ΕΙΝΑΙ Η ΤΕΧΝΗ ΖΩΝΤΑΝΗ Ή ΟΧΙ
ΕΙΝΑΙ Η ΤΕΧΝΗ ΖΩΝΤΑΝΗ Ή ΟΧΙ;
Α. Αν η τέχνη είναι ζωντανή ή πέθανε, είναι θέμα συζήτησης που απασχολεί για πολλά χρόνια τους καλλιτέχνες και τους θεωρητικούς της τέχνης. Κι όπως είναι φυσικό υπάρχουν πολλές κι αντικρουόμενες απόψεις. Άσχετα όμως από το τι συζητιέται, η παραγωγή έργων τα οποία αυτοονομάζονται έργα τέχνης δεν σταμάτησε, όντας δείγμα για ορισμένους ότι η τέχνη είναι ζωντανή. Αντίθετα άλλοι πιστεύουν ότι η τέχνη έχει εξαντλήσει τα όρια της αισθητικής της παρουσίας και δεν κάνει άλλο από το να αναπαράγει τον γερασμένο εαυτό της ή θέλοντας ν'αναστηθεί να παράγει αντιαισθητικά εκτρώματα. Γενικότερα όμως άλλοι πιστεύουν ότι η τέχνη είναι ή όχι ζωντανή, ανάλογα με το αν μπορεί να προσφέρει στον καλλιτέχνη και τον παρατηρητή, την έμπνευση να ξεπεράσει το τέλμα της καθημερινότητας, ξεπερνώντας έτσι και καλυτερεύοντας τον ίδιο τον εαυτό του. Για να αποφανθεί κάποιος γύρω α'αυτό το θέμα, θα πρέπει να μπορεί να διαπιστωθεί το περιεχόμενο του καθενός ισχυρισμού γύρω από την τέχνη κι αυτό κάνει αναγκαία την οριοθέτηση της έννοιας "Τέχνη". Για να μπορέσει όμως να αναλυθεί αυτή η έννοια, να βρεθούν οι όροι και τα όριά της, είναι αναγκαίο πριν να δοθεί απάντηση στο ερώτημα "πως η τέχνη είναι δυνατή" και "τι χαρακτηρίζει αυτό που μπορούμε να λέμε Τέχνη".
Για να κάνω αυτό δυνατόν θα προτείνω κατ'αρχήν μια οντολογική προϋπόθεση, πάνω στην οποία θα στηρίξω τους συλλογισμούς μου: Εγώ δέχομαι ότι ο άνθρωπος είναι αποτέλεσμα της εξελικτικής πορείας του κόσμου. Έτσι η δομή του είναι η καταγραφή αυτής της πορείας, τουλάχιστον ως τη στιγμή της μορφοποίησής του. Όλη αυτή η καταγραφή υπάρχει ως μικροδομή στο DNA κάθε ανθρώπου. Ο εγκέφαλος του ανθρώπου είναι η κωδικοποιημένη καταγραφή όλων των ενεργειών και των αντιδράσεών του κατά τη διάρκεια αυτής της εξελικτικής πορείας που είναι και η διαμόφωσή του. Ο εγκέφαλος είναι ένας κωδικοποιημένος γνωστικός μηχανισμός, που η ίδια η δομή του είναι κωδικοποιημένη γνώση.
Κάθε εμπειρία που διοχετεύεται μέσα του, τον αφυπνίζει και διεγείροντάς τον του θυμίζει αρχαίους δρόμους που χάνονται στη φύση, το ζώο και τους προγόνους. Με τον τρόπο αυτό αποκωδικοποιεί τον γνωστικό του μηχανισμό και συνειδητοποιώντας τον, τον επανακωδικοποιεί ως συνειδητό και Νέο. Το μέρος του γνωστικού μηχανισμού του ανθρώπου που είναι αποκωδικοποιημένο είναι η Συνείδηση και η Λογική, ενώ το άλλο το απύθμενο που παραμένει κωδικό είναι η Αισθητική ως κοινωνικά ανεπηρέαστη. Δηλαδή από το αποκωδικοποιημένο μέρος απορρέει η Ιδεολογία και η Λογική του καλλιτέχνη, ενώ από το κωδικό απορρέει η Αισθητική, η Ενόραση και η Φαντασία.
Για τον ίδιο λόγο που η γνώση, η ιδεολογία και η Λογική είναι δυνατή (δηλαδή που είναι γεγραμμένη στο γνωστικό μηχανισμό του ανθρώπου), είναι δυνατή και η Αισθητική σαν κοινωνικά ανεπηρέστη. Και τα δύο, Λογική και Αισθητική, είναι η καταγραφή που συνθέτει τον γνωστικό μηχανισμό, ο οποίος μηχανισμός οριοθετείται τελικά σαν ανθρώπινος εγκέφαλος. Έτσι το γίγνεσθαι του κόσμου είναι εκ των προτέρων κωδικά γεγραμμένο στον ανθρώπινο εγκέφαλο ή καλύτερα είναι αυτή η ίδια η δομή του εγκεφάλου, η οποία με την είσοδο της εμπειρίας σ'αυτόν αποκωδικοποιείται και μετατρέπεται σε Γνώση. (Κι επειδή μπορεί να γεννηθούν ερωτήματα για το πως ο εγκέφαλός μας δύναται να γνωρίσει πράγματα και καταστάσεις που πιθανόν να βρίσκονται σε άλλο ηλιακό σύστημα, δεν πρέπει να ξεχνάμε την έννοια του αντιφατικού στοιχειώδους, όπως το όρισαν ο Αναξίμανδρος και ο Ζήνων. Κατ'αυτούς κάθε τι τείνοντας για μηδενικό μέγεθος τείνει συγχρόνως για άπειρο. Ακόμα επειδή κάθε τι είναι εν τω γίγνεσθαι, είναι εν δυνάμει άπειρο. Μπορεί λοιπόν το στοιχειώδες, από τη δική του οπτική γωνία, να περιέχει με δαιδαλώδη τρόπο και παράκεντρο, το Όλον, κι έτσι ο άνθρωπος να κοινωνεί της γνώσης που μπορεί να βρίσκεται πολύ μακριά απ'αυτόν).
Β. Λέγεται ότι είναι πρέπον να βλέπουμε το έργο τέχνης από τη μεριά των διαφορών του από τα άλλα, αφού αυτές είναι που συνιστούν την ιδιαιτερότητα που το χαρακτηρίζει ως συγκεκριμένο-ένα. Αυτό βέβαια μολονότι είναι αλήθεια, είναι μια θεωρητική πρόταση χωρίς όλο το πραγματικό της περιεχόμενο. Αυτό γιατί το έργο τέχνης δεν περιέχει όλη την ουσία μέσα στα φυσικά του όρια, αφού είναι κάτι σαν μια πρωτόγονη γραφή. Όταν δούμε μιαν ιερογλυφική διάταξη στοιχείων, μολονότι θαυμάζουμε την αισθητική της χάραξής τους, δε σταματάμε μόνον εκεί, αλλά αναζητούμε κάποιο μήνυμα που οδηγεί έξω απ'αυτήν. Το έργο τέχνης θέλει με κάποιο τρόπο να οδηγήσει έξω από τα φυσικά του όρια στο ιδεολογικό μήνυμα του καλλιτέχνη, άσχετα αν αυτό μπορεί να λέγεται με λόγια ή όχι. Αν μπορεί να λέγεται με λόγια αποτείνεται στην Λογική, αν δεν μπορεί να λέγεται με λόγια αποτείνεται στην αισθητική.
1. Αν π.χ. βρεθούμε στον Άρη που υποθετικά υπάρχει ένας προηγμένος πολιτισμός, μια έκθεση αντικειμένων που σ'εμάς φαίνεται σαν εργαστήρι ηλεκτρονικών, πως εμείς θα αντιληφθούμε ότι είναι μια έκθεση μοντέρνας γλυπτικής; Είναι οι γενικεύσεις που έχουμε μέσα στον νου μας και που σ'αυτές μας οδηγεί το κέντρισμα της ιδιαιτερότητας των διαφορών του έργου τέχνης, ώστε έτσι να διακρίνουμε τις αισθητικές και ιδεολογικές ιδιαιτερότητες, αφού το έργο τέχνης είναι ένα προϊόν πνευματικό.
2. Ας φανταστούμε ότι ναυαγούμε σε ένα έρημο νησί, όπου ανακαλύπτουμε μια καλύβα με διάφορα αντικείμενα άγνωστης χρήσης για μας. Όταν όμως αναγκαστούμε να επεξεργαστούμε κάποιο δέρμα, μπορεί να βρούμε πολύ ταιριαστή τη χρήση αυτών των εργαλείων στην επεξεργασία του δέρματος, όπως π.χ. κάποια πλατιά πέτρα ή κάποιο κόκαλο στρογγυλό πίσω και μυτερό μπροστά. Η αξία όλων αυτών των αντικειμένων βρίσκεται στη χρήση τους και η χρήση τους δεν περιλαμβάνεται μέσα στο ίδιο το αντικείμενο και μόνο, αλλά στην διαλεκτική σχέση υποκειμένου, αντικειμένου, αναγκαιότητας, λογικής και πράξης.
3. Αν βρεθούμε στον κήπο ενός μουσείου, σε μιαν έκθεση γλυπτικής αφηρημένης τέχνης και εκεί κάπου παράμερα δούμε κάποιο σμίλευμα που μας αρέσει πολύ, τι θα λέγαμε όταν μαθαίναμε ότι εκεί βρίσκεται γιατί το τοποθέτησε ο κηπουρός όταν διαμόρφωνε τον κήπο και ότι αυτό είναι το τυχαίο αποτέλεσμα της βροχής και της δομής της πέτρας; Βέβαια η αισθητική του παρατηρητή ως καθαρή και κοινωνικά ανεπηρέαστη, θα ένιωθε κάποιο κέντρισμα στο μήνυμα αυτό της φύσης. Αυτό είναι κάποιος ξεχασμένος δρόμος που υπάρχει υποσυνείδητα, είναι ένα αισθητικό κέντρισμα όχι όμως τέχνη. Η πέτρα αυτή δεν περιέχει ούτε το αισθητικό ούτε το ιδεολογικό μήνυμα κάποιου λογικού όντος που συνυπάρχουμε μαζί σαν Ένα-Όλον. (Η ιδιαιτερότητα κάποιου αντικειμένου, είναι αποτέλεσμα της συνύπαρξής του με άλλα, μέσα σε κάποιο σύνολο). Η ιδιαιτερότητα που αφορά τη φόρμα του έργου τέχνης, δεν έχει νόημα αν δεν κεντρίζει κοινούς κοινωνικούς προβληματισμούς κοινών χώρων ύπαρξης. Η ιδιαιτερότητα του καλλιτεχνήματος είναι η αισθητική μορφή που περιέχει ένα μήνυμα. Είναι η σχέση αισθητικής μορφής και μηνύματος. Αυτά τα δύο έρχονται έξω από το έργο, το κάνουν πράξη και οδηγούν πάλι έξω απ'αυτό. Το έργο τέχνης υπ'αυτή την έννοια είναι ένα πέρασμα πνευματικής συναλλαγής. Αυτό είναι μια πρωτόγονη γραφή που έχει βάση συνεννόησης το κοινό αισθητικό βάθρο και λογική το ιδεολογικό όνειρο.
Γ. Η ενασχόληση με το αν το συγκεκριμένο έργο τέχνης έχει την Α ή Β τεχνική ή ανήκει σε κάποιο ρεύμα τέχνης είναι σχολαστικισμός που σκοτώνει την τέχνη. Είναι μάταιο να πεις με λόγια για κάποιο έργο τέχνης κάτι που αφορά την ίδια την Τέχνη γιατί το μεγαλύτερο μέρος της δε λέγετε με λόγια. Η κάθε τέχνη έχει τη δική της γλώσσα και η καθημερινή ομιλία μπορεί να σε πάει ως την πόρτα της αλλά είναι κάτι άλλο που θα σε βάλει μέσα στο νόημα του έργου τέχνης. Ό,τι λέμε περί της τέχνης γενικά ή ειδικά, έχει αξία μόνον όταν αυτό που λέμε είναι αυτό το ίδιο έργο τέχνης, αλλιώς δεν έχει νόημα να λέγεται.
Δ. Αν κατασκευάσω ένα παπούτσι 80 εκατοστών, μπορεί να μοιάζει με παπούτσι αλλά δεν είναι! Αυτό γιατί κάθε κοινωνικό προϊόν είναι αυτό που είναι όχι γιατί έχει τα χαρακτηριστικά ομοιότητας ή διαφοράς από άλλα που μπορούν να το περιγράψουν σαν τέτοιο, αλλά λόγω της δυνατότητάς του να χρησιμοποιηθεί ως τέτοιο. Άλλη είναι η χρήση των επίπλων, άλλη των ρούχων και άλλη των έργων τέχνης. Δεν μπορώ να τρώω καρέκλες, ούτε τρώγοντας να φαρμακώνομαι. Διαβάζω για να μαθαίνω και να μορφώνομαι. Μετέχω στη διαδικασία της τέχνης για να καλλιεργούμαι. Τι θα πει "καλλιεργούμαι"; Θα πει βελτιώνω την ποιότητά μου, υπερβαίνω αυτό που ήμουν και γίνομαι καλύτερος. Αυτό είναι μια πνευματική χρήση.
Το καλλιτέχνημα υπάρχει σαν τέτοιο γιατί "οι άλλοι" αποδέχονται ή αρνούνται την αισθητική του, αποδέχονται ή πολεμάνε την ιδεολογική του διάσταση. Το περιεχόμενο λοιπόν του έργου τέχνης είναι κοινωνικό και η ιδιαιτερότητά του δεν μπορεί παρά να πατά στο κοινωνικό σύνολο όπου οι άνθρωποι έχουν κοινή αισθητική και μέσω αυτής πλέκουν κάποιο ιδεολογικό όνειρο.
Όταν το έργο τέχνης περιέχει τα πάντα μέσα του, δηλαδή είναι μια αισθητική πρόταση χωρίς προοπτική μηνύματος ή με ξεπερασμένο μήνυμα, (το ξεπερασμένο μήνυμα δεν μπορεί να οδηγήσει έξω από το συγκεκριμένο έργο τέχνης), τότε το έργο παύει να είναι ζωντανό αλλά μουσειακό. Το αν ένα έργο είναι ζωντανό ή όχι, δεν εξαρτάται μόνον από τη δυνατότητα μεταλλαγής της αισθητικής του φόρμας, αλλά κι απ'το αν μπορεί να μετέχει ενεργά στην πάλη για την υπέρβαση του ανθρώπου σε άλλη ανώτερη ποιότητα.
Ε. Το συγκεκριμένο-ένα, που στην τέχνη είναι το σώμα του καλλιτεχνήματος, από μιαν άλλη όψη είναι αυτό το ίδιο μια αφηρημένη διάσταση από το όραμα που συνέλαβε ο καλλιτέχνης. Δηλαδή παρουσιάζοντας ο καλλιτέχνης το όραμά του ως έργο τέχνης, πρέπει να το στιλιζάρει με κάποιο τρόπο για να το βάλει στα φυσικά όρια του έργου τέχνης. Δηλαδή το γενικοποιεί, για να το κάνει πράξη. Έτσι το έργο τέχνης από τη μια μας οδηγεί στο όραμα του καλλιτέχνη, από την άλλη όμως αυτό το ίδιο το έργο είναι ένα είδος πραγμάτωσης του οράματος του καλλιτέχνη. Με τον τρόπο αυτό, από τη μια το αφηρημένο είναι το έργο τέχνης σε σχέση με το όραμα σαν συγκεκριμένο και από την άλλη, το έργο είναι το συγκεκριμένο σε σχέση με το όραμα σαν αφηρημένο.
Ζ. Το έργο τέχνης λοιπόν περιέχεται σε μια κλίμακα θέσεων με δύο αντίθετους πόλους. Στον ένα πόλο η μορφή του έργου είναι η μίμηση κάποιου μοντέλου και στον άλλο πόλο είναι η εκφορά του εαυτού έξω, με αφορμή ή όχι κάποιο μοντέλο. Από τη μια πορευόμαστε από τον εαυτό-μέσα προς το περιβάλλον-έξω κι από την άλλη από το περιβάλλον-έξω προς τον εαυτό-μέσα. (Ξεκινώντας ο καλλιτέχνης από κάποιο μοντέλο συγκεκριμένο, προχωρεί για την πραγμάτωσή του προς το αφηρημένο, και στη μέγιστη αφαίρεση ως έργο τέχνης, επιστρέφει ως μέγιστα συγκεκριμένο, παρουσιάζοντας με το έργο τον ίδιο τον εαυτό του καλλιτέχνη). Η διαδικασία της πορείας της πραγμάτωσης του έργου τέχνης από τον εαυτό προς τα έξω και από τα έξω προς τον εαυτό δεν είναι ποτέ καθαρή. Ο καλλιτέχνης πορεύμενος προς τα έξω, συγχρόνως κάνει αναδρομικές επιστροφές προς τα μέσα, με αποτέλεσμα την επιφάνεια του έργου τέχνης και που στην πρώτη προσέγγιση μ'αυτό, το δεχόμαστε σαν μόνο και μοναδικό, αποκομμένο από τον άλλο κόσμο. Μετά όμως την πρώτη προσέγγιση, ο άνθρωπος που είναι άνθρωπος γιατί δεν μπορεί να δεχτεί τίποτα χωρίς διαλογική ανάλυση και μετά από κει να συνθέσει το δικό του όνειρο, αναζητά στο έργο τον κρυμμένο του κόσμο. Αν δεν αναζητούσε κάτι τέτοιο, τότε θα του ήταν αρκετή η απόλαυση της ομορφιάς της φύσης που είναι ανυπέρβλητη και τότε η τέχνη δεν θα είχε καμιά θέση στον κόσμο μας. Δηλαδή η τέχνη δεν θα ήταν ποτέ δυνατή χωρίς την ανάγκη να κάνουμε απεικονίσεις που ξεπερνάνε αυτό που αβίαστα και ανυπέρβλητα προσφέρει η φύση.
Η ανάγκη της ανάλυσης των φυσικών παραστάσεων μας οδηγεί στην επιστήμη, ενώ η ανάγκη της ανάλυσης της καλλιτεχνικής πράξης μας οδηγεί στη διερεύνηση του ονείρου και του ιδεολογικού οράματος.
Η. Για να αναλυθεί γενικά η καλλιτεχνική πράξη θα πρέπει να γίνει αντιληπτή σ'ένα πίνακα μεταβλητών θέσεων από ελάχιστο σε μέγιστο, με τέσσερις πόλους:
Αισθητική-Ιδεολογία, Εγώ-Περιβάλλον.
α. Αισθητική είναι το αποτέλεσμα της λειτουργίας του μέρους του κληρονομικού γνωστικού μηχανισμού που δεν έχει ακόμα αφυπνιστεί και συνειδητοποιηθεί, υπάρχοντας πίσω από το πλέγμα της συνειδητοποιημένης γνώσης. Είναι ο συναισθηματικός κόσμος του ανθρώπου, που ως ένα σημείο είναι κοινός στο μεγαλύτερο ποσοστό των ανθρώπων. Είναι το κρυφό πλέγμα που μας ενώνει κάνοντας την τέχνη και μαζί την φαντασία, την ενόραση, και γενικά το όνειρο δυνατά.
β. Ιδεολογία είναι το αποτέλεσμα της λειτουργίας του συνειδητοποιημένου μέρους του κληρονομικού γνωστικού μηχανισμού που είναι η Νόηση και στην περίπτωση της τέχνης, είναι η άποψη για τη θέση της τέχνης στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Η ιδεολογική διάθεση, η οποία μπορεί να μην συμφωνεί από άνθρωπο σε άνθρωπο, είναι ένα γεγονός που στο μεγαλύτερο μέρος οι άνθρωποι την έχουν κοινή. Τονίζω ότι η ιδεολογική διάθεση δεν είναι αναγκαίο να συμπίπτει με την πολιτική σκέψη, χωρίς όμως να την αρνείται. Η ιδεολογία είναι το φανερό πλέγμα που μας ενώνει ως κοινωνική εξέλιξη, στις επιστήμες, τη μάθηση και γενικά το όραμα για ένα καλύτερο αύριο.
γ. Το περιβάλλον είναι τρόπος που πλέκεται η φύση με το κοινωνικό γίγνεσθαι, προκαλώντας την αισθητική και την ιδεολογία του καλλιτέχνη.
δ. Εγώ, είναι ο τρόπος που η ιδεολογία κι η αισθητική παίρνουν μορφή μέσα στο βίωμα του καλλιτέχνη.
Έτσι όσο συνειδητοποιείται και αποκωδικοποιείται ο κληρονομικός γνωστικός μηχανισμός του ανθρώπου, τόσο μικραίνει η έκταση του αισθητικού μέρους, αποκτώντας μεγαλύτερη ένταση.
Όσο διαφοροποιείται το περιβάλλον, δηλαδή η φύση και το κοινωνικό γίγνεσθαι, διαφοροποιείται και η πρόκληση που ασκείται από το περιβάλλον στο Εγώ του καλλιτέχνη.
Όσο αλλάζει ο άνθρωπος με τον χρόνο και τις αλλαγές του περιβάλλοντος, ως καλλιτέχνης, ένα σχετικά διαφορετικό Εγώ συμμετέχει στην καλλιτεχνική πράξη.
Η Αισθητική του καλλιτέχνη ξεκινά από το στοιχείο που είναι κληρονομικό και κοινωνικά ανεπηρέστο και πορευόμενη διά μέσου της ιδεολογίας και του περιβάλλοντος, διαμορφώνει το Εγώ του καλλιτέχνη ως συνεχώς πορευόμενο-Άλλο. Όσο η νόηση και η ιδεολογία κατακτά τον κληρονομικό γνωστικό μηχανισμό του καλλιτέχνη, τόσο το αισθητικό το στοιχείο παίρνει μορφή διαφορετική. Μικραίνει ποσοτικά και μεγαλώνει ποιοτικά. Αυτό θα πει ότι πριν την κατάκτηση του γνωστικού μηχανισμού από τη συνείδηση, αυτός δεχόταν από παντού αισθητικά κεντρίσματα και μηνύματα (το περιβάλλον προκαλούσε συνεχώς αισθητικά). Όσο όμως ο γνωστικός μηχανισμός καταχτάται ή αξιοποιείται από την συνειδητή γνώση, τα αισθητικά κετρίσματα λιγοστεύουν αποκτώντας μεγαλύτερη ένταση. Στον μέγιστο βαθμό της πορείας αυτής της έντασης μια νέα αισθητική θα γεννηθεί: η ίδια η Νόηση ως Συνειδητή Αισθητική.
Το Εγώ του καλλιτέχνη σε μιαν αντίστροφη πορεία διά μέσου του περιβάλλοντος ορίζει την αισθητική μέσα στην Ιδεολογία. Δηλαδή στον μέγιστο βαθμό αυτής της πορείας, η αισθητική ενδύεται την ιδεολογία και η ιδεολογία την αισθητική, έτσι που και τα δύο μαζί συνυπάρχουν ως Ένα αισθητικο-ιδεολογικό γίγνεσθαι που είναι αδιαχώριστο.
Από την οπτική αυτή γωνία, η τέχνη είναι η ικανότητα του καλλιτέχνη να εκφέρει άποψη για το γίγνεσθαι των τεσσάρων αυτών παραγόντων κάποια συγκεκριμένη χωροχρονική συγκυρία.
Θ. Η Αισθητική, η Ιδεολογία, το Εγώ και το Περιβάλλον, είναι ένα γίγνεσθαι της καλλιτεχνικής πράξης, που μια συγκεκριμένη χωροχρονική στιγμή γεννά το έργο τέχνης.
Ο καλλιτέχνης ξεκινώντας με αφορμή κάποιο μοντέλο και πορευόμενος από την πιστή απεικόνιση προς της αφαίρεση, δεν μπορεί παρά αφαιρώντας τις ιδιαιτερότητες της μορφής του μοντέλου, να εισάγει στο έργο την αισθητική του. Ξεκινώντας απ'το συγκεκριμένο στην απεικόνιση και φτάνοντας στην πιο ακραία θέση του αφηρημένου, μπαίνει σε μια νέα διάσταση της σχέσης συγκεκριμένου-αφηρημένου. Εκεί είναι που αρχίζει μια αντίδρομη πορεία όπου το συγκεκριμένο είναι το ίδιο το έργο και όχι πια το μοντέλο. Ή αλλιώς το εργο πια δεν απεικονίζει κάποιο μοντέλο μέσω της αισθητικής του καλλιτέχνη αλλά εκφέρει τον εαυτό του καλλιτέχνη έξω με αφορμή το μοντέλο. Εκεί η σχέση συγκεκριμένου-αφηρημένου αλλάζει παύοντας να υπάρχει ανάμεσα στο έργο και το μοντέλο αλλά υπάρχει ανάμεσα στο έργο και το όνειρο του καλλιτέχνη.
Από κει και πέρα έχουμε μιαν άλλη σχέση που ξεκινά από την εκφορά του ιδεολογικού μηνύματος του καλλιτέχνη και καταλήγει στην άρνηση αυτής της εκφοράς, όπου το ιδεολογικό μήνυμα είναι το ίδιο το έργο του καλλιτέχνη και όπου το μήνυμα αίρεται αφού έχουμε την φόρμα χωρίς κανένα περιεχόμενο. Στις δύο ακραίες θέσεις αυτής της κλίμακας, έχουμε απ'τη μια την ιδεολογία ως αισθητική και από την άλλη της αισθητική ως ιδεολογία. Δηλαδή εκεί έχουμε από τη μια την διακοσμητική και από την άλλη την προπαγάντα ή τη διαφήμιση.
Η προπαγάντα ή η διαφήμιση διαφέρει από την τέχνη, στο ότι είναι η πιο ακραία μορφή υποταγής της αισθητικής στο ιδεολογικό μήνυμα, ξεπερνώντας έτσι το μέτρο που χαρακτηρίζει την τέχνη. Η διακοσμητική είναι η πιο ακραία μορφή υποταγής του οράματος στην αισθητική, σε βαθμό που δεν ενδιαφέρεται πλέον για το όραμα, ξεπερνώντας έτσι το μέτρο που χαρακτηρίζει την τέχνη.
Ι. Η επιφάνεια αυτή που είναι η μορφή του έργου τέχνης, και αν δεχτούμε το έργο τέχνης σαν απόλυτα συγκεκριμένο-ένα ή τέλος πάντων ότι όλο το έργο περιέχεται μέσα στη εικόνα του, είναι μια άναρθρη μελωδική κραυγή χωρίς όλο αυτό το αισθητικο-ιδεολογική πλέγμα που υπάρχει και σχετίζεται με το έργο, αλλά που το έργο πατά πάνω του, για να μπορεί να είναι δυνατό σαν τέχνη.
Όταν το έργο τέχνης μας καλεί να σκύψουμε μέσα του, "τα καρούμπαλα που θα φάμε κατακέφαλα", όπως λέγεται από τους εραστές του απόλυτα συγκεκριμένου, δεν θα είναι για μας αλλά γι'αυτούς που ψάχνουν για την ουσία του έργου μέσα στα φυσικά όρια του συγκεκριμένου έργου. Δηλαδή αυτοί που ψάχνουν στο έργο αναλύοντας τεχνοτροπίες, ιδιαιτερότητες, ομοιότητες, ανομοιότητες κλπ. Η αληθινή ουσία του έργου τέχνης, βρίσκεται στην προέκτασή του στο βάθος του παρατηρητή. Τα όρια του έργου τέχνης προεκτεινόμενα πολύ βαθιά μέσα στον δημιουργό, δηλαδή στην αισθητική του που είναι το κωδικό μέρος του κληρονομικού γνωστικού του μηχανισμού, ταξιδεύουν πολύ μακριά έξω α'αυτόν, δηλαδή μέσα στην αισθητική ως κοινωνικό παράγοντα που περιέχεται σε όλους τους κοινωνούς που είναι οι παρατηρητές του έργου μέσα στο κοινό τους κοινωνικό γίγνεσθαι. Έτσι πρέπει να δεχτούμε ότι υπάρχει ένα αισθητικό νήμα που μας δένει "μυστικά" και μαζί με το ιδεολογικό όνειρο που είναι το κοινωνικό υπόβαθρο, πατάει η τέχνη για να μπορεί να είναι δυνατή. Το έργο τέχνης διεγείρει αυτό το σκοτεινό κι απόμακρο νήμα της αισθητικής με το ιδεολογικό μήνυμα, διοχετεύοντας ιδεολογία μέσα στην αισθητική και προκαλεί. Ο παρατηρητής, επειδή κοινωνεί και της σχετικής αισθητικής αλλά και της διάθεσης και πρόθεσης για ιδεολογικό μήνυμα, φεύγει από τον λήθαργο που βρίσκεται, ανασυγκροτεί τον εαυτό του, νιώθει το μήνυμα που του προσφέρει το έργο και το αποδέχεται, το μάχεται ή και τα δύο συγχρόνως.
Κ. Η τέχνη δεν μπορεί να είναι μόνο για τον εαυτό της. Μέσα από την αισθητική που είναι το σώμα της, προσφέρει και την ιδεολογική άποψη του καλλιτέχνη, που είναι το κοινωνικό περιεχόμενο της τέχνης. Κάθε καλλιτέχνημα με κάποιο τρόπο φανερό ή κρυφό, σε μια κλίμακα από ελάχιστο σε μέγιστο, είναι στρατευμένο και περιέχει ιδεολογία. Η τέχνη λοιπόν υπάρχει ανάμεσα από δύο πόλους, δηλαδή της αμιγούς αισθητικής και της αμιγούς ιδεολογίας, συνιστώντας ανάμεσα απεριόριστες θέσεις ιδεολογίας-αισθητικής σε μια πορεία αναίρεσης του εαυτού ως σύνολο. Το έργο τέχνης πρέπει να βρίσκει τον τρόπο να αυτοαναιρείται και να ξεπερνά συνεχώς τα όρια του εαυτού του, όντας συνεχώς έτσι ζωντανό. Πρέπει φανερώνοντας και κάτι άλλο έξω από τα όρια του σώματός του, που δεν υπάρχει δηλαδή μέσα στα όριά του, να
αυτοαναιρείται οδηγώντας εκεί τον παρατηρητή, που το απολαμβάνει. Στο έργο τέχνης η ιδεολογία σύρεται σε ένταση με την αισθητική με τρόπο πολυδιάστατο, σε βαθμό που να μην μπορούμε να διακρίνουμε απόλυτα το ένα στοιχείο από το άλλο και ίσως αυτό στην τέχνη είναι το σπουδαιότερο . Η άμβλυνση της σχέσης ιδεολογίας-αισθητικής με τελικό σκοπό τον σαφή διαχωρισμό τους είναι και ο θάνατος της τέχνης.
Λ. Συνηθίζεται να λέγεται από τους εραστές του συγκεκριμένου: "Η μύγα πρέπει να βρει μόνη της το δρόμο για να βγει από την μυγοπαγίδα άσχετα αν αυτός είναι πάντα ίδιος". Για να κάνει κάποιος κάτι πράξη πρέπει να το κάνει ο ίδιος. Για το ζώο αυτό μπορεί να είναι απόλυτο, για τον άνθρωπο όμως; Το ζώο για να μάθει πρέπει να πάθει περισσότερο από μια φορά, ενώ ο άνθρωπος δεν είναι αναγκαίο. Βέβαια ακόμα και ο άνθρωπος από το να γνωρίζει πως θα γίνει κάτι μέχρι να το κάνει, απέχει πολύ. Όμως είναι ανθρώπινο προνόμιο η αφηρημένη διεργασία του νου. Η αξία του ανθρώπου σ'αυτή την περίπτωση συνίσταται στο ότι με κάποιο τρόπο μπορεί να κάνει πράγματα για πρώτη φορά σκόπιμα. Δηλαδή γνωρίζει με κάποιο τρόπο αυτό που ΘΑ κάνει. Ένας λόγος γι'αυτό είναι ότι ο άνθρωπος δεν είναι μόνος, είναι μέλος της ανθρώπινης κοινωνίας που έχει φροντίσει για πολλά πριν απ'αυτόν. Συσσωρευμένη εμπειρία και γνώση, επιστήμη, βιβλιοθήκες, σχολές εκμάθησης, μέσα ενημέρωσης κλπ. (Θα πέσει για πρώτη φορά με αλεξίπτωτο και δεν θα πάθει τίποτα. Επίσης το τόλμησε γιατί έχει αφηρημένη γνώση των νόμων της φύσης). Η ανθρώπινη κοινωνία και η κοινωνικότητα του ανθρώπου περιορίζει στο ελάχιστο την μοναξιά της ανθρώπινης πράξης. Επειδή όμως η ανθρώπινη φύση είναι τέτοια που κάνει συνεχώς νέες πράξεις, καταφέρνει το στοιχείο αυτό της μοναξιάς να μετατρέπει σε στοιχείο μοναδικότητας. (Η μύγα στην πράξη είναι μόνη, ενώ ο άνθρωπος είναι ομαδικός-μόνος-μοναδικός). Το άτομο γονιμοποιεί την εμπειρία του κοινωνικού συνόλου, με την μοναδικότητα της δικής του πράξης. Ο άνθρωπος μέσω της κοινωνικότητας, μετατρέπει την μοναξιά σε μοναδικότητα. Η κοινωνικότητα, προσφέρει στον άνθρωπο ένα είδος αφηρημένης γνώσης που με αυτήν ξεπερνά τον συναγελασμό που σχετίζεται με το συγκεκριμένο όπως το αντιλαμβάνεται το ζώο. Στην ανθρώπινη πράξη, άσχετα αν αυτή είναι η πραγματοποίηση κάποιου σχεδίου, η κατανόηση κάποιας ουσίας ή κατάστασης, ή η πραγματοποίηση κάποιας καλλιτεχνικής σύλληψης, το στοιχείο της μοναξιάς είναι ελάχιστο. Είναι όμως αυτό που δίνει τη στοιχειώδη αυτονομία, την απρογραμμάτιστη, που ο άνθρωπος θα μετατρέψει σε μοναδικότητα δημιουργώντας το Νέο.
Η αξία της κοινωνίας σ'αυτή την περίσταση, συνίσταται στο ότι προσφέρει στο άτομο τη δυνατότητα να γνωρίσει τα όρια μέσα στα οποία υπάρχει η μοναδικότητά του και να συνειδητοποιήσει την αξία της. Η αξία της αυτονομίας δεν βρίσκεται μέσα στη αυτονομία, αλλά στον τρόπο που ο καλλιτέχνης ή ο δημιουργός καταφέρνει μέσα από τη δυνατότητα που του προσφέρει το στοιχείο της αυτονομίας να περιλάβει με τρόπο μοναδικό το Όλον, που στην περίπτωση αυτή είναι το αιώνιο ρεύμα της τέχνης. (Μέσα στο μέρος του έργου τέχνης που είναι το συγκεκριμένο, περιλαμβάνεται το Όλον που είναι το αιώνιο ρεύμα της τέχνης, το οποίο είναι αποθηκευμένο κωδικά στην ανθρώπινη αισθητική). Η αυτονομία του καλλιτέχνη, αντλείται από τη συλλογικότητα, την οποία έχει βιώσει μέσα στο κοινωνικό γίγνεσθαι, το οποίο υπάρχει και αντανακλάται στην ιδεολογία και στην αισθητική του και οι οποίες έχουν πάψει πια να είναι , στοιχειώδης, κληρονομικές και κοινωνικά ανεπηρέαστες. Ζώντας ο καλλιτέχνης μέσα στο κοινωνικό σύνολο αυτές εξελίχθησαν παίρνοντας άλλο περιεχόμενο. Δηλαδή αυτή η συλλογικότητα έχει πάρει τη συγκεκριμένη μορφή, γιατί ζούμε σ'ένα συναφές κοινωνικό σύνολο και το γνωστικό κληρονομικό μας στοιχείο είναι ότι είμαστε άνθρωποι. Για τον πάρα πάνω λόγο και για την ίδια αιτία παίρνει και ο καλλιτέχνης την μορφή της μοναδικότητας που του ταιριάζει. Η μοναδικότητα αυτή έχει αξία στην καλλιτεχνική πράξη, όταν περιέχει τον τρόπο με τον οποίον προσφέρεται στον καλλιτέχνη και τον παρατηρητή η δυνατότητα να υπερβούν το στοιχείο της μοναξιάς και να το μετατρέψουν σε μοναδικότητα. Αυτό θα πει ότι ο καλλιτέχνης πρέπει να δίνει τέτοια διάσταση στο έργο του, που να ωθεί τον εαυτό του και τον παρατηρητή να υπερβεί την ατομικότητά του, μέσα από τη συλλογικότητα με τέτοιο τρόπο και σε τέτοιο βαθμό που να μην καταπνίγεται η αυτονομία του ως άνθρωπος και ως δρων καλλιτέχνης ή επιστήμων. Η αξία της συλλογικότητας αντλείται από την αυτονομία και της αυτονομίας απότη συλλογικότητα. Κάθε τι από αυτά τα δύο (αυτονομία και συλλογικότητα) από μόνα τους είναι νεκρά περιεχομένου αφού το ένα γεννά το άλλο και συγχρόνως το μάχεται κιόλας.
Θα αναρωτηθεί κάποιος πως ένα έργο τέχνης μπορεί να επιτύχει όλα αυτά τα περίπλοκα; Απαντώ: Από τη στιγμή που θ'αγγίξει την αισθητική χορδή του παρατηρητή και τον συγκινήσει, ήδη χωρίς να το ξέρει, έχει μπει σ'αυτή τη διαδικασία. Δηλαδή, πέρασε με έναν τρόπο μοναδικό στο αισθητικό νήμα που μας ενώνει ως ανθρώπινα όντα, μια συγκίνηση η οποία θα διαταράξει την αδιαφορία του παρατηρητή, θα τον βγάλει από τη μοναξιά του αισθητικού και ιδεολογικού λήθαργου που βρίσκεται και θα τον βάλει στην μοναδικότητα της κοινωνίας με την αισθητική και το όραμα.
Μ. Φτάνοντας ως εδώ έχουμε ήδη μπει στην ουσία του θέματος και έχει με κάποιο τρόπο απαντηθεί το ερώτημα "πως η τέχνη είναι δυνατή κι από κει πως μπορεί να είναι ζωντανή ή όχι". Δηλαδή ότι αυτό δεν εξαρτάται από το αν μεταλλάσσεται η αισθητική της φόρμα, αλλά αν μέσα από τη μετάλλαξή της, μπορεί να προσαρμόζεται διατηρώντας τη δυνατότητα να παίζει ρόλο πρωτοποριακό στο κοινωνικό γίγνεσθαι.
Βέβαια η τέχνη είχε πάντα το προνόμιο να τέρπει, μαζί όμως με τη διάσταση της τέρψης πρέπει να υπάρχει και η διάσταση των οραμάτων. Στις ακραίες θέσεις όπου η τέρψη είναι χωρίς όραμα ή το όραμα χωρίς τέρψη δεν έχουμε τέχνη. Η τέρψη χωρίς όραμα παίρνει δρόμους που σκοτώνουν την ίδια την τέρψη, όπως και το όραμα χωρίς τέρψη. Εκεί έχουμε τη διαφήμιση, την προπαγάντα ή την διακόσμηση.
Η τέχνη για να μπορεί να είναι ζωντανή, πρέπει όλες οι διαστάσεις που αναφέραμε ότι περιέχονται στο έργο τέχνης, να μην ξεπερνάνε το μέτρο έτσι που να αίρεται η σχέση ισορροπίας του ενός ως προς το άλλο. Αυτό δεν θα πει ότι το έργο τέχνης πρέπει να αποφεύγει την υπερβολή αφού είναι φορές που στην τέχνη η υπερβολή είναι το μέτρο.
Η τέχνη για την τέχνη, η αισθητική για την αισθητική, η ιδεολογία για την ιδεολογία, η αισθητική ως ιδεολογία, η ιδεολογία ως αισθητική, είναι καταστάσεις που ξεπερνούν το μέτρο σχέσης του ενός ως προς το άλλο, σκοτώνοντας την τέχνη.
Βέβαια σήμερα η τέχνη έχει χάσει την αρχαιοελληνική της αίγλη. Τότε μπορούσε να πρωτοπορεί κοινωνικά, όντας συγχρόνως με κάποιο τρόπο και μια πρωτοποριακή επιστήμη. Προσέφερε έργα που δεν θα ξεπεραστούν και θα περιέχουν πάντα το στοιχείο της πρωτοπορίας. Θα ξεπεραστούν όταν κάποτε δεν θα υπάρχει άνθρωπος και στη θέση του θα υπάρχει κάποιο άλλο Ον.
Το αρχαιοελληνικό γλυπτό περιέχει το όνειρο της υπέρβασης του ανθρώπου από τον εαυτό του, γι 'αυτό θα είναι πάντα επίκαιρο καλλιτεχνικά, δηλαδή ιδεολογικά και αισθητικά, όντας για πάντα πρωτοποριακό κοινωνικά.
Στη βυζαντινή τέχνη, μολονότι αυτή έχει σκοπό την υποταγή της αισθητικής στην ιδεολογία, οι ελληνόπνευστοι καλλιτέχνες αυτής της εποχής, βρίσκοντας το μέτρο, φέρνουν πάλι πίσω το μήνυμα της αρχαίας ελληνικής τέχνης. Οι ασκητικές και στιλιζαρισμένες φιγούρες των αγίων, λιτές και υπερβατικές, έχουν μια δυσκολοδιάκριτη επικοινωνία με το αρχαιοελληνικό γλυπτό. Η βυζαντινή φιγούρα είναι συνέχεια τουν αρχαιοελληνικού επιτύμβιου. Είναι γι'αυτό που καμιά θρησκεία δεν μπορεσε να προσφέρει το μήνυμα στην τέχνη που προσέφερε η βυζαντινή αγιογραφία. Αυτή είχε μέσα της την αρχαιοελληνική καλλιτεχνική πνοή.
Τα έργα του Ρενουάρ, μολονότι πρόσφατα, έχουν κάποιο κοντοπρόθεσμο μήνυμα που σήμερα είναι ξεπερασμένο και μουσειακό. Τα ρωμαϊκά και τα αναγεννησιακά αριστουργήματα, τα μεσαιωνικά και ινδουιστικά γιγαντουργήματα, καταφέρνουν άλλα μέσα από τον όγκο τους άλλα μέσα από το περιττό φόρτωμά τους, να περιέχουν κάτι μερικό από το ρεύμα της τέχνης. Τα περίφημα ρωμαϊκά οικοδομικά αριστουργήματα, αυτά που δεν είναι ογκώδη αλλά καλαίσθητα και ανάλαφρα, έχουν το μειονέκτημα να περιέχουν τον άνθρωπο μέσα τους, χωρίς να τον οδηγούν σε ανώτερη ποιότητα. Αντίθετα ο Παρθενώνας δεν είναι θηριώδης, ούτε φορτωμένος με πλούτο και αναρίθμητα στολίδια και κεντήματα.. Αυτός είναι ένα αντιφατικό στοιχειώδες, που όντας πολύ μικρό, μπορεί να περιέχει ένα πρόσωπο του Όλου στο καλλιτεχνικό και κοινωνικό γίγνεσθαι. Δεν θέλει τον άνθρωπο να μικραίνει μέσα του, αλλά να μεγαλώνει και να υπερβαίνει το έργο τέχνης, ανεβαίνοντας ψηλότερα. Περιέχει τη λογική του ιερού ηρακλειτικού μέτρου και όχι τη λογική του μετρίου ή του αχανούς, ή όποια άλλη λογική, που μπορεί να υπολογίζεται, άσχετα πόσο μεγάλη, με αριθμούς. Η λογική του Μέτρου (ο Λόγος), είναι αυτή που περιέχει τόση ένταση στις εσωτερικές και εξωτερικές σχέσεις του έργου, που μπορεί να οδηγήσει τον άνθρωπο με το ξεπέρασμα της μιζέριας της καθημερινότητας σε μιαν άλλη ανώτερη ποιότητα. Αυτή η λογική είναι η προσφορά του Παρθενώνα στη διαλεκτική σκέψη και γι'αυτό θα είναι αιώνια, αφού ο άνθρωπος ό,τι κοινωνικές αλλαγές κι να γίνουν γύρω του θα την έχει πάντα για πυξίδα.
Ν. Σήμερα η ανθρώπινη ιστορία βρίσκεται στην αιχμή της τραγωδίας της. Εδώ τα όρια που ορίζουν τον άνθρωπο παραβιάζονται υβριστικά. Ο άνθρωπος έχοντας πια ξεπεράσει τη βαρύτητα, έχει ήδη μπει στα πιο σκοτεινά μυστικά της φύσης και προκαλώντας τους θεούς δεν νικήθηκε ούτε τιμωρήθηκε ακόμα. Θα παλέψει να ξεπεράσει τα όρια που τον συνιστούν, θα πάει μακρύτερα, έχοντας τρεις πιθανές επιλογές: Η πρώτη είναι να συνετιστεί, να δεχτεί τα όρια που του έχουν τεθεί, γυρίζοντας πίσω στο ιδεατό κλειστό οικοσύστημα και πεθαίνοντας κάποτε μαζί του να αποδεχθεί από την αρχή την ήττα του. Η δεύτερη και η πιο πιθανή είναι ν'ακολουθήσει το ανόητο ταξίδι των ανταγωνισμών, εξουθενώνοντας τη φύση σε βαθμό που να μην μπορεί να αναπληρωθεί και να παρασύρει και τον άνθρωπο μαζί της. Η τρίτη που είναι η επιθυμητή αλλά και η πιο δύσκολη, είναι αυτή που ο άνθρωπος θα μπορέσει να ξεπεράσει την ποιότητά του γεννώντας το Νέο. Το ξεπέρασμα αυτό θα κατορθώσει, όταν η τεχνολογία, η τέχνη και ο άνθρωπος πάψουν να είναι για τον εαυτό τους.
Βρισκόμαστε στο σταυροδρόμι όπου ή θ'ακολουθήσουμε τον άκρατο ατομικισμό και θα καταστρέψουμε τα πάντα και τελικά τον ίδιο τον άθρωπο ή θα ακολουθήσουμε το δρόμο της συλλογικότητας και της ενότητας της τεχνολογίας της τέχνης και του ανθρωπισμού στην κοινωνία και το παγκόσμιο γίγνεσθαι. Έτσι τίποτα δεν θα νοείται ξεκομμένο από τ'άλλα και στον βαθμό αυτό τίποτα δεν θα μπορεί να υποτάξει τα άλλα. Είναι πιθανόν η τέχνη να μην μπορέσει να πάρει τη θέση που είχε στην αρχαία Ελλάδα, όμως μέσα από τη σύγχρονη κοινωνική ανάπτυξη και την τεχνολογία μπορεί να πάρει ένα νέο πρόσωπο που να της δίνει τη δυνατότητα να παίξει έναν κοινωνικά πρωτοποριακό ρόλο, μένοντας έτσι ζωντανή.
Ξ. Τι είναι άραγε αυτό το στοιχείο που κάνει την τέχνη να συμμετέχει στο κοινωνικό γίγνεσθαι;
Κατά τη γνώμη μου υπάρχουν δύο ειδών τέχνες: οι ζωντανές κι οι νεκρές. Οι νεκρές έχουν την ιδιότητα να βυθίζουν το κοινωνικό γίγνεσθαι ακόμα βαθύτερα στον λήθαργο της ανόητης μακαριότητας που βρίσκεται. Οι ζωντανές αφυπνίζουν τον παρατηρητή από τον καθημερινό λήθαργο τη ανόητης μακαριότητας και ταράσσουν το αιώνιο και μυστικό νήμα της αισθητικής προκαλώντας με την ιδεολογία ή όπως αλλιώς. Οι ζωντανές είναι και αυτές δύο λογιών.
α. Είναι αυτές που προκαλούν την αισθητική του ανθρώπου ξυπνώντας όλα του τα ταπεινά ένστικτα. και
β. Είναι αυτές που τον αφυπνίζουν με τέτοιο τρόπο που τον οδηγούν στη διερεύνηση του χώρου που βρίσκεται πίσω από το συνειδητοποιημένο μέρος της γνωστικής μηχανής, ακονίζοντας την ενόραση και τη συγκίνηση σε τέτοιο βαθμό που γυρίζοντας από κει, το πιθανό ταξίδι μέσα στην ιδεολογία να δημιουργεί μιαν οικοδομική ένταση στον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου.
Π.χ. η συγκίνηση που νιώθει ο άνθρωπος στην έκθεση των προσωπικών αντικειμένων του σουλτάνου Βογιαζίτ και του χαρεμιού του είναι αρνητική αφού γεννά το ένστικτο της χλιδής και της αρπαγής. Είναι έργα που ταράσσουν μεν το αισθητικό νήμα τυφλώνοντας το αίσθημα και περιφρονούν την ενόραση. Αυτό ακριβώς επιδιώκουν και πολλά έργα ζωγραφικής, γλυπτικής, μουσικής και κινηματογραφίας. Η τέχνη αυτή μολονότι ζωντανή, αφού μπορεί να συμμετέχει ενεργά στη διαμόρφωση του κοινωνικού γίγνεσθαι, είναι αρνητική, είναι κακή τέχνη. Η ανώτερη μορφή της είναι στη σύγχρονη εποχή η διαφήμιση, που σκοπό έχει να κεντρίζει την ασυλλόγιστη καταναλωτική διάθεση του ανθρώπου, μετατρέποντας τον σε δούλο του προϊόντος, της αναπαραγωγής του χρήματος και της διαιώνισης της κυριαρχίας του κέρδους.
Από την άλλη, βλέποντας τα γλυπτά του Παρθενώνα, ταράζεσαι κι αφυπνίζεσαι, γίνεσαι περήφανος που είσαι άνθρωπος, νιώθεις τη συγκίνηση που απελευθερώνει. Τα κατά Ματθαίο Πάθη του Μπαχ κλπ. Γιατί όμως ν'αποκλείσουμε τη Θεωρία της Σχετικότητας από τα μεγάλα έργα τέχνης; Μήπως τα μεγάλα έργα τέχνης δεν είναι συγχρόνως και αριστουργήματα νόησης; Μήπως η μεγάλη επιστημονική θεωρία εκτός από αριστούργημα νόησης, δεν είναι κι ένα μακρύ ενορατικό ταξίδι φαντασίας; Γνώμη μου είναι ότι: η επιστήμη για να γίνει πάλι πρωτοποριακή πρέπει να γίνει συγχρόνως και μια πρωτοποριακή τέχνη. Το πιο μεγάλο μέρος της επιστημονικής σύλληψης, περνά μέσα από τη φαντασία, την ενόραση και το αίσθημα, δηλαδή την Αισθητική.
Όλες όμως οι τέχνες είναι έτσι που παίρνουν αξία, μόνον αν μπορούν να συμμετάσχουν στη λειτουργία της πιο μεγάλης τέχνης απ'όλες, που είναι η Ζωή.
Η τέχνη λοιπόν μπορεί να είναι καλή ή κακή κι έτσι να είναι ζωντανή.
Α. Αν η τέχνη είναι ζωντανή ή πέθανε, είναι θέμα συζήτησης που απασχολεί για πολλά χρόνια τους καλλιτέχνες και τους θεωρητικούς της τέχνης. Κι όπως είναι φυσικό υπάρχουν πολλές κι αντικρουόμενες απόψεις. Άσχετα όμως από το τι συζητιέται, η παραγωγή έργων τα οποία αυτοονομάζονται έργα τέχνης δεν σταμάτησε, όντας δείγμα για ορισμένους ότι η τέχνη είναι ζωντανή. Αντίθετα άλλοι πιστεύουν ότι η τέχνη έχει εξαντλήσει τα όρια της αισθητικής της παρουσίας και δεν κάνει άλλο από το να αναπαράγει τον γερασμένο εαυτό της ή θέλοντας ν'αναστηθεί να παράγει αντιαισθητικά εκτρώματα. Γενικότερα όμως άλλοι πιστεύουν ότι η τέχνη είναι ή όχι ζωντανή, ανάλογα με το αν μπορεί να προσφέρει στον καλλιτέχνη και τον παρατηρητή, την έμπνευση να ξεπεράσει το τέλμα της καθημερινότητας, ξεπερνώντας έτσι και καλυτερεύοντας τον ίδιο τον εαυτό του. Για να αποφανθεί κάποιος γύρω α'αυτό το θέμα, θα πρέπει να μπορεί να διαπιστωθεί το περιεχόμενο του καθενός ισχυρισμού γύρω από την τέχνη κι αυτό κάνει αναγκαία την οριοθέτηση της έννοιας "Τέχνη". Για να μπορέσει όμως να αναλυθεί αυτή η έννοια, να βρεθούν οι όροι και τα όριά της, είναι αναγκαίο πριν να δοθεί απάντηση στο ερώτημα "πως η τέχνη είναι δυνατή" και "τι χαρακτηρίζει αυτό που μπορούμε να λέμε Τέχνη".
Για να κάνω αυτό δυνατόν θα προτείνω κατ'αρχήν μια οντολογική προϋπόθεση, πάνω στην οποία θα στηρίξω τους συλλογισμούς μου: Εγώ δέχομαι ότι ο άνθρωπος είναι αποτέλεσμα της εξελικτικής πορείας του κόσμου. Έτσι η δομή του είναι η καταγραφή αυτής της πορείας, τουλάχιστον ως τη στιγμή της μορφοποίησής του. Όλη αυτή η καταγραφή υπάρχει ως μικροδομή στο DNA κάθε ανθρώπου. Ο εγκέφαλος του ανθρώπου είναι η κωδικοποιημένη καταγραφή όλων των ενεργειών και των αντιδράσεών του κατά τη διάρκεια αυτής της εξελικτικής πορείας που είναι και η διαμόφωσή του. Ο εγκέφαλος είναι ένας κωδικοποιημένος γνωστικός μηχανισμός, που η ίδια η δομή του είναι κωδικοποιημένη γνώση.
Κάθε εμπειρία που διοχετεύεται μέσα του, τον αφυπνίζει και διεγείροντάς τον του θυμίζει αρχαίους δρόμους που χάνονται στη φύση, το ζώο και τους προγόνους. Με τον τρόπο αυτό αποκωδικοποιεί τον γνωστικό του μηχανισμό και συνειδητοποιώντας τον, τον επανακωδικοποιεί ως συνειδητό και Νέο. Το μέρος του γνωστικού μηχανισμού του ανθρώπου που είναι αποκωδικοποιημένο είναι η Συνείδηση και η Λογική, ενώ το άλλο το απύθμενο που παραμένει κωδικό είναι η Αισθητική ως κοινωνικά ανεπηρέαστη. Δηλαδή από το αποκωδικοποιημένο μέρος απορρέει η Ιδεολογία και η Λογική του καλλιτέχνη, ενώ από το κωδικό απορρέει η Αισθητική, η Ενόραση και η Φαντασία.
Για τον ίδιο λόγο που η γνώση, η ιδεολογία και η Λογική είναι δυνατή (δηλαδή που είναι γεγραμμένη στο γνωστικό μηχανισμό του ανθρώπου), είναι δυνατή και η Αισθητική σαν κοινωνικά ανεπηρέστη. Και τα δύο, Λογική και Αισθητική, είναι η καταγραφή που συνθέτει τον γνωστικό μηχανισμό, ο οποίος μηχανισμός οριοθετείται τελικά σαν ανθρώπινος εγκέφαλος. Έτσι το γίγνεσθαι του κόσμου είναι εκ των προτέρων κωδικά γεγραμμένο στον ανθρώπινο εγκέφαλο ή καλύτερα είναι αυτή η ίδια η δομή του εγκεφάλου, η οποία με την είσοδο της εμπειρίας σ'αυτόν αποκωδικοποιείται και μετατρέπεται σε Γνώση. (Κι επειδή μπορεί να γεννηθούν ερωτήματα για το πως ο εγκέφαλός μας δύναται να γνωρίσει πράγματα και καταστάσεις που πιθανόν να βρίσκονται σε άλλο ηλιακό σύστημα, δεν πρέπει να ξεχνάμε την έννοια του αντιφατικού στοιχειώδους, όπως το όρισαν ο Αναξίμανδρος και ο Ζήνων. Κατ'αυτούς κάθε τι τείνοντας για μηδενικό μέγεθος τείνει συγχρόνως για άπειρο. Ακόμα επειδή κάθε τι είναι εν τω γίγνεσθαι, είναι εν δυνάμει άπειρο. Μπορεί λοιπόν το στοιχειώδες, από τη δική του οπτική γωνία, να περιέχει με δαιδαλώδη τρόπο και παράκεντρο, το Όλον, κι έτσι ο άνθρωπος να κοινωνεί της γνώσης που μπορεί να βρίσκεται πολύ μακριά απ'αυτόν).
Β. Λέγεται ότι είναι πρέπον να βλέπουμε το έργο τέχνης από τη μεριά των διαφορών του από τα άλλα, αφού αυτές είναι που συνιστούν την ιδιαιτερότητα που το χαρακτηρίζει ως συγκεκριμένο-ένα. Αυτό βέβαια μολονότι είναι αλήθεια, είναι μια θεωρητική πρόταση χωρίς όλο το πραγματικό της περιεχόμενο. Αυτό γιατί το έργο τέχνης δεν περιέχει όλη την ουσία μέσα στα φυσικά του όρια, αφού είναι κάτι σαν μια πρωτόγονη γραφή. Όταν δούμε μιαν ιερογλυφική διάταξη στοιχείων, μολονότι θαυμάζουμε την αισθητική της χάραξής τους, δε σταματάμε μόνον εκεί, αλλά αναζητούμε κάποιο μήνυμα που οδηγεί έξω απ'αυτήν. Το έργο τέχνης θέλει με κάποιο τρόπο να οδηγήσει έξω από τα φυσικά του όρια στο ιδεολογικό μήνυμα του καλλιτέχνη, άσχετα αν αυτό μπορεί να λέγεται με λόγια ή όχι. Αν μπορεί να λέγεται με λόγια αποτείνεται στην Λογική, αν δεν μπορεί να λέγεται με λόγια αποτείνεται στην αισθητική.
1. Αν π.χ. βρεθούμε στον Άρη που υποθετικά υπάρχει ένας προηγμένος πολιτισμός, μια έκθεση αντικειμένων που σ'εμάς φαίνεται σαν εργαστήρι ηλεκτρονικών, πως εμείς θα αντιληφθούμε ότι είναι μια έκθεση μοντέρνας γλυπτικής; Είναι οι γενικεύσεις που έχουμε μέσα στον νου μας και που σ'αυτές μας οδηγεί το κέντρισμα της ιδιαιτερότητας των διαφορών του έργου τέχνης, ώστε έτσι να διακρίνουμε τις αισθητικές και ιδεολογικές ιδιαιτερότητες, αφού το έργο τέχνης είναι ένα προϊόν πνευματικό.
2. Ας φανταστούμε ότι ναυαγούμε σε ένα έρημο νησί, όπου ανακαλύπτουμε μια καλύβα με διάφορα αντικείμενα άγνωστης χρήσης για μας. Όταν όμως αναγκαστούμε να επεξεργαστούμε κάποιο δέρμα, μπορεί να βρούμε πολύ ταιριαστή τη χρήση αυτών των εργαλείων στην επεξεργασία του δέρματος, όπως π.χ. κάποια πλατιά πέτρα ή κάποιο κόκαλο στρογγυλό πίσω και μυτερό μπροστά. Η αξία όλων αυτών των αντικειμένων βρίσκεται στη χρήση τους και η χρήση τους δεν περιλαμβάνεται μέσα στο ίδιο το αντικείμενο και μόνο, αλλά στην διαλεκτική σχέση υποκειμένου, αντικειμένου, αναγκαιότητας, λογικής και πράξης.
3. Αν βρεθούμε στον κήπο ενός μουσείου, σε μιαν έκθεση γλυπτικής αφηρημένης τέχνης και εκεί κάπου παράμερα δούμε κάποιο σμίλευμα που μας αρέσει πολύ, τι θα λέγαμε όταν μαθαίναμε ότι εκεί βρίσκεται γιατί το τοποθέτησε ο κηπουρός όταν διαμόρφωνε τον κήπο και ότι αυτό είναι το τυχαίο αποτέλεσμα της βροχής και της δομής της πέτρας; Βέβαια η αισθητική του παρατηρητή ως καθαρή και κοινωνικά ανεπηρέαστη, θα ένιωθε κάποιο κέντρισμα στο μήνυμα αυτό της φύσης. Αυτό είναι κάποιος ξεχασμένος δρόμος που υπάρχει υποσυνείδητα, είναι ένα αισθητικό κέντρισμα όχι όμως τέχνη. Η πέτρα αυτή δεν περιέχει ούτε το αισθητικό ούτε το ιδεολογικό μήνυμα κάποιου λογικού όντος που συνυπάρχουμε μαζί σαν Ένα-Όλον. (Η ιδιαιτερότητα κάποιου αντικειμένου, είναι αποτέλεσμα της συνύπαρξής του με άλλα, μέσα σε κάποιο σύνολο). Η ιδιαιτερότητα που αφορά τη φόρμα του έργου τέχνης, δεν έχει νόημα αν δεν κεντρίζει κοινούς κοινωνικούς προβληματισμούς κοινών χώρων ύπαρξης. Η ιδιαιτερότητα του καλλιτεχνήματος είναι η αισθητική μορφή που περιέχει ένα μήνυμα. Είναι η σχέση αισθητικής μορφής και μηνύματος. Αυτά τα δύο έρχονται έξω από το έργο, το κάνουν πράξη και οδηγούν πάλι έξω απ'αυτό. Το έργο τέχνης υπ'αυτή την έννοια είναι ένα πέρασμα πνευματικής συναλλαγής. Αυτό είναι μια πρωτόγονη γραφή που έχει βάση συνεννόησης το κοινό αισθητικό βάθρο και λογική το ιδεολογικό όνειρο.
Γ. Η ενασχόληση με το αν το συγκεκριμένο έργο τέχνης έχει την Α ή Β τεχνική ή ανήκει σε κάποιο ρεύμα τέχνης είναι σχολαστικισμός που σκοτώνει την τέχνη. Είναι μάταιο να πεις με λόγια για κάποιο έργο τέχνης κάτι που αφορά την ίδια την Τέχνη γιατί το μεγαλύτερο μέρος της δε λέγετε με λόγια. Η κάθε τέχνη έχει τη δική της γλώσσα και η καθημερινή ομιλία μπορεί να σε πάει ως την πόρτα της αλλά είναι κάτι άλλο που θα σε βάλει μέσα στο νόημα του έργου τέχνης. Ό,τι λέμε περί της τέχνης γενικά ή ειδικά, έχει αξία μόνον όταν αυτό που λέμε είναι αυτό το ίδιο έργο τέχνης, αλλιώς δεν έχει νόημα να λέγεται.
Δ. Αν κατασκευάσω ένα παπούτσι 80 εκατοστών, μπορεί να μοιάζει με παπούτσι αλλά δεν είναι! Αυτό γιατί κάθε κοινωνικό προϊόν είναι αυτό που είναι όχι γιατί έχει τα χαρακτηριστικά ομοιότητας ή διαφοράς από άλλα που μπορούν να το περιγράψουν σαν τέτοιο, αλλά λόγω της δυνατότητάς του να χρησιμοποιηθεί ως τέτοιο. Άλλη είναι η χρήση των επίπλων, άλλη των ρούχων και άλλη των έργων τέχνης. Δεν μπορώ να τρώω καρέκλες, ούτε τρώγοντας να φαρμακώνομαι. Διαβάζω για να μαθαίνω και να μορφώνομαι. Μετέχω στη διαδικασία της τέχνης για να καλλιεργούμαι. Τι θα πει "καλλιεργούμαι"; Θα πει βελτιώνω την ποιότητά μου, υπερβαίνω αυτό που ήμουν και γίνομαι καλύτερος. Αυτό είναι μια πνευματική χρήση.
Το καλλιτέχνημα υπάρχει σαν τέτοιο γιατί "οι άλλοι" αποδέχονται ή αρνούνται την αισθητική του, αποδέχονται ή πολεμάνε την ιδεολογική του διάσταση. Το περιεχόμενο λοιπόν του έργου τέχνης είναι κοινωνικό και η ιδιαιτερότητά του δεν μπορεί παρά να πατά στο κοινωνικό σύνολο όπου οι άνθρωποι έχουν κοινή αισθητική και μέσω αυτής πλέκουν κάποιο ιδεολογικό όνειρο.
Όταν το έργο τέχνης περιέχει τα πάντα μέσα του, δηλαδή είναι μια αισθητική πρόταση χωρίς προοπτική μηνύματος ή με ξεπερασμένο μήνυμα, (το ξεπερασμένο μήνυμα δεν μπορεί να οδηγήσει έξω από το συγκεκριμένο έργο τέχνης), τότε το έργο παύει να είναι ζωντανό αλλά μουσειακό. Το αν ένα έργο είναι ζωντανό ή όχι, δεν εξαρτάται μόνον από τη δυνατότητα μεταλλαγής της αισθητικής του φόρμας, αλλά κι απ'το αν μπορεί να μετέχει ενεργά στην πάλη για την υπέρβαση του ανθρώπου σε άλλη ανώτερη ποιότητα.
Ε. Το συγκεκριμένο-ένα, που στην τέχνη είναι το σώμα του καλλιτεχνήματος, από μιαν άλλη όψη είναι αυτό το ίδιο μια αφηρημένη διάσταση από το όραμα που συνέλαβε ο καλλιτέχνης. Δηλαδή παρουσιάζοντας ο καλλιτέχνης το όραμά του ως έργο τέχνης, πρέπει να το στιλιζάρει με κάποιο τρόπο για να το βάλει στα φυσικά όρια του έργου τέχνης. Δηλαδή το γενικοποιεί, για να το κάνει πράξη. Έτσι το έργο τέχνης από τη μια μας οδηγεί στο όραμα του καλλιτέχνη, από την άλλη όμως αυτό το ίδιο το έργο είναι ένα είδος πραγμάτωσης του οράματος του καλλιτέχνη. Με τον τρόπο αυτό, από τη μια το αφηρημένο είναι το έργο τέχνης σε σχέση με το όραμα σαν συγκεκριμένο και από την άλλη, το έργο είναι το συγκεκριμένο σε σχέση με το όραμα σαν αφηρημένο.
Ζ. Το έργο τέχνης λοιπόν περιέχεται σε μια κλίμακα θέσεων με δύο αντίθετους πόλους. Στον ένα πόλο η μορφή του έργου είναι η μίμηση κάποιου μοντέλου και στον άλλο πόλο είναι η εκφορά του εαυτού έξω, με αφορμή ή όχι κάποιο μοντέλο. Από τη μια πορευόμαστε από τον εαυτό-μέσα προς το περιβάλλον-έξω κι από την άλλη από το περιβάλλον-έξω προς τον εαυτό-μέσα. (Ξεκινώντας ο καλλιτέχνης από κάποιο μοντέλο συγκεκριμένο, προχωρεί για την πραγμάτωσή του προς το αφηρημένο, και στη μέγιστη αφαίρεση ως έργο τέχνης, επιστρέφει ως μέγιστα συγκεκριμένο, παρουσιάζοντας με το έργο τον ίδιο τον εαυτό του καλλιτέχνη). Η διαδικασία της πορείας της πραγμάτωσης του έργου τέχνης από τον εαυτό προς τα έξω και από τα έξω προς τον εαυτό δεν είναι ποτέ καθαρή. Ο καλλιτέχνης πορεύμενος προς τα έξω, συγχρόνως κάνει αναδρομικές επιστροφές προς τα μέσα, με αποτέλεσμα την επιφάνεια του έργου τέχνης και που στην πρώτη προσέγγιση μ'αυτό, το δεχόμαστε σαν μόνο και μοναδικό, αποκομμένο από τον άλλο κόσμο. Μετά όμως την πρώτη προσέγγιση, ο άνθρωπος που είναι άνθρωπος γιατί δεν μπορεί να δεχτεί τίποτα χωρίς διαλογική ανάλυση και μετά από κει να συνθέσει το δικό του όνειρο, αναζητά στο έργο τον κρυμμένο του κόσμο. Αν δεν αναζητούσε κάτι τέτοιο, τότε θα του ήταν αρκετή η απόλαυση της ομορφιάς της φύσης που είναι ανυπέρβλητη και τότε η τέχνη δεν θα είχε καμιά θέση στον κόσμο μας. Δηλαδή η τέχνη δεν θα ήταν ποτέ δυνατή χωρίς την ανάγκη να κάνουμε απεικονίσεις που ξεπερνάνε αυτό που αβίαστα και ανυπέρβλητα προσφέρει η φύση.
Η ανάγκη της ανάλυσης των φυσικών παραστάσεων μας οδηγεί στην επιστήμη, ενώ η ανάγκη της ανάλυσης της καλλιτεχνικής πράξης μας οδηγεί στη διερεύνηση του ονείρου και του ιδεολογικού οράματος.
Η. Για να αναλυθεί γενικά η καλλιτεχνική πράξη θα πρέπει να γίνει αντιληπτή σ'ένα πίνακα μεταβλητών θέσεων από ελάχιστο σε μέγιστο, με τέσσερις πόλους:
Αισθητική-Ιδεολογία, Εγώ-Περιβάλλον.
α. Αισθητική είναι το αποτέλεσμα της λειτουργίας του μέρους του κληρονομικού γνωστικού μηχανισμού που δεν έχει ακόμα αφυπνιστεί και συνειδητοποιηθεί, υπάρχοντας πίσω από το πλέγμα της συνειδητοποιημένης γνώσης. Είναι ο συναισθηματικός κόσμος του ανθρώπου, που ως ένα σημείο είναι κοινός στο μεγαλύτερο ποσοστό των ανθρώπων. Είναι το κρυφό πλέγμα που μας ενώνει κάνοντας την τέχνη και μαζί την φαντασία, την ενόραση, και γενικά το όνειρο δυνατά.
β. Ιδεολογία είναι το αποτέλεσμα της λειτουργίας του συνειδητοποιημένου μέρους του κληρονομικού γνωστικού μηχανισμού που είναι η Νόηση και στην περίπτωση της τέχνης, είναι η άποψη για τη θέση της τέχνης στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Η ιδεολογική διάθεση, η οποία μπορεί να μην συμφωνεί από άνθρωπο σε άνθρωπο, είναι ένα γεγονός που στο μεγαλύτερο μέρος οι άνθρωποι την έχουν κοινή. Τονίζω ότι η ιδεολογική διάθεση δεν είναι αναγκαίο να συμπίπτει με την πολιτική σκέψη, χωρίς όμως να την αρνείται. Η ιδεολογία είναι το φανερό πλέγμα που μας ενώνει ως κοινωνική εξέλιξη, στις επιστήμες, τη μάθηση και γενικά το όραμα για ένα καλύτερο αύριο.
γ. Το περιβάλλον είναι τρόπος που πλέκεται η φύση με το κοινωνικό γίγνεσθαι, προκαλώντας την αισθητική και την ιδεολογία του καλλιτέχνη.
δ. Εγώ, είναι ο τρόπος που η ιδεολογία κι η αισθητική παίρνουν μορφή μέσα στο βίωμα του καλλιτέχνη.
Έτσι όσο συνειδητοποιείται και αποκωδικοποιείται ο κληρονομικός γνωστικός μηχανισμός του ανθρώπου, τόσο μικραίνει η έκταση του αισθητικού μέρους, αποκτώντας μεγαλύτερη ένταση.
Όσο διαφοροποιείται το περιβάλλον, δηλαδή η φύση και το κοινωνικό γίγνεσθαι, διαφοροποιείται και η πρόκληση που ασκείται από το περιβάλλον στο Εγώ του καλλιτέχνη.
Όσο αλλάζει ο άνθρωπος με τον χρόνο και τις αλλαγές του περιβάλλοντος, ως καλλιτέχνης, ένα σχετικά διαφορετικό Εγώ συμμετέχει στην καλλιτεχνική πράξη.
Η Αισθητική του καλλιτέχνη ξεκινά από το στοιχείο που είναι κληρονομικό και κοινωνικά ανεπηρέστο και πορευόμενη διά μέσου της ιδεολογίας και του περιβάλλοντος, διαμορφώνει το Εγώ του καλλιτέχνη ως συνεχώς πορευόμενο-Άλλο. Όσο η νόηση και η ιδεολογία κατακτά τον κληρονομικό γνωστικό μηχανισμό του καλλιτέχνη, τόσο το αισθητικό το στοιχείο παίρνει μορφή διαφορετική. Μικραίνει ποσοτικά και μεγαλώνει ποιοτικά. Αυτό θα πει ότι πριν την κατάκτηση του γνωστικού μηχανισμού από τη συνείδηση, αυτός δεχόταν από παντού αισθητικά κεντρίσματα και μηνύματα (το περιβάλλον προκαλούσε συνεχώς αισθητικά). Όσο όμως ο γνωστικός μηχανισμός καταχτάται ή αξιοποιείται από την συνειδητή γνώση, τα αισθητικά κετρίσματα λιγοστεύουν αποκτώντας μεγαλύτερη ένταση. Στον μέγιστο βαθμό της πορείας αυτής της έντασης μια νέα αισθητική θα γεννηθεί: η ίδια η Νόηση ως Συνειδητή Αισθητική.
Το Εγώ του καλλιτέχνη σε μιαν αντίστροφη πορεία διά μέσου του περιβάλλοντος ορίζει την αισθητική μέσα στην Ιδεολογία. Δηλαδή στον μέγιστο βαθμό αυτής της πορείας, η αισθητική ενδύεται την ιδεολογία και η ιδεολογία την αισθητική, έτσι που και τα δύο μαζί συνυπάρχουν ως Ένα αισθητικο-ιδεολογικό γίγνεσθαι που είναι αδιαχώριστο.
Από την οπτική αυτή γωνία, η τέχνη είναι η ικανότητα του καλλιτέχνη να εκφέρει άποψη για το γίγνεσθαι των τεσσάρων αυτών παραγόντων κάποια συγκεκριμένη χωροχρονική συγκυρία.
Θ. Η Αισθητική, η Ιδεολογία, το Εγώ και το Περιβάλλον, είναι ένα γίγνεσθαι της καλλιτεχνικής πράξης, που μια συγκεκριμένη χωροχρονική στιγμή γεννά το έργο τέχνης.
Ο καλλιτέχνης ξεκινώντας με αφορμή κάποιο μοντέλο και πορευόμενος από την πιστή απεικόνιση προς της αφαίρεση, δεν μπορεί παρά αφαιρώντας τις ιδιαιτερότητες της μορφής του μοντέλου, να εισάγει στο έργο την αισθητική του. Ξεκινώντας απ'το συγκεκριμένο στην απεικόνιση και φτάνοντας στην πιο ακραία θέση του αφηρημένου, μπαίνει σε μια νέα διάσταση της σχέσης συγκεκριμένου-αφηρημένου. Εκεί είναι που αρχίζει μια αντίδρομη πορεία όπου το συγκεκριμένο είναι το ίδιο το έργο και όχι πια το μοντέλο. Ή αλλιώς το εργο πια δεν απεικονίζει κάποιο μοντέλο μέσω της αισθητικής του καλλιτέχνη αλλά εκφέρει τον εαυτό του καλλιτέχνη έξω με αφορμή το μοντέλο. Εκεί η σχέση συγκεκριμένου-αφηρημένου αλλάζει παύοντας να υπάρχει ανάμεσα στο έργο και το μοντέλο αλλά υπάρχει ανάμεσα στο έργο και το όνειρο του καλλιτέχνη.
Από κει και πέρα έχουμε μιαν άλλη σχέση που ξεκινά από την εκφορά του ιδεολογικού μηνύματος του καλλιτέχνη και καταλήγει στην άρνηση αυτής της εκφοράς, όπου το ιδεολογικό μήνυμα είναι το ίδιο το έργο του καλλιτέχνη και όπου το μήνυμα αίρεται αφού έχουμε την φόρμα χωρίς κανένα περιεχόμενο. Στις δύο ακραίες θέσεις αυτής της κλίμακας, έχουμε απ'τη μια την ιδεολογία ως αισθητική και από την άλλη της αισθητική ως ιδεολογία. Δηλαδή εκεί έχουμε από τη μια την διακοσμητική και από την άλλη την προπαγάντα ή τη διαφήμιση.
Η προπαγάντα ή η διαφήμιση διαφέρει από την τέχνη, στο ότι είναι η πιο ακραία μορφή υποταγής της αισθητικής στο ιδεολογικό μήνυμα, ξεπερνώντας έτσι το μέτρο που χαρακτηρίζει την τέχνη. Η διακοσμητική είναι η πιο ακραία μορφή υποταγής του οράματος στην αισθητική, σε βαθμό που δεν ενδιαφέρεται πλέον για το όραμα, ξεπερνώντας έτσι το μέτρο που χαρακτηρίζει την τέχνη.
Ι. Η επιφάνεια αυτή που είναι η μορφή του έργου τέχνης, και αν δεχτούμε το έργο τέχνης σαν απόλυτα συγκεκριμένο-ένα ή τέλος πάντων ότι όλο το έργο περιέχεται μέσα στη εικόνα του, είναι μια άναρθρη μελωδική κραυγή χωρίς όλο αυτό το αισθητικο-ιδεολογική πλέγμα που υπάρχει και σχετίζεται με το έργο, αλλά που το έργο πατά πάνω του, για να μπορεί να είναι δυνατό σαν τέχνη.
Όταν το έργο τέχνης μας καλεί να σκύψουμε μέσα του, "τα καρούμπαλα που θα φάμε κατακέφαλα", όπως λέγεται από τους εραστές του απόλυτα συγκεκριμένου, δεν θα είναι για μας αλλά γι'αυτούς που ψάχνουν για την ουσία του έργου μέσα στα φυσικά όρια του συγκεκριμένου έργου. Δηλαδή αυτοί που ψάχνουν στο έργο αναλύοντας τεχνοτροπίες, ιδιαιτερότητες, ομοιότητες, ανομοιότητες κλπ. Η αληθινή ουσία του έργου τέχνης, βρίσκεται στην προέκτασή του στο βάθος του παρατηρητή. Τα όρια του έργου τέχνης προεκτεινόμενα πολύ βαθιά μέσα στον δημιουργό, δηλαδή στην αισθητική του που είναι το κωδικό μέρος του κληρονομικού γνωστικού του μηχανισμού, ταξιδεύουν πολύ μακριά έξω α'αυτόν, δηλαδή μέσα στην αισθητική ως κοινωνικό παράγοντα που περιέχεται σε όλους τους κοινωνούς που είναι οι παρατηρητές του έργου μέσα στο κοινό τους κοινωνικό γίγνεσθαι. Έτσι πρέπει να δεχτούμε ότι υπάρχει ένα αισθητικό νήμα που μας δένει "μυστικά" και μαζί με το ιδεολογικό όνειρο που είναι το κοινωνικό υπόβαθρο, πατάει η τέχνη για να μπορεί να είναι δυνατή. Το έργο τέχνης διεγείρει αυτό το σκοτεινό κι απόμακρο νήμα της αισθητικής με το ιδεολογικό μήνυμα, διοχετεύοντας ιδεολογία μέσα στην αισθητική και προκαλεί. Ο παρατηρητής, επειδή κοινωνεί και της σχετικής αισθητικής αλλά και της διάθεσης και πρόθεσης για ιδεολογικό μήνυμα, φεύγει από τον λήθαργο που βρίσκεται, ανασυγκροτεί τον εαυτό του, νιώθει το μήνυμα που του προσφέρει το έργο και το αποδέχεται, το μάχεται ή και τα δύο συγχρόνως.
Κ. Η τέχνη δεν μπορεί να είναι μόνο για τον εαυτό της. Μέσα από την αισθητική που είναι το σώμα της, προσφέρει και την ιδεολογική άποψη του καλλιτέχνη, που είναι το κοινωνικό περιεχόμενο της τέχνης. Κάθε καλλιτέχνημα με κάποιο τρόπο φανερό ή κρυφό, σε μια κλίμακα από ελάχιστο σε μέγιστο, είναι στρατευμένο και περιέχει ιδεολογία. Η τέχνη λοιπόν υπάρχει ανάμεσα από δύο πόλους, δηλαδή της αμιγούς αισθητικής και της αμιγούς ιδεολογίας, συνιστώντας ανάμεσα απεριόριστες θέσεις ιδεολογίας-αισθητικής σε μια πορεία αναίρεσης του εαυτού ως σύνολο. Το έργο τέχνης πρέπει να βρίσκει τον τρόπο να αυτοαναιρείται και να ξεπερνά συνεχώς τα όρια του εαυτού του, όντας συνεχώς έτσι ζωντανό. Πρέπει φανερώνοντας και κάτι άλλο έξω από τα όρια του σώματός του, που δεν υπάρχει δηλαδή μέσα στα όριά του, να
αυτοαναιρείται οδηγώντας εκεί τον παρατηρητή, που το απολαμβάνει. Στο έργο τέχνης η ιδεολογία σύρεται σε ένταση με την αισθητική με τρόπο πολυδιάστατο, σε βαθμό που να μην μπορούμε να διακρίνουμε απόλυτα το ένα στοιχείο από το άλλο και ίσως αυτό στην τέχνη είναι το σπουδαιότερο . Η άμβλυνση της σχέσης ιδεολογίας-αισθητικής με τελικό σκοπό τον σαφή διαχωρισμό τους είναι και ο θάνατος της τέχνης.
Λ. Συνηθίζεται να λέγεται από τους εραστές του συγκεκριμένου: "Η μύγα πρέπει να βρει μόνη της το δρόμο για να βγει από την μυγοπαγίδα άσχετα αν αυτός είναι πάντα ίδιος". Για να κάνει κάποιος κάτι πράξη πρέπει να το κάνει ο ίδιος. Για το ζώο αυτό μπορεί να είναι απόλυτο, για τον άνθρωπο όμως; Το ζώο για να μάθει πρέπει να πάθει περισσότερο από μια φορά, ενώ ο άνθρωπος δεν είναι αναγκαίο. Βέβαια ακόμα και ο άνθρωπος από το να γνωρίζει πως θα γίνει κάτι μέχρι να το κάνει, απέχει πολύ. Όμως είναι ανθρώπινο προνόμιο η αφηρημένη διεργασία του νου. Η αξία του ανθρώπου σ'αυτή την περίπτωση συνίσταται στο ότι με κάποιο τρόπο μπορεί να κάνει πράγματα για πρώτη φορά σκόπιμα. Δηλαδή γνωρίζει με κάποιο τρόπο αυτό που ΘΑ κάνει. Ένας λόγος γι'αυτό είναι ότι ο άνθρωπος δεν είναι μόνος, είναι μέλος της ανθρώπινης κοινωνίας που έχει φροντίσει για πολλά πριν απ'αυτόν. Συσσωρευμένη εμπειρία και γνώση, επιστήμη, βιβλιοθήκες, σχολές εκμάθησης, μέσα ενημέρωσης κλπ. (Θα πέσει για πρώτη φορά με αλεξίπτωτο και δεν θα πάθει τίποτα. Επίσης το τόλμησε γιατί έχει αφηρημένη γνώση των νόμων της φύσης). Η ανθρώπινη κοινωνία και η κοινωνικότητα του ανθρώπου περιορίζει στο ελάχιστο την μοναξιά της ανθρώπινης πράξης. Επειδή όμως η ανθρώπινη φύση είναι τέτοια που κάνει συνεχώς νέες πράξεις, καταφέρνει το στοιχείο αυτό της μοναξιάς να μετατρέπει σε στοιχείο μοναδικότητας. (Η μύγα στην πράξη είναι μόνη, ενώ ο άνθρωπος είναι ομαδικός-μόνος-μοναδικός). Το άτομο γονιμοποιεί την εμπειρία του κοινωνικού συνόλου, με την μοναδικότητα της δικής του πράξης. Ο άνθρωπος μέσω της κοινωνικότητας, μετατρέπει την μοναξιά σε μοναδικότητα. Η κοινωνικότητα, προσφέρει στον άνθρωπο ένα είδος αφηρημένης γνώσης που με αυτήν ξεπερνά τον συναγελασμό που σχετίζεται με το συγκεκριμένο όπως το αντιλαμβάνεται το ζώο. Στην ανθρώπινη πράξη, άσχετα αν αυτή είναι η πραγματοποίηση κάποιου σχεδίου, η κατανόηση κάποιας ουσίας ή κατάστασης, ή η πραγματοποίηση κάποιας καλλιτεχνικής σύλληψης, το στοιχείο της μοναξιάς είναι ελάχιστο. Είναι όμως αυτό που δίνει τη στοιχειώδη αυτονομία, την απρογραμμάτιστη, που ο άνθρωπος θα μετατρέψει σε μοναδικότητα δημιουργώντας το Νέο.
Η αξία της κοινωνίας σ'αυτή την περίσταση, συνίσταται στο ότι προσφέρει στο άτομο τη δυνατότητα να γνωρίσει τα όρια μέσα στα οποία υπάρχει η μοναδικότητά του και να συνειδητοποιήσει την αξία της. Η αξία της αυτονομίας δεν βρίσκεται μέσα στη αυτονομία, αλλά στον τρόπο που ο καλλιτέχνης ή ο δημιουργός καταφέρνει μέσα από τη δυνατότητα που του προσφέρει το στοιχείο της αυτονομίας να περιλάβει με τρόπο μοναδικό το Όλον, που στην περίπτωση αυτή είναι το αιώνιο ρεύμα της τέχνης. (Μέσα στο μέρος του έργου τέχνης που είναι το συγκεκριμένο, περιλαμβάνεται το Όλον που είναι το αιώνιο ρεύμα της τέχνης, το οποίο είναι αποθηκευμένο κωδικά στην ανθρώπινη αισθητική). Η αυτονομία του καλλιτέχνη, αντλείται από τη συλλογικότητα, την οποία έχει βιώσει μέσα στο κοινωνικό γίγνεσθαι, το οποίο υπάρχει και αντανακλάται στην ιδεολογία και στην αισθητική του και οι οποίες έχουν πάψει πια να είναι , στοιχειώδης, κληρονομικές και κοινωνικά ανεπηρέαστες. Ζώντας ο καλλιτέχνης μέσα στο κοινωνικό σύνολο αυτές εξελίχθησαν παίρνοντας άλλο περιεχόμενο. Δηλαδή αυτή η συλλογικότητα έχει πάρει τη συγκεκριμένη μορφή, γιατί ζούμε σ'ένα συναφές κοινωνικό σύνολο και το γνωστικό κληρονομικό μας στοιχείο είναι ότι είμαστε άνθρωποι. Για τον πάρα πάνω λόγο και για την ίδια αιτία παίρνει και ο καλλιτέχνης την μορφή της μοναδικότητας που του ταιριάζει. Η μοναδικότητα αυτή έχει αξία στην καλλιτεχνική πράξη, όταν περιέχει τον τρόπο με τον οποίον προσφέρεται στον καλλιτέχνη και τον παρατηρητή η δυνατότητα να υπερβούν το στοιχείο της μοναξιάς και να το μετατρέψουν σε μοναδικότητα. Αυτό θα πει ότι ο καλλιτέχνης πρέπει να δίνει τέτοια διάσταση στο έργο του, που να ωθεί τον εαυτό του και τον παρατηρητή να υπερβεί την ατομικότητά του, μέσα από τη συλλογικότητα με τέτοιο τρόπο και σε τέτοιο βαθμό που να μην καταπνίγεται η αυτονομία του ως άνθρωπος και ως δρων καλλιτέχνης ή επιστήμων. Η αξία της συλλογικότητας αντλείται από την αυτονομία και της αυτονομίας απότη συλλογικότητα. Κάθε τι από αυτά τα δύο (αυτονομία και συλλογικότητα) από μόνα τους είναι νεκρά περιεχομένου αφού το ένα γεννά το άλλο και συγχρόνως το μάχεται κιόλας.
Θα αναρωτηθεί κάποιος πως ένα έργο τέχνης μπορεί να επιτύχει όλα αυτά τα περίπλοκα; Απαντώ: Από τη στιγμή που θ'αγγίξει την αισθητική χορδή του παρατηρητή και τον συγκινήσει, ήδη χωρίς να το ξέρει, έχει μπει σ'αυτή τη διαδικασία. Δηλαδή, πέρασε με έναν τρόπο μοναδικό στο αισθητικό νήμα που μας ενώνει ως ανθρώπινα όντα, μια συγκίνηση η οποία θα διαταράξει την αδιαφορία του παρατηρητή, θα τον βγάλει από τη μοναξιά του αισθητικού και ιδεολογικού λήθαργου που βρίσκεται και θα τον βάλει στην μοναδικότητα της κοινωνίας με την αισθητική και το όραμα.
Μ. Φτάνοντας ως εδώ έχουμε ήδη μπει στην ουσία του θέματος και έχει με κάποιο τρόπο απαντηθεί το ερώτημα "πως η τέχνη είναι δυνατή κι από κει πως μπορεί να είναι ζωντανή ή όχι". Δηλαδή ότι αυτό δεν εξαρτάται από το αν μεταλλάσσεται η αισθητική της φόρμα, αλλά αν μέσα από τη μετάλλαξή της, μπορεί να προσαρμόζεται διατηρώντας τη δυνατότητα να παίζει ρόλο πρωτοποριακό στο κοινωνικό γίγνεσθαι.
Βέβαια η τέχνη είχε πάντα το προνόμιο να τέρπει, μαζί όμως με τη διάσταση της τέρψης πρέπει να υπάρχει και η διάσταση των οραμάτων. Στις ακραίες θέσεις όπου η τέρψη είναι χωρίς όραμα ή το όραμα χωρίς τέρψη δεν έχουμε τέχνη. Η τέρψη χωρίς όραμα παίρνει δρόμους που σκοτώνουν την ίδια την τέρψη, όπως και το όραμα χωρίς τέρψη. Εκεί έχουμε τη διαφήμιση, την προπαγάντα ή την διακόσμηση.
Η τέχνη για να μπορεί να είναι ζωντανή, πρέπει όλες οι διαστάσεις που αναφέραμε ότι περιέχονται στο έργο τέχνης, να μην ξεπερνάνε το μέτρο έτσι που να αίρεται η σχέση ισορροπίας του ενός ως προς το άλλο. Αυτό δεν θα πει ότι το έργο τέχνης πρέπει να αποφεύγει την υπερβολή αφού είναι φορές που στην τέχνη η υπερβολή είναι το μέτρο.
Η τέχνη για την τέχνη, η αισθητική για την αισθητική, η ιδεολογία για την ιδεολογία, η αισθητική ως ιδεολογία, η ιδεολογία ως αισθητική, είναι καταστάσεις που ξεπερνούν το μέτρο σχέσης του ενός ως προς το άλλο, σκοτώνοντας την τέχνη.
Βέβαια σήμερα η τέχνη έχει χάσει την αρχαιοελληνική της αίγλη. Τότε μπορούσε να πρωτοπορεί κοινωνικά, όντας συγχρόνως με κάποιο τρόπο και μια πρωτοποριακή επιστήμη. Προσέφερε έργα που δεν θα ξεπεραστούν και θα περιέχουν πάντα το στοιχείο της πρωτοπορίας. Θα ξεπεραστούν όταν κάποτε δεν θα υπάρχει άνθρωπος και στη θέση του θα υπάρχει κάποιο άλλο Ον.
Το αρχαιοελληνικό γλυπτό περιέχει το όνειρο της υπέρβασης του ανθρώπου από τον εαυτό του, γι 'αυτό θα είναι πάντα επίκαιρο καλλιτεχνικά, δηλαδή ιδεολογικά και αισθητικά, όντας για πάντα πρωτοποριακό κοινωνικά.
Στη βυζαντινή τέχνη, μολονότι αυτή έχει σκοπό την υποταγή της αισθητικής στην ιδεολογία, οι ελληνόπνευστοι καλλιτέχνες αυτής της εποχής, βρίσκοντας το μέτρο, φέρνουν πάλι πίσω το μήνυμα της αρχαίας ελληνικής τέχνης. Οι ασκητικές και στιλιζαρισμένες φιγούρες των αγίων, λιτές και υπερβατικές, έχουν μια δυσκολοδιάκριτη επικοινωνία με το αρχαιοελληνικό γλυπτό. Η βυζαντινή φιγούρα είναι συνέχεια τουν αρχαιοελληνικού επιτύμβιου. Είναι γι'αυτό που καμιά θρησκεία δεν μπορεσε να προσφέρει το μήνυμα στην τέχνη που προσέφερε η βυζαντινή αγιογραφία. Αυτή είχε μέσα της την αρχαιοελληνική καλλιτεχνική πνοή.
Τα έργα του Ρενουάρ, μολονότι πρόσφατα, έχουν κάποιο κοντοπρόθεσμο μήνυμα που σήμερα είναι ξεπερασμένο και μουσειακό. Τα ρωμαϊκά και τα αναγεννησιακά αριστουργήματα, τα μεσαιωνικά και ινδουιστικά γιγαντουργήματα, καταφέρνουν άλλα μέσα από τον όγκο τους άλλα μέσα από το περιττό φόρτωμά τους, να περιέχουν κάτι μερικό από το ρεύμα της τέχνης. Τα περίφημα ρωμαϊκά οικοδομικά αριστουργήματα, αυτά που δεν είναι ογκώδη αλλά καλαίσθητα και ανάλαφρα, έχουν το μειονέκτημα να περιέχουν τον άνθρωπο μέσα τους, χωρίς να τον οδηγούν σε ανώτερη ποιότητα. Αντίθετα ο Παρθενώνας δεν είναι θηριώδης, ούτε φορτωμένος με πλούτο και αναρίθμητα στολίδια και κεντήματα.. Αυτός είναι ένα αντιφατικό στοιχειώδες, που όντας πολύ μικρό, μπορεί να περιέχει ένα πρόσωπο του Όλου στο καλλιτεχνικό και κοινωνικό γίγνεσθαι. Δεν θέλει τον άνθρωπο να μικραίνει μέσα του, αλλά να μεγαλώνει και να υπερβαίνει το έργο τέχνης, ανεβαίνοντας ψηλότερα. Περιέχει τη λογική του ιερού ηρακλειτικού μέτρου και όχι τη λογική του μετρίου ή του αχανούς, ή όποια άλλη λογική, που μπορεί να υπολογίζεται, άσχετα πόσο μεγάλη, με αριθμούς. Η λογική του Μέτρου (ο Λόγος), είναι αυτή που περιέχει τόση ένταση στις εσωτερικές και εξωτερικές σχέσεις του έργου, που μπορεί να οδηγήσει τον άνθρωπο με το ξεπέρασμα της μιζέριας της καθημερινότητας σε μιαν άλλη ανώτερη ποιότητα. Αυτή η λογική είναι η προσφορά του Παρθενώνα στη διαλεκτική σκέψη και γι'αυτό θα είναι αιώνια, αφού ο άνθρωπος ό,τι κοινωνικές αλλαγές κι να γίνουν γύρω του θα την έχει πάντα για πυξίδα.
Ν. Σήμερα η ανθρώπινη ιστορία βρίσκεται στην αιχμή της τραγωδίας της. Εδώ τα όρια που ορίζουν τον άνθρωπο παραβιάζονται υβριστικά. Ο άνθρωπος έχοντας πια ξεπεράσει τη βαρύτητα, έχει ήδη μπει στα πιο σκοτεινά μυστικά της φύσης και προκαλώντας τους θεούς δεν νικήθηκε ούτε τιμωρήθηκε ακόμα. Θα παλέψει να ξεπεράσει τα όρια που τον συνιστούν, θα πάει μακρύτερα, έχοντας τρεις πιθανές επιλογές: Η πρώτη είναι να συνετιστεί, να δεχτεί τα όρια που του έχουν τεθεί, γυρίζοντας πίσω στο ιδεατό κλειστό οικοσύστημα και πεθαίνοντας κάποτε μαζί του να αποδεχθεί από την αρχή την ήττα του. Η δεύτερη και η πιο πιθανή είναι ν'ακολουθήσει το ανόητο ταξίδι των ανταγωνισμών, εξουθενώνοντας τη φύση σε βαθμό που να μην μπορεί να αναπληρωθεί και να παρασύρει και τον άνθρωπο μαζί της. Η τρίτη που είναι η επιθυμητή αλλά και η πιο δύσκολη, είναι αυτή που ο άνθρωπος θα μπορέσει να ξεπεράσει την ποιότητά του γεννώντας το Νέο. Το ξεπέρασμα αυτό θα κατορθώσει, όταν η τεχνολογία, η τέχνη και ο άνθρωπος πάψουν να είναι για τον εαυτό τους.
Βρισκόμαστε στο σταυροδρόμι όπου ή θ'ακολουθήσουμε τον άκρατο ατομικισμό και θα καταστρέψουμε τα πάντα και τελικά τον ίδιο τον άθρωπο ή θα ακολουθήσουμε το δρόμο της συλλογικότητας και της ενότητας της τεχνολογίας της τέχνης και του ανθρωπισμού στην κοινωνία και το παγκόσμιο γίγνεσθαι. Έτσι τίποτα δεν θα νοείται ξεκομμένο από τ'άλλα και στον βαθμό αυτό τίποτα δεν θα μπορεί να υποτάξει τα άλλα. Είναι πιθανόν η τέχνη να μην μπορέσει να πάρει τη θέση που είχε στην αρχαία Ελλάδα, όμως μέσα από τη σύγχρονη κοινωνική ανάπτυξη και την τεχνολογία μπορεί να πάρει ένα νέο πρόσωπο που να της δίνει τη δυνατότητα να παίξει έναν κοινωνικά πρωτοποριακό ρόλο, μένοντας έτσι ζωντανή.
Ξ. Τι είναι άραγε αυτό το στοιχείο που κάνει την τέχνη να συμμετέχει στο κοινωνικό γίγνεσθαι;
Κατά τη γνώμη μου υπάρχουν δύο ειδών τέχνες: οι ζωντανές κι οι νεκρές. Οι νεκρές έχουν την ιδιότητα να βυθίζουν το κοινωνικό γίγνεσθαι ακόμα βαθύτερα στον λήθαργο της ανόητης μακαριότητας που βρίσκεται. Οι ζωντανές αφυπνίζουν τον παρατηρητή από τον καθημερινό λήθαργο τη ανόητης μακαριότητας και ταράσσουν το αιώνιο και μυστικό νήμα της αισθητικής προκαλώντας με την ιδεολογία ή όπως αλλιώς. Οι ζωντανές είναι και αυτές δύο λογιών.
α. Είναι αυτές που προκαλούν την αισθητική του ανθρώπου ξυπνώντας όλα του τα ταπεινά ένστικτα. και
β. Είναι αυτές που τον αφυπνίζουν με τέτοιο τρόπο που τον οδηγούν στη διερεύνηση του χώρου που βρίσκεται πίσω από το συνειδητοποιημένο μέρος της γνωστικής μηχανής, ακονίζοντας την ενόραση και τη συγκίνηση σε τέτοιο βαθμό που γυρίζοντας από κει, το πιθανό ταξίδι μέσα στην ιδεολογία να δημιουργεί μιαν οικοδομική ένταση στον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου.
Π.χ. η συγκίνηση που νιώθει ο άνθρωπος στην έκθεση των προσωπικών αντικειμένων του σουλτάνου Βογιαζίτ και του χαρεμιού του είναι αρνητική αφού γεννά το ένστικτο της χλιδής και της αρπαγής. Είναι έργα που ταράσσουν μεν το αισθητικό νήμα τυφλώνοντας το αίσθημα και περιφρονούν την ενόραση. Αυτό ακριβώς επιδιώκουν και πολλά έργα ζωγραφικής, γλυπτικής, μουσικής και κινηματογραφίας. Η τέχνη αυτή μολονότι ζωντανή, αφού μπορεί να συμμετέχει ενεργά στη διαμόρφωση του κοινωνικού γίγνεσθαι, είναι αρνητική, είναι κακή τέχνη. Η ανώτερη μορφή της είναι στη σύγχρονη εποχή η διαφήμιση, που σκοπό έχει να κεντρίζει την ασυλλόγιστη καταναλωτική διάθεση του ανθρώπου, μετατρέποντας τον σε δούλο του προϊόντος, της αναπαραγωγής του χρήματος και της διαιώνισης της κυριαρχίας του κέρδους.
Από την άλλη, βλέποντας τα γλυπτά του Παρθενώνα, ταράζεσαι κι αφυπνίζεσαι, γίνεσαι περήφανος που είσαι άνθρωπος, νιώθεις τη συγκίνηση που απελευθερώνει. Τα κατά Ματθαίο Πάθη του Μπαχ κλπ. Γιατί όμως ν'αποκλείσουμε τη Θεωρία της Σχετικότητας από τα μεγάλα έργα τέχνης; Μήπως τα μεγάλα έργα τέχνης δεν είναι συγχρόνως και αριστουργήματα νόησης; Μήπως η μεγάλη επιστημονική θεωρία εκτός από αριστούργημα νόησης, δεν είναι κι ένα μακρύ ενορατικό ταξίδι φαντασίας; Γνώμη μου είναι ότι: η επιστήμη για να γίνει πάλι πρωτοποριακή πρέπει να γίνει συγχρόνως και μια πρωτοποριακή τέχνη. Το πιο μεγάλο μέρος της επιστημονικής σύλληψης, περνά μέσα από τη φαντασία, την ενόραση και το αίσθημα, δηλαδή την Αισθητική.
Όλες όμως οι τέχνες είναι έτσι που παίρνουν αξία, μόνον αν μπορούν να συμμετάσχουν στη λειτουργία της πιο μεγάλης τέχνης απ'όλες, που είναι η Ζωή.
Η τέχνη λοιπόν μπορεί να είναι καλή ή κακή κι έτσι να είναι ζωντανή.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου