ΕΓΕΛΙΑΝΗ ΚΑΙ ΠΡΟΣΩΚΡΑΤΙΚΗ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ
ΕΓΕΛΙΑΝΗ ΚΑΙ ΠΡΟΣΩΚΡΑΤΙΚΗ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ (συνοπτικά)
Α. ΠΡΟΣΩΚΡΑΤΙΚΗ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ
Η προσωκρατική διαλεκτική βασίζεται στην άποψη του Αναξίμανδρου ότι το Άπειρο Γίγνεσθαι είναι αποτέλεσμα της καταλυτικής-συνθετότητας (της αντιφατικότητας) των όντων και του σύμπαντος. Ο Ηράκλειτος έχοντας αποδεχτεί αυτή την αντίληψη περί της καταλυτικής-συνθετότητας των όντων και του σύμπαντος, πρότεινε τον Λόγο, ο οποίος είναι το λογικά συντεταγμένο αντιφατικό λέγειν, δηλαδή μια συνειδητή πρόταση περί Διαλεκτικής Λογικής. Ο Λόγος όμως ορίζεται επίσης από τον Ηράκλειτο ως Λογική, Γλώσσα και Ουσία, που συμπίπτει με το αέναο Υλικό Γίγνεσθαι, έτσι σχετίζεται από τότε και με τη Διαλεκτική της Φύσης. Στη συνέχεια ο Ζήνων μέσα από τα παράδοξά του δείχνει τις αντινομίες της ορθολογικής τυπικότητας, όταν πραγματεύεται τις έννοιες του Είναι, της Κίνησης, του Χρόνου, του Χώρου και της Ταχύτητας. Έτσι μας οδηγεί σε ένα είδος Αρνητικής Διαλεκτικής, την οποίαν αργότερα ανέπτυξε με έναν διαφορετικό δικό του τρόπο ο Πλάτων στον διάλογό του «Παρμενίδης».
ΑΝΑΞΙΜΑΝΔΡΟΣ
«Ο Αναξίμανδρος ισχυρίζετο ότι τα όντα εξουσιάζονται από κάποιο είδος απείρου, απ’το οποίο γίγνονται οι ουρανοί και οι κόσμοι που περιέχει. ―Αυτός ισχυρίστηκε ότι ο χρόνος είναι σχετικός με την γέννηση και τη φθορά της κάθε συγκεκριμένης ουσίας . . και ότι άρχων και στοιχείο όλων είναι το άπειρο, μάλιστα είναι ο πρώτος που το ονόμασε έτσι. ―Επίσης όρισε ότι Άπειρο είναι η αέναη κίνηση, που μέσα της άλλα όντα χάνονται κι άλλα γενιώνται έχοντας αποτέλεσμα το παγκόσμιο γίγνεσθαι».
«Ο Αναξίμανδρος ισχυρίζετο ότι τα πρώτα ζώα γεννήθησαν σε υγρό περιβάλλον με λέπια κι όταν αυτό έγινε ξηρότερο, απέβαλλαν τα λέπια και προσαρμόσθησαν στο νέο περιβάλλον. Επίσης ισχυρίζετο ότι οι άνθρωποι γεννήθηκαν κατ’αρχήν ανάμεσα στα ψάρια, τρεφόμενοι σαν τους γαλαίους κι όταν έγιναν ικανοί βγήκαν στην ξηρά».
Ο Αναξίμανδρος αντελήφθει ότι η αντιφατικότητα του Απείρου και του Γίγνεσθαι είχαν ως αποτέλεσμα την εξέλιξη των ειδών. “Η Θεωρία της Εξέλιξης των Ειδών” του Δαρβίνου, είναι ένα κομψοτέχνημα παρατηρήσεων και ορθολογικών συμπερασμάτων που μπροστά του η πρόταση του Αναξίμανδρου, ωχριά ως έχουσα τον χαρακτήρα αυθόρμητου πρωτογονισμού, (αν δεν λάβουμε υπόψιν ότι διατυπώθηκε 2500 χρόνια πριν). Οι προτάσεις του Αναξίμανδρου όμως, μολονότι έφτασαν σε μας αποσπασματικά και δεν γνωρίζουμε τον τρόπο που αληθινά διατυπώθησαν, έχουν κάτι που η πρόταση του Δαρβίνου υπολείπεται. Αυτός μαζί με τις παρατηρήσεις που τον οδήγησαν στην αποδοχή της εξέλιξης των όντων και του κόσμου, προχώρησε στη διατύπωση των βάσεων της Διαλεκτικής σκέψης, που περιγράφει την αντιφατικότητα των όντων ως αιτία της εξέλιξης των ειδών, κάτι για το οποίο ο Δαρβίνος αδιαφορεί.
ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ¨
«Όλα κοινωνούν με τον Λόγο, εξαιτίας του οποίου αλλάζουν και ενώ κάθε στιγμή βεβαιώνονται γι’αυτό, δεν τον νοιώθουν, ούτε τον αισθάνονται». «Αυτό που αλλάζει, συμφωνεί με τον εαυτό του· κι αυτή είναι η αμφίδρομη αρμονία, όπως της λύρας και του δοξαριού». «Αυτόν τον κόσμο που είναι ίδιος για όλους, δεν τον εποίησε ούτε θεός ούτε άνθρωπος, αλλά ήταν είναι και θα είναι πυρ αείζωον, που ανάβει-σβήνοντας με μέτρο».
Ο κόσμος σύμφωνα με τον Ηράκλειτο είναι η αιώνια φωτιά (η ενέργεια) που ανάβει-σβήνοντας με Μέτρο. Δηλαδή είναι η συνεχής εναλλαγή γένεσης και θανάτου των όντων τα οποία καταλύονται-συντιθέμενα από το αιώνιο Πυρ που διέρχεται μέσα τους με Μέτρο. Το Μέτρο είναι κι αυτό έννοια φορτισμένη όσο κι ο Λόγος. Είναι η ουσία του Λόγου. Η αντιφατικότητα του Λόγου προϋποθέτει πάντα κάποιο Μέτρο του ενός σκέλους της αντίφασης ως προς το άλλο. Έτσι το Μέτρο είναι ο ιδιαίτερος χαρακτήρας της σχέσης που συνιστά ευκαιριακά την αντιφατική Ταυτότητα, η οποία κοινωνώντας με το αέναο ρεύμα του παγκοσμίου γίγνεσθαι, αίρεται συνεχώς σε Άλλη. Το Μέτρο είναι η δυναμική ισορροπία που συνιστά μια ταυτότητα σε συνεχή αλλαγή, δηλαδή που «Πάντα-Είναι-ΜηΌντας». Σήμερα όλοι γνωρίζουμε ότι τα πάντα μετατρέπονται σε ενέργεια και η ενέργεια σε όλα. Μάλιστα ο Αϊνστάιν το έχει διατυπώσει με τον τύπο Ε=mc².
«Όλα μετατρέπονται σε πυρ και το πυρ σε όλα, όπως ο χρυσός σ’εμπορεύματα και τα εμπορεύματα σε χρυσό». «Στον ίδιο ποταμό δεν ξαναμπαίνουμε, ούτε την ίδια ουσία ξαναγγίζουμε, γιατί όλα αλλάζουν βίαια και γρήγορα, καταλύονται-συντιθέμενα, σκορπάνε-μαζεύοντας, Είναι-ΜηΌντας (όχι πριν ή μετά αλλά συγχρόνως συνίστανται-αποσυντιθέμενα)». «Στον κοχλία (τον τόρνο), η ευθεία είναι αποτέλεσμα περιστροφής».
Αν συνθέσουμε τις προηγούμενες τρεις προτάσεις θα έχουμε το εξής αποτέλεσμα: Κάθε γεγονός υπάρχει γιατί υπογεγονότα Πυρός διέρχονται με ένα συγκεκριμένο Μέτρο από μέσα του. Αυτά φεύγουν για το σύμπαν αλληλεπιδρώντας με τα γεγονότα του σύμπαντος κι επιστρέφοντας πίσω στο γεγονός, το κάνουν να είναι μια καταλυτικο-συνθετική πραγματικότητα. Και επειδή το σύμπαν του Ηράκλειτου είναι άπειρο, τα στοιχειώδη παγκόσμιου αείζωου πυρός που διαπερνούν το γεγονός και αναχωρούν για το σύμπαν, επιστρέφοντας δεν κάνουν απόλυτα κυκλική διαδρομή αλλά πυκνή ελικοειδώς ελλειπτική. Έτσι τα υπογεγονότα επιστρέφοντας δεν επαληθεύουν απόλυτα το γεγονός στη θέση που ήταν αλλά το επαληθεύουν-διαψεύδοντάς το, δηλαδή το επαληθεύουν λίγο πιο κεί. Γι’αυτό το γεγονός κινείται κιόλας, όντας Άλλο-Αλλού, Όμοιο και Ανόμοιο με τον εαυτό του, δηλαδή σχετικά διαφορετικό.
ΖΗΝΩΝ
«Για να υπάρχει κάτι πρέπει να έχει μέγεθος και όγκο και κάποια απόσταση από άλλο. Το ίδιο ισχύει και για το μεταξύ τους περιθώριο αναλόγως. Γιατί και αυτό θα πρέπει να έχει μέγεθος και πάντα να περισσεύει κάτι αναλόγως. Θα το πω μια για πάντα: δεν είναι δυνατόν να υπάρξει έσχατο μέρος κάποιου, ούτε του σώματος ούτε του περιθωρίου. Επίσης δεν μπορεί κάτι να υπάρξει από μόνο του. Έτσι αν υπάρχουν πολλά, είναι ανάγκη να είναι συγχρόνως μικρά και μεγάλα. Τόσο μικρά που να μην έχουν μέγεθος, τόσο μεγάλα που να είναι απείρου μεγέθους».
«Αν υπάρχουν πολλά είναι όμοια και ανόμοια με τον εαυτό τους»
Οι ορθολογιστές, παραμερίζοντας την αμφισημία των προτάσεων του Ζήνωνα, κρίνουν ότι ο Ζήνων ισχυρίζεται ότι τα Πολλά, λόγω της αντιφατικότητάς τους, δεν μπορούν να υπάρξουν. Αυτή όμως είναι μια απλουστευμένη αντίληψη η οποία πτωχαίνει τον πολυσήμαντο χαρακτήρα και την αμφισημία των λεγομένων του Ζήνωνα. Εγώ αντίθετα πιστεύω ότι: ο Ζήνων με την σχετικότητα Μεγάλου και Μικρού, Ενός και Πολλών, δείχνει ότι τα Πολλά με το Ένα συνιστούν μιαν έσχατη αντιφατική ενότητα, όπου η μία έννοια γεννά την άλλη, αλλά συγχρόνως την μάχεται κιόλας. Εκεί παρουσιάζεται το έσχατο υπόβαθρο του κόσμου, δηλαδή η Αντιφατικότητα Γυμνή, το ακίνητο και ακαριαίο, το Είναι ως Καθαυτή Ουσία, το Εν Δυνάμει Είναι που περιέχει όλα τα πρόσωπα του κόσμου και συγχρόνως κανένα. Η άποψη αυτή αντιστρατεύεται την άποψη του Λεύκιππου και του Δημόκριτου περί της ύπαρξης εσχάτων στοιχειωδών του κόσμου τα οποία δεν τέμνονται περαιτέρω τα οποία είχαν ονομάσει άτομα. Μολονότι η σύγχρονη επιστήμη γαλουχήθηκε με την άποψη αυτή και έκανε το πάν να τα βρεί δεν το κατάφερε. Αυτά που ονομάστηκαν άτομα απεδείχθει ότι ετέμνοντο, αλλά και τα τμήματα των ατόμων επίσης. Ο σύγχρονη επιστήμη έχει καταλήξει ότι όλα (η μάζα) μετετρέπονται σε ενέργεια (πυρ) και αυτή μετατρέπεται σε όλα.
«Το κινούμενο δεν κινείται ούτ’εκεί που βρίσκεται, ούτ’εκεί που δεν βρίσκεται».
Εδώ ο Ζήνων δεν αμφιβάλλει για την ύπαρξη της κίνησης, όπως ισχυρίζονται οι δοξογράφοι, ο Χέγκελ αλλά και η πλειονότητα από μας αφού μιλά για «κινούμενο», αλλά για τον τρόπο που δεχόμαστε ότι πραγματοποιείται η κίνηση και για τον τόπο στον οποίον εξελίσσεται.
Είπε ο Χέγκελ: «κάτι κινείται όχι γιατί τη μια στιγμή βρίσκεται εδώ και την άλλη αλλού, αλλά επειδή βρίσκεται συγχρόνως εδώ κι όχι εδώ, άρα η κίνηση είναι αντιφατική». Ο Χέγκελ εδώ παρουσιάζει την αντιφατικότητα της μετακίνησης αφού η ταυτότητα του κινουμένου δεν υποχρεούται ν’αλλάζει κατά τη διάρκεια της κίνησης. Αντίθετα, το κινούμενο σύμφωνα με τον Ζήνωνα, επειδή καταλύεται-συντιθέμενο όντας συνεχώς άλλο-αλλού, δεν μετακινείται αυτό το ίδιο πάνω σε κάποιο τόπο ούτε κατά τη διάρκεια του χρόνου, αλλά κινείται μέσα στον ίδιο του τον εαυτό αλλάζοντας (όντας Άλλο-Αλλού). Η κίνηση είναι αποτέλεσμα της αλλαγής δηλαδή του καταλυτικο-συνθετικού γίγνεσθαι. Όπως ακριβώς είδαμε στην πρόταση του Ηράκλειτο για την κίνηση. Επίσης συνάγουμε από την καταλυτική-συνθετότητα των όντων και από τα παράδοξά του ότι: Επειδή τα όντα είναι συνεχώς Άλλα-Αλλού, χρόνος γι’αυτά δεν είναι η διάρκεια αφού δεν διαρκούν ως ταυτότητες, αλλά ο ρυθμός επανάληψης (η συχνότητα) της ροής-αντιροής στοιχειωδών αείζωου φωτός μέσα τους και χώρος η διασπορά της ροής-αντιροής αυτών των στοιχειωδών (του μήκους κύματος).
Σύμφωνα με τον μεγάλο επιστήμονα και ανθρωπιστή Μπώμ: «Στη θεωρία του πεδίου, κάθε κίνηση στην κβαντομηχανική, περιγράφεται ως δημιουργία-καταστροφή των στοιχειωδών σωματίων. Εκεί η κίνηση ενός ελευθέρου σωματίου, περιγράφεται ως καταστροφή του σε ένα σημείο και δημιουργία άλλου-αλλού. Έτσι η κίνηση γενικά είναι δεκτή σαν μια σειρά θέσεων δημιουργίας-καταστροφής που συγχρόνως έχει ως αποτέλεσμα την αλλαγή». Δηλαδή η σύγχρονη επιστήμη δέχεται ότι στα έσχατα όρια του κόσμου μας τα λεγόμενα μικροσωμάτια καταλύονται-συντιθέμενα συνεχώς χάνοντας τη στατικότητα της θεωρούμενης ταυτότητάς τους.
Απ’αυτό βλέπουμε ότι η κβαντομηχανική συμφωνεί με την προσωκρατική υλιστική διαλεκτική του αληθινού καταλυτικο-συνθετικού Γίγνεσθαι και όχι με την εγελιανή ή όποια ιδεαλιστική του φαινομενικού γίγνεσθαι των σύγχρονων ευρωπαίων φιλοσόφων.
Η ΕΓΕΛΙΑΝΗ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ
Για να γίνει κατανοητή η μικρή μας συζήτηση πρέπει να γίνει μια συνοπτική αναφορά στη σχέση αντιθετικότητας-αντιφατικότητας κάτι που αφορά την εγελιανή διαλεκτική:
Αν ο ανθρωπος δεν είναι θεϊκό δημιούργημα, αλλά προϊόν του παγκόσμιου Γίγνεσθαι, πρέπει να περιέχει κωδικά γεγραμμένες στη δομή του, όλες τις στιγμές αυτής της πορείας. Έτσι η μορφή και η δομή του είναι πρόσωπα της καταγραφής αυτής. Ο εγκέφαλος λοιπόν του ανθρώπου, είναι καί αυτός μια κωδική δομική καταγραφή εμπειρίας και γνώσης της πορείας του κόσμου μέσα σε κάθε άνθρωπο. Υποθέτουμε ότι όλες αυτές οι καταγραφές, συνοψίζονται σε μια μικροδομική καταγραφή, τον κώδικα ζωής του ανθρώπου, δηλαδή το DNA του. Η καταγραφή αυτή, είναι μια γλώσσα μέσα μας η οποία δεν έχει ακόμα όλη διαβαστεί.
Κάθε εμπειρία που διοχετεύεται στον κληρονομικό γνωστικό μηχανισμό, απ'τη μια, τον διεγείρει και τον αφυπνίζει ξαναθυμίζοντάς του "αρχαίες" καταβολές που χάνονται βαθιά μέσα στους προγόνους, το ζώο και τη φύση, αποκωδικοποιώντας τις. Από την άλλη, η εμπειρία αυτή μη όντας απόλυτα ίδια με την αντιστοιχία της στον κληρονομικό γνωστικό μηχανισμό (αφού ο κόσμος συνεχώς αλλάζει), αναδιαμορφώνει-πλουτίζοντας την αρχαία καταβολή που βρίσκει. Έτσι την αποκωδικοποίηση που ακολουθεί με την είσοδο της εμπειρίας στον γνωστικό μηχανισμό, ακολουθεί μια νέα καταγραφή επανακωδικοποίησης ή συνειδητής κωδικοποίησης που αναδιαμορφώνει παράλληλα και την δομή του ίδιου του εγκέφαλου. Η πορεία της αποκωδικοποίησης του γνωστικού μηχανισμού και της επανακωδικοποίησής του ως συνειδητής, είναι η Λογική και η Συνείδηση, ενώ το μέρος του γνωστικού μηχανισμού που δεν έχει αποκωδικοποιηθεί παραμένοντας στη αρχική κατάσταση που ήταν κληρονομικά, είναι το συναίσθημα, η ενόραση και γενικά όλες οι ανεξήγητες (και για κάποιους θεωρούμενες μεταφυσικές) ιδιότητες του ανθρώπου, δηλαδή η Αισθητική. Σύμφωνα μ'αυτή την οντολογική άποψη "η γνώση είναι δυνατή", γιατί μέσω της εμπειρίας και της κριτικής αποκωδικοποιούμε την πορεία του κόσμου, όπως αυτή είναι πολυδιάστατα γεγραμμένη στον κληρονομικό γνωστικό μας μηχανισμό. Όλες οι δομές του ανθρώπινου γνωστικού κληρονομικού μηχανισμού είναι επανακωδικοποιημένες ξανά και ξανά, σε μια πορεία ατέλειωτη στον ανθρώπινο εγκέφαλο. Τονίζω λοιπόν ότι με την αποκάλυψη του DNA, ως “εκ των προτέρων κληρονομική δυνατότητα γνώσης και δράσης” όλη η συζήτηση που περιστρέφεται γύρω απ’τους όρους της μεταφυσικής ως επιστήμης και της σχέση της με την νόηση καταρρέει. Η νόηση και οι όροι της μεταφυσικής δεν μπορούν πλέον να σχετίζονται, αφού η σύγχρονη επιστήμη το απαγορεύει. Έτσι όλη αυτή η φιλολογία περί των όρων και των προτεινόμενων μηχανισμών της ενδοϋποκειμενικότητας, της εσωτερικότητας ή και ότι αφορά στους “μηχανισμούς” της ψυχολογίας ή και της ίδιας της ψυχής, σε σχέση με τη νόηση ή ακόμα και την ανθρώπινη συμπεριφορά, έχει πέσει στο κενό χάνοντας το νόημά της, αφού πλέον είναι αντικείμενο της νευροβιολογίας.
Επειδή λοιπόν η «εκ των προτέρων κληρονομική γνωστική δυνατότητα», που είναι η ίδια η δομή και η φύση του όντος, ως καταγραφή του παγκόσμιου γίγνεσθαι, είναι μια εμπειρική κληρονομική συσσώρευση, γι’αυτό η Νόηση εισπράττει την εμπειρία ακριβώς όπως αληθινά είναι. Άρα ο κόσμος είναι αυτός που ερχόμαστε σε άμεση επαφή και δεν έχει σχέση με καθαρές ή καθαυτές ιδέες ούτε με κάποιου είδους φαινομενικότητα που αντανακλάται από κάποιον κρυφό αιώνια αναλλοίωτο και γι’αυτό αληθινό κόσμο. Παρ’όλα αυτά η οντολογική αυτή άποψη συνεχίζει να γίνεται κατανοητή με δύο διαλεκτικούς τρόπους που εξαρτώνται από το πως αντιλαμβάνεται κάποιος τον κόσμο:
Α. Η Αντιθετική Διαλεκτική (παρμενείδια) δέχεται ότι στο βάθος ο κόσμος κι η γλώσσα που τον περιγράφει συντίθεται από μια σειρά έσχατα αναλλοίωτα στοιχειώδη (γνώσιμα ή όχι), τα οποία αλληλεπιδρώντας δεν παραβιάζουν τα όρια μεταξύ τους, συνιστώντας φαινομενικό-δυναμικό-διαφορικό κλειστό ορθολογικό λογικο-γλωσσικό σύστημα. Τα έσχατα που συνιστούν αυτό το κλειστό λογικο-γλωσσικό σύστημα από μια στιγμή και μετά, προϋποθέτουν λειτουργώντας την επανάληψη μιας συγκεκριμένης, πεπερασμένης σειράς παιγνίων που θα μπορούσαν να ονομαστούν «συνθετικά πρότυπα του τέλους». Αυτά βρίσκονται εκ των προτέρων εκεί περιμένοντας την πραγματοποίησή τους από τη λειτουργία της εξελικτικής πορείας αυτού του φαινομενικού συστήματος. Αυτός είναι ένας κόσμος αντικειμενικότητας, κλειστός, πεπερασμένος, τελεολογικός με προκαθορισμένους όρους κι όρια, ο οποίος προϋποθέτει την ύπαρξη ενός κόσμου ιδεών του οποίου το φαινομενικό γίγνεσθαι περιμένει ν’αναφανεί απ’την εξέλιξη της λειτουργίας αυτού του δυναμικού συστήματος.
Β. Η Αντιφατική Διαλεκτική (ηρακλειτική) δέχεται ότι ο κόσμος και η γλώσσα που τον περιγράφει, είναι Όλον σε συνεχή εξέλιξη, το οποίο δεν συντίθεται από έσχατα αναλλοίωτα στοιχειώδη, μα από αντιφατικά κι αυτοαναιρούμενα. Αυτά αλληλεπιδρώντας δεν αφήνουν απαραβίαστα περιθώρια μεταξύ τους. Σ’αυτόν τον αντιφατικό κόσμο κάθε γεγονός για να υπάρχει καταλύεται-συντιθέμενο από άλλα υπογεγονότα κατώτερου επιπέδου, τα οποία υπάρχουν με τον ίδιο τρόπο κι αυτό επ’άπειρον, δηλαδή ως το έσχατο επίπεδο του κόσμου, που είναι το εν δυνάμει Είναι, η γυμνή αντιφατικότητα του Ζήνωνα.
Για να βρίσκεται το στοιχειώδες σε συνεχή καταλυτική-συνθετότητα, διέρχεται μέσα του συνεχής ροή-αντιροή υπογεγονότων, τα οποία περνώντας απ’το γεγονός ταξιδεύουν στο σύμπαν και αλληλεπιδρώντας μ’αυτό, επιστρέφουν πίσω στο γεγονός αλλαγμένα, αλλάζοντας αναλόγως και το γεγονός. Επειδή το σύμπαν του Αναξίμανδρου, του Ηράκλειτου και του Ζήνωνα είναι άπειρο, η διαδρομή αναχώρησης-επιστροφής των υπογεγονότων στο σύμπαν δεν είναι απόλυτα κυκλική αλλά πυκνή σπειροειδώς ελλειπτική. Έτσι τα υπογεγονότα επιστρέφοντας, δεν επαληθεύουν απόλυτα το γεγονός, στη θέση που υπήρχε αλλά το επαληθεύουν-διαψεύδοντάς το. Δηλαδή επαληθεύουν διαδοχικά το γεγονός λίγο πιο κεί, αφού το γεγονός καταλύεται-συντιθέμενο, όντας Άλλο-Αλλού. Δηλαδή για τον λόγο αυτό κινείται αλλάζοντας θέση κιόλας. Με την καταλυτικο-συνθετική διαδικασία αυτή τα όρια του στοιχειώδους παραβιάζονται συνεχώς, έχοντας αντιφατική φύση και περιέχοντας κάθε φορά στιγμιαία και ακαριαία το Όλον μ’έναν δικό του τρόπο. Αυτός ο τρόπος είναι ο κώδικας καταγραφής του κόσμου όπως ενεγράφει στο στοιχειώδες γεγονός από την αναχώρηση των υπογεγονότων του στο σύμπαν, την αλληλεπίδρασή του μ’αυτό και την επιστροφή τους απ’αυτό. Δηλαδή όπως αυτό το γεγονός έχει εξελιχθεί ως τη στιγμή της μορφοποίησής του, περιέχοντας με τρόπο δαιδαλώδη και παράκεντρο όλες τις στιγμές και τα πρόσωπα του έως τότε κόσμου.
Αντιφατικά ο κόσμος είναι Ένα-Όλον-Ανοικτό, μια Γλώσσα σε συνεχές Γίγνεσθαι, όπου κάθε στοιχειώδες του περιέχει μέσα του τη δυνατότητα του ανεπανάληπτου και του άπειρου, όντας αποτέλεσμα του εαυτού του.
ΜΙΑ ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΣΤΗΝ ΕΓΕΛΙΑΝΗ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ, ΑΠΟ ΠΡΟΣΩΚΡΑΤΙΚΗ ΟΠΤΙΚΗ ΓΩΝΙΑ
Η εγελιανή “Επιστήμη της Λογικής” είναι ένα αριστούργημα σοφιστικής ρητορείας που ανέλαβε να μας πείσει, μέσα από δαιδαλώδεις προσδιορισμούς, ότι το παγκόσμιο υλικό γίγνεσθαι που ερχόμαστε σ’άμεση επαφή, είναι κάποια φαινομενική αντανάκλαση μιας κρυφής πραγματικότητας, που η αναγωγή της σε καθαυτή και ιδεατή Λογική θα μας οδηγήσει στην αλήθεια. Στην εργασία αυτή το φαινομενικό γίγνεσθαι με μιαν ανακόλουθη λογικά μηδενολογία, ξεκινά απ’το Μηδέν ως καθαρό και καθαυτό και καταλήγει στο Απόλυτα προσδιορισμένο Είναι, έτσι ώστε να αναφαίνεται η θεϊκή παρέμβαση, αφού το βαθύτερο νόημα του έργου είναι θεολογικό. Επίσης στην εξέλιξη της ακολουθίας του έργου, η αντιφατικότητα του Γίγνεσθαι επιμελώς κι ευφυώς μετατρέπεται σ'αντιθετικότητα, δίνοντας υφέρπουσα, αλλά σαφή αναφορά στον ορθολογισμό. Γι’αυτό πολλές θεμελιακές προτάσεις του, ακολουθώντας δύο λογικο-γλωσσικές συντάξεις συγχέονται τόσο, που δεν υπακούουν ούτε στον ορθολογισμό ούτε στην διαλεκτική. Επίσης η εξ’αρχής αποδοχή απ’τον Χέγκελ της αναντιστοιχίας Λογικής και Πραγμάτων, δεν της επιτρέπει να είναι ούτε Επιστήμη, ούτε Λογική, αλλά κι ο ιδεαλισμός της, της απαγορεύει να είναι Διαλεκτική. Μολονότι λοιπόν υπήρξε μία απ’τις ευφυέστερες φιλοσοφικές συλλήψεις, έβλαψε όσο τίποτε άλλο την διαλεκτική σκέψη. Επίσης δεν μπόρεσε να γίνει εργαλείο επιστημονικής έρευνας.
Για την κατανόηση του έργου ο αναγνώστης πρέπει εξ’αρχής να έχει στο νου τις ακόλουθες θεμελιακές προτάσεις απ’όπου αναδύονται κι οι προθέσεις του Χέγκελ:
―Α. ß 1 σελ. 53: Η Φιλοσοφία έχει βέβαια κατ’αρχήν κοινά αντικείμενα με τη θρησκεία. Κι οι δύο τους έχουν αντικείμενό τους την αλήθεια, με το ύψιστο νόημα της λέξης, δηλαδή ότι ο θεός και μόνον αυτός είναι η αλήθεια. Επιπλέον πραγματεύονται κι οι δυο τους την περιοχή του πεπερασμένου: τη Φύση και το Ανθρώπινο Πνεύμα, τη σχέση του ενός πρός το άλλο και προς το Θεό ως αλήθεια τους.
―Β. ß 88 σελ. 216. ...Πρέπει λοιπόν να εκπλήσσεται κανείς, ακούοντας στην εποχή μας προτάσεις, όπως "από το τίποτα δεν γίνεται τίποτα ή μόνον από κάτι μπορεί να γίνει κάτι", χωρίς να συνειδητοποιείται ότι αυτές είναι το θεμέλιο του Πανθεϊσμού και της Αθεΐας…
―Α. Β. Εδώ ο Χέγκελ στη θέση της λογικής τοποθετεί την παλαιά διαθήκη και μάλιστα με φανατισμό αφού ο πανθεϊσμός και η αθεΐα τον εκπλήσσει αρνητικά. Επίσης αφού ο Χέγκελ
γνωρίζει την αλήθεια που είναι ο θεός και μόνον ο θεός, γιατί μπαίνει στον κόπο να διατυπώσει τη λογική του, που θα μας οδηγήσει σε κάτι που ήδη γνωρίζουμε;
Διαλεκτικά ούτε η φύση ούτε ο άνθρωπος θεωρούνται πεπερασμένα, αφού σύμφωνα με τον Αναξίμανδρο όλα βρίσκονται σε εξέλιξη και ακριβώς γι'αυτό είναι Εν Δυνάμει άπειρα.
Δηλαδή ενώ το Μεγάλο είναι το ποσοτικό άπειρο, το μικρό και στοιχειώδες αλλάζοντας συνεχώς, είναι δυναμικά και ποιοτικά άπειρο.(Αρχή και στοιχείον των όντων το άπειρον).
Επίσης όπως λέει ο Ηράκλειτος: "αυτόν τον κόσμο που είναι ίδιος για όλους, δεν τον έφτιαξε ούτε θεός, ούτε άνθρωπος, αλλά ήταν, είναι και θα είναι αείζωον πυρ που ανάβει-σβήνοντας με μέτρο. Έτσι σύμφωνα με τους προσωκρατικούς:ο κόσμος υπήρχε από πάντα κι έτσι δεν μπορεί να γεννηθεί απ'το μηδέν από κάποιον θεό που δεν υπάρχει.
―Γ. ß 8 σελ 68: Τίποτα δεν υπάρχει στην αίσθηση που να μην περιέχεται στη νόηση. Με τη έννοια ότι ο Νους και με βαθύτερο όρο το πνεύμα είναι η αιτία του κόσμου.
(Άποψη που φλερτάρει με τον σολιψισμό).
―Δ. ß 40 σελ. 122: Η κριτική φιλοσοφία θεωρεί την εμπειρία ως Μοναδική βάση των γνώσεων, δεν θεωρεί όμως ότι είναι αλήθειες, αλλά μόνο γνώσεις φαινομένων.
(Θεμελιακή άποψη του Παρμενίδη: “–Περί Φύσεως”).
―Ε. β 84 σελ.201: Δεν πρέπει το Πράγμα (η ουσία του κόσμου), να φέρει το ελάττωμα της Αντίφασης. Αυτό πρέπει ν'αποδοθεί στη λογική ικανότητα, την ουσία του πνεύματος.
(Πλατωνικός διάλογος "Παρμενίδης").
―Γ. Αν όπως λέει “η Νόηση και το Πνεύμα είναι η αιτία του κόσμου” ή τουλάχιστον προηγείται από την εμπειρική πραγματικότητα, τότε ο βασικός ισχυρισμός του ότι το Νοείν ξεκινά απ’το Μηδέν, δε στηρίζεται πουθενά, αφού “το Νοείν ως αιτία του κόσμου” θα υπήρχε πάντα και πριν απ'όλα. Έτσι η διαλογική του ακολουθία περί του Γίγνεσθαι, δηλαδή ο ισχυρισμός του ότι το Γίγνεσθαι είναι η ενότητα του καθαρού και καθαυτού Είναι με το καθαρό και καθαυτό Μηδέν, ήδη απ’τους δικούς του αρχικούς ισχυρισμούς, αναιρείται.
―Δ. Απ’αυτό συνάγουμε ότι: το Είναι συνίσταται από ιδεατά άγνωστα Πράγματα Καθαυτά, ενώ το αντιφατικό φαινομενικό γίγνεσθαι των εμπειριών, που κατά το Χέγκελ μόνο μ’αυτό μπορούμε να έλθουμε σ’επαφή, είναι ψευδές κι αρνούμεθα την αλήθεια του.
―Ε. Επειδή όμως κατ'αυτόν, ερχόμαστε εμπειρικά σ’επαφή μόνο με την αντιφατική φαινομενικότητα κι όχι με τα Πράγματα Καθαυτά που δεν αντιφάσκουν, η λογική αντιφάσκοντας, είναι αναντίστοιχη με την πραγματικότητα.
―Ζ. β 6 σελ. 61: Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η φιλοσοφία έχει περιεχόμενο αυτό που παράγεται και παράγει τον εαυτό του μέσ’την περιοχή της πνευματικής ζωής, έτσι που να γίνει ο εξωτερικός κι ο εσωτερικός κόσμος, κόσμος της συνείδησης κι η Πραγματικότητα να είναι το περιεχόμενο αυτό. Μάλιστα η συμφωνία με την πραγματικότητα μπορεί να θεωρηθεί τουλάχιστον, σαν ένα εξωτερικό κριτήριο της αλήθειας της Φιλοσοφίας. Έτσι πρέπει να θεωρηθεί ως ανώτατος και τελικός σκοπός αυτής της λογικής επιστήμης, η συμφιλιώση της αυτοσυνειδητοποιημένης λογικής ικανότητας με την υπαρκτή λογική ικανότητα, την πραγματικότητα.
―Η. ß 24. σελ 102: …οι σκέψεις μπορούν να ονομαστούν αντικειμενικές κι ανάμεσά τους οφείλουν να περιληφθούν κι οι μορφές, οι οποίες εξετάζονται καταρχήν μέσα στη συνηθισμένη Λογική, (την Τυπική) και εκλαμβάνονται συνήθως ως μορφές της συνειδητής νόησης… Η λογική συμπίπτει με την Μεταφυσική, αφού συλλαμβάνει τα πράγματα μέσ’τις σκέψεις που εκφράζουν την ουσία των πραγμάτων.
―Ζ και Η. Δηλώνει ότι Ανώτατος και τελικός σκοπός του έργου, είναι η συμφιλίωση της αυτοσυνειδητοποιημένης, αντιφατικής και φαινομενικής λογικής ικανότητας, με την υπαρκτή Λογική της πραγματικότητας (τον ορθολογισμό). Έτσι μολονότι προτίθεται να παρουσιάσει την Διαλεκτική Λογική του, δε θ’αποχωριστεί ποτέ τις βασικές αρχές του ορθολογισμού. Αυτό θα διαπιστώνουμε συνεχώς κατά την ανάπτυξη των προσδιορισμών του, αλλά και κατά τη διατύπωση των “αρχών της Διαλεκτικής Λογικής” του, όπου μετασχηματίζει τις θεμελιώδης προτάσεις της μ’επιμέλεια από αντιφατικές σ’αντιθετικές δίνοντας συνεχή αναφορά στον ορθολογισμό.
Στο Ζ ξαναδιαπιστώνουμε ότι γεφυρώνει τη λογική του με την τυπική ορθολογικότητα και πατώντας εκεί να συνεχίζει το αυθαίρετο και α-νόητο ταξίδι του στη Μεταφυσική, χαρακτηρίζοντας τη σκέψη “ουσία των πραγμάτων”. Επίσης μολονότι μας πληροφόρησε ότι η λογική του δεν αντιστοιχεί με την πραγματικότητα της φύσης των πραγμάτων, μας μιλά για μιαν άλλη Πραγματικότητα η οποία περιέχεται στη συνείδηση. Αυτή η πραγματικότητα της συνείδησης όμως, είναι αποτέλεσμα της φαινομενικής αντιφατικότητας που σύμφωνα με τη δική του άποψη, δεν πρέπει να είναι αληθινή πραγματικότα αλλά φαινομενική. Αλλά κι η "ουσία των πραγμάτων που περιλαμβάνεται στη σκέψη", αφού ως σκέψη σύμφωνα με τις αντιληψεις του "φέρει το ελάττωμα της αντίφασης", δε μπορεί να είναι η ουσία των πραγμάτων.
―Θ. ß 19. σελ 92: Η Λογική είναι η επιστήμη της Καθαρής Ιδέας, δηλαδή της ίδέας μέσα στο αφηρημένο στοιχείο της νόησης.
―Ι. ß 87. σελ. 206: Το καθαρό Είναι, είναι η καθαρή αφαίρεση άρα το απόλυτα αρνητικό που λαμβανόμενο άμεσα είναι το Μηδέν.
―Θ.Ι. Ο Χέγκελ υιοθετεί την καντιανή άποψη περί της “Καθαρότητας της Λογικής”, που βασίζεται στην “εκ των προτέρων γνωστική δυνατότητα του όντος” η οποία είναι η βάση της Μεταφυσικής. Έτσι που να μπορεί “ο Νους με το βαθύτερο νόημα, να είναι η αιτία του κόσμου κι ο κόσμος της συνείδησης να είναι το περιεχόμενο της πραγματικότητας”. Και ίσως γι’αυτό θέλει η λογική του να ξεκινά απ’το προεμπειρικό Καθαρό και Καθαυτό Είναι, που ως απροσδιόριστο, συμπίπτει με το Καθαρό και Καθαυτό Μηδέν. Κάτι που γεννά ερωτήματα αφού αυτός ο ισχυρισμός δεν μπορεί πια να γίνει αποδεκτός απ’τον σύγχρονο άνθρωπο.
Ο Ιδεαλισμός, στην Παρμενίδεια και Πλατωνική μορφή του, έχει ένα διαλογικό άλλοθι. Μάλιστα προτείνει απρόσκοπτα τον ορθολογισμό σαν τρόπο από τα γνωστά να πάμε μέσω της λογικής με βεβαίοτητα στα άγνωστα. Δηλαδή αφού δεχθούμε ότι η αντίφαση που Είναι-ΜηΌντας, περιέχει μέσα της το Μη-Είναι ψεύδεται, να προχωρήσουμε πατώντας μόνο στο Είναι που είναι αληθές. Έτσι το γίγνεσθαι και το όλλυσθαι θεωρούνται ψευδή, φαινομενικά και άρα αναξιόπιστα για να στηρηχτεί πάνω του μια αληθινή Λογική. Και όλο αυτό βέβαια οργανώνεται από τον Παρμενίδη σε αντίθεση προς την ηρακλειτική Διαλεκτική, η οποία δέχεται ότι το γίγνεσθαι είναι αληθινό. Δηλαδή επειδή τα όντα καταλύονται-συντιθέμενα, είναι αντιφατικά και γι' αυτό υπόκεινται στο αληθινό γίγνεσθαι.
Ο Χέγκελ λοιπόν τι κάνει; Αποδέχεται την αντιφατικότητα των όντων ως φαινομενική κι αντί ν'ακολουθήσει τον ορθολογισμό που αποκαθάρει τη σκέψη από την αντιφατικότητα, δημιουργεί μια διαλεκτική η οποία διερευνά τη φαινομενικότητα του Είναι, του Κόσμου και των όντων και καμαρώνει ότι τελικά καταλίγει στη συμφιλίωση των δύο λογικών, δηλαδή του προϋπάρχοντος ορθολογισμού και της διαλεκτικής. Δήλαδή φεύγει απ'το Παγκράτι και πάει στον Πειραιά μέσω Θεσσαλονίκης, γι'αυτό και το διαλεκτικό του τυπικό όργανο δεν μπόρεσε να λειτουργήσει δίνοντας λογικά συμπεράσματα, αλλά απλώς επιβεβαιώνει κάποια συμπεράσματα που δεν αρνείται ούτε ο ορθολογιαμός στη δυναμική του μορφή. Προτείνω λοιπόν ν'αναζητήσουμε τη διαλεκτική στους προσωκρατικούς.
Ο Χέγκελ θεωρώντας τον προσωκρατικό συνοπτικό λόγο απλοϊκό, αφού στην εποχή του οι σπουδαίοι συλλογισμοί έπρεπε να είναι δαιδαλώδεις, παρεννόησε την αμφισημία των διαλεκτικών προτάσεών τους. Αυτό έβλαψε πάρα πολύ την ανάπτυξη της διαλεκτικής του. Έτσι κρίνοντας τις απόψεις του Ζήνωνα “περί κίνησης”, ακολουθεί κατά γράμμα τις ερμηνείες των δοξογράφων, εκ των οποίων οι περισσότεροι ήταν κατώτεροι των περιστάσεων. Μιας εξαρχής λοιπόν μαζί με αυτούς, συγχέει τις απόψεις του Ζήνωνα μ’αυτές του Παρμενίδη, θεωρώντας ότι αυτός ο δαιμόνιος διανοητής ήταν ποτέ δυνατόν να είναι φερέφωνο κάποιου, ακόμα κι αν αυτός ήταν ο μέγας Παρμενίδης. Έτσι ο Χέγκελ έχασε το πλεονέκτημα να γνωρίσει τι αλήθινα εννούσε ο Ζήνων, με τον ισχυρισμό: Tο κινούμενο δεν κινείται ούτε στον τόπο που βρίσκεται, ούτε στον τόπο που δεν βρίσκεται.
Είχε πει “μεγαλοφυώς” ο Χέγκελ, πως "κάτι κινείται όχι επειδή βρίσκεται μια στιγμή εδώ και μιαν άλλη πιο κει, αλλά επειδή το κινούμενο βρίσκεται συγχρόνως εδώ κι όχι εδώ" και τόνισε ότι "η κίνηση είναι αντιφατική".
Η αντιφατικότητα της κίνησης φυσικά απασχολούσε τους διανοητές της αρχαιότητας και γι’αυτό ο Ζήνων μιλά “για κινούμενο που δεν κινείται σε τόπο”. Οι σχολαστικοί όμως, ως ορθολογιστές, παγιδεύτικαν αμέσως, όπως καί ο Χέγκελ, αποφαινόμενοι ότι ο Ζήνων απορρίπτει την έννοια της κίνησης. Ο Ζήνων όμως δεν αμφιβάλλει αν το κινούμενο κινείται αλλά για τον τόπο και τον τρόπο που κινείται και για τη φύση του κινουμένου. Φαίνεται ότι κάποιος "Χέγκελ" της εποχής του Ζήνωνα προσεγγίζοντας απλοϊκά την αντιφατικότητα της κίνησης, τη θεώρησε όπως ο Χέγκελ αντιφατικότητα της μετακίνησης. Ο Ζήνων έθεσε το θέμα σε διαφορετική βάση: Η κίνηση για τον Ζήνωνα όπως και τον Ηράκλειτο, είναι το γίγνεσθαι κι η αλλαγή. Τα πράγματα δεν κινούνται αυτά τα ίδια, αφού για να μπορούν να υπάρχουν, καταλύονται-συντιθέμενα από άλλα στοιχειώδη. Αυτά τα στοιχειώδη διέρχονται μέσα τους, πραγματοποιώντας τα συνεχώς ως Άλλα-Αλλού, όμοια κι ανόμοια με τον εαυτό τους. Έτσι "το κινούμενο δεν κινείται ούτε στον τόπο που βρίσκεται, ούτε στον τόπο που δεν βρίσκεται", αλλά αληθινά κινείται μέσα στον εαυτό του, όντας συνεχώς Άλλο-Αλλού, όμοιο κι ανόμοιο με τον εαυτό του και τα άλλα. Και γι’αυτό το λόγο ο Ζήνων με τα παράδοξά του έδειξε ότι ο χρόνος ως διάρκεια πραγματικά δεν υπάρχει, ούτε ο χώρος ως συγκεκριμένη και γενική έκταση που επάνω της εξελίσσεται το γίγνεσθαι. Χρόνος αληθινά είναι η συχνότητα επανάληψης χωρικών μέτρων σε θέση και χώρος το μήκος κύματος ή η έκταση διασποράς των χωρικών μέτρων που συνιστούν-καταλύοντας κάποιο γεγονός. Έτσι ούτε και η ταχύτητα με τον τρόπο που την θέλουμε μπορεί να υπάρχει, αφού το γεγονός είναι συνεχώς Άλλο-Αλλού, μη μπορώντας να έχει ταχύτητα μετακίνησης. Η ταχύτητα πλέον θα πρέπει να αναζητηθεί στη διαδικασία αλλαγής της ταυτότητας κάποιου γεγονότος μέσα σε κάποιο σύστημα. Ο Χέγκελ αντιλαμβάνεται πολύ διαφορετικά και πιο πτωχά την αντίφαση απ'ότι οι προσωκρατικοί. Τελικά με την "άρνηση της άρνησης" τη μετετρέπει σε αντίθεση. Εδώ τονίζω ότι η αντίφαση είναι Αρνητική-Κατάφαση κι όχι Αρνητική-Άρνηση.
Είμαι της γνώμης ότι ο Χέγκελ ξεκινώντας από την φαινομενική αντιφατικότητα της διαλεκτικής του, μέσα από μια κοπιαστική πορεία καταλήγει σ'ένα δυναμικό ορθολογισμό. Αυτός όμως ο δυναμικός ορθολογισμός έχει ήδη ολοκληρωθεί, πριν τη γέννησή του, με μαθηματικά θεωρήματα που τον επικουρούν από την εποχή των Αρχιμήδη, Γαλιλαίου, Λάιμπνιτς και Νεύτωνα και ακόμα μετά τη γέννησή του, από τους Λομπετσέφσκι, Γκαους, Ρήμαν και φυσικά άλλους που δεν γνωρίζω. Αυτόν τον δυναμικό ορθολογισμό ο οποίος μοιάζει πολύ με διαλεκτική, αφού "βλέπει" και καταστάσεις εν τω γίγνεσθαι, αλλά όχι μέσα στον σκληρό πυρήνα της ταυτότητας, πολλοί διανοητές θεωρούν διαλεκτική και μαζί μ' αυτούς ίσως, χωρίς να το γνωρίζει, και ο Χέγκελ.
Η Διαλεκτική αντιλαμβάνεται τον κόσμο και τα γεγονότα του σε συνεχή καταλυτική-συνθετότητα, έτσι που φαντάζει χαοτική, αλλά η σύγχρονη επιστήμη στο χώρο του πολύ μικρού συμφωνεί μαζί της. Στο έργο του "Η Δυναμική του Ελαχίστου", ο διακεκριμένος διανοητής της αριστεράς Ε. Μπιτσάκης μας πληροφορεί ότι σύμφωνα με τον μεγάλο επιστήμονα και ανθρωπιστή Μπωμ: Στην κβαντομηχανική, η θεωρία του πεδίου περιγράφει την κίνηση των στοιχειωδών σωματίων, ως δημιουργία-καταστροφή τους. Έτσι αν ένα ηλεκτρόνιο υποστεί σκέδαση από την αρχική του πορεία σε διαφορετική, αυτό το περιστατικό περιγράφεται ως "καταστροφή" αυτού του ηλεκτρονίου και "δημιουργία" άλλου που κινείται σε νέα κατεύθυνση. Δηλαδή δεν υπάρχει σωμάτιο που να διατηρεί πάντα την ταυτότητά του. Έτσι αν δούμε την παράσταση του πεδίου κίνησης ενός ελευθέρου σωματίου βαθύτερα, διαπιστώνουμε ότι η κίνησή του περιγράφεται μαθηματικά ως μια σειρά καταστροφής-αναδημιουργίας που έχει συγχρόνως ως αποτέλεσμα τη συνεχή αλλαγή του σωματίου μέσ’το χώρο.
Και βέβαια έχει πει ο Ηράκλειτος: Την ίδια ουσία δεν ξαναγγίζουμε γιατί όλ’αλλάζουν βίαια και γρήγορα, φεύγουν-επιστρέφοντας. σκορπάνε-μαζεύοντας, Είναι-ΜηΌντας, καταλύονται-συντιθέμενα. Και ο Ζήνων: Το κινούμενο δεν κινείται ούτε στον τόπο που βρίσκεται ούτε στον τόπο που δεν βρίσκεται. (Αλλά κινείται αληθινά μέσ'τον εαυτό του συνεχώς αλλάζοντας).
Διαπιστώνουμε λοιπόν ότι η σύγχρονη επιστήμη αντιλαμβάνεται την συμπεριφορά των κβαντικών γεγονότων όπως ο Ηράκλειτος κι ο Ζήνων.
Για περισσότερες λεπτομέριες περί διαλεκτικής στην ανάρτησή μου "Διαλεκτική Υλιστική Σκέψη"
thodoroskavasis.blogspot.com
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου