ΕΒΑΛΤ ΒΑΣΙΛΙΕΒΙΤΣ ΙΛΙΕΝΚΟΦ ΑΠΌ ΤΟΝ ΘΕΟΔΟΣΗ ΘΩΜΑΔΑΚΗ
O Θεοδόσης Θωμαδάκης για τον Έβαλντ Βασίλιεβιτς Ιλιέγκοφ
Στην εργασία του κ. Θεοδόση Θωμαδάκη παρουσιάζεται η Λογική του Έβαλτ Βασιλιεβιτς Ιλιένκοφ. Η κριτική λοιπόν που θα γίνει εδώ κυρίως αφορά αυτή την εργασία αλλά αξαντανακλάσεως και κάποια μέρη της λογικής του Ιλιένκοφ, αν έχει αποδοθεί πιστά από τον κ. Θωμαδάκη. Επίσης η κριτική αυτή πατά επάνω στην προσωκρατική διαλεκτική, γι'αυτό θα επισημαίνονται αποσπάσματα των προσωκρατικών με τον τρόπο που εγώ έχω αντιληφθεί.
Τα αποσπάσματα προς κρίσιν θα παρουσιάζονται όπως εδώ ενώ οι παρατηρήσεις μου όπως εδώ.
Εισαγωγή: Αν η Διαλεκτικη δεν είναι μια διαφορετική Λογική που έχει κάτι δικό της να πεί, δεν έχει καμιά θέση στο διαλογικό γίγνεσθαι, αφού τότε θα συνέπιπτε με τον Ορθολογισμό. Κάποιοι διανοητές, κυρίως αριστεροί ρεφορμιστές που δεν έχουν αντιληφθεί ότι ο Ορθολογισμός από αρχαιοτάτων χρόνων έχει εμπλουτιστεί με μαθηματικές διαδικασίες οι οποίες ξεπερνούν τη στατικότητά του. Δηλαδή ότι με τον Διαφορικό, Ολοκληρωματικό και Απειροστικό λογισμό, συνίσταται ένας Δυναμικός Ορθολογισμός ο οποίος ξεπερνά τη στατικότητά του και τον οποίον προσομοιάζουν με την διαλεκτική.
Λέει, ο διακεκριμένος διανοητής της αριστεράς Χαράλαμπος Θεοδωρίδης, στην μικρή πραγματεία του "Περί της Έννοιας του Μηδέν στη Διαλεκτική Νόηση": "…η διαλεκτική ήταν κι εξακολουθεί να είναι μπερδεμένη ―αυτό δεν πρέπει να διστάσουμε να τ’ομολογήσουμε― κι έδωσε αφορμή σε συζητήσεις που δεν έκλεισαν ακόμα" και συνεχίζει: "Ο Πλάτων με τη διαλεκτική του εννοούσε πρώτα τις απλές λογικές πράξεις και το ξεχώρισμα των αντικειμένων ή των εννοιών σε γένη και είδη. Ο Πλάτων ακόμα εννοούσε ως διαλεκτική, τη διαδικασία εξεύρεσης της αλήθειας με ερωτήσεις κι απαντήσεις". Και συνεχίζει πάρα κάτω: "Σήμερα πιο απλωμένη αντίληψη για τη διαλεκτική, είναι αυτή που έχει στενή σχέση με το γίγνεσθαι, την κίνηση και την αλλαγή. Διαλεκτικοί μ’αυτή την έννοια και μάλιστα οι πρώτοι, ήταν αδιαφιλονίκητα οι Ίωνες φυσικοί. Με αυτή την έννοια πήρε ο Χέγκελ τη διαλεκτική, ως δημιουργική κίνηση της ιδέας. Ενώ ο “Διαλεκτικός Υλισμός” ξεκινώντας από τον Χέγκελ ξαναγυρίζει με κάποιο τρόπο στην Ηρακλειτική διαλεκτική παράδοση". (Εγώ θα τονίσω ότι το όνομα "Διαλεκτική" μπορεί να προήλθε από τη λεγόμενη διαλογική διαδικασία του Πλάτωνα, αλλά κατά τους προσωκρατικούς αυτός ο διάλογος δεν σταματούσε στα όρια των διαλεγομένων εννοιών. Αυτός εισήρχετο και συνέχιζε μέσα στις ίδιες τις έννοιες, χωρίς ν’αφήνει απαραβίαστα όρια μεταξύ τους, αντανακλώντας την αντιφατικότητα του Είναι). Ο Χ. Θεοδωρίδης μολονότι δέχεται την ύπαρξη διαλεκτικής λογικής, επιμένει ότι δεν είναι κατασταλαγμένη. Ένας άλλος διακεκριμένος διανοητής της αριστεράς, ο Ε. Μπιτσάκης, στο έργο του "Διάλεκτική και Νεώτερη Φυσική" με τη σειρά του θέτει το ερώτημα: "αν η διαλεκτική είναι επιστήμη κι αν οι νόμοι της έχουν το status των επιστημονικών νόμων", κι ο Ε.Μπιτσάκης καταλήγει: "…η φιλοσοφία δεν είναι ειδική επιστήμη όπως η φυσική ή η χημεία. Οι νόμοι της κατά συνέπεια δεν μπορούν να έχουν το status των φυσικών και γενικά των ειδικών επιστημών… ”. Συνεχίζοντας ο κ. Μπιτσάκης θέτει το πρόβλημα της διαλεκτικής λογικής. "Υπάρχει ή όχι διαλεκτική λογική"; Κι απαντά: "Η διαλεκτική λογική είναι η λογική της αντίθεσης και όχι της αντίφασης. Εκφράζει την ύπαρξη αντιθέσεων στα ίδια τα πράγματα την συγκεκριμένη και ιστορικά διαφοροποιούμενη ενότητα αμοιβαία αποκλειομένων κατηγορημάτων. Εκφράζει την ύπαρξη απλών αντιθέσεων, που συνιστούν μια σχετικά στάσιμη αντιθετική ολότητα ή ύπαρξη αντιθέσεων που η σχέση τους εξελίσσεται και που η αντίθεση μπορεί να λυθεί με την καταστροφή του ενός πόλου της. Πως όμως είναι δυνατό να εκφραστεί η σύνθετη αντιθετική κίνηση του πραγματικού, η γένεση κι’η καταστροφή των μορφών στο επίπεδο της νόησης; Η λογική αντίφαση είναι απαράδεκτη και για τη διαλεκτική λογική. Η λογική της αντίθεσης δεν είναι αντιφατική". Και ο Ε. Μπιτσάκης παραθέτει την άποψη του Η. Lefebvre: "Η διαλεκτική νόηση ορίζεται κι αυτή από κανόνες και νόμους, διαψεύδει την τυπική λογική αλλά δεν την καταργεί, δεν πέφτει στο παράλογο. Η διαλεκτική δεν επιτρέπει για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια στιγμή, να διατυπώνουμε αντιφατικές αποφάνσεις. Δεν επιτρέπεται να πούμε ότι αυτό το χαρτί είναι ταυτόχρονα λευκό και μαύρο. Από όπου και το αξίωμα ότι"η θεωρία των αντιθέσεων δεν μπορεί να είναι αντιφατική".
Εδώ ο κ. Λεφέμπβρ ισχυρίζεται ότι "η αρχή της μη αντίφασης", που πάνω της πατά "η αρχή της ταυτότητας" κι επικροτεί ο κ. Μπιτσάκης, είναι η πεμπτουσία της λογικής και κατ’επέκταση της διαλεκτικής, μια που και η διαλεκτική λογική δεν πρέπει να αντιφάσκει, αφού σύμφωνα με το απλοϊκό παράδειγμα τους, το άσπρο χαρτί δε μπορεί συγχρόνως να είναι και μαύρο. Θα μπορούσα ν’αντικρούσω αυτή τη βεβαιότητα των Μπιτσάκη και Λεφέμπβρ, μια που όλοι ξέρουμε ότι στη φύση όλα τα χρώματα είναι προσεγγιστικές συμβάσεις που δεν υπάρχουν ως καθαυτά, αλλ’αυτή είναι μια άλλη συζήτηση που θα αποπροσανατόλιζε την ουσία αυτού του θέματος. Τονίζω επίσης ότι ο Χέγκελ, ο Έγκελς κι ο Ηράκλειτος, δέχονται ότι η αντιφατικότητα είναι η ουσία της διαλεκτικής λογικής, ο καθένας με τον δικό του τρόπο.
Επισήμανση:
Ο Ορθολογισμός υπακούει στην αντιθετικότητα, ενώ η Διαλεκτική στην αντιφατικότητα. Στην αντιθετικότητα τα ενάντια αλληλεπιδρούν αφήνοντας απαραβίαστα έσχατα όρια μεταξύ τους, ενώ στην αντιφατικότητα τα ενάντια αλληλεπιδρούν χωρίς ν'αφήνουν κάποιο απαραβίσατο όριο μεταξύ τους, συνιστώντας αντιφατικές ενότητες.
Επίσης: Δεν μπορεί κάποιος να είναι πέρα για πέρα υλιστής αν δεν είναι διαλεκτικός αλλά ούτε πέρα για πέρα διαλεκτικός αν δεν είναι υλιστής.
Υπάρχει σήμερα μια ασάφεια που θέλει την ύπαρξη δύο Διαλεκτικών, μία αντιθετική και μία αντιφατική:
Α. Η Αντιθετική Διαλεκτική, δέχεται ότι στο βάθος του κόσμου υπάρχει ως κάποια εσχατολογική υπόσταση ενώ η γλώσσα που τον περιγράφει συντίθεται από μια σειρά έσχατα και αναλλοίωτα στοιχειώδη (γνώσιμα ή όχι), που αλληλεπιδρούν χωρίς να παραβιάζουν τα όρια μεταξύ τους, συνιστώντας έτσι ένα δυναμικό ορθολογικό διαφορικό λογικο-γλωσσικό σύστημα. Tα στοιχειώδη που συνιστούν αυτό το λογικο-γλωσσικό σύστημα προϋποθέτουν, η λειτουργία του συστήματος από μια στιγμή και μετά, να επαναλαμβάνει επ’άπειρον μια συγκεκριμένη, τετελεσμένη και πεπερασμένη σειρά παιγνίων, που μπορούν να ονομαστούν "συνθετικά πρότυπα του τέλους". Αυτά τα στοιχειώδη βρίσκονται εκεί ιδεατά εκ των προτέρων, περιμένοντας την πραγματοποίησή τους απ’την ακολουθία της λειτουργίας του συστήματος. Ο Αριστοτέλης τη διαδικασία αυτή, ονόμασε Εντελέχεια. Tο σύστημα αυτό είναι τελεολογικό, κλειστό, πεπερασμένο, μιας ορθολογικής αντικειμενικότητας με όρους και όρια απόλυτα προκαθορισμένα, που προϋποθέτει την ύπαρξη "Kόσμου Ιδεών", του οποίου το φαινομενικό γίγνεσθαι περιμένει ν’αναφανεί από την εξέλιξη της λειτουργίας αυτού του δυναμικού ορθολογικού συστήματος. Υπάρχει η υπόνοια ότι η λεγόμενη από τον Σπινόζα "Υπόσταση" θεωρείται ένα τέτοιο σύστημα η λογικο-γλωσσίκή σύνταξη του οποίου είναι ένας δυναμικός ορθολογισμός.
Β. Η Αντιφατική Διαλεκτική που δέχεται ότι ο κόσμος και η γλώσσα που τον περιγράφει, είναι Όλον σε συνεχή εξέλιξη. Γι’αυτό δεν συντίθεται από στοιχειώδη έσχατα κι αναλλοίωτα, αλλά από αντιφατικά και αυτοαναιρούμενα, τα οποία αλληλεπιδρώντας, δεν αφήνουν απαραβίαστα περιθώρια μεταξύ τους. Στον αντιφατικό αυτό κόσμο για να υπάρχει ένα γεγονός, πρέπει να καταλύεται-συντιθέμενο από υπογεγονότα κατώτερου επιπέδου (από τα πυρίδια του Ξενοφάνη, το αείζωον πυρ -ενέργεια- του Ηράκλειτου ή τον δυναμικό αιθέρα των Μιλησίων), τα οποία καί αυτά καταλύονται-συντιθέμενα με τον ίδιο τρόπο, επ’άπειρον. Δηλαδή έως το έσχατο επίπεδο, (τον αντιφατικό πυθμένα του κόσμου, όπως τον έδειξε ο Ζήνων), όπου τ’αντιφατικά στοιχειώδη τείνοντας για μηδενικό μέγεθος τείνουν συγχρόνως και για άπειρο, όντας ακίνητα και ακαριαία, συνθέτοντας ως υπόσταση την Αντιφατικότητα Γυμνή δηλαδή το Εν Δυνάμει Είναι, όπου εκεί υπάρχουν συγχρόνως εν δυνάμει όλα τα πρόσωποα και κανένα.
Σύμφωνα λοιπόν με τους προσωκρατικούς: [Για να είναι ένα στοιχειώδες αντιφατικό έχοντας καταλυτικο-συνθετική φύση, πρέπει να διέρχεται εντός του μια συνεχής ροή-αντιροή υπογεγονότων (ενέργειας), τα οποία περνώντας μέσα από το γεγονός, φεύγουν για το σύμπαν επιστρέφοντας συνεχώς στο γεγονός. Αυτά ακολουθώντας αυτή τη διαδικασία, καταρχήν αλληλεπιδρούν σταδιακά με τα γεγονότα του εγγύτερου περιβάλλοντος, μετά μ’αυτά του απώτερου και τελικά με το σύμπαν, που είναι ο απώτατος ο Άλλος εαυτός, δηλαδή ο έσχατος συμπαντιακός αντίλογος του γεγονότος εξαιτίας του οποίου το υπογεγονός αλλάζει σταδιακά και επιστρέφοντας πίσω αλλάζει και το ίδιο το γεγονός από το οποίο ξεκίνησε. Επειδή όμως το σύμπαν των προσωκρατικών είναι άπειρο, η διαδρομή αναχώρησης-επιστροφής των υπογεγονότων στο σύμπαν δεν είναι απόλυτα κυκλική, αλλά πυκνή σπειροειδώς ελλειπτική. Έτσι επιστρέφοντας τα υπογεγονότα στη θέση δεν επαληθεύουν απόλυτα το καταλυτικο-συνθετικό γεγονός, αλλά το διαψεύδουν-επαληθεύοντάς το σιγά-σιγά λίγο πιο κει, κάνοντάς το να Είναι-Αυτό-Άλλο-Αλλού. Αφού λοιπόν το γεγονός συνεχώς αλλάζει-αλλάζοντας θέση συγχρόνως, ουσιαστικά κινείται εντός του. Κι επειδή τα όρια του αντιφατικού στοιχειώδους συνεχώς παραβιάζονται απ’τον εαυτό τους ταξιδεύοντας στο σύμπαν, περιέχουν στιγμιαία κάθε φορά με έναν δικό τους τρόπο κι ένα ολοκληρωμένο του πρόσωπο Όλου. Ο τρόπος αυτός είναι ο κώδικας του κόσμου όπως είναι κάθε στιγμή γεγραμμένος στο κάθε συγκεκριμένο αντιφατικό στοιχειώδες κατά την διάρκεια της αναχώρησης-επιστροφής των υπογεγονότων του στο σύμπαν και την αλληλεπίδρασή του μ’αυτό. Δηλαδή όπως το γεγονός έχει εξελιχθεί ως τη στιγμή της μορφοποίησής του, περιέχοντας με τρόπο δαιδαλώδη και παράκεντρο όλα τα πρόσωπα και τις στιγμές του έως τότε κόσμου. Αντιφατικά ο κόσμος μας είναι Ένα-Όλον-Ανοικτό, μια Γλώσσα σε συνεχές Γίγνεσθαι, όπου τα στοιχειώδη του περιέχουν το ανεπανάληπτο και τη δυνατότητα του απείρου ως αποτέλεσμα του ίδιου του εαυτού του]
Υπενθύμιση Α: Στο έργο του "Η Δυναμική του Ελαχίστου", ο διακεκριμένος διανοητής της αριστεράς Ε. Μπιτσάκης μας πληροφορεί ότι σύμφωνα με τον μεγάλο επιστήμονα και ανθρωπιστή Μπωμ: Στην κβαντομηχανική, η θεωρία του πεδίου περιγράφει την κίνηση των στοιχειωδών σωματίων, ως δημιουργία-καταστροφή τους. Έτσι αν ένα ηλεκτρόνιο υποστεί σκέδαση από την αρχική του πορεία σε διαφορετική, αυτό το περιστατικό περιγράφεται ως "καταστροφή" αυτού του ηλεκτρονίου και "δημιουργία" άλλου που κινείται σε νέα κατεύθυνση. Δηλαδή δεν υπάρχει σωμάτιο που να διατηρεί πάντα την ταυτότητά του. Έτσι αν δούμε την παράσταση του πεδίου κίνησης ενός ελευθέρου σωματίου βαθύτερα, διαπιστώνουμε ότι η κίνησή του περιγράφεται μαθηματικά ως μια σειρά καταστροφής-αναδημιουργίας που έχει συγχρόνως ως αποτέλεσμα τη συνεχή αλλαγή του σωματίου μέσ’το χώρο.
Υπενθύμιση Β, λέει ο Ηράκλειτος: Στον ίδιο ποταμό δεν ξαναμπαίνουμε ούτε την ίδια ουσία ξαναγγίζουμε γιατί όλ’αλλάζουν βίαια και γρήγορα, φεύγουν-επιστρέφοντας, σκορπάνε-μαζεύοντας, καταλύονται-συντιθέμενα, Είναι-ΜηΌντας. Και ο Ζήνων συμπληρώνει: Το κινούμενο δεν κινείται ούτε στον τόπο που βρίσκεται ούτε στον τόπο που δεν βρίσκεται. Δηλαδή κινείται δια μέσου του γίγνεσθαι μέσα στον εαυτό του.
Διαπιστώνουμε λοιπόν ότι η σύγχρονη επιστήμη αντιλαμβάνεται την κίνηση και συμπεριφορά των κβαντικών γεγονότων όπως ο Ηράκλειτος κι ο Ζήνων.
(Αν ο αναγνώστης θέλει να πληροφορηθεί εκτενέστερα περί αυτού, μπορεί ν'αποτανθεί στην ανάρτησή μου περί "Διαλεκτικής Υλιστικής Σκέψης" thodoroskavasisblogspot.com).
ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΤΗΝ ΑΠΌΔΟΣΗ ΤΟΥ Θ. ΘΩΜΑΔΑΚΗ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΤΟΥ ΙΛΙΕΝΚΟΦ
"Στον Έγκελς ολόκληρη η ζωντανή ανθρώπινη πράξη εισορμά στην ίδια τη θεωρία της γνώσης και προσφέρει το αντικειμενικό κριτήριο της αλήθειας: όσο καιρό δεν γνωρίζουμε ένα νόμο της φύσης, ο νόμος αυτός που υπάρχει και δρά ξέχωρα από τη γνώση μας, μας κάνει δούλους της τυφλής αναγκαιότητας. Από τη στιγμή όμως που γνωρίζουμε αυτόν τον νόμο, που δρα (όπως επανέλαβε χιλιάδες φορές ο Μαρξ) ανεξάρτητα από τη βούλησή και τη συνείδησή μας, είμαστε κύριοι της φύσης".
Εγώ πιστεύω ότι αυτή η επισήμανση είναι υπερβολική. Λένε οι αρχαίοι Πάγανες Διαλεκτικοί τους οποίους ξεχνάμε: όποιος μιμήται ενάρετα τον Θεό (τη Φύση) δικαιούται μερίδιο. Δηλαδή ποτέ μα ποτέ δεν είμαστε κύριοι της φύσης αφού υπάρχουμε μέσα σ'αυτήν σαν στοιχεία της. Μπορούμε όμως να λέμε ότι κατανοούμε τη φύση και με την πράξη μας αποκομίζουμε ωφέλη απ'αυτήν, υποκαθιστώντας την.
Και συνεχίζει: Η κυριαρχία πάνω στη φύση που εκδηλώνεται με την πρακτική δράση της ανθρωπότητας, είναι αποτέλεσμα της αντικειμενικά πιστής αντανάκλασης των φαινομένων και του προτσές της φύσης στον ανθρώπινο εγκέφαλο, είναι απόδειξη του γεγονότος ότι αυτή η αντανάκλαση (μέσα στα όρια που μας δείχνει η πράξη) είναι μια αντικειμενική αιώνια αλήθεια. (Λένιν άπαντα τομος 18 Υλισμός και εμπειροκριτισμός, σελ. 201)
Δεν είμαι γραμματικός ούτε λόγιος αλλά εδώ έχω κάποιες ενστάσεις μολονότι αυτό είναι κείμενο του Λένιν τον οποίον θαυμάζω. Αυτή η αντίληψη της αντικειμενικά πιστής αντανάκλασης της φύσης στην ανθρώπινη συνείδηση εκφράζεται εδώ υπερβολικά, αφού αυτή η αντανάκλαση δεν γίνεται μιας και δια παντός ώστε να συνιστά (όπως ισχυρίζεται ο Λένιν μιαν αιώνια αλήθεια) αλλά είναι μια ατέρμονη πορεία αλληλεπίδρασης ανθρώπινου εγκεφάλου και εμπειρικής διαδικασίας. Οι "αλήθειες" αλλάζουν σιγά-σιγά κατά την πορεία της γνώσης, αλλά και το όργανο της σκέψης μέσα απ'αυτή τη διαδικασία αναβαθμίζεται. Λένε οι αρχαίοι: Η μεγάλη ευθεία οφείλει να είναι κυρτή. Αυτή η πρόταση μολονότι κανόνας της διαλεκτικής, όπου η μέγιστη συσσώρρευση δίνει νέα ποιότητα, δεν γίνεται άμεσα αποδεκτή από τον άνθρωπο. Ο άνθρωπος την αντιλαμβάνεται μετά από μια πορεία αυτογνωσίας και αναβάθμισης του Είναι του ως νοόν υποκείμενο. Ακόμα και η αντικειμενικότητα στην οποία στηρίζεται ο αριστοτελικός ορθολογισμός και μας έχει οδηγήσει ως τον Νεύτωνα, με τη σύγχρονη αντίληψη περί επιστημονικότητας όπως διαμορφώνεται με την εμφάνιση της Θεωρίας της Σχετικότητας και της Θεωρίας των Κβάντα αμφισβητείται βίαια και μαζί της αμφισβητείται και ο ίδιος ο ορθολογισμός, ανοίγοντας πλέον την πόρτα της αληθινής διαλεκτικής στη επιστήμη. Ακόμα ο αληθινός κόσμος όντας σε συνεχές γίγνεσθαι δεν μπορεί με κανένα τρόπο να θεωρηθεί απόλυτα αντιληπτός, το απόλυτο δεν συμβηβάζεται με την Διαλεκτική. Λένε οι αρχαίοι: στον ίδιο ποταμό δεν ξαναμπαίνουμε, ούτε την ίδια ουσία ξαναγγίζουμε, γιατί όλα αλλάζουν βίαια και γρήγορα φεύγουν-επιστρέφοντας, απλώνουν-μαζεύοντας, καταλύονται-συντιθέμενα, Είναι-ΜηΌντας. Κάποιοι αρχαίοι ήταν περισσότερο επαναστάτες τουλάχιστον στη νόηση, απ'τους μεγάλους επαναστάτες της εποχής μας.
Εδώ πρέπει να μιλήσουμε και για την αντίληψη για την αντανάκλαση με την οποία προσλαμβάνεται η γνώση σύμφωνα με την παραδοσιακή διαλεκτική: Η παραδοσιακή διαλεκτική για να μην πέσει στον σολιψισμό και τον ιδεαλισμό του Επισκόπου Μπέρκλευ, τονίζει με έμφαση την αντικειμενικότητα των όντων και της νόησης (η αντικειμενικότητα προϋποθέτει, πως όταν κάτι συμβεί σε ένα υλικό σύστημα δεν είναι αναγκαίο να συμβεί κάτι και σε κάποιο άλλο σύστημα) και για να μπορέσει να δικαιολογήσει αντικειμενικά το νοείν αποδέχεται τη θεωρία της αντανάκλασης της γνώσης μέσω των αισθήσεων στον ανθρώπινο εγκέφαλο. Αυτή όμως η αντίληψη αμφισβητείται απο αρχαιοτάτων χρόνων. Δηλαδή οι προσωκρατικοί αλλά και ο Πλάτων, άφηναν να εννοηθεί ότι η γνώση είναι κάτι πιο περίπλοκο από την αντανάκλαση του αντικειμενικά έξω από τη συνείδησή μας υπαρκτού κόσμου στον άνθρωπο. Επείδη αυτή μου η αντίληψη για τους προσωκρατικούς είναι παρακινδυνευμένη θα τους παρακάμψω και θα υπενθυμίσω ότι στη σύγχρονη επιστήμη και μάλιστα στην Κβατομηχανική, η αντικειμενικότητα των συστημάτων αμφισβητείται βίαια όπως και ο ντετερμινισμός.(Ο αναγνώστης ας διαβάσει περί αυτού στην εργασία μου "Διαλεκτική Υλιστική Σκέψη" και το μέρος για την "Πράξη της Μέτρησης στην Κβαντομηχανική και την Φιλοσοφική της Διάσταση"). Ήδη από την εποχή του Πλάτωνα η νόηση δεν αντιμετωπιζόταν ως απλή αντανάκλαση του κόσμου στα αισθητήρια όργανα του ανθρώπου, αφού κι ο σκύλος εδέχετο την ίδια αντανακλαση αλλά αντιλαμβανόταν την πραγματικότητα διαφορετικά. Κατά τον Πλάτωνα λοιπόν "γνωρίζουμε" όχι μόνο γιατί προσλαμβάνουμε την αντανάκλαση των εμπειρικών διεγέρσεων, αλλά και γιατί έχουμε ιδεατές αντιστοιχίες του γύρω κόσμου μέσα στον νου μας. Δηλαδή κοινωνούμε με έναν Κόσμο των Ιδεών. Αυτή τη σύλληψη πήρε ο Καντ και την μετονόμασε "εκ των προτέρων γνωστική δυνατότητα" του ανθρώπου και μάλιστα όρισε ότι αυτή είναι η βάση της επιστημονικότητας της Μεταφυσικής, η οποία σχετίζεται με την Νόηση. Μετά όμως την ανακάλυψη του DNA και την αποδοχή ότι αυτός ο εκ των προτέρων γνωστικός μηχανισμός δεν είναι απόλυτα εκ των προτέρων, αλλά είναι μια κληρονομική εμπειρική συσσώρευση δια της οποίας ο άνθρωπος έχει εσωτερικές αντιστοιχίες για να μπορεί να γνωρίζει, η επιστημονικότητα της μεταφυσικής των Καντ, Χέγκελ και όλων των ευρωπαίων ιδεαλιστών κατέβηκε από το άρμα της μεταφυσικής και πέζεψε στη γη.
Από κει λοιπόν έχουμε ένα άλλο υλιστικό αφήγημα για το πως η γνώση είναι λογικά δυνατή: Επειδή ο άνθρωπος δεν είναι δημιούργημα του θεού αλλά αποτέλεσμα του παγκοσμίου γίγνεσθαι είναι αυτός ο ίδιος μια κωδική πλοκή που περιέχει όλο το παγκόσμιο γίγνεσθαι μέσ'τη δομή του DNA του και από κει του εγκεφάλου του. Γνωρίζουμε λοιπόν γιατί, όλη η πορεία του κόσμου είναι γεγραμμένη κωδικά μέσα μας, δηλαδή εμείς οι ίδιοι είμαστε μια έκφανση αυτής της κωδικής γραφής.
Όταν η εμπειρία εισέλθει στον εγκέφαλο που είναι ένας απύθμενος γνωστικός μηχανισμός που περιέχει κωδικά όλο το γίγνεσθαι του κόσμου, η εμπειρία αφυπνίζει την κωδική γραφή και την αποκωδικοποιεί έτσι που γίνεται γνώση. Η αντανάκλαση αυτή λοιπόν γίνεται "σ'έναν καθρέφτη που περιέχει ήδη την εικόνα και η εμπειρία την επιβεβαιώνει μετατρέποντας της σε γνώση".
Μας πληροφορεί ο κ. Θωμαδάκης ότι ο Ιλιέγκοφ ήταν διδάκτορας "φιλοσοφικών επιστημών" στο ινστιτούτο φιλοσοφίας ακαδημαϊκών επιστημών της ΕΣΣΔ και τιμήθηκε με το βραβείο Τσερνιτσέφσκι το 1965. Δηλαδή μ'άλλα λόγια ήταν το χαϊδεμένο παιδί μιας Σοβιετίας που είχε πλέον πάψει να είναι σοβιετική κι έψαχνε με μανία τον δρόμο προς την παλινόθωση του καπιταλισμού. Αυτό το αναφέρω όχι για να υποβιβάσω τον Ιλιένγκο αλλά για να δείξω ότι η επισήμανση του κ. Θωμαδάκη ο οποίος πάρα κάτω μας πληροφορεί ότι το έργο του Ιλιέγκο είχε περικοπεί από την σταλινική γραφειοκρατία, είναι υπερβολική. Σ'αυτό τον επάρατο σταλινισμό, οι αντικαθεστωτικοί όπως ο Ιλιένκοφ βραβεύονται, ο Τάτλιν αμοίβεται με μόνιμη δουλειά σαν σκηνογράφος στα Μπολσόι και ο Μπόρις Πάστερνακ, όταν κάποιοι "κόβουν" τα διηγήματά του από την Ισβέστια δέχεται τηλεφώνιμα από τον ίδιο τον Στάλιν που τον ρωτά γιατί σταμάτησε να γράφει και όταν πληροφορείται ότι τον έκοψαν τον προτρέπει να επανέλθει.
Ο Ιλιέγκοφ σύμφωνα με το κ. Θωμαδάκη συνέχισε το έργο του Λένιν για μια συστηματικά αναπτυγμένη έκθεση της διαλεκτικής όπως είναι η λογική και η θεωρία της γνώσης του σύγχρονου διαλεκτικού υλισμού.
Σύμφωνα με τον κ. Θωμαδάκη μέσα από το επαναστατικό μήνυμα της γραφής του, επετέθει ενάντια στον πολιτικό εκφυλισμό της γραφειοκρατικής κλίκας του Κρεμλίνου για την ανατροπή της σταλινικής γραφειοκρατίας, όπως χαρακτηριστικά επισημαίνει κι αείμνηστος Τζέρυ Χίλι διαβάζοντας τη Διαλεκτική Λογική του η οποία είχε εκδοθεί στα αγγλικά από τις ρωσικές εκδόσεις της επάρατης σταλινικής γραφεικρατικής κλίκας του Κρεμλίνου, -για να τον φιμώσουν και να εξαφανίσουν τα γραφτά του; Για το λόγο αυτό δηλαδή για να τον τιμωρήσουν, σύμφωνα με τον κ. Θωμαδάκη, του προσέφεταν βραβείο και θέση διδασκαλίας στην ακαδημία.
Ενάντια στη τυπική λογική και γενικότερα στη μεταφυσική σκέψη, η οποία σύμφωνα με τον Λένιν είναι ανίκανη να αξιοποιήσει διαλεκτικά τη Θεωρία της Αντανάκλασης στο προτσές και την ανάπτυξη της γνώσης, ο Ιλιένκοφ γράφει: Αντικείμενο ή θέμα μελέτης μας γενικά και σαν όλον, είναι η νόηση, το σκεπτέσθαι. Η Διαλεκτική Λογική έχει σαν στόχο της ν'αναπτύξει μιαν επιστημονική απεικόνιση της νόησης στις αναγκαίες στιγμές και με την αναγκαία αλληλουχία, που δεν εξαρτώνται καθόλου ούτε από τη θέλησή μας ούτε από τη συνείδησή μας.
Και συνεχίζει: Δεν υπάρχουν δύο διαφορετικά και κατ'αρχήν αντίθετα αντικείμενα μελέτης -το σώμα και η νόηση- αλλά μόνον ένα μονδικό αντικείμενο, που το σκεπτόμενο σώμα του ζωντανού, του πραγματικού ανθρώπου (είτε κάποιου άλλου ανάλογου όντος, αν υπάρχει κάπου στο διάστημα)... Ο ζωντανός σκεπτόμενος άνθρωπος, το μοναδικό σκεπτόμενο σώμα που γνωρίζουμε, δεν αποτελείται από δύο καρτεσιανά ήμισυ -από την νόηση που στερείται σώματος και το σώμα που στερείται νόησης... Αυτό που σκέπτεται δεν είναι η ιδιαίτερη ψυχή που τοποθετείται από τον θεό στο ανθρώπινιο σώμα σαν προσωρινή κατοικία..., αλλά το ίδιο το σώμα του ανθρώπου. Η νόηση είναι μια ιδιότητα, ένας τρόπος ύπαρξης του σώματος, όπως η έκτασή του δηλαδή η διάταξή του μέσα στον χώρο και τη θέση του ανάμεσα στ'άλλα σώματα. (Έβαλτ Ιλιένκοφ:Διαλεκτική Λογική).
Η πρόταση αυτή του Ιλιένκοφ μολονότι σε γενικές γραμμές σωστή δεν είναι δα τώρα πια επαναστατική. Ακόμα κι οι ορθολογιστές οι οποίοι αντιτίθενται βίαια στη διαλεκτική δεν διαφωνούν μ'αυτήν. Εξ'άλλου οι γνώστες της αρχαιοελληνικής γραμματείας γνωρίζουν ότι όλ'αυτά έχουν εξαντληθεί απ'τους προσωκρατικούς και μόνο μετά την είσοδο στο διαλογικό προσκήνιο του Πλάτωνα αυτό άλλαξε με την πρότασή του για τον Κόσμο των Ιδεών. Όμως ο Πλάτων αυτή του την πρόταση έκανε για να δώσει απάντηση στο ερώτημα πως η νόηση είναι λογικά δυνατή. Βέβαια και ο Πλάτων γονιμοποίησε τις απόψεις του Παρμενίδη για το ΕΟΝ (το Υπάρχον) αλλά και την άποψη του Αναξαγόρα για τον "Νου", που είναι ένα είδος συμπαντιακής νόησης και νοητικής Υπόστασης με την οποία ο άνθρωπος κοινωνεί κι έτσι μπορεί να νοεί. Ο Άνθρωπος κατά τον Πλάτωνα κοινωνώντας με τις ιδέες διαθέτει εσωτερικές λογικές αντιστοιχίες για να μπορεί να κατανοεί και να οργανώνει μέσα στον Νου του τον κόσμο. Οι Ιδέες λοιπόν για τον Πλάτωνα δεν είναι κάτι ξέχωρο από το Είναι, υπάρχοντας μόνες τους έξω από την ανθρώπινη φύση. Το πράγμα χάλασε από τότε που ο Καντ εντάσσοντας την Νόηση μέσα στη Μεταφυσική θεώρησε ότι ο άνθρωπος έχει έναν εκ των προτέρων γνωστικό μηχανισμό μέσα του, που ως εκ των προτέρων έχει φύση μεταφυσική. Αυτός συνέραψε την άποψη του Πλάτωνα περί ιδεών με ό,τι συνήγαγε από το αριστοτελικό Όργανο για την ορθή λογική.
Εδώ θα κάνω μια παρεμβολή η οποία μπορεί να αποδόσει αργότερα και να διαλευκάνει ορισμένες αντιλήψεις του Ιλιένκοφ από τώρα. Υπάρχει εδώ μια ιδεαλιστική υπερβολή στην οποία ο Ιλιένοφ υποπίπτει ακολουθώντας τις αντιλήψεις περί νόησης του Μπαρούχ Σπινόζα. Η νόηση σύμφωνα με κάποιες προτάσεις του Σπίνόζα δεν απορρέει από τον ανθρωπο αλλά από την συμπαντιακή-σκεπτόμενη Υπόσταση του Είναι. Αυτήν την συμπαντιακή σκεπτόμενη Υπόσταση του Είναι, ο Αναξαγόρας είχε δυο χιλιάδες χρόνια πριν τον Σπινόζα είχε ονομάσει "Νου". Αυτό τον Νου ο Χέγκελ αργότερα ονόμασε Απόλυτο ή παγκόσμιο Εγώ το οποίο υπάρχει πίσω από την έννοια των "εγώ" ως συγκεκριμένων κ.λπ. Όλα αυτά όμως αποπνέουν μια δυσοσμία μεταφυσική γιατί σιτίζονται εκεί που αποπατεί η Υλιστική Διαλεκτική. Διαλεκτικά-υλιστικά το νοείν απορρέει από τον εγκέφαλο ο οποίος αξιοποιεί την εμπειρία και η εμπειρία του δίνει τη δυνατότητα ν'αυτο-οργανώνεται, ανεβάζοντας το επίπεδο των δυνατοτήτων του. Κι επειδή φτάσαμε ως εδώ πρέπει να ορίσω τον τρόπο που το κατανοώ. Ήδη από την εποχή των προσωκρατικών, το Είναι, το Νοείν και το Λέγειν συμπίπτουν, δηλαδή συνιστούν μιαν αδιάρρηχτη ενότητα. Δεν είναι λοιπόν σύλληψη του Σπινόζα η ενότητα Νοείν και Είναι, αλλά των προσωκρατικών. Ακόμα πάρα κάτω οι προσωκρατικοί διαφωνούν στο "πως και που" συνίσταται αυτή η ενότητα ή ακόμα στο πως γίνεται κατανοητή από τον άνθρωπο. Και οι δύο βάρδοι της νόησης Ηράκλειτος και Παρμενίδης συμφωνούν ότι το Νοείν και το Είναι συμπίπτουν στον Λόγο. Δηλαδή και για τους δύο ο Λόγος συγκεντρώνει μέσα του το Νοείν και το Είναι. Διαφοτερικός όμως είναι ο Λόγος του Ηράκλειτου από αυτόν του Παρμενίδη. Ο Λόγος του Παρμενίδη είναι αντιθετικός, ενώ ο Λόγος του Ηράκλειτου αντιφατικός. Ο αντιθετικός Λόγος περιγράφει και ορίζει την Ορθολογική σκέψη, ενώ ο αντιφατικός την Διαλεκτική σκέψη. Κατά την αντιθετικότητα τα ενάντια αλληλεπιδρούν αφήνοντας απαραβίαστα όρια μεταξύ τους, ενώ κατά την αντιφατικότητα τα ενάντια αλληλεπιδρούν χωρίς ν'αφήνουν απαραβίαστα όρια μεταξύ τους συνιστώντας αντιφατικές ενότητες στις οποίες τα ενάντια γεννούν το ένα το άλλο, αλλά συγχρόνως το μάχονται κιόλας.
Η διαφορά της διαλεκτικής με τον ορθολογισμό έχει ήδη ξεκαθαριστεί πριν 2500 χρόνια κι εμείς ακόμα τσαλαβουτάμε αμέριμνα και χωρίς διαλογική συνέπεια μεταξύ ορθολογισμού και διαλεκτικής, ονομάζοντας "διαλεκτική" πάρα πολλές φορές διάφορες μορφές ορθολογισμού και ειδικά τον δυναμικό (διαφορικό) ορθολογισμό, ο οποίος είχει ήδη ολοκληρωθεί από τον Νεύτωνα και τον Λάιμπνιτς. Ο Μπαρούχ Σπινόζα είναι ένας ηρωικός διανοητής ο οποίος μολονότι εβραϊκής καταγωγής (που σημαίνει ότι εδέχτει αφόρητες πιέσεις από την Συναγωγή), κατά τα τέλη του μεσαίωνα, σήκωσε το ανάστημά του ενάντια στο Ιουδαϊκό και το Χριστιανικό σκότος, το οποίο είχε πια αποκτήσει και φιλοσοφικό υπόβαθρο. Ο ακρογωνιαίος λίθος αυτού του υπόβαθρου ήταν ο Ντεκάρτ και οι ανερχόμενοι τότε χριστανο-ιδεαλιστές. Οι ευρωπαίοι φανατικοί χριστιανοί, λεηλάτησαν και κατέστρεψαν τον Ελληνιστικό κόσμο. Κατέστρεψαν τα αγάλματά τους γιατί παρουσίαζαν το γυμνό ανθρώπινο σώμα, αφού η ομορφιά σ'έναν τέτοιο κόσμο του σκότους, θεωρήθηκε ύβρις όπως και η ομορφιά της σκέψης, αφού η ελεύθερη σκέψη ήταν το απαγορευμένο. Αυτή η ελεύθερη σκέψη ύβριζε σηκώνοντας αντίλογο στον ιερό λόγο του θεού, έτσι οι βιβλιοθήκες έπρεπε να καούν. Οι ευρωπαίοι λοιπόν όταν άρχιζαν να βγαίνουν απ'το σκότος της χριστιανικής πίστης τους, άρχισαν να σκαλίζουν τις καμένες βιβλοθήκες και ν'ανακαλύπτουν μέσα στα καμένα ξανά τον αληθινό κόσμο. Ένας απ'αυτούς ήταν κι ο Σπινόζα. Πήρε τον ορθολογισμό και τον ντετερμινισμό του Παρμενίδη, πήρε την ορθολογική τυπικότητα του Αριστοτέλη και την ελληνιστική επιστημονικότητα της ευκλείδειας γεωμετρίας και κατασκεύασε μια ιδιόμορφη και ευφυή θεωρία. Το να χρησιμοποιείται όμως αυτή του η θεωρία σαν προπομπός της διαλεκτικής είναι ανοησία. Αφού αυτή είναι εκνευριστικά και πέρα για πέρα ντετερμινιστική.
Επίσης η περίφημα ρήση του ότι ο ορισμός είναι μια άρνηση, έχει αναλυθεί από τον Πλάτωνα αλλά και άλλους αρχαίους διανοητές όπως ο Αριστοτέλης. Αυτό είναι ένας βασικός όρος του αριστοτελικού ορθολογισμού δια του οποίου γεννώνται οι κατηγορίες. Ένα μήλο ενώ είναι μία κατάφαση, συγχρόνως είναι και μια σειρά αρνήσεων που δια μέσου αυτών οργανώνονται οι κατηγορίες. Το μήλο λοιπόν δεν είναι αχλάδι, δεν είναι πρόβατο, δεν είναι γίδι. Μοιάζει όμως με το αχλάδι, δεν μοιάζει με το πρόβατο. Όλο αυτό δεν είναι ανακάλυψη του Σπινόζα, αλλά αυτό επίσης δεν σχετίζεται με τις βάσεις της διαλεκτικής σκέψης. Είναι ο Αριστοτέλης που τα συστηματοποίησε στο Όργανον του Ορθολογισμού και από κει μας έδωσε την επάρατη τυπική ορθολογικότητα, που χωρίς αυτήν μέρι τώρα η επιστήμη δεν μπορεί να πάει πουθενά. Ο ηλεκτρονικός υπολογιστής είναι ένα κατεξοχήν υπολογιστικό όργανο ορθολογικής τυπικότητας.
Υπάρχει και μια σύλληψη του Ιλιένκοφ η οποία είναι άκρως αντεπιστημονική κατά την οποία η σκέψη δεν ταυτίζεται με την φυσιολογία του εγκεφάλου: Μέσα στο κρανίο επιμένει ο Ιλιένκοφ, δεν θα βρείτε ούτε έναν λειτουργικό προσδιοριαμό της νόησης, επειδή η νόηση είναι λειτουργία της εξωτερικής αντικειμενικής επίδρασης που προσδιορίζεται ενεργά από τη μορφή των εξωτερικών αντικειμένων και όχι από τη μορφή του σώματος του εγκεφάλου... Το μόνο σώμα που σκέπτεται από την αναγκαιότητα που ενυπάρχει στην ιδιαίτερη "φύση" του (δηλαδή στην ειδική δομή του), δεν είναι καθόλου ο μεμονωμένος εγκέφαλος, ούτε ακόμα ο άνθρωπος σαν Όλον. (Έβαλντ Ιλιένκοφ: Διαλεκτική Λογική, δοκίμιο δεύτερο, σελ 64-65)
Εγώ έχω αντιρρήσεις σ'αυτή την άποψη: Μετά την ανακάλυψη του ανθρώπινου DNA όλες οι αντιλήψεις περί νόησης πέρασαν στην επιστήμη της νευροφυσικής. Υπάρχει η αντίληψη ότι το DNΑ είναι η καταγραφή του παγκοσμίου γίγνεσθαι στον άνθρωπο ή ακόμα ότι ο άνθρωπος είναι αυτή η καταγραφή. Δηλαδή ο άνθρωπος γνωρίζει και η γνώση του είναι έγκυρη, γιατί είναι γεγραμμένη κωδικά μέσα στη δομή του ανθρώπου και ειδικά στον εγκέφαλό του. Με την είσοδο της εμπειρίας στον εγκέφαλο αποκωδιοποιείται η αρχαία καταγραφή που υπάρχει στον εγκέφαλο και μετατρέπεται σε γνώση.
Επισήμανση: Όταν μιλάμε για διαλεκτική είναι ύβρις αλλά και ανοησία να παραμερίζουμε τους Αναξίμανδρο, Ηράκλειτο, Λάο-Τσε και Ζήνωνα και να οδηγούμεθα στη διαλεκτική από τον Μπαρούχ Σπινόζα ο οποίος είναι πέρα για πέρα ορθολογιστής.
Ο Ορθολογισμός αποδέχεται ότι ο κόσμος που ερχόμαστε σε άμεση επαφή είναι φαινομενικός και ότι πίσω απ'αυτόν υπάρχει η Υπόσταση των Καθαυτών Όντων η οποία μάλιστα είναι αδύνατο να γνωστεί. Αυτή η πρόταση είναι του Παρμενίδη ο οποίος σήκωσε το διαλογικό του ανάστημα ενάντια στη Διαλεκτική των Ιώνων διανοητών και ειδικά του Ηράκλειτου.
Επειδή πολλές φορές μαθαίνουμε για μας περισσότερα από τους αντιπάλους μας, δε θα παρουσιάσω την Διαλεκτική των Ιώνων αλλά την αντιδιαλεκτική πολεμική του Παρμενίδη γι'αυτούς και ειδικά για τον Ηράκλειτο:
ΠΑΡΜΕΝΙΔΗΣ:
[ Άκουσε λοιπόν με προσοχή αυτά που θα σου πω: αυτοί οι δυο δρόμοι μόνον είναι αντιφατικοί. Ο ένας, ότι κάτι δεν μπορεί να Είναι και να Μην Είναι (να είναι-μη όντας), αυτός είναι ο δρόμος της πειθούς, γιατί απ’την αλήθεια διαφεύγει. Ο άλλος (το Μη-Είναι), όπως έχει χρέος δε μπορεί να υπάρχει. Απ'αυτόν σ’αποτρέπω τελείως, γιατί το Μη-Είναι δε μπορείς ούτε να το νοήσεις, ούτε να το γνωρίσεις, ούτε να το πεις. (Το υπάρχειν του μη-Είναι είναι η αντιφαση γυμνή)
Είναι ανάγκη το Λέγειν το Νοείν και το Είναι να συμπίπτουν, γιατί μόνο το Είναι υπάρχει, το Μηδέν δεν υπάρχει, έτσι σε συμβουλεύω να σκέπτεσαι.
Από τον δρόμο αυτό, τον πρώτο, τον αντιφατικό, σε αποτρέπω.
(είναι ο πρώτος απ’τους δυο δρόμους που παρουσιάζει στο απόσπασμα 2 και στίχο 3)
Οι θνητοί απ’αυτόν δεν έμαθαν τίποτα, γίνονται δίβουλοι, γιατί η αμηχανία στα στήθια τους σαλεύει το νου. Φαντάζουν κουφοί, τυφλοί και χαμένοι, χωρίς κρίση, αυτοί που νομίζουν ότι η συγκριτική βεβαιότητα, -είναι και δεν είναι- έγκυρη, γιατί δέχονται πως για όλα υπάρχει και αντίδρομος τρόπος
να είναι συγχρόνως.
Εγώ νομίζω ότι απ’όπου ξεκινάμε, εκεί γυρίζουμε πάλι. (Ο κόσμος είναι κλειστό σύστημα. Λέει ο Αϊνστάιν: όταν ένα σώμα στο διάστημα κινείται ευθύγραμμα και ομαλά κάποτε θα γυρίσει στη θέση που ξεκίνησε).
Η Ταυτότητα ποτέ μα ποτέ δεν θ’αναγκαστεί, να Είναι-ΜηΌντας (να αντιφάσκει). Να είσαι λοιπόν μακριά από τον αντιφατικό δρόμο και μην παρασύρεσαι από την συνήθεια, αλλά ότι βλέπεις ή ακούς, κρίνε το με τον τρόπο που σου έμαθα το δοκιμασμένο.
(Επειδή η νόηση και το είναι συμπίπτουν) μπορείς να φωτίσεις, δια μέσου των παρόντων, με τον νου (την λογική, τον ορθολογισμό) με βεβαιότητα τα απόντα. Γιατί δεν μπορεί να αποκοπεί το υπάρχον του υπάρχοντος (ο νους από το είναι), ούτε θεωρώντας τον κόσμο με την μορφή του τετμημένου (των πολλών), ούτε ως ενότητα, ως όλον.
Ο μόνος δρόμος που μπορούμε να μιλάμε γι’ αυτόν, μας μένει το Είναι. Πάνω σ'αυτόν υπάρχουν πάρα πολλά στοιχεία, όπως ότι το αθάνατο είναι αγέννητο, όλον, αταλάντευτο, τετελεσμένο. Ποτέ δεν ήταν, ούτε θα είναι (δεν έχει παρελθόν ή μέλλον), γιατί όλο αυτό μαζί είναι Ένα, συνεχές, μόνο τώρα. Τι είδους γέννα να αναζητήσεις σε αυτό; Από που προς τα που να επεκταθεί; Για το Μη-Ον, το Μη Υπάρχον, δεν μπορείς να πείς ή να καταλάβεις τίποτα, επειδή δεν υπάρχει, ούτε λέγεται ούτε νοήται. Δε μπορεί τίποτα να αναγκάσει κάτι να υπάρξει πριν ή μετά το Μηδέν. Έτσι λοιπόν κάθε τι πρέπει να συμπέσει με τό Όλον, το σύμπαν ή το μηδέν που δεν υπάρχει. Από το μη υπάρχον δε μπορεί να περιμένει κάποιος, ούτε γίγνεσθαι, ούτε όλλυσθαι, αφού αυτό ορίζει η λογική. Κάθε κρίση πρέπει να βρίσκεται μέσα σ’αυτά τα όρια: να Είναι ή να Μην Είναι. Όπως είναι αναγκαίο, ο ένας δρόμος κρίνεται ανώνυμος και χωρίς νόημα (ανύπαρκτος). Ενώ ο άλλος κρίνεται ο δρόμος της βεβαιότητας των συγκριτικών διαδικασιών όπου τα όμοια ανήκουν σε συγγενή ομάδα και είναι ο σωστός.
Εδώ σταματώ το λόγο που έχει αληθινό νόημα και θα μιλήσω για τον κόσμο της αμφίδρομης αλήθειας, της φθαρτής, τον απατηλό. Νομίζουν πως κάθετί έχει δυο τρόπους να υπάρχει έχοντας δυο μορφές, η μια δεν τους αρκεί. Εδώ ακριβώς κάνουν λάθος. Τ'αντίθετα θεωρούν ενωμένα, ενώ συγχρόνως έβαλαν διαχωριστικά όρια μεταξύ τους. Από τη μια, το αιθέριο πυρ της φλόγας, ίδιο πάντα με τον εαυτό του, απ’την άλλη, διάφορο απ’τον εαυτό του, αυτό το ίδιο ενάντια στον εαυτό του, δηλαδή σκοτάδι πυκνό μπερδεμένο. Σου μιλώ για τον φαινομενικό κόσμο, το διάκοσμο, για να μην ξεγελαστείς ποτέ απ’τη φθαρτή σκέψη.
Επειδή όλα έγιναν από φως και σκότος, με τις δικές τους δυνάμεις, και μετά σκληρή πάλη πήραν διάφορες μορφές, ό,τι "περισσεύει" είναι τόσο φως, όσο και σκότος ίσα μεταξύ τους, γιατί πέραν αυτών δεν μπορεί να υπάρξει τίποτα άλλο, ούτε κενό ].
Λέει ο κ Θωμαδάκης: Ορίζοντας τη νόηση ως ιδιότητα, ως κατηγόρημα της ύλης (Υπόσταση), ο Σπινόζα ξεπέρασε την εποχή του αφήνοντας πίσω τόσο τους ιδεαλιστές όσο και τους εκπροσώπους του μηχανιστικού υλισμού. Με την Υπόσταση, την επιστημονική αυτή ανακάλυψη, έγινε αποφασιστικός κρίκος στην ανάπτυξη της ανθρώπινης γνώσης. Αυτή είναι η μεγάλη συνεισφορά του στην ανθρωποτητα.
Εδώ ο διανοητής πρέπει νε έχει πολλές ενστάσεις. Η νοούσα Υπόσταση δεν μπορεί παρά να είναι μια θεολογική προσέγγιση στην θεωρία περί νόησης. Ο Αναξαγόρας την υπόσταση αυτή την όρισε ως "Νου" και ο Χέγκελ ως Απόλυτο-Εγώ. Από την άλλη ο Αναξίμανδρος όρισε ως υπόσταση του υλικού κόσμου το "αντιφατικό στοιχειώδες" όπου το Άπειρο είναι τόσο Μεγάλο που περιέχει ποσοτικά τα πάντα και τόσο μικρό που να περιέχεται ποιοτικά από τα πάντα. Το Μικρό το στοιχειώδες για τον Αναξίμανδρο, όντας σε συνεχή εξέλιξη έτσι είναι ποιοτικά αυτό το ίδιο Άπειρο. Και ο Ζήνων συμπληρώνει: Για να υπάρχει κάτι πρέπει να έχει μέγεθος και κάποια απόσταση από άλλο, δεν μπορεί να υπάρξει έσχατο μέρος κάποιου, ούτε του σώματος ούτε του περιθωρίου. Έτσι αν υπάρχουν πολλά είναι τόσο μικρά όσο και μεγάλα. Τόσο μικρά που είναι μηδενικού μεγέθους και τόσο μεγάλα που είναι απείρου μεγέθους. Εδώ ο Ζήνων με τον δικό του τρόπο δείχνει ότι το Είναι ως τέτοιο έχει αντιφατική φύση και ως αντιφατική Υπόσταση είναι το Εν Δυνάμει Είναι. Το εν δυνάμει Είναι είναι η αντιφατικότητα γυμνή κι έχει όλα τα πρόσωπα συγχρόνως και κανένα. Έτσι μιλά και σκέπτεται η Αντιφατική Υλική Υπόσταση. Δηλαδή δεν έχει απόλυτα δικό της Λόγο και Νόηση, αλλά όντας όλα τα πρόσωπα και συγχρόνως κανένα, γεννάται κάθε φορά από την πράξη και τους συνειρμούς του νοήμονος ανθρώπου.
Επειδή το Νοείν για τον Σπινόζα είναι ορθολογικό, το λογικο-γλωσσικό του σύστημα προϋποθέτει ότι λειτουργώντας, από μια στιγμή και μετά θ'αναπαράγει και θα επαναλαμβάνει τα ίδια λογικο-γλωσσικά παίγνια τα οποία θα μπορούσαμε να ονομάσουμε "συνθετικά πρότυπα του τέλους". Αυτά από τη στιγμή που ετέθησην οι όροι λειτουργίας του συστήματος, είναι εκεί από την αρχή περιμένοντας την πραγματοποίησή τους από αυτήν τη λειτουργία. Αυτό το σύστημα είναι αντικειμενικό, ορθολογικό, κλειστό προδιαγεγραμμένο και τετελεσμένο. Άρα δεν μπορεί να είναι Διαλεκτικό-αντιφατικό.
Εμείς λοιπόν μπορούμε να λέμε και να ορίζουμε ό,τι θέλουμε και όπως θέλουμε, αλλά αν θέλουμε να ακολουθούμε τη Λογική πρέπει να μην τσαλαβουτάμε σε αλληλο-συγκρουόμενα λογικά συστήματα γιατί γεννώνται αντινομίες.
Και βέβαια η αντίληψη περί της Υπόστασης δεν μπορεί να θεωρηθεί επιστημονική ανακάλυψη, όπως ισχυρίζεται ο κ. Θωμαδάκης, αλλά είναι μια ποιητική σύλληψη ή τέλος πάντων μια ευφυής υπόθεση.
Πάρα κάτω ο κ. Θωμαδάκης προσπαθεί να φέρει αφηρημένα παραδείγματα της μετατροπής την ποσότητας σε ποιότητα και το αντίθετο όμως η ορολογία και η διαλογική ακολουθία του είναι τόσο μίζερη που χάνεται η διαλεκτική κομψότητα του λέγειν. Λέει ο Λάο-Τσέ: "η μεγάλη ευθείθα οφείλει να είναι κυρτή", "το μεγάλο τετράγωνο δεν έχει γωνίες". Λέει ο Ηράκλειτος "η ευθύγραμμη πορεία είναι αποτέλεσμα περιστροφής" και η σύγχρονη γεωμετρία: Ο κύκλος είναι πολύγωνο απείρων γωνιών.
Με τα σημερινά δεδομένα η σύγχρονη επιστήμη έχει ανάγκη και ψάχνει επειγόντως για ένα νέο λογικό όργανο που θα μπορέσει να περιγράψει τον κόσμο και να οδηγήσει την επιστήμη στον νέο κόσμο. Όλα τα δεδομένα θέλουν αυτό το οργανο σκέψης να είναι η Διαλεκτική. Δηλαδή η επιστήμη χρειάζεται μια νέα λογικο-γλωσσική σύνταξη, πάνω στην οποία να πατήσει η νόηση και να δόσει ένα Διαλεκτικο-τυπικο όργανο σαν αυτό του Αριστοτέλη για τον Ορθολογισμό. (Ο ενδιαφερόμενος ας ανατρέξει στην ανάρτησή μου "Διαλεκτικη Υλιστική Σκέψη", thodoroskavasisblogspot.com).
Στην εργασία του κ. Θεοδόση Θωμαδάκη παρουσιάζεται η Λογική του Έβαλτ Βασιλιεβιτς Ιλιένκοφ. Η κριτική λοιπόν που θα γίνει εδώ κυρίως αφορά αυτή την εργασία αλλά αξαντανακλάσεως και κάποια μέρη της λογικής του Ιλιένκοφ, αν έχει αποδοθεί πιστά από τον κ. Θωμαδάκη. Επίσης η κριτική αυτή πατά επάνω στην προσωκρατική διαλεκτική, γι'αυτό θα επισημαίνονται αποσπάσματα των προσωκρατικών με τον τρόπο που εγώ έχω αντιληφθεί.
Τα αποσπάσματα προς κρίσιν θα παρουσιάζονται όπως εδώ ενώ οι παρατηρήσεις μου όπως εδώ.
Εισαγωγή: Αν η Διαλεκτικη δεν είναι μια διαφορετική Λογική που έχει κάτι δικό της να πεί, δεν έχει καμιά θέση στο διαλογικό γίγνεσθαι, αφού τότε θα συνέπιπτε με τον Ορθολογισμό. Κάποιοι διανοητές, κυρίως αριστεροί ρεφορμιστές που δεν έχουν αντιληφθεί ότι ο Ορθολογισμός από αρχαιοτάτων χρόνων έχει εμπλουτιστεί με μαθηματικές διαδικασίες οι οποίες ξεπερνούν τη στατικότητά του. Δηλαδή ότι με τον Διαφορικό, Ολοκληρωματικό και Απειροστικό λογισμό, συνίσταται ένας Δυναμικός Ορθολογισμός ο οποίος ξεπερνά τη στατικότητά του και τον οποίον προσομοιάζουν με την διαλεκτική.
Λέει, ο διακεκριμένος διανοητής της αριστεράς Χαράλαμπος Θεοδωρίδης, στην μικρή πραγματεία του "Περί της Έννοιας του Μηδέν στη Διαλεκτική Νόηση": "…η διαλεκτική ήταν κι εξακολουθεί να είναι μπερδεμένη ―αυτό δεν πρέπει να διστάσουμε να τ’ομολογήσουμε― κι έδωσε αφορμή σε συζητήσεις που δεν έκλεισαν ακόμα" και συνεχίζει: "Ο Πλάτων με τη διαλεκτική του εννοούσε πρώτα τις απλές λογικές πράξεις και το ξεχώρισμα των αντικειμένων ή των εννοιών σε γένη και είδη. Ο Πλάτων ακόμα εννοούσε ως διαλεκτική, τη διαδικασία εξεύρεσης της αλήθειας με ερωτήσεις κι απαντήσεις". Και συνεχίζει πάρα κάτω: "Σήμερα πιο απλωμένη αντίληψη για τη διαλεκτική, είναι αυτή που έχει στενή σχέση με το γίγνεσθαι, την κίνηση και την αλλαγή. Διαλεκτικοί μ’αυτή την έννοια και μάλιστα οι πρώτοι, ήταν αδιαφιλονίκητα οι Ίωνες φυσικοί. Με αυτή την έννοια πήρε ο Χέγκελ τη διαλεκτική, ως δημιουργική κίνηση της ιδέας. Ενώ ο “Διαλεκτικός Υλισμός” ξεκινώντας από τον Χέγκελ ξαναγυρίζει με κάποιο τρόπο στην Ηρακλειτική διαλεκτική παράδοση". (Εγώ θα τονίσω ότι το όνομα "Διαλεκτική" μπορεί να προήλθε από τη λεγόμενη διαλογική διαδικασία του Πλάτωνα, αλλά κατά τους προσωκρατικούς αυτός ο διάλογος δεν σταματούσε στα όρια των διαλεγομένων εννοιών. Αυτός εισήρχετο και συνέχιζε μέσα στις ίδιες τις έννοιες, χωρίς ν’αφήνει απαραβίαστα όρια μεταξύ τους, αντανακλώντας την αντιφατικότητα του Είναι). Ο Χ. Θεοδωρίδης μολονότι δέχεται την ύπαρξη διαλεκτικής λογικής, επιμένει ότι δεν είναι κατασταλαγμένη. Ένας άλλος διακεκριμένος διανοητής της αριστεράς, ο Ε. Μπιτσάκης, στο έργο του "Διάλεκτική και Νεώτερη Φυσική" με τη σειρά του θέτει το ερώτημα: "αν η διαλεκτική είναι επιστήμη κι αν οι νόμοι της έχουν το status των επιστημονικών νόμων", κι ο Ε.Μπιτσάκης καταλήγει: "…η φιλοσοφία δεν είναι ειδική επιστήμη όπως η φυσική ή η χημεία. Οι νόμοι της κατά συνέπεια δεν μπορούν να έχουν το status των φυσικών και γενικά των ειδικών επιστημών… ”. Συνεχίζοντας ο κ. Μπιτσάκης θέτει το πρόβλημα της διαλεκτικής λογικής. "Υπάρχει ή όχι διαλεκτική λογική"; Κι απαντά: "Η διαλεκτική λογική είναι η λογική της αντίθεσης και όχι της αντίφασης. Εκφράζει την ύπαρξη αντιθέσεων στα ίδια τα πράγματα την συγκεκριμένη και ιστορικά διαφοροποιούμενη ενότητα αμοιβαία αποκλειομένων κατηγορημάτων. Εκφράζει την ύπαρξη απλών αντιθέσεων, που συνιστούν μια σχετικά στάσιμη αντιθετική ολότητα ή ύπαρξη αντιθέσεων που η σχέση τους εξελίσσεται και που η αντίθεση μπορεί να λυθεί με την καταστροφή του ενός πόλου της. Πως όμως είναι δυνατό να εκφραστεί η σύνθετη αντιθετική κίνηση του πραγματικού, η γένεση κι’η καταστροφή των μορφών στο επίπεδο της νόησης; Η λογική αντίφαση είναι απαράδεκτη και για τη διαλεκτική λογική. Η λογική της αντίθεσης δεν είναι αντιφατική". Και ο Ε. Μπιτσάκης παραθέτει την άποψη του Η. Lefebvre: "Η διαλεκτική νόηση ορίζεται κι αυτή από κανόνες και νόμους, διαψεύδει την τυπική λογική αλλά δεν την καταργεί, δεν πέφτει στο παράλογο. Η διαλεκτική δεν επιτρέπει για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια στιγμή, να διατυπώνουμε αντιφατικές αποφάνσεις. Δεν επιτρέπεται να πούμε ότι αυτό το χαρτί είναι ταυτόχρονα λευκό και μαύρο. Από όπου και το αξίωμα ότι"η θεωρία των αντιθέσεων δεν μπορεί να είναι αντιφατική".
Εδώ ο κ. Λεφέμπβρ ισχυρίζεται ότι "η αρχή της μη αντίφασης", που πάνω της πατά "η αρχή της ταυτότητας" κι επικροτεί ο κ. Μπιτσάκης, είναι η πεμπτουσία της λογικής και κατ’επέκταση της διαλεκτικής, μια που και η διαλεκτική λογική δεν πρέπει να αντιφάσκει, αφού σύμφωνα με το απλοϊκό παράδειγμα τους, το άσπρο χαρτί δε μπορεί συγχρόνως να είναι και μαύρο. Θα μπορούσα ν’αντικρούσω αυτή τη βεβαιότητα των Μπιτσάκη και Λεφέμπβρ, μια που όλοι ξέρουμε ότι στη φύση όλα τα χρώματα είναι προσεγγιστικές συμβάσεις που δεν υπάρχουν ως καθαυτά, αλλ’αυτή είναι μια άλλη συζήτηση που θα αποπροσανατόλιζε την ουσία αυτού του θέματος. Τονίζω επίσης ότι ο Χέγκελ, ο Έγκελς κι ο Ηράκλειτος, δέχονται ότι η αντιφατικότητα είναι η ουσία της διαλεκτικής λογικής, ο καθένας με τον δικό του τρόπο.
Επισήμανση:
Ο Ορθολογισμός υπακούει στην αντιθετικότητα, ενώ η Διαλεκτική στην αντιφατικότητα. Στην αντιθετικότητα τα ενάντια αλληλεπιδρούν αφήνοντας απαραβίαστα έσχατα όρια μεταξύ τους, ενώ στην αντιφατικότητα τα ενάντια αλληλεπιδρούν χωρίς ν'αφήνουν κάποιο απαραβίσατο όριο μεταξύ τους, συνιστώντας αντιφατικές ενότητες.
Επίσης: Δεν μπορεί κάποιος να είναι πέρα για πέρα υλιστής αν δεν είναι διαλεκτικός αλλά ούτε πέρα για πέρα διαλεκτικός αν δεν είναι υλιστής.
Υπάρχει σήμερα μια ασάφεια που θέλει την ύπαρξη δύο Διαλεκτικών, μία αντιθετική και μία αντιφατική:
Α. Η Αντιθετική Διαλεκτική, δέχεται ότι στο βάθος του κόσμου υπάρχει ως κάποια εσχατολογική υπόσταση ενώ η γλώσσα που τον περιγράφει συντίθεται από μια σειρά έσχατα και αναλλοίωτα στοιχειώδη (γνώσιμα ή όχι), που αλληλεπιδρούν χωρίς να παραβιάζουν τα όρια μεταξύ τους, συνιστώντας έτσι ένα δυναμικό ορθολογικό διαφορικό λογικο-γλωσσικό σύστημα. Tα στοιχειώδη που συνιστούν αυτό το λογικο-γλωσσικό σύστημα προϋποθέτουν, η λειτουργία του συστήματος από μια στιγμή και μετά, να επαναλαμβάνει επ’άπειρον μια συγκεκριμένη, τετελεσμένη και πεπερασμένη σειρά παιγνίων, που μπορούν να ονομαστούν "συνθετικά πρότυπα του τέλους". Αυτά τα στοιχειώδη βρίσκονται εκεί ιδεατά εκ των προτέρων, περιμένοντας την πραγματοποίησή τους απ’την ακολουθία της λειτουργίας του συστήματος. Ο Αριστοτέλης τη διαδικασία αυτή, ονόμασε Εντελέχεια. Tο σύστημα αυτό είναι τελεολογικό, κλειστό, πεπερασμένο, μιας ορθολογικής αντικειμενικότητας με όρους και όρια απόλυτα προκαθορισμένα, που προϋποθέτει την ύπαρξη "Kόσμου Ιδεών", του οποίου το φαινομενικό γίγνεσθαι περιμένει ν’αναφανεί από την εξέλιξη της λειτουργίας αυτού του δυναμικού ορθολογικού συστήματος. Υπάρχει η υπόνοια ότι η λεγόμενη από τον Σπινόζα "Υπόσταση" θεωρείται ένα τέτοιο σύστημα η λογικο-γλωσσίκή σύνταξη του οποίου είναι ένας δυναμικός ορθολογισμός.
Β. Η Αντιφατική Διαλεκτική που δέχεται ότι ο κόσμος και η γλώσσα που τον περιγράφει, είναι Όλον σε συνεχή εξέλιξη. Γι’αυτό δεν συντίθεται από στοιχειώδη έσχατα κι αναλλοίωτα, αλλά από αντιφατικά και αυτοαναιρούμενα, τα οποία αλληλεπιδρώντας, δεν αφήνουν απαραβίαστα περιθώρια μεταξύ τους. Στον αντιφατικό αυτό κόσμο για να υπάρχει ένα γεγονός, πρέπει να καταλύεται-συντιθέμενο από υπογεγονότα κατώτερου επιπέδου (από τα πυρίδια του Ξενοφάνη, το αείζωον πυρ -ενέργεια- του Ηράκλειτου ή τον δυναμικό αιθέρα των Μιλησίων), τα οποία καί αυτά καταλύονται-συντιθέμενα με τον ίδιο τρόπο, επ’άπειρον. Δηλαδή έως το έσχατο επίπεδο, (τον αντιφατικό πυθμένα του κόσμου, όπως τον έδειξε ο Ζήνων), όπου τ’αντιφατικά στοιχειώδη τείνοντας για μηδενικό μέγεθος τείνουν συγχρόνως και για άπειρο, όντας ακίνητα και ακαριαία, συνθέτοντας ως υπόσταση την Αντιφατικότητα Γυμνή δηλαδή το Εν Δυνάμει Είναι, όπου εκεί υπάρχουν συγχρόνως εν δυνάμει όλα τα πρόσωποα και κανένα.
Σύμφωνα λοιπόν με τους προσωκρατικούς: [Για να είναι ένα στοιχειώδες αντιφατικό έχοντας καταλυτικο-συνθετική φύση, πρέπει να διέρχεται εντός του μια συνεχής ροή-αντιροή υπογεγονότων (ενέργειας), τα οποία περνώντας μέσα από το γεγονός, φεύγουν για το σύμπαν επιστρέφοντας συνεχώς στο γεγονός. Αυτά ακολουθώντας αυτή τη διαδικασία, καταρχήν αλληλεπιδρούν σταδιακά με τα γεγονότα του εγγύτερου περιβάλλοντος, μετά μ’αυτά του απώτερου και τελικά με το σύμπαν, που είναι ο απώτατος ο Άλλος εαυτός, δηλαδή ο έσχατος συμπαντιακός αντίλογος του γεγονότος εξαιτίας του οποίου το υπογεγονός αλλάζει σταδιακά και επιστρέφοντας πίσω αλλάζει και το ίδιο το γεγονός από το οποίο ξεκίνησε. Επειδή όμως το σύμπαν των προσωκρατικών είναι άπειρο, η διαδρομή αναχώρησης-επιστροφής των υπογεγονότων στο σύμπαν δεν είναι απόλυτα κυκλική, αλλά πυκνή σπειροειδώς ελλειπτική. Έτσι επιστρέφοντας τα υπογεγονότα στη θέση δεν επαληθεύουν απόλυτα το καταλυτικο-συνθετικό γεγονός, αλλά το διαψεύδουν-επαληθεύοντάς το σιγά-σιγά λίγο πιο κει, κάνοντάς το να Είναι-Αυτό-Άλλο-Αλλού. Αφού λοιπόν το γεγονός συνεχώς αλλάζει-αλλάζοντας θέση συγχρόνως, ουσιαστικά κινείται εντός του. Κι επειδή τα όρια του αντιφατικού στοιχειώδους συνεχώς παραβιάζονται απ’τον εαυτό τους ταξιδεύοντας στο σύμπαν, περιέχουν στιγμιαία κάθε φορά με έναν δικό τους τρόπο κι ένα ολοκληρωμένο του πρόσωπο Όλου. Ο τρόπος αυτός είναι ο κώδικας του κόσμου όπως είναι κάθε στιγμή γεγραμμένος στο κάθε συγκεκριμένο αντιφατικό στοιχειώδες κατά την διάρκεια της αναχώρησης-επιστροφής των υπογεγονότων του στο σύμπαν και την αλληλεπίδρασή του μ’αυτό. Δηλαδή όπως το γεγονός έχει εξελιχθεί ως τη στιγμή της μορφοποίησής του, περιέχοντας με τρόπο δαιδαλώδη και παράκεντρο όλα τα πρόσωπα και τις στιγμές του έως τότε κόσμου. Αντιφατικά ο κόσμος μας είναι Ένα-Όλον-Ανοικτό, μια Γλώσσα σε συνεχές Γίγνεσθαι, όπου τα στοιχειώδη του περιέχουν το ανεπανάληπτο και τη δυνατότητα του απείρου ως αποτέλεσμα του ίδιου του εαυτού του]
Υπενθύμιση Α: Στο έργο του "Η Δυναμική του Ελαχίστου", ο διακεκριμένος διανοητής της αριστεράς Ε. Μπιτσάκης μας πληροφορεί ότι σύμφωνα με τον μεγάλο επιστήμονα και ανθρωπιστή Μπωμ: Στην κβαντομηχανική, η θεωρία του πεδίου περιγράφει την κίνηση των στοιχειωδών σωματίων, ως δημιουργία-καταστροφή τους. Έτσι αν ένα ηλεκτρόνιο υποστεί σκέδαση από την αρχική του πορεία σε διαφορετική, αυτό το περιστατικό περιγράφεται ως "καταστροφή" αυτού του ηλεκτρονίου και "δημιουργία" άλλου που κινείται σε νέα κατεύθυνση. Δηλαδή δεν υπάρχει σωμάτιο που να διατηρεί πάντα την ταυτότητά του. Έτσι αν δούμε την παράσταση του πεδίου κίνησης ενός ελευθέρου σωματίου βαθύτερα, διαπιστώνουμε ότι η κίνησή του περιγράφεται μαθηματικά ως μια σειρά καταστροφής-αναδημιουργίας που έχει συγχρόνως ως αποτέλεσμα τη συνεχή αλλαγή του σωματίου μέσ’το χώρο.
Υπενθύμιση Β, λέει ο Ηράκλειτος: Στον ίδιο ποταμό δεν ξαναμπαίνουμε ούτε την ίδια ουσία ξαναγγίζουμε γιατί όλ’αλλάζουν βίαια και γρήγορα, φεύγουν-επιστρέφοντας, σκορπάνε-μαζεύοντας, καταλύονται-συντιθέμενα, Είναι-ΜηΌντας. Και ο Ζήνων συμπληρώνει: Το κινούμενο δεν κινείται ούτε στον τόπο που βρίσκεται ούτε στον τόπο που δεν βρίσκεται. Δηλαδή κινείται δια μέσου του γίγνεσθαι μέσα στον εαυτό του.
Διαπιστώνουμε λοιπόν ότι η σύγχρονη επιστήμη αντιλαμβάνεται την κίνηση και συμπεριφορά των κβαντικών γεγονότων όπως ο Ηράκλειτος κι ο Ζήνων.
(Αν ο αναγνώστης θέλει να πληροφορηθεί εκτενέστερα περί αυτού, μπορεί ν'αποτανθεί στην ανάρτησή μου περί "Διαλεκτικής Υλιστικής Σκέψης" thodoroskavasisblogspot.com).
ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΤΗΝ ΑΠΌΔΟΣΗ ΤΟΥ Θ. ΘΩΜΑΔΑΚΗ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΤΟΥ ΙΛΙΕΝΚΟΦ
"Στον Έγκελς ολόκληρη η ζωντανή ανθρώπινη πράξη εισορμά στην ίδια τη θεωρία της γνώσης και προσφέρει το αντικειμενικό κριτήριο της αλήθειας: όσο καιρό δεν γνωρίζουμε ένα νόμο της φύσης, ο νόμος αυτός που υπάρχει και δρά ξέχωρα από τη γνώση μας, μας κάνει δούλους της τυφλής αναγκαιότητας. Από τη στιγμή όμως που γνωρίζουμε αυτόν τον νόμο, που δρα (όπως επανέλαβε χιλιάδες φορές ο Μαρξ) ανεξάρτητα από τη βούλησή και τη συνείδησή μας, είμαστε κύριοι της φύσης".
Εγώ πιστεύω ότι αυτή η επισήμανση είναι υπερβολική. Λένε οι αρχαίοι Πάγανες Διαλεκτικοί τους οποίους ξεχνάμε: όποιος μιμήται ενάρετα τον Θεό (τη Φύση) δικαιούται μερίδιο. Δηλαδή ποτέ μα ποτέ δεν είμαστε κύριοι της φύσης αφού υπάρχουμε μέσα σ'αυτήν σαν στοιχεία της. Μπορούμε όμως να λέμε ότι κατανοούμε τη φύση και με την πράξη μας αποκομίζουμε ωφέλη απ'αυτήν, υποκαθιστώντας την.
Και συνεχίζει: Η κυριαρχία πάνω στη φύση που εκδηλώνεται με την πρακτική δράση της ανθρωπότητας, είναι αποτέλεσμα της αντικειμενικά πιστής αντανάκλασης των φαινομένων και του προτσές της φύσης στον ανθρώπινο εγκέφαλο, είναι απόδειξη του γεγονότος ότι αυτή η αντανάκλαση (μέσα στα όρια που μας δείχνει η πράξη) είναι μια αντικειμενική αιώνια αλήθεια. (Λένιν άπαντα τομος 18 Υλισμός και εμπειροκριτισμός, σελ. 201)
Δεν είμαι γραμματικός ούτε λόγιος αλλά εδώ έχω κάποιες ενστάσεις μολονότι αυτό είναι κείμενο του Λένιν τον οποίον θαυμάζω. Αυτή η αντίληψη της αντικειμενικά πιστής αντανάκλασης της φύσης στην ανθρώπινη συνείδηση εκφράζεται εδώ υπερβολικά, αφού αυτή η αντανάκλαση δεν γίνεται μιας και δια παντός ώστε να συνιστά (όπως ισχυρίζεται ο Λένιν μιαν αιώνια αλήθεια) αλλά είναι μια ατέρμονη πορεία αλληλεπίδρασης ανθρώπινου εγκεφάλου και εμπειρικής διαδικασίας. Οι "αλήθειες" αλλάζουν σιγά-σιγά κατά την πορεία της γνώσης, αλλά και το όργανο της σκέψης μέσα απ'αυτή τη διαδικασία αναβαθμίζεται. Λένε οι αρχαίοι: Η μεγάλη ευθεία οφείλει να είναι κυρτή. Αυτή η πρόταση μολονότι κανόνας της διαλεκτικής, όπου η μέγιστη συσσώρρευση δίνει νέα ποιότητα, δεν γίνεται άμεσα αποδεκτή από τον άνθρωπο. Ο άνθρωπος την αντιλαμβάνεται μετά από μια πορεία αυτογνωσίας και αναβάθμισης του Είναι του ως νοόν υποκείμενο. Ακόμα και η αντικειμενικότητα στην οποία στηρίζεται ο αριστοτελικός ορθολογισμός και μας έχει οδηγήσει ως τον Νεύτωνα, με τη σύγχρονη αντίληψη περί επιστημονικότητας όπως διαμορφώνεται με την εμφάνιση της Θεωρίας της Σχετικότητας και της Θεωρίας των Κβάντα αμφισβητείται βίαια και μαζί της αμφισβητείται και ο ίδιος ο ορθολογισμός, ανοίγοντας πλέον την πόρτα της αληθινής διαλεκτικής στη επιστήμη. Ακόμα ο αληθινός κόσμος όντας σε συνεχές γίγνεσθαι δεν μπορεί με κανένα τρόπο να θεωρηθεί απόλυτα αντιληπτός, το απόλυτο δεν συμβηβάζεται με την Διαλεκτική. Λένε οι αρχαίοι: στον ίδιο ποταμό δεν ξαναμπαίνουμε, ούτε την ίδια ουσία ξαναγγίζουμε, γιατί όλα αλλάζουν βίαια και γρήγορα φεύγουν-επιστρέφοντας, απλώνουν-μαζεύοντας, καταλύονται-συντιθέμενα, Είναι-ΜηΌντας. Κάποιοι αρχαίοι ήταν περισσότερο επαναστάτες τουλάχιστον στη νόηση, απ'τους μεγάλους επαναστάτες της εποχής μας.
Εδώ πρέπει να μιλήσουμε και για την αντίληψη για την αντανάκλαση με την οποία προσλαμβάνεται η γνώση σύμφωνα με την παραδοσιακή διαλεκτική: Η παραδοσιακή διαλεκτική για να μην πέσει στον σολιψισμό και τον ιδεαλισμό του Επισκόπου Μπέρκλευ, τονίζει με έμφαση την αντικειμενικότητα των όντων και της νόησης (η αντικειμενικότητα προϋποθέτει, πως όταν κάτι συμβεί σε ένα υλικό σύστημα δεν είναι αναγκαίο να συμβεί κάτι και σε κάποιο άλλο σύστημα) και για να μπορέσει να δικαιολογήσει αντικειμενικά το νοείν αποδέχεται τη θεωρία της αντανάκλασης της γνώσης μέσω των αισθήσεων στον ανθρώπινο εγκέφαλο. Αυτή όμως η αντίληψη αμφισβητείται απο αρχαιοτάτων χρόνων. Δηλαδή οι προσωκρατικοί αλλά και ο Πλάτων, άφηναν να εννοηθεί ότι η γνώση είναι κάτι πιο περίπλοκο από την αντανάκλαση του αντικειμενικά έξω από τη συνείδησή μας υπαρκτού κόσμου στον άνθρωπο. Επείδη αυτή μου η αντίληψη για τους προσωκρατικούς είναι παρακινδυνευμένη θα τους παρακάμψω και θα υπενθυμίσω ότι στη σύγχρονη επιστήμη και μάλιστα στην Κβατομηχανική, η αντικειμενικότητα των συστημάτων αμφισβητείται βίαια όπως και ο ντετερμινισμός.(Ο αναγνώστης ας διαβάσει περί αυτού στην εργασία μου "Διαλεκτική Υλιστική Σκέψη" και το μέρος για την "Πράξη της Μέτρησης στην Κβαντομηχανική και την Φιλοσοφική της Διάσταση"). Ήδη από την εποχή του Πλάτωνα η νόηση δεν αντιμετωπιζόταν ως απλή αντανάκλαση του κόσμου στα αισθητήρια όργανα του ανθρώπου, αφού κι ο σκύλος εδέχετο την ίδια αντανακλαση αλλά αντιλαμβανόταν την πραγματικότητα διαφορετικά. Κατά τον Πλάτωνα λοιπόν "γνωρίζουμε" όχι μόνο γιατί προσλαμβάνουμε την αντανάκλαση των εμπειρικών διεγέρσεων, αλλά και γιατί έχουμε ιδεατές αντιστοιχίες του γύρω κόσμου μέσα στον νου μας. Δηλαδή κοινωνούμε με έναν Κόσμο των Ιδεών. Αυτή τη σύλληψη πήρε ο Καντ και την μετονόμασε "εκ των προτέρων γνωστική δυνατότητα" του ανθρώπου και μάλιστα όρισε ότι αυτή είναι η βάση της επιστημονικότητας της Μεταφυσικής, η οποία σχετίζεται με την Νόηση. Μετά όμως την ανακάλυψη του DNA και την αποδοχή ότι αυτός ο εκ των προτέρων γνωστικός μηχανισμός δεν είναι απόλυτα εκ των προτέρων, αλλά είναι μια κληρονομική εμπειρική συσσώρευση δια της οποίας ο άνθρωπος έχει εσωτερικές αντιστοιχίες για να μπορεί να γνωρίζει, η επιστημονικότητα της μεταφυσικής των Καντ, Χέγκελ και όλων των ευρωπαίων ιδεαλιστών κατέβηκε από το άρμα της μεταφυσικής και πέζεψε στη γη.
Από κει λοιπόν έχουμε ένα άλλο υλιστικό αφήγημα για το πως η γνώση είναι λογικά δυνατή: Επειδή ο άνθρωπος δεν είναι δημιούργημα του θεού αλλά αποτέλεσμα του παγκοσμίου γίγνεσθαι είναι αυτός ο ίδιος μια κωδική πλοκή που περιέχει όλο το παγκόσμιο γίγνεσθαι μέσ'τη δομή του DNA του και από κει του εγκεφάλου του. Γνωρίζουμε λοιπόν γιατί, όλη η πορεία του κόσμου είναι γεγραμμένη κωδικά μέσα μας, δηλαδή εμείς οι ίδιοι είμαστε μια έκφανση αυτής της κωδικής γραφής.
Όταν η εμπειρία εισέλθει στον εγκέφαλο που είναι ένας απύθμενος γνωστικός μηχανισμός που περιέχει κωδικά όλο το γίγνεσθαι του κόσμου, η εμπειρία αφυπνίζει την κωδική γραφή και την αποκωδικοποιεί έτσι που γίνεται γνώση. Η αντανάκλαση αυτή λοιπόν γίνεται "σ'έναν καθρέφτη που περιέχει ήδη την εικόνα και η εμπειρία την επιβεβαιώνει μετατρέποντας της σε γνώση".
Μας πληροφορεί ο κ. Θωμαδάκης ότι ο Ιλιέγκοφ ήταν διδάκτορας "φιλοσοφικών επιστημών" στο ινστιτούτο φιλοσοφίας ακαδημαϊκών επιστημών της ΕΣΣΔ και τιμήθηκε με το βραβείο Τσερνιτσέφσκι το 1965. Δηλαδή μ'άλλα λόγια ήταν το χαϊδεμένο παιδί μιας Σοβιετίας που είχε πλέον πάψει να είναι σοβιετική κι έψαχνε με μανία τον δρόμο προς την παλινόθωση του καπιταλισμού. Αυτό το αναφέρω όχι για να υποβιβάσω τον Ιλιένγκο αλλά για να δείξω ότι η επισήμανση του κ. Θωμαδάκη ο οποίος πάρα κάτω μας πληροφορεί ότι το έργο του Ιλιέγκο είχε περικοπεί από την σταλινική γραφειοκρατία, είναι υπερβολική. Σ'αυτό τον επάρατο σταλινισμό, οι αντικαθεστωτικοί όπως ο Ιλιένκοφ βραβεύονται, ο Τάτλιν αμοίβεται με μόνιμη δουλειά σαν σκηνογράφος στα Μπολσόι και ο Μπόρις Πάστερνακ, όταν κάποιοι "κόβουν" τα διηγήματά του από την Ισβέστια δέχεται τηλεφώνιμα από τον ίδιο τον Στάλιν που τον ρωτά γιατί σταμάτησε να γράφει και όταν πληροφορείται ότι τον έκοψαν τον προτρέπει να επανέλθει.
Ο Ιλιέγκοφ σύμφωνα με το κ. Θωμαδάκη συνέχισε το έργο του Λένιν για μια συστηματικά αναπτυγμένη έκθεση της διαλεκτικής όπως είναι η λογική και η θεωρία της γνώσης του σύγχρονου διαλεκτικού υλισμού.
Σύμφωνα με τον κ. Θωμαδάκη μέσα από το επαναστατικό μήνυμα της γραφής του, επετέθει ενάντια στον πολιτικό εκφυλισμό της γραφειοκρατικής κλίκας του Κρεμλίνου για την ανατροπή της σταλινικής γραφειοκρατίας, όπως χαρακτηριστικά επισημαίνει κι αείμνηστος Τζέρυ Χίλι διαβάζοντας τη Διαλεκτική Λογική του η οποία είχε εκδοθεί στα αγγλικά από τις ρωσικές εκδόσεις της επάρατης σταλινικής γραφεικρατικής κλίκας του Κρεμλίνου, -για να τον φιμώσουν και να εξαφανίσουν τα γραφτά του; Για το λόγο αυτό δηλαδή για να τον τιμωρήσουν, σύμφωνα με τον κ. Θωμαδάκη, του προσέφεταν βραβείο και θέση διδασκαλίας στην ακαδημία.
Ενάντια στη τυπική λογική και γενικότερα στη μεταφυσική σκέψη, η οποία σύμφωνα με τον Λένιν είναι ανίκανη να αξιοποιήσει διαλεκτικά τη Θεωρία της Αντανάκλασης στο προτσές και την ανάπτυξη της γνώσης, ο Ιλιένκοφ γράφει: Αντικείμενο ή θέμα μελέτης μας γενικά και σαν όλον, είναι η νόηση, το σκεπτέσθαι. Η Διαλεκτική Λογική έχει σαν στόχο της ν'αναπτύξει μιαν επιστημονική απεικόνιση της νόησης στις αναγκαίες στιγμές και με την αναγκαία αλληλουχία, που δεν εξαρτώνται καθόλου ούτε από τη θέλησή μας ούτε από τη συνείδησή μας.
Και συνεχίζει: Δεν υπάρχουν δύο διαφορετικά και κατ'αρχήν αντίθετα αντικείμενα μελέτης -το σώμα και η νόηση- αλλά μόνον ένα μονδικό αντικείμενο, που το σκεπτόμενο σώμα του ζωντανού, του πραγματικού ανθρώπου (είτε κάποιου άλλου ανάλογου όντος, αν υπάρχει κάπου στο διάστημα)... Ο ζωντανός σκεπτόμενος άνθρωπος, το μοναδικό σκεπτόμενο σώμα που γνωρίζουμε, δεν αποτελείται από δύο καρτεσιανά ήμισυ -από την νόηση που στερείται σώματος και το σώμα που στερείται νόησης... Αυτό που σκέπτεται δεν είναι η ιδιαίτερη ψυχή που τοποθετείται από τον θεό στο ανθρώπινιο σώμα σαν προσωρινή κατοικία..., αλλά το ίδιο το σώμα του ανθρώπου. Η νόηση είναι μια ιδιότητα, ένας τρόπος ύπαρξης του σώματος, όπως η έκτασή του δηλαδή η διάταξή του μέσα στον χώρο και τη θέση του ανάμεσα στ'άλλα σώματα. (Έβαλτ Ιλιένκοφ:Διαλεκτική Λογική).
Η πρόταση αυτή του Ιλιένκοφ μολονότι σε γενικές γραμμές σωστή δεν είναι δα τώρα πια επαναστατική. Ακόμα κι οι ορθολογιστές οι οποίοι αντιτίθενται βίαια στη διαλεκτική δεν διαφωνούν μ'αυτήν. Εξ'άλλου οι γνώστες της αρχαιοελληνικής γραμματείας γνωρίζουν ότι όλ'αυτά έχουν εξαντληθεί απ'τους προσωκρατικούς και μόνο μετά την είσοδο στο διαλογικό προσκήνιο του Πλάτωνα αυτό άλλαξε με την πρότασή του για τον Κόσμο των Ιδεών. Όμως ο Πλάτων αυτή του την πρόταση έκανε για να δώσει απάντηση στο ερώτημα πως η νόηση είναι λογικά δυνατή. Βέβαια και ο Πλάτων γονιμοποίησε τις απόψεις του Παρμενίδη για το ΕΟΝ (το Υπάρχον) αλλά και την άποψη του Αναξαγόρα για τον "Νου", που είναι ένα είδος συμπαντιακής νόησης και νοητικής Υπόστασης με την οποία ο άνθρωπος κοινωνεί κι έτσι μπορεί να νοεί. Ο Άνθρωπος κατά τον Πλάτωνα κοινωνώντας με τις ιδέες διαθέτει εσωτερικές λογικές αντιστοιχίες για να μπορεί να κατανοεί και να οργανώνει μέσα στον Νου του τον κόσμο. Οι Ιδέες λοιπόν για τον Πλάτωνα δεν είναι κάτι ξέχωρο από το Είναι, υπάρχοντας μόνες τους έξω από την ανθρώπινη φύση. Το πράγμα χάλασε από τότε που ο Καντ εντάσσοντας την Νόηση μέσα στη Μεταφυσική θεώρησε ότι ο άνθρωπος έχει έναν εκ των προτέρων γνωστικό μηχανισμό μέσα του, που ως εκ των προτέρων έχει φύση μεταφυσική. Αυτός συνέραψε την άποψη του Πλάτωνα περί ιδεών με ό,τι συνήγαγε από το αριστοτελικό Όργανο για την ορθή λογική.
Εδώ θα κάνω μια παρεμβολή η οποία μπορεί να αποδόσει αργότερα και να διαλευκάνει ορισμένες αντιλήψεις του Ιλιένκοφ από τώρα. Υπάρχει εδώ μια ιδεαλιστική υπερβολή στην οποία ο Ιλιένοφ υποπίπτει ακολουθώντας τις αντιλήψεις περί νόησης του Μπαρούχ Σπινόζα. Η νόηση σύμφωνα με κάποιες προτάσεις του Σπίνόζα δεν απορρέει από τον ανθρωπο αλλά από την συμπαντιακή-σκεπτόμενη Υπόσταση του Είναι. Αυτήν την συμπαντιακή σκεπτόμενη Υπόσταση του Είναι, ο Αναξαγόρας είχε δυο χιλιάδες χρόνια πριν τον Σπινόζα είχε ονομάσει "Νου". Αυτό τον Νου ο Χέγκελ αργότερα ονόμασε Απόλυτο ή παγκόσμιο Εγώ το οποίο υπάρχει πίσω από την έννοια των "εγώ" ως συγκεκριμένων κ.λπ. Όλα αυτά όμως αποπνέουν μια δυσοσμία μεταφυσική γιατί σιτίζονται εκεί που αποπατεί η Υλιστική Διαλεκτική. Διαλεκτικά-υλιστικά το νοείν απορρέει από τον εγκέφαλο ο οποίος αξιοποιεί την εμπειρία και η εμπειρία του δίνει τη δυνατότητα ν'αυτο-οργανώνεται, ανεβάζοντας το επίπεδο των δυνατοτήτων του. Κι επειδή φτάσαμε ως εδώ πρέπει να ορίσω τον τρόπο που το κατανοώ. Ήδη από την εποχή των προσωκρατικών, το Είναι, το Νοείν και το Λέγειν συμπίπτουν, δηλαδή συνιστούν μιαν αδιάρρηχτη ενότητα. Δεν είναι λοιπόν σύλληψη του Σπινόζα η ενότητα Νοείν και Είναι, αλλά των προσωκρατικών. Ακόμα πάρα κάτω οι προσωκρατικοί διαφωνούν στο "πως και που" συνίσταται αυτή η ενότητα ή ακόμα στο πως γίνεται κατανοητή από τον άνθρωπο. Και οι δύο βάρδοι της νόησης Ηράκλειτος και Παρμενίδης συμφωνούν ότι το Νοείν και το Είναι συμπίπτουν στον Λόγο. Δηλαδή και για τους δύο ο Λόγος συγκεντρώνει μέσα του το Νοείν και το Είναι. Διαφοτερικός όμως είναι ο Λόγος του Ηράκλειτου από αυτόν του Παρμενίδη. Ο Λόγος του Παρμενίδη είναι αντιθετικός, ενώ ο Λόγος του Ηράκλειτου αντιφατικός. Ο αντιθετικός Λόγος περιγράφει και ορίζει την Ορθολογική σκέψη, ενώ ο αντιφατικός την Διαλεκτική σκέψη. Κατά την αντιθετικότητα τα ενάντια αλληλεπιδρούν αφήνοντας απαραβίαστα όρια μεταξύ τους, ενώ κατά την αντιφατικότητα τα ενάντια αλληλεπιδρούν χωρίς ν'αφήνουν απαραβίαστα όρια μεταξύ τους συνιστώντας αντιφατικές ενότητες στις οποίες τα ενάντια γεννούν το ένα το άλλο, αλλά συγχρόνως το μάχονται κιόλας.
Η διαφορά της διαλεκτικής με τον ορθολογισμό έχει ήδη ξεκαθαριστεί πριν 2500 χρόνια κι εμείς ακόμα τσαλαβουτάμε αμέριμνα και χωρίς διαλογική συνέπεια μεταξύ ορθολογισμού και διαλεκτικής, ονομάζοντας "διαλεκτική" πάρα πολλές φορές διάφορες μορφές ορθολογισμού και ειδικά τον δυναμικό (διαφορικό) ορθολογισμό, ο οποίος είχει ήδη ολοκληρωθεί από τον Νεύτωνα και τον Λάιμπνιτς. Ο Μπαρούχ Σπινόζα είναι ένας ηρωικός διανοητής ο οποίος μολονότι εβραϊκής καταγωγής (που σημαίνει ότι εδέχτει αφόρητες πιέσεις από την Συναγωγή), κατά τα τέλη του μεσαίωνα, σήκωσε το ανάστημά του ενάντια στο Ιουδαϊκό και το Χριστιανικό σκότος, το οποίο είχε πια αποκτήσει και φιλοσοφικό υπόβαθρο. Ο ακρογωνιαίος λίθος αυτού του υπόβαθρου ήταν ο Ντεκάρτ και οι ανερχόμενοι τότε χριστανο-ιδεαλιστές. Οι ευρωπαίοι φανατικοί χριστιανοί, λεηλάτησαν και κατέστρεψαν τον Ελληνιστικό κόσμο. Κατέστρεψαν τα αγάλματά τους γιατί παρουσίαζαν το γυμνό ανθρώπινο σώμα, αφού η ομορφιά σ'έναν τέτοιο κόσμο του σκότους, θεωρήθηκε ύβρις όπως και η ομορφιά της σκέψης, αφού η ελεύθερη σκέψη ήταν το απαγορευμένο. Αυτή η ελεύθερη σκέψη ύβριζε σηκώνοντας αντίλογο στον ιερό λόγο του θεού, έτσι οι βιβλιοθήκες έπρεπε να καούν. Οι ευρωπαίοι λοιπόν όταν άρχιζαν να βγαίνουν απ'το σκότος της χριστιανικής πίστης τους, άρχισαν να σκαλίζουν τις καμένες βιβλοθήκες και ν'ανακαλύπτουν μέσα στα καμένα ξανά τον αληθινό κόσμο. Ένας απ'αυτούς ήταν κι ο Σπινόζα. Πήρε τον ορθολογισμό και τον ντετερμινισμό του Παρμενίδη, πήρε την ορθολογική τυπικότητα του Αριστοτέλη και την ελληνιστική επιστημονικότητα της ευκλείδειας γεωμετρίας και κατασκεύασε μια ιδιόμορφη και ευφυή θεωρία. Το να χρησιμοποιείται όμως αυτή του η θεωρία σαν προπομπός της διαλεκτικής είναι ανοησία. Αφού αυτή είναι εκνευριστικά και πέρα για πέρα ντετερμινιστική.
Επίσης η περίφημα ρήση του ότι ο ορισμός είναι μια άρνηση, έχει αναλυθεί από τον Πλάτωνα αλλά και άλλους αρχαίους διανοητές όπως ο Αριστοτέλης. Αυτό είναι ένας βασικός όρος του αριστοτελικού ορθολογισμού δια του οποίου γεννώνται οι κατηγορίες. Ένα μήλο ενώ είναι μία κατάφαση, συγχρόνως είναι και μια σειρά αρνήσεων που δια μέσου αυτών οργανώνονται οι κατηγορίες. Το μήλο λοιπόν δεν είναι αχλάδι, δεν είναι πρόβατο, δεν είναι γίδι. Μοιάζει όμως με το αχλάδι, δεν μοιάζει με το πρόβατο. Όλο αυτό δεν είναι ανακάλυψη του Σπινόζα, αλλά αυτό επίσης δεν σχετίζεται με τις βάσεις της διαλεκτικής σκέψης. Είναι ο Αριστοτέλης που τα συστηματοποίησε στο Όργανον του Ορθολογισμού και από κει μας έδωσε την επάρατη τυπική ορθολογικότητα, που χωρίς αυτήν μέρι τώρα η επιστήμη δεν μπορεί να πάει πουθενά. Ο ηλεκτρονικός υπολογιστής είναι ένα κατεξοχήν υπολογιστικό όργανο ορθολογικής τυπικότητας.
Υπάρχει και μια σύλληψη του Ιλιένκοφ η οποία είναι άκρως αντεπιστημονική κατά την οποία η σκέψη δεν ταυτίζεται με την φυσιολογία του εγκεφάλου: Μέσα στο κρανίο επιμένει ο Ιλιένκοφ, δεν θα βρείτε ούτε έναν λειτουργικό προσδιοριαμό της νόησης, επειδή η νόηση είναι λειτουργία της εξωτερικής αντικειμενικής επίδρασης που προσδιορίζεται ενεργά από τη μορφή των εξωτερικών αντικειμένων και όχι από τη μορφή του σώματος του εγκεφάλου... Το μόνο σώμα που σκέπτεται από την αναγκαιότητα που ενυπάρχει στην ιδιαίτερη "φύση" του (δηλαδή στην ειδική δομή του), δεν είναι καθόλου ο μεμονωμένος εγκέφαλος, ούτε ακόμα ο άνθρωπος σαν Όλον. (Έβαλντ Ιλιένκοφ: Διαλεκτική Λογική, δοκίμιο δεύτερο, σελ 64-65)
Εγώ έχω αντιρρήσεις σ'αυτή την άποψη: Μετά την ανακάλυψη του ανθρώπινου DNA όλες οι αντιλήψεις περί νόησης πέρασαν στην επιστήμη της νευροφυσικής. Υπάρχει η αντίληψη ότι το DNΑ είναι η καταγραφή του παγκοσμίου γίγνεσθαι στον άνθρωπο ή ακόμα ότι ο άνθρωπος είναι αυτή η καταγραφή. Δηλαδή ο άνθρωπος γνωρίζει και η γνώση του είναι έγκυρη, γιατί είναι γεγραμμένη κωδικά μέσα στη δομή του ανθρώπου και ειδικά στον εγκέφαλό του. Με την είσοδο της εμπειρίας στον εγκέφαλο αποκωδιοποιείται η αρχαία καταγραφή που υπάρχει στον εγκέφαλο και μετατρέπεται σε γνώση.
Επισήμανση: Όταν μιλάμε για διαλεκτική είναι ύβρις αλλά και ανοησία να παραμερίζουμε τους Αναξίμανδρο, Ηράκλειτο, Λάο-Τσε και Ζήνωνα και να οδηγούμεθα στη διαλεκτική από τον Μπαρούχ Σπινόζα ο οποίος είναι πέρα για πέρα ορθολογιστής.
Ο Ορθολογισμός αποδέχεται ότι ο κόσμος που ερχόμαστε σε άμεση επαφή είναι φαινομενικός και ότι πίσω απ'αυτόν υπάρχει η Υπόσταση των Καθαυτών Όντων η οποία μάλιστα είναι αδύνατο να γνωστεί. Αυτή η πρόταση είναι του Παρμενίδη ο οποίος σήκωσε το διαλογικό του ανάστημα ενάντια στη Διαλεκτική των Ιώνων διανοητών και ειδικά του Ηράκλειτου.
Επειδή πολλές φορές μαθαίνουμε για μας περισσότερα από τους αντιπάλους μας, δε θα παρουσιάσω την Διαλεκτική των Ιώνων αλλά την αντιδιαλεκτική πολεμική του Παρμενίδη γι'αυτούς και ειδικά για τον Ηράκλειτο:
ΠΑΡΜΕΝΙΔΗΣ:
[ Άκουσε λοιπόν με προσοχή αυτά που θα σου πω: αυτοί οι δυο δρόμοι μόνον είναι αντιφατικοί. Ο ένας, ότι κάτι δεν μπορεί να Είναι και να Μην Είναι (να είναι-μη όντας), αυτός είναι ο δρόμος της πειθούς, γιατί απ’την αλήθεια διαφεύγει. Ο άλλος (το Μη-Είναι), όπως έχει χρέος δε μπορεί να υπάρχει. Απ'αυτόν σ’αποτρέπω τελείως, γιατί το Μη-Είναι δε μπορείς ούτε να το νοήσεις, ούτε να το γνωρίσεις, ούτε να το πεις. (Το υπάρχειν του μη-Είναι είναι η αντιφαση γυμνή)
Είναι ανάγκη το Λέγειν το Νοείν και το Είναι να συμπίπτουν, γιατί μόνο το Είναι υπάρχει, το Μηδέν δεν υπάρχει, έτσι σε συμβουλεύω να σκέπτεσαι.
Από τον δρόμο αυτό, τον πρώτο, τον αντιφατικό, σε αποτρέπω.
(είναι ο πρώτος απ’τους δυο δρόμους που παρουσιάζει στο απόσπασμα 2 και στίχο 3)
Οι θνητοί απ’αυτόν δεν έμαθαν τίποτα, γίνονται δίβουλοι, γιατί η αμηχανία στα στήθια τους σαλεύει το νου. Φαντάζουν κουφοί, τυφλοί και χαμένοι, χωρίς κρίση, αυτοί που νομίζουν ότι η συγκριτική βεβαιότητα, -είναι και δεν είναι- έγκυρη, γιατί δέχονται πως για όλα υπάρχει και αντίδρομος τρόπος
να είναι συγχρόνως.
Εγώ νομίζω ότι απ’όπου ξεκινάμε, εκεί γυρίζουμε πάλι. (Ο κόσμος είναι κλειστό σύστημα. Λέει ο Αϊνστάιν: όταν ένα σώμα στο διάστημα κινείται ευθύγραμμα και ομαλά κάποτε θα γυρίσει στη θέση που ξεκίνησε).
Η Ταυτότητα ποτέ μα ποτέ δεν θ’αναγκαστεί, να Είναι-ΜηΌντας (να αντιφάσκει). Να είσαι λοιπόν μακριά από τον αντιφατικό δρόμο και μην παρασύρεσαι από την συνήθεια, αλλά ότι βλέπεις ή ακούς, κρίνε το με τον τρόπο που σου έμαθα το δοκιμασμένο.
(Επειδή η νόηση και το είναι συμπίπτουν) μπορείς να φωτίσεις, δια μέσου των παρόντων, με τον νου (την λογική, τον ορθολογισμό) με βεβαιότητα τα απόντα. Γιατί δεν μπορεί να αποκοπεί το υπάρχον του υπάρχοντος (ο νους από το είναι), ούτε θεωρώντας τον κόσμο με την μορφή του τετμημένου (των πολλών), ούτε ως ενότητα, ως όλον.
Ο μόνος δρόμος που μπορούμε να μιλάμε γι’ αυτόν, μας μένει το Είναι. Πάνω σ'αυτόν υπάρχουν πάρα πολλά στοιχεία, όπως ότι το αθάνατο είναι αγέννητο, όλον, αταλάντευτο, τετελεσμένο. Ποτέ δεν ήταν, ούτε θα είναι (δεν έχει παρελθόν ή μέλλον), γιατί όλο αυτό μαζί είναι Ένα, συνεχές, μόνο τώρα. Τι είδους γέννα να αναζητήσεις σε αυτό; Από που προς τα που να επεκταθεί; Για το Μη-Ον, το Μη Υπάρχον, δεν μπορείς να πείς ή να καταλάβεις τίποτα, επειδή δεν υπάρχει, ούτε λέγεται ούτε νοήται. Δε μπορεί τίποτα να αναγκάσει κάτι να υπάρξει πριν ή μετά το Μηδέν. Έτσι λοιπόν κάθε τι πρέπει να συμπέσει με τό Όλον, το σύμπαν ή το μηδέν που δεν υπάρχει. Από το μη υπάρχον δε μπορεί να περιμένει κάποιος, ούτε γίγνεσθαι, ούτε όλλυσθαι, αφού αυτό ορίζει η λογική. Κάθε κρίση πρέπει να βρίσκεται μέσα σ’αυτά τα όρια: να Είναι ή να Μην Είναι. Όπως είναι αναγκαίο, ο ένας δρόμος κρίνεται ανώνυμος και χωρίς νόημα (ανύπαρκτος). Ενώ ο άλλος κρίνεται ο δρόμος της βεβαιότητας των συγκριτικών διαδικασιών όπου τα όμοια ανήκουν σε συγγενή ομάδα και είναι ο σωστός.
Εδώ σταματώ το λόγο που έχει αληθινό νόημα και θα μιλήσω για τον κόσμο της αμφίδρομης αλήθειας, της φθαρτής, τον απατηλό. Νομίζουν πως κάθετί έχει δυο τρόπους να υπάρχει έχοντας δυο μορφές, η μια δεν τους αρκεί. Εδώ ακριβώς κάνουν λάθος. Τ'αντίθετα θεωρούν ενωμένα, ενώ συγχρόνως έβαλαν διαχωριστικά όρια μεταξύ τους. Από τη μια, το αιθέριο πυρ της φλόγας, ίδιο πάντα με τον εαυτό του, απ’την άλλη, διάφορο απ’τον εαυτό του, αυτό το ίδιο ενάντια στον εαυτό του, δηλαδή σκοτάδι πυκνό μπερδεμένο. Σου μιλώ για τον φαινομενικό κόσμο, το διάκοσμο, για να μην ξεγελαστείς ποτέ απ’τη φθαρτή σκέψη.
Επειδή όλα έγιναν από φως και σκότος, με τις δικές τους δυνάμεις, και μετά σκληρή πάλη πήραν διάφορες μορφές, ό,τι "περισσεύει" είναι τόσο φως, όσο και σκότος ίσα μεταξύ τους, γιατί πέραν αυτών δεν μπορεί να υπάρξει τίποτα άλλο, ούτε κενό ].
Λέει ο κ Θωμαδάκης: Ορίζοντας τη νόηση ως ιδιότητα, ως κατηγόρημα της ύλης (Υπόσταση), ο Σπινόζα ξεπέρασε την εποχή του αφήνοντας πίσω τόσο τους ιδεαλιστές όσο και τους εκπροσώπους του μηχανιστικού υλισμού. Με την Υπόσταση, την επιστημονική αυτή ανακάλυψη, έγινε αποφασιστικός κρίκος στην ανάπτυξη της ανθρώπινης γνώσης. Αυτή είναι η μεγάλη συνεισφορά του στην ανθρωποτητα.
Εδώ ο διανοητής πρέπει νε έχει πολλές ενστάσεις. Η νοούσα Υπόσταση δεν μπορεί παρά να είναι μια θεολογική προσέγγιση στην θεωρία περί νόησης. Ο Αναξαγόρας την υπόσταση αυτή την όρισε ως "Νου" και ο Χέγκελ ως Απόλυτο-Εγώ. Από την άλλη ο Αναξίμανδρος όρισε ως υπόσταση του υλικού κόσμου το "αντιφατικό στοιχειώδες" όπου το Άπειρο είναι τόσο Μεγάλο που περιέχει ποσοτικά τα πάντα και τόσο μικρό που να περιέχεται ποιοτικά από τα πάντα. Το Μικρό το στοιχειώδες για τον Αναξίμανδρο, όντας σε συνεχή εξέλιξη έτσι είναι ποιοτικά αυτό το ίδιο Άπειρο. Και ο Ζήνων συμπληρώνει: Για να υπάρχει κάτι πρέπει να έχει μέγεθος και κάποια απόσταση από άλλο, δεν μπορεί να υπάρξει έσχατο μέρος κάποιου, ούτε του σώματος ούτε του περιθωρίου. Έτσι αν υπάρχουν πολλά είναι τόσο μικρά όσο και μεγάλα. Τόσο μικρά που είναι μηδενικού μεγέθους και τόσο μεγάλα που είναι απείρου μεγέθους. Εδώ ο Ζήνων με τον δικό του τρόπο δείχνει ότι το Είναι ως τέτοιο έχει αντιφατική φύση και ως αντιφατική Υπόσταση είναι το Εν Δυνάμει Είναι. Το εν δυνάμει Είναι είναι η αντιφατικότητα γυμνή κι έχει όλα τα πρόσωπα συγχρόνως και κανένα. Έτσι μιλά και σκέπτεται η Αντιφατική Υλική Υπόσταση. Δηλαδή δεν έχει απόλυτα δικό της Λόγο και Νόηση, αλλά όντας όλα τα πρόσωπα και συγχρόνως κανένα, γεννάται κάθε φορά από την πράξη και τους συνειρμούς του νοήμονος ανθρώπου.
Επειδή το Νοείν για τον Σπινόζα είναι ορθολογικό, το λογικο-γλωσσικό του σύστημα προϋποθέτει ότι λειτουργώντας, από μια στιγμή και μετά θ'αναπαράγει και θα επαναλαμβάνει τα ίδια λογικο-γλωσσικά παίγνια τα οποία θα μπορούσαμε να ονομάσουμε "συνθετικά πρότυπα του τέλους". Αυτά από τη στιγμή που ετέθησην οι όροι λειτουργίας του συστήματος, είναι εκεί από την αρχή περιμένοντας την πραγματοποίησή τους από αυτήν τη λειτουργία. Αυτό το σύστημα είναι αντικειμενικό, ορθολογικό, κλειστό προδιαγεγραμμένο και τετελεσμένο. Άρα δεν μπορεί να είναι Διαλεκτικό-αντιφατικό.
Εμείς λοιπόν μπορούμε να λέμε και να ορίζουμε ό,τι θέλουμε και όπως θέλουμε, αλλά αν θέλουμε να ακολουθούμε τη Λογική πρέπει να μην τσαλαβουτάμε σε αλληλο-συγκρουόμενα λογικά συστήματα γιατί γεννώνται αντινομίες.
Και βέβαια η αντίληψη περί της Υπόστασης δεν μπορεί να θεωρηθεί επιστημονική ανακάλυψη, όπως ισχυρίζεται ο κ. Θωμαδάκης, αλλά είναι μια ποιητική σύλληψη ή τέλος πάντων μια ευφυής υπόθεση.
Πάρα κάτω ο κ. Θωμαδάκης προσπαθεί να φέρει αφηρημένα παραδείγματα της μετατροπής την ποσότητας σε ποιότητα και το αντίθετο όμως η ορολογία και η διαλογική ακολουθία του είναι τόσο μίζερη που χάνεται η διαλεκτική κομψότητα του λέγειν. Λέει ο Λάο-Τσέ: "η μεγάλη ευθείθα οφείλει να είναι κυρτή", "το μεγάλο τετράγωνο δεν έχει γωνίες". Λέει ο Ηράκλειτος "η ευθύγραμμη πορεία είναι αποτέλεσμα περιστροφής" και η σύγχρονη γεωμετρία: Ο κύκλος είναι πολύγωνο απείρων γωνιών.
Με τα σημερινά δεδομένα η σύγχρονη επιστήμη έχει ανάγκη και ψάχνει επειγόντως για ένα νέο λογικό όργανο που θα μπορέσει να περιγράψει τον κόσμο και να οδηγήσει την επιστήμη στον νέο κόσμο. Όλα τα δεδομένα θέλουν αυτό το οργανο σκέψης να είναι η Διαλεκτική. Δηλαδή η επιστήμη χρειάζεται μια νέα λογικο-γλωσσική σύνταξη, πάνω στην οποία να πατήσει η νόηση και να δόσει ένα Διαλεκτικο-τυπικο όργανο σαν αυτό του Αριστοτέλη για τον Ορθολογισμό. (Ο ενδιαφερόμενος ας ανατρέξει στην ανάρτησή μου "Διαλεκτικη Υλιστική Σκέψη", thodoroskavasisblogspot.com).
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου