ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ-17 ΝΟΕΜΒΡΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ
ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΊΟ―17 ΝΟΕΜΒΡΗ 1973
ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ-ΑΝΑΜΝΗΣΗ 17 ΝΟΕ. 2018
Όπως σε κάθε γεγονός που έχει χαρακτήρα μαζικής λαϊκής εξέγερσης, έτσι και στην εξέγερση του Πολυτεχνείου υπάρχουν πολλά αφηγήματα για την περιγραφή του. Υπάρχουν τα επίσημα κομματικά αφηγήματα, αλλά και τα αφηγήματα πολλών ατόμων που περιγράφουν την κατάσταση όπως την είδαν και την έζησαν στον περίγυρο της δικής τους παρουσίας και της δικής τους δράσης.
Μετά τα γεγονότα της Νομικής είχαμε συναντηθεί, με τους φίλους μας Νίκο Γαζέπη και την γυναίκα του Μπουλίνα Οικονόμου, στο σπίτι του φίλου μας Δαμιανού Κοκκινίδη στη Νέα Ιωνία και συζητήσαμε για το γεγονός και τις προοπτικές του. Υποθέσαμε λοιπόν ότι μετά τα γεγονότα της Νομικής θα υπάρξουν συμβάντα που μπορεί να πάρουν και τη μορφή της εξέγερσης. ΄Ηταν φανερό ότι η δημοκρατία τουρκικού τύπου που ετοίμαζε το επιτελείο του Παπαδόπουλου δεν άρεσε στον κόσμο. Συμφωνήσαμε λοιπόν να είμαστε σε ετοιμότητα για ό,τι πιθανόν συμβεί και να δράσουμε ομαδικά και συνειδητά.
΄Ηταν Παρασκευή. Η γυναίκα μου κι εγώ δουλεύαμε στο εργαστήρι μας μεταξοτυπίας, όταν μας τηλεφώνησε ο Νίκος Γαζέπης και μας πληροφόρησε πως στο Πολυτεχνείο έχει γίνει κατάληψη. Συμφωνήσαμε να καλέσουμε όσους φίλους θεωρούσαμε πρόθυμους να συμμετάσχουν και να τηλεφωνηθούμε για το μέρος της συνάντησής μας. Είναι αλήθεια ότι εμείς τηλεφωνήσαμε σε δύο φίλους που έδειξαν στάση επιφυλακτική κι έτσι αποφασίσαμε να δράσουμε μόνοι μας. Η γυναίκα μου Κάκια αποφάσισε να πεταχτεί ως το Πολυτεχνείο για να δεi τι γίνεται. Πήρε το τρένο και σε ένα τέταρτο ήταν εκεί. Είδε να συρρέει κόσμος λαϊκών στρωμάτων κι έτσι κατάλαβε ότι το γεγονός είχε ξεφύγει από τη μορφή της φοιτητικής διαμαρτυρίας.
Γύρισε στο εργαστήρι και αποφασίσαμε να το κλείσουμε και να φύγουμε για τη διαδήλωση. Στο εργαστήρι απασχολούσαμε τους Κώστα Κοσκώση, Βασίλης Ντεστιντζή, τους αδελφούς Μιχάλη και Φιλόδωρο Μαΐστρο, τον Δημήτρη Προδρόμου, τον Στέλιο Τσαρόγλου και κάποιους άλλους έκτακτους των οποίων τα ονόματα δεν θυμάμε. Αυτοί αποφάσισαν να μας ακολουθήσουν μολονότι τους επισημάναμε ότι ήταν επικίνδυνο, αφού νομίζαμε ότι η διαδήλωση θα εξελιχθεί σε εξέγερση και θα είναι αιματηρή.
Αποφασίστηκε να πάνε σπίτι τους να φάνε να ετοιμαστούν και να συναντηθούμε κατά τις τέσσερις η ώρα μπροστά στο Πολυτεχνείο. Εγώ έκανα αυτή την πρόταση, γιατί αυτά τα παιδιά ήταν αμάθητα από διαδηλώσεις, ακόμα επειδή μας αγαπούσαν ίσως τους παρασύραμε σε κάτι που πιθανόν δεν ήθελαν απόλυτα και συνειδητά, έτσι στο σπίτι θα τους δινόταν η ευκαιρία να το αποφασίσουν ψύχραιμα και χωρίς την παρουσία μας. Πήρα τηλέφωνο τον Γαζέπη αλλά ήταν απησχολημένο κι όταν το πέτυχα δεν το σήκωνε αφού ήταν φανερό ότι είχε φύγει για τη διαδήλωση.
Όταν βγήκαμε στο σταθμό της Ομόνοιας και πηγαίναμε για το Πολυτεχνείο, υπήρχε ένα μεγάλο ρεύμα λαού που κινείτο με ταχύ αποφασιστικό βήμα και ορμή. Επίσης όπως περπατούσαμε, ο ένας δίπλα στον άλλο συζητούσαμε και “κολλάγαμε” συνιστώντας αυθόρμητα ομάδες. Δίπλα μου περπατούσε ένας ελαιοχρωματιστής περίπου 30 χρονών λεπτός γεμάτος πάθος και ορμή, που είχε πλυθεί αλλά μάλλον είχε ξεχάσει ν’αλλάξει παπούτσια αφού τα παπούτσια του ήταν όλο χρώματα. Από την άλλη, δίπλα στη γυναίκα μου ήταν μια κυρία κάπου πενήντα χρονών ευτραφής και η οποία μολονότι δυσκολευόταν στο περπάτημα ακολουθούσε με πάθος την “ομάδα”. Όταν τη ρώτησαμε τι θέλει εδώ, (αφού ολοφάνερα δυσκολευόταν), μας απάντησε ότι ο γιος της ήταν μέσα στο πολυτεχνείο και αυτή δεν θα μπορούσα να κάθεται στο σπίτι. Ο ελαιοχρωματιστής δίπλα μου κάθε τόσο φώναζε με πάθος “Ανάσταση―Καλή Ανάσταση”. Στο πεζοδρόμιο μπροστά στο “Μινιόν” είδα το Μάνο Κατράκη τον οποίον είχε σταματήσει ένας αξιωματικός της αστυνομίας και κάτι του έλεγε. Τα αυτί μου πήρε: “…κι εσείς εδώ, είναι επικίνδυνα”. Δεν μπόρεσα ν’ακούσω τι απάντησε ο Κατράκης, διέκρινα όμως ένα χαμόγελο και μια χειρονομία που έδειχνε σαν να έλεγε “…και βέβαια”. Όταν φτάσαμε στην πύλη του Πολυτεχνείου, διέκρινα έναν ηθοποιό της τηλεόρασης του οποίου το όνομα δεν ήξερα αλλά ούτε τώρα το θυμάμαι. Ήταν από ένα σήριαλ της εποχής με την Κατερίνα Γιουλάκη όπου ο νεαρός ηθοποιός έπαιζε τον επώνυμο ρόλο του “χωριατόπαιδου”. Στην προσπάθειά μας να μπούμε μέσα στο πολυτεχνείο βρήκαμε την πόρτα κλειστή και τους εντεταλμένους να ζητούν φοιτητική ταυτότητα γιατί φοβόντουσαν πως θα μπουν προβοκάτορες της χούντας.
Έξω από την πύλη του Πολυτεχνείου συνάντησα τον Κυριάκο Βουλγαράκη ο οποίος ήταν ιδιοκτήτης της υαλουργίας “Γιούλα” και ήταν πελάτης μου. Τον ρώτησα “τι κάνει εδώ;” και μου απάντησε ότι ο ένας από τους δίδυμους γιούς του, βρισκόταν μέσα (ο άλλος δίδυμος απ’ότι ήξερα ήταν δεξιός). Του είπα, να μη φοβάται, φοιτητές είναι, δεν θα πάθουν τίποτα, άντε να φάνε λίγο ξύλο. Αυτός γύρισε με πλησίασε και μου είπε στ’αυτί σαν μυστικό: Θοδωράκη σήμερα θα χυθεί πολύ αίμα, πάρε τη γυναίκα σου και φύγε. ―Κύριε Κυριάκο ξέρεις ότι αυτό δεν γίνεται, του απάντησα, εδώ που ήρθαμε περιμένουμε τα πάντα. Κάποια παιδιά του εργαστηρίου εμφανιστήκαν με φίλους τους αλλά δεν κόλλησαν μαζί μας και κινήθηκαν με τις παρέες τους στο πλήθος.
Αυθόρμητα είχαμε οργανώσει μιαν ομάδα στην οποία πήραν μέρος και δυο νεαροί με μούσι, μαύρα ρούχα και πέτσινο μπουφάν, έτσι η ομάδα που δρούσε κάπως σαν συντονισμένα είχε ανέβει κάπου στα δέκα άτομα. Όταν ήλθε και η αντιπροσωπεία των αγροτών από τα Μέγαρα, κάποιοι απ’αυτούς μπήκαν στο Πολυτεχνείο, ενώ τρεις απ’αυτούς προτίμησαν να έλθουν στην ομάδα μας. Απ’αυτούς θυμάμαι ένα ζευγάρι αγροτών οι οποίοι φαίνονταν πολιτικοποιημένοι και έδωσαν μεγαλύτερη ζωηράδα στην εκτόξευση των συνθημάτων. Κάποια στιγμή βγήκε από το Πολυτεχνείο ένας εκπρόσωπος ο οποίος φορούσε ένα ανοιχτό γκρίζο καλοκαιρινό κουστούμι με άσπρο πουκάμισο. Ήταν ωχρός από την συγκίνηση ή από την αϋπνία (έμοιαζε πολύ με τον Λαλιώτη). Διάβασε κάποιο κείμενο, το οποίο έλεγε ό,τι ήδη γνωρίζαμε και ξαναγύρισε στο Πολυτεχνείο.
Η ομάδα μας που είχε ήδη περάσει τα είκοσι άτομα, είχε αποκτήσει και "αρχηγό". Πάνω σε ένα περίπτερο ή σ΄έναν φανοστάτη (δεν θυμάμαι καλά γιατί υπήρχε μεγάλη συναισθηματική φόρτιση), είχε σκαρφαλώσει ένας πιτσιρικάς, 13-14-15 περίπου χρονών που έριχνε συνθήματα κι εμείς ακολουθούσαμε. Θεωρήσαμε πολύ ταιριαστό για την περίσταση να μας δίνει “οδηγίες” ένα πιτσιρίκι. Κάποια στιγμή έριξε το σύνθημα “Εμπρός πορεία στο Σύνταγμα”. Εμείς το επαναλαμβάναμε και μαζί μας επαναλάμβανε κι άλλος κόσμος που έδειχνε έτσι την διάθεση για πορεία. Από κει και πέρα η ομάδα μας μεγάλωσε, γίναμε καμιά πενηνταριά άτομα και αποφασίσαμε αυθόρμητα να κινηθούμε προς την Πανεπιστημίου και τη Σταδίου. Όταν φτάσαμε στο ύψος του Μινιόν πολίτες και υπάλληλοι είχαν βγει στα παράθυρα και στην είσοδο συμμετέχοντας στα συνθήματά μας. Εμείς καλούσαμε όλους όσους επευφημούσαν να έλθουν μαζί μας. Σε λίγο η ομάδα ξεπέρασε τα διακόσια άτομα κι αποφασίσαμε να γυρίσουμε πίσω στο Πολυτεχνείο για ανασύνταξη. Ήδη φτάνοντας πίσω στο πολυτεχνείο συνιστούσαμε διαδήλωση κι αποφασίσαμε να επιχειρήσουμε ξανά. Φτάσαμε στη ρίζα της οδού Πανεπιστημίου και αποφασίσαμε να στραφούμε προς την πλατεία Ομονοίας. Εκεί διαπιστώσαμε ότι στη στοά Κοτοπούλη και στα γύρω στενά υπήρχαν σε ετοιμότητα μονάδες αστυνομίας που περίμεναν εντολές. Αυτοί μολονότι η ζέστη ήταν αφόρητη για Νοέμβρη μήνα φορούσαν χειμωνιάτικα που ήταν πιο σκούρα και μαύριζε ο τόπος. Κάναμε το γύρο του συντριβανιού της πλατείας και διαπιστώσαμε ότι ήμασταν πολύ λίγοι σε σχέση με τις δυνάμεις της αστυνομίας. Η πορεία μας δεν μπορούσε να καλύψει τον κύκλο του συντριβανιού. Έτσι ξαναγυρίσαμε στο Πολυτεχνείο. Όταν φτάσαμε εκεί κάποιοι νεαροί, μάλλον φοιτητές, πέταξαν ένα πανό από τα κάγκελα και σαλτάρησαν μπαίνοντας στις γραμμές μας. Το πανό έγραφε “Οι οικοδόμοι στο πλευρό σας” ή κάτι τέτοιο.
Ήδη με την επιστροφή από την Ομόνοια στο Πολυτεχνείο πρέπει να είχαμε περάσει τους χίλιους. Με τους “οικοδόμους” και το πανό ξεκινήσαμε την τελική πορεία, η οποία μέχρι τη ρίζα της Σταδίου είχε πλέον γιγαντώσει και έσερνε μαζί της όλο το πλήθος του κόσμου που πηγαινο-ερχόνταν εκτοξεύοντας συνθήματα. Πρέπει σύμφωνα με εκτιμήσεις που έγιναν αργότερα, να ήταν κάπου εκατόν πενήντα ή διακόσιες χιλιάδες αφού η πορεία ήταν πολύ πυκνή και ξεκινώντας απ’την πλατεία Αγ. Θεοδώρων, η ουρά της ξεπερνούσε το Πολυτεχνείο κι έφτανε σχεδόν ως τη λεωφόρο Αλεξάνδρας.
Όταν φτάσαμε στο ύψος της πλατείας Αγ.Θεοδώρων, υπήρχε εκεί μια τεράστια εκσκαφή στην οποία οικοδομήθηκε το υπόγειο πάρκινγκ. Είδα κάποιους αληθινούς οικοδόμους, οι οποίοι ήταν λίγοι, να σκαρφαλώνουν πάνω στα ξύλινα κιγκλιδώματα προστασίας της οικοδομής να τα ταρακουνούν, να τα ρίχνουν κάτω και να οπλίζονται με ρόπαλα από μαδέρια. Ένοιωσα την ανατριχίλα της μάχης. Τότε κατάλαβα ότι εμείς οι διανοούμενοι ήμασταν χαρτογιακάδες και ότι χωρίς αληθινό λαό, δηλαδή ανθρώπους της σκληρής δουλειάς δεν κάνουμε τίποτα.
Στο ύψος της πλατείας είχαν παραταχθεί αστυνομικοί με μακριά ξύλινα γκλοπ. Ήταν σε διάταξη “μπακλαβαδωτή”. Δηλαδή υπήρχε μπροστά μία σειρά αστυνομικών και στα ενδιάμεσα κενά ανάμεσά τους και πίσω της παρατάσσετο η επόμενη σειρά και ούτω καθ’εξής.
Την πρώτη γραμμή της πορείας του κόσμου δεν αποτελούσαμε πλέον εμείς οι προδικτατορικοί, αλλά είχαν μπει περισσότερο νεολαίοι οι οποίοι είχαν μεγαλύτερο πάθος. Κάποια στιγμή έκαναν την εμφάνισή τους κάποια μικρά και ευκίνητα τεθωρακισμένα μηχανοκίνητα τα οποία αν θυμάμαι καλά έριξαν τα πρώτα καπνογόνα. Έξαφνα και χωρίς εμφανή σ’εμάς αιτία, η πρώτη γραμμή άρχισε να υποχωρεί βίαια την ώρα που οι μεγάλες μάζες της πορείας των διαδηλωτών έσπρωχναν προς τα μπρος. Δημιουργήθηκε σύγχυση και πανικός, το κύμα του κόσμου κινήθηκε βίαια προς την απέναντι μεριά του δρόμου όπου ήταν το μέγαρο της Εθνικής Τράπεζας. Το ανθρώπινο κύμα έσκασε με ορμή στους τοίχους όπου πολλοί ποδοπατήθηκαν. Ένας διαδηλωτής, εγώ και η γυναίκα μου προτιμήσαμε, για να μην ποδοπατηθούμε, να διαπεράσουμε το κύμα αφού ήμασταν στην τρίτη γραμμή "κρούσης" και να βρεθούμε στις γραμμές των αστυνομικών. Εγώ είχα χάσει το ένα μου παπούτσι. Όταν βρεθήκαμε ανάμεσα στους αστυνομικούς βρεθήκαμε σε μιαν άλλη έκπληξη. Οι αστυνομικοί ήταν νεαρά παιδιά οι οποίοι είχαν μαρμαρώσει από τον τρόμο. Ήταν σαν αγάλματα που κρατούσαν ακίνητοι τα ρόπαλα και δεν τα χρησιμοποιούσαν. Περάσαμε κάτω από τα ρόπαλα και βγήκαμε δεξιά στην οικοδομή του πάρκινγκ όπου ένας αξιωματικός είχε πιάσει δύο αστυνομικούς να κάνουν κοπάνα και τους ξυλοφόρτωνε. Από μακριά είδα το παπούτσι μου, ξαναπέρασα ανάμεσα στους αστυφύλακες και το πήρα.
Άραγε λοιπόν γιατί οι πρώτες σειρές των διαδηλωτών πισωγύρισαν τόσο βίαια; Ελέχθει ότι έπεσαν βολές με σιγαστήρα κι ότι κάποιοι τραυματίστηκαν. Αυτό είναι ένα ερώτημα που δεν μπορώ να απαντήσω. Πάντως, τόσο οι διαδηλωτές όσο κι οι αστυνομικοί ήταν τελείως άπειροι για σύγκρουση. Από τη μεριά των διαδηλωτών δικαιολογείται αφού η επίσημη κοινοβουλευτική αριστερά και δημοκρατικές δυνάμεις δεν έλαβαν οργανωμένα μέρος στην εξέγερση. Οι περισσότεροι αριστεροί μόλις είχαν βγει απ’τις φυλακές, κι έτσι "κράτησαν πισινή" αναμένοντας εξελίξεις. Οι άλλοι κώφευσαν στις εκκλήσεις του Παπαπιρουνάκη για δημιουργία ζώνης ασφαλείας ανάμεσα στους διαδηλωτές και την αστυνομία. Αλλά απ’ότι φαίνεται οι πολιτικοί, πιο ρεαλιστές από τον Πιρουνάκη, ήξεραν καλά ότι κάτι τέτοιο θα τους έβαζε στη κορφή της σύγκρουσης κι αυτό ήταν ακριβώς που ήθελαν να αποφύγουν.
Η γυναίκα μου κι εγώ περνώντας μέσα από τις γραμμές της αστυνομίας φύγαμε για το Πολυτεχνείο μέσω της Σόλωνος. Όταν φτάσαμε στο ύψος της Νομικής πλήθος κόσμου ανέβαινε γρήγορα, κάποιοι έτρεχαν. Ένα γκέι άτομο που έτρεχε τρομοκρατημένος μας φώναξε: φύγετε ρίχνουν στο ψαχνό υπάρχουν νεκροί και τραυματίες. Εμείς που δεν τον πιστέψαμε αφού δεν είχαμε εικόνα και αποφασίσαμε να κατέβουμε, αλλά στο ύψος των εξαρχείων είδαμε άτομα με αίματα, ελαφρά τραυματισμένους ή που είχαν μεταφέρει τραυματίες. Γυρίσαμε πίσω και κρυφτήκαμε στα στενά παρακολουθώντας την κατάσταση έως αργά τη νύχτα. Η Κάκια ήθελε να κατέβουμε στο Πολυτεχνείο, αλλά εγώ αρνήθηκα την εμπόδισα και την έπεισα να πάμε σπίτι. Όταν γυρίσαμε ήταν πολύ αργά, στο σπίτι είχαν μάθει για τις αιματηρές εξελίξεις κι ανησυχούσαν.
Την άλλη μέρα τα παιδιά του εργαστηρίου ήλθαν στο μαγαζί το οποίοι ήταν στο υπόγειο του σπιτιού μας. Αποφασίσαμε όλοι μαζί να πάμε να διαδηλώσουμε κατά της επέμβασης στο πολυτεχνείο. Για να μην κινηθούμε ομαδικά δώσαμε ραντεβού στην έξοδο του τρένου από τη μεριά της Κοτοπούλη. Εκεί συναντηθήκαμε, ο Στέλιος είχε υποσχεθεί να ενημερώσει τηλεφωνικώς έναν φίλο του για να ανέβει και αυτός με την παρέα του. Την ώρα που τηλεφωνούσε, κάποιος ηλικιωμένος τον άκουσε και έσπευσε να ενημερώσει κάποιους αστυφύλακες. Εγώ τον είδα και ειδοποίησα τα παιδιά να το σκάσουν. Ο Στέλιος δεν τα κατάφερε. Ο Δημήτρης που ήταν Κωνσταντινοπολίτης, ήταν μαζί μου. Του είπα να απομακρυνθεί κι αν τον πιάσουν τους να μιλάει Τούρκικα. Το έπιασαν και φυσικά τη γλύτωσε μιλώντας Τούρκικα. Πλησιάσαμε στο μέρος όπου είχε συλληφθεί ο Στέλιος. Ο αστυνόμος, στον οποίον τον παρέδωσαν διέταξε να τον πάνε σ’ένα κοντινό κουρείο να τον κουρέψουν και μετά να τον φέρουν για ανάκριση. Από κει ο Στέλιος βρήκε ευκαιρία κι “απέδρασε” . Είναι πιθανόν ο αστυνόμος να έκανε τα στραβά μάτια κι έτσι άφηνε τους συλληφθέντες να την κοπανάνε σε συνεργασία με τον κουρέα.
Κατά το μεσημέρι βγήκαν ξανά τα τανκς και έκαναν βόλτα στην Ομόνοια. Ακούσαμε ριπές. Η Κάκια θεώρησε από τον ήχο ότι οι ριπές ήταν άσφαιρες. Εγώ που είχα ξανακούσει στο στρατό αληθινές ριπές που δεν ήταν σαν αυτές του κινηματογράφου, αλλά είχαν τον ήχο μιας τεράστιας ραπτομηχανής που γαζώνει ένα γιγάντιο ύφασμα είχα την αντίθετη άποψη. Κάποια στιγμή είδαμε ότι στον απέναντι δρόμο οι σωβάδες των τοίχων σκόρπαγαν από τις ριπές. Γυρίσαμε στο σπίτι.
Συμπέρασμα
Η γυναίκα μου Κάκια κι Εγώ από προδικτατορικά, μολονότι ήμασταν ενταγμένοι ιδεολογικά στις γραμμές της επίσημης αριστεράς, μ’έναν νεφελώδη και ασαφή τρόπο συμπαθούσαμε τις απόψεις του Μάο Τσε Τούνγκ. Όμως δεν ήμασταν ενταγμένοι στην Αναγέννηση, δηλαδή την οργάνωση που είχε διαχωρίσει τη θέση της από την ΕΔΑ, αφού δεν την γνωρίζαμε. Έτσι ήμασταν ουσιαστικά μετέωροι κι ανένταχτοι αριστεροί, δηλαδή δεν παίρναμε γραμμή από κανέναν. Το τονίζω γιατί πιστεύω ότι αν δεν υπήρχε η δυναμική συμμετοχή του λαού προς της μεριά της εξέγερσης, το Πολυτεχνείο θα ξεφούσκωνε σαν μια φοιτητική διεκδίκηση που πιθανόν θα είχε και αντιδικτατορική διάσταση. Στην κατάσταση αυτή λοιπόν και χωρίς να έχουμε ηγετικά χαρίσματα ή να επιδιώκουμε κάποιου είδους ηγετική διάκριση, αλλά από τύχη βρεθήκαμε στην καθαυτή θέση κλειδί όπου ξεκίνησε η λεγόμενη εξέγερση. Δηλαδή κατά τύχη στη θέση μου και στη μικρή ομάδα που ξεκίνησε αυθόρμητα την πορεία για το Σύνταγμα, θα μπορούσε να είναι ο κάθε ανένταχτος ή ενταγμένος αριστερός χωρίς κάποια καθοδήγηση δράσης από κάποιο κόμμα. Αυτό σημαίνει ότι και άλλες ομάδες διαδηλωτών που δεν μπήκαν στη πορεία για το Σύνταγμα, συμμετείχαν στη εξέγερση δρώντας σε όλο το χώρο γύρω από το πολυτεχνείο, ασυντόνιστα και αυτόνομα. Όταν λοιπόν κάποιοι πολιτικοί επί ΠΑΣΟΚ ή και αργότερα προσπαθούσαν επειδή συμμετείχαν στην κατάληψη του Πολυτεχνείου, ν’αναφανούν αόριστα ως ηγέτες της λεγόμενης εξέγερσης, κρυφογελάω γιατί είναι φανερό ότι δεν γνώριζαν πως αυτό το γεγονός ήταν ένα αυθόρμητο ξέσπασμα του δημοκρατικού ελληνικού λαού και κυρίως μιας αόριστης αριστεράς η οποία κινήθηκε με “αυτόματο πιλότο”. Βέβαια αυτός ο αυτόματος πιλότος δεν ήταν άλλο από την αριστερή και την δημοκρατική συνείδηση του λαού μας. Ακόμα αν οπωσδήποτε θέλουν κάποιον αρχηγό σ’αυτή την εξέγερση, θα μπορούσε να είναι ο πιτσιρικάς που ήταν σκαρφαλωμένος στο περίπτερο κι έριχνε συνθήματα και που αυτός έδωσε το σύνθημα “Εμπρός πορεία στο Σύνταγμα” και το ακολουθήσαμε.
Μολονότι ο Παπαδόπουλος δεν ήταν Πινοσέτ ή Βιτέλλα όπου εκατοντάδες χιλιάδες αριστερών εξαφανίστηκαν, και μολονότι στην Ελλάδα οι νεκροί μέχρι τότε ήταν λίγοι, στα κολαστήρια της ελληνικής χούντας εξεφτελίζοντο και βασανίζοντο χιλιάδες αριστεροί ή αστικοδημοκράτες, μόνο και μόνο για τις πολιτικές απόψεις τους. Εκτός από αυτό όμως ο ελληνικός λαός είχε βαρεθεί και αηδιάσει με τα κλαρινο-καμώματα των ηγετών της χούντας, αλλά και με τους λακέδες τους οι οποίοι δεν ήταν λίγοι κι ακολουθούσαν με πούλμαν τις εκδηλώσεις των διαφόρων χουντικών παραγόντων φυσικά με το αζημίωτο (διορισμοί, θέσεις και διάφορες χάρες) για να κάνουν μπούγιο σαν κλακαδόροι για τη εικόνα της τηλεόρασης. Ο ελληνικός λαός ένιωθε εξευτελισμένος από την αυθαιρεσία αυτών των σαλτιμπάγκων που χρησιμοποιώντας τα όπλα που τους εμπιστεύτηκε ο λαός τα έστρεψαν εναντίον του.
Μα θ’αναρωτηθεί κάποιος γιατί αυτός ο λαός με την αόριστη αριστερή και δημοκρατική συνείδηση δεν ψηφίζει αριστερά κόμματα; Ίσως γιατί κάποια κόμματα τον έχουν απογοητεύσει, ίσως γιατί φοβούνται ότι ο ιμπεριαλισμός δεν θα αφήσει στη μικρή Ελλάδα να ανέβει η αριστερά, ίσως γιατί ο μετεμφιλιοπολεμικός τρόμος και οι αυθαιρεσίες των άγγλοαμερικάνων και των ταγματασφαλιτών που κυβέρνησαν αληθινά δεν είχε ξεχαστεί. Αυτό είναι ένας γρίφος που θέλει λύση. Όμως δεν είναι τυχαίο ότι όλα τα κόμματα για να κερδίσουν την ψήφο του λαού προεκλογικά κάνουν αριστερές διακηρύξεις (τις οποίες βέβαια δεν τηρούν). Και δεν είναι τυχαίο ότι οι αριστερές διακηρύξεις αφορούν στο όφελος του λαού.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου