ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΤΕΧΝΗ
ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΤΕΧΝΗ
Α. Η θεολογία. ―Ο λόγος περί Θεού ή ο Θεού λόγος―;
―Το μικρό αυτό δοκίμιο αφορά στο αν μπορεί να υπάρξει θεολογική επιστήμη και τι θα μπορούσε να είναι αυτή η δραστηριότητα―.
Όταν η θεολογία είναι “χαμηλού επιπέδου”, τότε έχει μια γραφική απλοϊκότητα που άμεσα στηρίζεται στην πίστη. Αυτό έχει μια βάση νομιμότητας και δεν προσβάλλει κανέναν, αφού τελικά το ερώτημα αν υπάρχει θεός ή όχι μπορεί ν’απαντηθεί αρνητικά ή θετικά χωρίς ατράνταχτες αποδείξεις. Είναι θέμα πίστης. Από κει και πέρα ο πιστός θεωρώντας πάλι με γνώμονα την πίστη, πως ο Θεός είναι πανάγαθος, πάνσοφος κλπ. οργανώνει μιαν ιδεολογία ανάλογη μ’αυτό που πιστεύει ότι θα ήταν ταιριαστό στην αντιληψή του περί του Θεού. Όλη αυτή η δραστηριότητα όταν δεν είναι αντικοινωνική και καταπιεστική απένατι στους άλλους δεν μπορεί ούτε είναι ανάγκη να γίνει αντικείμενο κριτικής αντιπαλότητας. Είναι ακριβώς αυτό που είναι. Η κατάσταση όμως αλλάζει όταν οι ιεράρχες και οι θεολόγοι αρχίζουν να ορίζουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, απαράβατους κανόνες διαγωγής των πιστών και μάλιστα ορίζουν και τιμωρία όταν τους παραβούν αφού θεωρούν αυτούς τους κανόνες θέλημα του Θεού. Έτσι σιγά σιγά αρχίζουν να υποκαθιστούν τον ίδιο τον Θεό. Μετά απ’αυτό, επόμενο βήμα είναι η διερεύνηση της οντολογικής υπόστασης του Θεού. Με τη διερεύνηση αυτή αρχίζει να συντίθεται ένα πολύπλοκο μυστικιστικό πλέγμα αντιλήψεων που όντας μέσα στο χώρο του άρρητου διαχειρίζεται έννοιες που δεν νοούνται και δε λέγονται. Δηλαδή το όνομα του Θεού αρχίζει να γίνεται διαλογικό και διαισθαντικό ηδονικό παίγνιο απ’τους κοινωνούς στη θεολογική δραστηριότητα. Αν δεν απατώμαι υπάρχει μια από τις δέκα εντολές που απαγορεύει τη χρήση του ονόματος ή της έννοιας του Θεού επί ματαίω.
Από κει και πέρα ο διανοούμενος που αρχίσει να θεολογεί ασκεί μια βέβηλη αλαζονική και υβριστική πρακτική, αφού βάζοντας τον λόγο του θεού στο στόμα του προσβάλλει υποτιμώντας τον ίδιο το θεό. Δείχνει λοιπόν με την πρακτική του ότι ο θεός αδυνατεί να επικοινωνήσει με τα δημιουργήματά του έχοντας την ανάγκη της μεσολάβησης του σοφού θεολόγου. ααααο θεολογος ξεχνά ή σκόπιμα παραβλέπει ότι υπάρχει η καινή διαθήκη, όπου ο ίδιος ο Ιησούς ο υιός του θεού ορίζει την διαγωγή του πιστού. Ο Λόγος του Χριστού παραβιάζει αρκετούς ρεαλιστικούς κανόνες της Ιουδαϊκής πίστης, όπως αυτούς περί τιμωρίας κι αντεκδίκησης, όπου ακριβώς στην παραβίαση αυτών των κανόνων ορίζεται η συμπεριφορά του πιστού χριστιανού, η οποία δεν αφήνει περιθώρια για θεολογία και φιλοσοφική ηδονή.
Το πνεύμα του χριστιανισμού όντας αφοπλιστικά απλό αποτείνεται σε πτωχούς κι αγράμματους, αλλά γενικά στους «πτωχούς τω πνεύματι». Αφού αν είναι κατανοητό από αυτούς είναι κατανοητό από όλους. Απλά πράγματα ως προς την κατανόηση αλλά πολύ δύσκολα στην εφαρμογή, αφού ο πιστός πρέπει να υπερβεί τον Εαυτό και να ενδυθεί τον Άλλον τον πλησίον: «αγάπα τον πλησίον σου σαν τον εαυτό σου», «αν σε ραπίσει κάποιος γύρισε και την άλλη παριά», «αν έχεις δύο χιτώνες να δώσεις τον έναν σ’αυτόν που δεν έχει». Αυτά συνιστούν την ουσία του χριστιανισμού και αποτρέπουν με την απλότητά τους από κάθε άλλη μεγαλόστομη κομπορρημοσύνη, ενώ όλα τα άλλα έχουν λεχθεί κι από άλλους ίσως καλύτερα.
Αν οι μέτοχοι της χριστιανικής πίστης, που είναι οι ιερείς και οι κοινωνοί της θείας μετάληψης, ασκήσουν το καθήκον που ανέλαβαν μεταλαμβάνοντας το σώμα και το αίμα του ιερού θύματος που είναι ο Χριστός, δηλαδή να τον ακολουθήσουν ως το θάνατο, τότε όλα τα άλλα είναι περιττά. Ο λόγος του Χριστού είναι απλούστατος, έτσι που να μην επιδέχεται διάφορες ερμηνείες. Η χριστιανική θεολογία λοιπόν είναι προσβλητική προς το πνεύμα του Ιησού και προς αυτόν τον ίδιον αφού όσοι τον ερμηνεύουν τον υποτιμούν ως απλοϊκό ή προτίθενται να τον υποκαταστήσουν ως πιο ευφυείς. Οι οραματιστές και οι διανοούμενοι ας αφήσουν την γραφίδα και ας αναμειχθούν με το ανώνυμο πλήθος, ανώνυμοι και ας ανακουφίσουν πληγές. Ίσως εκεί από διαφορετικούς δρόμους, να συναντηθούν αληθινοί χριστιανοί, αληθινοί κομμουνιστές και πάγανες τραγικοί. Κάτω από το ήθος της ανθρωπιάς και της αυτοθυσίας.
Τίθεται λοιπόν το ερώτημα “αν ο θεός επικοινωνεί με τους πιστούς αλλά και με τους απίστους που υποτίθεται ότι είναι δημιουργήματά του”. Η απάντηση σ’αυτό το ερώτημα (που μπορεί να είναι και να μην είναι μέσα στα όρια της πίστης για την ύπαρξης του θεού) δίδεται πλέον επιστημονικά: Άσχετα αν το ανθρώπινο ον είναι θεϊκό δημιούργημα ή αποτέλεσμα του παγκοσμίου Γίγνεσθαι, κληρονομικά έχει μέσα του έναν γνωστικό μηχανισμό που είναι αποτέλεσμα της γραφής του παγκόσμιου γίγνεσθαι. Δηλαδή ο άνθρωπος ως αποτέλεσμα του παγκοσμίου γίγνεσθαι, το οποίο μπορεί να είναι θεϊκό ή όχι, είναι αυτός ό ιδιος μια πυκνή εξελικτική καταγραφή. Έχει αποδειχτεί πλέον ότι ο κάθε άνθρωπος περιέχει κωδικά την καταγραφή αυτή μέσα του, ως μια μικροδομή που είναι το DNA του. Η καταγραφή αυτή είναι ο Λόγος του Θεού μέσ’το κάθε ον ή ο Λόγος της Φύσης (γι’αυτούς που δεν πιστεύουν στην ύπαρξη του θεού). Οι εμπειρίες εισερχόμενες στον κληρονομικό γνωστικό μηχανισμό τον διεγείρουν αφυπνίζοντας τις αρχαίες γνώσεις και πρακτικές που είναι κωδικά γεγραμμένες μέσα του. Το αποκωδικοποιημένο μέρος του μηχανισμού είναι η Συνείδηση, ενώ το απύθμενο που συνεχίζει να είναι κωδικό είναι η Αισθητική, το Συναίσθημα και η Ενόραση.
Η καταγραφή αυτή η οποία συνοψίζεται στο ανθρώπινο DNA σε κάθε άνθρωπο είναι μοναδική και θα μπορούσε να παίζει τον ρόλο της ψυχής. Έτσι αν ο άνθρωπος είναι δημιούργημα του θεού ή του παγκόσμιου εξελικτικού γίγνεσθαι κι αν η ψυχή σύμφωνα με τους πιστούς ή το DNA σύμφωνα με τους άπιστους είναι το θεϊκό στοιχείο ή το στοιχείο της θεάς φύσης μέσα του, τότε υπάρχει ο Λόγος του Θεού εκ φύσεως μέσα του. Έτσι πρέπει να υπάρχει ένας εσωτερικός και έμφυτος κανόνας που απαγορεύει την ανήθικη συμπεριφορά, ενώ σπρώχνει προς την ηθική. Ο άνθρωπος που συνεχίζει πάντα να κοινωνεί με το έσω του, νιώθει ντροπή όταν αναγκάζεται να παραβιάζει τις εσωτερικές αρχές του, ενώ χαίρεται όταν παρά τις όποιες πιέσεις και δυσκολίες κάνει το πρέπον.
Ο κάθε άνθρωπος λοιπόν, είτε ως θεϊκό δημιούργημα, είτε ως αποτέλεσμα του παγκόσμιου γίγνεσθαι, είναι συνυφασμένος με μιαν αυθόρμητη εσωτερική «φιλοσοφική» προσέγγισή για τον κόσμο, η οποία κατά τη διάρκεια της ζωής του καλλιεργείται και ολοκληρώνεται. Αυτή η εσωτερική προσέγγιση για τον κόσμο είναι ένα είδος υπαρξιακής ταύτησης ή «κοσμοθεωρίας», που περιέχει μέσα της το κοινωνικό γίγνεσθαι, την θρησκευτική πίστη ή απιστία, την πολιτική κ.λ.π. Ας μην πάει όμως ο νους μας στη φιλοσοφία ως διδασκαλία, που τελικά καταλήγει στην ιστορία της φιλοσοφίας και την παρουσίαση φιλοσοφικών ρευμάτων κι απόψεων, αλλά στη φιλοσοφία ως καθημερινή πρακτική, δηλαδή ως Ανθρώπινο Ένδυμα: «Την απλή στάση ζωής».
Ο Θεός ή η Φύση έχει άμεσο και φυσικό τρόπο να επικοινωνεί με τα δημιουργήματά του. Αυτός ο τρόπος είναι η απύθμενη κωδικά γεγραμμένη πορεία του παγκόσμιοι γίγνεσθαι μέσα σε κάθε άνθρωπο δηλαδή αυτή είναι η Αισθητική του. Επειδή λοιπόν ο κόσμος μας είναι γρήγορος και βίαιος κι επειδή τις περισσότερες φορές ο άνθρωπος δεν προλαβαίνει ή δεν έχει επαρκή στοιχεία για τις πρακτικές επιλογές του, πατάει πάνω στον Λόγο του Θεού, που ως Αισθητική είναι γεγραμμένος μέσα του. Και βέβαια αυτός είναι ο τρόπος που μιλά ο Θεός στον άνθρωπο και όχι οι απειλές, οι τιμωρίες κι οι κανόνες που ορίζουν οι βέβηλοι καταχραστές του Θείου Λόγου, τον οποίον μάλιστα σχεδον πάντα μετατρέπουν σε χρήμα και δύναμη εις βάρος των άλλων απλών ανθρώπων.
Β. Η τέχνη
Βλέποντας ένα δέντρο στο δρόμο μας το πρώτο ερώτημα που θα μας δημιουργηθεί είναι «τι δέντρο είναι» κι αν οι καρποί που έχει πάνω του τρώγονται. Μετά μπορεί να απολαύσουμε τον ίσκιο και τα πουλία που κελαϊδούν· είναι φυσικό να μην υπάρχει άλλο ερώτημα. Όταν όμως βλέπουμε ένα δέντρο ζωγραφισμένο, είναι φυσικό να αναρωτηθούμε. Η πρώτη απάντηση στο ερώτημά μας είναι πως φυσικά «αυτό δεν είναι δέντρο» και μετά απ’αυτή τη διαπίστωση πέφτουν βροχή τα ερωτήματα: Τότε «τι είναι» και «γιατί αυτός ο ανόητος το έφιαξε», δεν του αρκεί να βλέπει τ’αληθινά δέντρα ή νομίζει ότι θα φιάξει καλύτερα; Το ίδιο ισχύει για όλα τα έργα τέχνης. Έχουμε μια πραγματικότητα και όταν την μιμούμεθα ή την παρουσιάζουμε ως παραλλαγμένη ή αφηρημένη δημιουργούνται ερωτήματα. Γιατί ή τι θα πεί αυτό;
Οι αρχαίοι ζούσαν μέσα στη φύση κι ακόμα οι κατοικίες τους ήταν τόσο μικρές όσο να τους χωράνε να κοιμηθούν, επίσης ήταν διαλογικοί άνθρωποι, το «σαλόνι» του σπιτιού ήταν η αγορά, εκεί πραγματικά ζούσαν. Δεν μιλούσαν για να μιλάνε, αλλά χορτάτοι από συζήτηση, είχαν εξελίξει τη συζήτησή τους, ακόμα πέρα από τα καθημερινά και καθιερωμένα. Αναρωτιώντουσαν για όλα και θέλαν απαντήσεις. Η φιλοσοφία κι οι τέχνες ήταν αποτέλεσμα αυτού του διαλογικο-κοινωνικού γίγνεσθαι.
Η τέχνη λοιπόν δεν ήταν μόνο και μόνο για κοσμητική απόλαυση, ήταν πρώτα απ’όλα για να εγείρει ερωτήματα εκεί όπου ο λόγος δυσκολευόταν να το κάνει. Και επειδή το έργο τέχνης έπρεπε να ακολουθά την ομορφιά «του περί ου ο λόγος ερωτήματος», που συνήθως ήταν η σχέση των ανθρώπου μεταξύ τους και αυτών με τη φύση, η απάντηση γύριζε τελικά να είναι τρόπος λατρείας του ανθρώπου για τη φύση. Δηλαδή μολονότι κοινωνούσε του ωραίου ο λόγος της τέχνης δεν ήταν μόνον η ομορφιά αλλά την υπερέβαινε
Θα το θέσω κι αλλιώς: Η τέχνη, ως αρχέγονη, είναι ο ίδιος ο παγανισμός, που με σχήματα, εικόνες και μιμήσεις, επικαλείται την τραγικότητα του Θείου, που είναι η Φύση. Ο τριμπαλιστικός τρόπος ζωής του παγανισμού, ήταν η ίδια η τέχνη και δε μπορούσε παρά να είχε «θεολογικό-φιλοσοφικό» χαραχτήρα. Αυτός ο θεολογικο-φιλοσοφικός χαραχτήρας δεν ήταν ούτε θεολογικός ούτε φιλοσοφικός όπως τα εννοούμε σήμερα, αλλά ήταν η Μαγεία ως τρόπος διαχείρησης του Μεγάλου στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Δηλαδή ήταν «η μίμηση πράξης ιερής» όπως λέει ο Αριστοτέλης για την τραγωδία. Έτσι ο «Μάγος» που ως ο κοινωνός αυτής της πρακτικής όταν «μιμείται ενάρετα το θείο», δηλαδή τη φύση, «δικαιούται μερδικό» όπως λέει ο Πλούταρχος. Η μίμηση της φύσης όμως με την προσδοκία δικαιώματος μερδικού είναι η πιο αρχέγονη μορφή της επιστήμης που συμπίπτει με την επικοινωνία του ανθρώπου με το Θείο.
Η τέχνη λοιπόν σαν τριμπαλιστικός τρόπος ζωής, ξεκίνησε ως φιλοσοφικό-θρησκευτικό-επιστημονικό γίγνεσθαι, το οποίο ρύθμιζε ακόμα και της σχέσεις των κοινωνών που ήταν οι «πολίτες».
Με την «εξέλιξη» της κοινωνίας η τέχνη, η θρησκεία, η επιστήμη κι η πολιτική έπαψαν να είναι ενωμένες στο τραγικό πνεύμα, αλλά διαχωρίστηκαν ορθώνοντας ένα είδος αυτοπροσδιορισμού, που όμως στο βάθος έχει κρυφές διόδους επικοινωνίας. Οι «μυστικοί» αυτοί δίοδοι επικοινωνίας δεν μας επιτρέπουν να βλέπουμε το συγκεκριμένο έργο τέχνης, αλλά ούτε την τέχνη που αυτό υπηρετεί, όπως ακριβώς αυτό «θέλει» να μας φανερωθεί, δηλαδή ως αυτόνομο, υπό την οπτική “της τέχνης για την τέχνη” ως καθαυτή. Αυτό είναι φυσικό, γιατί ο καλλιτέχνης πάντα βαθιά στην ψυχής του, είναι παγανιστής, τριμπαλιστής, αφού με το έργο τέχνης, κρυφά ή φανερά, συνειδητά ή ασυνείδητα, επικαλείται κάποιες άγνωστες σ’αυτόν δυνάμεις. Κι αφού τις δυνάμεις της φύσης επικαλείται πλέον η επιστήμη, ενώ τον Θεό και την Μαγεία (την διαχείρηση του μεγάλου και υψηλού) η Θρησκεία, σ’αυτόν δεν μένει παρά να επικαλεστεί το εσωτερικό του άλγος. Το υπαρξιακό άλγος του «Είναι», ως μυστικό νήμα της αισθητικής, που ενώνει τους μετόχους της κοινωνίας του άμεσα με το Θείο που στην περίπτωση αυτή είναι η Τέχνη. Κι έτσι πάλι με έναν άλλο τρόπο ξαναμπαίνει στο «χαμένο» κοινωνικό παίγνιο από μιαν άλλη θύρα υποφώσκοντας η ιδεολογία και η πολιτική ως στοιχείο αυτοσεβασμού κι αξιοπρέπειας, θυμίζοντας έτσι πως αυτό εξέφραζε ο Δίθυρος Διόνυσος.
Βλέπουμε όμως ότι οι καθαρές θρησκείες όπου η κλασική θεολογία κυριαρχεί, όπως ο Ιουδαϊσμός κι ο Μουσουλμανισμός, φτάνοντας στο ύψος της αλαζονίας τους, απαγορεύουν την απεικόνιση του Θείου, αφού λογικά Αυτός δεν απεικονίζεται. Η Λογική όμως είναι ο τρόπος που ο άνθρωπος αποτείνεται μιλώντας με τον Θεό κι όχι ο Θεός με τον άνθρωπο. Ο Θεός μιλά στον άνθρωπο μέσω της απύθμενης εσωτερικής αισθητικής κληρονομικής καταγραφής. Δηλαδή μέσω της τραγικότητας της ποίησης της μουσικής και της καλλιτεχνικής απεικόνισης. Έτσι ο καλλιτέχνης είναι αληθινός θεολόγος αφού αυτός ως Σίβυλλα «φθέγγεται ακαλλώπιστα δια τον Θεόν, ούτε κρύβει ούτε λέγει, αλλά σημαίνει», ξαναθυμίζοντας στον άνθρωπο τον αληθινό Λόγο του Θεού. Μάλιστα η Λογική ως Τυπική, περιορίζει την ανθρώπινη Νόηση και την αισθητική μέσα στον πεπερασμένο κόσμο της ανθρώπινης αλαζονίας. Ο θεϊκός Λόγος, ως κόσμος ατέρμονου και άπειρου γίγνεσθαι, μιλά μιαν άλλη υπερβατική γλώσσα με διαφορετική λογική που είναι κι αυτή μια τέχνη: «η Τέχνη της Νόησης ως Υψηλής», δηλαδή η Διαλεκτική. Μόνον αυτή αφήνεται στο στροβίλισμα του αχανούς γίγνεσθαι, που είναι το στοιχείο με το οποίο αναφαίνεται στα μάτια μας η θεότητα που είναι η Φύση και μπορεί να το περιγράψει.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου