αλλότρια ακολασία. Επειδή όμως το οικονομικό συμφέρον, όπως και κάθε συμφέρον μεταφράζεται τελικά σε χρήμα, συμπίπτει πάντα με κάποιου είδους “ακολασία”. Αυτό γιατί κάθε προσφορά επί πληρωμή έχουσα σχεδόν πάντα ως σκοπό κι αποτέλεσμα το κέρδος, με την υπεραξία υπερβαίνει την προσφορά του εργασιακού ανταλλάγματος, έχοντας έτσι αποτέλεσμα την κλοπή και τον εκβιασμό. Τ’αφεντικό εκβιάζει την ανάγκη, την αδυναμία και την ανέχεια του ανθρώπου, εκπορνεύοντας τον στη έμμισθη δουλεία και στη συνέχεια κλέβει και την υπεραξία της δουλειάς του. Επίσης κανείς διακεκριμένος, όπως ο επιστήμονας, ο γιατρός, ο διευθυντής, ο στρατηγός κλπ δεν μπορεί να έχει ως άλλοθι της εκπόρνευσης τις ανάγκες του, αφού οι μισθοί τους είναι πολλαπλάσιοι από αυτούς των εργατών.
Είναι βέβαιο ότι κάθε είδους πορνεία είναι αμάρτημα, δηλαδή αστοχία στην αρμονία των κοινωνικών σχέσεων, αφού η προσφορά δεν είναι αγαπητική αλλά φαρμακωμένη από το συμφέρον, τη συναλλαγή, την εκμετάλλευση της ανάγκης και τον εκβιασμό που πατά στην ανισότητα. Με λίγα λόγια η πορνεία είναι γενικά σύμφυτη με την εμπορική συναλλαγή, δηλαδή με τον καπιταλισμό. Όμως στο στάδιο του νεοφιλελευθερισμού, ο άνθρωπος οδηγείται βίαια στην καταναγκαστική πορνεία. Εκεί κάθετί μετατρέπεται βίαια σε εμπόρευμα κι ό,τι δεν μπορεί να γίνει εμπόρευμα, όπως ο αληθινός πολιτισμός κι η αληθινή τέχνη, ποδοπατείται παραδειγματικά με περιφρόνηση.
Ακόμα, στα ελεύθερα μικροεπαγγέλματα, (εξαρτώμενα από τις απόλυτα ελεγχόμενες πρώτες ύλες), περιορίζεται η ελευθερία επιλογής και η ανεξαρτησία παραγωγής. Οι μικρές αγροτικές παραγωγικές δραστηριότητες, ελέγχονται απόλυτα απ’την παραγωγή, το εμπόριο και τη χρήση των μεταλλαγμένων φυτών ή σπόρων. Η εκπόρνευση μέσω της χρήσης των μεταλλαγμένων σπόρων, συμβαδίζει και με τον εκβιασμό της διασπορά μικροβίων που πλήττουν τις φυσικές καλλιέργιες, ενώ οι μεταλλαγμένες είναι από τη δημιουργία τους ανθεκτικές στα συγκεκριμένα μικρόβια. Έτσι αναφαίνεται και η εκπόρνευση της επιστήμης και των επιστημόνων, οι οποίοι αντί να υπηρετούν το λαό, υποτάσσονται για το προσωπικό κέρδος, στις καταστροφικές για το περιβάλλον και τη φύση, κερδοσκοπικές απαιτήσεις των μονοπωλίων.
Με τον ίδιο τρόπο λειτουργεί και το αστικό κοινοβούλιο: Ο ιμπεριαλισμός δια των λεγομένων “μέσων ενημέρωσης” προωθεί δικά του πρόσωπα ή ευάλωτα στο χρήμα και τον εκβιασμό, για να είναι ελεγχόμενα. Ενώ αυτοί που αντιδρούν κινούμενοι μέσα σε ιδιεολογικά πλαίσια, δυσφημίζονται, απαξιώνονται και παραμερίζονται.
Η εκπόρνευση στους κόλπους του καπιταλιστικού συστήματος είναι ο κανόνας, αφού το σύστημα, θέλοντας και μη, είναι απ’τη φύση του αργυρώνυτο. Εκείνο όμως που εκπλήσσει είναι η εκπόρνευση της ιερής του θεού πίστης. Όλοι οι εκπρόσωποι του θεού επί της γης εκτελούν τα καθήκοντά τους με μισθό, που μάλιστα είναι ανάλογος με την ιεραρχία. Υπάρχουν χιλιάδες άνθρωποι που κοιμούνται στο δρόμο και ψαχουλεύουν, φανερά ή κρυφά τα σκουπίδια, ενώ οι περισσότεροι εκπρόσωποι του θεού είναι σαν βαρέλια. Οι εκκλησιαστικοί βέβαια προσεύχονται για τους πτωχούς και κάνοντας το χριστιανικό καθήκον τους, καταναλώνουν τεράστιες ποσότητες φαγητού και προϊόντα πολυτελείας κρυφά ή φανερά. Αυτοί λοιπόν πουλάνε θρησκεία, κι έτσι εκπορνεύουν τον ίδιο το θεό, ανταλλάσσοντας το “προϊόν” της πίστης των ανθρώπων σ’αυτόν έναντι αμοιβής.
Οι μόνοι που προσφέρουν τις “υπηρεσίες” τους χωρίς αντάλλαγμα εκπόρνευσης είναι οι λαϊκοί αγωνιστές, οι οποίοι μάλιστα όχι μόνο πληρώνουν για την προσφορά τους, αλλά πολλές φορές δίνουν και τη ζωή τους.
Από τα πάρα πάνω συνάγεται ότι:
Ο νεοφιλελευθερισμός είναι ένας παγκόσμιος και νόμιμος οίκος ανοχής.
Τίθεται λοιπόν το ερώτημα: δεν πρέπει να δουλεύουμε για να μην εκπορνευτούμε αλλά να πεθάνουμε απ’την πείνα; Όχι βέβαια! Επειδή είμαστε εύφρονες άνθρωποι κι επειδή ο τρόπος ζωής που μας επιβάλλεται βίαια από τον νεοφιλελευθερισμό είναι καθαυτός απάνθρωπος, αναξιοπρεπής και πόρνος, αυτοί που θεωρούν τον εαυτό τους άνθρωπο με όλη την έννοια της λέξης, πρέπει να συμφωνήσουν δημοκρατικά μεταξύ τους για έναν άλλο τρόπο αξιοπρεπή. Αυτός πρέπει να είναι κατ’ανάγκην ένα είδος δημοκρατικής εξουσίας που να απορρέει από το λαό και όπου ο ίδιος ο λαός να συμμετέχει σε όλες τις λειτουργίες της.
Αυτό το κοινωνικό σύστημα λέγεται λαϊκο-δημοκρατική εξουσία, που κάποιοι από μας το γνωρίζουν όπως πρέπει να είναι, άλλοι όπως λανθασμένα εφαρμόστηκε κι άλλοι όπως λανθασμένα τους πληροφόρησαν ότι είναι. Γι’αυτό πρέπει περιληπτικά ν’αναφέρω τη διαλεκτική του διάταξη. Επειδή όμως μιλάμε για τη διαλεκτική της πορνείας, πρέπει να επισημάνουμε και τα στοιχεία παρανόησης κι απαξίωσης της έννοιας της διαλεκτικής, η οποία είναι κακοποιημένη, από φίλους, εχθρούς και άγιους πατέρες.
Με την απλούστερη οριοθέτηση ότι “η διαλεκτική είναι η λογική που αντίλαμβάνεται τον κόσμο σε κίνηση”, ενώ “ο ορθολογισμός και η τυπικότητά του είναι η λογική που αντιλαμβάνεται τον κόσμο σε ακινησία”, δημιουργείται σύγχυση. Η σύγχυση αυτή δομείται σιγά-σιγά μέσα στο σώμα της λογικής, όσο εξελίσσεται και περιπλέκεται η χρήση της. Πολλοί διακεκριμένοι διανοητές μολονότι ισχυρίζονται ότι είναι διαλεκτικοί δεν κάνουν βήμα χωρίς τη χρήση της τυπικής λογικής, ενώ αντίθετα διανοητές που ισχυρίζονται ότι είναι ορθολογιστές, βλέπουν τον κόσμο ή τις διάφορες προς έρευνα καταστάσεις εν τω γίγνεσθαι. Αυτό βέβαια δεν είναι παράδοξο, αφού κατά τη διάρκεια των αιώνων, δημιουργήθηκε μια συλλογική αντίληψη περί λογικής, η οποία είναι μάλλον ένας αγοραίος συγκερασμός ορθολογισμού και διαλεκτικής. Διανοητές και επιστήμονες λοιπόν χρησιμοποιούν αυθόρμητα κι από συνήθεια αυτή τη συγκερασμένη λογική, η οποία ενώ βλέπει τον κόσμο σε εξέλιξη, τον στατικοποιεί για να τον εκτιμήσει. Έτσι υποπίπτουν σε διγλωσσία που δε οριακές καταστάσεις γεννά παράδοξα και αντινομίες.
Μολονότι αυτή η συζήτηση είναι πολύ μεγάλη, πρέπει να τεθούν κάποια συνοπτικά διευκρινιστικά όρια μεταξύ ορθολογισμού και διαλεκτικής, ώστε να διαλευκάνουν το σκοτάδι αυτής της σύγχυσης. Συνοπτικά αυτός ο διαχωρισμός τίθεται ως εξής:
Η Διαλεκτική είναι η λογική του αληθινού γίγνεσθαι ενώ ο Ορθολογισμός του φαινομενικού. Έτσι “στον ορθολογισμό τα ενάντια διαλέγονται χωρίς να παραβιάζουν τα έσχατα αναλλοίωτα όρια μεταξύ τους, υπακούοντας στην αντικειμενικότητα και στην αντιθετικότητα. Ενώ στη διαλεκτική τα ενάντια εισχωρούν το ένα μέσα στο άλλο κατά τον διάλογο, χωρίς να αφήνουν έσχατα απαραβίαστα όρια μεταξύ τους, δημιουργώντας έτσι αντιφατικές ενότητες. Ο ορθολογισμός λοιπόν διέπεται από αντιθετικότητα, ενώ η διαλεκτική από αντιφατικότητα”.
Επειδή ο ορθολογισμός αποδέχεται έναν αντιθετικό διάλογο, ο οποίος βασίζεται και καταλήγει στην αποδοχή της ύπαρξης αναλλοίωτων στοιχειωδων εσχάτων στον πυθμένα του κόσμου μας, μπορεί να υπάρξει κάποιο φαινομενικό γίγνεσθαι, το οποίο να σταματά στ’απαραβίαστα όρια των αναλλοίωτων στοιχειωδών εσχάτων. Έτσι γεννιέται η σύγχυση του αντιθετικού ορθολογικού γίγνεσθαι, που είναι φαινομενικό, με το αντιφατικό διαλεκτικό γίγνεσθαι, που είναι πραγματικό.
[Ο αναγνώστης μπορεί να ενημερωθεί για όλη αυτή τη διαλογική ακλουθεία στην ανάρτησή μου περί “Διαλεκτικής Σκέψης”, thodoroskavasis.blogspot.com]
Για να γίνει κατανοητή η διαλεκτική της πορνείας πρέπει να περιγραφεί συνοπτικά η ΑΝΤΙΦΑΤΙΚΗ ΣΧΕΣΗ ΜΙΣΘΩΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ.
[Όταν στις κοινωνίες των πιθήκων, οι ιεραρχικά υψηλά ιστάμενοι
στροβιλίζονταν με χάρη στα κλαδιά· κάποιοι, στη βάση της
πυραμίδας, σηκώθηκαν και βάδισαν άκομψα παραπατώντας στα
πίσω πόδια, κάτω από την χλεύη και την κατακραυγή των
καθιερωμένων. Είναι αυτοί που χάθηκαν στον ορίζοντα του
πολιτισμού και συνεχίζουν ακόμα να βαδίζουν στο άγνωστο. Ο
πίθηκος αυτός ο που στάθηκε στα πίσω του πόδια μπορεί ακόμα
να προκαλεί συγκίνηση, σεβασμό και δέος].
Κανείς δε θα είχε αντίρρηση ότι κάθε κοινωνικό σύνολο αποτελείται από ταξικές ομάδες και στρώματα που τα συμφέροντά τους, δεν είναι μόνο διαφορετικά, αλλά πολλές φορές είναι αντίθετα και συγκρούονται. Οι ομάδες που έχουν κοινά συμφέροντα, οργανώνονται σε τάξεις και προσπαθούν να θεσμοθετούν νόμους που προωθούν τις επιδιώξεις τους. Στην προσπάθεια αυτή υπάρχει σκληρός ανταγωνισμός. ΄Οποια τάξη καταφέρει να υπερισχύσει, δηλαδή να πάρει την εξουσία, οργανώνει σύστημα λειτουργίας με το οποίο οριοθετεί τις δραστηριότητες των ατόμων μέσα στο σύστημα, αλλιώς αυτά απωθούνται βίαια στο περιθώριο. Το σύστημα που η κάθε τάξη νομοθετεί και ασκεί εξουσία τ’ονομάζει δημοκρατία, αφού οι όροι που το κάνουν να λειτουργεί, είναι ίδιοι για όλα τα άτομα του συνόλου (χωρίς όμως να λαμβάνεται υπόψιν το ταξικό πλαίσιο, κι οι μηχανισμοί που εγγυούνται τη λειτουργία και την άμυνα του συστήματος, που είναι το κράτος).
Μολονότι οι όροι κάθε δημοκρατίας είναι ίδιοι για όλους τους πολίτες, κάθε νόμος που ευνοεί μια τάξη, το κάνει έτσι που να είναι σε βάρος των άλλων τάξεων ή να κάνει δυσμενέστερη την κατάσταση αυτών που έχουν διαφορετικά ταξικά συμφέροντα. Το σύστημα λοιπόν αυτό που λέγεται δημοκρατία, είναι τόσο πιο δημοκρατικό για την τάξη που κυβερνά όσο πιο δικτατορικό για τις τάξεις και τα ταξικά στρώματα που δεν συμμετέχουν στην άσκηση της εξουσίας.
Το αστικοδημοκρατικό σύστημα, που θεωρείται απ’τους φίλους του συνώνυμο της δημοκρατίας, έχει κι αυτό αντιφατική φύση. Είναι τόσο πιο δημοκρατικό για την αστική τάξη, όσο πιο δικτατορικό είναι για τη εργατική τάξη. Ενώ οι όροι της λειτουργίας αυτού του συστήματος φαίνονται δίκαιοι και τυπικά όλοι μπορούν, σύμφωνα με το νόμο, να συμμετέχουν στη λειτουργία αυτής της δημοκρατίας ή τουλάχιστον να έχουν ίσα δικαιώματα κι υποχρεώσεις, στην πράξη υπάρχει ένας παράγων που ρυθμίζει τα πάντα με τον δικό του τρόπο. Ο παράγων αυτός είναι το χρήμα, που μ’αυτό κάποιος μπορεί να συμμετέχει παντού και χωρίς αυτό πουθενά. Οι άνθρωποι λοιπόν σ’αυτή τη δημοκρατία δεν είναι ίσοι, άλλοι γεννιώνται δούλοι, υποχρεωμένοι στην εκπόρνευση της δουλείας, κι άλλοι “ελεύθεροι” δηλαδή μαστροποί. Ο γεννημένος φτωχός είναι αδύνατον να ανταγωνιστεί το γεννημένο πλούσιο, στον αγώνα για ισότιμη κοινωνική συμμετοχή και κοινωνική καταξίωση. Το κοινοβούλιο είναι «απαγορευτικό» για τον εργάτη, αφού χρειάζονται πάρα πολλά λεφτά και γνωριμίες για να προβληθούν οι απόψεις του απ’τα μέσα ενημέρωσης (προπαγάντας). Και αν οι εργαζόμενοι καταφέρουν να προβάλλουν κάποιους, που να προωθούν τα συμφέροντά τους μέσα στο αστικό κοινοβούλιο, δε διασφαλίζονται, αφού οι αντίπαλοί τους, άνθρωποι του χρήματος, θα μπορούν να τους εξαγοράζουν έμμεσα ή άμεσα, να κρίνουν παράνομους όσους δεν εξαγοράζονται ή γενικά δεν κινούνται στα «νόμιμα» πλαίσια που τους έχουν καθορίσει.
Αντίθετα η εργατική τάξη έχει να προτείνει τη δική της δημοκρατία που λέγεται ανάλογα λαϊκή ή προλεταριακή. Εκεί το κοινοβούλιο διαφέρει αποτελούμενο απ’τους εκπροσώπους των εργατικών σωματίων, οι οποίοι είναι αναπάσα στιγμή ανακλητοί για να μην εξαγοράζονται και να ελέγχεται συνεχώς η τιμιότητα κι η αξία τους. Ο αριθμός των εκπροσώπων θα εξαρτάται απ’τον αριθμό των μελών των σωματείων. Οι εργάτες μετάλλου π.χ. που ίσως είναι περισσότεροι απ’τους ξυλουργούς θα έχουν περισσότερους εκπροσώπους. Οι βιοτέχνες ή κάποιοι εργοστασιάρχες ή εφοπλιστές, σε μια λαοκρατική κοινωνία δε θα έχουν κανέναν, γιατί δε θα τους «παίρνει το μέτρο». Αυτοί αν θέλουν να εκπροσωπηθούν, θα πρέπει να συνασπιστούν μεταξύ τους. Αυτό είναι δημοκρατικότατο και φυσικό απ’την πλευρά της Λαϊκής Δημοκρατίας, αφού οι εκπρόσωποι εκλέγονται κατ’αναλογίαν με τον αριθμό των εργαζομένων, δηλαδή των ενεργών μελών της κοινωνίας. Απ’την πλευρά των αστών όμως, αυτό είναι απαράδεκτο, γιατί η ανθρώπινη υπόσταση με μόνον το ένδυμα του εργαζομένου, δεν περιέχει όλη την αξία του ανθρώπου. Ο άνθρωπος κατά την αστική αντίληψη βαραίνει μαζί με την περιουσία του και τη συμμμετοχή του στη διακίνηση του χρήματος μέσα στο σύστημα. Έτσι αυτό που θεωρείται δημοκρατία για τους εργαζομένους, είναι στυγνή δικτατορία για τους αστούς και τ’αντίθετο. Όταν λοιπόν μιλάμε για αστική δημοκρατία, εννοούμε τη δημοκρατική-δικτατορία των αστών κι όταν μιλάμε για λαϊκή δημοκρατία, εννοούμε τη δημοκρατική-δικτατορία του λαού.
Οι έννοιες δημοκρατία και η δικτατορία λοιπόν συνιστούν αντιφατική σχέση, που ενώ το ένα γεννά τ’άλλο, την ίδια στιγμή το μάχεται και το αναιρεί κιόλας. Στην περίπτωση της δημοκρατικής-δικτατορίας των αστών, αληθινά έχουμε τη δημοκρατία και την εξουσία του χρήματος. Εκεί οι άνθρωποι αληθινά ψηφίζουν στο χρηματιστήριο και στις τράπεζες με τα λεφτά τους και την κίνηση κεφαλαίων μέσα στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Χωρίζονται σ’αυτούς που όταν «εργάζονται» κινείται το χρήμα και σε αυτούς που εργάζονται όταν κινηθεί το χρήμα. Όλοι οι άλλοι βρίσκονται στο περιθώριο και μια επένδυση μπορεί να τους ξεθεμελιώσει αν το κομπιούτερ της τράπεζας δεν τους υπολογίσει. Αυτό υπολογίζει μόνον ότι μπορεί να αποφέρει κέρδος. Αντίθετα στην περίπτωση της δημοκρατίκης-δικτατορίας του λαού έχουμε τη δημοκρατία και την εξουσία της εργασίας όπου οι άνθρωποι αληθινά ψηφίζουν με τη συμμετοχή τους στη λήψη αποφάσεων, στο χώρο της υλικής και πνευματικής παραγωγής.
Αν την εξουσία έχει το χρήμα κι η εργασία είναι υπηρέτης στην παραγωγή κέρδους, έχουμε καπιταλισμό, αν την εξουσία έχει η εργασία και το χρήμα είναι υπηρέτης της εργασίας, για τη διακίνηση των προϊόντων έχουμε σοσιαλισμό.
Σοσιαλισμός είναι το κοινωνικό σύστημα που ως απώτερο σκοπό έχει την κατάργηση του χρήματος όταν δεν θα υπάρχουν διακρίσεις που να το καταστούν αναγκαίο, δηλαδή στον κομμουνισμό. Έτσι η εργασία δεν θα πωλείται αλλά θα διανέμεται δίκαια σε όλους για το συμφέρον του συνόλου. Άρα η υποχρέωση εργασίας θα συμπέσει με την ευτυχία προσφοράς και δημιουργικότητας ανάλογα με τις δυνατότητές των ατόμων, ενώ τα δικαιώματα θα ορίζονται ανάλογα με τις πραγματικές τους ανάγκες.
Από την προηγούμενη διαλεκτική ανάλυση ανεφάνει ότι η λύση της αντιφατικής σχέσης μισθωτής εργασίας και κεφαλαίου που είναι ο κομμουνισμός, συμπίπτει με την κατάργηση του χρήματος. Η κατάργηση του χρήματος βέβαια δεν είναι κάτι που θα μπορούσε να γίνει με νόμους ή με τη βία, αλλά μόνον όταν η σχέση υποταγής και εξάρτησης μέσα στο κοινωνικό γίγνεσθαι εκ των πραγμάτων θα έχει πάψει να υπάρχει.
Μόνο τότε θα πάψει να υπάρχει και το κάθε είδος πορνείας.
[Ο αναγνώστης μπορεί να πληροφορηθεί για την εξέλιξη αυτής της πραγματείας στην ανάρτησή μου περί μαρξισμού και στο thodoroskavasis.blogspot.com].
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου