Ο ΑΞΕΛΟΣ, Η ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΚΑΙ Η ΜΟΙΡΑ ΚΑΘΕ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ
Η ΜΟΙΡΑ ΚΑΘΕ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΕΙΝΑΙ Ν'ΑΠΟΤΥΧΑΙΝΕΙ ΣΤΙΣ ΥΨΗΛΕΣ ΕΜΠEΥΣΕΙΣ ΤΗΣ
ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ: Τα αποσπάσματα προς κρίσιν θα είναι σε γραφή όπως αυτή.
Η κριτική βέβαια αφορά και την εργασία του άξιου διανοητή κ. Μπέγζου, αλλά και της κυρίας Λυμπέρη.
Το γίγνεσθαι του κόσμου μας είναι μια συνεχής επανάσταση, η οποία φανερά ή κρυφά προχωρεί, κάνοντας κατά καιρούς κάποια πισωγυρίσματα. Όμως κάθε πισωγύριαμα διορθώνεται από κρυφούς ελιγμούς που την επαναφέρουν δριμύτερη και ακατανίκητη. Όπως είπε και ο Μάο "τα σκυλιά γαβγίζουν, το καραβάνι προχωρεί". Η επανάσταση είναι το μακρύ ταξίδι της πραγματικότητας μέσα στην Ουτοπία, η οποία Ουτοπία είναι κάπου στο βάθος του κόσμου και συνεχώς μας καλεί.
Μολονότι από τη στιγμή που οι πρόγονοί μας πίθηκοι, αυτοί που κατέβηκαν από τα δέντρα συνεχίζουν να βαδίζουν στον ορίζοντα του πολιτισμού κάτω από την χλεύη αυτών που θεωρούν ότι το ταξίδι τους αποτυγχάνει στις υψηλές εμπνεύσεις του, ο δρόμος τους πια δεν πατά στη γη αλλά χάνεται στο διάστημα. Και αυτοί οι πίθηκοι που έμειναν στα δέντρα συνεχίζουν να αναπολούν τις εποχές του παρελθόντος, πιπιλώντας την καραμέλα ότι όταν αυτοί μιλούσαν για θρησκεία και μεταφυσική πάνω στα δέντρα, οι άλλοι είχαν κατέβει και παραπατούσαν σκάβοντας για ρίζες στη γη.
Στο παρόν βιβλίο, που αποτελεί πρόσφατη επανέκδοση παλιότερης δουλειάς του, επιχειρείται από τον συγγραφέα και πανεπιστημιακό δάσκαλο Μάριο Μπέγζο μια προσέγγιση στη σκέψη και το έργο του Κώστα Αξελού, όχι με τον τρόπο της ερμηνείας –όπως αναφέρει στον πρόλογό του– αλλά αφήνοντας τον ίδιο τον φιλόσοφο να μιλήσει, εκθέτοντας σημαντικά σημεία των κειμένων του. Απέχει όμως η προσπάθεια αυτή από το να αποτελεί μια απλή παράθεση αποσπασμάτων, αλλά οργανώνει και ταξινομεί κεφάλαια και θεματικές, έτσι ώστε να δίνεται μια όσο το δυνατόν πιο ευκρινής και εύληπτη εικόνα του αξελικού έργου. Πράγμα που δείχνει και τη βαθιά γνώση του συγγραφέα επί του έργου αυτού, η οποία και είναι προϋπόθεση για μια επιτυχημένη παρουσίαση.
Αυτού του είδους οι προσπάθειες και μάλιστα όταν παίζουν ρόλο οργανωτικό ή επεξηγηματικό, προσβάλουν τον συγγραφέα στον οποίον αναφέρονται, αφού έτσι δείχνουν ότι ο συγγραφέας υπολείπεται τουλάχιστον σ'αυτά που οι ερευνητές και οι μελετητές του τον συνεπικουρούν. Καλύτερη αντιμετώπιση στο έργο κάποιου συγγραφέα ή φιλοσόφου είναι η σκληρή κριτική.
Βέβαια υπάρχει και η περίπτωση των αρχαίων κειμένων. Εκεί είναι αναγκαία η διερεύνηση και η δημιουργική εργασία, αφού αυτά τα κείμενα έφτασαν σε μας καψαλισμένα και κατακρεουργημένα από την αγάπη και την ανεκτηκότητα των χριστιανών. (σιγαν ή τεθναναι)
Έναντι των φιλοσοφικών συστημάτων με τις αντινομίες τους, προκρίνει τη διαλεκτική σκέψη που περιέχει και την άρνηση, χωρίς να οδηγεί όμως στον μηδενισμό. Επισημαίνει ότι λύση τελειωτική δεν έχει δοθεί ως σήμερα σε κανένα πρόβλημα.
Αυτή πρόταση χωλαίνει παντού, αφού πρώτα απ'όλα ο Αξελός δεν είναι κάποιος απολογητής της διαλεκτικής σκέψης και μάλιστα στο έργο του "Γιατί σκεπτόμαστε" εμμέσως πλήν σαφώς, δεν θεωρεί τη διαλεκτική ως σκέψη με την οποία πρέπει να σκεπτόμεθα. Ακόμα η διαλεκτική είναι ένα πολύ σύνθετο είδος σκέψης για να αναφέρεται και να οριοθετείται όπως εδώ σε μια πρόταση. Η άποψη του Αξελού που τονίζεται εδώ, δηλαδή "οτι τελειωτική λύση δεν έχει δοθεί σε κανένα προβλημα ως σήμερα", φανερώνει ότι είναι αδαής περί την διαλεκτική. Ποτέ μα πότε από διαλεκτική οπτική γωνία τίποτα δεν τελειώνει ώστε να δοθεί τελειωτική λύση. Όπως γνωρίζουν όλοι όσοι έχουν ασχοληθεί με την διαλεκτική από 600 πχ έως σήμερα, ο κόσμος και τα γεγονότα του κόσμου συνεχώς αλλάζουν βίαια και γρήγορα, καταλύονται-συντιθέμενα, Είναι-ΜηΌντας κι έτσι δεν τους ταιριάζει τελική λύση. Γι'αυτό κάθε απάντηση στη διαλεκτική σκέψη πρέπει να είναι ερωτηματική ή σε κάθε μια θετική απάντηση, να γεννώνται και δύο νέα ερωτήματα.
Βέβαια και ο Αξελός πιστεύει ότι οι απαντήσεις είναι ερωτηματικές, αλλά όχι από διαλεκτική σκοπιά αλλά από μυστικιστική ή από αγνωστικιστική. Μην ξεχνάμε ότι ο αγνωστικισμός κι ο μυστικισμός αναδίδουν μιαν κακοσμία γιατί σιτίζονται εκεί που αποπατεί η διαλεκτική και γι'αυτό στον αδαή δημιουργεί μιαν διαλεκτική σύγχυση.
Αφού παραθέσει ένα βιογραφικό του φιλοσόφου, προχωρεί στην εκδίπλωση της αξελικής σκέψης. Η φιλοσοφία του μεταφράζεται σε έναν προσανατολισμό προς τους ανοιχτούς ορίζοντες του κόσμου ενός οδοιπόρου ή θαλασσοπόρου, ενός Οδυσσέα χωρίς Ιθάκη. Τον Οδυσσέα ή τον Περιπλανώμενο Ιουδαίο θεωρεί ως θετικές φυσιογνωμίες που μετέχουν χωρίς να κατέχουν τόπους και τοπία, διακατέχονται από τον πόθο ενός ταξιδιού που ωστόσο δεν έχουν διαλέξει, αλλά που αυτό τους διάλεξε μέσω της ιστορικής συγκυρίας. Ο ορίζοντας που από τη φύση του δεν κλείνει, σημαίνει ένα σύμπαν ανοιχτό στο παν. Ενώ η κάθε είδους Ιθάκη σημαίνει ένα σταθερό σημείο και μια επιστροφή στο γνωστό. Κατά τον ίδιο, το πρόβλημα της ουσίας του ανθρώπου μένει ανοιχτό, καθώς και οι δυνατότητες της φιλοσοφικής σκέψης. Έναντι των φιλοσοφικών συστημάτων με τις αντινομίες τους, προκρίνει τη διαλεκτική σκέψη που περιέχει και την άρνηση, χωρίς να οδηγεί όμως στον μηδενισμό. Επισημαίνει ότι τελειωτική λύση δεν έχει δοθεί ως σήμερα σε κανένα πρόβλημα.
Ο κ. Αξελός έχει σύγχυση περί την διαλεκτική. Από τη μια θέλει τον κόσμο ανοικτό σύστημα από την άλλη αναμένει τελειωτικές απαντήσεις στα ερωτήματα που γεννά και από την άλλη αρνείται τη δυνατότητα τελικών απαντήσεων. Αυτό βέβαια θα μπορούσε να είναι ένα διαλογικό παίγνιο αν δεν χρέωνε την αδυναμία απαντήσειων σ'αυτούς που απαξιώνει. Τελειωτικές απαντήσεις ταιριάζουν σε κλειστά αντικειμενικά ντετερμινιστικά συστήματα και όχι σε ανοικτά, διαλεκτικά. Άρα η προσφιλής επισήμανσή του ότι ούτε η φιλοσοφία, ούτε η πολιτική έδωσαν απάντηση στα υψηλά ερωτήματα του κόσμου δείχνει άγνοια διαλεκτικής. Καί η επιστήμη καί η φιλοσοφία καί η πολιτική έδωσαν απαντήσεις οι οποίες λόγω της διαλεκτικής τους φύσης είναι αντιφατικές, δηλαδή είναι και δεν είναι τελειωτικές είναι και δεν είναι ερωτηματικές.
Οι δυο πόλοι της αξελικής σκέψης είναι ο Ηράκλειτος και ο Μαρξ. Ο Ηράκλειτος είναι ο στοχαστής που συλλαμβάνει την ενότητα του κόσμου μέσα στην ταυτόχρονή της πολλαπλότητα. Όλα τα όντα συναρθρώνονται μέσα στο γίγνεσθαι το οποίο χωρίς να είναι ειρηνικό, είναι αρμονικό. Χρόνος και σκέψη για τον Ηράκλειτο –θεωρεί ο Κώστας Αξελός– δεν είναι χωρισμένα, η σκέψη είναι μια σκέψη πάνω στον χρόνο, ο χρόνος είναι εξαρχής παρών σαν βιωμένος χρόνος. Ο άνθρωπος είναι ένα απόσπασμα του μεγάλου Όλου που φιλοδοξεί να το φτάσει. Η ηρακλείτεια σκέψη προσπαθεί να συλλάβει τη μία θεότητα, υπερβαίνοντας ωστόσο το σύνολο των θρησκευτικών πίστεων του καιρού του και αποποιούμενος τις ετοιμοπαράδοτες λύσεις.
Ο δεύτερος πόλος της αξελικής σκέψης είναι ο Μαρξ, αλλά κατά μια έννοια όπου η φιλοσοφία είναι μέθοδος πρώτα από όλα και όχι κλειστό σύστημα αναλλοίωτων αληθειών. Έτσι και τη μαρξική σκέψη τη θεωρεί ανοιχτή, το μαρξιστικό σύστημα όμως κλειστό. Επισημαίνει ότι όσο πιο πλούσια είναι μια σκέψη, τόσο περιέχει ερωτήματα που δεν έχουν διευθετηθεί. Στην κριτική του –μεταξύ των άλλων– θα αναφέρει ότι ο Μαρξ δεν καταπιάνεται με την ολότητα του κόσμου, αλλά μόνο με το ανθρώπινο ιστορικό και κοινωνικό γίγνεσθαι. Μια σχέση λοιπόν μεταξύ των δυο φιλοσόφων κατάφασης και άρνησης, διότι η κάθε σκέψη περιέχει και αυτό που θα την ξεπεράσει.
Λέει ο Ηράκλειτος: Αυτόν τον κόσμο που είναι ίδιος για όλους, δεν τον έφτιαξε ούτε θεός ούτε άνθρωπος, ήταν, είναι και θα είναι αιώνιο πυρ που ανάβει-σβήνοντας με μέτρο. Η ηρακλειτική σκέψη λοιπόν δεν έχει σχέση με καμιά θεότητα. Επίσης σ'αυτήν δεν είναι μόνο η σκέψη κι ο χρόνος που συνιστούν ενότητα, αλλά ο Χρόνος, ο Χώρος, το Είναι, το Νοείν και το Γίγνεσθαι συνιστούν μιαν αδιάρρηχτη ενότητα. Ο άνθρωπος δεν είναι απλά απόσπασμα του μεγάλου Όλου, αυτός όπως όλα τα όντα στη διαλεκτική σκέψη των προσωκρατικών, είναι εν δυνάμει άπειρος, δηλαδή περιέχει μέσα του εν δυνάμει ένα ολοκληρωμένο πρόσωπο του Όλου.
Στην εργασία του ο Αξελός "Γιατί σκεπτόμαστε" προσδιορίζει αυτό που σύμφωνα με την γνώμη του δεν είναι σκέψη:
....Ο τρίτος κύκλος ερευνά το ερώτημα «Τι δεν είναι η σκέψη;» κι από κει συνάγει ότι:
Α) Δεν είναι ο Ορθολογισμός, που με τη αναλυτική και συλλογιστική διάνοια θέλει μέσω της παράστασης να βρει το θεμέλιο και τις αιτίες του Παντός διατυπώνοντας εξηγήσεις και νομίζοντας ότι δίνει αποδείξεις.
Β) Σκέψη δεν είναι και η καταφυγή στον ανορθολογισμό, ο οποίος είναι πολύ πιο δεμένος απ’ότι επιφανειακά φαίνεται με τον αδελφικό εχθρό του. Ο «ορθός λόγος» και το «παράλογο» έχουν μια κοινή πηγή και συχνά ίδια κατάληξη ακριβώς γιατί έχουν απομακρυνθεί από την ερωτηματική, μη δογματική και μη αυθαίρετη σκέψη. (Η σκεπτόμενη γλώσσα «μιλάει και λέει» δεν διακηρύσσει, ούτε όμως εφησυχάζει στο μυστικό, στο άλογο, στη νεκρική σιωπή. Το άρρητο αν και δεν βρίσκει ένα τελευταίο όνομα και έναν επιθετικό προσδιορισμό, δεν παύει να μας μιλάει κι εμείς δεν διστάζουμε, αιωρούμενοι, να κάνουμε ότι μας είναι δυνατόν να το δηλώσουμε. Με μια ορισμένη συγγένεια με τον ηρακλειτικό Απόλλωνα που στο δελφικό μαντείο «ούτε λέγει ούτε κρύπτει αλλά σημαίνει». Χωρίς να ξεχνάμε ότι το λέγειν, το φαίνεσθαι, το φύεσθαι και το θνήσκειν ―κατά τον Ηράκλειτο λόγο-φύση, φανερό-αφανές, βίο-θάνατο―, ό,τι δηλαδή μέσα στην πύρινη λάμψη της αείζωης και μεταμορφούμενης Φύσης, ανήκει η σπανιώτατη ρήση του «κρύπτεσθαι»).
Γ) Η σκέψη δεν είναι αυτή του αυτοθεμελιωμένου ανθρώπου υποκειμένου, που βλέπει, μετράει, εξουσιάζει του κόσμου τ’αποσπάσματα σαν αντικείμενα. Δεν χωρίζεται σε έμμεσα έλλογη και άμεσα διαισθητική σκέψη, αλλά αναπτύσσεται εντεύθεν κι εκείθεν παρομοίων διαχωρισμών.
Δ) Η σκέψη δεν είναι συνώνυμη ούτε μ’αυτό που ονομάζουμε θεωρία και το αντιτάσσουμε στην ποίηση και την πράξη.
Ε) Ούτε συμπίπτει με τη γνώση ως αποκρυσταλλωμένο αποτέλεσμα ειδικών επεξεργασιών.
Ζ) Δεν είναι επίσης συνώνυμη με την επιστήμη που ερευνά, λειτουργεί, ελέγχει… που μένοντας πάντα μερική, έχει έναν μερικό τομέα. (Επιστήμη ως γενική δεν υπάρχει, παρόλο που ο τομέας της αποτελεί μια σφαίρα του Όλου).
Η) Η σκέψη δεν ταυτίζεται με τη διαλεκτική, πάντα μηχανική ή ιδεαλιστική, ακόμα και στις μεγάλες της επιτεύξεις.
Θ) Τέλος η σκέψη δεν είναι υπόθεση του κυρίαρχου «κεφαλιού» ―που δεν λειτουργεί ποτέ από μόνο του».
Και εδώ μολονότι υποτίθεται ότι δεν δίνει τελικές απαντήσεις, το κάνει με μεγάλη αυταρέσκεια, "συντρίβοντας" κάθε είδους σκέψη που χρησιμοποιήθηκε από επιστήμονες και φιλοσόφουν ανά τους αιώνες. Και αυτοί ήταν ο Ηράκλειτος, ο Αναξίμανδρος, ο Ζήνων, ο Παρμενίδης, ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης, ο Κάντ, ο Χέγκελ, ο Αρχιμήδης, ο Νεύτων, ο Αϊνστάιν, ο Χάιζενμπεργκ, ο Μπώμ, ο Μπόρ, και αυτή η σειρά διανοητών πάει πολύ μακριά για να διαγραφεί με μια μονοκονδυλιά και να υποκατασταθεί με την πλανητική σκέψη, η οποία μάλιστα καμαρώνει ότι απορρίπτει κάθε λογική, από τον ορθολογισμό ως την διαλεκτική.
Ο Αξελός έχει από καιρό απαρνηθεί τον Μαρξ όπως και κάθε εφαρμοσμένο μαρξισμό. Δεν θα μπορούσε βέβαια να είναι μαρξιστής και να παίρνει μισθό από την αστική τάξη. Οι αστοί είναι πολύ αυστηροί, όταν πληρώνουν και τα λεφτά τους θέλουν να πιάνουν τόπο. Ο Αξελός, ο Αντόρνο, ο Μαρκούζε και μια σειρά διακεκριμένων διανοητών που μπουρδουκλώνουν τα λεγόμενά τους για να λένε κάτι, αλλά να μην είναι κατανοητό, δεν θα έπαιρναν ούτε μισθούς αλλά ούτε θα είχαν θέσεις στα Αμερικάνικα, Αγγλικά και Γαλλικά πανεπιστήμια. Αυτό βέβαια αφορά και τα Ελληνικά πανεπιστήμια.
Όσο για τη σχέση του με τον Ηράκλειτο είναι μάλλον χωρίς νόημα αφού όποιο απόσπασμά του το αντιμετωπίζει αντιδιαλεκτικά. Επίσης όπως είδαμε στο κείμενο που παραβάλλω από την εργασία του "Γιατί σκεπτόμαστε", αρνείται εκτός όλων των άλλων εμφατικά και την διαλεκτική ως σκέψη.
Και ενώ συνεχώς κατηγορεί τη φιλοσοφία και την επιστήμη ότι δεν έδωσε τελειωτικές απαντήσεις, από την άλλη τονίζει ότι αυτές δεν μπορούν να δοθούν και κάθε απάντηση πρέπει να είναι ερωτηματική. Έτσι απ'τη μια αποδέχεται τη διαλεκτική, από την άλλη την απαρνείται για ν'αφήσει τόπο σε μιαν αόριστη "πλανητική σκέψη", η οποία απαρνείται και τον ορθολογισμό. Δηλαδή μας προτείνει μια σκέψη χωρίς ορθολογισμό και χωρίς διαλεκτική, άρα χωρίς λογική.
Ο κόσμος είναι το παιχνίδι και ο άνθρωπος ο παίκτης. Το περιπλανώμενο Είναι τού ανθρώπου παίζει ένα παιχνίδι, μέσα στο οποίο τα σχέδιά του διαρκώς διαψεύδονται.
Η ζαχαρένια αυτή ατάκα, είναι τόσο πιασάρικη όσο και ανόητη. Ο κόσμος δεν είναι παίγνιο, αφού για να είναι τέτοιο, δηλαδή να έχει όρους και όρια που να μπορούν να τον ορίσουν ως τέτοιο, πρέπει να είναι κλειστό σύστημα, αφού το ανοικτό σύστημα δεν μπορεί να οριοθετηθεί. Οι όροι του ανοικτού συστήματος είναι αντιφατικοί κι έτσι το σύστημα είναι ζωντανό και εν τω γίγνεσθαι. Δεν μπορεί λοιπόν να είναι παίγνιο. Ακόμα το Είναι του ανθρώπου δεν είναι απλά περιπλανόμενο, αφού ως αντιφατικό, είναι εξελισσόμενο. Η περιπλάνηση είναι χωρίς νόημα ενώ η εξέλιξη πρώτα απ'όλα έχει νόημα. Ο άνθρωπος υπερβαίνει τον εαυτό του προς το καλύτερο και αυτό το καλύτερο είναι ότι τα σχέδιά του πραγματώνονται όσο επιτρέπει το συνεχές γίγνεσθαι του κόσμου. Ο Αξελός σε μιαν εποχή που τα σφαγεία δούλευαν μερόνυκτα την κοπάνησε κι άφησε πίσω τους συντρόφους του να κατακρεουργούνται. Αυτό το θεώρησε παίγνιο του περιπλανόμενού του Είναι. Αυτός τη βόλεψε, και μετά, τη βολή του μετέτρεψε σε φιλοσοφία περιπλάνησης. Με την περιπλάνηση μόνο από τον εαυτό σου μπορείς να φύγεις, όχι από το Γίγνεσθαι του Κόσμου που έχεις εμπλακεί.
Αποδεσμευόμενος από τους δυο εμπνευστές του ο Κώστας Αξελός θα προχωρήσει στην ανάπτυξη της πλανητικής σκέψης. Στην τεχνολογική εποχή μας, η γη έχει καταστεί ένα πλανητικό χωριό, ενώ ο πλάνητας άνθρωπος, ο περιπλανώμενος στοχαστής, με την περιήγηση στους ανοιχτούς ορίζοντες της εν τω γίγνεσθαι ολότητας του κόσμου αποφεύγει όσο γίνεται την παραπλάνηση, την καθήλωση σε μερικές αλήθειες. Η σκέψη αμφισβητεί τα πάντα, ακόμα και τον εαυτό της. Τίποτα ποτέ δεν είναι ολικό, πλήρες και ολοκληρωμένο.
Αποδεσμεύεται από τον Ηράκλειτο δηλαδή τη διαλεκτική, αποδεσμεύεται από τον Μαρξ, δηλαδή τον σοσιαλισμό και τι κάνει; Προχωρεί στην πλανητική σκέψη, η οποία δε μας λέει αν είναι διαλεκτική ή ορθολογισμός. Αφήνει όμως πολύ συχνά να φανεί ότι διαφωνεί και με τον ορθολογισμό και με τη διαλεκτική. Είναι ο πλάνητας άνθρωπος! τι θα πει αυτό; Τίποτα! Ο περιπλανόμενος στοχαστής; Αυτό μάλιστα! Δεν έχει πλέον λογικές αρχές ή αρχές γνωστικού ήθους, μπορεί να πατά στον ορθολογισμό και να βρίσκεται στη διαλεκτική σαν αυτά να είναι καφενεία, που μπορεί να τ'αλλάζει από στιγμή σε στιγμή. Μπορεί να οραματίζεται τον κομμουνισμό αλλά συγχρόνως να τον προδίδει. Στο μόνο που είναι απόλυτα δοσμένος είναι η περιπλάνηση ως παραπλάνηση και η καθήλωση στο ψέμα. Η σκέψη του αμφισβητεί τα πάντα, ακόμα και την ίδια την σκέψη του κι αυτό είναι πολύ βολικό αφού μπορεί να λέει ό,τι θέλει χωρίς να λογοδοτεί διαλογικά πουθενά, δηλαδή χωρίς να είναι ορθολογιστής ή διαλεκτικός.
Ο άνθρωπος θεωρείται πάντα «επιβάτης και καθ’οδόν». Εισάγει εδώ την έννοια του Παιγνίου με τη διττή ιδιότητα της ενότητας και της ανοικτότητας. Ενότητα των προσώπων που χάρη στο παιχνίδι γίνονται ένα, ανοικτότητα αφού η έκβαση του παιχνιδιού είναι άγνωστη, αν και οι κανόνες εκ των προτέρων γνωστοί. (Αν οι όροι κάποιου συστήματος, δηλαδή οι κανόνες είναι εκ των προτέρων γνωστοί και καθορισμένοι, το σύστημα δεν μπορεί να είναι ανοικτό, προϋποθέτει ως αποτέλεσμα της λειτουργίας του μια συγκεκριμένη σειρά ασχέτως πόσο μεγάλη από "συνθετικά παίγνια του τέλους" τα οποία βρίσκονται εκεί περιμένοντας να πραγματοποιηθούν από τη στιγμή που ετέθησαν οι συγκεκριμένοι κανόνες λειτουργίας του κλειστού και αντικειμενικού συστήματος).
Αυτά έχουν συζητηθεί στον "Διάλογο" του Παρμενίδη με τον Ηράκλειτο. Εκεί οριοθετούνται τα κλειστά συστήματα ως φαινομενικά παίγνια και τα ανοικτά ως αληθινό γίγνεσθαι. (Τα είπαν άλλοι πολύ καλύτερα από μας και πριν 2500 χιλιάδες χρόνια).
Ο κόσμος είναι το παιχνίδι και ο άνθρωπος ο παίκτης. Το περιπλανώμενο Είναι του ανθρώπου παίζει ένα παιχνίδι, μέσα στο οποίο τα σχέδιά του διαρκώς διαψεύδονται. Η τρίτη διάσταση του παιγνίου είναι ο χρόνος, ο κοσμικός ρυθμός... Τι πρέπει να κάνουμε λοιπόν κατά τον Κώστα Αξελό; Να παίξουμε το παιχνίδι από το οποίο δεν μπορούμε να ξεφύγουμε.
Ο Αξελός στα πονήματά του δείχνει αφόρητη απλοϊκότητα στη έννοια του χρόνου. Ο χρόνος ως οικουμενικός, δεν είναι η διάρκεια, είναι ένα είδος παγκόσμιου ρυθμού του γίγνεσθαι που θέλει πολλές διευκρινίσεις για να οριοθετηθεί και να χρησιμοποιηθεί όπως επιχειρεί ο Αξελός.
Όταν ο Ηράκλειτος λέει ότι ο χρόνος είναι ένα παιδί που παίζει πεσσούς, η έννοια του παιγνίου όσο και του χρόνου εκεί είναι πολύ διαφορετική. Ο Αξελός την έχει παρανοήσει. Είπαμε πριν ότι το γίγνεσθαι δεν είναι παίγνιο, αφού είναι πάντα άπειρο κι ανοικτό. Το παίγνιο προϋποθέτει κλειστά συστήματα των οποίων η έκβαση είναι προδιαγεγραμμένη και τελεονομική. Έχει κανόνες εκ των προτέρων γνωστούς και μια σειρά, άσχετα ποσο μεγάλη, "συνθετικών ορίων του τέλους" που βρίσκονται από την αρχή εκεί περιμένοντας να πραγματοποιηθούν από τη λειτουργία του παιγνίου. Με το να διακυρίσσουμε ότι κάποιο σύστημα είναι ανοικτό δεν είναι αρκετό. Πρέπει να θέτουμε τους όρους λειτουργίας του συστήματος που αυτοί να δείχνουν αν αυτό είναι ή δεν είναι έτσι. Οι όροι κάποιου συστήματος για να το ορίζουν ανοικτό πρέπει να είναι αντιφατικοί.
Λένε οι προσωκρατικοί και ακολουθεί σ'αυτό και ο Αριστοτέλης: Ο Χρόνος είναι μόνο Τώρα. Το χθές δεν υπάρχει, το μαύριο δεν υπάρχει, ο κόσμος είναι μόνο τώρα, το τώρα που είναι μια μικρή φθίνουσα αιχμή μεταξύ παρόντος και μέλλοντος, η οποία τείνει συνεχώς προς το μηδέν. Ο χρόνος είναι η αντίφαση γυμνή κι έτσι για τους ορθολογιστές δεν υπάρχει αληθινά, αυτός είναι κατηγορία της νόησης ενώ για τους διαλεκτικούς είναι η αντιφατικότητα του Είναι, δηλαδή το εν δυνάμει Είναι, η Ύλη ως καθαυτή. Ο Χρόνος λοιπόν είναι ο ρυθμός της καταλυτικής-συνθετότητας των όντων που βρίσκονται στη συνεχή μηδενική αιχμή του φθίνοντος παρόντος, η οποία τείνοντας συνεχώς προς το μηδέν τείνει συνεχώς προς το άπειρο, κατά τα Ζηνώνεια πρότυπα.
Για το θέμα αυτό ο αναγνώστης μπορεί να πληροφορηθεί στις αναρτήσεις μου "Ο Χρόνος Σύμφωνα με τους Προσωκρατικούς", ή "Διαλεκτική Υλιστική Σκέψη".
Κάθε μεταφυσική διατυπώνει τους όρους ενότητας της πραγματικότητας, ωστόσο αυτό αποτελεί την αδυναμία της φιλοσοφίας που γίνεται έτσι κλειστή. Πώς μπορεί να υπάρξει ανοιχτή ενότητα;
Να και η μεταφυσική που ξεπετιέται ξαφνικά για να δόσει θεολογικό νόημα στη σκέψη. Άραγε τι μπορεί να διατυπωθεί απ'αυτό που είναι ανύπαρκτο; Τί σχέση έχει η μεταφυσική με την ενότητα στην πραγματικότητα και πως αποτελεί την αδυναμία της φιλοσοφίας που την κάνει κλειστή; Ερωτά ο συντάξας αυτό το κείμενο: "Πως μπορεί μια ενότητα να είναι ανοικτή"; Κι απαντώ διαλεκτικά: Η ενότητα προϋποθέτει σύγκρουση, άρνηση και υπέρβαση. Είναι αντιφατική ενότητα όπου τα ενάντια από τη μια το ένα γεννά το άλλο, από την άλλη συγκρούονται αρνούμενα, αίροντας το άλλο συγχρόνως. Έτσι το κλειστό σύστημα διαλεκτικά δεν έχει όρια, όντας συγχρόνως εν εξελίξει και άπειρο. Άπειρο κατά τον Αναξίμανδρο είναι το εν εξελίξει πεπερασμένο, αφού αν κάτι είναι απόλυτα άπειρο, είναι τετελεσμένο και άρα πεπερασμένο.
Κάθε σκέψη προσπαθώντας να στοχαστεί το νόημα της ανοιχτής ολότητας, δεν είναι παρά σκέψη αποσπασματική. Σκέψη ανοιχτή στο παιχνίδι του κόσμου. Ας μη φοβόμαστε λοιπόν το κενό και το χάος. Να μάθουμε να σκεπτόμαστε –υποστηρίζει ο Κώστας Αξελός– και να μη ζητάμε έτοιμες λύσεις. Τίποτα δεν είναι δυνατόν να λεχθεί ή να γίνει αντιληπτό στο σύνολό του. Στον στοχαστή αρμόζει λοιπόν μια ανοιχτή και ρωμαλέα σκέψη που σχεδόν δεν θα λέγεται φιλοσοφία, ενώ δίνει ως παραδείγματα ανοικτότητας με δυνατότητα ενότητας τον έρωτα και τη θρησκεία. Θρησκεία-μαγεία-μύθοι, ποίηση και τέχνη, πολιτική, φιλοσοφία-επιστήμες-τεχνική είναι οι μεσολαβητικές εξουσίες προς την αναζήτηση του κέντρου στο παιχνίδι του κόσμου. Οι μεγάλες εξουσίες θεμελιώνονται σε επτά στοιχειώδεις δυνάμεις: γλώσσα, σκέψη, εργασία, αγώνα, έρωτα, θάνατο, παιχνίδι. Η σκέψη ανοίγεται σε όλα τα ερωτήματα και συναντά τη διαφορά.
Η σύλληψη της ανοικτής ολότητας δεν μπορεί ποτέ να είναι αποσπασματική, ούτε σχετίζεται με το παίγνιο του κόσμου αφού ο κόσμος ως γίγνεσθαι, όντας συνεχώς άλλος δεν έχει όρους και όρια τέτοια που να στηρηχτεί πάνω του κάποιο παίγνιο. Το γίγνεσθαι είναι αυτό που δεν ζητά έτοιμες λύσεις, γιατί συνεχώς αλλάζει και οι όποιες λύσεις αυτοκαταρρέουν. Στο σύνολό της αυτή η ολότητα μπορεί να γίνει αποδεκτή ως Αντιφατικότητα Γυμνή, ως Εν Δυνάμει Είναι, η οποία αντιφατικότητα είναι η ουσία της διαλεκτικής σκέψης. Η επιστήμες μετά απ'αυτό, πρέπει να ξανακοιταχτούν και να ανοίξουν το δρόμο σ'έναν καινούριο κόσμο μακριά από θρησκεία και μεταφυσική. Τότε η γλώσσα, η εργασία, ο έρωτας, ο θάνατος και η σκέψη θα πάρουν μιαν άλλη μορφή που δε θα σχετίζεται με κανένα παίγνιο φαινομενικότητας αλλά με την αλήθεια που είναι το γίγνεσθαι του κόσμου.
Η σκέψη δεν κατορθώνει να σκεφτεί πλήρως τη ζωή. Το βίωμα δεν αποδίδεται πλήρως από τον λόγο και τη γραφή και αυτό που λέγεται ή γράφεται, σπάνια βιώνεται. Το κατάλληλο ύφος του στοχασμού είναι η ειρωνεία και το χιούμορ. Στα μεγάλα ερωτήματα απαντάμε με ερωτηματικές απαντήσεις, διότι καμία ερμηνεία δεν είναι πλήρης και οριστική.
Ναι, όχι όμως μόνο στα μεγάλα ερωτήματα, αλλά σε όλα τα ερωτήματα δεν υπάρχει τελική απάντηση γιατί ο κόσμος "αλλάζει βίαια και γρήγορα, καταλύεται-συντιθέμενος, Είναι-ΜηΌντας". Αλλά χωρίς να απορρίπτεται κι αυτό, δεν αρμόζει μόνον η ειρωνία και το χιούμορ, αλλά περισσότερο η τραγωδία.
Στο πεδίο της ηθικής επικρίνει την κτητικότητα του νεωτερικού ανθρώπου. Καθήκον μας θεωρεί να υπερβούμε την ατομικότητα μέσα στην ολότητα των οριζόντων του κόσμου και όχι απλώς σε μια συγκεκριμένη συνύπαρξη. Σημειώνει ότι Μαρξ και Φρόιντ κινούνται στον χώρο μιας τέτοιας ηθικής, αλλά δεν άντεξαν να σηκώσουν το βάρος των σχεδίων τους και ότι τελικά η μοίρα κάθε επανάστασης είναι να αποτυχαίνει στις ύψιστες εμπνεύσεις της, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν πρέπει να υφίσταται για να τις πραγματώνει έως του σημείου που δύναται.
Ο κόσμος μας είναι μια συνεχής επανάσταση την οποίαν οι όποιοι αστοί βλέπουν αποτυχημένη ή ανεπιτυχή. Όμως από τότε που κάποιοι πίθηκοι κατέβηκαν από τα κλαδιά και περπάτησαν στη σαβάνα κάτω από τη χλεύη των υψηλά ισταμένων στην ιεραρχία δενδρόβιων πιθήκων, αυτή η επανάσταση συνεχίζεται, στην τέχνη, την επιστήμη και γενικά τον πολιτισμό. Βέβαια οι δενδρόβιοι βλέπουν συνεχώς αποτυχίες, βλέπουν ερωτήματα αναπάντητα, βλέπουν το κόσμο να βυθίζεται στο χάος. Οι άλλοι, αυτοί που κίνησαν παραπατώντας άκομψα, συνεχίζουν να χάνονται στον ορίζοντα ως τη στιγμή που οι άλλοι παύουν να τους βλέπουν.
Από την άλλη θεωρεί ότι η Εκκλησία έχει γίνει τουριστική και οικουμενική. Δεν υπάρχουν πλέον μεγάλες ηθικές, πολιτικές και ιστορικές εναλλακτικές λύσεις. Θα πρέπει να ζήσουμε χωρίς την ελπίδα να κάνουμε την ανθρωπότητα καλύτερη. Κανείς να κάνει μάλλον ό,τι μπορεί, παρά ό,τι «οφείλει», χωρίς τυφλό φανατισμό όμως, χωρίς παρωπίδες. Ούτε ηδονισμός, ούτε ασκητισμός. Ούτε ατομισμός, ούτε κολεκτιβισμός. Ούτε μηδενισμός, ούτε στείρα ηθικολογία. Κάθε άνθρωπος να είναι όσο περισσότερο γίνεται ο κόσμος, παλεύοντας μέσα στο παιχνίδι. Η σχέση ανθρώπου και κόσμου είναι το κυριότερο διακύβευμα. Εκεί φαίνεται ότι ο άνθρωπος είναι αυτός που παίζει και που παίζεται ταυτοχρόνως. Αυτό που κερδίζεται από τη μια, χάνεται από την άλλη. Η σκέψη δεν κατορθώνει να σκεφτεί πλήρως τη ζωή. Το βίωμα δεν αποδίδεται πλήρως από τον λόγο και τη γραφή και αυτό που λέγεται ή γράφεται, σπάνια βιώνεται. Το κατάλληλο ύφος του στοχασμού είναι η ειρωνεία και το χιούμορ. Στα μεγάλα ερωτήματα απαντάμε με ερωτηματικές απαντήσεις, διότι καμία ερμηνεία δεν είναι πλήρης και οριστική. Έτσι η ερμηνευτική οφείλει να είναι αποφατική (λέγοντας τι δεν είναι τα πράγματα και όχι τι είναι). Ένας λόγος ανοιχτός θέτει τα πάντα υπό ερώτηση. Η Τέχνη και η Ποίηση είναι προνομιακοί χώροι, καθώς εκεί όλα κρύβονται με το φανέρωμά τους και φανερώνονται με την απόκρυψή τους. Στη φιλία δίνει μεγάλη βαρύτητα (μια φιλία όμως που περιλαμβάνει και την έριδα και χωρίς κτητικότητα) τοποθετώντας την πάνω από τον έρωτα και την αγάπη. Το ερώτημα περί Θεού το αφήνει ανοικτό, αφού δεν τον ικανοποιεί ούτε ο θεϊσμός των θρησκειών, ούτε ο αθεϊσμός. Ως προς την τεχνολογία θεωρεί ότι δεν είναι οι μηχανές στην υπηρεσία του ανθρώπου αλλά ότι ο άνθρωπος-μηχανή διαφεντεύεται από αυτές. Στο πεδίο της πολιτικής –ιδίως μετά τα γεγονότα της Πολωνίας και της Ουγγαρίας– οδηγείται, κατά δήλωση του ίδιου, σε ένα μεταμαρξισμό γεμάτο προβληματισμό και αμφισβήτηση. Αποστασιοποιείται με έναν τρόπο από την επανάσταση, επειδή προκαλεί υπερβολική βία. Δεν είναι μόνο η κοινωνία που πρέπει να μεταμορφωθεί, αλλά και η σχέση μας με τον κόσμο του οποίου είμαστε μέρος. Ετοιμότητα προς συνάντηση, φιλικότητα, μετοχή. Ανοικτότητα της σκέψης σε όλα.
Έτσι μίλησαν οι πίθηκοι που βρίσκονται ακόμα στα κλαδιά: ούτε το ένα, ούτε το άλλο ή και με τον ένα και με το άλλον και προπάντων να μην αποφασίσουμε για κάτι που θα μας οδηγήσει στο άγνωστο το υπερβατικό όπου μπορεί να χαθούμε, αλλά μπορεί να υπερβούμε τον εαυτό μας σε μια Νέα ποιότητα. Έτσι θα μπορούμε απρόσκοπτα να απορρίπτουμε χωρίς να επιλέγουμε, γιατί η επιλογή περιέχει και το λάθος. Θα καθόμαστε στ'αυγά μας χωρίς να δίνουμε στόχο, ακόμα κι αν αυτά έχουν εκκολαφθεί και τα πουλάκια την έχουν κοπανήσει.
Ο Μάριος Μπέγζος καταθέτει τα χωρία που στηρίζουν τα παραπάνω παραπέμποντας κατά σημεία στην εργογραφία του στοχαστή, η οποία υπάρχει συνοπτικά και στο τέλος του βιβλίου μαζί με ευρετήριο των ελληνικών του μεταφράσεων, των διεθνών μελετών για το έργο του, καθώς και αναφορά σε συνεντεύξεις του στα ελληνικά.
* O ΚΥΡΙΑΚΗ ΑΝ. ΛΥΜΠΕΡΗ είναι ποιήτρια.
Τελευταίο της βιβλίο, η ποιητική συλλογή «Ορμητικοί οι φθόγγοι ως το χάνομαι» (Εκδόσεις των Φίλων).
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου