Η ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΤΗΣ ΠΟΡΝΕΙΑΣ


Η ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΤΗΣ ΠΟΡΝΕΙΑΣ

Όταν ανοίγεται ένας διάλογος περί σοσιαλισμού και ειδικά για την διαβίωση των ανθρώπων εκεί, σχεδόν πάντα κάποιος απ’τους συνομιλητές θα υπενθυμίσει ότι στις σοσιαλιστικές χώρες υπήρχαν νέες που έκαναν έρωτα για ένα μπλουτζίν ή άλλα είδη πολυτελείας. Αυτό ενώ για τον υποστηρικτή του σοσιαλισμού φαίνεται αποστομωτικό, πραγματικά θα μπορούσε να είναι στοιχείο υπεράσπισης.
      Επειδή ο σοσιαλισμός είναι μια κατάσταση μεταβατική από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό, έτσι είναι φυσικό όλες οι αδυναμίες του καπιταλισμού, όπως ο εγωισμός, η ματαιοδοξία, η κερδοσκοπία, η σπατάλη, η καταστροφή του περιβάλλοντος, η δίψα για πολυτέλεια, η απάτη κ.λπ. να υπάρχουν στις παρυφές του σοσιαλιστικού γίγνεσθαι.
     Στην περίπτωση λοιπόν του “μπλουτζίν” μπορούν να κατηγορηθούν τα σοσιαλιστικά καθεστώτα ότι δεν κατάφεραν να ανεβάσουν το πολιτιστικό επίπεδο όλου του λαού, ώστε κάποιοι να μην λαχταράνε το”μπλουτζίν” σε βαθμό που να εκδίδονται. Αν όμως ο σοσιαλισμός είχε φτάσει σε πολιτισμικό επίπεδο που κανείς δεν λαχταρά την πολυτέλεια, πιθανόν να έχει ήδη φτάσει στον κομμουνισμό, όπου η ύπαρξη της ματαιοδοξίας, της ανοησίας και του εγωισμού, θα ήταν ασυμβίβαστες μ’αυτό το κοινωνικό γίγνεσθαι.
    Το μπλουτζίν λοιπόν κι άλλα φανταχτερά ή ανόητα προϊόντα πολυτελείας που στις σοσιαλιστικές χώρες δεν παράγοντο και γι’αυτό δεν διατίθεντο στην “αγορά”, (για να μην επιβαρυνθεί η εργασία με την παραγωγή άχρηστων προϊόντων και οι πολίτες να δουλεύουν περισσότερες ώρες), είναι κάτι που θεωρείτο πολύτιμο γι’αυτούς που το λαχταρούσαν.   Εκεί το ιδεατό κόστος της πολυτέλειας είναι τεράστιο.   Έτσι τα άτομα που εκπορνεύονται γι’αυτό δεν το κάνουν από έλλειψη ειδών είδη πρώτης ανάγκης, κάτι που θα ήταν επιβαρυντικό για μια σοσιαλιστική χώρα, ούτε για το ευκαταφρόνητο ποσό της αγοραίας συνεύρεσης, όπως στα καταγώγια της καπιταλιστικής φτώχειας, αλλά από δίψα πολυτέλειας και ματαιοδοξία.
     Η έννοια της πορνείας λοιπόν είναι πολυσήμαντη και η χρήση της στις σύγχρονες γλώσσες, έχει κατά πολύ αλλάξει. Έτσι η συζήτηση για τη διερεύνηση της “διαλεκτικής της πορνείας” θ’απαιτούσε μιαν εκ νέου διαλογική ανάλυση της έννοιας κι ίσως ένα νέον ορισμό.
     Για να μπορέσουμε όμως να φτάσουμε στα θεμέλια αυτής της έννοιας, πρέπει να θέσουμε κάποια ερωτήματα: Α. Είναι άραγε η γενετήσια ορμή βδελυρή ή μικρότερης σημασίας απ’την πείνα, την ένδυση, την ασφάλεια, την κατοικία, την αξιοπρέπεια και τα άλλα “αγαθά” διαβίωσης; Β. Είναι άραγε η διάθεση τροφίμων, ρουχισμού ή κλίνης έναντι αμοιβής διαφορετικής σημασίας από τη διάθεση ερωτικών περιπτύξεων έναντι αμοιβής; Δηλαδή είναι η πώληση της σεξουαλικής πράξης βδελυρή ενώ του φαγητού ή του ύπνου όχι;
     Επειδή σήμερα δεν ζούμε στον μεσαίωνα ούτε υπό την πολιτιστική δικτατορία του παπά ή του μουλά, είναι κοινή αίσθηση ότι η σεξουαλική πράξη δεν είναι βδελυρή, άρα η “βδελυρότητα” που την μετατρέπει σε πορνεία συνίσταται στο ότι προσφέρεται έναντι χρηματικής αμοιβής. Δηλαδή το Χρήμα είναι που την κάνει βδελυρή και άρα πορνεία. Το ίδιο όμως θα μπορούσε να ισχύει για τη διάθεση έναντι αμοιβής και για όλα τα προϊόντα πρώτης ανάγκης. Όποιος δεν τα διαθέτει, είναι υποχρεωμένος να πληρώσει στον έμπορο για την απόκτησή τους.  Επειδή λοιπόν ο έμπορος διαθέτει ένα μέρος της ζωής του επί πληρωμή σ’αυτή τη δραστηριότητα γιατί να μη θεωρείται πόρνη;   Αλλά για να αποκτήσει κάποιος τα χρήματα και να μπορέσει να γίνει πελάτης του εμπόρου πρέπει να προσφέρει μέρος του εαυτού τους έναντι αμοιβής (να πουληθεί).  Δηλαδή να εκπορνευτεί δουλεύοντας οκτώ ώρες, που είναι το μισό του ενσυνείδητου βίου του, αφού το ένα τρίτο κοιμάται για ν’αντλήσει δύναμη για ζωή, αλλά και για δουλεία.
     Η πόρνη προσφέρει το κορμί της ή σημείο του κορμιού της για ένα προσυμφωνημένο μικρό χρονικό διάστημα, έναντι μιας προσυμφωνημένης αμοιβής. Η εργάτρια προσφέρει για επίπονη εργασία όλο το σώμα της (ακόμα την προσοχή της δηλαδή και το μυαλό της) για προσυμφωνημένο χρόνο οκτώ ωρών ημερησίως, με την ίδια περίπου αμοιβή μιας συνεύρεσης της πόρνης με πελάτη.  Επίσης η πόρνη μ’αυτή τη συναλλαγή τελειώνει χωρίς άλλες υποχρεώσεις. Δηλαδή αν επισκεφτεί τον πελάτη στο σπίτι του, αυτός δεν την αναγκάζει να μαγειρέψει ή να σφουγγαρίσει κιόλας, ενώ η εργάτρια που έχει ήδη “εκπορνευθεί” πουλώντας το κορμί της για την παραγωγή προϊόντων, αν έχει την κατάρα να είναι ευπαρουσίαστη, δέχεται συνεχώς ήπιες ή έντονες σεξουαλικές πιέσεις ή ακόμα και σεξουαλικούς εκβιασμούς από του ανωτέρους της, ανάλογα με τις ανάγκες της ή την αδυναμία της να βρει αλλού δουλειά. Κάτι που ο νόμος απαγορεύει αλλά που δεν μπορεί να αποδειχθεί για να βρει το δίκιο της.

Άραγε η δυστυχισμένη εγκαταλελημένη μητέρα παιδιών που δεν μπορεί να τα ζήσει, όταν κάτω από την πίεση της ανάγκης και τη βοήθεια έωλου ερωτικού συντρόφου ή “φίλου”, της προταθεί η “λύση” της προσφοράς έναντι αμοιβής, αυτού το οποίο προσέφερε από ευχαρίστηση και που ακολουθείτο συχνά από διάφορα άχρηστα δώρα, με την αποδοχή της χρηματικής αμοιβής μετατρέπεται σε πόρνη;
     Άραγε τι είναι η κοπέλα που ως εργαζόμενη, με αντάλλαγμα να μη χάσει τη θέση της ή την προσδοκία ανώτερης θέσης στη μισθολογική κλίμακα, ενδίδει στις σεξουαλικές απαιτήσεις των ανωτέρων της; Είναι ή δεν είναι πόρνη; Ή μήπως γίνεται πόρνη όταν σε κάθε συνεύρεση με το αφεντικό ή τον ανώτερό της θεωρήσει ότι θα ήταν καλύτερα να πληρώνεται για τη συνεύρεση χωρίς τουλάχιστον να δουλεύει στην παραγωγή κιόλας;
     Άραγε είναι πόρνη η πλούσια κυρία που φοράει τη γούνα ολόγυμνη εσωτερικά και πηγαίνει σε κάποια “στέκια” έναντι χρηματικής αμοιβής, όχι από ανάγκη, αλλά από ιδιοτροπία;  Επίσης έχει γίνει κατά καιρούς συζήτηση για διακεκριμένα άτομα που εκδίδοντο σε ισχυρούς για να τους ανοίγουν δρόμους επιτυχίας ή επειδή τους διέγειρε η όλη σκοτεινή διαδικασία του εκδίδεσθαι.
     Από αυτό βγαίνει το συμπέρασμα ότι υπάρχει η πορνεία εξ ανάγκης, η πορνεία ως επικερδές επάγγελμα και η πορνεία ως διαστροφή.  Επίσης, κατά τον προηγούμενο υπαινιγμό, πόρνη ή πόρνος δεν είναι μόνον αυτός που απλά πληρώνεται για την σεξουαλική προσφορά του, αλλά κι αυτός που προσφέρει ως αντάλλαγμα το σώμα, το πνεύμα, αλλά και τις δεξιότητές του για ν’ αναρριχηθεί σε αξιώματα τα οποία τελικά και αυτά μεταφράζονται σε χρήμα και δύναμη. Δηλαδή ο επιστάτης, ο διευθυντής, ο γραμματέας, ο δημοσιογράφος, ο πολιτικός, ο γιατρός, ο επιστήμονας, ο δικαστής, ο στρατιωτικός, ο κληρικός κλπ. οι οποίοι προσφέρουν υπηρεσίες έναντι αμοιβής και κοινωνικής διάκρισης σε υψηλά ιστάμενα άτομα ή σε οργανισμούς που είναι όλοι μαζί εξαρτημένοι. (Μέσα στα επαγγέλματα περιέλαβα και λειτουργήματα όπως του γιατρού, για να δείξω ότι κι αυτά όταν η προσφορά τους είναι εξαρτημένη από κάποιον  οικονομικό οργανισμό, ο εργαζόμενος εκπορνεύεται από τις οικονομικές σχέσεις και τις εκβιαστικές πιέσεις της διοίκησης, παραβλέποντας αρκετές φορές το καθήκον του για το οικονομικό συμφέρον του οργανισμού. Επίσης ακόμα κι όταν η προσφορά του είναι ανεξάρτητη, δηλαδή ασκεί το επάγγελμα του γιατρού, εκπορνεύεται από το οικονομικό αντάλλαγμα που έχει ως αποτέλεσμα η σχέση του με τους πελάτες. Δηλαδή εκπορνεύεται εμπορευόμενος το λειτούργημά του, για να αποκτήσει χρήματα, να εκπορνευτεί στα καταστήματα για να αποκτήσει τα αναγκαία για να ζήσει).

Γενικά πορνεία είναι η όλη διαδικασία της προσφοράς του ανθρώπινου σώματος και πνεύματος επί πληρωμή για αλλότρια εξυπηρέτηση, συμφέρον ή αλλότρια ακολασία. Επειδή όμως το οικονομικό συμφέρον, όπως και κάθε συμφέρον μεταφράζεται τελικά σε χρήμα, συμπίπτει πάντα με κάποιου είδους “ακολασία”. Αυτό γιατί κάθε προσφορά επί πληρωμή έχουσα σχεδόν πάντα ως σκοπό κι αποτέλεσμα το κέρδος, με την υπεραξία υπερβαίνει την προσφορά του εργασιακού ανταλλάγματος, έχοντας έτσι αποτέλεσμα την κλοπή και τον εκβιασμό. Το αφεντικό εκβιάζει την ανάγκη, την αδυναμία και την ανέχεια του ανθρώπου, εκπορνεύοντας τον στη έμμισθη δουλεία και στη συνέχεια κλέβει και την υπεραξία της δουλειάς του.   Επίσης κανείς διακεκριμένος, όπως ο επιστήμονας, ο γιατρός, ο διευθυντής, ο στρατηγός κλπ δεν μπορεί να έχει ως άλλοθι εκπόρνευσης τις ανάγκες του, αφού οι μισθοί τους είναι πολλαπλάσιοι από αυτούς των εργατών.
      Είναι βέβαιο ότι κάθε είδους πορνεία είναι αμάρτημα, δηλαδή αστοχία στην αρμονία των κοινωνικών σχέσεων, αφού η προσφορά δεν είναι αγαπητική αλλά φαρμακωμένη από το συμφέρον, τη συναλλαγή, την εκμετάλλευση της ανάγκης και τον εκβιασμό που πατά στην ανισότητα.   Με λίγα λόγια η πορνεία είναι γενικά σύμφυτη με την εμπορική συναλλαγή, δηλαδή με τον καπιταλισμό. Όμως στο στάδιο του νεοφιλελευθερισμού, ο άνθρωπος οδηγείται βίαια στην καταναγκαστική πορνεία. Εκεί κάθε τι μετατρέπεται βίαια σε εμπόρευμα και ό,τι δεν μπορεί να γίνει εμπόρευμα, όπως ο αληθινός πολιτισμός κι η αληθινή τέχνη, ποδοπατάται παραδειγματικά με περιφρόνηση.
      Ακόμα, στα ελεύθερα μικρο-επαγγέλματα, (εξαρτώμενα από τις απόλυτα ελεγχόμενες πρώτες ύλες), περιορίζεται η ελευθερία επιλογής και η ανεξαρτησία παραγωγής. Οι μικρές αγροτικές παραγωγικές δραστηριότητες, ελέγχονται απόλυτα από την παραγωγή, το εμπόριο και τη χρήση των μεταλλαγμένων φυτών ή σπόρων. Η εκπόρνευση μέσω της χρήσης των μεταλλαγμένων σπόρων, συμβαδίζει και με τον εκβιασμό της διασπορά μικροβίων που πλήττουν τις φυσικές καλλιέργειες, ενώ οι μεταλλαγμένες είναι από τη δημιουργία τους ανθεκτικές στα συγκεκριμένα μικρόβια. Έτσι αναφαίνεται και η εκπόρνευση της επιστήμης και των επιστημόνων, οι οποίοι αντί να υπηρετούν το λαό, υποτάσσονται για το προσωπικό κέρδος, στις καταστροφικές για το περιβάλλον και τη φύση, κερδοσκοπικές απαιτήσεις των μονοπωλίων.
    Με τον ίδιο τρόπο λειτουργεί και το αστικό κοινοβούλιο: Ο ιμπεριαλισμός, δια των λεγομένων “μέσων ενημέρωσης”,  προωθεί δικά του πρόσωπα ή ευάλωτα στο χρήμα και τον εκβιασμό, για να είναι ελεγχόμενα και να αμοίβονται ανάλογα για τις υπηρεσίες τους.  Ενώ αυτοί που αντιδρούν κινούμενοι μέσα σε ιδεολογικά πλαίσια, δυσφημίζονται, απαξιώνονται και παραμερίζονται.

Η εκπόρνευση στους κόλπους του καπιταλιστικού συστήματος είναι ο κανόνας, αφού το σύστημα,  θέλοντας και μη, είναι από τη φύση του αργυρώνητο.   Εκείνο όμως που εκπλήσσει εκτός από την εκπόρνευση στο χρήμα των εκπροσώπων του λαού οι οποίοι αναλαμβάνουν με το αζημίωτο να σώζουν το λαό, είναι η εκπόρνευση της ιερής του θεού πίστης. Όλοι οι εκπρόσωποι του θεού επί της γης εκτελούν τα καθήκοντά τους με μισθό, που μάλιστα είναι ανάλογος με την ιεραρχία. Υπάρχουν χιλιάδες άνθρωποι που κοιμούνται στο δρόμο και ψαχουλεύουν, φανερά ή κρυφά τα σκουπίδια, ενώ οι περισσότεροι εκπρόσωποι του θεού είναι σαν βαρέλια.    Οι εκκλησιαστικοί βέβαια προσεύχονται για τους πτωχούς και κάνοντας έτσι το χριστιανικό καθήκον τους, μπορούν μετά να καταναλώνουν τεράστιες ποσότητες φαγητού και προϊόντα πολυτελείας κρυφά ή φανερά. Αυτοί λοιπόν πουλάνε θρησκεία, κι εκπορνεύουν έτσι τον ίδιο το θεό, ανταλλάσσοντας το “προϊόν” της πίστης των ανθρώπων σ’ αυτόν έναντι αμοιβής.
    Οι μόνοι που προσφέρουν τις “υπηρεσίες” τους χωρίς αντάλλαγμα εκπόρνευσης είναι οι λαϊκοί αγωνιστές, οι οποίοι μάλιστα όχι μόνο πληρώνουν για την προσφορά τους, αλλά πολλές φορές δίνουν και τη ζωή τους.
                                       Από τα πάρα πάνω συνάγεται ότι:
          Ο νεοφιλελευθερισμός είναι ένας παγκόσμιος και νόμιμος οίκος ανοχής.

Τίθεται λοιπόν το ερώτημα: δεν πρέπει να δουλεύουμε για να μην εκπορνευτούμε αλλά να πεθάνουμε από την πείνα;  Όχι βέβαια! Επειδή είμαστε εχέφρονες άνθρωποι κι επειδή ο τρόπος ζωής που μας επιβάλλεται βίαια από τον νεοφιλελευθερισμό είναι καθαυτός απάνθρωπος, αναξιοπρεπής και πόρνος, αυτοί που θεωρούν τον εαυτό τους άνθρωπο με όλη την έννοια της λέξης, πρέπει να συμφωνήσουν δημοκρατικά μεταξύ τους για έναν άλλο τρόπο αξιοπρεπή.  Αυτός πρέπει να είναι κατ’ανάγκη ένα είδος δημοκρατικής εξουσίας που να απορρέει από το λαό και όπου ο ίδιος ο λαός να συμμετέχει σε όλες τις λειτουργίες της.
     Αυτό το κοινωνικό σύστημα λέγεται λαϊκο-δημοκρατική εξουσία, που κάποιοι από μας το γνωρίζουν όπως πρέπει να είναι, άλλοι όπως λανθασμένα εφαρμόστηκε κι άλλοι όπως λανθασμένα τους πληροφόρησαν ότι είναι. Γι’αυτό πρέπει περιληπτικά ν’αναφέρω τη διαλεκτική του διάταξη.  Επειδή όμως μιλάμε για τη διαλεκτική της πορνείας, πρέπει να επισημάνουμε και τα στοιχεία παρανόησης κι απαξίωσης της έννοιας της διαλεκτικής, η οποία είναι κακοποιημένη, από φίλους, εχθρούς και άγιους πατέρες.

Με την απλούστερη οριοθέτηση ότι “η διαλεκτική είναι η λογική που αντιλαμβάνεται τον κόσμο σε κίνηση”, ενώ “ο ορθολογισμός και η τυπικότητά του είναι η λογική που αντιλαμβάνεται τον κόσμο σε ακινησία”, δημιουργείται σύγχυση. Η σύγχυση αυτή δομείται σιγά-σιγά μέσα στο σώμα της λογικής, όσο εξελίσσεται και περιπλέκεται η χρήση της.   
      Πολλοί διακεκριμένοι διανοητές μολονότι ισχυρίζονται ότι είναι διαλεκτικοί δεν κάνουν βήμα χωρίς τη χρήση της τυπικής λογικής, ενώ αντίθετα διανοητές που ισχυρίζονται ότι είναι ορθολογιστές, βλέπουν τον κόσμο ή τις διάφορες προς έρευνα καταστάσεις εν τω γίγνεσθαι.  Αυτό βέβαια δεν είναι παράδοξο, αφού κατά τη διάρκεια των αιώνων, δημιουργήθηκε μια συλλογική αντίληψη περί λογικής, η οποία είναι μάλλον ένας αγοραίος συγκερασμός ορθολογισμού και διαλεκτικής. Διανοητές και επιστήμονες λοιπόν χρησιμοποιούν αυθόρμητα κι από συνήθεια αυτή τη συγκερασμένη λογική, η οποία ενώ βλέπει τον κόσμο σε εξέλιξη, τον στατικοποιεί για να τον εκτιμήσει. Έτσι υποπίπτουν σε διγλωσσία που σ'οριακές καταστάσεις γεννά παράδοξα κι αντινομίες.
     Μολονότι αυτή η συζήτηση είναι πολύ μεγάλη, πρέπει συνοπτικά να τεθούν κάποια όρια διευκρίνισης μεταξύ ορθολογισμού και διαλεκτικής, ώστε να διαλευκάνουν το σκοτάδι αυτής της σύγχυσης.            Συνοπτικά αυτός ο διαχωρισμός τίθεται  ως εξής:
 Η Διαλεκτική είναι η λογική του αληθινού γίγνεσθαι ενώ ο Ορθολογισμός του φαινομενικού.  “Στον ορθολογισμό τα ενάντια διαλέγονται χωρίς να παραβιάζουν τα έσχατα αναλλοίωτα όρια μεταξύ τους, υπακούοντας έτσι στην αντικειμενικότητα και στην αντιθετικότητα. Ενώ στη διαλεκτική τα ενάντια εισχωρούν το ένα μέσα στο άλλο κατά τον διάλογο, χωρίς να αφήνουν έσχατα απαραβίαστα όρια μεταξύ τους, δημιουργώντας έτσι αντιφατικές ενότητες. Ο ορθολογισμός λοιπόν διέπεται από αντιθετικότητα, ενώ η διαλεκτική από αντιφατικότητα”.
      Επειδή ο ορθολογισμός αποδέχεται έναν αντιθετικό διάλογο, ο οποίος βασίζεται και καταλήγει στην αποδοχή της ύπαρξης αναλλοίωτων στοιχειωδών εσχάτων στον πυθμένα του κόσμου μας, μπορεί να υπάρξει κάποιο φαινομενικό γίγνεσθαι, το οποίο να σταματά στα απαραβίαστα όρια των αναλλοίωτων στοιχειωδών εσχάτων. Έτσι γεννιέται η σύγχυση του αντιθετικού ορθολογικού γίγνεσθαι, που είναι φαινομενικό, με το αντιφατικό διαλεκτικό γίγνεσθαι,  που είναι πραγματικό.
[Ο αναγνώστης μπορεί να ενημερωθεί για όλη αυτή τη διαλογική ακολουθία στην ανάρτησή μου περί “Διαλεκτικής Σκέψης”, thodoroskavasis.blogspot.com]

Για να γίνει κατανοητή η διαλεκτική της πορνείας πρέπει να περιγραφεί συνοπτικά η ΑΝΤΙΦΑΤΙΚΗ  ΣΧΕΣΗ  ΜΙΣΘΩΤΗΣ  ΕΡΓΑΣΙΑΣ  ΚΑΙ  ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ.

                               [Όταν στις κοινωνίες των πιθήκων οι ιεραρχικά υψηλά ιστάμενοι
                                      στροβιλίζονταν  με  χάρη  στα  κλαδιά·   κάποιοι,  στη  βάση  της
                                      πυραμίδας, σηκώθηκαν και βάδισαν άκομψα  παραπατώντας στα
                                      πίσω   πόδια,  κάτω   από  την  χλεύη  και  την  κατακραυγή   των
                                      καθιερωμένων.    Είναι  αυτοί  που  χάθηκαν  στον  ορίζοντα  του
                                      πολιτισμού  και συνεχίζουν  ακόμα να βαδίζουν στο άγνωστο.  Ο
                                      πίθηκος αυτός, που  στάθηκε στα  πίσω του πόδια, μπορεί ακόμα
                                      να προκαλεί συγκίνηση, σεβασμό και δέος].

Κανείς δε θα είχε αντίρρηση ότι κάθε κοινωνικό σύνολο αποτελείται από ταξικές ομάδες και στρώματα που τα συμφέροντά τους, δεν είναι μόνο διαφορετικά, αλλά πολλές φορές είναι αντίθετα και συγκρούονται. Οι ομάδες που έχουν κοινά συμφέροντα, οργανώνονται σε τάξεις και προσπαθούν να θεσμοθετούν νόμους που προωθούν τις επιδιώξεις τους. Στην προσπάθεια αυτή υπάρχει σκληρός ανταγωνισμός.  ΄Οποια τάξη καταφέρει να υπερισχύσει, δηλαδή να πάρει την εξουσία, οργανώνει σύστημα λειτουργίας με το οποίο οριοθετεί τις δραστηριότητες των ατόμων μέσα στο σύστημα, αλλιώς αυτά απωθούνται βίαια στο περιθώριο. Το σύστημα που η κάθε τάξη νομοθετεί και ασκεί εξουσία ονομάζει δημοκρατία, αφού οι όροι που το κάνουν να λειτουργεί, είναι ίδιοι για όλα τα άτομα του συνόλου (χωρίς όμως να λαμβάνεται υπόψιν το ταξικό πλαίσιο, κι οι μηχανισμοί που εγγυούνται τη λειτουργία και την άμυνα του συστήματος, που είναι το κράτος).
     Μολονότι οι όροι κάθε δημοκρατίας είναι ίδιοι για όλους τους πολίτες, κάθε νόμος που ευνοεί μια τάξη, το κάνει έτσι που να είναι σε βάρος των άλλων τάξεων ή να κάνει δυσμενέστερη την κατάσταση αυτών που έχουν διαφορετικά ταξικά συμφέροντα. Το σύστημα λοιπόν αυτό που λέγεται δημοκρατία, είναι τόσο πιο δημοκρατικό για την τάξη που κυβερνά όσο πιο δικτατορικό για τις τάξεις και τα ταξικά στρώματα που δεν συμμετέχουν στην άσκηση της εξουσίας.
    Το αστικο-δημοκρατικό σύστημα, που θεωρείται από τους φίλους του συνώνυμο της δημοκρατίας, έχει κι αυτό αντιφατική φύση. Είναι τόσο πιο δημοκρατικό για την αστική τάξη, όσο πιο δικτατορικό είναι για τη εργατική τάξη. Ενώ οι όροι της λειτουργίας αυτού του συστήματος φαίνονται δίκαιοι και τυπικά όλοι μπορούν, σύμφωνα με το νόμο, να συμμετέχουν στη λειτουργία αυτής της δημοκρατίας ή τουλάχιστον να έχουν ίσα δικαιώματα κι υποχρεώσεις, στην πράξη υπάρχει ένας παράγων που ρυθμίζει τα πάντα με τον δικό του τρόπο. Ο παράγων αυτός είναι το χρήμα, που μ’ αυτό κάποιος μπορεί να συμμετέχει παντού και χωρίς αυτό πουθενά.   Οι άνθρωποι λοιπόν σ’ αυτή τη δημοκρατία δεν είναι ίσοι, άλλοι γεννιόνται δούλοι, (υποχρεωμένοι στην εκπόρνευση της δουλείας), κι άλλοι “ελεύθεροι” δηλαδή μαστροποί. Ο γεννημένος φτωχός είναι αδύνατον να ανταγωνιστεί το γεννημένο πλούσιο, στον αγώνα για ισότιμη κοινωνική συμμετοχή και κοινωνική καταξίωση. Το κοινοβούλιο είναι «απαγορευτικό» για τον εργάτη, αφού χρειάζονται πάρα πολλά λεφτά και γνωριμίες για να προβληθούν οι απόψεις του από τα μέσα ενημέρωσης (προπαγάντας). Και αν οι εργαζόμενοι καταφέρουν να προβάλλουν κάποιους, που να προωθούν τα συμφέροντά τους μέσα στο αστικό κοινοβούλιο, δε διασφαλίζονται, αφού οι αντίπαλοί τους, άνθρωποι του χρήματος, θα μπορούν να τους εξαγοράζουν έμμεσα ή άμεσα, να κρίνουν παράνομους όσους δεν εξαγοράζονται ή γενικά δεν κινούνται στα «νόμιμα» πλαίσια που τους έχουν καθορίσει.
     Αντίθετα η εργατική τάξη έχει να προτείνει τη δική της δημοκρατία που λέγεται ανάλογα λαϊκή ή προλεταριακή. Εκεί το κοινοβούλιο διαφέρει αποτελούμενο από τους εκπροσώπους των εργατικών σωματίων, οι οποίοι είναι ανά πάσα στιγμή ανακλητοί για να μην εξαγοράζονται και να ελέγχεται συνεχώς η τιμιότητα κι η αξία τους. Ο αριθμός των εκπροσώπων θα εξαρτάται από τον αριθμό των μελών των σωματείων. Οι εργάτες μετάλλου π.χ. που ίσως είναι περισσότεροι από τους ξυλουργούς θα έχουν περισσότερους εκπροσώπους. Οι βιοτέχνες ή κάποιοι εργοστασιάρχες ή εφοπλιστές, σε μια λαοκρατική κοινωνία δε θα έχουν κανέναν, γιατί δε θα τους «παίρνει το μέτρο».  Αυτοί αν θέλουν να εκπροσωπηθούν, θα πρέπει να συνασπιστούν μεταξύ τους. Αυτό είναι δημοκρατικότατο και φυσικό από την πλευρά της Λαϊκής Δημοκρατίας, αφού οι εκπρόσωποι εκλέγονται κατ’ αναλογίαν με τον αριθμό των εργαζομένων, δηλαδή των ενεργών μελών της κοινωνίας.  Απ’ την πλευρά των αστών όμως, αυτό είναι απαράδεκτο, γιατί η ανθρώπινη υπόσταση με μόνον το ένδυμα του εργαζομένου, δεν περιέχει όλη την αξία του ανθρώπου. Ο άνθρωπος κατά την αστική αντίληψη βαραίνει μαζί με την περιουσία του και τη συμμετοχή του στη διακίνηση του χρήματος μέσα στο σύστημα.  Έτσι αυτό που θεωρείται δημοκρατία για τους εργαζομένους, είναι στυγνή δικτατορία για τους αστούς και το αντίθετο. Όταν λοιπόν μιλάμε για αστική δημοκρατία, εννοούμε τη δημοκρατική-δικτατορία των αστών κι όταν μιλάμε για λαϊκή δημοκρατία, εννοούμε τη δημοκρατική-δικτατορία του λαού.
     Οι έννοιες δημοκρατία και η δικτατορία συνιστούν αντιφατική σχέση, που ενώ το ένα γεννά το άλλο, την ίδια στιγμή το μάχεται και το αναιρεί κιόλας. Στην περίπτωση της δημοκρατικής-δικτατορίας των αστών, αληθινά έχουμε τη δημοκρατία και την εξουσία του χρήματος.  Εκεί οι άνθρωποι αληθινά ψηφίζουν στο χρηματιστήριο και στις τράπεζες με τα λεφτά τους και την κίνηση κεφαλαίων μέσα στο κοινωνικό γίγνεσθαι.  Χωρίζονται σ’ αυτούς που όταν «εργάζονται» κινείται το χρήμα και σ' αυτούς που εργάζονται όταν κινηθεί το χρήμα.  Όλ' οι άλλοι βρίσκονται στο περιθώριο  και μια επένδυση μπορεί να τους ξεθεμελιώσει αν το κομπιούτερ της τράπεζας δεν τους υπολογίσει. Αυτό υπολογίζει μόνον ότι μπορεί να αποφέρει κέρδος. Αντίθετα στην περίπτωση της δημοκρατικής-δικτατορίας του λαού έχουμε τη δημοκρατία και την εξουσία της εργασίας όπου οι άνθρωποι αληθινά ψηφίζουν με τη συμμετοχή τους στη λήψη αποφάσεων, στο χώρο της υλικής και πνευματικής παραγωγής.
      Αν την εξουσία έχει το χρήμα κι η εργασία είναι υπηρέτης στην παραγωγή κέρδους, έχουμε καπιταλισμό, αν την εξουσία έχει η εργασία και το χρήμα είναι υπηρέτης της εργασίας, για τη διακίνηση των προϊόντων έχουμε σοσιαλισμό.
      Σοσιαλισμός είναι το κοινωνικό σύστημα που ως απώτερο σκοπό έχει την κατάργηση του χρήματος όταν δεν θα υπάρχουν διακρίσεις που να το καταστούν αναγκαίο, δηλαδή στον κομμουνισμό. Έτσι η εργασία δεν θα πωλείται αλλά θα διανέμεται δίκαια σε όλους για το συμφέρον του συνόλου.  Άρα η υποχρέωση εργασίας θα συμπέσει με την ευτυχία της δημιουργικότητας και της προσφοράς, ανάλογα με τις δυνατότητές των ατόμων, ενώ τα δικαιώματα θα ορίζονται ανάλογα με τις πραγματικές τους ανάγκες.
     Από την προηγούμενη διαλεκτική ανάλυση αναφαίνεται ότι η λύση της αντιφατικής σχέσης μισθωτής εργασίας και κεφαλαίου που είναι ο κομμουνισμός, συμπίπτει με την κατάργηση του χρήματος. Η κατάργηση του χρήματος βέβαια δεν είναι κάτι που θα μπορούσε να γίνει με νόμους ή με τη βία, αλλά μόνον όταν η σχέση υποταγής και εξάρτησης μέσα στο κοινωνικό γίγνεσθαι εκ των πραγμάτων θα έχει πάψει να υπάρχει.
              Μόνο τότε θα πάψει να υπάρχει και το κάθε είδος πορνείας.

[Ο αναγνώστης μπορεί να πληροφορηθεί για την εξέλιξη αυτής της πραγματείας στην ανάρτησή μου περί μαρξισμού και στο thodoroskavasis.blogspot.com]. 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΔΗΜΗΤΡΗ ΠΑΤΕΛΗ: Ο ΧΕΓΚΕΛ, ΤΟ ΓΙΓΝΕΣΘΑΙ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΣΚΕΨΗΣ ΚΑΙ Ο ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΟΣ ΥΛΙΣΜΌΣ

Ο ΙΛΙΕΝΚΟΦ ΚΑΙ Η ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΛΟΓΙΚΗ

ΣΩΚΡΑΤΗ ΔΕΛΗΒΟΓΙΑΤΖΗ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗΣ