Ο ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟΣ ΚΛΗΡΟΣ ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΙΚΗ ΠΟΡΝΕΙΑ

Ο ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟΣ ΚΛΗΡΟΣ ΚΙ Η ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΙΚΗ ΠΟΡΝΕΙΑ

Η θεολογία είναι μια βέβηλη αλαζονική και υβριστική πρακτική, αφού αυτός που την ασκεί βάζει τον λόγο του θεού στο στόμα του προσβάλλοντας και υποτιμώντας τον ίδιο το θεό.  Δείχνει με την πρακτική του ότι ο θεός αδυνατεί να επικοινωνήσει με τα δημιουργήματά του έχοντας την ανάγκη της μεσολάβησης του σοφού θεολόγου ή του ιερέα. Επίσης ο θεολόγος ξεχνά ή σκόπιμα παραβλέπει ότι υπάρχει η καινή διαθήκη, όπου ο ίδιος ο Ιησούς, ο υιός του θεού, ορίζει την διαγωγή του πιστού. Ο Λόγος του Χριστού παραβιάζει αρκετούς ρεαλιστικούς κανόνες της Ιουδαϊκής πίστης, όπως αυτούς περί τιμωρίας κι αντεκδίκησης, όπου ακριβώς στην παραβίαση αυτών των κανόνων ορίζεται η συμπεριφορά του πιστού χριστιανού, η οποία δεν αφήνει περιθώρια για θεολογία και φιλοσοφική ηδονή.  Ο κλήρος λοιπόν πρέπει να εκπροσωπεί το πνεύμα του Χριστού, το οποίο ως αφοπλιστικά απλό αποτείνεται στους πτωχούς κι αγράμματους και γενικά στους «πτωχούς τω πνεύματι».  Αφού αν είναι κατανοητό από αυτούς, είναι κατανοητό από όλους.  Απλά πράγματα ως  προς την κατανόηση, αλλά δύσκολα στην εφαρμογή, όπου ο πιστός πρέπει να υπερβεί τον Εαυτό και να ενδυθεί τον πλησίον: «αγάπα τον πλησίον σου σαν τον εαυτό σου»,  «αν σε ραπίσει κάποιος γύρισε και την άλλη παρειά», «αν έχεις δύο χιτώνες δώσε τον έναν σ’αυτόν που δεν έχει».     Αυτά συνιστούν την ουσία του χριστιανισμού κι αποτρέπουν με την απλότητά τους από κάθε μεγαλόστομη κομπορρημοσύνη.
     Αν οι μέτοχοι της χριστιανικής πίστης και κοινωνοί της θείας μετάληψης, που είναι οι ιερείς και οι πιστοί, ασκήσουν το καθήκον που ανέλαβαν μεταλαμβάνοντας το σώμα και το αίμα του ιερού θύματος που είναι ο Χριστός, δηλαδή να τον ακολουθήσουν ως την απόλυτη πενία και το θάνατο, τότε όλα τ'άλλα είναι περιττά.  Ο λόγος του Χριστού είν'απλούστατος ώστε να μην επιδέχεται διαφορετικές ερμηνείες. Η χριστιανική θεολογία λοιπόν είναι προσβλητική προς το πνεύμα του Ιησού και προς αυτόν τον ίδιον αφού όσοι επιχειρούν θεολογικές ερμηνείες τον υποτιμούν ως απλοϊκό ή προτίθενται να τον υποκαταστήσουν ή να τον συμπληρώσουν ως πιο ευφυείς.
      Οι διανοούμενοι και οι οραματιστές του “υψηλού” ας αφήσουν την γραφίδα, ας αναμειχθούν ανώνυμοι με το ανώνυμο πλήθος και ας ανακουφίσουν πληγές. Ίσως εκεί, από διαφορετικούς δρόμους, συναντηθούν οι αληθινοί χριστιανοί, οι αληθινοί κομμουνιστές και πάγανες τραγικοί.  ―Κάτω από το ήθος της ανθρωπιάς και της αυτοθυσίας―.

Άραγε η ορθόδοξη και αποστολική εκκλησία ποιάν ιερή αποστολή έχει; ―Έχει ως αποστολή το απώτερο όραμα του χριστιανικού κοινοβίου αγάπης εκεί όπου όλα είναι κοινά και το χρήμα δεν χρειάζεται ή την αργυρώνητη εκτροπή των ηθών του σύγχρονου καταναλωτικού βίου; Συμφωνούν με το πνεύμα του Χριστού οι διακηρύξεις κάποιων ιεραρχών για τα οικονομικά δικαιώματα των κληρικών; Άραγε ταιριάζουν οι διακηρύξεις αυτές με το πνεύμα της αυτοθυσίας του ιερού θύματος που είναι ο ιερωμένος;
―Είναι οι παπάδες συνδικαλιστές που προασπίζουν τα οικονομικά δικαιώματά τους;  Είναι η εκκλησία εργοστάσιο παραγωγής καταναλωτικών προϊόντων ή εμπορική επιχείρηση;
―Είναι η εκκλησία μια οικονομική σέχτα, η οποία  πρωτίστως νοιάζεται για την ευφορία του οργανισμού και των μετόχων της, αδιαφορώντας για το καλό του κοινωνικού συνόλου και μάλιστα στη σημερινή συγκυρία που ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού δοκιμάζεται, υποφέρει και πεινά; ―Άραγε πρέπει να συμμετέχει η εκκλησία στη σύγχρονη εμπορευματική και καταναλωτική κοινωνία με τον ίδιο τρόπο που συμμετέχουν οι άλλες εμπορικο-κοινωνικές ομάδες;
     Για να δοθεί απάντηση σ’αυτό το ερώτημα, πρέπει να δούμε ποιo είναι το βαθύτερο νόημα της εμπορευματοποίησης της κοινωνίας, που κατά την γνώμη μου είναι μια ιδιότυπη πορνεία στην οποία η εκκλησία δεν πρέπει να συμμετέχει, αλλά ούτε από ανάγκη να συμπορεύεται με αυτήν:
―Η έννοια της πορνείας είναι πολυσήμαντη και η χρήση της στις σύγχρονες γλώσσες, έχει κατά πολύ αλλάξει. Έτσι η συζήτηση για μια διερεύνηση μιας “διαλεκτικής της πορνείας”  θα απαιτούσε μια νέα διαλογική ανάλυση και ίσως νέον ορισμό.  Για να μπορέσουμε όμως να φτάσουμε στα θεμέλια αυτής της έννοιας, πρέπει να θέσουμε κάποια ερωτήματα:
Α. Είναι άραγε η γενετήσια ορμή βδελυρή ή μικρότερης σημασίας από την πείνα, την ένδυση, τον ύπνο, την ασφάλεια, την κατοικία, την αξιοπρέπεια και τ’άλλα “αγαθά” διαβίωσης;
Β. Είναι άραγε η διάθεση τροφίμων, ρουχισμού ή κλίνης έναντι αμοιβής διαφορετικής σημασίας από τη διάθεση ερωτικών περιπτύξεων έναντι αμοιβής; Δηλαδή είναι η πώληση της ερωτικής πράξης βδελυρή ενώ η πώληση του φαγητού ή του ύπνου όχι;

     Επειδή σήμερα δεν ζούμε στον μεσαίωνα ούτε υπό την πολιτιστική δικτατορία του παπά ή του μουλά, είναι κοινή αίσθηση ότι η σεξουαλική πράξη δεν είναι βδελυρή, άρα η “βδελυρότητα” που την μετατρέπει σε πορνεία συνίσταται στο ότι προσφέρεται έναντι χρηματικής αμοιβής. Δηλαδή είναι το Χρήμα που την κάνει βδελυρή και άρα πορνεία. Το ίδιο όμως θα μπορούσε να ισχύει για τη διάθεση έναντι αμοιβής και για όλα τα προϊόντα πρώτης ανάγκης, αλλά κι όλες τις κοινωνικές υπηρεσίες.
    Η πόρνη προσφέρει το κορμί της ή σημείο του κορμιού της για ένα προσυμφωνημένο μικρό χρονικό διάστημα, έναντι μιας προσυμφωνημένης αμοιβής. Η εργάτρια προσφέρει για επίπονη εργασία όλο το σώμα της (ακόμα την προσοχή της δηλαδή και το μυαλό της) για προσυμφωνημένο χρόνο οκτώ ωρών ημερησίως, με την ίδια περίπου αμοιβή μιας συνεύρεσης της πόρνης με πελάτη.  Επίσης η πόρνη μ’αυτή τη συναλλαγή τελειώνει χωρίς άλλες υποχρεώσεις. Δηλαδή αν επισκεφτεί τον πελάτη στο σπίτι του, αυτός δεν την αναγκάζει να μαγειρέψει ή να σφουγγαρίσει κιόλας, ενώ η εργάτρια που έχει ήδη “εκπορνευθεί” πουλώντας το κορμί της για την παραγωγή προϊόντων, αν έχει την κατάρα να είναι ευπαρουσίαστη, δέχεται ήπιες ή έντονες σεξουαλικές πιέσεις ή ακόμα και σεξουαλικούς εκβιασμούς από του ανωτέρους της, ανάλογα με τις ανάγκες της ή την αδυναμία της να βρει αλλού δουλειά. Δηλαδή πέραν της εργασίας της απαιτούν και άλλες “υπηρεσίες” .
     Άραγε τι είναι η κοπέλα που ως εργαζόμενη, μ’αντάλλαγμα να μη χάσει τη θέση της ή την προσδοκία ανώτερης θέσης στη μισθολογική κλίμακα, ενδίδει στις σεξουαλικές απαιτήσεις των ανωτέρων της;  Είναι ή δεν είναι πόρνη;  Ή μήπως γίνεται πόρνη όταν σε  κάθε συνεύρεση με το αφεντικό ή τον ανώτερό της θεωρήσει ότι θα ήταν καλύτερα να πληρώνεται για τη συνεύρεση χωρίς τουλάχιστον να δουλεύει στην παραγωγή κιόλας;
      Επίσης, κατά τον προηγούμενο υπαινιγμό, πόρνη ή πόρνος δεν είναι μόνον αυτός που απλά πληρώνεται για την σεξουαλική προσφορά του, αλλά κι αυτός που προσφέρει ως αντάλλαγμα το σώμα, το πνεύμα και τις δεξιότητές του, για να αναρριχηθεί σε αξιώματα, τα οποία τελικά μεταφράζονται σε χρήμα και δύναμη. Δηλαδή ο επιστάτης, ο διευθυντής, ο γραμματέας, ο δημοσιογράφος, ο στρατιωτικός, ο επιστήμονας, ο πολιτικός, ο γιατρός, ο δικαστής, ο κληρικός κλπ. οι οποίοι προσφέρουν υπηρεσίες έναντι αμοιβής αλλά και κοινωνικής διάκρισης σε υψηλά ιστάμενα άτομα ή σε οργανισμούς που είναι όλοι μαζί εξαρτημένοι. (Μέσα στα επαγγέλματα περιέλαβα και λειτουργήματα όπως του γιατρού, για να δείξω ότι κι αυτά όταν η προσφορά τους είναι εξαρτημένη από κάποιον οικονομικό οργανισμό, όπου ο εργαζόμενος εκπορνεύεται από τις οικονομικές σχέσεις και τις εκβιαστικές πιέσεις της διοίκησης, παραβλέποντας αρκετές φορές το καθήκον του για το οικονομικό συμφέρον του οργανισμού. Επίσης ακόμα κι όταν ασκεί ιδιωτικά το επάγγελμα του γιατρού, εκπορνεύεται εξ ανάγκης δια του οικονομικού ανταλλάγματος που έχει ως αποτέλεσμα η σχέση του με τους πελάτες. Εκπορνεύεται δια του λειτουργήματός του, ν’αποκτήσει χρήματα, να εκπορνευτεί στα καταστήματα για να αποκτήσει τα αναγκαία για να ζήσει). Γενικά η πορνεία είναι η προσφορά του σώματος και του πνεύματος πνεύματος του ανθρώπου επί πληρωμή γι'αλλότρια εξυπηρέτηση, συμφέρον ή αλλότρια ακολασία. Κι επειδή το οικονομικό συμφέρον, όπως και κάθε συμφέρον μεταφράζεται τελικά σε χρήμα, συμπίπτει πάντα με κάποιου είδους “ακολασία”. Αυτό γιατί κάθε προσφορά επί πληρωμή έχουσα σχεδόν πάντα ως σκοπό κι αποτέλεσμα το κέρδος, με την υπεραξία υπερβαίνει την προσφορά του εργασιακού ανταλλάγματος, έχοντας ως αποτέλεσμα την κλοπή και τον εκβιασμό. Το αφεντικό εκβιάζει την ανάγκη, την αδυναμία και την ανέχεια του ανθρώπου, εκπορνεύοντας τον στη έμμισθη δουλεία και στη συνέχεια κλέβει και την υπεραξία της δουλειάς του.
      Είναι βέβαιο ότι κάθε είδους πορνείας είναι αμάρτημα, δηλαδή αστοχία στην αρμονία των κοινωνικών σχέσεων, αφού η προσφορά δεν είναι αγαπητική, αλλά φαρμακωμένη από το συμφέρον, την συναλλαγή, την εκμετάλλευση της ανάγκης και τον εκβιασμό που πατά στην ανισότητα.   Με λίγα λόγια η πορνεία είναι γενικά σύμφυτη με την εμπορική συναλλαγή, δηλαδή με τον καπιταλισμό. Όμως στο στάδιο του νεοφιλελευθερισμού, ο άνθρωπος αλλά και ολόκληροι λαοί οδηγούνται βίαια στην καταναγκαστική πορνεία. Εκεί κάθε τι μετατρέπεπεται βίαια σε εμπόρευμα και ό,τι δεν μπορεί να γίνει εμπόρευμα, όπως η αγάπη, η εντιμότητα, η ανθρωπιά, ο πολιτισμός, η αισθητική, η αληθινή τέχνη και ό,τι απορρέει από την όποια ιδεολογική η θρησκευτική πειθαρχία, ποδοπατείται βίαια και παραδειγματικά με περιφρόνηση.
      Ακόμα και στα ελεύθερα μικροεπαγγέλματα, (εξαρτώμενα απ’τις ελεγχόμενες πρώτες ύλες), περιορίζεται η ελευθερία επιλογής κι η ανεξαρτησία παραγωγής. Οι μικρές αγροτικές παραγωγικές δραστηριότητες, ελέγχονται απόλυτα απ’την παραγωγή, το εμπόριο και την χρήση των μεταλλαγμένων φυτών ή σπόρων. Η εκπόρνευση μέσω της χρήσης των μεταλλαγμένων σπόρων, συμβαδίζει και με τον εκβιασμό της διασποράς μικροβίων που πλήττουν τις φυσικές καλλιέργειες ενώ οι μεταλλαγμένες είναι απ’ τη δημιουργία τους ανθεκτικές στα συγκεκριμένα μικρόβια. Έτσι αναφαίνεται κι η εκπόρνευση των επιστημόνων, οι οποίοι αντί να υπηρετούν τον λαό,  υποτάσσονται για προσωπικό κέρδος στις καταστροφικές για το περιβάλλον και τη φύση, κερδοσκοπικές απαιτήσεις των μονοπωλίων.
      Με τον ίδιο τρόπο λειτουργεί και το αστικό κοινοβούλιο:  Ο ιμπεριαλισμός δια των λεγομένων “μέσων ενημέρωσης”  προωθεί δικά του πρόσωπα ή ευάλωτα στο χρήμα και τον εκβιασμό, για να είναι ελεγχόμενα. Ενώ αυτοί που αντιδρούν κινούμενοι μέσα σε ιδεολογικά πλαίσια, δυσφημίζονται, απαξιώνονται και παραμερίζονται.
       Η εκπόρνευση λοιπόν στους κόλπους του καπιταλιστικού συστήματος είναι κανόνας, αφού το σύστημα θέλοντας και μη, είναι απ’τη φύση του καταναλωτικό κι αργυρώνητο. 
       Εκείνο όμως που εκπλήσσει περισσότερο, είναι η εκπόρνευση της ιερής του θεού πίστης.  Οι περισσότεροι εκπρόσωποι του θεού επί της γης εκτελούν τα καθήκοντά τους με μισθό, που παραδόξως είναι ανάλογος με την θέση στην ιεραρχία. Υπάρχουν χιλιάδες άνθρωποι που κοιμούνται στο δρόμο και ψαχουλεύουν, φανερά ή κρυφά τα σκουπίδια, ενώ οι περισσότεροι εκπρόσωποι του θεού είναι σαν βαρέλια.  Οι πιστοί κι οι ιερείς βέβαια προσεύχονται στον θεό για τους πτωχούς κι αφού κάνουν έτσι το ιερό χριστιανικό τους καθήκον, καταναλώνουν τεράστιες ποσότητες φαγητού και προϊόντα πολυτελείας κρυφά ή φανερά. Αυτοί πουλάνε πίστη και θρησκεία, και έτσι εκπορνεύουν τον ίδιο το Θεό, ανταλλάσσοντας έναντι αμοιβής το “προϊόν” της πίστης των ανθρώπων σ’Αυτόν.

Επισημαίνω ότι: Οι κοινωνικοί επαναστάτες ποτέ μα ποτέ δεν παίρνουν μισθό για να κάνουν το καθήκον τους, μάλιστα πολλοί απ’αυτούς αναλώνουν την περιουσία τους, αν διαθέτουν κάποια, για τον σκοπό τους.  Και επειδή ο ιερωμένος δεν είναι παραγωγός προϊόντων, ούτε έμπορος που διαθέτει το εμπόρευμά του επί πληρωμή, δεν μπορεί παρά να είναι ειρηνικός κοινωνικός επαναστάτης. Αυτός ως απώτερο σκοπό έχει μια κοινωνία αγάπης όπου η εργασία και το προϊόν είναι ανάργυρη ιερή προσφορά στον πλησίον και γι’αυτό το χρήμα δε χρειάζεται. Στο κοινόβιο αγάπης του χριστιανικού οράματος το ψωμί και το νερό, το ένδυμα και η κλίνη, η περίθαλψη και η παιδεία, είναι ιερά. Το κοινόβιο αγάπης “προσφέρει σε όλους ανάλογα με τις ανάγκες τους και προσδοκά από όλους ανάλογα με τις δυνάμεις τους”.

Η Εκκλησία και η πολιτική έχουν καθήκον να διακονούν τον λαό κι όχι ο λαός να διακονεί την εκκλησία και τους πολιτικούς.

Ως υστερόγραφο:  ΟΙ ΔΙΑΔΗΛΩΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ

Οι πολιτικοί της δεξιάς και η ηγεσία της ορθόδοξης πίστης ωθούν τον ελληνικό λαό στην απαξίωση του ιστορικού καθήκοντός του ως ηγέτιδας χώρας του πολιτισμού και της ειρήνης. Κάθε τόσο για ασήμαντη αφορμή βγάζουμε και κραδαίνουμε όλα τα ιστορικά μας κιτάπια απαξιώνοντάς τα.  Κάνουμε εμείς οι ίδιοι κάθε φιλότιμη και κωμική προσπάθεια την ελληνικότητα (αλλά και την ορθοδοξία), που είναι παγκοσμίως ιερή να μετατρέψουμε σε κωμωδία.
     Είπε η διακεκριμένη ελληνίστρια Ρωμιγύ:  “Στον σύγχρονο κόσμο όλοι οι λαοί συνειδητά ή ασυνείδητα σκέπτονται ελληνικά και άρα είναι Έλληνες”. Δηλαδή η αποδοχή του ελληνικού πολιτισμού κάνει όλους τους λαούς Έλληνες. Όλοι οι λαοί στα σχολεία τους από την παιδική ηλικία διδάσκονται να είναι Έλληνες κι έτσι έχουν μιαν ασυνείδητη ή συνειδητή αποδοχή της ελληνικότητας.  Εμείς όμως μόλις το αντιληφθούμε, αντί να χαρούμε οργιζόμαστε, νομίζοντας ότι μας την κλέβουν. Αυτό εκμεταλλεύονται κατά καιρούς διάφοροι πολιτικοί για να αποκομίζουν οφέλη. Παρουσιάζουν στον ελληνικό λαό μια ψευδή πραγματικότητα, η οποία είναι γεμάτη εχθρούς που απειλούν την ιστορία και την ελληνικότητά μας και έτσι καλλιεργούν αντί για τη φιλία της χώρας μας με τους άλλους λαούς, την εχθρότητα.  Το κακό όμως δεν είναι ότι αυτοί οι επίορκοι πολιτικοί διαιρούν τον ελληνικό λαό και τους λαούς της περιοχής, αλλά είναι κι οι εκπρόσωποι της της ιεράς πίστης του Χριστού, που ως ορθόδοξοι δεν θέλουν ελευθερία ανάμεσα στις χριστιανικές επισκοπές των λαών αλλά θέλουν εξουσία πάνω στους άλλους ορθόδοξους, θεωρώντας έτσι ότι εκείνοι είναι παιδιά άλλου κατώτερου θεού.
―Τι κάνουμε λοιπόν; Αντί να προβάλλουμε και να καλλιεργούμε την φιλία και την αδελφοσύνη των λαών μέσ’τα όρια του ελληνο-ορθόδοξου πολιτισμού, εμείς αλαλάζουμε απωθώντας μακριά με μίσος “τους κλέφτες της ιστορίας και της πίστης μας” (τους συνανθρώπους μας).  Οργανώνουμε πανηγύρια μίσους με την εκκλησία να πρωτοστατεί και να καλεί τους Σλαβομακεδόνες ν'απαρνηθούν τον ενδόμυχο πόθο τους για ελληνικότητα. Όπως τότε που ο πρόεδρος της Τουρκίας Οζάλ ομολόγησε στις ελληνικές εφημερίδες ότι θεωρεί τον εαυτό του Ίωνα κι απ’αυτό μπορούσαμε να συνάγουμε ότι ένιωθε Έλληνας. Τότε όλοι του επετέθησαν γιατί πίστεψαν ότι ήταν ανάξιος της ελληνικότητας ή ότι μας έκλεβε την ελληνικότητα που θεωρούμε ιδιοκτησία μας.
―Λοιπόν ας μάθουν όλοι: η ελληνικότητα δεν κλέβεται, αφού όλ’οι λαοί, εκτός απ’ότι άλλο αυτοχαρακτηρίζονται, είναι Έλληνες. Είχαν πει ο Ισοκράτης κι ο Μεγαλέξανδρος:  όσοι κοινωνούν του ελληνικού πολιτισμού είναι Έλληνες.    
     Προτείνω λοιπόν στην ιεραρχία την Αγίας Αποστολικής Εκκλησίας και στον κ.Μίκη Θεοδωράκη να κάνουν το καθήκον τους. Δηλαδή, αντί για πανηγύρια μίσους, να οργανώσουν ένα πανηγύρι χαράς και αγάπης στη Θεσσαλονίκη για όλους τους Μακεδόνες, Έλληνες, Σκοπιανούς και Βούλγαρους, όπου θα πιούν, θα χορέψουν και θα τραγουδήσουν τραγούδια αγάπης και ειρήνης του Μίκη.

Μια μικρή επισήμανση: Στη βασανισμένη Βόρειο Ήπειρο, οι αστυνομικές αρχές εξετέλεσαν εν ψυχρώ έναν ένοπλο νεαρό έλληνα εθνικιστή. Αν οι αρχές εκεί διέποντο από σοβαρότητα κι ανθρωπιά, φυσικά θα μπορούσαν να μην τον σκοτώσουν και να τον συλλάβουν εξαντλώντας όλους τους τρόπους επικοινωνίας και συναλλαγής μαζί του. Όπως κάνουν οι ελληνικές αρχές με την πληθώρα των ένοπλων Αλβανών κακοποιών, αφού αν ακολουθούσαμε την τακτική των αλβανικών αρχών, θα έπρεπε τουλάχστον δέκα ένοπλοι Αλβανοί το χρόνο να έχαναν τη ζωή τους. Όμως βλέποντας τον τρόπο που έδρασαν οι αλβανοί φασίστες αστυνομικοί, ήλθε στον νου μου και ο τρόπος που η ελληνική αστυνομία αντιμετωπίζει περιπτώσεις που θεωρεί ότι άπτονται της ανταρσίας κατά του πολιτεύματος. Στην περίπτωση του νεαρού Γρηγορόπουλου ο οποίος μολονότι άοπλος δολοφονήθηκε εν ψυχρώ από αστυνομικό κατά την εξέλιξη διαδήλωσης, κάπου αλλού εκεί κοντά.  Αλλά και στην περίπτωση του γιατρού Τσιρώνη ο οποίος ίσως για ψυχολογικούς ή ακραίους πολιτικούς λόγους, ανεκήρυξε το διαμέρισμά του με μεγάφωνο και πανό σε “ανεξάρτητο κράτος”. Μολονότι η πράξη του κωμική πολιτικά, η κυβέρνηση Καραμανλή έδωσε εντολή να εκτελεστεί εν ψυχρώ, μολονότι θα μπορούσαν να τον αφήσουν να ξεθυμάνει ή να τον πυροβολήσουν με αναισθητικό και να τον συλλάβουν. (Ας μην αναφερθούμε στις μετεμφυλιακές κυβερνήσεις, την χούντα και τις μεταδικτατορικές κυβερνήσεις).

                     με σεβασμό και αγάπη στο διαφορετικό
            στον αλλόθρησκο, στον έχοντα διαφορετική ιδεολογία
                    ή άλλες συνήθειες και ιδιοσυγκρασία
                                    Θόδωρος Καβάσης
                   από εξηκονταετίας άθεος κομμουνιστής

Επισήμανση: Ο θεός δεν είναι ο Ένας και Μοναδικός Αρσενικός και επειδή η θεότητα είναι κατακλυσμιαία αντιφατική και πολυδιάστατη, μόνο με τη φύση θα μπορούσε να συμπέσει.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΔΗΜΗΤΡΗ ΠΑΤΕΛΗ: Ο ΧΕΓΚΕΛ, ΤΟ ΓΙΓΝΕΣΘΑΙ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΣΚΕΨΗΣ ΚΑΙ Ο ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΟΣ ΥΛΙΣΜΌΣ

Ο ΙΛΙΕΝΚΟΦ ΚΑΙ Η ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΛΟΓΙΚΗ

ΣΩΚΡΑΤΗ ΔΕΛΗΒΟΓΙΑΤΖΗ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗΣ