ΑΞΕΛΟΣ "ΓΙΑΤΙ ΣΚΕΦΤΟΜΑΣΤΕ" ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΆΓΝΩΣΗ

ΚΩΣΤΑΣ ΑΞΕΛΟΣ  ΓΙΑΤΙ ΣΚΕΦΤΟΜΑΣΤΕ;                                                                                        ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗ
                                                                                        
Επισήμανση: Τα αποσπάσματα του Κ. Αξελου προς κρίσην παρουσιάζονται με χοντρή και λοξη γραφή όπως εδώ.         

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ:
Λέγεται ότι ο Χέγκελ ήταν ο τελευταίος με την εμφατική έννοια φιλόσοφος. Όμως μετά τον Χέγκελ υπήρξαν χωρίς αμφιβολία μεγάλοι διανοητές, οι οποίοι ξεγλιστρώντας απ’την κερκόπορτα της μεταφυσικής, άρχισαν να παραχωρούν στη θέση του Λόγου σ'άλλες ιδιότητες του ανθρώπου. Δηλαδή στο φιλοσοφικό έργο τους, παράλληλα με τη Λογική, άρχισαν να διεκδικούν σημαντικό διαλογικό χώρο η Αισθητική, η Ενόραση και γενικά ιδιότητες που σχετίζονται με την ψυχολογία. Επειδή αυτός ο διαλογικός χώρος κρυφά ή φανερά, συνειδητά ή ασυνείδητα φύεται στο αόριστο κι ασυνεπές έδαφος της μεταφυσικής δεν διαθέτει ατράνταχτα και ουσιαστικά λογικά φιλοσοφικά ερείσματα. Έτσι κινείται ή τουλάχιστον τις περισσότερες φορές άθελα παραδρομεί, προς τον μυστικισμό. Αυτά τα διαλογικά ρεύματα, που συνήθως γεννήθησαν από διακεκριμένους λόγιους, στηρίχτηκαν στην επαναστατική αντίληψη του Ηράκλειτου, κατά την οποία το Είναι, το Νοείν και το Λέγειν συμπίπτουν στο αέναο γίγνεσθαι, συνθέτοντας μια αντιφατική λογικογλωσσική σύνταξη ―τον Λόγο―.  Από κει και πέρα κάθε διανοητής που σεβόταν τον εαυτό του, έπρεπε να υποστηρίξει το έργο του με μια δική του λογικογλωσσική σύνταξη. Τα έργα λοιπόν αρκετών διακεκριμένων λογίων-διανοητών βασίζονται σε μια περιληπτική αναφορά κι αόριστη κριτική των έργων μεγάλων φιλοσόφων, χρησιμοποιώντας παράλληλα και μιαν ιδιόρυθμη λογικογλωσσική σύνταξη.  Συνήθως όμως αυτές οι λογικογλωσσικές συντάξεις, δεν έχουν όπως του Ηράκλειτου και του Χέγκελ μια νέα Λογική να προτείνουν, έτσι που αληθινά να μπορούν να είναι “λογικογλωσσικές”. Πάσχουν λοιπόν από μια λογικογλωσσική ασυνέπεια και τσαλαβουτώντας συγχρόνως στον Ορθολογισμό και την Διαλεκτική δημιουργούν μιαν ασάφεια κι ασυνενοησία.     Έχοντας λοιπόν ως λόγιοι, το χάρισμα του λέγειν, βασίζουν τα κείμενά τους μάλλον στο “πώς θα πουν κάτι” παρά στο “τι θα πουν”, αφοί πιθανόν δεν έχουν κάτι νέο να πουν. Μολονότι λοιπόν το λέγειν είναι το δυνατό τους σημείο, δεν αντιλαμβάνονται την ανάγκη της λογικογλωσσικής συνέπειας στο κείμενό τους.                    ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ                                                                                                                                                                                                                                                                                                                            Λέει ο διακεκριμένος διανοητής Κ.Αξελός: «Το ερώτημα που τίθεται και απαιτεί ―πηγάζοντας από που κι από τι; ―τη διαρθρωμένη ανάπτυξή του, μας επιβάλλει όχι την αναμονή μιας συμπερασματικής απάντησης ενός «επειδή», αλλά στην εμμονή σ’αυτό που μας ρωτάει εμάς τους ανθρώπους, και που εμείς αντίστοιχα ρωτάμε. Σας παρακαλώ λοιπόν πολύ, να δείξετε όλη την ανοχή και αντοχή στο ξετύλιγμά του, παίρνοντας μέρος στη διαδικασία, χωρίς άστοχη ελπίδα πως θα σας δοθεί μια απάντηση, που να γίνει κτήμα σας. Πράγμα που δεν σας εμποδίζει να κατακτήσετε κι εσείς με ψυχραιμία και όχι με πιεστική θέληση, με φιλότητα και νείκος όπως έλεγε και ο Εμπεδοκλής, κάτι από τον παλμό και τη ροή της ομιλίας που προσπαθεί να σκέφτεται.     
     Για να αντιμετωπίσουμε υπεύθυνα το ερώτημα μάλλον παρά το πρόβλημα «Γιατί σκεφτόμαστε;», χρειάζεται απαραίτητα γενναιόδωρη φιλικότητα ως προς το ερώτημα, ως προς την ίδια την σκέψη και από σας και από μένα. Η φιλικότητα αυτή δεν αποκλείει, αλλ’αντίθετα περιέχει διαμάχες κι αντιθέσεις χωρίς να είναι αποκομμένη απ’την αντίσταση που επιβάλλει το ερώτημα κι απ’την αντίστασή σας σ’αυτά που θα λεχθούν.    
      Χωρίς να δώσουμε έναν ορισμό σ’αυτό που λέγεται σκέψη, μας είναι δυνατόν εν τούτοις να την χαρακτηρίσουμε ως σύλληψη και έκφραση του αρθρωμένου τόσο αποσπασματικού όσο και διασπαρμένου Όλου, ως Όλον δηλαδή του Κόσμου, (με κάππα κεφαλαίο), και των αποσπασμάτων του».
     «Οι αρχαίοι Έλληνες μιλούσαν για τον λόγο και χάρη στον λόγο:  Λόγος σήμαινε  γλώσσα  και σκέψη  τόσο του ανθρώπου όσο και του κόσμου. Ο αρχαιοελληνικός λόγος αποτραβήχτηκε ―πράγμα που δε μας εμποδίζει να κάνουμε όλες τις δυνατές προσπάθειες να έλθουμε σε διάλογο μαζί του.   Μιλάμε τώρα και από καιρό ιδίως για την σκέψη. Η σκέψη αποτελεί τον στοχασμό που έχει στόχο το «Εν-Παν», το οποίο την περιέχει, το Αυτό (με άλφα κεφαλαίο), που ενέχει τη Διαφορά και το Άλλο, γιατί δεν είναι ταυτόσημο με το Ταυτολογικό Ίδιο. Στοχεύεται δηλαδή το ανοιχτό Παιχνίδι του Χρόνου, όπου ο άνθρωπος είναι μαζί παίκτης και παίγνιο».


Θα επιμείνω πολύ στο εισαγωγικό αυτό μέρος του έργου, αφού ήδη από εδώ δημιουργούνται ενστάσεις που ζητούν διευκρίνιση και απαιτούν κριτική. Η μικρή αυτή εισαγωγή μας προετοιμάζει για ένα ερώτημα, που κατά τον συγγραφέα δεν μπορεί ν’απαντηθεί τυπικά, σαφώς κι ολοκληρωμένα. Έχω την αίσθηση ότι, όπως ο Χάιντγκερ, δεν έδωσε μια κλασική ορθολογική απάντηση στο ερώτημα «τι είναι το Είναι» αλλά ούτε «τι είναι ο Χρόνος» στο έργο του «Είναι και Χρόνος», έτσι και Αξελός «ανακάλυψε» ένα ερώτημα που δεν δέχεται επίσης σαφή κι ολοκληρωμένη απάντηση.
      Για να ξεκινήσει όμως την ανέλιξη της σκέψης του, δίνει έναν πρώτο αόριστο “ορισμό”, στον οποίον χαρακτηρίζει τη σκέψη ως «σύλληψη κι έκφραση του αρθρωμένου Όλου και των μερών του». Δηλαδή ορίζει τη σκέψη κατ’αρχήν στο πλαίσιο της οντολογικής προσπάθειας του ανθρώπου να κατανοήσει τον κόσμο. Αυτή η προσπάθεια όμως μολονότι αρχέγονη δεν νομίζω ότι είναι η αιτία του σκέπτεσθαι αλλά ούτε ότι το σκέπτεσθαι είναι μόνον αυτό. Οι άνθρωποι στην καθημερινότητά τους και από τα πρώτα τους όρθια βήματα πάνω στη γη εσκέπτοντο λύνοντας προβλήματα διαβίωσης με σαφώς επιστημονικό τρόπο, όπως τη γεωμετρία, την αριθμητική και την πρωτόγονη μηχανική.   Επίσης έχει αποδειχθεί ότι και τα ζώα σκέπτονται, κάνοντας πρωτόγονους ορθολογικούς συνειρμούς (λαμβάνοντας ασυνείδητα υπόψιν τη σχέση της αιτίας και του αποτελέσματος). Από τα λεγόμενα του Αξελού, συνάγουμε ότι στην πραγματεία αυτή αντιλαμβάνεται το σκέπτεσθαι ως υψηλό κι αφηρημένο στοχασμό, κάτι σαν διαλογισμό. Υπάρχει όμως σαφές διαχωριστικό όριο μεταξύ της σκέψης ως εργαλείο καθημερινότητας απ’τον υψηλό κι αφηρημένο στοχασμό; Είναι το αφηρημένο οντολογικό σκέπτεσθαι, (που κατά τους ιδεαλιστές και ειδικά τους Καντ και Χέγκελ συμπίπτει με τη Μεταφυσική), διαφορετικό κατ’ουσίαν από αυτό της καθημερινότητας;
      Βάση της μεταφυσικής ως επιστήμης, θεωρήθηκε μετά από πρόταση του Καντ, η αποδοχή της «εκ των προτέρων γνωστικής ικανότητας του ανθρώπου», πάνω στην οποία πατά και η Λογική. Αυτό δεν το αρνείται ούτε ο Χέγκελ, αφού κατά την ανάπτυξη των συλλογισμών του δίνει τεράστιο φόρο υποταγής στη μεταφυσική. Ο Αξελός επίσης στους συλλογισμούς του περί αρχαιο-ελληνικού Λόγου, συμπεραίνει ότι: η σκέψη αποτελεί στοχασμό, με στόχο το «Εν-Παν», το οποίο είναι Αυτό- Διαφέροντας απ’τον εαυτό του, δηλαδή που αντιφάσκει, όντας σε συνεχές γίγνεσθαι. Μολονότι λοιπόν μ’αυτή του την παρατήρηση μας προϊδεάζει ότι η πραγματεία του θα είναι μέσ’τα όρια της διαλεκτικής σκέψης και γι’αυτό καμιά απάντηση σε κανένα ερώτημα δεν πρέπει να είναι τελική κι αμετάκλητη, δεν καταλήγει καί αυτός σε ορθό συμπέρασμα, αφού υπάρχει κάτι που δεν λαμβάνει εξ’αρχής υπόψιν στο στοχασμό του: Οι μεγάλοι ιδεαλιστές διανοητές, θέλοντας να δώσουν απάντηση στο ερώτημα «πως η νόηση είναι δυνατή», δικαιολογούνται όταν συνάγουν το υπερβολικό συμπεράσμα ότι η νόηση σχετίζεται με την μεταφυσική.  Ο Αξελός όμως που γνώριζε την ύπαρξη του ανθρώπινου DNA και τους ορίζοντες που ανοίγει η ανάγνωσή του δεν δικαιολογείται να ξαστοχεί στην απάντηση του δικού του ερωτήματος  «Γιατί σκεπτόμαστε;».  Γι’αυτό ας δούμε θέμα κι από άλλη όψη: Για να απαντήσουμε στο ερώτημα «γιατί σκεπτόμαστε;» πρέπει πρώτα ν’απαντήσουμε στο άλλο συγγενές ερώτημα «πως η νόηση είναι δυνατή;».
    ―Με τα σημερινά δεδομένα, θα ήταν ταιριαστό το εξής: Ο άνθρωπος ως αποτέλεσμα της παγκόσμιας εξέλιξης, είναι αυτός ο ίδιος μια κωδική καταγραφή όλης αυτής της εξελικτικής πορείας του κόσμου εντός του.  Η μορφή και η δομή του είναι μια  ιδιάζουσα γλώσσα, που περιγράφει ιστορικά όλο αυτό το εμπειρικό-βιοματικό γίγνεσθαι. Απεδείχθει σήμερα, ότι αυτό το κωδικά γεγραμμένο εμπειρικό γίγνεσθαι που υπάρχει ως δομική κληρονομική καταγραφή μέσα μας, λέγεται DNA και αυτό είναι ο κληρονομικός γνωστικός μηχανισμός κάθε ανθρώπου. Ο εγκέφαλος μέσω του DNA, είναι μια ιδιόμορφη καταγραφή όλης της πορείας κάθε ανθώπου μέσ’το παγκόσμιο γίγνεσθαι κι αυτή η καταγραφή του δίνει την δυνατότητα να έχει γνωστικές αντιστοιχίες. Δηλαδή ο άνθρωπος μπορεί να γνωρίζει και η εμπειρία του να είναι πραγματική, έγκυρη και όχι φαινομενική, γιατί η πορεία του κόσμου είναι γεγραμμένη κωδικά μέσα του. Είναι αυτή που συνιστά τον ίδιο τον άνθρωπο ως εξελισσόμενο ον.
       Εισερχόμενη η νέα εμπειρία μέσα στον “κληρονομικό κωδικό εμπειρικό γνωστικό μηχανισμό”, δεν είναι ολόιδια δομικά γεγραμμένη μέσα του. Έτσι μπαίνοντας, η εμπειρία παραβάλλεται μ’αυτόν, τον αφυπνίζει, αποκωδικοποιώντας τις αρχαίες κωδικές δομές του και τον επανακωδικοποιεί λίγο διαφορετικά ως νέο.  Η αποκωδικοποίηση και η σύνθεση των νέων κωδικών καταγραφών είναι η Συνείδηση κι η Λογική, ενώ το μέρος της δομής του εγκεφάλου που συνεχίζει να μένει όπως ήταν πριν, ανεξερεύνητο και κωδικό, είναι το Αίσθημα και η Ενόραση δηλαδή η Αισθητική.
      Το αποκωδικοποιημένο μέρος του εγκεφάλου και το απύθμενο που συνεχίζει να είναι ακόμα ως εκ των προτέρων κωδικό, δεν είναι απόλυτα ξεχωριστά μεταξύ τους.  Έτσι η Συνείδηση και η Λογική αντλούν συνεχώς απ’το απύθμενο μέρος του εγκεφάλου, που είναι η Αισθητική, η Ενόραση, το Συναίσθημα κι η Φαντασία.  Δεν είναι ποτέ δυνατή μια επιστήμη χωρίς την Ενόραση και ποτέ δεν είναι αρκετή η εμπειρία με μόνον οδηγό την Ορθολογική διαδικασία. Γι’ αυτό κάθε επιλογή που ακολουθείται απ’τον παράγοντα του αγνώστου ή του νέου προϋποθέτει ένα μικρό ή μεγάλο «άλμα πίστης» για να υπερπηδάμε το κενό της γνώσης. Κι επειδή κάθε βήμα στο Νέο προϋποθέτει κι ένα εμπειρικό κενό, αυτό προσωρινά αναπληρώνεται απ’την Αισθητική.
    Ο ερευνητής πατά στον απύθμενο “κωδικά κληρονομικό γεγραμμένο εμπειρικό γνωστικό μηχανισμό” δηλαδή στην “ασυνείδητη κι εκ των προτέρων κληρονομική εμπειρική γνωστική του δυνατότητα ή την ενδοϋπαρξιακή αίσθησή του, ως Εγώ”, την Ενόραση και την Αισθητική διακινδυνεύοντας αποφάνσεις. Αυτές οι αποφάνσεις μπαίνοντας στην διαδικασία της επαλήθευσης, που ανάλογα είναι η εφαρμογή, το πείραμα, ή η καθημερινή δραστηριότητα, δημιουργούν τη βάση πάνω στην οποία μπορεί να πατά στέρεα η έρευνα κι η καθημερινή πρακτική. Αυτό το νοητικο-πρακτικό γίγνεσθαι, αποτελεί μιαν αδιάρρηκτη ενότητα που συνιστά την στάση ζωής κάθε ανθρώπου.

Απ’τα προηγούμενα συνάγουμε, ότι η καντιανή «εκ των προτέρων γνωστική δυνατότητα» του ανθρώπου, θεωρούμενη πλέον «εκ των προτέρων γνωστική κληρονομική και εμπειρική συσσώρευση», αποβιβάζει τη νόηση από το υπτάμενο άρμα της μεταφυσικής α-νοησίας προσγειώνοντάς το στο έδαφος της φυσικής πραγματικότητας. Εκτός από αυτό όμως συνάγουμε, ότι ο άνθρωπος όντας «πλοκή κωδικών γνωστικών δομών», είναι αυτός ο ίδιος, λόγω της κληρονομικής δομής του, μια γνωστικό-νοητική  ιδεοποιητική «μηχανή», η οποία λειτουργεί συνεχώς. Ο άνθρωπος λοιπόν ως κωδικός νοητικο-γνωστικός μηχανισμός λειτουργεί «γρηγορών και καθεύδων» (κοιμώμενος και ξύπνιος). Όπως λέει κι ο Ηράκλειτος (τοὺς καθεύδοντας ἐργάτας εἶναι καὶ συνεργοὺς τῶν ἐν κόσμῷ γινομένων).  Δηλαδή ο άνθρωπος σκέπτεται γιατί έτσι απαιτεί η φυσική δομή του και γνωρίζει γιατί όλο αυτό το παγκόμιο εξελικτικό γίγνεσθαι είναι γεγραμμένο κωδικά μέσα του, αναμένοντας δια της εμπειρίας να αποκωδικοποιηθεί και να συνειδητοποιηθεί.  Το σκέπτεσθαι είναι κάτι που ο γνωστικός μηχανισμός κάνει συνεχώς ακόμα και χωρίς ολοφάνερη αιτία ή ακόμα και όταν βρίσκεται σε κατάσταση ανάπαυσης ουδετερότητας και απραξίας.

Φαίνεται ότι ο Αξελός, μαγεμένος απ’την μεγαλοφυία του Χέγκελ, την αντιφατικότητα και το γίγνεσθαι «βλέπει» ως φαινομενικά μέσα απ’τα μάτια του Χέγκελ. (Ο Χέγκελ ισχυρίστηκε στην Επιστήμη της Λογικής του, ότι μόνο το νοείν αντιφάσκει, γεννώντας το φαινομενικό γίγνεσθαι της Ιδέας, ενώ αντίθετα τα πράγματα (ως καθαυτά) δεν πρέπει να φέρουν την αδυναμία της αντίφασης»).  
     Αν ο Αξελός είχε δεχτεί ότι ο κόσμος και η εμπειρία του είναι όπως ακριβώς τα αντιλαμβανόμαστε και δεν αποδεχόταν το γίγνεσθαι ως φαινομενικό παίγνιο, τότε θα μπορούσε να οριστεί σαφώς η αιτία της νόησης και ο λόγος που σκεπτόμαστε. Αυτό όπως δείξαμε μπορεί να οριστεί ολοκληρωμένα, αλλά επειδή ο κόσμος και τα γεγονότα του έχουν αντιφατική και γι’αυτό αληθινά εξελικτική φύση, οι απαντήσεις στα ερωτήματα που γεννά είναι πάντα ερωτηματικές. Υπάρχει λοιπόν κάποια απόσταση απ’το ερώτημα “Γιατί σκεφτόμαστε” ως την ερωτηματική απάντηση στα ερωτήματα που γεννά το Γίγνεσθαι του Κόσμου. Το πρώτο ερώτημα έχει απαντηθεί από την σύγχρονη γενετική επιστήμη, ενώ το δεύτερο από τον Λόγο, δηλαδή την ηρακλειτική αντιφατική-λογικο-γλωσσική σύνταξη, που περιγράφει τον κόσμο ως αέναο εξελικτικό γίγνεσθαι, χωρίς αρχή, τέλος και έτσι χωρίς τελική απάντηση.

Στην πρώτη του αναφορά για την αρχαιοελληνική σκέψη, που κατά την γνώμη του, «στόχο έχει το Εν-Παν, το οποίο την περιέχει· το Εν Παν που είναι Αυτό που ενέχει τη Διαφορά και το Άλλο, γιατί δεν είναι ταυτόσημο με το ταυτολογικό ίδιο», υπάρχει ασάφεια, αφού δεν μας παρουσιάζει αν η αυτή του πρόταση αναφέρεται στο γίγνεσθαι ως αληθινό, ηρακλειτικό ή  φαινομενικό, εγελιανό. 
             Όπως επίσης υπάρχει ασάφεια και στην φράση:
«Στοχεύει το Ανοικτό Παιγνίδι του Χρόνου, όπου ο άνθρωπος είναι συγχρόνος παίκτης και παίγνιο». Αν οι ασάφειες αυτές περί του Ενός-Παντός και περί του Ανοικτού Παιγνίου είχαν λυθεί, η συνέχεια του έργου δε θα παράπαιε μεταξύ υλισμού κι ιδεαλισμού, διαλεκτικής και ορθολογισμού. Έτσι θα μπορούσαμε να αντιληφθούμε την Ιδεολογική μα και την Λογική του στάση, που χωρίς αυτές τις διευκρινήσεις είναι απροσδιόριστη και ασαφής.
                                 ― Το Εν Παν― 
 Στην αρχαιοελληνική σκέψη το Εν-Παν συλλαμβάνεται με δύο τρόπους αντίθετους:
Α). Μ’αυτόν του Ηράκλειτου, ο οποίος το θέλει να συμπίπτει με το απειροστικό Γίγνεσθαι και την Αντιφατικότητα Γυμνή κι έτσι να χάνει το νόημά του ως Εν-Παν, αφού Είναι Αυτό όντας Άλλο Αλλού συγχρόνως.
Β). Μ’αυτόν του Παρμενίδη, που το θέλει Αιώνιο, Αταλάντευτο, Αναλλοίωτο, Τετελεσμένο-Πεπερασμένο.
      Η αρχαιοελληνική σκέψη όμως τη στόχευση για το Εν-Παν, εν συνεχεία μετέτρεψε σε λογική απ’όπου αντλεί συνειδητά τις αρχές του σκέπτεσθαι. Ο Ηράκλειτος μέσω του «Λόγου» του οργάνωσε την Διαλεκτική σκέψη, ενώ ο Παρμενίδης μέσω του «Εόντος»  (του αενάως και αληθώς υπάρχοντος) και σ’αντιθεση προς τον ηρακλειτικό Λόγο, οργάνωσε την συνειδητή Ορθολογική σκέψη.
      Από ό,τι συνάγεται από την διαμάχη αυτών των δύο βάρδων της νόησης, δεν υπάρχει κάποια ειδική κατηγορία σκέψης που να μη σχετίζεται με τη Διαλεκτική ή τον Ορθολογισμό κι η οποία να αρνείται στον κορμό της κάθε λογική, ανεβαίνοντας το ύψος του μυστικισμού και της όποιας μεταφυσικής. (Γι’αυτό ο Αξελός, απορρίπτοντας και τον Ορθολογισμό και τη Διαλεκτική,  αυτό που θεωρεί εμφατικά ως σκέψη, όπως θα δούμε στο επόμενο μέρος του προς κρίση συλλογισμού του, μας μπερδεύει).
                             ―Το Παίγνιο του Χρόνου―
Όσον αφορά στο «παιγνίδι του Χρόνου ως ανοικτό» μολονότι ο Αξελός στηρίζει πολλά πάνω σ’αυτό, δεν το συνέλαβε με τον ηρακλειτικό τρόπο, όπου αληθινά γίνεται αντιληπτό ως αέναο κι ανοικτό. Λέει ο Ηράκλειτος: Στον ίδιο ποταμό δεν ξαναμπαίνουμε, ούτε την ίδια ουσία ξαναγγίζουμε, γιατί όλ’αλλάζουν βίαια και γρήγορα, απλώνουν-μαζεύοντας, καταλύονται-συντιθέμενα, Είναι-ΜηΌντας.
     Ο Χρόνος για τον Ηράκλειτο είναι σύμφυτος με το παγκόσμιο γίγνεσθαι το οποίο συμπίπτει με το αντιφατικό άπειρο. Κι επειδή τα πάντα κατ’αυτόν Είναι-ΜηΌντας-Άλλα-Αλλού αφού καταλύονται-συντιθέμενα, υπάρχουν συνεχώς μόνο τώρα και έτσι δεν έχουν ούτε παρελθόν ούτε μέλλον, αλλά ούτε και μια συγκεκριμένη ταυτότητα που να ταξιδεύει στον Χρόνο. Συνεπώς ηρακλειτικά το χθές δεν υπάρχει, το αύριο δεν υπάρχει, το τώρα είναι μόνο.  Το Τώρα, που είναι Πάντα η αιώνια και μηδενική αιχμή του φθίνοντος παρόντος μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος, συμπίπτοντας με το αέναο-Γίγνεσθαι. Κι επειδή το Γίγνεσθαι δεν ολοκληρώνεται ποτέ, γι’αυτό ακριβώς συμπίπτει με το αντιφατικό άπειρο που ο Αναξίμανδρος το ορίζει ως: αρχή και στοιχείο των όντων. Δηλαδή ότι άπειρο δεν είναι μόνο το Μέγα ως ποσοτικό Όλον, αλλά και το μικρό το στοιχειώδες,  που στη συνεχή εξέλιξή του, ως ποιοτικά Εν Δυνάμει, είναι Άπειρο. Ο Χρόνος λοιπόν είναι σύμφυτος με το Γίγνεσθαι του κόσμου, των όντων και των στοιχειωδών τους.

Υπαινύσσομαι λοιπόν εξαρχής και θα προσπαθήσω να δείξω, ότι ο τρόπος που συλλαμβάνει και θέτει ο Αξελός το ερώτημα «γιατί σκεφτόμαστε», πατά σε λανθασμένη βάση.
      Επίσης θα παραλείψω την μικρή ιδεοπολιτική του ανάλυση, αφού δεν μπορεί να οριστεί σαφώς στα περιορισμένα όρια που την περιγράφει. Εκεί περιληπτικά και χωρίς περιθώρια σαφούς κριτικής μπορεί να δίνει φόρο υποταγής στο αστικόδημοκρατικό καθεστός που του προσφέρει ακαδημαϊκή υπόσταση καταφύγιο και μισθό. (Τον φόρο αυτόν οι διάφοροι υποταγμένοι διανοητές τυλίγουν με το χρυσόχαρτο ενός αόριστο κι ανεδαφικού αναρχισμού, που κρίνει αόριστα και ασαφώς κάποιον αόριστο ιμπεριαλισμό. Έτσι έχουν και την πίτα αφάγωτη και τον σκύλο χορτάτο).
      Η κριτική μου λοιπόν θ’αφορά την λογικογλωσσική του σύνταξη, μέσα απ’το πρίσμα της νεοηρακλειτικής σκέψης. Έτσι ας δούμε τις προτάσεις που πλαισιώνουν την ανάπτυξη της λογικής ακολουθίας του επόμενου κύκλου: 
     Ο τρίτος κύκλος ερευνά το ερώτημα «Τι δεν είναι η σκέψη;» κι από κει συνάγει ότι:
    Α) Δεν είναι ο Ορθολογισμός, που με τη αναλυτική και συλλογιστική διάνοια θέλει μέσω της παράστασης να βρεί το θεμέλιο και τις αιτίες του Παντός διατυπώνοντας εξηγήσεις και νομίζοντας ότι δίνει αποδείξεις.
    Β) Σκέψη δεν είναι και η καταφυγή στον ανορθολογισμό, ο οποίος είναι πολύ πιο δεμένος απ’ότι επιφανειακά φαίνεται με τον αδελφικό εχθρό του. Ο «ορθός λόγος» και το «παράλογο» έχουν μια κοινή πηγή και συχνά ίδια κατάληξη ακριβώς γιατί έχουν απομακρυνθεί από την ερωτηματική, μη δογματική και μη αυθαίρετη σκέψη.   (Η σκεπτόμενη γλώσσα «μιλάει και λέει» δεν διακηρύσσει, ούτε όμως εφησυχάζει στο μυστικό, στο άλογο, στη νεκρική σιωπή. Το άρρητο αν και δεν βρίσκει ένα τελευταίο όνομα και έναν επιθετικό προσδιορισμό, δεν παύει να μας μιλάει κι εμείς δεν διστάζουμε, αιωρούμενοι, να κάνουμε ότι μας είναι δυνατόν να το δηλώσουμε. Με μια ορισμένη συγγένεια με τον ηρακλειτικό Απόλλωνα που στο δελφικό μαντείο «ούτε λέγει ούτε κρύπτει αλλά σημαίνει». Χωρίς να ξεχνάμε ότι το λέγειν, το φαίνεσθαι, το φύεσθαι και το θνήσκειν ―κατά τον Ηράκλειτο λόγο-φύση, φανερό-αφανές, βίο-θάνατο―, ό,τι δηλαδή μέσα στην πύρινη λάμψη της αείζωης και μεταμορφούμενης Φύσης, ανήκει η σπανιώτατη ρήση του «κρύπτεσθαι»).
    Γ) Η σκέψη δεν είναι αυτή του αυτοθεμελιωμένου ανθρώπου υποκειμένου, που βλέπει, μετράει, εξουσιάζει τ’αποσπάσματα του κόσμου σαν αντικείμενα. Δεν  χωρίζεται σε έμμεσα έλλογη και άμεσα διαισθητική σκέψη, αλλά αναπτύσσεται εντεύθεν κι εκείθεν παρομοίων διαχωρισμών.
     Δ)  Η σκέψη δεν είναι συνώνυμη ούτε μ’αυτό που ονομάζουμε θεωρία και το αντιτάσσουμε στην ποίηση και την πράξη.
    Ε) Ούτε συμπίπτει με τη γνώση ως αποκρυσταλλωμένο αποτέλεσμα ειδικών επεξεργασιών.  
    Ζ) Δεν είναι επίσης συνώνυμη με την επιστήμη που ερευνά, λειτουργεί, ελέγχει… που μένοντας πάντα μερική, έχει έναν μερικό τομέα. (Επιστήμη ως γενική δεν υπάρχει, παρόλο που ο τομέας της αποτελεί μια σφαίρα του Όλου).
    Η)  Η σκέψη δεν ταυτίζεται με τη διαλεκτική, πάντα μηχανική ή ιδεαλιστική, ακόμα και στις μεγάλες της επιτεύξεις.
   Θ) Τέλος η σκέψη δεν είναι υπόθεση του κυρίαρχου «κεφαλιού» ―που δεν λειτουργεί ποτέ από μόνο του».

Ο Αξελός μαγεμένος μ’εναν ιδιόμορφο τρόπο απ’τον Ηρακλειτικό Λόγο, τον οποίον φαίνεται ότι δεν ταυτίζει με την Διαλεκτική ή ακόμα θεωρώντας ότι «ο ακαλώπιστος φθόγγος της Σύβιλλας» περιέχει το άρρητο, θέλει να μας αποκαλύψει μιαν άλλη «σκέψη» που να μην είναι σκέψη, αλλά ένα αόριστο ενορατικό ταξίδι στη διαισθαντική ασάφεια. Βέβαια έθεσε τους προηγούμενους αρνητικούς όρους που με κάποιο τρόπο περιγράφουν αυτή την Σκέψη. Όμως η περιγραφή αυτή είναι αυθαίρετη αφού δεν ορίζει όπως όφειλε το πώς όλοι αυτοί οι όροι είναι λογικά δυνατοί, αλλα και συμβατοί μεταξύ τους.

Άραγε αν η σκέψη δεν είναι έλλογη όπως ο Ορθολογισμός κι η Διαλεκτική, ούτε πραγματεύεται ή οργανώνει τις κοινωνικές σχέσεις και τις επιστήμες, τι μπορεί να είναι; Βέβαια όλοι γνωρίζουμε ότι η λογική χωρίς την ενόραση δεν μπορεί να βαδίσει στο Νέο αφού υπάρχει βαθύτατη σχέση νόησης και φαντασίας. Όμως, η σκέψη για να είναι σκέψη, πρέπει να έχει όσο το δυνατόν αποκρυσταλλωμένο αποτέλεσμα και γι’αυτό η επιστήμη είναι ακριβώς το αποτέλεσμα της σκέψης ως συνειδητής.
      Ο Ορθολογισμός λοιπόν κι η Διαλεκτική, που ο Αξελός δεν θεωρεί σκέψη ή τουλάχιστον υψηλό στοχασμό, είναι ακριβώς ο σκληρός πυρήνας της σκέψης ως συνειδητής.
      Ακόμα τί εννοεί όταν περιγράφει την διαλεκτική ως πάντα μηχανική ή ιδεαλιστική;  Με την επισήμανσή του αυτή αλλά και τον διαχωρισμό του ηρακλειτικού Λόγου απ’τη διαλεκτική (αφού για τον Αξελό ο Λόγος έχει σχέση με την Σκέψη ενώ η διαλεκτική όχι), δείχνει σύγχυση για το τι είναι διαλεκτική, αλλά ακόμα και ορθολογισμός.
      Μετά απ’αυτό υπαινύσσεται «τη σκεπτόμενη γλώσσα, η οποία μιλάει και λέει το άρρητο που συγγενεύει με τον ηρακλειτικό Λόγο του δελφικού μαντείου» που «ούτε λέγει ούτε κρύπτει αλλά σημαίνει». Αλλά όταν το άρρητο λέγεται ή έστω, το φθέγγεται η όποια Σίβυλλα, νομίζω ότι εκείνη ακριβώς την στιγμή παύει να είναι άρρητο.
   ―Άρρητο είναι αυτό που δεν λέγεται με λόγια αλλά δείχνεται με κάποια υπερβατική πρακτική όπως η πυροβασία. Επίσης άρρητο είναι αυτό που αναπηδά πρωτογενώς απ’τη φύση όπως η χρυσή ακτίδα το ξημέρωμα την οποίαν όσο παραστατικά κι αν περιγράψεις σε έναν εκ γενετή τυφλό δεν θα την δεί· επίσης η περιγραφή της σε κάποιον άλλον μπορεί να γίνει γιατί ο άλλος την έχει ξαναδεί. Το άρρητο λοιπόν δεν λέγεται δείχνεται, όπως επίσης είναι μόνον αισθητό. Αν όμως μιλά για το μεταφυσικά άρρητο, αυτό πράγματι δεν λέγεται γιατί δεν υπάρχει!
         Εδώ λοιπόν αποκαλύπτεται ότι πραγματεύεται το θέμα της σκέψης επιδερμικά και μυστικιστικά: υποβιβάζει την αξία του εγκεφάλου, αφήνοντας να εννοηθεί ότι υπάρχει για τη Σκέψη κάτι άλλο Υψηλότερο να αποτείνεται, πιθανόν η ψυχή ή κάτι άλλο άγνωστο μεταφυσικό του οποίου ο εγκέφαλος είναι ένα κατώτερο εργαλείο έκφρασης.  Βέβαία ως την ώρα δεν έχει μιλήσει ακόμα για μεταφυσική εμφατικά, ούτε για ψυχή ή ψυχολογία, αλλά η ακολουθία της πραγματείας του οδηγεί απαρέγκλιτα εκεί.
     Όλες οι ελπίδες μου ότι τελικά θα θεωρούσε τη Διαλεκτική ως την υψηλή Σκέψη του στοχασμού που υπαινύσσεται, κατέρρευσαν.  Επιβεβαιώθηκε όμως η υποψία μου ότι η λογική του γίγνεσθαι, που αναφαίνεται σε κάποιες προτάσεις του δεν σχετίζεται με τη συνειδητή αποδοχή της διαλεκτικής-αντιφατικότητας ως στοιχείο του γίγνεσθαι. Αλλά ούτε αντιλαμβάνεται το γίγνεσθαι ως αληθινό μολονότι δέχεται το Παίγνιο του  Κόσμου ως ανοικτό.
     Ο εγκέφαλος για τον Αξελό είναι ένα μηχανιστικό εργαλείο λογισμού και τίποτε άλλο. Αυτό είναι μεγάλο λάθος, αφού η σύγχρονη νευροφυσική επιστήμη, με την ανάγνωση του DNA τον ανεβάζει πολύ ψηλότερα. Η επιστήμη θεωρεί ότι όλες οι “ψυχικές-μεταφυσικές” και υπερβατικές ιδιότητες του ανθρώπου εδράζουν, όπως ήδη αναφέραμε, στον εγκέφαλο. Ο εγκέφαλος μπορεί να γνωρίζει όχι επειδή είναι ένα μηχανιστικό γνωστικό εργαλείο, αλλά γιατί αυτός ο ίδιος είναι ένας κώδικας που περιέχει γεγραμμένο μέσα του όλο το Παγκόσμιο Γίγνεσθαι.

Ο άνθρωπος―το παιγνίδι μάλλον που τον διαπερνάει και τον ξεπερνάει, αχώριστο από το Παιγνίδι του Κόσμου― οδηγείται σε έναν τέταρτο κύκλο ερωτημάτων που του επιβάλλεται από την παράδοση της σκέψης: Τι σκέφτηκε  ως  τώρα  η  ανθρωπότητα;  Ένα είναι σίγουρο: δε βρέθηκε ριγμένη σε μιαν απειρία σκέψεων·  Τρεις άξονες σκέψης της επιβλήθηκαν, όχι από τα «έξω», και έκανε την απόπειρα να τους διατυπώσει και να τους σκεφθεί, όχι όμως ξεκινώντας απ’την «εσωτερικότητα» του αυτόνομου, αυτοθεωρούμενου ανθρώπινου όντος.
   1.  Μέσα στο φως του Λόγου και παραβλέποντας το ομόλογό του σκότος, σκέφτηκε την Ένθεη Φύση και όχι «αρχικά» το ανθρώπινο, αλλά το Ον ως Ον και πάντα τα όντα, το Είναι τους, την ουσία τους ή/ και το γίγνεσθαί τους. Αυτό ήταν η τεράστια κοσμογονική ιδρυτική κατάκτηση της ελληνικής σκέψης και φιλοσοφίας.
   2.  Μέσα στον τρεμάμενο και υποταγμένο στην πίστη λόγο, σκέφτηκε θεολογικά, τον Θεό και τα δημιουργήματά του, ξεχνώντας το πιο βασικό:  την σκιά που τον επισκιάζει και που ο ίδιος έριχνε. Αυτό ήταν το κοσμοϊστορικό εγχείρημα της εβραϊκής και χριστιανικής θεολογίας, απ’την οποίαν δεν έλειπε ολότελα μια κάποια ερευνητικότερη σκέψη.
   3.  Μέσα στο προφανές του λόγου, που γίνεται raison, vernunft και δεν ανοίγει τα μάτια σ’αυτό που δεν ανήκει στη δικαιοδοσία του, αγνοεί δηλαδή την άγνοιά του και «ξεχνά» ό,τι του αντιστέκεται και «κρύπτεται». Σκέφτηκε τον άνθρωπο ως το υποκείμενο που συλλαμβάνει και κυριαρχεί στ’απέναντί του πράγματα ως αντικείμενα.  Αυτό ήταν το θεμέλιο της μοντέρνας ευρωπαϊκής φιλοσοφίας που συνεχίζοντας και μεταμορφώνοντας τις δύο προηγούμενες παραδόσεις μπήκε πολύ σύντομα στο στάδιο της πλανητικής εξάπλωσης και δράσης. Και οι τρεις αυτοί τρόποι σκέψης ήταν θεμέλια κι εκφάνσεις του Απόλυτου.                                                 
Ο συνοπτικός τρόπος που παρουσιάζει τους «τρεις άξονες της εξέλιξης της σκέψης» εξαρχής εκπλήσσει αρνητικά: αφού αυτοί οι τρείς άξονες της σκέψης ισχυρίζεται ότι επεβλήθησαν στην ανθρωπότητα «εκ των έσω», η οποία όμως ανθρωπότητα την απόπειρα να τους διατυπώσει και να τους σκεφτεί, ξεκίνησε «από τα έξω».  Δέχεται λοιπόν ότι αφού το έσω επιβάλεται στο γίγνεσθαι της σκέψης υπάρχει μέσα μας κάτι που δεν είναι ακριβώς δικό μας. Υπάρχει μια εσωτερικο-εξωτερική σχέση όπου το «έσω» προϋπάρχει και προηγείται μεν, μα ενεργοποιείται και εκφράζεται από τα «έξω». Δηλαδή υπαινύσσεται ότι προϋπάρχει ένας κόσμος ιδεών ή μια εκ των προτέρων γνωστική δυνατότητα στον άνθρωπο, που ενεργοποιούνται απ’την εμπειρία και συγχρόνως τη γονιμοποιούν. Αυτή του την πρόταση θεωρώ πλατωνική και καντιανή, δηλαδή ιδεαλιστική και γι’αυτό προϋποθέτει κλειστό εξελικτικό σύστημα.
     Επίσης η ακολουθία των συλλογισμών του υστερεί παραλείποντας την βασική συνεισφορά της ελληνικής σκέψης, η οποία όχι μόνο για πρώτη φορά οργάνωσε Λογικά τη σκέψη ως συνειδητή, αλλά μας έδωσε ξεκάθαρα και συνειδητά τους δύο της αντίθετους τρόπους: Την ηρακλειτική διαλεκτική αντιφατικότητα και την παρμενίδεια ορθολογική αντιθετικότητα.  
    Α.  Η Ορθολογική Αντιθετικότητα δέχεται ότι στο βάθος ο κόσμος και η γλώσσα που τον περιγράφει, συντίθεται από έσχατα αναλλοίωτα στοιχειώδη τα οποία αλληλεπιδρούν χωρίς να παραβιάζουν τα όρια μεταξύ τους. Αυτά τα έσχατα στοιχειώδη που συνιστούν αλληλεπιδρώντας το λογικο-γλωσσικό αυτό σύστημα, λειτουργώντας ως απόλυτοι όροι, προϋποθέτουν, από μια στιγμή και μετά, την επανάληψη προδιαγεγραμμένης και πεπερασμένης σειράς παιγνίων, τα οποία μπορούν να ονομαστούν «συνθετικά όρια του τέλους». Αυτά βρίσκονται εν των προτέτων εκεί περιμένοντας την πραγματοποίησή τους απ’τη λειτουργία του συστήματος. Αυτός είναι ένας κόσμος αντικειμενικότητας κλειστός, τελεολογικός, που έχει προκαθορισμένα όρια ως αποτέλεσμα των όρων της λειτουργίας του, ο οποίος προϋποθέτει την ύπαρξη ενός Κόσμου Ιδεών, που υπάρχει από τη στιγμή που τέθησαν οι όροι αυτού του παιγνίου, περιμένοντας την πραγματοποίησή του απ’την λειτουργία του συστήματος.  Ορθολογικά, ένας τέτοιος Κόσμος Ιδεών, πρέπει να υπάρχει πριν από τα πράγματα, μαζί με τα πράγματα και μετά τα πράγματα, συνιστώντας το κλειστό αντιθετικό, αντικειμενικό σύστημα μιας επιστημονικότητας που ξεκινά απ’τον Αριστοτέλη και καταλήγει στον Νεύτωνα.  Η συζήτηση αν υπάρχει η Ιδέα πριν ή μετά τα πράγματα, δεν έχει νόημα, αφού οι όροι και τα όρια του ορθολογικού συστήματος, είναι ένα ζεύγος όπου το ένα σκέλος προϋποθέτει εξ’αρχής το άλλο, δηλαδή οι όροι του προϋποθέτουν το τέλος του (την Εντελέχειά του). Νόημα έχει η συζήτηση «αν ο κόσμος είναι κλειστό ή ανοικτό σύστημα», «πως ένα κλειστό ή ανοικτό σύστημα είναι λογικά δυνατό» και τι ικανοποιεί το διανοητή, που επιλέγει από κει και πέρα τη λογική και το γνωστικό του ήθος.      Σ’αυτό όμως το σημείο ο Αξελός είναι ασαφής κι ανακόλουθος, αφού δέχεται το σύστημα της Σκέψης που μας περιγράφει ανοικτό με όρους λειτουργίας που δεν του το επιτρέπουν.
     Η Αντιθετική Ορθολογικότητα είναι ένας Διαφορικός Ορθολογισμός του οποίου η διαφορικότητα σταματά στα έσχατα κι αναλλοίωτα στοιχειώδη αυτού του αντιθετικού κόσμου, έχοντας ως αποτέλεσμα ένα κλειστό σύστημα, το οποίο προϋποθέτει την ύπαρξη κάποιου Λογικού Αιτίου εκτός του συστήματος. Αυτό το λογικό αίτιο που μπορεί να γίνει αντιληπτό ως Κόσμος των Ιδεών, τίποτα δεν μας απαγορεύει λογικά να το θεωρήσουμε Θεό.
     Η αντικειμενικότητα την οποία προβάλλει ο κ. Αξελός στον τρίτο «άξονα σκέψης» ως κατάκτηση του ευρωπαϊκού κόσμου αλλά κι ο ντετερμινισμός που την ακολουθεί, συνάγεται από τα κείμενα των αρχαίων διανοητών. (Συνάγεται αφού οι ευρωπαίοι, ως φανατικοί χριστιανοί, κατέκαυσαν τις παγανιστικές βιβλιοθήκες ή ως ρωμαίοι αυτοκράτορες έδωσαν εντολή να καούν. Και αφού εκπολιτίστηκαν ξανανακαλύπτουν απ’τα καμμένα ό,τι εξαφάνισαν).
     Β. Η Διαλεκτική Αντιφατικότητα δέχεται ότι ο κόσμος και η γλώσσα που τον περιγράφει είναι Όλον σε συνεχή κι αληθινή εξέλιξη (Γιγνεσθαι). Αυτό είναι δυνατόν αν δεν συνίσταται από αναλλοίωτα έσχατα στοιχειώδη αλλά από στοιχειώδη τα οποία αλληλεπιδρώντας προεκτείνονται το ένα στο άλλο χωρίς να αφήνουν απαραβίαστα όρια μεταξύ τους. Έτσι κάθε στοιχειώδες όντας αυτοαναιρούμενο έχει αντιφατική φύση περιέχοντας το εξελισσόμενο Όλον μ’έναν δικό του τρόπο. Αυτός ο τρόπος είναι ο κώδικας καταγραφής του κόσμου μέσα στο στοιχειώδες, όπως αυτό έχει εξελιχθεί ως την μορφοποίησή του, περιέχοντας με τρόπο δαιδαλώδη και παράκεντρο όλες τις εξελικτικές στιγμές του έως τότε κόσμου.  Αυτή η οντολογική άποψη, προϋποθέτει ότι ο κόσμος είναι Ένα Όλον Ανοικτό και Άπειρο, μια γλώσσα και μια γραφή σε συνεχές Γίγνεσθαι. Εκεί κάθε στοιχειώδες περιέχει μέσα του τη δυνατότητα του ανεπανάληπτου, όντας αποτέλεσμα του εαυτού του και γι’αυτό είναι Εν Δυνάμει Άπειρο, όπως ισχυρίστηκε κι ο Αναξίμανδρος. 

Μολονότι όμως ο Αξελός  αναφέρεται συχνά και εμφατικά στη έννοια του ανοικτού παιγνίου, δεν διευκρινίζει αν αυτό είναι φαινομενικό υπακούοντας στην ορθολογική αντιθετικότητα (και άρα είναι κλειστό) ή πραγματικό υπακούοντας στη διαλεκτική αντιφατικότητα. Επίσης θεωρεί περιττό να ορίσει αν αυτή η «Πλανητική Σκέψη», την οποίαν θεωρεί ως πολύτιμη προσφορά του, υπακούει στη διαλεκτική ή στον ορθολογισμό. (Μολονότι στις επισημάνσεις του περί του τι είναι η Σκέψη, ―πιθανόν η πλανητική―, έχει και τις δύο λογικές απορρίψει). 
     Η παρατήρησή του ότι οι τρεις τρόποι που προτείνει ήταν θεμέλια και εκφάνσεις του Απόλυτου είναι ασαφές. Όπως ανέφερα, η Διαλεκτική Λογική Αντιφατικότητα του Ηράκλειτου που σχετίζεται με το Γίγνεσθαι ως αληθινό κι όχι ως φαινομενικό, έχει ως σκοπό να παραμερίσει κάθε Απόλυτο, καθαυτό, κάθε Ιδεαλισμό και κάθε Φαινομενικότητα. Αντιμετωπίζει λοιπόν τον κόσμο, τον άνθρωπο και τα πράγματα, ως ανοικτά συστήματα, έχοντα πάντα εν δυνάμει απειροστική φύση κι όχι ως κλειστά προδιαγεγραμμένα και φαινομενικά παίγνια. Έτσι η έκφρασή του «Παίγνιο του Κόσμου»,  με τον τρόπο που την υποστηρίζει διαλογικά είναι μάλλον φαντασμαγορική, αντιδιαλεκτική και άρα λανθασμένη.  Ο αληθινός κόσμος, του οποίου το παίγνιο θεωρεί Ανοικτό, δεν υποστηρίζεται απ’την ακολουθία των συλλογισμών του, αλλά σχετίζεται με τον Ιδεαλισμό και το Απόλυτο που χαρακτηρίζουν το τετελεσμένο κλειστό και προδιαγεγραμμένο παίγνιο. Αυτό το Παίγνιο του Παγκοσμίου Γίγνεσθαι που περιγράφει, ως ιδεαλιστικό δεν μπορεί να είναι ανοικτό, αφού κάθε του στιγμή δεν έχει μέσα της το στοιχείο του ανεπανάληπτου.

«…Η αρχαία φύση αρχίζει να πεθαίνει όταν περνάμε στη βασιλεία του Θεού, ο οποίος αρχίζει να πεθαίνει όταν το αντικαθιστά ο Άνθρωπος και μετά η ανθρώπινη κοινωνία που με τη σειρά του κι αυτός, καθώς και η Ιστορία μπαίνουν  στην  αρχή του τέλους τους. Όπως όμως ήδη έχει λεχθεί, το τέλος ενός «πράγματος» διαρκεί περισσό τερο από το πράγμα το ίδιο και ο παντοκράτωρ Χρόνος γονιμοποιεί, διατηρεί-και-μεταμορφώνει, εξοντώνει τα πάντα, τα όποια κρατά στη δύναμή του».

Η αρχαία λατρεία της φύσης δεν πέθανε ποτέ, αλλά μετασχηματίστηκε σε επιστήμη. Η λεγόμενη βασιλεία του Θεού ήταν το σκοτάδι του μεσαίωνα, που όχι μόνο δεν βοήθησε σε καμιά έρευνα ή δημιουργική σύλληψη, αλλά έφερε τον κόσμο επτακόσια χρόνια πίσω, όπως επεσήμανε ο μεγάλος αμερικανο-εβραίος επιστημολόγος Καρλ Σαγκάν. Από το σκότος του οποίου με τον σοσιαλισμό είχαμε πια αρχίσει να βγαίνουμε, αλλά ανεκόπει από τον καταναλωτισμό που είναι το μεσαιωνικό κατάλοιπο της εποχής μας. Επίσης η «αντικατάσταση του θεού απ’τον άνθρωπο», δεν είναι άλλο από την καταναλωτική υστερία και τον εγωκεντρισμό. Ενώ το τέλος της ιστορίας δεν υπάρχει αφού ο κόσμος ως ανοικτός, είναι σε άπειρο εξελικτικό Γίγνεσθαι. Όσο για «το τέλος που διαρκεί περισσότερο απ’το ίδιο το Πράγμα», είναι μια διαλογική τυμπανοκρουσία, αφού στο παγκόσμιο Γίγνεσθαι δεν υπάρχει ούτε αρχή ούτε τέλος αλλά απεριόριστες αρχές και τέλη.
     «Ο παντοκράτωρ Χρόνος» του Αξελού «που γονιμοποιεί, μεταμορφώνει και εξοντώνει τα πάντα», σύμφωνα με τον Αναξίμανδρο, τον Ηράκλειτο και τον δαιμόνιο Ζήνωνα, είναι σύμφυτος με τον Χώρο, το Είναι, το Νοείν και το Λέγειν, συνιστώντας μιαν αντιφατική ενότητα στο Άπειρο και αιώνιο Γίγνεσθαι. Και άρα ούτε γονιμοποιεί, ούτε μεταμορφώνει αλλά ούτε εξοντώνει αφού είναι ισότιμα σύμφυτος μέσα στο παγκόσμιο γίγνεσθαι, όπου όλα αυτά μαζί βρίσκονται σε συνεχή αλλαγή και αλληλοπροσδιορισμό.

Στη συνέχεια και μετά έναν μικρό και έωλο προσδιορισμό περί της τεχνικής, απαντά στο ερώτημα «τι κατευθύνει την εποχή μας;» και αποτολμά ως απάντηση: ότι είναι «η μυθολογικο-τεχνική ηγεμονία», η οποία επιζεί απ’την αρχαιότητα μεταμορφωμένη στην «μυθολογικο-τεχνολογική εποχή μας που δεν ξέρει που πατά και που πηγαίνει».
       Και από κει μας οδηγεί στον κύκλο ερωτημάτων που συγκλίνουν στο καίριο ζητούμενο: ―Τι να σκεφθούμε;

«Αυτοί που σκέφτονται, οι στοχαστές, που μπορεί να είναι οι φιλόσοφοι αλλά και όχι απαραιτήτως, αφού είναι φορές που το φιλοσοφείν εμποδίζει το σκέπτεσθαι, οι συστηματικοί και αποσπασματικοί (υπάρχουν μάλιστα εδώ κι εκεί προσπάθειες μιας ανοικτής συστηματικής που δεν στήνει σύστημα), σκέφτονται τον κόσμο υπάγοντάς τον όμως σε μία, γι’αυτούς κεντρική και γενικότερη διάσταση. Έτσι ενώ σκέπτονται, αφήνουν την ίδια την πηγή της σκέψης άσκεφτη. Δεν θα έπρεπε να ξεχνάμε όμως και τον ποιητικό στοχασμό, τη στοχαστική ποίηση. Εδώ έχουμε να κάνουμε με μιαν ιδιόμορφη γλώσσα-και-σκέψη, που μιλά ποιητικά και σωπαίνει ταυτόχρονα…»

Εδώ οπωσδήποτε η στοχαστική σκέψη συγχέεται με έναν ενορατικό και μεταφυσικό διαλογισμό, ο οποίος δεν έχει σχέση με τη σκέψη αλλά την διαίσθηση και την αισθητική.     Μπορώ όμως να παρατηρήσω ότι:     Α.   Μια «ανοιχτή συστηματική» αφού είναι συστηματική δεν μπορεί χωρίς σύστημα. Όμως από αρχαιοτάτων χρόνων και στη πολεμική του Παρμενίδη ενάντια στον Ηράκλειτο γίνεται σαφές ότι ο ορθολογισμός είναι κλειστό, αντικειμενικό και ντετερμινιστικό σύστημα, ενώ η ηρακλειτική διαλεκτική ανοικτό σύστημα.     Β.   Η σκέψη περί της πηγής της σκέψης που ήταν το αγαπημένο θέμα των ιδεαλιστών φιλοσόφων της ευρώπης, έπαψε να είναι κάτι που αφορά τη μεταφυσική. Τώρα είναι το αγαπημένο θέμα έρευνας της νευροφυσικής επιστήμης και της έρευνας και ανάγνωσης του ανθρώπινου DNA.    Γ.    Ο ποιητικός στοχασμός σχετίζεται με την ενόραση και την αισθητική· όμως απ' ό,τι γνωρίζουμε η συνείδηση και η λογική δεν κάνουν βήμα χωρίς ενόραση και φαντασία όταν τουλάχιστον διαχειρίζονται το Νέο.

«Η φιλοσοφία γεννιέται με τον Πλάτωνα στην Αθήνα, τον 4ο αιώνα και αρχίζει να πεθαίνει με τον Χέγκελ, τον 19ο αιώνα. Διατρέχει περίπου 2500 χρόνια. Η σκέψη όμως ξεδιπλώνεται και μετά το «τέλος», που είναι ατελές, της φιλοσοφίας. Υπάρχει ας πούμε μια προφιλοσοφική και μια μεταφιλοσοφική σκέψη».

Αυτά είναι τα όρια της σαφούς ιδεαλιστικής φιλοσοφίας. Η φιλοσοφία όμως είναι κοινώς αποδεκτό ότι γεννήθηκε στη Μίλητο και ειδικά με τον Αναξίμανδρο.  Μάλιστα η άποψή του ότι: «Η φιλοσοφία είναι σχεδόν συνώνυμη με την οντολογία» το επιβεβαιώνει, αφού ο Πλάτων κι ο Χέγκελ δεν χαρακτηρίζονται απ’την οντολογική διάσταση των έργων τους αλλά από την γνωσιολογική, ενώ ο Αναξίμανδρος, ο Ηράκλειτος, ο Παρμενίδης κι ο Ζήνων, μολονότι το έργο τους έχει σαφή γνωσιλογική διάσταση, είναι  κυρίως οντολογικό και άρα κατά την επισήμανσή του φιλοσοφικό.
     Οι διανοητές και φιλόσοφοι που υπήρξαν κι έδρασαν πολύ πριν τον Πλάτωνα, μάλλον ορίζονται έτσι από τον Αξελό, γιατί ίσως δεν τους θεωρεί φιλοσόφους, αλλά πιθανόν τους κατατάσσει σε κάποια άλλη κατηγορία διανοητών. ΄Ισως στην προφιλοσοφική, την προεπιστημονική ή την προεπιστημολογική.  
       Το τέλος της φιλοσοφίας θα έλθει όταν η φιλοσοφία και η επιστήμη ενωθούν ξανά. Δηλαδή όταν με μια σύγχρονη διαλεκτική τέχνη της νόησης θα μπορέσει να περιγράψει απόλυτα το παγκόσμιο γίγνεσθαι. Τότε που η φιλοσοφική διαλεκτική λογικο-γλωσσική σύνταξη, θα έχει συμπέσει με το επιστημονικό γίγνεσθαι. (Ο ενδιαφερόμενος ας πληροφορηθεί γι’αυτό το θέμα στο: thodoroskavasis.blogspot.com «Διαλεκτική Υλιστική Σκέψη» και στο μέρος περί Αντιφατικής Μοναδολογίας).

«Το ότι διατυπώθηκαν σοφιστικές, υλιστικές, θετικιστικές σκέψεις, χωρίς έκδηλη αναφορά στο καλυμμένο φιλοσοφικο-μεταφυσικο-οντολογικό υπόβαθρό τους και  στον προσδιορισμό τους, τον οποίον αρνούνται, δεν αναιρεί με κανένα τρόπο τη βαθύτατη εξάρτησή τους απ’αυτό στο οποίο στρέφουν τα νώτα.  Κι ο ίδιος ο σκεπτικισμός που αντιτίθεται σε κάθε αποφασιστική σκέψη ―σχετικοποιώντας τη θέση του―, υπερβαίνοντας κάθε δογ-ματισμό, διατηρεί τη δύναμή του, αφομοιώνεται, οδηγείται πέρα από την συχνά γόνιμη διαβρωτικότητά του και αποτελεί αναπόσπαστη διάσταση της σκέψης που δεν περιορίζεται στον σκεπτικισμό. Η σκέψη μένει μακριά, από κάθε αυθαιρεσία και αυθεντία, όταν είναι καίρια».

Ο κ. Αξελός, όχι μόνο  δίνει μεγάλο φορό τιμής στη Μεταφυσική, αλλά καταχρηστικά επισυνάπτει αυτό το νοητικό ατόπιμα και σε κάθε λογική και σκέψη.  Επίσης ο σκεπτικισμός ακόμα και αν περιβληθεί με τη ζάχαρη του αντιδογματισμού, για να λειτουργήσει πρέπει να επιλέξει κάποιο λογικο-γλωσσικό σύστημα, ορθολογισμό ή διαλεκτική. Βέβαια κάθε ορθολογισμός, έχει στο βάθος του ιδεαλιστικές ρίζες και κάθε είδους Ιδεαλισμός πατά πάντα με κάποιο τρόπο στη Μεταφυσική. Αντίθετα η Διαλεκτική αλλά κι η σύγχρονη επιστήμη αποβιβάζει τη σκέψη από το ά-λογο της Μεταφυσικής προσγειώνοντάς το στην υλική πραγματικότητα. Εκεί όπου η φιλοσοφία, χωρίς ν’αρνείται την οντολογία ως ενορατικό ταξίδι δημιουργικής φαντασίας, έχει αντικείμενο κι επιστημονική ενασχόληση τη Λογική. Αυτό έκαναν οι προσωκρατικοί φιλόσοφοι και «βάρδοι της νόησης», Αναξίμανδρος, Ηράκλειτος, Ζήνων και Παρμενίδης, οι οποίοι έθεσαν τους όρους της συνειδητής σκέψης ως ―Διαλεκτικής ή Ορθολογισμού―. Μάλιστα ο παρατηρητικός αναγνώστης των κειμένων τους διαπιστώνει ή τέλος πάντων συνάγει λογικά ότι από τότε διαχώρισαν την ορθολογική μεταφυσική και τον διαλεκτικό υλισμό. Ο ορθολογισμός εκ καταβολών ακολουθείται από έναν ασυνείδητο δογματισμό, αυτόν των αρχών της τυπικής λογικής. Ενώ αντίθετα η διαλεκτική, αν είναι υλιστική και ουσιαστική αποβάλλει από πάνω της κάθε εκ καταβολών δογματισμό, κι εναπόκειται από κει και πέρα στη σωστή της χρήση.

«Τι να σκεφτούμε λοιπόν εντέλει; Αρχή και τέλος χάνονται στα βάθη και τις προοπτικές του Χρόνου».

Αυτή η πρόταση είναι αβασάνιστη, αφού ως συνειδητός ή ασυνείδητος απολογητής της μεταφυσικής και από κει του ορθολογισμού ή της φαινομενικής διαλεκτικής, δεν μπορεί με κανέναν τρόπο να ισχυρίζεται ότι η Αρχή και το Τέλος χάνονται στα βάθη και τις προοπτικές του Χρόνου.  Ακόμα όμως αυτό δεν μπορεί να το ισχυριστεί ούτε θετικιστικά γιατί ποτέ δεν θα έχουμε την εμπειρία της Αρχής ή Τέλους του κόσμου ή του Χρόνου, αλλά ούτε διαλεκτικά. Λέει ο Ηράκλειτος: Στον ίδιο ποταμό δεν ξαναμπαίνουμε, ούτε την ίδια ουσία ξαναγγίζουμε, γιατί όλα αλλάζουν βίαια και γρήγορα, καταλύονται-συντιθέμενα, Είναι-ΜηΌντας-Αυτά-Άλλα-Αλλού.     Διαλεκτικά-ηρακλειτικά, λοιπόν ο Χρόνος ως διάρκεια δεν μπορεί να υπάρξει, αφού αυτά τα ίδια τα πράγματα αλλά καί ο κόσμος δεν εκπροσωπούνται από καμιάν αναλλοίωτη ταυτότητα ώστε να διαρκούν, να ταξιδεύουν και να υπόκεινται αληθινά στην εξουσία του χρόνου. 
       Στη σύγχρονη επιστήμη, η οποία κατά διαβολεμένο τρόπο, ταιριάζει με την προσωκρατική διαλεκτική, ο Χώρος, ο Χρόνος, το Είναι και το Λέγειν συνιστούν μιαν ενότητα στο αέναο Γίγνεσθαι. Εκεί τα πράγματα (τα γεγονότα), αφού καταλύονται-συντιθέμενα, συνίστανται σε κάποια θέση επειδή κάποια άλλα υπογεγονότα διέρχονται μέσα τους, κάνοντάς τα να Είναι-ΜηΌντας. Εκεί ο Χρόνος είναι η συχνότητα ροής-αντιρροής των υποσωματίων μέσα από το γεγονός, που καταλύεται-συντιθέμενο, ενώ Χώρος είναι το μήκος κύματός τους. Σύμφωνα με τον Μπωμ: «Η θεωρία του πεδίου στην κβαντομηχανική περιγράφει την κίνηση των στοιχειωδών σωματίων, σαν καταστροφή τους σ’ένα σημείο και δημιουργία τους σ’άλλο σημείο». Εκεί το ηλεκτρόνιο καταλύεται-συντιθέμενο όντας Άλλο-Αλλού, αλλάζοντας ταυτότητα κι έτσι κινείται κιόλας.
     Απ’την άλλη ορθολογικά, σύμφωνα με τον Παρμενίδη: Επειδή το Μη-Είναι όπως υποχρεούται δε μπορεί να υπάρξει, η Αντίφαση η οποία Είναι-ΜηΌντας και περιέχει μέσα της το Μη-Είναι, είναι εν μέρει εσφαλμένη. Το Γίγνεσθαι λοιπόν που στηρίζεται στην αντιφατικότητα, επειδή έχει ως συστατικό στοιχείο το ΜηΕίναι, είναι φαινομενικό κι απατηλό. Έτσι ο Κόσμος, το Εόν, το αληθώς υπάρχον, δεν εξελίσσονται όντας μόνο Τώρα, αφού ούτε παρελθόν, ούτε μέλλον υπάρχει. Συνεπώς Χρόνος ως διάρκεια όπως ορθολογικά τον θέλει ο Αξελός, αλλά ούτε διαλεκτικά όπως τον θέλει ο Ηράκλειτος πραγματικά υπάρχει, γιατί όλ’αλλάζουν γρήγορα και βιαια καταλύονται-συντιθέμενα, Είναι-ΜηΌντας Αυτά-Άλλα-Αλλού μόνο Τώρα. (Για περισσότερες λεπτομέριες στο thodoroskavasis.blogspot.com ―«Διαλεκτική Σκέψη» ).

«Το σκεπτέον μας εξουσιάζει και μας προδίδει, δεν παύει να παίζει σαν κάτι―το Όλον-Τίποτα― που δεν κατορθώνουμε ακόμα να σκεφτούμε, όχι επειδή μας ξεφεύγει το θεμέλιό του, η προσταγή του».

Διαλεκτικά το Όλον, το Εν-Παν, υπάρχει μόνον ως ακαριαία καταλυτική-συνθετότητα ή ως Γυμνή Αντιφατικότητα, η οποία φυσικά μας ξεφεύγει, επειδή σκεπτόμενοι ορθολογικά, η ταυτότητά του, η τόσο αναγκαία για την ορθολογισκή σκέψη, βρίσκεται όχι απλά και μόνο σε συνεχή αλλά και ακαριαία αλλαγή. Έτσι το Εν-Παν, δηλαδή η Αντιφατικότητα Γυμνή, όντας ακαριαία είναι συγχρόνως ακίνητη και όντας άπειρη είναι συγχρόνως μηδενική.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Μετά από τις επισημάνσεις μας για το πρώτο ερώτημα του Αξελού, μπορούμε να υποδείξουμε κι έναν τρόπο για το άλλο ερώτημά του που αφορά στο  «πως πρέπει να σκεπτόμαστε».
       Επειδή μια ολοκληρωμένη Διαλεκτική Υλιστική Τυπικότητα δεν έχει ακόμα οργανωθεί, μπορεί ο αναγνώστης να ενημερωθεί για την πρότασή μου στην εργασία μου Διαλεκτική Υλιστική Σκέψη και στο μέρος που πραγματεύομαι την Αντιφατική Μοναδολογία κι Οικουμενική Βιοχαρτογραφία thodoroskavasis.blogspot.com και στην ανάρτησή μου Διαλεκτική Υλιστική Σκέψη. Συνοπτικά όμως και ως δείγμα διαλεκτικής σκέψης παραθέτω τα εξής:
  1.  Η μεγάλη ευθεία οφείλει να είναι κυρτή.
  2.  Το μεγάλο τετράγωνο δεν έχει γωνίες.
  3.  Ο κύκλος είναι πολύγωνο απείρου αριθμού γωνιών.
  4.  Στον ίδιο ποταμό δεν ξαναμπαίνουμε ούτε την ίδια ουσία ξαναγγίζουμε, γιατί όλ’αλλάζουν βίαια           και γρήγορα, καταλύονται-συντιθέμενα (όχι πριν ή μετά αλλά συγχρόνως, Είναι-ΜηΌντας).
  5.  Το κινούμενο ευθύγραμμα και ομαλά, θα γυρίσει στη θέση που ξεκίνησε.
  6.  Το κινούμενο δεν κινείται ούτ’εκεί που βρίσκεται, ούτ’εκεί που δεν βρίσκεται.
  7.   Τείνοντας για το μηδέν τείνουμε για το άπειρο.
  8.   Το ακαριαίο είναι το ακίνητο.
  9.   Το ίδιο το φως είναι σκοτεινό.
10.   Αρχή και στοιχείο των όντων είναι το άπειρο.
12.   Το τέλειο είναι ατελές. Το πεπερασμένο και ατελές είναι το άπειρο.
―Αυτόν τον κόσμο που είναι ίδιος για όλους, δεν τον έφτιαξε ούτε θεός ούτε άνθρωπος, ήταν, είναι και θα είναι αείζωον πυρ που αναβοσβήνει με μέτρο.
―Η πίστη οδηγεί στην άγνοια, η αμφιβολία στη γνώση.




Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΔΗΜΗΤΡΗ ΠΑΤΕΛΗ: Ο ΧΕΓΚΕΛ, ΤΟ ΓΙΓΝΕΣΘΑΙ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΣΚΕΨΗΣ ΚΑΙ Ο ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΟΣ ΥΛΙΣΜΌΣ

Ο ΙΛΙΕΝΚΟΦ ΚΑΙ Η ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΛΟΓΙΚΗ

ΣΩΚΡΑΤΗ ΔΕΛΗΒΟΓΙΑΤΖΗ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗΣ