Η ΦΥΣΙΚΗ ΑΙΤΙΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΟΙ ΑΠΟΨΕΙΣ ΤΟΥ ΣΑΛΜΟΝ ΑΠΟ ΤΟΝ κ. ΣΤΕΡΙΓΙΟ ΧΡΥΣΟΒΑΛΑΝΤΗ
ΦΥΣΙΚΗ ΑΙΤΙΟΤΗΤΑ ΚΙ ΟΙ ΑΠΟΨΕΙΣ ΤΟΥ ΣΑΛΜΟΝ
ΑΠΟ ΤΟΝ κ. ΧΡΥΣΟΒΑΛΑΝΤΗ ΣΤΕΡΓΙΟΥ
Ελληνική Φιλοσοφική Επιθεώρηση τόμος 37, τεύχος 109, Ιανουάριος 2020
Επισήμανση: Με λοξά και έντονα στοιχεία θα παρουσιάζω τις προτάσεις προς κρίσιν όπως εδώ, με απλά στοιχεία την κριτική όπως εδώ και με έντονα όρθια στοιχεία προτάσεις μου που θέλω να τονίσω όπως εδώ.
Συμβαίνει να είμαι συνδρομητής της φιλοσοφικής επιθεώρησης, αυτό επίσης σημαίνει ότι η αποστολή της σε «διανοητές του δρόμου» όπως εγώ, θεωρείται διαλογική κανονικότητα. Άρα μπορώ να συμμετέχω έστω και ιδεατά σ’έναν κριτικό διάλογο και να θέτω ερωτήματα ή ακόμα να κάνω κριτικές παρατηρήσεις.
Εισαγωγή. Η άποψη του συγγραφέως:
Α. Οι θεωρίες για τη φυσική αιτιότητα περιγράφουν την αιτιότητα ως μια σχέση ανάμεσα σε θεμελιώδεις οντότητες του κόσμου. Η αιτιότητα δεν συναρτάται με τον τρόπο που λειτουργεί ο νους, όπως συμπεραίνει ο Χούμ εξερευνώντας την αναγκαία σύνδεση αιτίου κι αποτελέσματος.
Β. Επίσης δεν αποτελεί την αναγκαία προϋπόθεση για νa αποκτήσουμε γνώση από την εμπειρία, όπως υποστήριξε ο Καντ. Η σχέση αιτίου κι αποτελέσματος υπάρχει στον κόσμο αντικειμενικά ανεξάρτητα από την ύπαρξη γνωστικών υποκειμένων και διέπει τις σχέσεις των πραγμάτων του κόσμου στο πιο θεμελιώδες επίπεδο.
Η δική μου άποψη:
Α. Ήδη απ’την περιγραφή που επιχειρείται, εγείρονται ερωτήματα στον λογικό αναγνώστη, αφού γίνεται δεκτό ότι υπάρχουν ειδών αιτιότητες (όπως φαίνεται ότι υποστηρίζει ο Χιούμ) και το αποδέχεται ο συγγραφεύς. Η Φύση έχει τη δική της αιτιακή σχέση, ενώ ο Νους τη δική του που διαφέρει από αυτήν της Φύσης.
Όταν ο Χιούμ ήταν μαθητής, σε εποχές που οι διδάσκαλοι ήταν πολύ βάρβαροι, σίγουρα όταν αστοχούσε σύμφωνα με την κρίση του δασκάλου του, έσκυβε (όπως συνηθήζετο τότε) και δεχόταν καμιά εικοσαριά ραβδισμούς στον πισινάκο του. Μετά απ’αυτό ο πισινάκος του «κακού μαθητή» κοκκίνιζε ή πιθανόν, ανάλογα με τα χτυπήματα, πρηζόταν κιόλας. Μήπως η σχέση αιτίας και αποτελέσματος εδώ ήταν διαφορετική στον νου και διαφορετική στη φύση; Μήπως το πρήξιμο ήταν αποτέλεσμα της νοητικής αποδοχής της σχέσης αιτίας κι αποτελέσματος, ενώ κατά τη φυσική σχέση δεν υπήρχε κανένα πρήξιμο; Βέβαια διαλεκτικά θα μπορούσαμε να πούμε ότι η σχέση αιτίας κι αποτελέσματος στη φύση είναι αντιφατική και τόσο πολυδιάστατη που η αιτία περιλαμβάνει ένα τεράστιο γίγνεσθαι που δεν μπορεί να οριοθετηθεί μέσα στα στενά όρια αυτού που αντικειμενικά και ορθολογικά ορίζουμε ως αιτία. Αλλά νομίζω ότι ο Χιουμ δεν εννοεί καθόλου αυτό, απλά θέλει να εγείρει αμφιβολίες για την αξία της αλυσίδας της αιτίας «χωρίς καμιά αιτία». Αυτός όμως ως ορθολογιστής, τέτοιες προτάσεις δεν μπορεί να κάνει αφού αυτές μόνον ηρακλειτικά μπορούν να διατυπωθούν λογικά.
Β. Μολονότι δεν είμαι κάποιος που θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι γνωρίζει το έργο του Καντ τόσο που να κάνει παρατηρήσεις, είχα την εντύπωση ότι ο Καντ δέχεται τη σχέση αιτίας κι αποτελέσματος, ως μεταφυσική κι έτσι εκ των προτέρων γεγραμμένη (χωρίς εμπειρική συμβολή) στον ανθρώπινο γνωστικό μηχανισμό. Αυτό ο Κάντ θεωρεί ότι είναι μια από τις προϋποθέσεις της γνώσεις. Όμως ακόμα και τότε εμείς τίποτα δεν είμαστε υποχρεωμένοι να το δεχτούμε αν δεν συμφωνεί με τη δική μας κρίση.
Η σύγχρονη επιστήμη με την ανάγνωση του DNA έχει δώσει αδιάβλητες απαντήσεις σ’αυτά τα ερωτήματα. Η «εκ των προτέρων γνωστική δυνατότητα» του ανθρώπου θεωρείται αποτέλεσμα εμπειρικής, κληρονομικής, συσσώρευσης. Έτσι παύει να ίπταται στην Μεταφυσική αλλά προσγειώνεται στην Φυσική. Μάλιστα έχουμε πια διαπιστώσει ότι όχι μόνον ο άνθρωπος αλλά και πολλά ζώα, «γνωρίζουν» τη σχέση αιτίας κι αποτελέσματος χρησιμοποιώντας την στην πρακτική τους. Ο αετός αρπάζει τη χελώνα, την ανεβάζει ψηλά και την αφήνει να πέσει. Ξέρει καλά ότι το καβούκι της θα σπάσει και θα μπορέσει άνετα να φάει το κρέας της. Ο πίθηκος παίρνει ένα λεπτό ραβδί το χώνει μέσ’τη φωλιά των μερμηγκιών κι αυτά ακολουθώντας το ραβδί βγαίνουν και γίνονται τροφή των πιθήκων. Υπάρχουν πάρα πολλά τέτοια παραδείγματα που μας αποτρέπουν να θεωρούμε τη χρήση της σχέσης αιτίας κι αποτελέσματος μεταφυσική πρακτική ή μεταφυσική νοητική διαδικασία αφού τα ζώα δεν νομίζω ότι κοινωνούν της μεταφυσικής.
Μολονότι η επιστήμη σε θέματα που αφορούν τη δομή του ίδιου του εγκεφάλου βρίσκεται ακόμα στην έρευνα, μπορεί να δείξει ότι, η φιλοσοφική προσέγγιση στη λειτουργία της νόησης, όπως την δέχονται και την επιχειρούν ο Χιουμ, ο Καντ κι ο Χέγκελ είναι πρωτόγονη. Αν θέλαμε να δώσουμε μιαν απάντηση στο ερώτημα «πως η νόηση είναι δυνατή» με τα σημερινά δεδομένα, θα ήταν πιο ταιριαστό το εξής: Ο άνθρωπος ως αποτέλεσμα της παγκόσμιας εξέλιξης, είναι αυτός ο ίδιος μια κωδική καταγραφή όλης αυτής της πορείας. Η μορφή και η δομή του είναι μια ιδιάζουσα γλώσσα που περιγράφει ιστορικά όλο αυτό το εμπειρικό γίγνεσθαι. Είναι αποδεκτό σήμερα, ότι αυτό το κωδικά γεγραμμένο εμπειρικό γίγνεσθαι, υπάρχει μέσα μας ως μικροδομική κληρονομική καταγραφή και λέγεται DNA. Αυτό είναι ο κληρονομικός γνωστικός μηχανισμός του ανθρώπου, που είναι αποτέλεσμα κληρονομικής κωδικής εμπειρικής συσσώρευσης. Ο εγκέφαλος μέσω του DNA, είναι η ιδιόμορφη καταγραφή της πορείας κάθε όντος μέσα στο παγκόσμιο γίγνεσθαι.
ΑΠΟ ΤΟΝ κ. ΧΡΥΣΟΒΑΛΑΝΤΗ ΣΤΕΡΓΙΟΥ
Ελληνική Φιλοσοφική Επιθεώρηση τόμος 37, τεύχος 109, Ιανουάριος 2020
Επισήμανση: Με λοξά και έντονα στοιχεία θα παρουσιάζω τις προτάσεις προς κρίσιν όπως εδώ, με απλά στοιχεία την κριτική όπως εδώ και με έντονα όρθια στοιχεία προτάσεις μου που θέλω να τονίσω όπως εδώ.
Συμβαίνει να είμαι συνδρομητής της φιλοσοφικής επιθεώρησης, αυτό επίσης σημαίνει ότι η αποστολή της σε «διανοητές του δρόμου» όπως εγώ, θεωρείται διαλογική κανονικότητα. Άρα μπορώ να συμμετέχω έστω και ιδεατά σ’έναν κριτικό διάλογο και να θέτω ερωτήματα ή ακόμα να κάνω κριτικές παρατηρήσεις.
Εισαγωγή. Η άποψη του συγγραφέως:
Α. Οι θεωρίες για τη φυσική αιτιότητα περιγράφουν την αιτιότητα ως μια σχέση ανάμεσα σε θεμελιώδεις οντότητες του κόσμου. Η αιτιότητα δεν συναρτάται με τον τρόπο που λειτουργεί ο νους, όπως συμπεραίνει ο Χούμ εξερευνώντας την αναγκαία σύνδεση αιτίου κι αποτελέσματος.
Β. Επίσης δεν αποτελεί την αναγκαία προϋπόθεση για νa αποκτήσουμε γνώση από την εμπειρία, όπως υποστήριξε ο Καντ. Η σχέση αιτίου κι αποτελέσματος υπάρχει στον κόσμο αντικειμενικά ανεξάρτητα από την ύπαρξη γνωστικών υποκειμένων και διέπει τις σχέσεις των πραγμάτων του κόσμου στο πιο θεμελιώδες επίπεδο.
Η δική μου άποψη:
Α. Ήδη απ’την περιγραφή που επιχειρείται, εγείρονται ερωτήματα στον λογικό αναγνώστη, αφού γίνεται δεκτό ότι υπάρχουν ειδών αιτιότητες (όπως φαίνεται ότι υποστηρίζει ο Χιούμ) και το αποδέχεται ο συγγραφεύς. Η Φύση έχει τη δική της αιτιακή σχέση, ενώ ο Νους τη δική του που διαφέρει από αυτήν της Φύσης.
Όταν ο Χιούμ ήταν μαθητής, σε εποχές που οι διδάσκαλοι ήταν πολύ βάρβαροι, σίγουρα όταν αστοχούσε σύμφωνα με την κρίση του δασκάλου του, έσκυβε (όπως συνηθήζετο τότε) και δεχόταν καμιά εικοσαριά ραβδισμούς στον πισινάκο του. Μετά απ’αυτό ο πισινάκος του «κακού μαθητή» κοκκίνιζε ή πιθανόν, ανάλογα με τα χτυπήματα, πρηζόταν κιόλας. Μήπως η σχέση αιτίας και αποτελέσματος εδώ ήταν διαφορετική στον νου και διαφορετική στη φύση; Μήπως το πρήξιμο ήταν αποτέλεσμα της νοητικής αποδοχής της σχέσης αιτίας κι αποτελέσματος, ενώ κατά τη φυσική σχέση δεν υπήρχε κανένα πρήξιμο; Βέβαια διαλεκτικά θα μπορούσαμε να πούμε ότι η σχέση αιτίας κι αποτελέσματος στη φύση είναι αντιφατική και τόσο πολυδιάστατη που η αιτία περιλαμβάνει ένα τεράστιο γίγνεσθαι που δεν μπορεί να οριοθετηθεί μέσα στα στενά όρια αυτού που αντικειμενικά και ορθολογικά ορίζουμε ως αιτία. Αλλά νομίζω ότι ο Χιουμ δεν εννοεί καθόλου αυτό, απλά θέλει να εγείρει αμφιβολίες για την αξία της αλυσίδας της αιτίας «χωρίς καμιά αιτία». Αυτός όμως ως ορθολογιστής, τέτοιες προτάσεις δεν μπορεί να κάνει αφού αυτές μόνον ηρακλειτικά μπορούν να διατυπωθούν λογικά.
Β. Μολονότι δεν είμαι κάποιος που θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι γνωρίζει το έργο του Καντ τόσο που να κάνει παρατηρήσεις, είχα την εντύπωση ότι ο Καντ δέχεται τη σχέση αιτίας κι αποτελέσματος, ως μεταφυσική κι έτσι εκ των προτέρων γεγραμμένη (χωρίς εμπειρική συμβολή) στον ανθρώπινο γνωστικό μηχανισμό. Αυτό ο Κάντ θεωρεί ότι είναι μια από τις προϋποθέσεις της γνώσεις. Όμως ακόμα και τότε εμείς τίποτα δεν είμαστε υποχρεωμένοι να το δεχτούμε αν δεν συμφωνεί με τη δική μας κρίση.
Η σύγχρονη επιστήμη με την ανάγνωση του DNA έχει δώσει αδιάβλητες απαντήσεις σ’αυτά τα ερωτήματα. Η «εκ των προτέρων γνωστική δυνατότητα» του ανθρώπου θεωρείται αποτέλεσμα εμπειρικής, κληρονομικής, συσσώρευσης. Έτσι παύει να ίπταται στην Μεταφυσική αλλά προσγειώνεται στην Φυσική. Μάλιστα έχουμε πια διαπιστώσει ότι όχι μόνον ο άνθρωπος αλλά και πολλά ζώα, «γνωρίζουν» τη σχέση αιτίας κι αποτελέσματος χρησιμοποιώντας την στην πρακτική τους. Ο αετός αρπάζει τη χελώνα, την ανεβάζει ψηλά και την αφήνει να πέσει. Ξέρει καλά ότι το καβούκι της θα σπάσει και θα μπορέσει άνετα να φάει το κρέας της. Ο πίθηκος παίρνει ένα λεπτό ραβδί το χώνει μέσ’τη φωλιά των μερμηγκιών κι αυτά ακολουθώντας το ραβδί βγαίνουν και γίνονται τροφή των πιθήκων. Υπάρχουν πάρα πολλά τέτοια παραδείγματα που μας αποτρέπουν να θεωρούμε τη χρήση της σχέσης αιτίας κι αποτελέσματος μεταφυσική πρακτική ή μεταφυσική νοητική διαδικασία αφού τα ζώα δεν νομίζω ότι κοινωνούν της μεταφυσικής.
Μολονότι η επιστήμη σε θέματα που αφορούν τη δομή του ίδιου του εγκεφάλου βρίσκεται ακόμα στην έρευνα, μπορεί να δείξει ότι, η φιλοσοφική προσέγγιση στη λειτουργία της νόησης, όπως την δέχονται και την επιχειρούν ο Χιουμ, ο Καντ κι ο Χέγκελ είναι πρωτόγονη. Αν θέλαμε να δώσουμε μιαν απάντηση στο ερώτημα «πως η νόηση είναι δυνατή» με τα σημερινά δεδομένα, θα ήταν πιο ταιριαστό το εξής: Ο άνθρωπος ως αποτέλεσμα της παγκόσμιας εξέλιξης, είναι αυτός ο ίδιος μια κωδική καταγραφή όλης αυτής της πορείας. Η μορφή και η δομή του είναι μια ιδιάζουσα γλώσσα που περιγράφει ιστορικά όλο αυτό το εμπειρικό γίγνεσθαι. Είναι αποδεκτό σήμερα, ότι αυτό το κωδικά γεγραμμένο εμπειρικό γίγνεσθαι, υπάρχει μέσα μας ως μικροδομική κληρονομική καταγραφή και λέγεται DNA. Αυτό είναι ο κληρονομικός γνωστικός μηχανισμός του ανθρώπου, που είναι αποτέλεσμα κληρονομικής κωδικής εμπειρικής συσσώρευσης. Ο εγκέφαλος μέσω του DNA, είναι η ιδιόμορφη καταγραφή της πορείας κάθε όντος μέσα στο παγκόσμιο γίγνεσθαι.
Εισερχόμενη μια νέα εμπειρία στον κληρονομικό εμπειρικό κωδικό γνωστικό μηχανισμό, δεν είναι ολόιδια δομικά γεγραμμένη μέσα του. Έτσι μπαίνοντας, παραβάλλεται μ’αυτόν, τον αφυπνίζει, αποκωδικοποιώντας τις αρχαίες κωδικές δομές επανακωδικοποιώντας τον λίγο διαφορετικά ως νέο. Η σύνθεση των νέων κωδικών καταγραφών ανταποκρίνεται στη Λογική και τη Συνείδηση, ενώ το μέρος της δομής του εγκεφάλου που συνεχίζει να μένει ανεξερεύνητο και στην αρχική κωδική κατάσταση, ανταποκρίνεται στο Αίσθημα και την Ενόραση δηλαδή την Αισθητική.
Το αποκωδικοποιημένο μέρος του εγκεφάλου και το απύθμενο που συνεχίζει να είναι ακόμα κωδικό, δεν είναι απόλυτα ξεχωριστά μεταξύ τους. Έτσι η Συνείδηση αντλεί συνεχώς απ’το απύθμενο μέρος του εγκεφάλου, που είναι, η Ενόραση, το Συναίσθημα κι η Φαντασία, δηλαδή η Αισθητική. Δεν είναι ποτέ δυνατή καμιά επιστήμη χωρίς την Ενόραση και δεν είναι ποτέ αρκετή η εμπειρία με μόνο οδηγό την Ορθολογική διαδικασία. Κάθε επιλογή που ακολουθείται από τον παράγοντα του αγνώστου ή του νέου, προϋποθέτει μικρό ή μεγάλο «άλμα πίστης» για να υπερπηδάμε το κενό γνώσης· κι επειδή κάθε βήμα στο Νέο προϋποθέτει κι ένα εμπειρικό κενό, αυτό προσωρινά αναπληρώνεται από την Αισθητική.
Ο ερευνητής πατά στον απύθμενο κωδικά γεγραμμένο κληρονομικό εμπειρικό γνωστικό μηχανισμό, δηλαδή στην ασυνείδητη κι “εκ των προτέρων” κληρονομική εμπειρική γνωστική του δυνατότητα ή την ενδοϋπαρξιακή του αίσθησή ως Εγώ, την Ενόραση και την Αισθητική του, διακινδυνεύοντας αποφάνσεις. Αυτές μπαίνουν στη διαδικασία της επαλήθευσης, που ανάλογα είναι η εφαρμογή, το πείραμα ή η καθημερινότητα, δημιουργώντας την βάση πάνω στην οποία μπορεί να πατά στέρεα η επιλογή κι η έρευνα. Αυτό το νοητικο-πρακτικό γίγνεσθαι, συνιστά αδιάρρηκτη ενότητα, η οποία λέγεται στάση ζωής κάθε ανθρώπου.
Τονίζω ότι: Ο άνθρωπος μπορεί να γνωρίζει κι η εμπειρία του να είναι αληθινή, έγκυρη και όχι φαινομενική, επειδή όλη η πορεία του κόσμου είναι κωδικά γεγραμμένη μέσα του. Είναι αυτή που τον συνιστά ως ον και συγχρόνως ως καταγραφή είναι και το σύστημα λογικών αντιστοιχιών με τις οποίες προσλαμβάνει και γονιμοποιεί λογικά την εμπειρία. Σύμφωνα μ’αυτή την άποψη, σχέση αιτίας κι αποτελέσματος, περιλαμβάνεται στην εμπειρική κληρονομική συσσώρευση η οποία μολονότι φαντάζει μεταφυσική –προεμπειρική, δεν είναι. Αυτό επίσης σημαίνει ότι δεν υπάρχει διαφορετική σχέση αιτίας αποτελέσματος στη Φύση και στον Νου. Εξ άλλου ο Νους είναι κι αυτός φυσικής προέλευσης.
Ο συγγραφεύς: Α. Οι θεωρίες για τη φυσική αιτιότητα επιχειρούν την επεξήγηση της σχέσης αιτίου και αποτελέσματος μέσω της αναγωγής της σχέσης ανάμεσα σε οντότητες οι οποίες ορίζονται ανεξαρτήτως απ’την αιτιότητα, όπως είναι οι αιτιακές διαδικασίες κι οι αιτιακές αλληλεπιδράσεις.
Εγώ νομίζω ότι: οι θεωρίες δεν έχουν σκοπό την επεξήγηση της σχέσης αιτίου και αποτελέσματος, αλλά τη χρήση "της σχέσης αιτίας και αποτελέσματος" για τη συναγωγή λογικών συμπερασμάτων που απορρέουν απ'τις αιτιακές διαδικασίες κι αιτιακές αλληλεπιδράσεις.
Ο συγγραφεύς: Β. Προϋπόθεση για την επιτυχία αυτού του εγχειρήματος είναι οι καλύτερες θεωρίες που διαθέτουμε για τη Φύση ―οι θεωρίες που κάνουν τις πιο επιτυχημένες εμπειρικές προβλέψεις και διαθέτουν τη μεγαλύτερη εμπειρική βάση― να υποστηρίζουν την ύπαρξη αιτιακών οντοτήτων, δηλαδή να επιδέχονται μια οντολογική ερμηνεία η οποία να περιλαμβάνει αυτού του είδους τις οντότητες.
Εγώ νομίζω: Ότι η παρατήρηση Β. τονίζει το αυτονόητο αφού δεν μπορεί να υπάρξει αιτιακή θεωρία χωρίς αυτές τις προϋποθέσεις. Με τον τρόπο αυτό ο αναγνώστης αναρωτιέται μήπως υπάρχει και κάποιος άλλος τρόπος προσέγγισης της φυσικής αιτιότητας απ’αυτόν της σχέσης αιτίας και αποτελέσματος.
Ο συγγραφεύς: Γ. Μ'άλλα λόγια οι θεωρίες για τη φυσική αιτιότητα “διαβάζουν” τη σχέση αιτίας και αποτελέσματος στις μη αιτιακές περιγραφές που προσφέρουν για τον κόσμο οι καλύτερες φυσικές θεωρίες που διαθέτουμε, εφόσον αυτές ερμηνευτούν κατ’αντιστοιχία προς τα γεγονότα.
Επισημαίνω: Ότι η παρατήρηση Γ. δημιουργεί σύγχυση: Πως είναι δυνατόν μια λογική θεωρία που φυσικά στηρίζεται στην αποδοχή της σχέσης αιτίας κι αποτελέσματος να “διαβάζει” τη σχέση αιτίας και αποτελέσματος στις όποιες μη αιτιακές περιγραφές που προσφέρουν οι καλύτερες φυσικές θεωρίες που διαθέτουμε. Μήπως υπάρχουν θεωρίες που περιφρονούν τη σχέση αιτίας και αποτελέσματος;
Ο συγγραφέας: Δ. Επομένως η αλήθεια των θεωριών αυτών για τη φυσική αιτιότητα είναι ενδεχομενικές ως προς την αλήθεια των επιστημονικών θεωριών και όχι αναγκαία.
Εγώ επισημαίνω: Η παρατήρηση Δ. γεννά μιαν άλλη λογική προϋπόθεση η οποία για να γίνει αντιληπτή πρέπει να γίνουν κάποιοι προσδιορισμοί περί Λογικής δηλαδή ότι: Υπάρχουν δύο ειδών Λογικές που αποδέχονται τη σχέση αιτίας κι αποτελέσματος διαφορετικά: Η κλασική ορθολογική πειθαρχία η οποία έχει οριστεί μέσα στις αρχές της αριστοτελικής ορθολογικής αντικειμενικής τυπικότητας κι η οποία χρησιμοποιείται απρόσκοπτα μολονότι δε μπορεί να φέρει σε πέρας όλα τα καθήκοντά της, τουλάχιστον όταν τα δεδομένα προς επεξεργασία είναι αντιφατικά και σε βίαιη αλλαγή. Σ’αυτές τις περιπτώσεις υπεσχέθη η Διαλεκτική Λογική πειθαρχία αλλ’ακόμα, δεν κατάφερε να το πετύχει, αφού υπολείπεται στη δημιουργία μιας διαλεκτικής τυπικότητας που να είναι χρήσιμη στη διερεύνηση των αιτιακών σχέσεων των φυσικών επιστημών.
Το αποκωδικοποιημένο μέρος του εγκεφάλου και το απύθμενο που συνεχίζει να είναι ακόμα κωδικό, δεν είναι απόλυτα ξεχωριστά μεταξύ τους. Έτσι η Συνείδηση αντλεί συνεχώς απ’το απύθμενο μέρος του εγκεφάλου, που είναι, η Ενόραση, το Συναίσθημα κι η Φαντασία, δηλαδή η Αισθητική. Δεν είναι ποτέ δυνατή καμιά επιστήμη χωρίς την Ενόραση και δεν είναι ποτέ αρκετή η εμπειρία με μόνο οδηγό την Ορθολογική διαδικασία. Κάθε επιλογή που ακολουθείται από τον παράγοντα του αγνώστου ή του νέου, προϋποθέτει μικρό ή μεγάλο «άλμα πίστης» για να υπερπηδάμε το κενό γνώσης· κι επειδή κάθε βήμα στο Νέο προϋποθέτει κι ένα εμπειρικό κενό, αυτό προσωρινά αναπληρώνεται από την Αισθητική.
Ο ερευνητής πατά στον απύθμενο κωδικά γεγραμμένο κληρονομικό εμπειρικό γνωστικό μηχανισμό, δηλαδή στην ασυνείδητη κι “εκ των προτέρων” κληρονομική εμπειρική γνωστική του δυνατότητα ή την ενδοϋπαρξιακή του αίσθησή ως Εγώ, την Ενόραση και την Αισθητική του, διακινδυνεύοντας αποφάνσεις. Αυτές μπαίνουν στη διαδικασία της επαλήθευσης, που ανάλογα είναι η εφαρμογή, το πείραμα ή η καθημερινότητα, δημιουργώντας την βάση πάνω στην οποία μπορεί να πατά στέρεα η επιλογή κι η έρευνα. Αυτό το νοητικο-πρακτικό γίγνεσθαι, συνιστά αδιάρρηκτη ενότητα, η οποία λέγεται στάση ζωής κάθε ανθρώπου.
Τονίζω ότι: Ο άνθρωπος μπορεί να γνωρίζει κι η εμπειρία του να είναι αληθινή, έγκυρη και όχι φαινομενική, επειδή όλη η πορεία του κόσμου είναι κωδικά γεγραμμένη μέσα του. Είναι αυτή που τον συνιστά ως ον και συγχρόνως ως καταγραφή είναι και το σύστημα λογικών αντιστοιχιών με τις οποίες προσλαμβάνει και γονιμοποιεί λογικά την εμπειρία. Σύμφωνα μ’αυτή την άποψη, σχέση αιτίας κι αποτελέσματος, περιλαμβάνεται στην εμπειρική κληρονομική συσσώρευση η οποία μολονότι φαντάζει μεταφυσική –προεμπειρική, δεν είναι. Αυτό επίσης σημαίνει ότι δεν υπάρχει διαφορετική σχέση αιτίας αποτελέσματος στη Φύση και στον Νου. Εξ άλλου ο Νους είναι κι αυτός φυσικής προέλευσης.
Ο συγγραφεύς: Α. Οι θεωρίες για τη φυσική αιτιότητα επιχειρούν την επεξήγηση της σχέσης αιτίου και αποτελέσματος μέσω της αναγωγής της σχέσης ανάμεσα σε οντότητες οι οποίες ορίζονται ανεξαρτήτως απ’την αιτιότητα, όπως είναι οι αιτιακές διαδικασίες κι οι αιτιακές αλληλεπιδράσεις.
Εγώ νομίζω ότι: οι θεωρίες δεν έχουν σκοπό την επεξήγηση της σχέσης αιτίου και αποτελέσματος, αλλά τη χρήση "της σχέσης αιτίας και αποτελέσματος" για τη συναγωγή λογικών συμπερασμάτων που απορρέουν απ'τις αιτιακές διαδικασίες κι αιτιακές αλληλεπιδράσεις.
Ο συγγραφεύς: Β. Προϋπόθεση για την επιτυχία αυτού του εγχειρήματος είναι οι καλύτερες θεωρίες που διαθέτουμε για τη Φύση ―οι θεωρίες που κάνουν τις πιο επιτυχημένες εμπειρικές προβλέψεις και διαθέτουν τη μεγαλύτερη εμπειρική βάση― να υποστηρίζουν την ύπαρξη αιτιακών οντοτήτων, δηλαδή να επιδέχονται μια οντολογική ερμηνεία η οποία να περιλαμβάνει αυτού του είδους τις οντότητες.
Εγώ νομίζω: Ότι η παρατήρηση Β. τονίζει το αυτονόητο αφού δεν μπορεί να υπάρξει αιτιακή θεωρία χωρίς αυτές τις προϋποθέσεις. Με τον τρόπο αυτό ο αναγνώστης αναρωτιέται μήπως υπάρχει και κάποιος άλλος τρόπος προσέγγισης της φυσικής αιτιότητας απ’αυτόν της σχέσης αιτίας και αποτελέσματος.
Ο συγγραφεύς: Γ. Μ'άλλα λόγια οι θεωρίες για τη φυσική αιτιότητα “διαβάζουν” τη σχέση αιτίας και αποτελέσματος στις μη αιτιακές περιγραφές που προσφέρουν για τον κόσμο οι καλύτερες φυσικές θεωρίες που διαθέτουμε, εφόσον αυτές ερμηνευτούν κατ’αντιστοιχία προς τα γεγονότα.
Επισημαίνω: Ότι η παρατήρηση Γ. δημιουργεί σύγχυση: Πως είναι δυνατόν μια λογική θεωρία που φυσικά στηρίζεται στην αποδοχή της σχέσης αιτίας κι αποτελέσματος να “διαβάζει” τη σχέση αιτίας και αποτελέσματος στις όποιες μη αιτιακές περιγραφές που προσφέρουν οι καλύτερες φυσικές θεωρίες που διαθέτουμε. Μήπως υπάρχουν θεωρίες που περιφρονούν τη σχέση αιτίας και αποτελέσματος;
Ο συγγραφέας: Δ. Επομένως η αλήθεια των θεωριών αυτών για τη φυσική αιτιότητα είναι ενδεχομενικές ως προς την αλήθεια των επιστημονικών θεωριών και όχι αναγκαία.
Εγώ επισημαίνω: Η παρατήρηση Δ. γεννά μιαν άλλη λογική προϋπόθεση η οποία για να γίνει αντιληπτή πρέπει να γίνουν κάποιοι προσδιορισμοί περί Λογικής δηλαδή ότι: Υπάρχουν δύο ειδών Λογικές που αποδέχονται τη σχέση αιτίας κι αποτελέσματος διαφορετικά: Η κλασική ορθολογική πειθαρχία η οποία έχει οριστεί μέσα στις αρχές της αριστοτελικής ορθολογικής αντικειμενικής τυπικότητας κι η οποία χρησιμοποιείται απρόσκοπτα μολονότι δε μπορεί να φέρει σε πέρας όλα τα καθήκοντά της, τουλάχιστον όταν τα δεδομένα προς επεξεργασία είναι αντιφατικά και σε βίαιη αλλαγή. Σ’αυτές τις περιπτώσεις υπεσχέθη η Διαλεκτική Λογική πειθαρχία αλλ’ακόμα, δεν κατάφερε να το πετύχει, αφού υπολείπεται στη δημιουργία μιας διαλεκτικής τυπικότητας που να είναι χρήσιμη στη διερεύνηση των αιτιακών σχέσεων των φυσικών επιστημών.
Ο ορθολογισμός επιχειρεί αυτό το καθήκον ενδεχομενικά επειδή δε μπορεί να περιλάβει όλα τα δεδομένα για μιαν έρευνα αφού η ορθολογική τυπικότητα τα περιορίζει κατά την πρακτική της επεξεργασίας κι έτσι δεν είναι ποτέ ακριβή και ποτέ επαρκή. Π.χ. “η αρχή της ταυτότητας” δεν μπορεί να περιλάβει όλη την ουσία του ερευνουμένου γεγονότος αφού τίποτα στον κόσμο δεν είναι στατικό. Για το λόγο αυτό και “η αρχή της μη αντίφασης” αποκρύπτει την αντιφατικότητα των γεγονότων που είναι εν εξελίξει. Στη συνέχεια οι άλλες αρχές ακολουθώντας τους όρους που θέτουν οι δύο πρώτες έχουν από αδυναμία προσδιορισμού, ενδεχομενικά αποτελέσματα
Όμως ακόμα κι η χρήση μιας Διαλεκτικής η οποία θα δεχόταν τον κόσμο όπως είναι και θ’αρνείτο της αξία “της αρχής της ταυτότητας”, βάζοντας στη θέση της μιαν “αρχή της αντιφατικής ταυτότητας”, θα παρέλειπε την αρχή την μη αντίφασης και θα υποχρεούτο ν’αποδεχτεί μιαν αρχή “της αντιφατικής αιτιότητας”, όπου η αλυσίδα της αιτίας θα ήταν, όπως έχει καθήκον, πολυδιάστατη και σε πλήρη ανάπτυξη αντιφατική κι αυτοαναιρούμενη έτσι η σχέση αιτίας κι αποτελέσματος θα ήταν αμφίδρομη ή και αμφίδρομη. Αυτό βέβαια όχι επειδή το θέλει η πλήρης ανάπτυξη της αντιφατικής ταυτότητας, αλλά επειδή ο κόσμος σε πλήρη ανάπτυξη είναι έτσι. Τότε κάθε προσδιορισμός και αιτιακό αποτέλεσμα θα ήταν ενδεχομενικό αφού ο κόσμος ως απεριόριστα πολυδιάστατος δεν μπορεί απόλυτα να περιληφθεί σε καμιά λογική διαδικασία. Αυτή η πρακτική ονομάζεται “Διαλεκτική Σεμνότητα” κι είναι ο μόνος τρόπος που μπορούμε να προσεγγίσουνε αιτιακά τη ζωντανή φύση που βρίσκεται σε συνεχές γίγνεσθαι.
Ο συγγραφέας: Ε. Ιστορικά οι θεωρίες για τη φυσική αιτιότητα έλκουν την καταγωγή τους από ιδέες που διατυπώθησαν στο πρώτο μισό του εικοστού αιώνα, μετά τη διατύπωση της Ειδικής Θεωρίας της Σχετικότητας και της Γενικής Θεωρίας της Σχετικότητας απ’τον Αϊνστάιν.
Εγώ παρατηρώ στο Ε: Όλες οι θεωρίες για τη φυσική αιτιότητα αλλά και την αιτιότητα γενικά έλκουν την καταγωγή τους από την αρχαία Ελλάδα και ειδικά από τον Πυθαγόρα, τον Θαλή, τον Ξενοφάνη, τον Παρμενίδη, τον Αναξίμανδρο, τον Ηράκλειτο, τον Αναξαγόρα, τον Αριστοτέλη, τον Πλάτωνα, τον Επίκουρο και πάει λέγοντας ή ακόμα τον Αρχιμήδη και άλλους μεγάλους μαθηματικούς τους οποίους ο συγγραφέας μας παραμερίζει για χάρη του νεοθετικισμού. Εκτός αν η χρήση του Ορθολογισμού ή της Διαλεκτικής για τον συγγραφέα μας δεν σχετίζεται με τις σύγχρονες επιστήμες. Τότε θα πρέπει να μας εξηγήσει πως θα μπορούσε να οργανωθεί επιστημονική σκέψη και φυσικά αιτιότητα, χωρίς κάποια άλλη λογικο-γλωσσική σύνταξη η οποία να οδηγήσει τα βήματα των επιστημόνων από αυτήν του ορθολογισμού που πρότεινε ο Παρμενίδης ή της διαλεκτικής που πρότεινε ο Ηράκλειτος. Η θεωρία της σχετικότητας του Αϊνστάιν, φιλοσοφικά πάσχει από διγλωσσία: Από τη μια δέχεται την ενότητα χώρου και χρόνου, ενώ συγχρόνως κατά την κίνηση του φωτονίου ή άλλων κβαντικών γεγονότων, τον χώρος ξέχωρο από τον χρόνο.
Ο συγγραφέας: Οι πραγματικές ακολουθίες συμβάντων του Ράιχενμπαχ που διακρίνονται από τις μη πραγματικές με βάση τη Μέθοδο του Ίχνους αποτελούν την πρώτη προσπάθεια θεμελίωσης των αιτιακών διαδικασιών κατ’αντιδιαστολή προς τις ψευδοδιαδικασίες (Ράιχενμπαχ). Μάλιστα η ορολογία που χρησιμοποίησε ο Ράιχενμπαχ αποτυπώνει την οντολογική προτεραιότητα του πρώτου είδους ακολουθιών έναντι εκείνων του δευτέρου είδους. Η θεωρία των αιτιακών γραμμών του Ράσσελ θεωρείται επίσης μια πρώιμη προσπάθεια να μιλήσουμε για διαδικασίες που ορίζονται από συμβάντα που λαμβάνουν χώρο στον χωρόχρονο και διέπονται από κανονικότητα. Ωστόσο η προσέγγιση του Ράσσελ δεν διακρίνει τις αιτιακές απ’τις μη αιτιακές κανονικότητες. Ως εκ τούτου αδυνατεί να εκφράσει τη διάκριση σ’αιτιακές διαδικασίες και σε ψευδοδιαδικασίες θεμελιώνει δε τις αιτιακές γραμμές στη δυνατότητά μας να κάνουμε συλλογισμούς.
Οι συλλογισμοί αυτοί επιβεβαιώνουν την πραγματοποίηση ενός συμβάντος που ανήκει σε αιτιακή γραμμή με τη βοήθεια της κανονικότητας που τις διέπει βασιζόμενοι στο γεγονός ότι κάποια άλλα συμβάντα που επίσης ανήκουν στην ίδια αιτιακή γραμμή έχουν λάβει χώρα. Μ’άλλα λόγια ο Ράσσελ θεμελιώνει την αιτιότητα στη δυνατότητα του υποκειμένου να κάνει συλλογισμούς. Όμως η πραγματική ώθηση για τις θεωρίες περί φυσικής αιτιότητας προέκυψε μέσα από το έργο του Σάλμον (1984) και του Ντόβ (1992) στο τέλος του εικοστού αιώνα.
Εγώ σ’αυτή την μακροσκελή πρόταση του συγγραφέα μας θα αντιτείνω ότι: δεν είναι τα μαθηματικά θεωρήματα και η επιστημονική έρευνα που οργάνωσαν και ανέδειξαν τις αιτιακές σχέσεις αλλά αντίθετα η χρήση των αιτιακών σχέσεων στη λογική που οργάνωσαν τα μαθηματικά και τις επιστήμες.
Στη συνέχεια παρατηρώ ότι ο συγγραφεύς δεν μας διευκολύνει να κατανοήσουμε, “τι σχέση έχει η Θεωρία της Σχετικότητας με την κατά τη γνώμη του σύγχρονη αντίληψη περί φυσικής αιτιότητας και την αντανάκλαση στην ανθρώπινη σκέψη της σχετικιστικής αντίληψης της σχέσης αιτίας και αποτελέσματος.
Επίσης αν αυτή η επισήμανση γίνεται για να τοποθετηθεί ο Αϊνστάιν ανάμεσα στα όρια του θετικισμού είναι μάλλον υπερβολική, αφού οι αντιλήψεις του έχουν περιληφθεί απ’τον ίδιον μέσ’τα όρια μιας ήπιας νευτώνειας αντικειμενικής ορθολογικότητας αναπόσπαστης από τον ντετερμινισμό.
Λέγεται όμως ότι με την εμφάνιση της θεωρίας της σχετικότητας η οποία είναι κυρίως μια θεωρία σχετικότητας χώρου και χρόνου, τα θεμέλια της νευτώνειας αντικειμενικής ορθολογικότητας και του ντετερμινισμού αμφισβητήθηκαν βίαια αφού πλέον ο χώρος δεν μπορούσε να γίνει αντιληπτός ξέχωρα από τον χρόνο, αλλά σαν μια χωροχρονική συνέχεια. Ο ίδιος ο Αϊνστάιν όμως ποτέ δεν προχώρησε σε κάποια τέτοια διατύπωση, ίσως γιατί δεν εντελήφθει το επιστημονικό μέγεθος της πρότασής του. Μάλιστα τόνισε ότι η ορθολογική αντικειμενικότητα κι ο ντετεμινισμός συμπίπτουν με την επιστημονικότητα κι έτσι είναι αδύνατο να εγκαταληφθούν. Περίπου την ίδια εποχή όμως κατέφθασε στο επιστημονικό προσκήνιο κι η θεωρία των κβάντα, η οποία θεώρησε ότι η ενέργεια εκλύεται σε μικρά ποσά, -τα κβάντα ενεργείας-, κι από κει και πέρα ο κόσμος θα έπρεπε να αναθεωρηθεί, αφού έγινε αποδεκτό αυτό που είχε ορίσει η θεωρία της σχετικότητα ότι τα πάντα μετατρέπονται σε ενέργεια και η ενέργεια σε όλα. Από τότε λοιπόν όλα τα γεγονότα του κόσμου μας θα έπρεπε να συνοδεύονται από μια συχνότητα και κάποιο μήκος κύματος (όπου η συχνότητα θα ήταν ο Χρόνος και το μήκος κύματος ο Χώρος και είναι η σχέση συχνότητας-μήκους κύματος που αναδεικνύει τη χωροχρονική ενότητα στον καβαντικό κόσμο). Όμως κι η θεωρία των κβάντα δεν ένιωσε το επιστημονικό βάθος αυτής της ανακάλυψης, αφού η εξίσωση του Σρέντιγκερ δεν λαμβάνει υπόψιν τα δεδομένα όπως αναδύονται απ’την ίδια τη θεωρία. Η σύμφυση της συχνότητας και του μήκους κύματος με τα όντα, υποδεικνύει την ενότητα Χώρου, Χρόνου και Είναι μέσα στο Γίγνεσθαι. Αυτό είναι κάτι που οι αρχαίοι διαλεκτικοί Ηράκλειτος και Ζήνων είχαν διερευνήσει και αν οι σύγχρονοι επιστήμονες γνώριζαν τις αντιλήψεις αυτών των διανοητών δεν θα έπεφταν στη παγίδα που έχουν πέσει. Ο Χώρος κι ο Χρόνος στις σύγχρονες επιστημονικές αντιλήψεις δεν μπορεί παρά να συμπίπτει με αυτές των Ηράκλειτου και Ζήνωνα. Αλλά αυτοί συνήγαγαν τις αντιλήψεις τους μέσω της διαλεκτικής τους σκέψης, όπου τα γεγονότα και τα πράγματα του κόσμου μας καταλύονται-συντιθέμενα, Είναι-ΜηΌντας συνεχώς Άλλα-Αλλού. Αυτό το ίδιο το κινούμενο λοιπόν κατ’αυτούς δεν μπορεί να φύγει από θέση Α και να πάει σε θέση Β, γιατί από τη μία θέση στην άλλη, είναι Άλλο. Όλες οι αποδοχές περί ταχύτητας και διάρκειας των κβαντικών γεγονότων-αντικειμένων είναι λαθεμένες. Το βέλος του Ζήνωνα λοιπόν για να φτάσει από το τόξο στον στόχο πρέπει κατά τη διαδικασία της κίνησης ν’απαρνιέται συνεχώς την ταυτότητά του όντας Άλλο-Αλλού. Αυτό όμως δε λαμβάνεται υπόψιν ούτε από τον Αϊνστάιν, ούτε από τον Σρέντιγκερ. Το φωτόνιο κατά τον Αϊνστάιν μολονότι είναι κβαντικό γεγονός κινείται αυτό το Ίδιο έχοντας ταχύτητα και διατηρώντας την ταυτότητά του. Έτσι μπαίνοντας το φωτόνιο στον νευτώνειο κόσμο κι αποκτώντας ταχύτητα και χρονική διάρκεια, τα οποία δεν δικαιούται, γεννά όλα τα παράδοξα της κίνησης στη θεωρία της σχετικότητας. Η εξίσωση του Σρέντιγκερ δεν λαμβάνει υπόψιν ότι το ηλεκτρόνιο δεν κινείται αυτό ίδιο και ότι ο Χρόνος που του αποδίδεται δεν μπορεί να είναι διάρκεια αλλά συχνότητα, ενώ ο Χώρος μήκος κύματος. Έτσι στην ίδια εξίσωση και στο ίδιο γεγονός χρησιμοποιούνται συγχρόνως, ο νευτώνειος χρόνος και χώρος που είναι αντικειμενικοί και ξεχωριστοί μεταξύ τους κι ο κβαντικός χώρος και χρόνος που συνιστούν χωρο-χρονική ενότητα. Συνεπώς στις σχετικιστικές και κβαντικές αιτιακές διαδικασίες απ’τη μια αμφισβητούνται βίαια οι αιτιακές σχέσεις της αντικειμενικής ορθολογικής τυπικότητας, ενώ απ’την άλλη είναι το μέσο για την εξεύρεση της αλήθειας.
Ας δούμε τι κάνει ο θετικισμός για να υπερβεί αυτό το πρόβλημα.
Θετικισμός (Από την Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια).
Ο Θετικισμός είναι ένα επιστημονικό φιλοσοφικό δόγμα το οποίο υποστηρίζει πως μία πρόταση ή ένας φυσικός νόμος είναι αληθής μόνο όταν είναι λογικά επαληθεύσιμος. Η επαλήθευση θα πρέπει να είναι κατ'ανάγκην έμμεση, δηλαδή μία πρόταση είναι αληθής μόνο όταν αν, συνδυαζόμενη με κάποια άλλη αληθή πρόταση, δίνει αληθή συμπεράσματα. Απορρίπτει καθετί υπερβατικό, απόκρυφες δυνάμεις που θεωρεί ανύπαρκτες και ασύλληπτες από τη νόηση. Ιδρυτής του είναι ο Γάλλος φιλόσοφος Αύγουστος Κοντ (Auguste Comte).
Οι βασικές θέσεις του πρωτογενούς Θετικισμού:
1. Κάθε γνώση που αφορά γεγονότα βασίζεται στα «θετικά» στοιχεία της εμπειρίας, και
2. πέρα από τον κόσμο των γεγονότων υπάρχει ο κόσμος της καθαρής Λογικής και των καθαρών Μαθηματικών.
Οι θετικιστές έγιναν γνωστοί για την απόρριψη της Μεταφυσικής, δηλαδή των εικασιών σχετικά με τη φύση της πραγματικότητας, που πηγαίνουν πέρα από κάθε πιθανό στοιχείο το οποίο θα μπορούσε να υποστηρίξει ή να διαψεύσει τέτοιες «υπερβατικές» αξιώσεις.
Εδώ βλέπουμε πάλι μιαν υπερβολή. Αφού αν υπάρχουν καθαρά μαθηματικά και καθαρή λογική ενισχύουν τις αντιλήψεις για την καταγωγή της σκέψης απ’τη Μεταφυσική την οποίαν ο νεοθετικισμός θέλει να απορρίψει.
O θετικισμός ως δόγμα απορρίπτει καθετί υπερβατικό, όπως άλλωστε και τις απόκρυφες δυνάμεις ή αιτίες, τις οποίες και θεωρεί ουσιαστικά ανύπαρκτες ή ασύλληπτες για την ανθρώπινη νόηση. Είναι γεγονός ότι ο θετικισμός ως μοναδική γνωσιολογική περιοχή θεωρεί την εμπειρία – τα θετικά γεγονότα -, ενώ περιορίζει την αποστολή όλων των επιστημών μόνο στην αναγνώριση και καταγραφή – και όχι στην ερμηνεία των γεγονότων και των φαινομένων. Ουσιαστικά, ο θετικισμός υποστηρίζει ότι μπορούμε να στηριζόμαστε στην εμπειρία και έτσι να γνωρίζουμε μόνο τα αντικείμενα των φυσικών επιστημών.
Εγώ λέω ότι: Ο νεοθετικισμός μολονότι το υποψιάζεται, παραβλέπει ότι ο Ορθολογισμός πάσχει θεμελιοκρατικά και είναι το λίκνο της μεταφυσικής.
Πράγματι, οι θετικιστές πιστεύουν στον Εμπειρισμό, στην ιδέα δηλαδή ότι η παρατήρηση και η μέτρηση αποτελούν τον πυρήνα της κάθε επιστημονικής προσπάθειας. Παράλληλα θεωρούν ότι το πείραμα – δηλαδή την προσπάθεια να γίνουν διακριτοί οι φυσικοί νόμοι μέσω άμεσων χειρισμών και παρατηρήσεων – είναι η βάση κάθε επιστημονικής μεθόδου. Έτσι, μ’αυτές τις θέσεις του, η θετική υπηρεσία που προσέφερε ο θετικισμός στην επιστήμη ήταν η απομάκρυνση από μιαν άγονη θεωρητικολογία και η στροφή στην έρευνα των γεγονότων, βασισμένη στην εμπειρία, την παρατήρηση, στο πείραμα και τα Μαθηματικά.
Εγώ λέω: Μέχρι την εποχή του Νεύτωνα όλ’αυτά ήταν άκρως επιστημονικά, με την έλευση της Θεωρίας της Σχετικότητας και της Θεωρίας των Κβάντα, δε άλλαξε μόνο η διαδικασία και το νόημα της μέτρησης, αλλά η αντίληψή μας για τη φύση των πραγμάτων αλλά και η λογική προσέγγιση σ’αυτά. Ο Νεοθετικισμός λοιπόν πρέπει να αναθεωρηθεί από έναν Νεο Νεοθετικισμό ίσως υπερ-νεοθετικισμό ο οποίος πρέπει ν’ανθεωρήσει καί τις αντιλήψεις του περί εμπειρίας καί τις αντιλήψεις του περί Ορθολογισμού.
O θετικισμός ως φιλοσοφική θεωρία είναι πολύ κοντά στη Φυσική αφού σαν απόλυτο δεν αναγνωρίζει τίποτε άλλο παρά μόνο ένα, την αρχή ότι τίποτε δεν είναι απόλυτο, μια άποψη που είναι δόγμα για τις απόψεις της σύγχρονης Φυσικής και Αστροφυσικής. O θετικισμός, ως κύρια συνιστώσα της φυσικής σκέψης, είναι: λαϊκός, εγκόσμιος, αντιθεολογικός κι αντιμεταφυσικός –απόρριψη της Μεταφυσικής-, με αυστηρή εμμονή στη μαρτυρία της παρατήρησης και της εμπειρίας – γνώση και πείραμα.
Εγώ λέω: Ο θετικισμός στηριζόμενος πάνω στον Ορθολογισμό αποδέχεται κατ’ανάγκη ότι στο βάθος ο κόσμος μας συνίσταται από μια σειρά εσχάτων αναλλοίωτων και γι’αυτό απολύτων στοιχειωδών που συνιστούν το πεπερασμένο, φαινομενικό γίγνεσθαι του κόσμου.
Τελικά ο θετικισμός, απορρίπτοντας τη Μεταφυσική, βοήθησε να ξεπεραστούν προκαταλήψεις του παρελθόντος και προώθησε την ανάπτυξη της λογικής φυσικής σκέψης. Σε μια θετικιστική θέα του κόσμου, η επιστήμη θεωρείται ο τρόπος με τον οποίο μπορούμε να ανακαλύψουμε την αλήθεια και να κατανοήσουμε τον κόσμο όσο δυνατόν καλύτερα ούτως ώστε να μπορούμε να τον προβλέψουμε ή να τον ελέγξουμε.
Εγώ λέω: Ο Θετικισμός δεν απέρριψε τη μεταφυσική αφού αυτή ήταν η πηγή καταγωγής του όσο για την αλήθεια που μας οδήγησε να κατανοήσουμε, επειδή ο κόσμος είναι εν τω γίγνεσθαι μόνο μια αλήθεια υπάρχει: ότι ο κόσμος είναι σε συνεχές γίγνεσθαι και η αλήθεια συνεχώς αλλάζει.
Ιστορική πορεία του θετικισμού
Στην αρχαία Φιλοσοφία υπάρχουν σαφή προμηνύματα του Θετικισμού. Μολονότι η σχέση του Πρωταγόρα, σοφιστή του 5ου π.Χ. αιώνα, με τη μετέπειτα θετικιστική σκέψη ήταν μάλλον απόμακρη, ωστόσο υπήρξε μια πολύ πιο έντονη ομοιότητα με τον κλασικό σκεπτικό φιλόσοφο Σέξτο τον Εμπειρικό (3ος μ.Χ. αιώνας), ενώ αιώνες αργότερα ο νομιναλιστής φιλόσοφος του Μεσαίωνα Γουίλιαμ του Όκκαμ (William of Ockham, 1300-1349) είχε σαφή συνάφεια με τον σύγχρονο Θετικισμό.
O Γάλλος φιλόσοφος του Διαφωτισμού Πιέρ Μπαιλ (Pierre Bayle, 1647-1706), μέσω του έργου του Σύστημα της Φιλοσοφίας (Systeme de la philosophie), έδωσε κάποια ώθηση στη διδασκαλία θετικιστικών απόψεων, ενώ στη συνέχεια ο Γερμανός φυσικός και λόγιος Γκέοργκ Κριστόφ Λίχτενμπεργκ (Georg Christoph Lichtenberg, 1742-1799) είχε πολλά κοινά με τη θετικιστική αντιμεταφυσική του 19ου αιώνα.
O Θετικισμός είχε τις βαθύτερες ρίζες του στον γαλλικό Διαφωτισμό που τόνιζε ιδιαίτερα το καθαρό φως της Λογικής, όπως και στον βρετανικό Εμπειρισμό του 18ου αιώνα, ιδιαιτέρως του Ντέιβιντ Χιουμ και του Τζωρτζ Μπέρκλεϋ που τόνιζαν τον ρόλο της αισθητηριακής εμπειρίας (αισθήσεις – αισθητήριο).
Είναι γεγονός ότι ο Αύγουστος ή Ογκίστ Κοντ (Auguste Comte), ο εισηγητής του Θετικισμού, επηρεάστηκε απόλυτα από τους Γάλλους εγκυκλοπαιδιστές του Διαφωτισμού, όπως τον Ντενί Ντιντερό (Denis Diderot), τον Ζαν ντ’ Αλαμπέρ (Jean d’Alambert) και τον Κλωντ Ανρί (Claude Henri), κόμη του Saint Simon, ιδρυτή του γαλλικού σοσιαλισμού, του οποίου ο Κοντ υπήρξε μαθητής κι οπαδός στη νεαρή ηλικία του.
Νεοθετικισμός
H πρώτη γενιά των Βιεννέζων θετικιστών του 20ού αιώνα, άρχισε τις δραστηριότητες της γύρω στο 1907. Από αυτούς ξεχώρισαν ένας φυσικός, ο Φίλιπ Φρανκ (Philipp Frank), οι μαθηματικοί Χανς Χαν (Hans Hahn) και Ρίχαρντ φον Μίζες (Richard von Mises), καθώς και ο οικονομολόγος-κοινωνιολόγος Όττο Νόυρατ (Otto Neurath). Εξίσου σημαντική υπήρξε και η συμβολή μερικών διαπρεπών διανοητών που ήταν ταυτόχρονα μαθηματικοί και φιλόσοφοι, όπως: ο Μπέρναρντ Ρίμαν (Georg Friedrich Bernhard Riemann), εισηγητής μιας μη Ευκλείδειας Γεωμετρίας, ο Χέρμαν φον Χέλμχολτς (Hermann von HelmhoJtz), πρωτοπόρος σ’ένα ευρύ φάσμα επιστημονικών πεδίων, ο Λούντβιχ Μπόλτσμαν (Ludwig Boltzmann), σπουδαίος φυσικός και πρωτοπόρος ερευνητής της Στατιστικής Μηχανικής, ο Ανρί Πουανκαρέ (Henri Poincare), ο οποίος διέπρεψε τόσο στα Μαθηματικά όσο και στη Φιλοσοφία της Επιστήμης, και ο Ντάβιντ Χίλμπερτ (David Hilbert), που διακρίθηκε στην τυπολογία των Μαθηματικών.
Όλοι αυτοί οι μεγάλοι επιστήμονες δεν διέπρεψαν γιατί ήταν νεοθετικιστές, αντίθετα αν δεν κουβαλούσαν τα νεοθετικιστικά βαρύδια ίσως προσέφεραν ακόμα περισσότερα. Π.Χ. ο Ρήμαν ο οποίος συνέλαβε ένα είδος μη ευκλείδειας γεωμετρίας η οποία αναθεωρεί τον ορθολογισμό στη γεωμετρία και κάνει σθεναρά βήματα μέσα στη Διαλεκτική Σκέψη. Μάλιστα λέγεται ότι ο Αϊνστάιν είχε σαν μοντέλο ένα ρημάνειο σύμπαν. Ακόμα λέγεται ότι και ο Πουανκαρέ σε κάποιες μελέτες του αναρωτιέται για την αξία των μετρήσεών του, που στηρίζοντο σε ορθολογική βάση (θεωρία του χάους).
Μεγαλύτερη σημασία είχε πάντως η επίδραση του Άλμπερτ Αϊνστάιν και των τριών μεγαλύτερων εκπροσώπων της μαθηματικής Λογικής στα τελευταία εκατό χρόνια, του πρωτοπόρου Γερμανού μαθηματικού Γκότλοπ Φρέγκε (Gottlob Frege), των Μπέρτραντ Ράσελ (Bertrand Russell) και Άλφρεντ Νορθ Γουάιτχεντ (Alfred North Whitehead), συγγραφέων του μνημειακού έργου Principia Mathematica που δημοσιεύτηκε σε τρεις τόμους το 1910, το 1912 και το 1913, μέσω του οποίου προσπάθησαν να εξαγάγουν όλα τα Μαθηματικά από την καθαρή Λογική.
Ο συγγραφέας μας πληροφορεί ότι το έργο των νεοθετικιστών Φρέγκε, Ράσσελ, Γουάιτχεντ μαζί με το μαθηματικό έργο του Αϊνστάιν εξήγαγαν όλα τα μαθηματικά από την Καθαρή Λογική. Χωρίς βέβαια να μας πληροφορεί τι είναι η καθαρή Λογική και αν υπάρχει κάποια τέτοια. Από τα λίγα που γνωρίζω, τα μαθηματικά της θεωρίας της σχετικότητας συνήγαγε ο Αϊνστάιν από τις αμφίδρομες αιτιακές σχέσεις του κόσμου μας που ξεφεύγουν απ'τους όρους της "καθαρής λογικής". Μάλιστα η χωροχρονική ενότητα που εισάγει στο επιστημονικό γίγνεσθαι, ταράζει τα θεμέλια του νευτώνειου αντικειμενικού ντετερμινισμού, αμφισβητώντας βίαια τους όρους της "Καθαρής Λογικής".
O Θετικισμός επηρέασε τον Άγγλο φιλόσοφο του 19ου αιώνα Τζον Στιούαρτ Μιλ (John Stuart Mill), λογικό φιλόσοφο και οικονομολόγο, τόσο ώστε να θεωρείται ένας από τους εξέχοντες θετικιστές του αιώνα του. Στο έργο του Σύστημα της Λογικής (System of Logic, 1843), ο Μιλ ανέπτυξε μια εμπειριστική θεωρία της γνώσης και του επιστημονικού συλλογισμού με βάση τις εμπειρικές, όπως έλεγε, επιστήμες – δηλαδή, τη Λογική και τα Μαθηματικά.
Ο συγγραφέας, μας μπερδεύει. Από τη μια μιλά οι νεοθετικιστές μαθηματικοί εξάγουν όλα τα μαθηματικά από την Καθαρή Λογική η οποία παραμερίζει την εμπειρία και τον εμπειρισμό, από την άλλη κάποιοι νεοθετικιστές στηρίζουν τις θεωρίες τους στη Λογική και τα Μαθηματικά που είναι εμπειρικές επιστήμες. Έτσι από τη μια απορρίπτει τον εμπειρισμό και από την άλλη τον επικαλείται.
Ακόμη κι ο Βρετανός κοινωνιολόγος και φιλόσοφος Χέρμπερτ Σπένσερ, (Herbert Spencer, 1820-1903), ο εισηγητής τόσο της θεωρίας του «ακατάληπτου» όσο και της εξελικτικής θεωρίας του Δαρβίνου στην Ηθική και την Κοινωνιολογία, θεωρείται υπέρμαχος του εν γένει θετικιστικού προσανατολισμού. O Σπένσερ πίστευε ότι η Φιλοσοφία είναι τελείως ενοποιημένη γνώση. Έτσι ταύτισε τις απόψεις του με τις θέσεις του Θετικισμού ότι η Φιλοσοφία είναι ένα γενικό σύστημα αντιλήψεων -μια καθολική επιστήμη- και όχι η αναζήτηση του απολύτου, της προέλευσης και του σκοπού του κόσμου. Τέτοια προβλήματα δεν έχουν νόημα και δεν υφίστανται για τον Θετικισμό.
Αν όμως η φιλοσοφία κατά τις διακηρύξεις των νεοθετικιστών είναι μια επιστήμη θα πρέπει να ξεκαθαριστεί τι είδους επιστήμη είναι. Εγώ λέω και δεν νομίζω να έχουν ακόμα και οι νεοθετικιστές αντίρρηση, ότι η φιλοσοφία δικαιούται το ένδυμα της τέχνης της νόησης ως υψηλής. Δηλαδή η φιλοσοφία τελικά συμπίπτει με την επιστήμη της Λογικής η οποία είναι η ίδια η επιστημονικότητα.
Ας δούμε λοιπόν τι αξία έχουν όλα αυτά σήμερα και πόσο θετικά επέδρασαν στην επιστήμη και στη κοινωνία: Κατ’αρχήν όλοι αυτοί οι μαθηματικοί θέλησαν ν’αναπτύξουν μια λογικο-γλωσσική σύνταξη η οποία να αφαιρεί κάθε μεταφυσική από τα όρια της σκέψης. Άραγε το πέτυχαν; Αυτοί οι επιστήμονες εκοιμούντο με το Όργανον του Αριστοτέλη στο προσκεφάλι τους για να μπορέσουν να προσαρμόσουν μια λογικο-γλωσσική μαθηματική σύνταξη των ονείρων τους, ό,τι προέκυπτε από τον Αριστοτέλη. Δηλαδή χωρίς τον αριστοτελικό ορθολογισμό δεν μπορούσαν να πάνε πουθενά. Όμως ο αριστοτελικός ορθολογισμός δεν μπορεί παρά να δέχεται τον κόσμο σε σχετική ακινησία ή τουλάχιστον να τον ακινητοποιεί ιδεατά για να τον διερευνήσει. Αυτό από πρώτη κιόλας ματιά είναι παραφύση και Μεταφυσικό. Έτσι ο ορθολογισμός δεν μπορεί να περιγράψει τον κόσμο όπως είναι. Επίσης οι θετικιστές έχουν μιαν υπεβολική εμμονή στην αξία της εμπειρίας την οποία επεξεργάζεται ορθολογικά-στατικά. Έτσι ο θετικισμός δεν μπορεί να υπερβεί τη μεταφυσική αφού την περιέχει μέσα του. Εγώ βέβαια δεν είμαι σε θέση να κρίνω την αξία των λογικο-γλωσσικών μαθηματικών συντάξεων που ενεφανίστηκαν με την δραστηριότητά αυτών των διακεκριμένων μαθηματικών, αλλά μπορώ ν’αντιληφθώ ότι όλες αυτές οι λογικο-γλωσσικές συντάξεις δεν φέρνουν κάτι νέο, αλλά κάποια δεκανίκια του αριστοτελικού ορθολογισμού που χωρίς αυτά δεν πάνε πουθενά. Εξ άλλου γι’αυτούς, άσχετα αν το λένε ή όχι αυτή είναι η μόνη λογική. Η λογική του στατικού που προϋποθέτει στον πυθμένα του κόσμου μας να υπάρχει μια σειρά αναλλοίωτα στοιχειώδη που συνιστούν τον αληθινό κόσμο κι ό,τι εμπειρικά προσλαμβάνουμε εκπροσωπεί την φαινομενικότητά του.
Οι νεοθετικιστές νομίζουν πως αν αποκηρύξουν τη μεταφυσική, όπως αποκηρύσσουν οι χριστιανοί τον Σατανά, ξεμπλέκουν μια και καλή απ’αυτήν. Ο Σατανάς όμως έχει πολλά ποδάρια και όπως ο Θεός είναι αυτός που τον γεννά στον Ιουδο-χριστιανισμό, έτσι και ο Ορθολογισμός γεννά τη Μεταφυσική μέσα στον Θετικισμό. Όλα τα μαθηματικά καπρίτσια και παίγνια που αγαπήθηκαν τόσο πολύ και υποσχέθηκαν την αλήθεια, δεν εκπλήρωσαν τις μελλοντικές τους υποσχέσεις. Η σύγχρονη επιστήμη, με την έντονη αμφισβήτηση του ντετερμινισμού και της αντικειμενικής ορθολογικότητας, ψάχνει για ριζικά νέες αντιλήψεις στη λογική, οι οποίες μπορεί να είναι και οι αρχαιότερες.
Αυτές μας τις έχουν ήδη ετοιμάσει οι προσωκρατικοί και πρέπει ν’ απλώσουμε το χέρι, να τις πάρουμε, να τις εναρμονίσουμε με το νέο επιστημονικό γίγνεσθαι, να ξαναοργανώσουμε τις επιστημονικές μας αντιλήψεις απ’την αρχή. Επειδή η Διαλεκτική των προσωκρατικών είναι η επιστήμη και η τέχνη της νόησης ως υψηλή, θα μπορούσε να περιλάβει μέσα της όλες τις επιστήμες κι έτσι η Φιλοσοφία θα ξαναγύριζε σαν η μοναδική επιστήμη. Αυτό βέβαια στους θετικιστές φαντάζει σαν ο μέγιστος αναχρονισμός. Αν όμως γίνει αντιληπτό ότι ο κόσμος είναι σε αληθινό γίγνεσθαι και πρέπει να διερευνηθεί μέσω της διαλεκτικής λογικής ως επιστήμης όλα θ'αλλάξουν.
Παράδειγμα ανάλυσης της σχέσης του αιτίου με το αποτέλεσμα
Το περίφημο παράδειγμα της κρούσης των σφαιρών του μπιλιάρδου, το οποίο κατά τον Χιουμ αποτελεί το τέλειο παράδειγμα σχέσης αιτίας και αποτελέσματος, απ’όσο γνωρίζουμε, είτε διά της αισθήσεως του αναστοχασμού (Χιουμ 1740): συνιστά όσον αφορά τις θεωρίες για τη φυσική αιτιότητα, μια υποδειγματική περίπτωση αιτιακής σχέσης η οποία χρήζει ανάλυσης: Μια σφαίρα συγκρούεται με μιαν άλλη και μεταδίδει κίνηση σ’αυτήν. Η κρούση που λαμβάνει χώρα θεωρητικά σε ένα σημείο του χώρου και σε κάποια χρονική στιγμή, μεταβάλει τα κινητικά χαρακτηριστικά των δύο σφαιρών. Ο Σάλμον και ο Ντόου χαρακτηρίζουν την κρούση ως αιτιακή αλληλεπίδραση. Σε μιαν αιτιακή αλληλεπίδραση παράγεται σύμφωνα με τον Σάλμον αιτιακή επιρροή, η οποία διαδίδεται στον χώρο και στον χρόνο. Κάθε μια από τις δύο σφαίρες με την κίνησή τους αποτελεί τον διαδότη της αιτιακής επιρροής και χαρακτηρίζεται ως αιτιακή διαδικασία. Έστω ότι μία από τις δύο σφαίρες συγκρούεται με μια τρίτη σφαίρα. Σ’αυτή την περίπτωση η αιτιακή επιρροή που παράγεται στο χωροχρονικό σημείο της αρχικής σύγκρουσης, κατά την αρχική αλληλεπίδραση, διαδίδεται στον χώρο και τον χρόνο και προκαλεί νέα αιτιακή αλληλεπίδραση σε κάποια άλλη χρονική στιγμή και σε άλλο χωρικό σημείο. Έτσι μπορούμε να θεωρήσουμε την πρώτη σύγκρουση ως αίτιο της δεύτερης η οποία χαρακτηρίζεται αποτέλεσμα της πρώτης .… Με λίγα λόγια, αν το τραπέζι είναι διάφανο και φωτίζεται με προβολείς από πάνω, οι σκιές των σφαιρών και οι συγκρούσεις, ώ του θαύματος δεν αποτελούν αιτιακή διαδικασία, αφού αν δεν υπάρχουν σφαίρες δεν μπορεί να υπάρξει σχέση αιτίας και αποτελέσματος.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: Δεν θα συνεχίσω με την ανάπτυξη αυτού του ευφυούς παραδείγματος και τις συνέπειές του, γιατί είναι τόσο κραυγαλέα πεπαλαιωμένο που μόνο απελπισία θα δημιουργήσει. Με τα σύγχρονα δεδομένα μπίλιες δεν υπάρχουν, στη θέση τους μπορούμε να βάλουμε ηλεκτρόνια ή άλλα κβαντικά “αντικείμενα” τα οποία είναι σωμάτια-κύματα και συμπεριφέρονται τελείως διαφορετικά: Τα ηλεκτρόνια κατά την κίνησή τους ή ακόμα περισσότερο κατά τη σύγκρουσή τους, είναι Άλλα-Αλλού. Η ταχύτητά τους μετατρέπει το μέγεθος και την μάζα τους και κατά συνέπεια την υπόστασή τους. Αυτά δεν έχουν καμιά σχέση με τις μπίλιες του μπιλιάρδου του δόκτορος Χιουμ, ή τα σωματίδια του Νεύτωνα, αλλά ακόμα κι ο εμπειρικός ορθολογισμός στα υπόγεια του κόσμου μας δεν λειτουργεί πια. Οι αλληλεπιδράσεις δεν ωθούν πλέον μπίλιες, αλλά μεταβάλλουν κβαντικά αντικείμενα σε άλλα. Ο κόσμος μας είναι πολύ διαφορετικός πια απ’αυτόν των θετικιστών, αλλά και πιο δημοκρατικός. Χωράει και την αντικειμενική ορθολογικότητα για την καθημερινότητα του κόσμου μας, αλλά και την διαλεκτική για τον κόσμο του γίγνεσθαι.
Επ'αυτού λέει ο μεγάλος επιστήμονας κι ανθρωπιστής Μπωμ: ...στην κβαντο-μηχανική, η θεωρία του πεδίου περιγράφει την κίνηση των στοιχειωδών σωματίων ως δημιουργία καταστροφή τους. Έτσι αν ένα ηλεκτρόνιο υποστεί σκέδαση από την πορεία του, αυτό το περιστατικό περιγράφεται ως καταστροφή αυτού του ηλεκτρονίου και δημιουργία άλλου που κινείται σ'άλλη κατεύθυνση. Ακόμα στην παράσταση του πεδίου κίνησης ενός ελευθέρου σωματίου διπιστώνεται ότι η κί-νησή τους περιγράφεται ως μια σειρά καταστροφής-δημιουργίας που έχει αποτέ-λεσμα τη συνεχή αλλαγή του κινουμένου σωματίου. Τα κβαντικά σωμάτια δεν διατηρούν συνεχώς της ταυτότητά τους. Αυτό λοιπόν που το είδαμε στο Ζήνωνα, το είδαμε επίσης και στον Ηράκλετο: Την ίδια ουσία δεν ξαναγγίζουμε, γιατί όλα αλλάζουν βίαια και γρήγορα, καταλύονται-συντιθέμενα, Είναι-ΜηΌντας. Ο Μπώμ βέβαια το αναφέρει γιατί το είδε με τα μάτια του στα πανάκριβα εργαστήρια, ενώ ο Ηράκλειτος το συνέλαβε μέσα στην αφηρημένη ερημιά της διαλεκτικής του σκέψης.
Όμως ακόμα κι η χρήση μιας Διαλεκτικής η οποία θα δεχόταν τον κόσμο όπως είναι και θ’αρνείτο της αξία “της αρχής της ταυτότητας”, βάζοντας στη θέση της μιαν “αρχή της αντιφατικής ταυτότητας”, θα παρέλειπε την αρχή την μη αντίφασης και θα υποχρεούτο ν’αποδεχτεί μιαν αρχή “της αντιφατικής αιτιότητας”, όπου η αλυσίδα της αιτίας θα ήταν, όπως έχει καθήκον, πολυδιάστατη και σε πλήρη ανάπτυξη αντιφατική κι αυτοαναιρούμενη έτσι η σχέση αιτίας κι αποτελέσματος θα ήταν αμφίδρομη ή και αμφίδρομη. Αυτό βέβαια όχι επειδή το θέλει η πλήρης ανάπτυξη της αντιφατικής ταυτότητας, αλλά επειδή ο κόσμος σε πλήρη ανάπτυξη είναι έτσι. Τότε κάθε προσδιορισμός και αιτιακό αποτέλεσμα θα ήταν ενδεχομενικό αφού ο κόσμος ως απεριόριστα πολυδιάστατος δεν μπορεί απόλυτα να περιληφθεί σε καμιά λογική διαδικασία. Αυτή η πρακτική ονομάζεται “Διαλεκτική Σεμνότητα” κι είναι ο μόνος τρόπος που μπορούμε να προσεγγίσουνε αιτιακά τη ζωντανή φύση που βρίσκεται σε συνεχές γίγνεσθαι.
Ο συγγραφέας: Ε. Ιστορικά οι θεωρίες για τη φυσική αιτιότητα έλκουν την καταγωγή τους από ιδέες που διατυπώθησαν στο πρώτο μισό του εικοστού αιώνα, μετά τη διατύπωση της Ειδικής Θεωρίας της Σχετικότητας και της Γενικής Θεωρίας της Σχετικότητας απ’τον Αϊνστάιν.
Εγώ παρατηρώ στο Ε: Όλες οι θεωρίες για τη φυσική αιτιότητα αλλά και την αιτιότητα γενικά έλκουν την καταγωγή τους από την αρχαία Ελλάδα και ειδικά από τον Πυθαγόρα, τον Θαλή, τον Ξενοφάνη, τον Παρμενίδη, τον Αναξίμανδρο, τον Ηράκλειτο, τον Αναξαγόρα, τον Αριστοτέλη, τον Πλάτωνα, τον Επίκουρο και πάει λέγοντας ή ακόμα τον Αρχιμήδη και άλλους μεγάλους μαθηματικούς τους οποίους ο συγγραφέας μας παραμερίζει για χάρη του νεοθετικισμού. Εκτός αν η χρήση του Ορθολογισμού ή της Διαλεκτικής για τον συγγραφέα μας δεν σχετίζεται με τις σύγχρονες επιστήμες. Τότε θα πρέπει να μας εξηγήσει πως θα μπορούσε να οργανωθεί επιστημονική σκέψη και φυσικά αιτιότητα, χωρίς κάποια άλλη λογικο-γλωσσική σύνταξη η οποία να οδηγήσει τα βήματα των επιστημόνων από αυτήν του ορθολογισμού που πρότεινε ο Παρμενίδης ή της διαλεκτικής που πρότεινε ο Ηράκλειτος. Η θεωρία της σχετικότητας του Αϊνστάιν, φιλοσοφικά πάσχει από διγλωσσία: Από τη μια δέχεται την ενότητα χώρου και χρόνου, ενώ συγχρόνως κατά την κίνηση του φωτονίου ή άλλων κβαντικών γεγονότων, τον χώρος ξέχωρο από τον χρόνο.
Ο συγγραφέας: Οι πραγματικές ακολουθίες συμβάντων του Ράιχενμπαχ που διακρίνονται από τις μη πραγματικές με βάση τη Μέθοδο του Ίχνους αποτελούν την πρώτη προσπάθεια θεμελίωσης των αιτιακών διαδικασιών κατ’αντιδιαστολή προς τις ψευδοδιαδικασίες (Ράιχενμπαχ). Μάλιστα η ορολογία που χρησιμοποίησε ο Ράιχενμπαχ αποτυπώνει την οντολογική προτεραιότητα του πρώτου είδους ακολουθιών έναντι εκείνων του δευτέρου είδους. Η θεωρία των αιτιακών γραμμών του Ράσσελ θεωρείται επίσης μια πρώιμη προσπάθεια να μιλήσουμε για διαδικασίες που ορίζονται από συμβάντα που λαμβάνουν χώρο στον χωρόχρονο και διέπονται από κανονικότητα. Ωστόσο η προσέγγιση του Ράσσελ δεν διακρίνει τις αιτιακές απ’τις μη αιτιακές κανονικότητες. Ως εκ τούτου αδυνατεί να εκφράσει τη διάκριση σ’αιτιακές διαδικασίες και σε ψευδοδιαδικασίες θεμελιώνει δε τις αιτιακές γραμμές στη δυνατότητά μας να κάνουμε συλλογισμούς.
Οι συλλογισμοί αυτοί επιβεβαιώνουν την πραγματοποίηση ενός συμβάντος που ανήκει σε αιτιακή γραμμή με τη βοήθεια της κανονικότητας που τις διέπει βασιζόμενοι στο γεγονός ότι κάποια άλλα συμβάντα που επίσης ανήκουν στην ίδια αιτιακή γραμμή έχουν λάβει χώρα. Μ’άλλα λόγια ο Ράσσελ θεμελιώνει την αιτιότητα στη δυνατότητα του υποκειμένου να κάνει συλλογισμούς. Όμως η πραγματική ώθηση για τις θεωρίες περί φυσικής αιτιότητας προέκυψε μέσα από το έργο του Σάλμον (1984) και του Ντόβ (1992) στο τέλος του εικοστού αιώνα.
Εγώ σ’αυτή την μακροσκελή πρόταση του συγγραφέα μας θα αντιτείνω ότι: δεν είναι τα μαθηματικά θεωρήματα και η επιστημονική έρευνα που οργάνωσαν και ανέδειξαν τις αιτιακές σχέσεις αλλά αντίθετα η χρήση των αιτιακών σχέσεων στη λογική που οργάνωσαν τα μαθηματικά και τις επιστήμες.
Στη συνέχεια παρατηρώ ότι ο συγγραφεύς δεν μας διευκολύνει να κατανοήσουμε, “τι σχέση έχει η Θεωρία της Σχετικότητας με την κατά τη γνώμη του σύγχρονη αντίληψη περί φυσικής αιτιότητας και την αντανάκλαση στην ανθρώπινη σκέψη της σχετικιστικής αντίληψης της σχέσης αιτίας και αποτελέσματος.
Επίσης αν αυτή η επισήμανση γίνεται για να τοποθετηθεί ο Αϊνστάιν ανάμεσα στα όρια του θετικισμού είναι μάλλον υπερβολική, αφού οι αντιλήψεις του έχουν περιληφθεί απ’τον ίδιον μέσ’τα όρια μιας ήπιας νευτώνειας αντικειμενικής ορθολογικότητας αναπόσπαστης από τον ντετερμινισμό.
Λέγεται όμως ότι με την εμφάνιση της θεωρίας της σχετικότητας η οποία είναι κυρίως μια θεωρία σχετικότητας χώρου και χρόνου, τα θεμέλια της νευτώνειας αντικειμενικής ορθολογικότητας και του ντετερμινισμού αμφισβητήθηκαν βίαια αφού πλέον ο χώρος δεν μπορούσε να γίνει αντιληπτός ξέχωρα από τον χρόνο, αλλά σαν μια χωροχρονική συνέχεια. Ο ίδιος ο Αϊνστάιν όμως ποτέ δεν προχώρησε σε κάποια τέτοια διατύπωση, ίσως γιατί δεν εντελήφθει το επιστημονικό μέγεθος της πρότασής του. Μάλιστα τόνισε ότι η ορθολογική αντικειμενικότητα κι ο ντετεμινισμός συμπίπτουν με την επιστημονικότητα κι έτσι είναι αδύνατο να εγκαταληφθούν. Περίπου την ίδια εποχή όμως κατέφθασε στο επιστημονικό προσκήνιο κι η θεωρία των κβάντα, η οποία θεώρησε ότι η ενέργεια εκλύεται σε μικρά ποσά, -τα κβάντα ενεργείας-, κι από κει και πέρα ο κόσμος θα έπρεπε να αναθεωρηθεί, αφού έγινε αποδεκτό αυτό που είχε ορίσει η θεωρία της σχετικότητα ότι τα πάντα μετατρέπονται σε ενέργεια και η ενέργεια σε όλα. Από τότε λοιπόν όλα τα γεγονότα του κόσμου μας θα έπρεπε να συνοδεύονται από μια συχνότητα και κάποιο μήκος κύματος (όπου η συχνότητα θα ήταν ο Χρόνος και το μήκος κύματος ο Χώρος και είναι η σχέση συχνότητας-μήκους κύματος που αναδεικνύει τη χωροχρονική ενότητα στον καβαντικό κόσμο). Όμως κι η θεωρία των κβάντα δεν ένιωσε το επιστημονικό βάθος αυτής της ανακάλυψης, αφού η εξίσωση του Σρέντιγκερ δεν λαμβάνει υπόψιν τα δεδομένα όπως αναδύονται απ’την ίδια τη θεωρία. Η σύμφυση της συχνότητας και του μήκους κύματος με τα όντα, υποδεικνύει την ενότητα Χώρου, Χρόνου και Είναι μέσα στο Γίγνεσθαι. Αυτό είναι κάτι που οι αρχαίοι διαλεκτικοί Ηράκλειτος και Ζήνων είχαν διερευνήσει και αν οι σύγχρονοι επιστήμονες γνώριζαν τις αντιλήψεις αυτών των διανοητών δεν θα έπεφταν στη παγίδα που έχουν πέσει. Ο Χώρος κι ο Χρόνος στις σύγχρονες επιστημονικές αντιλήψεις δεν μπορεί παρά να συμπίπτει με αυτές των Ηράκλειτου και Ζήνωνα. Αλλά αυτοί συνήγαγαν τις αντιλήψεις τους μέσω της διαλεκτικής τους σκέψης, όπου τα γεγονότα και τα πράγματα του κόσμου μας καταλύονται-συντιθέμενα, Είναι-ΜηΌντας συνεχώς Άλλα-Αλλού. Αυτό το ίδιο το κινούμενο λοιπόν κατ’αυτούς δεν μπορεί να φύγει από θέση Α και να πάει σε θέση Β, γιατί από τη μία θέση στην άλλη, είναι Άλλο. Όλες οι αποδοχές περί ταχύτητας και διάρκειας των κβαντικών γεγονότων-αντικειμένων είναι λαθεμένες. Το βέλος του Ζήνωνα λοιπόν για να φτάσει από το τόξο στον στόχο πρέπει κατά τη διαδικασία της κίνησης ν’απαρνιέται συνεχώς την ταυτότητά του όντας Άλλο-Αλλού. Αυτό όμως δε λαμβάνεται υπόψιν ούτε από τον Αϊνστάιν, ούτε από τον Σρέντιγκερ. Το φωτόνιο κατά τον Αϊνστάιν μολονότι είναι κβαντικό γεγονός κινείται αυτό το Ίδιο έχοντας ταχύτητα και διατηρώντας την ταυτότητά του. Έτσι μπαίνοντας το φωτόνιο στον νευτώνειο κόσμο κι αποκτώντας ταχύτητα και χρονική διάρκεια, τα οποία δεν δικαιούται, γεννά όλα τα παράδοξα της κίνησης στη θεωρία της σχετικότητας. Η εξίσωση του Σρέντιγκερ δεν λαμβάνει υπόψιν ότι το ηλεκτρόνιο δεν κινείται αυτό ίδιο και ότι ο Χρόνος που του αποδίδεται δεν μπορεί να είναι διάρκεια αλλά συχνότητα, ενώ ο Χώρος μήκος κύματος. Έτσι στην ίδια εξίσωση και στο ίδιο γεγονός χρησιμοποιούνται συγχρόνως, ο νευτώνειος χρόνος και χώρος που είναι αντικειμενικοί και ξεχωριστοί μεταξύ τους κι ο κβαντικός χώρος και χρόνος που συνιστούν χωρο-χρονική ενότητα. Συνεπώς στις σχετικιστικές και κβαντικές αιτιακές διαδικασίες απ’τη μια αμφισβητούνται βίαια οι αιτιακές σχέσεις της αντικειμενικής ορθολογικής τυπικότητας, ενώ απ’την άλλη είναι το μέσο για την εξεύρεση της αλήθειας.
Ας δούμε τι κάνει ο θετικισμός για να υπερβεί αυτό το πρόβλημα.
Θετικισμός (Από την Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια).
Ο Θετικισμός είναι ένα επιστημονικό φιλοσοφικό δόγμα το οποίο υποστηρίζει πως μία πρόταση ή ένας φυσικός νόμος είναι αληθής μόνο όταν είναι λογικά επαληθεύσιμος. Η επαλήθευση θα πρέπει να είναι κατ'ανάγκην έμμεση, δηλαδή μία πρόταση είναι αληθής μόνο όταν αν, συνδυαζόμενη με κάποια άλλη αληθή πρόταση, δίνει αληθή συμπεράσματα. Απορρίπτει καθετί υπερβατικό, απόκρυφες δυνάμεις που θεωρεί ανύπαρκτες και ασύλληπτες από τη νόηση. Ιδρυτής του είναι ο Γάλλος φιλόσοφος Αύγουστος Κοντ (Auguste Comte).
Οι βασικές θέσεις του πρωτογενούς Θετικισμού:
1. Κάθε γνώση που αφορά γεγονότα βασίζεται στα «θετικά» στοιχεία της εμπειρίας, και
2. πέρα από τον κόσμο των γεγονότων υπάρχει ο κόσμος της καθαρής Λογικής και των καθαρών Μαθηματικών.
Οι θετικιστές έγιναν γνωστοί για την απόρριψη της Μεταφυσικής, δηλαδή των εικασιών σχετικά με τη φύση της πραγματικότητας, που πηγαίνουν πέρα από κάθε πιθανό στοιχείο το οποίο θα μπορούσε να υποστηρίξει ή να διαψεύσει τέτοιες «υπερβατικές» αξιώσεις.
Εδώ βλέπουμε πάλι μιαν υπερβολή. Αφού αν υπάρχουν καθαρά μαθηματικά και καθαρή λογική ενισχύουν τις αντιλήψεις για την καταγωγή της σκέψης απ’τη Μεταφυσική την οποίαν ο νεοθετικισμός θέλει να απορρίψει.
O θετικισμός ως δόγμα απορρίπτει καθετί υπερβατικό, όπως άλλωστε και τις απόκρυφες δυνάμεις ή αιτίες, τις οποίες και θεωρεί ουσιαστικά ανύπαρκτες ή ασύλληπτες για την ανθρώπινη νόηση. Είναι γεγονός ότι ο θετικισμός ως μοναδική γνωσιολογική περιοχή θεωρεί την εμπειρία – τα θετικά γεγονότα -, ενώ περιορίζει την αποστολή όλων των επιστημών μόνο στην αναγνώριση και καταγραφή – και όχι στην ερμηνεία των γεγονότων και των φαινομένων. Ουσιαστικά, ο θετικισμός υποστηρίζει ότι μπορούμε να στηριζόμαστε στην εμπειρία και έτσι να γνωρίζουμε μόνο τα αντικείμενα των φυσικών επιστημών.
Εγώ λέω ότι: Ο νεοθετικισμός μολονότι το υποψιάζεται, παραβλέπει ότι ο Ορθολογισμός πάσχει θεμελιοκρατικά και είναι το λίκνο της μεταφυσικής.
Πράγματι, οι θετικιστές πιστεύουν στον Εμπειρισμό, στην ιδέα δηλαδή ότι η παρατήρηση και η μέτρηση αποτελούν τον πυρήνα της κάθε επιστημονικής προσπάθειας. Παράλληλα θεωρούν ότι το πείραμα – δηλαδή την προσπάθεια να γίνουν διακριτοί οι φυσικοί νόμοι μέσω άμεσων χειρισμών και παρατηρήσεων – είναι η βάση κάθε επιστημονικής μεθόδου. Έτσι, μ’αυτές τις θέσεις του, η θετική υπηρεσία που προσέφερε ο θετικισμός στην επιστήμη ήταν η απομάκρυνση από μιαν άγονη θεωρητικολογία και η στροφή στην έρευνα των γεγονότων, βασισμένη στην εμπειρία, την παρατήρηση, στο πείραμα και τα Μαθηματικά.
Εγώ λέω: Μέχρι την εποχή του Νεύτωνα όλ’αυτά ήταν άκρως επιστημονικά, με την έλευση της Θεωρίας της Σχετικότητας και της Θεωρίας των Κβάντα, δε άλλαξε μόνο η διαδικασία και το νόημα της μέτρησης, αλλά η αντίληψή μας για τη φύση των πραγμάτων αλλά και η λογική προσέγγιση σ’αυτά. Ο Νεοθετικισμός λοιπόν πρέπει να αναθεωρηθεί από έναν Νεο Νεοθετικισμό ίσως υπερ-νεοθετικισμό ο οποίος πρέπει ν’ανθεωρήσει καί τις αντιλήψεις του περί εμπειρίας καί τις αντιλήψεις του περί Ορθολογισμού.
O θετικισμός ως φιλοσοφική θεωρία είναι πολύ κοντά στη Φυσική αφού σαν απόλυτο δεν αναγνωρίζει τίποτε άλλο παρά μόνο ένα, την αρχή ότι τίποτε δεν είναι απόλυτο, μια άποψη που είναι δόγμα για τις απόψεις της σύγχρονης Φυσικής και Αστροφυσικής. O θετικισμός, ως κύρια συνιστώσα της φυσικής σκέψης, είναι: λαϊκός, εγκόσμιος, αντιθεολογικός κι αντιμεταφυσικός –απόρριψη της Μεταφυσικής-, με αυστηρή εμμονή στη μαρτυρία της παρατήρησης και της εμπειρίας – γνώση και πείραμα.
Εγώ λέω: Ο θετικισμός στηριζόμενος πάνω στον Ορθολογισμό αποδέχεται κατ’ανάγκη ότι στο βάθος ο κόσμος μας συνίσταται από μια σειρά εσχάτων αναλλοίωτων και γι’αυτό απολύτων στοιχειωδών που συνιστούν το πεπερασμένο, φαινομενικό γίγνεσθαι του κόσμου.
Τελικά ο θετικισμός, απορρίπτοντας τη Μεταφυσική, βοήθησε να ξεπεραστούν προκαταλήψεις του παρελθόντος και προώθησε την ανάπτυξη της λογικής φυσικής σκέψης. Σε μια θετικιστική θέα του κόσμου, η επιστήμη θεωρείται ο τρόπος με τον οποίο μπορούμε να ανακαλύψουμε την αλήθεια και να κατανοήσουμε τον κόσμο όσο δυνατόν καλύτερα ούτως ώστε να μπορούμε να τον προβλέψουμε ή να τον ελέγξουμε.
Εγώ λέω: Ο Θετικισμός δεν απέρριψε τη μεταφυσική αφού αυτή ήταν η πηγή καταγωγής του όσο για την αλήθεια που μας οδήγησε να κατανοήσουμε, επειδή ο κόσμος είναι εν τω γίγνεσθαι μόνο μια αλήθεια υπάρχει: ότι ο κόσμος είναι σε συνεχές γίγνεσθαι και η αλήθεια συνεχώς αλλάζει.
Ιστορική πορεία του θετικισμού
Στην αρχαία Φιλοσοφία υπάρχουν σαφή προμηνύματα του Θετικισμού. Μολονότι η σχέση του Πρωταγόρα, σοφιστή του 5ου π.Χ. αιώνα, με τη μετέπειτα θετικιστική σκέψη ήταν μάλλον απόμακρη, ωστόσο υπήρξε μια πολύ πιο έντονη ομοιότητα με τον κλασικό σκεπτικό φιλόσοφο Σέξτο τον Εμπειρικό (3ος μ.Χ. αιώνας), ενώ αιώνες αργότερα ο νομιναλιστής φιλόσοφος του Μεσαίωνα Γουίλιαμ του Όκκαμ (William of Ockham, 1300-1349) είχε σαφή συνάφεια με τον σύγχρονο Θετικισμό.
O Γάλλος φιλόσοφος του Διαφωτισμού Πιέρ Μπαιλ (Pierre Bayle, 1647-1706), μέσω του έργου του Σύστημα της Φιλοσοφίας (Systeme de la philosophie), έδωσε κάποια ώθηση στη διδασκαλία θετικιστικών απόψεων, ενώ στη συνέχεια ο Γερμανός φυσικός και λόγιος Γκέοργκ Κριστόφ Λίχτενμπεργκ (Georg Christoph Lichtenberg, 1742-1799) είχε πολλά κοινά με τη θετικιστική αντιμεταφυσική του 19ου αιώνα.
O Θετικισμός είχε τις βαθύτερες ρίζες του στον γαλλικό Διαφωτισμό που τόνιζε ιδιαίτερα το καθαρό φως της Λογικής, όπως και στον βρετανικό Εμπειρισμό του 18ου αιώνα, ιδιαιτέρως του Ντέιβιντ Χιουμ και του Τζωρτζ Μπέρκλεϋ που τόνιζαν τον ρόλο της αισθητηριακής εμπειρίας (αισθήσεις – αισθητήριο).
Είναι γεγονός ότι ο Αύγουστος ή Ογκίστ Κοντ (Auguste Comte), ο εισηγητής του Θετικισμού, επηρεάστηκε απόλυτα από τους Γάλλους εγκυκλοπαιδιστές του Διαφωτισμού, όπως τον Ντενί Ντιντερό (Denis Diderot), τον Ζαν ντ’ Αλαμπέρ (Jean d’Alambert) και τον Κλωντ Ανρί (Claude Henri), κόμη του Saint Simon, ιδρυτή του γαλλικού σοσιαλισμού, του οποίου ο Κοντ υπήρξε μαθητής κι οπαδός στη νεαρή ηλικία του.
Νεοθετικισμός
H πρώτη γενιά των Βιεννέζων θετικιστών του 20ού αιώνα, άρχισε τις δραστηριότητες της γύρω στο 1907. Από αυτούς ξεχώρισαν ένας φυσικός, ο Φίλιπ Φρανκ (Philipp Frank), οι μαθηματικοί Χανς Χαν (Hans Hahn) και Ρίχαρντ φον Μίζες (Richard von Mises), καθώς και ο οικονομολόγος-κοινωνιολόγος Όττο Νόυρατ (Otto Neurath). Εξίσου σημαντική υπήρξε και η συμβολή μερικών διαπρεπών διανοητών που ήταν ταυτόχρονα μαθηματικοί και φιλόσοφοι, όπως: ο Μπέρναρντ Ρίμαν (Georg Friedrich Bernhard Riemann), εισηγητής μιας μη Ευκλείδειας Γεωμετρίας, ο Χέρμαν φον Χέλμχολτς (Hermann von HelmhoJtz), πρωτοπόρος σ’ένα ευρύ φάσμα επιστημονικών πεδίων, ο Λούντβιχ Μπόλτσμαν (Ludwig Boltzmann), σπουδαίος φυσικός και πρωτοπόρος ερευνητής της Στατιστικής Μηχανικής, ο Ανρί Πουανκαρέ (Henri Poincare), ο οποίος διέπρεψε τόσο στα Μαθηματικά όσο και στη Φιλοσοφία της Επιστήμης, και ο Ντάβιντ Χίλμπερτ (David Hilbert), που διακρίθηκε στην τυπολογία των Μαθηματικών.
Όλοι αυτοί οι μεγάλοι επιστήμονες δεν διέπρεψαν γιατί ήταν νεοθετικιστές, αντίθετα αν δεν κουβαλούσαν τα νεοθετικιστικά βαρύδια ίσως προσέφεραν ακόμα περισσότερα. Π.Χ. ο Ρήμαν ο οποίος συνέλαβε ένα είδος μη ευκλείδειας γεωμετρίας η οποία αναθεωρεί τον ορθολογισμό στη γεωμετρία και κάνει σθεναρά βήματα μέσα στη Διαλεκτική Σκέψη. Μάλιστα λέγεται ότι ο Αϊνστάιν είχε σαν μοντέλο ένα ρημάνειο σύμπαν. Ακόμα λέγεται ότι και ο Πουανκαρέ σε κάποιες μελέτες του αναρωτιέται για την αξία των μετρήσεών του, που στηρίζοντο σε ορθολογική βάση (θεωρία του χάους).
Μεγαλύτερη σημασία είχε πάντως η επίδραση του Άλμπερτ Αϊνστάιν και των τριών μεγαλύτερων εκπροσώπων της μαθηματικής Λογικής στα τελευταία εκατό χρόνια, του πρωτοπόρου Γερμανού μαθηματικού Γκότλοπ Φρέγκε (Gottlob Frege), των Μπέρτραντ Ράσελ (Bertrand Russell) και Άλφρεντ Νορθ Γουάιτχεντ (Alfred North Whitehead), συγγραφέων του μνημειακού έργου Principia Mathematica που δημοσιεύτηκε σε τρεις τόμους το 1910, το 1912 και το 1913, μέσω του οποίου προσπάθησαν να εξαγάγουν όλα τα Μαθηματικά από την καθαρή Λογική.
Ο συγγραφέας μας πληροφορεί ότι το έργο των νεοθετικιστών Φρέγκε, Ράσσελ, Γουάιτχεντ μαζί με το μαθηματικό έργο του Αϊνστάιν εξήγαγαν όλα τα μαθηματικά από την Καθαρή Λογική. Χωρίς βέβαια να μας πληροφορεί τι είναι η καθαρή Λογική και αν υπάρχει κάποια τέτοια. Από τα λίγα που γνωρίζω, τα μαθηματικά της θεωρίας της σχετικότητας συνήγαγε ο Αϊνστάιν από τις αμφίδρομες αιτιακές σχέσεις του κόσμου μας που ξεφεύγουν απ'τους όρους της "καθαρής λογικής". Μάλιστα η χωροχρονική ενότητα που εισάγει στο επιστημονικό γίγνεσθαι, ταράζει τα θεμέλια του νευτώνειου αντικειμενικού ντετερμινισμού, αμφισβητώντας βίαια τους όρους της "Καθαρής Λογικής".
O Θετικισμός επηρέασε τον Άγγλο φιλόσοφο του 19ου αιώνα Τζον Στιούαρτ Μιλ (John Stuart Mill), λογικό φιλόσοφο και οικονομολόγο, τόσο ώστε να θεωρείται ένας από τους εξέχοντες θετικιστές του αιώνα του. Στο έργο του Σύστημα της Λογικής (System of Logic, 1843), ο Μιλ ανέπτυξε μια εμπειριστική θεωρία της γνώσης και του επιστημονικού συλλογισμού με βάση τις εμπειρικές, όπως έλεγε, επιστήμες – δηλαδή, τη Λογική και τα Μαθηματικά.
Ο συγγραφέας, μας μπερδεύει. Από τη μια μιλά οι νεοθετικιστές μαθηματικοί εξάγουν όλα τα μαθηματικά από την Καθαρή Λογική η οποία παραμερίζει την εμπειρία και τον εμπειρισμό, από την άλλη κάποιοι νεοθετικιστές στηρίζουν τις θεωρίες τους στη Λογική και τα Μαθηματικά που είναι εμπειρικές επιστήμες. Έτσι από τη μια απορρίπτει τον εμπειρισμό και από την άλλη τον επικαλείται.
Ακόμη κι ο Βρετανός κοινωνιολόγος και φιλόσοφος Χέρμπερτ Σπένσερ, (Herbert Spencer, 1820-1903), ο εισηγητής τόσο της θεωρίας του «ακατάληπτου» όσο και της εξελικτικής θεωρίας του Δαρβίνου στην Ηθική και την Κοινωνιολογία, θεωρείται υπέρμαχος του εν γένει θετικιστικού προσανατολισμού. O Σπένσερ πίστευε ότι η Φιλοσοφία είναι τελείως ενοποιημένη γνώση. Έτσι ταύτισε τις απόψεις του με τις θέσεις του Θετικισμού ότι η Φιλοσοφία είναι ένα γενικό σύστημα αντιλήψεων -μια καθολική επιστήμη- και όχι η αναζήτηση του απολύτου, της προέλευσης και του σκοπού του κόσμου. Τέτοια προβλήματα δεν έχουν νόημα και δεν υφίστανται για τον Θετικισμό.
Αν όμως η φιλοσοφία κατά τις διακηρύξεις των νεοθετικιστών είναι μια επιστήμη θα πρέπει να ξεκαθαριστεί τι είδους επιστήμη είναι. Εγώ λέω και δεν νομίζω να έχουν ακόμα και οι νεοθετικιστές αντίρρηση, ότι η φιλοσοφία δικαιούται το ένδυμα της τέχνης της νόησης ως υψηλής. Δηλαδή η φιλοσοφία τελικά συμπίπτει με την επιστήμη της Λογικής η οποία είναι η ίδια η επιστημονικότητα.
Ας δούμε λοιπόν τι αξία έχουν όλα αυτά σήμερα και πόσο θετικά επέδρασαν στην επιστήμη και στη κοινωνία: Κατ’αρχήν όλοι αυτοί οι μαθηματικοί θέλησαν ν’αναπτύξουν μια λογικο-γλωσσική σύνταξη η οποία να αφαιρεί κάθε μεταφυσική από τα όρια της σκέψης. Άραγε το πέτυχαν; Αυτοί οι επιστήμονες εκοιμούντο με το Όργανον του Αριστοτέλη στο προσκεφάλι τους για να μπορέσουν να προσαρμόσουν μια λογικο-γλωσσική μαθηματική σύνταξη των ονείρων τους, ό,τι προέκυπτε από τον Αριστοτέλη. Δηλαδή χωρίς τον αριστοτελικό ορθολογισμό δεν μπορούσαν να πάνε πουθενά. Όμως ο αριστοτελικός ορθολογισμός δεν μπορεί παρά να δέχεται τον κόσμο σε σχετική ακινησία ή τουλάχιστον να τον ακινητοποιεί ιδεατά για να τον διερευνήσει. Αυτό από πρώτη κιόλας ματιά είναι παραφύση και Μεταφυσικό. Έτσι ο ορθολογισμός δεν μπορεί να περιγράψει τον κόσμο όπως είναι. Επίσης οι θετικιστές έχουν μιαν υπεβολική εμμονή στην αξία της εμπειρίας την οποία επεξεργάζεται ορθολογικά-στατικά. Έτσι ο θετικισμός δεν μπορεί να υπερβεί τη μεταφυσική αφού την περιέχει μέσα του. Εγώ βέβαια δεν είμαι σε θέση να κρίνω την αξία των λογικο-γλωσσικών μαθηματικών συντάξεων που ενεφανίστηκαν με την δραστηριότητά αυτών των διακεκριμένων μαθηματικών, αλλά μπορώ ν’αντιληφθώ ότι όλες αυτές οι λογικο-γλωσσικές συντάξεις δεν φέρνουν κάτι νέο, αλλά κάποια δεκανίκια του αριστοτελικού ορθολογισμού που χωρίς αυτά δεν πάνε πουθενά. Εξ άλλου γι’αυτούς, άσχετα αν το λένε ή όχι αυτή είναι η μόνη λογική. Η λογική του στατικού που προϋποθέτει στον πυθμένα του κόσμου μας να υπάρχει μια σειρά αναλλοίωτα στοιχειώδη που συνιστούν τον αληθινό κόσμο κι ό,τι εμπειρικά προσλαμβάνουμε εκπροσωπεί την φαινομενικότητά του.
Οι νεοθετικιστές νομίζουν πως αν αποκηρύξουν τη μεταφυσική, όπως αποκηρύσσουν οι χριστιανοί τον Σατανά, ξεμπλέκουν μια και καλή απ’αυτήν. Ο Σατανάς όμως έχει πολλά ποδάρια και όπως ο Θεός είναι αυτός που τον γεννά στον Ιουδο-χριστιανισμό, έτσι και ο Ορθολογισμός γεννά τη Μεταφυσική μέσα στον Θετικισμό. Όλα τα μαθηματικά καπρίτσια και παίγνια που αγαπήθηκαν τόσο πολύ και υποσχέθηκαν την αλήθεια, δεν εκπλήρωσαν τις μελλοντικές τους υποσχέσεις. Η σύγχρονη επιστήμη, με την έντονη αμφισβήτηση του ντετερμινισμού και της αντικειμενικής ορθολογικότητας, ψάχνει για ριζικά νέες αντιλήψεις στη λογική, οι οποίες μπορεί να είναι και οι αρχαιότερες.
Αυτές μας τις έχουν ήδη ετοιμάσει οι προσωκρατικοί και πρέπει ν’ απλώσουμε το χέρι, να τις πάρουμε, να τις εναρμονίσουμε με το νέο επιστημονικό γίγνεσθαι, να ξαναοργανώσουμε τις επιστημονικές μας αντιλήψεις απ’την αρχή. Επειδή η Διαλεκτική των προσωκρατικών είναι η επιστήμη και η τέχνη της νόησης ως υψηλή, θα μπορούσε να περιλάβει μέσα της όλες τις επιστήμες κι έτσι η Φιλοσοφία θα ξαναγύριζε σαν η μοναδική επιστήμη. Αυτό βέβαια στους θετικιστές φαντάζει σαν ο μέγιστος αναχρονισμός. Αν όμως γίνει αντιληπτό ότι ο κόσμος είναι σε αληθινό γίγνεσθαι και πρέπει να διερευνηθεί μέσω της διαλεκτικής λογικής ως επιστήμης όλα θ'αλλάξουν.
Παράδειγμα ανάλυσης της σχέσης του αιτίου με το αποτέλεσμα
Το περίφημο παράδειγμα της κρούσης των σφαιρών του μπιλιάρδου, το οποίο κατά τον Χιουμ αποτελεί το τέλειο παράδειγμα σχέσης αιτίας και αποτελέσματος, απ’όσο γνωρίζουμε, είτε διά της αισθήσεως του αναστοχασμού (Χιουμ 1740): συνιστά όσον αφορά τις θεωρίες για τη φυσική αιτιότητα, μια υποδειγματική περίπτωση αιτιακής σχέσης η οποία χρήζει ανάλυσης: Μια σφαίρα συγκρούεται με μιαν άλλη και μεταδίδει κίνηση σ’αυτήν. Η κρούση που λαμβάνει χώρα θεωρητικά σε ένα σημείο του χώρου και σε κάποια χρονική στιγμή, μεταβάλει τα κινητικά χαρακτηριστικά των δύο σφαιρών. Ο Σάλμον και ο Ντόου χαρακτηρίζουν την κρούση ως αιτιακή αλληλεπίδραση. Σε μιαν αιτιακή αλληλεπίδραση παράγεται σύμφωνα με τον Σάλμον αιτιακή επιρροή, η οποία διαδίδεται στον χώρο και στον χρόνο. Κάθε μια από τις δύο σφαίρες με την κίνησή τους αποτελεί τον διαδότη της αιτιακής επιρροής και χαρακτηρίζεται ως αιτιακή διαδικασία. Έστω ότι μία από τις δύο σφαίρες συγκρούεται με μια τρίτη σφαίρα. Σ’αυτή την περίπτωση η αιτιακή επιρροή που παράγεται στο χωροχρονικό σημείο της αρχικής σύγκρουσης, κατά την αρχική αλληλεπίδραση, διαδίδεται στον χώρο και τον χρόνο και προκαλεί νέα αιτιακή αλληλεπίδραση σε κάποια άλλη χρονική στιγμή και σε άλλο χωρικό σημείο. Έτσι μπορούμε να θεωρήσουμε την πρώτη σύγκρουση ως αίτιο της δεύτερης η οποία χαρακτηρίζεται αποτέλεσμα της πρώτης .… Με λίγα λόγια, αν το τραπέζι είναι διάφανο και φωτίζεται με προβολείς από πάνω, οι σκιές των σφαιρών και οι συγκρούσεις, ώ του θαύματος δεν αποτελούν αιτιακή διαδικασία, αφού αν δεν υπάρχουν σφαίρες δεν μπορεί να υπάρξει σχέση αιτίας και αποτελέσματος.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: Δεν θα συνεχίσω με την ανάπτυξη αυτού του ευφυούς παραδείγματος και τις συνέπειές του, γιατί είναι τόσο κραυγαλέα πεπαλαιωμένο που μόνο απελπισία θα δημιουργήσει. Με τα σύγχρονα δεδομένα μπίλιες δεν υπάρχουν, στη θέση τους μπορούμε να βάλουμε ηλεκτρόνια ή άλλα κβαντικά “αντικείμενα” τα οποία είναι σωμάτια-κύματα και συμπεριφέρονται τελείως διαφορετικά: Τα ηλεκτρόνια κατά την κίνησή τους ή ακόμα περισσότερο κατά τη σύγκρουσή τους, είναι Άλλα-Αλλού. Η ταχύτητά τους μετατρέπει το μέγεθος και την μάζα τους και κατά συνέπεια την υπόστασή τους. Αυτά δεν έχουν καμιά σχέση με τις μπίλιες του μπιλιάρδου του δόκτορος Χιουμ, ή τα σωματίδια του Νεύτωνα, αλλά ακόμα κι ο εμπειρικός ορθολογισμός στα υπόγεια του κόσμου μας δεν λειτουργεί πια. Οι αλληλεπιδράσεις δεν ωθούν πλέον μπίλιες, αλλά μεταβάλλουν κβαντικά αντικείμενα σε άλλα. Ο κόσμος μας είναι πολύ διαφορετικός πια απ’αυτόν των θετικιστών, αλλά και πιο δημοκρατικός. Χωράει και την αντικειμενική ορθολογικότητα για την καθημερινότητα του κόσμου μας, αλλά και την διαλεκτική για τον κόσμο του γίγνεσθαι.
Επ'αυτού λέει ο μεγάλος επιστήμονας κι ανθρωπιστής Μπωμ: ...στην κβαντο-μηχανική, η θεωρία του πεδίου περιγράφει την κίνηση των στοιχειωδών σωματίων ως δημιουργία καταστροφή τους. Έτσι αν ένα ηλεκτρόνιο υποστεί σκέδαση από την πορεία του, αυτό το περιστατικό περιγράφεται ως καταστροφή αυτού του ηλεκτρονίου και δημιουργία άλλου που κινείται σ'άλλη κατεύθυνση. Ακόμα στην παράσταση του πεδίου κίνησης ενός ελευθέρου σωματίου διπιστώνεται ότι η κί-νησή τους περιγράφεται ως μια σειρά καταστροφής-δημιουργίας που έχει αποτέ-λεσμα τη συνεχή αλλαγή του κινουμένου σωματίου. Τα κβαντικά σωμάτια δεν διατηρούν συνεχώς της ταυτότητά τους. Αυτό λοιπόν που το είδαμε στο Ζήνωνα, το είδαμε επίσης και στον Ηράκλετο: Την ίδια ουσία δεν ξαναγγίζουμε, γιατί όλα αλλάζουν βίαια και γρήγορα, καταλύονται-συντιθέμενα, Είναι-ΜηΌντας. Ο Μπώμ βέβαια το αναφέρει γιατί το είδε με τα μάτια του στα πανάκριβα εργαστήρια, ενώ ο Ηράκλειτος το συνέλαβε μέσα στην αφηρημένη ερημιά της διαλεκτικής του σκέψης.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου