Η ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ από την Βικιπαίδια
ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ (Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια) Κριτική Ανάγνωση.
Επισήμανση: Οι προτάσεις του κειμένου υπό κρίσιν θα αναφαίνονται με αυτά τα στοιχεία, οι προτάσεις της κριτικής μ'αυτά, ενώ οι τονισμένες επισημάνσης μ'αυτά. Επίσης για να αποφύγω τη σύγχυση, χωρίζω το κείμενο σε έξη προτάσεις.
Α. Η λέξη διαλεκτική προέρχεται από την ελληνική λέξη διαλέγομαι, που σημαίνει διεξάγω συζήτηση. Στην αρχαιότητα με τη διαλεκτική εννοούσαν την τέχνη να φτάνει κανείς στην αλήθεια μέσω της σύγκρουσης αντιθέτων απόψεων, όπως στο σύνολο σχεδόν των Πλατωνικών έργων.
A. Αυτός ο ορισμός είναι έωλος για να στηριχτεί ένας τόσο σημαντικός φιλοσοφικός όρος. Αν ήταν έτσι, η διαλεκτική θα λεγόταν "διαλογική". Οι προσωκρατικοί που αναμφισβήτητα είναι οι πρώτοι και οι πιο συνεπείς "διαλεκτικοί", την διαλεκτική ονόμαζαν "Λόγο". (Στο Liddell και Scott, "διάλεκτος" είναι η γλώσσα, λαλουμένη έν τινι ιδιαιτέρω τύπω"). Ο Λόγος ήταν μια Διάλεκτος, της τρέχουσας γλώσσας, (μια ειδική γλώσσα μέσ'τη γλώσσα), δηλαδή μια ειδική λογικο-γλωσσική σύνταξη. Έτσι ο Λόγος, (η Διαλεκτική) είναι διαδικασία ειδικής λογικο-γλωσσικής σύνταξης, που προϋποθέτει την αλληλοδιείσδυση των αντιθέτων εννοιών και τελικά στην εσωτερική διείσδυση κάθε έννοιας μέσ'τον ίδιο της τον εαυτό, συνιστώντας αντιφατική ενότητα και σχέση. Δεν είναι λοιπόν απλά ο διάλογος αυτό που χαρακτηρίζει τη διαλεκτική σκέψη, αλλά οι μηχανισμοί της οι οποίοι γεννούν αντιφατικές ενότητες με Μέτρο. Όταν το Μέτρο σχέσης των σκελών της αντιφατικής ενότητας διαταράσσεται, αλλάζει μορφή η αντιφατική ενότητα και μεταλλάσσεται σε κάτι Άλλο.
Αυτό βέβαια δε θα είχε καμιά σημασία, αν μέσα στα όρια της διαλεκτικής οι συντάκτες αυτού του μικρού κειμένου μαζί με τη λεγόμενη πλατωνική διαλογική μέθοδο, περιελάμβαναν και την προσωκρατική διαλεκτική που είναι η αληθινή κι η αρχαιότερη. αφού είναι πλέον γενικά αποδεκτό ότι Διαλεκτική δεν είναι μόνον η διαλογική πλατωνική μέθοδος εξεύρεσης της αλήθειας δια του ορθολογισμού και της τυπικής λογικής, αλλά κι η αντίληψη που λαμβάνει υπόψιν ότι ο κόσμος και τα γεγονότα του είναι σε συνεχές καταλυτικο-συνθετικό γίγνεσθαι, το οποίο έχει ως γενεσιουργό στοιχείο την αντιφατικότητα, την οποία ο ορθολογισμός κι η τυπικότητά του, αλλά κι η πλατωνική ορθολογική μέθοδος απορρίπτουν ως αναληθή. Καταχρηστικά λοιπόν αναγκαζόμαστε να δεχτούμε την ύπαρξη δύο ειδών διαλεκτικών αντιλήψεων και μεθόδων για την κατανόηση και περιγραφή του κόσμου :
α. Η αντιθετική διαλεκτική, που δέχεται ότι ο κόσμος κι η λογικο-γλωσσική σύνταξη που τον περιγράφει συντίθεται από μια σειρά έσχατα αναλλοίωτα στοιχειώδη (γνώσιμα ή όχι), τα οποία αλληλεπιδρούν χωρίς να παραβιάζουν τα έσχατα όρια μεταξύ τους. Τα έσχατα στοιχειώδη που συνιστούν αυτό το οντολογικο-γλωσσικό σύστημα, δρώντας ως απόλυτοι όροι του, προϋποθέτουν λειτουργώντας από μια στιγμή και μετά την αέναη επανάληψη μιας πεπερασμένης, συγκεκριμένης, προδιαγεγραμμένης, σειράς παιγνίων. Αυτά θα μπορούσαν να ονομαστούν συνθετικά πρότυπα του τέλους, αφού βρίσκονται ιδεατά εκ των προτέρων στην αρχή περιμένοντας την πραγματοποίησή τους από τη λειτουργία σου συστήματος. Αυτός είναι ένας κόσμος ορθολογικής αντικειμενικότητας, κλειστός, τελεολογικός τετελεσμένος και πεπερασμένος που έχει όρια προκαθορισμένα, ως αποτέλεσμα των όρων του συστήματος λειτουργίας του. Δηλαδή αυτός ο κόσμος προϋποθέτει την ύπαρξη ενός παράλληλου κόσμου ιδεών, ο οποίος υπάρχει από τη στιγμή που ετέθησαν οι όροι του συστήματος και περιμένει να υλοποιηθεί από τη λειτουργία αυτού του συστήματος. Η αντιθετική "διαλεκτική", είναι ένας δυναμικός-διαφορικός ορθολογισμός, του οποίου το διαφορικό γίγνεσθαι σταματά στα όρια των αναλλοίωτων στοιχειωδών εσχάτων αυτού του αντιθετικού δυναμικού συστήματος.
β. Η αντιφατική διαλεκτική που δέχεται ότι ο κόσμος κι η λογικο-γλωσσική σύνταξη που τον περιγράφει είναι Όλον σε συνεχή εξέλιξη. Αυτό είναι δυνατόν αν αυτό δεν συντίθεται από έσχατα αναλλοίωτα στοιχειώδη, αλλά από αυτοαναιρούμενα-αντιφατικά, τα οποία καταλύονται-συντιθέμενα από στοιχειώδη κατώτερου επιπέδου κι αυτό επ'άπειρον, δηλαδή ως το έσχατο αντιφατικό επίπεδο του κόσμου, όπως το περιέγραψε ο Ζήνων: Για να υπάρχει κάτι πρέπει να έχει μέγεθος και μια απόσταση από κάποιο άλλο. Το ίδιο ισχύει και για το περιθώριο αναλόγως. Γιατί και αυτό πρέπει να έχει μέγεθος για να υπάρχει πάντα κάποια απόσταση μεταξύ τους. Θα το πω μια για πάντα: Είναι αδύνατο να υπάρξει έσχατο μέρος κάποιου, ούτε του σώματος ούτε του περιθωρίου. Επίσης τίποτα δεν μπορεί να υπάρξει από μόνο του. Έτσι αν υπάρχουν πολλά είναι ανάγκη να είναι συγχρόνως μικρά και μεγάλα. Τόσο μικρά που να μην έχουν μέγεθος, τόσο μεγάλα που να είναι απείρου μεγέθους. Έτσι εδώ ο Ζήνων περιγράφει το έσχατο επίπεδο του κόσμου, το ακίνητο και ακαριαίο, το Εν Δυνάμει Είναι που περιέχει όλα τα πρόσωπα του κόσμου και συγχρόνως κανένα, η αντιφατικότητα γυμνή, δηλαδή η υλικότητα. Το γίγνεσθαι που αναδύεται από αυτό το οντολογικο-γλωσσικό σύστημα είναι αληθινό και όχι φαινομενικό.
Β. Ο όρος επικράτησε διεθνώς ως Dialectic. Στην Αγγλία παλαιότερα ο όρος αυτός ήταν συνώνυμος της Λογικής όπως και εφαρμοζόταν στην τυπική συλλογιστική των εκάστοτε ρητόρων [εκκρεμεί παραπομπή].
Β. Ο όρος Διαλεκτική από την εποχή των μεσαιωνικών μοναστηριών και για αρκετούς αιώνες μετά, για την πλειονότητα των διανοητών συνέπιπτε με την Λογική και λογική θεωρείτο μόνον ο ορθολογισμός και η τυπικότητά του. Το παράδοξο όμως είναι ότι ακόμα κι εδώ στην Ελλάδα, το υπό κρίσιν κείμενο, παρουσιάζει τη διαλεκτική ως ορθολογική μέθοδο και όχι ως Λογική διαφορετική από τον Ορθολογισμό. Ως γνωστόν ο Ορθολογισμός θεωρεί την αντιφατικότητα αναληθή και προς αποφυγήν ενώ η Διαλεκτική θεωρεί την αντιφατικότητα γενεσιουργό.
Γ. Όμως ο όρος αυτός από την αρχαιότητα αναφέρεται ειδικότερα στη λογική αμφισβήτηση δηλαδή στην αρχική τέχνη του «διαλέγεσθαι» με ερωτήσεις και στη συνέχεια αποκρίσεις. Λέγεται ότι πρώτος που δημιούργησε και εξάσκησε την τέχνη αυτή ήταν ο Ζήνων ο Ελεάτης, και την οποία στη συνέχεια ανέπτυξε ο Πλάτων.
Γ. Οι ερωταποκρίσεις δεν είναι ένα τόσο σημαδιακό χαρακτηριστιστικό σε κάποια λογική μέθοδο, που να την αυτονομεί από κάθε άλλη Λογική και μάλιστα να της δίνει και το όνομα "Διαλεκτική". Εξάλλου κάθε είδους λογική διαδικασία, ακόμα κι αν δεν αναφαίνεται στην επιφάνεια της πρακτικής της, περιέχει έστω και "υποδόρια" ερωτήσεις κι αποκρίσεις. Αυτές μπορεί να μην αποτείνονται σε κάποιον συζητητή, αλλά ν'αποτείνονται στον ίδιο τον σκεπτόμενο λογικά άνθρωπο. Ακόμα και οι αρχές της Τυπικής Λογικής, ενώ φαίνονται "αξιώματα", είναι αποτέλεσμα εσωτερικής διαλογικής διαδικασίας. Π.χ. η Αρχή της Ταυτότητας, ως κατασταλαγμένη, δεν είναι κάποια αβασάνιστη αποδοχή. Ο Παρμενίδης, στην αποδοχή του Ηράκλειτου για την αντιφατικότητα του Είναι, των όντων και τη συνεχή εξέλιξη του κόσμου, έθεσε το εξής ερώτημα στον εαυτό του: Μπορεί το "Υπάρχειν" να περιέχει το Μη-Είναι; Και φυσικά απάντησε: το Μη-Είναι δεν μπορεί να υπάρξει, γιατί είναι η αντίφαση καθαυτή, άρα μόνο το Είναι υπάρχει. Στη συνέχεια ρώτησε: Είναι η αντιφατικότητα την οποία διαπιστώνουμε στο καθημερινό γίγνεσθαι αληθής; Και απάντησε: Επειδή η αντιφατικότητα χαρακτηρίζει μια κατάσταση που Είναι-ΜηΌντας, δεν είναι απόλυτα αληθής, γιατί περιέχει μέσα της το Μη-Είναι, που έχει λογικό καθήκον να μην υπάρχει. Κατέληξε λοιπόν στο συμπέρασμα ότι η Διαλεκτική που αντιλαμβάνεται τον κόσμο αντιφατικά και εν τω γίγνεσθαι αφορά τη φαινομενικότητα του κόσμου. Δηλαδή ενώ ο κόσμος φαίνεται ν'αλλάζει, στο βάθος του υπάρχει η αιώνια κι αταλάντευτη αλήθεια την οποία ο διανοητής ανακαλύπτει μέσω του Ορθολογισμού. Ο ορθολογισμός κατά την λειτουργία του πατά μόνο στο Είναι, ενώ παράλληλα απορρίπτει το Μη-Είναι και γι'αυτό κάθε αντίφαση που έστω κι εν μέρει το περιέχει. Έτσι γεννιέται η Αρχή της Μη-Αντίφασης, η οποία ως βάση των αναλυτικών και συνθετικών συγκριτικών διαδικασιών, αναρωτιέται για τις ομοιότητες ή τις ανομοιότητες των συγκρινομένων, κατατάσσοντάς τα σε κατηγορίες, αλλά προβλέποντας ακόμα και τη συμπεριφορά τους κατά τη διαδικασία των δυναμικών εξελίξεων. Επίσης ο Παρμενίδης τονίζει ότι επειδή μόνο το Είναι υπάρχει, το γίγνεσθαι και το όλλυσθαι είναι φαινομενικά που αληθινά δεν υπάρχουν. Έτσι ο κόσμος είναι σύστημα κλειστό, τετελεσμένο και πεπερασμένο και γι'αυτό που τίποτα δεν μπορεί να διαφύγει από τη νόηση, που είναι κι αυτή κατ'ανάγκη γεγραμμένη και συμπίπτει με το Είναι. Ο Ορθολογισμός λοιπόν μπορεί να δίνει έγκυρα αποτελέσματα και να οδηγεί αλάθητα τον ερευνητή και τον διανοούμενο προς την ανάλυση και τη σύνθεση. Ακόμα ο Παρμενίδης ασκώντας κριτική στην αντιφατικότητα της διαλεκτικής τονίζει: Η ταυτότητα δεν μπορεί να Είναι-ΜηΌντας, γι'αυτό πρέπει να αποφεύγουμε την αντιφατικότητα η οποία παρασύρει τη νόηση στη σύγχυση, αφού όποιοι τη χρησιμοποιούν δέχονται ότι όλα έχουν δύο όψεις, ενώ η μία δεν τους αρκεί. Τα αντίθετα βλέπουν ενωμένα και συγχρόνως χωριστά: το αιθέριο πυρ της φλόγας ίδιο και διάφορο από τον εαυτό του, να συμφωνεί διαφωνώντας με τον εαυτό του. Δηλαδή νύχτα σκοτεινή, πυκνό κουβάρι μπερδεμένο. Βλέπουμε λοιπόν ότι οι Αρχές της Τυπικής Λογικής που τις έχουμε δεχτεί ως αξιώματα, είναι αποτέλεσμα μιας σειράς ερωταποκρίσεων που έκανε ο Παρμενίδης στον εαυτό του, ασκώντας κριτική στην αντιφατικότητα της διαλεκτικής του Ηρακλείτου. Δεν υπάρχει λοιπόν λογική διαδικασία που να μην περιέχει φανερές ή κρυφές ερωταποκρίσεις. Ακόμα βλέπουμε τον ιδρυτή του συνειδητού ορθολογισμού να διαχωρίζει τη διαλεκτική του Ηρακλείτου από τον ορθολογισμό, όχι γιατί η διαλεκτική στηρίζεται στις ερωταποκρίσεις, αλλά γιατί θεωρεί την αντιφατικότητα βασικό της στοιχείο. Είναι φανερό ότι οι διανοητές που συνέταξαν αυτό το μικρό κείμενο περί διαλεκτικής, αποδέχονται την παρμενίδεια και αριστοτελική αντίληψη ότι η αντιφατικότητα είναι στοιχείο ψεύδους και προς αποφυγήν σε κάθε ορθή λογική διαδικασία.
Για να ολοκληρωθεί αυτή η πρόταση πρέπει ν'αναφέρω κάποια σημαδιακά αποσπάσματα των προσωκρατικών τα οποία μέσω της αντιφατικότητάς τους, αναδεικνύουν τη Διαλεκτική σκέψη, δηλαδή τη σκέψη του αληθινού και όχι του φαινομενικού γίγνεσθαι, χωρίς να ξεχνώ και τον απόμακρο συγγενή τους Λάο-Τσε:
1. Η μεγάλη ευθεία οφείλει να είναι κυρτή. Το μεγάλο τετράγωνο δεν έχει γωνίες. ΛΑΟ-ΤΣΕ.
2. Το σύμπαν είναι ένα, κινούμενο και άπειρο... Αρχή και στοιχείο του κόσμου και των όντων το άπειρο... Η αιτία της γένεσης δεν οφείλεται στην αλλοίωση ή μετατροπή των υπαρχόντων στοιχείων αλλά στον διάλογο των αντιθέτων... Επί πλέον όρισε ότι το άπειρο είναι η αέναη κίνηση που μέσα της συμβαίνει το γίγνεσθαι του κόσμου... επίσης ισχυρίζετο ότι τα ζώα κι οι άνθρωποι αρχικά γεννήθηκαν σε υγρό περιβάλλον με λέπια, ανάμεσα στα ψάρια. Όταν το περιβάλλον έγινε ξηρότερο απέβαλλαν τα λέπια και προσαρμόστηκαν στη ξηρά... ΑΝΑΞΙΜΑΝΔΡΟΣ.
3. Αυτόν τον κόσμο που είναι ίδιος για όλους δεν τον έφτιαξε ούτε θεός ούτε άνθρωπος, αλλά ήταν, είναι και θα είναι αείζωον πυρ που ανάβει-σβήνοντας με Μέτρο. 4. Όλα μετατρέπονται σε πυρ και το πυρ σε όλα, όπως τα εμπορεύματα σε χρυσό κι ο χρυσός σε εμπορεύματα. 5. Η περιστροφική κίνηση στον κοχλία έχει αποτέλεσμα την ευθεία. 6. Στον ίδιο ποταμό μπαίνουμε και δεν μπαίνουμε, είμαστε και δεν είμαστε. 7. Την ίδια ουσία δεν ξαναγγίζουμε, γιατί όλα αλλάζουν βίαια και γρήγορα, καταλύονται συντιθέμενα, Είναι-ΜηΌντας. ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ.
8. Αν ένα σώμα κινείται ευθύγραμμα και ομαλά στο σύμπαν κάποια στιγμή θα επιστρέψει στη θέση που ξεκίνησε. ΑΪΝΣΤΑΪΝ.
9. Ο κύκλος είναι πολύγωνο απείρων γωνιών. Σύγχρονη Γεωμετρία.
Κατά τον Αναξίμανδρο, άπειρο είναι το μέγα που περιέχει τα πάντα ποσοτικά, αλλά συγχρόνως είναι και το μικρό, το στοιχειώδες, που ως αντιφατικό και σε συνεχές γίγνεσθαι, είναι το εν δυνάμει ποιοτικό άπειρο.
Κατά τον Ηράκλειτο ο κόσμος είναι αυθύπαρκτος και διατηρείται στη ζωή από τις συνεχείς εναλλαγές του αείζωου πυρός, που με τα σημερινά δεδομένα είναι η ενέργεια. Η ενέργεια (πυρ) μετατρέπεται σε όλα και όλα μετατρέπονται σε ενέργεια. Μετά 2500 χρόνια ένας άλλος μεγαλοφυής, ο Αϊνστάιν, διατύπωσε μαθηματικά το Μέτρο αυτής της σχέσης: ε=mc τετράγωνο. Τα πάντα λοιπόν μετατρέπονται σε πυρ και το πυρ σε όλα. Δηλαδή όλα καταλύονται-συντιθέμενα από πυρ (ενέργεια) και αυτή η διαδικασία πραγματοποιείται με τον τρόπο του κοχλία. Τα στοιχειώδη ενεργείας που είναι σε συνεχή κίνηση, περνώντας από κάθε γεγονός το κάνουν πραγματικότητα συνθέτοντάς το και φεύγοντας απ'αυτό το καταλύουν συγχρόνως. Δηλαδή η συνεχής ροή-αντιρροή των "πυριδίων" (των κβάντα ενεργείας) από συγκεκριμένες θέσεις, συνιστούν την συνεχή καταλυτική-συνθετότητα των όντων με διαφορετικό Μέτρο σε κάθε ένα. Περνώντας και φεύγοντας αυτά τα πυρίδια απ'τη θέση, ταξιδεύουν αλληλεπιδρώντας με τ'άλλα όντα στο σύμπαν και κάποτε γυρίζουν πίσω στη θέση που ξεκίνησαν διαφοροποιημένα, επαληθεύοντας κι αλλάζοντας το γεγονός από το οποίο ξεκίνησαν. Επειδή το σύμπαν του Αναξίμανδρου και του Ηράκλειτου είναι άπειρο-πεπερασμένο*, η διαδρομή των πυριδίων (κβάντα ενεργείας) δεν απόλυτα κυκλική, αλλά πυκνή ελικοειδώς σπειροειδής. Έτσι δεν επαληθεύουν το γεγονός που ξεκίνησαν ως απόλυτα ίδιο και στην ίδια απολύτως θέση, αλλά το επαληθεύουν-διαψευδοντάς το λίγο πιο κει και λίγο διαφορετικό, έτσι αυτό κινείται-αλλάζοντας κιόλας (Είναι-μηΌντας, Άλλο-Αλλού). Γι'αυτό ο Ζήνων, ο οποίος αντίθετα με τον δάσκαλό του Παρμενίδη, αποδέχεται το γίγνεσθαι και τη συνεχή αλλαγή της ταυτότητας του κινουμένου, ισχυρίζεται ότι: "το κινούμενο δεν κινείται ούτε στον τόπο που βρίσκεται ούτε στον τόπο που δε βρίσκεται". Δηλαδή κινείται μέσα στον εαυτό του όντας εν τω γίγνεσθαι. *Το άπειρο των προσωκρατικών δεν είναι απλά το απόλυτα μεγάλο που περιέχει τα πάντα μέσα του, αλλά κυρίως είναι το μικρό το πεπερασμένο που είναι συγχρόνως άπειρο στην εξέλιξή του. Αφού αν ήταν απόλυτα άπειρο θα ήταν τετελεσμένο και γι'αυτό πεπερασμένο.
Ακόμα ο Ζήνων με τα παράδοξα της κίνησης που πρότεινε, υπονόμευσε τις αρχές της τυπικής λογικής, αφού η χρήση τους στα παραδείγματά του κατέληγαν σε λογικές αντινομίες. Απεδείκνυε λοιπόν ορθολογικά ότι μια ουσία ξεκινώντας από κάποιο υποθετικό σημείο Α και κινούμενη προς κάποιο σημείο Β, δεν μπορεί να φτάσει στον προορισμό της, αφού η συνεχής τομή της πορείας της στη μέση, μολονότι δεν αντίκειται στον ορθολογισμό, το απαγορεύει. Άφηνε λοιπόν να εννοηθεί ότι ο τρόπος που αντιλαμβάνεται ο ορθολογισμός το πράγμα, τον χώρο, τον χρόνο και την κίνηση δεν είναι σωστός. Επίσης ο Ζήνων για τη κίνηση ενός σώματος έλεγε το εξής αίνιγμα: το κινούμενο δεν κινείται ούτε στον τόπο που βρίσκεται ούτε στον τόπο που δεν βρίσκεται. Απ'αυτό συνάγουμε πως ο Ζήνων εννοούσε ότι για να επιτύχει αυτή τη μετακίνηση μια ουσία, καταλύεται-συντιθέμενη, Είναι-ΜηΌντας κι έτσι κινείται μέσ'τον εαυτό της μετακινούμενη κιόλας. Μ'αυτό τον τρόπο δηλαδή κάνοντας συνεχή άλματα μετατροπής της Ταυτότητάς της, θα μπορούσε να φτάσει το στόχο. Ο Αριστοτέλης, ενοχλημένος από την αποδόμηση του ορθολογισμού και της τυπικότητάς από τον Ζήνωνα και θεωρώντας τη διαλεκτική σοφιστική τέχνη, επικριτικά ονόμασε τον Ζήνωνα πατέρα της διαλεκτικής.
Λέει ο μεγάλος επιστήμονας Μπώμ: ...στην κβαντομηχανική, η θεωρία του πεδίου περιγράφει την κίνηση των στοιχειωδών σωματίων ως δημιουργία καταστροφή τους. Έτσι αν ένα ηλεκτρόνιο υποστεί σκέδαση από την πορεία του, αυτό το περιστατικό περιγράφεται ως καταστροφή αυτού του ηλεκτρονίου και δημιουργία άλλου που κινείται σε άλλη κατεύθυνση. Ακόμα στην παράσταση του πεδίου κίνησης ενός ελευθέρου σωματίου διαπιστώνεται ότι η κίνησή τους περιγράφεται ως μια σειρά καταστροφής-δημιουργίας που έχει αποτέλεσμα τη συνεχή αλλαγή του κινουμένου σωματίου. Τα κβαντικά σωμάτια δεν διατηρούν συνεχώς της ταυτότητά τους. Αυτό βέβαια που ο Μπωμ είδε στα εργαστήρια το ακούσαμε κι από τον Ηράκλειτο ο οποίος έφτασε εκεί μόνο με τη διαλεκτική του σκέψη: Την ίδια ουσία δεν ξαναγγίζουμε γιατί όλα αλλάζουν βίαια και γρήγορα, καταλύονται-συντιθέμενα, Είναι-ΜηΌντας.
Δ. Στους νεότερους χρόνους εκείνος που εφάρμοσε την Διαλεκτική ήταν ο Καντ και ειδικότερα στη μελέτη των αντιφάσεων που ανακύπτουν όταν χρησιμοποιούνται αρχές της εμπειρικής γνώσης πέρα όμως από τα όρια της εμπειρίας. Αλλά και ο Χέγκελ εφάρμοσε τη Διαλεκτική στη διαδικασία όμως εκείνη με την οποία οι όποιες αντιφάσεις καταργούνται (καταλύονται) από κάποιο ανώτερο επίπεδο αλήθειας. Η τελευταία αυτή εγελιανή διαδικασία (όπως γενικότερα καθιερώθηκε και έγινε αποδεκτή) είναι εκείνη που κατευθύνει τελικά την ατομική σκέψη όσο και την παγκόσμια ιστορία, σύμφωνα πάντα με το σχήμα (ακολουθία): «Θέση» - «Αντίθεση» - «Σύνθεση». Με βάση αυτή ερεύνησε και επέκτεινε ο Μαρξ τον διαλεκτικό υλισμό. Και αυτή τη διαδικασία ακολουθούν σήμερα όλες οι Επιστήμες στην πρόοδο της γνώσης, κυρίως στις συνεδριακές παρουσιάσεις.
Δ. Εδώ πάλι φαίνεται ότι οι συντάκτες αυτού του μικρού κειμένου παρουσιάζουν τον Καντ ως εκπρόσωπο της διαλεκτικής, ενώ αυτός είναι ο κύριος εκπρόσωπος του σύγχρονου ορθολογισμού και της τυπικότητάς του. Όσο για τον Χέγκελ, τον θεωρούν διαλεκτικό όταν, κατά τη συνήθειά του, αναλύει την αντιφατικότητα σε αντιθετικότητα μετατρέποντας τη διαλεκτική σε δυναμικό ορθολογισμό. Το σχήμα "θέση"-"αντίθεση"-"σύνθεση" είναι ακριβώς αυτό τη σημείο όπου ο Χέγκελ συμβιβάζει τη διαλεκτική με τον ορθολογισμό, προτείνοντας τελικά, αντί της διαλεκτικής, ένα είδος δυναμικού-διαφορικού ορθολογισμό. Η διαλεκτική που δέχεται ως γενεσιουργό την αντιφατικότητα, δηλαδή δέχεται την καταλυτική-συνθετότητα των όντων και του κόσμου, πρέπει να εκφράζεται ως αρνητική-καταφατικότητα. Η ανάλυσή της σε "Θέση", δηλαδή κατάφαση από τη μια, και "Αντίθεση", άρνηση από την άλλη, τη μετατρέπει σε ορθολογισμό. Από κει και πέρα, για να υπάρχουν αληθινά αντίθετα έχουν στο βάθος της ύπαρξής τους κάποιον έσχατο αναλλοίωτο πυρήνα και το γίγνεσθαι που έχει ως αποτέλεσμα η αλληλεπίδρασή τους είναι φαινομενικό. Αυτό ακριβώς αποδέχεται και ο Παρμενίδης που είναι ο δημιουργός του συνειδητού ορθολογισμού και όχι ο Ηράκλειτος που είναι ο δημιουργός της συνειδητής διαλεκτικής.
Οι συντάκτες αυτού του κειμένου δεν μπορούν, μιλώντας για διαλεκτική, να προσπερνούν αδιάφορα την ύπαρξη του Ηράκλειτου γιατί είναι γιγάντιος.
Ζ. Βάση του δυτικού μεσαιωνικού πολιτισμού αποτέλεσαν οι επτά ελευθέριες τέχνες, που χωρίστηκαν στο εισαγωγικό "Trivium" και στο "Quadrivium". Στο "Trivium" ανήκουν η γραμματική, η διαλεκτική και η ρητορική. Στο "Quadrivium" η αριθμητική, η γεωμετρία, η αστρονομία και η μουσική.
Ζ. Είναι περίεργο σε ένα κείμενο περί διαλεκτικής να παραλείπονται οι προσωκρατικοί γίγαντες του είδους και να αναφέρονται τα καμώματα των μεσαιωνικών μοναστηριών, λες κι εκεί γεννήθηκε ο πολιτισμός. Η λέξη μεσαίωνας δεν ταιριάζει καθόλου με τη λέξη πολιτισμός και μάλιστα με τη λέξη διαλεκτική. Όταν εμφανίζεται η λέξη "μεσαίωνας" σε κάποιο κείμενο, οι πολιτισμένοι ανατριχιάζουν από αποστροφή. Εκεί ο ορθολογισμός του Αριστοτέλη μετετράπει σε εργαλείο οπισθοδρόμησης και τρόμου. Και φυσικά όταν μιλούσαν για "διαλεκτική", θα εννοούσαν κάποιο σκοτεινό νοητικό εργαλείο που απέρρεε από τον πιο ανελαστικό ορθολογισμό. Έναν τέτοιο ορθολογισμό που χρησιμοποιούσαν στις ανακρίσεις της Ιεράς Εξέτασης.
Επισήμανση: Οι προτάσεις του κειμένου υπό κρίσιν θα αναφαίνονται με αυτά τα στοιχεία, οι προτάσεις της κριτικής μ'αυτά, ενώ οι τονισμένες επισημάνσης μ'αυτά. Επίσης για να αποφύγω τη σύγχυση, χωρίζω το κείμενο σε έξη προτάσεις.
Α. Η λέξη διαλεκτική προέρχεται από την ελληνική λέξη διαλέγομαι, που σημαίνει διεξάγω συζήτηση. Στην αρχαιότητα με τη διαλεκτική εννοούσαν την τέχνη να φτάνει κανείς στην αλήθεια μέσω της σύγκρουσης αντιθέτων απόψεων, όπως στο σύνολο σχεδόν των Πλατωνικών έργων.
A. Αυτός ο ορισμός είναι έωλος για να στηριχτεί ένας τόσο σημαντικός φιλοσοφικός όρος. Αν ήταν έτσι, η διαλεκτική θα λεγόταν "διαλογική". Οι προσωκρατικοί που αναμφισβήτητα είναι οι πρώτοι και οι πιο συνεπείς "διαλεκτικοί", την διαλεκτική ονόμαζαν "Λόγο". (Στο Liddell και Scott, "διάλεκτος" είναι η γλώσσα, λαλουμένη έν τινι ιδιαιτέρω τύπω"). Ο Λόγος ήταν μια Διάλεκτος, της τρέχουσας γλώσσας, (μια ειδική γλώσσα μέσ'τη γλώσσα), δηλαδή μια ειδική λογικο-γλωσσική σύνταξη. Έτσι ο Λόγος, (η Διαλεκτική) είναι διαδικασία ειδικής λογικο-γλωσσικής σύνταξης, που προϋποθέτει την αλληλοδιείσδυση των αντιθέτων εννοιών και τελικά στην εσωτερική διείσδυση κάθε έννοιας μέσ'τον ίδιο της τον εαυτό, συνιστώντας αντιφατική ενότητα και σχέση. Δεν είναι λοιπόν απλά ο διάλογος αυτό που χαρακτηρίζει τη διαλεκτική σκέψη, αλλά οι μηχανισμοί της οι οποίοι γεννούν αντιφατικές ενότητες με Μέτρο. Όταν το Μέτρο σχέσης των σκελών της αντιφατικής ενότητας διαταράσσεται, αλλάζει μορφή η αντιφατική ενότητα και μεταλλάσσεται σε κάτι Άλλο.
Αυτό βέβαια δε θα είχε καμιά σημασία, αν μέσα στα όρια της διαλεκτικής οι συντάκτες αυτού του μικρού κειμένου μαζί με τη λεγόμενη πλατωνική διαλογική μέθοδο, περιελάμβαναν και την προσωκρατική διαλεκτική που είναι η αληθινή κι η αρχαιότερη. αφού είναι πλέον γενικά αποδεκτό ότι Διαλεκτική δεν είναι μόνον η διαλογική πλατωνική μέθοδος εξεύρεσης της αλήθειας δια του ορθολογισμού και της τυπικής λογικής, αλλά κι η αντίληψη που λαμβάνει υπόψιν ότι ο κόσμος και τα γεγονότα του είναι σε συνεχές καταλυτικο-συνθετικό γίγνεσθαι, το οποίο έχει ως γενεσιουργό στοιχείο την αντιφατικότητα, την οποία ο ορθολογισμός κι η τυπικότητά του, αλλά κι η πλατωνική ορθολογική μέθοδος απορρίπτουν ως αναληθή. Καταχρηστικά λοιπόν αναγκαζόμαστε να δεχτούμε την ύπαρξη δύο ειδών διαλεκτικών αντιλήψεων και μεθόδων για την κατανόηση και περιγραφή του κόσμου :
α. Η αντιθετική διαλεκτική, που δέχεται ότι ο κόσμος κι η λογικο-γλωσσική σύνταξη που τον περιγράφει συντίθεται από μια σειρά έσχατα αναλλοίωτα στοιχειώδη (γνώσιμα ή όχι), τα οποία αλληλεπιδρούν χωρίς να παραβιάζουν τα έσχατα όρια μεταξύ τους. Τα έσχατα στοιχειώδη που συνιστούν αυτό το οντολογικο-γλωσσικό σύστημα, δρώντας ως απόλυτοι όροι του, προϋποθέτουν λειτουργώντας από μια στιγμή και μετά την αέναη επανάληψη μιας πεπερασμένης, συγκεκριμένης, προδιαγεγραμμένης, σειράς παιγνίων. Αυτά θα μπορούσαν να ονομαστούν συνθετικά πρότυπα του τέλους, αφού βρίσκονται ιδεατά εκ των προτέρων στην αρχή περιμένοντας την πραγματοποίησή τους από τη λειτουργία σου συστήματος. Αυτός είναι ένας κόσμος ορθολογικής αντικειμενικότητας, κλειστός, τελεολογικός τετελεσμένος και πεπερασμένος που έχει όρια προκαθορισμένα, ως αποτέλεσμα των όρων του συστήματος λειτουργίας του. Δηλαδή αυτός ο κόσμος προϋποθέτει την ύπαρξη ενός παράλληλου κόσμου ιδεών, ο οποίος υπάρχει από τη στιγμή που ετέθησαν οι όροι του συστήματος και περιμένει να υλοποιηθεί από τη λειτουργία αυτού του συστήματος. Η αντιθετική "διαλεκτική", είναι ένας δυναμικός-διαφορικός ορθολογισμός, του οποίου το διαφορικό γίγνεσθαι σταματά στα όρια των αναλλοίωτων στοιχειωδών εσχάτων αυτού του αντιθετικού δυναμικού συστήματος.
β. Η αντιφατική διαλεκτική που δέχεται ότι ο κόσμος κι η λογικο-γλωσσική σύνταξη που τον περιγράφει είναι Όλον σε συνεχή εξέλιξη. Αυτό είναι δυνατόν αν αυτό δεν συντίθεται από έσχατα αναλλοίωτα στοιχειώδη, αλλά από αυτοαναιρούμενα-αντιφατικά, τα οποία καταλύονται-συντιθέμενα από στοιχειώδη κατώτερου επιπέδου κι αυτό επ'άπειρον, δηλαδή ως το έσχατο αντιφατικό επίπεδο του κόσμου, όπως το περιέγραψε ο Ζήνων: Για να υπάρχει κάτι πρέπει να έχει μέγεθος και μια απόσταση από κάποιο άλλο. Το ίδιο ισχύει και για το περιθώριο αναλόγως. Γιατί και αυτό πρέπει να έχει μέγεθος για να υπάρχει πάντα κάποια απόσταση μεταξύ τους. Θα το πω μια για πάντα: Είναι αδύνατο να υπάρξει έσχατο μέρος κάποιου, ούτε του σώματος ούτε του περιθωρίου. Επίσης τίποτα δεν μπορεί να υπάρξει από μόνο του. Έτσι αν υπάρχουν πολλά είναι ανάγκη να είναι συγχρόνως μικρά και μεγάλα. Τόσο μικρά που να μην έχουν μέγεθος, τόσο μεγάλα που να είναι απείρου μεγέθους. Έτσι εδώ ο Ζήνων περιγράφει το έσχατο επίπεδο του κόσμου, το ακίνητο και ακαριαίο, το Εν Δυνάμει Είναι που περιέχει όλα τα πρόσωπα του κόσμου και συγχρόνως κανένα, η αντιφατικότητα γυμνή, δηλαδή η υλικότητα. Το γίγνεσθαι που αναδύεται από αυτό το οντολογικο-γλωσσικό σύστημα είναι αληθινό και όχι φαινομενικό.
Β. Ο όρος επικράτησε διεθνώς ως Dialectic. Στην Αγγλία παλαιότερα ο όρος αυτός ήταν συνώνυμος της Λογικής όπως και εφαρμοζόταν στην τυπική συλλογιστική των εκάστοτε ρητόρων [εκκρεμεί παραπομπή].
Β. Ο όρος Διαλεκτική από την εποχή των μεσαιωνικών μοναστηριών και για αρκετούς αιώνες μετά, για την πλειονότητα των διανοητών συνέπιπτε με την Λογική και λογική θεωρείτο μόνον ο ορθολογισμός και η τυπικότητά του. Το παράδοξο όμως είναι ότι ακόμα κι εδώ στην Ελλάδα, το υπό κρίσιν κείμενο, παρουσιάζει τη διαλεκτική ως ορθολογική μέθοδο και όχι ως Λογική διαφορετική από τον Ορθολογισμό. Ως γνωστόν ο Ορθολογισμός θεωρεί την αντιφατικότητα αναληθή και προς αποφυγήν ενώ η Διαλεκτική θεωρεί την αντιφατικότητα γενεσιουργό.
Γ. Όμως ο όρος αυτός από την αρχαιότητα αναφέρεται ειδικότερα στη λογική αμφισβήτηση δηλαδή στην αρχική τέχνη του «διαλέγεσθαι» με ερωτήσεις και στη συνέχεια αποκρίσεις. Λέγεται ότι πρώτος που δημιούργησε και εξάσκησε την τέχνη αυτή ήταν ο Ζήνων ο Ελεάτης, και την οποία στη συνέχεια ανέπτυξε ο Πλάτων.
Γ. Οι ερωταποκρίσεις δεν είναι ένα τόσο σημαδιακό χαρακτηριστιστικό σε κάποια λογική μέθοδο, που να την αυτονομεί από κάθε άλλη Λογική και μάλιστα να της δίνει και το όνομα "Διαλεκτική". Εξάλλου κάθε είδους λογική διαδικασία, ακόμα κι αν δεν αναφαίνεται στην επιφάνεια της πρακτικής της, περιέχει έστω και "υποδόρια" ερωτήσεις κι αποκρίσεις. Αυτές μπορεί να μην αποτείνονται σε κάποιον συζητητή, αλλά ν'αποτείνονται στον ίδιο τον σκεπτόμενο λογικά άνθρωπο. Ακόμα και οι αρχές της Τυπικής Λογικής, ενώ φαίνονται "αξιώματα", είναι αποτέλεσμα εσωτερικής διαλογικής διαδικασίας. Π.χ. η Αρχή της Ταυτότητας, ως κατασταλαγμένη, δεν είναι κάποια αβασάνιστη αποδοχή. Ο Παρμενίδης, στην αποδοχή του Ηράκλειτου για την αντιφατικότητα του Είναι, των όντων και τη συνεχή εξέλιξη του κόσμου, έθεσε το εξής ερώτημα στον εαυτό του: Μπορεί το "Υπάρχειν" να περιέχει το Μη-Είναι; Και φυσικά απάντησε: το Μη-Είναι δεν μπορεί να υπάρξει, γιατί είναι η αντίφαση καθαυτή, άρα μόνο το Είναι υπάρχει. Στη συνέχεια ρώτησε: Είναι η αντιφατικότητα την οποία διαπιστώνουμε στο καθημερινό γίγνεσθαι αληθής; Και απάντησε: Επειδή η αντιφατικότητα χαρακτηρίζει μια κατάσταση που Είναι-ΜηΌντας, δεν είναι απόλυτα αληθής, γιατί περιέχει μέσα της το Μη-Είναι, που έχει λογικό καθήκον να μην υπάρχει. Κατέληξε λοιπόν στο συμπέρασμα ότι η Διαλεκτική που αντιλαμβάνεται τον κόσμο αντιφατικά και εν τω γίγνεσθαι αφορά τη φαινομενικότητα του κόσμου. Δηλαδή ενώ ο κόσμος φαίνεται ν'αλλάζει, στο βάθος του υπάρχει η αιώνια κι αταλάντευτη αλήθεια την οποία ο διανοητής ανακαλύπτει μέσω του Ορθολογισμού. Ο ορθολογισμός κατά την λειτουργία του πατά μόνο στο Είναι, ενώ παράλληλα απορρίπτει το Μη-Είναι και γι'αυτό κάθε αντίφαση που έστω κι εν μέρει το περιέχει. Έτσι γεννιέται η Αρχή της Μη-Αντίφασης, η οποία ως βάση των αναλυτικών και συνθετικών συγκριτικών διαδικασιών, αναρωτιέται για τις ομοιότητες ή τις ανομοιότητες των συγκρινομένων, κατατάσσοντάς τα σε κατηγορίες, αλλά προβλέποντας ακόμα και τη συμπεριφορά τους κατά τη διαδικασία των δυναμικών εξελίξεων. Επίσης ο Παρμενίδης τονίζει ότι επειδή μόνο το Είναι υπάρχει, το γίγνεσθαι και το όλλυσθαι είναι φαινομενικά που αληθινά δεν υπάρχουν. Έτσι ο κόσμος είναι σύστημα κλειστό, τετελεσμένο και πεπερασμένο και γι'αυτό που τίποτα δεν μπορεί να διαφύγει από τη νόηση, που είναι κι αυτή κατ'ανάγκη γεγραμμένη και συμπίπτει με το Είναι. Ο Ορθολογισμός λοιπόν μπορεί να δίνει έγκυρα αποτελέσματα και να οδηγεί αλάθητα τον ερευνητή και τον διανοούμενο προς την ανάλυση και τη σύνθεση. Ακόμα ο Παρμενίδης ασκώντας κριτική στην αντιφατικότητα της διαλεκτικής τονίζει: Η ταυτότητα δεν μπορεί να Είναι-ΜηΌντας, γι'αυτό πρέπει να αποφεύγουμε την αντιφατικότητα η οποία παρασύρει τη νόηση στη σύγχυση, αφού όποιοι τη χρησιμοποιούν δέχονται ότι όλα έχουν δύο όψεις, ενώ η μία δεν τους αρκεί. Τα αντίθετα βλέπουν ενωμένα και συγχρόνως χωριστά: το αιθέριο πυρ της φλόγας ίδιο και διάφορο από τον εαυτό του, να συμφωνεί διαφωνώντας με τον εαυτό του. Δηλαδή νύχτα σκοτεινή, πυκνό κουβάρι μπερδεμένο. Βλέπουμε λοιπόν ότι οι Αρχές της Τυπικής Λογικής που τις έχουμε δεχτεί ως αξιώματα, είναι αποτέλεσμα μιας σειράς ερωταποκρίσεων που έκανε ο Παρμενίδης στον εαυτό του, ασκώντας κριτική στην αντιφατικότητα της διαλεκτικής του Ηρακλείτου. Δεν υπάρχει λοιπόν λογική διαδικασία που να μην περιέχει φανερές ή κρυφές ερωταποκρίσεις. Ακόμα βλέπουμε τον ιδρυτή του συνειδητού ορθολογισμού να διαχωρίζει τη διαλεκτική του Ηρακλείτου από τον ορθολογισμό, όχι γιατί η διαλεκτική στηρίζεται στις ερωταποκρίσεις, αλλά γιατί θεωρεί την αντιφατικότητα βασικό της στοιχείο. Είναι φανερό ότι οι διανοητές που συνέταξαν αυτό το μικρό κείμενο περί διαλεκτικής, αποδέχονται την παρμενίδεια και αριστοτελική αντίληψη ότι η αντιφατικότητα είναι στοιχείο ψεύδους και προς αποφυγήν σε κάθε ορθή λογική διαδικασία.
Για να ολοκληρωθεί αυτή η πρόταση πρέπει ν'αναφέρω κάποια σημαδιακά αποσπάσματα των προσωκρατικών τα οποία μέσω της αντιφατικότητάς τους, αναδεικνύουν τη Διαλεκτική σκέψη, δηλαδή τη σκέψη του αληθινού και όχι του φαινομενικού γίγνεσθαι, χωρίς να ξεχνώ και τον απόμακρο συγγενή τους Λάο-Τσε:
1. Η μεγάλη ευθεία οφείλει να είναι κυρτή. Το μεγάλο τετράγωνο δεν έχει γωνίες. ΛΑΟ-ΤΣΕ.
2. Το σύμπαν είναι ένα, κινούμενο και άπειρο... Αρχή και στοιχείο του κόσμου και των όντων το άπειρο... Η αιτία της γένεσης δεν οφείλεται στην αλλοίωση ή μετατροπή των υπαρχόντων στοιχείων αλλά στον διάλογο των αντιθέτων... Επί πλέον όρισε ότι το άπειρο είναι η αέναη κίνηση που μέσα της συμβαίνει το γίγνεσθαι του κόσμου... επίσης ισχυρίζετο ότι τα ζώα κι οι άνθρωποι αρχικά γεννήθηκαν σε υγρό περιβάλλον με λέπια, ανάμεσα στα ψάρια. Όταν το περιβάλλον έγινε ξηρότερο απέβαλλαν τα λέπια και προσαρμόστηκαν στη ξηρά... ΑΝΑΞΙΜΑΝΔΡΟΣ.
3. Αυτόν τον κόσμο που είναι ίδιος για όλους δεν τον έφτιαξε ούτε θεός ούτε άνθρωπος, αλλά ήταν, είναι και θα είναι αείζωον πυρ που ανάβει-σβήνοντας με Μέτρο. 4. Όλα μετατρέπονται σε πυρ και το πυρ σε όλα, όπως τα εμπορεύματα σε χρυσό κι ο χρυσός σε εμπορεύματα. 5. Η περιστροφική κίνηση στον κοχλία έχει αποτέλεσμα την ευθεία. 6. Στον ίδιο ποταμό μπαίνουμε και δεν μπαίνουμε, είμαστε και δεν είμαστε. 7. Την ίδια ουσία δεν ξαναγγίζουμε, γιατί όλα αλλάζουν βίαια και γρήγορα, καταλύονται συντιθέμενα, Είναι-ΜηΌντας. ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ.
8. Αν ένα σώμα κινείται ευθύγραμμα και ομαλά στο σύμπαν κάποια στιγμή θα επιστρέψει στη θέση που ξεκίνησε. ΑΪΝΣΤΑΪΝ.
9. Ο κύκλος είναι πολύγωνο απείρων γωνιών. Σύγχρονη Γεωμετρία.
Κατά τον Αναξίμανδρο, άπειρο είναι το μέγα που περιέχει τα πάντα ποσοτικά, αλλά συγχρόνως είναι και το μικρό, το στοιχειώδες, που ως αντιφατικό και σε συνεχές γίγνεσθαι, είναι το εν δυνάμει ποιοτικό άπειρο.
Κατά τον Ηράκλειτο ο κόσμος είναι αυθύπαρκτος και διατηρείται στη ζωή από τις συνεχείς εναλλαγές του αείζωου πυρός, που με τα σημερινά δεδομένα είναι η ενέργεια. Η ενέργεια (πυρ) μετατρέπεται σε όλα και όλα μετατρέπονται σε ενέργεια. Μετά 2500 χρόνια ένας άλλος μεγαλοφυής, ο Αϊνστάιν, διατύπωσε μαθηματικά το Μέτρο αυτής της σχέσης: ε=mc τετράγωνο. Τα πάντα λοιπόν μετατρέπονται σε πυρ και το πυρ σε όλα. Δηλαδή όλα καταλύονται-συντιθέμενα από πυρ (ενέργεια) και αυτή η διαδικασία πραγματοποιείται με τον τρόπο του κοχλία. Τα στοιχειώδη ενεργείας που είναι σε συνεχή κίνηση, περνώντας από κάθε γεγονός το κάνουν πραγματικότητα συνθέτοντάς το και φεύγοντας απ'αυτό το καταλύουν συγχρόνως. Δηλαδή η συνεχής ροή-αντιρροή των "πυριδίων" (των κβάντα ενεργείας) από συγκεκριμένες θέσεις, συνιστούν την συνεχή καταλυτική-συνθετότητα των όντων με διαφορετικό Μέτρο σε κάθε ένα. Περνώντας και φεύγοντας αυτά τα πυρίδια απ'τη θέση, ταξιδεύουν αλληλεπιδρώντας με τ'άλλα όντα στο σύμπαν και κάποτε γυρίζουν πίσω στη θέση που ξεκίνησαν διαφοροποιημένα, επαληθεύοντας κι αλλάζοντας το γεγονός από το οποίο ξεκίνησαν. Επειδή το σύμπαν του Αναξίμανδρου και του Ηράκλειτου είναι άπειρο-πεπερασμένο*, η διαδρομή των πυριδίων (κβάντα ενεργείας) δεν απόλυτα κυκλική, αλλά πυκνή ελικοειδώς σπειροειδής. Έτσι δεν επαληθεύουν το γεγονός που ξεκίνησαν ως απόλυτα ίδιο και στην ίδια απολύτως θέση, αλλά το επαληθεύουν-διαψευδοντάς το λίγο πιο κει και λίγο διαφορετικό, έτσι αυτό κινείται-αλλάζοντας κιόλας (Είναι-μηΌντας, Άλλο-Αλλού). Γι'αυτό ο Ζήνων, ο οποίος αντίθετα με τον δάσκαλό του Παρμενίδη, αποδέχεται το γίγνεσθαι και τη συνεχή αλλαγή της ταυτότητας του κινουμένου, ισχυρίζεται ότι: "το κινούμενο δεν κινείται ούτε στον τόπο που βρίσκεται ούτε στον τόπο που δε βρίσκεται". Δηλαδή κινείται μέσα στον εαυτό του όντας εν τω γίγνεσθαι. *Το άπειρο των προσωκρατικών δεν είναι απλά το απόλυτα μεγάλο που περιέχει τα πάντα μέσα του, αλλά κυρίως είναι το μικρό το πεπερασμένο που είναι συγχρόνως άπειρο στην εξέλιξή του. Αφού αν ήταν απόλυτα άπειρο θα ήταν τετελεσμένο και γι'αυτό πεπερασμένο.
Ακόμα ο Ζήνων με τα παράδοξα της κίνησης που πρότεινε, υπονόμευσε τις αρχές της τυπικής λογικής, αφού η χρήση τους στα παραδείγματά του κατέληγαν σε λογικές αντινομίες. Απεδείκνυε λοιπόν ορθολογικά ότι μια ουσία ξεκινώντας από κάποιο υποθετικό σημείο Α και κινούμενη προς κάποιο σημείο Β, δεν μπορεί να φτάσει στον προορισμό της, αφού η συνεχής τομή της πορείας της στη μέση, μολονότι δεν αντίκειται στον ορθολογισμό, το απαγορεύει. Άφηνε λοιπόν να εννοηθεί ότι ο τρόπος που αντιλαμβάνεται ο ορθολογισμός το πράγμα, τον χώρο, τον χρόνο και την κίνηση δεν είναι σωστός. Επίσης ο Ζήνων για τη κίνηση ενός σώματος έλεγε το εξής αίνιγμα: το κινούμενο δεν κινείται ούτε στον τόπο που βρίσκεται ούτε στον τόπο που δεν βρίσκεται. Απ'αυτό συνάγουμε πως ο Ζήνων εννοούσε ότι για να επιτύχει αυτή τη μετακίνηση μια ουσία, καταλύεται-συντιθέμενη, Είναι-ΜηΌντας κι έτσι κινείται μέσ'τον εαυτό της μετακινούμενη κιόλας. Μ'αυτό τον τρόπο δηλαδή κάνοντας συνεχή άλματα μετατροπής της Ταυτότητάς της, θα μπορούσε να φτάσει το στόχο. Ο Αριστοτέλης, ενοχλημένος από την αποδόμηση του ορθολογισμού και της τυπικότητάς από τον Ζήνωνα και θεωρώντας τη διαλεκτική σοφιστική τέχνη, επικριτικά ονόμασε τον Ζήνωνα πατέρα της διαλεκτικής.
Λέει ο μεγάλος επιστήμονας Μπώμ: ...στην κβαντομηχανική, η θεωρία του πεδίου περιγράφει την κίνηση των στοιχειωδών σωματίων ως δημιουργία καταστροφή τους. Έτσι αν ένα ηλεκτρόνιο υποστεί σκέδαση από την πορεία του, αυτό το περιστατικό περιγράφεται ως καταστροφή αυτού του ηλεκτρονίου και δημιουργία άλλου που κινείται σε άλλη κατεύθυνση. Ακόμα στην παράσταση του πεδίου κίνησης ενός ελευθέρου σωματίου διαπιστώνεται ότι η κίνησή τους περιγράφεται ως μια σειρά καταστροφής-δημιουργίας που έχει αποτέλεσμα τη συνεχή αλλαγή του κινουμένου σωματίου. Τα κβαντικά σωμάτια δεν διατηρούν συνεχώς της ταυτότητά τους. Αυτό βέβαια που ο Μπωμ είδε στα εργαστήρια το ακούσαμε κι από τον Ηράκλειτο ο οποίος έφτασε εκεί μόνο με τη διαλεκτική του σκέψη: Την ίδια ουσία δεν ξαναγγίζουμε γιατί όλα αλλάζουν βίαια και γρήγορα, καταλύονται-συντιθέμενα, Είναι-ΜηΌντας.
Δ. Στους νεότερους χρόνους εκείνος που εφάρμοσε την Διαλεκτική ήταν ο Καντ και ειδικότερα στη μελέτη των αντιφάσεων που ανακύπτουν όταν χρησιμοποιούνται αρχές της εμπειρικής γνώσης πέρα όμως από τα όρια της εμπειρίας. Αλλά και ο Χέγκελ εφάρμοσε τη Διαλεκτική στη διαδικασία όμως εκείνη με την οποία οι όποιες αντιφάσεις καταργούνται (καταλύονται) από κάποιο ανώτερο επίπεδο αλήθειας. Η τελευταία αυτή εγελιανή διαδικασία (όπως γενικότερα καθιερώθηκε και έγινε αποδεκτή) είναι εκείνη που κατευθύνει τελικά την ατομική σκέψη όσο και την παγκόσμια ιστορία, σύμφωνα πάντα με το σχήμα (ακολουθία): «Θέση» - «Αντίθεση» - «Σύνθεση». Με βάση αυτή ερεύνησε και επέκτεινε ο Μαρξ τον διαλεκτικό υλισμό. Και αυτή τη διαδικασία ακολουθούν σήμερα όλες οι Επιστήμες στην πρόοδο της γνώσης, κυρίως στις συνεδριακές παρουσιάσεις.
Δ. Εδώ πάλι φαίνεται ότι οι συντάκτες αυτού του μικρού κειμένου παρουσιάζουν τον Καντ ως εκπρόσωπο της διαλεκτικής, ενώ αυτός είναι ο κύριος εκπρόσωπος του σύγχρονου ορθολογισμού και της τυπικότητάς του. Όσο για τον Χέγκελ, τον θεωρούν διαλεκτικό όταν, κατά τη συνήθειά του, αναλύει την αντιφατικότητα σε αντιθετικότητα μετατρέποντας τη διαλεκτική σε δυναμικό ορθολογισμό. Το σχήμα "θέση"-"αντίθεση"-"σύνθεση" είναι ακριβώς αυτό τη σημείο όπου ο Χέγκελ συμβιβάζει τη διαλεκτική με τον ορθολογισμό, προτείνοντας τελικά, αντί της διαλεκτικής, ένα είδος δυναμικού-διαφορικού ορθολογισμό. Η διαλεκτική που δέχεται ως γενεσιουργό την αντιφατικότητα, δηλαδή δέχεται την καταλυτική-συνθετότητα των όντων και του κόσμου, πρέπει να εκφράζεται ως αρνητική-καταφατικότητα. Η ανάλυσή της σε "Θέση", δηλαδή κατάφαση από τη μια, και "Αντίθεση", άρνηση από την άλλη, τη μετατρέπει σε ορθολογισμό. Από κει και πέρα, για να υπάρχουν αληθινά αντίθετα έχουν στο βάθος της ύπαρξής τους κάποιον έσχατο αναλλοίωτο πυρήνα και το γίγνεσθαι που έχει ως αποτέλεσμα η αλληλεπίδρασή τους είναι φαινομενικό. Αυτό ακριβώς αποδέχεται και ο Παρμενίδης που είναι ο δημιουργός του συνειδητού ορθολογισμού και όχι ο Ηράκλειτος που είναι ο δημιουργός της συνειδητής διαλεκτικής.
Οι συντάκτες αυτού του κειμένου δεν μπορούν, μιλώντας για διαλεκτική, να προσπερνούν αδιάφορα την ύπαρξη του Ηράκλειτου γιατί είναι γιγάντιος.
Ζ. Βάση του δυτικού μεσαιωνικού πολιτισμού αποτέλεσαν οι επτά ελευθέριες τέχνες, που χωρίστηκαν στο εισαγωγικό "Trivium" και στο "Quadrivium". Στο "Trivium" ανήκουν η γραμματική, η διαλεκτική και η ρητορική. Στο "Quadrivium" η αριθμητική, η γεωμετρία, η αστρονομία και η μουσική.
Ζ. Είναι περίεργο σε ένα κείμενο περί διαλεκτικής να παραλείπονται οι προσωκρατικοί γίγαντες του είδους και να αναφέρονται τα καμώματα των μεσαιωνικών μοναστηριών, λες κι εκεί γεννήθηκε ο πολιτισμός. Η λέξη μεσαίωνας δεν ταιριάζει καθόλου με τη λέξη πολιτισμός και μάλιστα με τη λέξη διαλεκτική. Όταν εμφανίζεται η λέξη "μεσαίωνας" σε κάποιο κείμενο, οι πολιτισμένοι ανατριχιάζουν από αποστροφή. Εκεί ο ορθολογισμός του Αριστοτέλη μετετράπει σε εργαλείο οπισθοδρόμησης και τρόμου. Και φυσικά όταν μιλούσαν για "διαλεκτική", θα εννοούσαν κάποιο σκοτεινό νοητικό εργαλείο που απέρρεε από τον πιο ανελαστικό ορθολογισμό. Έναν τέτοιο ορθολογισμό που χρησιμοποιούσαν στις ανακρίσεις της Ιεράς Εξέτασης.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου