Η ΖΩΗ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ ΚΑΙ Η ΔΙΑΦΟΡΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ "σημειώσεις" IRIS MARION YOUNG
IRIS MARION YOUNG
Η ζωή στην πόλη και η διαφορά.
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «σημειώσεις» ΤΕΥΧΟΣ 77 ΙΟΥΝΙΟΣ 2013
ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗ Θ. ΚΑΒΑΣΗΣ
Οι φράσεις προς κρίσιν της συγγραφέως θα παρουσιάζονται με αυτά τα στοιχεία, οι κρίσεις μου με αυτά και οι τονισμένες κρίσεις με αυτά.
Η ανεκτικότητα, ο χώρος για μεγάλες διαφορές μεταξύ των γειτόνων ―διαφορές πιο βαθιές απ’ αυτές του χρώματος― οι οποίες είναι εφικτές και συνηθισμένες σε μια έντονη αστική ζωή αλλά τόσο ξένες στα προάστια και τα ψευδοπροάστια, είναι εφικτές και συνηθισμένες μόνον όταν οι δρόμοι των μεγάλων πόλεων διαθέτουν αυτόν τον ενσωματωμένο εξοπλισμό που επιτρέπει στους ξένους να συνυπάρχουν ειρηνικά με πολιτισμένους αλλά ουσιαστικά αξιοπρεπείς και δεσμευτικούς όρους. J. Jacobs
Αυτό το απόσπασμα του J. Jacobs που η συγγραφεύς προβάλλει ως αρωγό στην προσπάθειά της, βέβαια μας προϊδεάζει γύρω από τι θα περιστραφεί, αλλά αυτό το ίδιο το απόσπασμα έτσι που προσφέρεται μας προϊδεάζει επίσης για την αοριστία που θα περιβάλλει το έργο της. Ας δούμε κατ’αρχήν τι μπορεί να μας πεί:
Όταν λέει περί ανεκτικότητας για μεγάλες διαφορές γειτόνων, βαθύτερες από αυτές του χρώματος, είναι πολύ ασαφής. Αν αρχίσουμε τώρα εμείς μια τέτοια συζήτηση, περί του «τι είναι αυτές οι διαφορές» ώστε να μπορέσουν να μπούν ως θεμέλια για την περαιτέρω διαπραγμάτευση, αυτή η ίδια θα είναι αρκετή να μην αφήσει χώρο για την ίδια τη διαπραγμάτευση. Αυτές οι διαφορές μπορεί να είναι οικονομικές, πολιτισμικές, μορφωτικές, θρησκευτικές, ή τέτοιες που να άπτονται στη αντίληψη του καθενός περί του πως αντιλαμβάνεται τη νομιμότητα και πως την εφαρμόζει.
Οι μεγάλες οικονομικές διαφορές δημιουργούν ένα τείχος ανάμεσα στους γειτόνους τέτοιες διαφορές που λύνονται μόνο με την αγορά από τον πλούσιο
της περιουσίας του φτωχού. Αν εγώ είμαι λάτρης της κλασικής μουσικής και ο διπλανός μου της ράπ και αν ο διπλανός μου τη βρίσκει να τρέμουν τα τζάμια των γύρω σπιτιών όταν ακούει; Ή αν ο διπλανός μου είναι ορθόδοξος μουσουλμάνος και εξοργίζεται ακόμα κι αν χαιρετίσω μια από τις συζύγους του; Ή αν ο διπλανός μου είναι άτομο που κινείται στα όρια της νομιμότητας και βρίσκεται συνεχώς σε ετοιμότητα να με βρεί χαλαρό για να με ξαφρίσει; Ακόμα αν αυτή η ανεκτικότητα έχει οικοδομηθεί μέσα στα όρια της αστικοκαπιταλιστικής νομιμότητας και κάτω από το ραβδί του αστυφύλακα, δε μπορεί να χαραχτηριστεί «ανεκτικότητα».
«Μια ουσιαστική πρόθεση της κριτικής κανονιστικής θεωρίας, είναι να προσφέρει μιαν εναλλακτική θέαση των κοινωνικών σχέσεων η οποία με τα λόγια του Μαρκούζε εννοιοποιούν την ύλη από την οποία έγινε οκόσμος της εμπειρίας . . . επιτρέποντας να δούμε τις δυνατότητές της που τώρα είναι περιορισμένες, καταργημένες, αρνημένες».
Η αρωγή εδώ πάλι του Μαρκούζε δε μας φωτίζει σε τίποτα: ποιές κοινωνικές σχέσεις εννοιοποιούν την όποια ύλη, από την οποία έγινε ο όποιος κόσμος της εμπειρίας; Και ποια «κριτική κανονιστική θεωρία» μέσω αυτής της όποιας «εννοιοποιημένης ύλης», θα μας επιτρέψει να διακρίνουμε αυτές τις αόριστες «περιορισμένες, καταργημένες, αρνημένες (απαρνηθήσες) δυνατότητες»;
Για να λειτουργήσει μια «κανονιστική θεωρία» προϋποθέτει την ύπαρξη κανόνων, έτσι πρώτα απ’όλα θα έπρεπε σ’αυτό το κείμενο να υπήρχε επαρκής νύξη περί αυτών των κανόνων και το χώρο που θα εφαρμοστούν, για να γίνει το κείμενο κατανοητό.
«Μια τέτοια θετική κανονιστική θέαση μπορεί να εμπνεύσει ελπίδα και φαντασία που παρακινεί σε δράση για κοινωνική αλλαγή».
Και το κείμενο γίνεται ακόμα πιο αφηρημένο με τους προσδιορισμούς της «έμπνευσης, για επλίδα, φαντασία και δράση, που ωθούν την κοινωνική αλλαγή»! Θα έπρεπε, αφού πρώτα προσδιόριζε μιαν αρνητική προϋπάρχουσα κατάσταση, μετά να άνοιγε κάποιον ιδεατό δρόμο για μιαν άλλη προτεινόμενη καλύτερη, κι εν συνεχεία τον τρόπο που θα μπορούσε ν’αποκτηθεί η εξουσία για την προώθηση των θεσμών αυτής της καλύτερης κατάστασης.
Όλα αυτά τα αφηρημένα μισόλογα ένας συγγραφέας τα προσφέρει έτσι όταν κάτι θέλει να κρύψει ή όταν φοβάται να αποκαλύψει όλη την αλήθεια, αφού η δημοκρατία κι η ελευθεροτυπία στις ΗΠΑ δεν αστειεύονται, αλλά ούτε και τα πανεπιστημιακά ιδρύματα, «they cut asses».
Προσοχή κείμενα που πραγματεύονται κοινωνικά ή φιλοσοφικά θέματα πρέπει να δείχνουν εξαρχής τις προθέσεις και τη λογική που με συνέπεια ακολουθούν, αλλιώς κατρακυλούν στην «μπουρδολογία». Αυτό παρατηρείται σε νέα άτομα των πανεπιστημιακών κοινοτήτων της Αμερικής, που μολονότι υποχρεούνται να κάνουν αισθητή την ακαδημαϊκή τους παρουσία φοβούνται να εκφράσουν ολοκάθαρα τις απόψεις τους για να μην πέσουν σε δυσμένεια και καταστραφούν.
«Προσφέρει άραγε αυτή την αναστοχαστική απόσταση που είναι απαραίτητη για την κριτική των παρουσών κοινωνικών συνθηκών».
Αυτή η «αναστοχαστική απόσταση» είναι νεφελώδεις· ως τώρα ξέραμε πως για να γνωρίζει καλά το θέμα που πραγματεύεται ο διανοητής πρέπει να βρίσκεται όσο το δυνατόν πιο κοντά σ’αυτό κι αν είναι δυνατόν μέσα σ’αυτό. Από κει και πέρα είναι το ταλέντο του διανοητή που τον κάνει να είναι αντικειμενικός.
«Πολλοί φιλόσοφοι και πολιτικοί θεωρητικοί επικρίνουν την κοινωνία του καπιταλισμού της ευημερίας ως ατομιστική αποπολιτικοποιημένη και ευνοούσα τον πλουραλισμό των αυτααναφορικών ομάδων-συμφερόντων (μάλλον των ομάδων αυτοαναφορικών συμφερόντων) καθώς και την γραφειοκρατική κυριαρχία. Το ιδανικό της κοινότητας είναι το ποιό σύνηθες εναλλακτικό όραμα που προτείνουν αυτού του είδους οι επικριτές, παρακινούμενοι από τα θέλγητρα της κοινότητας ως εναλλακτικής στο φιλελεύθερο ατομικισμό· όπως ετέθει από τον Michael Sandel, τον Alasdair MacIntyre και άλλους, που τα τελευταία χρόνια έχουν επιχειρηματολογήσει πάνω στις αρετές και τα ελαττώματα του κοινωτισμού (communitarianism) έναντι του φιλελευθερισμού».
Αυτό το απόσπασμα του κειμένου φανερώνει όλη την αμάθεια περί λογικής και πολιτικής της κ.Young. Καταρχήν φαίνεται ότι και αυτή, αλλά κι όλοι οι άλλοι διαπραγματευτές του θέματος, βρίσκονται σε μιαν αταξική κοινωνία όπου όλα τα άτομά της μπορούν να έχουν ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις, ώστε η δημοκρατία για την οποία μιλάνε να είναι αυτονόητη και ίδια, για όλα τα κοινωνικά στρώματα. Επίσης όλοι οι διαπραγματευτές παρουσιάζονται στην εργασία αυτή να προτείνουν επιλογές που ανώδυνα θα μπορούσα να εφαρμοστούν αν επιλεγούν από τους δημοκρατικούς πολίτες της καπιταλιστικής ευημερίας, χωρίς να υπάρξει βίαια αντίδραση από το κατεστημένο. Λοιπόν νομίζω ότι οι συζητητές όλων αυτών των ιδεολογικών αποχρώσεων είναι μιας εξαρχής εκτός θέματος. Αυτή την άποψή μου θα επεξηγήσω αφού πρώτα θέσω κάποιο ρητορικό ερωτήμα για τη βεβαιότητα με την οποία χρησιμοποιεί κάποιους όρους:
“Ποιά είναι η κοινωνία του καπιταλισμού της ευημερίας”; Είναι μια κοινωνία που αφορά όλα τα μέλη της ή κάποιους προνομιούχους; Κι αν πράγματι μπορέσει μια τέτοια κοινωνία να επιτύχει την ευημερία για τη πλειονότητα των μελών της, υπάρχει κανείς που να μην ξέρει ότι αυτή η ευημερία στηρίζεται στη δυστυχία κάποιων άλλων κολασμένων που ζούν στις χώρες του κύκλου επιρροής και καταπίεσης αυτής της ιμπεριαλιστικής ευημερούσας μητρόπολης;
Αν, αντίθετα με την προηγούμενη άποψη, δεχτούμε ότι κάθε κοινωνικό σύνολο αποτελείται από τάξεις και στρώματα που έχουν διαφορετικά συμφέροντα, τότε η έννοια δημοκρατία να έπαιρνε πολύ διαφορετική μορφή από αυτή την «αγγελική» δημοκρατία του «καπιταλισμού της ευημερίας». Αυτή είναι μια κατάσταση όπως όλα αντιφατική όπου οι νόμοι που ευεργετούν μια τάξη, σίγουρα στρέφονται κατά της τάξης αντιθέτων συμφερόντων. Έτσι η πολυτραγουδισμένη δημοκρατία όντας αντιφατική, είναι τόσο πιο δημοκρατική για την τάξη που κυβερνά, όσο πιο δικτατορική για την τάξη που έχει αντίθετα συμφέροντα μ’αυτήν. Ένα κλασικό παράδειγμα είναι η αντιφατική σχέση μισθωτής εργασίας και κεφαλαίου. Το κεφάλαιο και η μισθωτή εργασία είναι συζυγείς κοινωνικές καταστάσεις. Το κεφάλαιο γεννά τη μισθωτή εργασία κι η μισθωτή εργασία το κεφάλαιο. Ενώ το ένα είναι αιτία του άλλου, και μη μπορώντας να υπάρξουν το ένα χωρίς το άλλο, αυτά συγκρούονται κι όλας έχοντας αντίθετα συμφέροντα.
Άλλη λοιπόν η δημοκρατία του κεφαλαίου κι άλλη η δημοκρατία της εργασίας. Στη δημοκρατία του χρήματος οι άνθρωποι αληθινά ψηφίζουν με τα λεφτά τους στις τράπεζες, τα χρηματιστήρια και τη διακίνηση του χρήματος και του εμπορίου. Το αστικό κονοβούλιο είναι εικονικό, είναι το άλλοθι πως η πλειονότητα συμφωνεί με τα πεπραγμένα. Προτείνονται ως επιλογή επαγγελματίες πολιτικοί που τους ενδιαφέρει πρωτίστως η καριέρα τους και η αποκομιδή κέρδους. Αντίθετα στο λαϊκό κοινοβούλιο οι άνθρωποι ψηφίζουν με τις αποφάσεις τους στην παραγωγή στον πολιτισμό και τις κοινωφελείς επενδύσεις. Εκεί προτείνονται εκπρόσωποι σωματίων εργαζομένων που είναι ανά πάσα στιγμή ανακλειτοί και πολλές φορές διαφορετικοί για διαφορετικά θέματα. Το αστικό σύστημα έχει ως σκοπό την ενδυνάμωση και την ανεξαρτοποίση του χρήματος από τον άνθρωπο, το οποίο μέσω των τραπεζών μετατρέπεται σε αίμα της κοινωνίας. Αντίθετα το λαϊκό κοινοβούλιο σκοπό έχει την τελική κατάργηση του χρήματος το οποίο είναι η διάκριση γυμνή.
Αν όλη αυτή η διαπραγμάτευση είχε τεθεί έτσι, τότε θα βλέπαμε ότι υπάρχουν οι τάξεις που έχουν διαφορετικούς σκοπούς και το μοναδικό ερώτημα θα ήταν αυτό που ήδη όλα τα συστήματα γνωρίζουν: το ποιος ασκεί την εξουσία και τον τρόπο (το σύστημα) που την ασκεί.
Η όποια δημοκρατία λοιπόν προϋποθέτει ελευθερία δράσης γιατί τότε είναι «ελευθερία του τίποτα». Η ελευθερία δράσης προϋποθέτει «εξουσία να μπορείς»,
δηλαδή απλά την εξουσία που όλοι γνωρίζουμε. Η ελευθερία, άρα και η εξουσία να είσαι ελεύθερος, δεν χαρίζεται αλλά καταχτιέται.
«Η εξουσία όσο κι η ελευθερία απορρέουν απ’τις κάνες των πυροβόλων».
«Ασπάζομαι αρκετές από τις κοινοτιστικές κριτικές της φιλελεύθερης δημοκρατικής θεωρίας της κοινωνίας του καπιταλισμού της ευημερίας. Ωστόσο υπόστηρίζω ότι το ιδανικό της κοινότητας αποτυγχάνει να προσφέρει ένα κατάλληλο εναλλακτικό όραμα για μια δημοκρατική πολιτική οργάνωση».
Λοιπόν η κ.Young καταρχήν έχει ορίσει τον καπιταλιστικό «φιλελευθερισμό» ως μοναδικό εκπρόσωπο της δημοκρατίας και ευημερίας. Θα έπρεπε όμως πρώτα να έχει ορίσει τις έννοιες της δημοκρατίας και της ευημερίας, γιατί από το «εξήντα» που οριοθετήθηκαν μέσ’τα πλαίσια του αμερικανικού ονείρου, έχουν πια ξεφτίσει και κατά πολύ αλλάξει, για τα κατώτερα στρώματα προς το χειρότερο και για τα ανώτερα προς το καλύτερο. Το 1990 λοιπόν που εγράφει αυτή η εργασία, για τις ΗΠΑ η κατάσταση προδιεγράφετο ρόδινη αφού είχε αποφασιστεί το πλιάτσικο του Ιρακινού πετρελαίου, και διαφαίνετο η κατάρρευση της κατ’όνομα σοβιετικής ένωσης. Όλοι τότε νόμιζαν ότι αυτό το πλιάτσικο θα ανέβαζε το καταναλωτικό επίπεδο των λαών του καπιταλισμού της ευημερίας αλλά προς έκπληξιν το επίπεδο έπεσε γιατί τα πετρέλαια πήρε η οικογένεια Τσέινυ και παρέα τους ενώ για τους δημοκρατικούς πολίτες της καπιταλιστικής ευημερίας, το γαλόνι η βενζίνη πήγε σχεδόν στο διπλάσιο. Και βέβαια τα έξοδα του πολέμου της καπιταλιστικής ευημερίας των δημοκρατικών πολιτών σε αίμα και χρήμα, τα πλήρωσαν οι ηρωικοί δημοκρατικοί πολίτες που έσωσαν όλη τη μέση ανατολή από την αυθαιρεσία των ηγεμόνων τους εγκαθιδρύοντας δημοκρατίες. Και γι’αυτό η δημοτικότητα των αμερικανών και των εβραίων στις αραβικές χώρες από τότε εκτινάχτηκε στα ύψη.
«Ωστόσο θα υποστηρίξω ότι το ιδανικό της κοινόνητας αποτυγχάνει να προσφέρει ένα κατάλληλο εναλλακτικό όραμα για μια δημοκρατική πολιτική οργάνωση».
Η συγγραφεύς δεν γνωρίζει ότι το ιδανικό της κοινότητας ακολουθείται από μιαν άλλη δημοκρατία διαφορετική από την απρόσωπη αστική δημοκρατία όπου ο λαός ψηφίζει κάποιους εκπροσώπους για τέσσερα χρόνια κι από κει και πέρα αυτοί δίνουν αναφορά μόνο στον αρχηγό του κόμματος και όχι πάντα. Ενώ στην κοινοτική δημοκρατία που λέγεται Λαϊκή και στο λαϊκό κοινοβούλιο οι εκπρόσωποι είναι εκλεγμένοι από τα σωματία των εργαζομένων και τα λαϊκά σωματία της γειτονιάς. Οι εκπρόσωποι αυτοί είναι ανά πάσα στιγμή ανακλειτοί και διαφορετικοί για διαφορετικές υποθέσεις.
Ανάλογα λοιπόν με την κοινωνική τάξη καθενός, του είναι ταιριαστή και η ανάλογη δημοκρατία.
«Το ιδανικό αυτό εκφράζει μιαν επιθυμία για συνένωση των υποκειμένων μεταξύ τους, το οποίο πρακτικά συμβάλλει στον αποκλεισμό αυτών που δεν ταυτίζεται η ομάδα».
Αν δεν απατώμαι η δημοκρατία είναι ακριβώς αυτό: η εξουσία ασκείται από την πλειοψηφία ενώ η μειοψηφία αναμένει τη σειρά της. Αν επαληθευτούν οι απόψεις της, τότε θα γίνει αυτή πλειοψηφία κι οι άλλοι θα βρεθούν στο περιθώριο. Στην όποια δημοκρατία δεν μπορεί ποτέ να ασκείται η εξουσία από μειοψηφίες.
«Το ιδανικό της κοινόνητας αρνείται και καταπιέζει την κοινωνική διαφορά, λόγω του ότι η κοινωνία δεν μπορεί να συλλήφθεί ως μια ενότητα στην οποία όλοι οι συμμετέχοντες μοιράζονται μια κοινή εμπειρία και κοινές αξίες. Επί πλέον με το να ευνοεί τις πρόσωπο με πρόσωπο σχέσεις το ιδανικό της κοινότητας αρνείται τη διαφορά με τη μορφή της χρονικής και χωρικής αποστασιοποίησης που χαραχτηρίζει την κοινωνική διαδικασία».
Εγώ αντίθετα νομίζω ότι η πρόσωπο με πρόσωπο σχέση που προωθεί η κοινότητα, είναι η λύση για όλα τα προβλήματα που της καταλογίζει η συγγραφεύς. Π,χ. όταν κάποιος υποπέσει σε ένα σφάλμα η αστική δικαιοσύνη κρίνει τυφλά σύμφωνα με τον «κώδικα», ενώ η λαϊκή δικαιοσύνη που γνωρίζει πρόσωπο με πρόσωπο αυτόν που υπέπεσε τον κρίνει με αγάπη και φροντίδα. Στην τιμωρία πρέπει να περιέχει ο σεβασμός. Ακόμα άτομα περιθωριακής συμπεριφοράς κρίνονται με περισσότερη στοργή μια που είναι δικοί τους άνθρωποι (αυτά τα άτομα που συνήθως είναι ταλαντούχες προσωπικότητες με ιδιαίτερες ανησυχίες πρέπει να διακρίνονται από πολύ μικρή ηλικία και ν’απολαμβάνουν ιδιαίτερης φροντίδας). Το ίδιο και άτομα με ιδιαίτερες σεξουαλικές προτιμήσεις εφόσον δεν είναι προκλητικοί. Στις σχέσεις πρόσωπο με πρόσωπο αυτός που δεν ταυτίζεται με την ομάδα έχει τη δυνατότητα να αμυνθεί στηρίζοντας άμεσα την προσωπικότητά του. Στην απρόσωπη κοινωνία ποδοπατείται αν ο απρόσωπος νόμος αποφασίσει. Επίσης στην πρόσωπο με πρόσωπο σχέση οι «πονηροί» δεν μπορούν να διαφύγουν της προσοχής και η κοινότητα παίρνει τα μέτρα της. Άρα αυτή «διαφορά χωρικής και χρονικής αποστασιοποίησης που χαραχτηρίζει την αστική κοινωνική διαδικασία» είναι ένας αρνητικός και όχι θετικός παράγοντας των κοινωνικών σχέσεων.
Γενικά όμως η κ. Iris Marion Young πρέπει να υστερεί στη λογική προσέγγιση περί του θέματος που πραγματεύεται. Ο ορθολογισμός και ο ντετερμινισμός δεν αμφισβητούνται βίαια μόνο στην Κβαντομηχανική η οποία σύμφωνα με τις αντιλήψεις των μεγάλων επιστημόνων δεν λειτουργεί με Νευτώνιες μηχανιστικές ντετερμινιστικές σχέσεις αλλά και στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Το κοινωνικό γίγνεσθαι δε μπορεί να φορέσει τα στενά ξύλινα παπουτσάκια του ντετεμινιστικού και ορθολογικού δογματισμού, όντας απεριόριστα πολύμορφο και πολυδιάστατο. («Η αλυσίδα της αιτίας» σ’αυτό δεν είναι μονοδιάστατη αλλά αμφίδρομη και πολυδιάστατη). Κανείς δεν έχει δικαίωμα να θεωρεί το κοινωνικό γίγνεσθαι από το εγώ πρός το άλλο όσο ισχυρός και άν είναι, γιατί θα φέρει καταστροφές. Ο ατομικισμός πλέον είναι ηθικά και αντικειμενικά ξεπερασμένος και μόνο με την κοινωνική διαλεκτική μπορεί να υπάρξει αληθινή και όχι εικονική πρόοδος. Πρόοδος δεν είναι η ευημερία των «τυπωμένων εικονικών αξιών» αλλά το ζέον κοινωνικό γίγνεσθαι της ανθρώπινης παραγωγικής δραστηριότητας, αυτής που περιλαμβάνει ως πρωτεύοντα και τον πολιτισμό.
Η διαλεκτική στο κοινωνικό γίγνεσθαι δεν μπορεί να παραβλέψει πως κάθε ενέργεια ενός ατόμου έχει ανάλογο αντίκτυπο και επίδραση στον περίγυρο και τους άλλους. Γι’αυτό η διαλεκτική προσέγγιση για το κοινωνικό γίγνεσθαι θεωρεί τον ιμπεριαλισμό, τον όποιο οικονομικό φιλελευθερισμό και τον καταναλωτισμό σαν εχθρό του πολιτισμού και γενικά της ανθρωπότητας.
Θα τονίσω και κάτι άλλο: Υπάρχει το όραμα δυο συστημάτων διακυβέρνησης και θεώρησης του κοινωνικού γίγνεσθαι που έχουν προταθεί εδώ και αιώνες. Αυτά έχουν όνομα και λέγονται «καπιταλισμός» και «κομμουνισμός». Το ένα είναι το εύκολο που πάει στον κατήφορο όπως το νερό στ’αυλάκι (είναι η ζούγκλα που ξέραμε ντυμένη παρδαλά), το άλλο θέλει θυσίες, διαλεκτική σκέψη, αγάπη και φροντίδα για τον πλησίον. Αυτό είναι δύσκολο και πρώτα απ’όλα πρέπει να είσαι Άνθρωπος.
Για τους αμερικάνους η λέξεις κομμουνισμός και διαλεκτική είναι πιπέρι στο στόμα. Η χρήση τους προσφέρεται μόνο για κατάρες, αντίθετα όντας το διαβατήριο για την κοινωνική κόλαση, είναι προς αποφυγήν. Οι «διανοούμενοι» πρέπει να βρίσκουν λέξεις που να διαφεύγουν απ’την παρατήρηση του «ιερατίου» και της «ιεράς εξέτασης» του πρώην Μακαρθισμού. Έτσι θα ξαναανακαλύψουν την Αμερική και μπορεί να την ονομάσουν Χριστοφορία ή οι πιο κουλτουριάρηδες Αλεξάνδρεια. Δεν παίζει ρόλο, πάντως είναι σε καλό δρόμο· ας προσπαθήσουν.
Η ζωή στην πόλη και η διαφορά.
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «σημειώσεις» ΤΕΥΧΟΣ 77 ΙΟΥΝΙΟΣ 2013
ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗ Θ. ΚΑΒΑΣΗΣ
Οι φράσεις προς κρίσιν της συγγραφέως θα παρουσιάζονται με αυτά τα στοιχεία, οι κρίσεις μου με αυτά και οι τονισμένες κρίσεις με αυτά.
Η ανεκτικότητα, ο χώρος για μεγάλες διαφορές μεταξύ των γειτόνων ―διαφορές πιο βαθιές απ’ αυτές του χρώματος― οι οποίες είναι εφικτές και συνηθισμένες σε μια έντονη αστική ζωή αλλά τόσο ξένες στα προάστια και τα ψευδοπροάστια, είναι εφικτές και συνηθισμένες μόνον όταν οι δρόμοι των μεγάλων πόλεων διαθέτουν αυτόν τον ενσωματωμένο εξοπλισμό που επιτρέπει στους ξένους να συνυπάρχουν ειρηνικά με πολιτισμένους αλλά ουσιαστικά αξιοπρεπείς και δεσμευτικούς όρους. J. Jacobs
Αυτό το απόσπασμα του J. Jacobs που η συγγραφεύς προβάλλει ως αρωγό στην προσπάθειά της, βέβαια μας προϊδεάζει γύρω από τι θα περιστραφεί, αλλά αυτό το ίδιο το απόσπασμα έτσι που προσφέρεται μας προϊδεάζει επίσης για την αοριστία που θα περιβάλλει το έργο της. Ας δούμε κατ’αρχήν τι μπορεί να μας πεί:
Όταν λέει περί ανεκτικότητας για μεγάλες διαφορές γειτόνων, βαθύτερες από αυτές του χρώματος, είναι πολύ ασαφής. Αν αρχίσουμε τώρα εμείς μια τέτοια συζήτηση, περί του «τι είναι αυτές οι διαφορές» ώστε να μπορέσουν να μπούν ως θεμέλια για την περαιτέρω διαπραγμάτευση, αυτή η ίδια θα είναι αρκετή να μην αφήσει χώρο για την ίδια τη διαπραγμάτευση. Αυτές οι διαφορές μπορεί να είναι οικονομικές, πολιτισμικές, μορφωτικές, θρησκευτικές, ή τέτοιες που να άπτονται στη αντίληψη του καθενός περί του πως αντιλαμβάνεται τη νομιμότητα και πως την εφαρμόζει.
Οι μεγάλες οικονομικές διαφορές δημιουργούν ένα τείχος ανάμεσα στους γειτόνους τέτοιες διαφορές που λύνονται μόνο με την αγορά από τον πλούσιο
της περιουσίας του φτωχού. Αν εγώ είμαι λάτρης της κλασικής μουσικής και ο διπλανός μου της ράπ και αν ο διπλανός μου τη βρίσκει να τρέμουν τα τζάμια των γύρω σπιτιών όταν ακούει; Ή αν ο διπλανός μου είναι ορθόδοξος μουσουλμάνος και εξοργίζεται ακόμα κι αν χαιρετίσω μια από τις συζύγους του; Ή αν ο διπλανός μου είναι άτομο που κινείται στα όρια της νομιμότητας και βρίσκεται συνεχώς σε ετοιμότητα να με βρεί χαλαρό για να με ξαφρίσει; Ακόμα αν αυτή η ανεκτικότητα έχει οικοδομηθεί μέσα στα όρια της αστικοκαπιταλιστικής νομιμότητας και κάτω από το ραβδί του αστυφύλακα, δε μπορεί να χαραχτηριστεί «ανεκτικότητα».
«Μια ουσιαστική πρόθεση της κριτικής κανονιστικής θεωρίας, είναι να προσφέρει μιαν εναλλακτική θέαση των κοινωνικών σχέσεων η οποία με τα λόγια του Μαρκούζε εννοιοποιούν την ύλη από την οποία έγινε οκόσμος της εμπειρίας . . . επιτρέποντας να δούμε τις δυνατότητές της που τώρα είναι περιορισμένες, καταργημένες, αρνημένες».
Η αρωγή εδώ πάλι του Μαρκούζε δε μας φωτίζει σε τίποτα: ποιές κοινωνικές σχέσεις εννοιοποιούν την όποια ύλη, από την οποία έγινε ο όποιος κόσμος της εμπειρίας; Και ποια «κριτική κανονιστική θεωρία» μέσω αυτής της όποιας «εννοιοποιημένης ύλης», θα μας επιτρέψει να διακρίνουμε αυτές τις αόριστες «περιορισμένες, καταργημένες, αρνημένες (απαρνηθήσες) δυνατότητες»;
Για να λειτουργήσει μια «κανονιστική θεωρία» προϋποθέτει την ύπαρξη κανόνων, έτσι πρώτα απ’όλα θα έπρεπε σ’αυτό το κείμενο να υπήρχε επαρκής νύξη περί αυτών των κανόνων και το χώρο που θα εφαρμοστούν, για να γίνει το κείμενο κατανοητό.
«Μια τέτοια θετική κανονιστική θέαση μπορεί να εμπνεύσει ελπίδα και φαντασία που παρακινεί σε δράση για κοινωνική αλλαγή».
Και το κείμενο γίνεται ακόμα πιο αφηρημένο με τους προσδιορισμούς της «έμπνευσης, για επλίδα, φαντασία και δράση, που ωθούν την κοινωνική αλλαγή»! Θα έπρεπε, αφού πρώτα προσδιόριζε μιαν αρνητική προϋπάρχουσα κατάσταση, μετά να άνοιγε κάποιον ιδεατό δρόμο για μιαν άλλη προτεινόμενη καλύτερη, κι εν συνεχεία τον τρόπο που θα μπορούσε ν’αποκτηθεί η εξουσία για την προώθηση των θεσμών αυτής της καλύτερης κατάστασης.
Όλα αυτά τα αφηρημένα μισόλογα ένας συγγραφέας τα προσφέρει έτσι όταν κάτι θέλει να κρύψει ή όταν φοβάται να αποκαλύψει όλη την αλήθεια, αφού η δημοκρατία κι η ελευθεροτυπία στις ΗΠΑ δεν αστειεύονται, αλλά ούτε και τα πανεπιστημιακά ιδρύματα, «they cut asses».
Προσοχή κείμενα που πραγματεύονται κοινωνικά ή φιλοσοφικά θέματα πρέπει να δείχνουν εξαρχής τις προθέσεις και τη λογική που με συνέπεια ακολουθούν, αλλιώς κατρακυλούν στην «μπουρδολογία». Αυτό παρατηρείται σε νέα άτομα των πανεπιστημιακών κοινοτήτων της Αμερικής, που μολονότι υποχρεούνται να κάνουν αισθητή την ακαδημαϊκή τους παρουσία φοβούνται να εκφράσουν ολοκάθαρα τις απόψεις τους για να μην πέσουν σε δυσμένεια και καταστραφούν.
«Προσφέρει άραγε αυτή την αναστοχαστική απόσταση που είναι απαραίτητη για την κριτική των παρουσών κοινωνικών συνθηκών».
Αυτή η «αναστοχαστική απόσταση» είναι νεφελώδεις· ως τώρα ξέραμε πως για να γνωρίζει καλά το θέμα που πραγματεύεται ο διανοητής πρέπει να βρίσκεται όσο το δυνατόν πιο κοντά σ’αυτό κι αν είναι δυνατόν μέσα σ’αυτό. Από κει και πέρα είναι το ταλέντο του διανοητή που τον κάνει να είναι αντικειμενικός.
«Πολλοί φιλόσοφοι και πολιτικοί θεωρητικοί επικρίνουν την κοινωνία του καπιταλισμού της ευημερίας ως ατομιστική αποπολιτικοποιημένη και ευνοούσα τον πλουραλισμό των αυτααναφορικών ομάδων-συμφερόντων (μάλλον των ομάδων αυτοαναφορικών συμφερόντων) καθώς και την γραφειοκρατική κυριαρχία. Το ιδανικό της κοινότητας είναι το ποιό σύνηθες εναλλακτικό όραμα που προτείνουν αυτού του είδους οι επικριτές, παρακινούμενοι από τα θέλγητρα της κοινότητας ως εναλλακτικής στο φιλελεύθερο ατομικισμό· όπως ετέθει από τον Michael Sandel, τον Alasdair MacIntyre και άλλους, που τα τελευταία χρόνια έχουν επιχειρηματολογήσει πάνω στις αρετές και τα ελαττώματα του κοινωτισμού (communitarianism) έναντι του φιλελευθερισμού».
Αυτό το απόσπασμα του κειμένου φανερώνει όλη την αμάθεια περί λογικής και πολιτικής της κ.Young. Καταρχήν φαίνεται ότι και αυτή, αλλά κι όλοι οι άλλοι διαπραγματευτές του θέματος, βρίσκονται σε μιαν αταξική κοινωνία όπου όλα τα άτομά της μπορούν να έχουν ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις, ώστε η δημοκρατία για την οποία μιλάνε να είναι αυτονόητη και ίδια, για όλα τα κοινωνικά στρώματα. Επίσης όλοι οι διαπραγματευτές παρουσιάζονται στην εργασία αυτή να προτείνουν επιλογές που ανώδυνα θα μπορούσα να εφαρμοστούν αν επιλεγούν από τους δημοκρατικούς πολίτες της καπιταλιστικής ευημερίας, χωρίς να υπάρξει βίαια αντίδραση από το κατεστημένο. Λοιπόν νομίζω ότι οι συζητητές όλων αυτών των ιδεολογικών αποχρώσεων είναι μιας εξαρχής εκτός θέματος. Αυτή την άποψή μου θα επεξηγήσω αφού πρώτα θέσω κάποιο ρητορικό ερωτήμα για τη βεβαιότητα με την οποία χρησιμοποιεί κάποιους όρους:
“Ποιά είναι η κοινωνία του καπιταλισμού της ευημερίας”; Είναι μια κοινωνία που αφορά όλα τα μέλη της ή κάποιους προνομιούχους; Κι αν πράγματι μπορέσει μια τέτοια κοινωνία να επιτύχει την ευημερία για τη πλειονότητα των μελών της, υπάρχει κανείς που να μην ξέρει ότι αυτή η ευημερία στηρίζεται στη δυστυχία κάποιων άλλων κολασμένων που ζούν στις χώρες του κύκλου επιρροής και καταπίεσης αυτής της ιμπεριαλιστικής ευημερούσας μητρόπολης;
Αν, αντίθετα με την προηγούμενη άποψη, δεχτούμε ότι κάθε κοινωνικό σύνολο αποτελείται από τάξεις και στρώματα που έχουν διαφορετικά συμφέροντα, τότε η έννοια δημοκρατία να έπαιρνε πολύ διαφορετική μορφή από αυτή την «αγγελική» δημοκρατία του «καπιταλισμού της ευημερίας». Αυτή είναι μια κατάσταση όπως όλα αντιφατική όπου οι νόμοι που ευεργετούν μια τάξη, σίγουρα στρέφονται κατά της τάξης αντιθέτων συμφερόντων. Έτσι η πολυτραγουδισμένη δημοκρατία όντας αντιφατική, είναι τόσο πιο δημοκρατική για την τάξη που κυβερνά, όσο πιο δικτατορική για την τάξη που έχει αντίθετα συμφέροντα μ’αυτήν. Ένα κλασικό παράδειγμα είναι η αντιφατική σχέση μισθωτής εργασίας και κεφαλαίου. Το κεφάλαιο και η μισθωτή εργασία είναι συζυγείς κοινωνικές καταστάσεις. Το κεφάλαιο γεννά τη μισθωτή εργασία κι η μισθωτή εργασία το κεφάλαιο. Ενώ το ένα είναι αιτία του άλλου, και μη μπορώντας να υπάρξουν το ένα χωρίς το άλλο, αυτά συγκρούονται κι όλας έχοντας αντίθετα συμφέροντα.
Άλλη λοιπόν η δημοκρατία του κεφαλαίου κι άλλη η δημοκρατία της εργασίας. Στη δημοκρατία του χρήματος οι άνθρωποι αληθινά ψηφίζουν με τα λεφτά τους στις τράπεζες, τα χρηματιστήρια και τη διακίνηση του χρήματος και του εμπορίου. Το αστικό κονοβούλιο είναι εικονικό, είναι το άλλοθι πως η πλειονότητα συμφωνεί με τα πεπραγμένα. Προτείνονται ως επιλογή επαγγελματίες πολιτικοί που τους ενδιαφέρει πρωτίστως η καριέρα τους και η αποκομιδή κέρδους. Αντίθετα στο λαϊκό κοινοβούλιο οι άνθρωποι ψηφίζουν με τις αποφάσεις τους στην παραγωγή στον πολιτισμό και τις κοινωφελείς επενδύσεις. Εκεί προτείνονται εκπρόσωποι σωματίων εργαζομένων που είναι ανά πάσα στιγμή ανακλειτοί και πολλές φορές διαφορετικοί για διαφορετικά θέματα. Το αστικό σύστημα έχει ως σκοπό την ενδυνάμωση και την ανεξαρτοποίση του χρήματος από τον άνθρωπο, το οποίο μέσω των τραπεζών μετατρέπεται σε αίμα της κοινωνίας. Αντίθετα το λαϊκό κοινοβούλιο σκοπό έχει την τελική κατάργηση του χρήματος το οποίο είναι η διάκριση γυμνή.
Αν όλη αυτή η διαπραγμάτευση είχε τεθεί έτσι, τότε θα βλέπαμε ότι υπάρχουν οι τάξεις που έχουν διαφορετικούς σκοπούς και το μοναδικό ερώτημα θα ήταν αυτό που ήδη όλα τα συστήματα γνωρίζουν: το ποιος ασκεί την εξουσία και τον τρόπο (το σύστημα) που την ασκεί.
Η όποια δημοκρατία λοιπόν προϋποθέτει ελευθερία δράσης γιατί τότε είναι «ελευθερία του τίποτα». Η ελευθερία δράσης προϋποθέτει «εξουσία να μπορείς»,
δηλαδή απλά την εξουσία που όλοι γνωρίζουμε. Η ελευθερία, άρα και η εξουσία να είσαι ελεύθερος, δεν χαρίζεται αλλά καταχτιέται.
«Η εξουσία όσο κι η ελευθερία απορρέουν απ’τις κάνες των πυροβόλων».
«Ασπάζομαι αρκετές από τις κοινοτιστικές κριτικές της φιλελεύθερης δημοκρατικής θεωρίας της κοινωνίας του καπιταλισμού της ευημερίας. Ωστόσο υπόστηρίζω ότι το ιδανικό της κοινότητας αποτυγχάνει να προσφέρει ένα κατάλληλο εναλλακτικό όραμα για μια δημοκρατική πολιτική οργάνωση».
Λοιπόν η κ.Young καταρχήν έχει ορίσει τον καπιταλιστικό «φιλελευθερισμό» ως μοναδικό εκπρόσωπο της δημοκρατίας και ευημερίας. Θα έπρεπε όμως πρώτα να έχει ορίσει τις έννοιες της δημοκρατίας και της ευημερίας, γιατί από το «εξήντα» που οριοθετήθηκαν μέσ’τα πλαίσια του αμερικανικού ονείρου, έχουν πια ξεφτίσει και κατά πολύ αλλάξει, για τα κατώτερα στρώματα προς το χειρότερο και για τα ανώτερα προς το καλύτερο. Το 1990 λοιπόν που εγράφει αυτή η εργασία, για τις ΗΠΑ η κατάσταση προδιεγράφετο ρόδινη αφού είχε αποφασιστεί το πλιάτσικο του Ιρακινού πετρελαίου, και διαφαίνετο η κατάρρευση της κατ’όνομα σοβιετικής ένωσης. Όλοι τότε νόμιζαν ότι αυτό το πλιάτσικο θα ανέβαζε το καταναλωτικό επίπεδο των λαών του καπιταλισμού της ευημερίας αλλά προς έκπληξιν το επίπεδο έπεσε γιατί τα πετρέλαια πήρε η οικογένεια Τσέινυ και παρέα τους ενώ για τους δημοκρατικούς πολίτες της καπιταλιστικής ευημερίας, το γαλόνι η βενζίνη πήγε σχεδόν στο διπλάσιο. Και βέβαια τα έξοδα του πολέμου της καπιταλιστικής ευημερίας των δημοκρατικών πολιτών σε αίμα και χρήμα, τα πλήρωσαν οι ηρωικοί δημοκρατικοί πολίτες που έσωσαν όλη τη μέση ανατολή από την αυθαιρεσία των ηγεμόνων τους εγκαθιδρύοντας δημοκρατίες. Και γι’αυτό η δημοτικότητα των αμερικανών και των εβραίων στις αραβικές χώρες από τότε εκτινάχτηκε στα ύψη.
«Ωστόσο θα υποστηρίξω ότι το ιδανικό της κοινόνητας αποτυγχάνει να προσφέρει ένα κατάλληλο εναλλακτικό όραμα για μια δημοκρατική πολιτική οργάνωση».
Η συγγραφεύς δεν γνωρίζει ότι το ιδανικό της κοινότητας ακολουθείται από μιαν άλλη δημοκρατία διαφορετική από την απρόσωπη αστική δημοκρατία όπου ο λαός ψηφίζει κάποιους εκπροσώπους για τέσσερα χρόνια κι από κει και πέρα αυτοί δίνουν αναφορά μόνο στον αρχηγό του κόμματος και όχι πάντα. Ενώ στην κοινοτική δημοκρατία που λέγεται Λαϊκή και στο λαϊκό κοινοβούλιο οι εκπρόσωποι είναι εκλεγμένοι από τα σωματία των εργαζομένων και τα λαϊκά σωματία της γειτονιάς. Οι εκπρόσωποι αυτοί είναι ανά πάσα στιγμή ανακλειτοί και διαφορετικοί για διαφορετικές υποθέσεις.
Ανάλογα λοιπόν με την κοινωνική τάξη καθενός, του είναι ταιριαστή και η ανάλογη δημοκρατία.
«Το ιδανικό αυτό εκφράζει μιαν επιθυμία για συνένωση των υποκειμένων μεταξύ τους, το οποίο πρακτικά συμβάλλει στον αποκλεισμό αυτών που δεν ταυτίζεται η ομάδα».
Αν δεν απατώμαι η δημοκρατία είναι ακριβώς αυτό: η εξουσία ασκείται από την πλειοψηφία ενώ η μειοψηφία αναμένει τη σειρά της. Αν επαληθευτούν οι απόψεις της, τότε θα γίνει αυτή πλειοψηφία κι οι άλλοι θα βρεθούν στο περιθώριο. Στην όποια δημοκρατία δεν μπορεί ποτέ να ασκείται η εξουσία από μειοψηφίες.
«Το ιδανικό της κοινόνητας αρνείται και καταπιέζει την κοινωνική διαφορά, λόγω του ότι η κοινωνία δεν μπορεί να συλλήφθεί ως μια ενότητα στην οποία όλοι οι συμμετέχοντες μοιράζονται μια κοινή εμπειρία και κοινές αξίες. Επί πλέον με το να ευνοεί τις πρόσωπο με πρόσωπο σχέσεις το ιδανικό της κοινότητας αρνείται τη διαφορά με τη μορφή της χρονικής και χωρικής αποστασιοποίησης που χαραχτηρίζει την κοινωνική διαδικασία».
Εγώ αντίθετα νομίζω ότι η πρόσωπο με πρόσωπο σχέση που προωθεί η κοινότητα, είναι η λύση για όλα τα προβλήματα που της καταλογίζει η συγγραφεύς. Π,χ. όταν κάποιος υποπέσει σε ένα σφάλμα η αστική δικαιοσύνη κρίνει τυφλά σύμφωνα με τον «κώδικα», ενώ η λαϊκή δικαιοσύνη που γνωρίζει πρόσωπο με πρόσωπο αυτόν που υπέπεσε τον κρίνει με αγάπη και φροντίδα. Στην τιμωρία πρέπει να περιέχει ο σεβασμός. Ακόμα άτομα περιθωριακής συμπεριφοράς κρίνονται με περισσότερη στοργή μια που είναι δικοί τους άνθρωποι (αυτά τα άτομα που συνήθως είναι ταλαντούχες προσωπικότητες με ιδιαίτερες ανησυχίες πρέπει να διακρίνονται από πολύ μικρή ηλικία και ν’απολαμβάνουν ιδιαίτερης φροντίδας). Το ίδιο και άτομα με ιδιαίτερες σεξουαλικές προτιμήσεις εφόσον δεν είναι προκλητικοί. Στις σχέσεις πρόσωπο με πρόσωπο αυτός που δεν ταυτίζεται με την ομάδα έχει τη δυνατότητα να αμυνθεί στηρίζοντας άμεσα την προσωπικότητά του. Στην απρόσωπη κοινωνία ποδοπατείται αν ο απρόσωπος νόμος αποφασίσει. Επίσης στην πρόσωπο με πρόσωπο σχέση οι «πονηροί» δεν μπορούν να διαφύγουν της προσοχής και η κοινότητα παίρνει τα μέτρα της. Άρα αυτή «διαφορά χωρικής και χρονικής αποστασιοποίησης που χαραχτηρίζει την αστική κοινωνική διαδικασία» είναι ένας αρνητικός και όχι θετικός παράγοντας των κοινωνικών σχέσεων.
Γενικά όμως η κ. Iris Marion Young πρέπει να υστερεί στη λογική προσέγγιση περί του θέματος που πραγματεύεται. Ο ορθολογισμός και ο ντετερμινισμός δεν αμφισβητούνται βίαια μόνο στην Κβαντομηχανική η οποία σύμφωνα με τις αντιλήψεις των μεγάλων επιστημόνων δεν λειτουργεί με Νευτώνιες μηχανιστικές ντετερμινιστικές σχέσεις αλλά και στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Το κοινωνικό γίγνεσθαι δε μπορεί να φορέσει τα στενά ξύλινα παπουτσάκια του ντετεμινιστικού και ορθολογικού δογματισμού, όντας απεριόριστα πολύμορφο και πολυδιάστατο. («Η αλυσίδα της αιτίας» σ’αυτό δεν είναι μονοδιάστατη αλλά αμφίδρομη και πολυδιάστατη). Κανείς δεν έχει δικαίωμα να θεωρεί το κοινωνικό γίγνεσθαι από το εγώ πρός το άλλο όσο ισχυρός και άν είναι, γιατί θα φέρει καταστροφές. Ο ατομικισμός πλέον είναι ηθικά και αντικειμενικά ξεπερασμένος και μόνο με την κοινωνική διαλεκτική μπορεί να υπάρξει αληθινή και όχι εικονική πρόοδος. Πρόοδος δεν είναι η ευημερία των «τυπωμένων εικονικών αξιών» αλλά το ζέον κοινωνικό γίγνεσθαι της ανθρώπινης παραγωγικής δραστηριότητας, αυτής που περιλαμβάνει ως πρωτεύοντα και τον πολιτισμό.
Η διαλεκτική στο κοινωνικό γίγνεσθαι δεν μπορεί να παραβλέψει πως κάθε ενέργεια ενός ατόμου έχει ανάλογο αντίκτυπο και επίδραση στον περίγυρο και τους άλλους. Γι’αυτό η διαλεκτική προσέγγιση για το κοινωνικό γίγνεσθαι θεωρεί τον ιμπεριαλισμό, τον όποιο οικονομικό φιλελευθερισμό και τον καταναλωτισμό σαν εχθρό του πολιτισμού και γενικά της ανθρωπότητας.
Θα τονίσω και κάτι άλλο: Υπάρχει το όραμα δυο συστημάτων διακυβέρνησης και θεώρησης του κοινωνικού γίγνεσθαι που έχουν προταθεί εδώ και αιώνες. Αυτά έχουν όνομα και λέγονται «καπιταλισμός» και «κομμουνισμός». Το ένα είναι το εύκολο που πάει στον κατήφορο όπως το νερό στ’αυλάκι (είναι η ζούγκλα που ξέραμε ντυμένη παρδαλά), το άλλο θέλει θυσίες, διαλεκτική σκέψη, αγάπη και φροντίδα για τον πλησίον. Αυτό είναι δύσκολο και πρώτα απ’όλα πρέπει να είσαι Άνθρωπος.
Για τους αμερικάνους η λέξεις κομμουνισμός και διαλεκτική είναι πιπέρι στο στόμα. Η χρήση τους προσφέρεται μόνο για κατάρες, αντίθετα όντας το διαβατήριο για την κοινωνική κόλαση, είναι προς αποφυγήν. Οι «διανοούμενοι» πρέπει να βρίσκουν λέξεις που να διαφεύγουν απ’την παρατήρηση του «ιερατίου» και της «ιεράς εξέτασης» του πρώην Μακαρθισμού. Έτσι θα ξαναανακαλύψουν την Αμερική και μπορεί να την ονομάσουν Χριστοφορία ή οι πιο κουλτουριάρηδες Αλεξάνδρεια. Δεν παίζει ρόλο, πάντως είναι σε καλό δρόμο· ας προσπαθήσουν.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου