Η ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΣΑΝ ΘΕΩΡΊΑ ΤΗΣ ΓΝΏΣΗΣ
Η ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΣΑΝ ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ.
Η διαλεκτική λογική και η τυπική λογική.
(Σοβιετικό εγχειρίδιο φιλοσοφίας 1959) Posted on October 17, 2014 by hashthug
Αποσπάσματα από το βιβλίο “Οι βασικές αρχές της μαρξιστικής φιλοσοφίας”, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 2005, σελ. 447-455. Κεφάλαιο 10: “Η διαλεκτική του προτσές της γνώσης”, παράγραφος 1: “Η διαλεκτική σαν θεωρία της γνώσης. Η διαλεκτική λογική και η τυπική λογική”.
ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ: Οι προτάσεις προς κρίσιν θα παρουσιάζονται όπως εδώ, με τονισμένα στοιχεία.
ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗ: Είναι παράδοξο ο Εκδ.Οίκος "Σύγχρονη Εποχή" να ενημερώνει τους αναγνώστες της για τη διαλεκτική της γνώσης με κείμενα που στηρίζονται σε επιστημονικές αντιλήψεις που αντλούνται από κάποιο σοβιετικό εγχειρίδιο του 1959, το οποίο εγχειρίδιο πιθανόν στηρίζεται σε επιστημονικές αντιλήψεις ακόμα παλιότερες. Αλλ'αυτό δεν θα γινόταν επιζήμιο αν τουλάχιστον ο συγγραφεύς αυτού του έργου στηριζόταν ή παρουσίαζε τις αρχές της αληθινής διαλεκτικής, όπως αναδεικνύονται από τα αποσπάσματα των διαλεκτικών προσωκρατικών. Έτσι αντί οι αγωνιστές που πρόσκεινται στο ΚΚΕ και κυρίως οι νέοι που εμφορούνται από επαναστατικότητα να ενημερώνονται, παγιδεύονται στα τείχη του παρελθόντος ξεχνώντας ότι η επανάσταση ευαγγελίζεται τη συνεχή έλλογη διαλεκτική ιστορικότητα της γνώσης η οποία όμως επιτελείται μέσω αντιφατικών νοητικών μηχανισμών που έχουν συλληφθεί εδώ και χιλιάδες χρόνια, από τους Αναξίμανδρο, Ηράκλειτο, Ζήνωνα και Λάο-Τσε. Αυτό σημαίνει ότι για να προσλάβουμε τη γνώση διαλεκτικά πρέπει να έχουμε όργανο σκέψης τη Διαλεκτική Λογική με την οποία προσεγγίζουμε έγκυρα τo εξελισσόμενo παγκόσμιο γίγνεσθαι. Όμως η Επιστήμη της Λογικής του Χέγκελ, ως ιδεαλιστική, ήταν μια επική προσπάθεια να μετατρέψει την αντιφατικότητα του γίγνεσθαι που είναι η καρδιά της διαλεκτικής, έντεχνα και ευφυώς, σε αντιθετικότητα κι από κει σε Oρθολογική Δυναμικότητα, έτσι δεν κατάφερε να καλύψει τις διαλεκτικές ανάγκες της σύγχρονης επιστήμης. Πρέπει λοιπόν να ξαναγυρίσουμε με σοβαρότητα στους προσωκρατικούς Αναξίμανδρο, Ηράκλειτο, Ζήνωνα και Λάο-Τσε, οι οποίοι με μόνο εργαλείο τη διαλεκτική τους σκέψη, μας εκπλήσσουν με τις προτάσεις τους.
Για να μην δημιουργηθούν παρανοήσεις κατά την ακολουθία αυτής της εργασίας, υπενθυμίζω ότι λόγω της σύγχυσης που έχει δημιουργηθεί απ'την Επιστήμη της Λογικής του στη διαλεκτική Χέγκελ, αναφαίνεται η ύπαρξη δύο ειδών Διαλεκτικής:
Α. Η Αντιθετική Διαλεκτική (ορθολογική), η οποία δέχεται ότι στο βάθος ο κόσμος και η γλώσσα που τον περιγράφει συνίσταται από μια σειρά έσχατα αναλλοίωτα στοιχειώδη, ιδεατά ή υλικά, (γνώσιμα ή όχι), που αλληλεπιδρούν χωρίς να παραβιάζουν τα έσχατα όρια μεταξύ τους. Αυτά λοιπόν τα στοιχειώδη που συνιστούν αυτό το γλωσσικό σύστημα, δρώντας ως απόλυτοι όροι, προϋποθέτουν λειτουργώντας, από μια στιγμή και μετά, την ατέρμονη επανάληψη αυτής της σειράς των "συνθετικών προτύπων του τέλους" αυτού του παιγνίου. Ακόμα απ’τη στιγμή που ετέθησαν οι απόλυτοι όροι αυτού του παιγνίου, προϋποθέτουν την ύπαρξη κάποιων συνθετικών προτύπων του τέλους, τα οποία βρίσκονται ιδεατά εκ των προτέρων εκεί, περιμένοντας απ’τη λειτουργία του παιγνίου την πραγματοποίησή τους. Δηλαδή αυτός είναι ένας κόσμος ορθολογικής αντικειμενικότητας κλειστός και τελεολογικός, που έχει προκαθορισμένα όρια ως αποτέλεσμα των όρων της λειτουργίας του, προϋποθέτοντας την ύπαρξη ενός Κόσμου Ιδεών, που υπάρχει από τη στιγμή που ετέθησαν οι όροι αυτού του παιγνίου, περιμένοντας να πραγματοποιηθούν από τη λειτουργία του.
Ένας τέτοιος κόσμος ιδεών πρέπει να υπάρχει πριν από τα πράγματα, μαζί με τα πράγματα και μετά τα πράγματα, συνιστώντας έτσι το κλειστό αντιθετικό, αντικειμενικό ντετερμινιστικό σύστημα, μιας επιστημονικότητας που ξεκινά από τον Αριστοτέλη κι ολοκληρώνεται στο Νεύτωνα. Η συζήτηση των Πλάτωνα και Αριστοτέλη "αν υπάρχουν οι ιδέες πριν ή μετά τα πράγματα" δεν έχει νόημα. Νόημα έχει η συζήτηση "αν ο κόσμος θεωρείται ανοικτό ή κλειστό σύστημα", "πως ένα κλειστό ή ένα ανοικτό σύστημα είναι λογικά δυνατό" και τι ικανοποιεί τον διανοητή που επιλέγει από κει και πέρα το γνωστικό του ήθος και τη λογική του.
Αυτή η Αντιθετική Διαλεκτική είναι ένας Διαφορικός Ορθολογισμός, του οποίου η διαφορικότητα σταματά στα έσχατα και αναλλοίωτα στοιχειώδη αυτού του αντιθετικού αντικειμενικού κόσμου. Η αποδοχή αυτού του τρόπου ύπαρξης για τον κόσμο, δηλαδή ως κλειστού συστήματος που έχει μια προσδιορισμένη σειρά θετικών όρων λειτουργίας και εσχάτων αναλλοίωτων και απαράβατων ορίων του τέλους, προϋποθέτει την ύπαρξη κάποιου Λογικού Αιτίου εκτός του συστήματος. Αυτό το Λογικό Αίτιο, το οποίο μπορεί να γίνει αντιληπτό ως Κόσμος των Ιδεών, τίποτα δεν μας απαγορεύει λογικά να το θεωρήσουμε Θεό ή ένα τεράστιο αλγοριθμικό σύστημα το οποίο κρύβει ή διέπεται από έναν ιερό Κρυφό Αριθμό (Αλγά-Αριθμός--Κρυφός Αριθμός).
Β. Η Αντιφατική Διαλεκτική η οποία δέχεται ότι ο κόσμος και η γλώσσα που τον περιγράφει είναι Όλον σε συνεχή εξέλιξη και αυτό είναι δυνατόν αν δεν συντίθεται από σύστημα αναλλοίωτων στοιχειωδών εσχάτων, αλλά από σύστημα αντιφατικών στοιχειωδών. Σύμφωνα μ’αυτή την άποψη, τα όποια στοιχειώδη συνιστούν αυτό το σύστημα, αλληλεπιδρώντας, προεκτείνονται το ένα βαθιά μέσα στ’άλλο χωρίς ν’αφήνουν απαραβίαστα όρια μεταξύ τους συνιστώντας αντιφατικές ενότητες όπου το ένα γεννά τ'άλλο μα συγχρόνως το μάχεται κιόλας. Έτσι κάθε στοιχειώδες όντας αυτοαναιρούμενο, έχει αντιφατική φύση περιέχοντας Εν Δυνάμει το Όλον μ’ένα δικό του τρόπο. Αυτός ο τρόπος είναι ο κώδικας καταγραφής του κόσμου μέσα στο κάθε στοιχειώδες, όπως αυτό έχει εξελιχθεί ως την μορφοποίηση του, περιέχοντας έτσι με τρόπο δαιδαλώδη και παράκεντρο, όλες τις εξελικτικές στιγμές και τα πρόσωπα του έως τότε κόσμου. Αυτή η οντολογική άποψη, προϋποθέτει ότι ο κόσμος είναι Ένα Όλον Ανοικτό, μια γλώσσα και μια γραφή σε συνεχές Γίγνεσθαι, όπου κάθε στοιχειώδες του περιέχει μέσα του τη δυνατότητα του ανεπανάληπτου, όντας αποτέλεσμα του σύμπαντος και συγχρόνως του εαυτού του. (Αυτή η πρόταση μολονότι σκοτεινή ερμηνεύται από τις προτάσεις των Αναξίμανδρου και Ζήνωνα για το "Αντιφατικό Στοιχειώδες". Ο αναγνώστης μπορεί να πληροφορηθεί εκτενέστερα στην ανάρτησή μου Διαλεκτική Υλιστική Σκέψη, στο thodoroskavasis.blogspot.com).
Στην Αντιθετική Διαλεκτική (δυναμική ορθολογικότητα), το Γίγνεσθαι θεωρείται φαινομενικό παίγνιο της αντιθετικής "αλληλεπίδρασης" των αναλλοίωτων στοιχειωδών εσχάτων και γι'αυτό η λειτουργία του διέπεται από τις Αρχές της Αντιθετικής Ορθολογικής Τυπικοτητας και αντικειμενικότητας.
Ενώ στην Αντιφατική Διαλεκτική, επειδή η κάθε στιγμή αυτού του Γίγνεσθαι περιέχει το στοιχείο του ανεπανάληπτου, το γίγνεσθαι είναι αληθινό και οι αρχές που θα πρέπει να το διέπουν πρέπει να είναι οι Αρχές της Αντιφατικής Διαλεκτικής Τυπικότητας. Δεν πρέπει όμως σ'αυτή τη διαλογική διαδικασία να ξεχνάμε ότι η διαλεκτική είναι μια τέχνη συνοπτική που αφορά το γίγνεσθαι. Τα λεγόμενα λοιπόν, σ'αυτόν τον κόσμο της συνεχούς αλλαγής που περιγράφουμε, καθηλώνουν το γίγνεσθαι μέσα στη γλώσσα. Έτσι είναι πάρα πολύ λίγα που μπορούν να λέγονται χωρίς μεταφυσικο-ορθολογικό μανδύα, γι 'αυτό οι μεγάλοι εργάτες της διαλεκτικής την αρχαιότητα μίλησαν με λίγα αυτααναιρούμενα και πολυσήμαντα αποφθέγματα, απ'τα οποία ο συνετός μπορεί να συνάγει τη διαλεκτική σκέψη.
Για να γίνω πιο σαφής θα παρουσιάσω κάποια σημαδιακά αποσπάσματα αντιφατικής διαλογικότητας των προσωκρατικών Ζήνωνα, Ηράκλειτου, Αναξίμανδρου και Λάο-Τσε κι από κει αναλύοντας με προσοχή, θα δούμε πως αναδύεται η Διαλεκτική τους:
ΑΝΑΞΙΜΑΝΔΡΟΣ
―Ο Αναξίμανδρος ισχυρίζετο ότι τα όντα εξουσιάζονται από κάποιο είδος απείρου, απ’το οποίο γίγνονται οι ουρανοί και οι κόσμοι που περιέχει. ―Αυτός ισχυρίστηκε ότι ο χρόνος είναι σχετικός με την γέννηση και τη φθορά της κάθε συγκεκριμένης ουσίας . . και ότι άρχων και στοιχείο όλων είναι το άπειρο, μάλιστα είναι ο πρώτος που το ονόμασε έτσι. ―Επίσης όρισε ότι Άπειρο είναι η αέναη κίνηση, που μέσα της άλλα όντα χάνονται κι άλλα γενιώνται έχοντας ως αποτέλεσμα το παγκόσμιο Γίγνεσθαι.
―Ο Αναξίμανδρος ισχυρίζετο ότι τα πρώτα ζώα γεννήθησαν σε υγρό περιβάλλον με λέπια κι όταν αυτό έγινε ξηρότερο, απέβαλλαν τα λέπια και προσαρμόσθησαν στο νέο περιβάλλον. Επίσης ισχυρίζετο ότι οι άνθρωποι γεννήθηκαν κατ’αρχήν ανάμεσα στα ψάρια, τρεφόμενοι σαν τους γαλαίους κι όταν έγιναν ικανοί βγήκαν στην ξηρά".
ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ
―Όλοι κοινωνούν με τον Λόγο, εξαιτίας του οποίου αλλάζουν κι ενώ κάθε στιγμή βεβαιώνονται γι’αυτό, δεν τον νιώθουν, ούτε τον αισθάνονται. ―Αυτό που αλλάζει, συμφωνεί με τον εαυτό του. Αυτή είναι η αμφίδρομη αρμονία, όπως της λύρας και του δοξαριού. ―Αυτόν τον κόσμο που είναι ίδιος για όλους, δεν τον εποίησε ούτε θεός ούτε άνθρωπος, αλλά ήταν είναι και θα είναι πυρ αείζωον, που ανάβει-σβήνοντας με μέτρο. ―Όλα μετατρέπονται σε πυρ και το πυρ σε όλα, όπως ο χρυσός σε εμπορεύματα και τα εμπορεύματα σε χρυσό. ―Στον ίδιο ποταμό δεν ξαναμπαίνουμε, είμαστε και δεν είμαστε. Την ίδια ουσία ξαναγγίζουμε, γιατί όλα αλλάζουν βίαια και γρήγορα, καταλύονται-συντιθέμενα, σκορπάνε-μαζεύοντας, Είναι-ΜηΌντας (όχι πριν ή μετά αλλά συγχρόνως συνίστανται-αποσυντιθέμενα). ―Στον κοχλία (τον τόρνο), η ευθεία είναι αποτέλεσμα περιστροφής.
ΖΗΝΩΝ
―Για να υπάρχει κάτι πρέπει να έχει μέγεθος και όγκο και κάποια απόσταση από άλλο. To ίδιο ισχύει και για το μεταξύ τους περιθώριο αναλόγως. Γιατί και αυτό θα πρέπει να έχει μέγεθος και πάντα κάτι να περισσεύει αναλόγως. Θα το πω μια για πάντα: δεν είναι δυνατόν να υπάρξει έσχατο μέρος κάποιου, ούτε του σώματος ούτε του περιθωρίου. Επίσης δεν μπορεί κάτι να υπάρξει από μόνο του. Έτσι αν υπάρχουν πολλά, είναι ανάγκη να είναι συγχρόνως μικρά και μεγάλα. Τόσο μικρά που να μην έχουν μέγεθος, τόσο μεγάλα που να είναι απείρου μεγέθους.
― Αν υπάρχουν πολλά είναι όμοια και ανόμοια με τον εαυτό τους.
―Το κινούμενο δεν κινείται ούτ’εκεί που βρίσκεται, ούτ’εκεί που δεν βρίσκεται.
ΛΑΟ-ΤΣΕ
―Η μεγαλη ευθεία οφείλει να είναι κυρτή. ―Το μεγάλο τετράγωνο δεν έχει γωνίες.
Ο μεγάλος επιστήμονας και ανθρωπιστή Μπώμ δηλώνει: Στη θεωρία του πεδίου, κάθε κίνηση στην κβαντομηχανική, περιγράφεται ως δημιουργία-καταστροφή των στοιχειωδών σωματίων. Εκεί η κίνηση ενός ελευθέρου σωματίου, περιγράφεται ως καταστροφή του σε ένα σημείο και δημιουργία άλλου-αλλού. Έτσι η κίνηση γενικά είναι δεκτή σαν μια σειρά θέσεων δημιουργίας-καταστροφής που συγχρόνως έχει ως αποτέλεσμα την αλλαγή. Δηλαδή η σύγχρονη επιστήμη δέχεται ότι στα έσχατα όρια του κόσμου μας τα λεγόμενα μικροσωμάτια καταλύονται-συντιθέμενα συνεχώς χάνοντας τη στατικότητα της θεωρούμενης ταυτότητάς τους και συμφωνούν με τη διαλεκτική αντιφατικότητα των προσωκρατικών.
Είπε ο Χέγκελ: "κάτι κινείται όχι γιατί τη μια στιγμή βρίσκεται εδώ και την άλλη αλλού, αλλά επειδή βρίσκεται συγχρόνως εδώ κι όχι εδώ, άρα η κίνηση είναι αντιφατική". Ο Χέγκελ εδώ παρουσιάζει την αντιφατικότητα της μετακίνησης αφού η ταυτότητα του κινουμένου δεν υποχρεούται ν’αλλάζει κατά τη διάρκεια της κίνησης. Αντίθετα, το κινούμενο σύμφωνα με τον Ζήνωνα, επειδή καταλύεται-συντιθέμενο όντας συνεχώς άλλο-αλλού, δεν μετακινείται αυτό το ίδιο πάνω σε κάποιο τόπο ούτε κατά τη διάρκεια του χρόνου, αλλά κινείται μέσ’τον ίδιο του τον εαυτό αλλάζοντας (όντας συνεχώς Άλλο-Αλλού). Η κίνηση εδώ είναι αποτέλεσμα της αλλαγής δηλαδή του καταλυτικο-συνθετικού γίγνεσθαι μέσα στο γεγονός, όπως ακριβώς την είδαμε στις προτάσεις του Ηράκλειτου και του Αναξίμανδρου όπου το Είναι, ο Χώρος και ο Χρόνος συνιστούν μιαν γενετική ενότητα. Στην ενότητα αυτή ο χώρος δεν υπάρχει σαν κάποιο ξεχωριστό πεδίο όπου όλα εξελίσσονται μέσα του αλλά είναι αντικειμενικά ξέχωρα απ'αυτό, ούτε ο Χρόνος είναι η αντικειμενική διάρκεια κάθε γεγονότος που υπάρχει μέσα στον χρόνο, αλλά ότι συμβάνει σε κάτι απ'αυτά υπάρχει γενετική επίδραση και σε όλα τα άλλα. Επίσης συνάγουμε από την καταλυτική-συνθετότητα των όντων και από τα παράδοξά του ότι: Επειδή τα όντα είναι συνεχώς Άλλα-Αλλού, χρόνος γι’αυτά δεν είναι η διάρκεια αφού δεν διαρκούν ως ταυτότητες, αλλά ο ρυθμός επανάληψης, η συχνότητα επανάληψης της ροής-αντιροής στοιχειωδών αείζωου πυρός (ενέργειας) μέσα τους και χώρος η διασπορά της ροής-αντιροής αυτών των στοιχειωδών πυρός (ενέργειας), δηλαδή το μήκος κύματός τους. Έτσι τα κβαντικά αντικείμενα, αλλά ακόμα και τα πράγματα της καθημερινότητάς μας, από κβαντική οπτική γωνία, όντας άλλα-αλλού δεν διαθέτουν αληθινά ούτε ταχύτητα. Η ταχύτητα στα κβαντικά αντικείμενα πρέπει να φανερώνει τη διαδικασία αλλαγής αυτών των γεγονότων εντός τους κι εξ'αντανακλάσεως τη μετακίνηση ενός ολοκλήρου συστήματος αντιφατικής (καταλυτικο-συνθετικής) αλληλεπίδρασης. Αυτό βέβαια δεν το βλέπουμε άμεσα στα πράγματα της καθημερινότητας, επειδή μολονότι οι αλλαγές είναι βίαιες και γρήγορες εντός τους, αναφαίνονται στην επιφανεια πολύ αργά. Έτσι στον κόσμο της καθημερινότητας μπορεί να λειτουγεί συμβατικά ο ορθολογισμός. Όταν όμως πλησιάζουμε σε οριακές καταστάσεις των σχέσεών τους, ο ορθολογισμός παρουσιάζει αντινομίες και παράδοξα.
(Κάτι που έδειξε ο Πλάτων στο Διάλογό του "Παρμενιδης", ο Ζήνων στα "παράδοξά" του κι ο Αϊνστάιν με τα παράδοξα που αναφαίνονται στη Θεωρία της Σχετικότητας, αφού επιχείρησε την εφαρμογή της μέσα στα όρια του νευτώνειου κόσμου, όπου τα κβαντικά γεγονότα αντίκεινται στην νευτώνεια αντικειμενικότητα και τον ντετερμινισμό δημιουργώντας παράδοξα).
Στα απώτατα όρια του κόσμου μας, δηλαδή στο πολύ μεγάλο και το πολύ μικρό, όλες οι θεωρίες και οι επιστημονικοί πειραματισμοί που δέχονται σαν δεδομένα στις διαδικασίες τους το χώρο ως έκταση, τον χρόνο ως διάρκεια, την κίνηση ως μετακίνηση και την ύπαρξη ταχύτητας της μετακίνησης, πρέπει να περιέχουν μικρό ή μεγάλο σφάλμα αναλόγως. Αυτό όμως είναι πολύ μικρό και στην καθημερινότητά μας και δεν φαίνεται.
Ακόμα κατά την πράξη της μέτρησης στη κβαντομηχανική, οι μεγάλοι επιστήμονες που πρόσκεινται στις αρχές της σχολής της Κοπεγχάγης που θεωρείται και η πιο έγκυρη σε θέματα κβαντομηχανικής, θεωρεί ότι: Το μέσο μέτρησης, το μετρούμενο καβαντικό αντικείμενο και για πολλούς μεγάλους επιστήμονες και το μετρόν υποκείμενο, συνιστούν μιαν αδιαχώριστη κβαντική ενότητα. Έτσι ο ντετερμινισμός, η τυπική λογική κι η ορθολογική αντικειμενικότητα παραβιάζονται και αμφισβητούνται βίαια. Η σύγχρονη επιστήμη λοιπόν έχει βρεθεί σε αδιέξοδο, αφού ακόμα και οι λογικές αρχές της διαλεκτικής τυπικότητας του Χέγκελ, δεν μπόρεσαν να γίνουν χρήσιμο εργαλείο σκέψης, που να συμφωνεί και να περιγράφει το επιστημονικό γίγνεσθαι αξιόπιστα
Η διαλεκτική του σύγχρονου κόσμου η οποία αναδεύει πλέον τα πάντα, δεν μπορεί να σχετίζεται με τον νευτώνειο και τον αριστοτελικό κόσμο, αφού ο κόσμος μας πλέον δεν είναι κόσμος συμπαγών σωματιδίων και δυνάμεων που επιδρούν επάνω τους δημιουργώντας συγκρούσεις και αλληλεπιδράσιες που δεν παραβιάζουν τα έσχατα όρια των αλληλεπιδρώντων σωματιδίων. Με την σύγχρονη αντίληψη ο κόσμος μας είναι κόσμος κυμάτων και συχνοτήτων όπου τα αλληλεπιδρώντα γεγονότα και όχι σωματίδια παραβιάζουν τα έσχατα όρια μεταξύ τους συνιστώντας αντιφατικές ενότητες όπου τα ενάντια μέσα τους αλληλο-δημιουργούνται κι αλληλο-καταλύονται συγχρόνως, (το ένα δίνει ζωή στο άλλο αλλά το μάχεται κιόλας). Στο νέο κόσμο που έρχεται το Υλικό Είναι θα πάψει να συνίσταται από αντικειμενικές οντότητες που θα ακολουθούν τους κανόνες της επιστήμης του παρελθόντος. Το Υλικό Είναι θα έχει έκδηλο και στην επιφάνειά του το κβαντικό στοιχείο, θα είναι ένας νεφελώδης κόσμος ενεργειακών ροών-αντιρροών και συνεχούς καταλυτικής συνθετότητας όπως τον ευαγγελίστηκε ο Ηράκλειτος.
.
Είναι καθήκον των επαναστατών της νόησης να σκύψουν στη διαλεκτική των προσωκρατικών και να οργανώσουν μια νέα διαλεκτική που θα είναι και η αρχαιότερη. (Περισσότερα στην ανάρτησή μου "Διαλεκτική Υλιστική Σκέψη" thodoroskavasis.blogspot.com)
Παρεμβολή περί ορθολογισμού: Δεν θα πει όμως ότι χωρίς τη διαλεκτική δεν μπορεί κάποιος να αποκτήσει γνώση. Φυσικά μπορεί. Αυτό έκανε η ανθρωπότητα μέσω του ορθολογισμού από την εποχή του Παρμενίδη, του Πλάτωνα και τέλος του Αριστοτέλη μέχρι την εποχή του Νεύτωνα αλλά συνεχίζει με νέες εφαρμογές ακόμα και σήμερα. Και γιατί λοιπόν δεν μας αρκεί η ορθολογική αντιμετώπιση του κόσμου κι η ορθολογική μέθοδος στην έρευνα των γεγονότων και φαινομένων της φύσης και του κοινωνικού γίγνεσθαι;
Αυτό είναι ένα ερώτημα που έχει τεθεί από την αρχαιότητα. Το έθεσε ο Παρμενίδης όταν διατύπωνε τις φιλοσοφικές του αντιρρήσεις για την ηρακλείτεια Διαλεκτική, η οποία απορρέουσα από το τραγικό πνεύμα, κυριαρχούσε εκείνη την εποχή στην Ελλάδα. Το τραγικό πνεύμα ήταν ένας τρόπος σκέψης και διαβίωσης που έβλεπε τον κόσμο και τα πράγματα ως αντιφατικά και εν τω γίγνεσθαι. Στην πολεμική του ενάντια στην ηρακλειτική διαλεκτική και το τραγικό πνεύμα, λέει ο Παρμενίδης: Νομίζουν ότι ο κόσμος και κάθε τι μέσα του, έχει δύο τρόπους να υπάρχει έχοντας δύο μορφές, η μία δεν τους αρκεί. Εδώ κάνουν λάθος. Τα αντίθετα θεωρούν ενωμένα, ενώ συγχρόνως έβαλαν διαχωριστικά όρια μεταξύ τους. Απ’την μια το αιθέριο πυρ της φλόγας, ίδιο πάντα με τον εαυτό του, απ’την άλλη διάφορο απ’τον εαυτό του, αυτό το ίδιο ενάντια στον εαυτό του, δηλαδή πυκνό σκοτάδι μπερδεμένο. Σου μιλώ για το φαινομενικό κόσμο, τον διάκοσμο, για να μην γελαστείς απ’την φθαρτή σκέψη. Και συνεχίζει: Οι θνητοί μ'αυτόν τον τρόπο σκέψης δεν έμαθαν τίποτα, γίνονται δίβουλοι, γιατί η αμηχανία στα στήθια τους σαλεύει το νου. Φαντάζουν κουφοί τυφλοί και χαμένοι, χωρίς κρίση, αυτοί που νομίζουν ότι η ορθολογική συγκριτική βεβαιότητα, είναι και δεν είναι έγκυρη, γιατί δέχονται πως για όλα υπάρχει συγχρόνως κι αντίδρομος τρόπος να είναι. Δηλαδή από τότε η διαλεκτική αντιφατικότητα στους συλλογισμούς αντιμετωπιζόταν με δυσπιστία από τους ιδεαλιστές. Έτσι ο Παρμενίδης, στην αντιφατική Διαλεκτική Λογική του Ηράκλειτου, αντέτεινε συνειδητά πλέον τον Ορθολογισμό και συγχρόνος έθεσε τις βάσεις του ντετερμινισμού και της τυπικής λογικής, τα οποία αργότερα διατυπώθησαν ολοκληρωμένα από τον Αριστοτέλη και του μεγάλους ιδεαλιστές Ντεκάρτ, Καντ κλπ.
Α. Η γνώση είναι αντανάκλαση της πραγματικότητας. Η γνώση αποτελεί πολύπλοκο διαλεκτικό προτσές διείσδυσης του νου στην ουσία των πραγμάτων. Η γνώση συντελείται με την εμφάνιση και τη λύση αντιφάσεων και έχει ενεργητικό, δημιουργικό χαρακτήρα: η γνώση αποκαλύπτοντας τις νομοτέλειες του αντικειμενικού κόσμου δείχνει το δρόμο του μετασχηματισμού, της αλλαγής του.
Παρατήρηση Α: Η γνώση μπορεί να είναι αντανάκλαση της πραγματικότητας, αλλά σε κάποιο νοητικό μηχανισμό. Δηλαδή η ουσία, η διαδικασία και η έννοια της γνώσης, είναι κάτι που έχει σχέση με τον άνθρωπο ή ακόμα με τον τρόπο που ο άνθρωπος προσλαμβάνει και γονιμοποιεί την εμπειρία. Εδώ επίσης τίθεται και θέμα ποιας πραγματικότητας; αφού η πραγματικότητα είναι πολυδιάστατη που μπορεί να εκφράζεται με το υλικό γίγνεσθαι ως αληθινό διαλεκτικά ή ως φαινομενικό ορθολογικά. Αφού σύμφωνα με τους ιδεαλιστές πίσω από φαινομενικό υλικό γίγνεσθαι υπάρχει ο κόσμος των αιώνιων και αναλλοίωτων στοιχειωδών υλικών ή ιδεατών εσχάτων, που αρνείται την αντιφατικότητα και υπακούει όπως έδειξε λογικά ο Παρμενίδης στην αντιθετικότητα. Σύμφωνα με τον Παρμενίδη επειδή το Μη-Είναι δεν μπορεί να υπάρχει, ούτε η αντιφατικότητα του γίγνεσθαι μπορεί αληθινά να υπάρχει, έτσι το γίγνεσθαι θεώρησε φαινομενικό και αναληθές. Και για να λυθεί το πρόβλημα του νοείν όρισε ότι οι συλλογισμοί πρέπει να αποφεύγουν το Μη-Είναι, το μη υπάρχον και να απορρίπτουν την αντίφαση, ακολουθώντας έτσι τον ορθολογισμό. Μετά την ολοκλήρωση του ορθολογισμού με το Όργανον του Αριστοτέλη και την πρότασή του για την τυπική λογική, η έρευνα και η επιστήμη έκαναν μια μεγάλη πορεία από τον Αριστοτέλη ως τον Νεύτωνα. Η πορεία λοιπόν της νόησης μέσω του ορθολογισμού δεν ήταν ψευδής, αλλά με τη γένεση της Θεωρίας της Σχετικότητος και της Θεωρίας των Κβάντα, ο ντετερμινισμός και η τυπική λογικά και η ορθολογική αντικειμενικότητα αμφισβητήθηκαν βίαια αφού δεν μπορούν αν περιγράψουν επαρκώς τον κόσμο στο απώτατο βάθος του και στο απώτατο συμπαν, δηλαδή στο πολύ μεγάλο και το πολύ μικρό.
Είναι λοιπόν θέμα επιλογής ποια πραγματικότητα θα δεχτεί κάποιος, αφού αυτή τη στιγμή τουλάχιστον με τον ορθολογικό τρόπο που μάθαμε να σκεπτόμαστε αιώνες τώρα, όλες οι διαλεκτικές λογικές που έχουν εμφανιστεί, μολονότι δέχονται τον κόσμο εν τω γίγνεσθαι, κατά την ανάπτυξη της λογικής διαδικασίας κατρακυλούν συνεχώς, τσαλαβουτώντας στον ορθολογισμό και την τυπικότητά του.
Το ότι η γνώση επιτελείται με την λύση των αντιφάσεων είναι μια ορθολογική παραχώρηση η οποία σε τελική ανάλυση κατάγεται από τον ιδεαλισμό, που δέχεται τον κόσμο χωρίς αντιφάσεις.
Β. Η υλιστική διαλεκτική, όντας και επιστήμη της νόησης, μελετά το αντικείμενό της ιστορικά, αποκαλύπτει την προέλευση και την ανάπτυξη της γνώσης. “Στη γνωσιοθεωρία -έγραφε ο Λένιν- όπως και σ’ όλες τις άλλες περιοχές της επιστήμης πρέπει να σκεφτόμαστε διαλεκτικά, δηλαδή να μη θεωρούμε τις γνώσεις μας σαν κάτι το έτοιμο και αμετάβλητο, αλλά να ξεδιαλύνουμε με τι τρόπο από την άγνοια προκύπτει η γνώση, με τι τρόπο η γνώση η όχι πλήρης και όχι ακριβής γίνεται πληρέστερη και ακριβέστερη”. [Β.Ι.Λένιν, Άπαντα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, τομ. 18, σελ 104.]
Παρατήρηση Β: Εδώ αναφαίνεται ο ορθολογικός τρόπος που θα επιχειρηθεί η προσέγγιση στη επιστήμη της νόησης στη συνέχεια της εργασίας αυτής.
Γ. Πολλοί στοχαστές του παρελθόντος μελετούσαν τη γνώση και τις μορφές της ανεξάρτητα από την εξήγηση του αντικειμενικού τους περιεχομένου, θεωρούσαν ότι οι νόμοι της νόησης δεν έχουν καμιά σχέση με τους νόμους του ίδιου του Είναι. Παράδειγμα γι’ αυτό μπορεί ν’ αποτελέσει η γνωσιολογία (γνωσιοθεωρία) του Καντ ο οποίος προσπαθούσε να αναλύσει την ανθρώπινη γνώση και τις μορφές της ανεξάρτητα από το πραγματικό προτσές της γνώσης. Ο Καντ θεωρούσε βασικό καθήκον της γνωσιολογίας την εξήγηση των απριορικών (προεμπειρικών) όρων και μορφών της γνώσης. Ο φορμαλισμός της γνωσιοθεωρίας του Καντ συνίσταται στην απόσπαση των μορφών της νόησης από το αντικειμενικό τους περιεχόμενο.
Παρατήρηση Γ: Είναι υπερβολή ότι ο Καντ και οι ιδεαλιστές μελετούν την γνώση ανεξάρτητα από το αντικειμενικό της περιεχόμενο, ούτε δέχονται ότι οι νόμοι της νόησης δεν έχουν σχέση με τους νόμους του Είναι. Μάλιστα από το 500 πχ. δια στόματος του Παρμενίδη, ο ορθολογισμός που είναι η λογική των ιδεαλιστών, παραμερίζει την αντιφατικότητα του γίγνεσθαι και του ΜηΕίναι και πατώντας μονο στον Είναι ερευνά την "αλήθεια" του κόσμου μας.
Το βασικότερο πρόβλημα του στο έργο Καντ και των ιδεαλιστών είναι η απόλυτη χρήση της ορθολογικής τυπικότητας σαν εργαλείο σκέψης για την προσέγγιση του κόσμου, κάτι που αντιτίθεται στην αντίληψη ενός κόσμου εν τω γίγνεσθαι, που συμφωνα μ'εμάς τους διαλεκτικούς υλιστές είναι ο αληθινός κόσμος. Αυτό όμως είναι φυσικό, αφού αυτοί είναι ιδεαλιστές κι ακολουθούν τον τρόπο σκέψης του Παρμενίδη, του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη, του Ντεκάρτ και του Καντ. Το πρόβλημα γενιέται όταν αυτοί που θεωρούν τον εαυτούς τους μαρξιστή και μάλιστα πολλοί απ'αυτούς έχουν δώσει και το αίμα τους, ν'ακολουθούν στους θεωρητικούς τους συλλογισμούς τον ορθολογισμό ή να θεωρούν διαλεκτική τον δυναμικό ορθολογισμό. Τότε γενιέται η αναθεώρηση της αντιφατικότητας μέσα στο κοινωνικό γίγνεσθαι και σαν αντικειμενικοί ορθολογιστές, αγωνίζονται ενάντια στον εαυτό τους και τον μαρξισμό παλλινορθώνοντας τον καπιταλισμό ή ακόμα πιστεύοντας ότι ο καπιταλισμός είναι συνώνυμο της δημοκρατίας.
Δ. Τους πραγματικούς νόμους της γνώσης μπορούμε να τους καταλάβουμε μόνο στην περίπτωση που θ’ αναλύσουμε το αντικειμενικό περιεχόμενο της γνώσης. Ο Χέγκελ θεωρούσε τις μορφές της νόησης μορφές ζωντανού, πραγματικού περιεχομένου που συνδέονται με τον αντικειμενικό κόσμο. Και αυτό είναι σωστό. Στη φιλοσοφία όμως του Χέγκελ δεν αντανακλούν οι νόμοι και οι μορφές της νόησης τους νόμους της φύσης, αλλά απεναντίας οι νόμοι της φύσης είναι το ωχρό αντίγραφο των νόμων ανάπτυξης του πνεύματος.
Παρατήρηση Δ: Και εδώ θα παρατηρήσω ότι η βασική αντινομία του Χέγκελ είναι ότι λόγω του ιδεαλισμού του, η διαλεκτική του δίνει σαφή αναφορά και φόρο υποταγής στον ορθολογισμό. Στη διαλεκτική η αντικειμενικότητα και η υποκειμενικότητα συνιστούν μιαν αντιφατική ενότητα όπου το ένα προεκτείνεται στο άλλο χωρίς ν'αφήνουν απαραβίαστα όρια μεταξύ τους. Ο υλισμός πλέον δεν χαρακτηρίζεται από απόλυτη αντικειμενικότητα αφού το νοητικό γίγνεσθαι που είναι υποκειμενικό είναι εξίσου υλικό με το αντικειμενικό και είναι τόσο δεμένα μεταξύ τους που δεν υπάρχει πλέον τρόπος να διαχωριστούν. Εξάλλου επειδή ο άνθρωπος είναι αποτέλεσμα του παγκοσμίου γίγνεσθαι, είναι αυτός ο ίδιος μια κωδική καταγραφή του όλου και αυτή περιέχει μέσα του μια νόηση η οποία "ταξιδεύει" μέσα στο παγκόσμιο γίγνεσθαι αποκτώντας αυτογνωσία δια μέσου του ανθρώπου.
Ε. Η μαρξιστική φιλοσοφία ξεκινά από το γεγονός ότι η λεγόμενη υποκειμενική διαλεκτική (η ανάπτυξη της νόησής μας) είναι αντανάκλαση της αντικειμενικής διαλεκτικής (της ανάπτυξης των φαινομένων του αντικειμενικού κόσμου): “Οι νόμοι της σκέψης και οι νόμοι της φύσης -γράφει ο Ένγκελς- συμφωνούν αναγκαστικά μεταξύ τους, αρκεί να τους γνωρίζουμε σωστά”. [Φ. Ένγκελς, Η διαλεκτική της φύσης, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1997, σελ. 203.]
Παρατήρηση Ε: Οι νόμοι της φύσης και οι νόμοι της σκέψεις δεν συμφωνούν αναγκαστικά και πάντα μεταξύ τους αφού μολονότι οι νόμοι της φύσης είναι αντιφατικοί, πολύ καλά μέχρι τώρα χρησιμοποιούσαμε νόμους που δεν συμφωνούσαν με την αντιφατικότητα αλλά με την αντιθετικότητα. Η αντιθετικότητα φανερώνει έναν κόσμο επιφανειακό και προσεγγιστικό ενώ η αντιφατικότητα τον αληθινό κόσμο. Εκτός αυτού η αναφερόμενη αυτή πρόταση του Ένγκελς φανερώνει σύγχυση γύρω από την αντίθεση διαλεκτικής και ορθολογισμού. Είναι επηρεασμένος από την εγελιανή "διαλεκτική", η οποία κατά τη δήλωση του ίδιου του Χέγκελ σαν σκοπό έχει την τελική συμφιλίωση της δύο αυτών τρόπων σκέψης.
Ζ. Η ενότητα των νόμων της νόησης και των νόμων του Είναι δε σημαίνει πως δεν υπάρχει καμιά διαφορά ανάμεσά τους. Οι νόμοι αυτοί είναι ενιαίοι ως προς το περιεχόμενο, διαφέρουν όμως ως προς τη μορφή της ύπαρξής τους: Οι νόμοι του Είναι υπάρχουν αντικειμενικά, ενώ οι νόμοι της νόησης υπάρχουν στη συνείδηση του ανθρώπου σαν αντανάκλαση των πρώτων. “Οι νόμοι της λογικής -γράφει ο Λένιν- είναι η αντανάκλαση του αντικειμενικού στην υποκειμενική συνείδηση του ανθρώπου”. [Β.Ι.Λένιν, Φιλοσοφικά τετράδια, ρωσ. έκδ., 1947, σελ. 158.] Και αφού οι νόμοι της φύσης και οι νόμοι της νόησης είναι ενιαίοι ως προς το περιεχόμενό τους, η διαλεκτική, σαν βαθυστόχαστη και ολόπλευρη θεωρία της ανάπτυξης, περιλαμβάνει τη θεωρία της γνώσης (γνωσιολογία) και τη λογική, που μελετούν τους νόμους ανάπτυξης της νόησης, της γνώσης.
Παρατήρηση Ζ: Στην εργασία αυτή υπάρχει μια υπερβολική εμμονή στην αντανάκλαση των νόμων της φύσης στην νόηση χωρίς όμως να ορίζεται ο επιστημονικός και αδιάβλητος τρόπος που αυτή γίνεται. Κάποτε αυτή η επισήμανση είχε κάποια φιλοσοφική αξία, σήμερα όμως με την πρόοδο της επιστήμης και την μεταφυσική της γνώσης να κατεδαφίζεται δεν έχει νόημα να τονίζεται. Με την ανακάλυψη του DNA και τη διείσδυση της επιστήμης στους μηχανισμούς του εγκεφάλου, η φύση της νόησης πλέον θεωρείται απόλυτα υλική. Η Νόηση και το Υλικό Είναι λοιπόν συνιστούν μιαν αδιαχώριστη ενότητα που κανένα απ'αυτά δεν προηγείται από το άλλο, αφού το Είναι και στην πιο αρχέγονή του μορφή περιέχει μέσα του τρόπους και μηχανισμούς που συνιστούν εν δυνάμει την Νόηση όπως την γνωρίζουμε σήμερα, αλλά και όπως θα διαμορφωθεί στο μέλλον.
Η νόηση, το νοούμενο και το νοόν υποκείμενο, μετά από την αέναη πορεία κάθε όντος μέσ'το παγκόσμιο γίγνεσθαι και την καταγραφή αυτής της πορείας στο ανθρώπινο DNA, παύει να έχει διαχωριστικά όρια υποκειμενικότητας και αντικειμενικότητας. Αυτά συνιστούν μιαν αντιφατική ενότητα όπου το ένα γαννά το άλλο και συγχρόνως το μάχεται δημιουργώντας μιαν άλλην αντίληψη περί αντικειμενικότητας.
Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο άνθρωπος μπορεί να γνωρίζει, γιατί όλο το παγκόσμιο γίγνεσθαι είναι γεγραμμένο κωδικά μέσα στο DNA του και δια μέσου της εμπειρικής διαδικασίας ο κωδικός μηχανισμός αποκωδικοποιείται κι έτσι μετατρέπεται σε γνώση και συνείδηση.
Η. Η ικανότητα της ανθρώπινης γνώσης έχει ιστορικό χαρακτήρα και εξαρτάται από την ανάπτυξη του ανθρώπου και του οργάνου του της νόησης – του εγκεφάλου. Αποφασιστικό ρόλο στο να αποκτηθεί η ικανότητα γνώσης σαν ειδική ανθρώπινη λειτουργία, έπαιξε η κοινωνία. Το προτσές της γνώσης έχει κοινωνικοϊστορικό χαρακτήρα και αναπτύσσεται ανάλογα με την ανάπτυξη της κοινωνίας. Τελικός σκοπός της γνώσης είναι η ικανοποίηση των κοινωνικά απαραίτητων πρακτικών αναγκών.
Παρατήρηση Η: Η ιστορικότητα αυτή δεν αναδύεται μόνον από την ανάπτυξη του ίδιου του εγκεφάλου, αλλά και από τις γενετικές καταβολές του ανθρώπου. Μέσα στους κώδικες ζωής του ανθρώπου καταγράφεται κι αντανακλάται όλη η ιστορική πορεία του παγκοσμίου γίγνεσθαι. Η ιστορική καταγραφή αυτή στον εγκέφαλο είναι οι μηχανισμοί της νόησης. Με την είσοδο της εμπειρίας μέσα στον μηχανισμό και τις αντιστοιχίες του μ'αυτόν, ο μηχανισμός αποκωδικοποιείται σταδιακά. Το μέρος που συνεχίζει να είναι κωδικό είναι η αισθητική ενώ αυτό που έχει αποκωδικοποιηθεί είναι η συνείδηση κι η λογική.
Κι εδώ τίθεται το ερώτημα: Το ότι η σύγχρονη επιστήμη επειχειρεί την ανάλυση και ανάγνωση του ανθρώπινου DNA και μάλιστα έχει ανακοινωθεί ότι σχεδον αυτό έχει όλο αναγνωστεί πρέπει να εφισυχάσουμε ότι βρισκόμαστε στην τελική ευθεία για την αποκάλυψη των μηχανισμών της γνώσης; Επειδή ο τρόπος ανάλυσης που μπορούμε προς το παρόν με τη χρήση του ηλεκτρονικού υπολογιστή είναι τυπικά ορθολογικός, ακόμα κι αν αυτή ολοκληρωθεί, η ανάγνωσή του θα είναι μονοδιάστατη και άρα θα μάθουμε ένα πολύ μικρό μέρος, ένα πρόσωπο από τα απεριόριστα, της αλήθειας. Όταν θα είμαστε σε θέση με κάποιο ερευνητικό όργανο της αληθινής διαλεκτικής να ξαναναγνώσουμε αυτόν τον κώδικα ζωής, επειδή η Αρχή της Ταυτότητας θα είναι πλέον η Αρχή της Αντιφατικής Ταυτότητας, η οποία είναι σε εξέλιξη και σε καταλυτική-συνθετότητα κι επειδή η Αρχή της Αιτιότητας δεν θα περιγράφει την αλυσίδα της αιτίας προς μία διάσταση αλλά ως Αρχή της Αντιφατικής Αιτιότητας θα είναι πολυδιάστατα αμφίδρομη, η έρευνα για την ανάλυση του κώδικα ζωής, θα είναι απύθμενη αφού μέσα της θα αναγράφεται η ίδια η πορεία του Όλου. Τότε ο απώτερος και τελικός σκοπός θα είναι η ανάγνωση του γνωσιολογικού γίγνεσθαι στην ίδια την αιχμή της εξέλιξης του κόσμου. Τότε το παγκόσμιο γίγνεσθαι θα αποκαλύπτεται συγχρόνως με την ανάγνωση του γνωστικού μηχανισμού του κάθε ανθρώπου ο οποίος θα παρουσιάζει ένα ολοκληρωμένο απεριόριστα εξελικτικό πρόσωπο του Όλου.
Εδώ τίθεται άλλο ένα ερώτημα: πως εγώ που είμαι γέννημα-θρέμμα της γης θα μπορώ ν'αντιληφθώ και να αναλύσω κωδικές καταστάσεις σε απώτατους κόσμου όταν βρεθώ μπροστά τους. Σύμφωνα με τίς αρχές της διαλεκτικής των προσωκρατικών και την περιγραφή του αντιφατικού στοιχειώδους όπως το περιέγραψαν ο Αναξίμανδρος με τη φράση "αρχή και στοιχείον των όντων το άπειρον", όπου στο ελάχιστο και στοιχειώδες περιέχεται δυναμικά και ποιοτικά το Όλον, δικαιολογείται η δυνατότητα μιας τέτοιας γνώσης. Και τότε τίθεται το ερώτημα ποιος θα μπορούσε να είναι ο βασικός μηχανισμός της λειτουργίας του αντιφατικού στοιχειώδους που να μπορεί να δικαιολογεί μια τέτοια γνωστική δυνατότητα. Λέει ο Ζήνων: Για να υπαρχει κάτι πρέπει να έχει μέγεθος και να απέχει από κάποιο άλλο. Και συνεχίζει: δεν μπορεί να υπάρξει έσχατο μέρος κάποιου, αλλά ούτε έσχατο μέρος περιθωρίου από κάποιο άλλο. Έτσι αν υπάρχουν πολλά όντα, πρέπει να είναι μικρά και συγχρόνως μεγάλα. Τόσο μικρά που να μην έχουν μέγεθος τόσο μεγάλα που να είναι απείρου μεγέθους. Αυτό σημαίνει ότι το "αντιφατικό στοιχειώδες" όπως το όρισε ο Αναξίμανδρος αποκτά έναν αντιφατικό μηχανισμό που είναι αντίθετος απ'τον ορθολογικό μηχανισμό των Λεύκιππου και Δημόκριτου που αποδέχεται ως έσχατα αναλλοίωτα στοιχειώδη τα Άτομα, τα οποία διέθεταν και έσχατα μεγέθη κενών μεταξύ τους. Αυτό η κλασική φυσική θεώρησε απόλυτα αναγκαίο κι έτσι ακόμα και τώρα, μέσα στα τεράστια κύκλοτρα ψάχνει να βρει κάποια έσχατα αναλλοίωτα στοιχειώδη για να μπορέσει ο κόσμος να είναι κλειστός και ντετερμινιστικός. Η κβαντική φυσική όμως αυτό το έχει πια απορρίψει χωρίς βέβαια να έχει καταφέρει να δώσει λύση στο θέμα αυτό. Πάντως ο Χάιζενμπεργκ τόνισε ότι μέσα από τα κύκλοτρα θα βρούμε πολλά και διάφορα όχι όμως έσχατα δομικά στοιχεία του κόσμου μας.
Το αντιφατικό στοιχειώδες του Ζήνωνα προϋποθέτει την ύπαρξη ακαριαίας ταχύτητας. Αυτό μολονότι αντιτίθεται στην αντίληψη του Αϊνστάιν για την ύπαρξη μέγιστης ταχύτητας απ'αυτήν του φωτός, υπάρχουν πολλά δεδομένα που μας υποχρεώνουν να δεχτούμε όχι μόνο μεγαλύτερες ταχύτητες στον λεγόμενο υποκβατικό κόσμου αλλά και ακαριαία ταχύτητα στον μηχανισμό ύπαρξης του Όλου. Για να υπάρχει Όλον, στο έσχατο επίπεδό του θα πρέπει η ταχύτητα των αλληλεπιδράσεων να είναι ακαριαία κι ακίνητη, και τα στοιχειώδη του να συμπίπτουν με το Όλον και να είναι μηδενικά και άπειρα όπως όρισε με την διαλεκτική σκέψη ο Ζήνων.
Θ. Ως τον Μαρξ, η υλιστική γνωσιολογία θεωρούσε υποκείμενο της γνώσης τον άνθρωπο σαν μεμονωμένο άτομο. Προσπαθούσε ν’αποκαλύψει την ουσία των αισθημάτων και της νόησης των μεμονωμένων ανθρώπων βλέποντάς τους σαν καθαρά φυσικά όντα, χωρίς ν’ αντιλαμβάνεται την κοινωνική τους ουσία. Στην πραγματικότητα όμως η γνώση πραγματοποιείται όχι από άτομα μεμονωμένα (τέτοιοι άνθρωποι δεν υπάρχουν), αλλά από τους ανθρώπους μέλη της κοινωνίας και για την ικανοποίηση των αναγκών τους.
Παρατήρηση στο Θ.: Νομίζω ότι αυτή η άποψη είναι μια ανακρίβεια. Η κοινωνικότητα του ανθρώπου δεν ανακαλύφθηκε από τον μαρξισμό. Ο μαρξιστής πρέπει να είναι αντικειμενικός στις κρίσεις του και να μην αποτείνεται σε εκκλησίασμα που δεν έχει αντιρρήσεις.
Ι. Η διαλεκτική μελετά τους νόμους ανάπτυξης της γνώσης με βάση τη γενίκευση όλης της ιστορίας της γνώσης. Για να βρούμε τους νόμους αυτούς είναι ανάγκη ν’ αναλύσουμε την ιστορία της φιλοσοφίας, την ιστορία των διαφόρων επιστημών, την ιστορία της διανοητικής ανάπτυξης του παιδιού, την προϊστορία της ανθρώπινης νόησης (ανάπτυξης της ψυχικότητας στα ζώα), την ιστορία της γλώσσας, τα δεδομένα της ψυχολογίας και της φυσιολογίας της ανώτερης νευρικής λειτουργίας. Καθένας από αυτούς τους κλάδους της επιστημονικής γνώσης ρίχνει φως στη μία ή την άλλη πλευρά του προτσές της γνώσης. Η ιστορία της φιλοσοφίας και η ιστορία των διαφόρων επιστημών δείχνουν το προτσές ανάπτυξης της ανθρώπινης γνώσης, την κίνησή του από την άγνοια στη γνώση, από την όχι πλήρη γνώση στην ολόπλευρη και βαθιά γνώση. Η μελέτη της συμπεριφοράς των ανώτερων ζώων, της διανοητικής ανάπτυξης του παιδιού και της ιστορίας της γλώσσας δίνει τη δυνατότητα να καταλάβουμε την εμφάνιση και την ανάπτυξη των γνωστικών ικανοτήτων του ανθρώπου (της αισθητηριακής γνώσης και της νόησης). Η ψυχολογία δίνει το υλικό για την κατανόηση του τρόπου που συντελείται το προτσές του αισθήματος, της αντίληψης, της παράστασης, της νόησης. Η φυσιολογία της ανώτερης νευρικής λειτουργίας αποκαλύπτει τις υλικές βάσεις των αισθημάτων και της νόησης.
Παρατήρηση στο Ι. Αυτός ο τρόπος που υποδεικνύεται ως μαρξιστικός για την μελέτη της ανάπτυξης της γνώσης είναι ο ορθολογικός με τον οποίον ο μαρξισμός και η διαλεκτική πρέπει οπωδήποτε να διαφωνεί. Αυτός ο τρόπος είναι μονοδιάστατος και έχει ως σκοπό την συσσώρευση στοιχείων για ορθολογική χρήση.
Κ. Δεν είναι μόνο η διαλεκτική που μελετά τους νόμους και τις μορφές της νόησης. Με αυτό ασχολείται επίσης και η τυπική λογική. Γι’ αυτό προκύπτει το ζήτημα της σχέσης της διαλεκτικής με την τυπική λογική, της διαφοράς τους στον τρόπο μελέτης της νόησης.
Λ. Η τυπική λογική είναι η επιστήμη των μορφών της νόησης, των κανόνων και των μορφών ακολουθίας μιας κρίσης από άλλες. Μελετά τις μορφές της νόησης από την πλευρά της δομής τους, περιγράφει τους πιο απλούς τρόπους νόησης που χρησιμοποιούνται στη γνώση της πραγματικότητας, διατυπώνει τους κανόνες της συναγωγής μιας κρίσης από άλλες. Ιδιαίτερα η τυπική λογική λύνει ζητήματα σαν και τούτα: από ποια μέρη απαρτίζεται ο συλλογισμός, με ποιο τρόπο είναι συνδεδεμένες σε αυτόν οι χωριστές σκέψεις, σε ποια περίπτωση έπεται από αυτές έγκυρο συμπέρασμα και σε ποια όχι κλπ. Το σπουδαιότερο μέρος της τυπικής λογικής είναι η διδασκαλία για την απόδειξη, τη δομή της, τα είδη και τις δυνατότητες λαθών σε αυτή. Η ικανότητα να συνδέει κανείς σωστά τις σκέψεις στους συλλογισμούς είναι απαραίτητος όρος μιας στοιχειωδώς ορθής νόησης.
Μ. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της τυπικής λογικής είναι ότι, στη μελέτη της διάρθρωσης των μορφών της νόησης, κάνει αφαίρεση της γένεσης και της ανάπτυξης αυτών των μορφών. Η τυπική λογική παίρνει τις διαμορφωμένες κρίσεις, έννοιες, συλλογισμούς και κάνει περιγραφή τους από την πλευρά της μορφής, της διάρθρωσης. Σε αυτό ξεκινάει από ορισμένους νόμους: από το νόμο της ταυτότητας, το νόμο της αντίφασης, το νόμο του αποκλειόμενου τρίτου και το νόμο του αποχρώντος λόγου, που διατυπώνουν τους όρους της προσδιοριστίας, της συνέπειας και της αποδεικτικότητας της νόησης.
Ν. Ο νόμος της ταυτότητας λέει ότι μια και η ίδια σκέψη στα πλαίσια κάποιου συλλογισμού οφείλει να είναι ταυτόσημη με τον εαυτό της. Ο νόμος της αντίφασης απαγορεύει τις λογικές αντιφάσεις στη νόηση: δύο κρίσεις από τις οποίες στη μία βεβαιώνεται κάτι για ένα αντικείμενο και στην άλλη, για το ίδιο αντικείμενο, στο ίδιο χρονικό διάστημα και από την ίδια άποψη έχουμε άρνηση εκείνου που βεβαιώνεται στην πρώτη κρίση, δεν μπορούν να είναι ταυτόχρονα αληθινές. Ο νόμος του αποκλειομένου τρίτου ορίζει ότι δύο αντιφατικές κρίσεις που η μία αρνείται την άλλη δεν μπορούν να ‘ναι ταυτόχρονα λαθεμένες. Και τέλος ο νόμος του αποχρώντος λόγου θεσπίζει ότι κάθε κρίση μπορεί να θεωρείται αληθινή μόνο όταν προσκομιστούν επαρκείς λόγοι της αλήθειας της.
Ξ. Όλοι αυτοί οι νόμοι της τυπικής λογικής πρέπει να τηρούνται απαραίτητα όταν εξετάζεται με τη νόηση οποιοδήποτε αντικείμενο. Η παραβίαση αυτών των νόμων οδηγεί σε λάθη και κάνει τις σκέψεις μας παράλογες, αστήρικτες. Η παραβίαση, ιδιαίτερα του νόμου της αντίφασης οδηγεί σε σύγχυση, σε ασάφεια, σε ανακολουθία στη νόηση. Λόγου χάρη, μπορούμε να συναντήσουμε δύο τέτοιους αντιφατικούς ισχυρισμούς: 1) “Ο μηχανικισμός στη φιλοσοφία είναι προοδευτικό φαινόμενο” και 2) “Ο μηχανικισμός στη φιλοσοφία δεν είναι προοδευτικό, αλλά αντιδραστικό φαινόμενο”. Κάθε μια από τις δύο αντιφατικές αυτές κρίσεις είναι σωστή, αν πρόκειται για το μηχανικισμό σε διαφορετικές εποχές. Ο μηχανικισμός στο 17ο – 18ο αιώνα είχε προοδευτική σημασία, ήταν βήμα προς τα μπρος σε σύγκριση με τη θεολογία και το σχολαστικισμό. Στις σύγχρονες όμως συνθήκες ο μηχανικισμός εμποδίζει την ανάπτυξη της φιλοσοφίας και της επιστήμης, τις τραβά προς τα πίσω. Οι δύο όμως αυτές κρίσεις είναι λογικά ασυμβίβαστες όταν πρόκειται για το μηχανικισμό μιας και της ίδιας εποχής δηλαδή, στις ίδιες συνθήκες και από την ίδια άποψη. Αν υποστηρίξουμε ότι ο σύγχρονος μηχανικισμός σε σχέση με το διαλεκτικό υλισμό είναι και αντιδραστικός και προοδευτικός, τότε η κρίση θα είναι μπερδεμένη, λογικά αντιφατική, η μια σκέψη σ’ αυτήν δε συμφωνεί με την άλλη. Ο Λένιν έγραφε ότι η λογική αντιφατικότητα “υπό τον όρο, βέβαια, ότι ο λογικός συλλογισμός είναι σωστός – δεν πρέπει να υπάρχει ούτε στην οικονομική ούτε στην πολιτική ανάλυση”. [Β.Ι.Λένιν, Άπαντα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, τόμ. 30, σελ 91.]
Ο. Ο σωστά εννοούμενος λογικός νόμος της αντίφασης συμβιβάζεται πλήρως με την αναγνώριση της ύπαρξης αντιφάσεων στον αντικειμενικό κόσμο και στην ανάπτυξη της νόησής μας. Είναι νόμος σύνδεσης διαμορφωμένων σκέψεων και κάνει αφαίρεση της γένεσης και ανάπτυξής τους. Στο προτσές της ανάπτυξης της γνώσης οι έννοιες μπορούν ν’ αλλάζουν το περιεχόμενό τους, να βαθαίνουν, να αναπτύσσονται. Το γεγονός αυτό, όπως θα αποδειχτεί παραπέρα, μπορεί να οδηγήσει σε αντιφάσεις με τον ίδιο τον εαυτό τους.
Π. Τις αντιφάσεις στη γνώση, που αντανακλούν τις αντιφάσεις του αντικειμενικού κόσμου και τον αντιφατικό χαρακτήρα του προτσές της αντανάκλασής του, δεν πρέπει να τις συγχέουμε με τις αντιφάσεις της τυπικής λογικής, που προκύπτουν σαν αποτέλεσμα της ασυνέπειας, της σύγχυσης της νόησης του ενός ή του άλλου ανθρώπου. Οι πρώτες είναι νομοτελειακές, αναγκαίες για την ολόπλευρη γνώση του κόσμου σε όλη την πολυπλοκότητά του, με όλες του τις αντιφάσεις. Οι δεύτερες δυσχεραίνουν την κίνησή μας προς την αλήθεια, δεν αντανακλούν τις αντικειμενικές αντιφάσεις. Γι’ αυτό πρέπει να απομακρύνουμε τις λογικές αντιφάσεις και να πετυχαίνουμε την καθαρότητα και τη συνέπεια της νόησης.
Ρ. Οι νόμοι της νόησης, που περιγράφονται από την τυπική λογική, αντανακλούν τις πιο απλές σχέσεις των πραγμάτων. Λόγου χάρη, ο νόμος της ταυτότητας αντανακλά την ομοιότητα των φαινομένων της πραγματικότητας, τη σχετική σταθερότητα και την προσδιοριστία των αντικειμένων. Η σκέψη στο διαλογισμό πρέπει να ‘ναι καθαρή και προσδιορισμένη, γιατί το ίδιο το αντικείμενο, παρά τη μεταβλητότητά του, είναι ποιοτικά σταθερό.
Σ. Οι νόμοι της τυπικής λογικής αντανακλούν μια ορισμένη πλευρά των αντικειμένων – το στοιχείο της σταθερότητάς τους και της σχετικής τους μονιμότητας. Και εφόσον οι νόμοι αυτοί αντανακλούν κάποια πλευρά των φαινομένων της πραγματικότητας μπορούν να χρησιμεύουν, αν και σε περιορισμένη κλίμακα, σαν μέθοδος για την απόκτηση καινούριων γνώσεων. Ο Ένγκελς έγραφε: “Ακόμα και η τυπική λογική αποτελεί προπαντός μέθοδο για την ανακάλυψη καινούριων αποτελεσμάτων για το πέρασμα από το γνωστό στο άγνωστο. Το ίδιο ακριβώς αλλά σε πολύ ανώτερο βαθμό αποτελεί και η διαλεκτική που, για τον ίδιο σκοπό, σπάζει το στενό ορίζοντα της τυπικής λογικής, και περιέχει μέσα της το σπέρμα μιας πιο πλατιάς κοσμοθεωρίας”. [Φ. Ένγκελς, Αντι-Ντίρινγκ, ρωσ. έκδ., 1957, σελ. 126-127]
Τ. Κατά τη μελέτη ενός αντικειμένου είναι αναγκαίο να γίνεται αφαίρεση κάποιων πλευρών του και συγκέντρωση της προσοχής σε μία πλευρά. Έτσι γίνεται σε όλους τους κλάδους της επιστήμης. Στα μαθηματικά πχ, κάνουμε αφαίρεση της ποιοτικής προσδιοριστίας των αντικειμένων και τα εξετάζουμε από την πλευρά των ποσοτικών και χωρικών σχέσεών τους. Η τέτοια αφαίρεση είναι απαραίτητη για τη βαθιά κατανόηση του κόσμου. Ωστόσο, δεν πρέπει να ξεχνούμε ποτέ ότι υπάρχουν και άλλες πλευρές του αντικειμένου.
Υ. Το ίδιο ισχύει και για την τυπική λογική. Είναι δυνατόν, όταν μελετούμε τις μορφές της νόησης, να κάνουμε αφαίρεση της ανάπτυξής τους, όμως τις νομοτέλειες που αντανακλούν μια πλευρά της πραγματικότητας -τη σχετική σταθερότητα των πραγμάτων και της αντανάκλασής τους στο κεφάλι των ανθρώπων- δεν πρέπει να τις θεωρούμε σαν μοναδικές. Η μετατροπή της τυπικής λογικής σε μοναδική επιστήμη της νόησης και των νόμων της, σε καθολική μέθοδο γνώσης των φαινομένων της πραγματικότητας, οδηγεί στη μεταφυσική, στην άρνηση της ανάπτυξης και των αντιφάσεων της αντικειμενικής πραγματικότητας και της γνώσης μας γι’ αυτήν. Η διαλεκτική λογική, χωρίς ν’ αρνείται τη σημασία της τυπικής λογικής, δείχνει ποια είναι η θέση της τελευταίας στη μελέτη των νόμων και των μορφών της νόησης και αντιτάσσεται στη μετατροπή της τυπικής λογικής σε μοναδική επιστήμη των νόμων και των μορφών της νόησης. Την ανάπτυξη, της οποίας κάνει αφαίρεση η τυπική λογική στη μελέτη της νόησης, η διαλεκτική τη μελετά βαθιά και ολόπλευρα. Γι’ αυτό η διαλεκτική δίνει τη δυνατότητα να καταλάβουμε τη σημασία και εκείνης της πλευράς της νόησης που μελετάει η τυπική λογική. Οι νόμοι της σύνδεσης των έτοιμων μορφών της νόησης, της διάρθρωσης της νόησης μπορούν να κατανοηθούν μόνο με βάση τη γνώση των νόμων της ανάπτυξης της νόησης, της γνώσης.
Φ. Ο Β.Ι.Λένιν καθόρισε την ουσία της διαλεκτικής λογικής και τις διαφορές της από την τυπική λογική: “Η λογική -έγραφε ο Λένιν για τη διαλεκτική λογική- είναι διδασκαλία όχι για τις εξωτερικές μορφές της νόησης, αλλά για τους νόμους εξέλιξης ‘όλων των υλικών, φυσικών και πνευματικών πραγμάτων’, δηλαδή της εξέλιξης όλου του συγκεκριμένου περιεχομένου του κόσμου και της γνώσης αυτού του κόσμου, δηλ. το αποτέλεσμα, το άθροισμα, το συμπέρασμα της ιστορίας της γνώσης του κόσμου.” [Β.Ι.Λένιν, Άπ. εκδ. Σύγχρονη Εποχή, τομ. 29, σελ. 84.]
Χ. Η διαλεκτική λογική έχει περιεχόμενό της τη μελέτη των σχέσεων, των περασμάτων, των αντιφάσεων, των εννοιών όπου αντανακλώνται οι σχέσεις, τα αλληλοπεράσματα, οι αντιφάσεις των φαινομένων του αντικειμενικού κόσμου. Η διαλεκτική δεν περιορίζεται στην απαρίθμηση των διαφόρων μορφών της κίνησης της νόησης (κρίσεων, εννοιών, συλλογισμών), αλλά καθορίζει την υπόταξή τους και δείχνει κατά ποιο τρόπο στο προτσές ανάπτυξης της γνώσης η μία μορφή περνάει στην άλλη. Το κύριο πρόβλημα της διαλεκτικής λογικής είναι το πρόβλημα της αλήθειας. Η διαλεκτική λογική εξετάζει τις μορφές της νόησης από άποψη περιεχομένου, δείχνει με ποιο τρόπο πετυχαίνεται στις μορφές της νόησης, η αληθινή γνώση για τον κόσμο.
Ψ. Η διαλεκτική λογική απαιτεί το αντικείμενο και η αντανάκλασή του στη συνείδηση των ανθρώπων να εξετάζονται ολόπλευρα: στην ανάπτυξη, στην αυτοκίνηση, στους ουσιώδεις δεσμούς με τα άλλα αντικείμενα, στην εμφάνιση και τη λύση των αντιφάσεων, στις ποσοτικές και ποιοτικές τους αλλαγές κλπ. Η διαλεκτική λογική δεν έχει ιδιαίτερους νόμους, διαφορετικούς από τους νόμους της διαλεκτικής. Όλοι οι νόμοι της διαλεκτικής είναι νόμοι και της διαλεκτικής λογικής. Ενώ οι νόμοι της τυπικής λογικής αντανακλούν τις πιο απλές σχέσεις των αντικειμένων, χωριστές πλευρές του υλικού κόσμου – το στοιχείο της ηρεμίας, της σταθερότητας – οι νόμοι της διαλεκτικής αντανακλούν τις ουσιωδέστερες νομοτέλειες των φαινομένων της πραγματικότητας, τα οποία εξετάζονται στην ανάπτυξη, που κλείνει μέσα της τη σχετική ηρεμία και σταθερότητα.
Παρατήρηση στο σύνολο περί τυπικής λογικής: Εδώ φαίνεται η λατρεία των σοβιετικών μαρξιστικών κύκλων για τον αριστοτελικο ορθολογισμό. Ο αριστοτελικός ορθολογισμός μαζί με την ορθολογική τυπικότητα, προτείνει και την Εντελέχεια των όντων, δηλαδή το εσωτερικό γίγνεσθαι που υπάρχει εν δυνάμει σε όλα τα όντα ως την ολοκλήρωσή τους, κι εξ'αιτίας των όρων και των ορίων τους.
Ο Λένιν αλλά και Στάλιν φρεσκάρισαν τα αρχαία ελληνικά που έμαθαν στο σχολείο, για να διαβάσουν Αριστοτέλη στο πρωτότυπο.
Πολλές παρατηρήσεις αυτού του κειμένου φανερώνουν σύγχυση περί διαλεκτικής.
Η βασικές μεθοδολογικές απαιτήσεις της στη μελέτη του αντικειμένου της διατυπώθηκαν από τον Β.Ι.Λένιν κατά τον ακόλουθο τρόπο:
Ω. “Για να γνωρίσουμε πραγματικά ένα αντικείμενο πρέπει να συμπεριλάβουμε, να μελετήσουμε όλες τις πλευρές του, όλες τις διασυνδέσεις και τις ‘έμμεσες σχέσεις’ του. Ποτέ δε θα το πετύχουμε αυτό πλήρως, η απάντηση όμως της ολόπλευρης μελέτης θα μας προφυλάξει από τα λάθη και από την αποστέωση. Αυτό είναι το πρώτο. Δεύτερο, η διαλεκτική λογική απαιτεί να παίρνουμε το αντικείμενο στην εξέλιξή του, στην αυτοκίνησή του (όπως λέει κάποτε ο Χέγκελ), στην αλλαγή του… Τρίτο, όλη η ανθρώπινη εμπειρία πρέπει να περιληφθεί στον πλήρη ‘ορισμό του αντικειμένου και σαν κριτήριο της αλήθειας και σαν πρακτικός καθοριστής της σύνθεσης του αντικειμένου με αυτό που χρειάζεται στον άνθρωπο. Τέταρτο, η διαλεκτική λογική διδάσκει ότι ‘δεν υπάρχει αφηρημένη αλήθεια, η αλήθεια είναι πάντοτε συγκεκριμένη’…” [Β.Ι.Λένιν, Άπαντα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, τομ. 42, σελ. 290.]
Μ'όλο τον σεβασμό το θαυμασμό και την αγάπη προς το πρόσωπο του Λένιν η θαυμάσια αυτή ανάπτυξη είναι πεπαλαιωμένη και βαθιά επιρρεασμένη από την δυναμική ορθολογική αντικειμενικότητα. Αυτή η δυναμική ορθολογικότητα, έχοντας ως βάση την αντιθετικότητα του Είναι θεωρήθηκε ότι αυτή ήταν η διαλεκτική σκέψη. Η αντιθετικότητα αποδέχεται ότι οι ενάντιες συνθέσεις και καταστάσεις, αλληλεπιδρούν χωρίς να παραβιάζουν τα έσχατα όρια μεταξύ τους, δημιουργώντας κάποιο γίγνεσθαι το οποίο προϋποθέτει κάποια εκ των προτέρων καθορισμένα όρια του τέλους. Η αντιφατικότητα προϋποθέτει ότι οι ενάντιες συνθέσεις ή καταστάσεις ν'αλληλεπιδρούν χωρίς ν'αφήνουν απαραβίαστα όρια μεταξύ τους, συνιστώντας έτσι αντιφατικές ενότητες οι οποίες καταλύονται-συντιθέμενες, Είναι-ΜηΌντας. Η σύγχρονη επιστήμη από το στόμα του μεγάλου επιστήμονα, επαναστάτη και ανθρωπιστή Μπωμ αναδύεται ως αντιφατική: Στην κβαντομηχανική, η θεωρία του πεδίου περιγράφει την κίνηση των στοιχειωδών σωματίων, ως δημιουργία-καταστροφή τους. Έτσι αν ένα ηλεκτρόνιο υποστεί σκέδαση από την αρχική του πορεία σε διαφορετική, αυτό το περιστατικό περιγράφεται ως "καταστροφή"αυτού του ηλεκτρονίου και "δημιουργία" άλλου που κινείται σε νέα κατεύθυνση. Δηλαδή δεν υπάρχει σωμάτιο που να διατηρεί πάντα την ταυτότητά του. Έτσι αν δούμε την παράσταση του πεδίου κίνησης ενός ελευθέρου σωματίου βαθύτερα, διαπιστώνουμε ότι η κίνησή του περιγράφεται μαθηματικά ως μια σειρά καταστροφής-αναδημιουργίας που έχει συγχρόνως ως αποτέλεσμα τη συνεχή αλλαγή του σωματίου μέσ’το χώρο.
Λέει ο Ηράκλειτος: Την ίδια ουσία δεν ξαναγγίζουμε γιατί όλα αλλάζουν βίαια και γρήγορα, φεύγουν-επιστρέφοντας, σκορπάνε-μαζεύοντας, καταλύονται-συντιθέμενα, Είναι-Μη Όντας. Και ο Ζήνων: Το κινούμενο δεν κινείται ούτε στον τόπο που βρίσκεται ούτε στον τόπο που δεν βρίσκεται.
Εφαρμογή των νόμων της διαλεκτικής στη μελέτη της νόησης δημιουργεί όλους τους όρους για τη διείσδυση στην ουσία της. Η διαλεκτική λογική αποκαλύπτει τη διαλεκτική της γνώσης, δηλαδή τους νόμους ανάπτυξής της, μαζί και της ανάπτυξης των μορφών της νόησης. Και αυτό σημαίνει ότι η διαλεκτική λογική είναι η ολόπλευρη και βαθιά διδασκαλία για την ανάπτυξη της ανθρώπινης γνώσης σαν αντανάκλασης της ανάπτυξης του υλικού κόσμου.
Παρατήρηση: Είναι αλήθεια ότι ο Ορθολογισμός δεν είναι κάτι ευκαταφρόνητο, μας πήρε από την εποχή του μύθου και μας έφτασε στον Νεύτωνα. Ακόμα όταν διαχειριζόμαστε καταστάσεις καθημερινότητας χωρίς τυπική λογική δεν πάμε πουθενά. Όμως ο ορθολογισμός ακολουθείται και από συμπληρωματικές αντιλήψεις που υπάρχουν λογικά από τις ίδιες τις καταβολές του κι εμείς από συνήθεια τις ξεχνάμε.
Οι ιδεαλιστές π.χ. Παρμενίδης, Πλάτων, Αριστοτέλης, Καντ και Χέγκελ, πίστευαν ότι ο κόσμος υπάρχει αντικειμενικά έξω από την συνείδησή μας. Εξ'αυτών Παρμενίδης, πίστευε ότι αυτός ο αντικειμενικά υπάρχων κόσμος μπορεί να γνωστεί και πρότεινε σαν εργαλείο της γνώσης τον Ορθολογισμό. Στην εποχή του μεσουρανούσε μάλλον η διαλεκτική αντίληψη των προσωκρατικών Αναξίμανδρου και Ηράκλειτου οι οποίοι πίστευαν ότι επειδή τα πάντα βρίσκονται σε συνεχή καταλυτική-συνθετότητα, το μόνο αληθινό είναι η συνεχής αλλαγή, δηλαδή το Γίγνεσθαι. Ο Ηράκλειτος μάλιστα έλεγε ότι "αυτόν τον κόσμου που είναι ίδιος για όλους, (που υπάρχει αντικειμενικά), δεν τον έφτιαξε κανείς αλλά ήταν, είναι και θα είναι άσβεστο πυρ που ανάβει-σβήνοντας με μέτρο". Ο Ηράκλειτος στην αντιφατική αντίληψη για τον κόσμο του Αναξίμανδρου προσέθεσε τον Λόγο. Ο Λόγος ήταν η Λογικο-γλωσσική σύνταξη του Γίγνεσθαι. Δηλαδή ήταν ο τρόπος που λέγεται το Γίγνεσθαι και εξ'αυτού, συγχρόνως κι η Λογική του. Ο Παρμενίδης όμως στην πολεμική του για την αντιφατικότητα της διαλεκτικής του Αναξίμανδρου και του Ηράκλειτου, έθεσε το ερώτημα αν το Μη-Υπάρχον μπορεί να υπάρχει; Και φυσικά απάντησε ότι το Μη-Υπάρχον δεν μπορεί να υπάρχει. Έτσι επειδή η αντιφατικότητα η οποία Είναι-ΜηΌντας και χαραχτηρίζει το Γίγνεσθαι και το Όλλυσθαι περιέχει μέσα την το μή-Είναι, λαθεύει. Κατ'αυτόν λοιπόν ο κόσμος του γίγνεσθαι που αντιλαμβανόμεθα άμεσα και εμπειρικά είναι ένας φαινομενικός και απατηλός διάκοσμος της αλήθειας. Για να φτάσουμε λοιπόν στην καρδιά της αλήθειας πρέπει να ακολουθήσουμε τον Ορθολογισμό ο οποίος πατά μόνο στο Είναι και παραμερίζει με τις ορθολογικές διαδικασίες το μη-Είναι(το μή υπάρχον) από το νοιείν. Για να λειτουργεί απόλυτα ο Ορθολογισμός, δηλαδή από τα γνωστά δεδομένα να μπορούμε να πηγαίνουμε αλάνθαστα στα άγνωστα και να τα γνωρίζουμε, ο κόσμος πρέπει να είναι κλειστός και πεπερασμένος. Από κει και πέρα η διαλεκτική παραμερίστηκε σαν σοφιστική και ο ορθολογισμός μέσω του Σωκράτη, του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη επεβλήθει στη νόηση. Ο Πλάτων θέλοντας να προχωρήσει περισσότερο στις γνωσιολογικές απόψεις του Παρμενίδη εισήγαγε στην νόηση και το στοιχείο της γνωστικής δυνατότητας του ανθρώπου, δηλαδή την κοινωνία του με τις Ιδέες. Οι Ιδέες ήταν οι εσωτερικές καταβολές της ανθρώπινης νόησης, ώστε να υπάρχουν αντιστοιχίες επαλήθευσης της εμπειρίας μέσα στον άνθρωπο. Αυτήν την αντίληψη πήρε ο Κάντ, την ονόμασε εν των προτέρων γνωστική δυνατότητα του ανθρώπου και δια μέσου της Ορθολογικής τυπικότητας του Αριστοτέλη οργάνωσε την σύγχρονη Μεταφυσική μέσω της "Κριτικής του Καθαρού Λόγου". Ο Καντ αποδέχτηκε την αντίληψη για τη φαινομενικότητα του Παρμενίδη κι έτσι στη θέση του Εόντος δηλαδή του αληθώς υπάρχοντος, έβαλε τα Πράγματα Καθαυτά, το οποία θεώρησε αληθώς υπάρχοντα, όμως Μη Γνώσιμα. Η Διαφορά τους είναι οτι σύμφωνα με τον Παρμενίδη ο Ορθολογισμός, η τυπική λογική και ο ντετερμινισμός οδηγούν στην αληθή γνώση, ενώ σύμφωνα με τον Καντ, μολονότι η Κριτική του Καθαρού Λόγου διαχειρίζεται τον τρόπο του νοείν, αυτή την ίδια την αντικειμενικότητα που είναι τα Καθαυτά δεν μπορεί να γνωρίσει. Από κει και πέρα μας μένει να δεχτούμε ότι μάλλον το έργο του Καντ μολονότι θεωρείται γνωσιολογικό δεν είναι αληθινά τέτοιο. Αυτό είναι μάλλον ο δρόμος για την άνωδο στα ανώτερα στάδια της Μεταφυσικής Συνειδητότητας. Για έναν λόγο πάρα πάνω που ο Αριστοτέλης είχε ήδη δώσει το "Όργανον" του Ορθολογισμού και διαμέσου αυτού και την τυπική λογική, σαν εργαλείο έρευνας. Στη συνέχεια ο Χέγκελ ξεκινώντας από τις αντιλήψεις περί μεταφυσικής της γνώσης του Καντ και τις αντιλήψεις του Παρμενίδη (ο οποίος αποδέχετο την διαλεκτική ως τον τρόπο που ο απλός άνθρωπος αντιμετωπίζει την φαινομενική και ψευδή καθημερινότητα), αλλά και του Πλάτωνα όπου η τελική ανάπτυξη της αντίληψης περί των ιδεών, θα μπορούσε να οδηγήσει στην Ιδέα της Ιδέας όπου αναφαίνεται πλέον ξανά η αντιφατικότητα ως αποτέλεσμα του ακραίας ανάλυσης του ορθολογισμού. Η λεγόμενη "Επιστήμη της Λογικής" του Χέγκελ, μολονότι ως επιστήμη θέλει κάποιες φορές να οδηγήσει τη νόηση στη γνώση, παρακάμπτει συνεχώς απ'αυτό τον σκοπό θέλοντας να γίνει η μεταφυσική σκάλα για το απόλυτο που είναι η μόνη αλήθεια --και που αυτό είναι ο θεός και μόνον ο θεός-- (όπως τονίζει).
Τελικά λοιπόν στη σύγχρονη επιστήμη έχει μείνει η τυπική λογική του Αριστοτέλη και όλες οι μαθηματικές προτάσεις διαφορικότητας από την εποχή του Αρχιμήδη, του Γαλιλαίου, του Ντε Καρτ του Λάιμπνιτς, του Νεύτωνα κ.λπ. που την αναβαθμίζουν σε καταστάσεις εν κινήσει, οργανώνοντας την Εντελέχεια, με την οποία ο Αριστοτέλης προίκιζε όλα τα όντα, δηλαδή την εσωτερική δυνατότητα με την οποία τα όντα θα έφταναν, μέσω των καταβολών τους, στην ολοκλήρωσή τους.
Η Αντανάκλαση του Αντικειμενικού κόσμου λοιπόν δεν αρκεί, χρειάζεται και η εσωτερική δυνατότητα του νοώντος υποκειμένου η οποία εκφράζεται με την λογική διαδικασία της γνώσης. Και εδώ επιστρέφει ξανά η παραγκωνισμένη αντίληψη περί διαλεκτικής, αφού ο σύγχρονος κόσμος με την είσοδο της Θεωρίας της Σχετικότητας και της Θεωρίας των Κβάντα, δεν μπορεί πια να ερμηνευτεί ικανοποιητικά με τον ορθολογισμό, την τυπική λογική και τον ντετερμινισμό. Επίσης από το 1960 που έγινε η αποκάλυψη του DNA, αλλά και στη συνέχεια με την ανάπτυξη της επιστήμης γύρω από αυτό το θέμα, αναφαίνεται ότι: ο άνθρωπος ως αποτέλεσμα του Παγκοσμίου Γίγνεσθαι και όχι ως δημιούργημα του θεού, είναι ο ίδιος μια εξελικτική καταγραφή, η οποία περιέχει όλη την πορεία του κόσμου μέσα στο ανθρώπινο DNA. Έτσι η νόηση ξεπεζεύει από το ιπτάμενο ά-λογο της μεταφυσικής και ξαναπατά στη γη. Η καντιανή λοιπόν "εκ των προτέρων γνωστική δυνατότητα του ανθρώπου" είναι πλέον "εκ των προτέρων κληρονομική γνωστική δυνατότητα" που είναι μια κληρονομική αφομοίωση της εμπειρικής συσσώρευσης. Και επειδή ο κόσμος γίνεται πλέον δεκτός σε εξέλιξη άρα είναι αντιφατικός και όχι αντιθετικός, η λογική που πρέπει να ακολουθήσουμε είναι η διαλεκτική.
Υπάρχει όμως ζήτημα στο τι είναι η διαλεκτική και τι διαλεκτική πρέπει να ακολουθήσουμε για νά'χουμε
ένα αξιόπιστο εργαλείο επιστημονικής έρευνας. Επειδή ο αληθινός κόσμος και τα πράγματα στη σύγχρονη επιστήμη αλλάζουν βίαια και γρήγορα, καταλύονται-συντιθέμενα και Είναι-Μη-Όντας, συνεχώς Άλλα-Αλλού, διέπονται από αντιφατικότητα.
Όπως απεδείχθει οι Αρχές της Διαλεκτικής Λογικής του Χέγκελ τις οποίες απεδέχθει και ο Ένγκελς, δεν είναι εργαλεία που μπορούν να οδηγήσουν στη επιστημονική έρευνα αλλά ορθά γενικά συμπεράσματα τα οποία υπό όρους αποδέχεται και ο δυναμικός ορθολογισμός.
Επίσης στη σύγχρονη επιστήμη η έρευνα δεν μπορεί πια να ακουμπά ούτε στον ορθολογισμό, ούτε στη τυπική λογική, ούτε στον ντετερμινισμό, ούτε στην νευτώνεια αντικειμενικότητα. Αφού οι πειραματικές διαδικασίες στην Κβαντική επιστήμη, προϋποθέτουν ότι κατά την μέτρηση, το αντικείμενο προς μέτρηση, το μέσον μέτρησης και για πάρα πολλούς μεγάλους επιστήμονες και το υποκείμενο συνιστούν μιαν κβαντική ενότητα όπου κάθε επίδραση στο ένα απ'αυτά προϋποθέτει κάποια επίδραση και σε όλα τά άλλα.
Όλοι ξέρουμε σήμερα ότι χρειάζεται μια διαλεκτική λογική αλλά όσες υπάρχουν δεν είναι επαρκείς γιατί αγγίζουν στον ορθολογισμό. Είναι λοιπόν ανάγκη λαμβάνοντας σοβαρά υπόψιν τις διαλεκτικές προτάσεις των προσωκρατικών Αναξίμανδρου, Ηράκλειτου και Ζήνωνα να οργανωθεί με τα νέα επιστημονικά δεδομένα μια νέα διαλεκτική που να βασίζεται την αντιφατικότητα όπως της όρισε ο Ηράκλειτος και όχι ο Χέγκελ. Η αντιφατικότητα του Χέγκελ μέσω της αρχής της Άρνησης της Άρνησης με επιμέλεια μετατρέπει την αντιφατικότητα που είναι η καρδιά του γίγνεσθαι σε αντιθετικότητα που είναι η καρδιά του δυναμικού ορθολογισμού.
Ακουμπώντας στην άποψη του Ηράκλειτου περί του μηχανισμού της αντιφατικότητας ως καταλυτική συνθετότητα: (Όλα κοινωνούν με τον Λόγο, εξαιτίας του οποίου αλλάζουν και ενώ κάθε στιγμή βεβαιώνονται γι’αυτό, δεν τον νιώθουν, ούτε τον αισθάνονται. ―Αυτό που αλλάζει, συμφωνεί με τον εαυτό του κι αυτή είναι η αμφίδρομη αρμονία, όπως της λύρας και του δοξαριού. ―Αυτόν τον κόσμο που είναι ίδιος για όλους, δεν τον εποίησε ούτε θεός ούτε άνθρωπος, αλλά ήταν είναι και θα είναι πυρ αείζωον, που ανάβει-σβήνοντας με μέτρο. ―΄Όλα μετατρέπονται σε πυρ και το πυρ σε όλα, όπως ο χρυσός σε εμπορεύματα και τα εμπορεύματα σε χρυσό. ―Στον ίδιο ποταμό δεν ξαναμπαίνουμε, ούτε την ίδια ουσία ξαναγγίζουμε, γιατί όλα αλλάζουν βίαια και γρήγορα, καταλύονται-συντιθέμενα, σκορπάνε-μαζεύοντας, Είναι-ΜηΌντας (όχι πριν ή μετά αλλά συγχρόνως συνίστανται-αποσυντιθέμενα). ―Στον κοχλία (τον τόρνο), η ευθεία είναι αποτέλεσμα περιστροφής).
Κι ο Ζήνων προτείνει: To κινούμενο δεν κινείται ούτ’εκεί που βρίσκεται, ούτ’εκεί που δε βρίσκεται.
Εδώ ο Ζήνων δεν αμφιβάλλει για την ύπαρξη της κίνησης, όπως ισχυρίζονται οι δοξογράφοι, ο Χέγκελ αλλά και η πλειονότητα από μας, αφού μιλά για "κινούμενο". Αυτός αμφιβάλλει για τον τρόπο που δεχόμαστε ότι πραγματοποιείται η κίνηση και για τον τόπο πάνω στον οποίον εξελίσσεται.
Αυτό όμως δεν εξαντλείται μόνο στην επιστημονική έρευνα και την φιλοσοφία αλλά και στο κοινωνικό γίγνεσθαι, όπου η δημοκρατία πλέον θεωρείται σαν κάποιο αντιφατικό γίγνεσθαι όπου συνιστά μιαν αντιφατική ενότητα με την δικτατορία: Στο σύγχρονο κόσμο κανείς δεν θα είχε αντίρηση ότι το κοινωνικό γίγνεσθαι αποοτελείται από τάξεις και ταξικά στρώματα που έχου αντίθετα συμφέροντα που συγκρούονται κιόλας. Περί αυτού πιο ολοκληρωμένα στην ανάρτησή μου "Διαλεκτική Υλιστική Σκεψη" thodoroskavasis.blogspot.com
Η διαλεκτική λογική και η τυπική λογική.
(Σοβιετικό εγχειρίδιο φιλοσοφίας 1959) Posted on October 17, 2014 by hashthug
Αποσπάσματα από το βιβλίο “Οι βασικές αρχές της μαρξιστικής φιλοσοφίας”, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 2005, σελ. 447-455. Κεφάλαιο 10: “Η διαλεκτική του προτσές της γνώσης”, παράγραφος 1: “Η διαλεκτική σαν θεωρία της γνώσης. Η διαλεκτική λογική και η τυπική λογική”.
ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ: Οι προτάσεις προς κρίσιν θα παρουσιάζονται όπως εδώ, με τονισμένα στοιχεία.
ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗ: Είναι παράδοξο ο Εκδ.Οίκος "Σύγχρονη Εποχή" να ενημερώνει τους αναγνώστες της για τη διαλεκτική της γνώσης με κείμενα που στηρίζονται σε επιστημονικές αντιλήψεις που αντλούνται από κάποιο σοβιετικό εγχειρίδιο του 1959, το οποίο εγχειρίδιο πιθανόν στηρίζεται σε επιστημονικές αντιλήψεις ακόμα παλιότερες. Αλλ'αυτό δεν θα γινόταν επιζήμιο αν τουλάχιστον ο συγγραφεύς αυτού του έργου στηριζόταν ή παρουσίαζε τις αρχές της αληθινής διαλεκτικής, όπως αναδεικνύονται από τα αποσπάσματα των διαλεκτικών προσωκρατικών. Έτσι αντί οι αγωνιστές που πρόσκεινται στο ΚΚΕ και κυρίως οι νέοι που εμφορούνται από επαναστατικότητα να ενημερώνονται, παγιδεύονται στα τείχη του παρελθόντος ξεχνώντας ότι η επανάσταση ευαγγελίζεται τη συνεχή έλλογη διαλεκτική ιστορικότητα της γνώσης η οποία όμως επιτελείται μέσω αντιφατικών νοητικών μηχανισμών που έχουν συλληφθεί εδώ και χιλιάδες χρόνια, από τους Αναξίμανδρο, Ηράκλειτο, Ζήνωνα και Λάο-Τσε. Αυτό σημαίνει ότι για να προσλάβουμε τη γνώση διαλεκτικά πρέπει να έχουμε όργανο σκέψης τη Διαλεκτική Λογική με την οποία προσεγγίζουμε έγκυρα τo εξελισσόμενo παγκόσμιο γίγνεσθαι. Όμως η Επιστήμη της Λογικής του Χέγκελ, ως ιδεαλιστική, ήταν μια επική προσπάθεια να μετατρέψει την αντιφατικότητα του γίγνεσθαι που είναι η καρδιά της διαλεκτικής, έντεχνα και ευφυώς, σε αντιθετικότητα κι από κει σε Oρθολογική Δυναμικότητα, έτσι δεν κατάφερε να καλύψει τις διαλεκτικές ανάγκες της σύγχρονης επιστήμης. Πρέπει λοιπόν να ξαναγυρίσουμε με σοβαρότητα στους προσωκρατικούς Αναξίμανδρο, Ηράκλειτο, Ζήνωνα και Λάο-Τσε, οι οποίοι με μόνο εργαλείο τη διαλεκτική τους σκέψη, μας εκπλήσσουν με τις προτάσεις τους.
Για να μην δημιουργηθούν παρανοήσεις κατά την ακολουθία αυτής της εργασίας, υπενθυμίζω ότι λόγω της σύγχυσης που έχει δημιουργηθεί απ'την Επιστήμη της Λογικής του στη διαλεκτική Χέγκελ, αναφαίνεται η ύπαρξη δύο ειδών Διαλεκτικής:
Α. Η Αντιθετική Διαλεκτική (ορθολογική), η οποία δέχεται ότι στο βάθος ο κόσμος και η γλώσσα που τον περιγράφει συνίσταται από μια σειρά έσχατα αναλλοίωτα στοιχειώδη, ιδεατά ή υλικά, (γνώσιμα ή όχι), που αλληλεπιδρούν χωρίς να παραβιάζουν τα έσχατα όρια μεταξύ τους. Αυτά λοιπόν τα στοιχειώδη που συνιστούν αυτό το γλωσσικό σύστημα, δρώντας ως απόλυτοι όροι, προϋποθέτουν λειτουργώντας, από μια στιγμή και μετά, την ατέρμονη επανάληψη αυτής της σειράς των "συνθετικών προτύπων του τέλους" αυτού του παιγνίου. Ακόμα απ’τη στιγμή που ετέθησαν οι απόλυτοι όροι αυτού του παιγνίου, προϋποθέτουν την ύπαρξη κάποιων συνθετικών προτύπων του τέλους, τα οποία βρίσκονται ιδεατά εκ των προτέρων εκεί, περιμένοντας απ’τη λειτουργία του παιγνίου την πραγματοποίησή τους. Δηλαδή αυτός είναι ένας κόσμος ορθολογικής αντικειμενικότητας κλειστός και τελεολογικός, που έχει προκαθορισμένα όρια ως αποτέλεσμα των όρων της λειτουργίας του, προϋποθέτοντας την ύπαρξη ενός Κόσμου Ιδεών, που υπάρχει από τη στιγμή που ετέθησαν οι όροι αυτού του παιγνίου, περιμένοντας να πραγματοποιηθούν από τη λειτουργία του.
Ένας τέτοιος κόσμος ιδεών πρέπει να υπάρχει πριν από τα πράγματα, μαζί με τα πράγματα και μετά τα πράγματα, συνιστώντας έτσι το κλειστό αντιθετικό, αντικειμενικό ντετερμινιστικό σύστημα, μιας επιστημονικότητας που ξεκινά από τον Αριστοτέλη κι ολοκληρώνεται στο Νεύτωνα. Η συζήτηση των Πλάτωνα και Αριστοτέλη "αν υπάρχουν οι ιδέες πριν ή μετά τα πράγματα" δεν έχει νόημα. Νόημα έχει η συζήτηση "αν ο κόσμος θεωρείται ανοικτό ή κλειστό σύστημα", "πως ένα κλειστό ή ένα ανοικτό σύστημα είναι λογικά δυνατό" και τι ικανοποιεί τον διανοητή που επιλέγει από κει και πέρα το γνωστικό του ήθος και τη λογική του.
Αυτή η Αντιθετική Διαλεκτική είναι ένας Διαφορικός Ορθολογισμός, του οποίου η διαφορικότητα σταματά στα έσχατα και αναλλοίωτα στοιχειώδη αυτού του αντιθετικού αντικειμενικού κόσμου. Η αποδοχή αυτού του τρόπου ύπαρξης για τον κόσμο, δηλαδή ως κλειστού συστήματος που έχει μια προσδιορισμένη σειρά θετικών όρων λειτουργίας και εσχάτων αναλλοίωτων και απαράβατων ορίων του τέλους, προϋποθέτει την ύπαρξη κάποιου Λογικού Αιτίου εκτός του συστήματος. Αυτό το Λογικό Αίτιο, το οποίο μπορεί να γίνει αντιληπτό ως Κόσμος των Ιδεών, τίποτα δεν μας απαγορεύει λογικά να το θεωρήσουμε Θεό ή ένα τεράστιο αλγοριθμικό σύστημα το οποίο κρύβει ή διέπεται από έναν ιερό Κρυφό Αριθμό (Αλγά-Αριθμός--Κρυφός Αριθμός).
Β. Η Αντιφατική Διαλεκτική η οποία δέχεται ότι ο κόσμος και η γλώσσα που τον περιγράφει είναι Όλον σε συνεχή εξέλιξη και αυτό είναι δυνατόν αν δεν συντίθεται από σύστημα αναλλοίωτων στοιχειωδών εσχάτων, αλλά από σύστημα αντιφατικών στοιχειωδών. Σύμφωνα μ’αυτή την άποψη, τα όποια στοιχειώδη συνιστούν αυτό το σύστημα, αλληλεπιδρώντας, προεκτείνονται το ένα βαθιά μέσα στ’άλλο χωρίς ν’αφήνουν απαραβίαστα όρια μεταξύ τους συνιστώντας αντιφατικές ενότητες όπου το ένα γεννά τ'άλλο μα συγχρόνως το μάχεται κιόλας. Έτσι κάθε στοιχειώδες όντας αυτοαναιρούμενο, έχει αντιφατική φύση περιέχοντας Εν Δυνάμει το Όλον μ’ένα δικό του τρόπο. Αυτός ο τρόπος είναι ο κώδικας καταγραφής του κόσμου μέσα στο κάθε στοιχειώδες, όπως αυτό έχει εξελιχθεί ως την μορφοποίηση του, περιέχοντας έτσι με τρόπο δαιδαλώδη και παράκεντρο, όλες τις εξελικτικές στιγμές και τα πρόσωπα του έως τότε κόσμου. Αυτή η οντολογική άποψη, προϋποθέτει ότι ο κόσμος είναι Ένα Όλον Ανοικτό, μια γλώσσα και μια γραφή σε συνεχές Γίγνεσθαι, όπου κάθε στοιχειώδες του περιέχει μέσα του τη δυνατότητα του ανεπανάληπτου, όντας αποτέλεσμα του σύμπαντος και συγχρόνως του εαυτού του. (Αυτή η πρόταση μολονότι σκοτεινή ερμηνεύται από τις προτάσεις των Αναξίμανδρου και Ζήνωνα για το "Αντιφατικό Στοιχειώδες". Ο αναγνώστης μπορεί να πληροφορηθεί εκτενέστερα στην ανάρτησή μου Διαλεκτική Υλιστική Σκέψη, στο thodoroskavasis.blogspot.com).
Στην Αντιθετική Διαλεκτική (δυναμική ορθολογικότητα), το Γίγνεσθαι θεωρείται φαινομενικό παίγνιο της αντιθετικής "αλληλεπίδρασης" των αναλλοίωτων στοιχειωδών εσχάτων και γι'αυτό η λειτουργία του διέπεται από τις Αρχές της Αντιθετικής Ορθολογικής Τυπικοτητας και αντικειμενικότητας.
Ενώ στην Αντιφατική Διαλεκτική, επειδή η κάθε στιγμή αυτού του Γίγνεσθαι περιέχει το στοιχείο του ανεπανάληπτου, το γίγνεσθαι είναι αληθινό και οι αρχές που θα πρέπει να το διέπουν πρέπει να είναι οι Αρχές της Αντιφατικής Διαλεκτικής Τυπικότητας. Δεν πρέπει όμως σ'αυτή τη διαλογική διαδικασία να ξεχνάμε ότι η διαλεκτική είναι μια τέχνη συνοπτική που αφορά το γίγνεσθαι. Τα λεγόμενα λοιπόν, σ'αυτόν τον κόσμο της συνεχούς αλλαγής που περιγράφουμε, καθηλώνουν το γίγνεσθαι μέσα στη γλώσσα. Έτσι είναι πάρα πολύ λίγα που μπορούν να λέγονται χωρίς μεταφυσικο-ορθολογικό μανδύα, γι 'αυτό οι μεγάλοι εργάτες της διαλεκτικής την αρχαιότητα μίλησαν με λίγα αυτααναιρούμενα και πολυσήμαντα αποφθέγματα, απ'τα οποία ο συνετός μπορεί να συνάγει τη διαλεκτική σκέψη.
Για να γίνω πιο σαφής θα παρουσιάσω κάποια σημαδιακά αποσπάσματα αντιφατικής διαλογικότητας των προσωκρατικών Ζήνωνα, Ηράκλειτου, Αναξίμανδρου και Λάο-Τσε κι από κει αναλύοντας με προσοχή, θα δούμε πως αναδύεται η Διαλεκτική τους:
ΑΝΑΞΙΜΑΝΔΡΟΣ
―Ο Αναξίμανδρος ισχυρίζετο ότι τα όντα εξουσιάζονται από κάποιο είδος απείρου, απ’το οποίο γίγνονται οι ουρανοί και οι κόσμοι που περιέχει. ―Αυτός ισχυρίστηκε ότι ο χρόνος είναι σχετικός με την γέννηση και τη φθορά της κάθε συγκεκριμένης ουσίας . . και ότι άρχων και στοιχείο όλων είναι το άπειρο, μάλιστα είναι ο πρώτος που το ονόμασε έτσι. ―Επίσης όρισε ότι Άπειρο είναι η αέναη κίνηση, που μέσα της άλλα όντα χάνονται κι άλλα γενιώνται έχοντας ως αποτέλεσμα το παγκόσμιο Γίγνεσθαι.
―Ο Αναξίμανδρος ισχυρίζετο ότι τα πρώτα ζώα γεννήθησαν σε υγρό περιβάλλον με λέπια κι όταν αυτό έγινε ξηρότερο, απέβαλλαν τα λέπια και προσαρμόσθησαν στο νέο περιβάλλον. Επίσης ισχυρίζετο ότι οι άνθρωποι γεννήθηκαν κατ’αρχήν ανάμεσα στα ψάρια, τρεφόμενοι σαν τους γαλαίους κι όταν έγιναν ικανοί βγήκαν στην ξηρά".
ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ
―Όλοι κοινωνούν με τον Λόγο, εξαιτίας του οποίου αλλάζουν κι ενώ κάθε στιγμή βεβαιώνονται γι’αυτό, δεν τον νιώθουν, ούτε τον αισθάνονται. ―Αυτό που αλλάζει, συμφωνεί με τον εαυτό του. Αυτή είναι η αμφίδρομη αρμονία, όπως της λύρας και του δοξαριού. ―Αυτόν τον κόσμο που είναι ίδιος για όλους, δεν τον εποίησε ούτε θεός ούτε άνθρωπος, αλλά ήταν είναι και θα είναι πυρ αείζωον, που ανάβει-σβήνοντας με μέτρο. ―Όλα μετατρέπονται σε πυρ και το πυρ σε όλα, όπως ο χρυσός σε εμπορεύματα και τα εμπορεύματα σε χρυσό. ―Στον ίδιο ποταμό δεν ξαναμπαίνουμε, είμαστε και δεν είμαστε. Την ίδια ουσία ξαναγγίζουμε, γιατί όλα αλλάζουν βίαια και γρήγορα, καταλύονται-συντιθέμενα, σκορπάνε-μαζεύοντας, Είναι-ΜηΌντας (όχι πριν ή μετά αλλά συγχρόνως συνίστανται-αποσυντιθέμενα). ―Στον κοχλία (τον τόρνο), η ευθεία είναι αποτέλεσμα περιστροφής.
ΖΗΝΩΝ
―Για να υπάρχει κάτι πρέπει να έχει μέγεθος και όγκο και κάποια απόσταση από άλλο. To ίδιο ισχύει και για το μεταξύ τους περιθώριο αναλόγως. Γιατί και αυτό θα πρέπει να έχει μέγεθος και πάντα κάτι να περισσεύει αναλόγως. Θα το πω μια για πάντα: δεν είναι δυνατόν να υπάρξει έσχατο μέρος κάποιου, ούτε του σώματος ούτε του περιθωρίου. Επίσης δεν μπορεί κάτι να υπάρξει από μόνο του. Έτσι αν υπάρχουν πολλά, είναι ανάγκη να είναι συγχρόνως μικρά και μεγάλα. Τόσο μικρά που να μην έχουν μέγεθος, τόσο μεγάλα που να είναι απείρου μεγέθους.
― Αν υπάρχουν πολλά είναι όμοια και ανόμοια με τον εαυτό τους.
―Το κινούμενο δεν κινείται ούτ’εκεί που βρίσκεται, ούτ’εκεί που δεν βρίσκεται.
ΛΑΟ-ΤΣΕ
―Η μεγαλη ευθεία οφείλει να είναι κυρτή. ―Το μεγάλο τετράγωνο δεν έχει γωνίες.
Ο μεγάλος επιστήμονας και ανθρωπιστή Μπώμ δηλώνει: Στη θεωρία του πεδίου, κάθε κίνηση στην κβαντομηχανική, περιγράφεται ως δημιουργία-καταστροφή των στοιχειωδών σωματίων. Εκεί η κίνηση ενός ελευθέρου σωματίου, περιγράφεται ως καταστροφή του σε ένα σημείο και δημιουργία άλλου-αλλού. Έτσι η κίνηση γενικά είναι δεκτή σαν μια σειρά θέσεων δημιουργίας-καταστροφής που συγχρόνως έχει ως αποτέλεσμα την αλλαγή. Δηλαδή η σύγχρονη επιστήμη δέχεται ότι στα έσχατα όρια του κόσμου μας τα λεγόμενα μικροσωμάτια καταλύονται-συντιθέμενα συνεχώς χάνοντας τη στατικότητα της θεωρούμενης ταυτότητάς τους και συμφωνούν με τη διαλεκτική αντιφατικότητα των προσωκρατικών.
Είπε ο Χέγκελ: "κάτι κινείται όχι γιατί τη μια στιγμή βρίσκεται εδώ και την άλλη αλλού, αλλά επειδή βρίσκεται συγχρόνως εδώ κι όχι εδώ, άρα η κίνηση είναι αντιφατική". Ο Χέγκελ εδώ παρουσιάζει την αντιφατικότητα της μετακίνησης αφού η ταυτότητα του κινουμένου δεν υποχρεούται ν’αλλάζει κατά τη διάρκεια της κίνησης. Αντίθετα, το κινούμενο σύμφωνα με τον Ζήνωνα, επειδή καταλύεται-συντιθέμενο όντας συνεχώς άλλο-αλλού, δεν μετακινείται αυτό το ίδιο πάνω σε κάποιο τόπο ούτε κατά τη διάρκεια του χρόνου, αλλά κινείται μέσ’τον ίδιο του τον εαυτό αλλάζοντας (όντας συνεχώς Άλλο-Αλλού). Η κίνηση εδώ είναι αποτέλεσμα της αλλαγής δηλαδή του καταλυτικο-συνθετικού γίγνεσθαι μέσα στο γεγονός, όπως ακριβώς την είδαμε στις προτάσεις του Ηράκλειτου και του Αναξίμανδρου όπου το Είναι, ο Χώρος και ο Χρόνος συνιστούν μιαν γενετική ενότητα. Στην ενότητα αυτή ο χώρος δεν υπάρχει σαν κάποιο ξεχωριστό πεδίο όπου όλα εξελίσσονται μέσα του αλλά είναι αντικειμενικά ξέχωρα απ'αυτό, ούτε ο Χρόνος είναι η αντικειμενική διάρκεια κάθε γεγονότος που υπάρχει μέσα στον χρόνο, αλλά ότι συμβάνει σε κάτι απ'αυτά υπάρχει γενετική επίδραση και σε όλα τα άλλα. Επίσης συνάγουμε από την καταλυτική-συνθετότητα των όντων και από τα παράδοξά του ότι: Επειδή τα όντα είναι συνεχώς Άλλα-Αλλού, χρόνος γι’αυτά δεν είναι η διάρκεια αφού δεν διαρκούν ως ταυτότητες, αλλά ο ρυθμός επανάληψης, η συχνότητα επανάληψης της ροής-αντιροής στοιχειωδών αείζωου πυρός (ενέργειας) μέσα τους και χώρος η διασπορά της ροής-αντιροής αυτών των στοιχειωδών πυρός (ενέργειας), δηλαδή το μήκος κύματός τους. Έτσι τα κβαντικά αντικείμενα, αλλά ακόμα και τα πράγματα της καθημερινότητάς μας, από κβαντική οπτική γωνία, όντας άλλα-αλλού δεν διαθέτουν αληθινά ούτε ταχύτητα. Η ταχύτητα στα κβαντικά αντικείμενα πρέπει να φανερώνει τη διαδικασία αλλαγής αυτών των γεγονότων εντός τους κι εξ'αντανακλάσεως τη μετακίνηση ενός ολοκλήρου συστήματος αντιφατικής (καταλυτικο-συνθετικής) αλληλεπίδρασης. Αυτό βέβαια δεν το βλέπουμε άμεσα στα πράγματα της καθημερινότητας, επειδή μολονότι οι αλλαγές είναι βίαιες και γρήγορες εντός τους, αναφαίνονται στην επιφανεια πολύ αργά. Έτσι στον κόσμο της καθημερινότητας μπορεί να λειτουγεί συμβατικά ο ορθολογισμός. Όταν όμως πλησιάζουμε σε οριακές καταστάσεις των σχέσεών τους, ο ορθολογισμός παρουσιάζει αντινομίες και παράδοξα.
(Κάτι που έδειξε ο Πλάτων στο Διάλογό του "Παρμενιδης", ο Ζήνων στα "παράδοξά" του κι ο Αϊνστάιν με τα παράδοξα που αναφαίνονται στη Θεωρία της Σχετικότητας, αφού επιχείρησε την εφαρμογή της μέσα στα όρια του νευτώνειου κόσμου, όπου τα κβαντικά γεγονότα αντίκεινται στην νευτώνεια αντικειμενικότητα και τον ντετερμινισμό δημιουργώντας παράδοξα).
Στα απώτατα όρια του κόσμου μας, δηλαδή στο πολύ μεγάλο και το πολύ μικρό, όλες οι θεωρίες και οι επιστημονικοί πειραματισμοί που δέχονται σαν δεδομένα στις διαδικασίες τους το χώρο ως έκταση, τον χρόνο ως διάρκεια, την κίνηση ως μετακίνηση και την ύπαρξη ταχύτητας της μετακίνησης, πρέπει να περιέχουν μικρό ή μεγάλο σφάλμα αναλόγως. Αυτό όμως είναι πολύ μικρό και στην καθημερινότητά μας και δεν φαίνεται.
Ακόμα κατά την πράξη της μέτρησης στη κβαντομηχανική, οι μεγάλοι επιστήμονες που πρόσκεινται στις αρχές της σχολής της Κοπεγχάγης που θεωρείται και η πιο έγκυρη σε θέματα κβαντομηχανικής, θεωρεί ότι: Το μέσο μέτρησης, το μετρούμενο καβαντικό αντικείμενο και για πολλούς μεγάλους επιστήμονες και το μετρόν υποκείμενο, συνιστούν μιαν αδιαχώριστη κβαντική ενότητα. Έτσι ο ντετερμινισμός, η τυπική λογική κι η ορθολογική αντικειμενικότητα παραβιάζονται και αμφισβητούνται βίαια. Η σύγχρονη επιστήμη λοιπόν έχει βρεθεί σε αδιέξοδο, αφού ακόμα και οι λογικές αρχές της διαλεκτικής τυπικότητας του Χέγκελ, δεν μπόρεσαν να γίνουν χρήσιμο εργαλείο σκέψης, που να συμφωνεί και να περιγράφει το επιστημονικό γίγνεσθαι αξιόπιστα
Η διαλεκτική του σύγχρονου κόσμου η οποία αναδεύει πλέον τα πάντα, δεν μπορεί να σχετίζεται με τον νευτώνειο και τον αριστοτελικό κόσμο, αφού ο κόσμος μας πλέον δεν είναι κόσμος συμπαγών σωματιδίων και δυνάμεων που επιδρούν επάνω τους δημιουργώντας συγκρούσεις και αλληλεπιδράσιες που δεν παραβιάζουν τα έσχατα όρια των αλληλεπιδρώντων σωματιδίων. Με την σύγχρονη αντίληψη ο κόσμος μας είναι κόσμος κυμάτων και συχνοτήτων όπου τα αλληλεπιδρώντα γεγονότα και όχι σωματίδια παραβιάζουν τα έσχατα όρια μεταξύ τους συνιστώντας αντιφατικές ενότητες όπου τα ενάντια μέσα τους αλληλο-δημιουργούνται κι αλληλο-καταλύονται συγχρόνως, (το ένα δίνει ζωή στο άλλο αλλά το μάχεται κιόλας). Στο νέο κόσμο που έρχεται το Υλικό Είναι θα πάψει να συνίσταται από αντικειμενικές οντότητες που θα ακολουθούν τους κανόνες της επιστήμης του παρελθόντος. Το Υλικό Είναι θα έχει έκδηλο και στην επιφάνειά του το κβαντικό στοιχείο, θα είναι ένας νεφελώδης κόσμος ενεργειακών ροών-αντιρροών και συνεχούς καταλυτικής συνθετότητας όπως τον ευαγγελίστηκε ο Ηράκλειτος.
.
Είναι καθήκον των επαναστατών της νόησης να σκύψουν στη διαλεκτική των προσωκρατικών και να οργανώσουν μια νέα διαλεκτική που θα είναι και η αρχαιότερη. (Περισσότερα στην ανάρτησή μου "Διαλεκτική Υλιστική Σκέψη" thodoroskavasis.blogspot.com)
Παρεμβολή περί ορθολογισμού: Δεν θα πει όμως ότι χωρίς τη διαλεκτική δεν μπορεί κάποιος να αποκτήσει γνώση. Φυσικά μπορεί. Αυτό έκανε η ανθρωπότητα μέσω του ορθολογισμού από την εποχή του Παρμενίδη, του Πλάτωνα και τέλος του Αριστοτέλη μέχρι την εποχή του Νεύτωνα αλλά συνεχίζει με νέες εφαρμογές ακόμα και σήμερα. Και γιατί λοιπόν δεν μας αρκεί η ορθολογική αντιμετώπιση του κόσμου κι η ορθολογική μέθοδος στην έρευνα των γεγονότων και φαινομένων της φύσης και του κοινωνικού γίγνεσθαι;
Αυτό είναι ένα ερώτημα που έχει τεθεί από την αρχαιότητα. Το έθεσε ο Παρμενίδης όταν διατύπωνε τις φιλοσοφικές του αντιρρήσεις για την ηρακλείτεια Διαλεκτική, η οποία απορρέουσα από το τραγικό πνεύμα, κυριαρχούσε εκείνη την εποχή στην Ελλάδα. Το τραγικό πνεύμα ήταν ένας τρόπος σκέψης και διαβίωσης που έβλεπε τον κόσμο και τα πράγματα ως αντιφατικά και εν τω γίγνεσθαι. Στην πολεμική του ενάντια στην ηρακλειτική διαλεκτική και το τραγικό πνεύμα, λέει ο Παρμενίδης: Νομίζουν ότι ο κόσμος και κάθε τι μέσα του, έχει δύο τρόπους να υπάρχει έχοντας δύο μορφές, η μία δεν τους αρκεί. Εδώ κάνουν λάθος. Τα αντίθετα θεωρούν ενωμένα, ενώ συγχρόνως έβαλαν διαχωριστικά όρια μεταξύ τους. Απ’την μια το αιθέριο πυρ της φλόγας, ίδιο πάντα με τον εαυτό του, απ’την άλλη διάφορο απ’τον εαυτό του, αυτό το ίδιο ενάντια στον εαυτό του, δηλαδή πυκνό σκοτάδι μπερδεμένο. Σου μιλώ για το φαινομενικό κόσμο, τον διάκοσμο, για να μην γελαστείς απ’την φθαρτή σκέψη. Και συνεχίζει: Οι θνητοί μ'αυτόν τον τρόπο σκέψης δεν έμαθαν τίποτα, γίνονται δίβουλοι, γιατί η αμηχανία στα στήθια τους σαλεύει το νου. Φαντάζουν κουφοί τυφλοί και χαμένοι, χωρίς κρίση, αυτοί που νομίζουν ότι η ορθολογική συγκριτική βεβαιότητα, είναι και δεν είναι έγκυρη, γιατί δέχονται πως για όλα υπάρχει συγχρόνως κι αντίδρομος τρόπος να είναι. Δηλαδή από τότε η διαλεκτική αντιφατικότητα στους συλλογισμούς αντιμετωπιζόταν με δυσπιστία από τους ιδεαλιστές. Έτσι ο Παρμενίδης, στην αντιφατική Διαλεκτική Λογική του Ηράκλειτου, αντέτεινε συνειδητά πλέον τον Ορθολογισμό και συγχρόνος έθεσε τις βάσεις του ντετερμινισμού και της τυπικής λογικής, τα οποία αργότερα διατυπώθησαν ολοκληρωμένα από τον Αριστοτέλη και του μεγάλους ιδεαλιστές Ντεκάρτ, Καντ κλπ.
Α. Η γνώση είναι αντανάκλαση της πραγματικότητας. Η γνώση αποτελεί πολύπλοκο διαλεκτικό προτσές διείσδυσης του νου στην ουσία των πραγμάτων. Η γνώση συντελείται με την εμφάνιση και τη λύση αντιφάσεων και έχει ενεργητικό, δημιουργικό χαρακτήρα: η γνώση αποκαλύπτοντας τις νομοτέλειες του αντικειμενικού κόσμου δείχνει το δρόμο του μετασχηματισμού, της αλλαγής του.
Παρατήρηση Α: Η γνώση μπορεί να είναι αντανάκλαση της πραγματικότητας, αλλά σε κάποιο νοητικό μηχανισμό. Δηλαδή η ουσία, η διαδικασία και η έννοια της γνώσης, είναι κάτι που έχει σχέση με τον άνθρωπο ή ακόμα με τον τρόπο που ο άνθρωπος προσλαμβάνει και γονιμοποιεί την εμπειρία. Εδώ επίσης τίθεται και θέμα ποιας πραγματικότητας; αφού η πραγματικότητα είναι πολυδιάστατη που μπορεί να εκφράζεται με το υλικό γίγνεσθαι ως αληθινό διαλεκτικά ή ως φαινομενικό ορθολογικά. Αφού σύμφωνα με τους ιδεαλιστές πίσω από φαινομενικό υλικό γίγνεσθαι υπάρχει ο κόσμος των αιώνιων και αναλλοίωτων στοιχειωδών υλικών ή ιδεατών εσχάτων, που αρνείται την αντιφατικότητα και υπακούει όπως έδειξε λογικά ο Παρμενίδης στην αντιθετικότητα. Σύμφωνα με τον Παρμενίδη επειδή το Μη-Είναι δεν μπορεί να υπάρχει, ούτε η αντιφατικότητα του γίγνεσθαι μπορεί αληθινά να υπάρχει, έτσι το γίγνεσθαι θεώρησε φαινομενικό και αναληθές. Και για να λυθεί το πρόβλημα του νοείν όρισε ότι οι συλλογισμοί πρέπει να αποφεύγουν το Μη-Είναι, το μη υπάρχον και να απορρίπτουν την αντίφαση, ακολουθώντας έτσι τον ορθολογισμό. Μετά την ολοκλήρωση του ορθολογισμού με το Όργανον του Αριστοτέλη και την πρότασή του για την τυπική λογική, η έρευνα και η επιστήμη έκαναν μια μεγάλη πορεία από τον Αριστοτέλη ως τον Νεύτωνα. Η πορεία λοιπόν της νόησης μέσω του ορθολογισμού δεν ήταν ψευδής, αλλά με τη γένεση της Θεωρίας της Σχετικότητος και της Θεωρίας των Κβάντα, ο ντετερμινισμός και η τυπική λογικά και η ορθολογική αντικειμενικότητα αμφισβητήθηκαν βίαια αφού δεν μπορούν αν περιγράψουν επαρκώς τον κόσμο στο απώτατο βάθος του και στο απώτατο συμπαν, δηλαδή στο πολύ μεγάλο και το πολύ μικρό.
Είναι λοιπόν θέμα επιλογής ποια πραγματικότητα θα δεχτεί κάποιος, αφού αυτή τη στιγμή τουλάχιστον με τον ορθολογικό τρόπο που μάθαμε να σκεπτόμαστε αιώνες τώρα, όλες οι διαλεκτικές λογικές που έχουν εμφανιστεί, μολονότι δέχονται τον κόσμο εν τω γίγνεσθαι, κατά την ανάπτυξη της λογικής διαδικασίας κατρακυλούν συνεχώς, τσαλαβουτώντας στον ορθολογισμό και την τυπικότητά του.
Το ότι η γνώση επιτελείται με την λύση των αντιφάσεων είναι μια ορθολογική παραχώρηση η οποία σε τελική ανάλυση κατάγεται από τον ιδεαλισμό, που δέχεται τον κόσμο χωρίς αντιφάσεις.
Β. Η υλιστική διαλεκτική, όντας και επιστήμη της νόησης, μελετά το αντικείμενό της ιστορικά, αποκαλύπτει την προέλευση και την ανάπτυξη της γνώσης. “Στη γνωσιοθεωρία -έγραφε ο Λένιν- όπως και σ’ όλες τις άλλες περιοχές της επιστήμης πρέπει να σκεφτόμαστε διαλεκτικά, δηλαδή να μη θεωρούμε τις γνώσεις μας σαν κάτι το έτοιμο και αμετάβλητο, αλλά να ξεδιαλύνουμε με τι τρόπο από την άγνοια προκύπτει η γνώση, με τι τρόπο η γνώση η όχι πλήρης και όχι ακριβής γίνεται πληρέστερη και ακριβέστερη”. [Β.Ι.Λένιν, Άπαντα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, τομ. 18, σελ 104.]
Παρατήρηση Β: Εδώ αναφαίνεται ο ορθολογικός τρόπος που θα επιχειρηθεί η προσέγγιση στη επιστήμη της νόησης στη συνέχεια της εργασίας αυτής.
Γ. Πολλοί στοχαστές του παρελθόντος μελετούσαν τη γνώση και τις μορφές της ανεξάρτητα από την εξήγηση του αντικειμενικού τους περιεχομένου, θεωρούσαν ότι οι νόμοι της νόησης δεν έχουν καμιά σχέση με τους νόμους του ίδιου του Είναι. Παράδειγμα γι’ αυτό μπορεί ν’ αποτελέσει η γνωσιολογία (γνωσιοθεωρία) του Καντ ο οποίος προσπαθούσε να αναλύσει την ανθρώπινη γνώση και τις μορφές της ανεξάρτητα από το πραγματικό προτσές της γνώσης. Ο Καντ θεωρούσε βασικό καθήκον της γνωσιολογίας την εξήγηση των απριορικών (προεμπειρικών) όρων και μορφών της γνώσης. Ο φορμαλισμός της γνωσιοθεωρίας του Καντ συνίσταται στην απόσπαση των μορφών της νόησης από το αντικειμενικό τους περιεχόμενο.
Παρατήρηση Γ: Είναι υπερβολή ότι ο Καντ και οι ιδεαλιστές μελετούν την γνώση ανεξάρτητα από το αντικειμενικό της περιεχόμενο, ούτε δέχονται ότι οι νόμοι της νόησης δεν έχουν σχέση με τους νόμους του Είναι. Μάλιστα από το 500 πχ. δια στόματος του Παρμενίδη, ο ορθολογισμός που είναι η λογική των ιδεαλιστών, παραμερίζει την αντιφατικότητα του γίγνεσθαι και του ΜηΕίναι και πατώντας μονο στον Είναι ερευνά την "αλήθεια" του κόσμου μας.
Το βασικότερο πρόβλημα του στο έργο Καντ και των ιδεαλιστών είναι η απόλυτη χρήση της ορθολογικής τυπικότητας σαν εργαλείο σκέψης για την προσέγγιση του κόσμου, κάτι που αντιτίθεται στην αντίληψη ενός κόσμου εν τω γίγνεσθαι, που συμφωνα μ'εμάς τους διαλεκτικούς υλιστές είναι ο αληθινός κόσμος. Αυτό όμως είναι φυσικό, αφού αυτοί είναι ιδεαλιστές κι ακολουθούν τον τρόπο σκέψης του Παρμενίδη, του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη, του Ντεκάρτ και του Καντ. Το πρόβλημα γενιέται όταν αυτοί που θεωρούν τον εαυτούς τους μαρξιστή και μάλιστα πολλοί απ'αυτούς έχουν δώσει και το αίμα τους, ν'ακολουθούν στους θεωρητικούς τους συλλογισμούς τον ορθολογισμό ή να θεωρούν διαλεκτική τον δυναμικό ορθολογισμό. Τότε γενιέται η αναθεώρηση της αντιφατικότητας μέσα στο κοινωνικό γίγνεσθαι και σαν αντικειμενικοί ορθολογιστές, αγωνίζονται ενάντια στον εαυτό τους και τον μαρξισμό παλλινορθώνοντας τον καπιταλισμό ή ακόμα πιστεύοντας ότι ο καπιταλισμός είναι συνώνυμο της δημοκρατίας.
Δ. Τους πραγματικούς νόμους της γνώσης μπορούμε να τους καταλάβουμε μόνο στην περίπτωση που θ’ αναλύσουμε το αντικειμενικό περιεχόμενο της γνώσης. Ο Χέγκελ θεωρούσε τις μορφές της νόησης μορφές ζωντανού, πραγματικού περιεχομένου που συνδέονται με τον αντικειμενικό κόσμο. Και αυτό είναι σωστό. Στη φιλοσοφία όμως του Χέγκελ δεν αντανακλούν οι νόμοι και οι μορφές της νόησης τους νόμους της φύσης, αλλά απεναντίας οι νόμοι της φύσης είναι το ωχρό αντίγραφο των νόμων ανάπτυξης του πνεύματος.
Παρατήρηση Δ: Και εδώ θα παρατηρήσω ότι η βασική αντινομία του Χέγκελ είναι ότι λόγω του ιδεαλισμού του, η διαλεκτική του δίνει σαφή αναφορά και φόρο υποταγής στον ορθολογισμό. Στη διαλεκτική η αντικειμενικότητα και η υποκειμενικότητα συνιστούν μιαν αντιφατική ενότητα όπου το ένα προεκτείνεται στο άλλο χωρίς ν'αφήνουν απαραβίαστα όρια μεταξύ τους. Ο υλισμός πλέον δεν χαρακτηρίζεται από απόλυτη αντικειμενικότητα αφού το νοητικό γίγνεσθαι που είναι υποκειμενικό είναι εξίσου υλικό με το αντικειμενικό και είναι τόσο δεμένα μεταξύ τους που δεν υπάρχει πλέον τρόπος να διαχωριστούν. Εξάλλου επειδή ο άνθρωπος είναι αποτέλεσμα του παγκοσμίου γίγνεσθαι, είναι αυτός ο ίδιος μια κωδική καταγραφή του όλου και αυτή περιέχει μέσα του μια νόηση η οποία "ταξιδεύει" μέσα στο παγκόσμιο γίγνεσθαι αποκτώντας αυτογνωσία δια μέσου του ανθρώπου.
Ε. Η μαρξιστική φιλοσοφία ξεκινά από το γεγονός ότι η λεγόμενη υποκειμενική διαλεκτική (η ανάπτυξη της νόησής μας) είναι αντανάκλαση της αντικειμενικής διαλεκτικής (της ανάπτυξης των φαινομένων του αντικειμενικού κόσμου): “Οι νόμοι της σκέψης και οι νόμοι της φύσης -γράφει ο Ένγκελς- συμφωνούν αναγκαστικά μεταξύ τους, αρκεί να τους γνωρίζουμε σωστά”. [Φ. Ένγκελς, Η διαλεκτική της φύσης, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1997, σελ. 203.]
Παρατήρηση Ε: Οι νόμοι της φύσης και οι νόμοι της σκέψεις δεν συμφωνούν αναγκαστικά και πάντα μεταξύ τους αφού μολονότι οι νόμοι της φύσης είναι αντιφατικοί, πολύ καλά μέχρι τώρα χρησιμοποιούσαμε νόμους που δεν συμφωνούσαν με την αντιφατικότητα αλλά με την αντιθετικότητα. Η αντιθετικότητα φανερώνει έναν κόσμο επιφανειακό και προσεγγιστικό ενώ η αντιφατικότητα τον αληθινό κόσμο. Εκτός αυτού η αναφερόμενη αυτή πρόταση του Ένγκελς φανερώνει σύγχυση γύρω από την αντίθεση διαλεκτικής και ορθολογισμού. Είναι επηρεασμένος από την εγελιανή "διαλεκτική", η οποία κατά τη δήλωση του ίδιου του Χέγκελ σαν σκοπό έχει την τελική συμφιλίωση της δύο αυτών τρόπων σκέψης.
Ζ. Η ενότητα των νόμων της νόησης και των νόμων του Είναι δε σημαίνει πως δεν υπάρχει καμιά διαφορά ανάμεσά τους. Οι νόμοι αυτοί είναι ενιαίοι ως προς το περιεχόμενο, διαφέρουν όμως ως προς τη μορφή της ύπαρξής τους: Οι νόμοι του Είναι υπάρχουν αντικειμενικά, ενώ οι νόμοι της νόησης υπάρχουν στη συνείδηση του ανθρώπου σαν αντανάκλαση των πρώτων. “Οι νόμοι της λογικής -γράφει ο Λένιν- είναι η αντανάκλαση του αντικειμενικού στην υποκειμενική συνείδηση του ανθρώπου”. [Β.Ι.Λένιν, Φιλοσοφικά τετράδια, ρωσ. έκδ., 1947, σελ. 158.] Και αφού οι νόμοι της φύσης και οι νόμοι της νόησης είναι ενιαίοι ως προς το περιεχόμενό τους, η διαλεκτική, σαν βαθυστόχαστη και ολόπλευρη θεωρία της ανάπτυξης, περιλαμβάνει τη θεωρία της γνώσης (γνωσιολογία) και τη λογική, που μελετούν τους νόμους ανάπτυξης της νόησης, της γνώσης.
Παρατήρηση Ζ: Στην εργασία αυτή υπάρχει μια υπερβολική εμμονή στην αντανάκλαση των νόμων της φύσης στην νόηση χωρίς όμως να ορίζεται ο επιστημονικός και αδιάβλητος τρόπος που αυτή γίνεται. Κάποτε αυτή η επισήμανση είχε κάποια φιλοσοφική αξία, σήμερα όμως με την πρόοδο της επιστήμης και την μεταφυσική της γνώσης να κατεδαφίζεται δεν έχει νόημα να τονίζεται. Με την ανακάλυψη του DNA και τη διείσδυση της επιστήμης στους μηχανισμούς του εγκεφάλου, η φύση της νόησης πλέον θεωρείται απόλυτα υλική. Η Νόηση και το Υλικό Είναι λοιπόν συνιστούν μιαν αδιαχώριστη ενότητα που κανένα απ'αυτά δεν προηγείται από το άλλο, αφού το Είναι και στην πιο αρχέγονή του μορφή περιέχει μέσα του τρόπους και μηχανισμούς που συνιστούν εν δυνάμει την Νόηση όπως την γνωρίζουμε σήμερα, αλλά και όπως θα διαμορφωθεί στο μέλλον.
Η νόηση, το νοούμενο και το νοόν υποκείμενο, μετά από την αέναη πορεία κάθε όντος μέσ'το παγκόσμιο γίγνεσθαι και την καταγραφή αυτής της πορείας στο ανθρώπινο DNA, παύει να έχει διαχωριστικά όρια υποκειμενικότητας και αντικειμενικότητας. Αυτά συνιστούν μιαν αντιφατική ενότητα όπου το ένα γαννά το άλλο και συγχρόνως το μάχεται δημιουργώντας μιαν άλλην αντίληψη περί αντικειμενικότητας.
Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο άνθρωπος μπορεί να γνωρίζει, γιατί όλο το παγκόσμιο γίγνεσθαι είναι γεγραμμένο κωδικά μέσα στο DNA του και δια μέσου της εμπειρικής διαδικασίας ο κωδικός μηχανισμός αποκωδικοποιείται κι έτσι μετατρέπεται σε γνώση και συνείδηση.
Η. Η ικανότητα της ανθρώπινης γνώσης έχει ιστορικό χαρακτήρα και εξαρτάται από την ανάπτυξη του ανθρώπου και του οργάνου του της νόησης – του εγκεφάλου. Αποφασιστικό ρόλο στο να αποκτηθεί η ικανότητα γνώσης σαν ειδική ανθρώπινη λειτουργία, έπαιξε η κοινωνία. Το προτσές της γνώσης έχει κοινωνικοϊστορικό χαρακτήρα και αναπτύσσεται ανάλογα με την ανάπτυξη της κοινωνίας. Τελικός σκοπός της γνώσης είναι η ικανοποίηση των κοινωνικά απαραίτητων πρακτικών αναγκών.
Παρατήρηση Η: Η ιστορικότητα αυτή δεν αναδύεται μόνον από την ανάπτυξη του ίδιου του εγκεφάλου, αλλά και από τις γενετικές καταβολές του ανθρώπου. Μέσα στους κώδικες ζωής του ανθρώπου καταγράφεται κι αντανακλάται όλη η ιστορική πορεία του παγκοσμίου γίγνεσθαι. Η ιστορική καταγραφή αυτή στον εγκέφαλο είναι οι μηχανισμοί της νόησης. Με την είσοδο της εμπειρίας μέσα στον μηχανισμό και τις αντιστοιχίες του μ'αυτόν, ο μηχανισμός αποκωδικοποιείται σταδιακά. Το μέρος που συνεχίζει να είναι κωδικό είναι η αισθητική ενώ αυτό που έχει αποκωδικοποιηθεί είναι η συνείδηση κι η λογική.
Κι εδώ τίθεται το ερώτημα: Το ότι η σύγχρονη επιστήμη επειχειρεί την ανάλυση και ανάγνωση του ανθρώπινου DNA και μάλιστα έχει ανακοινωθεί ότι σχεδον αυτό έχει όλο αναγνωστεί πρέπει να εφισυχάσουμε ότι βρισκόμαστε στην τελική ευθεία για την αποκάλυψη των μηχανισμών της γνώσης; Επειδή ο τρόπος ανάλυσης που μπορούμε προς το παρόν με τη χρήση του ηλεκτρονικού υπολογιστή είναι τυπικά ορθολογικός, ακόμα κι αν αυτή ολοκληρωθεί, η ανάγνωσή του θα είναι μονοδιάστατη και άρα θα μάθουμε ένα πολύ μικρό μέρος, ένα πρόσωπο από τα απεριόριστα, της αλήθειας. Όταν θα είμαστε σε θέση με κάποιο ερευνητικό όργανο της αληθινής διαλεκτικής να ξαναναγνώσουμε αυτόν τον κώδικα ζωής, επειδή η Αρχή της Ταυτότητας θα είναι πλέον η Αρχή της Αντιφατικής Ταυτότητας, η οποία είναι σε εξέλιξη και σε καταλυτική-συνθετότητα κι επειδή η Αρχή της Αιτιότητας δεν θα περιγράφει την αλυσίδα της αιτίας προς μία διάσταση αλλά ως Αρχή της Αντιφατικής Αιτιότητας θα είναι πολυδιάστατα αμφίδρομη, η έρευνα για την ανάλυση του κώδικα ζωής, θα είναι απύθμενη αφού μέσα της θα αναγράφεται η ίδια η πορεία του Όλου. Τότε ο απώτερος και τελικός σκοπός θα είναι η ανάγνωση του γνωσιολογικού γίγνεσθαι στην ίδια την αιχμή της εξέλιξης του κόσμου. Τότε το παγκόσμιο γίγνεσθαι θα αποκαλύπτεται συγχρόνως με την ανάγνωση του γνωστικού μηχανισμού του κάθε ανθρώπου ο οποίος θα παρουσιάζει ένα ολοκληρωμένο απεριόριστα εξελικτικό πρόσωπο του Όλου.
Εδώ τίθεται άλλο ένα ερώτημα: πως εγώ που είμαι γέννημα-θρέμμα της γης θα μπορώ ν'αντιληφθώ και να αναλύσω κωδικές καταστάσεις σε απώτατους κόσμου όταν βρεθώ μπροστά τους. Σύμφωνα με τίς αρχές της διαλεκτικής των προσωκρατικών και την περιγραφή του αντιφατικού στοιχειώδους όπως το περιέγραψαν ο Αναξίμανδρος με τη φράση "αρχή και στοιχείον των όντων το άπειρον", όπου στο ελάχιστο και στοιχειώδες περιέχεται δυναμικά και ποιοτικά το Όλον, δικαιολογείται η δυνατότητα μιας τέτοιας γνώσης. Και τότε τίθεται το ερώτημα ποιος θα μπορούσε να είναι ο βασικός μηχανισμός της λειτουργίας του αντιφατικού στοιχειώδους που να μπορεί να δικαιολογεί μια τέτοια γνωστική δυνατότητα. Λέει ο Ζήνων: Για να υπαρχει κάτι πρέπει να έχει μέγεθος και να απέχει από κάποιο άλλο. Και συνεχίζει: δεν μπορεί να υπάρξει έσχατο μέρος κάποιου, αλλά ούτε έσχατο μέρος περιθωρίου από κάποιο άλλο. Έτσι αν υπάρχουν πολλά όντα, πρέπει να είναι μικρά και συγχρόνως μεγάλα. Τόσο μικρά που να μην έχουν μέγεθος τόσο μεγάλα που να είναι απείρου μεγέθους. Αυτό σημαίνει ότι το "αντιφατικό στοιχειώδες" όπως το όρισε ο Αναξίμανδρος αποκτά έναν αντιφατικό μηχανισμό που είναι αντίθετος απ'τον ορθολογικό μηχανισμό των Λεύκιππου και Δημόκριτου που αποδέχεται ως έσχατα αναλλοίωτα στοιχειώδη τα Άτομα, τα οποία διέθεταν και έσχατα μεγέθη κενών μεταξύ τους. Αυτό η κλασική φυσική θεώρησε απόλυτα αναγκαίο κι έτσι ακόμα και τώρα, μέσα στα τεράστια κύκλοτρα ψάχνει να βρει κάποια έσχατα αναλλοίωτα στοιχειώδη για να μπορέσει ο κόσμος να είναι κλειστός και ντετερμινιστικός. Η κβαντική φυσική όμως αυτό το έχει πια απορρίψει χωρίς βέβαια να έχει καταφέρει να δώσει λύση στο θέμα αυτό. Πάντως ο Χάιζενμπεργκ τόνισε ότι μέσα από τα κύκλοτρα θα βρούμε πολλά και διάφορα όχι όμως έσχατα δομικά στοιχεία του κόσμου μας.
Το αντιφατικό στοιχειώδες του Ζήνωνα προϋποθέτει την ύπαρξη ακαριαίας ταχύτητας. Αυτό μολονότι αντιτίθεται στην αντίληψη του Αϊνστάιν για την ύπαρξη μέγιστης ταχύτητας απ'αυτήν του φωτός, υπάρχουν πολλά δεδομένα που μας υποχρεώνουν να δεχτούμε όχι μόνο μεγαλύτερες ταχύτητες στον λεγόμενο υποκβατικό κόσμου αλλά και ακαριαία ταχύτητα στον μηχανισμό ύπαρξης του Όλου. Για να υπάρχει Όλον, στο έσχατο επίπεδό του θα πρέπει η ταχύτητα των αλληλεπιδράσεων να είναι ακαριαία κι ακίνητη, και τα στοιχειώδη του να συμπίπτουν με το Όλον και να είναι μηδενικά και άπειρα όπως όρισε με την διαλεκτική σκέψη ο Ζήνων.
Θ. Ως τον Μαρξ, η υλιστική γνωσιολογία θεωρούσε υποκείμενο της γνώσης τον άνθρωπο σαν μεμονωμένο άτομο. Προσπαθούσε ν’αποκαλύψει την ουσία των αισθημάτων και της νόησης των μεμονωμένων ανθρώπων βλέποντάς τους σαν καθαρά φυσικά όντα, χωρίς ν’ αντιλαμβάνεται την κοινωνική τους ουσία. Στην πραγματικότητα όμως η γνώση πραγματοποιείται όχι από άτομα μεμονωμένα (τέτοιοι άνθρωποι δεν υπάρχουν), αλλά από τους ανθρώπους μέλη της κοινωνίας και για την ικανοποίηση των αναγκών τους.
Παρατήρηση στο Θ.: Νομίζω ότι αυτή η άποψη είναι μια ανακρίβεια. Η κοινωνικότητα του ανθρώπου δεν ανακαλύφθηκε από τον μαρξισμό. Ο μαρξιστής πρέπει να είναι αντικειμενικός στις κρίσεις του και να μην αποτείνεται σε εκκλησίασμα που δεν έχει αντιρρήσεις.
Ι. Η διαλεκτική μελετά τους νόμους ανάπτυξης της γνώσης με βάση τη γενίκευση όλης της ιστορίας της γνώσης. Για να βρούμε τους νόμους αυτούς είναι ανάγκη ν’ αναλύσουμε την ιστορία της φιλοσοφίας, την ιστορία των διαφόρων επιστημών, την ιστορία της διανοητικής ανάπτυξης του παιδιού, την προϊστορία της ανθρώπινης νόησης (ανάπτυξης της ψυχικότητας στα ζώα), την ιστορία της γλώσσας, τα δεδομένα της ψυχολογίας και της φυσιολογίας της ανώτερης νευρικής λειτουργίας. Καθένας από αυτούς τους κλάδους της επιστημονικής γνώσης ρίχνει φως στη μία ή την άλλη πλευρά του προτσές της γνώσης. Η ιστορία της φιλοσοφίας και η ιστορία των διαφόρων επιστημών δείχνουν το προτσές ανάπτυξης της ανθρώπινης γνώσης, την κίνησή του από την άγνοια στη γνώση, από την όχι πλήρη γνώση στην ολόπλευρη και βαθιά γνώση. Η μελέτη της συμπεριφοράς των ανώτερων ζώων, της διανοητικής ανάπτυξης του παιδιού και της ιστορίας της γλώσσας δίνει τη δυνατότητα να καταλάβουμε την εμφάνιση και την ανάπτυξη των γνωστικών ικανοτήτων του ανθρώπου (της αισθητηριακής γνώσης και της νόησης). Η ψυχολογία δίνει το υλικό για την κατανόηση του τρόπου που συντελείται το προτσές του αισθήματος, της αντίληψης, της παράστασης, της νόησης. Η φυσιολογία της ανώτερης νευρικής λειτουργίας αποκαλύπτει τις υλικές βάσεις των αισθημάτων και της νόησης.
Παρατήρηση στο Ι. Αυτός ο τρόπος που υποδεικνύεται ως μαρξιστικός για την μελέτη της ανάπτυξης της γνώσης είναι ο ορθολογικός με τον οποίον ο μαρξισμός και η διαλεκτική πρέπει οπωδήποτε να διαφωνεί. Αυτός ο τρόπος είναι μονοδιάστατος και έχει ως σκοπό την συσσώρευση στοιχείων για ορθολογική χρήση.
Κ. Δεν είναι μόνο η διαλεκτική που μελετά τους νόμους και τις μορφές της νόησης. Με αυτό ασχολείται επίσης και η τυπική λογική. Γι’ αυτό προκύπτει το ζήτημα της σχέσης της διαλεκτικής με την τυπική λογική, της διαφοράς τους στον τρόπο μελέτης της νόησης.
Λ. Η τυπική λογική είναι η επιστήμη των μορφών της νόησης, των κανόνων και των μορφών ακολουθίας μιας κρίσης από άλλες. Μελετά τις μορφές της νόησης από την πλευρά της δομής τους, περιγράφει τους πιο απλούς τρόπους νόησης που χρησιμοποιούνται στη γνώση της πραγματικότητας, διατυπώνει τους κανόνες της συναγωγής μιας κρίσης από άλλες. Ιδιαίτερα η τυπική λογική λύνει ζητήματα σαν και τούτα: από ποια μέρη απαρτίζεται ο συλλογισμός, με ποιο τρόπο είναι συνδεδεμένες σε αυτόν οι χωριστές σκέψεις, σε ποια περίπτωση έπεται από αυτές έγκυρο συμπέρασμα και σε ποια όχι κλπ. Το σπουδαιότερο μέρος της τυπικής λογικής είναι η διδασκαλία για την απόδειξη, τη δομή της, τα είδη και τις δυνατότητες λαθών σε αυτή. Η ικανότητα να συνδέει κανείς σωστά τις σκέψεις στους συλλογισμούς είναι απαραίτητος όρος μιας στοιχειωδώς ορθής νόησης.
Μ. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της τυπικής λογικής είναι ότι, στη μελέτη της διάρθρωσης των μορφών της νόησης, κάνει αφαίρεση της γένεσης και της ανάπτυξης αυτών των μορφών. Η τυπική λογική παίρνει τις διαμορφωμένες κρίσεις, έννοιες, συλλογισμούς και κάνει περιγραφή τους από την πλευρά της μορφής, της διάρθρωσης. Σε αυτό ξεκινάει από ορισμένους νόμους: από το νόμο της ταυτότητας, το νόμο της αντίφασης, το νόμο του αποκλειόμενου τρίτου και το νόμο του αποχρώντος λόγου, που διατυπώνουν τους όρους της προσδιοριστίας, της συνέπειας και της αποδεικτικότητας της νόησης.
Ν. Ο νόμος της ταυτότητας λέει ότι μια και η ίδια σκέψη στα πλαίσια κάποιου συλλογισμού οφείλει να είναι ταυτόσημη με τον εαυτό της. Ο νόμος της αντίφασης απαγορεύει τις λογικές αντιφάσεις στη νόηση: δύο κρίσεις από τις οποίες στη μία βεβαιώνεται κάτι για ένα αντικείμενο και στην άλλη, για το ίδιο αντικείμενο, στο ίδιο χρονικό διάστημα και από την ίδια άποψη έχουμε άρνηση εκείνου που βεβαιώνεται στην πρώτη κρίση, δεν μπορούν να είναι ταυτόχρονα αληθινές. Ο νόμος του αποκλειομένου τρίτου ορίζει ότι δύο αντιφατικές κρίσεις που η μία αρνείται την άλλη δεν μπορούν να ‘ναι ταυτόχρονα λαθεμένες. Και τέλος ο νόμος του αποχρώντος λόγου θεσπίζει ότι κάθε κρίση μπορεί να θεωρείται αληθινή μόνο όταν προσκομιστούν επαρκείς λόγοι της αλήθειας της.
Ξ. Όλοι αυτοί οι νόμοι της τυπικής λογικής πρέπει να τηρούνται απαραίτητα όταν εξετάζεται με τη νόηση οποιοδήποτε αντικείμενο. Η παραβίαση αυτών των νόμων οδηγεί σε λάθη και κάνει τις σκέψεις μας παράλογες, αστήρικτες. Η παραβίαση, ιδιαίτερα του νόμου της αντίφασης οδηγεί σε σύγχυση, σε ασάφεια, σε ανακολουθία στη νόηση. Λόγου χάρη, μπορούμε να συναντήσουμε δύο τέτοιους αντιφατικούς ισχυρισμούς: 1) “Ο μηχανικισμός στη φιλοσοφία είναι προοδευτικό φαινόμενο” και 2) “Ο μηχανικισμός στη φιλοσοφία δεν είναι προοδευτικό, αλλά αντιδραστικό φαινόμενο”. Κάθε μια από τις δύο αντιφατικές αυτές κρίσεις είναι σωστή, αν πρόκειται για το μηχανικισμό σε διαφορετικές εποχές. Ο μηχανικισμός στο 17ο – 18ο αιώνα είχε προοδευτική σημασία, ήταν βήμα προς τα μπρος σε σύγκριση με τη θεολογία και το σχολαστικισμό. Στις σύγχρονες όμως συνθήκες ο μηχανικισμός εμποδίζει την ανάπτυξη της φιλοσοφίας και της επιστήμης, τις τραβά προς τα πίσω. Οι δύο όμως αυτές κρίσεις είναι λογικά ασυμβίβαστες όταν πρόκειται για το μηχανικισμό μιας και της ίδιας εποχής δηλαδή, στις ίδιες συνθήκες και από την ίδια άποψη. Αν υποστηρίξουμε ότι ο σύγχρονος μηχανικισμός σε σχέση με το διαλεκτικό υλισμό είναι και αντιδραστικός και προοδευτικός, τότε η κρίση θα είναι μπερδεμένη, λογικά αντιφατική, η μια σκέψη σ’ αυτήν δε συμφωνεί με την άλλη. Ο Λένιν έγραφε ότι η λογική αντιφατικότητα “υπό τον όρο, βέβαια, ότι ο λογικός συλλογισμός είναι σωστός – δεν πρέπει να υπάρχει ούτε στην οικονομική ούτε στην πολιτική ανάλυση”. [Β.Ι.Λένιν, Άπαντα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, τόμ. 30, σελ 91.]
Ο. Ο σωστά εννοούμενος λογικός νόμος της αντίφασης συμβιβάζεται πλήρως με την αναγνώριση της ύπαρξης αντιφάσεων στον αντικειμενικό κόσμο και στην ανάπτυξη της νόησής μας. Είναι νόμος σύνδεσης διαμορφωμένων σκέψεων και κάνει αφαίρεση της γένεσης και ανάπτυξής τους. Στο προτσές της ανάπτυξης της γνώσης οι έννοιες μπορούν ν’ αλλάζουν το περιεχόμενό τους, να βαθαίνουν, να αναπτύσσονται. Το γεγονός αυτό, όπως θα αποδειχτεί παραπέρα, μπορεί να οδηγήσει σε αντιφάσεις με τον ίδιο τον εαυτό τους.
Π. Τις αντιφάσεις στη γνώση, που αντανακλούν τις αντιφάσεις του αντικειμενικού κόσμου και τον αντιφατικό χαρακτήρα του προτσές της αντανάκλασής του, δεν πρέπει να τις συγχέουμε με τις αντιφάσεις της τυπικής λογικής, που προκύπτουν σαν αποτέλεσμα της ασυνέπειας, της σύγχυσης της νόησης του ενός ή του άλλου ανθρώπου. Οι πρώτες είναι νομοτελειακές, αναγκαίες για την ολόπλευρη γνώση του κόσμου σε όλη την πολυπλοκότητά του, με όλες του τις αντιφάσεις. Οι δεύτερες δυσχεραίνουν την κίνησή μας προς την αλήθεια, δεν αντανακλούν τις αντικειμενικές αντιφάσεις. Γι’ αυτό πρέπει να απομακρύνουμε τις λογικές αντιφάσεις και να πετυχαίνουμε την καθαρότητα και τη συνέπεια της νόησης.
Ρ. Οι νόμοι της νόησης, που περιγράφονται από την τυπική λογική, αντανακλούν τις πιο απλές σχέσεις των πραγμάτων. Λόγου χάρη, ο νόμος της ταυτότητας αντανακλά την ομοιότητα των φαινομένων της πραγματικότητας, τη σχετική σταθερότητα και την προσδιοριστία των αντικειμένων. Η σκέψη στο διαλογισμό πρέπει να ‘ναι καθαρή και προσδιορισμένη, γιατί το ίδιο το αντικείμενο, παρά τη μεταβλητότητά του, είναι ποιοτικά σταθερό.
Σ. Οι νόμοι της τυπικής λογικής αντανακλούν μια ορισμένη πλευρά των αντικειμένων – το στοιχείο της σταθερότητάς τους και της σχετικής τους μονιμότητας. Και εφόσον οι νόμοι αυτοί αντανακλούν κάποια πλευρά των φαινομένων της πραγματικότητας μπορούν να χρησιμεύουν, αν και σε περιορισμένη κλίμακα, σαν μέθοδος για την απόκτηση καινούριων γνώσεων. Ο Ένγκελς έγραφε: “Ακόμα και η τυπική λογική αποτελεί προπαντός μέθοδο για την ανακάλυψη καινούριων αποτελεσμάτων για το πέρασμα από το γνωστό στο άγνωστο. Το ίδιο ακριβώς αλλά σε πολύ ανώτερο βαθμό αποτελεί και η διαλεκτική που, για τον ίδιο σκοπό, σπάζει το στενό ορίζοντα της τυπικής λογικής, και περιέχει μέσα της το σπέρμα μιας πιο πλατιάς κοσμοθεωρίας”. [Φ. Ένγκελς, Αντι-Ντίρινγκ, ρωσ. έκδ., 1957, σελ. 126-127]
Τ. Κατά τη μελέτη ενός αντικειμένου είναι αναγκαίο να γίνεται αφαίρεση κάποιων πλευρών του και συγκέντρωση της προσοχής σε μία πλευρά. Έτσι γίνεται σε όλους τους κλάδους της επιστήμης. Στα μαθηματικά πχ, κάνουμε αφαίρεση της ποιοτικής προσδιοριστίας των αντικειμένων και τα εξετάζουμε από την πλευρά των ποσοτικών και χωρικών σχέσεών τους. Η τέτοια αφαίρεση είναι απαραίτητη για τη βαθιά κατανόηση του κόσμου. Ωστόσο, δεν πρέπει να ξεχνούμε ποτέ ότι υπάρχουν και άλλες πλευρές του αντικειμένου.
Υ. Το ίδιο ισχύει και για την τυπική λογική. Είναι δυνατόν, όταν μελετούμε τις μορφές της νόησης, να κάνουμε αφαίρεση της ανάπτυξής τους, όμως τις νομοτέλειες που αντανακλούν μια πλευρά της πραγματικότητας -τη σχετική σταθερότητα των πραγμάτων και της αντανάκλασής τους στο κεφάλι των ανθρώπων- δεν πρέπει να τις θεωρούμε σαν μοναδικές. Η μετατροπή της τυπικής λογικής σε μοναδική επιστήμη της νόησης και των νόμων της, σε καθολική μέθοδο γνώσης των φαινομένων της πραγματικότητας, οδηγεί στη μεταφυσική, στην άρνηση της ανάπτυξης και των αντιφάσεων της αντικειμενικής πραγματικότητας και της γνώσης μας γι’ αυτήν. Η διαλεκτική λογική, χωρίς ν’ αρνείται τη σημασία της τυπικής λογικής, δείχνει ποια είναι η θέση της τελευταίας στη μελέτη των νόμων και των μορφών της νόησης και αντιτάσσεται στη μετατροπή της τυπικής λογικής σε μοναδική επιστήμη των νόμων και των μορφών της νόησης. Την ανάπτυξη, της οποίας κάνει αφαίρεση η τυπική λογική στη μελέτη της νόησης, η διαλεκτική τη μελετά βαθιά και ολόπλευρα. Γι’ αυτό η διαλεκτική δίνει τη δυνατότητα να καταλάβουμε τη σημασία και εκείνης της πλευράς της νόησης που μελετάει η τυπική λογική. Οι νόμοι της σύνδεσης των έτοιμων μορφών της νόησης, της διάρθρωσης της νόησης μπορούν να κατανοηθούν μόνο με βάση τη γνώση των νόμων της ανάπτυξης της νόησης, της γνώσης.
Φ. Ο Β.Ι.Λένιν καθόρισε την ουσία της διαλεκτικής λογικής και τις διαφορές της από την τυπική λογική: “Η λογική -έγραφε ο Λένιν για τη διαλεκτική λογική- είναι διδασκαλία όχι για τις εξωτερικές μορφές της νόησης, αλλά για τους νόμους εξέλιξης ‘όλων των υλικών, φυσικών και πνευματικών πραγμάτων’, δηλαδή της εξέλιξης όλου του συγκεκριμένου περιεχομένου του κόσμου και της γνώσης αυτού του κόσμου, δηλ. το αποτέλεσμα, το άθροισμα, το συμπέρασμα της ιστορίας της γνώσης του κόσμου.” [Β.Ι.Λένιν, Άπ. εκδ. Σύγχρονη Εποχή, τομ. 29, σελ. 84.]
Χ. Η διαλεκτική λογική έχει περιεχόμενό της τη μελέτη των σχέσεων, των περασμάτων, των αντιφάσεων, των εννοιών όπου αντανακλώνται οι σχέσεις, τα αλληλοπεράσματα, οι αντιφάσεις των φαινομένων του αντικειμενικού κόσμου. Η διαλεκτική δεν περιορίζεται στην απαρίθμηση των διαφόρων μορφών της κίνησης της νόησης (κρίσεων, εννοιών, συλλογισμών), αλλά καθορίζει την υπόταξή τους και δείχνει κατά ποιο τρόπο στο προτσές ανάπτυξης της γνώσης η μία μορφή περνάει στην άλλη. Το κύριο πρόβλημα της διαλεκτικής λογικής είναι το πρόβλημα της αλήθειας. Η διαλεκτική λογική εξετάζει τις μορφές της νόησης από άποψη περιεχομένου, δείχνει με ποιο τρόπο πετυχαίνεται στις μορφές της νόησης, η αληθινή γνώση για τον κόσμο.
Ψ. Η διαλεκτική λογική απαιτεί το αντικείμενο και η αντανάκλασή του στη συνείδηση των ανθρώπων να εξετάζονται ολόπλευρα: στην ανάπτυξη, στην αυτοκίνηση, στους ουσιώδεις δεσμούς με τα άλλα αντικείμενα, στην εμφάνιση και τη λύση των αντιφάσεων, στις ποσοτικές και ποιοτικές τους αλλαγές κλπ. Η διαλεκτική λογική δεν έχει ιδιαίτερους νόμους, διαφορετικούς από τους νόμους της διαλεκτικής. Όλοι οι νόμοι της διαλεκτικής είναι νόμοι και της διαλεκτικής λογικής. Ενώ οι νόμοι της τυπικής λογικής αντανακλούν τις πιο απλές σχέσεις των αντικειμένων, χωριστές πλευρές του υλικού κόσμου – το στοιχείο της ηρεμίας, της σταθερότητας – οι νόμοι της διαλεκτικής αντανακλούν τις ουσιωδέστερες νομοτέλειες των φαινομένων της πραγματικότητας, τα οποία εξετάζονται στην ανάπτυξη, που κλείνει μέσα της τη σχετική ηρεμία και σταθερότητα.
Παρατήρηση στο σύνολο περί τυπικής λογικής: Εδώ φαίνεται η λατρεία των σοβιετικών μαρξιστικών κύκλων για τον αριστοτελικο ορθολογισμό. Ο αριστοτελικός ορθολογισμός μαζί με την ορθολογική τυπικότητα, προτείνει και την Εντελέχεια των όντων, δηλαδή το εσωτερικό γίγνεσθαι που υπάρχει εν δυνάμει σε όλα τα όντα ως την ολοκλήρωσή τους, κι εξ'αιτίας των όρων και των ορίων τους.
Ο Λένιν αλλά και Στάλιν φρεσκάρισαν τα αρχαία ελληνικά που έμαθαν στο σχολείο, για να διαβάσουν Αριστοτέλη στο πρωτότυπο.
Πολλές παρατηρήσεις αυτού του κειμένου φανερώνουν σύγχυση περί διαλεκτικής.
Η βασικές μεθοδολογικές απαιτήσεις της στη μελέτη του αντικειμένου της διατυπώθηκαν από τον Β.Ι.Λένιν κατά τον ακόλουθο τρόπο:
Ω. “Για να γνωρίσουμε πραγματικά ένα αντικείμενο πρέπει να συμπεριλάβουμε, να μελετήσουμε όλες τις πλευρές του, όλες τις διασυνδέσεις και τις ‘έμμεσες σχέσεις’ του. Ποτέ δε θα το πετύχουμε αυτό πλήρως, η απάντηση όμως της ολόπλευρης μελέτης θα μας προφυλάξει από τα λάθη και από την αποστέωση. Αυτό είναι το πρώτο. Δεύτερο, η διαλεκτική λογική απαιτεί να παίρνουμε το αντικείμενο στην εξέλιξή του, στην αυτοκίνησή του (όπως λέει κάποτε ο Χέγκελ), στην αλλαγή του… Τρίτο, όλη η ανθρώπινη εμπειρία πρέπει να περιληφθεί στον πλήρη ‘ορισμό του αντικειμένου και σαν κριτήριο της αλήθειας και σαν πρακτικός καθοριστής της σύνθεσης του αντικειμένου με αυτό που χρειάζεται στον άνθρωπο. Τέταρτο, η διαλεκτική λογική διδάσκει ότι ‘δεν υπάρχει αφηρημένη αλήθεια, η αλήθεια είναι πάντοτε συγκεκριμένη’…” [Β.Ι.Λένιν, Άπαντα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, τομ. 42, σελ. 290.]
Μ'όλο τον σεβασμό το θαυμασμό και την αγάπη προς το πρόσωπο του Λένιν η θαυμάσια αυτή ανάπτυξη είναι πεπαλαιωμένη και βαθιά επιρρεασμένη από την δυναμική ορθολογική αντικειμενικότητα. Αυτή η δυναμική ορθολογικότητα, έχοντας ως βάση την αντιθετικότητα του Είναι θεωρήθηκε ότι αυτή ήταν η διαλεκτική σκέψη. Η αντιθετικότητα αποδέχεται ότι οι ενάντιες συνθέσεις και καταστάσεις, αλληλεπιδρούν χωρίς να παραβιάζουν τα έσχατα όρια μεταξύ τους, δημιουργώντας κάποιο γίγνεσθαι το οποίο προϋποθέτει κάποια εκ των προτέρων καθορισμένα όρια του τέλους. Η αντιφατικότητα προϋποθέτει ότι οι ενάντιες συνθέσεις ή καταστάσεις ν'αλληλεπιδρούν χωρίς ν'αφήνουν απαραβίαστα όρια μεταξύ τους, συνιστώντας έτσι αντιφατικές ενότητες οι οποίες καταλύονται-συντιθέμενες, Είναι-ΜηΌντας. Η σύγχρονη επιστήμη από το στόμα του μεγάλου επιστήμονα, επαναστάτη και ανθρωπιστή Μπωμ αναδύεται ως αντιφατική: Στην κβαντομηχανική, η θεωρία του πεδίου περιγράφει την κίνηση των στοιχειωδών σωματίων, ως δημιουργία-καταστροφή τους. Έτσι αν ένα ηλεκτρόνιο υποστεί σκέδαση από την αρχική του πορεία σε διαφορετική, αυτό το περιστατικό περιγράφεται ως "καταστροφή"αυτού του ηλεκτρονίου και "δημιουργία" άλλου που κινείται σε νέα κατεύθυνση. Δηλαδή δεν υπάρχει σωμάτιο που να διατηρεί πάντα την ταυτότητά του. Έτσι αν δούμε την παράσταση του πεδίου κίνησης ενός ελευθέρου σωματίου βαθύτερα, διαπιστώνουμε ότι η κίνησή του περιγράφεται μαθηματικά ως μια σειρά καταστροφής-αναδημιουργίας που έχει συγχρόνως ως αποτέλεσμα τη συνεχή αλλαγή του σωματίου μέσ’το χώρο.
Λέει ο Ηράκλειτος: Την ίδια ουσία δεν ξαναγγίζουμε γιατί όλα αλλάζουν βίαια και γρήγορα, φεύγουν-επιστρέφοντας, σκορπάνε-μαζεύοντας, καταλύονται-συντιθέμενα, Είναι-Μη Όντας. Και ο Ζήνων: Το κινούμενο δεν κινείται ούτε στον τόπο που βρίσκεται ούτε στον τόπο που δεν βρίσκεται.
Εφαρμογή των νόμων της διαλεκτικής στη μελέτη της νόησης δημιουργεί όλους τους όρους για τη διείσδυση στην ουσία της. Η διαλεκτική λογική αποκαλύπτει τη διαλεκτική της γνώσης, δηλαδή τους νόμους ανάπτυξής της, μαζί και της ανάπτυξης των μορφών της νόησης. Και αυτό σημαίνει ότι η διαλεκτική λογική είναι η ολόπλευρη και βαθιά διδασκαλία για την ανάπτυξη της ανθρώπινης γνώσης σαν αντανάκλασης της ανάπτυξης του υλικού κόσμου.
Παρατήρηση: Είναι αλήθεια ότι ο Ορθολογισμός δεν είναι κάτι ευκαταφρόνητο, μας πήρε από την εποχή του μύθου και μας έφτασε στον Νεύτωνα. Ακόμα όταν διαχειριζόμαστε καταστάσεις καθημερινότητας χωρίς τυπική λογική δεν πάμε πουθενά. Όμως ο ορθολογισμός ακολουθείται και από συμπληρωματικές αντιλήψεις που υπάρχουν λογικά από τις ίδιες τις καταβολές του κι εμείς από συνήθεια τις ξεχνάμε.
Οι ιδεαλιστές π.χ. Παρμενίδης, Πλάτων, Αριστοτέλης, Καντ και Χέγκελ, πίστευαν ότι ο κόσμος υπάρχει αντικειμενικά έξω από την συνείδησή μας. Εξ'αυτών Παρμενίδης, πίστευε ότι αυτός ο αντικειμενικά υπάρχων κόσμος μπορεί να γνωστεί και πρότεινε σαν εργαλείο της γνώσης τον Ορθολογισμό. Στην εποχή του μεσουρανούσε μάλλον η διαλεκτική αντίληψη των προσωκρατικών Αναξίμανδρου και Ηράκλειτου οι οποίοι πίστευαν ότι επειδή τα πάντα βρίσκονται σε συνεχή καταλυτική-συνθετότητα, το μόνο αληθινό είναι η συνεχής αλλαγή, δηλαδή το Γίγνεσθαι. Ο Ηράκλειτος μάλιστα έλεγε ότι "αυτόν τον κόσμου που είναι ίδιος για όλους, (που υπάρχει αντικειμενικά), δεν τον έφτιαξε κανείς αλλά ήταν, είναι και θα είναι άσβεστο πυρ που ανάβει-σβήνοντας με μέτρο". Ο Ηράκλειτος στην αντιφατική αντίληψη για τον κόσμο του Αναξίμανδρου προσέθεσε τον Λόγο. Ο Λόγος ήταν η Λογικο-γλωσσική σύνταξη του Γίγνεσθαι. Δηλαδή ήταν ο τρόπος που λέγεται το Γίγνεσθαι και εξ'αυτού, συγχρόνως κι η Λογική του. Ο Παρμενίδης όμως στην πολεμική του για την αντιφατικότητα της διαλεκτικής του Αναξίμανδρου και του Ηράκλειτου, έθεσε το ερώτημα αν το Μη-Υπάρχον μπορεί να υπάρχει; Και φυσικά απάντησε ότι το Μη-Υπάρχον δεν μπορεί να υπάρχει. Έτσι επειδή η αντιφατικότητα η οποία Είναι-ΜηΌντας και χαραχτηρίζει το Γίγνεσθαι και το Όλλυσθαι περιέχει μέσα την το μή-Είναι, λαθεύει. Κατ'αυτόν λοιπόν ο κόσμος του γίγνεσθαι που αντιλαμβανόμεθα άμεσα και εμπειρικά είναι ένας φαινομενικός και απατηλός διάκοσμος της αλήθειας. Για να φτάσουμε λοιπόν στην καρδιά της αλήθειας πρέπει να ακολουθήσουμε τον Ορθολογισμό ο οποίος πατά μόνο στο Είναι και παραμερίζει με τις ορθολογικές διαδικασίες το μη-Είναι(το μή υπάρχον) από το νοιείν. Για να λειτουργεί απόλυτα ο Ορθολογισμός, δηλαδή από τα γνωστά δεδομένα να μπορούμε να πηγαίνουμε αλάνθαστα στα άγνωστα και να τα γνωρίζουμε, ο κόσμος πρέπει να είναι κλειστός και πεπερασμένος. Από κει και πέρα η διαλεκτική παραμερίστηκε σαν σοφιστική και ο ορθολογισμός μέσω του Σωκράτη, του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη επεβλήθει στη νόηση. Ο Πλάτων θέλοντας να προχωρήσει περισσότερο στις γνωσιολογικές απόψεις του Παρμενίδη εισήγαγε στην νόηση και το στοιχείο της γνωστικής δυνατότητας του ανθρώπου, δηλαδή την κοινωνία του με τις Ιδέες. Οι Ιδέες ήταν οι εσωτερικές καταβολές της ανθρώπινης νόησης, ώστε να υπάρχουν αντιστοιχίες επαλήθευσης της εμπειρίας μέσα στον άνθρωπο. Αυτήν την αντίληψη πήρε ο Κάντ, την ονόμασε εν των προτέρων γνωστική δυνατότητα του ανθρώπου και δια μέσου της Ορθολογικής τυπικότητας του Αριστοτέλη οργάνωσε την σύγχρονη Μεταφυσική μέσω της "Κριτικής του Καθαρού Λόγου". Ο Καντ αποδέχτηκε την αντίληψη για τη φαινομενικότητα του Παρμενίδη κι έτσι στη θέση του Εόντος δηλαδή του αληθώς υπάρχοντος, έβαλε τα Πράγματα Καθαυτά, το οποία θεώρησε αληθώς υπάρχοντα, όμως Μη Γνώσιμα. Η Διαφορά τους είναι οτι σύμφωνα με τον Παρμενίδη ο Ορθολογισμός, η τυπική λογική και ο ντετερμινισμός οδηγούν στην αληθή γνώση, ενώ σύμφωνα με τον Καντ, μολονότι η Κριτική του Καθαρού Λόγου διαχειρίζεται τον τρόπο του νοείν, αυτή την ίδια την αντικειμενικότητα που είναι τα Καθαυτά δεν μπορεί να γνωρίσει. Από κει και πέρα μας μένει να δεχτούμε ότι μάλλον το έργο του Καντ μολονότι θεωρείται γνωσιολογικό δεν είναι αληθινά τέτοιο. Αυτό είναι μάλλον ο δρόμος για την άνωδο στα ανώτερα στάδια της Μεταφυσικής Συνειδητότητας. Για έναν λόγο πάρα πάνω που ο Αριστοτέλης είχε ήδη δώσει το "Όργανον" του Ορθολογισμού και διαμέσου αυτού και την τυπική λογική, σαν εργαλείο έρευνας. Στη συνέχεια ο Χέγκελ ξεκινώντας από τις αντιλήψεις περί μεταφυσικής της γνώσης του Καντ και τις αντιλήψεις του Παρμενίδη (ο οποίος αποδέχετο την διαλεκτική ως τον τρόπο που ο απλός άνθρωπος αντιμετωπίζει την φαινομενική και ψευδή καθημερινότητα), αλλά και του Πλάτωνα όπου η τελική ανάπτυξη της αντίληψης περί των ιδεών, θα μπορούσε να οδηγήσει στην Ιδέα της Ιδέας όπου αναφαίνεται πλέον ξανά η αντιφατικότητα ως αποτέλεσμα του ακραίας ανάλυσης του ορθολογισμού. Η λεγόμενη "Επιστήμη της Λογικής" του Χέγκελ, μολονότι ως επιστήμη θέλει κάποιες φορές να οδηγήσει τη νόηση στη γνώση, παρακάμπτει συνεχώς απ'αυτό τον σκοπό θέλοντας να γίνει η μεταφυσική σκάλα για το απόλυτο που είναι η μόνη αλήθεια --και που αυτό είναι ο θεός και μόνον ο θεός-- (όπως τονίζει).
Τελικά λοιπόν στη σύγχρονη επιστήμη έχει μείνει η τυπική λογική του Αριστοτέλη και όλες οι μαθηματικές προτάσεις διαφορικότητας από την εποχή του Αρχιμήδη, του Γαλιλαίου, του Ντε Καρτ του Λάιμπνιτς, του Νεύτωνα κ.λπ. που την αναβαθμίζουν σε καταστάσεις εν κινήσει, οργανώνοντας την Εντελέχεια, με την οποία ο Αριστοτέλης προίκιζε όλα τα όντα, δηλαδή την εσωτερική δυνατότητα με την οποία τα όντα θα έφταναν, μέσω των καταβολών τους, στην ολοκλήρωσή τους.
Η Αντανάκλαση του Αντικειμενικού κόσμου λοιπόν δεν αρκεί, χρειάζεται και η εσωτερική δυνατότητα του νοώντος υποκειμένου η οποία εκφράζεται με την λογική διαδικασία της γνώσης. Και εδώ επιστρέφει ξανά η παραγκωνισμένη αντίληψη περί διαλεκτικής, αφού ο σύγχρονος κόσμος με την είσοδο της Θεωρίας της Σχετικότητας και της Θεωρίας των Κβάντα, δεν μπορεί πια να ερμηνευτεί ικανοποιητικά με τον ορθολογισμό, την τυπική λογική και τον ντετερμινισμό. Επίσης από το 1960 που έγινε η αποκάλυψη του DNA, αλλά και στη συνέχεια με την ανάπτυξη της επιστήμης γύρω από αυτό το θέμα, αναφαίνεται ότι: ο άνθρωπος ως αποτέλεσμα του Παγκοσμίου Γίγνεσθαι και όχι ως δημιούργημα του θεού, είναι ο ίδιος μια εξελικτική καταγραφή, η οποία περιέχει όλη την πορεία του κόσμου μέσα στο ανθρώπινο DNA. Έτσι η νόηση ξεπεζεύει από το ιπτάμενο ά-λογο της μεταφυσικής και ξαναπατά στη γη. Η καντιανή λοιπόν "εκ των προτέρων γνωστική δυνατότητα του ανθρώπου" είναι πλέον "εκ των προτέρων κληρονομική γνωστική δυνατότητα" που είναι μια κληρονομική αφομοίωση της εμπειρικής συσσώρευσης. Και επειδή ο κόσμος γίνεται πλέον δεκτός σε εξέλιξη άρα είναι αντιφατικός και όχι αντιθετικός, η λογική που πρέπει να ακολουθήσουμε είναι η διαλεκτική.
Υπάρχει όμως ζήτημα στο τι είναι η διαλεκτική και τι διαλεκτική πρέπει να ακολουθήσουμε για νά'χουμε
ένα αξιόπιστο εργαλείο επιστημονικής έρευνας. Επειδή ο αληθινός κόσμος και τα πράγματα στη σύγχρονη επιστήμη αλλάζουν βίαια και γρήγορα, καταλύονται-συντιθέμενα και Είναι-Μη-Όντας, συνεχώς Άλλα-Αλλού, διέπονται από αντιφατικότητα.
Όπως απεδείχθει οι Αρχές της Διαλεκτικής Λογικής του Χέγκελ τις οποίες απεδέχθει και ο Ένγκελς, δεν είναι εργαλεία που μπορούν να οδηγήσουν στη επιστημονική έρευνα αλλά ορθά γενικά συμπεράσματα τα οποία υπό όρους αποδέχεται και ο δυναμικός ορθολογισμός.
Επίσης στη σύγχρονη επιστήμη η έρευνα δεν μπορεί πια να ακουμπά ούτε στον ορθολογισμό, ούτε στη τυπική λογική, ούτε στον ντετερμινισμό, ούτε στην νευτώνεια αντικειμενικότητα. Αφού οι πειραματικές διαδικασίες στην Κβαντική επιστήμη, προϋποθέτουν ότι κατά την μέτρηση, το αντικείμενο προς μέτρηση, το μέσον μέτρησης και για πάρα πολλούς μεγάλους επιστήμονες και το υποκείμενο συνιστούν μιαν κβαντική ενότητα όπου κάθε επίδραση στο ένα απ'αυτά προϋποθέτει κάποια επίδραση και σε όλα τά άλλα.
Όλοι ξέρουμε σήμερα ότι χρειάζεται μια διαλεκτική λογική αλλά όσες υπάρχουν δεν είναι επαρκείς γιατί αγγίζουν στον ορθολογισμό. Είναι λοιπόν ανάγκη λαμβάνοντας σοβαρά υπόψιν τις διαλεκτικές προτάσεις των προσωκρατικών Αναξίμανδρου, Ηράκλειτου και Ζήνωνα να οργανωθεί με τα νέα επιστημονικά δεδομένα μια νέα διαλεκτική που να βασίζεται την αντιφατικότητα όπως της όρισε ο Ηράκλειτος και όχι ο Χέγκελ. Η αντιφατικότητα του Χέγκελ μέσω της αρχής της Άρνησης της Άρνησης με επιμέλεια μετατρέπει την αντιφατικότητα που είναι η καρδιά του γίγνεσθαι σε αντιθετικότητα που είναι η καρδιά του δυναμικού ορθολογισμού.
Ακουμπώντας στην άποψη του Ηράκλειτου περί του μηχανισμού της αντιφατικότητας ως καταλυτική συνθετότητα: (Όλα κοινωνούν με τον Λόγο, εξαιτίας του οποίου αλλάζουν και ενώ κάθε στιγμή βεβαιώνονται γι’αυτό, δεν τον νιώθουν, ούτε τον αισθάνονται. ―Αυτό που αλλάζει, συμφωνεί με τον εαυτό του κι αυτή είναι η αμφίδρομη αρμονία, όπως της λύρας και του δοξαριού. ―Αυτόν τον κόσμο που είναι ίδιος για όλους, δεν τον εποίησε ούτε θεός ούτε άνθρωπος, αλλά ήταν είναι και θα είναι πυρ αείζωον, που ανάβει-σβήνοντας με μέτρο. ―΄Όλα μετατρέπονται σε πυρ και το πυρ σε όλα, όπως ο χρυσός σε εμπορεύματα και τα εμπορεύματα σε χρυσό. ―Στον ίδιο ποταμό δεν ξαναμπαίνουμε, ούτε την ίδια ουσία ξαναγγίζουμε, γιατί όλα αλλάζουν βίαια και γρήγορα, καταλύονται-συντιθέμενα, σκορπάνε-μαζεύοντας, Είναι-ΜηΌντας (όχι πριν ή μετά αλλά συγχρόνως συνίστανται-αποσυντιθέμενα). ―Στον κοχλία (τον τόρνο), η ευθεία είναι αποτέλεσμα περιστροφής).
Κι ο Ζήνων προτείνει: To κινούμενο δεν κινείται ούτ’εκεί που βρίσκεται, ούτ’εκεί που δε βρίσκεται.
Εδώ ο Ζήνων δεν αμφιβάλλει για την ύπαρξη της κίνησης, όπως ισχυρίζονται οι δοξογράφοι, ο Χέγκελ αλλά και η πλειονότητα από μας, αφού μιλά για "κινούμενο". Αυτός αμφιβάλλει για τον τρόπο που δεχόμαστε ότι πραγματοποιείται η κίνηση και για τον τόπο πάνω στον οποίον εξελίσσεται.
Αυτό όμως δεν εξαντλείται μόνο στην επιστημονική έρευνα και την φιλοσοφία αλλά και στο κοινωνικό γίγνεσθαι, όπου η δημοκρατία πλέον θεωρείται σαν κάποιο αντιφατικό γίγνεσθαι όπου συνιστά μιαν αντιφατική ενότητα με την δικτατορία: Στο σύγχρονο κόσμο κανείς δεν θα είχε αντίρηση ότι το κοινωνικό γίγνεσθαι αποοτελείται από τάξεις και ταξικά στρώματα που έχου αντίθετα συμφέροντα που συγκρούονται κιόλας. Περί αυτού πιο ολοκληρωμένα στην ανάρτησή μου "Διαλεκτική Υλιστική Σκεψη" thodoroskavasis.blogspot.com
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου