Ο Μύθος και η τραγωδία
Ο ΜΥΘΟΣ ΚΑΙ Η ΤΡΑΓΩΔΙΑ
Οι αρχαιοελληνικοί μύθοι, ως αποτέλεσμα της από στόμα σε στόμα διήγησης μέσα στους αιώνες, ήταν σε κατάσταση ζωντανής και δημιουργικής παραβίασης, ανάλογα με την ιδεολογική και αισθητική πρόταση που ήθελε να προωθήσει ο εκάστοτε αφηγητής. Αυτό συνεχίστηκε ακόμα και έως την κλασική εποχή όπου οι μύθοι πήραν γραπτή μορφή. Μολονότι η μορφή αυτή, με βάση τον μύθο, κυρίως διατηρήθηκε μέσω της τραγωδίας, κάθε τραγωδός δημιουργούσε μια δική του παραπλήσια εκδοχή για την ανάδειξη των ιδεολογικών κι αισθητικών του απόψεων. Εμείς επηρεασμένοι απ’ τη σύγχρονη λογοτεχνία και θέατρο, παρασυρόμεθα σε θεωρήσεις περί τραγωδίας που πιθανόν είναι επιδερμικές και έωλες.
Η τραγωδία ήδη απ’ την αρχαιότητα είχε αρχίσει ν’ αλλάζει περιεχόμενο και τυπικότητα. Αυτό διαπιστώνεται κι απ’ τους ορισμούς διακεκριμένων διανοητών της αρχαιότας που αφορούσαν στο Διθύραμβο. Οι ορισμοί τους, παγίδευσαν και τους σύγχρονους διανοητές γύρω απ’ αυτό το θέμα σε πρόχειρες ή άκριτες απόψεις.
Βέβαια οι αρχαίοι συνήθιζαν ν’ αποκρύπτουν το αληθινό νόημα των ιερών τους δρώμενων, αφού πίστευαν ότι αυτά περιβάλλονται από μιαν ιερή σιωπή, αφού η βαθύτερη ουσία τους θεωρείτο άρρητη. Γι’ αυτό τον λόγο πρέπει να δούμε κριτικά τις διευκρινίσεις των αρχαίων γύρω από το θέμα ώστε ν’αποκαλυφθεί αυτό το μυστήριο. Ακόμα, όπως θα δείξω στη συνέχεια, ο Διθύραμβος έχει γενετική σχέση με την Διαλεκτική και έτσι υπάρχει κάποιο μέτρο στάθμισης για τις απόψεις που μας έχουν προτείνει οι αρχαίοι. Π.χ. οι προτάσεις του Αριστοτέλη περί τραγωδίας δεν μπορεί παρά να είναι ορθολογικές και τυπικές. Εκεί περιγράφονται οι μηχανισμοί της τραγωδίας αλλά όχι η βαθύτερη ουσία της. Την βαθύτερη ουσία της μάλλον θα βρούμε στα διαλεκτικά αποσπάσματα του Ηρακλείτου
Οι αρχαιοελληνικοί μύθοι, ως αποτέλεσμα της από στόμα σε στόμα διήγησης μέσα στους αιώνες, ήταν σε κατάσταση ζωντανής και δημιουργικής παραβίασης, ανάλογα με την ιδεολογική και αισθητική πρόταση που ήθελε να προωθήσει ο εκάστοτε αφηγητής. Αυτό συνεχίστηκε ακόμα και έως την κλασική εποχή όπου οι μύθοι πήραν γραπτή μορφή. Μολονότι η μορφή αυτή, με βάση τον μύθο, κυρίως διατηρήθηκε μέσω της τραγωδίας, κάθε τραγωδός δημιουργούσε μια δική του παραπλήσια εκδοχή για την ανάδειξη των ιδεολογικών κι αισθητικών του απόψεων. Εμείς επηρεασμένοι απ’ τη σύγχρονη λογοτεχνία και θέατρο, παρασυρόμεθα σε θεωρήσεις περί τραγωδίας που πιθανόν είναι επιδερμικές και έωλες.
Η τραγωδία ήδη απ’ την αρχαιότητα είχε αρχίσει ν’ αλλάζει περιεχόμενο και τυπικότητα. Αυτό διαπιστώνεται κι απ’ τους ορισμούς διακεκριμένων διανοητών της αρχαιότας που αφορούσαν στο Διθύραμβο. Οι ορισμοί τους, παγίδευσαν και τους σύγχρονους διανοητές γύρω απ’ αυτό το θέμα σε πρόχειρες ή άκριτες απόψεις.
Βέβαια οι αρχαίοι συνήθιζαν ν’ αποκρύπτουν το αληθινό νόημα των ιερών τους δρώμενων, αφού πίστευαν ότι αυτά περιβάλλονται από μιαν ιερή σιωπή, αφού η βαθύτερη ουσία τους θεωρείτο άρρητη. Γι’ αυτό τον λόγο πρέπει να δούμε κριτικά τις διευκρινίσεις των αρχαίων γύρω από το θέμα ώστε ν’αποκαλυφθεί αυτό το μυστήριο. Ακόμα, όπως θα δείξω στη συνέχεια, ο Διθύραμβος έχει γενετική σχέση με την Διαλεκτική και έτσι υπάρχει κάποιο μέτρο στάθμισης για τις απόψεις που μας έχουν προτείνει οι αρχαίοι. Π.χ. οι προτάσεις του Αριστοτέλη περί τραγωδίας δεν μπορεί παρά να είναι ορθολογικές και τυπικές. Εκεί περιγράφονται οι μηχανισμοί της τραγωδίας αλλά όχι η βαθύτερη ουσία της. Την βαθύτερη ουσία της μάλλον θα βρούμε στα διαλεκτικά αποσπάσματα του Ηρακλείτου
ΔΙΘΥΡΑΜΒΟΣ ΚΑΙ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΣΚΕΨΗ
Οι Αρχαίοι Έλληνες με την εμφάνισή τους το μπαλκόνι της ιστορίας, έδειξαν ότι όλα όσα γνωρίζαμε με βεβαιότητα μέχρι τότε, μπορούσαν να ξανακοιταχτούν κι από μιαν άλλη οπτική γωνία, συνιστώντας ένα νέο είδος πολιτισμού. Αυτοί πρότειναν για όλες τις κοινωνικές δραστηριότητες και σχέσεις μια νέα συνειδητή αντιμετώπιση. Δηλαδή σαν Υψηλή και Ιερή Tέχνη. Αυτός ο τρόπος ζωής και σκέψης ήταν σύμφυτος με την αποδοχή απ’αυτούς για την τραγικότητα της φύσης και του κόσμου. Μολονότι όλοι οι λαοί ήξεραν να μιλούν, αυτοί πρότειναν τη Ρητορική, ως τέχνη του Λέγειν και μολονότι όλοι ήξεραν να σκέπτονται, πρότειναν τη Λογική ως συνειδητή τέχνη του Νοείν. Φυσικά μαζί με αυτά διαμόρφωσαν κι όλες τις άλλες κοινωνικές δραστηριότητες, όπως το θέατρο, τις εικαστικές τέχνες, τον αθλητισμό κ.λπ. ως ιερές και υψηλές τέχνες . Ό,τι λοιπόν αφορά την όποια τέχνη, αφορά και την ελληνικότητα. Κι επειδή για τους Έλληνες όλα είχαν διαμορφωθεί ως υψηλές ιερές τέχνες δεν μπορούσε παρά και η ίδια η ζωή που τα περιέχει όλα, να είναι η Υψηλή Τέχνη του Ζην. Αυτός ο τρόπος του Ζην ως ιερή τέχνη ήταν και η πρώτη συνειδητά και οργανωμένη θρησκεία, ένα παγανιστικό-φιλοσοφικό-επιστημονικό ήθος καθημερινής πρακτικής. Το ήθος αυτό που είχε γίνει τρόπος ζωής για τους Έλληνες, ήταν η“Λατρεία της Ζωής και της Φύσης”, που τελικά απλουστεύτηκε στη μορφή της “τραγικότητας του Είναι”.
Κάθε τι γι’αυτούς τους λάτρεις της φύσης και της ζωής, όντας μέρος του θεού που ήταν η Φύση, ήταν ιερό που έπρεπε να πλησιάζεται ως τραγικό θύμα για θυσία. Σ’όλες λοιπόν τις δραστηριότητες, τίποτα δεν έπρεπε να σπαταλάται αλόγιστα, αφού κάθε τι ως μέρος της Φύσης, θυσιαζόταν γι’άλλο μέρος της. Γι’αυτό έπρεπε να καταναλώνεται μόνον όσο ήταν αναγκαίο και συγχρόνως να περιορίζονται οι ανάγκες στο ελάχιστο. Αυτό σήμαινε ότι ο άνθρωπος για να ζήσει, έπρεπε να κυνηγήσει, να ψαρέψει, να κόψει καρπούς, να κόψει δέντρα, δηλαδή έπρεπε να σκοτώσει.
Οι Αρχαίοι Έλληνες με την εμφάνισή τους το μπαλκόνι της ιστορίας, έδειξαν ότι όλα όσα γνωρίζαμε με βεβαιότητα μέχρι τότε, μπορούσαν να ξανακοιταχτούν κι από μιαν άλλη οπτική γωνία, συνιστώντας ένα νέο είδος πολιτισμού. Αυτοί πρότειναν για όλες τις κοινωνικές δραστηριότητες και σχέσεις μια νέα συνειδητή αντιμετώπιση. Δηλαδή σαν Υψηλή και Ιερή Tέχνη. Αυτός ο τρόπος ζωής και σκέψης ήταν σύμφυτος με την αποδοχή απ’αυτούς για την τραγικότητα της φύσης και του κόσμου. Μολονότι όλοι οι λαοί ήξεραν να μιλούν, αυτοί πρότειναν τη Ρητορική, ως τέχνη του Λέγειν και μολονότι όλοι ήξεραν να σκέπτονται, πρότειναν τη Λογική ως συνειδητή τέχνη του Νοείν. Φυσικά μαζί με αυτά διαμόρφωσαν κι όλες τις άλλες κοινωνικές δραστηριότητες, όπως το θέατρο, τις εικαστικές τέχνες, τον αθλητισμό κ.λπ. ως ιερές και υψηλές τέχνες . Ό,τι λοιπόν αφορά την όποια τέχνη, αφορά και την ελληνικότητα. Κι επειδή για τους Έλληνες όλα είχαν διαμορφωθεί ως υψηλές ιερές τέχνες δεν μπορούσε παρά και η ίδια η ζωή που τα περιέχει όλα, να είναι η Υψηλή Τέχνη του Ζην. Αυτός ο τρόπος του Ζην ως ιερή τέχνη ήταν και η πρώτη συνειδητά και οργανωμένη θρησκεία, ένα παγανιστικό-φιλοσοφικό-επιστημονικό ήθος καθημερινής πρακτικής. Το ήθος αυτό που είχε γίνει τρόπος ζωής για τους Έλληνες, ήταν η“Λατρεία της Ζωής και της Φύσης”, που τελικά απλουστεύτηκε στη μορφή της “τραγικότητας του Είναι”.
Κάθε τι γι’αυτούς τους λάτρεις της φύσης και της ζωής, όντας μέρος του θεού που ήταν η Φύση, ήταν ιερό που έπρεπε να πλησιάζεται ως τραγικό θύμα για θυσία. Σ’όλες λοιπόν τις δραστηριότητες, τίποτα δεν έπρεπε να σπαταλάται αλόγιστα, αφού κάθε τι ως μέρος της Φύσης, θυσιαζόταν γι’άλλο μέρος της. Γι’αυτό έπρεπε να καταναλώνεται μόνον όσο ήταν αναγκαίο και συγχρόνως να περιορίζονται οι ανάγκες στο ελάχιστο. Αυτό σήμαινε ότι ο άνθρωπος για να ζήσει, έπρεπε να κυνηγήσει, να ψαρέψει, να κόψει καρπούς, να κόψει δέντρα, δηλαδή έπρεπε να σκοτώσει.
Η ζωή λοιπόν όσο ενάρετη κι αν είναι, συγχρόνως είναι μιαρή. Όταν λοιπόν έπρεπε να καταναλώσει, αυτό έπρεπε να γίνει με κάποια μορφή θυσίας. Το θύμα δεν ήταν λάφυρο και γι’αυτό έπρεπε να πλησιάζεται με σεβασμό, γιατί όντας μέρος της φύσης ήταν κι αυτό μέρος του Θεού.Δηλαδή η πράξη της θυσίας είναι αντιφατική αφού θυσιάζεται μέρος του Θεού για άλλο μέρος Του, έτσι η ίδια η ζωή είναι τραγική-αντιφατική. (Τραγεῖν: απαρέμφατο του τρώγω. Τ’αρσενικά ζώα, ταύρος, κριός και τράγος ήταν “Τράγοι” για θυσία και τροφή. Τραγωδία-τρωγωδία: η ωδή της τροφής που είναι ιερή ή της θυσίας του ιερού τραγιού που είναι ιερή τροφή. Οι κοινωνοί της θυσίας έπαιρναν την ευθύνη τον θάνατο του ζώου να μετατρέψουν σε ζωή και πολιτισμό).
Η ζωή για τον Έλληνα ήταν ένα ιερό θέατρο όπου όλα εκτιμώνται μέσα απ’το πρίσμα της θυσίας. Η θυσία ήταν η κατεξοχήν και ουσιαστική έννοια της τραγωδίας και του διθύραμβου: Πλησιάζω το θύμα μου με σεβασμό. Θύμα είμαι κι εγώ που θα θυσιαστώ, αν η κοινωνία μου το ζητήσει. Η τραγικότητα ήταν ένα είδος υπερβατικού παγανισμού που παγιώθηκε στο πνεύμα της αντιφατικότητας του Είναι κι εκφράστηκε ως ηθική συμπεριφορά στην “τραγωδία”, τον διθύραμβο, δηλαδή “το πέρασμα από δύο αντίθετες θύρες συγχρόνως, τη θύρα της ζωής και τη θύρα του θανάτου”. Σύμφωνα με αυτήν την αντίληψη κάθε τι στον κόσμο μας, όντας Διθυραμβικό, κάθε στιγμή ζη-πεθαίνοντας, πεθαίνει-ζώντας δηλαδή περνά συνεχώς από δύο αντίθετες θύρες συγχρόνως, τη θύρα της ζωής και τη θύρα του θανάτου.
Η συνειδητότητα της αντιφατικότητας του Είναι, μετέτρεψε την μυθολογική αντίληψη του παγανισμού σε οντολογική επιστημολογία και γέννησε τις πρωτόγονες κοινωνικές σχέσεις ως τέχνη της πολιτικής.
Απ’την εποχή των προσωκρατικών λοιπόν η μυθολογική παγανιστική οντολογία μετετράπη σε ένα είδος “φυσικής οντολογικής φιλοσοφίας”, ορίζοντας στη συνέχεια τη Φιλοσοφία σαν ουσία και κατ’εξοχήν Τέχνη του Νοείν, δηλαδή Λογική. Έτσι συνέδεσαν τη Φιλοσοφία με τις Φυσικές Επιστήμες και ειδικά με την Φυσική
Η ζωή για τον Έλληνα ήταν ένα ιερό θέατρο όπου όλα εκτιμώνται μέσα απ’το πρίσμα της θυσίας. Η θυσία ήταν η κατεξοχήν και ουσιαστική έννοια της τραγωδίας και του διθύραμβου: Πλησιάζω το θύμα μου με σεβασμό. Θύμα είμαι κι εγώ που θα θυσιαστώ, αν η κοινωνία μου το ζητήσει. Η τραγικότητα ήταν ένα είδος υπερβατικού παγανισμού που παγιώθηκε στο πνεύμα της αντιφατικότητας του Είναι κι εκφράστηκε ως ηθική συμπεριφορά στην “τραγωδία”, τον διθύραμβο, δηλαδή “το πέρασμα από δύο αντίθετες θύρες συγχρόνως, τη θύρα της ζωής και τη θύρα του θανάτου”. Σύμφωνα με αυτήν την αντίληψη κάθε τι στον κόσμο μας, όντας Διθυραμβικό, κάθε στιγμή ζη-πεθαίνοντας, πεθαίνει-ζώντας δηλαδή περνά συνεχώς από δύο αντίθετες θύρες συγχρόνως, τη θύρα της ζωής και τη θύρα του θανάτου.
Η συνειδητότητα της αντιφατικότητας του Είναι, μετέτρεψε την μυθολογική αντίληψη του παγανισμού σε οντολογική επιστημολογία και γέννησε τις πρωτόγονες κοινωνικές σχέσεις ως τέχνη της πολιτικής.
Απ’την εποχή των προσωκρατικών λοιπόν η μυθολογική παγανιστική οντολογία μετετράπη σε ένα είδος “φυσικής οντολογικής φιλοσοφίας”, ορίζοντας στη συνέχεια τη Φιλοσοφία σαν ουσία και κατ’εξοχήν Τέχνη του Νοείν, δηλαδή Λογική. Έτσι συνέδεσαν τη Φιλοσοφία με τις Φυσικές Επιστήμες και ειδικά με την Φυσική
οντολογία, θεωρώντας ότι το Είναι, το Νοείν και το Λέγειν συμπίπτουν, συνιστώντας μιαν ενότητα στο παγκόσμιο Γίγνεσθαι, που κατ’αυτούς ήταν ο Λόγος (η Διαλεκτική Λογικο-γλωσσική σύνταξη και αντίληψη για τον κόσμο). Ενώ συγχρόνως στις κοινωνικές σχέσεις, ως αποτέλεσμα της τέχνης του διαλέγεσθαι, έκανε την εμφάνισή του και το αντιπροσωπευτικό πολίτευμα, το οποίο κατέληξε μέσω της ολιγαρχίας στη δημοκρατία.
Η φιλοσοφία για τους προσωκρατικούς συμπίπτει με την επιστήμη, της οποίας καρδιά είναι η τέχνη του Νοείν, του Λέγειν και του Είναι και στη συνέχεια ξαναγυρίζει στο λίκνο της που είναι η Ηθική, δηλαδή η τραγική συμπεριφορά σ’έναν κόσμο και μιαν ανθρώπινη κοινωνία, που είναι “ίδια για όλους”, όπως τονίζει κι ο Ηράκλειτος. Η έκφραση “ίδια για όλους”, από τη μια έχει οντολογική σημασία, όπου η Νόηση, το Είναι κι η Εμπειρία αντιστοιχούν. Δηλαδή η Εμπειρία θεωρείται έγκυρη κι η Λογική έγκυρο εργαλείο νοητικών συμπερασμάτων που όλοι οι άνθρωποι είναι κοινωνοί. Απ’την άλλη η αντίληψη αυτή ως ηθική και κοινωνική συμπεριφορά, προϋποθέτει όλα τ’άτομα να έχουν ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις οδηγώντας στη δημοκρατία.
Υπάρχουν εικασίες ότι η Διαλεκτική ως τέχνη της νόησης κι αποσπασμένη πλέον απ’τον Διθύραμβο, είναι ο λογικός δρόμος που χάραξε ο Θαλής, ενώ ο Ορθολογισμός είναι δρόμος του Πυθαγόρα, όμως δεν υπάρχουν γραπτά κείμενά τους να το βεβαιώνουν. Έτσι η Διαλεκτική ως συνειδητή κριτική πρακτική αναδύεται για πρώτη φορά στα οντολογικά αποσπάσματα του Αναξίμανδρου όπου αναδύεται η έννοια της καταλυτικής-συνθετότητας των όντων, του Απείρου, του Γίγνεσθαι, ακόμα και της “Εξέλιξης των Ειδών”, ενώ ο Ορθολογισμός ως συνειδητή κριτική πρακτική, αναδύεται στο έργο του Ξενοφάνη.
Υπήρξε λοιπόν από τότε μια “πάλη” ανάμεσα στη Διαλεκτική και τον Ορθολογισμό η οποία κορυφώθηκε στη “γιγαντομαχία” των δύο μεγάλων βάρδων της Λογικής, Ηρακλείτου για τη διαλεκτική και Παρμενίδη για τον ορθολογισμό. Η πάλη αυτή πήρε ανεξέλεγκτες διαστάσεις κατά την διάρκεια των αιώνων που ακολούθησαν κι ενώ κατά και- ρούς έγερνε προς τη μια ή την άλλη μεριά, είναι φανερό ότι ακόμα και σήμερα δεν έχει κατασταλάξει.
Η φιλοσοφία για τους προσωκρατικούς συμπίπτει με την επιστήμη, της οποίας καρδιά είναι η τέχνη του Νοείν, του Λέγειν και του Είναι και στη συνέχεια ξαναγυρίζει στο λίκνο της που είναι η Ηθική, δηλαδή η τραγική συμπεριφορά σ’έναν κόσμο και μιαν ανθρώπινη κοινωνία, που είναι “ίδια για όλους”, όπως τονίζει κι ο Ηράκλειτος. Η έκφραση “ίδια για όλους”, από τη μια έχει οντολογική σημασία, όπου η Νόηση, το Είναι κι η Εμπειρία αντιστοιχούν. Δηλαδή η Εμπειρία θεωρείται έγκυρη κι η Λογική έγκυρο εργαλείο νοητικών συμπερασμάτων που όλοι οι άνθρωποι είναι κοινωνοί. Απ’την άλλη η αντίληψη αυτή ως ηθική και κοινωνική συμπεριφορά, προϋποθέτει όλα τ’άτομα να έχουν ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις οδηγώντας στη δημοκρατία.
Υπάρχουν εικασίες ότι η Διαλεκτική ως τέχνη της νόησης κι αποσπασμένη πλέον απ’τον Διθύραμβο, είναι ο λογικός δρόμος που χάραξε ο Θαλής, ενώ ο Ορθολογισμός είναι δρόμος του Πυθαγόρα, όμως δεν υπάρχουν γραπτά κείμενά τους να το βεβαιώνουν. Έτσι η Διαλεκτική ως συνειδητή κριτική πρακτική αναδύεται για πρώτη φορά στα οντολογικά αποσπάσματα του Αναξίμανδρου όπου αναδύεται η έννοια της καταλυτικής-συνθετότητας των όντων, του Απείρου, του Γίγνεσθαι, ακόμα και της “Εξέλιξης των Ειδών”, ενώ ο Ορθολογισμός ως συνειδητή κριτική πρακτική, αναδύεται στο έργο του Ξενοφάνη.
Υπήρξε λοιπόν από τότε μια “πάλη” ανάμεσα στη Διαλεκτική και τον Ορθολογισμό η οποία κορυφώθηκε στη “γιγαντομαχία” των δύο μεγάλων βάρδων της Λογικής, Ηρακλείτου για τη διαλεκτική και Παρμενίδη για τον ορθολογισμό. Η πάλη αυτή πήρε ανεξέλεγκτες διαστάσεις κατά την διάρκεια των αιώνων που ακολούθησαν κι ενώ κατά και- ρούς έγερνε προς τη μια ή την άλλη μεριά, είναι φανερό ότι ακόμα και σήμερα δεν έχει κατασταλάξει.
Νομίζω λοιπόν ότι για να έχουμε μια σαφή αντίληψη για το θέμα αυτό, που είναι η καρδιά της φιλοσοφίας, της λογικής, της επιστήμης και του πολιτισμού, πρέπει ν’ανατρέξουμε γι’άλλη μια φορά στους προσωκρατικούς. Συγχρόνως όμως πρέπει να έχουμε στο νου σαν παρακαταθήκη την έννοια του Διθυράμβου. [Ο αναγνώστης μπορεί να ενημερωθεί περί αυτού στις αναρτήσεις μου: “Διαλεκτική Σκέψη”, “Προσωκρατική Διαλεκτική” ή στο έργο μου “Από τον Διθύραμβο στη Διαλεκτική” από τις Εκδ. Δωδώνη].
ΠΕΡΙ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗΣ ΚΙ ΟΡΘΟΛΟΓΙΣΜΟΥ
Αιωρείται η εντύπωση ότι η Διαλογική Μέθοδος εξεύρεσης της αλήθειας που αναδύεται στους πλατωνικούς διαλόγους, μολονότι Ορθολογική μπορεί να είναι Διαλεκτική. Επίσης θεωρείται ότι έννοια του διαλόγου, οδηγεί ετυμολογικά στη λέξη “διαλεκτική”. Αυτή όμως είναι μια απλοϊκή προσέγγιση η οποία θα ενέτασσε την διαλεκτική μέσα στα όρια του ορθολογισμού. Όμως σχεδόν έναν αιώνα πριν τον Πλάτωνα, ο Ηράκλειτος είχε σαφώς προτείνει μιαν άλλη λογική προσέγγιση για τον κόσμο τελείως διαφορετική απ’αυτή του ορθολογισμού. Αυτή μιλούσε τον Διθυραμβικό Λόγο που ήταν αυθόρμητα αντιφατικός. Ο σαφής διαχωρισμός των δύο λογικών προσεγγίσεων για τον κόσμο, είχε ήδη περιγραφεί απ’τη διαμάχη των δύο μεγάλων διανοητών, Ηρακλείτου και Παρμενίδη.
Στην διαμόρφωση της Διαλεκτικής ως αντιφατικής λογικής, το Νοείν θέλοντας να περιγράψει τον κόσμο εν τω γίγνεσθαι, πατά συγχρόνως στην άρνηση και στην κατάφαση, ενώ αντίθετα ο Παρμενίδης προτείνει με σαφήνεια και συνειδητά τους όρους της ορθολογικής σκέψης σ’αντίθεση προς την ηρακλειτική αντιφατικότητα όπου το Νοείν απορ- ρίπτει κάθε αντίφαση.
Ο Παρμενίδης λοιπόν παρουσιάζει στους στίχους του ποιήματός του “Περί Φύσεως”, απόψεις περί λογικής που αντιστρατεύονται κάθετα στις απόψεις του Ηρακλείτου. Αυτό δείχνει ότι η φιλοσοφία στην αρχαία Ελλάδα ήδη από το 500 πΧ, είχε πάρει την πιο μοντέρνα της μορφή, σαν “Τέχνη της Νόησης”, έχοντας από τότε διαχωρίσει τη Δια- λεκτική από τον Ορθολογισμό. Η ηρακλειτική Διαλεκτική Λογική, δέχεται τον κόσμο ως αντιφατικό και σε αληθινό γίγνεσθαι. Ενώ αντίθετα η παρμενίδεια Λογική η οποία συμπίπτει με τον ορθολογισμό, δέχεται το γίγνεσθαι και την αντιφατικότητα του κόσμου ως φαινομενικά και αναληθή, ενώ την αλήθεια να κρύβεται στο βάθος του κόσμου, αιώνια κι αναλλοίωτη.
ΠΕΡΙ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗΣ ΚΙ ΟΡΘΟΛΟΓΙΣΜΟΥ
Αιωρείται η εντύπωση ότι η Διαλογική Μέθοδος εξεύρεσης της αλήθειας που αναδύεται στους πλατωνικούς διαλόγους, μολονότι Ορθολογική μπορεί να είναι Διαλεκτική. Επίσης θεωρείται ότι έννοια του διαλόγου, οδηγεί ετυμολογικά στη λέξη “διαλεκτική”. Αυτή όμως είναι μια απλοϊκή προσέγγιση η οποία θα ενέτασσε την διαλεκτική μέσα στα όρια του ορθολογισμού. Όμως σχεδόν έναν αιώνα πριν τον Πλάτωνα, ο Ηράκλειτος είχε σαφώς προτείνει μιαν άλλη λογική προσέγγιση για τον κόσμο τελείως διαφορετική απ’αυτή του ορθολογισμού. Αυτή μιλούσε τον Διθυραμβικό Λόγο που ήταν αυθόρμητα αντιφατικός. Ο σαφής διαχωρισμός των δύο λογικών προσεγγίσεων για τον κόσμο, είχε ήδη περιγραφεί απ’τη διαμάχη των δύο μεγάλων διανοητών, Ηρακλείτου και Παρμενίδη.
Στην διαμόρφωση της Διαλεκτικής ως αντιφατικής λογικής, το Νοείν θέλοντας να περιγράψει τον κόσμο εν τω γίγνεσθαι, πατά συγχρόνως στην άρνηση και στην κατάφαση, ενώ αντίθετα ο Παρμενίδης προτείνει με σαφήνεια και συνειδητά τους όρους της ορθολογικής σκέψης σ’αντίθεση προς την ηρακλειτική αντιφατικότητα όπου το Νοείν απορ- ρίπτει κάθε αντίφαση.
Ο Παρμενίδης λοιπόν παρουσιάζει στους στίχους του ποιήματός του “Περί Φύσεως”, απόψεις περί λογικής που αντιστρατεύονται κάθετα στις απόψεις του Ηρακλείτου. Αυτό δείχνει ότι η φιλοσοφία στην αρχαία Ελλάδα ήδη από το 500 πΧ, είχε πάρει την πιο μοντέρνα της μορφή, σαν “Τέχνη της Νόησης”, έχοντας από τότε διαχωρίσει τη Δια- λεκτική από τον Ορθολογισμό. Η ηρακλειτική Διαλεκτική Λογική, δέχεται τον κόσμο ως αντιφατικό και σε αληθινό γίγνεσθαι. Ενώ αντίθετα η παρμενίδεια Λογική η οποία συμπίπτει με τον ορθολογισμό, δέχεται το γίγνεσθαι και την αντιφατικότητα του κόσμου ως φαινομενικά και αναληθή, ενώ την αλήθεια να κρύβεται στο βάθος του κόσμου, αιώνια κι αναλλοίωτη.
Στη διαλογική προσπάθεια για την κατανόηση της διαλεκτικής σκέψης πρέπει να καθοριστεί η έννοια της αντιθετικότητας έναντι της αντιφατικότητας, δηλαδή η έννοια της ορθολογικής φαινομενικής διαφορικότητας έναντι του καταλυτικο-συνθετικού, αληθινού γίγνεσθαι..
Απ’την εποχή του Αριστοτέλη ως σήμερα, ο ορθολογισμός κι η τυπική λογική, έχουν πάρει στη συνείδησή μας τη θέση της λογικής καθαυτής. Δηλαδή ο σύγχρονος άνθρωπος, έχοντας αυτή τη λογική συνυφασμένη με την προσωπικότητά του, ακόμα κι αν θέλει ν'ακολουθήσει μια διαλογικότητα αντιφατικής πειθαρχίας, ασυνείδητα κυλά κατά τη διαδικασία των συλλογισμών του στον ορθολογισμό. Άλλωστε αυτό το είδαμε σε μεγάλους διανοητές όπως ο Χέγκελ ή σε πολλούς διακεκριμένους μαρξιστές. Μάλιστα πολλοί απ’αυτούς έχουν συνειδητά κυλήσει σε έναν ορθολογικο-διαλεκτικό εκλεκτικισμό, γιατί δε μπορούν ν'αποκαθάρουν τη "διαλεκτική" τους απ’την ορθολογική τυπικότητα ούτε μπορούν να δεχτούν την αντιφατικότητα σαν βασικό όρο μιας λογικής. Επίσης η πορεία των επιστημονικών εξελίξεων με τον ηλεκτρονικό υπολογιστή ως βασικό όργανο έρευνας, που είναι ένα κατεξοχήν τυπικό-ορθολογικό εργαλείο κι η αντιδιαλεκτική χρήση της διαλεκτικής απ’τις ηγεσίες των πρώην σοσιαλιστικών δημοκρατιών, είχαν ως αποτέλεσμα η διαλεκτική λογική να θεωρηθεί προς αποφυγήν, σαν μια κατάρα του Λόγου. Έτσι όλη αυτή η υπόθεση θα είχε πια τελειώσει, αν δεν εμφανιζόταν η κβαντική αντίληψη κι η Θεωρία της Σχετικότητας περί κόσμου, οι οποίες κατά “διαβολεμένο” τρόπο ταιριάζουν τόσο πολύ με την προσωκρατική διαλεκτική.
Απ’την εποχή του Αριστοτέλη ως σήμερα, ο ορθολογισμός κι η τυπική λογική, έχουν πάρει στη συνείδησή μας τη θέση της λογικής καθαυτής. Δηλαδή ο σύγχρονος άνθρωπος, έχοντας αυτή τη λογική συνυφασμένη με την προσωπικότητά του, ακόμα κι αν θέλει ν'ακολουθήσει μια διαλογικότητα αντιφατικής πειθαρχίας, ασυνείδητα κυλά κατά τη διαδικασία των συλλογισμών του στον ορθολογισμό. Άλλωστε αυτό το είδαμε σε μεγάλους διανοητές όπως ο Χέγκελ ή σε πολλούς διακεκριμένους μαρξιστές. Μάλιστα πολλοί απ’αυτούς έχουν συνειδητά κυλήσει σε έναν ορθολογικο-διαλεκτικό εκλεκτικισμό, γιατί δε μπορούν ν'αποκαθάρουν τη "διαλεκτική" τους απ’την ορθολογική τυπικότητα ούτε μπορούν να δεχτούν την αντιφατικότητα σαν βασικό όρο μιας λογικής. Επίσης η πορεία των επιστημονικών εξελίξεων με τον ηλεκτρονικό υπολογιστή ως βασικό όργανο έρευνας, που είναι ένα κατεξοχήν τυπικό-ορθολογικό εργαλείο κι η αντιδιαλεκτική χρήση της διαλεκτικής απ’τις ηγεσίες των πρώην σοσιαλιστικών δημοκρατιών, είχαν ως αποτέλεσμα η διαλεκτική λογική να θεωρηθεί προς αποφυγήν, σαν μια κατάρα του Λόγου. Έτσι όλη αυτή η υπόθεση θα είχε πια τελειώσει, αν δεν εμφανιζόταν η κβαντική αντίληψη κι η Θεωρία της Σχετικότητας περί κόσμου, οι οποίες κατά “διαβολεμένο” τρόπο ταιριάζουν τόσο πολύ με την προσωκρατική διαλεκτική.
Ο ορθολογισμός είναι ένα εργαλείο που ώθησε για δυό χιλιετίες τον κόσμο, από την εποχή του Αριστοτέλη ως την εποχή του Νεύτωνα. Η θεωρία της σχετικότητας κι η θεωρία των κβάντα όμως έδειξαν, ότι το χαλύβδινο πλαίσιο του ντετερμινισμού και της ορθολογικής τυπικότητας δεν είναι ο μόνος τρόπος να οραματιζόμαστε τον κόσμο. Η φύση είναι πολύ πιο “δημοκρατική” από τον ορθολογισμό μας, αφού για κάθε σημαντικό ερώτημα έχει πάντα περισσότερες από δύο έγκυρες απαντήσεις οι οποίες μπορεί να είναι κι αντίθετες. Ο κόσμος λοιπόν μπορεί να είναι αντιθετικός, αντικειμενικός κι ορθολογικός, αλλά μπορεί να είναι διαλογικά συντεταγμένα αντιφατικός και αντιτερμινιστικός, έτσι που να έχει ανάγκη όχι μόνο την Αριστοτελική ορθολογική τυπικότητα, αλλά και την προσωκρατική διαλεκτική, η όποια απέχει απ’τον εγελιανο-πλατωνικό “διαλεκτικό ιδεαλισμό” και την εγελιανο-χριστιανο-ιουδαϊκή μεταφυσική.
Για να προχωρήσει απρόσκοπτα αυτή η εργασία και προς αποφυγήν παρανοήσεων, υπενθυμίζω ότι καταχρηστικά, δεχόμαστε την ύπαρξη δύο τύπων διαλεκτικής σκέψης:
Α. Η Αντιθετική Διαλεκτική, η οποία δέχεται ότι στο βάθος ο κόσμος κι η γλώσσα που τον περιγράφει συντίθεται από μια σειρά έσχατα αναλλοίωτα στοιχειώδη (γνώσιμα ή όχι), που αλληλεπιδρούν χωρίς να παραβιάζουν τα όρια μεταξύ τους, συνιστώντας διαφορικά αντικειμενικά ορθολογικά, οντολογικά, λογικο-γλωσσικά συστήματα. Αυτά τα έσχατα που συνιστούν αυτά τα οντο-λογικο-γλωσσικά συστήματα, δρώντας ως απόλυτοι όροι, προϋποθέτουν λειτουργώντας από μια στιγμή και μετά, την επανάληψη μιας συγκεκριμένης και πεπερασμένης σειράς παιγνίων που θα μπορούσαν να ονομαστούν συνθετικά πρότυπα του τέλους, αφού βρίσκονται εκ των προτέρων εκεί περιμένοντας την πραγματοποίησή τους από την ακολουθία της εξέλιξης της λειτουργίας των συστημάτων. Αυτός είναι ένας κόσμος αντικειμενικότητας, κλειστός, τελεολογικός και φαινομενικός που έχει προκαθορισμένα όρια ως αποτέλεσμα των όρων της λειτουργίας του. Δηλαδή προϋποθέτει την ύπαρξη ενός κόσμου ιδεών, που υπάρχει απ’τη στιγμή που ετέθησαν οι όροι του συστήματος, περιμένοντας να πραγματοποιηθούν απ'τη λειτουργία του. Υπ’αυτή την έννοια, ένας τέτοιος κόσμος ιδεών πρέπει να υπάρχει πριν απ’τα πράγματα, μαζί με τα πράγματα και μετά τα πράγματα, συνιστώντας το αντικειμενικό, ντετερμινιστικό, αντιθετικό, κλειστό, τελεολογικό, φαινομενικό σύστημα που ξεκινά από τον Αριστοτέλη και καταλήγει στον Νεύτωνα. Έτσι η συζήτηση αν «οι ιδέες είναι πριν ή μετά τα πράγματα» δεν έχει νόημα. Νόημα έχει η συζήτηση «αν ο κόσμος είναι ένα σύστημα κλειστό ή ανοικτό», «πως ένα σύστημα είναι λογικά δυνατόν να είναι κλειστό ή ανοικτό» και τι ικανοποιεί τον διανοητή που επιλέγει από κει και πέρα το γνωστικό του ήθος και τη λογική του.
Για να προχωρήσει απρόσκοπτα αυτή η εργασία και προς αποφυγήν παρανοήσεων, υπενθυμίζω ότι καταχρηστικά, δεχόμαστε την ύπαρξη δύο τύπων διαλεκτικής σκέψης:
Α. Η Αντιθετική Διαλεκτική, η οποία δέχεται ότι στο βάθος ο κόσμος κι η γλώσσα που τον περιγράφει συντίθεται από μια σειρά έσχατα αναλλοίωτα στοιχειώδη (γνώσιμα ή όχι), που αλληλεπιδρούν χωρίς να παραβιάζουν τα όρια μεταξύ τους, συνιστώντας διαφορικά αντικειμενικά ορθολογικά, οντολογικά, λογικο-γλωσσικά συστήματα. Αυτά τα έσχατα που συνιστούν αυτά τα οντο-λογικο-γλωσσικά συστήματα, δρώντας ως απόλυτοι όροι, προϋποθέτουν λειτουργώντας από μια στιγμή και μετά, την επανάληψη μιας συγκεκριμένης και πεπερασμένης σειράς παιγνίων που θα μπορούσαν να ονομαστούν συνθετικά πρότυπα του τέλους, αφού βρίσκονται εκ των προτέρων εκεί περιμένοντας την πραγματοποίησή τους από την ακολουθία της εξέλιξης της λειτουργίας των συστημάτων. Αυτός είναι ένας κόσμος αντικειμενικότητας, κλειστός, τελεολογικός και φαινομενικός που έχει προκαθορισμένα όρια ως αποτέλεσμα των όρων της λειτουργίας του. Δηλαδή προϋποθέτει την ύπαρξη ενός κόσμου ιδεών, που υπάρχει απ’τη στιγμή που ετέθησαν οι όροι του συστήματος, περιμένοντας να πραγματοποιηθούν απ'τη λειτουργία του. Υπ’αυτή την έννοια, ένας τέτοιος κόσμος ιδεών πρέπει να υπάρχει πριν απ’τα πράγματα, μαζί με τα πράγματα και μετά τα πράγματα, συνιστώντας το αντικειμενικό, ντετερμινιστικό, αντιθετικό, κλειστό, τελεολογικό, φαινομενικό σύστημα που ξεκινά από τον Αριστοτέλη και καταλήγει στον Νεύτωνα. Έτσι η συζήτηση αν «οι ιδέες είναι πριν ή μετά τα πράγματα» δεν έχει νόημα. Νόημα έχει η συζήτηση «αν ο κόσμος είναι ένα σύστημα κλειστό ή ανοικτό», «πως ένα σύστημα είναι λογικά δυνατόν να είναι κλειστό ή ανοικτό» και τι ικανοποιεί τον διανοητή που επιλέγει από κει και πέρα το γνωστικό του ήθος και τη λογική του.
Η προαναφερθείσα αντιθετική διαλεκτική είναι ένας Διαφορικός Ορθολογισμός, του οποίου η διαφορικότητα σταματά στα όρια των εσχάτων κι αναλλοίωτων στοιχειωδών αυτού του υποθετικού αντιθετικού κόσμου. Η αποδοχή αυτού του τρόπου ύπαρξης για τον κόσμο, δηλαδή ως κλειστού συστήματος που έχει μια πεπερασμένη σειρά εσχάτων αναλλοίωτων όρων λειτουργίας και απαράβατων ορίων του τέλους, προϋποθέτει την ύπαρξη κάποιου λογικού αιτίου εκτός συστήματος. Αυτό το Λογικό Αίτιο, το οποίο μπορεί να γίνει αντιληπτό ως Κόσμος των Ιδεών, τίποτα δεν μπορεί να μας απαγορεύσει λογικά να το ονομάσουμε Θεό.
Β. Η Αντιφατική Διαλεκτική η οποία δέχεται ότι ο κόσμος και η γλώσσα που τον περιγράφει, είναι Όλον σε συνεχή εξέλιξη· και αυτό είναι δυνατόν αν δεν συντίθεται από έσχατα αναλλοίωτα στοιχειώδη, αλλά από αυτοαναιρούμενα αντιφατικά στοιχειώδη τα οποία καταλύονται-συντιθέμενα όντας συνεχώς διαφορετικά. Σύμφωνα με την άποψη αυτή, τα στοιχειώδη που συνιστούν αυτό το σύστημα λειτουργίας, αλληλεπιδρώντας-προεκτείνονται το ένα στο άλλο χωρίς να αφήνουν απαραβίαστα όρια μεταξύ τους. Έτσι το στοιχειώδες, που τα όριά του συνεχώς παραβιάζονται όντας αυτοαναιρούμενο, έχει αντιφατική φύση περιέχοντας το Όλον με έναν δικό του τρόπο, που είναι ο κώδικας καταγραφής του κόσμου μέσα στο στοιχειώδες, όπως αυτό έχει εξελιχθεί ως τη στιγμή της μορφοποίησής του, περιέχοντας με τρόπο δαιδαλώδη και παράκεντρο όλες τις στιγμές και τα πρόσωπα του έως τότε κόσμου. Υπ’αυτή την έννοια ο κόσμος είναι Ένα-Όλον-Ανοικτό, μια Γλώσσα μια Γραφή σε συνεχές Γίγνεσθαι, όπου κάθε στοιχειώδες του περιέχει μέσα του τη δυνατότητα του ανεπανάληπτου, όντας αποτέλεσμα του εαυτού του.
Β. Η Αντιφατική Διαλεκτική η οποία δέχεται ότι ο κόσμος και η γλώσσα που τον περιγράφει, είναι Όλον σε συνεχή εξέλιξη· και αυτό είναι δυνατόν αν δεν συντίθεται από έσχατα αναλλοίωτα στοιχειώδη, αλλά από αυτοαναιρούμενα αντιφατικά στοιχειώδη τα οποία καταλύονται-συντιθέμενα όντας συνεχώς διαφορετικά. Σύμφωνα με την άποψη αυτή, τα στοιχειώδη που συνιστούν αυτό το σύστημα λειτουργίας, αλληλεπιδρώντας-προεκτείνονται το ένα στο άλλο χωρίς να αφήνουν απαραβίαστα όρια μεταξύ τους. Έτσι το στοιχειώδες, που τα όριά του συνεχώς παραβιάζονται όντας αυτοαναιρούμενο, έχει αντιφατική φύση περιέχοντας το Όλον με έναν δικό του τρόπο, που είναι ο κώδικας καταγραφής του κόσμου μέσα στο στοιχειώδες, όπως αυτό έχει εξελιχθεί ως τη στιγμή της μορφοποίησής του, περιέχοντας με τρόπο δαιδαλώδη και παράκεντρο όλες τις στιγμές και τα πρόσωπα του έως τότε κόσμου. Υπ’αυτή την έννοια ο κόσμος είναι Ένα-Όλον-Ανοικτό, μια Γλώσσα μια Γραφή σε συνεχές Γίγνεσθαι, όπου κάθε στοιχειώδες του περιέχει μέσα του τη δυνατότητα του ανεπανάληπτου, όντας αποτέλεσμα του εαυτού του.
ΑΝΑΞΙΜΑΝΔΡΟΣ, ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ ΚΑΙ ΖΗΝΩΝ
Ο Αναξίμανδρος κι ο Ηράκλειτος έχουν μεγάλη φιλοσοφική συγγένεια, που αναδύεται απ’την κοινή τους αντίληψη για την “καταλυτική-συνθετότητα” των όντων και του κόσμου, δηλαδή την αντιφατικότητά τους. Αυτό όμως που κάνει τον Ηράκλειτο να ξεχωρίζει είναι η πρότασή του για την έννοια του Λόγου. Ο Λόγος είναι το λογικά συντεταγμένο αντιφατικό λέγειν, δηλαδή η συνειδητή πρόταση μιας αντιφατικής διαλογικότητας, μιας Διαλεκτικής Λογικής. Ο Λόγος όμως, ακόμα περισσότερο, ορίζεται απ’τον Ηράκλειτο ως Λογική, Γλώσσα και Ουσία που συμπίπτουν στο αέναο Γίγνεσθαι. Αυτό το αντιφατικά συντεταγμένο λέγειν, είναι ένα εί- δος “αντιφατικής διαλεκτικής λογικογλωσσικής τυπικότητας”, που προτείνεται απ’τον Ηράκλειτο σαν ο μόνος τρόπος με τον οποίον μπορεί επ’ακριβώς να λέγεται ο εξελισσόμενος κόσμος. Οι ρίζες όμως της αντίληψης αυτής βρίσκονται στην άποψη του Αναξίμανδρου περί καταλυτικής- συνθετότητας των Όντων, του Κόσμου, του Γίγνεσθαι και του Απείρου. Αφού σύμφωνα με τον Αναξίμανδρο το Άπειρο είναι αποτέλεσμα του Γίγνεσθαι των πεπερασμένων όντων και των κόσμων και το Γίγνεσθαι αποτέλεσμα της αλληλουχίας γένεσης και φθοράς των όντων μέσα του. Στη συνέχεια ο Ζήνων μολονότι φέρεται ως αρωγός των απόψεων του Παρμενίδη, παρατηρούμε ότι τον αντιστρατεύεται και μ’ένα τρόπο διαφορετικό απ'τους προηγούμενους διανοητές συνδράμει τη διαλεκτική σκέψη.
ΑΝΑΞΙΜΑΝΔΡΟΣ
[Το σύμπαν είναι ένα, κινούμενο και άπειρο. . . Αρχή και στοιχειώδες των όντων είναι το άπειρο. . . Στην αλληλομετατροπή των τεσσάρων στοιχείων της φύσης αυτός δεν αξίωσε ότι κάποιο απ’αυτά είναι το γενεσιουργό, αλλά κάτι άλλο. Δεν δέχεται ότι η αιτία της γένεσης οφείλεται στην αλλοίωση ή την μετατροπή των υπαρχόντων στοιχείων, αλλά δια του διαλόγου των αντιθέτων και μέσω της αέναης κίνησης].
[Ο Αναξίμανδρος είπε ότι το όντα εξουσιάζονται από κάποιο είδος απείρου, από το οποίο γίγνονται οι ουρανοί κι οι κόσμοι που περιέχουν. Αυτός ισχυρίστηκε ότι ο χρόνος είναι σχετικός με την γέννηση και τη φθορά της κάθε συγκεκριμένης ουσίας . . . Επίσης όρισε ότι άρχων και στοιχείο όλων είναι το άπειρο και είναι ο πρώτος που το ονόμασε έτσι. Όρισε επίσης ότι το άπειρο είναι η αέναη κίνηση που μέσα της συμβαίνει το ουράνιο γίγνεσθαι].
[Αυτό που άρχει είναι η αιώνια κίνηση, μέσ’την οποία άλλα όντα γεννώνται κι άλλα χάνονται].
[Αυτοί που υποθέτουν ότι οι κόσμοι είναι κατά το πλήθος άπειροι, όπως οι περί τον Αναξίμανδρο, δέχονται ότι οι κόσμοι καταλύονται-συντιθέμενοι, δηλαδή γεννώνται και φθείρονται επ’άπειρον και είναι αυτό που θεωρούν αέναη κίνηση. Αφού χωρίς γένεση και φθορά δεν υπάρχει κίνηση].
Κατά τον Αναξίμανδρο το Σύμπαν δεν συνίσταται από δύο κόσμους, δηλαδή τον υλικό και τον ιδεατό, αλλά τα πάντα συνιστούν μιαν ενότητα στην άπειρη εξελικτική πορεία των κόσμων και των όντων, δηλαδή σ’αέναο υλικό καταλυτικο-συνθετικό Γίγνεσθαι. Αυτός επίσης απορρίπτει την ύπαρξη αναλλοίωτων στοιχειωδών εσχάτων, που συνθέτουν τον κόσμο χωρίς να παραβιάζουν τα όρια μεταξύ τους. Δέχεται ότι το σύμπαν συνίσταται απ’την αλληλεπίδραση των πεπερασμένων αντιθέτων που ως μικρά γεννούν την αέναη Κίνηση, όντας συγχρόνως εν δυνάμει άπειρα. Κατ’αυτόν λοιπόν το Σύμπαν συμπίπτει με το Άπειρο, το οποίο με τη σειρά του συμπίπτει με το αέναο Γίγνεσθαι. Κι επειδή ο Χρόνος σχετίζεται με τη γένεση και τη φθορά των όντων, άρα κι ο Χρόνος σχετίζεται με το Γίγνεσθαι. Μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι ο Αναξίμανδρος δέχεται την ενότητα Χώρου, Χρόνου, Κίνησης κι Απείρου που συμπίπτουν στο παγκόσμιο Γίγνεσθαι.
[Το σύμπαν είναι ένα, κινούμενο και άπειρο. . . Αρχή και στοιχειώδες των όντων είναι το άπειρο. . . Στην αλληλομετατροπή των τεσσάρων στοιχείων της φύσης αυτός δεν αξίωσε ότι κάποιο απ’αυτά είναι το γενεσιουργό, αλλά κάτι άλλο. Δεν δέχεται ότι η αιτία της γένεσης οφείλεται στην αλλοίωση ή την μετατροπή των υπαρχόντων στοιχείων, αλλά δια του διαλόγου των αντιθέτων και μέσω της αέναης κίνησης].
[Ο Αναξίμανδρος είπε ότι το όντα εξουσιάζονται από κάποιο είδος απείρου, από το οποίο γίγνονται οι ουρανοί κι οι κόσμοι που περιέχουν. Αυτός ισχυρίστηκε ότι ο χρόνος είναι σχετικός με την γέννηση και τη φθορά της κάθε συγκεκριμένης ουσίας . . . Επίσης όρισε ότι άρχων και στοιχείο όλων είναι το άπειρο και είναι ο πρώτος που το ονόμασε έτσι. Όρισε επίσης ότι το άπειρο είναι η αέναη κίνηση που μέσα της συμβαίνει το ουράνιο γίγνεσθαι].
[Αυτό που άρχει είναι η αιώνια κίνηση, μέσ’την οποία άλλα όντα γεννώνται κι άλλα χάνονται].
[Αυτοί που υποθέτουν ότι οι κόσμοι είναι κατά το πλήθος άπειροι, όπως οι περί τον Αναξίμανδρο, δέχονται ότι οι κόσμοι καταλύονται-συντιθέμενοι, δηλαδή γεννώνται και φθείρονται επ’άπειρον και είναι αυτό που θεωρούν αέναη κίνηση. Αφού χωρίς γένεση και φθορά δεν υπάρχει κίνηση].
Κατά τον Αναξίμανδρο το Σύμπαν δεν συνίσταται από δύο κόσμους, δηλαδή τον υλικό και τον ιδεατό, αλλά τα πάντα συνιστούν μιαν ενότητα στην άπειρη εξελικτική πορεία των κόσμων και των όντων, δηλαδή σ’αέναο υλικό καταλυτικο-συνθετικό Γίγνεσθαι. Αυτός επίσης απορρίπτει την ύπαρξη αναλλοίωτων στοιχειωδών εσχάτων, που συνθέτουν τον κόσμο χωρίς να παραβιάζουν τα όρια μεταξύ τους. Δέχεται ότι το σύμπαν συνίσταται απ’την αλληλεπίδραση των πεπερασμένων αντιθέτων που ως μικρά γεννούν την αέναη Κίνηση, όντας συγχρόνως εν δυνάμει άπειρα. Κατ’αυτόν λοιπόν το Σύμπαν συμπίπτει με το Άπειρο, το οποίο με τη σειρά του συμπίπτει με το αέναο Γίγνεσθαι. Κι επειδή ο Χρόνος σχετίζεται με τη γένεση και τη φθορά των όντων, άρα κι ο Χρόνος σχετίζεται με το Γίγνεσθαι. Μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι ο Αναξίμανδρος δέχεται την ενότητα Χώρου, Χρόνου, Κίνησης κι Απείρου που συμπίπτουν στο παγκόσμιο Γίγνεσθαι.
Για να μπορέσει όμως αυτός ο ισχυρισμός να είναι λογικά δυνατός, πρέπει ν’αποτανθούμε στ’αποσπάσματα του Ηράκλειτου αφού αυτοί οι δύο διανοητές, όπως είπαμε συγγενεύουν, αλλά και του Ζήνωνα που τους συμπληρώνει.
ΗΡΑΚΛΕΤΟΣ:
[Αυτόν τον κόσμο που είναι ίδιος για όλους, δεν τον έφτιαξε ούτε θεός ούτε άνθρωπος, αλλά ήταν είναι και θα είναι πυρ αείζωον, που ανάβει-σβήνοντας με μέτρο].
[Όλα μετατρέπονται σε πυρ και το πυρ σε όλα, όπως ο χρυσός σ’εμπορεύματα και τα εμπορεύματα σε χρυσό].
[Στον ίδιο ποταμό μπαίνουμε και δεν μπαίνουμε, είμαστε και δεν είμαστε].
[Την ίδια ουσία δεν ξαναγγίζουμε, γιατί όλα αλλάζουν βίαια και γρήγορα, καταλύονται-συντιθέμενα, σκορπάνε-μαζεύοντας. (όχι πριν ή μετά μα συγχρόνως συνίστανται-αποσυντιθέμενα].
[Η περιστροφική κίνηση στον κοχλία, είναι συγχρόνως κι ευθεία. Στον κοχλία η ευθεία είναι της αποτέλεσμα περιστροφής].
Ο κόσμος σύμφωνα με τον Ηράκλειτο είναι η αιώνια φωτιά που ανάβει-σβήνοντας με Μέτρο, όντας η συνεχής εναλλαγή γένεσης και θανάτου των όντων με Μέτρο. Το Μέτρο είναι κι αυτό έννοια φορτισμένη όσο κι ο Λόγος. Είναι η ουσία του Λόγου. Η αντιφατικότητα του Λόγου προϋποθέτει πάντα κάποιο Μέτρο του ενός σκέλους της αντίφασης ως προς το άλλο. Έτσι το Μέτρο είναι ο ιδιαίτερος χαρακτήρας της σχέσης που συνιστά ευκαιριακά την Ταυτότητα, ενώ συγχρόνως κοινωνόντας με το αέναο ρεύμα του παγκοσμίου γίγνεσθαι, αυτή η Ταυτότητα αίρεται συνεχώς σε Άλλη. Έτσι το Μέτρο είναι διθυραμβικό, είναι η δυναμική ισορροπία που συνιστά μια ταυτότητα σε συνεχή αλλαγή. Γι’αυτό Πάντα Είναι-ΜηΌντας.
ΗΡΑΚΛΕΤΟΣ:
[Αυτόν τον κόσμο που είναι ίδιος για όλους, δεν τον έφτιαξε ούτε θεός ούτε άνθρωπος, αλλά ήταν είναι και θα είναι πυρ αείζωον, που ανάβει-σβήνοντας με μέτρο].
[Όλα μετατρέπονται σε πυρ και το πυρ σε όλα, όπως ο χρυσός σ’εμπορεύματα και τα εμπορεύματα σε χρυσό].
[Στον ίδιο ποταμό μπαίνουμε και δεν μπαίνουμε, είμαστε και δεν είμαστε].
[Την ίδια ουσία δεν ξαναγγίζουμε, γιατί όλα αλλάζουν βίαια και γρήγορα, καταλύονται-συντιθέμενα, σκορπάνε-μαζεύοντας. (όχι πριν ή μετά μα συγχρόνως συνίστανται-αποσυντιθέμενα].
[Η περιστροφική κίνηση στον κοχλία, είναι συγχρόνως κι ευθεία. Στον κοχλία η ευθεία είναι της αποτέλεσμα περιστροφής].
Ο κόσμος σύμφωνα με τον Ηράκλειτο είναι η αιώνια φωτιά που ανάβει-σβήνοντας με Μέτρο, όντας η συνεχής εναλλαγή γένεσης και θανάτου των όντων με Μέτρο. Το Μέτρο είναι κι αυτό έννοια φορτισμένη όσο κι ο Λόγος. Είναι η ουσία του Λόγου. Η αντιφατικότητα του Λόγου προϋποθέτει πάντα κάποιο Μέτρο του ενός σκέλους της αντίφασης ως προς το άλλο. Έτσι το Μέτρο είναι ο ιδιαίτερος χαρακτήρας της σχέσης που συνιστά ευκαιριακά την Ταυτότητα, ενώ συγχρόνως κοινωνόντας με το αέναο ρεύμα του παγκοσμίου γίγνεσθαι, αυτή η Ταυτότητα αίρεται συνεχώς σε Άλλη. Έτσι το Μέτρο είναι διθυραμβικό, είναι η δυναμική ισορροπία που συνιστά μια ταυτότητα σε συνεχή αλλαγή. Γι’αυτό Πάντα Είναι-ΜηΌντας.
Ο Λόγος, το Μέτρο κι η Αντιφατικότητα ουσιαστικοποιούνται στο Πυρ. Αυτό το Πυρ, στην αρχέγονη μορφή που το αντιλαμβάνεται ο Ηράκλειτος, είναι η Ενέργεια της σύγχρονης φυσικής, όπως έχει τονίσει κι ο Χάιζενμπεργκ. Σήμερα είναι ευρύτατα διαδεδομένο, ότι όλα μετατρέπονται σ’ενέργεια και η ενέργεια σε όλα και το Μέτρο είναι Ε=mc2 όπως διατυπώθηκε απ’τον Αϊνστάιν. Η Διαλεκτική δέχεται ότι μια ορισμένη ποσοτική συσσώρευση, η οποία μπορεί να χαρακτηριστεί ως υπέρβαση του Μέτρου κάποιας σχέσης, μπορεί να διαταράξει αυτό το Μέτρο δίνοντας άλλη ποιότητα διαφορετικού Μέτρου. Επίσης γνωρίζουμε σήμερα ότι όλα τα υλικά σώματα εκπέμπουν-λαμβάνοντας ενέργεια συνεχώς για να μπορούν να υπάρχουν. Η ενέργεια κι η μάζα δεν έχουν σαφή διαχωριστικά όρια. Το Μέτρο σαν τελείως αφηρημένο εκφράζεται έτσι: Τίποτα δεν μπορεί από μόνο του, όλα υπάρχουν πάντα ως συγκεκριμένη αντιφατική σχέση με κάτι άλλο, όπου τα στοιχειώδη που την συνιστούν, αλληλο-προεκτείνονται χωρίς ν’αφήνουν απαραβίαστα όρια μεταξύ τους, συνιστώντας μιαν αντιφατική ενότητα. Για τον λόγο αυτό, μέσα σε κάθε αντιφατική ενότητα ο διάλογος παραβιάζοντας τα όρια των διαλεγομένων, μπορεί να ταξιδεύει μακριά έξω απ’τα όρια της αντιφατικής σχέσης που συνιστούν τα συγκεκριμένα γεγονότα και να διαλέγεται με το σύμπαν. Δηλαδή τα στοιχειώδη κάθε γεγονότος, ξεκινώντας από το διάλογο μέσα στον εαυτό, περνούν στο διάλογο με τις εγγύτερες αντιφατικές ενότητες του περιβάλλοντος, μετά με τις απώτερες και τελικά με το ίδιο το Σύμπαν, που είναι ο Άλλος, ο απώτατος, ο αντίθετος εαυτός κι η έσχατη αιτία της συνεχούς αλλαγής του γεγονότος, που συνίσταται απ’τα πορευόμενα προς το σύμπαν στοιχειώδη. Με τον εσωτερικό και τον εξωτερικό διάλογο των στοιχειωδών του το γεγονός συνεχώς αλλάζει, αλλάζοντας και τ’άλλα με τα οποία διαλέγεται κατά την πορεία των στοιχειωδών του στο σύμπαν. Με τον τρόπο αυτό κάθε στοιχειώδες συνιστά πάντα μιαν αντιφατική σχέση που έχει καταλυτικο-συνθετική εξελικτική φύση, περιέχοντας εν δυνάμει ένα πρόσωπο του απείρου. Έτσι το άπειρο δεν είναι μόνον αυτό που άρχει επί των όντων ως όλον, δηλαδή αυτό που τα περιλαμβάνει ποσοτικά, αλλά και το μικρό, το στοιχειώδες ως εξελικτικά ποιοτικό που ως ελάχιστο γενεσιουργό μέρος του καταλύεται-συντιθέμενο επ’άπειρον
Ο Ηράκλειτος λοιπόν δέχεται ότι κάθε πράγμα ή γεγονός καταλύεται-συντιθέμενο, γιατί άλλα “υπογεγονότα” διέρχονται μέσα του, κάνοντάς το πραγματικότητα. Έτσι κάθε σώμα αληθινά δεν έχει συγκεκριμένα όρια αλλά προεκτείνεται στο σύμπαν, ενώ συγχρόνως το σύμπαν βυθίζεται στο γεγονός, αποπληρώνοντας το χρέος του. Έτσι κάθε γεγονός είναι σύμφυτο με το Γίγνεσθαι του κόσμου που είναι η Κίνηση ως Ουσία.
Αν συνδέσουμε την έννοια της καταλυτικής-συνθετότητας των στερεών με αυτήν του ποταμού και της μετατροπής όλων των όντων σε ενέργεια (πυρ) και της ενεργείας σε όντα, αλλά και το απόσπασμα όπου η ευθύγραμμη κίνηση είναι αποτέλεσμα της περιστροφής, συνάγουμε ότι όλες οι ουσίες καταλύονται-συντιθέμενες σύμφωνα με το Μέτρο τους. Το παγκόσμιο Πυρ (η ενέργεια) που την κάθε φορά είναι κάποια υπογεγονότα κατωτέρου επιπέδου, περνά μέσα απ’τις ουσίες κάνοντάς τις πραγματικότητα και φεύγοντας για το σύμπαν κάποτε επιστρέφει σ’αυτές, επαληθεύοντάς τις. Η πορεία αυτών των στοιχειωδών υπογεγονότων, αφού το ηρακλειτικό σύμπαν είναι άπειρο, δεν είναι απόλυτα κυκλική, αλλά ελικοειδώς ελλειπτική. Έτσι τα υπογεγονότα που επιστρέφουν να επαληθεύσουν τη θέση ύπαρξης του γεγονότος, το επαληθεύουν λίγο πιο κει, κι έτσι, δηλαδή το επαληθεύουν-διαψεύδοντάς το. Αυτό λοιπόν κινείται όντας Άλλο-Αλλού, όμοιο κι ανόμοιο αλλά διαφορετικό απ’ τον εαυτό του. Δηλαδή το υλικό γεγονός καταλύεται-συντιθέμενο λίγο πιο κει, έχοντας ως κατάσταση αδρανείας την ευθύγραμμη και ομαλή πορεία.
Γι’αυτό και ο Ζήνων ισχυρίζεται ότι [κινούμενο δεν κινείται ούτε στον τόπο που βρίσκεται ούτε στον τόπο που δεν βρίσκεται], εννοώντας ότι αφού είναι Άλλο-Αλλού, κινείται, ως εξελικτικό γεγονός, μέσα στον εαυτό του. Έτσι ούτε ταχύτητα με τον τρόπο που εμείς την αντιλαμβανόμεθα μπορεί να έχει. Η ταχύτητα ουσιαστικά που σχετίζεται με την μετακίνηση είναι φαινομενική, αφού δεν υπάρχει κάποιο γεγονός που είναι ταυτόν με τον εαυτό του ώστε να μετακινηθεί και να έχει ταχύτητα. Η ταχύτητα που ανταποκρίνεται σε καταλυτικο-συνθετικά γεγονότα μπορεί να έχει σχέση με την ταχύτητα αλλαγής του γεγονότος κι αυτό σχετίζεται με μια διαφορετική αντίληψη περί χώρου και χρόνου. Επειδή πλέον εδώ τα γεγονότα δεν είναι σταθερά πράγματα αλλά βρίσκονται σε κατάσταση συνεχούς ροής-αντιρροής υπογεγονότων, ο χρόνος είναι συχνότητα (ρυθμός) επανάληψης υπογεγονότων σε θέση κι ο χώρος είναι το μήκος του κύματος της διασποράς αυτών των υπογεγονότων.
Αν συνδέσουμε την έννοια της καταλυτικής-συνθετότητας των στερεών με αυτήν του ποταμού και της μετατροπής όλων των όντων σε ενέργεια (πυρ) και της ενεργείας σε όντα, αλλά και το απόσπασμα όπου η ευθύγραμμη κίνηση είναι αποτέλεσμα της περιστροφής, συνάγουμε ότι όλες οι ουσίες καταλύονται-συντιθέμενες σύμφωνα με το Μέτρο τους. Το παγκόσμιο Πυρ (η ενέργεια) που την κάθε φορά είναι κάποια υπογεγονότα κατωτέρου επιπέδου, περνά μέσα απ’τις ουσίες κάνοντάς τις πραγματικότητα και φεύγοντας για το σύμπαν κάποτε επιστρέφει σ’αυτές, επαληθεύοντάς τις. Η πορεία αυτών των στοιχειωδών υπογεγονότων, αφού το ηρακλειτικό σύμπαν είναι άπειρο, δεν είναι απόλυτα κυκλική, αλλά ελικοειδώς ελλειπτική. Έτσι τα υπογεγονότα που επιστρέφουν να επαληθεύσουν τη θέση ύπαρξης του γεγονότος, το επαληθεύουν λίγο πιο κει, κι έτσι, δηλαδή το επαληθεύουν-διαψεύδοντάς το. Αυτό λοιπόν κινείται όντας Άλλο-Αλλού, όμοιο κι ανόμοιο αλλά διαφορετικό απ’ τον εαυτό του. Δηλαδή το υλικό γεγονός καταλύεται-συντιθέμενο λίγο πιο κει, έχοντας ως κατάσταση αδρανείας την ευθύγραμμη και ομαλή πορεία.
Γι’αυτό και ο Ζήνων ισχυρίζεται ότι [κινούμενο δεν κινείται ούτε στον τόπο που βρίσκεται ούτε στον τόπο που δεν βρίσκεται], εννοώντας ότι αφού είναι Άλλο-Αλλού, κινείται, ως εξελικτικό γεγονός, μέσα στον εαυτό του. Έτσι ούτε ταχύτητα με τον τρόπο που εμείς την αντιλαμβανόμεθα μπορεί να έχει. Η ταχύτητα ουσιαστικά που σχετίζεται με την μετακίνηση είναι φαινομενική, αφού δεν υπάρχει κάποιο γεγονός που είναι ταυτόν με τον εαυτό του ώστε να μετακινηθεί και να έχει ταχύτητα. Η ταχύτητα που ανταποκρίνεται σε καταλυτικο-συνθετικά γεγονότα μπορεί να έχει σχέση με την ταχύτητα αλλαγής του γεγονότος κι αυτό σχετίζεται με μια διαφορετική αντίληψη περί χώρου και χρόνου. Επειδή πλέον εδώ τα γεγονότα δεν είναι σταθερά πράγματα αλλά βρίσκονται σε κατάσταση συνεχούς ροής-αντιρροής υπογεγονότων, ο χρόνος είναι συχνότητα (ρυθμός) επανάληψης υπογεγονότων σε θέση κι ο χώρος είναι το μήκος του κύματος της διασποράς αυτών των υπογεγονότων.
Οι σύγχρονοι επιστήμονες, μολονότι η Θεωρία των Κβάντα αμφισβητεί τον ντετερμινισμό και την αντικειμενική ορθολογικότητα, έχοντας επενδύσει τα πάντα στον ορθολογισμό και την τυπική λογική, η οποία φυσικά είναι η βάση της τεχνητής νόησης και του ηλεκτρονικού υπολογιστή, δεν είναι τόσο επαναστάτες να ξηλώσουν όλο αυτό το οικοδόμημα και να ορθώσουν ένα νέο. Γι’αυτό ο Ηράκλειτος έχει κάτι νέο να πει: Ο κόσμος έχει φύση αντιφατική, η Κίνηση είναι η Ουσία και τα πράγματα ιδιότητές της. Ο Λόγος είναι ο τρόπος που έτσι ακριβώς λέγεται ο κόσμος. Η “ταυτότητα” είναι αυτοαναιρούμενη κι αντιφατική. Ο “νόμος της αιτιότητας” είναι πολλαπλά και ίσως απειροστικά αμφίδρομος κι η “αλυσίδα της αιτίας” απείρως πολυδιάστατη. Ο χώρος, ο χρόνος, το πλήρες και το κενό, η κίνηση και η ταχύτητα, το μεγάλο και το μικρό, το γίγνεσθαι και το όλλυσθαι παίρνουν μια άλλη καταλυτικο-συνθετική μορφή κι όλα χρειάζονται μιαν άλλη νέα προσέγγιση, μια νέα μαθηματική περιγραφή, αντιφατική-ηρακλειτική.
Σύμφωνα με τον μεγάλο επιστήμονα και ανθρωπιστή Μπώμ: «Στην θεωρία του πεδίου, κάθε κίνηση στην κβαντομηχανική, περιγράφεται με βάση την καταστροφή-δημιουργία των στοιχειωδών σωματίων. ́Ετσι κατά τη σκέδασή του προς άλλη κατεύθυνση ένα ηλεκτρόνιο, θεωρείται περιστατικό που περιγράφεται ως καταστροφή ενός ηλεκτρονίου σε μια θέση και δημιουργία άλλου σε άλλη θέση. Εκεί γενικά η κίνηση ενός ελευθέρου σωματίου,περιγράφεται ως καταστροφή ενός σωματίου σε ένα ση- μείο και δημιουργία άλλου-αλλού. Η κίνηση γίνεται δεκτή ως σειρά θέσεων δημιουργίας-καταστροφής που ως γενικό αποτέλεσμα έχει συγχρόνως την αλλαγή».
Σύμφωνα με τον μεγάλο επιστήμονα και ανθρωπιστή Μπώμ: «Στην θεωρία του πεδίου, κάθε κίνηση στην κβαντομηχανική, περιγράφεται με βάση την καταστροφή-δημιουργία των στοιχειωδών σωματίων. ́Ετσι κατά τη σκέδασή του προς άλλη κατεύθυνση ένα ηλεκτρόνιο, θεωρείται περιστατικό που περιγράφεται ως καταστροφή ενός ηλεκτρονίου σε μια θέση και δημιουργία άλλου σε άλλη θέση. Εκεί γενικά η κίνηση ενός ελευθέρου σωματίου,περιγράφεται ως καταστροφή ενός σωματίου σε ένα ση- μείο και δημιουργία άλλου-αλλού. Η κίνηση γίνεται δεκτή ως σειρά θέσεων δημιουργίας-καταστροφής που ως γενικό αποτέλεσμα έχει συγχρόνως την αλλαγή».
Επίσης η σχολή της Κοπεγχάγης ισχυρίζεται ότι κατά τη μέτρηση ενός κβαντικό αντικείμενο (ηλεκτρονίου), το αντικείμενο μέτρησης, το μέσο μέτρησης, το υποκείμενο που κάνει την μέτρηση, αλλά και για κάποιους διακεκριμένους επιστήμονες ένα υποθετικό υποκβαντικό κοσμικό επίπεδο, συνιστούν μια κβαντική ενότητα, όπου η αντικειμενικότητα και ντετερμινισμός νευτωνείου τύπου αίρεται.
Ο Ηράκλειτος σαν Σίβυλλα χιλίων ἐτῶν ἐξικνεῖται τῇ φωνῇ διὰ τον Λόγον του Γίγνεσθαι. Εξακοντίζει με τη φωνή του τον Λόγο στο μέλλον. Η φωνή του δεν έφτασε ακόμη στο στόχο της, γιατί “δεν ξέρουμε ούτε να την ακούμε ούτε να την μιλάμε”, “είμαστε κοιμόμενοι καθένας στον δικό του κόσμο”.
Για να ολοκληρωθεί η πρόταση περί αντιφατικότητας της διαλεκτικής ας αναφέρουμε κάποια σημαδιακά αποσπάσματα του Παρμενίδη ο οποίος τοποθετείται ενάντια στην αντιφατικότητα της διαλεκτικής, οργανώνοντας έναν συνειδητό ορθολογισμό. Αφού ο Παρμενίδης δέχεται ως απαράβατο ότι το Μη-Είναι δεν μπορεί να υπάρξει, τονίζει ότι αφού η αντίφαση που Είναι-ΜηΌντας περιέχει μέσα της το Μη-Είναι, περιέχει μέσα της ψεύδος. Έτσι ο κόσμος που ερχόμαστε σ’άμεση επαφή και παρουσιάζει αντιφάσεις είναι φαινομενικός κι αποκρύπτει την αλήθεια. Για να μπορέσουμε λοιπόν να έχουμε έγκυρους συλλογισμούς η Λογική μας πρέπει να πατά μόνο στο Είναι, το υπάρχον, και ν’αποφεύγει το ΜηΕίναι και τις αντιφάσεις.
Λέει λοιπόν [Μόνος δρόμος που μπορούμε να μιλάμε γι’αυτόν μας μένει το Είναι. Πάνω σ’αυτόν υπάρχουν πάρα πολλά στοιχεία όπως ότι το αθάνατο είναι όλον, αγέννητο, αταλάντευτο, τετελεσμένο. Ποτέ δεν ήταν, ούτε θα είναι (δεν έχει μέλλον ή παρελθόν), γιατί όλο αυτό μαζί είναι ένα, συνεχές, μόνο τώρα. Τι είδους γέννα να αναζητήσεις σ’αυτό; Από που προς τα που να επεκταθεί; Για το ΜηΟν, το ΜηΥπάρχον, δε μπορείς να πεις ή να καταλάβεις τίποτα, επειδή δεν υπάρχει, ούτε λέγεται ούτε νοείται. Δεν μπορεί τίποτα να αναγκάσει κάτι να υπάρξει πριν ή μετά το Μηδέν. Έτσι λοιπόν κάθε τι πρέπει να συμπέσει με το Όλον, το σύμπαν ή με το μηδέν που δεν υπάρχει. Από το μη υπάρχον δεν μπορεί να περιμένει κάποιος, ούτε γίγνε- σθαι, ούτε όλλυσθαι, αφού αυτό ορίζει η λογική. Κάθε κρίση πρέπει να βρίσκεται μέσα σ’αυτά τα όρια: να Είναι ή να ΜηνΕίναι. Όπως είναι αναγκαίο λοιπόν ο ένας δρόμος κρίνεται ανώνυμος και χωρίς νόημα (ανύπαρκτος). Ενώ ο άλλος κρίνεται ο δρόμος της βε- βαιότητας των συγκριτικών διαδικασιών όπου τα ό-μοια ανήκουν σε συγγενή ομάδα κι είναι ο σωστός]...
Ο Ηράκλειτος σαν Σίβυλλα χιλίων ἐτῶν ἐξικνεῖται τῇ φωνῇ διὰ τον Λόγον του Γίγνεσθαι. Εξακοντίζει με τη φωνή του τον Λόγο στο μέλλον. Η φωνή του δεν έφτασε ακόμη στο στόχο της, γιατί “δεν ξέρουμε ούτε να την ακούμε ούτε να την μιλάμε”, “είμαστε κοιμόμενοι καθένας στον δικό του κόσμο”.
Για να ολοκληρωθεί η πρόταση περί αντιφατικότητας της διαλεκτικής ας αναφέρουμε κάποια σημαδιακά αποσπάσματα του Παρμενίδη ο οποίος τοποθετείται ενάντια στην αντιφατικότητα της διαλεκτικής, οργανώνοντας έναν συνειδητό ορθολογισμό. Αφού ο Παρμενίδης δέχεται ως απαράβατο ότι το Μη-Είναι δεν μπορεί να υπάρξει, τονίζει ότι αφού η αντίφαση που Είναι-ΜηΌντας περιέχει μέσα της το Μη-Είναι, περιέχει μέσα της ψεύδος. Έτσι ο κόσμος που ερχόμαστε σ’άμεση επαφή και παρουσιάζει αντιφάσεις είναι φαινομενικός κι αποκρύπτει την αλήθεια. Για να μπορέσουμε λοιπόν να έχουμε έγκυρους συλλογισμούς η Λογική μας πρέπει να πατά μόνο στο Είναι, το υπάρχον, και ν’αποφεύγει το ΜηΕίναι και τις αντιφάσεις.
Λέει λοιπόν [Μόνος δρόμος που μπορούμε να μιλάμε γι’αυτόν μας μένει το Είναι. Πάνω σ’αυτόν υπάρχουν πάρα πολλά στοιχεία όπως ότι το αθάνατο είναι όλον, αγέννητο, αταλάντευτο, τετελεσμένο. Ποτέ δεν ήταν, ούτε θα είναι (δεν έχει μέλλον ή παρελθόν), γιατί όλο αυτό μαζί είναι ένα, συνεχές, μόνο τώρα. Τι είδους γέννα να αναζητήσεις σ’αυτό; Από που προς τα που να επεκταθεί; Για το ΜηΟν, το ΜηΥπάρχον, δε μπορείς να πεις ή να καταλάβεις τίποτα, επειδή δεν υπάρχει, ούτε λέγεται ούτε νοείται. Δεν μπορεί τίποτα να αναγκάσει κάτι να υπάρξει πριν ή μετά το Μηδέν. Έτσι λοιπόν κάθε τι πρέπει να συμπέσει με το Όλον, το σύμπαν ή με το μηδέν που δεν υπάρχει. Από το μη υπάρχον δεν μπορεί να περιμένει κάποιος, ούτε γίγνε- σθαι, ούτε όλλυσθαι, αφού αυτό ορίζει η λογική. Κάθε κρίση πρέπει να βρίσκεται μέσα σ’αυτά τα όρια: να Είναι ή να ΜηνΕίναι. Όπως είναι αναγκαίο λοιπόν ο ένας δρόμος κρίνεται ανώνυμος και χωρίς νόημα (ανύπαρκτος). Ενώ ο άλλος κρίνεται ο δρόμος της βε- βαιότητας των συγκριτικών διαδικασιών όπου τα ό-μοια ανήκουν σε συγγενή ομάδα κι είναι ο σωστός]...
...[Γιατί ποτέ μα ποτέ η Ταυτότητα δε θ’αναγκαστεί, να Είναι-ΜηΌντας· να είσαι λοιπόν μακριά από τον αντιφατικό δρόμο και μην παρασύρεσαι απ’τη συνήθεια, αλλά ότι βλέπεις ή ακούς, κρίνε το με τον τρόπο που σου έμαθα τον δοκιμασμένο].
...[Εδώ σταματώ το λόγο που έχει αληθινό νόημα· και θα μιλήσω για τον κόσμο της αμφίδρομης αλήθειας, της φθαρτής τον απατηλό. Νομίζουν πως κάθε τι έχει δυο τρόπους ύπαρξης και δυο μορφές, η μια δεν τους αρκεί. Εδώ ακριβώς κάνουν λάθος. Τ’αντίθετα θεωρούν ενωμένα, ενώ συγχρόνως έβαλαν διαχωριστικά όρια μεταξύ τους. Απ’τη μια το αιθέριο πυρ της φλόγας, ίδιο πάντα με τον εαυτό του, απ’την άλλη, διάφορο απ’τον εαυτό του· αυτό το ίδιο ενάντια στον εαυτό του, δηλαδή σκοτάδι πυκνό μπερδεμένο. Σου μιλώ για τον φαινομενικό κόσμο, το διάκοσμο, για να μην ξεγελαστείς ποτέ απ’τη φθαρτή σκέψη].
[Αν ο αναγνώστης θέλει περισσότερες διευκρινίσεις για την αντιφατι- κότητα των όντων κι ειδικά για την αντιφατική ταυτότητα ας αποτανθεί στο thodoroskavasis.blogspot.com και στην ανάρτησή μου «Διαλεκτική Υλιστική Σκέψη» ή στην εργασία μου «Από τον διθύραμβο στη Διαλεκτική» του 2016 των εκδ. Δωδώνη.
...[Εδώ σταματώ το λόγο που έχει αληθινό νόημα· και θα μιλήσω για τον κόσμο της αμφίδρομης αλήθειας, της φθαρτής τον απατηλό. Νομίζουν πως κάθε τι έχει δυο τρόπους ύπαρξης και δυο μορφές, η μια δεν τους αρκεί. Εδώ ακριβώς κάνουν λάθος. Τ’αντίθετα θεωρούν ενωμένα, ενώ συγχρόνως έβαλαν διαχωριστικά όρια μεταξύ τους. Απ’τη μια το αιθέριο πυρ της φλόγας, ίδιο πάντα με τον εαυτό του, απ’την άλλη, διάφορο απ’τον εαυτό του· αυτό το ίδιο ενάντια στον εαυτό του, δηλαδή σκοτάδι πυκνό μπερδεμένο. Σου μιλώ για τον φαινομενικό κόσμο, το διάκοσμο, για να μην ξεγελαστείς ποτέ απ’τη φθαρτή σκέψη].
[Αν ο αναγνώστης θέλει περισσότερες διευκρινίσεις για την αντιφατι- κότητα των όντων κι ειδικά για την αντιφατική ταυτότητα ας αποτανθεί στο thodoroskavasis.blogspot.com και στην ανάρτησή μου «Διαλεκτική Υλιστική Σκέψη» ή στην εργασία μου «Από τον διθύραμβο στη Διαλεκτική» του 2016 των εκδ. Δωδώνη.
ΔΙΘΥΡΑΜΒΟΣ ΚΑΙ ΤΡΑΓΩΔΙΑ
Μετά τη διευκρίνιση για τη διαλεκτική σκέψη σαν αντιφατική-διθυραμβική και του ορθολογισμού σαν αντίθετου στη διθυραμβική σκέψη, πρέπει να υποθέσουμε ότι όσες προτάσεις για την Τραγωδία και το Διθύραμβο που έχουν ορθολογικό χαρακτήρα είναι απατηλές.
Όπως είναι καθιερωμένο, η έννοια του διθύραμβου αρχικά ήταν τραγούδι που συνέπεσε τελικά με την έννοια της Τραγωδίας. Η τραγωδία κατά τον Αριστοτέλη γεννήθηκε «από των εξαρχόντων τον διθύραμβον», επίσης όρισε ότι είναι «μίμηση πράξης ιερής». Ο Πίνδαρος τον ονόμασε«βοηλάτη», επειδή τον τραγουδούσαν κατά τη διάρκεια της πορείας του ταύρου για τη θυσία. Ενώ ο Αρχίλοχος σε κάποιο στίχο του όταν αναφέρεται στον διθύραμβο λέει: «ξέρω καλά να οδηγώ τον διθύραμβο, το γλυκό τραγούδι του Διονύσου, κατακεραυνωμένος απ’το κρασί».
Αυτές όμως οι περιγραφές που έφτασαν σ’εμάς απ’την αρχαιότητα, για το διθύραμβο είναι ασαφείς. Σήμερα κάποιοι διακεκριμένοι διανοητές έχουν κατασταλάξει ότι ο διθύραμβος είναι αποδεκτός ως αυτοσχέδιο τραγούδι μιας ομάδας συνήθως χαροκόπων (δηλαδή ο χορός) όπου οι εξάρχοντες ξεκινούσαν το τραγούδι και ο χορός επαναλάμβανε τα λόγια χορεύοντας. Όμως υπάρχει κι εδώ αοριστία στο περιεχόμενο του αρχαϊκού διθύραμβου, δηλαδή υπάρχει θέμα προς αναζήτηση για το τι ήθελε να πει και πως το έλεγε. Από κει υπάρχει και θέμα ερμηνείας του νοήματος των τραγωδιών, οι οποίες βέβαια είχαν απομακρυνθεί από την αρχαϊκή μορφή και το διθυραμβικό νόημα του μύθου. Όμως όσο μακριά κι αν ήταν η διαμόρφωση του μύθου στις κλασικές τραγωδίες, θα μπορούσαμε να τον πλησιάσουμε έχοντας στην άκρη του νου, ότι η λογική του απορρέει απ’την αντιφατικότητα του Είναι που εκπροσωπούσε ο διθύραμβος. Ο πρώτος Διθύραμβος ήταν ο Χρόνος που την έσχατη στιγμή του, που ήταν συγχρόνως και πρώτη του επομένου, περνούσε δύο αντίθετες θύρες: τη θύρα της ζωής και τη θύρα του θανάτου. ―Πέθαινε και γεννιόταν συγχρόνως―.
Ο Διθύραμβος λοιπόν, χωρίς ν’αποκλείονται κάποιοι αυτοσχεδιασμοί, δεν ήταν αυτοσχέδιο τραγούδι, αφού σύμφωνα με τον Πίνδαρο ήταν βοηλάτης που οδηγούσε τον ταύρο στη θυσία. Η θυσία ήταν μια προαιώνια ιερή πρακτική, δηλαδή η σφαγή του ιερού ζώου που υποκαθιστούσε τον Διόνυσο-Ζαγρέα. Σε μία τέτοια συγκεκριμένη κι επαναλαμβανόμενη πρακτική, υπήρχαν λίγα περιθώρια γι’αυτοσχεδιασμό. Επίσης δεν μπορώ να φανταστώ χαροκόπους κοινωνούς σε θυσία αλλά ούτε μπορώ να δεχτώ ότι επαναλαμβαναν ανιαρά τα λόγια του εξάρχοντα. Νομίζω ότι υπήρχε ένα είδος «διαφωτιστικού» διαλόγου όπου ο χορός «εφθέγγετο ακαλλώπιστα» κι ο εξάρχων «ερμηνεύοντας» έδινε αντιφατικές λύσεις που γεννούσαν περισσότερα ερωτήματα. Επίσης δεν πιστεύω ότι έπιναν τόσο κρασί που να μεθάνε, αλλά τόσο που ν’απελευθερώνονται απ’τον καθημερινό καθωσπρεπισμό, μάλλον δείχνοντας μεθυσμένοι, αφού θυσιάζοντας σε κατάσταση ιερής μέθης ήταν άλλοι, δηλαδή εντεταλμένα όντα απ’το Διόνυσο ή την Ήρα. (Όπως οι Τιτάνες που χρωμάτιζαν το πρόσωπό τους λευκό με τίτανο, για να μην είναι αυτοί οι ίδιοι κατά τη διάρκεια της μιαρής πράξης, αλλά άλλοι, αφού κατ’εντολή της Ήρας θυσίαζαν κι έτρωγαν τον Ζαγρέα). Ακόμα και σήμερα οι «αναστενάρηδες» πίνουν λίγη ρακή πριν ξεκινήσουν την πυροβασία και μετά απ’ αυτό τη θυσία του ταύρου στο πρώτο σταυροδρόμι έξω από το χωριό (σαν σε Δίπυλο).
Πιστεύεται ότι ο χωρός ήταν μυητικός, που σήμαινε ότι μόνον οι μυημένοι γνωριζαν το νόημα του τραγουδιού και διέκριναν τη σημασία των χορευτικών κινήσεων.
Αν ο χορός ήταν πρώτα μυητικός θίασος, αρχικά πρέπει μάλλον να υπήρξε μόνον αυτός, όπου χόρευαν κι εφθέγγοντο σε κατάσταση υπερβατικής μέθης. Αργότερα προσετέθει κι ο εξάρχων που ερμήνευε τον ιερό λόγο, που εφθέγγοντο ακαλλώπιστα οι ευρισκόμενοι σε θεία μέθη μέτοχοι του χορού. Ο εξάρχων, όπως στη θεία λειτουργία των χριστιανών, ερμήνευε αυτά που περιεστρέφοντο γύρω απ’τη θυσία του θεού κι η χορευτική διαδικασία, μολονότι έμοιαζε αυτοσχέδια, δεν ήταν, αφού ο λόγος μολονότι ήταν υπό την επήρεια της ιερής μέθης, αφορούσε το υπερβατικό νόημα της θυσίας, που ήταν προκαθορισμένο. Ο χορός κατ’ αυτόν τον «αυτοσχεδιασμό» εφθέγγετο αντιφατικές καταστάσεις που ακολουθούσαν τη θυσία του ταύρου. Αυτοί ήταν γρίφοι αντιφατικοί τους οποίους ο εξάρχων έπρεπε να ερμηνεύει στο πλήθος των κοινωνών στη θυσία. Οι ερμηνείες του εξάρχοντα όμως, ως αντιφατικές, αντί γι’απαντήσεις γεννούσαν αλυσίδα νέων ερωτημάτων, ανεβάζοντας τελικά τους κοινωνούς σε κατάσταση ιερής έκπληξης. Μετά τη θυσία και κατά τη διάρκεια της επιστροφής (του «κώμου»), εξακόντιζαν τάχα σε ιερή μέθη σκωπτικούς συμβολισμούς που περιείχαν κατηγορίες ενάντια στους ισχυρούς, προστατευόμενοι απ’τη μέθη του Διονύσου Ελευθερέα. ́Ισως εκεί ήταν το ξεκίνημα της δημοκρατίας, αλλά και το ξεκίνημα του θεάτρου όπου υπήρχε ελευθερία λόγου, αφού απ’το στόμα των μετόχων μιλούσε ο ίδιος ο Διόνυσος.
Πιστεύεται ότι ο χωρός ήταν μυητικός, που σήμαινε ότι μόνον οι μυημένοι γνωριζαν το νόημα του τραγουδιού και διέκριναν τη σημασία των χορευτικών κινήσεων.
Αν ο χορός ήταν πρώτα μυητικός θίασος, αρχικά πρέπει μάλλον να υπήρξε μόνον αυτός, όπου χόρευαν κι εφθέγγοντο σε κατάσταση υπερβατικής μέθης. Αργότερα προσετέθει κι ο εξάρχων που ερμήνευε τον ιερό λόγο, που εφθέγγοντο ακαλλώπιστα οι ευρισκόμενοι σε θεία μέθη μέτοχοι του χορού. Ο εξάρχων, όπως στη θεία λειτουργία των χριστιανών, ερμήνευε αυτά που περιεστρέφοντο γύρω απ’τη θυσία του θεού κι η χορευτική διαδικασία, μολονότι έμοιαζε αυτοσχέδια, δεν ήταν, αφού ο λόγος μολονότι ήταν υπό την επήρεια της ιερής μέθης, αφορούσε το υπερβατικό νόημα της θυσίας, που ήταν προκαθορισμένο. Ο χορός κατ’ αυτόν τον «αυτοσχεδιασμό» εφθέγγετο αντιφατικές καταστάσεις που ακολουθούσαν τη θυσία του ταύρου. Αυτοί ήταν γρίφοι αντιφατικοί τους οποίους ο εξάρχων έπρεπε να ερμηνεύει στο πλήθος των κοινωνών στη θυσία. Οι ερμηνείες του εξάρχοντα όμως, ως αντιφατικές, αντί γι’απαντήσεις γεννούσαν αλυσίδα νέων ερωτημάτων, ανεβάζοντας τελικά τους κοινωνούς σε κατάσταση ιερής έκπληξης. Μετά τη θυσία και κατά τη διάρκεια της επιστροφής (του «κώμου»), εξακόντιζαν τάχα σε ιερή μέθη σκωπτικούς συμβολισμούς που περιείχαν κατηγορίες ενάντια στους ισχυρούς, προστατευόμενοι απ’τη μέθη του Διονύσου Ελευθερέα. ́Ισως εκεί ήταν το ξεκίνημα της δημοκρατίας, αλλά και το ξεκίνημα του θεάτρου όπου υπήρχε ελευθερία λόγου, αφού απ’το στόμα των μετόχων μιλούσε ο ίδιος ο Διόνυσος.
Στις ετυμολογικές εικασίες που κατά καιρούς προτάθησαν για το Διθύραμβο, είναι κι αυτή του «ρυμβαίω (στριφογυρίζω, περιστρέφω) ως δεύτερου συνθετικού» κι επειδή δίθυρος είναι ο Διόνυσος συνάγεται ότι: διθύραμβος=δίθυρος+ρύμβω=τα περί τον Διόνυσο σύγκωμα.
Δίθυρος θεωρείται ο Διόνυσος αφού πέρασε το κατώφλι της ζωής δύο φορές: Την πρώτη όταν γεννήθηκε από τη Σεμέλη και την δεύτερη όταν ως Διόνυσος-Ζαγρεύς, γεννήθηκε απ’τον μηρό του Διός. (Όταν οι Τιτάνες κατασπάραζαν τον Ζαγρέα, η Αθηνά έκλεψε την καρδιά του και την έδωσε στο Δία κι αυτός τον κύησε ξανά στο μηρό του κι έτσι ξαναπέρασε τη θύρα της ζωής). Ακόμα τα περί τον Δίθυρο σύγκωμα θα μπορούσαν να γίνουν πιο συγκεκριμένα, αφού οι τυπικές διαδικασίες τους είχαν κάποιο νόημα: Ο Διόνυσος ήταν θνήσκων θεός που ο τάφος του βρίσκεται στον ναό του Δελφικού Απόλλωνα, όπου ανασταίνετο κι ανεβαίνει στο θρόνο του, όταν ο Απόλλων αναχωρούσε για στους Υπερβόρειους που ληταν η οατρίδα του και πέθαινε όταν ο Απόλλων επέστρεφε.
Δίθυρος θεωρείται ο Διόνυσος αφού πέρασε το κατώφλι της ζωής δύο φορές: Την πρώτη όταν γεννήθηκε από τη Σεμέλη και την δεύτερη όταν ως Διόνυσος-Ζαγρεύς, γεννήθηκε απ’τον μηρό του Διός. (Όταν οι Τιτάνες κατασπάραζαν τον Ζαγρέα, η Αθηνά έκλεψε την καρδιά του και την έδωσε στο Δία κι αυτός τον κύησε ξανά στο μηρό του κι έτσι ξαναπέρασε τη θύρα της ζωής). Ακόμα τα περί τον Δίθυρο σύγκωμα θα μπορούσαν να γίνουν πιο συγκεκριμένα, αφού οι τυπικές διαδικασίες τους είχαν κάποιο νόημα: Ο Διόνυσος ήταν θνήσκων θεός που ο τάφος του βρίσκεται στον ναό του Δελφικού Απόλλωνα, όπου ανασταίνετο κι ανεβαίνει στο θρόνο του, όταν ο Απόλλων αναχωρούσε για στους Υπερβόρειους που ληταν η οατρίδα του και πέθαινε όταν ο Απόλλων επέστρεφε.
Άποψη μου είναι ότι το απλό πέρασμα από δύο θύρες, δεν σημαίνει τίποτα, αφού ο καθένας μπορεί να περνά όσες θέλει. Διθύραμβος είναι ο δι-θυρα-εμβος, αυτός που περνά δύο θύρες συγχρόνως και μάλιστα αντίθετες: την θύρα της ζωής και την θύρα του θανάτου. Αυτό είναι κάτι που χαρακτηρίζει τα πάντα: τη Ζωή, τη Φύση, τα Όντα και φυσικά τον Διόνυσο. Είναι η αντιφατικότητα του θείου δράματος, όπου Διόνυσος συμβολίζοντας το Πνεύμα της Φύσης γεννιέται-πεθαίνοντας κι έτσι κρατά τη Φύση ζωντανή. Η αντιφατικότητα που εκπροσωπεί η ύπαρξη της φύσης και φυσικά του Διονύσου, είναι η ίδια η διαλεκτική σκέψη, δηλαδή ο Λόγος του Διθυράμβου, που ως αντιφατικός γρίφος, χρειάζεται ερμηνεία από τον εξάρχοντα.
Όλα καταλύονται-συντιθέμενα, ζούνε-πεθαίνοντας λέει ο Ηράκλειτος, του οποίου τα λεγόμενά ως διθυραμβικά, είναι αντιφατικά. Περνούν συγχρόνως από δύο αντίθετες θύρες, τη θύρα της ζωής και του θανάτου ως Είναι και τη θύρα της Άρνησης και τη θύρα της Κατάφασης ως Νοείν. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Ηράκλειτος μίλησε πρώτος την αντιφατική γλώσσα -το Λόγο-, ως φιλοσοφία. Λέγεται ότι ήταν κληρονομικά μέτοχος θέσης στο διονυσιακό ιερατείο. Δηλαδή είχε άμεση σχέση με τα βακχικά δρώμενα. Επίσης απ’τα λεγόμενά του φαίνεται πως θεωρούσε ότι την εποχή του η
διονυσιακή λατρεία είχε κυλήσει στην τυπικότητα, τη δεισιδαιμονία κι ευρίσκετο σε «πτώση». Στην προσπάθειά του ν’αποκαθάρει τη διονυσιακή γλώσσα και να την επαναφέρει στο βακχικό της ύψος, μίλησε πρώτος τον Λόγο.
Η θυσία του λευκού ταύρου υποκαθιστούσε τη θυσία του Διός, που την εποχή της μητριαρχίας ήταν ο ίδιος ο Δίας. Όταν όμως ο Ζεύς έγινε Πατέρας-Θεός τη θέση του κατά τη θυσία πήρε ο Ζαγρεύς «υιός του θεού» και γιος της Περσεφόνης.
Όταν οι Τιτάνες πλησίασαν τον Ζαγρέα για να τον αρπάξουν, αυτός θορυβήθηκε και προσπάθησε να τους ξεφύγει. Αυτοί χρησιμοποίησαν τον ρόμβο για να τον υπνωτίσουν και να τον πιάσουν. Ο Ζαγρεύς θέλοντας να ξεφύγει από τη δύναμη του ρόμβου, περιεστρέφετο αλλάζοντας μορφές. Τελικά τον έπιασαν στη μορφή του λευκού ταύρου που εκπροσωπεί τον Δία Κεραμέα και τον κατασπάραξαν.
Όλα καταλύονται-συντιθέμενα, ζούνε-πεθαίνοντας λέει ο Ηράκλειτος, του οποίου τα λεγόμενά ως διθυραμβικά, είναι αντιφατικά. Περνούν συγχρόνως από δύο αντίθετες θύρες, τη θύρα της ζωής και του θανάτου ως Είναι και τη θύρα της Άρνησης και τη θύρα της Κατάφασης ως Νοείν. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Ηράκλειτος μίλησε πρώτος την αντιφατική γλώσσα -το Λόγο-, ως φιλοσοφία. Λέγεται ότι ήταν κληρονομικά μέτοχος θέσης στο διονυσιακό ιερατείο. Δηλαδή είχε άμεση σχέση με τα βακχικά δρώμενα. Επίσης απ’τα λεγόμενά του φαίνεται πως θεωρούσε ότι την εποχή του η
διονυσιακή λατρεία είχε κυλήσει στην τυπικότητα, τη δεισιδαιμονία κι ευρίσκετο σε «πτώση». Στην προσπάθειά του ν’αποκαθάρει τη διονυσιακή γλώσσα και να την επαναφέρει στο βακχικό της ύψος, μίλησε πρώτος τον Λόγο.
Η θυσία του λευκού ταύρου υποκαθιστούσε τη θυσία του Διός, που την εποχή της μητριαρχίας ήταν ο ίδιος ο Δίας. Όταν όμως ο Ζεύς έγινε Πατέρας-Θεός τη θέση του κατά τη θυσία πήρε ο Ζαγρεύς «υιός του θεού» και γιος της Περσεφόνης.
Όταν οι Τιτάνες πλησίασαν τον Ζαγρέα για να τον αρπάξουν, αυτός θορυβήθηκε και προσπάθησε να τους ξεφύγει. Αυτοί χρησιμοποίησαν τον ρόμβο για να τον υπνωτίσουν και να τον πιάσουν. Ο Ζαγρεύς θέλοντας να ξεφύγει από τη δύναμη του ρόμβου, περιεστρέφετο αλλάζοντας μορφές. Τελικά τον έπιασαν στη μορφή του λευκού ταύρου που εκπροσωπεί τον Δία Κεραμέα και τον κατασπάραξαν.
Αυτό μπορεί να σημαίνει ότι η Ήρα, που τότε δεν ήταν απλά η εστία του σπίτιου, αλλά η εστία του κόσμου, δηλαδή ο ήλιος, διέταξε τους τιτάνες να φέρουν τον χειμώνα. Να καλύψουν τον κόσμο με χιόνια και πάγους, που έχουν το «απαίσιο» χρώμα του θανάτου το λευκό. Έτσι ο Διόνυσος-Ζαγρεύς που είναι το πνεύμα της ζωής ακολουθώντας τα Καταγώγια βρέθηκε στον Άδη.
Η θυσία του Ταύρου είναι είναι «μίμηση πράξης ιερής», που συμβολίζει το θείο δράμα (της φύσης). Την κάθοδο στα καταγώγια, δηλαδή τον ερχομό του χειμώνα. Αλλά ακόμα και την ιερή στιγμή που ο Χρόνος (ο Κρόνος), ως πρώτος διθύραμβος, το χειμερινό ηλιοστάσιο, περνά το έσχατο σημείο του φθίνοντος παρόντος μεταξύ του του χθές και του αύριο, του παλαιού και νέου χρόνου, περνώντας δύο αντίθετες θύρες, τη θύρα του θανάτου του και τη θύρα της ζωής ως Νέος.
Ακόμα όμως κι αν δεχτούμε ότι στην λέξη «Διθύραμβος» υπάρχει το συνθετικό «ρύμβω», δεν αλλάζει τίποτα αφού η ίδια η περιστροφή του Ζαγρέα, ήταν αποτέλεσμα του περάσματος από δύο αντίθετες θύρες συγχρόνως.
Η προσωκρατική διαλεκτική απορρέει από τον ιερατικό Λόγο του Διονύσου, απ’ όπου γεννήθηκε κι η δημοκρατική διαβίωση. Η διαλεκτική σκέψη οργανώνει τη νόηση σ’αντιφατικές ενότητες, όπου το ένα σκέλος μολονότι γεννά το άλλο, το μάχεται κιόλας. Η αντιφατική σχέση κι ενότητα προϋποθέτει την ύπαρξη κάποιου Μέτρου στη σχέση των εναντίων. Όταν αυτό το Μέτρο διαταραχθεί η σχέση καταρρέει ή γεννάται στη θέση της μια άλλη σχέση, μ’αλλο Μέτρο. Στην τραγωδία η κατάρρευση του Μέτρου γεννά την Ύβρη, όπου εκεί ακριβώς αρχίζει να εξελίσσεται ο Μύθος. Όταν ο Μύθος αφορά τις κοινωνικές σχέσεις, περιστρέφεται γύρω απ’την αλαζονεία κάποιου ηγεμόνα, βασιλιά ή τυράννου. Εκεί η τραγωδία ορίζει και διδάσκει δημοκρατικό ήθος, δηλαδή ήθος κοινωνικού διαλόγου.
(«Λογική Πράξη και Γλώσσα», «Από τον Διθύραμβο στη Διαλεκτική» Δωδώνη ή «Διαλεκτική Υλιστική Σκέψη» thodoroskavasis.blogspot.com)
Η θυσία του Ταύρου είναι είναι «μίμηση πράξης ιερής», που συμβολίζει το θείο δράμα (της φύσης). Την κάθοδο στα καταγώγια, δηλαδή τον ερχομό του χειμώνα. Αλλά ακόμα και την ιερή στιγμή που ο Χρόνος (ο Κρόνος), ως πρώτος διθύραμβος, το χειμερινό ηλιοστάσιο, περνά το έσχατο σημείο του φθίνοντος παρόντος μεταξύ του του χθές και του αύριο, του παλαιού και νέου χρόνου, περνώντας δύο αντίθετες θύρες, τη θύρα του θανάτου του και τη θύρα της ζωής ως Νέος.
Ακόμα όμως κι αν δεχτούμε ότι στην λέξη «Διθύραμβος» υπάρχει το συνθετικό «ρύμβω», δεν αλλάζει τίποτα αφού η ίδια η περιστροφή του Ζαγρέα, ήταν αποτέλεσμα του περάσματος από δύο αντίθετες θύρες συγχρόνως.
Η προσωκρατική διαλεκτική απορρέει από τον ιερατικό Λόγο του Διονύσου, απ’ όπου γεννήθηκε κι η δημοκρατική διαβίωση. Η διαλεκτική σκέψη οργανώνει τη νόηση σ’αντιφατικές ενότητες, όπου το ένα σκέλος μολονότι γεννά το άλλο, το μάχεται κιόλας. Η αντιφατική σχέση κι ενότητα προϋποθέτει την ύπαρξη κάποιου Μέτρου στη σχέση των εναντίων. Όταν αυτό το Μέτρο διαταραχθεί η σχέση καταρρέει ή γεννάται στη θέση της μια άλλη σχέση, μ’αλλο Μέτρο. Στην τραγωδία η κατάρρευση του Μέτρου γεννά την Ύβρη, όπου εκεί ακριβώς αρχίζει να εξελίσσεται ο Μύθος. Όταν ο Μύθος αφορά τις κοινωνικές σχέσεις, περιστρέφεται γύρω απ’την αλαζονεία κάποιου ηγεμόνα, βασιλιά ή τυράννου. Εκεί η τραγωδία ορίζει και διδάσκει δημοκρατικό ήθος, δηλαδή ήθος κοινωνικού διαλόγου.
(«Λογική Πράξη και Γλώσσα», «Από τον Διθύραμβο στη Διαλεκτική» Δωδώνη ή «Διαλεκτική Υλιστική Σκέψη» thodoroskavasis.blogspot.com)
Η ΤΕΧΝΗ
Οι αρχαίοι ζούσαν μέσα στη φύση κι ακόμα οι κατοικίες τους ήταν τόσο μικρές, όσο να τους χωράνε να κοιμηθούν, επίσης ήταν διαλογικοί άνθρωποι, το «σαλόνι» του σπιτιού ήταν η αγορά, εκεί πραγματικά ζούσαν. Δεν μιλούσαν για να μιλάνε, αλλά χορτάτοι από συζήτηση, είχαν εξελίξει τη συζήτησή τους, ακόμα πέρα από τα καθημερινά και καθιερωμένα. Αναρωτιόντουσαν για όλα και ήθελαν απαντήσεις. Η φιλοσοφία κι οι τέχνες ήταν αποτέλεσμα αυτού του διαλογικο-κοινωνικού γίγνεσθαι.
Η τέχνη λοιπόν δεν ήταν μόνο και μόνο για κοσμητική απόλαυση, ήταν πρώτα απ’όλα για να εγείρει ερωτήματα εκεί όπου ο λόγος δυσκολευόταν να το κάνει. Και επειδή το έργο τέχνης έπρεπε να ακολουθά την ομορφιά «του περί ου ο λόγος ερωτήματος», που συνήθως ήταν η σχέση των ανθρώπων μεταξύ τους και αυτών με τη φύση, η απάντηση γύριζε τελικά να είναι τρόπος λατρείας του ανθρώπου για τη φύση. Δηλαδή μολονότι κοινωνούσε του ωραίου, ο λόγος της τέχνης δεν ήταν μόνον η ομορφιά αλλά την υπερέβαινε.
Θα το θέσω κι αλλιώς: Η τέχνη, ως αρχέγονη, είναι ο ίδιος ο παγανισμός, που με σχήματα, εικόνες και μιμήσεις, επικαλείται την τραγικότητα του Θείου, που είναι η Φύση. Ο τριμπαλιστικός τρόπος ζωής του παγανισμού, ήταν η ίδια η τέχνη και δεν θα μπορούσε παρά να είχε «φιλοσοφικό-θεολογικό» χαρακτήρα. Αυτός δεν ήταν ούτε θεολογικός, ούτε φιλοσοφικός όπως τα εννοούμε σήμερα, αλλά ήταν η Μαγεία ως τρόπος διαχείρισης του Μεγάλου στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Δηλαδή ήταν «η μίμηση πράξης ιερής» όπως λέει ο Αριστοτέλης για την τραγωδία. Έτσι ο «Μάγος» που ως κοινωνός αυτής της πρακτικής «μιμείται ενάρετα το θείο», δηλαδή τη φύση, «δικαιούται μερδικό» όπως έλεγε κι ο Πλούταρχος. Η μίμηση της φύσης όμως με την προσδοκία δικαιώματος μερδικού είναι η πιο αρχέγονη μορφή επιστήμης και συμπίπτει με την έμμεση ή άμεση επικοινωνία του ανθρώπου με το Θείο. Η τέχνη λοιπόν σαν τριμπαλιστικός τρόπος ζωής, ξεκίνησε ως φιλοσοφικό-θρησκευτικό-επιστημονικό γίγνεσθαι, το οποίο ρύθμιζε ακόμα και της σχέσεις των κοινωνών που ήταν οι «πολίτες». Με την «εξέλιξη» της κοινωνίας η τέχνη, η θρησκεία, η επιστήμη κι η πολιτική έπαψαν να είναι ενωμένες στο τραγικό πνεύμα αλλά διαχωρίστηκαν ορθώνοντας ένα είδος αυτοπροσδιορισμού, που όμως στο βάθος έχει κρυφές διόδους επικοινωνίας. Οι «μυστικοί» αυτοί δίοδοι επικοινωνίας δεν μας επιτρέπουν να βλέπουμε το συγκεκριμένο έργο τέχνης, αλλά ούτε την τέχνη που αυτό υπηρετεί, όπως ακριβώς αυτό «θέλει» να μας φανερωθεί, δηλαδή ως αυτόνομο, υπό την οπτική “της τέχνης για την τέχνη” ή ως καθαυτή. Αυτό είναι φυσικό, γιατί ο καλλιτέχνης πάντα βαθιά στην ψυχής του, είναι παγανιστής, τριμπαλιστής, αφού με το έργο τέχνης, κρυφά ή φανερά, συνειδητά ή ασυνείδητα,επικαλείται κάποιες άγνωστες σ’αυτόν δυνάμεις. Κι αφού τις δυνάμεις της φύσης επικαλείται πλέον η επιστήμη, ενώ τον Θεό και την Μαγεία (την διαχείριση του μεγάλου και υψηλού) η Θρησκεία, σ’αυτόν δε μένει παρά να επικαλεστεί το εσωτερικό του άλγος. Το υπαρξιακό άλγος του «Είναι», ως μυστικό νήμα της αισθητικής, που ενώνει τους μετόχους της κοινωνίας άμεσα με το Θείο που στην περίπτωση αυτή είναι η Τέχνη. Κι έτσι πάλι με έναν άλλο τρόπο η τέχνη ξαναμπαίνει στο «χαμένο» κοινωνικό παίγνιο από μιαν άλλη θύρα υποφώσκοντας η ιδεολογία και η πολιτική ως στοιχείο αυτοσεβασμού κι αξιοπρέπειας, θυμίζοντας έτσι πως αυτό εξέφραζε ο Δίθυρος Διόνυσος.
Οι αρχαίοι ζούσαν μέσα στη φύση κι ακόμα οι κατοικίες τους ήταν τόσο μικρές, όσο να τους χωράνε να κοιμηθούν, επίσης ήταν διαλογικοί άνθρωποι, το «σαλόνι» του σπιτιού ήταν η αγορά, εκεί πραγματικά ζούσαν. Δεν μιλούσαν για να μιλάνε, αλλά χορτάτοι από συζήτηση, είχαν εξελίξει τη συζήτησή τους, ακόμα πέρα από τα καθημερινά και καθιερωμένα. Αναρωτιόντουσαν για όλα και ήθελαν απαντήσεις. Η φιλοσοφία κι οι τέχνες ήταν αποτέλεσμα αυτού του διαλογικο-κοινωνικού γίγνεσθαι.
Η τέχνη λοιπόν δεν ήταν μόνο και μόνο για κοσμητική απόλαυση, ήταν πρώτα απ’όλα για να εγείρει ερωτήματα εκεί όπου ο λόγος δυσκολευόταν να το κάνει. Και επειδή το έργο τέχνης έπρεπε να ακολουθά την ομορφιά «του περί ου ο λόγος ερωτήματος», που συνήθως ήταν η σχέση των ανθρώπων μεταξύ τους και αυτών με τη φύση, η απάντηση γύριζε τελικά να είναι τρόπος λατρείας του ανθρώπου για τη φύση. Δηλαδή μολονότι κοινωνούσε του ωραίου, ο λόγος της τέχνης δεν ήταν μόνον η ομορφιά αλλά την υπερέβαινε.
Θα το θέσω κι αλλιώς: Η τέχνη, ως αρχέγονη, είναι ο ίδιος ο παγανισμός, που με σχήματα, εικόνες και μιμήσεις, επικαλείται την τραγικότητα του Θείου, που είναι η Φύση. Ο τριμπαλιστικός τρόπος ζωής του παγανισμού, ήταν η ίδια η τέχνη και δεν θα μπορούσε παρά να είχε «φιλοσοφικό-θεολογικό» χαρακτήρα. Αυτός δεν ήταν ούτε θεολογικός, ούτε φιλοσοφικός όπως τα εννοούμε σήμερα, αλλά ήταν η Μαγεία ως τρόπος διαχείρισης του Μεγάλου στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Δηλαδή ήταν «η μίμηση πράξης ιερής» όπως λέει ο Αριστοτέλης για την τραγωδία. Έτσι ο «Μάγος» που ως κοινωνός αυτής της πρακτικής «μιμείται ενάρετα το θείο», δηλαδή τη φύση, «δικαιούται μερδικό» όπως έλεγε κι ο Πλούταρχος. Η μίμηση της φύσης όμως με την προσδοκία δικαιώματος μερδικού είναι η πιο αρχέγονη μορφή επιστήμης και συμπίπτει με την έμμεση ή άμεση επικοινωνία του ανθρώπου με το Θείο. Η τέχνη λοιπόν σαν τριμπαλιστικός τρόπος ζωής, ξεκίνησε ως φιλοσοφικό-θρησκευτικό-επιστημονικό γίγνεσθαι, το οποίο ρύθμιζε ακόμα και της σχέσεις των κοινωνών που ήταν οι «πολίτες». Με την «εξέλιξη» της κοινωνίας η τέχνη, η θρησκεία, η επιστήμη κι η πολιτική έπαψαν να είναι ενωμένες στο τραγικό πνεύμα αλλά διαχωρίστηκαν ορθώνοντας ένα είδος αυτοπροσδιορισμού, που όμως στο βάθος έχει κρυφές διόδους επικοινωνίας. Οι «μυστικοί» αυτοί δίοδοι επικοινωνίας δεν μας επιτρέπουν να βλέπουμε το συγκεκριμένο έργο τέχνης, αλλά ούτε την τέχνη που αυτό υπηρετεί, όπως ακριβώς αυτό «θέλει» να μας φανερωθεί, δηλαδή ως αυτόνομο, υπό την οπτική “της τέχνης για την τέχνη” ή ως καθαυτή. Αυτό είναι φυσικό, γιατί ο καλλιτέχνης πάντα βαθιά στην ψυχής του, είναι παγανιστής, τριμπαλιστής, αφού με το έργο τέχνης, κρυφά ή φανερά, συνειδητά ή ασυνείδητα,επικαλείται κάποιες άγνωστες σ’αυτόν δυνάμεις. Κι αφού τις δυνάμεις της φύσης επικαλείται πλέον η επιστήμη, ενώ τον Θεό και την Μαγεία (την διαχείριση του μεγάλου και υψηλού) η Θρησκεία, σ’αυτόν δε μένει παρά να επικαλεστεί το εσωτερικό του άλγος. Το υπαρξιακό άλγος του «Είναι», ως μυστικό νήμα της αισθητικής, που ενώνει τους μετόχους της κοινωνίας άμεσα με το Θείο που στην περίπτωση αυτή είναι η Τέχνη. Κι έτσι πάλι με έναν άλλο τρόπο η τέχνη ξαναμπαίνει στο «χαμένο» κοινωνικό παίγνιο από μιαν άλλη θύρα υποφώσκοντας η ιδεολογία και η πολιτική ως στοιχείο αυτοσεβασμού κι αξιοπρέπειας, θυμίζοντας έτσι πως αυτό εξέφραζε ο Δίθυρος Διόνυσος.
Ο ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ ΟΙΔΙΠΟΔΑ
Ο Λάιος βασιλεύς της Θήβας ερωτεύεται παράφορα και βιάζει τον Χρύσιππο γιο του Πέλοπα. Η πράξη αυτή θεωρείται υβριστική απ’τον Απόλλωνα ο οποίος τιμωρεί τον Λάιο και τη γυναίκα του Ιοκάστη να μην αποκτήσουν παιδιά. Ακόμα όμως κι αν αποκτήσουν, το παιδί αυτό θα φέρει την κατάρα να σκοτώσει τον πατέρα του. Όταν η Ιοκάστη γεννά ένα αγόρι, ο Λάιος φοβούμενος την κατάρα, διατάζει έναν βοσκό του να πάει το παιδί στον Κυθαιρώνα και να το σκοτώσει. Ο υπηρέτης δεν μπόρεσε να σκοτώσει το παιδί αλλά το έδεσε χειροπόδαρα και το εγκατέλειψε αφήνοντας αυτό το θλιβερό καθήκον στους θεούς. Το παιδί βρέθηκε από κάποιον βοσκό ο οποίος το μετέφερε στη Κόρινθο και το έδωσε για υιοθεσία στο βασιλιά Πόλυβο και τη βασίλισσα Μερόπη που ήταν άτεκνοι. Επειδή το παιδί αυτό ήταν πληγωμένο στα πόδια απ’το δέσιμο, τ’ονόμασαν Οιδίποδα. Όταν ο Οιδίποδας μεγάλωσε, κάποιος τον έβρισε μπάσταρδο κι από κει άρχισε ν’αναρωτιέται για την καταγωγή του. Όταν πήγε στο Μαντείο των Δελφών να διαλευκάνει το μυστικό που τον ακολουθούσε, η Πυθία τον θεώρησε μιαρό και καταραμένο να σκοτώσει τον πατέρα του και να παντρευτεί τη μάνα του. Ο Οιδίπους τότε αποφάσισε να μην ξαναγυρίσει στην Κόρινθο κι έφυγε για την Θήβα. Ο γεροβασιλιάς Λάιος ο οποίος με την ακολουθία του πήγαινε κι αυτός για το Μαντείο σε ένα τρίστρατο συναντά τον Οιδίποδα.
Ο βασιλιάς που είναι αλαζόνας διατάσσει τον Οιδίποδα να παραμερίσει για να περάσει πρώτος. Και ο Οιδίποδας που είναι οργισμένος και πρίγκιπας, άρα κι αυτός αλαζόνας, ζητά στον Λάιο να παραμερίσει. Αυτή είναι η στιγμή που οι δύο καταραμένοι καταλαμβάνονται απ’την άττη δηλαδή από τη διανοητική αλαζονική σύγχυση που έχει ως αποτέλεσμα την ύβρη. Ο Οιδίπους στη μανία του σκοτώνει τους πάντες εκτός από έναν υπηρέτη, που χωρίς να το γνωρίζει, ήταν αυτός που τον έσωσε όταν ήταν μωρό.
Στο μέρος που διηγηθήκαμε ο μύθος παρουσιάζει έναν αλαζόνα βασιλιά στον οποίον η αλαζονεία έχει δημιουργήσει νοητική σύγχυση που έχει υβρίσει βιάζοντας έναν νέο. Αυτός είναι συγχρόνως κι ένας υπαινιγμός ενάντια στη βασιλεία και την τυραννία αλλά και υπαινιγμός υπέρ της δημοκρατίας, όπου όλοι είναι υπό κρίσιν και έλεγχο. Η παρέμβαση του Απόλλωνα δικαιολογείται, αφού αυτός είναι το πνεύμα του πολιτισμού και της καλοσύνης, αλλά συγχρόνως της οργής και της τιμωρίας. Δηλαδή ο Απόλλων ως αμφιπρόσωπος, η παρουσία του και οι επιταγές του είναι αμφίσημες και διθυραμβικές. Το τρίστρατο είναι διθυραμβικός συμβολισμός, αφού Οιδίπους και Λάιος ακολουθώντας το δρόμο τους, φτάνουν σε σημείο διασταύρωσης. Η διασταύρωση συμβολίζει το πέρασμα δύο αντιθέτων θυρών, τις οποίες μολονότι μπορούσαν να παρακάμψουν και να μην περάσουν το διθυραμβικό σημείο κρίσης, επειδή βρίσκονται σε αλαζονική σύγχυση το προσπερνούν κι έρχεται η σύγκρουση. Στο τρίστρατο έχουμε τους δύο δρόμους όπου υπάρχει Θέση κι Αντίθεση και τον τρίτο δρόμο που υπάρχει Σύνθεση. Εδώ αναφαίνεται κι ο τυπικός μηχανισμός της διαλεκτικής σκέψης. Υπάρχει μια διαλεκτική εμμονή στη αρχαϊκή Ελλάδα με τον διθυραμβικό συμβολισμό του αριθμού “τρία”, αφού το ένα και το δύο ως αντίθετα περνώντας από την ίδια θύρα συντίθενται στο τρία. Στην αρχαιοελληνική λατρεία υπάρχουν παντού ιεροί τρίποδες.
Στο μέρος που διηγηθήκαμε ο μύθος παρουσιάζει έναν αλαζόνα βασιλιά στον οποίον η αλαζονεία έχει δημιουργήσει νοητική σύγχυση που έχει υβρίσει βιάζοντας έναν νέο. Αυτός είναι συγχρόνως κι ένας υπαινιγμός ενάντια στη βασιλεία και την τυραννία αλλά και υπαινιγμός υπέρ της δημοκρατίας, όπου όλοι είναι υπό κρίσιν και έλεγχο. Η παρέμβαση του Απόλλωνα δικαιολογείται, αφού αυτός είναι το πνεύμα του πολιτισμού και της καλοσύνης, αλλά συγχρόνως της οργής και της τιμωρίας. Δηλαδή ο Απόλλων ως αμφιπρόσωπος, η παρουσία του και οι επιταγές του είναι αμφίσημες και διθυραμβικές. Το τρίστρατο είναι διθυραμβικός συμβολισμός, αφού Οιδίπους και Λάιος ακολουθώντας το δρόμο τους, φτάνουν σε σημείο διασταύρωσης. Η διασταύρωση συμβολίζει το πέρασμα δύο αντιθέτων θυρών, τις οποίες μολονότι μπορούσαν να παρακάμψουν και να μην περάσουν το διθυραμβικό σημείο κρίσης, επειδή βρίσκονται σε αλαζονική σύγχυση το προσπερνούν κι έρχεται η σύγκρουση. Στο τρίστρατο έχουμε τους δύο δρόμους όπου υπάρχει Θέση κι Αντίθεση και τον τρίτο δρόμο που υπάρχει Σύνθεση. Εδώ αναφαίνεται κι ο τυπικός μηχανισμός της διαλεκτικής σκέψης. Υπάρχει μια διαλεκτική εμμονή στη αρχαϊκή Ελλάδα με τον διθυραμβικό συμβολισμό του αριθμού “τρία”, αφού το ένα και το δύο ως αντίθετα περνώντας από την ίδια θύρα συντίθενται στο τρία. Στην αρχαιοελληνική λατρεία υπάρχουν παντού ιεροί τρίποδες.
Η συνέχεια του μύθου βέβαια επιβεβαιώνει τη δύναμη του θεού που εκπροσωπεί το πρέπον δηλαδή αυτό που συμφωνεί με τη φύση. Ο αλαζόνας, που συνήθως είναι ένας ηγεμόνας, ένας βασιλιάς ή ένας τύραννος, ήδη από τη φύση του έχει ξεπεράσει το Μέτρο της σχέσης αγάπης-σεβασμού. Είναι αυτός που αναμένεται να υβρίσει. Το Μέτρο συνιστά τη σχέση ισορροπίας των εναντίων μέσα στη διθυραμβική αντίφαση.
Η τραγωδία είναι σχεδόν πάντα μια κατάσταση διαταραχής του αντιφατικού μέτρου που γεννά την αλαζονεία και τα επακόλουθά της. Τη συνέχεια τη γνωρίζουμε: ο Οιδίπους Γίνεται ήρωας της Θήβας, παντρεύεται τη βασίλισσα Ιοκάστη χωρίς να γνωρίζει ότι είναι η μητέρα του, κάνει τέσσερα παιδιά: Τον Ετεοκλή, τον Πολυνίκη, την Αντιγόνη και την Ισμήνη. Κάποια στιγμή πέφτει αρρώστια στην πόλη. Ο Τειρεσίας που καλείται να απαντήσει στο ερώτημα ποιος είναι ο καταραμένος και άρα ο υπαίτιος, υποδεικνύει τον Οιδίποδα. Ο Οιδίπους τυφλώνει τον εαυτό του και φεύγει σαν ζητιάνος γυρίζοντας στις πόλεις της Ελλάδας. Την εξουσία αναλαμβάνουν οι γιοι του Ετεοκλής και Πολυνίκης εκ περιτροπής, οι οποίοι συγκρούονται, γιατί ο ένας που βρισκόταν στην εξουσία αρνήθηκε να την παραδώσει στον αδελφό του όταν ήλθε η σειρά του. Έτσι ο άλλος εκστρατεύει ενάντια στη Θήβα και την πολιορκεί. Επειδή η μάχη ήταν αμφίρροπη, αποφασίστηκε να μονομαχήσουν τα δυο αδέλφια, που ως αποτέλεσμα σκοτώθηκαν και οι δυο. Ο θείος τους ο Κρέων και διεκδικητής του θρόνου, θάβει με τιμές τον ένα, ενώ τον άλλον αφήνει άταφο σαν προδότη. Δίνει εντολή ότι όποιος τον θάψει θα τιμωρηθεί με θάνατο. Η Αντιγόνη τον θάβει αψηφώντας τον νόμο των ανθρώπων κι υπακούοντας στο νόμο των θεών. Ο Κρέων για να μην την σκοτώνει ο ίδιος, την σφραγίζει ζωντανή σε μια σπηλιά. Δηλαδή υποπίπτει σε διπλή ύβρη: αφήνει άταφο τον νεκρό και θάβει την ζωντανή. Η Αντιγόνη αυτοκτονεί. Κι ο Αίμωνας ο αρραβωνιαστικός της και γιος του Κρέονα, που τρέχει να την σώσει, τη βρίσκει νεκρή κι αυτοκτονεί. Η μητέρα του μόλις βλέπει τον γιο της νεκρό αυτοκτονεί και ο Κρέων που καταφέρνει να είναι ο απόλυτος κυρίαρχος και νικητής ξεπερνώντας το Μέτρο, είναι κι ο μεγαλύτερος ηττημένος.
Η τραγωδία είναι σχεδόν πάντα μια κατάσταση διαταραχής του αντιφατικού μέτρου που γεννά την αλαζονεία και τα επακόλουθά της. Τη συνέχεια τη γνωρίζουμε: ο Οιδίπους Γίνεται ήρωας της Θήβας, παντρεύεται τη βασίλισσα Ιοκάστη χωρίς να γνωρίζει ότι είναι η μητέρα του, κάνει τέσσερα παιδιά: Τον Ετεοκλή, τον Πολυνίκη, την Αντιγόνη και την Ισμήνη. Κάποια στιγμή πέφτει αρρώστια στην πόλη. Ο Τειρεσίας που καλείται να απαντήσει στο ερώτημα ποιος είναι ο καταραμένος και άρα ο υπαίτιος, υποδεικνύει τον Οιδίποδα. Ο Οιδίπους τυφλώνει τον εαυτό του και φεύγει σαν ζητιάνος γυρίζοντας στις πόλεις της Ελλάδας. Την εξουσία αναλαμβάνουν οι γιοι του Ετεοκλής και Πολυνίκης εκ περιτροπής, οι οποίοι συγκρούονται, γιατί ο ένας που βρισκόταν στην εξουσία αρνήθηκε να την παραδώσει στον αδελφό του όταν ήλθε η σειρά του. Έτσι ο άλλος εκστρατεύει ενάντια στη Θήβα και την πολιορκεί. Επειδή η μάχη ήταν αμφίρροπη, αποφασίστηκε να μονομαχήσουν τα δυο αδέλφια, που ως αποτέλεσμα σκοτώθηκαν και οι δυο. Ο θείος τους ο Κρέων και διεκδικητής του θρόνου, θάβει με τιμές τον ένα, ενώ τον άλλον αφήνει άταφο σαν προδότη. Δίνει εντολή ότι όποιος τον θάψει θα τιμωρηθεί με θάνατο. Η Αντιγόνη τον θάβει αψηφώντας τον νόμο των ανθρώπων κι υπακούοντας στο νόμο των θεών. Ο Κρέων για να μην την σκοτώνει ο ίδιος, την σφραγίζει ζωντανή σε μια σπηλιά. Δηλαδή υποπίπτει σε διπλή ύβρη: αφήνει άταφο τον νεκρό και θάβει την ζωντανή. Η Αντιγόνη αυτοκτονεί. Κι ο Αίμωνας ο αρραβωνιαστικός της και γιος του Κρέονα, που τρέχει να την σώσει, τη βρίσκει νεκρή κι αυτοκτονεί. Η μητέρα του μόλις βλέπει τον γιο της νεκρό αυτοκτονεί και ο Κρέων που καταφέρνει να είναι ο απόλυτος κυρίαρχος και νικητής ξεπερνώντας το Μέτρο, είναι κι ο μεγαλύτερος ηττημένος.
Όλο αυτό το έργο περιστρέφεται γύρω από την αλαζονεία των ηγεμόνων, οι οποίοι έχουν υπερβεί το Μέτρο της αντιφατικής σχέσης του Ενός (του ηγέτη) ως προς τους Πολλούς (των υπηκόων). Η αντιφατική σχέση προϋποθέτει τα ενάντια να αλληλο-προεκτείνονται το ένα στο άλλο χωρίς ν’αφήνουν έσχατα απαραβίαστα περιθώρια μεταξύ τους, αφού το ένα γεννά το άλλο αλλά συγχρόνως το μάχεται κιόλας.
Ηγέτης υπάρχει επειδή υπάρχει υπήκοος και υπήκοος επειδή υπάρχει Ηγέτης. Το ένα ορίζει την ιδιότητα του άλλου. Δηλαδή το ένα γεννά το άλλο. Επειδή όμως όσο αγαθή κι αν είναι η σχέση τους, είναι και ανταγωνιστική, για να λειτουργήσουν υπάρχει το Μέτρο ισορροπίας. Το Μέτρο είναι ευμετάβλητο, αλλά ο σοφός ηγέτης το κρατά σε μια δυναμική ισορροπία. Όταν ο ηγέτης υβρίσει, διαταράσσει την ισορροπία κι έρχεται η σύγκρουση κι η καταστροφή αυτής της αντιφατικής σχέσης. Τη θέση της οποίας θα πάρει άλλη αντιφατική δυναμική ισορροπία. Ακόμα από τον νόμο της διαταραχής του Μέτρου αναδεικνύεται κι ο άλλος νόμος της διαλεκτικής: κάθε τι στο μέγιστο βαθμό του, μετατρέπεται στο αντίθετό του: Ο Κρέων ως απόλυτος νικητής και κυρίαρχος, είναι κι ο απόλυτα ηττημένος και δυστυχής.
Ηγέτης υπάρχει επειδή υπάρχει υπήκοος και υπήκοος επειδή υπάρχει Ηγέτης. Το ένα ορίζει την ιδιότητα του άλλου. Δηλαδή το ένα γεννά το άλλο. Επειδή όμως όσο αγαθή κι αν είναι η σχέση τους, είναι και ανταγωνιστική, για να λειτουργήσουν υπάρχει το Μέτρο ισορροπίας. Το Μέτρο είναι ευμετάβλητο, αλλά ο σοφός ηγέτης το κρατά σε μια δυναμική ισορροπία. Όταν ο ηγέτης υβρίσει, διαταράσσει την ισορροπία κι έρχεται η σύγκρουση κι η καταστροφή αυτής της αντιφατικής σχέσης. Τη θέση της οποίας θα πάρει άλλη αντιφατική δυναμική ισορροπία. Ακόμα από τον νόμο της διαταραχής του Μέτρου αναδεικνύεται κι ο άλλος νόμος της διαλεκτικής: κάθε τι στο μέγιστο βαθμό του, μετατρέπεται στο αντίθετό του: Ο Κρέων ως απόλυτος νικητής και κυρίαρχος, είναι κι ο απόλυτα ηττημένος και δυστυχής.
Όλο το δράμα λοιπόν από την αρχή ως το τέλος, δείχνει ότι: όποιος παραβιάζει το Μέτρο, ―το νόμο του θεού―, ο οποίος θεός για τους αρχαίους Έλληνες ήταν η Φύση και οι δυνάμεις της υβρίζει και η ύβρις φέρνει σύγκρουση. Στην περίπτωση αυτή, το κοινωνικό σύνολο περνά από δύο αντίθετες θύρες, τη θύρα της Τυραννίας και τη θύρα της Δημοκρατίας κι από κει αναμένεται το πέρασμα απ’την τρίτη θύρα (τη σύνθεση). Αν νικήσει ο Τύραννος έρχεται η καταστροφή ο Δήμος καταρρέει και άρα κυριαρχεί το Όλλυσθαι, αν νικήσει ο Δήμος κυριαρχεί το Γίγνεσθαι, όπου γεννιέται ένα νέο αντιφατικό Μέτρο. Βέβαια ακόμα κι όταν υπερισχύσει το Γίγνεσθαι ένα μέρος της σχέσης καταλύεται ακολουθώντας το δρόμο του Όλλυσθαι.
Σήμερα στους διαλεκτικούς συλλογισμούς μας, αναγνωρίζουμε μόνο το Γίγνεσθαι, οι προσωκρατικοί όμως που ήταν αληθινά διαλεκτικοί και σοφοί δεν ξεχνούσαν και το Όλλυσθαι. Ο κόσμος απ’τη μια γεννιέται κι απ’την άλλη πεθαίνει, ―συντίθεται-καταλυόμενος―, το Μέτρο λοιπόν που εκφράζει τον κόσμο δε μπορεί παρά να χαρακτηρίζεται από αντιφατικότητα. Από τη γενετική σχέση του Γίγνεσθαι και του Όλλυσθαι. Οι τραγωδίες που ενεπνεύθησαν απ’το μύθο του Οιδίποδα, ο λεγόμενος θηβαϊκός κύκλος, δεν μιλούν βέβαια για Δημοκρατία, οι Αθηναίοι όμως ήξεραν ότι το Όλλυσθαι που φέρνει η αλαζονεία των Τυράννων έχει ως αντίδοτο το Γίγνεσθαι της Δημοκρατίας.
Βλέπουμε λοιπόν ότι η τραγωδία ήταν ένα θέατρο στρατευμένο, αφού δίδασκε όχι μόνο γενικά κοινωνικό αλλά και πολιτικό ήθος.
Σήμερα στους διαλεκτικούς συλλογισμούς μας, αναγνωρίζουμε μόνο το Γίγνεσθαι, οι προσωκρατικοί όμως που ήταν αληθινά διαλεκτικοί και σοφοί δεν ξεχνούσαν και το Όλλυσθαι. Ο κόσμος απ’τη μια γεννιέται κι απ’την άλλη πεθαίνει, ―συντίθεται-καταλυόμενος―, το Μέτρο λοιπόν που εκφράζει τον κόσμο δε μπορεί παρά να χαρακτηρίζεται από αντιφατικότητα. Από τη γενετική σχέση του Γίγνεσθαι και του Όλλυσθαι. Οι τραγωδίες που ενεπνεύθησαν απ’το μύθο του Οιδίποδα, ο λεγόμενος θηβαϊκός κύκλος, δεν μιλούν βέβαια για Δημοκρατία, οι Αθηναίοι όμως ήξεραν ότι το Όλλυσθαι που φέρνει η αλαζονεία των Τυράννων έχει ως αντίδοτο το Γίγνεσθαι της Δημοκρατίας.
Βλέπουμε λοιπόν ότι η τραγωδία ήταν ένα θέατρο στρατευμένο, αφού δίδασκε όχι μόνο γενικά κοινωνικό αλλά και πολιτικό ήθος.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου