Ο ΧΡΟΝΟΣ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΚΡΑΤΙΚΟΥΣ: ΑΝΑΞΙΜΑΝΔΡΟ, ΗΡΑΚΛΕΙΤΟ, ΖΗΝΩΝΑ
Ο ΧΡΟΝΟΣ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΗΡΑΚΛΕΙΤΟ
ΑΝΑΞΙΜΑΝΔΡΟ ΚΑΙ ΖΗΝΩΝΑ
ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ:
Στο έργο των P. Coveney και R. Highfield «Το Βέλος του Χρόνου» εκδ. Κάτοπτρο, διαβάζουμε: Η ιουδαϊκή-χριστιανική παράδοση εγκαθίδρυσε μιας και διά παντός το «γραμμικό» (μη αντιστρεπτό) χρόνο στο δυτικό πολιτισμό. Περί αυτού έγραψε ο Eliade:
[Η χριστιανική σκέψη είχε την τάση να υπερβεί άπαξ και δια παντός, τα παλιά μοτίβα της αιώνιας επανάληψης. Ο δυτικός πολιτισμός κατέληξε να θεωρεί τον χρόνο ως γραμμικό μονοπάτι που εκτείνεται ανάμεσα στο παρελθόν και το μέλλον, μέσα από την σταύρωση και τον θάνατο του Χριστού ως μοναδικά, δηλαδή ως μη επαναλαμβανόμενα συμβάντα. Πριν την εμφάνιση του χριστιανισμού, οι Εβραίοι κι οι Πέρσες ζωροαστριστές προτιμούσαν αυτή την προοδευτική άποψη περί χρόνου. Ο μη αντιστρεπτός χρόνος επηρέασε βαθιά τη δυτική σκέψη. Προετοίμασε τον ανθρώπινο νου για την ιδέα της προόδου, για την έννοια του «βαθέος χρόνου» και τον δρόμο για την «Θεωρία της Εξέλιξης» και του ευρωπαϊκού πολιτισμού].
Με εκπλήττει ένας τόσο γνωστός διανοητής όπως ο Εliade να ισχυρίζεται τέτοιες ανακρίβειες κι ανοησίες. Μένω εμβρόντητος απ’τη βαρβαρότητα της θεολογικής άγνοιας, που ακόμα μετά από τόσους αιώνες διανοητικής καταπίεσης, θεωρείται εδώ ως βασικός παράγοντας της ευρωπαϊκής επιστήμης, του πολιτισμού και της αντίληψης για την παγκόσμια εξέλιξη των ειδών. Ας ρωτήσω λοιπόν πως αντιλαμβάνεται ο Ιουδαιοχριστιανικός πολιτισμός και μέσω αυτού οι συγγραφείς αυτού του βιβλίου, την εξελικτική πρόοδο μέσα απ’τη μεταθάνατο ζωή, την αθανασία της ψυχής, την ανάσταση νεκρών και την κατάληξη σε παράδεισο ή κόλαση; Πως ερμηνεύουν την δημιουργία από τον θεό ενός κόσμου με αρχή και τέλος; Και τι σχέση έχει η εξέλιξη των όντων με αυτήν την βαρβαρότητα της άγνοιας και του μυστικισμού; Αν ο κόσμος, σύμφωνα με την Ιουδαιο-χριστιανική παράδοση, έχει μιαν Αρχή και φυσικά ένα Τέλος, ως κλειστό σύστημα, πως θα μπορούσε να υπάρξει αληθινή εξέλιξη, δηλαδή «Γίγνεσθαι», όπως έλεγε πριν 2500 χρόνια ο Αναξίμανδρος;
Σήμερα γνωρίζουμε, αυτό που μας δίδαξε φιλοσοφικά ο Παρμενίδης το 500 π.Χ. και μαθηματικά ο Αρχιμήδης το 300 π.Χ.: Τα κλειστά συστήματα είναι προδιαγεγραμμένα και τετελεσμένα. Δηλαδή απ’την στιγμή που τίθενται οι όροι λειτουργίας τους, τα όρια του τέλους τους είναι εκεί εκ των προτέρων, περιμένοντας να πραγματοποιηθούν. Όσο ένα κλειστό σύστημα λειτουργεί, από μια στιγμή και μετά θα επαναλαμβάνει επ’άπειρον την ίδια σειρά τελικών παιγνίων, τα οποία θα μπορούσαν να ονομαστούν «συνθετικά πρότυπα του τέλους» κι έχουν έναν κρυφό αριθμό (αλγά-αριθμό). Έτσι το γίγνεσθαι στο κλειστό σύστημα δεν είναι αληθινό αλλά προδιαγεγραμμένο και φαινομενικό. Αυτό το ονόμασε ο Αριστοτέλης Εντελέχεια.
Απ’τη στιγμή λοιπόν της αποδοχής του κόσμου ως κλειστό σύστημα, αυτόματα αναδύεται η κυκλικότητα του φαινομενικού και τετελεσμένου αυτού γίγνεσθαι κι έτσι η αποδοχή της έννοιας του χρόνου ως αληθινού και μη αντιστρεπτού δε μπορεί να λειτουργεί. Επίσης αυτού του είδους ο χρόνος, που συμπράττει σ’αυτό το κλειστό σύστημα ως ορθολογικός και ντετερμινιστικός, θεωρείται από τον Καντ ως εκ των προτέρων κατηγορία της νόησης που αντικειμενικά δεν υπάρχει.
Οι μεγάλοι Εβραίοι διανοητές και επιστήμονες για να μην πικράνουν τη Συναγωγή ακούγοντας τέτοιες ιουδαιο-χριστιανικές παρόλες κρυφογελάνε. Οι ίδιοι όμως ξέρουν καλά ότι αν υπήρχε θεός ο οποίος μπορεί να σταματήσει τον ήλιο πάνω από τα τείχη της Ιεριχούς ή κάτι τέτοιο, αυτόματα οι άνθρωποι και ο πολιτισμός θα καταστραφούν. Πόσοι άνθρωποι όμως δε βασανίστηκαν ή φονεύθησαν, γιατί αμφέβαλαν για τέτοιες “βιβλικές αλήθειες”! Επίσης πόσοι άνθρωποι δε φυλακίστηκαν επειδή αμφέβαλλαν για τη δημιουργία του κόσμου απ’το Θεϊκό Λόγο και πίστεψαν στη θεωρία της εξέλιξης; Άραγε ο Πριγκοτζίν και οι άλλοι διακεκριμένοι επιστήμονες που αναφέρονται ως αρωγοί σ’αυτό το έργο, δέχονται αυτή τη σκοτεινή και μεσαιωνική αντίληψη περί μιας προόδου που απορρέει απ’αυτή τη θεολογική “πολιτισμική” χολέρα;
Ακόμα και σήμερα υπάρχουν κύκλοι έτοιμοι να σε κατασπαράξουν όταν ισχυριστείς ότι ο Ηράκλειτος κι ο Αναξίμανδρος: “αυτόν τον κόσμον που είναι ίδιος για όλους, ούτε θεός ούτε άνθρωπος εποίησεν, αλλά ήταν, είναι και θα είναι αεί-ζωον πυρ που ανάβει-σβήνοντας με Μέτρο” ή ότι “τα ζώα και οι άνθρωποι καταρχήν ζούσαν μέσα στη θάλασσα και ετρέφοντο σαν τα ψάρια αλλά με την πάροδο του χρόνου εξελίχθησαν και βγήκαν στη ξηρά” ή ακόμα ότι “ο άνθρωπος κατάγεται από κάποιο είδος πιθήκου”, αφού πιστεύουν ότι τον έφτιαξε ο θεός των Ιουδαίων από πηλό.
Οι αρχαίοι Έλληνες ήδη απ’το 800 π.Χ. μετρούσαν τον χρόνο κατά τετραετίες με τις Ολυμπιάδες κι ίσως ήταν οι πρώτοι που μας έδωσαν μιαν αντικειμενική και αξιόπιστη μέτρηση του “βέλους του Χρόνου”. Αυτό είναι κάτι που οι ανατολίτες άργησαν πολύ να κάνουν κι έτσι τα γεγονότα που διηγούντο ήταν χρονικά αναξιόπιστα και συγχέονταν με τον μύθο. Αν θυμάμαι καλά η γένεση του κόσμου σύμφωνα με κάποιους Εβραίους ιερείς έγινε περίπου το πέντε χιλιάδες π.Χ., μάλιστα κάποιοι απ’αυτούς προέβλέψαν και τη συντέλεια του κόσμου ή τον Αρμαγεδώνα γύρω στο δύο χιλιάδες μ.Χ. Πιθανόν επειδή πέντε και δύο ίσον επτά, κι επειδή ο αριθμός Επτά είναι ο ιερός που αναφαίνεται και στον συμβολισμό της επτάφωτης λυχνίας (ή κάτι τέτοιο), τελεολογικά ο κόσμος έπρεπε να ζήσει επτά χιλιάδες χρόνια.
Μολονότι την “ιστορικότητα του χρόνου¨ δεν θεωρώ σαν κάποια ευφυή προσέγγιση για τον Χρόνο άξια του ύψους των προσωκρατικών, θα παρουσιάσω δύο αποσπάσματα του Αναξίμανδρου “περί της εξέλιξης των όντων”, όπου αναφαίνεται ότι οι προσωκρατικοί γνώριζαν για το “βέλος της ιστορικότητας του Χρόνου”, όπως βέβαια είχαν και άποψη περί της “εξέλιξης των ειδών”. Ακόμα, οι φιλόσοφοι της κλασικής εποχής, έγραψαν «Ιστορία» που σημαίνει ακριβώς γνώση του βέλους της ιστορικότητας του κοινωνικού γίγνεσθαι.
Ο Θουκυδίδης μάλιστα έγραψε Ιστορία με υποδειγματική αντικειμενικότητα ανωτάτου επίπεδου, που φανερώνει ότι δεν γνώριζε απλά και μόνο την ιστορικότητα του χρόνου, αλλά την άσκησε υποδειγματικά και ως επιστήμη. Ακόμα ο Ξενοφάνης έχει κάνει σημαντικές προτάσεις περί παλαιοντολογίας και εξέλιξης των όντων. Λέγεται μάλιστα ότι αφιέρωσε πολύ χρόνο, μέσα στα ορυχεία για έρευνες απολιθωμάτων. Παρόλα αυτά οι προσωκρατικοί έψαχναν για κάποιαν έννοια βαθύτερη φιλοσοφικά απ’αυτήν “του βέλους του χρόνου”, την οποίαν θεωρούσαν μιαν απλοϊκή πρώτη προσέγγιση περί χρόνου.
Η λέξη και η έννοια του καταλυτικο-συνθετικού Γίγνεσθαι, ως Άπειρη εξελικτική πορεία του Είναι και των όντων, συναντάται στον Αναξίμανδρο περί το 560 π.Χ. όπως και μια συγκροτημένη αντίληψη περί της “εξέλιξης των ειδών” και των κανόνων της διαλεκτικής σκέψης:
ΑΕΤΙΟΣ V 19. 4
Ἀναξίμανδρος ἔφασκεν ἐν ὑγρῷ γεννηθῆναι τὰ πρῶτα
ζῷα φλοιοῖς περιεχόμενα ἀκανθώδεσι, προβαινούσης
δὲ τῆς ἡλικίας ἀποβαίνειν ἐπὶ τὸ ξηρότερον καὶ τοῦ
φλοιοῦ περιρρηγνυμένου ἐπ᾽ὀλίγον χρόνον μεταβιῶνται.
[Ο Αναξίμανδρος ισχυρίζετο ότι τα πρώτα ζώα γεννήθησαν σε υγρό περιβάλλον έχοντας λέπια, κι όταν το περιβάλλον έγινε ξηρότερο, απέβαλλαν τα λέπια και προσαμόσθησαν στο νέο περιβάλλον].
ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ Συμπ.VIII 8,4
Ἀναξίμανδρος ἀποφαίνεται ἐν ἰχθύσι ἐγγενέσθαι
πρώτον τοὺς ἀνθρώπους καὶ τραφέντες ὥσπερ οἱ
γαλαῖοι καὶ γενομένους ἱκανοὺς ἑαυτοὺς βοηθεῖν,
ἐκβῆναι τίνικαῦτα καὶ γῆς λαβέσθαι.
[Ο Αναξίμανδρος ισχυρίζεται ότι οι άνθρωποι γεννήθησαν κατ’αρχήν ανάμεσα στα ψάρια κι ετρέφοντο όπως οι γαλαίοι, όταν όμως έγιναν ικανοί βγήκαν στην ξηρά].
Αυτά τ’αποσπάσματα βέβαια, δεν ήταν έτσι απλοϊκά διατυπωμένα από τον μεγαλοφυή Αναξίμανδρο, αλλά έτσι τα αντελήφθησαν οι δοξογράφοι που τα παρέδωσαν, αφού ο ιουδαιο-χριστιανικός πολιτισμός, της "προόδου" της καλοσύνης, της αγάπης και της ανεκτικότητας, γύρω στο 400 μ.Χ. έκαψε όλες τις παγανιστικές βιβλιοθήκες κι επέβαλλε στους απίστους τη σιγή «άπαξ και δια παντός» (σιγᾶν ἤ τεθνάναι), βυθίζοντας τον κόσμο σε ένα σκότος επτακοσίων ετών, απ’το οποίο δεν έχουμε τελείως φύγει ακόμα.
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Επειδή οι σύγχρονοι διανοητές, ακόμα κι όσοι θαυμάζουν τους προσωκρατικούς, τους αντιμετωπίζουν και με κάποια συγκατάβαση, θα προσπαθήσω «ν’αναστηλώσω» τις αντιλήψεις τους περί Είναι, Χρόνου, Χώρου, Νοείν, Λέγειν, Γίγνεσθαι και Απείρου, αφού για τους προσωκρατικούς αυτά συνιστούν μιαν αδιαχώριστη ενότητα.
Οι λαοί από την εποχή που διαπίστωσαν ότι οι μεταβολές των θέσεων των ουρανίων σωμάτων σχετίζονται με τις κλιματικές αλλαγές και την διάρκεια της ζωής των φυτών, των ζώων και των ανθρώπων, συνεδύασαν την έννοια του χρόνου με την “περιστροφή του ήλιου ή της σελήνης γύρω από τη γη”, αλλά και τη σχέση της θέσης του ήλιου, της γης, της σελήνης και των αστερισμών. Απ’τις παρατηρήσεις τους συνήγαγαν ότι υπάρχει μια κυκλική επανάληψη του χρόνου η οποία συγχρόνως μετατρέπεται σε διάρκεια της ζωής των γεγονότων, των ζώων και της φύσης, η οποία σχετίζεται με τις θέσεις των ουρανίων σωμάτων. Μιας εξαρχής λοιπόν διαπίστωσαν ότι η ζωή τους εξαρτάται από το έναστρο γίγνεσθαι και μάλιστα ότι αυτό έχει άμεση σχέση με την αγροτική παραγωγή, κάτι το οποίο είχε μεγάλη σημασία γι’αυτούς. Η αντίληψη για τη γενεσιουργό παντοδυναμία του χρόνου αλλά συγχρόνως και για το χρόνο ως διάρκεια της ζωής των όντων και του περιβάλλοντος, ήταν δεδομένη και τυπική γένεση των ανθρωπίνων κοινωνιών. Το λεγόμενο λοιπόν «βέλος του χρόνου» το οποίο χαρακτήριζε την αλλαγή ενός κόσμου, που μέσα του άλλα όντα συνεχώς χάνονται χωρίς επιστροφή και άλλα γεννιόνται, ήταν μια αρχαία και τυπική αντίληψη, η οποία κορυφώθηκε στην ιστορικότητα του γίγνεσθαι και στην αρχ. Ελλάδα μετράτο αντικειμενικά κιόλας. Εκείνο λοιπόν που θα μπορούσαμε να δεχτούμε ως νέα αντίληψη περί χρόνου είναι η έννοια της αντιφατικότητας του χρόνου.
Η πρώτη αντιφατική προσέγγιση στην έννοια του χρόνου ήταν η διθυραμβική. Σύμφωνα μ’αυτήν κατά το χειμερινό ηλιοστάσιο, δηλαδή τη μεγαλύτερη νύκτα και τη μικρότερη μέρα του χρόνου και ακριβώς στην φθίνουσα στιγμή ημέρας και νύκτας, ο Χρόνος πέθαινε και συγχρόνως γεννιόταν ως νέος. Αυτή η στιγμή ήταν διθυραμβική, αφού ο Χρόνος περνούσε συγχρόνως δύο αντίθετες θύρες: τη θύρα της ζωής και τη θύρα του θανάτου. Όμως γενικότερα και σύμφωνα μ’αυτή την άποψη, ο χρόνος και μαζί του όλα τα όντα και οι κόσμοι συνεχώς ζούσαν-πεθαίνοντας, περνώντας συγχρόνως δυο αντίθετες θύρες ζωής και θανάτου.
Μολονότι, πέρα από τον μύθο και τους προσωκρατικούς υπαινιγμούς, πρώτη φορά συναντάμε την αντίληψη της αντιφατικότητας του χρόνου στο έργο του Αριστοτέλη, διαπιστώνουμε όμως ότι αυτός χρησιμοποιεί την έννοια του χρόνου στους συλλογισμούς του ως διάρκεια των όντων και των γεγονότων, δηλαδή ως βέλος μη αντιστρεπτής πορείας. Έτσι απ’τον τρόπο που ο Αριστοτέλης αντιλαμβάνεται την έννοια του Απείρου και την Εντελέχεια των όντων, διαφαίνεται ότι η αντιφατικότητα του χρόνου δεν ταιριάζει με τις απόψεις του αφού στους συλλογισμούς του, χρησιμοποιεί τον χρόνο ως πορεία κινούμενη με τρόπο μη αντιστρεπτό από το παρελθόν στο μέλλον. Γενικά στο έργο του Αριστοτέλη, που ήταν πατέρας της τυπικής ορθολογικότητας, η αντιφατικότητα του χρόνου φαίνεται σαν προσθήκη, την οποία πήρε απ’τους προσωκρατικούς.
Στην πρόδηλη αντίληψη περί αντιφατικότητας του χρόνου όπου το παρελθόν δεν υπάρχει, το μέλλον δεν υπάρχει, αλλά μόνο το παρόν υπάρχει και σ’ένα κόσμο που είναι εν εξελίξει,
δηλαδή καταλύεται-συντιθέμενος, ακόμα κι αυτό το ίδιο το παρόν είναι μια αιώνια και φθίνουσα προς το μηδέν αιχμή μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος. Η αντιφατικότητα του χρόνου λοιπόν ερμηνεύτηκε απ’τους ορθολογιστές ως ανυπαρξία της αντικειμενικότητας του χρόνου κι έτσι διαδόθηκε μέσω του Καντ στην ευρωπαϊκή ιδεαλιστική σκέψη ως μια εκ των προτέρων εποπτεία της νόησης, η οποία ως καθαρή, προηγείται της εμπειρίας.
Η αντιφατικότητα του χρόνου όμως ταιριάζει απόλυτα με τις αντιφατικές αντιλήψεις του Αναξίμανδρου, του Ηράκλειτου και του Ζήνωνα. Βέβαια αυτό είναι κάτι που πρέπει να συνάγουμε από την συχνή αμφισημία της γλώσσας των αποσπασμάτων τους που έφτασαν σ’εμάς σκορπισμένα και καψαλισμένα απ’τις πράξεις πίστης των φανατικών χριστιανών.
Ο Χρόνος, ο Χώρος, το Είναι, το Γίγνεσθαι, το Άπειρο, το Νοείν και το Λέγειν για τους προσωκρατικούς βάρδους της διαλεκτικής Αναξίμανδρο, Ηράκλειτο και Ζήνωνα αλλά και για τον ορθολογιστή Παρμενίδη από αντίθετη οπτική γωνία, συνιστούν αδιάρρηκτη ενότητα όπου η μια έννοια γεννά την αλλή. Έτσι για να οριστεί η έννοια του χρόνου πρέπει να οριστούν συνοπτικά κι οι άλλες έννοιες που σχετίζονται μ’αυτήν.
ΠΡΟΣΩΚΡΑΤΙΚΟΙ ΓΙΓΝΕΣΘΑΙ ΚΑΙ ΧΡΟΝΟΣ
ΑΝΑΞΙΜΑΝΔΡΟΣ
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ αἱρ. ἔλεγ. 16 1-7
Οὗτος άρχή τῶν ὄντων ἔφη φύσιν τινὰ τοῦ ἀπείρου,
ἐξ᾽ἧς γίγνεσθαι τούς οὐρανούς καὶ τὸν ἐν αὐτοῖς
κόσμον. ταύτην ἀΐδιον εἶναι καὶ ἀγήρω καὶ πάντας
τοὺς κόσμους περιέχειν. λέγει δὲ χρόνον ὡς
ὡρισμένης τῆς γενέσεως καὶ τῆς ούσίας καὶ τῆς
φθορᾶς. . .οὗτος μὲν ἀρχήν καὶ στοιχεῖον εἴρηκε τῶν
ὄντων τὸ ἄπειρον,πρῶτος τοὔνομα καλέσας τῆς
ἀρχῆς . πρὸς δὲ τούτῳ κινησιν ἀΐδιο εἶναι, ἐν ᾗ
συμβαίνει γίγνεσθαι τοὺς οὐρανούς.
[Ο Αναξίμανδρος είπε ότι τα όντα εξουσιάζονται από κάποιο είδος απείρου, απ’όπου γεννώνται οι ουρανοί κι οι κόσμοι που περιέχονται μέσα τους. Αυτό είναι αέναο κι αγέραστο περιέχοντας όλους τους κόσμους. Γι’αυτόν τον λόγο ο χρόνος είναι σχετικός κι αποκτά νόημα απ’τη γέννηση και την φθορά της κάθε ουσίας… Αυτός όρισε, ότι άρχων και στοιχείο όλων είναι το άπειρο και είναι ο πρώτος που χρησιμοποίησε τη λέξη αυτή μ’αυτό το νόημα. Επιπλέον όρισε πως το άπειρο είναι η αέναη κίνηση, που μέσα της συμβαίνει το γίγνεσθαι των ουρανών].
ΣΙΜΠΛΙΚΙΟΣ φυσ. 1121,5
Οἱ μὲν γὰρ ἀπείρους τῷ πλήθει τοὺς κόσμους
ὑποθέμενοι ὡς οἱ περὶ Ἀναξίμανδρον γινομένους
αυτούς καὶ φθειρομένους ὑπέθετον ἐπ’ ἄπειρον,
ἄλλων μὲν ἀεὶ γινομένων ἄλλων δὲ φθειρομένων καὶ
τὴν κίνησιν ἀΐδιον ἔλεγον. Ἄνευ γὰρ κινήσεως οὐκ
ἔστι γένεσις ἤ φθορά.
[Εκείνοι που υποθέτουν ότι οι κόσμοι είναι κατά το πλήθος άπειροι, όπως οι περί τον Αναξίμανδρο, δέχονται ότι αυτοί γεννώνται και φθείρονται επ’άπειρον κι αυτό θεωρούν αέναη κίνηση. Αφού χωρίς κίνηση δεν υπάρχει γένεση ή φθορά].
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ φυσ. Γ 4 203 b 6 ότι:
Ὥς φησιν Ἀναξίμανδρος καὶ πλεῖστοι τῶν
φυσιολόγων, τοῦ δὲ εἶναι τι ἄπειρον, ἡ πίστις ἐκ
πέντε μάλιστ᾽ἄν συμβαίνει σκοποῦσιν· ἐκ τοῦ τε
χρόνου (οὗτος γὰρ ἄπειρος) καὶ ἐκ τοῖς μεγέθεσι
διαιρέσεως, χρῶνται γὰρ οι μαθηματικοί τῷ ἀπεἰρῳ,
ἔτι τῷ οὕτως ἂν μόνως μὴ ὑπολείπειν γένενεσιν και
φθοράν, εἰ ἄπειρον εἴη ὅθεν ἀφαιρεῖται τὸ
γινόμενον ἔτι τῷ τὸ πεπερασμένον ἀεὶ πρός τι
περαίνειν ανάγκην ἕτερον πρὸς ἕτερον. μάλιστα δὲ
καὶ κυριώτατον ὅ τὴν κοινήν ποιεῖ ἀπορίαν πᾶσιν,
διὰ γὰρ τὸ ἐν τῇ νοήσει μὴ ὑπολείπειν καὶ ὁ ἀριθμός
δοκεῖ ἄπειρος εἶναι καὶ τὰ μαθηματικά μεγέθη καὶ
τὸ ἔξω τοῦ οὐρανοῦ· ἀπείρου δ᾽ὄντος τοῦ ἔξω και
σῶμα ἄπειρον εἶναι δοκεῖ καὶ οἱ κόσμοι.
[Λέγεται ότι ο Αναξίμανδρος και οι περισσότεροι φυσιολόγοι πιστεύουν, αντιλαμβανόμεθα το άπειρο με πέντε τρόπους: α) Απ’τον χρόνο που είναι άπειρος. β) Απ’τη διαιρετότητα των μαθηματικών μεγεθών, γ) Απ’το ότι μόνον έτσι θα μπορούσε να υπάρχει η συνεχής γέννηση και φθορά, αφού μόνον απ’το άπειρο θα μπορούσε κάτι τέτοιο ν’αντλεί συνεχώς. δ) Ακόμα και απ᾽το ότι κάθε τι πεπερασμένο, αγγίζει κάποιο άλλο πεπερασμένο και αυτό ατελείωτα. ε) Αλλά το πιο σπουδαίο που προκαλεί απορία, γιατί ο κάθένας που διαθέτει κοινό νου θα μπορούσε ν’αντιληφθεί το απειροστικό των μαθηματικών με-γεθών και την άπειρη προέκταση του ουρανού προς τα έξω, είναι ότι αφού το σύμπαν είναι άπειρο εξωτερικά, κάθε σώμα είναι επίσης άπειρο και οι κόσμοι είναι άπειροι].
Ο Αριστοτέλης συχνά υποτιμά τους προσωκρατικούς απλουστεύοντας τις απόψεις τους. Οι τέσσερις πρώτοι τρόποι αντίληψης περί απείρου που αποδίδει στον Αναξίμανδρο, δεν έχουν σχέση με το άπειρο όπως αυτός το αντιλαμβάνεται. Αντλώντας ο Αναξίμανδρος απ’την «καταλυτική-συνθετότητα» των όντων, απ’το άπειρο εξελικτικό γίγνεσθαι κι απ’την άποψή του ότι ο χρόνος σχετίζεται με την εναλλαγή της γένεσης και της φθοράς των κόσμων και των όντων, αποδέχεται ότι η αντιφατικότητα του απείρου εξελικτικού γίγνεσθαι χαρακτηρίζει και τα στοιχειώδη που το συνιστούν. Έτσι θεωρεί ότι το άπειρο δεν είναι μια απλή ποσοτική συσσώρευση, αλλά ένα γενεσιουργό εξελικτικό καταλυτικο-συνθετικό γίγνεσθαι από στοιχειώδη τα οποία καί αυτά καταλύονται-συντιθέμενα πε-ριέχοντας εν δυνάμει μέσα τους το απεριόριστο γίγνεσθαι: αρχή και στοιχείον των όντων το άπειρον. Το άπειρο ως Αρχή (ως μέγα) περιέχει ποσοτικά τα πάντα, αλλά συγχρόνως περιέχεται δυναμικά και ποιοτικά ως στοιχειώδες τους από όλα. Έτσι το Άπειρο, σύμφωνα με τον Αναξίμανδρο, σχετίζεται με το εξελικτικό Γίγνεσθαι των ουσιών και των κόσμων, η έννοια του Χρόνου σχετίζεται με την εξέλιξη των ουσιών και των κόσμων, άρα κι ο Χρόνος σχετίζεται με το Είναι, το Γίγνεσθαι και το Άπειρο. Ο Χρόνος σύμφωνα με τον Αναξίμανδρο είναι άπειρος, όχι γιατί "είναι χωρίς αρχή και τέλος", όπως ισχυρίζεται ο Αριστοτέλης, αλλά ως καταλυτικο-συνθετικός έχει απεριόριστες αρχές και τέλη. Έτσι ο Χρόνος είναι αντιφατικός, γιατί σχετίζεται με το εξελικτικό γίγνεσθαι των ουσιών που καταλύονται-συντιθέμενες, όντας συνεχώς Άλλες-Αλλού. Κι επειδή ο Χρόνος σχετίζεται με τη γέννηση και τον θάνατο των ουσιών, που αφορά τον Χώρο που περιέχουν μέσα τους οι ουσίες, αφού καί αυτός καταλύεται-συντιθέμενος έχοντας νέες αρχές και τέλη, ανάλογα με το γίγνεσθαι των συγκεκριμένων ουσιών που σχετίζεται κάθε φορά, υπάρχει ενότητα Είναι, Χώρου, Χρόνου, Νοείν και Γίγνεσθαι.
ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ
Ενώ απ’τα αποσπάσματα του Αναξίμανδρου έχουμε στοιχεία που σχετίζονται με την αντιφατικότητα του χρόνου, για τον Ηράκλειτο πρέπει να το συνάγουμε απ’την άποψή του για την αντιφατικότητα του Είναι του Γίγνεσθαι και της κίνησης. Έτσι πρέπει να κάνουμε μιαν αναδρομή στην αντίληψή του περί αντιφατικότητας της Κίνησης και του Γίγνεσθαι κι από κει θα βγει και η αντίληψή του για την αντιφατικότητα του Χώρου και του Χρόνου. (Αφού το Είναι και το Γίγνεσθαι περιέχουν μέσα τους τον Χώρο και τον Χρόνο συνιστώντας, όπως όλα, μιαν αντιφατική ενότητα). Με την προϋπόθεση ότι ο Ηράκλειτος δέχεται τον κόσμο και τα γεγονότα του να καταλύονται-συντιθέμενα, δηλαδή να αλλάζουν όντας σε συνεχή εξέλιξη, πρέπει να δεχτούμε ότι για το λόγο αυτό, το Είναι το Γίγνεσθαι και το Άπειρο, συνδέονται με τον Χρόνο και τον Χώρο. Έτσι μπορούμε υποθετικά να συνάγουμε την αντίληψή του περί του αντιφατικού Χρόνου ως ενότητα με το Άπειρο, το Είναι, τον Χώρο και το Γίγνεσθαι.
Πρώτα όμως πρέπει να αναφέρω τα σημαδιακά αποσπάσματα, που αποκαλύπτουν την αντίληψη του Ηρακλείτου για την καταλυτική-συνθετότητα των όντων, που είναι η αιτία της αντιφατικότητας του κόσμου, των όντων άρα του χρόνου και του Χώρου.
ΚΛΗΜΗΣ, ΣΤΡΩΜΑΤΕΙΣ V 60.
30. κόσμον τόνδε τὸν αὐτόν ἁπάντων, οὔτε τις θεῶν
οὔτε ανθρώπων ἐποίησεν ἀλλ᾽ἦν καὶ ἔστιν καὶ ἔσται
πῦρ ἀείζωον, ἁπτόμενον μέτρα καὶ αποσβεννύμενον
μέτρα
[Αυτόν τον κόσμο που είναι ο ίδιος για όλους, δεν τον εποίησε ούτε θεός ούτε άνθρωπος, αλλά ήταν, είναι και θα είναι, πυρ αείζωον, που ανάβει-σβήνοντας με μέτρο].
ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ, ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΕΙ ΤΟΥ ΕΝ ΔΕΛΦΟΙΣ 388 Ε
90. πυρός άνταμοιβή τὰ πάντα καὶ πῦρ ἀπάντων
ὅκωσπερ χρυσοῦ χρήματα καὶ χρημάτων χρυσός
[Όλα μετατρέπονται σ’αυτό το Πυρ και αυτό σε όλα, όπως τα εμπορεύματα σε χρυσό και ο χρυσός σε εμπορεύματα].
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ IX 9
51. Οὐ ξυνιᾶσιν ὅκως διαφερόμενον ἑαυτῷ ὁμολογέει·
παλίντροπος ἁρμονίη, ὅκωσπερ τόξου καὶ λύρης.
[Δεν κατανοούν πως κάτι αλλάζοντας, συμφωνεί με τον εαυτό του· αυτή είναι η αμφίδρομη αρμονία, όπως της λύρας και του δοξαριού].
ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ, ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΕΙ ΤΟΥ ΕΝ ΔΕΛΦΟΙΣ 392β.
91. ποταμῷ γὰρ οὐκ ἔστιν έμβῆναι δὶς τῷ αὐτῷ, οὐδὲ τῆς
αὑτῆς οὐσίας ἅψασθαι κατ᾽ ἕξιν, ἀλλ᾽ὀξύτητι καὶ
τάχει μεταβολῆς, σκίδνησι καὶ πάλιν συνάγει καὶ
πρόσεισι καὶ ἄπεισι (μᾶλλον δὲ οὐδὲ πάλιν οὐδ’
ὕστερον, ἀλλ᾽ἅμα συνίσταται καὶ ἀπολείπει).
[Στον ίδιο ποταμό δεν ξαναμπαίνουμε, ούτε την ίδια ουσία ξαναγγίζουμε, γιατί όλ’αλλάζουν γρήγορα και βίαια, σκορπάνε-μαζεύοντας, καταλύονται-συντιθέμενα. (όχι πριν ή μετά, αλλά συγχρόνως συνίστανται-αποσυντιθέμενα)].
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ IV 10.
59. γναφείῳ ὁδός εὐθεῖα καὶ σκολιή μία ἐστὶ καὶ ἡ αὐτή
(ἡ τοῦ ὀργάνου καλουμένου κοχλίου ἐν τῷ γναφείῳ
περιστροφή εὐθεῖα καὶ σκολιή)
[Η περιστροφική κίνηση στον κοχλία, είναι την ίδια στιγμή και ευθεία. Στον κοχλία η ευθεία, είναι αποτέλεσμα περιστροφής].
Αν τα προηγούμενα αποσπάσματα συνδυαστούν, φαίνεται ο τρόπος που ο Ηράκλειτος αντιλαμβάνεται την κίνηση ή την μετακίνηση ενός γεγονότος που και τα δύο είναι άμεσα συνδεδεμένα με τον Χρόνο και τον Χώρο. Δείχνει ότι η ευθύγραμμη μετακίνηση των γεγονότων από θέση Α σε θέση Β, είναι αποτέλεσμα της περιστροφικής διαδρομής στοιχειωδών υπογεγονότων Αείζωου Πυρός που διέρχονται μέσα απ’τα γεγονότα τα οποία κινούνται στο Χρόνο και αναχωρώντας για το σύμπαν, επιστρέφουν πάλι στο γεγονός επαληθεύοντάς το και κάνοντάς το μια Χωρο-Χρονική καταλυτικο-συνθετική πραγματικότητα.
Για τον Ηράκλειτο η κίνηση δεν είναι παρά το γίγνεσθαι, ενώ η μετακίνηση είναι μια ψευδαίσθηση, όπου ο Χώρος κι ο Χρόνος υπάρχουν έξω απ’την ταυτότητα του μετακινουμένου. Για τον Ηράκλειτο λοιπόν, επειδή το κινούμενο είναι σε συνεχή καταλυτική-σύνθεση, Είναι-Μή Όντας, έτσι από μια θέση σ’άλλη θέση είναι Άλλο Όμοιο μ’αυτό που ήταν. Η κίνηση λοιπόν συμπίπτει με το εξελικτικό γίγνεσθαι, όπου το κινούμενο κινείται μέσ’τον ίδιο του τον εαυτό, όντας συνυφασμένο με τον Χώρο και τον Χρόνου που σχετίζεται μαζί του.
Από τα προαναφερθέντα αποσπάσματα συνάγεται ότι:
Α. Ο κόσμος είναι αποτέλεσμα του εαυτού του κι επειδή όλοι κοινωνούν μ’αυτόν τον κόσμου, αυτός είναι ο ίδιος για όλους τους ανθρώπους. Έτσι όλοι μπορούν να κοινωνούν με το Λόγο και να υπάρχει αντιστοιχία στις λογικές διεργασίες.
Β. Ο κόσμος είναι η αιώνια φωτιά που ανάβει-σβήνοντας με Μέτρο. Τα γεγονότα του κόσμου καταλύονται-συντιθέμενα και συνεχώς γεννιόνται-πεθαίνοντας με Μέτρο. Το Μέτρο, που είναι η Ουσία του Λόγου, είναι κι αυτό έννοια φορτισμένη όσο κι ο Λόγος. Η αντιφατικότητα προϋποθέτει πάντα ως κάποιο μέτρο σχέσης του ενός σκέλους της αντίφασης ως προς το άλλο. Το Μέτρο είναι ο ιδιαίτερος χαραχτήρας της σχέσης που συνιστά ευκαιριακά μια Ταυτότητα, ενώ συγχρόνως κοινωνώντας με το αέναο ρεύμα του παγκόσμιου Γίγνεσθαι, η Ταυτότητα συνεχώς αίρεται. Το Μέτρο είναι διθυραμβικό, Είναι-Μη Όντας· είναι η δυναμική ισορροπία που συνιστά μια ταυτότητα σε συνεχή πορεία αλλαγής. Ο Λόγος, το Μέτρο κι η Αντιφατικότητα ουσιαστικοποιούνται με το Πυρ. Το Πυρ στην αρχέγονη μορφή του, είναι η ενέργεια της σύγχρονης φυσικής, όπως έχει τονίσει κι ο Χαΐζενμπεργκ. Σήμερα είναι ευρύτατα διαδεδομένο ότι όλα μετατρέπονται σε ενέργεια κι η ενέργεια σε όλα. Το Μέτρο μετατροπής είναι ε=mc², όπως διατυπώθηκε από τον Αϊνστάιν.
Η διαλεκτική δέχεται πως μια ορισμένη ποσοτική συσσώρευση μπορεί να δώσει νέα ποιότητα. Ακόμα γνωρίζουμε σήμερα, ότι όλα τα υλικά σώματα εκπέμπουν-λαμβάνοντας συνεχώς ενέργεια για να υπάρχουν, άρα καταλύονται-συντιθέμενα. Η ενέργεια και η μάζα, δεν έχουν σαφή διαχωριστικά όρια. Το Μέτρο ως τελείως αφηρημένο εκφράζεται έτσι: Τίποτα δεν μπορεί από μόνο του, όλα υπάρχουν πάντα σε σχέση με κάτι άλλο, η Ουσία είναι η Σχέση. Αν κάτι μπορέσει να είναι απόλυτα μόνο του υπερβαίνοντας τη σχέση, χάνεται ως τέτοιο και συντίθεται ως άλλη σχέση που εκφράζεται με άλλο Μέτρο.
Στην περίπτωση λοιπόν της καταλυτικής-συνθετότητας του Είναι και των Όντων, αυτά είναι αποτέλεσμα λήψης-εκπομπής ενέργειας (πυρός). Αυτή η ενέργεια (το πυρ) συνίσταται από αντιφατικά στοιχειώδη φωτός, τα λεγόμενα εκείνη την εποχή «πυρίδια», που σύμφωνα με τους προσωκρατικούς, εξέπεμπε ο ήλιος. Τα πυρίδια φωτός περνώντας μέσα απ’τα γεγονότα, αναχωρούν για το σύμπαν κι επιστρέφοντας απ’αυτό πίσω στα γεγονότατα πραγματοποιούν.
Σύμφωνα με τον Παρμενίδη και τον Αϊνστάιν «αν κάτι κινείται ευθύγραμμα κι ομαλά στο σύμπαν κάποια στιγμή θα επιστρέψει στη θέση που ξεκίνησε». Επειδή όμως το σύμπαν των Αναξίμανδρου και Ηράκλειτου είναι ανοικτό και άπειρο, γιατί καταλύεται-συντιθέμενο, η πορεία των πυριδίων μέσα σ’αυτό δεν είναι απόλυτα κυκλική μα πυκνή σπειροειδώς-ελικοειδής, όπως η «εν γναφείω περιστροφή». Αυτά τα πυρίδια επιστρέφοντας απ’το σύμπαν, επαληθεύουν-διαψεύδοντας το γεγονός πραγματοποιώντας το, λίγο πιο κει απ’τη θέση που ξεκίνησαν. Δηλαδή με την ελικοειδή πορεία διάψευσης-επαλήθευσής των στοιχειωδών που διέρχονται απ’το γεγονός, αυτά ταξιδεύουν στο σύμπαν κι επιστρέφοντας, πραγματοποιούν το γεγονός ως κινούμενο συγχρόνως ευθύγραμμα και ομαλά, σε κατάσταση αδρανείας. Η ευθύγραμμη κίνηση λοιπόν του κόσμου και κα-τά συνέπεια του βέλους του Χρόνου ως απλή αλλά κι ως εξελικτική, κατά τους προσωκρατικούς είναι αποτέλεσμα περιστροφής, αφού ευθεία κι περιστροφή καταλυτικο-συνθετικά, συνιστούν αντιφατική ενότητα όπου το ένα γεννά το άλλο, αλλά συγχρόνως το μάχεται κιόλας, συνιστώντας τελικά μιαν άλλη πορεία συνθετότερης ευθύτητας.
Από το αντιφατικό (καταλυτικο-συνθετικό) γίγνεσθαι των γεγονότων και του κόσμου, βλέπουμε την περιστροφή επανάληψης που είναι ο Χρόνος, να συντίθεται με την κινούμενη πορεία διαδρομής των στοιχειωδών υπογεγονότων (το ταξίδι αναχώρησης-επιστροφής τους) που συνθέτουν τον Χώρο, συνιστώντας μαζί το Είναι του γεγονότος «σε συνεχή εξέλιξη». (γίγνεσθαι). Η πορεία του «βέλους του χρόνου» λοιπόν, σύμφωνα με τους προσωκρατικούς, είναι αποτέλεσμα του περιστρεφόμενου καταλυτικο-συνθετικού χωρο-χρονικού γίγνεσθαι, το οποίο συνιστά και είναι αναπόσπαστο απ’το εξελισσόμενο Είναι.
ΖΗΝΩΝ
ΣΙΜΠΛΙΚΙΟΣ ΦΥΣ. 140, 34
εἰ μὴ ἔχοι μέγεθος τὸ ὄν, οὐδ᾽ἃν εἴη, εἰ δ´ἔστιν ἀνάγκη ἕκαστον μέγεθός τι ἔχειν καὶ πάχος καὶ ἀπέχειν αὐτοῦ τὸ ἕτερον ἀπὸ τοῦ ἑτέρου· καὶ περὶ τοῦ προύχοντος ὁ αὐτὸς λόγος· καὶ γὰρ ἐκεῖνο ἕξει μέγεθος καὶ προέξει αὐτοῦ τι, ὅμοιον δὴ τοῦτο. ἄπαξ τε εἰπεῖν καὶ ἀεὶ λέγειν. οὐδὲν γὰρ αὐτοῦ τοιοῦτον ἔσχατον ἔσται. οὔτε ἕτερον προς έτερον οὐκ ἔσται. οὕτως εἰ πολλά ἐστιν, ἀνάγκη αὐτὰ μικρά τε εἶναι καὶ μεγάλα· μικρά μὲν ὥστε μὴ ἔχειν μέγεθος, μεγάλα δὲ ὥστε ἄπειρα εἶναι.
[Δεν υπάρχει κάτι χωρίς μέγεθος, αν υπάρχει πρέπει να έχει και μέγεθος και όγκο και κάποια απόσταση το ένα από το άλλο. Το ίδιο ισχύει και για το περιθώριο, αναλόγως. Γιατί και αυτό θα έχει μέγεθος και πάντα θα περισσεύει κάτι αναλόγως. Θα το πω μια για πάντα. Δεν είναι δυνατόν να υπάρχει έσχατο μέρος κάποιου, ούτε του σώματος ούτε του περιθωρίου. Ακόμα δε μπορεί κάτι να υπάρξει από μόνο του (άσχετα από κάτι άλλο). Έτσι αν υπάρχουν πολλά, πρέπει να είναι συγχρόνως μεγάλα και μικρά. Τόσο μικρά ώστε να μην έχουν μέγεθος και τόσο μεγάλα ώστε να είναι απείρου μεγέθους κι αριθμού].
Εδώ ο Ζήνων, δείχνει την αντιφατική σχέση Ενός-Πολλών, Μεγάλου-Μικρού, τετμημένου-ρεούμενου, Μηδενός-Απείρου, φανερώνοντας με έναν άλλο τρόπο το αντιφατικό στοιχειώδες του Αναξίμανδρου. Δηλαδή δείχνει την έννοια μιας μονάδας για όλα τα υπάρχοντα και μετρούμενα, η οποία είναι τελείως διαφορετική από την καθιερωμένη. Επειδή σύμφωνα με τον Ζήνωνα, τείνοντας τα μέρη κάποιου όντος προς στο μηδέν, τείνουν συγχρόνως προς το άπειρο, το έσχατο στοιχειώδες δεν είναι απλά και μόνον εν δυνάμει άπειρο, αλλά συγχρόνως αυτό το ίδιο συμπίπτει με κάποιο πρόσωπο του απείρου. Εκεί προϋποτίθεται ότι η ταυτότητα κάθε πράγματος ή γεγονότος περιέχει πάντα δυναμικά το άπειρο, ενώνοντας έτσι μέσα της την έννοια του Απείρου με το Γίγνεσθαι και γι’ αυτό με τις έννοιες του Χρόνου και τον Χώρου.
ΔΙΟΓΕΝΗΣ, IV 72.
τὸ κινούμενον οὔτ᾽ἐν ᾧ ἔστι τόπῳ κινεῖται οὔτ᾽ἐν ᾧ μὴ ἔστι.
[Το κινούμενο δεν κινείται ούτε στον τόπο που βρίσκεται, ούτε στο τόπο που δεν βρίσκεται].
―Δεν υπάρχει κάποιος τόπος που να είναι το γενικό υπόβαθρο της κίνησης.
Είπε ο Χέγκελ: «κάτι κινείται όχι γιατί βρίσκεται μιαν ορισμένη στιγμή εδώ και κάποια άλλη πιο κει, αλλά επειδή την ίδια χρονική στιγμή κάτι βρίσκεται εδώ κι όχι εδώ». Δηλαδή τόνισε ο Χέγκελ, «η κίνηση είναι αντιφατική». Προσεγγίζοντας την έννοια της αντιφατικότητας της κίνησης, ο Χέγκελ την αντιλαμβάνετο ως αντιφατικότητα της μετακίνησης. Επειδή όμως τα όντα και οι κόσμοι καταλύονται-συντιθέμενοι, η κίνηση σύμφωνα με τους προσωκρατικούς προϋποθέτει το κινούμενο ν’αλλάζει θέση αλλάζοντας συγχρόνως κι αυτό το ίδιο μέσα του, ενώ αντίθετα η έννοια της μετακίνησης δεν προϋποθέτει την αλλαγή του ίδιου κινουμένου.
Η κίνηση λοιπόν για τον Ζήνωνα όπως και τον Ηράκλειτο, συμπίπτει με το γίγνεσθαι και την αλλαγή. Γι’αυτό μπορούσαν να ισχυριστούν ότι τα ίδια τα πράγματα δεν κινούνται, γιατί σε κάθε θέση είναι Άλλα, όμοια αλλά διαφορετικά απ’ότι ήταν: Κάθε τι καταλύεται-συντιθέμενο για να μπορεί να υπάρχει, όντας συνεχώς Άλλο-Αλλού και με τη διαδικασία αυτή κινείται κι όλας. Έτσι «δεν κινείται ούτε στον τόπο που βρίσκεται, ούτε στον τόπο που δε βρίσκεται», αλλά κινείται μέσα στον εαυτό του.
Σ’αυτό το απόσπασμα λοιπόν ο Ζήνων δεν ισχυρίζεται ότι «η κίνηση δεν υπάρχει» αλλά ότι «ο Χρόνος ως διάρκεια και ο Χώρος ως γενική έκταση και υπόβαθρο των εξελίξεων πραγματικά δεν υπάρχουν, γιατί όλα καταλύονται-συντιθέμενα, Είναι-ΜηΌντας.
Σύμφωνα λοιπόν με την προϋπόθεση ότι όλα τα όντα για να υπάρξουν καταλύονται-συντιθέμενα από άλλα μικρότερα στοιχειώδη, η ροή-αντιροή των στοιχειωδών που συνιστούν αυτό το καταλυτικό-συνθετικό γίγνεσθαι, ως ρυθμός επανάληψης χωρικών μέτρων σε θέση, δηλαδή ως Συχνότητα, είναι ο Χρόνος, ενώ η έκταση διασποράς της ροής αυτών των στοι-χειωδών, ως μήκος κύματός τους, είναι ο Χώρος.
Επειδή στα καταλυτικο-συνθετικά γεγονότα η συχνότητα και το μήκος κύματος είναι σύμφυτα με την ουσία του Είναι, ο Χώρος κι ο Χρόνος ως Καθαυτά, εκφράζουν την αντιφατική ενότητα του απείρως μικρού και του απείρως μεγάλου, που εί-ναι το Είναι ως έσχατο υλικό αντιφατικό στοιχειώδες.
Εκεί όσο μεγαλύτερος ο Χρόνος τόσο μικρότερος ο Χώρος κι αντίθετα, αφού το ένα καταλύεται-συντιθέμενο από το άλλο, συνιστώντας μιαν αδιάρρηκτη χωροχρονική σχέση συχνότητας και μήκους κύματος.
Το Είναι προσωκρατικά ως έσχατο καταλυτικο-συνθετικό καθαυτό, είναι η αντιφατικότητα γυμνή, δηλαδή το γίγνεσθαι ως ουσία, που ως έσχατη αντιφατική υπαρξιακή μονάδα, δεν μπορεί απόλυτα και ξέχωρα μέσα της να υπάρξει, Είναι, Χώρος, Χρόνος, και Γίγνεσθαι». Αυτά όμως μπορούν να πάρουν μια σχετικά ξέχωρη μορφή μόνον ως παράγωγα του Μέτρου σχέσης των συγκεκριμένων-πραγμάτων και συνθέτων καταστάσεων πραγμάτων, δηλαδή από κει και πέρα θα μπορούσαν να πάρουν και τον χαρακτήρα της Διάρκειας ή της Έκτασης ενός συγκεκριμένου γεγονότος. Άρα η αντιφατική ενότητα Χώρου-Χρόνου-Είναι-Γίγνεσθαι-Νοείν και Λέγειν αφορά την καταλυτικο-συνθετική διαλεκτική οντολογική λογικογλωσσική τάξη, ενώ ο διαχωρισμός των εννοιών την ορθολογική αντικειμενικότητα.
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΙΚΟΣ ΚΑΙ ΝΕΥΤΩΝΕΙΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΧΩΡΟΣ
Ο αριστοτελικός χρόνος και χώρος είναι ξέχωροι μεταξύ τους κι ανταποκρίνονται πλήρως στην Ευκλείδεια αντίληψη η οποία είναι αποδεκτή κι απ’το Νεύτωνα. Ο νευτώνειος τρόπος αντίληψης για το μικρόκοσμο, μπορεί να θεωρηθεί κόσμος δυνάμεων και σωματιδίων που διαθέτουν κάθε στιγμή ιδιότητες μέσα στο χώρο, όπως η μάζα που είναι στατική, αφού δεν αλλάζει κατά τη διάρκεια του χρόνου, ενώ η ταχύτητα που είναι δυναμική, αφού αλλάζει κατά τη διάρκεια του χρόνου. Σύμφωνα με τη νευτώνεια αντίληψη, το γίγνεσθαι στον κόσμο είναι αποτέλεσμα δυνάμεων που δρουν στα σωμάτια εξωτερικά δημιουργώντας κίνηση συγκρούσεις και συνδιασμούς σωματίων. Το σύμπαν του Νεύτωνα είναι ορθολογημένο απόλυτα μέσ’τα προαναφερθέντα όρια των προϋπαρχόντων και ανεξαρτήτων μεταξύ τους χώρου και χρόνου που εδώ ο Χρόνος μπορεί να χαρακτηρίζεται «Βέλος». Με κορμό την αριστοτελική λογική, η νευτώνεια σκέψη κι αντικειμενικότητα έχει καθιερωθεί ως αναμφισβήτητη στην ανθρώπινη καθημερινότητα και μέχρι χθες, στην επιστημονική κοινότητα.
Η πρώτη αμφιβολία για το κύρος αυτού του μοντέλου, γεννήθηκε απ’την ειδική θεωρία της σχετικότητος. Εκεί ο Αϊνστάιν δείχνει ότι οι έννοιες του χώρου και του χρόνου δε θα
μπορούσαν πια να γίνονται αντιληπτές με το νευτώνιο τρόπο. Δηλαδή δε μπορούν πια να θεωρούνται ξέχωρες αλλά σαν μιαν ενότητα, το χωρόχρονο. Ακόμα, σύμφωνα με την σχετικιστική αντίληψη, στον χωρόχρονο τα παρατηρούμενα γεγονότα από ένα παρατηρητή μπορεί να θεωρούνται χωρικά και από άλλον χρονικά την ίδια στιγμή. Λέγεται ακόμα, πως στο χωρόχρονο, δύο παρατηρητές μπορεί να δουν με αντίθετη χρονική ακολουθία, κάποιο γεγονός εν εξελίξει. Πέραν τούτου όμως, ο ίδιος ο Αϊνστάιν και η δουλειά του, δεν αντιστρατεύονται τη νευτώνεια τάξη, ώστε να διαφωνεί με την αντικειμενικότητα όπως είναι εκεί αποδεκτή. Αυτό, σύμφωνα με τον Αϊνστάιν, θα εστρέφετο ενάντια στην επιστημονικότητα, η οποία είχε διαμορφωθεί ως ντετερμινισμός.
Η θεωρία της σχετικότητος, όμως σε θέματα αντίληψης περί ιδιοτήτων των κβαντικών γεγονότων, με παράνομο τρόπο και καταχρηστικό απ’τον δημιουργό της Αϊνστάιν, δεν αντιστρατεύεται την ουσία της νευτώνιας σκέψης. Η επιστημονική πρακτική όμως η οποία πατά συγχρόνως και στην νευτώνεια αντίληψη περί χρόνου και αντικειμενικότητας και στη σχετικιστική ίσως φέρνει κάποια αποτελέσματα αλλά σ’οριακές καταστάσεις γεννά υπερβολές κι αντινομίες.
Τον ίδιο καιρό ο Πλάνκ ανακαλύπτει την κβαντική φύση της ακτινοβολίας του θερμού αντικειμένου. Εκεί φαίνεται ότι η ενέργεια εκλύεται σε ορισμένα ελάχιστα ποσά που το μέγεθός τους εξαρτάται απ’τη συχνότητα του φωτός δηλαδή το χρωματισμό τους. Λέγεται ότι οι συνέπειες αυτής της εργασίας, υπονόμευσαν το κύρος του Νευτωνείου οικοδομήματος σχετικά με τις αντιλήψεις των επιστημόνων για τον μεγάκοσμο και το μικρόκοσμο. Από την ανακάλυψη του Πλάνκ και μετά, τίποτα στον μικρόκοσμο δεν μπορεί να γίνει αντιληπτό χωρίς τη συμφυσή του με συχνότητα και μήκος κύματος (που όπως θα δούμε αντιπροσωπεύουν, η συχνότητα τον Χρόνο και το μήκος κύματος τον Χώρο).
Ο ΚΑΤΑΛΥΤΙΚΟ-ΣΥΝΘΕΤΙΚΟΣ ΠΡΟΣΩΚΡΑΤΙΚΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΠΟΥ ΣΥΜΠΙΠΤΕΙ ΜΕ ΤΟΝ ΚΒΑΝΤΙΚΟ ΧΡΟΝΟ
Σύμφωνα με τον μεγάλο επιστήμονα και ανθρωπιστή Μπώμ: «Στη κβαντομηχανική, κάθε κίνηση στη θεωρία του πεδίου, περιγράφεται ως δημιουργία-καταστροφή των στοιχειωδών σωματίων. Εκεί η κίνηση ενός ελευθέρου σωματίου, περι-γράφεται ως καταστροφή του σ’ένα σημείο και δημιουργία άλλου-αλλού. Έτσι η κίνηση γενικά είναι αποδεκτή σαν μια σειρά θέσεων δημιουργίας-καταστροφής που συγχρόνως ως αποτέλεσμα έχει την αλλαγή». Δηλαδή η σύγχρονη επιστήμη δέχεται ότι στα έσχατα όρια του κόσμου μας τα λεγόμενα μικροσωμάτια καταλύονται-συντιθέμενα συνεχώς χάνοντας τη στατικότητα της θεωρούμενης ταυτότητάς τους. Επίσης βλέπουμε ότι η κβαντομηχανική συμφωνεί με την προσωκρατική υλιστική αντίληψη για την καταλυτικο-συνθετική φύση των όντων και του Γίγνεσθαι.
Σύμφωνα με την καταλυτικο-συνθετική (αντιφατική) αντίληψη των Αναξίμανδρου, Ηράκλειτου και Ζήνωνα, ούτε ο χρόνος είναι διάρκεια, ούτε ο χώρος έκταση, αφού τα γεγονότα ως καταλυτικο-συνθετικά υπάρχουν μόνο τώρα όντας συνεχώς άλλα-αλλού. Στο κβαντικό επίπεδο του κόσμου μας, που ισχύει η καταλυτικο-συνθετική φύση των όντων, χρόνος είναι η συχνότητα επανάληψης υπογεγονότων (χωρικών μέτρων) σε θέση και χώρος το μήκος κύματος αλλά και η διάσταση των χωρικών μέτρων προς επανάληψη. Έτσι στον κόσμο μας ως κβαντικό, που σχετίζεται με συχνότητες, μήκη κύματος, φωτόνια ή κβάντα ενεργείας, πρέπει να δεχτούμε ότι το Είναι, ο Χώρος, ο Χρόνος, η Ταχύτητα και το Γίγνεσθαι, υπάρχουν με διαφορετικό τρόπο από ότι έχουμε αποδεχθεί.
Μπορούμε να λέμε ότι ως ένα καταλυτικο-συνθετικό γεγονός όπως το φωτόνιο, δεν διαθέτει ταχύτητα, αφού σε κάθε του στιγμή, είναι Άλλο-Αλλού-Όμοιο κι Ανόμοιο μ’αυτό που ήταν. Επίσης όλα τα παράδοξα των Θεωριών της Σχετικότητας και των Κβάντα, πιθανόν οφείλονται στο γεγονός ότι το φωτόνιο είναι μια κβαντική οντότητα, την οποία παράνομα και καταχρηστικά θεωρούμε πράγμα και της οποίας τις ιδιότητες παράνομα ορίζουμε και διερευνούμε, μέσα στα όρια της νευτώνειας αντικειμενικότητας. Το ίδιο ίσως ισχύει και για την “αβεβαιότητα” που φαίνεται ότι διέπει τις σύγχρονες μετρήσεις των συζυγών ιδιοτήτων των κβαντικών γεγονότων: Στριμώχνουμε το χρόνο και την συχνότητα ενός κβαντικού γεγονότος στη νευτώνεια διάσταση, εκεί όπου ο χρόνος είναι διάρκεια κι ο χώρος έκταση και όπου βασιλεύει η αντικειμενικότητα κι ο ντετερμινισμός, ενώ η συχνότητα είναι ο χρόνος και το μήκος κύματος είναι ο χώρος της κβαντικής του διάστασης του γεγονότος, όπου η αντικειμενικότητα κι ο ντετερμινισμός καταργούνται, (αυτό δεν το λαμβάνει υπόψιν ούτε η εξίσωση του Σρέντιγκερ).
Σύμφωνα με τις αντιλήψεις των Αναξίμανδρου, Ηράκλειτου και Ζήνωνα, δεν συνιστούν μόνον ο χώρος κι ο χρόνος ένα χωροχρονικό συνεχές. Αλλά το Είναι, ο Χρόνος, ο Χώρος, το Γίγνεσθαι, το Νοείν και το Λέγειν, συνιστούν μιαν αντιφατική ενότητα, τον ηρακλειτικό Λόγο, -την Διαλεκτική ως ουσία-, δηλαδή ένα κβαντικό συνεχές, όπου μέσα του όλα αυτά είναι αδιαχώριστα.
Επίσης οι αρχαίοι διαλεκτικοί μας έχουν δείξει ότι η διαλεκτική είναι μια συνοπτική διαδικασία αφού πολύ λίγα μπορούν να λέγονται χωρίς μεταφυσικό ένδυμα, έτσι όταν παρασυρόμεθα σε μεγάλης έκτασης λεγομένων περί την φύση του κόσμου, υβρίζουμε πέφτοντας σε λογικές αντινομίες. Βλέπουμε λοιπόν τον μεγάλο Χάιντεγκερ να αφιερώνει ένα τεράστιο σύγγραμμα για τον ορισμό του Είναι, του Χρόνου και του Γίγνεσθαι, όπου με λογικό όργανο τον ορθολογισμό, τελικά δεν καταφέρνει να ορίσει επαρκώς ούτε το Είναι, ούτε τον Χρόνο, αλλά ούτε το Γίγνεσθαι ―αφού του ξεφεύγουν―.
Η ορθολογική αντίληψη περί της μονοδιάστατης πορείας του Χρόνου, δηλαδή του «βέλους του χρόνου», είναι μονοσήμαντη, ανεπαρκής και κοντόφθαλμη. Διαλεκτικά αλλά και σχετικιστικά, «η μεγάλη ευθεία οφείλει να είναι κυρτή», όπως είπε και ο Λάο-Τσε, κάτι με το οποίο ο Παρμενίδης, ο Ηράκλειτος και ο Αϊνστάιν, καθένας με έναν δικό του τρόπο, συμφωνούν.
Επειδή ο Χρόνος από μόνος του δεν υπάρχει αλλά μόνο σε σχέση με το Χώρο και το Είναι (τα γεγονότα), η ευθεία πορεία του παγκοσμίου γίγνεσθαι, που μόνο μέσα σε περιστρεφόμενο χώρο μπορεί να νοηθεί, αντιφάσκει, όντας την ίδια στιγμή και κυρτή. Έτσι αυτή η χωροχρονική ενότητα, που αναπόσπαστο μέρος της είναι κι ο Χρόνος, είναι τόσο ευθεία όσο και κυρτή. Για να γίνει αυτό κατανοητό ας υποθέσουμε ένα νοητικό πείραμα: [Κάθε σημείο σε κατάσταση αδρανείας δεν μπορεί παρά να νοηθεί ως κινούμενο ευθύγραμμα και ομαλά. Έτσι λοιπόν απ’την ευθύγραμμη κι ομαλή πορεία του σημείου, συνίσταται μια ευθεία που δεν είναι ιδεώδης, (όπως τη φανταζόμαστε ως μια γραμμή μέσα στο νου μας), αλλά μια πορεία μέσ’το χώρο, που για να είναι αληθινός και όχι ιδεώδης, ως αδρανειακή κατάσταση έχει την περιστροφή. Χώρος για το κινούμενο ευθύγραμμα κι ομαλά σημείο, είναι μια απεριόριστη σειρά από άλλα όμοια, που συνιστούν ένα σύνολο και όπου κάθε σημείο από τ’άλλα διαφέρει στο ότι κινείται ευθύγραμμα και ομαλά προς διαφορετική κατεύθυνση κι από διαφορετική αφετηρία καθένα χωριστά κάθε συγκεκριμένη στιγμή. Έτσι το πορευόμενο ευθύγραμμα κι ομαλά σημείο δεν μπορεί παρά να κινείται σε χώρο, που τον συνιστούν τ’άλλα όμοιά του και να έχει και την ανάλογη κυρτότητα· για το λόγο αυτό, ο Χώρος ως Όλον σε σχέση και με το πορευόμενο-Ένα, είναι περιστρεφόμενος και συνυπάρχει σε μιαν ενότητα με το Χρόνο. Έτσι κάθε πο-ρευόμενο ευθύγραμμα και ομαλά Ένα, που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί “βέλος του χρόνου”, πρέπει να συναντά και να τέμνει σταδιακά τις πορείες όλων των άλλων ομοίων του. Οι θέσεις τομής της πορείας του Ενός πάνω στις πορείες των Πολλών Άλλων, είναι ο τρόπος που η ευθύγραμμη κι ομαλή πορεία του Ενός, καταγράφεται πάνω στον περιστρεφόμενο χώρο που συνιστούν τα Πολλά. Ο περιστρεφόμενος χώρος διαψεύδει την ευθύγραμμη και ομαλή πορεία του Ενός αφού αυτή πραγματοποιείται πάνω στο πλέγμα που συνιστούν οι πορείες των Πολλών Άλλων ως κυρτή. Δηλαδή το Ένα «προτίθεται» να έχει ομαλή και ευθύγραμμη πορεία, αλλά η περιστροφή του χώρου, τη μετατρέπει σε κυρτή κατά τη διαδικασία της πραγμάτωσής της. Για να νοήσουμε την ενότητα και σχέση σημείου, πορείας, χρόνου και χώρου, ας κάνουμε μιαν υπερβολική υπόθεση. Δηλαδή ας φανταστούμε το ευθύγραμμα κι ομαλά πορευόμενο-Ένα να «θέλει» να επιτύχει την απόλυτη ευθύγραμμη και ομαλή πορεία. Αυτό τότε πρέπει ν’αρχίσει να επιταχύνεται, έτσι που η πορεία του να αρχίσει σιγά-σιγά να «ισιώνει», τείνοντας να προλάβει την περιστροφή του χώρου. Όμως για να γίνει αυτό πραγματικότητα, δηλαδή απ’το υποτιθέμενο σημείο Α, το πορευόμενο να καλύψη ως το σημείο Β, την απόσταση απόλυτα ευθύγραμμα, πρέπει να πετύχει ταχύτητα ακαριαία. Στην κατάσταση του ακαριαίου όμως, το ευθύγραμμο τμήμα Α―Β, όπως και κάθε άλλο τμήμα που θα μπορούσε να καλύψει η διαδρομή του πορευομένου ευθύγραμμα και ομαλά σημείου, χάνει το νόημά της αφού όντας ακαριαία, βρίσκεται την ίδια στιγμή παντού. Είναι συγχρόνως στη θέση που ξεκίνησε κι έχει διασταλλεί στο σύμπαν. Τα υποθετικά σημεία Α―Β, απωθούνται στο άπειρο, αλλά συγχρόνως συμπίπτουν στην ίδια θέση, ενώ το ίδιο το σημείο διαστέλλεται ανάλογα με την ταχύτητά του, ξεκινώντας από μηδενικό μέγεθος στην κατάσταση του ακίνητου και φτάνοντας σε άπειρο μέγεθος στην κατάσταση του ακαριαίου. Στην κατάσταση του ακαριαίου όμως, έχουμε ακαριαία έκρηξη αλλαγής, αλλά και ακαριαία επαναφορά στην ίδια θέση συγχρόνως (σημείο μηδενικό και άπειρο). Δηλαδή μιαν ακαριαία χωρο-χρονική παλ-μική κίνηση που λόγω του ακαριαίου είναι υπαρκτή μεν αλλά αόρατη δε. Στις θέσεις όμως που δεν υπάρχει το ακαριαίο, ο χώρος έχει συγκεκριμένο μέγεθος με ανάλογη περιστροφή, που ακολουθείται κι από ανάλογο μέγεθος του πορευομένου σημείου με την ανάλογη αντίθετη περιστροφή συνιστώντας μαζί το χωρό-χρονο.
Στο μικρό αυτό νοητικό πείραμα εκμαιεύουμε ότι το Είναι, ο Χώρος, ο Χρόνος και το Γίγνεσθαι, συνιστούν μιαν αλληλο-διαμορφούμενη ενότητα. Άρα η πρόταση περί του βέλους του χρόνου είναι απλοϊκή, γιατί ο Χρόνος δεν μπορεί να υπάρξει από μόνος του κινούμενος προς μία κατεύθυνση, αλλά σε ενότητα με το Χώρο και το Είναι που του προσδίδουν συγχρόνως περιστροφή. Η ορθολογική και αντικειμενική προσέγγιση που είναι γενικά αποδεκτή για τον χρόνο και τον χώρο ως ξέχωρα, ήδη απ’τη σύγχρονη επιστήμη έχει αναιρεθεί. Για να γίνει αυτό όμως πλήρως και ολοκληρωμένα αποδεκτό, πρέπει να γίνει αποδεκτή μαζί του κι η έννοια του γίγνεσθαι ως απείρου, όπως είναι αποδεκτά απ’την προσωκρατική διαλεκτική. Δηλαδή ότι το άπειρο, όπως κάθε τι στον κόσμο καταλύεται-συντιθέμενο, συμπίπτοντας με το αέναο γίγνεσθαι· κι επειδή η διαλεκτική αποδέχεται τα πάντα ως καταλυτικό-συνθετικό γίγνεσθαι, αντιλαμβάνεται “την αρχή της ταυτότητας” ως αυτοαναιρούμενη και γι’αυτό “την αρχή της αιτιότητας” ως αμφίδρομη. Έτσι και το βέλος της εξέλιξης δε μπορεί παρά να είναι αμφίδρομο ή καί αμφίδρομο. Ενώ απ’τη δική μας οπτική γωνία υπάρχει συνεχές Γίγνεσθαι και συνεχές Όλλυσθαι, από άλλη οπτική γωνία του σύμπαντος το Όλλυσθαι, είναι μια καταλυτικο-συνθετική πορεία, που συνιστά αλλού άλλες δημιουργικές συνθέσεις, έτσι που είναι κι αυτό ένα είδος αρνητικού γίγνεσθαι. Το γίγνεσθαι λοιπόν διαλεκτικά δεν είναι μονοδιάστατο κι επειδή συνίσταται τουλάχιστον από δύο αντίδρομα ρεύματα, ως Όλον συνιστά περιστροφική κίνηση. Επειδή όμως το σύμπαν σύμφωνα με τον Ηράκλειτο, τον Ζήνωνα και τον Αναξίμανδρο είναι ανοικτό κι άπειρο, η περιστροφή του είναι σπειροειδώς-ελικοειδής, όπως ο κοχλίας του Ηράκλειτου στο απόσπασμα 59, όπου η ευθεία είναι αποτέλεσμα κυρτότητας. Έτσι το βέλος του χρόνου επιτυγχάνει την ευθεία περιστρεφόμενο,―Είναι-ΜηΌντας βέλος, Είναι-ΜηΌντας αντιστρεπτό, αφού «η μεγάλη ευθεία οφείλει να είναι κυρτή» όπως είπε κι ο Λάο Τσε].
Αν τώρα φανταστούμε ότι, η αντιφατική ταυτότητα σε πλήρη ανάπτυξη συνίσταται απ’τα έσχατα αντιφατικά στοιχειώδη των Ζήνωνα και Αναξίμανδρου, περιέχοντας απεριόριστα πρόσωπα του Όλου, τα οποία συνεχώς αλλάζουν, η αλυσίδα της αιτίας κι οι διαστάσεις του Γίγνεσθαι είναι απεριόριστες.
Η πορεία λοιπόν του βέλους της εξέλιξης του κόσμου και του χρόνου έχει μορφή αντιφατική, που μόνο με την ανάλυση του αντιφατικού στοιχειώδους ή της αντιφατικής μονάδας μπορεί να οριστεί . (“Διαλεκτική Υλιστική Σκέψη”―Αντιφατική μοναδολογία thodoroskavasis.blogspot.com ).
ΑΝΑΞΙΜΑΝΔΡΟ ΚΑΙ ΖΗΝΩΝΑ
ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ:
Στο έργο των P. Coveney και R. Highfield «Το Βέλος του Χρόνου» εκδ. Κάτοπτρο, διαβάζουμε: Η ιουδαϊκή-χριστιανική παράδοση εγκαθίδρυσε μιας και διά παντός το «γραμμικό» (μη αντιστρεπτό) χρόνο στο δυτικό πολιτισμό. Περί αυτού έγραψε ο Eliade:
[Η χριστιανική σκέψη είχε την τάση να υπερβεί άπαξ και δια παντός, τα παλιά μοτίβα της αιώνιας επανάληψης. Ο δυτικός πολιτισμός κατέληξε να θεωρεί τον χρόνο ως γραμμικό μονοπάτι που εκτείνεται ανάμεσα στο παρελθόν και το μέλλον, μέσα από την σταύρωση και τον θάνατο του Χριστού ως μοναδικά, δηλαδή ως μη επαναλαμβανόμενα συμβάντα. Πριν την εμφάνιση του χριστιανισμού, οι Εβραίοι κι οι Πέρσες ζωροαστριστές προτιμούσαν αυτή την προοδευτική άποψη περί χρόνου. Ο μη αντιστρεπτός χρόνος επηρέασε βαθιά τη δυτική σκέψη. Προετοίμασε τον ανθρώπινο νου για την ιδέα της προόδου, για την έννοια του «βαθέος χρόνου» και τον δρόμο για την «Θεωρία της Εξέλιξης» και του ευρωπαϊκού πολιτισμού].
Με εκπλήττει ένας τόσο γνωστός διανοητής όπως ο Εliade να ισχυρίζεται τέτοιες ανακρίβειες κι ανοησίες. Μένω εμβρόντητος απ’τη βαρβαρότητα της θεολογικής άγνοιας, που ακόμα μετά από τόσους αιώνες διανοητικής καταπίεσης, θεωρείται εδώ ως βασικός παράγοντας της ευρωπαϊκής επιστήμης, του πολιτισμού και της αντίληψης για την παγκόσμια εξέλιξη των ειδών. Ας ρωτήσω λοιπόν πως αντιλαμβάνεται ο Ιουδαιοχριστιανικός πολιτισμός και μέσω αυτού οι συγγραφείς αυτού του βιβλίου, την εξελικτική πρόοδο μέσα απ’τη μεταθάνατο ζωή, την αθανασία της ψυχής, την ανάσταση νεκρών και την κατάληξη σε παράδεισο ή κόλαση; Πως ερμηνεύουν την δημιουργία από τον θεό ενός κόσμου με αρχή και τέλος; Και τι σχέση έχει η εξέλιξη των όντων με αυτήν την βαρβαρότητα της άγνοιας και του μυστικισμού; Αν ο κόσμος, σύμφωνα με την Ιουδαιο-χριστιανική παράδοση, έχει μιαν Αρχή και φυσικά ένα Τέλος, ως κλειστό σύστημα, πως θα μπορούσε να υπάρξει αληθινή εξέλιξη, δηλαδή «Γίγνεσθαι», όπως έλεγε πριν 2500 χρόνια ο Αναξίμανδρος;
Σήμερα γνωρίζουμε, αυτό που μας δίδαξε φιλοσοφικά ο Παρμενίδης το 500 π.Χ. και μαθηματικά ο Αρχιμήδης το 300 π.Χ.: Τα κλειστά συστήματα είναι προδιαγεγραμμένα και τετελεσμένα. Δηλαδή απ’την στιγμή που τίθενται οι όροι λειτουργίας τους, τα όρια του τέλους τους είναι εκεί εκ των προτέρων, περιμένοντας να πραγματοποιηθούν. Όσο ένα κλειστό σύστημα λειτουργεί, από μια στιγμή και μετά θα επαναλαμβάνει επ’άπειρον την ίδια σειρά τελικών παιγνίων, τα οποία θα μπορούσαν να ονομαστούν «συνθετικά πρότυπα του τέλους» κι έχουν έναν κρυφό αριθμό (αλγά-αριθμό). Έτσι το γίγνεσθαι στο κλειστό σύστημα δεν είναι αληθινό αλλά προδιαγεγραμμένο και φαινομενικό. Αυτό το ονόμασε ο Αριστοτέλης Εντελέχεια.
Απ’τη στιγμή λοιπόν της αποδοχής του κόσμου ως κλειστό σύστημα, αυτόματα αναδύεται η κυκλικότητα του φαινομενικού και τετελεσμένου αυτού γίγνεσθαι κι έτσι η αποδοχή της έννοιας του χρόνου ως αληθινού και μη αντιστρεπτού δε μπορεί να λειτουργεί. Επίσης αυτού του είδους ο χρόνος, που συμπράττει σ’αυτό το κλειστό σύστημα ως ορθολογικός και ντετερμινιστικός, θεωρείται από τον Καντ ως εκ των προτέρων κατηγορία της νόησης που αντικειμενικά δεν υπάρχει.
Οι μεγάλοι Εβραίοι διανοητές και επιστήμονες για να μην πικράνουν τη Συναγωγή ακούγοντας τέτοιες ιουδαιο-χριστιανικές παρόλες κρυφογελάνε. Οι ίδιοι όμως ξέρουν καλά ότι αν υπήρχε θεός ο οποίος μπορεί να σταματήσει τον ήλιο πάνω από τα τείχη της Ιεριχούς ή κάτι τέτοιο, αυτόματα οι άνθρωποι και ο πολιτισμός θα καταστραφούν. Πόσοι άνθρωποι όμως δε βασανίστηκαν ή φονεύθησαν, γιατί αμφέβαλαν για τέτοιες “βιβλικές αλήθειες”! Επίσης πόσοι άνθρωποι δε φυλακίστηκαν επειδή αμφέβαλλαν για τη δημιουργία του κόσμου απ’το Θεϊκό Λόγο και πίστεψαν στη θεωρία της εξέλιξης; Άραγε ο Πριγκοτζίν και οι άλλοι διακεκριμένοι επιστήμονες που αναφέρονται ως αρωγοί σ’αυτό το έργο, δέχονται αυτή τη σκοτεινή και μεσαιωνική αντίληψη περί μιας προόδου που απορρέει απ’αυτή τη θεολογική “πολιτισμική” χολέρα;
Ακόμα και σήμερα υπάρχουν κύκλοι έτοιμοι να σε κατασπαράξουν όταν ισχυριστείς ότι ο Ηράκλειτος κι ο Αναξίμανδρος: “αυτόν τον κόσμον που είναι ίδιος για όλους, ούτε θεός ούτε άνθρωπος εποίησεν, αλλά ήταν, είναι και θα είναι αεί-ζωον πυρ που ανάβει-σβήνοντας με Μέτρο” ή ότι “τα ζώα και οι άνθρωποι καταρχήν ζούσαν μέσα στη θάλασσα και ετρέφοντο σαν τα ψάρια αλλά με την πάροδο του χρόνου εξελίχθησαν και βγήκαν στη ξηρά” ή ακόμα ότι “ο άνθρωπος κατάγεται από κάποιο είδος πιθήκου”, αφού πιστεύουν ότι τον έφτιαξε ο θεός των Ιουδαίων από πηλό.
Οι αρχαίοι Έλληνες ήδη απ’το 800 π.Χ. μετρούσαν τον χρόνο κατά τετραετίες με τις Ολυμπιάδες κι ίσως ήταν οι πρώτοι που μας έδωσαν μιαν αντικειμενική και αξιόπιστη μέτρηση του “βέλους του Χρόνου”. Αυτό είναι κάτι που οι ανατολίτες άργησαν πολύ να κάνουν κι έτσι τα γεγονότα που διηγούντο ήταν χρονικά αναξιόπιστα και συγχέονταν με τον μύθο. Αν θυμάμαι καλά η γένεση του κόσμου σύμφωνα με κάποιους Εβραίους ιερείς έγινε περίπου το πέντε χιλιάδες π.Χ., μάλιστα κάποιοι απ’αυτούς προέβλέψαν και τη συντέλεια του κόσμου ή τον Αρμαγεδώνα γύρω στο δύο χιλιάδες μ.Χ. Πιθανόν επειδή πέντε και δύο ίσον επτά, κι επειδή ο αριθμός Επτά είναι ο ιερός που αναφαίνεται και στον συμβολισμό της επτάφωτης λυχνίας (ή κάτι τέτοιο), τελεολογικά ο κόσμος έπρεπε να ζήσει επτά χιλιάδες χρόνια.
Μολονότι την “ιστορικότητα του χρόνου¨ δεν θεωρώ σαν κάποια ευφυή προσέγγιση για τον Χρόνο άξια του ύψους των προσωκρατικών, θα παρουσιάσω δύο αποσπάσματα του Αναξίμανδρου “περί της εξέλιξης των όντων”, όπου αναφαίνεται ότι οι προσωκρατικοί γνώριζαν για το “βέλος της ιστορικότητας του Χρόνου”, όπως βέβαια είχαν και άποψη περί της “εξέλιξης των ειδών”. Ακόμα, οι φιλόσοφοι της κλασικής εποχής, έγραψαν «Ιστορία» που σημαίνει ακριβώς γνώση του βέλους της ιστορικότητας του κοινωνικού γίγνεσθαι.
Ο Θουκυδίδης μάλιστα έγραψε Ιστορία με υποδειγματική αντικειμενικότητα ανωτάτου επίπεδου, που φανερώνει ότι δεν γνώριζε απλά και μόνο την ιστορικότητα του χρόνου, αλλά την άσκησε υποδειγματικά και ως επιστήμη. Ακόμα ο Ξενοφάνης έχει κάνει σημαντικές προτάσεις περί παλαιοντολογίας και εξέλιξης των όντων. Λέγεται μάλιστα ότι αφιέρωσε πολύ χρόνο, μέσα στα ορυχεία για έρευνες απολιθωμάτων. Παρόλα αυτά οι προσωκρατικοί έψαχναν για κάποιαν έννοια βαθύτερη φιλοσοφικά απ’αυτήν “του βέλους του χρόνου”, την οποίαν θεωρούσαν μιαν απλοϊκή πρώτη προσέγγιση περί χρόνου.
Η λέξη και η έννοια του καταλυτικο-συνθετικού Γίγνεσθαι, ως Άπειρη εξελικτική πορεία του Είναι και των όντων, συναντάται στον Αναξίμανδρο περί το 560 π.Χ. όπως και μια συγκροτημένη αντίληψη περί της “εξέλιξης των ειδών” και των κανόνων της διαλεκτικής σκέψης:
ΑΕΤΙΟΣ V 19. 4
Ἀναξίμανδρος ἔφασκεν ἐν ὑγρῷ γεννηθῆναι τὰ πρῶτα
ζῷα φλοιοῖς περιεχόμενα ἀκανθώδεσι, προβαινούσης
δὲ τῆς ἡλικίας ἀποβαίνειν ἐπὶ τὸ ξηρότερον καὶ τοῦ
φλοιοῦ περιρρηγνυμένου ἐπ᾽ὀλίγον χρόνον μεταβιῶνται.
[Ο Αναξίμανδρος ισχυρίζετο ότι τα πρώτα ζώα γεννήθησαν σε υγρό περιβάλλον έχοντας λέπια, κι όταν το περιβάλλον έγινε ξηρότερο, απέβαλλαν τα λέπια και προσαμόσθησαν στο νέο περιβάλλον].
ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ Συμπ.VIII 8,4
Ἀναξίμανδρος ἀποφαίνεται ἐν ἰχθύσι ἐγγενέσθαι
πρώτον τοὺς ἀνθρώπους καὶ τραφέντες ὥσπερ οἱ
γαλαῖοι καὶ γενομένους ἱκανοὺς ἑαυτοὺς βοηθεῖν,
ἐκβῆναι τίνικαῦτα καὶ γῆς λαβέσθαι.
[Ο Αναξίμανδρος ισχυρίζεται ότι οι άνθρωποι γεννήθησαν κατ’αρχήν ανάμεσα στα ψάρια κι ετρέφοντο όπως οι γαλαίοι, όταν όμως έγιναν ικανοί βγήκαν στην ξηρά].
Αυτά τ’αποσπάσματα βέβαια, δεν ήταν έτσι απλοϊκά διατυπωμένα από τον μεγαλοφυή Αναξίμανδρο, αλλά έτσι τα αντελήφθησαν οι δοξογράφοι που τα παρέδωσαν, αφού ο ιουδαιο-χριστιανικός πολιτισμός, της "προόδου" της καλοσύνης, της αγάπης και της ανεκτικότητας, γύρω στο 400 μ.Χ. έκαψε όλες τις παγανιστικές βιβλιοθήκες κι επέβαλλε στους απίστους τη σιγή «άπαξ και δια παντός» (σιγᾶν ἤ τεθνάναι), βυθίζοντας τον κόσμο σε ένα σκότος επτακοσίων ετών, απ’το οποίο δεν έχουμε τελείως φύγει ακόμα.
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Επειδή οι σύγχρονοι διανοητές, ακόμα κι όσοι θαυμάζουν τους προσωκρατικούς, τους αντιμετωπίζουν και με κάποια συγκατάβαση, θα προσπαθήσω «ν’αναστηλώσω» τις αντιλήψεις τους περί Είναι, Χρόνου, Χώρου, Νοείν, Λέγειν, Γίγνεσθαι και Απείρου, αφού για τους προσωκρατικούς αυτά συνιστούν μιαν αδιαχώριστη ενότητα.
Οι λαοί από την εποχή που διαπίστωσαν ότι οι μεταβολές των θέσεων των ουρανίων σωμάτων σχετίζονται με τις κλιματικές αλλαγές και την διάρκεια της ζωής των φυτών, των ζώων και των ανθρώπων, συνεδύασαν την έννοια του χρόνου με την “περιστροφή του ήλιου ή της σελήνης γύρω από τη γη”, αλλά και τη σχέση της θέσης του ήλιου, της γης, της σελήνης και των αστερισμών. Απ’τις παρατηρήσεις τους συνήγαγαν ότι υπάρχει μια κυκλική επανάληψη του χρόνου η οποία συγχρόνως μετατρέπεται σε διάρκεια της ζωής των γεγονότων, των ζώων και της φύσης, η οποία σχετίζεται με τις θέσεις των ουρανίων σωμάτων. Μιας εξαρχής λοιπόν διαπίστωσαν ότι η ζωή τους εξαρτάται από το έναστρο γίγνεσθαι και μάλιστα ότι αυτό έχει άμεση σχέση με την αγροτική παραγωγή, κάτι το οποίο είχε μεγάλη σημασία γι’αυτούς. Η αντίληψη για τη γενεσιουργό παντοδυναμία του χρόνου αλλά συγχρόνως και για το χρόνο ως διάρκεια της ζωής των όντων και του περιβάλλοντος, ήταν δεδομένη και τυπική γένεση των ανθρωπίνων κοινωνιών. Το λεγόμενο λοιπόν «βέλος του χρόνου» το οποίο χαρακτήριζε την αλλαγή ενός κόσμου, που μέσα του άλλα όντα συνεχώς χάνονται χωρίς επιστροφή και άλλα γεννιόνται, ήταν μια αρχαία και τυπική αντίληψη, η οποία κορυφώθηκε στην ιστορικότητα του γίγνεσθαι και στην αρχ. Ελλάδα μετράτο αντικειμενικά κιόλας. Εκείνο λοιπόν που θα μπορούσαμε να δεχτούμε ως νέα αντίληψη περί χρόνου είναι η έννοια της αντιφατικότητας του χρόνου.
Η πρώτη αντιφατική προσέγγιση στην έννοια του χρόνου ήταν η διθυραμβική. Σύμφωνα μ’αυτήν κατά το χειμερινό ηλιοστάσιο, δηλαδή τη μεγαλύτερη νύκτα και τη μικρότερη μέρα του χρόνου και ακριβώς στην φθίνουσα στιγμή ημέρας και νύκτας, ο Χρόνος πέθαινε και συγχρόνως γεννιόταν ως νέος. Αυτή η στιγμή ήταν διθυραμβική, αφού ο Χρόνος περνούσε συγχρόνως δύο αντίθετες θύρες: τη θύρα της ζωής και τη θύρα του θανάτου. Όμως γενικότερα και σύμφωνα μ’αυτή την άποψη, ο χρόνος και μαζί του όλα τα όντα και οι κόσμοι συνεχώς ζούσαν-πεθαίνοντας, περνώντας συγχρόνως δυο αντίθετες θύρες ζωής και θανάτου.
Μολονότι, πέρα από τον μύθο και τους προσωκρατικούς υπαινιγμούς, πρώτη φορά συναντάμε την αντίληψη της αντιφατικότητας του χρόνου στο έργο του Αριστοτέλη, διαπιστώνουμε όμως ότι αυτός χρησιμοποιεί την έννοια του χρόνου στους συλλογισμούς του ως διάρκεια των όντων και των γεγονότων, δηλαδή ως βέλος μη αντιστρεπτής πορείας. Έτσι απ’τον τρόπο που ο Αριστοτέλης αντιλαμβάνεται την έννοια του Απείρου και την Εντελέχεια των όντων, διαφαίνεται ότι η αντιφατικότητα του χρόνου δεν ταιριάζει με τις απόψεις του αφού στους συλλογισμούς του, χρησιμοποιεί τον χρόνο ως πορεία κινούμενη με τρόπο μη αντιστρεπτό από το παρελθόν στο μέλλον. Γενικά στο έργο του Αριστοτέλη, που ήταν πατέρας της τυπικής ορθολογικότητας, η αντιφατικότητα του χρόνου φαίνεται σαν προσθήκη, την οποία πήρε απ’τους προσωκρατικούς.
Στην πρόδηλη αντίληψη περί αντιφατικότητας του χρόνου όπου το παρελθόν δεν υπάρχει, το μέλλον δεν υπάρχει, αλλά μόνο το παρόν υπάρχει και σ’ένα κόσμο που είναι εν εξελίξει,
δηλαδή καταλύεται-συντιθέμενος, ακόμα κι αυτό το ίδιο το παρόν είναι μια αιώνια και φθίνουσα προς το μηδέν αιχμή μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος. Η αντιφατικότητα του χρόνου λοιπόν ερμηνεύτηκε απ’τους ορθολογιστές ως ανυπαρξία της αντικειμενικότητας του χρόνου κι έτσι διαδόθηκε μέσω του Καντ στην ευρωπαϊκή ιδεαλιστική σκέψη ως μια εκ των προτέρων εποπτεία της νόησης, η οποία ως καθαρή, προηγείται της εμπειρίας.
Η αντιφατικότητα του χρόνου όμως ταιριάζει απόλυτα με τις αντιφατικές αντιλήψεις του Αναξίμανδρου, του Ηράκλειτου και του Ζήνωνα. Βέβαια αυτό είναι κάτι που πρέπει να συνάγουμε από την συχνή αμφισημία της γλώσσας των αποσπασμάτων τους που έφτασαν σ’εμάς σκορπισμένα και καψαλισμένα απ’τις πράξεις πίστης των φανατικών χριστιανών.
Ο Χρόνος, ο Χώρος, το Είναι, το Γίγνεσθαι, το Άπειρο, το Νοείν και το Λέγειν για τους προσωκρατικούς βάρδους της διαλεκτικής Αναξίμανδρο, Ηράκλειτο και Ζήνωνα αλλά και για τον ορθολογιστή Παρμενίδη από αντίθετη οπτική γωνία, συνιστούν αδιάρρηκτη ενότητα όπου η μια έννοια γεννά την αλλή. Έτσι για να οριστεί η έννοια του χρόνου πρέπει να οριστούν συνοπτικά κι οι άλλες έννοιες που σχετίζονται μ’αυτήν.
ΠΡΟΣΩΚΡΑΤΙΚΟΙ ΓΙΓΝΕΣΘΑΙ ΚΑΙ ΧΡΟΝΟΣ
ΑΝΑΞΙΜΑΝΔΡΟΣ
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ αἱρ. ἔλεγ. 16 1-7
Οὗτος άρχή τῶν ὄντων ἔφη φύσιν τινὰ τοῦ ἀπείρου,
ἐξ᾽ἧς γίγνεσθαι τούς οὐρανούς καὶ τὸν ἐν αὐτοῖς
κόσμον. ταύτην ἀΐδιον εἶναι καὶ ἀγήρω καὶ πάντας
τοὺς κόσμους περιέχειν. λέγει δὲ χρόνον ὡς
ὡρισμένης τῆς γενέσεως καὶ τῆς ούσίας καὶ τῆς
φθορᾶς. . .οὗτος μὲν ἀρχήν καὶ στοιχεῖον εἴρηκε τῶν
ὄντων τὸ ἄπειρον,πρῶτος τοὔνομα καλέσας τῆς
ἀρχῆς . πρὸς δὲ τούτῳ κινησιν ἀΐδιο εἶναι, ἐν ᾗ
συμβαίνει γίγνεσθαι τοὺς οὐρανούς.
[Ο Αναξίμανδρος είπε ότι τα όντα εξουσιάζονται από κάποιο είδος απείρου, απ’όπου γεννώνται οι ουρανοί κι οι κόσμοι που περιέχονται μέσα τους. Αυτό είναι αέναο κι αγέραστο περιέχοντας όλους τους κόσμους. Γι’αυτόν τον λόγο ο χρόνος είναι σχετικός κι αποκτά νόημα απ’τη γέννηση και την φθορά της κάθε ουσίας… Αυτός όρισε, ότι άρχων και στοιχείο όλων είναι το άπειρο και είναι ο πρώτος που χρησιμοποίησε τη λέξη αυτή μ’αυτό το νόημα. Επιπλέον όρισε πως το άπειρο είναι η αέναη κίνηση, που μέσα της συμβαίνει το γίγνεσθαι των ουρανών].
ΣΙΜΠΛΙΚΙΟΣ φυσ. 1121,5
Οἱ μὲν γὰρ ἀπείρους τῷ πλήθει τοὺς κόσμους
ὑποθέμενοι ὡς οἱ περὶ Ἀναξίμανδρον γινομένους
αυτούς καὶ φθειρομένους ὑπέθετον ἐπ’ ἄπειρον,
ἄλλων μὲν ἀεὶ γινομένων ἄλλων δὲ φθειρομένων καὶ
τὴν κίνησιν ἀΐδιον ἔλεγον. Ἄνευ γὰρ κινήσεως οὐκ
ἔστι γένεσις ἤ φθορά.
[Εκείνοι που υποθέτουν ότι οι κόσμοι είναι κατά το πλήθος άπειροι, όπως οι περί τον Αναξίμανδρο, δέχονται ότι αυτοί γεννώνται και φθείρονται επ’άπειρον κι αυτό θεωρούν αέναη κίνηση. Αφού χωρίς κίνηση δεν υπάρχει γένεση ή φθορά].
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ φυσ. Γ 4 203 b 6 ότι:
Ὥς φησιν Ἀναξίμανδρος καὶ πλεῖστοι τῶν
φυσιολόγων, τοῦ δὲ εἶναι τι ἄπειρον, ἡ πίστις ἐκ
πέντε μάλιστ᾽ἄν συμβαίνει σκοποῦσιν· ἐκ τοῦ τε
χρόνου (οὗτος γὰρ ἄπειρος) καὶ ἐκ τοῖς μεγέθεσι
διαιρέσεως, χρῶνται γὰρ οι μαθηματικοί τῷ ἀπεἰρῳ,
ἔτι τῷ οὕτως ἂν μόνως μὴ ὑπολείπειν γένενεσιν και
φθοράν, εἰ ἄπειρον εἴη ὅθεν ἀφαιρεῖται τὸ
γινόμενον ἔτι τῷ τὸ πεπερασμένον ἀεὶ πρός τι
περαίνειν ανάγκην ἕτερον πρὸς ἕτερον. μάλιστα δὲ
καὶ κυριώτατον ὅ τὴν κοινήν ποιεῖ ἀπορίαν πᾶσιν,
διὰ γὰρ τὸ ἐν τῇ νοήσει μὴ ὑπολείπειν καὶ ὁ ἀριθμός
δοκεῖ ἄπειρος εἶναι καὶ τὰ μαθηματικά μεγέθη καὶ
τὸ ἔξω τοῦ οὐρανοῦ· ἀπείρου δ᾽ὄντος τοῦ ἔξω και
σῶμα ἄπειρον εἶναι δοκεῖ καὶ οἱ κόσμοι.
[Λέγεται ότι ο Αναξίμανδρος και οι περισσότεροι φυσιολόγοι πιστεύουν, αντιλαμβανόμεθα το άπειρο με πέντε τρόπους: α) Απ’τον χρόνο που είναι άπειρος. β) Απ’τη διαιρετότητα των μαθηματικών μεγεθών, γ) Απ’το ότι μόνον έτσι θα μπορούσε να υπάρχει η συνεχής γέννηση και φθορά, αφού μόνον απ’το άπειρο θα μπορούσε κάτι τέτοιο ν’αντλεί συνεχώς. δ) Ακόμα και απ᾽το ότι κάθε τι πεπερασμένο, αγγίζει κάποιο άλλο πεπερασμένο και αυτό ατελείωτα. ε) Αλλά το πιο σπουδαίο που προκαλεί απορία, γιατί ο κάθένας που διαθέτει κοινό νου θα μπορούσε ν’αντιληφθεί το απειροστικό των μαθηματικών με-γεθών και την άπειρη προέκταση του ουρανού προς τα έξω, είναι ότι αφού το σύμπαν είναι άπειρο εξωτερικά, κάθε σώμα είναι επίσης άπειρο και οι κόσμοι είναι άπειροι].
Ο Αριστοτέλης συχνά υποτιμά τους προσωκρατικούς απλουστεύοντας τις απόψεις τους. Οι τέσσερις πρώτοι τρόποι αντίληψης περί απείρου που αποδίδει στον Αναξίμανδρο, δεν έχουν σχέση με το άπειρο όπως αυτός το αντιλαμβάνεται. Αντλώντας ο Αναξίμανδρος απ’την «καταλυτική-συνθετότητα» των όντων, απ’το άπειρο εξελικτικό γίγνεσθαι κι απ’την άποψή του ότι ο χρόνος σχετίζεται με την εναλλαγή της γένεσης και της φθοράς των κόσμων και των όντων, αποδέχεται ότι η αντιφατικότητα του απείρου εξελικτικού γίγνεσθαι χαρακτηρίζει και τα στοιχειώδη που το συνιστούν. Έτσι θεωρεί ότι το άπειρο δεν είναι μια απλή ποσοτική συσσώρευση, αλλά ένα γενεσιουργό εξελικτικό καταλυτικο-συνθετικό γίγνεσθαι από στοιχειώδη τα οποία καί αυτά καταλύονται-συντιθέμενα πε-ριέχοντας εν δυνάμει μέσα τους το απεριόριστο γίγνεσθαι: αρχή και στοιχείον των όντων το άπειρον. Το άπειρο ως Αρχή (ως μέγα) περιέχει ποσοτικά τα πάντα, αλλά συγχρόνως περιέχεται δυναμικά και ποιοτικά ως στοιχειώδες τους από όλα. Έτσι το Άπειρο, σύμφωνα με τον Αναξίμανδρο, σχετίζεται με το εξελικτικό Γίγνεσθαι των ουσιών και των κόσμων, η έννοια του Χρόνου σχετίζεται με την εξέλιξη των ουσιών και των κόσμων, άρα κι ο Χρόνος σχετίζεται με το Είναι, το Γίγνεσθαι και το Άπειρο. Ο Χρόνος σύμφωνα με τον Αναξίμανδρο είναι άπειρος, όχι γιατί "είναι χωρίς αρχή και τέλος", όπως ισχυρίζεται ο Αριστοτέλης, αλλά ως καταλυτικο-συνθετικός έχει απεριόριστες αρχές και τέλη. Έτσι ο Χρόνος είναι αντιφατικός, γιατί σχετίζεται με το εξελικτικό γίγνεσθαι των ουσιών που καταλύονται-συντιθέμενες, όντας συνεχώς Άλλες-Αλλού. Κι επειδή ο Χρόνος σχετίζεται με τη γέννηση και τον θάνατο των ουσιών, που αφορά τον Χώρο που περιέχουν μέσα τους οι ουσίες, αφού καί αυτός καταλύεται-συντιθέμενος έχοντας νέες αρχές και τέλη, ανάλογα με το γίγνεσθαι των συγκεκριμένων ουσιών που σχετίζεται κάθε φορά, υπάρχει ενότητα Είναι, Χώρου, Χρόνου, Νοείν και Γίγνεσθαι.
ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ
Ενώ απ’τα αποσπάσματα του Αναξίμανδρου έχουμε στοιχεία που σχετίζονται με την αντιφατικότητα του χρόνου, για τον Ηράκλειτο πρέπει να το συνάγουμε απ’την άποψή του για την αντιφατικότητα του Είναι του Γίγνεσθαι και της κίνησης. Έτσι πρέπει να κάνουμε μιαν αναδρομή στην αντίληψή του περί αντιφατικότητας της Κίνησης και του Γίγνεσθαι κι από κει θα βγει και η αντίληψή του για την αντιφατικότητα του Χώρου και του Χρόνου. (Αφού το Είναι και το Γίγνεσθαι περιέχουν μέσα τους τον Χώρο και τον Χρόνο συνιστώντας, όπως όλα, μιαν αντιφατική ενότητα). Με την προϋπόθεση ότι ο Ηράκλειτος δέχεται τον κόσμο και τα γεγονότα του να καταλύονται-συντιθέμενα, δηλαδή να αλλάζουν όντας σε συνεχή εξέλιξη, πρέπει να δεχτούμε ότι για το λόγο αυτό, το Είναι το Γίγνεσθαι και το Άπειρο, συνδέονται με τον Χρόνο και τον Χώρο. Έτσι μπορούμε υποθετικά να συνάγουμε την αντίληψή του περί του αντιφατικού Χρόνου ως ενότητα με το Άπειρο, το Είναι, τον Χώρο και το Γίγνεσθαι.
Πρώτα όμως πρέπει να αναφέρω τα σημαδιακά αποσπάσματα, που αποκαλύπτουν την αντίληψη του Ηρακλείτου για την καταλυτική-συνθετότητα των όντων, που είναι η αιτία της αντιφατικότητας του κόσμου, των όντων άρα του χρόνου και του Χώρου.
ΚΛΗΜΗΣ, ΣΤΡΩΜΑΤΕΙΣ V 60.
30. κόσμον τόνδε τὸν αὐτόν ἁπάντων, οὔτε τις θεῶν
οὔτε ανθρώπων ἐποίησεν ἀλλ᾽ἦν καὶ ἔστιν καὶ ἔσται
πῦρ ἀείζωον, ἁπτόμενον μέτρα καὶ αποσβεννύμενον
μέτρα
[Αυτόν τον κόσμο που είναι ο ίδιος για όλους, δεν τον εποίησε ούτε θεός ούτε άνθρωπος, αλλά ήταν, είναι και θα είναι, πυρ αείζωον, που ανάβει-σβήνοντας με μέτρο].
ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ, ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΕΙ ΤΟΥ ΕΝ ΔΕΛΦΟΙΣ 388 Ε
90. πυρός άνταμοιβή τὰ πάντα καὶ πῦρ ἀπάντων
ὅκωσπερ χρυσοῦ χρήματα καὶ χρημάτων χρυσός
[Όλα μετατρέπονται σ’αυτό το Πυρ και αυτό σε όλα, όπως τα εμπορεύματα σε χρυσό και ο χρυσός σε εμπορεύματα].
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ IX 9
51. Οὐ ξυνιᾶσιν ὅκως διαφερόμενον ἑαυτῷ ὁμολογέει·
παλίντροπος ἁρμονίη, ὅκωσπερ τόξου καὶ λύρης.
[Δεν κατανοούν πως κάτι αλλάζοντας, συμφωνεί με τον εαυτό του· αυτή είναι η αμφίδρομη αρμονία, όπως της λύρας και του δοξαριού].
ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ, ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΕΙ ΤΟΥ ΕΝ ΔΕΛΦΟΙΣ 392β.
91. ποταμῷ γὰρ οὐκ ἔστιν έμβῆναι δὶς τῷ αὐτῷ, οὐδὲ τῆς
αὑτῆς οὐσίας ἅψασθαι κατ᾽ ἕξιν, ἀλλ᾽ὀξύτητι καὶ
τάχει μεταβολῆς, σκίδνησι καὶ πάλιν συνάγει καὶ
πρόσεισι καὶ ἄπεισι (μᾶλλον δὲ οὐδὲ πάλιν οὐδ’
ὕστερον, ἀλλ᾽ἅμα συνίσταται καὶ ἀπολείπει).
[Στον ίδιο ποταμό δεν ξαναμπαίνουμε, ούτε την ίδια ουσία ξαναγγίζουμε, γιατί όλ’αλλάζουν γρήγορα και βίαια, σκορπάνε-μαζεύοντας, καταλύονται-συντιθέμενα. (όχι πριν ή μετά, αλλά συγχρόνως συνίστανται-αποσυντιθέμενα)].
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ IV 10.
59. γναφείῳ ὁδός εὐθεῖα καὶ σκολιή μία ἐστὶ καὶ ἡ αὐτή
(ἡ τοῦ ὀργάνου καλουμένου κοχλίου ἐν τῷ γναφείῳ
περιστροφή εὐθεῖα καὶ σκολιή)
[Η περιστροφική κίνηση στον κοχλία, είναι την ίδια στιγμή και ευθεία. Στον κοχλία η ευθεία, είναι αποτέλεσμα περιστροφής].
Αν τα προηγούμενα αποσπάσματα συνδυαστούν, φαίνεται ο τρόπος που ο Ηράκλειτος αντιλαμβάνεται την κίνηση ή την μετακίνηση ενός γεγονότος που και τα δύο είναι άμεσα συνδεδεμένα με τον Χρόνο και τον Χώρο. Δείχνει ότι η ευθύγραμμη μετακίνηση των γεγονότων από θέση Α σε θέση Β, είναι αποτέλεσμα της περιστροφικής διαδρομής στοιχειωδών υπογεγονότων Αείζωου Πυρός που διέρχονται μέσα απ’τα γεγονότα τα οποία κινούνται στο Χρόνο και αναχωρώντας για το σύμπαν, επιστρέφουν πάλι στο γεγονός επαληθεύοντάς το και κάνοντάς το μια Χωρο-Χρονική καταλυτικο-συνθετική πραγματικότητα.
Για τον Ηράκλειτο η κίνηση δεν είναι παρά το γίγνεσθαι, ενώ η μετακίνηση είναι μια ψευδαίσθηση, όπου ο Χώρος κι ο Χρόνος υπάρχουν έξω απ’την ταυτότητα του μετακινουμένου. Για τον Ηράκλειτο λοιπόν, επειδή το κινούμενο είναι σε συνεχή καταλυτική-σύνθεση, Είναι-Μή Όντας, έτσι από μια θέση σ’άλλη θέση είναι Άλλο Όμοιο μ’αυτό που ήταν. Η κίνηση λοιπόν συμπίπτει με το εξελικτικό γίγνεσθαι, όπου το κινούμενο κινείται μέσ’τον ίδιο του τον εαυτό, όντας συνυφασμένο με τον Χώρο και τον Χρόνου που σχετίζεται μαζί του.
Από τα προαναφερθέντα αποσπάσματα συνάγεται ότι:
Α. Ο κόσμος είναι αποτέλεσμα του εαυτού του κι επειδή όλοι κοινωνούν μ’αυτόν τον κόσμου, αυτός είναι ο ίδιος για όλους τους ανθρώπους. Έτσι όλοι μπορούν να κοινωνούν με το Λόγο και να υπάρχει αντιστοιχία στις λογικές διεργασίες.
Β. Ο κόσμος είναι η αιώνια φωτιά που ανάβει-σβήνοντας με Μέτρο. Τα γεγονότα του κόσμου καταλύονται-συντιθέμενα και συνεχώς γεννιόνται-πεθαίνοντας με Μέτρο. Το Μέτρο, που είναι η Ουσία του Λόγου, είναι κι αυτό έννοια φορτισμένη όσο κι ο Λόγος. Η αντιφατικότητα προϋποθέτει πάντα ως κάποιο μέτρο σχέσης του ενός σκέλους της αντίφασης ως προς το άλλο. Το Μέτρο είναι ο ιδιαίτερος χαραχτήρας της σχέσης που συνιστά ευκαιριακά μια Ταυτότητα, ενώ συγχρόνως κοινωνώντας με το αέναο ρεύμα του παγκόσμιου Γίγνεσθαι, η Ταυτότητα συνεχώς αίρεται. Το Μέτρο είναι διθυραμβικό, Είναι-Μη Όντας· είναι η δυναμική ισορροπία που συνιστά μια ταυτότητα σε συνεχή πορεία αλλαγής. Ο Λόγος, το Μέτρο κι η Αντιφατικότητα ουσιαστικοποιούνται με το Πυρ. Το Πυρ στην αρχέγονη μορφή του, είναι η ενέργεια της σύγχρονης φυσικής, όπως έχει τονίσει κι ο Χαΐζενμπεργκ. Σήμερα είναι ευρύτατα διαδεδομένο ότι όλα μετατρέπονται σε ενέργεια κι η ενέργεια σε όλα. Το Μέτρο μετατροπής είναι ε=mc², όπως διατυπώθηκε από τον Αϊνστάιν.
Η διαλεκτική δέχεται πως μια ορισμένη ποσοτική συσσώρευση μπορεί να δώσει νέα ποιότητα. Ακόμα γνωρίζουμε σήμερα, ότι όλα τα υλικά σώματα εκπέμπουν-λαμβάνοντας συνεχώς ενέργεια για να υπάρχουν, άρα καταλύονται-συντιθέμενα. Η ενέργεια και η μάζα, δεν έχουν σαφή διαχωριστικά όρια. Το Μέτρο ως τελείως αφηρημένο εκφράζεται έτσι: Τίποτα δεν μπορεί από μόνο του, όλα υπάρχουν πάντα σε σχέση με κάτι άλλο, η Ουσία είναι η Σχέση. Αν κάτι μπορέσει να είναι απόλυτα μόνο του υπερβαίνοντας τη σχέση, χάνεται ως τέτοιο και συντίθεται ως άλλη σχέση που εκφράζεται με άλλο Μέτρο.
Στην περίπτωση λοιπόν της καταλυτικής-συνθετότητας του Είναι και των Όντων, αυτά είναι αποτέλεσμα λήψης-εκπομπής ενέργειας (πυρός). Αυτή η ενέργεια (το πυρ) συνίσταται από αντιφατικά στοιχειώδη φωτός, τα λεγόμενα εκείνη την εποχή «πυρίδια», που σύμφωνα με τους προσωκρατικούς, εξέπεμπε ο ήλιος. Τα πυρίδια φωτός περνώντας μέσα απ’τα γεγονότα, αναχωρούν για το σύμπαν κι επιστρέφοντας απ’αυτό πίσω στα γεγονότατα πραγματοποιούν.
Σύμφωνα με τον Παρμενίδη και τον Αϊνστάιν «αν κάτι κινείται ευθύγραμμα κι ομαλά στο σύμπαν κάποια στιγμή θα επιστρέψει στη θέση που ξεκίνησε». Επειδή όμως το σύμπαν των Αναξίμανδρου και Ηράκλειτου είναι ανοικτό και άπειρο, γιατί καταλύεται-συντιθέμενο, η πορεία των πυριδίων μέσα σ’αυτό δεν είναι απόλυτα κυκλική μα πυκνή σπειροειδώς-ελικοειδής, όπως η «εν γναφείω περιστροφή». Αυτά τα πυρίδια επιστρέφοντας απ’το σύμπαν, επαληθεύουν-διαψεύδοντας το γεγονός πραγματοποιώντας το, λίγο πιο κει απ’τη θέση που ξεκίνησαν. Δηλαδή με την ελικοειδή πορεία διάψευσης-επαλήθευσής των στοιχειωδών που διέρχονται απ’το γεγονός, αυτά ταξιδεύουν στο σύμπαν κι επιστρέφοντας, πραγματοποιούν το γεγονός ως κινούμενο συγχρόνως ευθύγραμμα και ομαλά, σε κατάσταση αδρανείας. Η ευθύγραμμη κίνηση λοιπόν του κόσμου και κα-τά συνέπεια του βέλους του Χρόνου ως απλή αλλά κι ως εξελικτική, κατά τους προσωκρατικούς είναι αποτέλεσμα περιστροφής, αφού ευθεία κι περιστροφή καταλυτικο-συνθετικά, συνιστούν αντιφατική ενότητα όπου το ένα γεννά το άλλο, αλλά συγχρόνως το μάχεται κιόλας, συνιστώντας τελικά μιαν άλλη πορεία συνθετότερης ευθύτητας.
Από το αντιφατικό (καταλυτικο-συνθετικό) γίγνεσθαι των γεγονότων και του κόσμου, βλέπουμε την περιστροφή επανάληψης που είναι ο Χρόνος, να συντίθεται με την κινούμενη πορεία διαδρομής των στοιχειωδών υπογεγονότων (το ταξίδι αναχώρησης-επιστροφής τους) που συνθέτουν τον Χώρο, συνιστώντας μαζί το Είναι του γεγονότος «σε συνεχή εξέλιξη». (γίγνεσθαι). Η πορεία του «βέλους του χρόνου» λοιπόν, σύμφωνα με τους προσωκρατικούς, είναι αποτέλεσμα του περιστρεφόμενου καταλυτικο-συνθετικού χωρο-χρονικού γίγνεσθαι, το οποίο συνιστά και είναι αναπόσπαστο απ’το εξελισσόμενο Είναι.
ΖΗΝΩΝ
ΣΙΜΠΛΙΚΙΟΣ ΦΥΣ. 140, 34
εἰ μὴ ἔχοι μέγεθος τὸ ὄν, οὐδ᾽ἃν εἴη, εἰ δ´ἔστιν ἀνάγκη ἕκαστον μέγεθός τι ἔχειν καὶ πάχος καὶ ἀπέχειν αὐτοῦ τὸ ἕτερον ἀπὸ τοῦ ἑτέρου· καὶ περὶ τοῦ προύχοντος ὁ αὐτὸς λόγος· καὶ γὰρ ἐκεῖνο ἕξει μέγεθος καὶ προέξει αὐτοῦ τι, ὅμοιον δὴ τοῦτο. ἄπαξ τε εἰπεῖν καὶ ἀεὶ λέγειν. οὐδὲν γὰρ αὐτοῦ τοιοῦτον ἔσχατον ἔσται. οὔτε ἕτερον προς έτερον οὐκ ἔσται. οὕτως εἰ πολλά ἐστιν, ἀνάγκη αὐτὰ μικρά τε εἶναι καὶ μεγάλα· μικρά μὲν ὥστε μὴ ἔχειν μέγεθος, μεγάλα δὲ ὥστε ἄπειρα εἶναι.
[Δεν υπάρχει κάτι χωρίς μέγεθος, αν υπάρχει πρέπει να έχει και μέγεθος και όγκο και κάποια απόσταση το ένα από το άλλο. Το ίδιο ισχύει και για το περιθώριο, αναλόγως. Γιατί και αυτό θα έχει μέγεθος και πάντα θα περισσεύει κάτι αναλόγως. Θα το πω μια για πάντα. Δεν είναι δυνατόν να υπάρχει έσχατο μέρος κάποιου, ούτε του σώματος ούτε του περιθωρίου. Ακόμα δε μπορεί κάτι να υπάρξει από μόνο του (άσχετα από κάτι άλλο). Έτσι αν υπάρχουν πολλά, πρέπει να είναι συγχρόνως μεγάλα και μικρά. Τόσο μικρά ώστε να μην έχουν μέγεθος και τόσο μεγάλα ώστε να είναι απείρου μεγέθους κι αριθμού].
Εδώ ο Ζήνων, δείχνει την αντιφατική σχέση Ενός-Πολλών, Μεγάλου-Μικρού, τετμημένου-ρεούμενου, Μηδενός-Απείρου, φανερώνοντας με έναν άλλο τρόπο το αντιφατικό στοιχειώδες του Αναξίμανδρου. Δηλαδή δείχνει την έννοια μιας μονάδας για όλα τα υπάρχοντα και μετρούμενα, η οποία είναι τελείως διαφορετική από την καθιερωμένη. Επειδή σύμφωνα με τον Ζήνωνα, τείνοντας τα μέρη κάποιου όντος προς στο μηδέν, τείνουν συγχρόνως προς το άπειρο, το έσχατο στοιχειώδες δεν είναι απλά και μόνον εν δυνάμει άπειρο, αλλά συγχρόνως αυτό το ίδιο συμπίπτει με κάποιο πρόσωπο του απείρου. Εκεί προϋποτίθεται ότι η ταυτότητα κάθε πράγματος ή γεγονότος περιέχει πάντα δυναμικά το άπειρο, ενώνοντας έτσι μέσα της την έννοια του Απείρου με το Γίγνεσθαι και γι’ αυτό με τις έννοιες του Χρόνου και τον Χώρου.
ΔΙΟΓΕΝΗΣ, IV 72.
τὸ κινούμενον οὔτ᾽ἐν ᾧ ἔστι τόπῳ κινεῖται οὔτ᾽ἐν ᾧ μὴ ἔστι.
[Το κινούμενο δεν κινείται ούτε στον τόπο που βρίσκεται, ούτε στο τόπο που δεν βρίσκεται].
―Δεν υπάρχει κάποιος τόπος που να είναι το γενικό υπόβαθρο της κίνησης.
Είπε ο Χέγκελ: «κάτι κινείται όχι γιατί βρίσκεται μιαν ορισμένη στιγμή εδώ και κάποια άλλη πιο κει, αλλά επειδή την ίδια χρονική στιγμή κάτι βρίσκεται εδώ κι όχι εδώ». Δηλαδή τόνισε ο Χέγκελ, «η κίνηση είναι αντιφατική». Προσεγγίζοντας την έννοια της αντιφατικότητας της κίνησης, ο Χέγκελ την αντιλαμβάνετο ως αντιφατικότητα της μετακίνησης. Επειδή όμως τα όντα και οι κόσμοι καταλύονται-συντιθέμενοι, η κίνηση σύμφωνα με τους προσωκρατικούς προϋποθέτει το κινούμενο ν’αλλάζει θέση αλλάζοντας συγχρόνως κι αυτό το ίδιο μέσα του, ενώ αντίθετα η έννοια της μετακίνησης δεν προϋποθέτει την αλλαγή του ίδιου κινουμένου.
Η κίνηση λοιπόν για τον Ζήνωνα όπως και τον Ηράκλειτο, συμπίπτει με το γίγνεσθαι και την αλλαγή. Γι’αυτό μπορούσαν να ισχυριστούν ότι τα ίδια τα πράγματα δεν κινούνται, γιατί σε κάθε θέση είναι Άλλα, όμοια αλλά διαφορετικά απ’ότι ήταν: Κάθε τι καταλύεται-συντιθέμενο για να μπορεί να υπάρχει, όντας συνεχώς Άλλο-Αλλού και με τη διαδικασία αυτή κινείται κι όλας. Έτσι «δεν κινείται ούτε στον τόπο που βρίσκεται, ούτε στον τόπο που δε βρίσκεται», αλλά κινείται μέσα στον εαυτό του.
Σ’αυτό το απόσπασμα λοιπόν ο Ζήνων δεν ισχυρίζεται ότι «η κίνηση δεν υπάρχει» αλλά ότι «ο Χρόνος ως διάρκεια και ο Χώρος ως γενική έκταση και υπόβαθρο των εξελίξεων πραγματικά δεν υπάρχουν, γιατί όλα καταλύονται-συντιθέμενα, Είναι-ΜηΌντας.
Σύμφωνα λοιπόν με την προϋπόθεση ότι όλα τα όντα για να υπάρξουν καταλύονται-συντιθέμενα από άλλα μικρότερα στοιχειώδη, η ροή-αντιροή των στοιχειωδών που συνιστούν αυτό το καταλυτικό-συνθετικό γίγνεσθαι, ως ρυθμός επανάληψης χωρικών μέτρων σε θέση, δηλαδή ως Συχνότητα, είναι ο Χρόνος, ενώ η έκταση διασποράς της ροής αυτών των στοι-χειωδών, ως μήκος κύματός τους, είναι ο Χώρος.
Επειδή στα καταλυτικο-συνθετικά γεγονότα η συχνότητα και το μήκος κύματος είναι σύμφυτα με την ουσία του Είναι, ο Χώρος κι ο Χρόνος ως Καθαυτά, εκφράζουν την αντιφατική ενότητα του απείρως μικρού και του απείρως μεγάλου, που εί-ναι το Είναι ως έσχατο υλικό αντιφατικό στοιχειώδες.
Εκεί όσο μεγαλύτερος ο Χρόνος τόσο μικρότερος ο Χώρος κι αντίθετα, αφού το ένα καταλύεται-συντιθέμενο από το άλλο, συνιστώντας μιαν αδιάρρηκτη χωροχρονική σχέση συχνότητας και μήκους κύματος.
Το Είναι προσωκρατικά ως έσχατο καταλυτικο-συνθετικό καθαυτό, είναι η αντιφατικότητα γυμνή, δηλαδή το γίγνεσθαι ως ουσία, που ως έσχατη αντιφατική υπαρξιακή μονάδα, δεν μπορεί απόλυτα και ξέχωρα μέσα της να υπάρξει, Είναι, Χώρος, Χρόνος, και Γίγνεσθαι». Αυτά όμως μπορούν να πάρουν μια σχετικά ξέχωρη μορφή μόνον ως παράγωγα του Μέτρου σχέσης των συγκεκριμένων-πραγμάτων και συνθέτων καταστάσεων πραγμάτων, δηλαδή από κει και πέρα θα μπορούσαν να πάρουν και τον χαρακτήρα της Διάρκειας ή της Έκτασης ενός συγκεκριμένου γεγονότος. Άρα η αντιφατική ενότητα Χώρου-Χρόνου-Είναι-Γίγνεσθαι-Νοείν και Λέγειν αφορά την καταλυτικο-συνθετική διαλεκτική οντολογική λογικογλωσσική τάξη, ενώ ο διαχωρισμός των εννοιών την ορθολογική αντικειμενικότητα.
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΙΚΟΣ ΚΑΙ ΝΕΥΤΩΝΕΙΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΧΩΡΟΣ
Ο αριστοτελικός χρόνος και χώρος είναι ξέχωροι μεταξύ τους κι ανταποκρίνονται πλήρως στην Ευκλείδεια αντίληψη η οποία είναι αποδεκτή κι απ’το Νεύτωνα. Ο νευτώνειος τρόπος αντίληψης για το μικρόκοσμο, μπορεί να θεωρηθεί κόσμος δυνάμεων και σωματιδίων που διαθέτουν κάθε στιγμή ιδιότητες μέσα στο χώρο, όπως η μάζα που είναι στατική, αφού δεν αλλάζει κατά τη διάρκεια του χρόνου, ενώ η ταχύτητα που είναι δυναμική, αφού αλλάζει κατά τη διάρκεια του χρόνου. Σύμφωνα με τη νευτώνεια αντίληψη, το γίγνεσθαι στον κόσμο είναι αποτέλεσμα δυνάμεων που δρουν στα σωμάτια εξωτερικά δημιουργώντας κίνηση συγκρούσεις και συνδιασμούς σωματίων. Το σύμπαν του Νεύτωνα είναι ορθολογημένο απόλυτα μέσ’τα προαναφερθέντα όρια των προϋπαρχόντων και ανεξαρτήτων μεταξύ τους χώρου και χρόνου που εδώ ο Χρόνος μπορεί να χαρακτηρίζεται «Βέλος». Με κορμό την αριστοτελική λογική, η νευτώνεια σκέψη κι αντικειμενικότητα έχει καθιερωθεί ως αναμφισβήτητη στην ανθρώπινη καθημερινότητα και μέχρι χθες, στην επιστημονική κοινότητα.
Η πρώτη αμφιβολία για το κύρος αυτού του μοντέλου, γεννήθηκε απ’την ειδική θεωρία της σχετικότητος. Εκεί ο Αϊνστάιν δείχνει ότι οι έννοιες του χώρου και του χρόνου δε θα
μπορούσαν πια να γίνονται αντιληπτές με το νευτώνιο τρόπο. Δηλαδή δε μπορούν πια να θεωρούνται ξέχωρες αλλά σαν μιαν ενότητα, το χωρόχρονο. Ακόμα, σύμφωνα με την σχετικιστική αντίληψη, στον χωρόχρονο τα παρατηρούμενα γεγονότα από ένα παρατηρητή μπορεί να θεωρούνται χωρικά και από άλλον χρονικά την ίδια στιγμή. Λέγεται ακόμα, πως στο χωρόχρονο, δύο παρατηρητές μπορεί να δουν με αντίθετη χρονική ακολουθία, κάποιο γεγονός εν εξελίξει. Πέραν τούτου όμως, ο ίδιος ο Αϊνστάιν και η δουλειά του, δεν αντιστρατεύονται τη νευτώνεια τάξη, ώστε να διαφωνεί με την αντικειμενικότητα όπως είναι εκεί αποδεκτή. Αυτό, σύμφωνα με τον Αϊνστάιν, θα εστρέφετο ενάντια στην επιστημονικότητα, η οποία είχε διαμορφωθεί ως ντετερμινισμός.
Η θεωρία της σχετικότητος, όμως σε θέματα αντίληψης περί ιδιοτήτων των κβαντικών γεγονότων, με παράνομο τρόπο και καταχρηστικό απ’τον δημιουργό της Αϊνστάιν, δεν αντιστρατεύεται την ουσία της νευτώνιας σκέψης. Η επιστημονική πρακτική όμως η οποία πατά συγχρόνως και στην νευτώνεια αντίληψη περί χρόνου και αντικειμενικότητας και στη σχετικιστική ίσως φέρνει κάποια αποτελέσματα αλλά σ’οριακές καταστάσεις γεννά υπερβολές κι αντινομίες.
Τον ίδιο καιρό ο Πλάνκ ανακαλύπτει την κβαντική φύση της ακτινοβολίας του θερμού αντικειμένου. Εκεί φαίνεται ότι η ενέργεια εκλύεται σε ορισμένα ελάχιστα ποσά που το μέγεθός τους εξαρτάται απ’τη συχνότητα του φωτός δηλαδή το χρωματισμό τους. Λέγεται ότι οι συνέπειες αυτής της εργασίας, υπονόμευσαν το κύρος του Νευτωνείου οικοδομήματος σχετικά με τις αντιλήψεις των επιστημόνων για τον μεγάκοσμο και το μικρόκοσμο. Από την ανακάλυψη του Πλάνκ και μετά, τίποτα στον μικρόκοσμο δεν μπορεί να γίνει αντιληπτό χωρίς τη συμφυσή του με συχνότητα και μήκος κύματος (που όπως θα δούμε αντιπροσωπεύουν, η συχνότητα τον Χρόνο και το μήκος κύματος τον Χώρο).
Ο ΚΑΤΑΛΥΤΙΚΟ-ΣΥΝΘΕΤΙΚΟΣ ΠΡΟΣΩΚΡΑΤΙΚΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΠΟΥ ΣΥΜΠΙΠΤΕΙ ΜΕ ΤΟΝ ΚΒΑΝΤΙΚΟ ΧΡΟΝΟ
Σύμφωνα με τον μεγάλο επιστήμονα και ανθρωπιστή Μπώμ: «Στη κβαντομηχανική, κάθε κίνηση στη θεωρία του πεδίου, περιγράφεται ως δημιουργία-καταστροφή των στοιχειωδών σωματίων. Εκεί η κίνηση ενός ελευθέρου σωματίου, περι-γράφεται ως καταστροφή του σ’ένα σημείο και δημιουργία άλλου-αλλού. Έτσι η κίνηση γενικά είναι αποδεκτή σαν μια σειρά θέσεων δημιουργίας-καταστροφής που συγχρόνως ως αποτέλεσμα έχει την αλλαγή». Δηλαδή η σύγχρονη επιστήμη δέχεται ότι στα έσχατα όρια του κόσμου μας τα λεγόμενα μικροσωμάτια καταλύονται-συντιθέμενα συνεχώς χάνοντας τη στατικότητα της θεωρούμενης ταυτότητάς τους. Επίσης βλέπουμε ότι η κβαντομηχανική συμφωνεί με την προσωκρατική υλιστική αντίληψη για την καταλυτικο-συνθετική φύση των όντων και του Γίγνεσθαι.
Σύμφωνα με την καταλυτικο-συνθετική (αντιφατική) αντίληψη των Αναξίμανδρου, Ηράκλειτου και Ζήνωνα, ούτε ο χρόνος είναι διάρκεια, ούτε ο χώρος έκταση, αφού τα γεγονότα ως καταλυτικο-συνθετικά υπάρχουν μόνο τώρα όντας συνεχώς άλλα-αλλού. Στο κβαντικό επίπεδο του κόσμου μας, που ισχύει η καταλυτικο-συνθετική φύση των όντων, χρόνος είναι η συχνότητα επανάληψης υπογεγονότων (χωρικών μέτρων) σε θέση και χώρος το μήκος κύματος αλλά και η διάσταση των χωρικών μέτρων προς επανάληψη. Έτσι στον κόσμο μας ως κβαντικό, που σχετίζεται με συχνότητες, μήκη κύματος, φωτόνια ή κβάντα ενεργείας, πρέπει να δεχτούμε ότι το Είναι, ο Χώρος, ο Χρόνος, η Ταχύτητα και το Γίγνεσθαι, υπάρχουν με διαφορετικό τρόπο από ότι έχουμε αποδεχθεί.
Μπορούμε να λέμε ότι ως ένα καταλυτικο-συνθετικό γεγονός όπως το φωτόνιο, δεν διαθέτει ταχύτητα, αφού σε κάθε του στιγμή, είναι Άλλο-Αλλού-Όμοιο κι Ανόμοιο μ’αυτό που ήταν. Επίσης όλα τα παράδοξα των Θεωριών της Σχετικότητας και των Κβάντα, πιθανόν οφείλονται στο γεγονός ότι το φωτόνιο είναι μια κβαντική οντότητα, την οποία παράνομα και καταχρηστικά θεωρούμε πράγμα και της οποίας τις ιδιότητες παράνομα ορίζουμε και διερευνούμε, μέσα στα όρια της νευτώνειας αντικειμενικότητας. Το ίδιο ίσως ισχύει και για την “αβεβαιότητα” που φαίνεται ότι διέπει τις σύγχρονες μετρήσεις των συζυγών ιδιοτήτων των κβαντικών γεγονότων: Στριμώχνουμε το χρόνο και την συχνότητα ενός κβαντικού γεγονότος στη νευτώνεια διάσταση, εκεί όπου ο χρόνος είναι διάρκεια κι ο χώρος έκταση και όπου βασιλεύει η αντικειμενικότητα κι ο ντετερμινισμός, ενώ η συχνότητα είναι ο χρόνος και το μήκος κύματος είναι ο χώρος της κβαντικής του διάστασης του γεγονότος, όπου η αντικειμενικότητα κι ο ντετερμινισμός καταργούνται, (αυτό δεν το λαμβάνει υπόψιν ούτε η εξίσωση του Σρέντιγκερ).
Σύμφωνα με τις αντιλήψεις των Αναξίμανδρου, Ηράκλειτου και Ζήνωνα, δεν συνιστούν μόνον ο χώρος κι ο χρόνος ένα χωροχρονικό συνεχές. Αλλά το Είναι, ο Χρόνος, ο Χώρος, το Γίγνεσθαι, το Νοείν και το Λέγειν, συνιστούν μιαν αντιφατική ενότητα, τον ηρακλειτικό Λόγο, -την Διαλεκτική ως ουσία-, δηλαδή ένα κβαντικό συνεχές, όπου μέσα του όλα αυτά είναι αδιαχώριστα.
Επίσης οι αρχαίοι διαλεκτικοί μας έχουν δείξει ότι η διαλεκτική είναι μια συνοπτική διαδικασία αφού πολύ λίγα μπορούν να λέγονται χωρίς μεταφυσικό ένδυμα, έτσι όταν παρασυρόμεθα σε μεγάλης έκτασης λεγομένων περί την φύση του κόσμου, υβρίζουμε πέφτοντας σε λογικές αντινομίες. Βλέπουμε λοιπόν τον μεγάλο Χάιντεγκερ να αφιερώνει ένα τεράστιο σύγγραμμα για τον ορισμό του Είναι, του Χρόνου και του Γίγνεσθαι, όπου με λογικό όργανο τον ορθολογισμό, τελικά δεν καταφέρνει να ορίσει επαρκώς ούτε το Είναι, ούτε τον Χρόνο, αλλά ούτε το Γίγνεσθαι ―αφού του ξεφεύγουν―.
Η ορθολογική αντίληψη περί της μονοδιάστατης πορείας του Χρόνου, δηλαδή του «βέλους του χρόνου», είναι μονοσήμαντη, ανεπαρκής και κοντόφθαλμη. Διαλεκτικά αλλά και σχετικιστικά, «η μεγάλη ευθεία οφείλει να είναι κυρτή», όπως είπε και ο Λάο-Τσε, κάτι με το οποίο ο Παρμενίδης, ο Ηράκλειτος και ο Αϊνστάιν, καθένας με έναν δικό του τρόπο, συμφωνούν.
Επειδή ο Χρόνος από μόνος του δεν υπάρχει αλλά μόνο σε σχέση με το Χώρο και το Είναι (τα γεγονότα), η ευθεία πορεία του παγκοσμίου γίγνεσθαι, που μόνο μέσα σε περιστρεφόμενο χώρο μπορεί να νοηθεί, αντιφάσκει, όντας την ίδια στιγμή και κυρτή. Έτσι αυτή η χωροχρονική ενότητα, που αναπόσπαστο μέρος της είναι κι ο Χρόνος, είναι τόσο ευθεία όσο και κυρτή. Για να γίνει αυτό κατανοητό ας υποθέσουμε ένα νοητικό πείραμα: [Κάθε σημείο σε κατάσταση αδρανείας δεν μπορεί παρά να νοηθεί ως κινούμενο ευθύγραμμα και ομαλά. Έτσι λοιπόν απ’την ευθύγραμμη κι ομαλή πορεία του σημείου, συνίσταται μια ευθεία που δεν είναι ιδεώδης, (όπως τη φανταζόμαστε ως μια γραμμή μέσα στο νου μας), αλλά μια πορεία μέσ’το χώρο, που για να είναι αληθινός και όχι ιδεώδης, ως αδρανειακή κατάσταση έχει την περιστροφή. Χώρος για το κινούμενο ευθύγραμμα κι ομαλά σημείο, είναι μια απεριόριστη σειρά από άλλα όμοια, που συνιστούν ένα σύνολο και όπου κάθε σημείο από τ’άλλα διαφέρει στο ότι κινείται ευθύγραμμα και ομαλά προς διαφορετική κατεύθυνση κι από διαφορετική αφετηρία καθένα χωριστά κάθε συγκεκριμένη στιγμή. Έτσι το πορευόμενο ευθύγραμμα κι ομαλά σημείο δεν μπορεί παρά να κινείται σε χώρο, που τον συνιστούν τ’άλλα όμοιά του και να έχει και την ανάλογη κυρτότητα· για το λόγο αυτό, ο Χώρος ως Όλον σε σχέση και με το πορευόμενο-Ένα, είναι περιστρεφόμενος και συνυπάρχει σε μιαν ενότητα με το Χρόνο. Έτσι κάθε πο-ρευόμενο ευθύγραμμα και ομαλά Ένα, που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί “βέλος του χρόνου”, πρέπει να συναντά και να τέμνει σταδιακά τις πορείες όλων των άλλων ομοίων του. Οι θέσεις τομής της πορείας του Ενός πάνω στις πορείες των Πολλών Άλλων, είναι ο τρόπος που η ευθύγραμμη κι ομαλή πορεία του Ενός, καταγράφεται πάνω στον περιστρεφόμενο χώρο που συνιστούν τα Πολλά. Ο περιστρεφόμενος χώρος διαψεύδει την ευθύγραμμη και ομαλή πορεία του Ενός αφού αυτή πραγματοποιείται πάνω στο πλέγμα που συνιστούν οι πορείες των Πολλών Άλλων ως κυρτή. Δηλαδή το Ένα «προτίθεται» να έχει ομαλή και ευθύγραμμη πορεία, αλλά η περιστροφή του χώρου, τη μετατρέπει σε κυρτή κατά τη διαδικασία της πραγμάτωσής της. Για να νοήσουμε την ενότητα και σχέση σημείου, πορείας, χρόνου και χώρου, ας κάνουμε μιαν υπερβολική υπόθεση. Δηλαδή ας φανταστούμε το ευθύγραμμα κι ομαλά πορευόμενο-Ένα να «θέλει» να επιτύχει την απόλυτη ευθύγραμμη και ομαλή πορεία. Αυτό τότε πρέπει ν’αρχίσει να επιταχύνεται, έτσι που η πορεία του να αρχίσει σιγά-σιγά να «ισιώνει», τείνοντας να προλάβει την περιστροφή του χώρου. Όμως για να γίνει αυτό πραγματικότητα, δηλαδή απ’το υποτιθέμενο σημείο Α, το πορευόμενο να καλύψη ως το σημείο Β, την απόσταση απόλυτα ευθύγραμμα, πρέπει να πετύχει ταχύτητα ακαριαία. Στην κατάσταση του ακαριαίου όμως, το ευθύγραμμο τμήμα Α―Β, όπως και κάθε άλλο τμήμα που θα μπορούσε να καλύψει η διαδρομή του πορευομένου ευθύγραμμα και ομαλά σημείου, χάνει το νόημά της αφού όντας ακαριαία, βρίσκεται την ίδια στιγμή παντού. Είναι συγχρόνως στη θέση που ξεκίνησε κι έχει διασταλλεί στο σύμπαν. Τα υποθετικά σημεία Α―Β, απωθούνται στο άπειρο, αλλά συγχρόνως συμπίπτουν στην ίδια θέση, ενώ το ίδιο το σημείο διαστέλλεται ανάλογα με την ταχύτητά του, ξεκινώντας από μηδενικό μέγεθος στην κατάσταση του ακίνητου και φτάνοντας σε άπειρο μέγεθος στην κατάσταση του ακαριαίου. Στην κατάσταση του ακαριαίου όμως, έχουμε ακαριαία έκρηξη αλλαγής, αλλά και ακαριαία επαναφορά στην ίδια θέση συγχρόνως (σημείο μηδενικό και άπειρο). Δηλαδή μιαν ακαριαία χωρο-χρονική παλ-μική κίνηση που λόγω του ακαριαίου είναι υπαρκτή μεν αλλά αόρατη δε. Στις θέσεις όμως που δεν υπάρχει το ακαριαίο, ο χώρος έχει συγκεκριμένο μέγεθος με ανάλογη περιστροφή, που ακολουθείται κι από ανάλογο μέγεθος του πορευομένου σημείου με την ανάλογη αντίθετη περιστροφή συνιστώντας μαζί το χωρό-χρονο.
Στο μικρό αυτό νοητικό πείραμα εκμαιεύουμε ότι το Είναι, ο Χώρος, ο Χρόνος και το Γίγνεσθαι, συνιστούν μιαν αλληλο-διαμορφούμενη ενότητα. Άρα η πρόταση περί του βέλους του χρόνου είναι απλοϊκή, γιατί ο Χρόνος δεν μπορεί να υπάρξει από μόνος του κινούμενος προς μία κατεύθυνση, αλλά σε ενότητα με το Χώρο και το Είναι που του προσδίδουν συγχρόνως περιστροφή. Η ορθολογική και αντικειμενική προσέγγιση που είναι γενικά αποδεκτή για τον χρόνο και τον χώρο ως ξέχωρα, ήδη απ’τη σύγχρονη επιστήμη έχει αναιρεθεί. Για να γίνει αυτό όμως πλήρως και ολοκληρωμένα αποδεκτό, πρέπει να γίνει αποδεκτή μαζί του κι η έννοια του γίγνεσθαι ως απείρου, όπως είναι αποδεκτά απ’την προσωκρατική διαλεκτική. Δηλαδή ότι το άπειρο, όπως κάθε τι στον κόσμο καταλύεται-συντιθέμενο, συμπίπτοντας με το αέναο γίγνεσθαι· κι επειδή η διαλεκτική αποδέχεται τα πάντα ως καταλυτικό-συνθετικό γίγνεσθαι, αντιλαμβάνεται “την αρχή της ταυτότητας” ως αυτοαναιρούμενη και γι’αυτό “την αρχή της αιτιότητας” ως αμφίδρομη. Έτσι και το βέλος της εξέλιξης δε μπορεί παρά να είναι αμφίδρομο ή καί αμφίδρομο. Ενώ απ’τη δική μας οπτική γωνία υπάρχει συνεχές Γίγνεσθαι και συνεχές Όλλυσθαι, από άλλη οπτική γωνία του σύμπαντος το Όλλυσθαι, είναι μια καταλυτικο-συνθετική πορεία, που συνιστά αλλού άλλες δημιουργικές συνθέσεις, έτσι που είναι κι αυτό ένα είδος αρνητικού γίγνεσθαι. Το γίγνεσθαι λοιπόν διαλεκτικά δεν είναι μονοδιάστατο κι επειδή συνίσταται τουλάχιστον από δύο αντίδρομα ρεύματα, ως Όλον συνιστά περιστροφική κίνηση. Επειδή όμως το σύμπαν σύμφωνα με τον Ηράκλειτο, τον Ζήνωνα και τον Αναξίμανδρο είναι ανοικτό κι άπειρο, η περιστροφή του είναι σπειροειδώς-ελικοειδής, όπως ο κοχλίας του Ηράκλειτου στο απόσπασμα 59, όπου η ευθεία είναι αποτέλεσμα κυρτότητας. Έτσι το βέλος του χρόνου επιτυγχάνει την ευθεία περιστρεφόμενο,―Είναι-ΜηΌντας βέλος, Είναι-ΜηΌντας αντιστρεπτό, αφού «η μεγάλη ευθεία οφείλει να είναι κυρτή» όπως είπε κι ο Λάο Τσε].
Αν τώρα φανταστούμε ότι, η αντιφατική ταυτότητα σε πλήρη ανάπτυξη συνίσταται απ’τα έσχατα αντιφατικά στοιχειώδη των Ζήνωνα και Αναξίμανδρου, περιέχοντας απεριόριστα πρόσωπα του Όλου, τα οποία συνεχώς αλλάζουν, η αλυσίδα της αιτίας κι οι διαστάσεις του Γίγνεσθαι είναι απεριόριστες.
Η πορεία λοιπόν του βέλους της εξέλιξης του κόσμου και του χρόνου έχει μορφή αντιφατική, που μόνο με την ανάλυση του αντιφατικού στοιχειώδους ή της αντιφατικής μονάδας μπορεί να οριστεί . (“Διαλεκτική Υλιστική Σκέψη”―Αντιφατική μοναδολογία thodoroskavasis.blogspot.com ).
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου