Χ. ΜΑΡΚΟΥΖΕ Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΑΡΝΗΣΗΣ ΣΤΗ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ
ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΑΡΝΗΣΗΣ ΣΤΗ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ
Λέει ο Μαρκούζε: Νομίζω πως όλοι συμφωνούμε ότι παρουσιάζει ορισμένες δυσκολίες ο ορισμός του περιεχομένου της σημερινής ιστορικής περιόδου και ιδιαίτερα στην εξέλιξη του όψιμου καπιταλισμού με τις πρωτότυπες έννοιες και ακόμη τις αναπτυγμένες έννοιες της μαρξιστικής θεωρίας ή μάλλον μπορούμε να την ορίζουμε έτσι αλλά αυτό μας φέρνει σε αμηχανία.
Αν κατάλαβα καλά θα πρέπει να μιλάει για την περίοδο του ιμπεριαλισμού και τη θέση του μαρξισμού μέσα σ'αυτήν.
Και συνεχίζει: Όταν η όποια θεωρία μπορεί να περιλάβει τόσο την εξέλιξη Α όσο και όχι –Α, την ευημερία όσο και την κρίση την επανάσταση όσο και την παράληψη της επανάστασης, τη ριζοσπαστικοποίηση της εργατικής τάξης όσο και την ένταξή της στο υπάρχον σύστημα, αυτό μπορεί βέβαια να μιλά για την εγκυρότητα της θεωρίας αλλά και για την αδιαφορία της. Και πράγματι κάτω απ’αυτή την άποψη έχουν επιρρίψει στην μαρξιστική θεωρία ότι περιέχει έναν εντοιχισμένο μηχανισμό που την προστατεύει από κάθε αναίρεση από την πραγματικότητα.
Εδώ πάλι μπορεί να υπονοείται ότι ο μαρξισμός και ο μηχανισμός του, που είναι η διαλεκτική, κατηγορούνται ως μη αναιρέσιμοι, δηλαδή ως εκτός πραγματικότητας για να μπορεί να ασκηθεί έγκυρη κριτική σ’αυτόν.
Και επεξηγεί: Πιστεύω ότι αυτές οι δυσκολίες σχετίζονται με τις καταβολές της μαρξιστικής διαλεκτικής στην εγελιανή διαλεκτική, και θα ήθελα ν’αφιερώσω μια σύντομη ομιλία σ’αυτό το θέμα. Αυτό που βλέπουμε αυτή την περίοδο, φαίνεται κάτι σαν ακινητοποίηση της διαλεκτικής της αρνητικότητας. Βρισκόμαστε απέναντι σε νέες μορφές του όψιμου καπιταλισμού και γι’αυτό στο πρόβλημα ανάπτυξης μιας κατάλληλης απέναντι σ’αυτές διαλεκτική σκέψη. Ας το διατυπώσω γενικά: Η κύρια δυσκολία φαίνεται να βρίσκεται σε μια διαλεκτική σκέψη που οι αρνητικές δυνάμεις εξελίσσονται μέσα σε ένα υπάρχον ανταγωνιστικό σύστημα. Φαίνεται ότι σήμερα είναι δύσκολο ν’αναδειχθεί η εξέλιξη της αρνητικότητας μέσα σ’αυτό το ανταγωνιστικό Όλον.
Εδώ πάλι υποθέτω ότι κατά τον Μαρκούζε το πρόβλημα του μαρξισμού βρίσκεται στη Διαλεκτική του. Μάλιστα επισυνάπτει το πρόβλημα ειδικά στην εγελιανή διαλεκτική, που κατ'αυτόν ο μαρξισμός έχει αποδεχτεί. Και εξηγεί ότι, κατά την γνώμη του, υπάρχει μάλλον κάποια αδιαφορία της μαρξιστικής διαλεκτικής για τη διάσταση της αρνητικότητας που πρέπει να συνοδεύει την διαλεκτική.
Γι’αυτό στη σύντομη ομιλία μου θα ήθελα ν’αρχίσω με την εξέταση του αρνητικού και μάλιστα θα ήθελα να ξεκινήσω απ'τη διαμάχη που γίνεται σήμερα στη Γαλλία γύρω απ'την προσπάθεια του Αλθουσέρ να οριστεί εκ νέου η σχέση της εγελιανής και της μαρξιστικής διαλεκτικής. Γνώμη μου ότι η άρνηση στην εγελιανή διαλεκτική παίρνει φαινομενικό χαρακτήρα, με το να αναπτύσσει μέσα απ'όλη την άρνηση και όλη την καταστροφή (εγώ, ως κριτικός αναγνώστης, νομίζω ότι εδώ αντί για καταστροφή, μάλλον αρμόζει η έννοια κατάφαση) μόνο το ήδη καθαυτό υπάρχον και ν’ανυψώνεται με την άρνηση σε μια ψηλότερη ιστορική βαθμίδα. Φαίνεται ότι μ'όλες τις εκρηκτικές και ριζοσπαστικές επαναστάσεις, αναβάσεις και καταβάσεις στην εγελιανή φιλοσοφία να αναπτύσσεται μόνο η μια ουσία της οποίας μέσα σ’αυτή την ίδια είναι κλεισμένες και εμποδισμένες δυνατότητες που απελευθερώνονται με την άρνηση. Είμαι της γνώμης ότι αυτός ο κομφορμιστικός χαρακτήρας, δεν είναι συμμόρφωση του Χέγκελ στις εξωτερικές συνθήκες. μα υπάρχει στην έννοια της ίδιας της διαλεκτικής του, στην οποία τελικά επιβάλλεται η θετικότητα του Λόγου, της προόδου.
Μολονότι δεν έχει ακόμα γίνει σαφές που το πάει ο Μαρκούζε, δε μπορώ να μην επισημάνω πως, όπου και να το πάει η επισήμανσή του για την εκάστοτε αρνητικότητα ή θετικότητα του λόγου στον Χέγκελ δεν λύνει κανένα πρόβλημα περί διαλεκτικής. Ακόμα και οι δικές του παρατηρήσεις περί αυτού χωλαίνουν αφού στη Διαλεκτική, η αρνητικότητα και η θετικότητα και γενικά η Άρνηση και η Κατάφαση συνιστούν μιαν ενότητα στο αντιφατικό Γίγνεσθαι, δηλαδή συνιστούν μιαν Αρνητική-Θετικότητα. Η διαλεκτική είναι η λογική του γίγνεσθαι και της αντιφατικότητας και δεν μπορεί ποτέ να ορθολογηθεί με τον διαχωρισμό της Άρνησης και της Κατάφασης, γιατί έτσι παύει να είναι Διαλεκτική. Ακόμα η φαινομενικότητα της εγελιανής διαλεκτικής οφείλεται στον ιδεαλισμό της. (Διαλεκτική Υλιστική Σκέψη thodoroskavasisblogspot.com).
O Altuser ισχυρίζεται τώρα, πως αν ο Μαρξ είχε αντιστρέψει την εγελιανή διαλεκτική, θα είχε βέβαια μετατρέψει τη βάση του συστήματος, αλλά θα είχε αντιτάξει μόνο ένα άλλο σύστημα του Λόγου στο εγελιανό σύστημα. Αυτό σημαίνει πως θα είχε μείνει μέσα στη φιλοσοφία αντί να την καταργήσει. Σύμφωνα με τον Αλθουσέρ στην πραγματικότητα ο Μαρξ εγκατέλειψε την εγελιανή διαλεκτική, αναπτύσσοντάς την στο έδαφος της πραγματικής εξέλιξης, (όπως είπε ο Ένγκελς), σαν μια νέα αυτόνομη διαλεκτική.
Η αντιστροφή της εγελιανής λογικής μόνον έτσι μπορούσε να γίνει. Δηλαδή, από τον φαινομενικό κόσμο της ιδεαλιστικής διαλεκτικής του Χέγκελ, να μεταπηδήσει στο Γίγνεσθαι της υλικής πραγματικότητας η οποία είναι αντιφατική κι έτσι δεν έχει τα αντιθετικά διλήμματα του Μαρκούζε περί άρνησης ή κατάφασης την κάθε φορά, αφού ως αντιφατική είναι αρνητικο-καταφατική.
Λέει ο Μαρκούζε: Νομίζω πως όλοι συμφωνούμε ότι παρουσιάζει ορισμένες δυσκολίες ο ορισμός του περιεχομένου της σημερινής ιστορικής περιόδου και ιδιαίτερα στην εξέλιξη του όψιμου καπιταλισμού με τις πρωτότυπες έννοιες και ακόμη τις αναπτυγμένες έννοιες της μαρξιστικής θεωρίας ή μάλλον μπορούμε να την ορίζουμε έτσι αλλά αυτό μας φέρνει σε αμηχανία.
Αν κατάλαβα καλά θα πρέπει να μιλάει για την περίοδο του ιμπεριαλισμού και τη θέση του μαρξισμού μέσα σ'αυτήν.
Και συνεχίζει: Όταν η όποια θεωρία μπορεί να περιλάβει τόσο την εξέλιξη Α όσο και όχι –Α, την ευημερία όσο και την κρίση την επανάσταση όσο και την παράληψη της επανάστασης, τη ριζοσπαστικοποίηση της εργατικής τάξης όσο και την ένταξή της στο υπάρχον σύστημα, αυτό μπορεί βέβαια να μιλά για την εγκυρότητα της θεωρίας αλλά και για την αδιαφορία της. Και πράγματι κάτω απ’αυτή την άποψη έχουν επιρρίψει στην μαρξιστική θεωρία ότι περιέχει έναν εντοιχισμένο μηχανισμό που την προστατεύει από κάθε αναίρεση από την πραγματικότητα.
Εδώ πάλι μπορεί να υπονοείται ότι ο μαρξισμός και ο μηχανισμός του, που είναι η διαλεκτική, κατηγορούνται ως μη αναιρέσιμοι, δηλαδή ως εκτός πραγματικότητας για να μπορεί να ασκηθεί έγκυρη κριτική σ’αυτόν.
Και επεξηγεί: Πιστεύω ότι αυτές οι δυσκολίες σχετίζονται με τις καταβολές της μαρξιστικής διαλεκτικής στην εγελιανή διαλεκτική, και θα ήθελα ν’αφιερώσω μια σύντομη ομιλία σ’αυτό το θέμα. Αυτό που βλέπουμε αυτή την περίοδο, φαίνεται κάτι σαν ακινητοποίηση της διαλεκτικής της αρνητικότητας. Βρισκόμαστε απέναντι σε νέες μορφές του όψιμου καπιταλισμού και γι’αυτό στο πρόβλημα ανάπτυξης μιας κατάλληλης απέναντι σ’αυτές διαλεκτική σκέψη. Ας το διατυπώσω γενικά: Η κύρια δυσκολία φαίνεται να βρίσκεται σε μια διαλεκτική σκέψη που οι αρνητικές δυνάμεις εξελίσσονται μέσα σε ένα υπάρχον ανταγωνιστικό σύστημα. Φαίνεται ότι σήμερα είναι δύσκολο ν’αναδειχθεί η εξέλιξη της αρνητικότητας μέσα σ’αυτό το ανταγωνιστικό Όλον.
Εδώ πάλι υποθέτω ότι κατά τον Μαρκούζε το πρόβλημα του μαρξισμού βρίσκεται στη Διαλεκτική του. Μάλιστα επισυνάπτει το πρόβλημα ειδικά στην εγελιανή διαλεκτική, που κατ'αυτόν ο μαρξισμός έχει αποδεχτεί. Και εξηγεί ότι, κατά την γνώμη του, υπάρχει μάλλον κάποια αδιαφορία της μαρξιστικής διαλεκτικής για τη διάσταση της αρνητικότητας που πρέπει να συνοδεύει την διαλεκτική.
Γι’αυτό στη σύντομη ομιλία μου θα ήθελα ν’αρχίσω με την εξέταση του αρνητικού και μάλιστα θα ήθελα να ξεκινήσω απ'τη διαμάχη που γίνεται σήμερα στη Γαλλία γύρω απ'την προσπάθεια του Αλθουσέρ να οριστεί εκ νέου η σχέση της εγελιανής και της μαρξιστικής διαλεκτικής. Γνώμη μου ότι η άρνηση στην εγελιανή διαλεκτική παίρνει φαινομενικό χαρακτήρα, με το να αναπτύσσει μέσα απ'όλη την άρνηση και όλη την καταστροφή (εγώ, ως κριτικός αναγνώστης, νομίζω ότι εδώ αντί για καταστροφή, μάλλον αρμόζει η έννοια κατάφαση) μόνο το ήδη καθαυτό υπάρχον και ν’ανυψώνεται με την άρνηση σε μια ψηλότερη ιστορική βαθμίδα. Φαίνεται ότι μ'όλες τις εκρηκτικές και ριζοσπαστικές επαναστάσεις, αναβάσεις και καταβάσεις στην εγελιανή φιλοσοφία να αναπτύσσεται μόνο η μια ουσία της οποίας μέσα σ’αυτή την ίδια είναι κλεισμένες και εμποδισμένες δυνατότητες που απελευθερώνονται με την άρνηση. Είμαι της γνώμης ότι αυτός ο κομφορμιστικός χαρακτήρας, δεν είναι συμμόρφωση του Χέγκελ στις εξωτερικές συνθήκες. μα υπάρχει στην έννοια της ίδιας της διαλεκτικής του, στην οποία τελικά επιβάλλεται η θετικότητα του Λόγου, της προόδου.
Μολονότι δεν έχει ακόμα γίνει σαφές που το πάει ο Μαρκούζε, δε μπορώ να μην επισημάνω πως, όπου και να το πάει η επισήμανσή του για την εκάστοτε αρνητικότητα ή θετικότητα του λόγου στον Χέγκελ δεν λύνει κανένα πρόβλημα περί διαλεκτικής. Ακόμα και οι δικές του παρατηρήσεις περί αυτού χωλαίνουν αφού στη Διαλεκτική, η αρνητικότητα και η θετικότητα και γενικά η Άρνηση και η Κατάφαση συνιστούν μιαν ενότητα στο αντιφατικό Γίγνεσθαι, δηλαδή συνιστούν μιαν Αρνητική-Θετικότητα. Η διαλεκτική είναι η λογική του γίγνεσθαι και της αντιφατικότητας και δεν μπορεί ποτέ να ορθολογηθεί με τον διαχωρισμό της Άρνησης και της Κατάφασης, γιατί έτσι παύει να είναι Διαλεκτική. Ακόμα η φαινομενικότητα της εγελιανής διαλεκτικής οφείλεται στον ιδεαλισμό της. (Διαλεκτική Υλιστική Σκέψη thodoroskavasisblogspot.com).
O Altuser ισχυρίζεται τώρα, πως αν ο Μαρξ είχε αντιστρέψει την εγελιανή διαλεκτική, θα είχε βέβαια μετατρέψει τη βάση του συστήματος, αλλά θα είχε αντιτάξει μόνο ένα άλλο σύστημα του Λόγου στο εγελιανό σύστημα. Αυτό σημαίνει πως θα είχε μείνει μέσα στη φιλοσοφία αντί να την καταργήσει. Σύμφωνα με τον Αλθουσέρ στην πραγματικότητα ο Μαρξ εγκατέλειψε την εγελιανή διαλεκτική, αναπτύσσοντάς την στο έδαφος της πραγματικής εξέλιξης, (όπως είπε ο Ένγκελς), σαν μια νέα αυτόνομη διαλεκτική.
Η αντιστροφή της εγελιανής λογικής μόνον έτσι μπορούσε να γίνει. Δηλαδή, από τον φαινομενικό κόσμο της ιδεαλιστικής διαλεκτικής του Χέγκελ, να μεταπηδήσει στο Γίγνεσθαι της υλικής πραγματικότητας η οποία είναι αντιφατική κι έτσι δεν έχει τα αντιθετικά διλήμματα του Μαρκούζε περί άρνησης ή κατάφασης την κάθε φορά, αφού ως αντιφατική είναι αρνητικο-καταφατική.
Η αντίληψη του Αλθουσέρ (όπως τουλάχιστον την παρουσιάζει ο Μαρκούζε), υπονοεί ότι η λεγόμενη αντιστροφή της εγελιανής διαλεκτικής από ιδεαλιστική σε υλιστική από τον μαρξισμό, τη βγάζει έξω από το σώμα της φιλοσοφίας και την μεταφέρει στο έδαφος της πραγματικής (υλικής) εξέλιξης. Αυτό μπορεί να υπονοεί ότι στη φιλοσοφία η Διαλεκτική έχει μορφή ιδεαλιστική-διαλεκτική, αφού η φιλοσοφία εξελίσσεται μέσα στο Νοείν. Ενώ, μ'αυτή τη λογική, στο έδαφος του υλικού γίγνεσθαι, δεν είναι πια η διαλεκτική αντιφατικότητα που γνωρίζουμε, αλλά μια άλλη η οποία κατ΄ανάγκην κάνει πολλές παραχωρήσεις τη νευτώνεια αντικειμενική ορθολογικότητα. Έτσι αναφαίνεται ότι ο Αλθουσέρ υπονοεί ότι στο υλικό γίγνεσθαι της πραγματικότητας, η διαλεκτική δεν μπορεί να φέρει την αδυναμία της αντίφασης, κι έτσι πρέπει να είναι ορθολογική. (Κατά τον Χέγκελ η διαλεκτική περιγράφει το φαινομενικό γίγνεσθαι της ιδεατής αντιφατικότητας αφού τα πράγματα δεν μπορούν να φέρουν την αδυναμία της αντίφασης). Υποθέτω λοιπόν ότι, κατά τον Αλθουσέρ, η αντιφατική διαλεκτική η οποία εξελίσσεται στη φιλοσοφία είναι μια άλλη διαλεκτική αντιθετική και διαφορετική απ'αυτήν της υλικής πραγματικότητας. Απ'αυτό συνάγω επίσης ότι η φιλοσοφία αλλά και η διαλεκτική δεν πρέπει να έχουν νοητική αντιστοιχία με το πραγματικό υλικό γίγνεσθαι κι έτσι αποδέχεται την ιδεαλιστική-μεταφυσική θέση ότι ο ανθρώπινος νους συλλαμβάνει τον κόσμο ως φαινομενικό γίγνεσθαι, αφού δεν μπορεί αληθινά κι άμεσα να τον εισπράξει νοητικά παρά μέσω διαφόρων εγελιανών νοητικών μεσολαβήσεων.
Και συνεχίζει ο Μαρκούζε: Σε αυτήν τη θέση του Αλθουσέρ αντιτάσσω την αντίθετη θέση, δηλαδή ότι η υλιστική διαλεκτική μένει ακόμα δέσμια του ιδεαλιστικού Λόγου της θετικότητας.
Εδώ ο Μαρκούζε λαθεύει στο ότι η ιδεαλιστική εγελιανή διαλεκτική είναι δέσμια της θετικότητας, αφού η διαλεκτική του Χέγκελ, τουλάχιστον στις μεγαλειώδης στιγμές της, είναι αντιφατική, που θα πει ότι διέπεται από θετική-αρνητικότητα. Είναι βέβαια διαφορετικό ότι κατά τις διευκρινίσεις του ο Χέγκελ εκ των υστέρων, την αντιφατικότητα μετέτρεπε σε αντιθετικότητα, δίνοντας γη και ύδωρ στον ορθολογισμό. Και μετά απ'αυτό βέβαια θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι η διαλεκτική για να είναι υλιστική, πρέπει να βρει τρόπο να είναι αντιφατική. Κάτω από την πίεση όμως των επιστημονικών εξελίξεων εκείνης της εποχής ο μαρξισμός έκανε κάποιες παραχωρήσεις στην νευτώνεια ορθολογική αντικειμενικότητα και στη συνέχεια κατά την εφαρμογή του στο κοινωνικό γίγνεσθαι σαν σοσιαλισμός, στην ορθολογική οικοδόμηση του κοινωνικού γίγνεσθαι. Όμως αυτό είναι δικαιολογημένο αφού στα πρώτα βήματά του κάθε τι μπορεί να παραπατήσει. Δεν είναι όμως δικαιολογημένες οι αρνητικές παρατηρήσεις που επισυνάπτουν αυτοί οι διακεκριμένοι διανοητές της αριστεράς σαν λύση στο πρόβλημα, αφού στην εποχή τους οι επιστημονικές εξελίξεις είχαν πια κατασταλάξει στην αντιφατικότητα του υλικού γίγνεσθαι. Όπως θα προσπαθήσω να αναδείξω στο τέλος αυτής της κριτικής.
Έτσι δεν θα καταστρέφει την ιδέα της προόδου, σύμφωνα με την οποία το μέλλον είναι ήδη πάντα ριζωμένο στο εσωτερικό του υπάρχοντος, αφού η μαρξιστική διαλεκτική δεν υπογραμμίζει ριζοσπαστικά την έννοια της μετάβασης σε μιαν άλλη ιστορική βαθμίδα, δηλαδή τη μεταστροφή, τη ρήξη με το παρελθόν και το υπάρχον, όσο εγκτίζει την ποιοτική διαφορά στην κατεύθυνση της προόδου στη θεωρία.
Εδώ ο Μαρκούζε “επαναστατεί χωρίς αιτία”. Μα η διαλεκτική αντιφατικότητα είναι αυτή που δεν δέχεται συστήματα προκαθορισμένα και τετελεσμένα. Η μαρξιστική θεωρία είναι αυτή που θέλει τη ριζοσπαστική μετάβαση σε άλλην ιστορική βαθμίδα. Είναι άχαρο να είμαστε μαρξιστές και να ανακαλύπτουμε ως νέα αυτά που είναι πια τυπικά αποδεκτά από τη μαρξιστική θεωρία. Στη θέση του Ορθολογισμού και της ιδεαλιστικής ¨διαλεκτικής” βάζουμε τον διαλεκτικό υλισμό στη θέση του αστικού κοινοβουλίου βάζουμε το λαϊκό κοινοβούλιο και την Λαϊκο-δημοκρατική εξουσία. Μου φαίνεται περίεργο να μη βλέπει αυτές τις ριζικές διαφορές ο Μαρκούζε. Βέβαια κάποια στιγμή, κυρίως κατά την επίθεση της Ναζιστικης Γερμανίας ενάντια στη Σοβιετική Ένωση και κάτω από την πίεση της σοβιετικής κατάρρευσης, ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός παραμερίστηκε από τον Στάλιν και τη θέση του κατέλαβε ένας σπαρτιατικός συγκεντρωτισμός. Αυτός ήταν σκληρός και αυστηρά πειθαρχημένος όχι μόνο για τον λαό, αλλά και για τα μέλη του κόμματος. Επειδή αυτός ο συγκεντρωτισμός έφερε τα αναμενόμενα αποτελέσματα κατά τη διάρκεια του πολέμου κι επειδή ο πόλεμος του ιμπεριαλισμού ενάντια στη Σοβιετική Ένωση συνεχίστηκε με ένταση και μετά το τέλος του πολέμου, πιθανόν θεωρήθηκε αναγκαίος και δεν καταργήθηκε. Κατά την "ηγεμονία" του Στάλιν, αυτή η στρεβλή κατάσταση ήταν πιθανόν να είχε κάποιο λόγο ύπαρξης, που εμείς δεν είμαστε σε θέση να διαλευκάνουμε την αλήθεια. Μπορούμε όμως να αναγνωρίσουμε ότι μετά το θάνατο του Στάλιν, η θεωρούμενη "δημοκρατικοποίηση" των "επιγόνων", αντί να εξομαλύνει, μονιμοποίησε την συγκεντρωτική κατάσταση, η οποία παρά την απουσία του Στάλιν ονομάστηκε "σταλινισμός". Δηλαδή ενώ ο Στάλιν ασκούσε την συγκεντρωτική εξουσία έστω και λανθασμένα, τη θεωρούσε προσωρινή, ενώ αυτοί που υποτίθεται ότι θα την ανέτρεπαν, την εφάρμοσαν ως μόνιμη.
Και συνεχίζει: Αυτό δεν είναι καμιά αφηρημένη απαίτηση, αλλά ένα πολύ συγκεκριμένο πρόβλημα σε σχέση με το ερώτημα αν και κατά πόσο η δυτική όψιμη βαθμίδα της βιομηχανικής κοινωνίας μπορεί να χρησιμέψει σαν μοντέλο για την ίδρυση μιας νέας κοινωνίας τουλάχιστον σ’αυτό που αφορά την τεχνική βάση της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Θα ήθελα να εξηγήσω την κατάσταση πραγμάτων στις δύο διαλεκτικές κεντρικές έννοιες: Στην Άρνηση της Άρνησης σαν εσωτερική εξέλιξη ενός ανταγωνιστικού κοινωνικού Όλου και στην έννοια του Όλου, στην οποία κάθε ξεχωριστή θέση βρίσκει την αξία και την αλήθεια της. Στην πρώτη έννοια, την έννοια της άρνησης σαν άρση. Ουσιαστικό τόσο για τον Μαρξ όσο και για τον Χέγκελ είναι ότι οι δυνάμεις που αρνούνται, που διασπούν τις αναπτυσσόμενες σε ένα σύστημα αντιφάσεις και οδηγούν στη νέα βαθμίδα, αναπτύσσονται μέσα σ’αυτό το σύστημα. Όπως π.χ. η αστική τάξη μέσα στη φεουδαλική κοινωνία και το προλεταριάτο σαν επαναστατική δύναμη μέσα στον καπιταλισμό: Ορισμένη άρνηση στην έννοια αυτής της θέσης στο Όλο ήδη μέσα στο Όλο. Και ακόμη, με αυτή την άρνηση που αναπτύσσεται από το εσωτερικό ενός συστήματος η κίνηση προς τη νέα βαθμίδα με το να απελευθερώνει τις δεσμευμένες στο κατεστημένο σύστημα παραγωγικές δυνάμεις. Δηλαδή έχουμε και εδώ με όλη την επαναστατική μεταμόρφωση του υπάρχοντος Όλου την ανάπτυξη μιας ήδη καθαυτής υπάρχουσας ουσίας, η οποία στα πλαίσια του υπάρχοντος δεν μπορεί να γίνει πραγματικότητα. Και έτσι υπάρχει ήδη στην υπεραναπτυγμένη βάση της καπιταλιστικής παραγωγής η υλική βάση για την ανάπτυξη της σοσιαλιστικής παραγωγικότητας. Αυτή δεν είναι πάλι μια μορφή της αναπαραγόμενης υπεροχής της περασμένης, της αντικειμενοποιημένης στον τεχνικό μηχανισμό της εργασίας πάνω στη ζωντανή εργασία;
Δεν είναι τυχαίο ότι αυτοί οι διανοούμενοι που έφυγαν από τη Γερμανία κι εγκαταστάθηκαν στη Αμερική κατάφεραν να βρουν δουλειές σε πανεπιστήμια και να βρίσκονται στην κορυφή των διανοουμένων του ιμπεριαλισμού. Δουλειά τους είναι να σπέρνουν σύγχυση κι ανύπαρκτα διλήμματα στις λαϊκές μάζες. Κι ο καλύτερος τρόπος είναι η διαστροφή της διαλεκτικής. Το παιγνίδι αυτό είναι απύθμενο και μπορούν να βρουν δουλειά άπειρες «βρόμικες πένες και ψοφίμια» όπως λέει και ο ποιητής. Αν ήταν πραγματικοί επαναστάτες δεν θα τους είχαν περιβάλλει με στοργή, αλλά θα τους είχαν ξυλοφορτώσει και θα τους είχαν στείλει στο διάολο.
Που βρισκόταν ο κ. Μαρκούζε όταν η σοβιετική ένωση εν μέσω πολέμου οργάνωνε την βιομηχανία της και μάλιστα όταν ήταν αναγκασμένη να το κάνει κατά την σύγκρουση της πολεμικής βιομηχανίας της με την πανίσχυρη της ναζιστικής Γερμανίας. Μπορεί η επιστήμη και η βιομηχανία ακόμα και στον καπιταλισμό να έχει έναν επιστημονικό επαναστατικό χαρακτήρα, αλλά στην Σοβιετία μέσω των λαϊκών-προλεταριακών διαδικασιών, αυτή η επαναστατικότητα πέρασε και στις δομές της παραγωγικότητας .
Η Σοβιετία του Στάλιν κατάφερε εν μέσω πολέμου να οργανωθεί και να ορθωθεί σε πολύ λιγότερο χρόνο απ’τους ευρωπαίους, οι οποίοι το επέτυχαν μέσω της αποικιοκρατίας και του ιμπεριαλισμού. Και όχι μόνο αυτό, συνέτριψε κιόλας την ανίκητη γερμανική πολεμική βιομηχανία στο πεδίο της μάχης.
Μόνη απάντηση λοιπόν στα μεγαλοφυή «ερωτήματα» που θέτει ο κ. Μαρκούζε είναι μια συνοπτική περιγραφή της λαϊκο-δημοκρατικής εξουσίας με την οποία η Σοβιετία κατώρθωσε να οργανωθεί πάραγωγικά αλλά και κοινωνικά, για να φανεί ο τρόπος που αντιμετωπίζονται από τον σοσιαλισμό αυτά τα προβλήματα που «απασχολούν» τον κ. καθηγητή. Προηγουμένως όμως θα πρέπει να κάνουμε κάποιες διευκρινίσεις στη διαλεκτική των ευρωμαρξιστών, αφού το θέλει κι αυτό ο κ. Μαρκούζε.
ΜΙΚΡΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΤΗΝ ΕΓΕΛΙΑΝΗ ΛΟΓΙΚΗ Στη Λογική του, ο Χέγκελ μολονότι τονίζει την αντιφατικότητα κατά τη διαδικασία του Γίγνεσθαι, με έντεχνο τρόπο την παραβιάζει: Η εγελιανή “Επιστήμη της Λογικής” είναι ένα αριστούργημα σοφιστικής ρητορείας που ανέλαβε να μας πείσει, μέσα από δαιδαλώδεις προσδιορισμούς ότι το παγκόσμιο υλικό γίγνεσθαι που ερχόμαστε σ’άμεση επαφή, είναι κάποια φαινομενική αντανάκλαση μιας κρυφής πραγματικότητας, που η αναγωγή της σε καθαυτή και ιδεατή Λογική θα μας οδηγήσει στην αλήθεια. Στην εργασία αυτή το φαινομενικό γίγνεσθαι με μια λογικά ανακόλουθη μηδενολογία, ξεκινά απ’το Μηδέν και καταλήγει στο Απόλυτα προσδιορισμένο Είναι, έτσι ώστε να αναφαίνεται η θεϊκή παρέμβαση, αφού το βαθύτερο νόημα του έργου είναι θεολογικό. Επίσης στην εξέλιξη της ακολουθίας του έργου, η αντιφατικότητα του Γίγνεσθαι επιμελώς μετατρέπεται σε αντιθετικότητα, δίνοντας υφέρπουσα, αλλά σαφή αναφορά στον ορθολογισμό. Και γι’αυτό πολλές θεμελιακές προτάσεις του, ακολουθώντας δύο λογικο-γλωσσικές συντάξεις συγχέονται τόσο, που δεν υπακούουν ούτε στον ορθολογισμό ούτε στην διαλεκτική. Επίσης η εξ’αρχής αποδοχή απ’τον Χέγκελ αναντιστοιχίας Λογικής και Πραγμάτων, δεν της επιτρέπει να είναι ούτε Επιστήμη, ούτε Λογική, αλλά κι ο ιδεαλισμός της, απαγορεύει να είναι Διαλεκτική. Μολονότι λοιπόν υπήρξε μία απ’τις ευφυέστερες φιλοσοφικές συλλήψεις, έβλαψε όσο τίποτε άλλο την διαλεκτική σκέψη. Έτσι δεν μπόρεσε να γίνει εργαλείο επιστημονικής έρευνας, ούτε τελικά οδηγός κοινωνικής επανάστασης, κι όποτε με το ζόρι χρησιμοποιήθηκε ψς τέτοια δημιούργησε σύγχυση.
Για την κατανόηση του Χέγκελ ο αναγνώστης πρέπει εξ’αρχής να έχει στο νου τις ακόλουθες θεμελιακές προτάσεις απ’όπου αναδύονται κι οι προθέσεις του:
―Α. Π 1 σελ. 53: Η Φιλοσοφία έχει βέβαια κατ’αρχήν κοινά αντικείμενα με τη θρησκεία. Και οι δύο έχουν αντικείμενό τους την αλήθεια, με το ύψιστο νόημα της λέξης,
δηλαδή ότι ο θεός και μόνον αυτός είναι η αλήθεια. Επιπλέον κι οι δυο τους πραγματεύονται την περιοχή του πεπερασμένου: τη Φύση και το Ανθρώπινο Πνεύμα, τη σχέση του ενός πρός το άλλο και προς το Θεό ως αλήθεια τους.
―Β. Π 88 σελ. 216: ...Πρέπει λοιπόν να εκπλήσσεται κανείς, ακούοντας στην εποχή μας προτάσεις, όπως -από το τίποτα δεν γίνεται τίποτα ή μόνον από κάτι μπορεί να γίνει κάτι-, χωρίς να συνειδητοποιείται ότι αυτές είναι το θεμέλιο του Πανθεϊσμού και της Αθεΐας…
―Α. Β. Εδώ ο Χέγκελ στη θέση της λογικής τοποθετεί την παλαιά διαθήκη και μάλιστα με φανατισμό αφού ο πανθεϊσμός και η αθεΐα τον εκπλήσσει αρνητικά.
―Γ. Π 8 σελ 68: Τίποτα δεν υπάρχει στην αίσθηση που να μην περιέχεται στη νόηση. Με τη έννοια ότι ο Νούς και με βαθύτερο όρο το πνεύμα είναι η αιτία του κόσμου.
(Άποψη που φλερτάρει με τον σολιψισμό).
―Δ. Π 40 σελ. 122: Η κριτική φιλοσοφία θεωρεί την εμπειρία ως Μοναδική βάση των γνώσεων, δεν θεωρεί όμως ότι είναι αλήθειες, αλλά μόνο γνώσεις φαινομένων.
(Θεμελιακή άποψη του Παρμενίδη: “Περί Φύσεως”).
―Ε. Π 84 σελ.201: Δεν πρέπει το Πράγμα (η ουσία του κόσμου), να φέρει το ελάττωμα της Αντίφασης. Αυτό πρέπει να αποδοθεί στην λογική ικανότητα, (την ουσία του πνεύματος). (Πλατωνικός διάλογος "Παρμενίδης").
―Γ. Αν όπως λέει “η Νόηση και το Πνεύμα είναι η αιτία του κόσμου” ή τουλάχιστον προηγείται από την εμπειρική πραγματικότητα τότε ο βασικός ισχυρισμός του ότι το Νοείν ξεκινά απ’το Μηδέν, δε στηρίζεται πουθενά, αφού “το Νοείν ως αιτία του κόσμου” θα υπήρχε πάντα. Έτσι η διαλογική του ακολουθία περί του Γίγνεσθαι, δηλαδή ο ισχυρισμός του ότι το Γίγνεσθαι είναι η ενότητα του καθαρού και καθαυτού Είναι με το καθαρό και καθαυτό Μηδέν, ήδη απ’τους δικούς του αρχικούς ισχυρισμούς, αναιρείται.
―Δ. Απ’αυτό συνάγουμε ότι: το Είναι συνίσταται από ιδεατά, άγνωστα Πράγματα Καθαυτά, ενώ το αντιφατικό φαινομενικό γίγνεσθαι των εμπειριών, που κατά το Χέγκελ μόνο μ’αυτό μπορούμε να έλθουμε σ’επαφή, είναι ψευδές κι αρνούμεθα την αλήθεια του.
―Ε. Επειδή όμως κατά τη γνώμη του, ερχόμαστε εμπειρικά σ’επαφή μόνο με την αντιφατική φαινομενικότητα κι όχι με τα Πράγματα Καθαυτά που δεν αντιφάσκουν, η λογική αντιφάσκοντας, είναι αναντίστοιχη με την πραγματικότητα.
―Ζ. Π 6 σελ. 61: Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η φιλοσοφία έχει περιεχόμενο αυτό που παράγεται και παράγει τον εαυτό του μέσ’την περιοχή της πνευματικής ζωής, έτσι που να γίνει ο εξωτερικός κι ο εσωτερικός κόσμος, κόσμος της συνείδησης κι η Πραγματικότητα είναι το περιεχόμενο αυτό. Μάλιστα η συμφωνία με την πραγματικότητα μπορεί να θεωρηθεί τουλάχιστον, σαν ένα εξωτερικό κριτήριο της αλήθειας της Φιλοσοφίας. Έτσι πρέπει να θεωρηθεί ως ανώτατος και τελικός σκοπός αυτής της λογικής επιστήμης, η συμφιλιώση της αυτοσυνειδητοποιημένης λογικής ικανότητας με την υπαρκτή λογική ικανότητα, την πραγματικότητα.
―Η. Π 24. σελ 102: …οι σκέψεις μπορούν να ονομαστούν αντικειμενικές κι ανάμεσά τους οφείλουν να περιληφθούν κι οι μορφές, οι οποίες εξετάζονται καταρχήν μέσα στη συνηθισμένη Λογική, (την Τυπική) και εκλαμβάνονται συνήθως ως μορφές της συνειδητής νόησης… Η λογική συμπίπτει με την Μεταφυσική, αφού συλλαμβάνει τα πρά-γματα μέσ’τις σκέψεις που εκφράζουν την ουσία των πραγμάτων.
―Ζ και Η. Δηλώνει ότι Ανώτατος και Τελικός σκοπός του έργου, είναι η συμφιλίωση της αυτοσυνειδητοποιημένης, αντιφατικής και φαινομενικής λογικής ικανότητας, με την υπαρκτή Λογική της πραγματικότητας (τον ορθολογισμό). Έτσι μολονότι προτίθεται να παρουσιάσει την Διαλεκτική Λογική του, δε θ’αποχωριστεί ποτέ τις βασικές αρχές του ορθολογισμού. Αυτό θα διαπιστώνουμε συνεχώς στην ανάπτυξη των βασικών προσδιορισμών του, αλλά και στη διατύπωση των “αρχών της Διαλεκτικής Λογικής” του, όπου μετασχηματίζει τις θεμελιώδης προτάσεις της μ’επιμέλεια από αντιφατικές σ’αντιθετικές δίνοντας συνεχή αναφορά στον ορθολογισμό.
Στο Ζ ξαναδιαπιστώνουμε ότι γεφυρώνει τη λογική του με την τυπική ορθολογικότητα και πατώντας εκεί συνεχίζει το αυθαίρετο και α-νόητο ταξίδι του στη Μεταφυσική, χαρακτηρίζοντας τη σκέψη “ουσία των πραγμάτων”. Επίσης μολονότι μας έχει πληροφορήσει ότι η λογική του δεν αντιστοιχεί με τη φύση των πραγμάτων, μας μιλά για μιαν άλλη Πραγματικότητα η οποία περιέχεται στη συνείδηση. Αυτή όμως η συνειδιακή πραγματικότητα, που είναι αποτέλεσμα της φαινομενικής αντιφατικότητας, σύμφωνα με τη δική του άποψη, δεν πρέπει να είναι αληθινή πραγματικότα αλλά φαινομενική. Άρα κι η "ουσία των πραγμάτων που περιλαμβάνεται στη σκέψη" αφού ως σκέψη "φέρει το ελάττωμα της αντίφασης" δεν μπορεί να είναι η ουσία των πραγμάτων.
―Θ. Π 19. σελ 92: Η Λογική είναι η επιστήμη της Καθαρής Ιδέας, δηλαδή της ίδέας μέσα στο αφηρημένο στοιχείο της νόησης.
―Ι. Π 87. σελ. 206: Το καθαρό Είναι, είναι η καθαρή αφαίρεση άρα το απόλυτα αρνητικό που λαμβανόμενο άμεσα είναι το Μηδέν.
―Θ.Ι. Ο Χέγκελ υιοθετεί την καντιανή άποψη περί της "καθαρότητας της Λογικής", που βασίζεται στην “εκ των προτέρων γνωστική δυνατότητα του όντος” που είναι η βάση της Μεταφυσικής. Έτσι που μπορεί “ο Νους με το βαθύτερο νόημα, να είναι η αιτία του κόσμου κι ο κόσμος της συνείδησης να είναι το περιεχόμενο της πραγματικότητας”. Και ίσως γι’αυτό θέλει η λογική του να ξεκινά απ’το προεμπειρικό Καθαρό και Καθαυτό Είναι, που ως απροσδιόριστο, συμπίπτει με το Καθαρό και Καθαυτό Μηδέν. Κάτι που γεννά ερωτήματα αφού αυτός ο ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός απ’τον σύγχρονο άνθρωπο.
ΜΑΡΞΙΣΜΌΣ ΚΑΙ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ
Επειδή η επιστήμη μέσα απ’τον ορθολογισμό και την τυπική λογική έκανε τεράστια άλματα κι όποτε έγινε προσπάθεια η φερόμενη ως «διαλεκτική λογική» λόγω κακής διαλογικής αντίληψης και κακής χρήσης απέτυχε, για πολλούς μαρξιστές κι αριστερούς διανοητές έγινε διαλογικά ύποπτη. Ο διακεκριμένος διανοητής της αριστεράς, κ. Μπιτσάκης, στο έργο του «Διάλεκτική και Νεώτερη Φυσική» θέτει το ερώτημα: «αν η διαλεκτική είναι επιστήμη και αν οι νόμοι της έχουν το status των επιστημονικών νόμων», και καταλήγει: «…η φιλοσοφία δεν είναι ειδική επιστήμη όπως π.χ. η φυσική ή η χημεία. Οι νόμοι της κατά συνέπεια δεν μπορούν να έχουν το status των φυσικών και γενικά των ειδικών επιστημών…». Και συνεχίζοντας ο κ. Μπιτσάκης θέτει το πρόβλημα της διαλεκτικής λογικής. «Υπάρχει ή όχι διαλεκτική λογική»; Κι απαντά: «Η διαλεκτική λογική είναι η λογική της αντίθεσης και όχι της αντίφασης. Εκφράζει την ύπαρξη αντιθέσεων στα ίδια τα πράγματα την συγκεκριμένη και ιστορικά διαφοροποιούμενη ενότητα αμοιβαία αποκλειομένων κατηγορημάτων. Εκφράζει την ύπαρξη απλών αντιθέσεων, που συνιστούν μια σχετικά στάσιμη αντιθετική ολότητα ή ύπαρξη αντιθέσεων που η σχέση τους εξελίσσεται και που η αντίθεση μπορεί να λυθεί με την καταστροφή του ενός πόλου της. Πως όμως είναι δυνατό να εκφραστεί η σύνθετη αντιθετική κίνηση του πραγματικού, η γένεση και η καταστροφή των μορφών στο επίπεδο της νόησης; Η λογική αντίφαση είναι απαράδεκτη καί για την διαλεκτική λογική. Η λογική της αντίθεσης δεν είναι αντιφατική». Και ο κ. Μπιτσάκης παραθέτει την άποψη του Η. Lefebvre: «Η διαλεκτική νόηση ορίζεται κι αυτή από κανόνες και νόμους, διαψεύδει την τυπική λογική αλλά δεν την καταργεί, δεν πέφτει στο παράλογο. Η διαλεκτική δεν επιτρέπει για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια στιγμή, να διατυπώνουμε αντιφατικές αποφάνσεις. Δεν επιτρέπεται να πούμε ότι αυτό το χαρτί είναι ταυτόχρονα λευκό και μαύρο. Από όπου και το αξίωμα ότι―η θεωρία των αντιθέσεων δεν μπορεί να είναι αντιφατική». Εδώ ο κ. Λεφέμπβρ ισχυρίζεται ότι «η αρχή της μη αντίφασης», που πάνω της πατά «η αρχή της ταυτότητας» κι επικροτεί ο κ. Μπιτσάκης, είναι η πεμπτουσία της λογικής και κατ’επέκταση της διαλεκτικής, μια που και η διαλεκτική λογική δεν πρέπει να αντιφάσκει, αφού σύμφωνα με το απλοϊκό παράδειγμα τους, το άσπρο χαρτί δε μπορεί συγχρόνως να είναι και μαύρο. Θα μπορούσα ν’αντικρούσω αυτή τη βεβαιότητα των Μπιτσάκη και Λεφέμπβρ, μια που όλοι ξέρουμε ότι στη φύση όλα τα χρώματα είναι προσεγγιστικές συμβάσεις που δεν υπάρχουν ως καθαυτά, αλλ’αυτή είναι μια άλλη συζήτηση που θα αποπροσανατόλιζε την ουσία αυτού του θέματος. Τονίζω επίσης ότι ο Χέγκελ, ο Έγκελς κι ο Ηράκλειτος, δέχονται καθένας με τον δικό του τρόπο ότι η αντιφατικότητα είναι η ουσία της διαλεκτικής λογικής, Έτσι οι ευρωπαϊστές της αριστεράς ονόμασαν «Διαλεκτική» τις διαφορικές και δυναμικές διεργασίες του ορθολογισμού και στράφησαν κατά της αντιφατικότητας. Οι δυναμικές διεργασίες του ορθολογισμού όμως ανακαλύφθησαν από ορθολογιστές μαθηματικούς για τη διερεύνηση και περιγραφή καταστάσεων εν εξελίξει. Επίσης στις διαλογικές διαδικασίες αυτών των δυναμικών συστημάτων, μολονότι η κίνηση θεωρείται μια αντιφατική διαδικασία, η Αρχή της Ταυτότητας δεν παραβιάζεται. Ακόμα όταν τη θέση της ταυτότητας σε μια διαλογική διαδικασία παίρνει ένα δυναμικό σύστημα σε εξέλιξη, το γίγνεσθαι που θα δημιουργηθεί θεωρείται φαινομενικό, κι έτσι η αναλλοίωτη έννοια της ταυτότητας μετατίθεται στην υπόσταση αυτού του συστήματος. Συνοπτικά λοιπόν, η ορθολογική Αντιθετικότητα δέχεται ότι στο βάθος ο κόσμος και η γλώσσα που τον περιγράφει συντίθεται από μια σειρά έσχατα αναλλοίωτα στοιχειώδη (γνώσιμα ή όχι), που αλληλεπιδρούν χωρίς να παραβιάζουν τα όρια μεταξύ τους, συνιστώντας ένα δυναμικό ορθολογικό διαφορικό λογικο-γλωσσικό σύστημα. Ενώ η διαλεκτική Αντιφατικότητα δέχεται ότι ο κόσμος και η γλώσσα που τον περιγράφει, είναι Όλον σε συνεχή εξέλιξη, που δεν συντίθεται από έσχατα αναλλοίωτα στοιχειώδη, αλλά από αυτοαναιρούμενα αντιφατικά στοιχειώδη, που αλληλεπιδρούν χωρίς ν'αφήνουν απαραβίαστα περιθώρια μεταξύ τους συνιστώντας αντιφατικές ενότητες. Έχοντας στο νου αυτή τη διάκριση μεταξύ αντιθετικότητας κι αντιφατικότητας ας ξανακάνουμε μια αναδρομή στις βασικές έννοιες του μαρξισμού που οι ευρωπαϊστές μέσω του ορθολογισμού με την μετατροπή της αντιφατικότητας σε αντιθετικότητα, απώθησαν τη διαλεκτική του κοινωνικού γίγνεσθαι έξω από τα αληθινά όρια του μαρξισμού.
ΑΝΤΙΦΑΤΙΚΗ ΣΧΕΣΗ ΜΙΣΘΩΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ.
ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ: Οι προτάσεις που θα περιληφθούν στη συνέχεια αυτής της εργασίας, είναι περιρρέουσες στη μαρξιστική σκέψη αλλά ως ένα μεγάλο μέρος ξεχασμένες και παραμερισμένες από θέσεις «νεωτερικές» που έχουν προταθεί ως «εξέλιξη» του μαρξισμού. Εδώ γίνεται μια συνοπτική προσπάθεια επαναπροσδιορισμού του, με έμφαση στην διαλεκτική τους υπόσταση που καί αυτή πια είναι σχεδόν παραμερισμένη και ξεχασμένη.
Κάθε κοινωνικό σύνολο αποτελείται από ταξικές ομάδες και στρώματα που τα συμφέροντά τους, δεν είναι μόνο διαφορετικά, αλλά πολλές φορές είναι αντίθετα και συγκρούονται. Έτσι οι νόμοι σε κάθε χώρα έχουν σκοπό να ρυθμίσουν τις σχέσεις των κοινωνικών ομάδων που έχουν διαφορετικά συμφέροντα. Οι ομάδες που έχουν κοινά συμφέροντα, οργανώνονται σε τάξεις και προσπαθούν να θεσμοθετούν νόμους που προωθούν τις επιδιώξεις τους. Στην προσπάθεια αυτή υπάρχει σκληρός ανταγωνισμός. ΄Οποια τάξη καταφέρει να υπερισχύσει, δηλαδή να πάρει την εξουσία, οργανώνει σύστημα λειτουργίας με το οποίο οριοθετεί τις δραστηριότητες των ατόμων μέσα στο σύστημα, αλλιώς αυτά απωθούνται βίαια στο περιθώριο. Το σύστημα που η κάθε τάξη νομοθετεί και ασκεί εξουσία τ’ονομάζει δημοκρατία, αφού οι όροι που το κάνουν να λειτουργεί, είναι ίδιοι για όλα τα άτομα του συνόλου (χωρίς να λαμβάνεται υπόψιν το ταξικό πλαίσιο, κι οι μηχανισμοί που εγγυούνται την λειτουργία και την άμυνα του συστήματος, που είναι το κράτος). Μολονότι οι όροι κάθε δημοκρατίας είναι ίδιοι για όλους τους πολίτες ως άτομα, κάθε νόμος που ευνοεί μια τάξη, το κάνει έτσι που να είναι σε βάρος των άλλων τάξεων ή και κάνει δυσμενέστερη την κατάσταση αυτών που έχουν διαφορετικά ταξικά συμφέροντα. Το σύστημα λοιπόν αυτό που λέγεται δημοκρατία, είναι τόσο πιο δημοκρατικό για την τάξη που κυβερνά όσο πιο δικτατορικό για τις τάξεις και τα ταξικά στρώματα που δε συμμετέχουν στην άσκηση της εξουσίας. Το αστικο-δημοκρατικό σύστημα, που θεωρείται απ’τους φίλους του συνώνυμο της δημοκρατίας, έχει κι αυτό αντιφατική φύση. Είναι τόσο πιο δημοκρατικό για την αστική τάξη, όσο πιο δικτατορικό είναι για τη εργατική τάξη. Ενώ οι όροι της λειτουργίας αυτού του συστήματος φαίνονται δίκαιοι και τυπικά όλοι μπορούν, σύμφωνα με το νόμο, να συμμετέχουν στη λειτουργία αυτής της δημοκρατίας ή τουλάχιστον να έχουν ίσα δικαιώματα κι υποχρεώσεις, στην πράξη υπάρχει ένας παράγων που ρυθμίζει τα πάντα με τον δικό του τρόπο. Ο παράγων αυτός είναι το χρήμα, που μ’αυτό κάποιος μπορεί να συμμετέχει παντού και χωρίς αυτό πουθενά. Οι άνθρωποι λοιπόν σ’αυτή τη δημοκρατία δεν είναι ίσοι, άλλοι γεννιόνται δούλοι κι άλλοι ελεύθεροι. Ο γεννημένος φτωχός είναι αδύνατον ν’ανταγωνιστεί το γεννημένο πλούσιο, στον αγώνα για ισότιμη κοινωνική μετοχή και κοινωνική καταξίωση. Το κοινοβούλιο είναι «απαγορευτικό» για τον εργάτη, αφού χρειάζονται πάρα πολλά λεφτά και γνωριμίες για να προβληθούν οι απόψεις του απ’τα «μέσα ενημέρωσης». Κι αν οι εργαζόμενοι καταφέρουν να προβάλλουν κάποιους, οι οποίοι να προωθούν τα συμφέροντά τους μέσ’το αστικό κοινοβούλιο, δε διασφαλίζονται, αφού οι αντίπαλοί τους, άνθρωποι του χρήματος, θα μπορούν να τους εξαγοράζουν έμμεσα ή άμεσα ή να κρίνουν παράνομους όσους δεν εξαγοράζονται ή δεν κινούνται στα «νόμιμα» πλαίσια που τους έχουν καθορίσει. Ακόμα αν οι εργαζόμενοι επιτύχουν να οργανωθούν, έτσι που να μπορέσουν κάποτε να πάρουν την εξουσία με τους όρους που έχει θέσει η αστική τάξη δε θα τους επιτραπεί. Το αστικό κράτος έχει μηχανισμούς «προστασίας» των θεσμών, που σε κάθε τέτοια περίσταση επεμβαίνει «δικαίως», αφού η εργατική τάξη παίρνοντας την εξουσία, είναι φυσικό να θέλει την αλλαγή όλων των οικομοτεχνικών δομών, του πολιτισμικού εποικοδομήματος και των μηχανισμών προστασίας των θεσμών. Δηλαδή θέλει ένα άλλο είδος κρατικού μηχανισμού. Η δημοκρατία λοιπόν είναι ένα αντιφατικό γεγονός γιατί η κοινωνία έχει αντιφατική φύση. Δεν μπορεί να υπάρξει κεφάλαιο χωρίς μισθωτή εργασία, ούτε μισθωτή εργασία χωρίς κεφάλαιο, αυτά όμως έχοντας αντίθετα συμφέροντα, συγκρούονται κιόλας.
Αντίθετα η εργατική τάξη έχει να προτείνει τη δική της δημοκρατία που λέγεται ανάλογα λαϊκή ή προλεταριακή. Εκεί το κοινοβούλιο είναι διαφορετικό κι αποτελείται από εκπροσώπους των σωματίων των εργαζομένων, που είναι ανακλητοί ανά πάσα στιγμή για να μην εξαγοράζονται και να ελέγχεται συνεχώς η τιμιότητα κι η αξία τους. Ο αριθμός των εκπροσώπων εξαρτάται απ’το ποσό των μελών των σωματείων. Οι εργάτες μετάλλου π.χ. που ίσως είναι περισσότεροι απ’τους ξυλουργούς θα έχουν περισσότερους εκπροσώπους. Οι βιοτέχνες ή κάποιοι εργοστασιάρχες ή εφοπλιστές, σε μια λαοκρατική εξουσία δε θα έχουν κανέναν, γιατί δε θα τους «παίρνει το μέτρο». Αυτοί αν θέλουν να εκπροσωπηθούν, θα πρέπει να συνασπιστούν μεταξύ τους. Αυτό είναι δημοκρατικότατο και πολύ φυσικό απ’την πλευρά της Λαϊκής Δημοκρατίας, αφού οι εκπρόσωποι εκλέγονται κατ’αναλογίαν με την ποσότητα των εργαζομένων δηλαδή των ενεργών μελών της κοινωνίας. Απ’την πλευρά των αστών όμως, αυτό είναι απαράδεκτο, γιατί η ανθρώπινη υπόσταση με μόνον το ένδυμα του εργαζομένου, δεν περιέχει όλη την αξία του ανθρώπου. Ο άνθρωπος κατά την αστική αντίληψη βαραίνει μαζί με την περιουσία του και τη συμμετοχή του στη διακίνηση του χρήματος μέσα στο σύστημα. Έτσι αυτό που θεωρείται δημοκρατία για τους εργαζομένους, είναι στυγνή δικτατορία για τους αστούς και τ’αντίθετο. Όταν λοιπόν μιλάμε για αστική δημοκρατία, εννοούμε τη δημοκρατική-δικτατορία των αστών, κι όταν μιλάμε για λαϊκή δημοκρατία, εννοούμε τη δημοκρατική-δικτατορία του λαού κι όταν μιλάμε για δικτατορία του προλεταριάτου, εννοούμε τη δημοκρατική-δικτατορία των εργατών. Η δημοκρατία και η δικτατορία συνιστούν αντιφατική σχέση, που ενώ το ένα γεννά τ’άλλο, την ίδια στιγμή το μάχεται και το αναιρεί κιόλας. Στην περίπτωση της δημοκρατικής δικτατορίας των αστών, αληθινά έχουμε τη δημοκρατία και την εξουσία του χρήματος. Εκεί οι άνθρωποι αληθινά ψηφίζουν στο χρηματιστήριο και στις τράπεζες με τα λεφτά τους και την κίνηση κεφαλαίων μέσα στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Χωρίζονται σ’αυτούς που όταν «εργάζονται» κινείται το χρήμα και σε αυτούς που εργάζονται όταν κινηθεί το χρήμα. Όλ’οι άλλοι βρίσκονται στο περιθώριο και μια επένδυση μπορεί να τους ξεθεμελιώσει αν το κομπιούτερ της τράπεζας δεν τους υπολογίσει. Αυτό υπολογίζει μόνον ότι μπορεί να αποφέρει κέρδος. Αντίθετα στην περίπτωση της δημοκρατικής-δικτατορίας του λαού έχουμε τη δημοκρατία και την εξουσία της εργασίας όπου οι άνθρωποι αληθινά ψηφίζουν με τη συμμετοχή τους στη λήψη αποφάσεων στο χώρο της υλικής και πνευματικής παραγωγής. Αν την εξουσία έχει το χρήμα κι η εργασία είναι υπηρέτης στην παραγωγή κέρδους έχουμε καπιταλισμό, αν την εξουσία έχει η εργασία και το χρήμα είναι υπηρέτης της εργασίας, για τη διακίνηση των προϊόντων έχουμε σοσιαλισμό.
Ο άνθρωπος εξελισσόμενος κι οργανώνοντας τη ζωή του, το αποτέλεσμα της δουλειάς του που θα μπορούσε ν’αποθηκευθεί, μετέτρεψε σε εμπόρευμα κι εμπορεύματα που θεωρούντο μεγάλης και διαρκούς αξίας μετέτρεψε σε μέσο συναλλαγής δηλαδή χρήμα. Έχουμε μια πορεία εξέλιξης απ’την εργασία στο προϊόν, απ’το προϊόν στο εμπόρευμα κι απ’το εμπόρευμα στο χρήμα. Ως εκεί ήταν μια φυσιολογική εξέλιξη, που κατά κάποιο τρόπο εξυπηρέτησε τις ανάγκες του ανθρώπου. Απ’τη στιγμή όμως που το χρήμα γίνεται κεφάλαιο, φανερώνει την αντιφατική του φύση: απ’τη μια υπηρετεί το προϊόν κι απ’την άλλη το υποδουλώνει. Ο κεφαλαιούχος αποκόπτεται σιγά-σιγά απ’τη συγκεκριμένη παραγωγική δραστηριότητα κι έτσι το χρήμα απελευθερώνεται από την παραγωγή μη έχοντας ως μοναδικό σκοπό την εξυπηρέτηση του παραγωγού αλλά τον μετατρέπει σταδιακά σε υπηρέτη της κερδοσκοπικής διαδικασίας. Η απελευθέρωση του χρήματος γεννά την ανάγκη του χρηματιστηρίου. Το χρήμα που γεννήθηκε για την υπηρεσία του προϊόντος και της εργασίας, τελικά τα υποτάσσει και το χρηματιστήριο που γεννήθηκε για να υπηρετεί το χρήμα, τελικά το υποτάσσει. Το στάδιο που όλες οι οικονομικές και παραγωγικές δραστηριότητες έχουν υποταχτεί στο κέρδος Καθαυτό, δηλαδή στο χρηματιστηριακό κεφάλαιο, έχουμε ιμπεριαλισμό. Καμιά δραστηριότητα δεν ενεργοποιείται, αν δεν αφήνει ένα κέρδος προϋπολογισμένο, άσχετα αν είναι κοινωφελής ή όχι. Ακόμα όποια δραστηριότητα αφήνει κέρδος είναι δυνατή, αν μπορεί να παρουσιάζεται σαν νομότυπη, ή δεν προβλέπει κάποιος νόμος την τιμωρία της. Από κει και πέρα η ελεύθερη αγοροπωλησία, «ο νόμος της προσφοράς και ζήτησης», τα ρυθμίζει όλα. Τα «μέσα ενημέρωσης» κι ειδικά η τηλεόραση, που καί αυτή λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο, δεν παρέχει υπηρεσίες αν δεν αφήνουν κέρδος. Φροντίζει να υπηρετεί αυτούς που πληρώνουν. Βασικό καθήκον και έσοδο της έχει τη διαφήμιση, δηλαδή τη διαμόρφωση από την παιδική ηλικία αγοραστών και καταναλωτών. Έτσι η τέχνη που έχει σκοπό την διαμόρφωση του κοινωνικού ήθους, την εποχή του ιμπεριαλισμού είναι η διαφήμιση. Όποια δραστηριότητα δεν προσφέρει στην ανάπτυξη και τη λειτουργία του συστήματος ή δεν μπορεί να γίνει δελεαστικό προϊόν, δηλαδή εμπόρευμα μένει στο περιθώριο φυτοζωώντας. Ακόμα πάρα κάτω, ο ιμπεριαλισμός γνωρίζοντας, ότι η πολιτισμική ανάπτυξη των λαϊκών μαζών γεννά ρεύματα αντίστασης, κάνει ότι του είναι δυνατό, να διαστρέψει το πολιτισμικό ήθος του λαού. Πνίγει τα μέσα ενημέρωσης και τους χώρους επικοινωνίας με αντιπολιτισμικά και αντιαισθητικά εκτρώματα και φιμώνει κάθε πολιτισμική προσπάθεια, προωθώντας έτσι τη βαρβαρότητα.
Ο ιμπεριαλισμός είναι αντίθετος σε κάθε οραματισμό, μια που η αυτοκρατορία του κέρδους υπάρχει ως πραγματικότητα. Εκεί το κέρδος είναι μια οντότητα που ζούμε και πεθαίνουμε, για να την κρατάμε ζωντανή. Είναι η ανώτατη ιδέα, που περνώντας σαν τη φωτιά τα καίει όλα, αναλώνοντας τα πάντα μέσα της για να μπορεί να ζει και θα πάψει να υπάρχει μόνον όταν θα τα έχει κάψει όλα. Γι’αυτό, οι νέοι θεωρητικοί του ιμπεριαλισμού, μιλούν για το τέλος της ιστορίας, αφού όπως την αντιλαμβάνονται, η ιστορία θα κάνει πλέον φαύλους κύκλους, επαναλαμβάνοντας τον τετελεσμένο εαυτό της, έχοντας φτάσει στην ολοκλήρωσή του αστικού οράματος.
Κάθε δημοκρατική παροχή σε κάποιο κοινωνικό στρώμα είναι φυσικό να καταπιέζει περισσότερο τα στρώματα, που δεν την απολαμβάνουν. Αυτός ο νόμος θα ήταν ολοφάνερος αν δεν υπήρχε η αντιφατική σχέση ιμπεριαλισμού κι εξάρτησης. Στις χώρες που βρίσκονται στην κορυφή του παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού σχήματος, είναι δυνατόν να γίνονται παροχές από την άρχουσα τάξη στις τάξεις που την ανταγωνίζονται, στέλνοντας τον δικτατορικό τους αντίποδα έξω απ’τη μητρόπολη, στις εξαρτημένες οικονομικά χώρες. Έτσι μπορεί να γίνεται λόγος για μια δημοκρατία, που το βρόμικό της πρόσωπο δεν το βλέπουν τα κατώτερα στρώματα της χώρας αυτής, γιατί είναι κολλημένο στη μούρη κάποιων κολασμένων σε κάποια άλλη χώρα μακρινή.
Εδώ έχουμε μια ταξική συμμαχία που μπορεί να υπάρχει, όσο ο λαός της εξαρτημένης χώρας υπομένει το ζυγό. Από τη στιγμή που η εξαρτημένη χώρα ενεξαρτοποιείται ή μπαίνει στην εξάρτηση άλλης χώρας, ο δικτατορικός αντίποδας μετατίθεται, μπαίνοντας σταδιακά στη μητρόπολη. Η μητρόπολη κάτω απ’την πίεση των κοινωνικών ταραχών και των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, ψάχνει τρόπο με πολέμους ή οικονομικούς εκβιασμούς να πάρει πίσω τη θέση της στην πυραμίδα της ιμπεριαλιστικής κυριαρχίας.
Η δύναμη κι ο πλούτος είναι αυτό που μπορεί να δικαιώσει κάθε ενέργεια από τη «φιλοσοφία» του ιμπεριαλισμού, άσχετα πόσο ανήθικη είναι. Έτσι ο πόλεμος κι οι καταστροφές, η σπατάλη της ενέργειας και των υλών, είναι το αποτέλεσμα του ιμπεριαλισμού κι επειδή δεν μπορεί να φρενάρει τον ανταγωνισμό, απειλεί τον κόσμο με καταστροφή. Έχει λοιπόν και ο ιμπεριαλισμός την αδυναμία του εκεί που βρίσκεται η δύναμή του. Ο ανταγωνισμός που είναι το βάθρο πάνω στο οποίο οικοδομεί την εντατικοποίηση για να προωθείται οικονομικά, είναι και η αδυναμία του να φρενάρει. Να φρενάρει το κατρακύλισμα στην οικολογική καταστροφή και την ηθική και οικονομική εξαθλίωση του ανθρώπου. Στο παίγνιο του ιμπεριαλισμού, κυρίαρχος είναι αυτός που βρίσκεται στην κορυφή, ελέγχοντας το χρηματιστήριο και τους εξοπλισμούς. Ελέγχοντας το χρηματιστήριο όμως πνίγει το ίδιο το σύστημα. Όπως κάθε τι έτσι κι ο ιμπεριαλισμός συνίσταται από αντιφάσεις, που απ’τη μια τον ωθούν και από την άλλη είναι η αιτία του θανάτου του. Ο άκρατος ανταγωνισμός γεννά τον ατομικισμό που καταλήγει στη θεοποίηση του κέρδους και την παντοδυναμία του χρηματιστηρίου. Αυτό το πνεύμα είναι υπερεθνικό ενώ συγχρόνως είναι νεοεθνικό. Ο εθνικισμός δεν μπορεί χωρίς ιμπεριαλισμό, αλλά στο ανώτατο στάδιό του θέλει να τον υπερπηδήσει. Θέλει τον έλεγχο του χρηματιστηρίου, ενώ η «υγιής» ιμπεριαλιστική οικονομία θέλει το χρηματιστήριο υπερεθνικό, όμως ο ανταγωνισμός που γεννά καί τον ιμπεριαλισμό καί την αξία του χρηματιστηρίου, θέλει το χρηματιστήριο υποταγμένο στη χώρα που βρίσκεται στην κορυφή των εξοπλισμών. Η εγγενής αυτή αντίφαση θα είναι πάντα η αιτία κάποιας σύγκρουσης, που θα κρέμεται σαν «Δαμόκλειος σπάθη» στο κεφάλι της ανθρωπότητας. Ο ιμπεριαλισμός συσσωρεύει ισχύ απ’την καταπίεση των λαών και θρέφεται απ’τις αντιθέσεις, γι’αυτό επιζητά την αδικία και τη συντηρεί. Κάθε προσπάθεια για την οικοδόμηση μοντέλου οικονομικού που δεν υπακούει στην ιεραρχία του παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού σχήματος είναι φυσικό να ποδοπατείται άγρια αφού ο ανταγωνισμός είναι η φύση του ιμπεριαλισμού. Επιζητεί τη βία και χρησιμοποιεί όλες τις αιτίες που του δίνονται και όταν δεν έχει αρκετές, τις γεννά αυτοσπαρασσόμενος.
Ο ιμπεριαλισμός απορρίπτει κάθε ανθρωπιστικό όραμα στη φιλοσοφία και την τέχνη, υπακούοντας μόνο στο νόμο της ζούγκλας, όπου ο ισχυρός κατασπαράσσει τον αδύναμο πολλές φορές χωρίς επαρκή αιτία. Αντίθετα ο σοσιαλισμός «έχει διαφορετική άποψη» από τον ιμπεριαλισμό. Στο σύστημα αυτό, το χρήμα είναι μέσο συναλλαγής και υπηρέτης της εργασίας. Απώτερος σκοπός του σοσιαλισμού είναι ότι ολοκληρώνοντας την πορεία του, δηλαδή φτάνοντας στο στάδιο του κομμουνισμού, να καταργήσει το χρήμα αφού δεν θα χρειάζεται πια. Δεν θα υπάρχουν πλέον διακρίσεις που να μπορούν να εκφραστούν με το χρήμα.
Στο σοσιαλισμό το χρήμα λογίζεται σαν συσσωρευμένη ανθρώπινη εργασία που είναι αφηρημένη κι ιδεατή, εκεί ο άνθρωπος δεν χρησιμοποιείται σαν μέσο για την αναπαραγωγή του χρήματος, αλλά το χρήμα χρησιμοποιείται σαν μέσον για την εξυπηρέτηση του ανθρώπου. Δηλαδή χρησιμοποιείται σε επενδύσεις που δεν έχουν αυτοσκοπό το κέρδος, αλλά την δημιουργία εξελίξεων για την ανάπτυξη πλαισίου πολιτισμικού που να προωθεί την κατάργηση κάθε διάκρισης και τελικά του χρήματος που είναι η διάκριση γυμνή. Κι αυτό το σύστημα έχει την αδυναμία του εκεί που βρίσκεται η δύναμή του. Έχοντας σαν όραμα να οδηγεί τον άνθρωπο σε μια κοπιαστική ανοδική πορεία, ξεφεύγει απ’την πεπατημένη των ανταγωνισμών και του κέρδους, έχοντας απέναντί του το αντίθετό του, τον ιμπεριαλισμό που είναι ο κατηφορικός δρόμος όπου όλα πορεύονται σαν το νερό στ’αυλάκι προς την καταστροφή.
Ο σοσιαλισμός επιχειρεί το νέο, το σωτήριο για την ανθρωπότητα που είναι το δύσκολο. Ο δρόμος της ποιοτικής ανόδου, της προσφοράς, της αυτοθυσίας, της ισότητας, της λιτότητας και όλων των ιδιοτήτων που θέλουν παιδεία και πολιτισμό, είναι αντίθετος με τον δρόμο της απληστίας, της αρπαγής, της σπατάλης, της χυδαιότητας και της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο. Ο ένας δρόμος απαιτεί απ’το δυνατό σεβασμό και προσφορά προς τον αδύναμο, ενώ ο άλλος επιτάσσει την εκμετάλλευση του αδυνάτου από τον δυνατό, αν θέλει να επιβιώσει ή αν θέλει να ενισχύσει τον αδύναμο. Στην περίπτωση του ιμπεριαλισμού, άσχετα αν ωφελείται ο κόσμος ή όχι, «η οικονομία πρέπει να προοδεύει». Εκεί κάθε επένδυση θα γίνει μετά από προσεχτική εκτίμηση και μηχανογραφικούς υπολογισμούς αν αποφέρει το προϋπολογισμένο κέρδος, άσχετα αν είναι για το καλό του ανθρώπου ή όχι και ποιες επιπτώσεις θα έχει στο περιβάλλον. Αντίθετα, στην περίπτωση του σοσιαλισμού, οι δραστηριότητες δεν πρέπει να έχουν αποκλειστικό γνώμονα το κέρδος, αλλά να σχοινοβατούν ανάμεσα στην οικονομική και πολιτιστική ανάπτυξη. Αν η οικονομία μεγαλώνει εις βάρος του πολιτισμού, γεννώνται αντιθέσεις που τη λύση θα δώσει η παλινόρθωση του καπιταλισμού. Αν η πολιτισμική ανάπτυξη γίνεται εις βάρος της οικονομίας, δημιουργούνται οι αντιθέσεις που θα έχουν αποτέλεσμα την κατάρρευση της οικονομίας. Τότε το σύστημα είναι ευάλωτο στον ανταγωνισμό που ασκεί ο ιμπεριαλισμός, άρα δεν μπορεί να αντισταθεί τις οικονομικές και πολεμικές του προκλήσεις. Έτσι φαίνεται ότι ο αγώνας του σοσιαλισμού ενάντια στον ιμπεριαλισμό είναι άνισος αν δε ληφθεί υπόψιν ένας άλλος παράγοντας: Ενώ ο άνθρωπος κουράζεται απ’τη συνεχή πολιτισμική επαναστατική πορεία, που είναι ανοδική, ξέρει ότι θα τον ελευθερώσει απ’τη βαρβαρότητα και την ανοησία που θέλει τον άνθρωπο δούλο του κέρδους και την επιστήμη καταστροφέα του περιβάλλοντος.
Ο άνθρωπος στο βάθος της ψυχής του, είναι περήφανος κι έχει αντιστάσεις στη βαρβαρότητα. Ο σοσιαλισμός απελευθερώνει απεριόριστες κοινωνικές δυνάμεις που δε φοβούνται το δύσκολο έργο που γεννά το όραμα του σοσιαλισμού. Θέλουν να εργαστούν γι’αυτό το ένδοξο έργο, που δικαιολογεί το μύθο που πλέκει για τον άνθρωπο και τη σχέση του με τη δουλειά το όραμα του σοσιαλισμού. Επιστήμονες κι εργαζόμενοι, μακριά απ’τον ατομικισμό, ζουν την εμπειρία της συλλογικότητας, δηλαδή μιας άλλης διάστασης του εαυτού, που τους οδηγεί πολύ συχνά στην εμπειρία της υπέρβασης του εαυτού από τον εαυτό. Έτσι δημιουργούνται απεριόριστες προϋποθέσεις, για μιαν αληθινή κοινωνική ανάπτυξη και όχι αλόγιστη ανάλωση του δυναμικού της κοινωνίας όπως στον ιμπεριαλισμό.
ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΚΑΙ ΚΡΑΤΙΚΕΣ ΔΟΜΕΣ
Ως εδώ οριοθετήθηκε διαλεκτικά, η αντιφατική σχέση δημοκρατίας και δικτατορίας, μισθωτής εργασίας και κεφαλαίου, όπου τα αντίθετα δεν μπορούν να υπάρχουν από μόνα τους, αυτά προεκτείνονται το ένα μέσα στο άλλο χωρίς ν’αφήνουν κανένα περιθώριο ανεξαρτησίας μεταξύ τους, συνιστώντας αντιφατικές ενότητες που ενώ το ένα είναι αιτία της ύπαρξης του άλλου, μάχονται θέλοντας το ένα να απορρίψει το άλλο. Το ένα αρνείται το άλλο επαληθεύοντάς το. Ενώ η μισθωτή εργασία γεννιέται απ’το κεφάλαιο, συγχρόνως είναι η αιτία του κεφαλαίου· κι ενώ το ένα δεν μπορεί χωρίς το άλλο, συγχρόνως σπαράσσονται. Κατά την αντιφατική σχέση μισθωτής εργασίας και κεφαλαίου, όταν η εξουσία ανήκει στην αστική τάξη έχουμε καπιταλισμό κι όταν η εξουσία ανήκει στην εργατική τάξη, έχουμε σοσιαλισμό. Καί στις δυο περιπτώσεις υπάρχουν διακρίσεις οι οποίες μπορούν να εκφραστούν με το χρήμα. Η μόνη λύση της αντιφατικής σχέσης μισθωτής εργασίας και κεφαλαίου είναι ο κομμουνισμός, όπου το χρήμα δεν χρειάζεται, αφού η εργασία και τα αγαθά, εκεί παύουν να είναι εμπορεύματα. Η εργασία εκεί θα είναι συνυφασμένη με τη δημιουργικότητα του όντος, άρα το προϊόν θα είναι ιερό και θα αντιμετωπίζεται με σεβασμό. Εκεί οι ύλες και γενικότερα η φύση θα πάρουν τη διάσταση που πρέπει στην ανθρώπινη συνείδηση. Εκεί δεν θα υπάρχει ούτε δικτατορία ούτε δημοκρατία αφού η αντιφατική σχέση κυριαρχίας και υποταγής (μισθωτής εργασίας και κεφαλαίου) θα έχει λυθεί.
Υπάρχει η εντύπωση ότι η κρατικοποιημένη οικονομία είναι συνώνυμο του σοσιαλισμού, έτσι θα κάνω την εξής διευκρίνιση: Αφού, η αντιφατική σχέση μισθωτής εργασίας και κεφαλαίου, συνεχίζεται και στη διάρκεια του σοσιαλισμού, η συσσώρευση αξίας σε κρατικές αποθήκες κι οι κρατικές παραγωγικές επενδύσεις αν έχουν την ανάγκη και γεννούν μισθωτή εργασία, είναι κεφάλαιο. Ακόμα αν το κεφάλαιο εξουσιάζεται από έναν μηχανισμό γραφειοκρατικό, τότε έχουμε καπιταλισμό. Αν όμως αυτός ο κρατικός μηχανισμός δεν είναι γραφειοκρατικός αλλά λαϊκός ή προλεταριακός, μολονότι η αντιφατική σχέση μισθωτής εργασίας και κεφαλαίου συνεχίζει να υπάρχει, έχουμε σοσιαλισμό. Καί στις δυο περιπτώσεις όσο μεγαλύτερος είναι ο γραφειοκρατικός μηχανισμός, τόσο περισσότερα βάρη επωμίζεται το προλεταριάτο για να τον συντηρεί. Καί σ’αυτή την κοινωνική φόρμα υπάρχουν δυο ομάδες με οργανωμένα ταξικά συμφέροντα: Το προλεταριάτο και η νεοαστική γραφειοκρατική τάξη. Ανάμεσά τους υπάρχουν στρώματα τεχνικών κι επιστημόνων που είναι αναγκαία καί στις δυο τάξεις για να ασκήσουν εξουσία. Οι τεχνικοί που έχουν υψηλές ειδικεύσεις, είναι φυσικό στην πλειοψηφία τους να θέλουν τη διάκριση, γι’αυτό συντάσσονται με τους γραφειοκράτες. Όμως ένα μεγάλο ποσοστό από αυτούς, λόγω κουλτούρας, περιφρονούν τις διακρίσεις και τάσσονται με το μέρος του προλεταριάτου παίζοντας ρόλο πρωτοποριακό. Σ’αυτή την αντιφατική σχέση, δεν είναι μόνον οι οικονομοτεχνικές δομές που δείχνουν αν υπάρχει σοσιαλισμός ή καπιταλισμός αλλά και ο φορέας της εξουσίας. Αν φορέας της εξουσίας είναι η γραφειοκρατία έχουμε καπιταλισμό, αν φορέας της εξουσίας είναι οι εργαζόμενοι έχουμε σοσιαλισμό. Δεν πρέπει λοιπόν να κοιτάμε τις ταμπέλες ή το πως αυτοονομάζεται ένα καθεστώς αλλά να βλέπουμε τις δομές της εξουσίας. Η ύπαρξη τακτικού στρατού, τακτικής δικαιοσύνης και γενικά τακτικού κρατικού μηχανισμού, φανερώνει πως την εξουσία έχει η γραφειοκρατία. Αν το κοινοβούλιο, η δικαιοσύνη κι ο στρατός είναι προλεταριακά, τότε την εξουσία έχει η εργατική τάξη. Όταν όμως είναι προωθημένο ένα σχήμα προλεταριακής εξουσίας, χαραχτήρας του σοσιαλισμού είναι και η λαϊκή εξουσία με προλεταριακή πρωτοπορία. Δηλαδή λαϊκός στρατός, λαϊκή δικαιοσύνη, και λαϊκό κοινοβούλιο.
[Στην περίπτωση του τακτικού κρατικού μηχανισμού, μισθωτοί γραφειοκράτες κρατάνε όλες τις θέσεις κλειδιά που φαίνεται ότι υπακούν σε κάποια κυβέρνηση, ορισμένη από κάποιο εκλεγμένο κοινοβούλιο. Όσους κι αν απολύσει η κυβέρνηση για να προσλάβει άλλους, αυτό το κράτος έχει θεσμούς που ορίζουν τον τρόπο που λειτουργεί από μόνο του, έτσι ο γραφειοκρατικός μηχανισμός είναι το ουσιαστικό υπόβαθρο της εξουσίας, που δεν έχει την ανάγκη κοινοβουλίου ή εκλεγμένης κυβέρνησης για να κυβερνά. Απ’την άλλη αυτό το είδος κοινοβουλίου δεν μπορεί χωρίς γραφειοκρατικό μηχανισμό. Ακόμα και το κοινοβούλιο των λεγομένων χωρών του «υπαρκτού σοσιαλισμού», μολονότι έχει μεγαλύτερη εξουσία απ’το αστικό κοινοβούλιο, είναι ένα «δημοκρατικό όργανο» που εκφράζει συμφέροντα των γραφειοκρατών και των τεχνοκρατών. Αυτοί είναι σίγουροι πως η εργατική τάξη δεν είναι σε θέση να ασκήσει εξουσία. Για χάρη λοιπόν των εργατών και των αγροτών, αυτοί τους «υπηρετούν» κάνοντας αυτό το δύσκολο έργο. Για το λόγο αυτό οι εργαζόμενοι πρέπει να τους περιβάλλουν με τιμές και διακρίσεις, που πάντα εκφράζονται και με το ανάλογο χρήμα. Παίρνουν έτσι την οικονομία στα χέρια τους και στο βαθμό που έχουν καί την εξουσία, αυτοί είναι οι νέοι κεφαλαιοκράτες. Οι παλιοί κεφαλαιοκράτες, σκληροί, δραστήριοι και αυτοδημιούργητοι ήταν πολλές φορές πρωτοπόροι. Οι νέοι, παμπόνηροι χυδαίοι αετονύχηδες, δεν θέλουν την παλινόρθωση του παλιού καπιταλισμού. Στο μεγάλο μονοπώλιο που είναι ο χώρος τους ξέρουν να διαφεντεύουν. Αυτοί δεν έχουν δουλέψει ποτέ γι’αυτό είναι πιο σκληροί απέναντι στην εργατική τάξη. Με μια μονοκοντυλιά ανεβάζουν τις «νόρμες» των εργατών και τις δικές τους αποδοχές στο όνομα ενός «σοσιαλισμού με ανθρώπινο πρόσωπο», αφού ο άνθρωπος είναι ατελής κι όχι ιδεώδης και στο όνομα μιας «πραγματιστικής πολιτικής στον τομέα της εξέλιξης της παραγωγικότητας». Μέσ’τους κόλπους τους υπάρχει σκληρή πάλη, αφού ένα μέρος των ειδικών δε θέλει να δεσμεύεται καθόλου μέσα σε αυτό το μονοπώλιο, γιατί ορίζει κάποια κλίμακα μισθών που περιορίζει τα όρια της φιλοδοξίας και της αλαζονείας μιας ομάδας αυθεντιών. Αυτοί θέλουν ελεύθερη αγοροπωλησία της προσφοράς του ανθρώπινου δυναμικού που τους ευνοεί, αφού οι ατάλαντοι γραφειοκράτες έχουν μετατρέψει την λαϊκή δημοκρατική-δικτατορία, σε δικτατορία της νεοαστικής γραφειοκρατίας].
Αντίθετα στην περίπτωση της λαοκρατικής εξουσίας: [το λαϊκό κοινοβούλιο πρέπει ν’απαρτίζεται από εκπροσώπους λαϊκών επιτροπών που δεν έχουν μονιμότητα, όντας ανά πάσα στιγμή ανακλητοί. Οι επιτροπές μπορούν και πρέπει να στέλνουν διαφορετικούς εκπροσώπους για την ανάλογη περίσταση οι οποίοι θα παίρνουν αποφάσεις για θέματα που θα προωθούνται εκεί από άλλα λαϊκά όργανα.
Απ’το λαϊκό κοινοβούλιο πρέπει να εκλέγεται μια επιτροπή επαγρύπνησης που θα παίζει το ρόλο κυβέρνησης εκτάκτων περιστάσεων μη έχοντας καμιά μονιμότητα. Μπορεί ν’αλλάζει μετά από κάθε συνέλευση κι έτσι η εξουσία ουσιαστικά θα ασκείται απ’το λαϊκό κοινοβούλιο. Όσο λιγότερη μονιμότητα έχουν τα όργανα εκπροσώπησης, τόσο μεγαλύτερη η δημοκρατία για το λαού κι η δικτατορία πάνω στους γραφειοκράτες. Ακόμα έτσι είναι υποχρεωμένοι όλοι να συμμετέχουν και να είναι άγρυπνοι στις εξελίξεις του κοινωνικού γίγνεσθαι. Θα ήταν προτιμότερο οι λαϊκοί εκπρόσωποι να είναι μέλη του Κ.Κ., αυτό όμως δεν είναι αναγκαίο αφού θα λειτουργούν κι άλλα κόμματα (το κόμματα δεν πρέπει να καταργούνται, αλλά να μαραίνονται από μόνα τους όταν πάψει η αναγκαιότητά τους). Πρέπει να υπάρχουν εκπρόσωποι από όλες τις ζωντανές τάσεις. Καθήκον του Κ.Κ. είναι να πάρει την πρωτοπορία μέσ’το λαό με τους αγώνες, το ήθος και την εργατικότητά του. Θα βάλει τα άλλα κόμματα σε μαρασμό, αν καταφέρει να πείσει ότι είναι το καλύτερο, κάτι που είναι δύσκολο και προπάντων μακροπρόθεσμο. Έτσι το Κ.Κ. συνεχώς θα δοκιμάζεται, κατακτώντας μιαν ανώτερη ποιότητα και όχι ασκώντας μια στείρα δικτατορία των λίγων πάνω στους πολλούς, ξαφνικά, χωρίς να το καταλάβει, να έχει διαβρωθεί απ’τη γραφειοκρατία, ευρισκόμενο σε αντιλαϊκές και αντεργατικές θέσεις.
Είναι φυσικό μετά από μια επανάσταση, αυτοί που έπαιξαν ρόλο, να έχουν τον ανάλογο λαό και οπλισμό, διαφορφώνοντας την εξουσία, σε διάφορους φορείς και περιοχές τη δεδομένη στιγμή. Η εξουσία μετεπαναστατικά διαμορφώνεται απ’τους φορείς των παραγωγικών στρωμάτων, που με τη σειρά τους δίνουν τη μάχη για την ειρήνη. Έτσι τα διάφορα επαναστατικά κόμματα, θα μεταμορφώνονται απ’την εισβολή νέων μελών μέσα τους. Μέσα απ’αυτή την ειρηνική διαδικασία, το Κ.Κ. μπορεί να χάσει την εξουσία ή μέρος της εξουσίας που δεν του ανήκει πια, από άλλους φορείς που επάξια μπορεί να του την πάρουν. Έτσι δε θα μπορεί να επαναπαυθεί και να γίνει βάρος στο λαό. Με τον τρόπο αυτό η ευμετάβλητη σύνθεση του λαϊκού κοινοβουλίου θα φανερώνει την αληθινή εξέλιξη της σοσιαλιστικής πορείας. Η πορεία αυτή ξεκινά από ένα πολύμορφο και μικτό λαϊκό κοινοβούλιο καταλήγοντας σ’ένα κοινοβούλιο αμιγώς προλεταριακό, αν όλα πάνε καλά, αφού υποτίθεται ότι το Κ.Κ. με τη δραστηριότητά του θα καταφέρει να προλεταριοποιήσει το μέρος των λαϊκών στρωμάτων, που θα πρόσκεινται σε άλλα κόμματα. Η εξελικτική πορεία αυτής της διαδικασίας θα ζητήσει κάποια στιγμή το μαρασμού όλων των κομμάτων και κατά συνέπεια, την κατάργηση του ίδιου του Κ.Κ. αφού δε θα υπάρχει πλέον ανάγκη κομματικών ανταγωνισμών. Η πορεία της αντιφατικής σχέσης των κομματικών ανταγωνισμών κι η λύση τους, είναι η ίδια η σοσιαλιστική πορεία, όπου στο τέλος της δεν θα υπάρχουν κόμματα κι αντιθέσεις.
Ο Λαϊκός στρατός είναι οι ένοπλοι πληθυσμοί, που ακούνε στις λαϊκές επιτροπές της τοπικής αυτοδιοίκησης. Αυτός ο στρατός είναι κατεξοχήν αμυντικός κι η αμυντική του δύναμη είναι αντιστρόφως ανάλογη προς την επιθετική του.
Μπαίνοντας ο εισβολέας στη χώρα σχετικά εύκολα, θα έχει τόσο πιο δύσκολη προέλαση και θα δέχεται τόσο μεγαλύτερη πίεση από παντού, όσο πιο βαθιά και πιο πολύ μένει στη χώρα, σε βαθμό που τελικά να μη μπορεί να υποχωρήσει. Αυτό γιατί οι πληθυσμοί θα συντάσσονται σε μεγάλες στρατιές λαϊκής άμυνας (νέων, γέρων, ανδρών και γυναικών), που θα σαμποτάρουν και θα χτυπούν κλέφτικα ή τακτικά, έναν εχθρό έρμαιο της δικής τους τακτικής επιλογής στο σημείο της σύγκρουσης.
Αφού όμως υπάρχουν σύνορα, το λαϊκό κράτος έχει ανάγκη από ένα μικρό τακτικό συνοριακό στρατό, που θα ελέγχεται από επιτροπές των συνοριακών πληθυσμών. Αυτός ο στρατός μαζί με τα ένοπλα λαϊκά στρώματα των συνοριακών πληθυσμών, θα έχει καθήκον να καθυστερεί τον εισβολέα, έως ότου οι εργαζόμενοι πληθυσμοί συνταχτούν και αν είναι δυνατόν, έντεχνα να οδηγεί τον εισβολέα σε επιθυμητές θέσεις σύγκρουσης. Έτσι ο λαϊκός στρατός καί από τη σύνθεσή του, δεν μπορεί να έχει επιθετικό χαρακτήρα, αφού οι ένοπλοι πληθυσμοί, δεν μπορούν να κάνουν εκστρατείες. Ακόμα τμήματα που θα μπορούσαν να κάνουν μιαν εκστρατεία, δεν θα μπορούν να ελέγχονται από λαϊκές επιτροπές. Όσο πιο μεγάλα είναι τα τακτικά εκστρατευτικά τμήματα, τόσο πιο επικίνδυνα είναι να καταλύσουν την λαϊκή εξουσία, πολύ περισσότερο επιστρέφοντας νικηφόρα. Επίσης γνωρίζουμε πως τα μέλη επιθετικών στρατιωτικών σωμάτων, χάνουν ένα μέρος απ’την ανθρωπιά τους και τη λαϊκή τους κουλτούρα. Γι’αυτό γίνονται πιο επικίνδυνοι με την αίγλη μιας νίκης. Το μεγαλύτερο πλεονέκτημα του λαϊκού στρατού, είναι η αφαίρεση της στρατιωτικής εξουσίας από τα χέρια των γραφειοκρατών και των τεχνοκρατών με την κατάργηση του τακτικού στρατού. Αυτό είναι μια απόλυτη ανάγκη, με όλα τα μειονεκτήματα που ακολουθούν μια τέτοια επιλογή, αλλά «ο λαός χωρίς λαϊκό στρατό δεν έχει τίποτα». Η ελευθερία, η δικαιοσύνη και η εξουσία καταχτώνται κι ασκούνται με τα όπλα, κανένας δεν τα χαρίζει. Επίσης ο γραφειοκράτης χωρίς όπλα δηλαδή χωρίς τον έλεγχο του στρατού, έχει μόνο την δύναμη της δουλειάς του κι είναι ανίκανος να πάρει πλήρως την εξουσία. Για ν’αφαιρέσει ο λαός από τους γραφειοκράτες και το μέρος της εξουσίας που ασκούν μέσα από τη δουλειά τους, τοποθετεί λαϊκούς επιτρόπους, περιορίζοντας όσο είναι δυνατόν για κείνη τη στιγμή καί τη δύναμη καί το κύρος των γραφειοκρατών. Μένει λοιπόν στους γραφειοκράτες μόνον η διάκριση της ειδίκευσής τους και της μισθολογικής τους κλίμακας. Ας σκεφτούμε πόσοι μόνιμοι γραφειοκράτες στρατιωτικοί και άλλοι ειδικοί και τεχνικοί, απασχολούνται από τον τακτικό στρατό και ζουν προνομιούχα εις βάρος του λαού. Όλοι αυτοί διατηρούνται για την περίπτωση πολέμου κι όταν έλθει ο πόλεμος, στέλνουν το λαό στο σφαγείο. Αυτοί στην πλειονότητα σχεδιάζουν στα χαρτιά και υπογράφουν διαταγές από απόσταση, στα επιτελικά γραφεία, την ώρα που οι λαϊκές μάζες πατάνε μέτρο-μέτρο ότι σχεδιαστεί στο χαρτί και κάθε ριπή σωριάζει δεκάδες κάτω. Οι τακτικοί στρατοί όντας επιπλέον μισθοφορικοί (και μάλιστα στην ηγεσία) πάσχουν απ’την αρρώστια αυτών των στρατών: είναι γενναίοι και σκληροί όταν αντιμετωπίζουν αόπλους ή όταν ο πόλεμος είναι μακριά, αλλά δειλιάζουν όταν ο κίνδυνος πλησιάζει. Ακόμα είναι άπιστοι στους δημοκρατικούς θεσμούς κι όταν τους δοθεί η ευκαιρία, τους καταλύουν. Είναι φυσικό ένας μόνιμος πολεμικός μηχανισμός να υπηρετεί την τάξη που τον γέννησε και στην περίπτωση αυτή, την αστική τάξη. Ο τακτικός στρατός είναι ο κυριότερος παράγων προστασίας των αστικών συμφερόντων και θεσμών, κι είναι υπέρμαχος της διάκρισης. Όσο μεγαλύτερος ο τακτικός στρατός σε μια λαϊκά εξουσιαζόμενη ή σοσιαλιστική χώρα, τόσο μεγαλύτερη η δύναμη της γραφειοκρατίας στη χώρα αυτή. Εκεί οπωσδήποτε βρίσκονται οι δυνάμεις της ανατροπής και της αντίδρασης.
Η λαϊκή αστυνόμευση είναι κι αυτή καλύτερη. Οι πολίτες αστυνομεύουν εκ περιτροπής το δικό τους χώρο αφού έτσι κι αλλιώς είναι ένοπλοι και ανήκουν σε λαϊκές στρατιωτικές οργανώσεις· οι εργάτες στο εργοστάσιο και οι λαϊκοί στη γειτονιά. Ακόμα η λαϊκή αστυνόμευση είναι πιο αποτελεσματική αφού οι γείτονες γνωρίζονται μεταξύ τους και πολύ γρήγορα εντοπίζονται οι πιθανοί ένοχοι. Αντίθετα το τακτικό σώμα της αστυνομίας, είναι φυσικό να υπακούει στους γραφειοκράτες, να είναι ταξικά αντιμέτωπο με το προλεταριάτο κι εχθρικό προς την λαϊκή εξουσία.
Η λαϊκή δικαιοσύνη είναι καί αυτή ανώτερη και άμεση. Αποδίδει αυστηρότητα όπου χρειάζεται κι ανάλογη επιείκεια όταν πρέπει, αφού οι δικαστές είναι οι ίδιοι οι γείτονες, που γνωρίζουν από πρώτο χέρι τις εκδικαζόμενες υποθέσεις, τον χαρακτήρα και τις διαφορές των διαδίκων γειτόνων τους. Οι λαϊκοί δικαστές δεν είναι μισθοφόροι ούτε επαγγελματίες που λαχταράνε ν’αποκομίσουν κέρδη και να «αξιοποιήσουν» οικονομικά τις σπουδές τους δηλαδή να διακριθούν μ’όποιο τρόπο μπορεί να φανταστεί κανείς σε μια ανταγωνιστική και διεφθαρμένη κοινωνία. Γι'αυτούς είναι θέμα ταξικής τιμής να δικάζουν όχι εξ επαγγέλματος. Ο ίδιος ο λαός της γειτονιάς είναι ο μέγιστος κριτής, που όταν διαφωνεί παρεμβαίνει. Έτσι η λαϊκή αστυνόμευση και δικαιοσύνη περιορίζει στο μέγιστο τη γραφειοκρατία και προωθεί τη λαϊκή αμεσότητα.
Σε μια χώρα λαϊκή-προλεταριακή φυλακές δε χρειάζονται. Αφού κανείς δε μπορεί να αποδράσει. Κανείς δεν μπορεί να πάει κάπου χωρίς να ενημερώσει τις τοπικές επιτροπές, αφού για να μετακινηθεί θα πρέπει να παρουσιαστεί κάπου, για δουλειά, κατοικία και φαγητό κλπ. Κανείς δεν είναι απρόσωπος. Έτσι ο κατάδικος θα εκτίει την ποινή στο σπίτι του, θα τιμωρείται από τη συμπεριφορά των γειτόνων του και τις εργασίες που θα του αναθέτουν. Όταν όμως πρόκειται για επικίνδυνους κακοποιούς, θα πρέπει να υπάρχουν ειδικά χωριά-ιδρύματα, με σύγχρονες εγκαταστάσεις και ψυχιατρική φροντίδα για σωστή διαβίωση-διαπαιδαγώγηση. Εκεί θα στέλνεται κάποιος μετά από απόφαση των γειτόνων, των συνεργατών και των συγγενών του, όταν κανείς πλέον δε θα μπορεί να εγγυηθεί για τη μελλοντική συμπεριφορά του. Οι χώροι αυτοί θ’αυτοδιοικούνται και θα έχουν αυτόνομη παραγωγική δραστηριότητα. Οι εκλεγμένες επιτροπές τους θα συνεργάζονται με ειδικούς που θα παίρνουν εντολές από τους λαϊκούς επιτρόπους της περιοχής, που θα φιλοξενείται το σωφρονιστικό χωριό και όπου θ’ανήκει πολιτιστικά και παραγωγικά. Η καλύτερη “τιμωρία” και διαπαιδαγώγηση είναι αυτή που παύει να είναι τιμωρία. Αυτή είναι ο άθλος να μπορείς να ζεις έντιμα και με την αξία σου, χωρίς να επιβαρύνεις ή να αδικείς κανέναν. Αυτό που φαίνεται αυτονόητο για άλλους, για άτομα αντικοινωνικά ή απροσάρμοστα στις απαιτήσεις του σοσιαλισμού, είναι ένας άθλος άξιος φροντίδας και αγάπης. Σε ήπιες όμως περιπτώσεις αντικοινωνικότητας που παρουσιάζεται σε άτομα με καλλιτεχνική ή ιδιόμορφη δημιουργική φύση, η λαϊκή μέριμνα θα έχει φροντίσει. Αυτοί οι ευφυείς άνθρωποι πρέπει για το καλό της κοινωνίας και τις αξίας που αυτά τα άτομα είναι ενδεδυμένα, να έχουν από μικρά μιαν ιδιαίτερη φροντίδα, για να μπορεί να διοχετευτεί η δημιουργικότητά τους.
Η ουσία της λαϊκής εξουσίας είναι ο προγραμματισμός παραγωγής στο εργοστάσιο και τον αγρό απ’τη βάση. Στο λαϊκό κοινοβούλιο θα παίρνονται αποφάσεις ευρύτερου παραγωγικού προγραμματισμού και σχεδιασμού που θα διαμορφώνονται από τις προτάσεις των εκπροσώπων της βάσης που θα είναι και οι άμεσα ενδιαφερόμενοι. Οι ερευνητές και οι τεχνοκράτες θα δουλεύουν υπό τη διακριτική επιτήρηση και συνεργασία εξειδικευμένων λαϊκών επιτρόπων και θα χαίρουν εκτίμησης, αφού δεν θα είναι απλοί υπάλληλοι όπως στον καπιταλισμό αλλά συνεργάτες. Όμως πρέπει κι αυτοί να μην ξεχνούν τη φροντίδα, την αγάπη, τις σπουδές και ότι άλλο τους έχει προσφέρει χωρίς αντάλλαγμα ή καμιά πληρωμή ο λαός. Για όσους τεχνοκράτες δεν προλεταριοποιούνται όμως θα είναι αρκετή η μισθολογική τους διάκριση, ενώ για τους άλλους που γίνονται προλετάριοι, ο θαυμασμός, το κύρος και η εξουσία.
Ο λαϊκός παραγωγικός και οικονομικός προγραμματισμός είναι η νίκη των εργαζομένων πάνω στη γραφειοκρατία. Το προλεταριάτο πρέπει να παλεύει ώστε όλες οι αποφάσεις να παίρνονται από τη βάση κι έτσι η κοινωνία να είναι προλεταριακή στην πράξη και όχι μόνο στα λόγια. Εδώ ο σοσιαλισμός φανερώνεται με το δυναμικό προτσές δύο πόλων που συνιστούν αντιφατική ενότητα. Απ’τη μια ο πόλος της προλεταριακής αμεσότητας (αποκέντρωσης) κι απ’την άλλη ο πόλος της γραφειοκρατίας (συγκέντρωσης). Αυτό το προτσές είναι μια πορεία που ξεκινά από συγκεντρωτικές θέσεις και καταλήγει σε θέσεις αποκεντρωτικές περνώντας απ’όλες τις ενδιάμεσες θέσεις σχέσης συγκέντρωσης-αποκέντρωσης. Στο τέλος αυτής της πορείας, έχουμε την άρση αυτής της αντιφατικής σχέσης, που δεν θα μπορεί να ονομαστεί πλέον ούτε αποκεντρωτική ούτε συγκεντρωτική, αφού η αντιφατική σχέση γραφειοκρατίας-προλεταριάτου δε θα υπάρχει. Στον κομμουνισμό δε θα υπάρχει ούτε γραφειοκρατία ούτε προλεταριάτο, αλλά μια νέα ποιότητα.
Το σοσιαλιστικό προτσές μπορεί ακόμα να ξεκινά απ’τη στιγμή που το προλεταριάτο θα πάρει την εξουσία, με όσο δυνατόν μικρότερη προλεταριακή συμμετοχή, με συμμάχους όμως άλλα λαϊκά στρώματα. Το δικαίωμα αυτό το αντλεί απ’την πείρα του παγκόσμιου προλεταριακού κινήματος ή την ύπαρξη άλλων ισχυρών προλεταριακών χωρών, αν υπάρχουν. Μπορεί το προλεταριάτο και τα λαϊκά στρώματα να μην περιμένουν να ωριμάσει το οικονομοτεχνικό υπόβαθρο της χώρας τους, αν έχει προηγηθεί σ’άλλη μεγάλη χώρα η κατάκτηση και η εδραίωση της εξουσίας απ’τους εργαζομένους και τα λαϊκά στρώματα. Σε μια τέτοια φάση το προλεταριάτο για να μπορεί ν’ασκήσει εξουσία, έχει ανάγκη τη γραφειοκρατία και την τεχνοκρατία, τη διάκριση και το χρήμα αφού δεν είναι ακόμα στη θέση, να άρει την αντιφατική σχέση μισθωτής εργασίας και κεφαλαίου. Κατά την εξέλιξη της πορείας του όμως, το προλεταριάτο πρέπει να οργανώνει μηχανισμούς λαϊκής εξουσίας έτσι που η γραφειοκρατία να περιορίζεται από τη Λαϊκή και προλεταριακή αμεσότητα. Αυτή η πορεία της αντιφατικής σχέσης γραφειοκρατίας-λαοκρατίας, είναι η πορεία της λαϊκοποίησης των γραφειοκρατικών μηχανισμών κι είναι ένα πρόσωπο της πορείας του σοσιαλισμού.
Η σοσιαλιστική πορεία είναι σύμφυτη με τη σταδιακή ανάπτυξη προλεταριακού πολιτισμού και ενός τεχνολογικού επιπέδου, που να μπορεί να υποκαταστήσει την γραφειοκρατία στους διοικητικούς και τεχνολογικούς μηχανισμούς. Για να γίνει αυτό δυνατό, πρέπει παράλληλα με την πολιτιστική επανάσταση, μέσα στους κόλπους της, να προωθείται κι η τεχνολογική επανάσταση κι η μεταρρύθμιση των οικομοτεχνικών δομών. Αν η πολιτισμική δραστηριότητα γίνεται εις βάρος της οικονομοτεχνικής, τότε η οικονομία καταρρέει και το προλεταριάτο αδυνατεί να ακολουθήσει τους διεθνείς ανταγωνισμούς, και χάνει την εξουσία. Το ίδιο θα συμβεί και με την ασύμμετρη ανάπτυξη της οικονομίας εις βάρος του πολιτισμού. Η οικονομική ανάπτυξη, χωρίς προλεταριακή πολιτιστική ανάπτυξη, αλλοτριώνει την προλεταριακή συνείδηση, λειτουργώντας υπέρ της γραφειοκρατίας και της παλινόρθωσης του καπιταλισμού. Τότε το σύστημα κομμένο και ραμμένο στα μέτρα της γραφειοκρατικής εξουσίας χωρίς καμιά προσπάθεια από μέρους των γραφειοκρατών, θα πέσει στα χέρια τους για να το «σώσουν» απ’την κατάρρευση.
Θα μπορούσαμε λοιπόν να δούμε μέσ’το σοσιαλισμό, ένα πανίσχυρο προλεταριάτο να χάνει την εξουσία από τους γραφειοκράτες και έναν αδύναμο λαϊκοδημοκρατικό μηχανισμό που προχωρά με σύνεση να κατακτά την εξουσία, να την εδραιώνει και να προωθεί τον αληθινό σοσιαλισμό. Όταν το προλεταριάτο είναι στη εξουσία πρέπει το Κ.Κ. να είναι ανοικτό στο λαό πρωτοπορώντας δημοκρατικά σε λαϊκούς και ταξικούς αγώνες και όχι να είναι κλειστό στο λαό κι ανοικτό στις αυθεντίες, που διαμορφώνουν την παραγωγή πίσω από ηλεκτρονικούς υπολογιστές σύμφωνα με το «συμφέρον» των εργατών. Το Κ.Κ έχει καθήκον να οδηγεί το λαό στο δρόμο της αυτοοργάνωσης και του αυτοπρογραμματισμού που είναι μεν δύσκολος αλλά αυτοσκοπός. Βέβαια το αποτέλεσμα παίζει μεγάλο ρόλο, αλλά μεγαλύτερο παίζει ο τρόπος που κάνει αυτή την αυτοοργάνωση δυνατή. Αυτή είναι η ταξική πάλη μέσ’το σοσιαλισμό. Οι αποφάσεις, ο προγραμματισμός, και η δυνατότητα να πραγματοποιεί αυτό που επιλέγει η εργατική τάξη, είναι η εξουσία καθαυτή.
Είναι βέβαιο πως οι γραφειοκράτες εχθροί του προλεταριάτου κι όσοι από τους λαϊκούς έχουν γραφειοκρατική συνείδηση όταν βρίσκονται σε θέσεις παραγωγής και επιλογής αποφάσεων ή ακόμα περισσότερο όταν βρίσκονται μέσα στο Κ.Κ, έχουν μεγάλο μέρος της εξουσίας. Έτσι η ταξική πάλη μέσα στο σοσιαλισμό μπορεί να πάρει μορφή εξεγέρσης σε περιπτώσεις που το Κ.Κ. θα έχει γραφειοκρατικοποιηθεί-αστικοποιηθεί. Ο δρόμος της εξέγερσης μέσα στο σοσιαλισμό, μπορεί να φαίνεται αβέβαιος, ενώ ο γραφειοκρατικός βέβαιος και σταθερός δρόμος, όμως το προλεταριάτο τέτοιο δρόμο είχε και πριν την επανάσταση. Γι’αυτό αγωνίζεται πρώτα απ’όλα για την εξουσία που είναι η δυνατότητα επιλογής και πραγματοποίησης των επιδιώξεών του, όντας η ελευθερία του. Αυτός που χαρακτηρίζεται σαν «αβέβαιος» δρόμος, είναι ο καλύτερος αφού ως την κατάκτηση της αταξικής κοινωνίας το προλεταριάτο, είναι η τάξη που προσφέρει περισσότερα και απολαμβάνει λιγότερα. Η κατάκτηση της εξουσίας απ’το προλεταριάτο δε σημαίνει απολαύσεις και διακρίσεις όπως στο αστικό και στο σοσιαλγραφειοκρατικό καθεστώς, αλλά περισσότερη δουλειά κι ευθύνη για ένα καλύτερο αύριο για όλο το κοινωνικό σύνολο. Ο «αβέβαιος» αυτός δρόμος είναι αυτός της πάλης και της αλλαγής, αφού κάθε σταθερότητα και στατικότητα, είναι σε βάρος της εργατικής τάξης και με το μέρος της γραφειοκρατίας.
Η ανάπτυξη της λαϊκής κουλτούρας και της τεχνολογικής παιδείας, της συνεχούς αφύπνισης και της ταξικής συνειδητότητας της εργατικής τάξης, είναι μια εξελικτική πορεία που κι αυτή είναι ένα πρόσωπο του σοσιαλισμού. Γενικά σοσιαλισμός είναι η ταξική πάλη με την εξουσία στα χέρια του Κ.Κ. ή του λαού. Με την άνοδο του επιπέδου τεχνολογικής εξειδίκευσης των εργαζομένων, κάποτε ο εργάτης θα χειρίζεται μηχανήματα υψηλής τεχνολογίας και η δουλειά του θα είναι επιστημονική, που θα διαφέρει μόνο από τη δουλειά των ερευνητών, των χειροτεχνών και των καλλιτεχνών. Τεχνοκράτες, εκείνη της εποχή, θα είναι μόνον οι ερευνητές, αλλά φτάνοντας στο ύψος της ιδιότητάς τους, αυτό θα είναι και το όριό τους, αφού εκεί η έρευνα θα γίνεται με τη βοήθεια τεραστίων συγκροτημάτων που θ’ανήκουν στο προλεταριάτο και θα είναι υπό την καθοδήγηση μικτών ομάδων τεχνικών και εκπροσώπων του προλεταριάτου. Εκεί μολονότι ο ερευνητής θα έχει πάντα σαν άτομο τον σεβασμό, την αξία και τις προοπτικές των προσωπικών του οραμάτων, θα είναι ο μικρότερος παράγοντας στα θέματα κοινωνικών επιλογών.
Ο κόσμος μας ξεκινώντας από κοινωνικές φόρμες όπου το άτομο παίζει ηγετικό και πρωτεύοντα και ρόλο, καταλήγει σε φόρμες όπου το σύνολο παίζει αυτό το ρόλο. (Ανάμεσα απ’ αυτούς τους δυο πόλους, που συνιστούν μιαν αντιφατική σχέση, υπάρχουν απεριόριστες θέσεις δυναμικής σχέσης ατόμου-συνόλου). Στην εξέλιξη αυτής της δυναμικής σχέσης, θα έλθει η ώρα που η χειρονακτική εργασία, η τέχνη κι η έρευνα, θα είναι αξεχώριστα ενώ κάθε άλλη εργασία θα γίνεται από αυτόματα συστήματα. (Μόνον η έρευνα κι η τέχνη θα είναι «χειρονακτικές-πνευματικές»). Αυτή η πορεία της τάσης για την τελική συνάντηση της χειρονακτικής και της διανοητικής, δείχνει κι άλλο ένα πρόσωπο της σοσιαλιστικής πορείας.
Η αστική τάξη έχοντας την εξουσία μπορεί να προωθεί την τεχνολογία, χωρίς ν’αναγκάζεται να προωθεί συγχρόνως το πολιτιστικό επίπεδο των λαϊκών μαζών, γιατί αυτό μπορεί να γίνει ο δικός της τάφος. Ενώ αντίθετα, τα λαϊκά στρώματα και το προλεταριάτο για να μπορούν να ασκήσουν την εξουσία, πρέπει προωθώντας την τεχνολογία να προωθούν και το πολιτιστικό επίπεδο του λαού. Η αστική και η γραφειοκρατική νεοαστική τάξη, για να μπορούν να ασκούν απρόσκοπτα την εξουσία, πρέπει να προωθούν την τεχνολογία αντιστρόφως ανάλογα με τον πολιτισμό, ενώ το προλεταριάτο πρέπει να προωθεί την τεχνολογία ανάλογα και παράλληλα με τον πολιτισμό. Ακολουθώντας το προλεταριάτο αυτό το δρόμο θα μπορέσει να εκπληρώσει το ιστορικό του καθήκον, καταργώντας τη γραφειοκρατία απ’την προλεταριακή αμεσότητα και οδηγώντας τις λαϊκές μάζες σε μια ειρηνική σοσιαλιστική πορεία προς τον κομμουνισμό.
Αν την εξουσία την έχει η γραφειοκρατική νεοαστική τάξη ή ο ιμπεριαλισμός, με την υψηλή τεχνολογική ανάπτυξη θ’αφήνει πίσω ανειδίκευτους παρίες, οι οποίοι κάνοντας κάτι «εδώ κι εκεί», θα φυτοζωούν. Αυτοί μάλλον θα είναι εθνικές μειονότητες που πιθανόν δε θα έχουν απορροφηθεί κι ομογενοποιηθεί εθνικά και κάνοντας τυφλές αιματηρές εξεγέρσεις θ’ανεβάσουν το πολιτικό τους επίπεδο και θα ενωθούν με το προλεταριάτο συνιστώντας έναν επαναστατικό χείμαρο. Έτσι έχουμε δυο δρόμους προς τον κομουνισμό: Τον ειρηνικό δρόμο που είναι ο σοσιαλισμός και ωθείται με συνεχείς πολιτιστικές εξεγέρσεις. Εκεί το προλεταριάτο έχει την εξουσία κι οδηγεί την μετάβαση ειρηνικά στον κομμουνισμό μ’ελεγχόμενη ταξική πάλη. Και τον βίαιο δρόμο όπου την εξουσία έχει ο ιμπεριαλισμός ή νεοαστική γραφειοκρατική τάξη. Τότε θα γίνει η πιο αιματηρή σύγκρουση, η καθαρή προλεταριακή επανάσταση, που θα οδηγήσει άμεσα στον κομμουνισμό. Τότε σοσιαλιστική πορεία θα είναι η ίδια η διαδικασία της εξέγερσης.
Ένας άλλος δείκτης για την κατάσταση της σοσιαλιστικής πορείας σε μια χώρα, είναι ο ρόλος που παίζει το χρήμα μέσα στο σύστημα. Όσο υπάρχει χρήμα, υπάρχει η αντιφατική σχέση μισθωτής εργασίας-κεφαλαίου, προλεταριάτου-γραφειοκρατίας, υπάρχει διάκριση και οικονομικά κίνητρα. Όσο υπάρχει χρήμα υπάρχει εμπόριο φανερό ή κρυφό, κρατικό ή ιδιωτικό. Πάντοτε κάποιος στη διάρκεια της σοσιαλιστικής πορείας, θα μπορεί να συσσωρεύει το χρήμα που του περισσεύει και με αυτό να αγοράζει προϊόντα, που θα διαθέτει σε «φίλους» με κέρδος, όταν κάποιος θέλει κάτι περισσότερο απ’ότι δικαιούται. Ακόμα ομάδες οργανωμένες, μπορεί να κάνουν αγορές, δημιουργώντας τεχνητή έλλειψη στην αγορά για να πουλήσουν αργότερα ακριβά. Όταν υπάρχει χρήμα, υπάρχει παραεμπόριο ή εμπόριο, που δημιουργεί συσσώρευση ιδιωτικών κεφαλαίων. Αυτά τα κατέχουν ομάδες που ο σοσιαλισμός δεν τις εκφράζει και είναι φυσικό να τον υπονομεύουν με πάρα πολλούς τρόπους. Οι τρόποι αυτοί ξεκινούν απ’την παγιωποίηση της κάθε κοινωνικής κατάστασης αφού η όποια προώθηση του σοσιαλισμού τους θίγει, φτάνοντας ως την πάλη για την παλινόρθωση του καπιταλισμού.
Είναι φυσικό όταν υπάρχει διάκριση στην αξία της ανθρώπινης εργασίας και της ανθρώπινης προσφοράς, να υπάρχει ο τρόπος που αυτή να υλοποιείται, δηλαδή το χρήμα. Επίσης υπάρχει και ένας βίαιος αγώνας για την κατάκτησή του. Όταν κάποιος δουλεύει οκτάωρο και δεν μπορεί να απολαύσει όλα τα προϊόντα της διατροφής και του πολιτισμού, ενώ άλλος με τον ίδιο χρόνο δουλειάς ή ακόμα και λιγότερο, να τα απολαμβάνει και να έχει και περίσσευμα, είναι μια κατάσταση που κάνει το χρήμα αναγκαίο. Το χρήμα που είναι ο τελευταίος προμαχώνας της αστικής τάξης, το χρήμα που είναι η διάκριση γυμνή.
Το προλεταριάτο έχοντας την εξουσία, μόνο με την τεχνολογική και πολιτιστική του ανάπτυξη θα μπορέσει να άρει τη διάκριση, τη γραφειοκρατία, το χρήμα, το κράτος, την εξουσία, δηλαδή την αντιφατική σχέση μισθωτής εργασίας και κεφαλαίου. Αυτά θα μαραθούν ειρηνικά όλα μαζί, αν την εξουσία ασκεί αληθινά το προλεταριάτο. Η προλεταριακή εξουσία που δεν είναι ακριβώς εξουσία, αλλά η άμυνα των αδυνάτων στις επιδομές των ισχυρών.
ΒΙΑ ΚΑΙ ΕΞΟΥΣΙΑ
«Σε γνωρίζω από την κόψη του σπαθιού την τρομερή
σε γνωρίζω από την όψη που με βία μετρά τη γη».
Δεν αρκεί μόνο μια τάξη να θέλει να πραγματοποιήσει τις αποφάσεις της και το πρόγραμμά της, (στην περίπτωσή μας το προλεταριάτο), αλλά να μπορεί κιόλας. Δηλαδή να έχει την εξουσία. Η εξουσία δεν χαρίζεται, αλλά καταχτάται με τα όπλα, «απορρέει απ’τις κάνες των πυροβόλων». Η συζήτηση γι’αυτό το θέμα είναι πια εξαντλημένη και μπορεί μόνο να περιστραφεί στο ποιος πλέον θα μπορούσε να είναι ο φορέας της εξέγερσης στις σύγχρονες συνθήκες. Μολονότι κι αυτό το ερώτημα είχε εξαντληθεί, ο τρόπος που εξελίσσεται η κοινωνία μας διαμορφώνεται έτσι, που η χρήση της τεχνολογικής ανάπτυξης να είναι αποκλειστική από τα ανώτερα οικονομικά στρώματα, που έχουν συσπειρωθεί γύρω απ’το χρηματιστήριο και τις τράπεζες. Αυτό βέβαια συνέβαινε και πριν μα η τεχνολογία τώρα είναι πανάκριβη και απρόσιτη για τους πολλούς, όντας στα χέρια των ολίγων.
Η τεχνολογία, μ’όλες τις προσδοκίες του αιώνα της τεχνολογικής επανάστασης αντί για κοινωνική χρήση, τελικά έγινε όργανο κυριαρχίας του ιμπεριαλισμού πάνω στο διεθνές προλεταριάτο. Κι έτσι με τη χρήση της τεχνολογίας στις παραγωγικές διαδικασίες, η ταξική διάταξη που ξέραμε έχει διαταραχθεί ποιοτικά και ποσοτικά. Η δύναμη που έχει συσσωρεύσει αυτή η παγκόσμια νεοαστική τάξη, είναι η μεγαλύτερη που έχει γίνει ποτέ σε τόσο λιγότερα χέρια. Αυτό που θα μπορούσε να γίνει κάποτε σε μια χώρα, δηλαδή η εξέγερση κι η εγκαθίδρυση λαϊκής εξουσίας, μετά την επιτυχή εφαρμογή της παγκοσμιοποίησης από τον ιμπεριαλισμό τώρα θα πρέπει να έχει παγκόσμια διάσταση ή τουλάχιστον σ’ένα μεγάλο κι αναπτυγμένο μέρος του κόσμου.
Η μετακίνηση κεφαλαίων προς τις χώρες που βρίσκονται στη βάση της ιμπεριαλιστικής πυραμίδας, απ’τη μια ανεβάζει το βιοτικό επίπεδο αυτών των χωρών, σηκώνοντας το καπάκι της χύτρας που βράζει και από την άλλη, με ομαλό τρόπο κατεβάζει το επίπεδο των λαών που βρίσκονται στις ανώτερες ή μεσαίες βαθμίδες της παγκόσμιας ιμπεριαλιστικής πυραμίδας. Αν ο ιμπεριαλισμός επιτύχει να εξισορροπήσει την κατάσταση χωρίς απώλειες, ίσως περάσουμε έναν μακρύ μεσαίωνα υψηλής τεχνολογίας, η οποία θα γιγαντώνεται με βασικό σκοπό την περαιτέρω παγίωση αυτής της κατάστασης. Η απληστία κι ο ανταγωνισμός των χωρών που βρίσκονται στα ανώτατα επίπεδα της ιμπεριαλιστικής πυραμίδας και το χρηματιστηριακό κεφάλαιο που στηρίζεται σε ιδεατές αξίες, αφού το χρήμα δεν είναι παρά τυπωμένα χαρτιά, που η αξία τους είναι συμβατική ή επιβάλλεται με τη βία, γεννά άγριο ανταγωνισμό. Ο ανταγωνισμός λοιπόν αυτών των τεχνολογικά ανεπτυγμένων χωρών, δε μπορεί παρά να οξύνει τις σχέσεις τους. Δεν είναι εύκολο μια τεχνολογικά ανεπτυγμένη και ισχυρή στρατιωτικά χώρα, να δεχτεί αμαχητί έναν τέτοιου είδους υποβιβασμό. Ο ανταγωνισμός αυτός μπορεί να φέρει σε δύσκολη θέση τις τάξεις των εργαζομένων της χώρας που θα ηττηθεί. Εκεί μπορεί να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για επαναστατική αλλαγή. Οι στρατιές ανέργων υψηλής και χαμηλής ειδίκευσης, μπορεί να συστήσουν φορέα εξέγερσης και ένοπλης αλλαγής. Ένοπλης αλλαγής, γιατί μόνον έτσι θα μπορούν να κρατήσουν την εξουσία, κι ακόμα μετά τη νίκη δεν θα πρέπει να αποχωριστούν τον οπλισμό τους, γιατί «ο λαός χωρίς όπλα δεν έχει τίποτα».
Σε μια μεγάλη χώρα όπως η Αμερική, η Γερμανία, η Γαλλία κλπ. μπορεί μια επανάσταση να γίνει πραγματικότητα, αφού δεν είναι εύκολο να στραγγαλιστεί οικονομικά απ’τις τράπεζες ή στρατιωτικά από τον ιμπεριαλισμό. Επειδή ο ιμπεριαλισμός θα φοβηθεί μια άμεση στρατιωτική επέμβαση αφού ένας μεγάλος πόλεμος σε μια χώρα που έχει καταρρεύσει ως ιμπεριαλιστική πάντα θα μπορούσε να διαταράξει την ισορροπία όλου του ιμπεριαλιστικού συστήματος. Έτσι το παιγνίδι θα παιχτεί στο οικονομικό επίπεδο, αφού ο ιμπρεριαλισμός νιώθει ότι αυτό είναι το στοιχείο του και μ’εκβιασμούς, εμπορικούς αποκλεισμούς και προπαγάντα θα περιμένει την επανάσταση να καταρρεύσει από μέσα. Αν οι επαναστάτες μπορέσουν να ορθώσουν αξιόπιστο κρατικό μηχανισμό και ν’αντέξουν, κι αν το παράδειγμά τους ακολουθήσει κι άλλη επανάσταση σ’άλλη μεγάλη χώρα, τότε μπορεί να ορθωθεί μια παγκόσμια αλλαγή, που θα στηριχθεί στη δικαιοσύνη και τον πολιτισμό, αποφεύγοντας τα λάθη της Παρισινής Κομμούνας, της Οκτωβριανής Επανάστασης και της παλινόρθωσης του καπιταλισμού στην Λαϊκή Κίνα.
Αν μια οικονομική αναταραχή στη λεγόμενη «ζώνη του ευρώ», δεν αντιμετωπιστεί γρήγορα και με ανάλογους χειρισμούς, κάτω απ’τον ανταγωνισμό των «ανερχόμενων χωρών», των χωρών της ανατολής και ειδικά της Κίνας, μπορεί να δημιουργήσει οικονομικό χάος, που μόνο με την κατάληψη της εξουσίας από επαναστατικές επιτροπές θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί.
Άσχετα αν αυτή η εξουσία μπορεί να είναι καθαρά επαναστατική ή ένα πραξικόπημα μιας «επαναστατικής χούντας», αυτό θα μπορούσε να εξελιχτεί σε μια λαϊκο-δημοκρατική αλλαγή, αφού για να λειτουργήσει αυτή η κατάσταση, θα έχει ανάγκη τη λαϊκή συμμετοχή και την αυθόρμητη προσφορά των δραστήριων αυτόνομων λαϊκοπολιτικών ομάδων δράσης που θα έχουν ήδη πάρει μέρος σε διαμαρτυρίες και διαδηλώσεις.
Αν κάτι τέτοιο γινόταν συγχρόνως σε δυο ή τρεις χώρες της Κεντρικής Ευρώπης με βασικό άξονα τη Γερμανία και τη Γαλλία, η επιτυχία θα ήταν σχεδόν βέβαιη. Τότε θα βλέπαμε η Γερμανία του Μαρξ να αναδύεται πάλι, σαν ο πιθανός φορέας της σοσιαλιστικής επανάστασης που θα παρέσυρε όλη την Ευρώπη. Μια Ευρώπη αποκλεισμένη απ’την αγορά και τους φυσικούς πόρους, θα μπορούσε να πάρει το φυσικό της δρόμο που θα ήταν ένας σοσιαλισμός εξ ανάγκης για ν’αποφευχθεί η κοινωνική κατάρρευση και εξαθλίωση. Αν οι παραγωγικές διαδικασίες σ’αυτό το σοσιαλιστικό σχήμα περνούσαν στη εξουσία επιτροπών των εργαζομένων, τότε θα ήταν δυνατή μια ειρηνική επαναστατική αλλαγή.
Η Ευρώπη έχει επαναστατική πείρα και παράδοση, επίσης έχει υψηλή τεχνολογική ανάπτυξη, ακόμα υπάρχουν χώρες που θα ήθελαν ανταλλαγή τεχνολογίας με πρώτες ύλες (οι μουσουλμανικές) και τέλος θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί τον ανταγωνισμό Κίνας-Ρωσίας-Ιαπωνίας-Δύσης· επίσης τον ανταγωνισμό σοβινισμού-χρηματιστηρίου, κεφαλαιούχων του υπανάπτυκτου κόσμου και του ιμπεριαλισμού αλλά και τον ανταγωνισμό των ΗΠΑ με τις άλλες ιμπεριαλιστικές χώρες που θα επιδιώκουν την κορυφή κλπ.
Πέρα απ’όλα όσα επιγραμματικά αναφέραμε όμως, πρέπει να τονιστεί πως απώτερο καθήκον του σοσιαλισμού δεν είναι απλά η ισονομία κι η δικαιοσύνη. Αυτά έχουν προταθεί κι από άλλα κοινωνικά συστήματα ή φιλοσοφικές θεωρίες, μια που «το τι είναι δίκαιο», είναι πολυδιάστατο κι όχι απόλυτο. Η ισονομία κι η δικαιοσύνη είναι η σκάλα που ανεβάζει το Ον σε άλλο υψηλότερο αισθητικό επίπεδο όπου ο άνθρωπος κοινονώντας του τραγικού «ορθώνεται μπρος στον ισχυρό και γέρνει μπρος στον αδύνατο». Το ουσιαστικότερο στοιχείο του τραγικού είναι η αυτοθυσία, και ο πολιτισμός πρέπει ξανά να πατήσει εκεί για να μπορέσει να δώσει καρπούς. Ο σοσιαλισμός πέρα από όλα αυτά, μέσα από την σοσιαλιστική παιδεία που είναι η κοινωνία του τραγικού, θέλει να οδηγήσει τον άνθρωπο σε μια Νέα υπερβατική ποιότητα. Τον Νέο άνθρωπο, τον Σοσιαλιστικό Άνθρωπο.
Το πρόβλημα λοιπόν που δημιουργήθηκε στον λεγόμενο υπαρκτό σοσιαλισμό, ήταν πως δεν έλαβε αρκετά υπόψιν τη σωστή ανέλιξη του πολιτισμικού επιπέδου της κοινωνίας και οι επίγονοι της επανάστασης δεν συνέχισαν το ασκητικό έργο των επαναστατών. Δεν μπορεί ποτέ στην επανάσταση ηγετικά στελέχη ν’απολαμβάνουν αγαθά που δεν απολαμβάνει ο λαός και ειδικά τα αδύναμα μέλη της κοινωνίας. Αν ο σοσιαλισμός σκοπεύει μόνο στη βελτίωση των συνθηκών ζωής των κατωτέρων στρωμάτων, με την επιτυχία αυτού του σκοπού, χωρίς άνοδο της σοσιαλιστικής κουλτούρας μπαίνει στο φαύλο κύκλο του καταναλωτισμού. Ο καταναλωτισμός είναι ο τάφος του πολιτισμού, ο τάφος του σοσιαλισμού και ο τάφος κάθε ανθρωπιστικής ποιότητας. Ο καταναλωτής συνεχώς θέλει ότι φαντάζεται πως δεν έχει· θέλει με την κατανάλωση να καλύψει το κενό της ανθρωπιάς που γεννά ο ίδιος ο καταναλωτισμός.
Αν η επανάσταση θέλει ν’αλλάξει τον κόσμο κι όχι μόνο να βελτιώσει τις συνθήκες ζωής των κατωτέρων στρωμάτων, θα πρέπει να ξεκινήσει πάλι απ’τις πηγές του πολιτισμού, να τις ξαναεπεξεργαστεί, να τις ανανεώσει και να τις εντάξει μέσα στην κοινωνική παιδεία της επανάστασης. Οι ρίζες του πολιτισμού μας είναι το τραγικό πνεύμα μέσ'το οποίο γεννήθηκε η Διαλεκτική σκέψη και το εκπροσωπευτικό πολίτευμα. Λοιπόν η βάση του τραγικού πνεύματος είναι η λατρεία της φύσης, δηλαδή ο Παγανισμός. Ένας Παγανισμός με τα σύγχρονα δεδομένα είναι η επιστημονικότητα ως τέχνη υπερβατική κι η τραγικότητα ως αίσθηση αυτοθυσίας του ατόμου για το κοινωνικό σύνολο.
Ο σοσιαλιστικός άνθρωπος βάζει πάντα το καλό του συνόλου πάνω από το καλό του ατόμου και ειδικά του εγώ.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου