ΟΥΔΕΝ ΔΕΙΝΟΤΕΡΟΝ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΠΕΛΕΙ
ΟΥΔΕΝ ΔΕΙΝΟΤΕΡΟΝ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΠΕΛΕΙ
Πολύ συχνά βλέπω τηλεόραση χωρίς ήχο. Μια απ’αυτές τις φορές είδα εικόνες απ’την εποχή του πολέμου, όπου παρουσιάζοντο σκηνές ακραίας βίας. Είδα πλήθη συγκεντρωμένα και ανθρώπους φτωχούς να σπρώχνονται και να χτυπιώνται από άλλους φτωχούς. Κάποιες γυναίκες γυμνές από τη μέση και κάτω να τραβολογιώνται μέσα στο πλήθος που πιθανόν τις βίαζαν. Ποιοι ήταν άραγε τα θύματα και ποιοί οι θύτες; Εν τω μεταξύ άνοιξα τον ήχο. Η κατάσταση εξελίσσετο στην Ουκρανία, την οποία οι Γερμανοί είχαν μόλις “απελευθερώσει” απ’τον κομμουνιστικό ζυγό κι επειδή οι εβραίοι εθεωρούντο κομμουνιστές απ’τους γερμανούς και τους ουκρανούς εθνικιστές, αυτό εθεωρήθει αιτία και δόθηκε εντολή φυλετικής και κοινωνικής κάθαρσης απ’αυτά τα “μιάσμαματα”.
Όταν κάποιος εξιστορεί αφηρημένα και χωρίς εικόνα τέτοιες πράξεις κοινωνικής ή εθνικής κάθαρσης, ανάλογα με την ιδεολογική του τοποθέτηση παίρνει μια θέση εξίσου σκληρή απέναντι στα κτήνη που είναι οι θύτες. Αυτό όμως δεν είναι αρκετό γιατί αυτός που κρίνει δεν έχει όλη την εικόνα: Το πλήθος έσπρωχνε κάποιους βίαια ενώ κάποιοι άλλοι τους κτυπούσαν. Τα θύματα παραπατούσαν κι έτρεχαν ανάμεσα στους διώκτες τους, μη έχοντας που να πάνε. Κάποιοι απ’τους διώκτες ορμούσαν με κάποιο δισταγμό στην αρχή. Χτυπούσαν κι απομακρύνοντο κάνοντας μια πράξη βίας για την οποία δεν ήταν απόλυτα σίγουροι, αλλά συγχρόνως με κάποιες τύψεις. Οι διώκτες μετά τις πρώτες και κάπως “συνεσταλμένες” αγριότητες επέστρεφαν δριμύτεροι χτυπώντας πιο βάναυσα. Τα πρόσωπά τους είχαν αλλάξει έχοντας αποκτήσει τη μέθη της βίας όπου φαινόταν ότι το γλεντούσαν. Ένα θύμα έπεσε· τότε κάποιος το κλώτσησε, μετά κι άλλοι άρχισαν να κλωτσούν πιο βίαια. Το θύμα προσπάθησε να σηκωθεί τότε κάποιος μ’ένα στηλιάρι τον κτύπησε στο κεφάλι. Το θύμα μάτωσε και το αίμα διέγειρε την βαρβαρότητα των διωκτών. Τότε όλοι μαζί άρχισαν να κτυπούν το θύμα σαν αφιονισμέμοι μέχρι θανάτου.
“Ουδέν δεινότερον του ανθρώπου πέλει”.
Δεινόν: το εμπνέον καλό ή κακό θεϊκό δέος-τρόμο. Ο ίδιος άνθρωπος είναι ικανός και για τα δύο σε κάποια συγκυρία, όταν δηλαδή βρίσκεται σ’έξαρση φανατισμού, καταστροφικού ή δημιουργικού οίστρου.
Άραγε αυτά τα κτήνη πόσο διαφέρουν από μας τους ήρεμους πονετικούς πολιτισμένους και λογικούς ανθρώπους; Άραγε μετά από κάποια έκρυθμη κοινωνική κατάσταση όπου τα πλήθη υποφέρουν, αν κάποιοι υποδείξουν κάποιους ως υπαίτιους και μάλιστα κάνουν την αρχή τιμωρώντας τους, πόσο δύσκολο είναι, εγώ ο απλός και καθημερινός άνθρωπος να μετατραπώ σε κτήνος;
Όταν σκεφτόμενος τα αθώα θύματα αυτών των “ενόχων” δεν είναι καθήκον μου ως έντιμος άνθρωπος να εξοργιστώ και να τους τιμωρήσω;
Βγαίνω απ’το πλήθος και μπαίνω στο θέατρο της οργής. Στην αρχή αμάθητος και συγκρατημένος φτύνω ή χτυπώ ελαφρά ή σπρώχνω τον “ένοχο” με συνεσταλμένη οργή. Μαζί μου έρχονται κι άλλοι που με ξεπερνούν στη βία της “δίκαιης οργής”. Τότε εγώ νιώθω ότι υπολείπομε ως έντιμος τιμωρός. Το θύμα “ο εγκληματίας” παραπατά και πέφτει! Για μια στιγμή νιώθω ντροπή και τύψεις. Η αίσθηση του καθήκοντος όμως μ’επαναφέρει στην “ιδεολογική” μου τάξη. Τότε ορμώ δριμύτερα.
Από κει και πέρα βρίσκομαι πέραν δικαίου και αδίκου ή ακόμα και ιδεολογικής τάξης, νιώθω τη μέθη να σκορπώ το θάνατο και να γλεντώ τον άλλον που υποφέρει. Έχω γίνει κτήνος!
Άραγε μετά απ’αυτό θα μπορέσω ποτέ να ξαναγίνω άνθρωπος; Άραγε είναι δύσκολο ο άνθρωπος της διπλανής πόρτας, το φιλαράκι μου κι εγώ ο ίδιος, ο κληρικός της γειτονιάς, ο χασάπης μας, ο γιατρός μας, ο μηχανικός αυτοκινήτων, ο δάσκαλος των παιδιών μας κι όλοι οι άλλοι αγαθοί κι έντιμοι άνθρωποι να γίνουμε κτήνη υπό της καθοδήγηση φανατικών;
Και τότε ποιοί είναι οι χαμένοι και ποιοί είναι οι κερδισμένοι; Βέβαια όλοι είναι χαμένοι αλλά ποιοί είναι οι πιο χαμένοι; Οι νεκροί που έχασαν χωρίς υπαιτιότητα βίαια και άδικα τη ζωή τους μένοντας άνθρωποι ή αυτοί που έχασαν με υπαιτιότητα βίαια και άδικα το να είναι πλέον ανθρωποι και μετετράπησαν σε ζώα; Αλλά όμως τα ζώα σκοτώνουν για να ζήσουν· ο άνθρωπός μας, εγώ ή ο γείτονάς μου σκότωνε πλέον και το γλεντούσε. Κι όταν ο γείτονας βίασε και έθαψε ζωντανή την κόρη του “ενόχου” γείτονα και παλαιότερα φίλου του, πως μ’αυτά τα χέρια θα χαϊδέψει τη δική του κόρη και την εγγονή του;
Προσοχή εγώ ο έντιμος και καλός άνθρωπος μπορώ αναπάσα στιγμή στο όνομα του θεού, της δικαιοσύνης, της πατρίδας και της οικογένειας, να γίνω κτήνος. Μπορεί ακόμα να γίνω Μεγαλέξανδρος και καβάλα στον Βουκεφάλα μου με οδηγό την αγία του Χριστού πίστη, με τους πατριώτες, τους άγιους πατέρες και τον σταυρό μπροστά, να κατακτήσω τα βαλκάνια. Να σφαγιάσω τους σφετεριστές του ονόματος της Μακεδονίας μας, να κρεμάσω και ν’ανασκολοπίσω όλους τους εχθρούς μας και τους απίστους αιρετικούς και στο τέλος να ανασκολοπίσω τους στρατηγούς μου Παρμενίωνα και Φιλώτα, ακόμα και τον Κλείτο που μου έσωσε τη ζωή στη μάχη της Χειμάρας. Επίσης μπορεί να ανασκολοπίσω τον στενό μου συνεργάτη και ανηψό του Αριστοτέλη Καλλισθένη, γιατί αρνήθηκε να με προσκυνήσει δηλαδή ν’αποθέσει την κεφαλή επί της γης και να σηκώσει την προκτοπή εις στους ουρανούς εις ένδειξιν ανατολίτικης κουλτούρας κι υποταγής. Μα πριν απ’όλα να τιμωρήσω παραδειγματικά όσους προδότες έχουν αντιρρήσεις στο ιερό μου καθήκον. Κι έτσι να διαδώσω τον ελληνοορθόδοξο πολιτισμό στους βαρβάρους, ενώ κάπου μακριά κάποιοι άλλοι “βαρβάροι” με οδηγό έναν άλλο ελληνικό πολιτισμό, άγνωστο σ’εμένα, έχουν ήδη αλώσει τα απώτατα όρια του ηλιακού μας συστήματος δείχνοντας και την άλλη, την καλή έννοια της αμφισημίας: «πολλά τα δεινά ουδεν δεινότερο του ανθρώπου πέλει». Κι εμείς οι πατριώτες με οδηγό τα λείψανα του Μεγαλέξανδρου και καβάλα στον Βουκεφάλα αντί να ταξιδεύουμε με διαστημόπλοια στο μέλλον, γυρίζουμε πίσω στο ταξίδι της μέθης του σκοτεινού παρελθόντος κατακτώντας το Βυζάντιο, την Αλεξάνδρεια, την απωτάτη Θούλη, την Ωγηγεία ή την Περσία. Ή ακόμα γιατί όχι; με οδηγούς τους ιερούς προγόνους μας από τον Σείριο ν’ανεβούμε στο δοξασμένο θρόνο της παγκόσμιας ηγεμονίας και να έχουμε δούλους όλους τους άλλους λαούς.
Μετά τη δίκη του Άιχμαν η Χάννα Αρέντ εξέπληξε όταν αναρωτήθηκε αν κάποιοι εβραίοι ήταν ή όχι εξίσου ένοχοι με τον Άιχμαν και τους συνεργάτες του, αφού πολλοί απ’αυτούς έδωσαν τις λίστες των εβραίων στους ΝΑΖΙ για να σωθούν αυτοί και τα παιδιά τους. Ακόμα λέγετα ότι κάποιοι καλλιτέχνες έπαιζαν μουσική κερδίζοντας χρόνο για τη ζωή τους, διασκεδάζοντας τους ΝΑΖΙ για να γλεντάνε τις στιγμές που εκτελούσαν το βδελυρό “καθήκον” τους.
―Και τι να έκαναν; να αρνούντο και να τους σκότωναν;
―Δεν ξέρω, αυτό είναι ένα ερώτημα που οι αυτοί ίδιοι πρέπει να απαντήσουν. Ένιωσαν συνένοχοι εκείνη τη στιγμή της έσχατης ταπείνωσης ή όχι; Πάντως υπήρξαν φιλακισμένοι κομμουνιστές που αρνήθησαν να συνεργαστούν για να σωθούν, προτιμώντας το θάνατο. Όμως πέραν ιδεολογιών υπήρξε τσιγγάνος σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, όπου οι τσιγγάνοι απαγορευόταν να καπνίζουν “γιατί μόνον οι άνθρωπου δικαιούντο να έχουν κακιές συνήθειες”. Ο τσιγγάνος δίπλωσε ένα κομάτι παλιόχαρτο σαν τσιγάρο, το άναψε και κόλλησε το πρόσωπό του στον δεσμοφύλακα. Και φυσικά εκτελέστηκε παραδειγματικά, γιατί τα ζώα απαγορεύεται να καπνίζουν.
Με αρκετή ντροπή που είμαι άνθρωπος για όλους αυτούς τους “αόριστους” λόγους, αλλά και έλληνας αφού είμαστε σκαρφαλωμένοι τώρα στα δέντρα που ήταν κάποτε οι ευρωπαίοι βάρβαροι, ενώ αυτοί τώρα φιάχνουν κάτι περισσότερο από Παρθενώνες.
Θόδωρος Καβάσης
πιθανός ένοχος φανατισμού και κτηνώδους βίας
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου