Ο ΧΕΓΚΕΛ, ΤΟ ΓΊΓΝΕΣΘΑΙ ΤΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΚΑΙ Ο ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΟΣ ΥΛΙΣΜΟΣ - ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΠΑΤΕΛΗ - ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΣ ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ Θ. ΚΑΒΑΣΗΣ
ΔΗΜΗΤΡΗ ΠΑΤΕΛΗ
Ο ΧΕΓΚΕΛ, ΤΟ ΓΙΓΝΕΣΘΑΙ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ
ΣΚΕΨΗΣ ΚΑΙ Ο ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΟΣ ΥΛΙΣΜΟΣ
(Προόκειται για δύο διαφορετικές εργασίες του κ. Πατέλη που σχετίζονται αφού η μία φωτίζει την άλλη).
ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΣ ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΜΕ ΤΟΝ ΘΟΔΩΡΟ ΚΑΒΑΣΗ
ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ Α. Η σχέση διαλεκτικής και μαρξισμού βρίσκεται σε συνεχή αλληλο-προσδιορισμό και πιστεύω ότι δεν έχει κατασταλάξει ακόμα, άλλωστε αν ήταν κατασταλαγμένη δεν θα είχαν γραφεί τόσοι τόμοι βιβλίων από τόσο σημαντικούς διανοητές για την διευκρίνιση της διαλεκτικής αλλά και της σχέσης της με τον μαρξισμό. Έτσι εκπλήσσει η βεβαιότητα που ο κ. Πατέλης πραγματεύεται αυτό το θέμα. Είναι όμως πολύ γοητευτικό να συζητιέται μετά από 2500 χρόνια και να μην έχουμε κατασταλάξει ακόμα. Αυτό όμως δείχνει πόσο σημαντική είναι η Διαλεκτική Σκέψη για τους πολιτισμένους ανθρώπους, για ένα λόγο πάρα πάνω επειδή η Διαλεκτική θεωρήθηκε κινητήρας του μαρξισμού, ο οποίος ίσως είναι από τα μεγαλύτερα βήματα του ανθρώπου προς τον πολιτισμό. Βήματα τα οποία, ακριβώς επειδή δεν εκτιμήθηκε δεόντως το νόημα της διαλεκτικής, έχουν μείνει μετέωρα. Επίσης η εγελιανή αντίληψη περί διαλεκτικής, μολονότι ήταν γοητευτική κι ευφυής σύλληψη, έβλαψε όσο τίποτ’άλλο τη διαλεκτική σκέψη και τον μαρξισμό. Επειδή ο κ. Πατέλης δείχνει να συμφωνεί με τις απόψεις του διακεκριμένου διανοητή της αριστεράς Ε. Μπιτσάκη, θα αναφέρω κάποιες σκέψεις του οι οποίες περιελήφθησαν στο μικρό του δοκίμιο "περί της νομιμότητας της διαλεκτικής της φύσης" στην έκδοση της ΕΦΕ το 1988. Θέτει λοιπόν το ερώτημα «αν η διαλεκτική είναι επιστήμη κι αν οι νόμοι της έχουν το status των επιστημονικών νόμων» και καταλήγει: «…η φιλοσοφία δεν είναι ειδική επιστήμη όπως π.χ. η φυσική ή η χημεία. Οι νόμοι της κατά συνέπεια δεν μπορούν να έχουν το status των φυσικών και γενικά των ειδικών επιστημών…». Και συνεχίζοντας θέτει το ερώτημα περί της διαλεκτικής λογικής: «Υπάρχει ή όχι διαλεκτική λογική»; Κι απαντά: «Η διαλεκτική λογική είναι η λογική της αντίθεσης και όχι της αντίφασης. Εκφράζει την ύπαρξη αντιθέσεων στα ίδια τα πράγματα, δηλαδή τη συγκεκριμένη κι ιστορικά διαφοροποιούμενη ενότητα κατηγορημάτων αμοιβαία αποκλειομένων. Εκφράζει την ύπαρξη απλών αντιθέσεων που συνιστούν μια σχετικά στάσιμη αντιθετική ολότητα ή ύπαρξη αντιθέσεων που η σχέση τους εξελίσσεται και που η αντίθεση μπορεί να λυθεί με την καταστροφή του ενός πόλου της. Πως όμως είναι δυνατόν να εκφραστεί η σύνθετη αντιθετική κίνηση του πραγματικού, η γένεση κι η καταστροφή των μορφών στο επίπεδο της νόησης; κι απαντά: Η λογική αντίφαση είναι απαράδεκτη καί για τη διαλεκτική λογική. Η λογική της αντίθεσης δεν είναι αντιφατική». Και παραθέτει την άποψη του Η.Lefebvre:«Η διαλεκτική νόηση ορίζεται και αυτή από κανόνες και νόμους, διαψεύδει την τυπική λογική αλλά δεν την καταργεί, δεν πέφτει στο παράλογο. Η διαλεκτική δεν επιτρέπει για το ίδιο αντικείμενο, να διατυπώνουμε συγχρόνως αντιφατικές αποφάνσεις. Δεν επιτρέπεται να πούμε ότι αυτό το χαρτί είναι ταυτόχρονα λευκό και μαύρο. Απ’ όπου το αξίωμα ότι ―η θεωρία των αντιθέσεων δεν μπορεί να είναι αντιφατική».
Πριν συνεχίσω θα κάνω μια επισήμανση: Αν η διαλεκτική δεν είναι επιστήμη, τότε ούτε η λογική πρέπει να είναι. Όμως εδώ βλέπουμε τους κ. Μπιτσάκη και Λεφέμπβρ να ορίζουν κανόνες σκέψης. Αυτό νομίζω πως δείχνει ότι η Λογική και κατά συνέπεια η Διαλεκτική είναι επιστήμη. Μάλιστα νομίζω ότι δεν είναι απλά μια επιστήμη, αλλά όπως ήθελαν οι αρχαίοι ήταν μια νοητική τέχνη, μάλιστα η ίδια η τέχνη της Νόησης, δηλαδή είναι η επιστήμη των επιστημών.
Εδώ ο κ. Λεφέμπβρ ισχυρίζεται ότι «η αρχή της μη αντίφασης», πάνω στην οποία πατά «η αρχή της ταυτότητας» και επικροτεί ο κ. Μπιτσάκης, είναι η ουσία της λογικής και κατ’επέκταση της διαλεκτικής, μια που και η διαλεκτική λογική δεν πρέπει ν’αντιφάσκει, αφού σύμφωνα με το απλοϊκό τους παράδειγμα, το άσπρο χαρτί δεν μπορεί να είναι συγχρόνως και μαύρο. Θα μπορούσα ν’αντικρούσω αυτή τη βεβαιότητα, μια που όλοι ξέρουμε ότι στη φύση οι χρωματισμοί είναι προσεγγιστικές συμβάσεις που δεν υπάρχουν ως καθαυτά. Τονίζω επίσης ότι ο Ηράκλειτος, ο Χέγκελ κι ο Έγκελς, δέχονται, καθένας με τον δικό του τρόπο, ως ουσία της διαλεκτικής λογικής την αντιφατικότητα. Έτσι λοιπόν οι ευρωπαϊστές της αριστεράς ονόμασαν “διαλεκτική” τις διαφορικές και δυναμικές διεργασίες του ορθολογισμού και στράφησαν κατά της αντιφατικότητας. Οι δυναμικές και διαφορικές διεργασίες του ορθολογισμού όμως ανακαλύφθησαν από ορθολογιστές μαθηματικούς για τη διερεύνηση και περιγραφή ορθολογικών καταστάσεων εν εξελίξει. Επίσης στις λογικές διαδικασίες των ορθολογικών δυναμικών συστημάτων, μολονότι η κίνηση θεωρείται μια αντιφατική διαδικασία, δεν παραβιάζεται η αρχή της ταυτότητας. Επίσης, όταν τη θέση της ταυτότητας σε μια διαλογική διαδικασία, παίρνει ένα δυναμικό σύστημα σε εξέλιξη, το γίγνεσθαι που θα δημιουργηθεί θεωρείται φαινομενικό, κι έτσι ο αναλλοίωτος χαρακτήρας της ταυτότητας μετατίθεται αλώβητος στην υπόσταση του συστήματος.
Συνοπτικά η Ορθολογική Αντιθετικότητα δέχεται ότι στο βάθος ο κόσμος κι η λογικο-γλωσσική σύνταξη που τον περιγράφει συντίθεται από σειρά εσχάτων αναλλοίωτων στοιχειωδών, (γνώσιμων ή όχι), που αλληλεπιδρούν χωρίς να παραβιάζουν τα τελικά όρια μεταξύ τους, συνιστώντας ένα δυναμικό ορθολογικό διαφορικό σύστημα. Ενώ η Διαλεκτική Αντιφατικότητα δέχεται ότι ο κόσμος και το λογικογλωσσικό σύστημα που τον περιγράφει, είναι Όλον σε συνεχή εξέλιξη, η οποία δε συντίθεται από έσχατα αναλλοίωτα στοιχειώδη, αλλ’από αντιφατικά κι αυτοαναιρούμενα. Αυτά αλληλεπιδρώντας δεν αφήνουν απαραβίαστα περιθώρια μεταξύ τους συνιστώντας αντιφατικές ενότητες.
Πατέλης: Ο Χέγκελ προωθώντας τα κεκτημένα της διαλεκτικής σκέψης ως τρόπου διανοείσθαι και μεθόδου προσέγγισης της πραγματικότητας που δρομολογήθηκε με την μεγαλοφυή συμβολή του Ηρακλείτου και γενικότερα της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας είναι αναμφίβολα ο κορυφαίος εκπρόσωπος της γερμανικής κλασικής φιλοσοφίας.
ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ Α: Ξεκινώντας τη μικρή πραγματεία του, ο κ. Πατέλης παραμερίζει για λίγο την μαρξιστική εμμονή "περί της προόδου και της νέας κοσμοϊστορικής ανάπτυξης της μεθόδου των επιστημών: της σύγχρονης συνειδητής Διαλεκτικής" της οποίας προπομπός είναι ο Χέγκελ και η οποία αναπτύχθηκε απ'τη Σοβιετική Φιλοσοφία κατά τη διάρκεια της μεγαλειώδους προσπάθειας της ανθρωπότητας για έναν νέο κόσμο. Αποτίει λοιπόν ένα μικρό φόρο τιμής στον Ηράκλειτο και τους αρχαίους Έλληνες για την προσφορά τους στη Διαλεκτική Λογική η οποία μάλιστα κατ'αυτόν δρομολόγησε την εγελιανή διαλεκτική.
Δεν μπορώ όμως να μην επισημάνω ότι αυτή η εντύπωση είναι λαθεμένη αφού η συνειδητή διαλεκτική σκέψη ήταν ολοκληρωμένη πριν ακόμα της εμφάνιση του συνειδητού Ορθολογισμού. Μάλιστα υπάρχει κριτική ενάντια στον αντιφατικό ηρακλειτικό Λόγο από τον Παρμενίδη, από την οποία αναδύεται ο Ορθολογισμός ως συνειδητός κι αντίθετος προς τη διαλεκτική. Θα επισημάνω επίσης ότι: επειδή η διαλεκτική είναι η λογική του γίγνεσθαι κι επειδή το παγκόσμιο γίγνεσθαι είναι απύθμενο και πολυδιάστατο, αποφεύγει τη σχολαστική ανάπτυξη πολυδιάστατων προγραμμάτων και περιορίζεται στη διατύπωση αντιφατικών αποφθεγμάτων τα οποία μπορούν να οδηγήσουν την επιστημονική σκέψη και έρευνα. Η εκφορά αυτών των αποφθεγμάτων φαντάζει στους "σύγχρονους διαλεκτικούς διανοητές" αδυναμία οργάνωσης σύγχρονου επιστημονικού λόγου. Ο επιστημονικός λόγος όμως, ο οποίος την εποχή της γέννησης του μαρξιστικού κινήματος θεωρείτο επιστημονικά προωθημένος, είχε ξεκινήσει απ'τον Αριστοτέλη κι είχε ήδη ολοκληρωθεί στο Νεύτωνα. Η σύγχρονη επιστήμη όμως, η οποία αναδύεται από τη θεωρία της σχετικότητος και την κβαντική θεωρία, αμφισβητεί βίαια την ορθολογική αντικειμενικότητα, την τυπική λογική και τον ντετερμινισμό της νευτώνειας σκέψης. Στον κόσμο αυτό που η διαλεκτική σκέψη αναδύεται πάλι απ'τις στάχτες της, ο διακεκριμένος διανοητής της αριστεράς Ε. Μπιτσάκης στο μικρό δοκίμιό του "η νομιμότητα της διαλεκτικής" στην ΕΦΕ 1988 μας πληροφορεί ότι ο μεγάλος επιστήμων, ανθρωπιστής κι επαναστάτης Μπωμ, ισχυρίστηκε: «Στην κβαντομηχανική, η θεωρία του πεδίου περιγράφει κάθε κίνηση ως δημιουργία-καταστροφή των στοιχειωδών σωματίων. Έτσι αν υποστεί ένα ηλεκτρόνιο σκέδαση από την αρχική του κατεύθυνση σε διαφορετική, αυτό το περιστατικό περιγράφεται ως καταστροφή του αρχικού ηλεκτρονίου και δημιουργία άλλου το οποίο κινείται σε νέα κατεύθυνση. Κατά την θεωρία αυτή δεν υπάρχει σωμάτιο που να διατηρεί πάντα την ταυτότητά του. Αν δούμε βαθύτερα την παράσταση του πεδίου κίνησης, έστω κι ενός ελευθέρου σωματίου, ανακαλύπτουμε ότι η κίνηση περιγράφεται μαθηματικά ως καταστροφή σε ένα σημείο και αναδημιουργία σε άλλο γειτονικό. Έτσι η κίνηση αναλύεται σε μια σειρά δημιουργίας-καταστροφής, που ως συνολικό αποτέλεσμα, έχει την συνεχή αλλαγή του σωματίου μέσα στο χώρο».
Επ'αυτού λέει ο Ηράκλειτος: Στον ίδιο ποταμό μπαίνουμε και δε μπαίνουμε είμαστε και δεν είμαστε. Την ίδια ουσία δεν ξαναγγίζουμε γιατί όλα αλλάζουν βίαια και γρήγορα, αναχωρούν-επιστρέφοντας, καταλύονται-συντιθέμενα, ενώνονται-σκορπώντας, Είναι-ΜηΌντας. Και ο Ζήνων: το κινούμενο δεν κινείται ούτε στον τόπο που βρίσκεται ούτε στον τόπο που δεν βρίσκεται. Έτσι ό,τι καταλύεται-συντιθέμενο, κινείται ηρακλειτικά μέσ’τον εαυτό του όντας Άλλο-Αλλού. Οι επιστήμονες σήμερα μέσ’τα πολύτιμα εργαστήριά τους διαπιστώνουν αυτό που οι προσωκρατικοί προπάτορές τους είχαν συλλάβει νοητικά μέσω της Διαλεκτικής τους 2500 χρόνια πριν. Δηλαδή την καταλυτική-συνθετότητα των όντων. Κι ενώ αυτοί μας την προσφέρουν, κι αφού οι αντινομίες του ορθολογισμού και του ντετερμινισμού δε μπορούν να ξεπεραστούν χωρίς αυτήν στη σύγχρονη επιστήμη, εμείς δεν απλώνουμε το χέρι να την πάρουμε, όντας πιο αριστοτελικοί απ’τον Αριστοτέλη. Διαπιστώνουμε επίσης ότι η σύγχρονη επιστήμη αντιλαμβάνεται πολύ διαφορετικά τον κόσμο απ’ότι τους Ένγκελς και Λένιν. Αυτό θα πει ακόμα, ότι η ορθολογική εξέλιξη της επιστήμης δίνει συμπεράσματα ορθολογικά, που είναι αντίθετα προς τη διαλεκτική σκέψη. Λέει λοιπόν ο Χέγκελ: «η κίνηση είναι μια αντίφαση, όχι γιατί το κινούμενο είναι μια κάποια στιγμή εδώ και μιαν άλλη αλλού, αλλά γιατί είναι και δεν είναι στην ίδια θέση την ίδια στιγμή». Ο Ηράκλειτος κι ο Ζήνων θα του απαντούσαν: «η Κίνηση δεν είναι παρά μόνο το γίγνεσθαι, που εξελίσσεται μεσ’το γεγονός, ενώ η μετακίνηση είναι ψευδαίσθηση, αφού το κινούμενο όντας συνεχώς σε καταλυτική-συνθετότητα, Είναι-ΜήΌντας, γιατί η ταυτότητά του συνεχώς αλλάζει. Δηλαδή το κινούμενο είναι Άλλο-Αλλού, όμοιο με τον εαυτό του. Έτσι αληθινά η αντιφατικότητά του δεν συνίσταται στην μετακίνησή του, αλλά στην καταλυτική-συνθετότητα του Γίγνεσθαι, δηλαδή στο Είναι του.
ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ Β: Το σημείο που πρέπει να σταθεί η σύγχρονη διαλεκτική, δεν είναι ο σχολαστικισμός που κληροδότησε στη μαρξιστική σκέψη η εγελιανή "λογοδιάρροια", όπου η τυπική λογική απαξιώνεται απ΄τη μια κι απ’την άλλη χρησιμοποιείται με τον πιο άθλιο τρόπο. Η διαλεκτική είναι συνοπτική και πατά επάνω σε αντιφατικές αποφάνσεις που μπορούν να οδηγήσουν τη σκέψη στο καταλυτικο-συνθετικό παγκόσμιο γίγνεσθαι.
Ας δούμε πως αντιλαμβάνεται ο κ. Πατέλης τη διαλεκτική σκέψη:
Πατέλης: Αναφερόμενος στη σχέση με τον Χέγκελ, ο Μαρξ τόνιζε: "Η διαλεκτική μου μέθοδος όχι μόνο διαφέρει βασικά απ’την εγελιανή, αλλά είναι το ακριβές το αντίθετο: για τον Χέγκελ, η κίνηση της νόησης, την οποία προσωποποιεί στο όνομα της Ιδέας, είναι ο δημιουργός της πραγματικότητας, η οποία δεν είναι παρά η φαινομενική μορφή της Ιδέας. Για μένα, αντίθετα, η κίνηση της νόησης δεν είναι παρά η αντανάκλαση της πραγματικής κίνησης, μεταφερμένη και μεταθεμένη στον ανθρώπινο εγκέφαλο" (Το Κεφάλαιο). Η προηγούμενη θέση του Μαρξ αναδεικνύει όχι μόνο τη μεθοδολογική, αλλά και τη γνωσιοθερητική και την οντολογική διάσταση της διαλεκτικής.
Εγώ λέω: Από τα προηγούμενα που ανέφερε ο κ. Πατέλης δεν αναφαίνεται ούτε η μέθοδος, ούτε η γνωσιολογική και οντολογική διάσταση της Διαλεκτικής. Επίσης απ'αυτή τη θέση του Μαρξ δεν αναδύεται κάτι νέο, είναι μία απ’τις διαφωνίες του Αριστοτέλη με τον Πλάτωνα. Ότι δηλαδή ο κόσμος δεν είναι αποτέλεσμα των Ιδεών, αλλά οι Ιδέες είναι αντανάκλαση της λειτουργίας του κόσμου στην ανθρώπινη σκέψη. Αυτό όμως αναδεικνύει την υλιστική αντίληψη για τον κόσμο κι όχι τη διαλεκτική. Βεβαίως δεν μπορεί κάποιος να είναι διαλεκτικός χωρίς να είναι υλιστής και το αντίθετο, αλλά η άποψη περί προτεραιότητας της ύλης έναντι της ιδέας που αποδίδεται στο Μαρξ, αναδεικνύει μια διαλεκτική αδυναμία της μαρξιστικής σκέψης, αφού ο Αριστοτέλης δεν είναι διαλεκτικός αλλά ορθολογιστής και πατέρας της τυπικής λογικής, που είναι κάθετα αντίθετη προς τη Διαλεκτική και κατά συνέπεια δεν είναι υλιστής. Οι μαρξιστές διανοητές έχουν μεγάλη αδυναμία στην αριστοτελική σκέψη, μάλιστα πολλά συγγράμματά τους κατρακυλούν στον ορθολογισμό.
Πατέλης: Αντίστοιχα, ο Ένγκελς θα μιλούσε για αντικειμενική και για υποκειμενική διαλεκτική. Τέλος, ο Λένιν έγραφε για "διαλεκτική των ίδιων των πραγμάτων, της ίδιας της φύσης, της ίδιας της πορείας των γεγονότων" και όριζε τη διαλεκτική ως τη "μελέτη της αντίθεσης μέσα στην ίδια την ουσία των πραγμάτων" (Φιλοσοφικά Τετράδια).
Εγώ λέω: Η διαλεκτική είναι μία αυτή του Ηράκλειτου, η οποία δεν έχει εμφατικά σχέση με την αντικειμενικότητα ή την υποκειμενικότητα, αλλά με την αντιφατικότητα, κατά την οποία η αντικειμενικότητα και η υποκειμενικότητα συνιστούν αντιφατική ενότητα, όπου αλληλοπροεκτείνονται χωρίς ν'αφήνουν απαραβίαστα όρια μεταξύ τους. Επίσης οι επισημάνσεις του Λένιν που αναφέρονται εδώ, μολονότι διαλεκτικο-υλιστικές, είναι τόσο αόριστες που δεν φωτίζουν το θέμα της μεθοδολογίας και της γνωσιοθεωρίας, για το οποίο συζητά ο κ. Πατέλης. Και βέβαια έχει διαπιστωθεί ότι οι μαρξιστές διανοητές μη εξαιρουμένου και του Μαρξ κάνουν περισσότερη χρήση του αριστοτελικού ορθολογισμού στα θέματα που πραγματεύονται παρά της ηρακλειτικής διαλεκτικής.
Πατέλης: Αλλά -τονίστηκε ήδη- η υλιστική αναστροφή δεν αρκεί για να χαρακτηρίσει τη μαρξιστική διαλεκτική η οποία συνδέεται συνειδητά με την "πράξη". Κατά τον Μαρξ, "το κύριο μειονέκτημα όλου του προηγούμενου υλισμού, μαζί και του υλισμού του Φόιερμπαχ, είναι ότι το αντικείμενο, η πραγματικότητα, ο αισθητός κόσμος δε συλλαμβάνεται παρά με τη μορφή του αντικειμένου ή της εποπτείας, όχι σαν συγκεκριμένη ανθρώπινη δραστηριότητα, σαν πρακτική, με τρόπο υποκειμενικό" (θέσεις για τον Φόιερμπαχ). Γενικότερα, σύμφωνα με μια άλλη θέση του Μαρξ, οι φιλόσοφοι "δεν έκαναν άλλο από το να ερμηνεύουν τον κόσμο με διάφορους τρόπους, αλλά αυτό που προέχει είναι να τον αλλάξουμε".
Εγώ λέω: Ο άνθρωπος ως αποτέλεσμα της παγκόσμιας εξέλιξης, συνειδητά ή ασυνείδητα με την ίδια την πρακτική του αλλάζει τον εαυτό του και κατά συνέπεια τον ίδιο τον κόσμο. Ο πίθηκος που κατέβηκε απ’τα κλαδιά κι απομακρύνθηκε στον ορίζοντα του πολιτισμού, άλλαξε ασυνείδητα τον κόσμο, αλλά και οι αδελφοί Ράιτ που έκαναν την πρώτη πτήση με τον τενεκέ τους, άλλαξαν συνειδητά την πορεία του κόσμου. Δεν είναι λοιπόν και τόσο επαναστατική αυτή η ρήση του Μαρξ για να παίρνει τη διάσταση μανιφέστου. Για να πάει μπροστά ο κόσμους δεν αρκεί να μεγαλοποιούμε την ανθρώπινη δραστηριότητα. Ο κοιλάκανθος που θεωρείται το πρώτο ψάρι που σύρθηκε από τη λάσπη στο ξερό έδαφος, έκανε μια μεγαλύτερη επανάσταση απ’τη γένεση του σοσιαλισμού. Το παγκόσμιο γίγνεσθαι συνιστά μιαν αντιφατική ενότητα όπου τα γεγονότα είναι ίσης αξίας και σημασίας.
Επειδή το μέρος που ακολουθεί είναι συμπυκνωμένο, θα το κρίνω τμηματικά. Αυτό μολονότι διαλογικά άκομψο δεν μπορεί αλλιώς.
Πατέλης: Βέβαια η φιλοσοφία ασκούσε πάντα μια κοινωνική λειτουργία, συντηρητική είτε ανατρεπτική. Τώρα όμως η φιλοσοφία συνδέεται συνειδητά με την "πράξη", την κοινωνική πράξη, απ’την πλευρά της εργατικής τάξης. Πρόκειται για τη νέα "ταξική θεώρηση" της φιλοσοφίας, τη συνειδητή της ένταξη στον αγώνα για τον μετασχηματισμό του κόσμου.
Εγώ λέω: Αυτό δεν είναι τόσο νέο για να τονίζεται εμφατικά και μάλιστα να δίνει νέα μορφή στη φιλοσοφία. Η αθηναϊκή δημοκρατία μπορεί με κάποιο τρόπο να ενδυθεί αυτό το χαρακτήρα, αφού είναι η πρώτη φορά που συνειδητά οι λαϊκές μάζες άσκησαν εξουσία, δηλαδή “που κατέβηκαν απ’τα δέντρα και βάδισαν στον ορίζοντα του πολιτισμού.” Αυτή η πρώτη φορά μπορεί να άλλαξε τον κόσμο, ενώ από την πρώτη φορά του μαρξισμού είχαν προηγηθεί πολλές άλλες απόπειρες. Ακόμα και στην εδραίωση του σοσιαλισμού, ήταν ο “επάρατος” σταλινικός συγκεντρωτισμός που την πραγματοποίησε. Κάτι το οποίο θέλει βαθιά μελέτη και όχι πρόχειρες κριτικές κατάρες.
Πατέλης: Η ταξική επιλογή της νέας φιλοσοφίας καθόρισε και το "νέο ερευνητικό πεδίο" της που είναι κυριαρχικά το πεδίο της Ιστορίας. Οι Μαρξ κι Ένγκελς, αντίθετα με τη θεωρησιακή παράδοση, έστρεψαν το ερευνητικό τους βλέμμα στην κοινωνική πραγματικότητα, στις αντιθέσεις, στην κίνηση και στις ιστορικές της δυνατότητες. Η νέα διαλεκτική έπρεπε συνεπώς να είναι, πριν απ' όλα, "κριτική". Πράγματι, ένα μεγάλο μέρος απ’το έργο των κλασικών είναι κριτική της κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας με αποκορύφωμα το Κεφάλαιο: Κριτική της αστικής Πολιτικής Οικονομίας και διαμόρφωση της νέας επιστημονικής ηπείρου, της μαρξιστικής Πολιτικής Οικονομίας. Κριτική της αστικής θεωρίας για το κράτος, ανάδειξη της ταξικής φύσης του και πρόβλεψη της εξαφάνισης του μαζί με την εξαφάνιση των τάξεων. Κριτική της αστικής ιδεολογίας. Ανάδειξη των μηχανισμών δημιουργίας της πλαστής συνείδησης και προσδιορισμός των συνθηκών για μια διαυγή αντίληψη της κοινωνικής και της φυσικής πραγματικότητας. Κριτική της Τέχνης, της θρησκείας κ.λπ. και ανάλυση του ιστορικού χαρακτήρα και της κοινωνικής λειτουργίας τους. Αλλά, προφανώς, η κριτική διάσταση της διαλεκτικής και του μαρξισμού γενικότερα, είναι αλληλένδετη με τη δημιουργική. Οι κλασικοί επεξεργάστηκαν νέες κατηγορίες ή άλλαξαν ριζικά το περιεχόμενο παλαιών. Έννοιες και κατηγορίες όπως: παραγωγικές δυνάμεις, παραγωγικές σχέσεις, τρόπος παραγωγής, ταξική πάλη, κράτος, ιδεολογία, πλαστή συνείδηση, αποξένωση, πραγματοποίηση, υπέρβαση κ.λπ., είναι χαρακτηριστικές της νέας, μαρξιστικής αντίληψης της πραγματικότητας. Ο Μαρξ είχε χαρακτηρίσει τη νέα, υλιστική διαλεκτική, "απ’τη φύση της κριτική κι επαναστατική".
Εγώ λέω: Το προηγούμενο μικρό κείμενο είναι μια γενική αντίληψη περί μαρξισμού. Αυτή όμως, όπως παρουσιάστηκε, δε μπορεί να στηρίξει τη γένεση απ’αυτό το μαρξισμό νέων επιστημών, αλλά ούτε νέα αντίληψη περί επιστήμης. Κάτι που ο κύριος Πατέλης συμφωνώντας με τον κ. Μπιτσάκη απεδέχθει, αφού δεν θεωρούν την διαλεκτική επιστήμη η οποία θ’άνοιγε καινούριους δρόμους στην έρευνα και τη τεχνολογία.
Επίσης η εργασία του κ. Πατέλη φέρει την αδυναμία των μαρξιστικών κειμένων, που ενώ μιλούν για διαλεκτική, αυτή δεν αναφαίνεται στο λόγο τους πουθενά, αλλά ακολουθούν πιστά τον αριστοτελικό αντικειμενικό ορθολογισμό που είναι συνειδητά αντιδιαλεκτικός.
Εδώ υποχρεούμεθα ν’ανατρέξουμε στην αρχαία “διαμάχη” του παρμενίδειου συνειδητού ορθολογισμού ενάντια στην ηρακλειτική διαλεκτική: Ο Παρμενίδης ενάντια στην διαλεκτική αντιφατικότητα του Ηράκλειτου ισχυρίζεται το προφανές, δηλαδή ότι μόνο το Είναι υπάρχει και ότι το μη-Είναι δεν μπορεί να υπάρξει. Αυτό σημαίνει ότι το Είναι ως Όλον κινείται εντός εαυτού, αφού το Είναι ως έννοια καθαυτή δεν μπορεί ν’αλλάζει. Αυτό που αλλάζει είναι ο εφήμερος κόσμος, ο οποίος είναι φαινομενικός, ενώ το Είναι ως Όλον Καθαυτό, υπάρχει πίσω από τα εφήμερα ως αιώνια και αναλλοίωτα υπαρκτός. Η κίνηση λοιπόν για τον Παρμενίδη, μπορεί να μην αφορά το Όλον, που είναι πάντα ακίνητο, αφού δεν έχει που να πάει, αφορά όμως τα εφήμερα πράγματα που ορίζει φαινομενικά γιατί αλλάζουν και κινούνται εντός του Όλου. Για την περιγραφή του φαινομενικού κόσμου πρότεινε την αντιθετική διαλεκτική του ορθολογισμού. Αυτή περιγράφει διαφορικές καταστάσεις οι οποίες δεν αφορούν τα έσχατα αναλλοίωτα, δηλαδή την ταυτότητά τους. Ο ίδιος ο ορθολογισμός όμως παραμερίζοντας το Μη-Είναι και κάθε αντίφαση που Είναι-ΜηΌντας (αφού για τον Παρμενίδη η αντίφαση περιέχει έστω κι εν μέρει μέσα της το σφάλμα του Μη-Είναι), αποκαθάρει τη λογική απ’το Μη-Είναι και από την αντιφατικότητα αναζητώντας μόνο το Είναι, δηλαδή την “Καρδιά της Ολοστρόγγυλης Αλήθειας”. Θ’αναφέρω κάποια σημαδιακά αποσπάσματα:
Απόσπασμα 2
εἰ δ᾽ἄγ᾽ἐγὼν ἐρέω, κομίσαι δὲ σὺ μῦθον ἀκούσας, αἵπερ ὁδοὶ μοῦναι διζήσιος εἱσι νοῆσαι, ἡ μὲν, ὅπως ἔστιν τε καὶ οὐκ ἔστι, μὴ εἶναι, πειθοῦς ἐστι κέλευθος (ἀληθείῃ γὰρ ὀπηδεῖ), ἡ δ᾽ὡς οὐκ ἔστιν, τε καὶ ὡς χρεῶν ἐστι, μὴ εἶναι, τὴν δή τοι φράζω παναπευθέα ἔμμεν ἀταρπόν· οὔτε γὰρ ἂν γνοίης τὸ γε μὴ ἐόν (οὐ γὰρ ἀνυστόν) οὔτε φράσαις.
[Άκουσε με προσοχή τι θα σου πω· αυτοί οι δύο δρόμοι μόνον είναι προς αποφυγήν, (αντιφατικοί): ο πρώτος όπου δεν μπορεί κάτι να |Είναι―ΜηΌντας|, αυτός είναι ο δρόμος της πειθούς, από τον οποίον η αλήθεια διαφεύγει. Ο άλλος δρόμος κατά τον οποίον το |Μη-Είναι| θεωρείται υπαρκτό, πρέπει όπως έχουμε χρέος να αποφευχθεί. Απ’ αυτόν τον δρόμο σε αποτρέπω τελείως, γιατί το |Μη-Είναι| δεν μπορεί ούτε να νοηθεί, ούτε να γνωστεί αλλά ούτε να ομιληθεί].
Εδώ φαίνεται ο Παρμενίδης με μια μονοκονδυλιά να θέτει τους λογικούς όρους που προϋποθέτουν τις δύο πρώτες αρχές της τυπικής λογικής και του ορθολογισμού:
Α. Κάθε τι μπορεί μόνο να |Είναι| να υπάρχει. Β. Κάτι δεν μπορεί να |Είναι―ΜηΌντας|.
Εδώ αναφαίνεται η “αρχή της Ταυτότητας” η οποία στο απόσπασμα 7 θα ενισχυθεί ως πρόταση, και φυσικά η “αρχή της μη αντίφασης”. Βέβαια ο ορθολογισμός ήταν σε μιαν ασυνεπή χρήση από αρχαιοτάτων χρόνων, αλλά εδώ αναφαίνεται η προσπάθεια οργάνωσης συνειδητού οργάνου το οποίο στρέφεται ενάντια στην Ηρακλειτική Διαλεκτική.
Απόσπασμα 5
Ξυνὸν δὲ μοί ἔστιν ὁππόθεν ἄρξομαι τόθι γὰρ ἵξομαι αὖθις
[Εγώ νομίζω ότι απ’όπου ξεκινάμε εκεί ξαναγυρίζουμε].
(Ο κόσμος είναι κλειστός-πεπερασμένος κι έτσι τίποτα δεν διαφεύγει απ’την νόηση).
Σε ένα κόσμο κλειστό και σφαιρικό, όπως ορίζεται από τον Ξενοφάνη και τον Παρμενίδη στο “απόσπασμα 8” και στους στίχους 42-44 “όταν κάτι κινείται ευθύγραμμα κι ομαλά, πρέπει να επιστρέψει κάποια στιγμή στη θέση που ξεκίνησε”, όπως ισχυρίζεται κι ο Αϊνστάιν. Βλέπουμε ότι παρά τη λογική προσπάθεια του Παρμενίδη να παραμερίσει απ’τη λογική του την αντιφατικότητα, αυτή αναπάντεχα επανέρχεται: Σύμφωνα με τον Λάο-Τσε “η μεγάλη ευθεία οφείλει να είναι κυρτή” και σύμφωνα με τον Ηράκλειτο, “η ευθύγραμμη πορεία είναι αποτέλεσμα περιστροφής”, (όπως στον κοχλία, τον τόρνο).
Απόσπασμα 3
Τὸ γὰρ αὐτό νοεῖν ἐστίν τε καὶ εἶναι
[-Επειδή ο κόσμος είναι κλειστό σύστημα-, το Νοείν και το Είναι συμπίπτουν κι έτσι τίποτα απ’ότι υπάρχει δεν μπορεί να διαφύγει από την νόηση, άρα μπορούμε να έχουμε ασφαλή λογικά συμπεράσματα].
Απόσπασμα 4
Λεῦσσε δ᾽ὁμῶς ἀπεόντα νόῳ παρεόντα βεβαίως, οὐ γὰρ ἀποτμηξει τὸ ἐόν τοῦ ἐόντος ἔχεσθαι οὔτε σκιδνάμενον πάντι πάντως κατά κόσμον οὔτε συνιστάμενον
[(Επειδή το Νοείν και το Είναι συμπίπτουν), μπορείς να φωτίσεις με τον νου (τη λογική), μέσω των παρόντων, με βεβαιότητα τα απόντα. Γιατί δεν μπορεί να αποκοπεί το υπάρχον του υπάρχοντος (ο Νους από το Είναι), ούτε ως Όλον, ούτε ως απεριόριστα συγκεκριμένα].
Ο Παρμενίδης τονίζει ότι οι λογικές αρχές που προτείνει για την μετάβαση απ’τα γνωστά στ’άγνωστα, ισχύουν για τον κόσμο ως Όλον, αλλά καί στις σχέσεις των συγκεκριμένων μερών του. Με την σωστή χρήση λοιπόν του ορθολογισμού, μπορούμε ν’αποκαθάρουμε τον εφήμερο κόσμο από την αντιφατικότητα, η οποία περιέχει το ψεύδος του Μη-Είναι, και να έχουμε βεβαιότητα στους συνειρμούς μας.
Απόσπασμα 6 στ, 1-2
Χρή τὸ λέγειν τε νοεῖν τ᾽ἐόν ἔμμαινε, ἔστι γὰρ εἶναι Μηδέν οὐκ ἔστιν, τὰ σ᾽ἐγὼ φράζεσθαι ἄνωγα.
[Είναι ανάγκη το Νοείν και το Είναι να συμπίπτουν. Γιατί μόνο το Είναι υπάρχει, το μηδέν δεν υπάρχει. Έτσι σε συμβουλεύω να σκέπτεσαι και να μιλάς].
Τονίζει επίσης ότι με τη Νόηση και το Είναι πρέπει να συμπίπτει και το Λέγειν. Έτσι ούτε ο Λόγος μπορεί να ξεφύγει απ’τη λογική.
Απόσπασμα 6 στ 3-9
πρώτης γὰρ σ᾽ἀφ᾽ὁδοῦ ταύτης διζήσιος <εἴργω> αὐτὰρ ἔπειτ᾽ ἀπὸ τῆς, ἣν δὴ βροτοί εἰδότες οὐδὲν πλάττονται δίκρανοι, ἀμηχανίη γὰρ ἐν αὐτῶν στήθεσιν ἰθύνει πλαγκτόν νόον. οἱ δὲ φοροῦνται κωφοί, τυφλοί τε, τεθηπότες ἄκριτα φῦλα οἷς τὸ πέλειν τε καὶ οὐκ, εἶναι ταὐτὸν νενόμισται κοὐ ταὐτόν, πάντων δὲ παλίντροπός ἐστι κέλευθος.
[Απ’το δρόμο αυτόν, τον πρώτο, τον αντιφατικό σ’αποτρέπω (είναι ο πρώτος από τους δύο δρόμους που παρουσιάζεται προς αποφυγήν στο απόσπασμα 2 στίχο 3). Οι θνητοί δεν έμαθαν τίποτα ακολουθώντας τον, γίνονται δίβουλοι γιατί η αμηχανία στα στήθια τους σαλεύει το νου. Φαντάζουν κουφοί, τυφλοί και χαμένοι, αφού δέχονται ότι όλα υπάρχουν και μ’έναν αντίδρομο τρόπο].
Στο απόσπασμα αυτό συνάγουμε ότι ο Παρμενίδης μετά τον υπαινιγμό για “την αρχή της ταυτότητας” και “την αρχή της μη αντίφασης” τονίζει και τον όρο “της αντιστοιχίας νόησης και Είναι”, αφού μόνον έτσι μπορεί απρόσκοπτα να λειτουργήσει αυτή η λογική διαδικασία. Μετά κατηγορώντας την αντιφατική σκέψη ότι φέρνει σε σύγχυση τον διανοητή, δείχνει ότι γνωρίζει της συγκριτικές διαδικασίες τις οποίες θεωρεί δεδομένες κι απόλυτα έγκυρες, ενώ κατηγορεί τη διαλεκτική ότι τις θεωρεί συμβατικές (ότι Είναι-ΜηΌντας έγκυρες ή ότι είναι έγκυρες υπό συνθήκες). Προτείνει λοιπόν την απόλυτη εγκυρότητα των συγκριτικών διαδικασιών, αφού μόνο μ’αυτές η λογική μπορεί να φτάσει από τα γνωστά στα άγνωστα με βεβαιότητα.
Συγκριτική διαδικασία:
Αν Α όμοιο του Β και Β όμοιο του Γ, τότε και Α όμοιο του Γ (σύνθεση)
Αν Α όμοιο του Β και Β διάφορο του Γ, τότε και Α διάφορο του Γ (ανάλυση)
Απόσπασμα 7
οὐ γὰρ μήποτε τοῦτο δαμῇ, εἶναι μὴ ἐόντα· ἀλλὰ σὺ τῆσδ᾽ἀφ᾽ ὁδοῦ διζήσιος εἶργε νόημα, μηδὲ σ᾽ἔθος πολύπειρον ὁδὸν κατά τήνδε βιάσθω νωμᾶν ἄσκοπον ὄμμα και ἠχήεσαν ἀκουήν καὶ γλῶσσαν, κρῖναι δὲ λόγῳ πολύδηριν ἔλεγχον ἐξ ἐμέθεν ρηθέντα.
[Γιατί ποτέ η ταυτότητα δεν θα αναγκαστεί να Είναι–ΜηΌντας. Να είσαι λοιπόν μακριά και να μην σε παρασύρει η συνήθεια στον αντιφατικό δρόμο κι ότι βλέπεις ή ακούς, να το κρίνεις με τον τρόπο που σου έμαθα τον δοκιμασμένο].
Απόσπασμα 8 στ. 1-20
μόνος δ᾽ἔτι μῦθος ὁδοῖο λείπεται ὠς ἔστιν· ταύτῃ δ᾽ἐπὶ σήματα ἔασι πολλὰ μάλ᾽, ὠς ἀγένητον καὶ ἀνώλεθρόν ἐστιν, οὗλον, μουνογενές τε καὶ ἀτρεμές οὐδ᾽ἀτέλεστον, οὐδέ ποτ᾽ἧν οὐδ’ ἐσταί, ἐπεί νῦν ἐστιν ὁμοῦ πάν ἕν, συνεχές· τίνα γὰρ γένναν διζήσεαι αὑτοῦ; πῇ πόθεν αὐξηθέν; οὕτ᾽ ἐκ τοῦ μὴ ἐόντος ἐάσσο φάσθαι σ᾽οὐδέ νοεῖν· οὐ γὰρ φατόν ούδὲ νοητόν ἔστιν ὅπως οὐκ ἔστι. τί δ᾽ἄν μιν καὶ χρέος ὦρσεν ὕστερον ἣ πρόσθεν τοῦ μηδενός ἀρξάμενον φῦν; οὕτως ἣ πάνπαν πελἐναι χρεών ἐστιν ἢ οὐχί οὔτε ποτ᾽ἐκ μὴ ἐόντος ἐφήσει πίστιος ἰσχὺς γίγνεσθαί τι πάρ᾽αὐτό. τοῦ εἴνεκεν οὔτε γίγνεσθαι οὔτ᾽ ὄλλυσθαι ἀνῆκε δίκη χαλάσασα πέδῃσιν ἀλλ᾽ ἔχει. ἡ δὲ κρίσις περὶ τούτων ἐν τῷδ᾽ἐστιν· ἔστιν ἢ οὐν ἔστιν. κέκριται δ᾽οὗν ὥσπερ ἀνάγκη τὴν μὲν ἐᾶν ἀνόητον ἀνώνυμον, οὐ γὰρ ἀληθής ἔστιν ὁδός. τὴν δ᾽ ὥστε πέλειν καὶ ἐτήτυμον εἶναι.
[Ο μόνος δρόμος, μένει αυτός που αφορά το Είναι. Πάνω σ’αυτόν υπάρχουν πολλά στοιχεία που μπορούμε να μιλήσουμε, όπως ότι όντας το Είναι αθάνατο είναι αγέννητο, όλον, αταλάντευτο, τετελεσμένο, ποτέ δεν ήταν, ούτε θα είναι, γιατί αυτό είναι όλο μαζί ένα συνεχές μόνο τώρα. Τι είδους γέννα να αναζητήσεις σε αυτό; Από που προς τα που να προεκταθεί; Ενώ για το Μη Όν, το μη-υπάρχον, δε μπορείς ν’αντιληφθείς ούτε να πεις τίποτα, γιατί το μη-υπάρχον, δε νοείται ούτε λέγεται. Δε μπορεί τίποτα ν’αναγκάσει την ύπαρξη πριν ή μετά το Μηδέν. Έτσι λοιπόν κάθε τι πρέπει να συμπέσει με το Όλον, το Υπάρχον ή με το Μηδέν που δεν υπάρχει. Από’το μη-υπάρχον δε μπορεί κάποιος να περιμένει γίγνεσθαι ή όλλυσθαι, αφού αυτό ορίζει η λογική. Κάθε κρίση πρέπει να βρίσκεται μέσα σ’αυτά τα όρια, δηλαδή να Είναι ή να Μην Είναι. Όπως λοιπόν είναι αναγκαίο, ο ένας δρόμος κρίνεται ανώνυμος και χωρίς νόημα (αναληθής), ενώ ο άλλος είναι ο δρόμος της βεβαιότητας των συγκριτικών διαδικασιών, όπου το όμοιο ανήκει σε συγγενή ομάδα].
Απόσπασμα 8 στ, 35-44
οὐ γὰρ ἄνευ τοῦ ἐόντος ἐν ᾧ πεφατισμένο ἐστίν εὑρήσεις τὸ νοεῖν, οὐδὲν γὰρ ἦν ἔστιν ἤ ἔσται ἄλλο παρέξ τοῦ ὄντος, ἐπεὶ τὸ γε μοῖρ᾽ ἐπέδησεν οὖλον ἀκίνητον τ᾽ἔμεναι. τῷ πάντ᾽ὄνομα ἔσται ὅσσα βροτοί κατέθεντο εἶναι ἀληθῆ γίγνεσθαι τε καὶ ὅλλυσθαι, εἶναι τε καὶ οὐχί, καὶ τόπον ἀλλάσσειν διὰ τε χρόαν φανόν ἀμείβειν. αὐτάρ ἐπεὶ πεῖρας πύματον, τετελεσμένον ἐστί πάντοθεν ἐκ κύκλου σφαίρης ἐναίγκιον ὄγκῳ μέσσοθεν ἰσοπαλές πάντῃ…
[Δεν μπορείς να βρείς το Νοείν παρά μέσα στο Είναι, γιατί εκεί είναι γεγραμμένο. Τίποτα άλλο εκτός από το Είναι δεν μπορεί να υπήρχε, να υπάρχει και να υπάρξει, γιατί είναι Όλον Ακίνητο. Όλα τα άλλα είναι ονόματα που του δίνουν οι θνητοί, γιατί πιστεύουν ότι υπάρχει γίγνεσθαι και όλλυσθαι, Είναι-ΜηΌντας και γενικά κάθε είδους μετακίνηση ή αλλαγή. Αλλά αυτό είναι πεπερασμένο, τετελεσμένο, τέλεια σφαιρικό και πλήρως ισόρροπο].
Απόσπασμα 8 στ. 50-61
ἐν τῷ σοὶ παύω πιστόν λόγον ἠδὲ νόημα· ἀμφὶς ἀληθείης δόξας ἀπὸ τοῦδε βροτείας μάνθανε κόσμον, ἐμῶν ἐπέων, ἀπατηλόν, ἀκούων μορφάς γὰρ κατέθετο δύο γνώμας ὀνομάζειν, τῶν μίαν οὐ χρεών ἐστιν, ἐν ᾧ πεπλανημένοι εἰσίν. τ᾽ἄντια ἐκρίνατο δέμας καὶ σήματ᾽ἔθεντο χωρὶς ἀπ᾽ ἀλλήλων· τῇ μὲν φλογός αἰθέριον πῦρ, ἤπιον ὄν, μέγ᾽ ἐλαφρόν, ἑαυτῷ πάντοσε τωὐτόν, τῷ δ᾽ἑτέρῳ μὴ τωὐτόν, ἀτὰρ κἀκεῖνο κατ᾽αυτό τἀντία, νύκτ᾽ ἀδαῇ, πυκινὸν δέμας ἐμβριθές τε. τὸν σοι ἐγώ διάκοσμον ἐοικότα πάντα φατίζω, ὡς οὐ μὴ ποτέ τίς σε βροτῶν γνώμη παρελάσῃ.
[Εδώ σταματώ το λόγο που έχει αληθινό νόημα και θα σου μιλήσω για τον κόσμο της αμφίδρομης αλήθειας, τον φθαρτό, τον απατηλό. Νομίζουν ότι κάθε τι έχει δύο τρόπους να υπάρχει έχοντας δύο μορφές, η μία δεν τους αρκεί. Εδώ κάνουν λάθος. Τ’αντίθετα θεωρούν ενωμένα, ενώ συγχρόνως έβαλαν διαχωριστικά όρια μεταξύ τους. Απ’την μιά το αιθέριο πυρ της φλόγας, ίδιο πάντα με τον εαυτό του, απ’την άλλη διάφορο απ’τον εαυτό του, αυτό το ίδιο ενάντια στον εαυτό του, δηλαδή πυκνό σκοτάδι μπερδεμένο. Σου μιλώ για το φαινομενικό κόσμο, τον διάκοσμο, για να μην γελαστείς απ’την φθαρτή σκέψη].
Σ’αυτό το απόσπασμα ο Παρμενίδης στρέφεται σαφώς κατά της Ηρακλειτικής αντιφατικής διαλεκτικής, έχοντας θέσει άλλους όρους, που απορρίπτουν την ύπαρξη του μηδενός (αφού το υπάρχειν του μηδενός είναι η αντίφαση καθαυτή). Έτσι στη δική του πρόταση περί λογικής κάθε αντιφατικός συλλογισμός πρέπει να απορρίπτεται επειδή περιέχοντας το Μη-Είναι περιέχει μέσα του σφάλμα.
Απόσπασμα 9
αὐτάρ ἐπεὶ πάντα φαός καὶ νὺξ ὀνόμασται καὶ κατά τὰς σφετέρας δυνάμεις ἐπὶ τοῖσί τε καὶ τοῖς πᾶν πλέον ἐστὶν φάεος καὶ νυκτός ἀφάντου ἴσων ἀμφοτέρων ἐπεὶ οὐδετέρῳ μετά μηδέν.
[Επειδή όλα έγιναν από φως και σκότος με τις δικές τους δυνάμεις, και μετά από σκληρή πάλη πήραν διάφορες μορφές, ό,τι μπορεί να “περισσεύει” είναι τόσο φως όσο σκότος, δηλαδή ίσια μεταξύ τους, αφού πέραν κάθ’ενός απ’αυτά δε μπορεί να υπάρξει τίποτα απ’το άλλο].
Τονίζει ότι το σύμπαν είναι κλειστό, τετελεσμένο-πεπερασμένο και συνιστάμενο από στοιχεία φωτός και σκότους (φωτόνια-σκοτόνια), τα οποία είναι ίσα μεταξύ τους. Έτσι τελικά από τη σύνθεσή τους, δεν μπορεί να περισσέψει και να υπερισχύσει κάποιο, με αποτέλεσμα όλα να ισορροπούν και να καταλαμβάνουν όλον τον κόσμο. Έτσι δεν μπορεί να υπάρξει κενός χώρος αλλά ούτε μηδέν.
Απ’την αυτή σύλληψη του Παρμενίδη που γεννήθηκε ως αντίλογος στην αντιφατικότητα διαλεκτικής των Ηράκλειτου, Αναξίμανδρου και Ζήνωνα, ο Αριστοτέλης οργάνωσε τον ορθολογισμό και την τυπική λογική. Συνεπώς κάθε προσομοίωση της αριστοτελικής σκέψης με τη διαλεκτική λαθεύει.
Πατέλης: Ποιο είναι το "status" (ο καταστατικός ορισμός) της μαρξιστικής διαλεκτικής: Είναι απλή μέθοδος ή αξιώνει το status θεωρίας της γνώσης και οντολογίας; Ήδη η διαλεκτική στον Χέγκελ είναι και μέθοδος και θεωρία της γνώσης και θεωρία του Είναι (ο Χέγκελ δέχεται την ταυτότητα του Είναι και της Νόησης).
Εγώ λέω: Λέγεται ότι η λέξη διαλεκτική κατάγεται ετυμολογικά, από τον διάλογο. Αυτός όμως ο ορισμός είναι έωλος για να στηριχτεί ένας τόσο σημαντικός φιλοσοφικός όρος. Και τότε, η διαλεκτική θα λεγόταν "διαλογική". Οι προσωκρατικοί που είναι αναμφισβήτητα οι πρώτοι κι οι πιο συνεπείς "διαλεκτικοί", την διαλεκτική ονόμαζαν "Λόγο". (Στο Liddell και Scott, "διάλεκτος" εἶναι ἡ γλῶσσα, λαλουμένη έν τινὶ ἰδιαιτέρῳ τύπῳ). Ο Λόγος (η Διαλεκτική) ήταν Διάλεκτος, μια ειδική γλώσσα μέσ’τη κοινή γλώσσα, μια αντιφατική λογικο-γλωσσική σύνταξη. Ο Λόγος, σαν διαδικασία ειδικής λογικο-γλωσσικής σύνταξης, προϋποθέτει αλληλο-διείσδυση των αντιθέτων εννοιών και τελικά την εσωτερική διείσδυση κάθε έννοιας μέσα στον ίδιο της τον εαυτό, συνιστώντας μιαν αντιφατική ενότητα και σχέση, με το ανάλογο ποσοτικο-ποιοτικό Μέτρο. Δεν είναι λοιπόν απλά ο διάλογος που χαρακτηρίζει τη διαλεκτική σκέψη, αλλά οι μηχανισμοί της που γεννούν αντιφατικές ενότητες με Μέτρο. Όταν το Μέτρο σχέσης των σκελών της αντιφατικής ενότητας διαταράσσεται, η αντιφατική ενότητα μεταλλάσσεται σε κάτι Άλλο. Εξάλλου ο Διάλογος δεν χαρακτηρίζει μόνο τη διαλεκτική αλλά και τον ορθολογισμό.
Η συνειδητή διαλεκτική σκέψη είναι μια περιπέτεια της νόησης που ξεκίνησε απ’τον Αναξίμανδρο, πέρασε στον Ηράκλειτο κι ολοκληρώθηκε στο Ζήνωνα. Επειδή τα έργα αυτών των διανοητών έφτασαν σ’ εμάς αποσπασματικά, η Διαλεκτική τους είναι ντυμένη μ’ένα πυκνό νέφος αμφιβολιών· έτσι για αιώνες είχε απαξιωθεί, παρανοηθεί ή συγχέετο με τη σοφιστική. Ακόμα, δεν είχε δώσει ένα χρήσιμο τυπικό λογικό εργαλείο, όπως αυτό του Αριστοτέλη για τον ορθολογισμό. Αυτή όμως η κατάσταση, με την είσοδο της Κβαντομηχανικής, της Σχετικότητας στο επιστημονικό προσκήνιο, αλλά και τις κοσμοϊστορικές αλλαγές στις κοινωνικές δομές, άλλαξε, αφού εκεί η τυπική λογική, ο ντετερμινισμός κι η νευτώνεια ορθολογική αντικειμενικότητα, αμφισβητούνται βίαια, γιατί δεν μπορούν να περιγράψουν το κόσμο με ακρίβεια, ούτε να δώσουν αξιόπιστες λύσεις. Έτσι αναζητείται ένα είδος διαλεκτικής, που όμως δε μπόρεσε να δοθεί έως τώρα, αφού η “Επιστήμη της Λογικής” του Χέγκελ, θεωρούμενη ως η πιο σύγχρονη κι ολοκληρωμένη, δεν εκπλήρωσε τις υποσχέσεις της και τα καθήκοντά της. Έτσι αιωρείται η αναζήτηση Διαλεκτικής Σκέψης και τυπικού διαλεκτικού λογικό-γλωσσικού εργαλείου για την επιστημονική έρευνα, που να συμφωνεί με τη σύγχρονη επιστήμη. Η διαλεκτική λοιπόν όχι μόνο δεν είναι δεδομένη αλλά σε λάθος δρόμο. Γι’αυτό υπάρχει ένα νέφος όταν στα μαρξιστικά κείμενα, ακόμα και των κλασικών πέφτει η σκιά της διαλεκτικής. Οι Ευρωπαίοι έχοντας παρασυρθεί απ’το θαυμασμό στον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, έψαχναν να βρουν τη διαλεκτική στα συγγράμματα αυτών των ευφυών παραβλέποντας ουσιαστικά το νόημα των προσωκρατικών. Επίσης ο συνοπτικός αποφατικός Λόγος της διαλεκτικής των προσωκρατικών και του Λάο Τσε, εθεωρήθη ποιητικός μεν πρωτόγονος δε. Δεν κατανόησαν ποτέ ότι το λέγειν μολονότι μπορεί να ορίσει την ανθρώπινη δράση, δε μπορεί πάντα να την εκφράσει όπως ακριβώς είναι. Έτσι οι διαλεκτικοί της αρχαιότητας όντας σοφοί συνέταξαν κάποιες λογικο-γλωσσικές αποφάνσεις, που όχι μόνο δε σαρώνονται απ’το γίγνεσθαι του κόσμου, αλλά το εκφράζουν Αιώνια μέσα απ’τις δημιουργικές αντιφάσεις που αναδεικνύουν.
Πατέλης: Εντούτοις, είναι γνωστή η δυσπιστία ή και η απορριπτική στάση πολλών φιλοσοφικών σχολών απέναντι στη φιλοσοφία (Μπέικον, Καρτέσιος, Κίρκεγκωρ, θετικιστές, Βιτγκενστάιν κ.λπ.). Ειδικά η δυσπιστία απέναντι στην Οντολογία είναι σήμερα γενικευμένη. Πολλοί μιλούν για τέλος της Φιλοσοφίας, για θάνατο της Φιλοσοφίας, για συγχώνευση της Φιλοσοφίας με την πράξη. Άλλοι περιορίζουν τον μαρξισμό στη μεθοδολογία της ιστορικής πρωτοβουλίας, απορρίπτουν τη διαλεκτική της φύσης ως ιδεολογική κατασκευή των Ένγκελς και Λένιν κ.λπ. Τέλος, τα κείμενα των κλασικών δεν δίνουν πάντα μια σαφή απάντηση στο πρόβλημα. Η υλιστική βάση κι η ταξική οπτική της διαλεκτικής τονίστηκαν ήδη. Επίσης οι κλασικοί, και ειδικά ο Ένγκελς, ανέλυσαν τον ιστορικά ξεπερασμένο χαρακτήρα της θεωρησιακής φιλοσοφίας. “Αυτός που κατασκευάζει συστήματα", έγραφε ο Ένγκελς. "οφείλει να συμπληρώσει τα αναρίθμητα κενά με τα δικά του ευρήματα, δηλαδή να αφεθεί στην ανορθόλογη φαντασία, να κάνει ιδεολογία" (Αντι-Ντύρινγκ). Πάντα κατά τον Ένγκελς, τώρα πια κάθε επί μέρους επιστήμη της γενικής αλληλοσύνδεσης γίνεται περιττή. Απ’την παλαιά φιλοσοφία μένει η θεωρία της νόησης και των νόμων της, η τυπική κι η διαλεκτική λογική. Όλα τα άλλα συγχωνεύονται στη θετική γνώση της Φύσης και της Ιστορίας. Και παραπέρα: "Είναι εντούτοις δυνατόν ότι η πρόοδος της θεωρητικής επιστήμης της φύσης θα αχρηστεύσει το έργο μου στο μεγαλύτερο του μέρος ή ολοκληρωτικά". Κατά τον Ένγκελς, "ο σύγχρονος υλισμός δεν είναι φιλοσοφία αλλά απλή κοσμοαντίληψη". Αν πάρουμε κατά γράμμα τα προηγούμενα, τότε η διαλεκτική είναι το πολύ γνωσιοθεωρία ή απλά διαλεκτική λογική. Αλλά ο ίδιος ο Ένγκελς έγραψε τη Διαλεκτική της Φύσης κι υποστήριξε την ύπαρξη μιας αντικειμενικής διαλεκτικής και μιας υποκειμενικής, αντανάκλασης της πρώτης.
Εγώ λέω: Η απαξίωση της φιλοσοφίας από διάφορα φιλοσοφικά ρεύματα, πάντα ακολουθείτο και από μια τελική φιλοσοφία, η οποία θα έκλεινε τον κύκλο της φιλοσοφίας και θα άνοιγε το δρόμο της αυτοκρατορίας της επιστήμης στην ανθρώπινη νόηση. Αυτό ήταν το αποτέλεσμα της αντίληψης ότι η φιλοσοφία έδωσε την προσφορά της με την ορθολογική λογικογλωσσική σύνταξη και ότι δεν έχει τίποτε άλλο να δώσει, αφού η διαλεκτική θεωρήθηκε ένα χαριτωμένο αλλ’ άχρηστο λογικογλωσσικό παίγνιο που τελείωσε στην Επιστήμη της Λογικής του Χέγκελ.
Απ’τον Αριστοτέλη, είχε αρχίσει η επιστήμη, με κάποιον τρόπο να ξεχωρίζει απ’τη φιλοσοφία, που ως την εποχή του Νεύτωνα, δεν φαίνεται ένας ξεκάθαρος διαχωρισμός. Οι Νεοθετικιστές τα τελευταία χρόνια, όρισαν τη φιλοσοφία ως ειδική επιστήμη, μέσ’τα όρια της «πραγματείας της λογικής της γλώσσας», όπου κάθε άλλη διάστασή της να θεωρείται ένα έωλο και ασαφές είδος διαλογισμού. Ο ντετερμινισμός από κει και πέρα έγινε συνώνυμο με την επιστημονικότητα, όπου ο χώρος της φιλοσοφίας μέσ’την επιστήμη, ελαχιστοποιήθηκε ή εκμηδενίστηκε. Με την είσοδο όμως στο επιστημονικό προσκήνιο της κβαντομηχανικής και το ντετερμινισμό να απαξιώνεται, οι μεγάλοι επιστήμονες που θα έπρεπε να πρόσκεινται στον ντετερμινισμό, βλέπουμε ν’ανοίγουν ένα μακρόχρονο φιλοσοφικό πόλεμο πάνω στις αρχές και τις εξελίξεις της σύγχρονης επιστήμης. Αυτή η διαμάχη εμπλέκει άμεσα τη φιλοσοφία μέσ’την καρδιά της επιστήμης, σε βαθμό που να μην είναι πια εφικτός o διαχωρισμός αυτός. Όταν ορισμένοι διακεκριμένοι φιλόσοφοι, έκλειναν τη θύρα της επιστήμης στην φιλοσοφία, κάποιοι μεγάλοι επιστήμονες παραμερίζοντας όλες τις θεωρητικολογίες της εποχής τους περί διαχωρισμού επιστήμης και φιλοσοφίας, αυθόρμητα κι όλο ζωντάνια, της άνοιγαν την πόρτα απλόχερα, προσφέροντας μερίδιο ηγεμονικό. Φανέρωναν έτσι ότι δεν μπορεί πρωτοπόρα επιστήμη χωρίς φιλοσοφικό γνώμονα, αλλά συγχρόνως και φιλοσοφία με τη σύγχρονη έννοια, χωρίς έρμα επιστημολογικό. Ο φιλοσοφικός γνώμονας που προσέφερε η φιλοσοφία απ’την εποχή των αρχαίων Ελλήνων, εκτός απ’την οντολογία και την ηθική, συνέπιπτε με την τέχνη της νόησης, που ήταν η Λογική. Η πρώτη μεγάλη φιλοσοφική διαμάχη περί την Λογική, είναι αυτή των δύο βάρδων της νόησης, Ηράκλειτου για τη διαλεκτική και Παρμενίδη για τον ορθολογισμό και της πρότασής του για ένα πρωτόγονο ντετερμινισμό. Απ’τον φιλοσοφικό ορθολογικό στοχασμό και την τυπική λογική του Αριστοτέλη, ακόμα σιτίζεται η κοινωνία και η επιστήμη. Με τη χαραυγή του νέου κόσμου όμως η ταφόπετρα που έθεσε ο Αριστοτέλης πάνω στους προσωκρατικούς άρχισε να μετακινείται και ν’αναδύεται η προσωκρατική διαλεκτική. Αυτό δείχνει ότι η φιλοσοφία όσο δεν έχει δημιουργηθεί αυτό το νέο λογικο-γλωσσικό νοητικό γίγνεσθαι θα έχει σοβαρό λόγο να υπάρχει. Κι όταν αυτό δημιουργηθεί, η επιστήμη κι η φιλοσοφία θα συστήσουν ένα συνεχές με το κοινωνικό γίγνεσθαι δηλαδή την αντιφατική ενότητα Είναι, Νοείν και Λέγειν, που θα είναι η διαλεκτική ως ουσία.
Πατέλης: Ακόμα, τι σημαίνει ότι σύγχρονος υλισμός δεν είναι φιλοσοφία αλλά απλή κοσμοαντίληψη;
Εγώ λέω: Η φιλοσοφία είναι κοσμοαντίληψη που συνιστά τη στάση ζωής του ανθρώπου και περιλαμβάνει την αισθητική και τη λογική του.
Πατέλης: Ο Λένιν με τη σειρά του, μιλούσε για διαλεκτική των πραγμάτων της Φύσης, (για αντικειμενική διαλεκτική), για μελέτη των αντιθέσεων μέσ’τα ίδια τα πράγματα. Αλλά κι η θέση του Λένιν δεν είναι σαφής. Έτσι στα Φιλοσοφικά Τετράδια γράφει: "Στο Κεφάλαιο εφαρμόζονται στην ίδια επιστήμη η λογική, η διαλεκτική και η θεωρία γνώσης του υλισμού. Εδώ έχουμε ανάγκη από τρεις λέξεις: πρόκειται για το ίδιο πράγμα". Kαι σ’άλλο σημείο: "Η σύμπτωση, για να εκφραστούμε έτσι, της λογικής και της γνωσιολογίας". Περί τίνος πρόκειται, λοιπόν; Η παραδοσιακή Οντολογία είχε χάσει το κύρος της τον περασμένο αιώνα. Επίσης οι κλασικοί είχαν πραγματοποιήσει μια πράξη ρήξης με τη θεωρησιακή φιλοσοφία. Εντούτοις, η φιλοσοφική βάση του μαρξισμού έχει την οντολογική της διάσταση (μιλάει για το Είναι μέσα από τη γνώση των ειδικών μορφών και νομοτέλειά του). Ταυτόχρονα είναι θεωρία της γνώσης (θεωρία της αλήθειας, θεωρία των ιδεολογιών κ.λπ.). Τέλος, έχει τη μεθοδολογική της διάσταση (διαλεκτική). Ο Λένιν ισχυρίζεται ότι η λογική, η διαλεκτική και η θεωρία της γνώσης του υλισμού είναι το "ίδιο πράγμα". Το σωστό θα ήταν ίσως να μιλάμε για ενότητα της μεθόδου, της γνωσιολογίας και της οντολογίας του μαρξισμού, άρα για μεθοδολογική, γνωσιοθεωρητική και οντολογική διάσταση της διαλεκτικής. Αλλά η έννοια "διαλεκτική" παραπέμπει κατ'αρχήν στη μέθοδο και στη λογική (διαλεκτική λογική). Η οντολογική διάσταση της διαλεκτικής είναι προφανής σε πολλά κείμενα των κλασικών. Κατά το Λένιν, π.χ., "οι έννοιες είναι υποκειμενικές στην αφαίρεση, στον διαχωρισμό τους, αλλά αντικειμενικές στην ολότητα, στην κίνηση, στο άθροισμα, στην πηγή τους" (Φιλοσοφικά Τετράδια).
Εγώ λέω: Οι μεγάλοι επαναστάτες μολονότι αξιοθαύμαστοι, είναι φανερό ότι έχουν σύγχυση για τη διαλεκτική ή τέλος πάντων ψυχανεμίζονται γύρω απ’αυτήν. Από τις επισημάνσεις και τις διευκρινίσεις τους φαίνεται ότι μάλλον θέλουν να πειστούν και αυτοί οι ίδιοι για την αλήθεια των απόψεών τους.
Πατέλης: Η ιστορική διάσταση του μαρξισμού και ειδικά της διαλεκτικής υπογραμμίσθηκε απ’τους κλασικούς του. Κατά τον Ένγκελς: "Η θεωρητική σκέψη κάθε εποχής, άρα και της φύσης, είναι ιστορικό προϊόν που παίρνει διαφορετικές μορφές σε διαφορετικές εποχές. Άρα η επιστήμη της νόησης, όπως και κάθε επιστήμη, είναι ιστορική. Είναι η επιστήμη της ανάπτυξης της ανθρώπινης νόησης". Η διαλεκτική δεν αξιώνει το παραδοσιακό status της φιλοσοφίας: δεν είναι επιστήμη των επιστημών. Δεν πλανάται πάνω από τις επιστήμες. Δεν είναι θεωρησιακή οντολογία. Ειδικά δεν αξιώνει κάποιον κανονιστικό ρόλο απέναντι στις επιστήμες. Συγκροτείται ιστορικά (και αναθεωρείται) ως η φιλοσοφική καταξίωση και υπέρβαση των δεδομένων των επιστημών της φύσης και της κοινωνίας. Οι κατηγορίες της δεν είναι ανεξάρτητες απ’τις επιστημονικές έννοιες: αποτελούν τη γενίκευση και την καθολίκευσή τους. Η διαλεκτική μοιράζεται με τις επιστήμες μια σειρά όρους (ύλη, κίνηση, αλληλεπίδραση, αιτιότητα, αντίθεση κ.λπ.), οι οποίοι στο επίπεδο της λειτουργούν ως φιλοσοφικές κατηγορίες, ενώ στο επίπεδο των επιστημών λειτουργούν ως οιονεί φιλοσοφικές έννοιες. Έτσι η διαλεκτική εμπλουτίζεται κι ανανεώνεται αντλώντας από τα δεδομένα των επιστημών, ενώ ταυτόχρονα ασκεί την επιστημολογική λειτουργία της στον χώρο της επιστήμης (μεθοδολογία, στρατηγική της έρευνας), χωρίς να μετατρέπεται σε επιστήμη των επιστημών.
Εγώ λέω: Αν ο κόσμος και μαζί του ο άνθρωπος δεν είναι αποτέλεσμα της του θεού αγάπης, αλλά αποτέλεσμα του παγκοσμίου αέναου και αυτοτελούς γίγνεσθαι, έχουν γεγραμμένο κωδικά μέσα τους όλο αυτό το παγκόσμιο γίγνεσθαι ως δομή και συμπεριφορά. Άρα αυτό δεν έχει καμία ιστορικότητα, αφού ενυπάρχει ως δυναμική μέσα στο Ον από πάντα. Έτσι οι προσωκρατικοί κι ο Λάο-Τσε συνέλαβαν τη διαλεκτική ως αποφάνσεις οι οποίες μολονότι αναδεικνύουν το γίγνεσθαι και την ιστορικότητα του κόσμου, αυτές οι ίδιες δεν αλλάζουν κι έτσι δεν υπόκεινται σε καμιά ιστορικότητα. Σαν παράδειγμα θ’αναφέρω κάποιες απ’αυτές, οι οποίες μολονότι δεν αλλάζουν είναι ακριβώς αυτές που ορίζουν τη συνεχή αλλαγή και τον θάνατο της μεταφυσικής.
―Η πίστη οδηγεί στην άγνοια, η αμφιβολία στη γνώση.
1. Η μεγάλη ευθεία οφείλει να είναι κυρτή.
2. Το μεγάλο τετράγωνο δεν έχει γωνίες.
3. Ο κύκλος είναι πολύγωνο απείρου αριθμού γωνιών.
4. Στον ίδιο ποταμό μπαίνουμε και δε μπαίνουμε, είμαστε και δεν είμαστε την ίδια ουσία δεν ξαναγγίζουμε, γιατί όλ’αλλάζουν βίαια και γρήγορα, καταλύονται-συντιθέμενα, συγχρόνως, Είναι-ΜηΌντας.
5. Το κινούμενο ευθύγραμμα και ομαλά γυρίζει στη θέση που ξεκίνηνησε.
6. Το κινούμενο δεν κινείται ούτε στον τόπο που βρίσκεται, ούτε στον τόπο που δεν βρίσκεται.
7. Ό,τι τείνει στο μηδέν τείνει στο άπειρο. Το ακαριαίο είναι το ακίνητο.
8. Το ίδιο το φως είναι σκοτεινό.
9. Αρχή και στοιχείο των όντων είναι το άπειρο.
10. Το τέλειο είναι ατελές. Το πεπερασμένο είναι δυναμικά το άπειρο.
―Αυτόν τον κόσμο που είναι ίδιος για όλους, δεν τον έφτιαξε ούτε θεός ούτε άνθρωπος, ήταν, είναι και θα είναι αείζωον πυρ που ανάβει σβήνοντας με μέτρο.
Καμιά από τις επάνω υποδειγματικές αποφάνσεις δεν υπόκειται σε αλλαγή, αλλά όλες αναδεικνύουν την αντιφατικότητα και το γίγνεσθαι. Επίσης είναι η βάση πάνω στην οποία μπορεί να δομηθεί μια Διαλεκτική Λογική. Μολονότι λοιπόν η Διαλεκτική είναι αντιφατική, επειδή υπάρχει εμμονή για την ύπαρξη και μιας αντιθετικής Διαλεκτικής, καταχρηστικά θα δεχτούμε ότι αυτές είναι δύο ειδών και θα περιγράψου-με τις βασικές αρχές τους:
Α. Η αντιθετική διαλεκτική, η οποία δέχεται ότι στο βάθος ο κόσμος κι η λογικο-γλωσσική σύνταξη που τον περιγράφει συντίθεται από μια σειρά έσχατα αναλλοίωτα στοιχειώδη (γνώσιμα ή όχι), που αλληλεπιδρούν χωρίς να παραβιάζουν τα όρια μεταξύ τους, συνιστώντας ένα αντικειμενικό ορθολογικό δυναμικό-διαφορικό σύστημα. Το λογικο-γλωσσικό σύστημα αυτό προϋποθέτει, έχοντας απόλυτους όρους λειτουργίας, από μια στιγμή και μετά, την επ’άπειρον επανάληψη μιας συγκεκριμένης, τετελεσμένης, πεπερασμένης, προδιαγεγραμμένης σειράς παιγνίων, τα οποία μπορούν να ονομαστούν «συνθετικά πρότυπα του τέλους». Αυτά τα παίγνια είναι και τα όρια του συστήματος, που όμως βρίσκονται εκεί ιδεατά εκ των προτέρων, περιμένοντας την πραγματοποίησή τους απ’την ακολουθία της λειτουργίας του.
Ο Αριστοτέλης τη διαδικασία αυτή, είχε ονομάσει Εντελέχεια. Το σύστημα αυτό είναι κλειστό, τελεολογικό, πεπερασμένο, μιας ορθολογικής αντικειμενικότητας με όρους και όρια απόλυτα προκαθορισμένα, που προϋποθέτει την ύπαρξη ενός «Κόσμου Ιδεών», του οποίου το φαινομενικό γίγνεσθαι περιμένει ν’αναφανεί από την εξέλιξη της λειτουργίας αυτού του ορθολογικού δυναμικού συστήματος.
Β. Η Αντιφατική Διαλεκτική, η οποία δέχεται ότι στο βάθος ο κόσμος και η λογικο-γλώσσική σύνταξη που τον περιγράφει, είναι Όλον σε συνεχή εξέλιξη. Γι’αυτό δεν συντίθεται από έσχατα, αναλλοίωτα στοιχειώδη, αλλά από αντιφατικά κι αυτοαναιρούμενα, τα οποία αλληλεπιδρώντας, δεν αφήνουν απαραβίαστα περιθώρια μεταξύ τους. Στον αντιφατικό αυτό κόσμο για να υπάρχει κάποιο γεγονός, θα πρέπει να καταλύεται-συντιθέμενο από υπογεγονότα κατώτερου επιπέδου, τα οποία καί αυτά με τη σειρά τους και με τον ίδιο τρόπο, να καταλύονται-συντιθέμενα και αυτό επ’άπειρον. Δηλαδή ως το έσχατο επίπεδο, (τον πυθμένα του κόσμου, όπως τον έδειξε ο Ζήνων), όπου τ’αντιφατικά στοιχειώδη τείνοντας για μηδενικό μέγεθος τείνουν συγχρόνως για άπειρο, όντας ακίνητα και ακαριαία, συνθέτοντας την Αντιφατικότητα Γυμνή δηλαδή το Εν Δυνάμει Είναι.
Αν ο αναγνώστης θέλει να μάθει περισσότερα περί αυτού ας αποτανθεί στο: thodoroskavasisblogspot.com και στην ανάρτησή μου «Διαλεκτική Υλιστική Σκέψη».
Πατέλης: Α. Κατά τον Ενγκελς, η διαλεκτική είναι η επιστήμη των γενικών νόμων της κίνησης της φύσης, της κοινωνίας και της ανθρώπινης νόησης. Β. Κατά τον Λένιν είναι η "θεωρία της γνώσης του μαρξισμού, η οποία χαρακτηρίζεται ως θεωρία της ενότητας της υποκειμενικής διαλεκτικής των φυσικών και των ιστορικών διαδικασιών". Γ. Η διαλεκτική, ως θεωρία του Είναι, θέτει την πρωταρχικότητα της ύλης έναντι της νόησης. Ως γνωσιοθεωρία και θεωρία των ιδεολογιών υποστηρίζει ότι το (κοινωνικό) Είναι καθορίζει τη συνείδηση, ενώ ταυτόχρονα συλλαμβάνει τον ενεργό ρόλο της συνείδησης στο ιστορικό γίγνεσθαι. Δ. Οι φυσικές επιστήμες εναρμονίζονται με τις θέσεις για την αντικειμενικότητα του κόσμου και για την προτεραιότητα της ύλης έναντι του πνεύματος, το οποίο εμφανίζεται σε μια ορισμένη φάση του κοσμικού γίγνεσθαι (κοσμογένεση, ανθρωπογένεση, νοογένεση) ως "προϊόν" ειδικά οργανωμένης ύλης (του εγκεφάλου) σε καθορισμένες κοινωνικές συνθήκες (η νόηση, αναδραστικά, αποτελεί ενεργό στοιχείο του κοινωνικού γίγνεσθαι).
Εγώ λέω: Υπάρχει σύγχυση. Ενώ κατά τον Ένγκελς Α. η διαλεκτική δεν θεωρήθηκε πριν επιστήμη, τώρα ξαναεπιστρέφει στα καθήκοντά της το οποία μάλιστα είναι σπουδαία. ―Είναι η επιστήμη 1. των γενικών νόμων της κίνησης της φύσης, δηλαδή του ίδιου του φυσικού γίγνεσθαι, 2. της ανθρώπινης νόησης και του κοινωνικού γίγνεσθαι. Άραγε υπάρχει κάτι άλλο σπουδαιότερο που θα μπορούσε να υπηρετήσει η επιστήμη; Και αν είναι αυτό που υπηρετεί η διαλεκτική δεν είναι άλλο από την επιστήμη των επιστημών. Β. Κατά τον Λένιν επιστημολογικά συμβαίνει το ίδιο.
Επίσης στο Γ. υπάρχει ασυνέπεια: Θεωρείται ότι υπάρχει πρωταρχικότητα της Ύλης έναντι της νόησης. Όμως κατά τον Λένιν και τον Έγκελς, η ύλη ως τέτοια δεν υπάρχει αλλά είναι κατηγορία της νόησης. Η νόηση λοιπόν περιλαμβάνει την ύλη τόσο όσο η ύλη περιλαμβάνει την νόηση. (Δεν μπορούμε να έχουμε Νόηση χωρίς Ύλη, αλλά επειδή η ύλη είναι γεγραμμένη αφ’εαυτής με λογική και Λόγο «διαλεκτική λογικογλωσσική σύνταξη», δεν μπορούμε συγχρόνως να έχουμε ύλη χωρίς νόηση). Αυτά συνιστούν μιαν αντιφατική ενότητα όπου αλληλοπροεκτείνονται χωρίς ν’αφήνουν απαραβίαστα όρια μεταξύ τους.
Στο Δ. αναδεικνύεται η εμμονή του Λένιν για υλικές προτεραιότητες. Διαλεκτικά το πνεύμα είναι τόσο υλικό όσο η ύλη πνευματική. Αυτά αλληλοπροεκτείνονται αλληλεπιδρώντας χωρίς ν’αφήνουν απαραβίαστα όρια μεταξύ τους. Άραγε τι θα κερδίζαμε αν δεχόμασταν ότι η ύλη γεννήθηκε προ του εγκεφάλου. Τίποτα παρά μόνο σύγχυση, αφού ο κόσμος είναι Μόνο Τώρα, δεν υπάρχει πριν ή μετά. Και εξηγούμαι: Το χθες δεν υπάρχει, το αύριο δεν υπάρχει, το τώρα είναι μόνο, το τώρα που δεν Είναι, που είναι η μηδενική αιχμή του φθίνοντος παρόντος, που είναι αιώνιο στη μηδενικότητά του. Χρόνος δεν είναι άλλο απ’το Γίγνεσθαι που συμβαίνει μέσα στο Είναι, που είναι πάντα άλλο.
Πατέλης: Οι επιστήμες εξερευνούν ειδικές περιοχές της πραγματικότητας. Η επιστημολογία κι η φιλοσοφία αναδεικνύουν τις τοπικές διαλεκτικές (τις συγκεκριμένες διαλεκτικές σχέσεις) οι οποίες λειτουργούν στις ειδικές περιοχές της πραγματικότητας. Η διαλεκτική είναι η υπέρβαση και η γενίκευση των τοπικών διαλεκτικών, από όπου και η ιστορικότητα της. Η διαλεκτική είναι ανοικτή στην πρόοδο των επιστημών και στην κοινωνική πράξη.
Εγώ λέω: Ας δούμε τώρα αν ισχύει αυτή η χωρίς νόημα θεωρία περί των συγκεκριμένων τοπικών διαλεκτικών και η γενίκευσή τους στη Διαλεκτική απ’όπου κι η ιστορικότητά τους. Αυτό μολονότι πονάει πρέπει να το πούμε! Οι κλασικοί του μαρξισμού έλυσαν όλα τα προβλήματα ακολουθώντας την αριστοτελική ορθολογικότητα. Αυτή όμως οδήγησε το σοσιαλισμό στον συγκεντρωτισμό, ο οποίος μολονότι έδωσε γρήγορα αποτελέσματα, έγινε και η αιτία της παλινόρθωσης του καπιταλισμού. Είναι αναπόφευκτο όταν χρησιμοποιείς ορθολογισμό να έχεις ορθολογικά αποτελέσματα ενώ όταν χρησιμοποιείς διαλεκτική τα αποτελέσματα να είναι διαλεκτικά. Έτσι κατά τη οικοδόμηση του σοσιαλισμού και κατά το ξεκίνημα, μπήκε μπρος η διαλεκτική πρακτική, στη συνέχεια όμως και κάτω απ’τις πιέσεις της διεθνούς αντίδρασης, έγιναν αναδιπλώσεις που ενώ έδωσαν γρήγορες και προσωρινές λύσεις, αυτές μονομοποιήθηκαν.
Ας κάνουμε λοιπόν μια μικρή θεωρητική αναδρομή στην οικοδόμηση τους σοσιαλιστικού γίγνεσθαι, να δούμε τα σημεία που ξαστοχήσαμε.
ΟΙ ΜΑΡΞΙΣΤΕΣ ΚΑΙ Η ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ
Επειδή η επιστήμη μέσα από τον ορθολογισμό και την τυπική λογική έκανε τεράστια άλματα κι όποτε έγινε προσπάθεια η φερόμενη ως «διαλεκτική λογική» λόγω κακής διαλογικής αντίληψης και κακής χρήσης απέτυχε, για πολλούς μαρξιστές κι αριστερούς διανοητές έγινε διαλογικά ύποπτη.
Ο διακεκριμένος διανοητής της αριστεράς, Ε. Μπιτσάκης, στην μικρή πραγματεία του «Η νομιμότητα της διαλεκτικής της φύσης» απ’τα πρακτικά της Ελ. Φιλ. Εταιρίας περί Διαλεκτικής το 1988, θέτει το ερώτημα: «αν η διαλεκτική είναι επιστήμη κι αν οι νόμοι της έχουν το status των επιστημονικών νόμων» και καταλήγει: «…η φιλοσοφία δεν είναι ειδική επιστήμη όπως π.χ. η φυσική ή η χημεία. Οι νόμοι της κατά συνέπεια δεν μπορούν να έχουν το status των φυσικών και γενικά των ειδικών επιστημών…». Και συνεχίζοντας θέτει το ερώτημα περί της διαλεκτικής λογικής: «Υπάρχει ή όχι διαλεκτική λογική»; Κι απαντά: «Η διαλεκτική λογική είναι η λογική της αντίθεσης και όχι της αντίφασης. Εκφράζει την ύπαρξη αντιθέσεων στα ίδια τα πράγματα, δηλαδή τη συγκεκριμένη κι ιστορικά διαφοροποιούμενη ενότητα κατηγορημάτων αμοιβαία αποκλειομένων. Εκφράζει την ύπαρξη απλών αντιθέσεων που συνιστούν μια σχετικά στάσιμη αντιθετική ολότητα ή ύπαρξη αντιθέσεων που η σχέση τους εξελίσσεται και που η αντίθεση μπορεί να λυθεί με την καταστροφή του ενός πόλου της. Πως όμως είναι δυνατόν να εκφραστεί η σύνθετη αντιθετική κίνηση του πραγματικού, η γένεση κι η καταστροφή των μορφών στο επίπεδο της νόησης; κι απαντά: Η λογική αντίφαση είναι απαράδεκτη καί για τη διαλεκτική λογική. Η λογική της αντίθεσης δεν είναι αντιφατική». Και παραθέτει την άποψη του Η. Lefebvre: «Η διαλεκτική νόηση ορίζεται κι αυτή από κανόνες και νόμους, διαψεύδει την τυπική λογική αλλά δεν την καταργεί, δεν πέφτει στο παράλογο. Η διαλεκτική δεν επιτρέπει για το ίδιο αντικείμενο και συγχρόνως, να διατυπώνουμε αντιφατικές αποφάνσεις. Δεν επιτρέπεται να πούμε ότι αυτό το χαρτί είναι ταυτόχρονα λευκό και μαύρο. Απ’ όπου και το αξίωμα ότι ―η θεωρία των αντιθέσεων δεν μπορεί να είναι αντιφατική».
Εδώ ο κ. Λεφέμπβρ ισχυρίζεται ότι «η αρχή της μη αντίφασης», πάνω στην οποία πατά «η αρχή της ταυτότητας» και επικροτεί ο κ. Μπιτσάκης, είναι η ουσία της λογικής και κατ’επέκταση της διαλεκτικής, μια που και η διαλεκτική λογική δεν πρέπει ν’αντιφάσκει, αφού σύμφωνα με το απλοϊκό τους παράδειγμα, το άσπρο χαρτί δεν μπορεί να είναι συγχρόνως και μαύρο. Θα μπορούσα να αντικρούσω αυτή την βεβαιότητα, μια που όλοι ξέρουμε ότι στη φύση οι χρωματισμοί είναι προσεγγιστικές συμβάσεις που δεν υπάρχουν ως καθαυτά. Τονίζω επίσης ότι ο Ηράκλειτος, ο Χέγκελ κι ο Έγκελς, δέχονται, καθένας με τον δικό του τρόπο, ως ουσία της διαλεκτικής λογικής την αντιφατικότητα.
Έτσι λοιπόν οι ευρωπαϊστές της αριστεράς ονόμασαν “διαλεκτική” τις διαφορικές και δυναμικές διεργασίες του ορθολογισμού κι εστράφησαν κατά της αντιφατικότητας. Οι δυναμικές και διαφορικές διεργασίες του ορθολογισμού όμως ανακαλύφθησαν από ορθολογιστές μαθηματικούς για τη διερεύνηση και περιγραφή ορθολογικών καταστάσεων εν εξελίξει. Επίσης στις λογικές διαδικασίες των ορθολογικών δυναμικών συστημάτων, μολονότι η κίνηση θεωρείται μια αντιφατική διαδικασία, δεν παραβιάζεται η αρχή της ταυτότητας του “κινουμένου”. Ακόμα όταν τη θέση της ταυτότητας σε μια διαλογική διαδικασία, παίρνει ένα δυναμικό σύστημα σε εξέλιξη, το γίγνεσθαι που δημιουργείται θεωρείται φαινομενικό, κι έτσι ο αναλλοίωτος χαρακτήρας της ταυτότητας μετατίθεται αλώβητος στην υπόσταση του συστήματος.
Συνοπτικά η Ορθολογική Αντιθετικότητα δέχεται ότι στο βάθος ο κόσμος κι η λογικο-γλωσσική σύνταξη που τον περιγράφει συντίθεται από μια σειρά εσχάτων αναλλοίωτων στοιχειωδών, (γνώσιμων ή όχι), που αλληλεπιδρούν χωρίς να παραβιάζουν τα τελικά όρια μεταξύ τους, συνιστώντας ένα δυναμικό ορθολογικό διαφορικό λογικο-γλωσσικό σύστημα. Ενώ η Διαλεκτική Αντιφατικότητα δέχεται ότι ο κόσμος και το λογικογλωσσικό σύστημα που τον περιγράφει, είναι Όλον σε συνεχή εξέλιξη, που δεν συντίθεται από έσχατα αναλλοίωτα στοιχειώδη, αλλ’από αντιφατικά και αυτοαναιρούμενα. Αυτά αλληλεπιδρώντας δεν αφήνουν απαραβίαστα περιθώρια μεταξύ τους συνιστώντας Μέτρο αντιφατικών ενοτήτων, όπου το ένα σκέλος της ενότητας μάχεται το άλλο αλλά συγχρόνως είναι κι η αιτία της ύπαρξής του.
Έχοντας στον νου μας αυτή την διάκριση μεταξύ αντιφατικότητας και αντιθετικότητας ας ξανακάνουμε μιαν αναδρομή στις βασικές θέσεις του μαρξισμού. Θέσεις στις οποίες οι «ευρωμαρξιστές», ακολουθώντας την εγελιανή σκέψη, μετέτρεπαν την αντιφατικότητα σε αντιθετικότητα, απωθώντας τη Λογική εκτός των ορίων του Διαλεκτικού Υλισμού.
ΑΝΤΙΦΑΤΙΚΗ ΣΧΕΣΗ ΜΙΣΘΩΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ
Κάθε κοινωνικό σύνολο αποτελείται από τάξεις και στρώματα που τα συμφέροντά τους, δεν είναι απλά διαφορετικά, αλλά σχεδόν πάντα συγκρούονται γιατί αντιφάσκουν. Υπάρχουν νόμοι σε κάθε χώρα που σκοπό έχουν τη ρύθμιση των σχέσεων των κοινωνικών ομάδων με διαφορετικά συμφέροντα. Οι ομάδες που έχουν κοινά συμφέροντα, οργανώνονται σε τάξεις και προσπαθούν να θεσμοθετούν νόμους που προ-ωθούν τις επιδιώξεις τους. Στην προσπάθεια αυτή υπάρχει σκληρός ανταγωνισμός. ΄Οποια τάξη καταφέρει να υπερισχύσει, δηλαδή να πάρει την εξουσία, οργανώνει σύστημα λειτουργίας με το οποίο οριοθετεί τις δραστηριότητες των ατόμων μέσ’το σύστημα, αλλιώς αυτά απωθούνται βίαια στο περιθώριο. Το σύστημα που η κάθε τάξη νομοθετεί κι ασκεί την εξουσία ονομάζει δημοκρατία, αφού οι όροι λειτουργίας του είναι ίδιοι για όλα τα άτομα του συνόλου (χωρίς να λαμβάνεται υπόψιν το ταξικό πλαίσιο κι οι μηχανισμοί που εγγυούνται τη λειτουργία και την άμυνα του συστήματος, που είναι το κράτος). Μολονότι οι όροι της κάθε δημοκρατίας είναι ίδιοι για όλους τους πολίτες ως άτομα, κάθε νόμος που ευνοεί μια τάξη δυσχεραίνει την κατάσταση αυτών που έχουν διαφορετικά ταξικά συμφέροντα και δεν συμμετέχουν στην άσκηση της εξουσίας. Αυτό το σύστημα λοιπόν που λέγεται δημοκρατία, είναι τόσο πιο δημοκρατικό για την τάξη που κυβερνά, όσο πιο δικτατορικό για τις τάξεις που δε μετέχουν στην άσκηση της εξουσίας. Το αστικοδημοκρατικό σύστημα, που θεωρείται απ’τους φίλους του συνώνυμο της δημοκρατίας, έχει κι αυτό αντιφατική φύση. Είναι τόσο πιο δημοκρατικό για την αστική τάξη, όσο πιο δικτατορικό είναι για την εργατική τάξη. Κι ενώ οι όροι της λειτουργίας αυτού του συστήματος φαίνονται δίκαιοι και τυπικά όλοι μπορούν, σύμφωνα με το νόμο, να συμμετέχουν στη λειτουργία αυτής της δημοκρατίας ή τουλάχιστον να έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις, στην πράξη υπάρχει ένας παράγων που ρυθμίζει τα πάντα με τον δικό του τρόπο. Ο παράγων αυτός είναι το χρήμα, που μ’αυτό κάποιος μπορεί να συμμετέχει παντού, ενώ χωρίς αυτό πουθενά. Οι άνθρωποι λοιπόν σ’αυτή τη δημοκρατία δεν είναι ίσοι, άλλοι γεννώνται δούλοι ενώ άλλοι ελεύθεροι. Ο γεννημένος φτωχός είναι αδύνατον ν’ανταγωνιστεί το γεννημένο πλούσιο, στον αγώνα για ισότιμη κοινωνική μετοχή και κοινωνική καταξίωση.
Το κοινοβούλιο είναι «απαγορευτικό» για τον εργάτη αφού χρειάζονται πολλά λεφτά και γνωριμίες για να προβληθούν οι απόψεις του απ’τα «μέσα ενημέρωσης». Κι αν οι εργαζόμενοι καταφέρουν να προ-βάλλουν κάποιους, που να προωθούν τα συμφέροντά τους στο αστικό κοινοβούλιο, δεν διασφαλίζονται, αφού οι αντίπαλοί τους, άνθρωποι του χρήματος, μπορούν να τους εξαγοράζουν έμμεσα ή άμεσα ή να κρίνουν παράνομους όσους δεν εξαγοράζονται ή δεν κινούνται στα «νόμιμα» πλαίσια που τους έχουν καθορίσει. Ακόμα αν οι εργαζόμενοι επιτύχουν να οργανωθούν, έτσι που να μπορέσουν κάποτε να πάρουν την εξουσία με τους όρους που έχει θέσει η αστική τάξη, δε θα τους επιτραπεί. Αφού το αστικό κράτος έχει μηχανισμούς «προστασίας» των θεσμών που σε κάθε τέτοια περίσταση επεμβαίνει «δικαίως», αφού η εργατική τάξη παίρνοντας την εξουσία, είναι φυσικό ν’ αλλάξει όλες τις δομές της οικοτεχνικής βάσης, το πολιτισμικό εποικοδόμημα και τους μηχανισμούς προστασίας των θεσμών. Δηλαδή θέλει άλλο είδος κρατικού μηχανισμού, λαϊκό ή προλεταριακό. (Λένιν: “Κράτος και επανάσταση”). Η δημοκρατία είναι ένα αντιφατικό γεγονός γιατί η κοινωνία έχει αντιφατική φύση. Δεν μπορεί να υπάρξει κεφάλαιο χωρίς μισθωτή εργασία, ούτε μισθωτή εργασία χωρίς κεφάλαιο, αυτά ενώ το ένα γεννά τ’άλλο, συγκρούονται κιόλας έχοντας αντιφατικά συμφέροντα.
Αντίθετα η εργατική τάξη έχει να προτείνει τη δική της δημοκρατία που λέγεται ανάλογα λαϊκή ή προλεταριακή. Εκεί το κοινοβούλιο είναι διαφορετικό, αποτελούμενο από τους εκπροσώπους των σωματίων των εργαζομένων, οι οποίοι είναι ανά πάσα στιγμή ανακλητοί για να μην εξαγοράζονται και να ελέγχεται συνεχώς η τιμιότητα κι η αξία τους. Ο αριθμός των εκπροσώπων εξαρτάται από το ποσό των μελών των σωματείων. Οι εργάτες μετάλλου π.χ. που ίσως είναι περισσότεροι από τους ξυλουργούς θα έχουν περισσότερους εκπροσώπους. Οι βιοτέχνες κι οι ελεύθεροι επαγγελματίες σε μια λαοκρατικά εξουσιαζόμενη χώρα δε θα έχουν κανέναν, γιατί δεν θα τους «παίρνει το μέτρο». Αυτοί αν θέλουν να εκπροσωπηθούν, πρέπει να συνασπιστούν μεταξύ τους. Αυτό, μολονότι δημοκρατικό και πολύ φυσικό απ’την πλευρά της Λαϊκής Δημοκρατίας, αφού οι εκπρόσωποι εκλέγονται ανάλογα με την ποσότητα των εργαζομένων σε κάποιον τομέα, δηλαδή των ενεργών μελών της κοινωνίας, απ’την πλευρά των αστών είναι απαράδεκτο, γιατί κατ’ αυτούς η ανθρώπινη υπόσταση με μόνον το ένδυμα του εργαζόμενου, δεν περιέχει όλη την αξία του ανθρώπου. Ο άνθρωπος κατά την αστική αντίληψη βαραίνει με την περιουσία του και τη συμμετοχή του στη διακίνηση του χρήματος μέσα στο σύστημα. Έτσι αυτό που θεωρείται δημοκρατία για τους εργαζομένους, είναι στυγνή δικτατορία για τους αστούς και τ’αντίθετο. Όταν λοιπόν μιλάμε για αστική δημοκρατία, εννοούμε τη δημοκρατική-δικτατορία των αστών, όταν μιλάμε για λαϊκή-δημοκρατία, εννοούμε την δημοκρατική-δικτατορία του λαού ή των εργαζομένων.
Η δημοκρατία κι η δικτατορία συνιστούν αντιφατική σχέση, όπου ενώ το ένα γεννά το άλλο, συγχρόνως το μάχεται αναιρώντας το κιόλας. Στην περίπτωση της δημοκρατικής-δικτατορίας των αστών, έχουμε τη δημοκρατία και την εξουσία του χρήματος. Εκεί οι άνθρωποι αληθινά ψηφίζουν στο χρηματιστήριο και στις τράπεζες με τα λεφτά τους και την κίνηση κεφαλαίων μέσ’το κοινωνικό γίγνεσθαι. Χωρίζονται σ’αυτούς που όταν «εργάζονται» κινείται το χρήμα και σ’αυτούς που εργάζονται όταν κινηθεί το χρήμα. Όλοι οι άλλοι βρίσκονται στο περιθώριο όπου μια επένδυση μπορεί να τους ξεθεμελιώσει, αν ο υπολογιστής της τράπεζας δεν τους λάβει υπόψιν. Αυτό υπολογίζει μόνον ότι μπορεί ν’αποφέρει κέρδος. Αντίθετα κατά τη δημοκρατική-δικτατορία του λαού έχουμε τη δημοκρατία και εξουσία της εργασίας, όπου αληθινά οι άνθρωποι ψηφίζουν με τη μετοχή τους στη λήψη αποφάσεων, στους χώρους υλικής και πνευματικής παραγωγής.
Αν την εξουσία έχει το χρήμα κι η εργασία είναι υπηρέτης στην παραγωγή κέρδους έχουμε καπιταλισμό, αν την εξουσία έχει η εργασία και το χρήμα είναι υπηρέτης της εργασίας, για τη διακίνηση των προϊόντων έχουμε σοσιαλισμό.
Ο άνθρωπος εξελισσόμενος και οργανώνοντας τη ζωή του, το αποτέλεσμα της δουλειάς που θα μπορούσε να αποθηκευθεί, μετέτρεψε σ’εμπόρευμα κι εμπορεύματα που θεωρούντο μεγάλης και διαρκούς αξίας, μετέτρεψε σε μέσο συναλλαγής δηλαδή χρήμα. Έχουμε μια πορεία εξέλιξης απ’την εργασία στο προϊόν, απ’το προϊόν στο εμπόρευμα κι από το εμπόρευμα στο χρήμα. Ως εκεί ήταν μια φυσιολογική εξέλιξη που εξυπηρέτησε με κάποιο τρόπο τις ανθρώπινες ανάγκες. Απ’την στιγμή όμως που το χρήμα γίνεται κεφάλαιο, φανερώνει την αντιφατική του φύση: δηλαδή απ’τη μια υπηρετεί το προϊόν κι απ’την άλλη το υποδουλώνει. Ο κεφαλαιούχος αποκόπτεται σιγά-σιγά απ’τη συγκεκριμένη παραγωγική δραστηριότητα κι έτσι το χρήμα απελευθερώνεται απ’την παραγωγή μη έχοντας μοναδικό σκοπό την εξυπηρέτηση του παραγωγού, αλλά την σταδιακή μετατροπή του σε υπηρέτη της κερδοσκοπικής διαδικασίας. Η απελευθέρωση του χρήματος γεννά αναγκαστικά το χρηματιστήριο. Το χρήμα που γεννήθηκε για την υπηρεσία του προϊόντος και της εργασίας, τελικά τα υποτάσσει και το χρηματιστήριο που γεννήθηκε για να προστατεύει και να υπηρετεί το χρήμα, τελικά το υποτάσσει. Το στάδιο όπου όλες οι οικονομικές και παραγωγικές δραστηριότητες έχουν υποταγεί στο κέρδος Καθαυτό, δη-λαδή το χρηματιστηριακό κεφάλαιο, έχουμε ιμπεριαλισμό. Εκεί καμιά δραστηριότητα δεν ενεργοποιείται αν δεν αφήνει ένα προϋπολογισμένο κέρδος, άσχετα αν είναι κοινωφελής ή όχι. Ακόμα όποια δραστηριότητα αφήνει κέρδος είναι δυνατή, αν μπορεί να παρουσιάζεται σαν νομότυπη, ή δεν προβλέπει κάποιος νόμος την τιμωρία της. Από κει και πέρα η ελεύθερη αγοροπωλησία, «ο νόμος της προσφοράς και ζήτησης», τα ρυθμίζει όλα. Τα «μέσα ενημέρωσης» κι ειδικά η τηλεόραση, που καί αυτή λειτουργεί με αυτόν τον τρόπο, δεν παρέχει υπηρεσίες αν δεν αφήνουν κέρδος. Φροντίζει να υπηρετεί αυτούς που πληρώνουν. Βασικό καθήκον και έσοδό της έχει τη διαφήμιση, δηλαδή τη διαμόρφωση απ’την παιδική ηλικία αγοραστών και καταναλωτών. Έτσι η τέχνη που έχει σκοπό τη διαμόρφωση κοινωνικού ήθους, την εποχή του ιμπεριαλισμού είναι η διαφήμιση, η οποία διαμορφώνει το ανάλογο κοινωνικό ήθος των αγοραστών και καταναλωτών. Όποια δραστηριότητα δεν προσφέρει στην ανάπτυξη και την λειτουργία του συστήματος ή δε μπορεί να γίνει δελεαστικό εμπόρευμα, μένει στο περιθώριο φυτοζωώντας. Ακόμα πάρα κάτω, ο ιμπεριαλισμός γνωρίζοντας ότι η πολιτισμική ανάπτυξη των λαϊκών μαζών γεννά ρεύμα αντίστασης, κάνει ότι του είναι δυνατόν, να διαστρέψει το πολιτισμικό ήθος του λαού. Πνίγει λοιπόν τα μέσα “ενημέρωσης κι επικοινωνίας” με αντιαισθητικά κι αντιπολιτισμικά εκτρώματα, φιμώνοντας κάθε πολιτισμική προσπάθεια και προωθώντας έτσι τη βαρβαρότητα.
Ο ιμπεριαλισμός είναι αντίθετος σε κάθε οραματισμό, αφού η αυτοκρατορία του κέρδους είναι πραγματικότητα. Εκεί το κέρδος είναι μια οντότητα που ζούμε και πεθαίνουμε, για να την κρατάμε ζωντανή. Είναι η ανώτατη ιδέα, όπου περνώντας σαν τη φωτιά καίει αναλώνοντας τα πάντα μέσα της για να μπορεί να ζει και θα πάψει να υπάρχει όταν θα τα έχει κάψει όλα. Γι’αυτό οι νέοι θεωρητικοί του ιμπεριαλισμού, μιλούν για τέλος της ιστορίας, αφού κατά τη γνώμη τους, η ιστορία πλέον θα κάνει φαύλους κύκλους, επαναλαμβάνοντας τον τετελεσμένο εαυτό της, που έχει ήδη φτάσει στην ολοκλήρωσή του αστικού οράματος.
Κάθε δημοκρατική παροχή σε κάποιο κοινωνικό στρώμα είναι φυσικό να καταπιέζει περισσότερο τα στρώματα, που δεν την απολαμβάνουν. Αυτός ο νόμος θα ήταν ολοφάνερος αν δεν υπήρχε η αντιφατική σχέση ιμπεριαλισμού κι εξάρτησης: Στις χώρες που βρίσκονται σε υψηλές θέσεις της πυραμίδας του παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού σχήματος, μπορούν να γίνονται παροχές απ’την άρχουσα τάξη, στις τάξεις οι οποίες την ανταγωνίζονται, στέλνοντας τον δικτατορικό τους αντίποδα έξω απ’τη μητρόπολη, στις εξαρτημένες οικονομικά χώρες. Έτσι μπορεί να γίνεται λόγος για μια “δημοκρατία”, που το βρόμικό της πρόσωπο δεν βλέπουν τα κατώτερα στρώματα της μητρόπολης, γιατί είναι κολλημένο στη μούρη των κολασμένων σε μιαν άλλη χώρα μακρινή. Εδώ έχουμε μια ταξική συμμαχία που υπάρχει, όσο ο λαός της εξαρτημένης χώρας υπομένει το ζυγό. Από τη στιγμή όμως που η εξαρτημένη χώρα ενεξαρτοποιείται ή μπαίνει στην εξάρτηση άλλης χώρας, ο δικτατορικός αντίποδας μετατίθεται σταδιακά, στη μητρόπολη. Η μητρόπολη κάτω απ’την πίεση κοινωνικών ταραχών και ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, ψάχνει τρόπο με πολέμους ή οικονομικούς εκβιασμούς να πάρει πίσω τη θέση της στην πυραμίδα της ιμπεριαλιστικής κυριαρχίας. Η δύναμη κι ο πλούτος είναι αυτό που μπορεί να δικαιώσει κάθε ενέργεια απ’τη «φιλοσοφία» του ιμπεριαλισμού, άσχετα πόσο ανήθικη είναι. Έτσι ο πόλεμος κι οι καταστροφές, η σπατάλη της ενέργειας και των υλών, είναι το αποτέλεσμα του ιμπεριαλισμού. Κι επειδή ο ιμπεριαλισμός δεν μπορεί να φρενάρει τον ανταγωνισμό, απειλεί τον κόσμο με καταστροφή. Έχει λοιπόν κι ο ιμπεριαλισμός την αδυναμία του εκεί που βρίσκεται η δύναμή του: Ο ανταγωνισμός που είναι το βάθρο στο οποίο οικοδομεί την εντατικοποίηση για να προωθείται οικονομικά, είναι και η αδυναμία του να φρενάρει το κατρακύλισμα στην οικολογική καταστροφή και την ηθική και οικονομική εξαθλίωση του ανθρώπου. Στο παίγνιο του ιμπεριαλισμού, κυρίαρχος είναι όποιος βρίσκεται στην κορυφή κι ελέγχει το χρηματιστήριο και τους εξοπλισμούς. Ελέγχοντας το χρηματιστήριο όμως πνίγει το ίδιο το σύστημα.
Όπως κάθε τι έτσι κι ο ιμπεριαλισμός συνίσταται από αντιφάσεις, που απ’τη μια τον ωθούν κι απ’την άλλη είναι η αιτία του θανάτου του. Ο άκρατος ανταγωνισμός που γεννά τον ατομικισμό καταλήγει στην θεοποίηση του κέρδους και στην παντοδυναμία του χρηματιστηρίου. Αυτό το πνεύμα είναι υπερεθνικό ενώ συγχρόνως είναι νεοεθνικό. Ο εθνικισμός δεν μπορεί χωρίς ιμπεριαλισμό, ενώ στο ανώτατο στάδιό του θέλει να τον υπερβεί, ελέγχοντας το χρηματιστήριο, ενώ η «υγιής» ιμπεριαλιστική οικονομία θέλει το χρηματιστήριο υπερεθνικό. Όμως ο ανταγωνισμός που ωθεί τον ιμπεριαλισμό και τη δύναμη του χρηματιστηρίου, θέλει το χρηματιστήριο υποταγμένο στη χώρα που βρίσκεται στην κορυφή των εξοπλισμών, σαν εργαλείο οικονομικής πίεσης και υποταγής. Η εγγενής αυτή αντίφαση θα είναι πάντα αιτία κάποιας σύγκρουσης, που κρέμεται σαν «Δαμόκλειος σπάθη» στο κεφάλι της ανθρωπότητας. Ο ιμπεριαλισμός συσσωρεύει ισχύ απ’την καταπίεση των λαών και θρέφεται απ’τις αντιθέσεις, γι’αυτό επιζητά την αδικία και τη συντηρεί. Κάθε προσπάθεια για οικοδόμηση οικονομικού μοντέλου που δεν θα υπακούει στην ιεραρχία του παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού σχήματος είναι φυσικό να ποδοπατείται άγρια, αφού η φύση του ιμπεριαλισμού είναι ο ανταγωνισμός. Επιζητεί τη βία και χρησιμοποιεί όλες τις αιτίες που του δίνονται κι όταν δεν έχει αρκετές, τις γεννά αυτοσπαρασσόμενος. Ο ιμπεριαλισμός απορρίπτει κάθε ανθρωπιστικό όραμα στη φιλοσοφία και στην τέχνη, υπακούοντας στο νόμο της ζούγκλας, όπου ο ισχυρός κατασπαράσσει τον αδύναμο πολλές φορές χωρίς επαρκή αιτία.
Αντίθετα ο σοσιαλισμός έχει μια διαφορετική πρόταση από τον ιμπεριαλισμό. Στο σύστημα αυτό, το χρήμα είναι μέσο συναλλαγής και υπηρέτης της εργασίας. Ο απώτερος σκοπός του σοσιαλισμού είναι: ολοκληρώνοντας την πορεία του και φτάνοντας στο στάδιο του κομουνισμού, να καταργήσει το χρήμα αφού δεν θα χρειάζεται πια. Δεν θα υπάρχουν πλέον διακρίσεις που θα εκφράζονται με το χρήμα.
Στον σοσιαλισμό το χρήμα λογίζεται σαν συσσώρευση ανθρώπινης εργασίας, που είναι αφηρημένη κι ιδεατή, εκεί ο άνθρωπος δεν είναι το μέσον για την αναπαραγωγή του χρήματος, αλλά χρησιμοποιεί το χρήμα ως μέσον για την εξυπηρέτησή του. Δηλαδή το χρησιμοποιεί σε επενδύσεις, που δεν έχουν αυτοσκοπό το κέρδος, αλλά τη δημιουργία εξελίξεων για την ανάπτυξη πολιτισμικού πλαισίου που να προωθεί την κατάργηση κάθε διάκρισης και τελικά του χρήματος που είναι η διάκριση γυμνή. Κι αυτό το σύστημα έχει την αδυναμία του εκεί που βρίσκεται η δύναμή του. Έχοντας όραμα να οδηγεί τον άνθρωπο σε μια κοπιαστική ανοδική πορεία, φεύγει απ’την πεπατημένη των ανταγωνισμών και του κέρδους, έχοντας απέναντί του το αντίθετό του, τον ιμπεριαλισμό που είναι ο κατηφορικός δρόμος όπου όλα πορεύονται σαν το νερό στ’αυλάκι προς την καταστροφή.
Ο σοσιαλισμός επιχειρεί το νέο, το σωτήριο για την ανθρωπότητα που είναι το δύσκολο. Ο δρόμος της ποιοτικής ανόδου, της προσφοράς, της αυτοθυσίας, της ισότητας, της λιτότητας και όλων των ιδιοτήτων που θέλουν παιδεία και πολιτισμό, είναι αντίθετος με το δρόμο της απληστίας, της αρπαγής, της σπατάλης, της χυδαιότητας και της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο. Ο ένας δρόμος απαιτεί απ’τον δυνατό σεβασμό και προσφορά προς τον αδύναμο, ενώ ο άλλος επιτάσσει την εκμετάλλευσή του αδυνάτου απ’τον δυνατό, αν θέλει να επιβιώσει ή αν θέλει να τον ενισχύσει. Στην περίπτωση του ιμπεριαλισμού, άσχετα αν ωφελείται ο κόσμος ή όχι, «η οικονομία ως ξέχωρη οντότητα πρέπει να προοδεύει». Εκεί κάθε επένδυση θα γίνει μετά από προσεκτική εκτίμηση και μηχανογραφικούς υπολογισμούς αν θα αποφέρει ένα προϋπολογισμένο κέρδος, άσχετα αν είναι για το καλό ή όχι του ανθρώπου και ποιες επιπτώσεις θα έχει στο περιβάλλον. Αντίθετα οι δραστηριότητες στον σοσιαλισμό, δεν πρέπει να έχουν αποκλειστικό γνώμονα το κέρδος, αλλά να σχοινοβατούν ανάμεσα στον πολιτισμό και την οικονομική ανάπτυξη. Αν η οικονομία αναπτύσσεται εις βάρος του πολιτισμού, γεννώνται αντιθέσεις που θα δώσει λύση η παλινόρθωση του καπιταλισμού. Αν η πολιτισμική ανάπτυξη γίνεται σε βάρος της οικονομίας δημιουργούνται οι προϋποθέσεις που θα έχουν αποτέλεσμα την κατάρρευση της οικονομίας. Τότε το σύστημα είναι ευάλωτο στον ανταγωνισμό που ασκεί ο ιμπεριαλισμός και δε μπορεί να αντισταθεί στις οικονομικές και πολεμικές του προκλήσεις. Έτσι φαίνεται ότι ο αγώνας του σοσιαλισμού ενάντια στον ιμπεριαλισμό είναι άνισος αν δε ληφθεί υπόψιν ένας άλλος παράγοντας: Ενώ ο άνθρωπος κουράζεται απ’τη συνεχή πολιτισμική επαναστατική πορεία, που είναι ανοδική, ξέρει ότι θα τον ελευθερώσει από την βαρβαρότητα και την ανοησία, που θέλει τον άνθρωπο δούλο του κέρδους, την επιστήμη καταστροφέα του περιβάλλοντος και την αισθητική απόπατο του ωραίου.
Ο άνθρωπος στο βάθος είναι υπερήφανος κι ανθίσταται ενάντια στη βαρβαρότητα. Με τον σοσιαλισμό λοιπόν απελευθερώνει απεριόριστες κοινωνικές δυνάμεις που δεν φοβούνται το δύσκολο έργο που γεννά το όραμα του σοσιαλισμού. Θέλουν να εργαστούν γι’αυτό το ένδοξο έργο, που δικαιολογεί το μύθο που πλέκει για τον άνθρωπο και τη σχέση του με τη δουλειά: επιστήμονες κι εργαζόμενοι, μακριά απ’τον ατομικισμό, ζουν την εμπειρία της συλλογικότητας, δηλαδή μιας άλλης διάστασης του εαυτού, που τους οδηγεί πολύ συχνά στην εμπειρία της υπέρβασης του εαυτού απ’ τον εαυτό. Έτσι δημιουργούνται απεριόριστες προϋποθέσεις, για μιαν αληθινή κοινωνική ανάπτυξη κι όχι την αλόγιστη ανάλωση του δυναμικού της κοινωνίας όπως στον ιμπεριαλισμό.
ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΚΑΙ ΚΡΑΤΙΚΕΣ ΔΟΜΕΣ
Ως εδώ οριοθετήθηκε η αντιφατική σχέση δημοκρατίας-δικτατορίας, μισθωτής εργασίας και κεφαλαίου, όπου τα ενάντια, διαλεκτικά δεν μπορούν να υπάρχουν από μόνα τους αλλά αλληλοπροεκτείνονται αλληλεπιδρώντας χωρίς ν’αφήνουν περιθώριο ανεξαρτησίας μεταξύ τους. Έτσι συνιστούν αντιφατικές ενότητες όπου, ενώ το ένα είναι αιτία ύπαρξης του άλλου μάχονται κιόλας, θέλοντας το ένα να απορρίψει τ’άλλο. Ενώ η μισθωτή εργασία γεννιέται απ’το κεφάλαιο, συγχρόνως είναι κι η αιτία του κεφαλαίου· κι ενώ το ένα δε μπορεί χωρίς τ’άλλο, σπαράσσονται κιόλας.
Κατά την αντιφατική σχέση μισθωτής εργασίας και κεφαλαίου, όταν η εξουσία ανήκει στην αστική τάξη έχουμε καπιταλισμό και όταν η εξουσία ανήκει στην εργατική τάξη, έχουμε σοσιαλισμό. Καί στις δυο περιπτώσεις υπάρχουν διακρίσεις που μπορούν να εκφραστούν με το χρήμα. Η μόνη λύση της αντιφατικής σχέσης μισθωτής εργασίας και κεφαλαίου είναι ο κομουνισμός, όπου το χρήμα δεν χρειάζεται, αφού η εργασία και τα αγαθά, εκεί παύουν να είναι εμπορεύματα. Η εργασία εκεί θα είναι συνυφασμένη με τη δημιουργικότητα του ανθρώπου, άρα το προϊόν θα είναι ιερό και θα αντιμετωπίζεται με σεβασμό. Εκεί οι ύλες και γενικότερα η φύση θα πάρουν στην ανθρώπινη συνείδηση, τη διάσταση που πρέπει. Εκεί δεν θα υπάρχει ούτε δικτατορία ούτε δημοκρατία αφού η αντιφατική σχέση υποταγής και κυριαρχίας (μισθωτής εργασίας και κεφαλαίου) θα έχει λυθεί.
Υπάρχει η εντύπωση ότι η κρατικοποιημένη οικονομία είναι συνώνυμο του σοσιαλισμού, έτσι θα χρειαστεί να γίνει η εξής διευκρίνιση: Αφού η αντιφατική σχέση μισθωτής εργασίας και κεφαλαίου συνεχίζεται και στη διάρκεια του σοσιαλισμού, αν η συσσώρευση αξίας σε κρατικές αποθήκες και οι κρατικές παραγωγικές επενδύσεις έχουν ανάγκη και γεννούν μισθωτή εργασία, είναι κεφάλαιο. Ακόμα αν το κεφάλαιο εξουσιάζεται από έναν γραφειοκρατικό μηχανισμό, έχουμε καπιταλισμό. Αν όμως ο κρατικός μηχανισμός δεν είναι γραφειοκρατικός, αλλά λαϊκός ή προλεταριακός, μολονότι η αντιφατική σχέση μισθωτής εργασίας και κεφαλαίου συνεχίζει να υπάρχει τότε έχουμε σοσιαλισμό.
Καί στις δυο περιπτώσεις όσο μεγαλύτερος είναι ο γραφειοκρτικός μηχανισμός, τόσο περισσότερα βάρη επωμίζεται το προλεταριάτο για να τον συντηρεί. Καί σ’αυτή την κοινωνική φόρμα υπάρχουν δυο ομάδες με οργανωμένα ταξικά συμφέροντα: Το προλεταριάτο κι η νεοαστική γραφειοκρατική τάξη. Ανάμεσά τους υπάρχουν στρώματα τεχνικών κι επιστημόνων που είναι αναγκαία καί στις δυο τάξεις για ν’ασκήσουν την εξουσία.
Οι τεχνικοί που έχουν υψηλές ειδικεύσεις, είναι φυσικό στην πλειοψηφία τους να θέλουν τη διάκριση, γι’αυτό συντάσσονται με τους γραφειοκράτες. Όμως μεγάλο ποσοστό απ’αυτούς, λόγω υψηλής κουλτούρας, περιφρονούν τις διακρίσεις και τάσσονται με το προλεταριάτο παίζοντας ρόλο πρωτοποριακό. Σ’αυτή την αντιφατική σχέση, δεν είναι πάλι μόνον οι οικονομοτεχνικές δομές που δείχνουν αν υπάρχει σοσιαλισμός ή καπιταλισμός, αλλά κι ο φορέας της εξουσίας. Αν φορέας της εξουσίας είναι η γραφειοκρατία έχουμε καπιταλισμό, αν φορέας της εξουσίας είναι οι εργαζόμενοι, έχουμε σοσιαλισμό. Δεν πρέπει λοιπόν να κοιτάμε τις ταμπέλες ή το πως αυτοονομάζεται ένα καθεστώς αλλά τις δομές της εξουσίας. Η ύπαρξη τακτικού στρατού, τακτικής δικαιοσύνης και τακτικού κρατικού μηχανισμού, φανερώνει πως την εξουσία έχει η γραφειοκρατία. Αν το κοινοβούλιο, η δικαιοσύνη κι ο στρατός είναι προλεταριακά, τότε την εξουσία έχει η εργατική τάξη. Όταν όμως είναι προωθημένο ένα σχήμα προλεταριακής εξουσίας, ο χαρακτήρας του σοσιαλισμού μπορεί να είναι κι η λαϊκή εξουσία με προλεταριακή πρωτοπορία. Δηλαδή λαϊκός στρατός, λαϊκή δικαιοσύνη και λαϊκό κοινοβούλιο.
Στην περίπτωση του τακτικού κρατικού μηχανισμού, μισθωτοί γραφειοκράτες κρατάνε όλες τις θέσεις κλειδιά που φαίνεται ότι υπακούν σε κάποια κυβέρνηση, ορισμένη από κάποιο εκλεγμένο κοινοβούλιο. Όσους και αν απολύσει μια κυβέρνηση και προσλάβει άλλους, αυτό το κράτος έχει θεσμούς, που ορίζουν τον τρόπο λειτουργίας από μόνο του. Έτσι εκεί ο γραφειοκρατικός μηχανισμός είναι το ουσιαστικό υπόβαθρο της εξουσίας, που δεν έχει την ανάγκη κοινοβουλίου ή εκλεγμένης κυβέρνησης για να κυβερνά. Απ’την άλλη, αυτό το είδος κοινοβουλίου δεν μπορεί χωρίς γραφειοκρατικό μηχανισμό. Ακόμα το κοινοβούλιο των λεγομένων χωρών του «υπαρκτού σοσιαλισμού», μολονότι έχει κάποια εξουσία μεγαλύτερη από το αστικό, είναι ένα «δημοκρατικό όργανο» που εκφράζει συμφέροντα των γραφειοκρατών και των τεχνοκρατών. Αυτοί είναι σίγουροι ότι η εργατική τάξη δεν μπορεί ν’ασκήσει την εξουσία. Για χάρη λοιπόν των εργατών και των αγροτών, αυτοί τους «υπηρετούν» κάνοντας αυτό το δύσκολο έργο. Για το λόγο αυτό οι εργαζόμενοι πρέπει να τους περιβάλλουν με τιμές και διακρίσεις, που πάντα εκφράζονται με το ανάλογο χρήμα. Παίρνουν έτσι την οικονομία στα χέρια τους και στο βαθμό που έχουν καί την εξουσία, αυτοί είναι οι νέοι κεφαλαιοκράτες. [Οι παλιοί κεφαλαιοκράτες αυτοδημιούργητοι, δραστήριοι και σκληροί ήταν πολλές φορές πρωτοπόροι. Οι νέοι, παμπόνηροι, χυδαίοι και αετονύχηδες, δεν θέλουν την παλινόρθωση του παλιού καπιταλισμού, αφού στο μεγάλο μονοπώλιο που είναι ο χώρος τους ξέρουν να διαφεντεύουν. Αυτοί δεν έχουν δουλέψει ποτέ γι’αυτό είναι πιο σκληροί απέναντι στην εργατική τάξη. Με μια μονοκοντυλιά ανεβάζουν τις «νόρμες» των εργατών και τις δικές τους αποδοχές στ’όνομα ενός σοσιαλισμού μ’ανθρώπινο πρόσωπο, αφού ο άνθρωπος είναι ατελής κι όχι ιδεώδης και στο όνομα μιας «πραγματιστικής πολιτικής στον τομέα της εξέλιξης της παραγωγικότητας». Μέσ’ τους κόλπους τους υπάρχει σκληρή πάλη, αφού ένα μέρος των ειδικών θέλει ν’αποδεσμευτεί τελείως απ’αυτό το μονοπώλιο, που ορίζοντας κάποια κλίμακα μισθών περιορίζει τα όρια της φιλοδοξίας και της αλαζονείας μιας ομάδας αυθεντιών. Αυτοί θέλουν ελεύθερη αγοροπωλησία της προσφοράς του ανθρώπινου δυναμικού που τους ευνοεί, αφού οι ατάλαντοι γραφειοκράτες έχουν μετατρέψει την λαϊκή δημοκρατία σε γραφειοκρατική νεοαστική δικτατορία].
Αντίθετα στην περίπτωση της λαοκρατικής εξουσίας: Το Λαϊκο Κοινοβούλιο πρέπει ν’απαρτίζεται από εκπροσώπους λαϊκών επιτροπών που δεν είναι μόνιμοι, αλλά ανά πάσα στιγμή ανακλητοί. Οι επιτροπές μπορούν και πρέπει να στέλνουν διαφορετικούς εκπροσώπους για την ανάλογη περίσταση, οι οποίοι θα παίρνουν αποφάσεις για θέματα που θα προωθούνται εκεί κι από άλλα λαϊκά όργανα. Από το λαϊκό κοινοβούλιο πρέπει να εκλέγεται μια επιτροπή επαγρύπνησης που παίζει το ρόλο κυβέρνησης εκτάκτων περιστάσεων χωρίς μονιμότητα. Αυτή μπορεί να αλλάζει μετά από κάθε συνέλευση κι έτσι η εξουσία ουσιαστικά θα ασκείται από το λαϊκό κοινοβούλιο. Όσο λιγότερη μονιμότητα έχουν τα όργανα εκπροσώπησης, τόσο μεγαλύτερη θα είναι η δημοκρατία για το λαού κι η δικτατορία πάνω στους γραφειοκράτες. Ακόμα έτσι υποχρεούνται όλοι να συμμετέχουν και να είναι άγρυπνοι στις εξελίξεις του κοινωνικού γίγνεσθαι. Θα ήταν προτιμότερο οι λαϊκοί εκπρόσωποι να είναι μέλη του Κ.Κ., αυτό όμως δεν είναι αναγκαίο αφού θα λειτουργούν κι άλλα κόμματα (τα κόμματα δεν πρέπει να καταργούνται, αλλά να μαραίνονται από μόνα τους όταν θα παύει η αναγκαιότητά τους). Πρέπει να υπάρχουν εκπρόσωποι απ’όλες τις ζωντανές τάσεις. Καθήκον του Κ.Κ. είναι να πάρει την πρωτοπορία μέσ’το λαό με αγώνες, ήθος και εργατικότητα και να βάλει τα άλλα κόμματα σε μαρασμό, αν καταφέρει να πείσει ότι είναι το καλύτερο, κάτι που είναι δύσκολο και προπάντων μακροπρόθεσμο. Έτσι το Κ.Κ. θα δοκιμάζεται συνεχώς κατακτώντας μιαν ανώτερη ποιότητα κι όχι ασκώντας μια στείρα δικτατορία λίγων πάνω στους πολλούς, έξαφνα και χωρίς να το καταλάβει, θα έχει διαβρωθεί απ’τη γραφειοκρατία και θα βρεθεί σ’αντιλαϊκές κι αντεργατικές θέσεις.
Είναι φυσικό μετά από μιαν επανάσταση, τα λαϊκά στρώματα που έπαιξαν ενεργό ρόλο, να έχουν και τον ανάλογο οπλισμό, διαμορφώνοντας την εξουσία, στους διάφορους φορείς και περιοχές κάθε δεδομένη στιγμή. Η εξουσία διαμορφώνεται μετεπαναστατικά από τους φορείς παραγωγικών στρωμάτων, που με τη σειρά τους δίνουν τη μάχη για την ειρήνη. Τα διάφορα κόμματα, θα μεταμορφώνονται απ’την εισβολή νέων μελών μέσα τους. Μέσα απ’αυτή την ειρηνική διαδικασία, το Κ.Κ. μπορεί να χάσει την εξουσία ή μέρος της εξουσίας που δεν του ανήκει πια, από άλλους φορείς που επάξια μπορεί να του την πάρουν. Έτσι δεν θα μπορεί να επαναπαυθεί και να γίνει βάρος στο λαό. Μ’αυτό τον τρόπο η ευμετάβλητη σύνθεση του λαϊκού κοινοβουλίου θα φανερώνει την αληθινή εξέλιξη της σοσιαλιστικής πορείας. Η πορεία αυτή θα ξεκινά από ένα πολύμορφο μικτό λαϊκό κοινοβούλιο καταλήγοντας, αν όλα πάνε καλά, σ’ένα αμιγώς προλεταριακό, αφού υποτίθεται ότι το Κ.Κ. με τη δραστηριότητά του, θα καταφέρει να προλεταριοποιήσει το μέρος των λαϊκών στρωμάτων, που πρόσκεινται σ’άλλα κόμματα. Η εξελικτική πορεία αυτής της διαδικασίας θα ζητήσει κάποια στιγμή τον μαρασμού όλων των κομμάτων και κατά συνέπεια του ίδιου του Κ.Κ. αφού δεν θα υπάρχει ανάγκη κομματικών ανταγωνισμών πια. Η εξελικτική πορεία αυτής της αντιφατικής σχέσης των κοινωνικών και κομματικών ανταγωνισμών και η λύση τους, είναι η ίδια η σοσιαλιστική πορεία όπου στο τέλος της δεν θα υπάρχουν κόμματα και κοινωνικές αντιθέσεις.
Ο Λαϊκός Στρατός είναι οι ένοπλοι πληθυσμοί, που ακούνε στις λαϊκές επιτροπές της τοπικής αυτοδιοίκησης. Αυτός ο στρατός είναι κατεξοχήν αμυντικός που η αμυντική του δύναμη είναι αντιστρόφως ανάλογη προς την επιθετική. Μπαίνοντας ο εισβολέας στη χώρα σχετικά εύκολα, θα έχει τόσο πιο δύσκολη προέλαση και θα δέχεται τόσο μεγαλύτερη πίεση από παντού, όσο πιο βαθιά και πιο πολύ μένει στη χώρα, σε βαθμό που τελικά να μη μπορεί να υποχωρήσει. Αυτό γιατί οι πληθυσμοί θα συντάσσονται σε μεγάλες στρατιές λαϊκής άμυνας νέων, γέρων, ανδρών και γυναικών, που θα σαμποτάρουν και θα χτυπούν κλέφτικα ή τακτικά, έναν εχθρό έρμαιο της δικής τους τακτικής επιλογής στο σημείο σύγκρουσης. Επειδή όμως υπάρχουν σύνορα, το λαϊκό κράτος έχει ανάγκη από ένα μικρό τακτικό συνοριακό στρατό, που θα ελέγχεται από επιτροπές των συνοριακών πληθυσμών. Αυτός ο λαϊκός στρατός μαζί με τα ένοπλα λαϊκά στρώματα των συνοριακών πληθυσμών, θα έχει καθήκον να καθυστερεί τον εισβολέα, έως ότου οι εργαζόμενοι πληθυσμοί συνταχτούν και αν είναι δυνατόν, έντεχνα να οδηγεί τον εισβολέα σ’επιθυμητές θέσεις σύγκρουσης. Έτσι ο λαϊκός στρατός κι απ’τη σύνθεσή του, δεν μπορεί να έχει επιθετικό χαρακτήρα αφού οι ένοπλοι πληθυσμοί, δε μπορούν να κάνουν εκστρατείες. Ακόμα τμήματα που θα μπορούσαν να κάνουν μιαν εκστρατεία, δε θα ελέγχονται άμεσα από λαϊκές επιτροπές. Όσο πιο μεγάλα είναι τα τακτικά εκστρατευτικά τμήματα, τόσο πιο επικίνδυνα είναι να καταλύσουν τη λαϊκή εξουσία, πολύ περισσότερο επιστρέφοντας νικηφόρα. Επίσης γνωρίζουμε πως τα μέλη επιθετικών στρατιωτικών σωμάτων, χάνουν ένα μέρος απ’την ανθρωπιά και τη λαϊκή τους κουλτούρα. Γι’αυτό γίνονται πιο επικίνδυνοι με την αίγλη μιας νίκης.
Το μεγαλύτερο πλεονέκτημα του λαϊκού στρατού είναι η αφαίρεση της στρατιωτικής εξουσίας από τα χέρια των γραφειοκρατών και των τεχνοκρατών με την κατάργηση του τακτικού στρατού. Αυτό είναι απόλυτη ανάγκη, με όλα τα μειονεκτήματα που ακολουθούν μια τέτοια επιλογή, αλλά «ο λαός χωρίς λαϊκό στρατό δεν έχει τίποτα». Η ελευθερία, η δικαιοσύνη κι η εξουσία καταχτώνται και ασκούνται με τα όπλα και κανείς δεν τα χαρίζει. Επίσης ο γραφειοκράτης χωρίς όπλα, δηλαδή χωρίς τον έλεγχο του στρατού, έχει μόνο την δύναμη της δουλειάς του και είναι ανίκανος να πάρει πλήρως την εξουσία. Για ν’αφαιρέσει ο λαός απ’τους γραφειοκράτες το μέρος της εξουσίας που ασκούν μέσα απ’την δουλειά τους, τοποθετεί λαϊκούς επιτρόπους, περιορίζοντας όσο είναι δυνατόν για κείνη τη στιγμή, τη δύναμη καί το κύρος των γραφειοκρατών. Έτσι λοιπόν μένει στους γραφειοκράτες μόνον η διάκριση της ειδίκευσης και της μισθολογικής τους κλίμακας.
Ας σκεφτούμε πόσοι μόνιμοι στρατιωτικοί τεχνικοί, γραφειοκράτες κι άλλοι ειδικοί, απασχολούνται στον τακτικό στρατό ζώντας προνομιούχα εις βάρος του λαού. Όλοι αυτοί διατηρούνται για περίπτωση πολέμου, όταν όμως έλθει ο πόλεμος, στέλνουν τον λαό στο σφαγείο. Αυτοί στην πλειονότητά τους σχεδιάζουν στο χαρτί και υπογράφουν διαταγές από απόσταση, στα επιτελικά γραφεία, την ώρα που οι λαϊκές μάζες πατάνε μέτρο-μέτρο ότι σχεδιαστεί στο χαρτί και κάθε ριπή σωριάζει δεκάδες κάτω. Οι τακτικοί στρατοί, όντας επιπλέον μισθοφορικοί (και μάλιστα στην ηγεσία), πάσχουν από την αρρώστια αυτών των στρατών: είναι γενναίοι και σκληροί όταν ο πόλεμος είναι μακριά ή όταν αντιμετωπίζουν αόπλους, αλλά όταν ο κίνδυνος πλησιάζει δειλιάζουν. Επίσης είναι άπιστοι στους δημοκρατικούς θεσμούς κι όταν τους δοθεί ευκαιρία τους καταλύουν. Είναι φυσικό ο μόνιμος πολεμικός μηχανισμός να υπηρετεί την τάξη που τον γέννησε και στην περίπτωση αυτή, την αστική. Ο τακτικός στρατός είναι ο κυριότερος φορέας προστασίας των αστικών συμφερόντων και θεσμών και είναι υπέρμαχος της διάκρισης. Όσο μεγαλύτερος ο τακτικός στρατός σε μια σοσιαλιστική ή λαϊκά εξουσιαζόμενη χώρα, τόσο μεγαλύτερη η δύναμη της γραφειοκρατίας σ’αυτήν την χώρα. Εκεί οπωσδήποτε βρίσκονται οι δυνάμεις της ανατροπής και της αντίδρασης.
Η λαϊκή αστυνόμευση είναι κι αυτή καλύτερη, επειδή οι ίδιοι οι πολίτες αστυνομεύουν εκ περιτροπής το δικό τους χώρο, αφού έτσι κι αλλιώς είναι ένοπλοι κι ανήκουν σε λαϊκές στρατιωτικές οργανώσεις· οι εργάτες στο εργοστάσιο και οι λαϊκοί στη γειτονιά. Επίσης η λαϊκή αστυνομία είναι πιο αποτελεσματική αφού οι γείτονες γνωρίζονται με-ταξύ τους και πολύ γρήγορα εντοπίζονται οι πιθανοί ένοχοι. Αντίθετα το τακτικό σώμα της αστυνομίας, είναι φυσικό να υπακούει στους γραφειοκράτες, να είναι ταξικά αντίθετο προς το προλεταριάτο, εχθρικό προς την λαϊκή εξουσία κι αδιάφορο για τα καθήκοντά του.
Η λαϊκή δικαιοσύνη είναι καί αυτή ανώτερη απ’την τακτική και άμεση. Αποδίδει αυστηρότητα όπου χρειάζεται και ανάλογη επιείκεια όταν πρέπει, αφού οι δικαστές είναι οι ίδιοι οι γείτονες που γνωρίζουν από πρώτο χέρι τις εκδικαζόμενες υποθέσεις, τον χαρακτήρα και τις διαφορές των διαδίκων γειτόνων τους. Οι λαϊκοί δικαστές δεν είναι μισθοφόροι ούτε επαγγελματίες που λαχταράνε να αποκομίσουν κέρδη και να αξιοποιήσουν οικονομικά τις σπουδές τους, δηλαδή να διακριθούν μ’όποιο τρόπο μπορεί να φανταστεί κανείς σε μιαν ανταγωνιστική και διεφθαρμένη κοινωνία. Γι’αυτούς είναι θέμα ταξικής τιμής να δικάζουν όχι εξ επαγγέλματος. Ο ίδιος ο λαός της γειτονιάς είναι ο μέγιστος κριτής, που όταν διαφωνεί παρεμβαίνει. Έτσι η λαϊκή αστυνόμευση και δικαιοσύνη περιορίζει στο μέγιστο τη γραφειοκρατία προωθώντας την λαϊκή αμεσότητα.
Σε μια χώρα λαϊκή-προλεταριακή φυλακές δεν χρειάζονται. Αφού κανείς δεν μπορεί ν’αποδράσει. Κανείς δεν μπορεί να πάει κάπου χωρίς να ενημερώσει τις τοπικές επιτροπές, αφού για να μετακινηθεί θα πρέπει να παρουσιαστεί κάπου, για δουλειά, κατοικία, φαγητό κ.λπ. Κανείς δεν είναι απρόσωπος. Έτσι ο κατάδικος θα εκτίει την ποινή στο σπίτι του, θα τιμωρείται από τη συμπεριφορά των γειτόνων του και τις εργασίες που θα του αναθέτουν. Όταν όμως πρόκειται για επικίνδυνους κακοποιούς, θα πρέπει να υπάρχουν ειδικά χωριά-ιδρύματα, με ψυχιατρική φροντίδα κι ανάλογες εγκαταστάσεις για σωστή διαπαιδαγώγηση- διαβίωση. Εκεί θα στέλνεται κάποιος μετά από απόφαση των γειτόνων του, των συνεργατών και των συγγενών του, όταν πλέον κανείς δεν θα μπορεί να εγγυηθεί για την μελλοντική συμπεριφορά του. Οι χώροι αυτοί πρέπει ν’αυτοδιοικούνται και να έχουν αυτόνομη παραγωγική δραστηριότητα. Οι εκλεγμένες τους επιτροπές θα συνεργάζονται με ειδικούς που θα παίρνουν εντολές απ’τους λαϊκούς επιτρόπους της περιοχής, όπου θα φιλοξενείται το σωφρονιστικό χωριό και όπου θα ανήκει πολιτιστικά και παραγωγικά. Η καλύτερη “τιμωρία” και διαπαιδαγώγηση είναι όταν παύει να είναι τιμωρία. Αυτή είναι ο άθλος να
μπορείς να ζεις έντιμα και με την αξία σου, χωρίς να επιβαρύνεις ή να
αδικείς κανέναν. Αυτό που φαίνεται αυτονόητο για κάποιους, είναι για άτομα αντικοινωνικά ή απροσάρμοστα ακόμα και στις απαιτήσεις του σοσιαλισμού, ένας άθλος άξιος φροντίδας και αγάπης.
Σε ήπιες όμως περιπτώσεις αντικοινωνικότητας που παρουσιάζεται σε άτομα με καλλιτεχνική ή ιδιόμορφη φύση δημιουργική, η λαϊκή μέριμνα θα έχει φροντίσει. Οι ευφυείς αυτοί άνθρωποι, πρέπει για το καλό της κοινωνίας και τις αξίας που αυτά τα άτομα είναι ενδεδυμένα, να έχουν από μικρά ιδιαίτερη φροντίδα ώστε η δημιουργικότητά τους να διοχετευτεί σε εποικοδομητικές δραστηριότητες για να πραγματοποιήσουν τα όνειρά τους.
Ουσία της λαϊκής εξουσίας είναι ο προγραμματισμός παραγωγής στο εργοστάσιο και τον αγρό απ’τη βάση. Στο λαϊκό κοινοβούλιο θα παίρνονται αποφάσεις ευρύτερου παραγωγικού προγραμματισμού και σχεδιασμού που θα διαμορφώνονται απ’τις προτάσεις των εκπροσώπων της βάσης, που θα είναι και οι άμεσα ενδιαφερόμενοι. Οι ερευνητές κι οι τεχνοκράτες θα δουλεύουν υπό τη διακριτική επιτήρηση και συνεργασία εξειδικευμένων λαϊκών επιτρόπων και θα χαίρουν εκτίμησης, αφού δεν θα είναι απλοί υπάλληλοι, όπως στον καπιταλισμό, αλλά συνεργάτες. Θα πρέπει όμως κι αυτοί να μην ξεχνούν τη φροντίδα, την αγάπη, τις σπουδές κι ότι άλλο τους έχει προσφέρει χωρίς αντάλλαγμα ή καμιά πληρωμή ο λαός. Για όσους τεχνοκράτες δεν προλεταριοποιούνται όμως θα είναι αρκετή η μισθολογική τους διάκριση, ενώ γι’ αυτούς που προλεταριοποιούνται, ο θαυμασμός, το κύρος κι η εξουσία.
Ο παραγωγικός και οικονομικός προγραμματισμός απ’τα λαϊκά στρώματα είναι η νίκη των εργαζομένων επάνω στην γραφειοκρατία. Το προλεταριάτο πρέπει να παλεύει ώστε όλες οι αποφάσεις να παίρνονται απ’τη βάση και έτσι η κοινωνία να είναι στην πράξη προλεταριακή και όχι μόνο στα λόγια.
Εδώ ο σοσιαλισμός αναδύεται με την δυναμική εξελικτική πορεία δύο πόλων που συνιστούν αντιφατική ενότητα. Απ’τη μία ο πόλος της προλεταριακής αμεσότητας (αποκέντρωσης) κι απ’την άλλη της γραφειοκρατίας (συγκέντρωσης). Αυτή είναι μια εξελικτική πορεία που ξεκινά από συγκεντρωτικές θέσεις και καταλήγει σε αποκεντρωτικές, περνώντας από όλες τις ενδιάμεσες θέσεις της σχέσης συγκέντρωσης- αποκέντρωσης. Στο τέλος της πορείας αυτής, θα έχουμε την άρση της αντιφατικής αυτής σχέσης, όπου δε μπορεί πια να είναι ούτε αποκεντρωτική ούτε συγκεντρωτική, με τον τρόπο που γίνεται εδώ αντιληπτή. Εκεί η αντιφατική σχέση γραφειοκρατίας-προλεταριάτου δεν θα υπάρχει αφού στον κομουνισμό δεν θα υπάρχει ούτε γραφειοκρατία ούτε προλεταριάτο, ούτε χρήμα αλλά μια νέα ποιότητα άγνωστη σ’ εμάς.
Η σοσιαλιστική εξελικτική πορεία μπορεί ακόμα να ξεκινά απ’τη στιγμή που το προλεταριάτο παίρνει την εξουσία, με όσο δυνατόν μικρότερη προλεταριακή συμμετοχή, με συμμάχους τάλλα λαϊκά στρώματα. Το δικαίωμα αυτό αντλεί απ’την πείρα του παγκόσμιου προλεταριακού κινήματος ή την ύπαρξη άλλων ισχυρών προλεταριακών χωρών, αν υπάρχουν. Μπορεί το προλεταριάτο και τα λαϊκά στρώματα να μην περιμένουν να ωριμάσει το οικονομοτεχνικό υπόβαθρο της χώρας τους, αν προηγήθηκε σ’άλλη μεγάλη χώρα η κατάκτηση και η εδραίωση της εξουσίας από τους εργαζομένους και τα λαϊκά στρώματα. Σε μια τέτοια φάση το προλεταριάτο για ν’ασκήσει εξουσία, έχει ανάγκη τη γραφειοκρατία, την διάκριση την τεχνοκρατία και το χρήμα, αφού δεν είναι ακόμα σε θέση να άρει την αντιφατική σχέση μισθωτής εργασίας κεφαλαίου. Όμως κατά την εξέλιξη της πορείας του, πρέπει να οργανώνει μηχανισμούς λαϊκής εξουσίας, έτσι που να περιορίζει τη γραφειοκρατία απ’τη λαϊκή και προλεταριακή αμεσότητα. Η πορεία της αντιφατικής σχέσης λαοκρατίας-γραφειοκρατίας, που είναι η πορεία της λαϊκοποίησης των γραφεικρατικών μηχανισμών, είναι ένα πρόσωπο της πορείας του σοσιαλισμού.
Η σοσιαλιστική πορεία είναι σύμφυτη με τη σταδιακή ανάπτυξη του προλεταριακού πολιτιστικού και τεχνολογικού επιπέδου, με το οποίο θα υποκαταστήσει τη γραφειοκρατία στους διοικητικούς και τεχνολογικούς μηχανισμούς. Για να πραγματοποιηθεί αυτό, πρέπει παράλληλα με την πολιτιστική επανάσταση, στους κόλπους της να προωθείται η τεχνολογική επανάσταση κι η μεταρρύθμιση των οικομοτεχνικών δομών. Αν η πολιτισμική εξέλιξη γίνεται σε βάρος της οικονομοτεχνικής, τότε η οικονομία καταρρέει και το προλεταριάτο θα χάσει την εξουσία, αδυνατώντας να ακολουθήσει τους διεθνείς ανταγωνισμούς. Το ίδιο θα συμβεί και με την ασύμμετρη ανάπτυξη της οικονομίας εις βάρος του πολιτισμού. Η οικονομική ανάπτυξη, χωρίς προλεταριακή πολιτιστική ανάπτυξη, αλλοτριώνει την λαϊκή συνείδηση, λειτουργώντας υπέρ της γραφειοκρατίας, του καταναλωτισμού και της παλινόρθωσης του καπιταλισμού. Τότε το σύστημα κομμένο και ραμμένο στα μέτρα των γραφειοκρατών χωρίς προσπάθεια από μέρους τους, θα πέσει στα χέρια τους για να το «σώσουν» απ’την κατάρρευση.
Θα μπορούσαμε λοιπόν να δούμε στον σοσιαλισμό, ένα πανίσχυρο προλεταριάτο να χάνει την εξουσία απ’τους γραφειοκράτες κι ένα μικρό κι αδύναμο λαϊκο-δημοκρατικό μηχανισμό που προχωρά με σύνεση, να κατακτά την εξουσία, να την εδραιώνει και να προωθεί τον αληθινό σοσιαλισμό. Όταν το προλεταριάτο είναι στη εξουσία, πρέπει το Κ.Κ. να είναι ανοικτό στο λαό πρωτοπορώντας δημοκρατικά σε λαϊκούς και ταξικούς αγώνες κι όχι να είναι κλειστό στο λαό κι ανοικτό στις αυθεντίες, που διαμορφώνουν την παραγωγή πίσω από τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές σύμφωνα με το «συμφέρον» των εργατών. Το Κ.Κ έχει καθήκον να οδηγεί το λαό στον δρόμο του αυτοπρογραμματισμού και της αυτοοργάνωσης, που είναι μεν δύσκολος αλλά αυτοσκοπός. Βέβαια το αποτέλεσμα παίζει μεγάλο ρόλο, αλλά μεγαλύτερο παίζει ο τρόπος που κάνει αυτή την αυτοοργάνωση δυνατή. Αυτή είναι η ταξική πάλη μέσ’το σοσιαλισμό που έχει ως αποτέλεσμα τον προγραμματισμό, τις αποφάσεις και τη δυνατότητα να πραγματοποιεί αυτό που επιλέγει η εργατική τάξη και ο λαός, έχοντας την εξουσία.
Είναι βέβαιο ότι οι γραφειοκράτες, οι εχθροί του λαού και του προλεταριάτου, αλλά κι όσοι απ’τους λαϊκούς έχουν γραφειοκρατική συνείδηση όταν βρίσκονται σε θέσεις παραγωγής και επιλογής αποφάσεων ή ακόμα περισσότερο μέσ’στο Κ.Κ, έχουν μεγάλο μέρος της εξουσίας. Έτσι η ταξική πάλη μέσ’το σοσιαλισμό, μπορεί να πάρει μορφή εξέγερσης σε περιπτώσεις που το Κ.Κ. θα έχει αστικοποιηθεί-γραφειοκρατικοποιηθεί. Ο δρόμος της εξέγερσης μέσ’το σοσιαλισμό, μπορεί να φαίνεται αβέβαιος, ενώ ο γραφειοκρατικός βέβαιος και σταθερός, όμως το προλεταριάτο τέτοιο δρόμο είχε και πριν την επανάσταση. Γι’αυτό πρώτα απ’όλα αγωνίζεται για την εξουσία, που είναι η ελευθερία και η δυνατότητα επιλογής και πραγματοποίησης των επιδιώξεών του. Αυτός που χαρακτηρίζεται αβέβαιος δρόμος, είναι καλύτερος αφού ως την κατάκτηση της αταξικής κοινωνίας το προλεταριάτο, είναι η τάξη που προσφέρει περισσότερα κι απολαμβάνει λιγότερα. Η κατάκτηση της εξουσίας απ’το προλεταριάτο δε σημαίνει ανόητες απολαύσεις και διακρίσεις, όπως στο σοσιαλγραφειοκρατικό καθεστώς, αλλά περισσότερη δουλειά και ευθύνη για ένα καλύτερο αύριο για το κοινωνικό σύνολο και τον κόσμο όλο. Ο «αβέβαιος» δρόμος της συνεχούς εξέγερσης, είναι αυτός της πάλης και της αλλαγής, αφού κάθε στατικότητα, είναι σε βάρος της εργατικής τάξης και υπέρ της γραφειοκρατίας.
Η ανάπτυξη της λαϊκής κουλτούρας, τεχνολογικής παιδείας, της ταξικής συνείδησης και συνεχούς αφύπνισης της εργατικής τάξης είναι η εξελικτική πορεία η οποία είναι κι αυτή ένα πρόσωπο του σοσιαλισμού. Γενικά ο σοσιαλισμός είναι η ταξική πάλη με τον λαό εξουσία .
Με την άνοδο του επιπέδου της τεχνολογικής ειδίκευσης των εργαζομένων, κάποτε ο εργάτης θα χειρίζεται μηχανήματα υψηλής τεχνολογίας κι η δουλειά του θα είναι επιστημονική, που θα διαφέρει μόνο από τη δουλειά των ερευνητών, των χειροτεχνών και των καλλιτεχνών. Τεχνοκράτες, εκείνη την εποχή, θα είναι μόνον οι ερευνητές, αλλά φτάνοντας στο ύψος της ιδιότητάς τους, αυτό θα είναι και το όριό τους, αφού εκεί η έρευνα θα γίνεται με τεράστια συγκροτήματα που θα ανήκουν στο προλεταριάτο και θα είναι υπό την καθοδήγηση μικτών ομάδων τεχνικών κι εκπροσώπων του προλεταριάτου. Εκεί ο ερευνητής θα έχει πάντα ως άτομο το σεβασμό, την αξία και τις προοπτικές των προσωπικών του οραμάτων, αλλά θα είναι ο μικρότερος παράγων σε θέματα κοινωνικών επιλογών.
Ο κόσμος μας ξεκινώντας από κοινωνικές φόρμες όπου το άτομο παίζει πρωτεύοντα και ηγετικό ρόλο, καταλήγει σε φόρμες όπου το σύνολο παίζει αυτό το ρόλο. (Ανάμεσα στους δυο πόλους, που συνιστούν αυτή την αντιφατική σχέση, υπάρχουν απεριόριστες θέσεις δυναμικής σχέσης ατόμου-συνόλου). Στην εξέλιξη αυτής της δυναμικής σχέσης, θα έλθει η ώρα όπου η χειρωνακτική εργασία, η τέχνη και η έρευνα, θα είναι αξεχώριστα, ενώ κάθε άλλη εργασία θα γίνεται μ’αυτόματα συστήματα. (Τότε μόνο η έρευνα κι η τέχνη θα είναι «χειρωνακτικές-πνευματικές»). Η πορεία για τελική συνάντηση χειρωνακτικής και διανοητικής εργασίας, συμπίπτει με άλλο ένα πρόσωπο της σοσιαλιστικής πορείας.
Η αστική τάξη έχοντας την εξουσία μπορεί να προωθεί την τεχνολογία, χωρίς ν’αναγκάζεται να προωθεί συγχρόνως το πολιτιστικό επίπεδο των λαϊκών μαζών, γιατί αυτό μπορεί να γίνει ο τάφος της. Ενώ αντίθετα, τα λαϊκά στρώματα και το προλεταριάτο για να μπορούν ν’ασκήσουν την εξουσία, πρέπει προωθώντας την τεχνολογία να προωθούν παράλληλα το πολιτιστικό επίπεδο του λαού. Η αστική κι η νεοαστική γραφειοκρατική τάξη, για να μπορούν ν’ασκούν την εξουσία απρόσκοπτα, πρέπει να προωθούν την τεχνολογία αντιστρόφως ανάλογα με τον πολιτισμό, ενώ αντίθετα το προλεταριάτο πρέπει να προωθεί την τεχνολογία ανάλογα και παράλληλα με τον πολιτισμό. Το προλεταριάτο ακολουθώντας αυτό το δρόμο θα μπορέσει να εκπληρώσει κάποτε το ιστορικό του καθήκον, αντικαθιστώντας την γραφειοκρατία με την προλεταριακή αμεσότητα, οδηγώντας τις λαϊκές μάζες σε μιαν ειρηνική σοσιαλιστική πορεία προς τον κομουνισμό.
Αν την εξουσία έχει η γραφειοκρατική νεοαστική τάξη ή ο ιμπεριαλισμός, με την υψηλή τεχνολογική ανάπτυξη, θ’αφήνει πίσω ανειδίκευτους παρίες, οι οποίοι κάνοντας κάτι «εδώ κι εκεί» θα φυτοζωούν. Αυτοί μάλλον θα είναι εθνικές μειονότητες που δε θα έχουν απορροφηθεί κι ομογενοποιηθεί “πολιτιστικά” και κάνοντας τυφλές αιματηρές εξεγέρσεις θ’ανεβάσουν το πολιτικό τους επίπεδο και θα ενωθούν με το προλεταριάτο συνιστώντας έναν επαναστατικό χείμαρο. Τότε η σύγκρουση θα είναι αιματηρή, δηλαδή μια καθαρή προλεταριακή επανάσταση, που θα οδηγήσει άμεσα στον κομουνισμό. Τότε η σοσιαλιστική πορεία θα είναι η ίδια η διαδικασία της εξέγερσης. Έτσι, έχουμε δυο δρόμους προς τον κομουνισμό: Τον ειρηνικό που είναι ο σοσιαλισμός κι ωθείται με συνεχείς πολιτιστικές εξεγέρσεις. Εκεί που το προλεταριάτο έχει την εξουσία και οδηγεί τη μετάβαση ειρηνικά στον κομουνισμό με ελεγχόμενη ταξική πάλη. Και το βίαιο δρόμο, που την εξουσία έχει ο ιμπεριαλισμός ή η νεοαστική γραφειοκρατική τάξη, που που μετάβαση θα είναι η ίδια η διαδικασία της εξέγερσης.
Ένας άλλος δείκτης για την κατάσταση της σοσιαλιστικής πορείας σε μια χώρα, είναι ο ρόλος που παίζει το χρήμα μέσα στο σύστημα. Όσο υπάρχει χρήμα, υπάρχει αντιφατική σχέση μισθωτής εργασίας και κεφαλαίου, δηλαδή του προλεταριάτου και της γραφειοκρατίας, όπου υπάρχουν τα οικονομικά κίνητρα κι οι διακρίσεις. Όσο υπάρχει χρήμα υπάρχει εμπόριο φανερό ή κρυφό, κρατικό ή ιδιωτικό που δημιουργεί συσσώρευση ιδιωτικών κεφαλαίων, τα οποία κατέχουν ομάδες που ο σοσιαλισμός δεν τις εκφράζει κι είναι φυσικό να τον υπονομεύουν με όλους τους τρόπους. Οι τρόποι αυτοί ξεκινούν απ’την παγιοποίηση κάθε φορά της κοινωνικής κατάστασης, αφού η προώθηση της σοσιαλιστικής πορείας τους θίγει, φτάνοντας ως την πάλη για την παλινόρθωση του καπιταλισμού. Είναι φυσικό όταν υπάρχει διάκριση στην αξία της ανθρώπινης εργασίας να υπάρχει κι ο τρόπος που αυτή υλοποιείται, δηλαδή το χρήμα. Επίσης υπάρχει κι ένας βίαιος αγώνας για την κατάκτησή του. Όταν κάποιος δουλεύει οκτάωρο χωρίς ν’απολαμβάνει όλα τα προϊόντα διατροφής και πολιτισμού, ενώ άλλος με λιγότερη δουλειά τ’απολαμβάνει κι να έχει περίσσευμα, είναι μια κατάσταση διάκρισης που κάνει το χρήμα αναγκαίο. Το χρήμα που είναι ο τελευταίος προμαχώνας της αστικής τάξης, το χρήμα που είναι η διάκριση γυμνή.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ: Πέρα από όλα όσα επιγραμματικά αναφέραμε πρέπει να τονιστεί ότι απώτερο καθήκον του σοσιαλισμού δεν είναι απλά η ισονομία ή η δικαιοσύνη. Αυτά έχουν προταθεί κι από άλλα κοινωνικά συστήματα ή φιλοσοφικές θεωρίες, μια που «το τι είναι δίκαιο», είναι πολυδιάστατο κι όχι απόλυτο. Η ισονομία κι η δικαιοσύνη είναι η σκάλα που ανεβάζει το Ον σ’ένα υψηλότερο αισθητικά επίπεδο όπου ο άνθρωπος κοινωνώντας του τραγικού ορθώνεται μπρος στον ισχυρό και γέρνει μπρος στον αδύνατο». Το ουσιαστικότερο στοιχείο του τραγικού είναι η αυτοθυσία. Εκεί πρέπει να πατήσει ξανά ο πολιτισμός για να μπορέσει να δώσει καρπούς. Ο σοσιαλισμός πέρα από όλα αυτά και μέσα απ’τη σοσιαλιστική παιδεία, που είναι η κοινωνία του τραγικού, θέλει να οδηγήσει τον άνθρωπο σε μια Νέα υπερβατική ποιότητα. Τον Νέο, τον Σοσιαλιστικό Άνθρωπο. Το πρόβλημα λοιπόν που δημιουργήθηκε στο λεγόμενο υπαρκτό σοσιαλισμό, ήταν ότι δεν έλαβε αρκετά υπόψιν την ανέλιξη του πολιτισμικού επιπέδου της κοινωνίας και οι επίγονοι της επανάστασης δεν συνέχισαν το ασκητικό έργο των επαναστατών. Δεν μπορεί ποτέ στην επανάσταση ηγετικά στελέχη ν’απολαμβάνουν αγαθά που δεν απολαμβάνει ο λαός και ειδικά τ’αδύναμα μέλη της κοινωνίας. Επίσης αν ο σοσιαλισμός έχει ως σκοπό μόνο την βελτίωση των συνθηκών ζωής των κατωτέρων στρωμάτων, με την επιτυχία αυτού του σκοπού, και χωρίς την άνοδο της σοσιαλιστικής κουλτούρας μπαίνει στον φαύλο κύκλο του καταναλωτισμού. Ο καταναλωτισμός είναι ο θάνατος του πολιτισμού, του σοσιαλισμού και του ανθρωπισμού. Ο καταναλωτής συνεχώς θέλει ό,τι φαντάζεται πως δεν έχει· θέλει με την κατανάλωση να καλύψει το κενό της ανθρωπιάς που του γεννά ο ίδιος ο καταναλωτισμός.
Αν η επανάσταση θέλει να αλλάξει τον κόσμο κι όχι απλά να βελτιώσει τις συνθήκες ζωής των κατωτέρων στρωμάτων, πρέπει να ξεκινήσει πάλι απ’τις πηγές του πολιτισμού, να τις ξαναεπεξεργαστεί, να τις ανανεώσει και να τις εντάξει μέσ’την επαναστατική κοινωνική παιδεία. Οι ρίζες του πολιτισμού βρίσκονται στο τραγικό πνεύμα, όπου γεννήθηκε η Διαλεκτική σκέψη κι η Δημοκρατία. Η βάση του τραγικού πνεύματος είναι η λατρεία της φύσης η οποία με τα σύγχρονα δεδομένα είναι η επιστημονικότητα ως υπερβατική τραγική τέχνη και ως αίσθηση της αυτοθυσίας του ατόμου για το κοινωνικό σύνολο.
Πατέλης: Η διαλεκτική θα μπορούσε να ορισθεί ως η μελέτη των αντιθέσεων (Λένιν). Κατά τον Ένγκελς υπάρχουν οι ακόλουθοι "νόμοι της διαλεκτικής" (Διαλεκτική της Φύσης): Α. Νόμος του περάσματος απ’ την ποσότητα στην ποιότητα κι αντίστροφα. Β. Νόμος της αλληλοδιείσδυσης των αντιθέτων. Γ. Νόμος της άρνησης της άρνησης.
Ποιο είναι όμως το status αυτών των "νόμων"; Προφανώς δεν πρόκειται για επιστημονικούς νόμους με την ειδική έννοια του όρου. Αν δεχτούμε τη νομιμότητα τους ως γενικών "νόμων" της διαλεκτικής, τότε αυτοί οφείλουν ν’αποδείξουν την ισχύ τους στις πιο διαφορετικές περιοχές της πραγματικότητας.
Εγώ λέω: Ο νόμος του περάσματος από την ποσότητα στην ποιότητα συνδέεται άμεσα με τον νόμο της αλληλοδιείσδυσης των αντιθέτων. Τι θα πει όμως αλληλοδιείσδυση των αντιθέτων; Η αλληλοδιείσδυση φανερώνει την αντιφατικότητα των αντιθέτων. Έτσι τα αντίθετα αλληλεπιδρούν χωρίς ν’αφήνουν απαραβίαστα περιθώρια μεταξύ τους συνιστώντας αντιφατική ενότητα. Κάθε αντιφατική ενότητα παίρνει την ανάλογη μορφή που ορίζεται από το ποσοτικο-ποιοτικό Μέτρο, των εναντίων σκελών της αντίφασης.
Ο Χέγκελ όμως που διατύπωσε αυτούς τους νόμους, δεν προσδιόρισε τον μηχανισμό της αντιφατικής ταυτότητας, ώστε να μπορούν αυτοί οι δύο νόμοι να χρησιμοποιηθούν ως εργαλείο έρευνας. Αντίθετα με τον νόμο της Άρνησης της Άρνησης μετέτρεψε την αντιφατικότητα αλληλοδιείσδυσης των εναντίων σε αντιθετικότητα στοιχειωδών που δεν αλληλοδιεισδύουν καταργώντας έτσι τη διαλεκτική δυναμική αυτών των δύο νόμων, μετατρέποντάς τους σε ορθολογικούς. Η αντιθετική ορθολογικότητα προϋποθέτει ότι ο κόσμος συνίσταται από έσχατα αναλλοίωτα στοιχειώδη τα οποία δεν παραβιάζουν τα έσχατα όριά μεταξύ τους τους, απαγορεύοντας τη σύσταση αντιφατικών ενοτήτων, όπως προϋποθέτουν οι δυο άλλοι νόμου. Έτσι αυτοί “οι νόμοι της διαλεκτικής”, μολονότι αναδεικνύουν αληθινές καταστάσεις, έρχονται ως αποτέλεσμα της ορθολογικής διαδικασίας και όχι ως διαλεκτικός οδηγός έρευνας.
Πατέλης: Αλλά και σ'αυτή την περίπτωση: Α. ο κατάλογος των νόμων της διαλεκτικής δεν πρέπει να θεωρηθεί κλειστός. Β. με βάση αυτή την προσωρινή συγκομιδή, υπάρχει κίνδυνος για τυποποίηση και δογματοποίηση μιας φιλοσοφίας ανοικτής στην κοινωνική πράξη. Αυτό συνέβη στην περίπτωση του "θεσμοποιημένου μαρξισμού" στις άλλοτε σοσιαλιστικές χώρες. Το αμφιλεγόμενο status της διαλεκτικής οδήγησε σε δυο αντίθετες παραμορφώσεις. Είτε στη δογματοποίηση κι οντολογικοποίηση και τη χρήση της διαλεκτικής ως απολογητικής, είτε στον ακρωτηριασμό της και στη μετατροπή της σ’απλή μεθοδολογία. Η δογματοποίηση της διαλεκτικής γέννησε την άρνηση της: την άρνηση της γνωσιοθεωρητικής και της οντολογικής συνιστώσας της. Αν ο ορισμός του Λένιν για την ενότητα της διαλεκτικής, της λογικής και της γνωσιοθεωρίας είναι επιστημολογικά ασαφής, αν η δογματοποίηση πραγματοποιήθηκε σε συγκεκριμένες συνθήκες, αυτά δεν είναι λόγος για να υποβαθμίσουμε τη διαλεκτική, να την περιορίσουμε στη μεθοδολογία, στην ιστορική πρωτοβουλία ή έστω στην "υλιστική διαλεκτική της ιστορίας και της παρούσας στιγμής της, του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής".
Εγώ λέω. Η διαλεκτική σκέψη συνίσταται σε μια σειρά αντιφατικές αποφάνσεις οι οποίες έχουν σχεδόν ολοκληρώσει το νόημά της. Άρα δεν περιμένουμε και πολλά ακόμα να λεχθούν γύρω από το θέμα. Αλλά ακόμα και αν αναφανούν κάποιες νέες αποφάνσεις δεν μπορούν να κάνουν κάποια δραματική ανατροπή στην υπάρχουσα διαλεκτική αντιφατικότητα. Όπως είπαμε σε προηγούμενο μέρος, η διαλεκτική είναι γεγραμμένη μέσα στο Είναι με τη μορφή του Παγκόσμιου Γίγνεσθαι. Τίποτα δεν μπορεί αν τ’αλλάξει. Βέβαια με την εξέλιξη της επιστήμης ίσως αναφανούν κάποιες αντιφατικές καταστάσεις που δεν έχουν αναφερθεί, όπως π.χ. “το ίδιο το φως είναι σκοτεινό”, όμως αυτή η α-πόφανση ήδη έχει δοθεί ως “η μεγάλη ευθεία οφείλει να είναι κυρτή”, αφού η μέγιστη ποσότητα αναδύεται ως το αντίθετό της. Αλλά και το ίδιο το φως, ως ανώτατη ποσοτική συσσώρευση του εαυτό, αναδύεται ως αντίθετο. Βέβαια και οι δύο αυτές αποφάνσεις μολονότι ανθίστανται στην ορθολογική διατύπωση, δικαιολογούνται ορθολογικά. Έχει πει ο Αϊνστάιν ότι “αν ένα σώμα κινείται ευθύγραμμα και ομαλά στο σύμπαν, κάποια στιγμή θα γυρίσει στο θέση που ξεκίνησε”, επειδή ο συμπαντιακός Χώρος έχει ως αδρανειακή κατάσταση της περιστροφή. (Το κινούμενο θέλει ν’ακολουθήσει την ευθύγραμμη πορεία, αλλ’αυτή αυτή λόγω της περιστροφής του χώρου, καταγράφεται ως κυρτή. Δηλαδή η ευθύτητα της πορείας αντιφάσκει όντας συγχρόνως κυρτή). Αυτό μπορούσαν να αποφανθούν διά της διαλεκτικής σκέψεις οι αρχαίοι. Την απόφανση όμως: “Το ίδιο το φως είναι σκοτεινό”, χωρίς να γνωρίζουν το σύγχρονο επιστημονικό γίγνεσθαι και χωρίς να υπολείπεται απ’αυτό η διαλεκτική τους δεν μπορούσαν να το γνωρίζουν. Σήμερα ξέρουμε ότι αυτό που λέμε φως είναι η δίοδος φωτονίων μέσα από τη δομή των υλών κι από κει αντανακλάται ο ανάλογος χρωματισμός που επιτρέπει η συχνότητα της εξερχόμενης ακτινοβολίας από το συγκεκριμένο σώμα. Αν η ακτινοβολία δεν εξέρχεται από τη δομή κάποιου σώματος, δεν μπορούμε να την δούμε και άρα είναι σκοτεινή. Αν ήταν αλλιώς ο ουρανός όλος θα έλαμπε από τις ακτινοβολίες που εκλύονται συνεχώς από τα υλικά σώματα. Ίσως η διαλεκτική να συμπληρώνεται συνεχώς από αντιφατικές-διαλεκτικές αποφάνσεις με την εξέλιξη της επιστήμης, όμως αυτές δε θα μπορέσουν να την αλλάξουν.
Επίσης δεν πρέπει να αμφιβάλλουμε ότι μια Λογική, Ορθολογική ή Διαλεκτική εκτός απ’όλα τ’άλλα είναι κυρίως μέθοδος σκέψης και εργαλείο επιστημονικής έρευνας. Μάλιστα το καθήκον των διαλεκτικών διανοητών είναι η σύλληψη μιας τυπικής διαλεκτικής λογικής ό-πως αυτήν που πρότεινε για τον ορθολογισμό ο Αριστοτέλης, αλλά και όπως αυτή που πρότεινε ο Χέγκελ, την οποία ο Έγκελς έχει αποδεχτεί ως “αρχές της διαλεκτικής λογικής” και οι οποίες δεν μπόρεσαν να δώσουν ένα εργαλείο τυποποιημένης διαλεκτικής σκέψης κι επιστημονικής έρευνας. Η λεγόμενη τυποποίηση ή δογματική δόμηση της διαλεκτικής δεν είναι επιλήψιμη, γιατί από την ίδια την ουσία των αποφάνσεων η στατικότητα κι η αδρανοποίηση των νοημάτων υπερβαίνεται από το ίδιο τους το νόημα. Επειδή τα πάντα όντας εν τω γίγνεσθαι είναι αντιφατικά, σε βαθμό που η αντιφατικότητα είναι η κίνηση και η υλικότητα, κάθε αντιφατική απόφανση έστω και στην απόλυτη τυποποίησή της δεν διαψεύδεται.
Πατέλης: Στην έννοια "διαλεκτική" έχουν αποδοθεί πολλοί ορισμοί. Γύρω απ’τον καταστατικό ορισμό της υπάρχει πολλή ασάφεια ρητορική, ανακριβείς διατυπώσεις και αλληλοσυγκρουόμενοι ορισμοί.
Εγώ λέω ότι: Οι αποφάνσεις των προσωκρατικών ορίζουν “τι είναι η διαλεκτική” και πως θα μπορούσε να οργανωθεί ως σκέψη.
Πατέλης: Πάντως η διαλεκτική, όποιον ορισμό κι αν δεχθούμε, δεν μπορεί να απομονωθεί απ’το συνολικό σώμα της μαρξιστικής θεωρίας. Και –τονίστηκε ήδη- η μαρξιστική θεωρία δεν είναι απλά κριτική.
Εγώ λέω: Κυρίως αφορά τη φύση, δηλαδή είναι η διαλεκτική της φύσης, έτσι εξ αντανακλάσεως είναι και του κοινωνικού γίγνεσθαι.
Πατέλης: Ο μαρξισμός δημιούργησε νέες επιστήμες και νέους επιστημονικούς κλάδους. Η Πολιτική Οικονομία, π.χ., δε θα μπορούσε, κατά το Μαρξ, να μετατραπεί σ’επιστήμη, χωρίς "να απαλλαγεί απ’το ταξικό δέρμα της". Ο Μαρξ δημιούργησε μια νέα "επιστημονική ήπειρο": την Πολιτική Οικονομία. Ο μαρξισμός περιλαμβάνει επίσης μια νέα επιστήμη: την επιστήμη της ιστορίας (τον ιστορικό υλισμό). Περιλαμβάνει μια νέα θεωρία για το Κράτος, μια θεωρία των ιδεολογιών, μια νέα αντίληψη για την Τέχνη, την Επιστήμη κ.λπ. Πρόβλεψε την ιστορική πορεία του καπιταλισμού, την δυνατότητα των σοσιαλιστικών και των αντιαποικιακών επαναστάσεων, κ.λπ. Η διαλεκτική ως μέθοδος, ως λογική, ως θεωρία της γνώσης και ως θεωρία του Είναι, ενυπάρχει, λειτουργεί και χαρακτηρίζει ολόκληρο το σώμα της μαρξιστικής θεωρίας. Αλλά αυτό δεν είναι λόγος να ταυτίζουμε τις τέσσερις διαστάσεις της διαλεκτικής.
Εγώ λέω: Μπορεί ο μαρξισμός να συνέβαλλε σε μια διαφορετική οπτική όλων όσων αναφέρει ο κ. Πατέλης αλλά είναι αμφίβολο αν τις δημιούργησε. Απ’ότι γνωρίζω την επιστήμη της ιστορίας ως συνειδητή, και σε σχέση με το κοινωνικό γίγνεσθαι, δημιούργησε ο Θουκυδίδης. Επίσης η θεωρία για το κράτος και η θεωρία των ιδεολογιών, δεν είναι δα εμφατικά κάποιες επιστήμες, αλλά ούτε καμιά νέα αντίληψη που γεννήθηκε απ’τον μαρξισμό. Ακόμα ούτε για την τέχνη και την επιστήμη δημιούργησε μ’εμφατικό τρόπο κάποια νέα οπτική η οποία να τα ορίζεται έτσι. Όσο για τη διαλεκτική, ως μέθοδος, θεωρία της γνώσης και του Είναι, δεν αναφαίνεται στο έργο του, για να διαμορφωθεί κάποια προοπτική διαλόγου επ’αυτού, αναφαίνεται όμως από το έργο των προσωκρατικών και ίσως στο διάλογό “Παρμενίδης” του Πλάτωνα. Το έργο του Μαρξ τολμώ να πω πως μολονότι άκρως επιστημονικό δεν είναι διαλεκτικό αλλά ορθολογικό-αριστοτελικό. Αυτό βέβαια δεν το υποβιβάζει. Μάλιστα όλα τα μαρξιστικά κείμενα μολονότι μιλούν συνεχώς για διαλεκτική όλα είναι δομημένα με ορθολογική αριστοτελική σκέψη. Μάλιστα οι μαρξιστές έχουν επενδύσει τόσο πολύ στον Αριστοτέλη, που κατά τη ροή του λόγου τους, πολύ συχνά τον αναφέρουν ως διαλεκτικό διανοητή.
Επίσης η έννοια “επιστήμη” σε κάποια μαρξιστικά κείμενα παίρνει συχνά μορφή νάιλον κάλτσας, που τραβώντας της χωράει σχεδόν όλη την ανθρώπινη νόηση. Συγχρόνως όμως αμφιβάλει για το αν η ίδια η διαλεκτική είναι επιστήμη, μολονότι είναι ο τρόπος με τον οποίον ο κόσμος γίνεται αντιληπτός και περιγράφεται εν τω γίγνεσθαι, δηλαδή όπως ακριβώς είναι.
Πατέλης: Η διαλεκτική λογική είναι η λογική της κίνησης, των ποιοτικών μετασχηματισμών. Στη λογική της ταυτότητας: "είναι ή δεν είναι", αντιπαραθέτει τη λογική του γίγνεσθαι: "είναι και δεν είναι".
Επ’αυτού λέει ο Ηράκλειτος: ―διαφερόμενον ἑαυτῷ ὁμολογέει. ―κόσμον τόνδε τὸν αὐτόν ἁπάντων οὔτε τις θεῶν οὔτε ανθρώπων ἐποίησεν ἀλλ’ἦν καὶ ἔστιν καὶ ἔσται πῦρ ἀείζωον, ἁπτόμενον μέτρα καὶ αποσβεννύμενον μέτρα. ―πυρός άνταμοιβή τὰ πάντα καὶ πῦρ ἀπάντων ὅκωσπερ χρυσοῦ χρήματα καὶ χρημάτων χρυσός. ―ποταμῷ γὰρ οὐκ ἔστιν ἐμβῆναι δὶς τῷ αὐτῷ, οὐδὲ τῆς αὐτῆς οὐσίας δὶς ἅψασθαι κατ᾽ ἔξιν, ἀλλ᾽ οξίτητι καὶ τάχει μεταβολῆς, σκίδνησι καὶ πάλιν συνάγει καὶ πρόσεισι καὶ ἄπεισι, (οὐδέ πάλιν οὐδ᾽ὕστερον, ἀλλ᾽ἄμα συνίσταται καὶ απολείπει).
Όταν μιλάμε για διαλεκτική πρέπει πρώτα να φέρνουμε στο νου μας αυτές τις αποφάνσεις του Ηράκλειτου. Ίσως τότε να εκφραζόμαστε κι με την ανάλογη αισθητική που αρμόζει στις διαλεκτικές αποφάνσεις.
Πατέλης: Και συνεχίζοντας για τον μαρξισμό συνεχίζει: Αναλύει το πλέγμα των αντιθέσεων, τις ποιοτικές μετατροπές ως αποτέλεσμα της συσσώρευσης ποσοτικών αλλαγών. Αντιμετωπίζει την κάθε θέση σε σχέση με την αντίθεση της. Η άρνηση της άρνησης οδηγεί στην άρση της αντίθεσης, σε μια νέα θέση, κ.ο.κ. Αλλά η διαλεκτική λογική δεν είναι το κενό κέλυφος το οποίο, όπως η τυπική λογική, ενδιαφέρεται μόνο για την τυπική ορθότητα των συλλογισμών. Ακριβώς γι' αυτό δεν είναι δυνατόν να απομονωθεί από τη διαλεκτική - υλιστική θεωρία της γνώσης του μαρξισμού, η οποία, με τη σειρά της, περιέχει τη διαλεκτική λογική.
Εγώ λέω: Η ανάλυση των αντιθέσεων και οι ποιοτικές μετατροπές ως αποτέλεσμα ποσοτικών αλλαγών, είναι κάτι που αποδέχεται και κάνει κι ο ορθολογισμός. Επίσης μολονότι αυτό κρύβεται από τους μαρξιστές διανοητές, η ορθολογική Ταυτότητα δεν μπορεί να νοηθεί χωρίς το αντίθετό της, αλλά όμως ξέχωρα και αντιθετικά, ενώ η αντιφατική ταυτότητα αποδέχεται ως υπάρχοντα σε συνεχή αντιφατική ενότητα.
Επίσης η Άρνηση της Άρνησης, είναι ο τρόπος που ο Χέγκελ λάθρα, μετασχηματίζει την αντιφατικότητα του Είναι που είναι διαλεκτική, σε αντιθετικότητα που είναι ορθολογική. Δηλαδή μετατρέπει την αρνητική-καταφατικότητα σε αρνητική-αρνητικότητα και από κει σε Θέση-Αντίθεση-Σύνθεση, αναδεικνύοντας λάθρα κάποιο φαινομενικό γίγνεσθαι.
Πατέλης: Ο Μαρξ ανέλυσε τη διπλή κίνηση της νόησης: από το ατομικό και το συγκεκριμένο στο αφηρημένο, και επιστροφή στο συγκεκριμένο, το οποίο η νόηση ιδιοποιείται ως νοημένο συγκεκριμένο (Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας). Η μαρξιστική γνωσιοθεωρία περιέχει μια θεωρία της αλήθειας: η αλήθεια θεωρείται ως "αντιστοιχία" ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη νόηση, όχι όμως με την έννοια του στατικού αστικού ορθολογισμού, αλλά ως γίγνεσθαι, ως διαλεκτική σχέση, καθορισμένη ιστορικά ανάμεσα στη σχετική και στην απόλυτη αλήθεια.
Εγώ λέω: Η κίνηση της νόησης όπως αποδίδεται απ’τον κ. Πατέλη στο Μαρξ, είναι η διαδικασία των ορθολογικών συγκριτικών διαδικασιών προς τη σύνθεση και αντίθετα προς την ανάλυση. Ασυνείδητα έτσι λειτουργούσε πάντα ο ορθολογισμός αλλά συνειδητά ορίστηκε απ’τον Παρμενίδη, κατά τη “διαμάχη” του ενάντια στην αποδοχή απ’τον Ηράκλειτο της αντιφατικότητας των συγκριτικών διαδικασιών.
Και ο κ. Πατέλης συνεχίζει:Ταυτόχρονα περιλαμβάνει μια θεωρία της πλαστής συνείδησης και γενικότερα της ιδεολογίας. Αναζητεί τις ρίζες της πλαστής συνείδησης στην "αδιαφάνεια" του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής, η οποία προκύπτει απ’τον φετιχισμό του εμπορεύματος (Κατά την αστική Πολιτική Οικονομία, μια σχέση μεταξύ ανθρώπων νοείται ως σχέση ανάμεσα σε πράγματα).
Εγώ λέω: Εδώ ο κ. Πατέλης αναφέρει την αστική πολιτική οικονομία, ενώ προηγουμένως ανέφερε ότι η πολιτική οικονομία είναι δημιούργημα της μαρξιστικής σκέψης.
Πατέλης: Ο φετιχισμός του εμπορεύματος, η πραγματοποίηση των ανθρώπινων σχέσεων, η όλη αδιαφάνεια της αστικής κοινωνίας εκφράζονται με απατηλές, ιδεολογικές μορφές, όπως η ελευθερία, τα ανθρώπινα δικαιώματα, η πρόοδος, το κράτος δικαίου κ.λπ., μορφές που χακτηρίζουν την αστική κοσμοαντίληψη. Η μαρξιστική γνωσιοθεωρία περιλαμβάνει ως συστατικό στοιχείο της, μια θεωρία των επιστημών, όπου συλλαμβάνονται διαλεκτικά, η αλληλεπίδραση των ενδογενών παραγόντων και των εξωτερικών, κοινωνικών καθορισμών του γίγνεσθαι των επιστημών. Η κατηγορία της "εμβάθυνσης" είναι βασική κατηγορία της μαρξιστικής επιστημολογίας. Τέλος, η διαλεκτική θεωρία του Είναι, θεμελιώνεται σε μια σειρά θέσεων, οι οποίες δεν τίθενται αυθαίρετα, αλλά εξάγονται ως γενίκευση και υπέρβαση του επιστημονικού κεκτημένου.
Εγώ λέω: Όταν οι επαναστάτες πίθηκοι κατέβηκαν από τα κλαδιά και παραπατούσαν περπατώντας όρθιοι, δεν κατηγόρησαν τους αποκατεστημένους για βαρβαρότητα ή για υποκρισία στις σχέσεις τους πάνω στα δέντρα. Αντίθετα κράτησαν κάποιες συνήθειες κοινωνικών σχέσεων παρόλο που αυτές έδειχναν ότι φθίνουν και ότι θα πρέπει να αλλάξουν με την αλλαγή των νέων συνθηκών ζωής.
Η ελευθερία από ιδεατή έγινε αληθινή, αντιφατική, δηλαδή με σύνδρομο μιαν απεριόριστη σειρά απαγορεύσεων, τ’ανθρώπινα δικαιώματα έγιναν σύνδρομο μιας σειράς υποχρεώσεων, αλλά κι όλες οι κοινωνικές λειτουργίες απέκτησαν το αντιφατικό τους σκέλος, ώστε με το ανάλογο Μέτρο να μπορούν να βαδίσουν μπροστά. Επίσης εγώ πιστεύω, αντίθετα απ’τον κ. Πατέλη ότι η Διαλεκτική Σκέψη δεν θεμελιώθηκε ως γενίκευση και υπέρβαση του επιστημονικού κεκτημένου, αλλά σε συνεχή και ισότιμο διάλογο μαζί του.
Εδώ πρέπει να δείξω τον τρόπου που εννοώ την προόδου της σχέσης εμπειρίας και νόησης ώστε να μην αιωρείται νέφος αοριστίας στην σχέση διαλεκτικής και της επιστήμης: Μολονότι η επιστήμη σε θέματα που αφορούν τη δομή του εγκεφάλου βρίσκεται ακόμα στην έρευνα, μπορεί να δείξει ότι η φιλοσοφική προσέγγιση στην λειτουργία της νόησης, που δέχονται κι επιχειρούν οι Καντ και Χέγκελ είναι πρωτόγονη. Αν θέλαμε να δώσουμε μιαν απάντηση στο ερώτημα «πως η νόηση είναι δυνατή» (κι από κει την πρωτεραιότητα της εμπειρίας ή της γνωστικής δυνατότητας) με τα σημερινά δεδομένα, θα ταίριαζε το εξής: ―Ο άνθρωπος ως αποτέλεσμα της παγκόσμιας εξέλιξης κι όχι θεϊκής δημιουργίας, είναι αυτός ο ίδιος μια κωδική καταγραφή όλης αυτής της πορείας. Η μορφή κι η δομή του είναι μια ιδιάζουσα λογικογλωσσική σύνταξη που περιγράφει ιστορικά όλο αυτό το εμπειρικό γίγνεσθαι. Είναι αποδεκτό σήμερα, ότι αυτό το κωδικά γεγραμμένο εμπειρικό γίγνεσθαι, υπάρχει μέσα μας ως μικροδομική κληρονομική καταγραφή, που λέγεται DNA. Αυτό είναι ο κληρονομικός γνωστικός μηχανισμός του ανθρώπου ως αποτέλεσμα εμπειρικής κληρονομικής κωδικής συσσώρευσης. Ο εγκέφαλος μέσω του DNA, είναι η ιδιόμορφη καταγραφή όλης της πορείας κάθε όντος μέσ’ το παγκόσμιο γίγνεσθαι.
Εισερχόμενη μια νέα εμπειρία στον κληρονομικό εμπειρικό κωδικό γνωστικό μηχανισμό, δεν είναι ολόιδια δομικά γεγραμμένη μέσα του. Έτσι μπαίνοντας, παραβάλλεται μ’αυτόν, τον αφυπνίζει, αποκωδικοποιώντας τις αρχαίες κωδικές δομές και τον επανακωδικοποιεί λίγο διαφορετικά ως νέο. Η σύνθεση των αποκωδικοποιημένων και νέων κωδικών καταγραφών ανταποκρίνεται στη Λογική και τη Συνείδηση, ενώ το μέρος της δομής του εγκεφάλου που συνεχίζει να μένει στην αρχαία κατάσταση ανεξερεύνητο και κωδικό, ανταποκρίνεται στο Αίσθημα την Ενόραση και την Αισθητική. Το αποκωδικοποιημένο μέρος του εγκεφάλου και το απύθμενο που είναι ακόμα κωδικό, δεν είναι απόλυτα ξέχωρα μεταξύ τους, αλλά βρίσκονται σε συνεχή διάλογο. Έτσι η συνείδηση συνεχώς αντλεί απ’το απύθμενο μέρος του εγκεφάλου, που είναι, η Αισθητική. Δεν είναι ποτέ δυνατή καμιά επιστήμη χωρίς Ενόραση και ποτέ δεν είναι αρκετή η εμπειρία με μόνο οδηγό την Ορθολογική διαδικασία. Κάθε επιλογή που ακολουθείται απ’τον παράγοντα του αγνώστου ή του νέου προϋποθέτει μικρό ή μεγάλο «άλμα πίστης» για να υπερπηδάμε το κενό γνώσης· κι επειδή κάθε βήμα στο Νέο προϋποθέτει κι ένα εμπειρικό κενό, αυτό προσωρινά αναπληρώνεται απ’την Αισθητική ως “εκ των προτέρων γνωστική δυνατότητα”. Ο ερευνητής πατά στον απύθμενο κωδικά γεγραμμένο κληρονομικό εμπειρικό γνωστικό μηχανισμό, δηλαδή στην ασυνείδητη “εκ των προτέρων” κληρονομική εμπειρική γνωστική του δυνατότητα ή την ενδοϋπαρξιακή του αίσθηση ως Εγώ, την Ενόραση και την Αισθητική του, διακινδυνεύοντας αποφάνσεις. Αυτές μπαίνουν στη διαδικασία επαλήθευσης, που ανάλογα είναι η εφαρμογή, το πείραμα ή η καθημερινότητα, δημιουργώντας τη βάση όπου μπορεί να πατά στέρεα η επιλογή κι η έρευνα. Αυτό το νοητικο-πρακτικό γίγνεσθαι, συνιστά αδιάρρηκτη ενότητα, τη λεγόμενη στάση ζωής κάθε ανθρώπου. Ο άνθρωπος λοιπόν μπορεί να γνωρίζει κι η εμπειρία του να είναι αληθινή, έγκυρη κι όχι φαινομενική, επειδή όλη η πορεία του κόσμου είναι κωδικά γεγραμμένη μέσα του. Είναι αυτή που τον συνιστά ως ον και συγχρόνως, ως καταγραφή είναι το σύστημα λογικών αντιστοιχιών με τις οποίες προσλαμβάνει και γονιμοποιεί λογικά την εμπειρία. Η συνειδητότητα του κόσμου απ’τον άνθρωπο, είναι πορεία συνεχούς ποιοτικής ανάπτυξης της σχέσης εμπειρίας και γνωστικού μηχανισμού. Όσο βελτιώνεται ο γνωστικός μηχανισμός απ’ την εμπειρία, τόσο καλύτερα προσλαμβάνει κι αξιοποιεί την εμπειρία, όσο καλύτερα προσλαμβάνεται κι αξιοποιείται η εμπειρία, τόσο βελτιώνεται ο γνωστικός μηχανισμός.
Πατέλης: Η μαρξιστική θεωρία του Είναι (η οντολογία) δέχεται τη θέση για την αντικειμενικότητα της φύσης (επιστημονικός ρεαλισμός) και ταυτόχρονα για την αυθυπαρξία της (υλισμός). Επεκτείνει την έννοια του Είναι απ’το φυσικό στο κοινωνικό. Αναδεικνύει τον καθοριστικό ρόλο της αλληλεπίδρασης και του αμοιβαίου καθορισμού των πραγμάτων και των κοινωνικών μορφών. Εξηγεί την κίνηση ως προϊόν αλληλεπίδρασης και της αντίθεσης και γενικεύει αυτή την κατηγορία ταυτίζοντας την με την έννοια του γίγνεσθαι. Με βάση την κατηγορία της κίνησης δέχεται την απειρότητα του Σύμπαντος στον χώρο και τον χρόνο, τη συγκρότηση των υλικών μορφών σε ιεραρχία επιπέδων, την ανοδική κίνηση (πραγμάτωση ανώτερων μορφών) αλλά και την αποσύνθεση, την καταστροφή μορφών.
Εγώ θυμάμαι: Γύρω στο 1968 που άρχισα να ενδιαφέρομαι για τη σχέση επιστήμης και ιδεολογίας, κάποιος φίλος μαρξιστής ο Χρήστος Ρουμελιωτάκης απ’τη Νέα Ιωνία μου συνέστησε να συναντήσω τον φίλο του Λεβόν Μικερδιζιάν που κατοικούσε στα Πετράλωνα. Στις συζητήσεις περί μαρξισμού και επιστήμης που είχαμε, μου ανέδειξε το πρόβλημα της αντικειμενικότητας στη σύγχρονη επιστήμη. Όταν η Λένιν μιλούσε εμφατικά για την αντικειμενικότητα της γνώσης αλλά και τον τρόπου πρόσληψης των εμπειρικών δεδομένων, ήταν φυσικό να μη γνώριζε ότι η επιστημονικότητα στην οποία στήριζε την εμμονή του, αμφισβητούσε βίαια την αντικειμενικότητα, τον ντετερμινιμό και την τυπική ορθολογικότητα. Ο Λεβόν από τότε μου είχε επισημάνει ότι όλα όσα είχαμε αποδεχτεί και στηρίζαμε επάνω τους τη βεβαιότητά μας για τη σχέση επιστήμης και ιδεολογίας ήταν υπό αμφισβήτηση από την ίδια την επιστήμη στην οποία στηρίζαμε τη βεβαιότητά μας. Βέβαια μολονότι αυτό το θέμα δεν έχει διαλευκανθεί πλήρως, η επίσημη επιστήμη, όχι αναίτια, συνεχίζει ν’αμφιβάλλει βίαια για την ορθολογική αντικειμενικότητα. Βλέπω όμως τον κ. Πατέλη να μην αμφιβάλλει, γι’ αυτό, επειδή το ισχυρίζεται ο Λένιν. Ο Λένιν μπορεί να ήταν ένας με- γάλος επαναστάτης και γνώστης του επιστημολογικού γίγνεσθαι της εποχής του και άξιος θαυμασμού, αλλά δεν ήταν διακεκριμένος επιστήμων. Οι απόψεις κι η προσέγγισή του στο επιστημονικό γίγνεσθαι ήταν οπιστοδρομικές κι αντιδιαλεκτικές. (Μπορεί ο Αϊνστάιν να ήταν μεγάλος επιστήμων, αλλά δυστυχώς ήταν μέτριος φιλόσοφος και κάκιστος βιολονίστας).
Πατέλης: Σ'αυτό το πλαίσιο διερευνά υλιστικά τη διαλεκτική δυνατότητας και πραγματικότητας στο γίγνεσθαι των μορφών, η προϊστορία της οποίας ανάγεται κυρίως στο Χέγκελ και τον Αριστοτέλη.
Εγώ λέω: Η διαλεκτική σχέση δυνατότητας και πραγματικότητας είναι εκπεφρασμένη πολύ πιο άρτια στους προσωκρατικούς, ενώ ο Χέγκελ βρίσκεται σε σύγχυση. Μια σύγχυση που δημιουργείται από το τυφλό ιδεαλιστικο-θρησκευτικό σύνδρομο, η οποία τον απέτρεψε να ορίσει επακριβώς τι είναι η πραγματικότητα αλλά και τι η δυνατότητα.
Ο παραλληλισμός του Αριστοτέλη με τον Χέγκελ είναι ατυχής, αφού ο Αριστοτέλης είναι ο εκπρόσωπος του συνεπούς ορθολογισμού και γεννήτωρ της τυπικής λογικής, ενώ ο Χέγκελ της ασυνεπούς ιδεαλιστικής διαλεκτικής. Δεν είναι όμως λίγοι μαρξιστές διανοούμενοι που τοποθετούν τον Αριστοτέλη ανάμεσα στους διαλεκτικούς διανοητές, δείχνοντας την άγνοιά τους περί της διαλεκτικής.
Πατέλης: Ως συνεπής υλιστική-διαλεκτική θεωρία του Είναι, ερμηνεύει το θρησκευτικό φαινόμενο και τον ιδεαλισμό με βάση τις κοινωνικές συνθήκες, τα δεδομένα των φυσικών επιστημών και της ψυχολογίας. Κατά τον Γκράμσι, «αυτό που οι ιδεαλιστές αποκαλούν "πνεύμα" δεν είναι σημείο αφετηρίας αλλά κατάληξης. Είναι σύνολο υπερδομών που τείνουν στη συγκεκριμένη κι αντικειμενική καθολική ενοποίηση».
Εγώ λέω: Το θρησκευτικό φαινόμενο, η μεταφυσική και η ψυχολογία, αφού δεν υπάρχει ψυχή, έχει τόσο κρυώσει πια, που όσα καρυκεύματα κι αν του βάλει κάποιος δεν μπορεί να μπει στο τραπέζι της νόησης.
Πατέλης: Η διαλεκτική, με τη μαρξιστική έννοια, δεν είναι εύκολο να οριοθετηθεί αυστηρά. Αλλά αντί να ισοπεδώνουμε τις διαστάσεις της ταυτίζοντάς τες μεταξύ τους, πρέπει να τις αναδείξουμε, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα την ενδογενή τους συσχέτιση: το πως η μέθοδος, η λογική, η θεωρία της γνώσης κι η θεωρία του Είναι συνιστούν οργανικό όλον, το οποίο διαχωρίζουμε στην προσπάθεια της λεξικο-γραφικής ταξινόμησης.
Εγώ λέω: Δεν υπάρχει διαλεκτική χωρίς υλισμό, ούτε υλισμός χωρίς διαλεκτική. Δεν υπάρχει μαρξισμός χωρίς διαλεκτική μέθοδο, διαλεκτική αντίληψη για το Είναι και τη γνώση. Όλα αυτά συνιστούν μιαν αντιφατική ενότητα στο παγκόσμιο γίγνεσθαι. Προσοχή η διαλεκτική στηρίζει τα πάντα στην αντιφατικότητα του Είναι, όμως σε όλο αυτό δοκίμιο ο κ. Πατέλης αποφεύγει επιμελώς τη λέξη Αντίφαση. Κι όπως πολλοί μαρξιστές, όταν πραγματεύονται τη λέξη "Διαλεκτική", δεν ξέρουν τι να την κάνουν.
Όταν μιλάμε για διαλεκτική πρέπει πρώτα να φέρνουμε στο νου μας αυτές τις αποφάνσεις του Ηράκλειτου. Ίσως τότε να εκφραζόμαστε κι με την ανάλογη αισθητική που αρμόζει στις διαλεκτικές αποφάνσεις.
Πατέλης: Και συνεχίζοντας για τον μαρξισμό συνεχίζει: Αναλύει το πλέγμα των αντιθέσεων, τις ποιοτικές μετατροπές ως αποτέλεσμα της συσσώρευσης ποσοτικών αλλαγών. Αντιμετωπίζει την κάθε θέση σε σχέση με την αντίθεση της. Η άρνηση της άρνησης οδηγεί στην άρση της αντίθεσης, σε μια νέα θέση, κ.ο.κ. Αλλά η διαλεκτική λογική δεν είναι το κενό κέλυφος το οποίο, όπως η τυπική λογική, ενδιαφέρεται μόνο για την τυπική ορθότητα των συλλογισμών. Ακριβώς γι' αυτό δεν είναι δυνατόν να απομονωθεί από τη διαλεκτική - υλιστική θεωρία της γνώσης του μαρξισμού, η οποία, με τη σειρά της, περιέχει τη διαλεκτική λογική.
Εγώ λέω: Η ανάλυση των αντιθέσεων και οι ποιοτικές μετατροπές ως αποτέλεσμα ποσοτικών αλλαγών, είναι κάτι που αποδέχεται και κάνει κι ο ορθολογισμός. Επίσης μολονότι αυτό κρύβεται από τους μαρξιστές διανοητές, η ορθολογική Ταυτότητα δεν μπορεί να νοηθεί χωρίς το αντίθετό της, αλλά όμως ξέχωρα και αντιθετικά, ενώ η αντιφατική ταυτότητα αποδέχεται ως υπάρχοντα σε συνεχή αντιφατική ενότητα.
Επίσης η Άρνηση της Άρνησης, είναι ο τρόπος που ο Χέγκελ λάθρα, μετασχηματίζει την αντιφατικότητα του Είναι που είναι διαλεκτική, σε αντιθετικότητα που είναι ορθολογική. Δηλαδή μετατρέπει την αρνητική-καταφατικότητα σε αρνητική-αρνητικότητα και από κει σε Θέση-Αντίθεση-Σύνθεση, αναδεικνύοντας λάθρα κάποιο φαινομενικό γίγνεσθαι.
Πατέλης: Ο Μαρξ ανέλυσε τη διπλή κίνηση της νόησης: από το ατομικό και το συγκεκριμένο στο αφηρημένο, και επιστροφή στο συγκεκριμένο, το οποίο η νόηση ιδιοποιείται ως νοημένο συγκεκριμένο (Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας). Η μαρξιστική γνωσιοθεωρία περιέχει μια θεωρία της αλήθειας: η αλήθεια θεωρείται ως "αντιστοιχία" ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη νόηση, όχι όμως με την έννοια του στατικού αστικού ορθολογισμού, αλλά ως γίγνεσθαι, ως διαλεκτική σχέση, καθορισμένη ιστορικά ανάμεσα στη σχετική και στην απόλυτη αλήθεια.
Εγώ λέω: Η κίνηση της νόησης όπως αποδίδεται απ’τον κ. Πατέλη στο Μαρξ, είναι η διαδικασία των ορθολογικών συγκριτικών διαδικασιών προς τη σύνθεση και αντίθετα προς την ανάλυση. Ασυνείδητα έτσι λειτουργούσε πάντα ο ορθολογισμός αλλά συνειδητά ορίστηκε απ’τον Παρμενίδη, κατά τη “διαμάχη” του ενάντια στην αποδοχή απ’τον Ηράκλειτο της αντιφατικότητας των συγκριτικών διαδικασιών.
Και ο κ. Πατέλης συνεχίζει:Ταυτόχρονα περιλαμβάνει μια θεωρία της πλαστής συνείδησης και γενικότερα της ιδεολογίας. Αναζητεί τις ρίζες της πλαστής συνείδησης στην "αδιαφάνεια" του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής, η οποία προκύπτει απ’τον φετιχισμό του εμπορεύματος (Κατά την αστική Πολιτική Οικονομία, μια σχέση μεταξύ ανθρώπων νοείται ως σχέση ανάμεσα σε πράγματα).
Εγώ λέω: Εδώ ο κ. Πατέλης αναφέρει την αστική πολιτική οικονομία, ενώ προηγουμένως ανέφερε ότι η πολιτική οικονομία είναι δημιούργημα της μαρξιστικής σκέψης.
Πατέλης: Ο φετιχισμός του εμπορεύματος, η πραγματοποίηση των ανθρώπινων σχέσεων, η όλη αδιαφάνεια της αστικής κοινωνίας εκφράζονται με απατηλές, ιδεολογικές μορφές, όπως η ελευθερία, τα ανθρώπινα δικαιώματα, η πρόοδος, το κράτος δικαίου κ.λπ., μορφές που χακτηρίζουν την αστική κοσμοαντίληψη. Η μαρξιστική γνωσιοθεωρία περιλαμβάνει ως συστατικό στοιχείο της, μια θεωρία των επιστημών, όπου συλλαμβάνονται διαλεκτικά, η αλληλεπίδραση των ενδογενών παραγόντων και των εξωτερικών, κοινωνικών καθορισμών του γίγνεσθαι των επιστημών. Η κατηγορία της "εμβάθυνσης" είναι βασική κατηγορία της μαρξιστικής επιστημολογίας. Τέλος, η διαλεκτική θεωρία του Είναι, θεμελιώνεται σε μια σειρά θέσεων, οι οποίες δεν τίθενται αυθαίρετα, αλλά εξάγονται ως γενίκευση και υπέρβαση του επιστημονικού κεκτημένου.
Εγώ λέω: Όταν οι επαναστάτες πίθηκοι κατέβηκαν από τα κλαδιά και παραπατούσαν περπατώντας όρθιοι, δεν κατηγόρησαν τους αποκατεστημένους για βαρβαρότητα ή για υποκρισία στις σχέσεις τους πάνω στα δέντρα. Αντίθετα κράτησαν κάποιες συνήθειες κοινωνικών σχέσεων παρόλο που αυτές έδειχναν ότι φθίνουν και ότι θα πρέπει να αλλάξουν με την αλλαγή των νέων συνθηκών ζωής.
Η ελευθερία από ιδεατή έγινε αληθινή, αντιφατική, δηλαδή με σύνδρομο μιαν απεριόριστη σειρά απαγορεύσεων, τ’ανθρώπινα δικαιώματα έγιναν σύνδρομο μιας σειράς υποχρεώσεων, αλλά κι όλες οι κοινωνικές λειτουργίες απέκτησαν το αντιφατικό τους σκέλος, ώστε με το ανάλογο Μέτρο να μπορούν να βαδίσουν μπροστά. Επίσης εγώ πιστεύω, αντίθετα απ’τον κ. Πατέλη ότι η Διαλεκτική Σκέψη δεν θεμελιώθηκε ως γενίκευση και υπέρβαση του επιστημονικού κεκτημένου, αλλά σε συνεχή και ισότιμο διάλογο μαζί του.
Εδώ πρέπει να δείξω τον τρόπου που εννοώ την προόδου της σχέσης εμπειρίας και νόησης ώστε να μην αιωρείται νέφος αοριστίας στην σχέση διαλεκτικής και της επιστήμης: Μολονότι η επιστήμη σε θέματα που αφορούν τη δομή του εγκεφάλου βρίσκεται ακόμα στην έρευνα, μπορεί να δείξει ότι η φιλοσοφική προσέγγιση στην λειτουργία της νόησης, που δέχονται κι επιχειρούν οι Καντ και Χέγκελ είναι πρωτόγονη. Αν θέλαμε να δώσουμε μιαν απάντηση στο ερώτημα «πως η νόηση είναι δυνατή» (κι από κει την πρωτεραιότητα της εμπειρίας ή της γνωστικής δυνατότητας) με τα σημερινά δεδομένα, θα ταίριαζε το εξής: ―Ο άνθρωπος ως αποτέλεσμα της παγκόσμιας εξέλιξης κι όχι θεϊκής δημιουργίας, είναι αυτός ο ίδιος μια κωδική καταγραφή όλης αυτής της πορείας. Η μορφή κι η δομή του είναι μια ιδιάζουσα λογικογλωσσική σύνταξη που περιγράφει ιστορικά όλο αυτό το εμπειρικό γίγνεσθαι. Είναι αποδεκτό σήμερα, ότι αυτό το κωδικά γεγραμμένο εμπειρικό γίγνεσθαι, υπάρχει μέσα μας ως μικροδομική κληρονομική καταγραφή, που λέγεται DNA. Αυτό είναι ο κληρονομικός γνωστικός μηχανισμός του ανθρώπου ως αποτέλεσμα εμπειρικής κληρονομικής κωδικής συσσώρευσης. Ο εγκέφαλος μέσω του DNA, είναι η ιδιόμορφη καταγραφή όλης της πορείας κάθε όντος μέσ’ το παγκόσμιο γίγνεσθαι.
Εισερχόμενη μια νέα εμπειρία στον κληρονομικό εμπειρικό κωδικό γνωστικό μηχανισμό, δεν είναι ολόιδια δομικά γεγραμμένη μέσα του. Έτσι μπαίνοντας, παραβάλλεται μ’αυτόν, τον αφυπνίζει, αποκωδικοποιώντας τις αρχαίες κωδικές δομές και τον επανακωδικοποιεί λίγο διαφορετικά ως νέο. Η σύνθεση των αποκωδικοποιημένων και νέων κωδικών καταγραφών ανταποκρίνεται στη Λογική και τη Συνείδηση, ενώ το μέρος της δομής του εγκεφάλου που συνεχίζει να μένει στην αρχαία κατάσταση ανεξερεύνητο και κωδικό, ανταποκρίνεται στο Αίσθημα την Ενόραση και την Αισθητική. Το αποκωδικοποιημένο μέρος του εγκεφάλου και το απύθμενο που είναι ακόμα κωδικό, δεν είναι απόλυτα ξέχωρα μεταξύ τους, αλλά βρίσκονται σε συνεχή διάλογο. Έτσι η συνείδηση συνεχώς αντλεί απ’το απύθμενο μέρος του εγκεφάλου, που είναι, η Αισθητική. Δεν είναι ποτέ δυνατή καμιά επιστήμη χωρίς Ενόραση και ποτέ δεν είναι αρκετή η εμπειρία με μόνο οδηγό την Ορθολογική διαδικασία. Κάθε επιλογή που ακολουθείται απ’τον παράγοντα του αγνώστου ή του νέου προϋποθέτει μικρό ή μεγάλο «άλμα πίστης» για να υπερπηδάμε το κενό γνώσης· κι επειδή κάθε βήμα στο Νέο προϋποθέτει κι ένα εμπειρικό κενό, αυτό προσωρινά αναπληρώνεται απ’την Αισθητική ως “εκ των προτέρων γνωστική δυνατότητα”. Ο ερευνητής πατά στον απύθμενο κωδικά γεγραμμένο κληρονομικό εμπειρικό γνωστικό μηχανισμό, δηλαδή στην ασυνείδητη “εκ των προτέρων” κληρονομική εμπειρική γνωστική του δυνατότητα ή την ενδοϋπαρξιακή του αίσθηση ως Εγώ, την Ενόραση και την Αισθητική του, διακινδυνεύοντας αποφάνσεις. Αυτές μπαίνουν στη διαδικασία επαλήθευσης, που ανάλογα είναι η εφαρμογή, το πείραμα ή η καθημερινότητα, δημιουργώντας τη βάση όπου μπορεί να πατά στέρεα η επιλογή κι η έρευνα. Αυτό το νοητικο-πρακτικό γίγνεσθαι, συνιστά αδιάρρηκτη ενότητα, τη λεγόμενη στάση ζωής κάθε ανθρώπου. Ο άνθρωπος λοιπόν μπορεί να γνωρίζει κι η εμπειρία του να είναι αληθινή, έγκυρη κι όχι φαινομενική, επειδή όλη η πορεία του κόσμου είναι κωδικά γεγραμμένη μέσα του. Είναι αυτή που τον συνιστά ως ον και συγχρόνως, ως καταγραφή είναι το σύστημα λογικών αντιστοιχιών με τις οποίες προσλαμβάνει και γονιμοποιεί λογικά την εμπειρία. Η συνειδητότητα του κόσμου απ’τον άνθρωπο, είναι πορεία συνεχούς ποιοτικής ανάπτυξης της σχέσης εμπειρίας και γνωστικού μηχανισμού. Όσο βελτιώνεται ο γνωστικός μηχανισμός απ’ την εμπειρία, τόσο καλύτερα προσλαμβάνει κι αξιοποιεί την εμπειρία, όσο καλύτερα προσλαμβάνεται κι αξιοποιείται η εμπειρία, τόσο βελτιώνεται ο γνωστικός μηχανισμός.
Πατέλης: Η μαρξιστική θεωρία του Είναι (η οντολογία) δέχεται τη θέση για την αντικειμενικότητα της φύσης (επιστημονικός ρεαλισμός) και ταυτόχρονα για την αυθυπαρξία της (υλισμός). Επεκτείνει την έννοια του Είναι απ’το φυσικό στο κοινωνικό. Αναδεικνύει τον καθοριστικό ρόλο της αλληλεπίδρασης και του αμοιβαίου καθορισμού των πραγμάτων και των κοινωνικών μορφών. Εξηγεί την κίνηση ως προϊόν αλληλεπίδρασης και της αντίθεσης και γενικεύει αυτή την κατηγορία ταυτίζοντας την με την έννοια του γίγνεσθαι. Με βάση την κατηγορία της κίνησης δέχεται την απειρότητα του Σύμπαντος στον χώρο και τον χρόνο, τη συγκρότηση των υλικών μορφών σε ιεραρχία επιπέδων, την ανοδική κίνηση (πραγμάτωση ανώτερων μορφών) αλλά και την αποσύνθεση, την καταστροφή μορφών.
Εγώ θυμάμαι: Γύρω στο 1968 που άρχισα να ενδιαφέρομαι για τη σχέση επιστήμης και ιδεολογίας, κάποιος φίλος μαρξιστής ο Χρήστος Ρουμελιωτάκης απ’τη Νέα Ιωνία μου συνέστησε να συναντήσω τον φίλο του Λεβόν Μικερδιζιάν που κατοικούσε στα Πετράλωνα. Στις συζητήσεις περί μαρξισμού και επιστήμης που είχαμε, μου ανέδειξε το πρόβλημα της αντικειμενικότητας στη σύγχρονη επιστήμη. Όταν η Λένιν μιλούσε εμφατικά για την αντικειμενικότητα της γνώσης αλλά και τον τρόπου πρόσληψης των εμπειρικών δεδομένων, ήταν φυσικό να μη γνώριζε ότι η επιστημονικότητα στην οποία στήριζε την εμμονή του, αμφισβητούσε βίαια την αντικειμενικότητα, τον ντετερμινιμό και την τυπική ορθολογικότητα. Ο Λεβόν από τότε μου είχε επισημάνει ότι όλα όσα είχαμε αποδεχτεί και στηρίζαμε επάνω τους τη βεβαιότητά μας για τη σχέση επιστήμης και ιδεολογίας ήταν υπό αμφισβήτηση από την ίδια την επιστήμη στην οποία στηρίζαμε τη βεβαιότητά μας. Βέβαια μολονότι αυτό το θέμα δεν έχει διαλευκανθεί πλήρως, η επίσημη επιστήμη, όχι αναίτια, συνεχίζει ν’αμφιβάλλει βίαια για την ορθολογική αντικειμενικότητα. Βλέπω όμως τον κ. Πατέλη να μην αμφιβάλλει, γι’ αυτό, επειδή το ισχυρίζεται ο Λένιν. Ο Λένιν μπορεί να ήταν ένας με- γάλος επαναστάτης και γνώστης του επιστημολογικού γίγνεσθαι της εποχής του και άξιος θαυμασμού, αλλά δεν ήταν διακεκριμένος επιστήμων. Οι απόψεις κι η προσέγγισή του στο επιστημονικό γίγνεσθαι ήταν οπιστοδρομικές κι αντιδιαλεκτικές. (Μπορεί ο Αϊνστάιν να ήταν μεγάλος επιστήμων, αλλά δυστυχώς ήταν μέτριος φιλόσοφος και κάκιστος βιολονίστας).
Πατέλης: Σ'αυτό το πλαίσιο διερευνά υλιστικά τη διαλεκτική δυνατότητας και πραγματικότητας στο γίγνεσθαι των μορφών, η προϊστορία της οποίας ανάγεται κυρίως στο Χέγκελ και τον Αριστοτέλη.
Εγώ λέω: Η διαλεκτική σχέση δυνατότητας και πραγματικότητας είναι εκπεφρασμένη πολύ πιο άρτια στους προσωκρατικούς, ενώ ο Χέγκελ βρίσκεται σε σύγχυση. Μια σύγχυση που δημιουργείται από το τυφλό ιδεαλιστικο-θρησκευτικό σύνδρομο, η οποία τον απέτρεψε να ορίσει επακριβώς τι είναι η πραγματικότητα αλλά και τι η δυνατότητα.
Ο παραλληλισμός του Αριστοτέλη με τον Χέγκελ είναι ατυχής, αφού ο Αριστοτέλης είναι ο εκπρόσωπος του συνεπούς ορθολογισμού και γεννήτωρ της τυπικής λογικής, ενώ ο Χέγκελ της ασυνεπούς ιδεαλιστικής διαλεκτικής. Δεν είναι όμως λίγοι μαρξιστές διανοούμενοι που τοποθετούν τον Αριστοτέλη ανάμεσα στους διαλεκτικούς διανοητές, δείχνοντας την άγνοιά τους περί της διαλεκτικής.
Πατέλης: Ως συνεπής υλιστική-διαλεκτική θεωρία του Είναι, ερμηνεύει το θρησκευτικό φαινόμενο και τον ιδεαλισμό με βάση τις κοινωνικές συνθήκες, τα δεδομένα των φυσικών επιστημών και της ψυχολογίας. Κατά τον Γκράμσι, «αυτό που οι ιδεαλιστές αποκαλούν "πνεύμα" δεν είναι σημείο αφετηρίας αλλά κατάληξης. Είναι σύνολο υπερδομών που τείνουν στη συγκεκριμένη κι αντικειμενική καθολική ενοποίηση».
Εγώ λέω: Το θρησκευτικό φαινόμενο, η μεταφυσική και η ψυχολογία, αφού δεν υπάρχει ψυχή, έχει τόσο κρυώσει πια, που όσα καρυκεύματα κι αν του βάλει κάποιος δεν μπορεί να μπει στο τραπέζι της νόησης.
Πατέλης: Η διαλεκτική, με τη μαρξιστική έννοια, δεν είναι εύκολο να οριοθετηθεί αυστηρά. Αλλά αντί να ισοπεδώνουμε τις διαστάσεις της ταυτίζοντάς τες μεταξύ τους, πρέπει να τις αναδείξουμε, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα την ενδογενή τους συσχέτιση: το πως η μέθοδος, η λογική, η θεωρία της γνώσης κι η θεωρία του Είναι συνιστούν οργανικό όλον, το οποίο διαχωρίζουμε στην προσπάθεια της λεξικο-γραφικής ταξινόμησης.
Εγώ λέω: Δεν υπάρχει διαλεκτική χωρίς υλισμό, ούτε υλισμός χωρίς διαλεκτική. Δεν υπάρχει μαρξισμός χωρίς διαλεκτική μέθοδο, διαλεκτική αντίληψη για το Είναι και τη γνώση. Όλα αυτά συνιστούν μιαν αντιφατική ενότητα στο παγκόσμιο γίγνεσθαι. Προσοχή η διαλεκτική στηρίζει τα πάντα στην αντιφατικότητα του Είναι, όμως σε όλο αυτό δοκίμιο ο κ. Πατέλης αποφεύγει επιμελώς τη λέξη Αντίφαση. Κι όπως πολλοί μαρξιστές, όταν πραγματεύονται τη λέξη "Διαλεκτική", δεν ξέρουν τι να την κάνουν.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου