ΣΥΖΗΤΩΝΤΑΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ με τον κ. Σ. Μήτα΄στην Αυγή on line
“ΣΥΖΗΤΩΝΤΑΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ” με τον κ. Σ. Μήτα, στην Αυγή on line
(Η Αυγή είναι τουλάχιστον μια εφημερίδα που μας επλήττει θετικά)
Η κριτική μου αφορά τις γενικές παρατηρήσεις του κ. Μήτα περί διαλεκτικής εφόσον δεν θα μπορούσε να είναι μια κριτική της κριτικής, για την κριτική εργασία του κ. Ράντη περί της διαλεκτικής του Μαρκούζε. Έτσι η δική μου κριτική σταματά στην έκτη παράγραφο).
Οι προς κρίσιν παράγραφοι του κ. Μήτα παρουσιάζονται με Χονδρά και λοξά στοιχεία όπως εδώ.
Εισαγωγική παρατήρηση:
Είναι φυσικό και σύνηθες ακόμα και στις γραμμές μαρξιστών και αριστερών να υπάρχει κάποια σύγχυση για τη διαλεκτική, αφού αυτή υπήρχε ήδη από τις εγελιανές καταβολές της μαρξιστικής φιλοσοφίας. Η αντίληψη του ιδίου του Χέγκελ περί διαλεκτικής ήταν ήδη συγκεχυμένη, αφού η διαλεκτική με ιδεαλιστικό σύνδρομο αυτοκαταρρέει ως τέτοια και θέλει ένα συνεχές διαλογικό συμμάζεμα, δηλαδή ατέλειωτους προσδιορισμούς επί προσδιορισμών Η επέμβαση του Έγκελς προς την κατεύθυνση της υλιστικής αντιστροφής της εγελιανής σκέψης, δίνει την εντύπωση μιας πρόθεσης εξορθολογισμού της διαλεκτικής, κάτι που δεν μπορεί να γίνει, αφού δημιουργεί σύγχυση εις το τετράγωνο. Ο όποιος εξορθολογισμός της Διακτικής, αφαιρεί την Αντιφατική δυναμική της και τη μετατρέπει σε βοηθητικό εργαλείο του Ορθολογισμού. Δηλαδή καταργεί την Λογική της αυτοδυναμία.
[Πρέπει λοιπόν να διευκρινιστεί ότι η εγελιανή “επιστήμη της διαλεκτικής λογικής” δεν είναι ούτε επιστήμη, ούτε λογική, ούτε διαλεκτική, αλλά υπερβατική θεολογία. Με τον ισχυρισμό μου αυτό δεν κρίνω αφηρημένα έναν ευφυή και διακεκριμένο διανοητή όπως ο Χέγκελ. Ο ενδιαφερόμενος μπορεί να διαπιστώσει τους λόγους αυτής μου της επισήμανσης, στην ανάρτησή μου thodoroskavasis. blogspot.com “Κριτική Ανάγνωση της Εγελιανής Λογικής” ή "Διαλεκτική Υλιστική Λογική". Επειδή όμως αυτή μου η πρόταση μπορεί δίκαια να εξοργίσει πολλούς προοδευτικούς διανοητές, πρέπει τουλάχιστον επιγραμματικά να τη δικαιολογήσω: Λέει ο Χέγκελ στην “Επιστήμη της Λογικής” εκδόσεις. Δωδώνη μετάφραση-ερμηνεία Γ.Τζαβάρα § 48 σελ 135: «Στην προσπάθεια που κάνει η λογική ικανότητα να γνωρίσει το απόλυτο στοιχείο του κόσμου μπλέκεται σε αντινομίες, δηλαδή καταφάσκει σε δύο αντίθετες προτάσεις για το ίδιο αντικείμενο και μάλιστα έτσι ώστε κάθε μια απ’αυτές τις προτάσεις, να καταφάσκει με ίση αναγκαιότητα. Από αυτό προκύπτει, ότι το περιεχόμενο του κόσμου, του οποίου οι περιγραφικοί ορισμοί πέφτουν σε μια τέτοια αντίφαση, δεν μπορεί να είναι το περιεχόμενο καθ’εαυτό αλλά μόνο ένα φαινόμενο. Λύση της αντινομίας είναι ότι η αντίφαση δεν αφορά το αντικείμενο καθ’εαυτό και δι’εαυτό, αλλά μόνον την λογική ικανότητα η οποία επιχειρεί να το γνωρίσει»… «Διατυπώνεται έτσι η υπόθεση ότι το ίδιο το περιεχόμενο, δηλαδή η εσωτερική υφή των κατηγοριών, είναι αυτό που προκαλεί την αντίφαση. Η σκέψη ότι η αντίφαση που εγκαθιδρύεται μέσ’την περιοχή της λογικής ικανότητας, μέσω των κατηγοριών είναι ουσιώδης και αναγκαία και πρέπει να θεωρηθεί ως ένα από τα πιο σηματικά και βαθυστόχαστα βήματα προόδου της νεώτερης Φιλοσοφίας.»… «Δεν πρέπει να φέρει το Πράγμα (η ίδια η ουσία του κόσμου), το ελάττωμα της αντίφασης, αλλά αυτό μπορεί ν’ αποδοθεί στη σκεπτόμενη λογική ικανότητα, την ουσία του πνεύματος. Προφανώς κανείς δεν θα αρνηθεί ότι ο εμφανιζόμενος κόσμος παρουσιάζει αντιφάσεις στο πνεύμα που τον εξετάζει· εμφανιζόμενος είναι ο κόσμος έτσι όπως παρουσιάζεται στο υποκειμενικό πνεύμα, στις αισθήσεις και τη διάνοια. Αλλά αν τώρα συγκριθεί, η ουσία του κόσμου με την ουσία του πνεύματος, θα απορήσει κανείς με πόση αμεροληψία εκτίθεται από κάποιον κι επαναλαμβάνεται από άλλους η ταπεινόφρονη παραδοχή ότι η έδρα της αντίφασης είναι το σκεπτόμενο ον, η λογική ικανότητα και όχι ο κόσμος. Δεν βοηθά σε τίποτα η διατύπωση ότι η λογική ικανότητα πέφτει σ’αντίφαση μόνο επειδή εφαρμόζει τις κατηγορίες. Γιατί παράλληλα γίνεται αποδεκτό, ότι αυτή η εφαρμογή των κατηγοριών είναι αναγκαία και ότι η λογική ικανότητα δεν διαθέτει για το γνωρίζειν άλλον όρο από τις κατηγορίες. Και πράγματι το γνωρίζειν είναι ορίζουσα κι οριζόμενη νόηση· αν η λογική ικανότητα είναι μόνο μια κενή αόριστη νόηση, δεν σκέπτεται τίποτα. Αλλά αν τελικά η λογική ικανότητα περικοπεί αναγόμενη σε μια κενή ταυτότητα [χωρίς ετερότητα], τελικά θα πετύχει μιαν ευτυχισμένη απελευθέρωση απ’την αντίφαση, με αντίτιμο την “ασήμαντη” θυσία κάθε περιεχομένου συστατικού».
Εδώ φαίνεται ότι η “Λογική” του Χέγκελ μιας εξαρχής αποδέχεται αναντιστοιχία Νοείν και Είναι, (Λογικής και Πραγματικότητας). Αυτό την υποβιβάζει ως Λογική αλλά και ως επιστήμη αφού η λογική και η επιστήμη έχουν καθήκον την αντιστοιχία Νοείν και Είναι, Εμπειρίας, Πραγματικότητας και Πράξης. Επίσης αφού στη διαλεκτική του θεωρεί το Γίγνεσθαι της Νόησης ως Φαινομενικό, θα πρέπει να αποδέχται ότι υπάρχει πίσω από την φαινομενικότητα κάποιος Καθαυτός Κόσμος Πραγμάτων, τα οποία όπως μας πληροφορεί δεν είναι υποχρεωμένα να αντιφάσκουν].
Παραγ.1: Για όσους έχουν θητεύσει σε κάποια εκδοχή πολιτικής αριστεράς, σίγουρα είναι οικεία η εικόνα του στοχαστικού, γεμάτου αυτοπεποίθηση, συντρόφου, που όταν η κουβέντα έχει πάρει λάθος τροπή, (μ’ό,τι μπορεί να σημαίνει αυτό), θα παρέμβει με την εξής επωδό: “σύντροφοι πρέπει να σκεφτόμαστε διαλεκτικά…”. Ο διαλεκτικός σύντροφος του παραδείγματος, στην πλειονότητα των περιπτώσεων, δε θα εξηγήσει βεβαίως τι εννοεί μ’αυτό. Ούτε το νόημα θα προκύψει εκ του συλλογισμού ή έστω θα υπονοηθεί απ’την συνάφεια των λεγομένων.
Το κομψό όσο και σκωπτικό παράδειγμα του κ. Μήτα περί της άγνοιας κάποιων αόριστων "συντρόφων" πιθανώς βετεράνων, που μπορεί στο λέγειν περί διαλεκτικής να υστερούν, αλλά στην πράξη έκαναν πολλές φορές το άλμα της υπέρβασης, περπατώντας τον ιερό βηματισμό της θυσίας, μέσα στο καθαρτήριο πυρ ενός κόσμου που εφλέγετο εγκυμονώντας το Νέο, είναι ασεβές. Ακόμα ο αφηρημένος τρόπος που προβάλλεται η "κριτική" για το όποιο κομματικό στέλεχος ως αόριστος (σύντροφος), χωρίς ν’αναφέρεται η συγκεκριμένη διαλογική περίπτωση, αυτόματα μετατρέπεται εξ'αντανακλάσεως, σε μιαν αφηρημένη και γενική κομματική κριτική. Αυτή στηρίζεται στη γενίκευση, όπου κάποιο αφηρημένα “ειδικό” μεταπιδά σε κάποιο συγκεκριμένα “γενικό”. Αυτή η διαλογική πρακτική, θα μου επιτραπεί να επισημάνω, ότι δεν είναι ούτε διαλεκτική, ούτε ορθολογική, ούτε επιστημονική αλλά είναι η σοφιστική τέχνη.
Επίσης δεν είναι κατ’ανάγκη ταιριαστή η σκωπτική κριτική διατύπωση στην από τον κ.Μήτα ονομαζόμενη "επωδό": «σύντροφοι πρέπει να σκεπτόμαστε διαλεκτικά», γιατί πράγματι πρέπει να σκεφτόμαστε διαλεκτικά, δηλαδή να μην βλέπουμε το ερευνούμενο θέμα στατικά, αλλά μέσα απ’τη δυναμική που ορίζουν οι εσωτερικές και οι εξωτερικές του αντιφάσεις. Γενικά κι αφηρημένα λοιπόν η ίδια η "επωδός"του"αφηρημένου συντρόφου", αν αφορούσε ένα συγκεκριμένο θέμα, ίσως να φαντάζει πιο ταιριαστή από την σκωπτική και αφηρημένη επισήμανση, περί μιας αφηρημένης "επωδού" ενός αφηρημένου "συντρόφου", που περιφέρεται στους διαδρόμους κάποιου αφηρημένου αριστερού κόμματος που όλοι το "γνωρίζουμε", χωρίς να το γνωρίζουμε, αλλά αφορά όλα τα κόμματα μαζί.
Παραγ. 2: Θα αναγνώριζε άραγε κανείς, εδώ, την εφαρμογή ενός τύπου επιχειρήματος με σαφείς προκείμενες και απτές συνέπειες ή μάλλον αυτό που ο ιστορικός των φιλοσοφικών ιδεών Κολακόφσκι αποκαλεί “αξιοθρήνητη χρήση της λέξεως διαλεκτική”; Ένα υποτιθέμενο ακαταμάχητο “επιχείρηρημα” που επιτρέπει στο χρήστη του να παρακάμπτει το οτιδήποτε, λέγοντας ότι μπορεί τυπικά τα πράγματα να έχουν έτσι, αλλά διαλεκτικά να έχουν αλλιώς. Και πάντα υπό την αιθαλώδη αίγλη μιας “ειδικής, βαθιάς κι αλάνθαστης μεθόδου παρατήρησης και κατανόησης του κόσμου”.
Στην παράγραφο αυτή γίνεται επίσης αφηρημένη μνεία, από το στόμα του Κολακόφσκυ, για κάποια «αξιοθρήνητη χρήση της λέξης διαλεκτική». Κι εδώ η αφηρημένη μομφή αντί να διαφωτίζει συσκοτίζει, αφού δε γίνεται γνωστός ο λόγος που ο Κολακόφσκι εξακοντίζει αυτόν τον χαρακτηρισμό. Υποθέτω: για να κρίνει την ανάρμοστη χρήση της έννοιας της διαλεκτικής από κάποια κομματικά στελέχη. Αν είναι έτσι, δηλαδή να γνωρίζουμε όλοι τον λόγο που γίνεται αυτή η αναφορά χωρίς καμιάν άλλη διευκρίνιση, δε χρειάζεται να λέγεται, χρειάζεται όμως να προτείνεται κάποια λύση. Αν όμως ο λόγος της μομφής δεν είναι γνωστός, πρέπει να περιγράφεται έστω και συνοπτικά, με συγκεκριμένο κι όχι αφηρημένο τρόπο για να μπορεί να γίνει αντικείμενο κριτικής.
Η όποια κριτική που αφορά τη διαλεκτική δεν μπορεί να γίνεται με χαριτωμένες αφηρημένες ρητορικές ριπές, γιατί όσο πιο χαριτωμένες είναι τόσο περισσότεροι συμφωνούν αφηρημένα μ’αυτήν. Έτσι δημιουργείται ένα συναξάρι συμφωνούντων σε μιαν αρνητική διατύπωση. Όταν όμως αυτή η αφηρημένη "συμφωνία" πέσει στο τραπέζι ως συγκεκριμένη, τότε γίνεται διαλογικό "μπάχαλο". Αφού η αφηρημένη "συμφωνία" κάποιων περί της ανάρμοστης χρήσης της διαλεκτικής από άλλους, κρύβει πάντα μια διαφορετική αντίληψη του καθενός ξεχωριστά απ’τους"συμφωνούντες" κι έτσι με την αποκάλυψή της, αναδύεται κι η γενική παρανόηση των "συμφωνούντων" για το θέμα της διαλεκτικής. Ακόμα υπάρχει άρωμα ειρωνείας περί “αλάνθαστης μεθόδου παρατήρησης και κατανόησης του κόσμου δια της διαλεκτικής”, αφού κατά τη γνώμη του κ. Μήτα, σε συγκεκριμένες καταστάσεις όπου υπάρχουν σαφώς κατατεθειμένες προκείμενες "τα πράγματα δεν μπορεί τυπικά να έχουν έτσι, ενώ διαλεκτικά αλλιώς".
Υπενθυμίζω λοιπόν ότι αυτό το ακανθώδες θέμα που αφορά τη θεμελιοκρατία των δύο λογικών συστημάτων (ορθολογισμού και διαλεκτικής), έχει συζητηθεί κι έχει διαλευκανθεί από τους αρχαίους βάρδους της νόησης. Τονίζω λοιπόν ότι η Νόηση κι η Λογική, ως διαλεκτική ή ως ορθολογισμός, κατ'αρχήν είχαν καθήκον “την (όσο το δυνατόν) αλάνθαστη μέθοδο παρατήρησης, κατανόησης και περιγραφής του κόσμου”. Είναι όμως ο ντετερμινισμός κι όχι η διαλεκτική που ισχυρίζεται με έμφαση ότι έχει το προνόμιο της ”απόλυτα αλάνθαστης μεθόδου παρατήρησης και κατανόησης του κόσμου”. Επειδή όμως τα θεμέλια του Ορθολογισμού και της Διαλεκτικής είναι διαφορετικά, οι όποιες σαφείς προκείμενες εκτιμώνται με άκρως διαφορετικό τρόπο.
Ο Παρμενίδης στο έργο του "Περί Φύσεως" και στην κριτική του περί της ηρακλειτικής διαλεκτικής (αντιφατικής προσέγγισης για τον κόσμο), φέρνει παραδείγματα ορθολογικά ατράνταχτα, που με τη σειρά τους έχουν οριστεί ακριβώς αντίθετα και με ατράνταχτο διαλεκτικό τρόπο απ’τον Ηράκλειτο. Ως γνωστόν οι δύο μεγάλοι βάρδοι της Νόησης και της Λογικής Ηράκλειτος και Παρμενίδης, "διασταύρωσαν τα ξίφη τους" γύρω στο 500 π.Χ. και παρά τις καταστροφές και τις πυρκαγιές των “πράξεων πίστης” στο όνομα του Χριστού, έφτασαν σε μας, μαζί με έργα αλλών διανοητών, καψαλισμένα αποσπάσματα που δείχνουν ολοφάνερα τις προτάσεις τους. Αυτές μολονότι αποσπασματικές, είναι τόσο ολοκληρωμένες, που τα διανοητικά “σκιρτήματα” των σοφών της σύγχρονης ευρώπης να έχουν ήδη χαρακτηριστεί από ευρωπαίους κι αμερικάνους διανοητές ως υποσημειώσεις στα έργα των αρχαίων.
Ο Παρμενίδης στο έργο του “Περί Φύσεως” ορίζει τον ορθολογισμό και την τυπική λογική την οποία ο Αριστοτέλης ολοκληρώνει, ενώ ο Ηράκλειτος ορίζει τη διαλεκτική λογική η οποία ολοκληρώνεται από τον Ζήνωνα.
Η πρώτη είναι η Ορθολογική διαδικασία, που απορρίπτει την αντίφαση, γιατί η αντίφαση περιέχει μέσα της το Μή-Είναι, που όπως ορίζει ο Παρμενίδης: έχει καθήκον να μην υπάρχει. Αυτός λοιπόν εκεί παρουσιάζει όλες τις παραμέτρους μιας τέτοιας ορθολογικής αποδοχής. Εκεί το ερευνόμενο γεγονός πρέπει να στατικοποιηθεί για να μπορέσουν να γίνουν οι ορθολογικές συγκριτικές διεργασίες.
Η δεύτερη είναι η Διαλεκτική, περί της οποίας ο κ. Μήτας δεν παραλείπει να αναφέρεται κομψά μεν σκωπτικά δε, αποδέχεται αντίθετα απ’τον ορθολογισμό τον κόσμο όπως αληθινά είναι, δηλαδή εν τω Γίγνεσθαι. Ήδη ο Αναξίμανδρος πριν τον Ηράκλειτο όρισε την έννοια του απείρου ως αντιφατική, αφού τη συνέδεσε με το Γίγνεσθαι το οποίο είχε συλλάβει ως καταλυτικο-συνθετική αέναη εξελικτική διαδικασία. Επίσης πρότεινε, πρωτόγονα μεν, σαφώς δε, τη “Θεωρία της Εξέλιξης του κόσμου και των όντων”.
Ο Ηράκλειτος ως συνεχιστής του, συνέταξε την σύλληψη του Αναξίμανδρου σε μια συγκροτημένη Λογικο-γλωσσική Σύνταξη, τον Αντιφατικό Λόγο ή τη Διαλεκτική Λογική.
(Εκεί λοιπόν έχει τις καταβολές της η υπερβολική άποψη ότι “η γλωσσική σύνταξη μπορεί να ορίσει την ορθότητα των λεγομένων”. Αυτό όμως μολονότι είναι ως ένα σημείο σωστό, δεν είναι απόλυτα ακριβές, γιατί πρέπει πρώτα απ’όλα τα νοήματα των λεγομένων να είναι σωστά ώστε η λογική σύνταξη να τα αποδώσει σωστά. Το γεγονός αυτό οι σύγχρονοι “διαλεκτικοί” παρακάμπτουν ή ξεχειλώνουν νοητικά δημιουργώντας ιδιωτικές γλώσσες οι οποίες περιέχουν νοητικούς όρους όχι κοινά αποδεκτούς, κυλώντας στη σοφιστική. Έτσι αν κάποιος π.χ. δεν γνωρίζει πως εννοεί ο Χέγκελ τη λέξη “πράγμα, πραγματικότητα, απόλυτο, μηδέν, Είναι, καθαυτό, καθαρό, ποσότητα, ποιότητα, αντικείμενο, ουσία κλπ” μετατρέπεται σε βλάκα, ενώ όσοι έχουν την σχολαστική υπομονή να περάσουν μια ζωή να μάθουν το γλωσσάρι του και να καταλάβουν τι εννοεί, άσχετα απ’την ορθότητα ή όχι των νοημάτων του, αυτομάτως αναδεικνύονται ευφυείς και σοφοί).
Βέβαια ο Αριστοτέλης καταφέρνοντας να γονιμοποιήσει τις απόψεις του Παρμενίδη σε μια σαφή τυπική λογική η οποία απ’την αρχαιότητα ήδη είχ’εμπλουτισθεί με μαθηματικά θεωρήματα που περιέγραφαν ακόμα και καταστάσεις διαφορικότητας (Αρχιμήδης, Λάϊμπνιτς, Νεύτων κ.λπ.) επέβαλλε τον ορθολογισμό ως Λογική καθαυτή. Δυστυχώς η διαλεκτική λογική μετά τις προτάσεις του Αριστοτέλη και την χρησιμότητά της σ’έναν κόσμο αντικειμενικότητας και πραγμάτων, άρχισε να παραμερίζεται. Αυτή λοιπόν η αντικειμενική αιτιοκρατία που ξεκινώντας απ’τον Αριστοτέλη τερμάτισε στο Νεύτωνα, με τη αυγή της κβαντικής αντίληψης και της σχετικότητας για τον κόσμο, δεν μπορούσε πλέον να δίνει επαρκείς περιγραφές. Ο κόσμος πια δεν μπορούσε παρά να γίνει αποδεκτός ως κάποιο γίγνεσθαι όπου ο ντετερμινισμός κι ο ορθολογισμός υστερούσαν, γιατί οι όροι τους δεν αντιστοιχούν πλέον στη νέα αποδοχή της επιστημονικής πραγματικότητας.
Το πράγμα λοιπόν θεωρήθηκε καταλυτικο-συνθετικό εξελικτικό γεγονός που ορίζεται από συχνότητες και μήκη κύματος. Μετά απ'αυτό, οι έννοιες του χρόνου και του χώρου γίνονται αντιστοίχως αντιληπτές, ως συχνότητα, ο χρόνος και μήκος κύματος, ο χώρος, συνιστώντας μιαν ενότητα τον χωρό-χρονο Ενώ η κίνηση ως καταλυτική-συνθετότητα, (όπου το κινούμενο σύμφωνα με τον Ζήνωνα, “δεν κινείται ούτε εκεί που βρίσκεται, ούτε εκεί που δεν βρίσκεται" κινούμενο μέσ’τον ίδιο του τον εαυτό, όντας συνεχώς άλλο-όμοιο με τον εαυτό του), παύει να είναι αντιληπτή ως μετακίνηση κάποιου πράγματος-ταυτότητας. Η κίνηση πλέον ως καταλυτικο-συνθετική συμπίπτει με το ίδιο το Γίγνεσθαι εντός εαυτού, όπου η ορθολογικότητα της ταυτότητας αίρεται. Έτσι βλέπουμε να ανέρχεται η Διαλεκτική ως ένα εργαλείο της νόησης, που οι όροι του, χωρίς να καταφεύγουν στο παράλογο, όπως ισχυρίζονται κάποιοι διακεκριμένοι διανοητές, είναι διαφορετικοί από αυτούς του ορθολογισμού και μάλιστα αντιφατικοί, κάτι που ο ορθολογισμός απορρίπτει μιας εξαρχής.
Ο κόσμος λοιπόν είναι πολύ μεγαλύτερος από αυτόν του ορθολογισμού και του ντετερμινισμού, όπου η σιδερένια αλυσίδα της αιτίας επιτάσσει ότι "για το ίδιο θέμα με σαφώς κατατεθημένες προκείμενες, τα πράγματα δεν μπορεί τυπικά να είναι έτσι ενώ διαλεκτικά αλλιώς". Στον αληθινό κόσμο της διαλεκτικής κι όχι στον τυπικό κόσμο του ντετερμινισμού, μπορεί να συμβαίνει το αντίθετο. Γι'αυτό μπορούν να χωράνε κι άλλες αντιλήψεις δίπλα στον ντετερμινισμό, κάτι που οι αρχαίοι ως "εραστές της τέχνης της νόησης" με γνώμονα το γίγνεσθαι επεδίωκαν, ενώ εμείς "εραστές της νόησης ως εφήμερης χρησιμότητας" αλλά με σύνδρομο μια Μεταφυσική αιωνιότητα απορρίπτουμε.
Μέσα απ’τη νεκρή τυπικότητα της λογικής των μοναστηριών της μεσαιωνικής ευρώπης και κάτω απ’την αριστοτελική χριστιανο-ιδεαλιστική διανοητική δικτατορία, επεβλήθει επί ποινή θανάτου η μονολιθικότητα του ενός μηχανιστικού νοείν, που καταλήγει αναλυτικά στο "Πρώτο Κινούν". Όμως η σύγχρονη επιστήμη, μετά τις κβαντικές προτάσεις του Μαξ Πλανκ και την διατύπωση της θεωρίας της σχετικότητας από τον Αϊνστάιν, αμφισβήτησε αυτό το μοντέλο, ανοίγοντας ασυνείδητα την πόρτα στη διαλεκτική.
Ως παράδειγμα φέρνω την ακανθώδη έννοια της κίνησης: Ορθολογικά το θέμα καλύπτεται απ'την πρόταση του Χέγκελ ότι: "Κάτι κινείται όχι επειδή κάποια στιγμή είναι εδώ και μιαν άλλη στιγμή πιο κεί, αλλά επειδή αυτό το ίδιο το κινούμενο, είναι και δεν είναι στην ίδια θέση την ίδια στιγμή. Η κίνηση λοιπόν είναι μια κατάσταση αντιφατική". Στην φράση αυτή, που σ’έναν απρόσεχτο παρατηρητή φαίνεται διαλεκτική, το κινούμενο διατηρεί την ταυτότητά του, ενώ εδώ η κίνηση είναι αληθινά μετακίνηση. Αντίθετα στην Κίνηση ως καταλυτικο-συνθετικό γεγονός, το κινούμενο δεν διατηρεί την ταυτότητά του όντας αντιφατικό. Σε μια συζήτηση με τον Χέγκελ λοιπόν, ο Ζήνων θα του απαντούσε ότι: Το κινούμενο δεν κινείται ούτε στον τόπο που βρίσκεται ούτε στον τόπο που δεν βρίσκεται. Αμέσως οι δοξογράφοι, ο Χέγκελ και μαζί τους όλοι εμείς θα αποφαινόμεθα αλαλάζοντας εν χορώ, ότι ο Ζήνων απορρίπτει την κίνηση. Ένας προσεκτικός όμως αναγνώστης διαπιστώνει ότι ο Ζήνων μιλά αμφίσημα για κινούμενο, του οποίου αμφισβητεί τον τόπο και τον τρόπο της κίνησης, μα όχι την ίδια την κίνηση. Δηλαδή η αντιφατικότητα όπως την απεδέχθει διαλεκτικά ο Ζήνων για κάποιο κινούμενο, κατάγεται απ’την καταλυτική-συνθετότητα των όντων, όπου το γεγονός όντας συνεχώς Άλλο-Αλλού δεν δικαιούται να κινηθεί μέσα σε κάποιον χώρο, αλλά αληθινά μέσ’τον ίδιο του τον εαυτό, όντας συνεχώς εν τω Γίγνεσθαι. Έτσι η αντιφατικότητα όπως τη δέχεται ο Ζήνων είναι πολύ πιο ευφυής από αυτήν του Χέγκελ.
Αυτή η άποψη των προσωκρατικών περί της καταλυτικής-συνθετότητας των όντων, θα ήταν μια θαυμάσια ποιητική πρόταση και λογικά μια έωλη διαλεκτική θεωρητική σύλληψη, αν η σύγχρονη επιστήμη με το στόμα του μεγάλου επιστήμονα, ανθρωπιστή και επαναστάτη Μπώμ, δεν όριζε την κίνηση ως συνυφασμένη με το Είναι των μικροσωμάτων. Μας πληροφορεί λοιπόν ο Μπώμ ότι "στη θεωρία των πεδίων η εν γένει μετακίνηση των μικροσωματίων προϋποθέτει την καταστροφή του κινούμενο σε μια θέση και τη δημιουργία άλλου όμοιου σε άλλη θέση". ("Η Δυναμική του Ελαχίστου", Μπιτσάκης). Αυτό μπορεί να σημαίνει ότι εκτός από τα κβαντικά σωμάτια-γεγονότα, που γι' αυτά είναι απαράβατος κανόνας, ακόμα και ένα κινούμενο βλήμα από κάποιο όπλο προς το στόχο, μπορεί να είναι συνεχώς ο εαυτός του όντας ένα πράγμα και μια σταθερή ταυτότητα που υπακούει στον ορθολογισμό, όμως σε μια βαθύτερη ανάλυσή του (αφού αποτελείται από κβαντικά "μικροσωμάτια"), αυτό δεν είναι απλά πράγμα ή γεγονός, μα ένα πολυσύνθετο καταλυτικο-συνθετικό γίγνεσθαι, όπου απ’τη μια θέση στην άλλη, δεν είναι αυτό το ίδιο, αλλά άλλο όμοιο με τον εαυτό του, μ’όλες τις οντολογικές συνέπειες αυτής της αποδοχής. Μπορεί λοιπόν κάτι να υπάγεται τόσο στην ορθολογική τυπικότητα όσο και στο διαλεκτικό γίγνεσθαι, με διαφορετική ερμηνεία των δεδομένων αλλά και διαφορετικό τελικό συμπέρασμα.
Η φύση λοιπόν είναι περισσότερο "δημοκρατική" από την παραδοσιακή επιστήμη, χωράει κι άλλες απόψεις για θέματα που θεωρούνται απαράβατα και κατασταλαγμένα. Έτσι η "σιδερένια αλυσίδα της αιτίας" που στον ορθολογισμό είναι μεταφυσικά μονοδιάστατη και υπακούει μόνο στον ντετερμινισμό, στη σύγχρονη επιστήμη, όπως και στη διαλεκτική λογική, είναι δεχτή ως αμφίδρομη, ευμετάβλητη και πολυδιάστατη, που σε πλήρη ανάπτυξη περιέχει και το στοιχείο της αντίφασης, όντας αυτοαναιρούμενη. (Ο αναγνώστης μπορεί να πληροφορηθεί γι' αυτό στις αναρτήσεις μου «Διαλεκτική Υλιστική Σκέψη», «Από τον Διθύραμβο στη Διαλεκτική» «Προσωκρατική σκέψη, Παρμενίδης, Ηράκλειτος, Ζήνων, Αναξίμανδρος». «Η Πράξη της Μέτρησης στην Κβαντομηχανική κι η Φιλοσοφική της Διάσταση», “Κριτική στην τρέχουσα μαρξιστική και αντιμαρξιστική ρητορεία”).
Παραγ.3 Ο στοχαστικός δε πανικός γεννάται αμέσως μόλις κανείς αναζητώντας να διασαφήσει το νόημα ή έστω τις χρήσεις της διαλεκτικής, γενικά ή ειδκά στον Μαρξισμό, περιδιαβεί στη μαρξιστική γραμματεία. Οι πηγές ενδομαρξιστικής ασάφειας, που ο αναλυτικός μαρξιστής Γιον Έλστερ εντοπίζει στον κακοχωνεμένο εγελιανισμό και σε μια τάση “διαβεβαίωσης αντί επιχειρήματος”, βρίσκουν στο ζήτημα της διαλεκτικής τη χαρακτηριστική τους έκφραση.
Στην προηγούμενη ειρωνική φράση του ο κ. Μήτας, περί του στοχαστικού πανικού που γεννάται απ’την αναζήτηση διασάφησης του νοήματος ή της χρήσης της διαλεκτικής γενικά ή ειδικά στον μαρξισμό, ενώ μας προετοιμάζει για προτάσεις σαφήνειας, αντίθετα οπλίζεται με μιαν ασαφή ασπίδα. Δηλαδή μη λέγοντας κάτι συγκεκριμένο, απ’τη μια αφοπλίζει την κριτική αντιμετώπιση κι απ’την άλλη κάθε πικραμένη καρδιά έξω ή μέσα στο όποιο μαρξιστικό ρεύμα, απ’την καθαρίστρια του κόμματος, ως τον παραγκωνισμένο “κομισάριο”, δέχεται τη δροσιά της αφηρημένης κριτικής, που μπορεί ακόμα να ντυθεί με το παραπονεμένο κλάμα ενός λαθραίου ενδύματος της χαμένης κι αόριστης δημοκρατικότητας εντός κάποιου "αριστε-ροφασιστικού" κόμματος ή όλων των αριστερών κομμάτων μαζί. Έτσι απέναντι στη συγκεκριμένη μονολιθικότητα του δογματισμού οργανώνεται και η πολυδομική αρνητικότητα μιας δυναμικής αοριστίας ενός Λόγου, που μέσα από τα σύγχρονα φιλοσοφικά ρεύματα θέλει να φαίνεται ως διαλεκτική ή θέλει ίσως να την υπερβεί.
Η παρατήρηση λοιπόν του αναλυτικού μαρξιστή Γιον Έλστερ, που εντοπίζει την ενδομαρξιστική ασάφεια στον κακοχωνεμένο εγελιανισμό δεν ευσταθεί, όχι γιατί δεν υπάρχει αυτή η ασάφεια, αλλά γιατί ο ίδιος ο εγελιανισμός είναι άκρως ασαφής. Το θέμα αυτό είναι θαυμάσιο για συζήτηση, όμως είναι πολύ μεγάλο για άρθρο εφημερίδας. Γενικά όμως όλες οι έννοιες και οι προσδιορισμοί που ενδύει ο Χέγκελ την "Επιστήμη της Λογικής" του, την κάνουν να στρέφεται ενάντια στην διαλεκτική, γιατί ο ιδεαλισμός όντας απ'τη φύση του ορθολογικός κατατρώγει τη διαλεκτική, σε βαθμό που δεν είναι ούτε διαλεκτική ούτε ορθολογισμός, αλλά τελικά ούτε λογική.
Η λεγόμενη "ενδομαρξιστική ασάφεια", οφείλεται στην απουσία κατασταλαγμένων τυπικών αρχών του διαλεκτικού υλισμού, αφού οι εγελιανές τις οποίες ο Έγκελς αποδέχτηκε ως τέτοιες, δεν μπόρεσαν να λειτουργήσουν. Αυτές ως επί το πλείστον αφορούν το αποτέλεσμα της λογικής πρακτικής και όχι το εργαλείο της (κι εδώ συμφωνώ με τον Γιον Έλστερ). Έτσι οι ευρωμαρξιστές τις έχουν υποκαταστήσει ή ερμηνεύσει με τις αρχές ενός ορθολογικού αριστοτελικο-καντιανού υλισμού. Οι κλασικοί του μαρξισμού όμως, αυτόν τον υλισμό, είχαν ονομάσει μηχανιστικό, χυδαίο ή αγοραίο. Όταν λοιπόν οι όροι της μαρξιστικής θεωρίας κινούνται αόριστα, μεταξύ διαλεκτικής και ορθολογισμού, με τις ίδιες λέξεις κάποιος αντιλαμβάνεται άλλα πράγματα. Π.χ. η έννοια του σοσιαλισμού για άλλους είναι το ορθολογημένα συγκεντρωτικό κρατικό μονοπώλιο, για άλλους το απόκεντρωτικό πέρασμα της εξουσίας και κατά συνέπεια της παραγωγής στα χέρια των εργαζομένων, και γι'άλλους ένας προσωρινός συγκερασμός των δύο (συγκεντρωτισμού-αποκεντρωτισμού), με δυναμική προοπτική την μελλοντική κατάργηση του συγκεντρωτισμού.
[Ας φέρουμε επίσης το παράδειγμα της έννοιας της δημοκρατίας: Η δημοκρατία είναι ένα σύστημα που αφορά τις σχέσεις των ανθρώπων στο κοινωνικό σύνολο. Το κοινωνικό σύνολο αποτελείται από τάξεις και ταξικά στρώματα που έχουν αντιφατική σχέση. Βασική σχέση στη σύγχρονη κοινωνία, είναι η αντιφατική σχέση μισθωτής εργασίας και κεφαλαίου, όπου το ένα γεννά το άλλο αλλά συγχρόνως το μάχεται λόγω αντίθετων συμφερόντων. Οι νόμοι λοιπόν που ψηφίζονται και αφορούν τη σχέση κεφαλαίου και μισθωτής εργασίας όντας αντιφατικοί, από τη μια απελευθερώνουν τη δραστηριότητα και τις επιδιώξεις της μιας τάξης ενώ από την άλλη περιορίζουν την τάξη που συνιστά τον άλλο πόλο της αντιφατικής σχέσης. Όσο πιο δημοκρατικοί είναι οι νόμοι για τη μια τάξη, τόσο πιο δικτατορικοί είναι για την άλλη. Ως γνωστόν λοιπόν υπάρχει μια συνεχής πάλη για την εξασφάλιση της εξουσίας από τις αντίθετες τάξεις, με σκοπό τα οράματά τους να κατοχυρώσουν ως νόμους του κράτους.
Όταν την εξουσία έχει το χρήμα, έχουμε δημοκρατική-δικτατορία των αστών, ενώ όταν την εξουσία έχει η εργασία, έχουμε δημοκρατική-δικτατορία του λαού ή σε πιο προωθημένη μορφή του προλεταριάτου. Μολονότι κι οι δύο είναι δημοκρατίες είναι οι παραγωγικο-κοινωνικές δομές και ο φορέας της εξουσίας που ορίζει το αληθινό νόημα της λέξης.
Όταν λοιπόν μεταπιδάμε απ’τη διαλεκτική στην ορθολογική σύνταξη της γλώσσας χωρίς προσδιορισμό ή όταν αναμιγνύουμε από άγνοια ή ανοησία τα δύο γλωσσικά συστήματα,
δημιουργείται σύγχυση. Η αριστερά από πολύ καιρό θα έπρεπε να είχε εκπονήσει ένα σύγχρονο λεξικό και να είχε ορίσει τις αρχές μιας τέτοιας λογικο-γλωσσικής σύνταξης].
Η Λογική είναι η βασική κριτική πρακτική για την ορθή περιγραφή κι ερμηνεία του κόσμου και τη δράση σύμφωνα με τα συμπεράσματα που συνάγουμε από αυτήν. Αντ’αυτού οι Καντ και Χέγκελ, αντίθετα απ’τους αρχαίους, άπληστοι διαλογικά "ύβρισαν", θέλοντας μέσω της ίδιας της λογικής, να εισέλθουν στους μηχανισμούς του Νοείν για να λύσουν το μυστήριο της νόησης. Ο δρόμος που πήραν όμως όντας μεταφυσικός κι ιδεαλιστικός, οδήγησε σε μεγαλοφυή σφάλματα και παρανοήσεις. Το φαινόμενο της νόησης δεν λύνεται με περίτεχνες κι ευφυείς λογικο-γλωσσικές συντάξεις, αλλά είναι θέμα της νευροφυσικής επιστήμης: Με την ανακάλυψη του DNA διαπιστώνεται ότι η εξελικτική πορεία του ανθρώπου είναι γεγραμμένη κωδικά μέσα του. Έτσι η «εκ των προτέρων γνωστική δυνατότητα του όντος», που απ’τον Καντ και μετά θεωρείται η βάση της μεταφυσικής, μετατρέπεται σε κωδική κληρονομική γνωστική δυνατότητα. Έτσι όλα τα εκ των "προτέρων Καθαρά" και "Καθαυτά" και η μεταφυσική που στηρίζεται η καντιανή Κριτική του Καθαρού Λόγου και η εγελιανή διαλεκτική λογική φαινομενικότητα, γίνονται θεμέλια σε κινούμενη άμμο, στην οποία όποιος οικοδομεί νοητικά βυθίζεται στην αοριστία. Γι'αυτό τα μεγαλοφυή αυτά ποιητικά αφηγήματα δεν προσέφεραν τίποτα στη λογική και στην επιστήμη.
Η αληθινή Διαλεκτική ως άκρως συνειδητή, όπως την δίδαξαν οι προσωκρατικοί, δεν μπορεί παρά να βλέπει τον κόσμο σαν ένα συνεχές καταλυτικο-συνθετικό γίγνεσθαι και γι’αυτό να είναι μόνον Υλιστική. Ο Υλισμός ως άκρως συνειδητός, δεν μπορεί παρά να είναι μόνο διαλεκτικός. Από την άλλη, δεν πρέπει να διστάσουμε να παραδεχτούμε ότι η διαλεκτική, μολονότι είναι η μόνη που μπορεί να περιγράψει τον κόσμο όπως πράγματι είναι (εν τω γίγνεσθαι), με τις λεγόμενες αρχές της που αντλούνται από την εγελιανή λογική, δεν μπορεί να είναι εργαλείο νοητικής παραγωγής, αφού αυτές δεν είναι εργαλείο νόησης αλλά ορθά τελικά συμπεράσματα. Αυτό γεννά την ανάγκη μιας σύγχρονης καταλυτικο-συνθετικής διαλεκτικής που να βασίζεται στην ηρακλειτική λογικο-γλωσσική σύνταξη δηλαδή τον αντιφατικό Λόγο.
Παράγραφος 4 Ο γράφων απέχει απ’το να είναι βαθύς γνώστης της, «λεγόμενης διαλεκτικής γραμματείας’’. Ασπάζεται εν τούτοις την καντιανή προειδοποίηση ότι χωρίς καθαρά ακονισμένες έννοιες, ορθά συγκροτημένες αρχές και ασκημένη εμπειρική εποπτεία, δεν μπορείς να στοχάζεσαι αποτελεσματικά, όχι μόνον απ’τη σκοπιά του μαρξισμού αλλά και γενικώς.
Στις ολοστρόγγυλες αυτές και αναμφισβήτητες, εκ πρώτης όψεως προτάσεις, για έναν αδογμάτιστο διαλεκτικό διανοητή είναι ολοφάνερη η αοριστία. Η καντιανή σκέψη βασίζεται στην πιο αναχρονιστική τυπικότητα του ορθολογισμού, μάλιστα εξ’αρχής δηλώνει ότι η “Κριτική του Καθαρού Λόγου” σκοπό έχει, όχι να υποδείξει τον ορθολογισμό, αφού αυτό έχουν πολύ καλά αναπτύξει οι Παρμενίδης, Πλάτων κι ολοκληρώσει ο Αριστοτέλης, αλλά την επιστημονικότητα της Μεταφυσικής. Όμως μπορούμε να παρακάμψουμε όλες τις ενστάσεις μας και να αναρωτηθούμε πώς η ορθολογική σκέψη σαν αυτή του Κάντ, προσφέρει όλα αυτά τα περί σαφήνειας που μας συμβουλεύει να ακολουθήσουμε. Σήμερα πια είναι κοινά αποδεκτό ότι δεν υπάρχουν έσχατα αναλλοίωτα Καθαυτά, πάνω στα οποία, ως αταλάντευτα θεμέλια, μπορεί να πατήσει η καθαρά ακονισμένη ντετερμινιστική και η ορθολογική συγκρότηση η οποία θα συμφωνεί απόλυτα με τα εμπειρικά δεδομένα και θα είναι αποτελεσματική όπως τη θέλει η σύγχρονη επιστήμη. Η σαφήνεια λοιπόν που μας προσφέρει είναι προσεγγιστική και για τα σύγχρονα δεδομένα απλοϊκή ή λανθασμένη. Επειδή λοιπόν η Διαλεκτική Λογική δε μπόρεσε να διαθέτει τη στατική ορθολογική ενάργεια του αναλλοίωτου, παραμερίστηκε για δυόμισι χιλιετίες. Όμως ό,τι είναι σε καταλυτική-συνθετότητα, όπου το Είναι, ως ταυτότητα, καταλύεται και συντίθεται συγχρόνως από άλλα όντα που διέρχονται μέσα του, όντας σε μια συνεχή ρευστότητα κι αντιφατικότητα, δεν μπορεί να διαθέτει αυτή την ορθολογική σαφήνεια· και επειδή έχει πια γίνει αποδεκτό ότι ο κόσμος και τα ερευνούμενα όντα είναι ακριβώς εν τω γίγνεσθαι, η ορθολογική αυτή σαφήνεια απλουστεύει την πραγματικότητα. Για τον λόγο αυτό η Διαλεκτική πλέον είναι αναγκαία, όχι σαν ένα χαριτωμένο παίγνιο παραδοξότητας του λόγου, αλλά επειδή περιγράφει τον κόσμο όπως είναι.
Με τη γένεση λοιπόν της αντίληψης του Μαρξισμού για το κοινωνικό γίγνεσθαι, της Κβαντικής θεωρίας, της θεωρίας της Σχετικότητας και της θεωρίας του Χάους για την επιστήμη και τον κόσμο, εξ’ανάγκης η Διαλεκτική ως κοσμοαντίληψη αναδύεται ξανά. Αν λοιπόν η Διαλεκτική ως μέθοδος δεν είναι ακόμα επαρκής, πρέπει να δραστηριοποιηθούμε προς τα κει επειγόντως, αφού η έλλειψή της, με την βίαιη αμφισβήτηση του ντετερμινισμού και τελικά του ορθολογισμού απ’τη σύγχρονη επιστήμη, οδηγεί πολλούς εξαίρετους διανοητές στον μυστικισμό, που είναι ο απόπατος της νόησης και της διαλεκτικής σκέψης, αλλά και η άκρα βαρβαρότητα.
Παραγραφος 5. Χρήσιμο είναι να έχουμε κατά νου την εξής διάκριση, που αν όχι σε ταξινόμηση με αναλυτικές αξιώσεις, βοηθά σίγουρα σε μια προκαταρκτική διευκρίνιση: Ο λόγος για τη διαλεκτική πριν τον Μάρξ, στον Μαρξ και μετά τον Μαρξ. Ξεχνάμε συχνά ότι η γενεαλογία της διαλεκτικής ενέχει στιγμές (λ.χ. η πλατωνική τέχνη του διαλέγεσθαι, τα διαλεκτικά επιχειρήματα στον Αριστοτέλη, τα παράδοξα του Ζήνωνα, οι αντινομίες του καθαρού λόγου του Καντ) που δύσκολα θα μπορούσαν να μπούν σε μια ενιαία καταγωγική γραμμή. Θα πρέπει στη συνέχεια να επιμείνουμε ότι ο Μαρξ κάνει αποκλειστικά και μόνο λόγο για διαλεκτική μέθοδο και την χειρίζεται επιστημολογικά: ένα προνομιακό υπόδειγμα για την ανάλυση των κοινωνικών φαινομένων. Καλό θα είναι να διαφοροποιείται η διαλεκτική ως μέθοδος απ’τη διαλεκτική ως διαδικασία. Άλλος είναι ο τρόπος με τον οποίον κατανοούνται τα πράγματα και άλλος με τον οποίον βαίνουν τα πράγματα, έστω κι αν για πολλές σχολές διαλεκτικής αυτά τα δύο συμπλέουν ή αλληλοπροϋποτίθεται ή υπόκεινται στην ίδια Λογική.
Ο κ. Μήτας αναφέρεται σε μια διαλεκτική που εκτός από τον Ζήνωνα, συμμετέχουν όλοι οι εκπρόσωποι του ορθολογισμού. Αυτός ο ορθολογισμός έχει ήδη οριστεί απ’τον Παρμενίδη γύρω στο 500 π.Χ ως αντίθετος προς την διαλεκτική. Φαίνεται ότι στον κ. Μήτα όπως σε πολλούς διακεκριμένους διανοητές, διαφεύγει αυτή η σημαντική λεπτομέρεια περί Λογικής. Έτσι συγχέουν τις δυναμικές αντιθετικές διεργασίες του ορθολογισμού με την διαλεκτική, η οποία είναι αντιφατική.
Η μαρξιστική διαλεκτική έχει τον χαρακτήρα του ηρακλειτικού Λόγου, κι έτσι είναι η μόνη αληθινά υλιστική διαλεκτική. Η άποψη του κ. Μήτα να περιλάβει στα όρια της Διαλεκτικής και τη “διαλογική τέχνη του Πλάτωνα” είναι υπερβολική, αφού αυτή είναι μια άψογη διαλογική τέχνη, για την ανεύρεσης της αλήθειας μέσω του ορθολογισμού. Όσο για τα διαλεκτικά επιχειρήματα του Αριστοτέλη δε νομίζω ότι υπάρχουν. Ο Αριστοτέλης εξομοίωνε τη Διαλεκτική με την Σοφιστική, την οποία περιφρονούσε. Επίσης οι τέσσερις αντινομίες, στην “Κριτική του Καθαρού Λόγου” του Καντ, είναι οι απλήρωτοι τόκοι της αποδοχής από τον «Καθαρό Λόγο» ως στατικού, ενός κόσμου εν εξελίξει. Εξάλλου ο Πλάτων στον “Παρμενίδη” του, πολύ πιο ευφυώς και ως κριτική στον δικό του ορθολογικό ιδεαλισμό, έδειξε ότι ο ίδιος ο ορθολογισμός δεν αντέχει ορθολογική κριτική, αφού σε κάθε βήμα μιας τέτοιας κριτικής γεννά αντινομίες. Αυτό του το έργο μάλιστα, που παρουσιάζεται δια στόματος Παρμενίδη, είναι η περιγραφή μιας ζηνώνιας αρνητικής διαλεκτικής, απ’τα ερωτήματα της οποίας εμπνεύστηκε με θετικό τρόπο ο Χέγκελ και την οποία προσπάθησε να εκφράσει, ψευδίζοντας τα λόγια του για να μην καταλαβαίνουμε, μ’αρνητικό τρόπο ο Αντόρνο.
Είπε ο Σοπενάουερ: "Ο ταλαντούχος στοχεύει όπου όλοι βλέπουν το στόχο αλλά δε μπορούν να στοχεύσουν, ο μεγαλοφυής στοχεύει όπου οι άλλοι δε βλέπουν το στόχο". Ο στόχος της Ζηνώνιας διαλεκτικής είναι άλλος απ’αυτόν που όλοι νομίζουν. (Δες “Από τον Διθύραμβο στη Διαλεκτική”).
Έτσι λοιπόν η γενεαλογία της μαρξιστικής υλιστικής διαλεκτικής, αν όχι απ’το έργο του Χέγκελ, βρίσκεται με βεβαιότητα, σε καταγωγική γραμμή απ’τα έργα των Αναξίμανδρου, Ηράκλειτου και Ζήνωνα. Σύμφωνα με τον ορισμό αυτών των βάρδων της νόησης: η μέθοδος κι η διαδικασία της διαλεκτικής λογικής συνιστά μιαν ενότητα με το παγκόσμιο γίγνεσθαι περιγράφοντάς το όπως είναι, δηλαδή με τη διαλεκτική καταλυτικο-συνθετική αντιφατική σχετικότητα.
Ο ντετερμινισμός όπως κι η αντικειμενικότητα, στον νέο κόσμο που αναδύεται, έχουν πια καταρρεύσει. Όλα τα εκ των προτέρων καθαρά και καθαυτά, η όποια μεταφυσική, οι μπίλιες του μπιλιάρδου του δόκτορος Χιούμ, το "cogito ergo sum", η φαινομενικότητα του Χέγκελ και μαζί τους η “αγία ταυτότητα”, βυθίζονται στο σκοτάδι παρασύροντας ορθολογιστές και ψευδο-διαλεκτικούς στο μυστικισμό.
Παράγραφος 6. Κατά την άποψή μας κι αν θέλουμε να κινούμεθα εκτός Χέγκελ (στον οποίον υπάρχει αδιαίρετη ενότητα λογικής-οντολογίας), είναι προβληματική η συσκότιση αυτής της διάκρισης. Ενέχει δηλαδή νόημα η απόφανση ότι η διαλεκτική έκθεση των οικονομικών εννοιών στον Μαρξ επιτρέπει να δούμε πτυχές της καπιταλιστικής πραγματικό-τητας που αλλιώς θα μέναν αφανείς. Η τάξη έκθεσης των κοινωνικών φαινομένων που μας προτείνει ο Μαρξ, στην ουσία δεν είναι τάξη της εμπειρικής παρατήρησης. Θα πρέπει να μπορούμε να βλέπουμε το επί μέρους ως συνιστώσα ενός όλου το οποίο με τη σειρά του αποτελεί ένα σύστημα μεταβαλλόμενο κι υπό άρσιν. Είναι μετά βίας όμως εννοήσιμο, τι σημαίνει το να υποστηρίζει κανείς ότι η ίδια η σκέψη μας εργάζεται μ’αντιφάσεις επειδή τα ίδια τα πράγματα υπόκεινται σ’αντιφάσεις. Ή ότι οι ίδιες οι έννοιες έχουν κάποια προσίδια διαλεκτική αυτοανάπτυξη.
Η ενότητα λογικής-οντολογίας στον Χέγκελ, όπως την αναφέρει ο κ. Μήτας, είναι ανακριβής. Επίσης, ισχυρίζεται ο κ. Μήτας ότι “είναι μετά βίας εννοήσιμο ότι η ίδια η σκέψη εργάζεται με αντιφάσεις επειδή τα ίδια τα πράγματα υπόκεινται σε αντιφάσεις” σε ατίθεση με τον Χέγκελ ο οποίος ισχυρίζεται ότι “δεν μπορεί το πράγμα να χρεώνεται με την αδυναμία της αντίφασης, αλλά είναι λογική ικανότητα, δηλαδή η νόηση ή η λογική που αντιφάσκει”. Ο Χέγκελ μας προτείνει λογική αναντιστοιχία με την οντολογική υλικότητα της πραγματικότητας, ενώ ο κ. Μήτας σύμφωνώντας με τον Παρμενίδειο ορθολογισμό, θα προτιμούσε μάλλον μιαν άλλη αναντιστοιχία όπου τα πράγματα θα υπόκειντο σε αντιφάσεις ενώ η λογική όχι. Εμείς οι διαλεκτικοί υλιστές συμφωνώντας με τον Ηράκλειτο προτιμούμε την αντιστοιχία των πραγμάτων που αντιφάσκουν με μια λογική αντιφατική.
Όταν ο Χέγκελ στη Λογική του δέχεται το Νοείν και την Έννοια ως Καθαρά, Καθαυτά, αλλά συγχρόνως και Αντιφατικά, δημιουργεί μιαν ασυνεννοησία όπου δεν μπορεί να γίνει κατανοητή η όποια ενότητα Οντολογίας και Λογικής. Τα Καθαρά και Καθαυτά είναι κλασικά θεμέλια του ιδεαλιστικού ορθολογισμού, ενώ η αντιφατικότητα θεμέλιο της διαλεκτικής. Αλλ’ακόμα μια τέτοια ενότητα δεν ορίζεται με διακηρύξεις, αλλά με μια πρακτική ή νοητική διαδικασία. Η διαδικασία περιγραφής της Λογική του Χέγκελ, ενώ αποκηρύσσει με τυμπανοκρουσίες αυτή την ενότητα, παραδόξως στη φαινομενική πορεία της ιδέας συνεχώς την επικαλείται.
Στη συνέχεια, αν κατάλαβα καλά, κ Μήτας ισχυρίζεται ότι "ο Μαρξ δεν εκθέτει με τάξη εμπειρικής παρατήρησης τις πτυχές της οικονομικο-κοινωνικής καπιταλιστικής πραγματικότητας". Είναι όμως φανερό, ότι η καπιταλιστική πραγματικότητα “εκτίθεται μ’εμπειρική τάξη” από τον Μαρξ. Και μάλιστα όπως παρατηρεί ο κ. Μήτας, ως ένα μεταβαλλόμενο σύστημα υπό άρση, δηλαδή διαλεκτικά. Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο και με τις προσδοκίες για την ανατροπή της, αφού η επανάσταση δεν υπόκειται σε απόλυτη εμπειρική τάξη όπως είναι αντιληπτή απ’τον εμπειροκριτισμό. Επανάσταση είναι βηματισμός στο Νέο που ως υπερβατικό είναι φυσικά άγνωστο.
Η επισήμανση ότι “είναι μετά βιας εννοήσιμο το να υποστηρίζει κάποιος ότι η σκέψη εργάζεται με αντιφάσεις επειδή τα ίδια τα πράγματα υπόκεινται σε αντιφάσεις”, είναι το αιώνιο ερώτημα του Ορθολογισμού προς τη Διαλεκτική. Η απάντηση έχει καί αυτή δοθεί με το αιώνιο ερώτημα της Διαλεκτικής προς τον Ορθολογισμό: "Πως μπορεί ο Ορθολογισμός να νοεί τον αντιφατικό κι εξελισσόμενο κόσμο στατικά". Και για τις δύο μεριές έχουν δοθεί απαντήσεις, από τους Παρμενίδη και Ηράκλειτο αντιστοίχως, που μέσ’τα όρια των θεμελίων τους κάθε μια είναι θεμιτή. Όμως η λογική, για να είναι τέτοια, πρέπει να έχει αντιστοιχία με τον κόσμο που όντας εν τω γίγνεσθαι είναι αντιφατικός όπως στη διαλεκτική, κι όχι να έχει αναντιστοιχία όπως στον ορθολογισμό ή στην εγελιανή λογική.
Δεν πρέπει να ξεχνάμε επίσης ότι ο ιδεαλισμός, ο ορθολογισμός, η διαλεκτική του Χέγκελ κι ο θετικισμός, ισχυρίζονται ότι δε μπορούμε να έλθουμε σ’επαφή με την Ουσία του κόσμου που είναι υπόσταση, αλλά μόνο με τα φαινόμενα που ανακλώνται στην εμπειρία και τη συνείδησή μας ως επί το πλείστον λανθασμένα ή συγκεκαλυμμένα. Δηλαδή η καντιανή, η εγελιανή, αλλά κι η εμπειροκριτική αντίληψη περί λογικής, δέχεται την αναντιστοιχία λογικής και Είναι.
Η λογική γι'αυτούς, ορθολογική ή διαλεκτική, εμπειροκριτική ή όχι, μόνο φαινόμενα μπορεί να διαχειριστεί, γιατί ιδεαλιστικά ο κόσμος της καθημερινότητας δεν είναι ο αληθινός κόσμος, αλλά η αντανάκλασή του.
Αντίθετα ο διαλεκτικός Υλισμός, Μαρξιστικός ή Ηρακλειτικός, δέχεται ότι: κόσμον τόνδε τὸν αὐτόν ἁπάντων, οὔτε τις θεῶν οὔτε ανθρώπων τις ἐποίησεν ἀλλ’ἦν καὶ ἔστιν καὶ ἔσται πῦρ ἀείζωον, ἁπτόμενον καὶ αποσβεννύμενον μέτρα. (Αυτός ο Κόσμος που είναι ίδιος για όλους, ―που υπάρχει αντικειμενικά―, δεν είναι δημιούργημα ούτε θεού ούτε ανθρώπου. Είναι, ήταν και θα είναι αείζωο πυρ, που ανα-βοσβήνει με μέτρο). Δηλαδή ο κόσμος είναι αυτός που ερχόμαστε άμεσα σε επαφή και το γίγνεσθαι που αντιλαμβανόμεθα είναι αληθινό.
[Γυρίζοντας πίσω στην εμπειρικότητα της μαρξιστικής ανάλυσης του καπιταλισμού, ισχυρίζομαι ότι η διαπίστωση της κοινωνικής κατάστασης έγινε μεν εμπειρικά ενώ αντίθετα η υπέρβασή της δε θα μπορούσε να είναι απόλυτα τέτοια. Η επανάσταση είναι το υπερβατικό άλμα που σχεδόν πάντα περιέχει εμπειρικό κενό γιατί σ'έναν ηρακλειτικό κόσμο ο οποίος “Είναι-ΜηΌντας” αφού συνεχώς αλλάζει, πάντα περιέχεται το Νέο που για τον ίδιο λόγο, “είναι-μηόντας γνωστό”. Γι’αυτό η επανάσταση ενώ υπόσχεται τα πάντα δεν εγγυάται τίποτα.
Όταν ο κοιλάκανθος βγήκε από τη λάσπη και περπάτησε με τα πτερύγιά του στη στεριά, έκανε μιαν επανάσταση κατά την οποία οι περισσότεροι κοιλάκανθοι χάθηκαν στο εχθρικό περιβάλλον, ενώ οι άλλοι που επέζησαν “άλλαξαν τον κόσμο”. Το ίδιο και εκείνοι οι πίθηκοι που κατέβηκαν από τα κλαδιά και περπάτησαν στη στέπα. Η “επάρατη” λοιπόν σοβιετική επανάσταση, ενώ φαίνεται ότι τελείωσε, δεν έχει τελειώσει, γιατί οι λόγοι που την γέννησαν, ενώ φάνηκε ότι εξανεμίστηκαν απ’την αδυναμία να ολοκληρωθεί ως σοσιαλιστική κι απ’ τον ανταγωνισμό με τον καπιταλιστικό καταναλωτισμό, όχι μόνον υπάρχουν αλλά επιστρέφουν εντονότεροι].
Βέβαια “ξεχείλωσα” το θέμα προς την κατεύθυνση της επανάσταση που τελευταία θεωρείται ανεδαφική κι ονειροπόλα, αλλά όταν μιλάμε για μαρξισμό και διαλεκτική τελικά η συζήτηση δεν μπορεί παρά να καταλήξει εκεί. Για μένα ο πίθηκος που περπάτησε παραπατώντας στα πίσω του πόδια για πρώτη φορά στη στέπα, εν μέσω πανδαιμόνιου χλεύης και κραυγών από τους βολεμένους στα κλαδιά πιθήκους, είναι ανώτερο και πιο συγκινητικό όν απ’τον βολεμένο άνθρωπο του καπιταλιστικού καταναλωτικού χοιροστάσιου της όποιας "ευημερίας της ψευδο-δημοκρατίας" και τον διανοούμενο που περιτριγυρισμένος από βιβλία και γραφτά μέσ’το ιερό μαυσωλείο του, βλέπει τον αληθινό κόσμο να χάνεται στον ορίζοντα.
Επισήμανση α: Οι αρχαίοι μας δίδαξαν ότι η διαλεκτική είναι συνοπτική κι ότι πολύ λίγα μπορούν να λέγονται διαλεκτικά και με ορισμένο τρόπο, αφού ο λόγος στατικοποιεί το γίγνεσθαι ως ζωντανή πραγματικότητα. Τιμώντας λοιπόν το συνοπ-τικό χαρακτήρα της διαλεκτικής, εκφέρουν το λόγο ως αντιφατικά αποφθέγματα. Όπως έκαναν οι Ηράκλειτος και Λάο-Τσε.
Ηράκλειτος: Στον ίδιο ποταμό μπαίνουμε και δεν μπαίνουμε είμαστε και δεν είμαστε. Την ίδια ουσία δεν ξαναγγίζουμε γιατί όλα αλλάζουν γρήγορα και βίαια, σκορπάνε-μαζεύοντας, καταλύονται-συντιθέμενα, Είναι-ΜηΌντας.
Λάο-Τσε: Η μεγάλη ευθεία οφείλει να είναι κυρτή. Το μεγάλο τετράγωνο δεν έχει γωνίες.
Επισήμανση β: Η πιο καθαρή διαλεκτική είναι η ίδια η πράξη. Κι επειδή η όποια πράξη μπορεί να έχει διαλεκτικό χαρακτήρα, γι'αυτό, ο κόσμος ως διαλεκτικός, όντας αχανώς πολύμορφος, πολύπλοκος κι αντιφατικός, εγκυμονεί κινδύνους. Η λογική είναι ένα όπλο να αποφεύγουμε τους κινδύνους και να προγραμματίζουμε τις ενεργειές μας. Η συνειδητοποίηση της διαλεκτικής λογικής, η οποία συμπίπτει απόλυτα με το γίγνεσθαι μπορεί να μας οδηγήσει.
Επισήμανση γ: Ο βυζαντινισμός του εγελιανού λέγειν, οφείλεται στην ιδεαλιστικο-θεολογική του δέσμευση. Προσπαθεί να πεί πράγματα που δεν λέγονται, φορτώνοτάς τα με απεριόριστες διευκρινήσεις. Βέβαια αν μιλούσε το Διαλεκτικό Λόγο όπως πρέπει να λέγεται, είναι φανερό ότι τα ιδεαλιστικο-θεολολογικά του βαρίδια θα έπεφταν από μόνα τους, αλλά τότε ο λόγος του θα συνέπιπτε με αυτόν του Ηράκλειτου, που τα είχε πεί καλύτερα.
Συμπέρασμα: Η αριστοτελική ορθολογική επανάσταση, φτάνοντας στο Νεύτωνα ολοκληρώθηκε, ακόμα και στη διαφορική-ολοκληρωματική ή δυναμική της μορφή με τον απειροστικό λογισμό. Υποχρεούμεθα πλέον να κάνουμε πραγματικότητα μιαν άλλη νέα ετεροχρονισμένη επανάσταση: την Ηρακλειτική Διαλεκτική.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου