ΚΑΤΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΟΜΗ ΤΗΣ ΒΕΡΕΝΙΚΗΣ ΤΟΥ Γ. ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΑΚΗ
Δ. ΚΑΤΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΟΜΗ ΤΗΣ ΒΕΡΕΝΙΚΗΣ
ΤΟΥ κ. ΓΙΩΡΓΟΥ ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΑΚΗ
Το ουράνιο σκότος.
Στο έργο του κ. Γραμματικάκη Η Κόμη της Βερενίκης καί στη σελίδα 43 ο συγγραφέας μας «θέτει μιαν απλή και όχι απλοϊκή ερώτηση» περί του σκότους του σύμπαντος: Γιατί ο ουρανός είναι σκοτεινός τη νύκτα; Κι απαντά: Σ’ένα σύμπαν άπειρο το οποίο υπάρχει από πάντα η ματιά μας προς οποιαδήποτε κατεύθυνση θα συναντούσε την επιφάνεια ενός άστρου. Τότε ο ουρανός θα έπρεπε ακόμη και τη νύκτα να ήταν φωτεινός. Μια πιο εκλεπτυσμένη ερμηνεία για το φαινόμενο αυτό είναι ότι το φως των άστρων φθάνει ως εμάς εξασθενισμένο, επειδή απορροφάται από την αραιή μεσοαστρική ύλη. Αλλά τότε θα έπρεπε αυτή η ύλη να θερμαίνεται και να εκπέμπει ακτινοβολία. Το αποτέλεσμα συνεπώς θα ήταν το ίδιο. Μόνον αν τα άστρα δεν υπήρχαν από πάντα αλλά άναψαν το φως τους κάποια στιγμή στο σχετικά πρόσφατο παρελθόν, οι ερμηνείες αυτές έχουν κάποια βάση. Διότι τότε είτε το φως από τα μακρινά άστρα δεν θα είχε φτάσει ακόμα στη γη ή η παρεμβαλλόμενη ύλη δε θα είχε υπερθερμανθεί αρκετά. Το σκοτάδι της νύκτας λοιπόν υποδεικνύει ότι το σύμπαν έχει μιαν αρχή κι ένα τέλος στο χρόνο. Ακόμα πάρα κάτω συνεχίζει να ερμηνεύει: Η απλή ερώτηση που αναφέραμε και που έμεινε στην ιστορία με το όνομα «παράδοξο του Olbers», διατυπώθηκε το 19ο αιώνα που δε μπορούσε εκείνη την εποχή να ερμηνευτεί σωστά. Αφού όλοι πίστευαν ότι το σύμπαν είναι αιώνιο κι αμετάβλητο όντας έτσι για πάντα. Αυτή η εικόνα ανατράπηκε ριζικά απ’τη σπουδαία ανακάλυψη που φέρει το όνομα «φαινόμενο Doppler». Σύμφωνα μ’αυτό η συχνότητα κάποιου κινουμένου σώματος, όταν πλησιάζει στον παρατηρητή το φάσμα του κινείται πρός το ιώδες ενώ όταν απομακρύνεται προς το κόκκινο. Κι επειδή ο Χαμπλ παρατήρησε ότι το φάσμα των γαλαξιών κινείται προς το ιώδες, συνήγαγε ότι το σύμπαν διαστέλλεται κι απομακρύνεται.
Εδώ όμως φαίνεται μια σύγχυση περί της έννοιας του απείρου την οποία δεν έχει μόνο ο συγγραφέας μας, αλλά και πολλοί άλλοι επιστήμονες που έχουν ασχοληθεί μ’αυτό το θέμα. Διατηρούν ακόμα την αντίληψη περί απείρου των μεσαιωνικών μοναστηριών που υπολείπεται πολύ από την ευφυή άποψη των Ελλήνων.
Επίσης φαίνεται ολοκάθαρα ότι η επιστήμη δεν μπορεί χωρίς φιλοσοφική πυξίδα. Αφού έννοιες που αρχαίοι φιλόσοφοι έχουν εξαντλήσει, οι σύγχρονοι επιστήμονες διαχειρίζονται με πρωτόγονο και απλοϊκό τρόπο.
Αν ο συγγραφέας μας, που φαίνεται διαλογικά ευρωανατεθραμμένος, γνώριζε περί του «καλού και κακού απείρου» του Χέγκελ, δε θα έπεφτε σ’αυτήν απλοϊκότητα. Ακόμα αν ήταν ενήμερος περί των απόψεων για την έννοια του απείρου των Αναξίμανδρου και Ζήνωνα, θα θεωρούσε απλοϊκές όλες αυτές τις ερμηνείες περί του ουρανίου σκότους.
Οι επιστήμονες που θεωρούν το άπειρο σύμπαν αιώνιο και αμετάβλητο, πέφτουν σε αντινομία, γιατί κάτι αμετάβλητο δεν μπορεί να είναι άπειρο αφού είναι τετελεσμένο και άρα πεπερασμένο. Το άπειρο, όπως όρισε ο Αναξίμανδρος που είναι ο πρώτος ο οποίος συνέλαβε την φιλοσοφική έννοια του Απείρου, συμπίπτει με το αέναο γίγνεσθαι, όπου μέσα του κόσμοι κι όντα απ’τη μια χάνονται κι απ’την άλλη γεννώνται, όντας σε συνεχή καταλυτική-συνθετότητα. Επίσης κατά τον Αναξίμανδρο, όλα τα όντα είναι άπειρα-πεπερασμένα, γιατί βρίσκονται σε συνεχές καταλυτικο-συνθετικό γίγνεσθαι. Υπ’αυτή την έννοια το σύμπαν δικαιούται να είναι κυρίως σκοτεινό, αφού σίγουρα υπάρχουν σώματα που χάνονται, παύοντας να εκπέμπουν φως κι άλλα που γεννώνται και το φως τους δεν έφτασε σ’εμάς ακόμα. Επίσης μαζί με την πυκνότητα που ο συγγραφέας φαίνεται να θεωρεί ως μόνη ύπαρξη, υπάρχει και το Κενό το οποίο στην περίπτωση αυτή μάλλον ξεχνά. Το κενό που η αρχαία μυθολογία χαραχτηρίζει ως θείο σκότος ή ως θείο ζόφος, το οποίο για τους αρχαίους, παίζει πάντα ρόλο δημιουργικό στο γίγνεσθαι του κόσμου.
Ας γυρίσουμε πάλι στη Διαλεκτική όπου υπάρχει η ρήση: «η μεγάλη ευθεία οφείλει να είναι κυρτή», όπως επίσης: «το ίδιο το φως είναι σκοτεινό».
Για τη μεγάλη ευθεία: γνωρίζουμε ότι κάθε σώμα κινούμενο ευθύγραμμα και ομαλά κάποτε, σύμφωνα με τον Παρμενίδη και τον Αϊνστάιν, επιστρέφει στη θέση που ξεκίνησε. Ενώ σύμφωνα με τον Ηράκλειτο, επειδή το σύμπαν δεν είναι κλειστό και πεπερασμένο, αλλά άπειρο κι ανοικτό, δεν επιστρέφει απόλυτα στη θέση που ξεκίνησε, αφού η πορεία του δεν είναι κυκλική, αλλά πυκνή ελικοειδώς-ελλειπτική. Κι επειδή κάθε σώμα καταλύεται-συντιθέμενο, από άλλα μικρότερα απ’τη μια επαληθεύεται-διαψευδόμενο στη θέση που ξεκίνησε, απ’την άλλη είναι διαφορετικό, όντας Αυτό-Άλλο-Αλλού. Έτσι κάθε θέση για την επαλήθευσή της υποχρεούται να μετακινείται ευθύγραμμα κι ομαλά συγχρόνως. Από την κυρτότητα λοιπόν του κινουμένου ευθύγραμμα και ομαλά, έχουμε πάλι μιαν άλλη ευθύτητα: την ευθύτητα της πορείας της σε μια συνεχή επαληθευόμενη-διάψευση.
Για το ίδιο το φως: Αν μπορούσαμε να δούμε «το ίδιο το φως», θα βλέπαμε και κάθε ακτίνα φωτός που ταξιδεύει στο ηλιακό μας σύστημα, αφού ο ήλιος μας και άλλοι ήλιοι εκπέμπουν φως παντού. Όμως, αυτό που βλέπουμε σαν φως, δεν είναι το φως καθαυτό, αλλά η διέγερση μιας κάποιας ουσίας απ’την οποία διέρχεται το φως και από τα εγκεφαλικά μας κύτταρα, που διεγείρονται και που ευθύνονται για την όραση.
Δηλαδή εμείς βλέπουμε μόνο συχνότητες από το φως που εκπέμπεται όταν διαχέεται-ανακλώμενο, περνώντας μέσα από κάποια ουσία. Η συχνότητα του ιδίου του φωτός είναι ασυλληπτή απ’το μάτι μας. Αυτό ως απόλυτο φως, το προσλαμβάνουμε ως κενό ή σκότος.
Ο υποκβαντικός κόσμος: Λέγεται απ’τους επιστήμονες που πραγματεύονται την κβαντική θεωρία, ότι υπάρχει ένας υποκβαντικός κόσμος, τον οποίον δεν μπορούμε να «δούμε», γιατί μόνον ότι σχετίζεται με τον φωτονιακό κόσμο «βλέπουμε». Συνεπώς ό,τι αναδύεται στο φωτονιακό κόσμο απ’τον υποκβαντικό, φαίνεται σ’εμάς σκότος ή κενό και μόνον όταν κάποιοι κρυφοί παράμετροι αυτού αγνώστου κόσμου ταράζουν τον ορθολογισμό μας, νιώθουμε την ύπαρξή του. Το υποκβαντικό επίπεδο του κόσμου μας, έμμεσα αποδέχεται ο Μπωμ με την αποδοχή κρυφών παραμέτρων και ο Χάιζενμπεργκ με την αποδοχή του εν δυνάμει υποκβαντικού κόσμου. Αυτός ο εν δυνάμει κόσμος σύμφωνα με τον Χάιζενμπεργκ, υπάρχει συγκεχυμένα ως υπόβαθρο των δυναμικών ιδιοτήτων των κβαντικών γεγονότων τα οποία κατά τη διαδικασία της μέτρησής τους, γίνονται εν ενεργεία. Έτσι μαζί με τα φάσματα ουρανίων σωμάτων που «βλέπουμε», υπάρχουν και άλλα πολλά που δεν «βλέπουμε». Μπορεί λοιπόν τα ουράνια σώματα να απομακρύνονται, αλλά ένα άλλο μέρος ύλης αόρατο σ’εμάς να συγκλίνει, τηρώντας ένα είδος «διαλεκτικής ισορροπίας» του σύμπαντος. Φαίνεται ότι το σκότος όπως και το κενό, δεν είναι Ένα Κάτι το οποίο απλά δεν βλέπουμε, αλλά πολλά υποκβαντικά φαινόμενα τα οποία παρουσιάζονται ως κενό αφού είναι αδύνατο να φανούν στον κόσμο του φωτός.
Δεν μπορώ να μην επισημάνω επίσης ότι στο πολύ μεγάλο και το πολύ μικρό, που κυριαρχεί η κβαντική θεωρία, ο ντετερμινισμός και η αντικειμενικότητα των συστημάτων αμφισβητούνται βίαια. Στις θεωρίες όμως «περί την μεγάλη έκρηξη» δεν βλέπουμε να υπάρχει καμιά αμφιβολία, για την αξία της αντικειμενικότητας ή του ντετερμινισμού. Μάλιστα όλα στηρίζονται μακάρια εκεί.
Κάποτε πιστεύαμε πως η γη είναι επίπεδη και ότι γύρω της περιστρέφεται όλο το σύμπαν. Δεν ήμασταν τρελοί, ούτε ηλίθιοι. Απλά εμπιστευόμασταν τα εμπειρικά δεδομένα που είχαμε. Το ίδιο κάνουμε και τώρα. Τότε όμως μπορούσαμε να δικαιολογηθούμε, γιατί η εμπειρία μας ήταν πρωτόγονη κι απλοϊκή. Τώρα η απλοϊκότητα δεν γίνεται αποδεκτή, αφού γνωρίζουμε πια ότι δεν κρατάμε τη Φύση μέσα στους κλειστούς τοίχους των εργαστηρίων και των πειραμάτων και ότι «η φύσις κρύπτεσθαι φιλεί». Γι’αυτό, μολονότι βλέπουμε τον
κόσμο να διαστέλλεται αενάως πρέπει ν’αναρωτιώμαστε μήπως τα εμπειρικά δεδομένα που έχουμε δεν είναι ολοκληρωμένα. Τώρα πιστεύουμε ότι η γη γυρίζει γύρω από τον ήλιο, ο ήλιος γύρω από τον άξονα του γαλαξία μας κι ούτω καθεξής. Επειδή όμως ο κόσμος μας θεωρείται χωρίς έσχατο κι απόλυτο σύστημα αναφοράς, από μιαν άλλη οπτική γωνία, κάθε γεγονός ή στοιχειώδες του κόσμου μας είναι κι ένα κέντρο-απόκεντρο, το οποίο μπορεί να νοηθεί ως κέντρο του κόσμου κάθε φορά. Έτσι μπορώ εγώ να ισχυριστώ ότι αυτή τη στιγμή το σύμπαν όλο περιστρέφεται παράκεντρα γύρω μου
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου