Η ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΓΙΑ ΑΡΧΑΡΙΟΥΣ Από την tvxs Ανεξάρτητη Ενημέρωση- Φιλικός Διάλογος

Η ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΓΙΑ ΑΡΧΑΡΙΟΥΣ Από την tvxs-ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ

ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ Α: Μολονότι γενικά συμφωνώ με το κείμενο, επειδή όμως είμαστε Έλληνες κι έχουμε μέσα μας την ευχή ή την κατάρα του αντίλογου και της διαφωνίας, δεν μπορώ παρά να διατυπώσω και κάποιες αντιρρήσεις.
ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ Β: Τις προτάσεις του κειμένου προς κρίσιν παρουσιάζω με αυτά τα στοιχεία, τις παρατηρήσεις που θέλω να τονίσω μ'αυτά τα στοιχεία, ενώ το κείμενο της κριτικής μου με τα τρέχοντα στοιχεία.

Είναι γοητευτικό μετά από 2500 χρόνια να απασχολεί ακόμα τους διανοουμένους η Διαλεκτική σκέψη, αλλά ακόμα πιο γοητευτικό και διανοητικά προκλητικό είναι, ότι μετά από τόσους αιώνες το αίνιγμα της διαλεκτικής δεν έχει ακόμα λυθεί.

Συγγραφεύς: Θυμάμαι ένα παλικαράκι είκοσι πέντε χρονών που ήταν πανευτυχές επειδή είχε βρει στη βιβλιοθήκη το περίφημο βιβλίο του Καντ, «Η κριτική του καθαρού λόγου». Γύρισε στο σπίτι τρέχοντας για να το διαβάσει, πιστεύοντας ότι θα έβρισκε εκεί μέσα την εξήγηση των πάντων. Έκατσε στο γραφείο του, πήρε μια βαθιά ανάσα και διάβασε την πρώτη σελίδα… Μετά την ξαναδιάβασε. Και την ξαναδιάβασε… Μετά από είκοσι αναγνώσεις της… πρώτης σελίδας, δεν είχε καταλάβει τίποτα απολύτως. Και δεν εννοούμε ότι δεν είχε καταλάβει το μυστήριο του κόσμου. Όχι. Δεν είχε καταλάβει τίποτα από αυτό που είχε διαβάσει είκοσι φορές.   Είχε πειστεί ότι είναι εντελώς ηλίθιος μέχρι που ένας φίλος του εξήγησε ότι δεν μπορείς να κατανοήσεις ένα φιλοσοφικό βιβλίο –ειδικά των πιο «στρυφνών» φιλοσόφων- αν δεν κατέχεις την ορολογία.  Είναι σαν να μην ξέρεις τίποτα από υπολογιστές και να προσπαθείς να καταλάβεις ένα βιβλίο σχετικό με τον προγραμματισμό.                                                                                                                                           Ευτυχώς υπάρχουν κάποιοι «μεταφραστές» που μας βοηθάνε να προσεγγίσουμε μια δύσκολη έννοια. Μια τέτοια έννοια ήταν η «διαλεκτική», την οποία αδυνατούσα να αντιληφθώ πλήρως (αν και -όπως θα δούμε- δεν υπάρχει πλήρης αντίληψη κανενός πράγματος) μέχρι που βρέθηκε ένας δάσκαλος-μεταφραστής να μου την εξηγήσει: Ο Παπανούτσος.                                                                  Ας ξεκινήσουμε με την αναζήτηση της καταγωγής της έννοιας περιδιαβαίνοντας αντίστροφα στο φιλοσοφικό-ιστορικό κόσμο:  Η κοντινότερη γενιά «διαλεκτικής» είναι δύο σοφοί του 19ου αιώνα: Ο Μαρξ και ο Κίρκερκααρντ. Αλλά αυτοί οι δύο απέχουν μεταξύ τους όσο ο ουρανός από τη γη.   Ο Κίρκεργκααρντ είχε ως πίστη τη διαλεκτική της «θρησκευτικής υπέρβασης» (αυτός ήταν στον ουρανό) και ο Μαρξ ως δόγμα τον περιβόητο «διαλεκτικό υλισμό» (αυτός στη γη).                   Όμως καμιά ιδέα της νεότερης φιλοσοφίας δεν είναι αυτογενής.  Ο Παπανούτσος αναφέρει τον «μυστικό» Χριστιανό του 15ου αιώνα, Νικόλαο Κουζάνο, ο οποίος έκανε λόγο για την coincidentia oppositorum, τη σύμπτωση των αντιθέτων. Αλλά και αυτός πατούσε στην ισχυρότερη φιλοσοφική παράδοση του δυτικού κόσμου: Στην αρχαιοελληνική.

Εγώ λέω: Όταν κάποιος αναλαμβάνει την ευθύνη να διδάξει διαλεκτική σε υποτιθέμενους αρχάριους, όπως αναφαίνεται από τον τίτλο και προτίθεται να κάνει ο συγγραφεύς αυτού του κειμένου, πρέπει τουλάχιστον να προτείνει παραδείγματα ξεκάθαρα και όχι τον Κίρκενγκααρ ή τον Κουζάνο, οι οποίοι θέλει πολύ συζήτηση για να αναφανεί αν είναι αληθινά και όχι επιφανειακά διαλεκτικοί.                               Ο Κουζάνος και ο Κίρκεργκααρντ σαν μεταφυσικοί και ιδεαλιστές, μολονότι κάποιες φορές υποψιάζονται τι είναι η διαλεκτική, εκ των ιδεαλιστικών καταβολών τους όμως δε μπορούν να είναι διαλεκτικοί.  Και μολονότι ο ίδιος ο Χέγκελ θεωρείται πατέρας της σύγχρονης διαλεκτικής, ως ιδεαλιστής, ούτε αυτός το δικαιούται.  Επειδή όμως αυτή μου η επισήμανση ίσως θεωρηθεί ανόητη ή ακραία, θα πρέπει να την δικαιολογήσω τουλάχιστον συνοπτικά:    ["Η Επιστήμη της Λογικής” του Χέγκελ είναι ένα αριστούργημα σοφιστικής ρητορείας που ανέλαβε να μας πείσει, μέσα από δαιδαλώδεις προσδιορισμούς ότι το παγκόσμιο υλικό γίγνεσθαι που ερχόμαστε σε άμεση επαφή, είναι μια φαινομενική αντανάκλαση κάποιας κρυφής πραγματικότητας, που η αναγωγή της σε καθαυτή και ιδεατή Λογική θα μας οδηγήσει στην αλήθεια.   Εκεί το ιδεατό φαινομενικό γίγνεσθαι με μια λογικά ανακόλουθη μηδενολογία, ξεκινά από το Απόλυτο Μηδέν και καταλήγει στο Απόλυτα προσδιορισμένο Είναι, ώστε ν' αναφαίνεται η εκ του μηδενός θεϊκή δημιουργία, αφού το βαθύτερο νόημα του έργου είναι θεολογικό.  Είναι σημαντικό ότι Χέγκελ κατά την εξέλιξη του έργου του, την αντιφατικότητα του Γίγνεσθαι μετατρέπει επιμελώς σ'αντιθετικότητα, δίνοντας μιαν υφέρπουσα αλλά  σαφή αναφορά στον ορθολογισμό. Γι’αυτό πολλοί θεμελιακοί προσδιορισμοί του, ακολουθώντας δύο λογικογλωσσικές συντάξεις, συγχέονται τόσο που δεν υπακούουν ούτε στον ορθολογισμό ούτε στην διαλεκτική.  Επίσης η εξ’αρχής αποδοχή από τον Χέγκελ αναντιστοιχίας Πραγμάτων και Λογικής αφού κατ'αυτόν η λογική αντιφάσκει, ενώ τα πράγματα δεν αντιφάσκουν ενώ, δεν της επιτρέπει να είναι ούτε Επιστήμη, ούτε Λογική, αλλά κι ο ιδεαλισμός, της απαγορεύει να είναι μια αληθινή Διαλεκτική.  Μολονότι λοιπόν υπήρξε μία απ’τις ευφυέστερες φιλοσοφικές συλλήψεις, έβλαψε όσο τίποτε άλλο την διαλεκτική σκέψη. Γι' αυτό και δε μπόρεσε να γίνει όργανο επιστημονικής έρευνας.  Για την κατανόηση αυτού του έργου ο αναγνώστης, πρέπει εξ'αρχής να έχει στο νου τις ακόλουθες θεμελιακές προτάσεις από όπου αναδύονται οι προθέσεις του Χέγκελ αλλά και "ετερόδοξη" κριτική μου στο έργο του:                      ―Α. § 1 σελ. 53:  Η Φιλοσοφία έχει καταρχήν κοινά αντικείμενα με τη θρησκεία. Κι οι δύο έχουν αντικείμενό τους την αλήθεια, με το ύψιστο νόημα της λέξης, δηλαδή ότι ο θεός και μόνον αυτός είναι η αλήθεια. Επιπλέον κι οι δυο τους πραγματεύονται την περιοχή του πεπερασμένου: τη Φύση και το Ανθρώπινο Πνεύμα, τη σχέση του ενός προς το άλλο και προς τον Θεό ως αλήθεια τους». Άραγε αφού ο Χέγκελ ξέρει εξαρχής την αλήθεια, γιατί μπαίνει στον κόπο της δύσβατης φιλοσοφικής του πορείας;  
―Β. § 88 σελ. 216. «...Πρέπει να εκπλήσσεται κανείς, ακούγοντας στην εποχή μας προτάσεις, όπως -από το τίποτα δεν γίνεται τίποτα ή μόνον από κάτι μπορεί να γίνει κάτι-, χωρίς να συνειδητοποιείται ότι αυτές είναι το θεμέλιο του Πανθεϊσμού και της Αθεΐας…»   (Άραγε είναι η εκ του μηδενός δημιουργία αυτονόητη, ώστε να επλήσσεται όταν οι υλοζωιστές ή οι υλιστές διαφωνούν);               ―Α. Β. Εδώ ο Χέγκελ στη θέση της λογικής τοποθετεί την παλαιά διαθήκη και το θαύμα και     μάλιστα με φανατισμό, αφού ο πανθεϊσμός και η αθεΐα τον εκπλήσσει αρνητικά.    Σύμφωνα όμως με τη ηρακλειτική διαλεκτική σκέψη, "ο κόσμος που είναι ίδιος για όλους, δεν δημιουργήθηκε από θεό ή άνθρωπο, αλλά ήταν, είναι και θα είναι αείζωον πυρ (ενέργεια), που ανάβει-σβήνοντας με Μέτρο". Δηλαδή ο κόσμος είναι αυτάρκης και δεν έχει ανάγκη για την ύπαρξή και την εξέλιξή του από κανένα θεό.       Επίσης στην παράγραφο Α. βλέπουμε ότι η διαλεκτική του Χέγκελ χωλαίνει και στην αντίληψη περί του απείρου γίγνεσθαι, αφού θεωρεί τη φύση και το ανθρώπινο πνεύμα πεπερασμένα.   Αυτό βέβαια επιβεβαιώνει την άποψή του ότι τα πράγματα δεν ατιφάσκουν, ενώ είναι η λογική που αντιφάσκει.      Σύμφωνα με τον Αναξίμανδρο όμως που είναι αυτός που πρότεινε πρώτος την έννοια του απείρου και του γίγνεσθαι: "αρχή και στοιχείο των όντων είναι το Άπειρο". Δηλαδή ποσοτικά άπειρο είναι το μέγα, αλλά και κάθε πεπερασμένο και κάθε στοιχειώδες, όντας εν τω γίγνεσθαι, είναι δυναμικά το ποιοτικό άπειρο, αφού συνεχώς μεταλλάσσεται κι έτσι αληθινά δεν πεθαίνει. Αντίθετα προς αυτό όμως, επειδή ο θεός είναι τέλειος δεν μπορεί να εξελίσσεται κι έτσι είναι τετελεσμένος και γι’αυτό πεπερασμένος                                                                                                                                  ―Γ. § 8 σελ 68: Τίποτα δεν υπάρχει στην αίσθηση που δεν περιέχεται στη νόηση. Με τη έννοια ότι ο νοῦς και με βαθύτερο όρο το πνεύμα είναι η αιτία του κόσμου.      (Άποψη που φλερτάρει με τον σολιψισμό).                                                                                                                                             ―Δ. § 40 σελ. 122: Η κριτική φιλοσοφία θεωρεί την εμπειρία μοναδική βάση των γνώσεων· δεν θεωρεί όμως ότι είναι αλήθειες, αλλά μόνο γνώσεις φαινομένων.   (Θεμελιακή άποψη του Παρμενίδη: “Περί Φύσεως”).                                                                                                                                      ―Ε. §84 σελ.201:  Δεν πρέπει το Πράγμα (η ουσία του κόσμου), να φέρει το ελάττωμα της Αντίφασης. Αυτό πρέπει να αποδοθεί στην λογική ικανότητα, (την ουσία του πνεύματος). (Πλατωνικός διάλογος. «Παρμενίδης»).                                                                                                     ―Γ. Αν όπως λέει “η Νόηση και το Πνεύμα είναι η αιτία του κόσμου” ή τουλάχιστον προηγείται από την εμπειρική πραγματικότητα, τότε ο βασικός του ισχυρισμός ότι το Νοείν ξεκινά απ’το Μηδέν, δε στηρίζεται πουθενά, αφού “το Νοείν ως αιτία του κόσμου” θα υπήρχε πάντα. Έτσι η διαλογική ακολουθία περί του Γίγνεσθαι, δηλαδή ο ισχυρισμός του ότι το Γίγνεσθαι είναι η ενότητα του καθαρού και καθαυτού Είναι με το καθαρό και καθαυτό Μηδέν, ήδη απ’τους δικούς του αρχικούς ισχυρισμούς, αναιρείται.                                                                                                                                              ―Δ. Εδώ συνάγουμε από τους ισχυρισμούς του ότι: το Είναι συνίσταται από ιδεατά, άγνωστα ή μη γνώσιμα Πράγματα Καθαυτά τα οποία, αφού δεν αντιφάσκουν δεν εξελίσσονται, ενώ το αντιφατικό φαινομενικό γίγνεσθαι των εμπειριών, που αντανακλάται στη νόηση και μόνο μ’αυτό μπορούμε να έλθουμε σ’επαφή, είναι ψευδές κι αρνούμεθα όλη την αλήθεια του.                                                    ―Ε. Επειδή όμως κατά τη γνώμη του, ερχόμαστε εμπειρικά σ’επαφή με την αντιφατική φαινομενικότητα κι όχι με τα Πράγματα Καθαυτά που δεν αντιφάσκουν, η λογική αντιφάσκοντας, πρέπει να είναι αναντίστοιχη με αυτή την πραγματικότητα.                                                                                                                                                                       ―Ζ. § 6 σελ. 61: Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η φιλοσοφία έχει περιεχόμενο αυτό που παράγεται και παράγει τον εαυτό του μέσ’την περιοχή της πνευματικής ζωής, έτσι που να γίνει, ο εξωτερικός και ο εσωτερικός κόσμος, κόσμος της συνείδησης κι η Πραγματικότητα είναι το περιεχόμενο αυτό. Μάλιστα η συμφωνία με την πραγματικότητα μπορεί να θεωρηθεί τουλάχιστον, σαν ένα εξωτερικό κριτήριο της αλήθειας της Φιλοσοφίας. Έτσι πρέπει να θεωρηθεί ως ανώτατος και τελικός σκοπός αυτής της λογικής επιστήμης, η συμφιλίωση της αυτοσυνειδητοποιημένης λογικής ικανότητας με την υπαρκτή λογική ικανότητα  ―την πραγματικότητα.                                 ―Η. §     24. σελ 102: …οι σκέψεις μπορούν να ονομαστούν αντικειμενικές κι ανάμεσά τους οφείλουν να περιληφθούν κι οι μορφές, οι οποίες εξετάζονται καταρχήν μέσα στη συνηθισμένη Λογική, (Τυπική) κι εκλαμβάνονται συνήθως ως μορφές της συνειδητής νόησης … Η λογική συμπίπτει με την Μεταφυσική, αφού συλλαμβάνει τα πράγματα μέσα στις σκέψεις που εκφράζουν την ουσία των πραγμάτων.                                                                                                                    ―Ζ και Η. Δηλώνει ότι Ανώτατος και Τελικός σκοπός του έργου, είναι η συμφιλίωση της αυτοσυνειδητοποιημένης, αντιφατικής και φαινομενικής λογικής ικανότητας, με την υπαρκτή Λογική της πραγματικότητας (τον ορθολογισμό). Έτσι μολονότι προτίθεται να παρουσιάσει την Διαλεκτική Λογική του, δε θ’ αποχωριστεί ποτέ τις βασικές αρχές του ορθολογισμού, μολονότι κάποιες φορές τις περγελά και τις απορρίπτει κιόλας.  Αυτό θα διαπιστώνουμε συνεχώς κατά την ανάπτυξη των βασικών προσδιορισμών του αλλά και στη διατύπωση των “αρχών της Διαλεκτικής Λογικής” του, όπου μετασχηματίζει τις θεμελιώδης προτάσεις της με επιμέλεια από αντιφατικές σε αντιθετικές δίνοντας συνεχή αναφορά στον ορθολογισμό.      Επίσης στο Ζ Διαπιστώνουμε ξανά ότι γεφυρώνει τη λογική του με την τυπική ορθολογικότητα. Και πατώντας εκεί συνεχίζει το αυθαίρετο και α-νόητο ταξίδι του στη Μεταφυσική, χαρακτηρίζοντας τη σκέψη “ουσία των πραγμάτων”. Και μολονότι μας έχει πληροφορήσει ότι η λογική του δεν αντιστοιχεί με τη φύση των πραγμάτων, μας μιλά για μιαν άλλη Πραγματικότητα η οποία περιέχεται στη συνείδηση. Αυτή όμως η συνειδητή πραγματικότητα, που είναι αποτέλεσμα της φαινομενικής αντιφατικότητας, ως αντιφατική, δεν πρέπει να είναι αληθινή πραγματικότα αλλά φαινομενική.    Όμως και η «ουσία των πραγμάτων, η οποία περιλαμβάνεται στη σκέψη», αφού ως σκέψη «φέρει το ελάττωμα της αντίφασης» δεν μπορεί κατά τη γνώμη του να είναι η ουσία των πραγμάτων.                                                                                                                               ―Θ. § 19. σελ 92: Η Λογική είναι η επιστήμη της Καθαρής Ιδέας, δηλαδή της ιδέας μέσ’ το αφηρημένο στοιχείο της νόησης.                                                                                                             ―Ι. § 87. σελ. 206: Το καθαρό Είναι, είναι η καθαρή αφαίρεση άρα το απόλυτα αρνητικό· που λαμβανόμενο άμεσα είναι το Μηδέν.                                                                                                   ―Θ.Ι. Ο Χέγκελ υιοθετεί την Καντιανή άποψη περί της “Καθαρότητας της Λογικής”, που βασίζεται στην “εκ των προτέρων γνωστική δυνατότητα του όντος” και είναι η βάση της Μεταφυσικής. Έτσι θα μπορεί “ο Νους με το βαθύτερο νόημα, να είναι η αιτία του κόσμου κι ο κόσμος της συνείδησης να είναι το περιεχόμενο της πραγματικότητας”. Κι ίσως γι’αυτό θέλει η λογική να ξεκινά απ'το Καθαρό και Καθαυτό, προεμπειρικό Είναι, το οποίο ως απροσδιόριστο, συμπίπτει με το Καθαρό και Καθαυτό Μηδέν. Κάτι που γεννά ερωτήματα, αφού αυτός ο ισχυρισμός δε μπορεί να γίνει αποδεκτός απ’το σύγχρονο άνθρωπο, ούτε διαλεκτικά, ούτε ορθολογικά΄γιατί η Ιδέα πρέπει να είναι Ιδέα κάποιου κι έτσι δεν μπορεί να ξεκινά από το Μηδέν. Επίσης εδώ βλέπουμε ο ίδιος ο προσδιορισμός, απ'τον ιδεαλισμό του ν'αποκόπτεται απ'το πράγμα και ν'ανάγεται σε ουσία και μέσω αυτής να αναδύεται το γίγνεσθαι του Νοείν της Ιδέας καθαυτής και όχι του υλικού κόσμου.

Συγγραφεύς: Η διαλεκτική, ετυμολογικά, κατάγεται απ'το διάλογο.  Ο διάλογος «ως μορφή επικοινωνίας ελεύθερα σκεπτόμενων ανθρώπων υπήρξε κατάκτηση των Ελλήνων».    Στα τυραννικά καθεστώτα οι άρχοντες μονολογούν, ενώ στα δημοκρατικά οι πολίτες διαλέγονται.

Εγώ λέω: Αυτός ο ορισμός είναι έωλος για να στηριχτεί ένας τόσο σημαντικός φιλοσοφικός όρος. Αν ήταν έτσι, η διαλεκτική θα λεγόταν "διαλογική".  Οι προσωκρατικοί που είναι  αναμφισβήτητα οι πρώτοι και οι πιο συνεπείς "διαλεκτικοί", την διαλεκτική ονόμαζαν "Λόγο".  (Στο Liddell και Scott, "διάλεκτος" είναι η γλώσσα, λαλουμένη έν τινι ιδιαιτέρω τύπω").     Ο Λόγος (η Διαλεκτική) ήταν μια Διάλεκτος, της τρέχουσας γλώσσας, (ειδική γλώσσα μέσ'τη γλώσσα), μια ειδική αντιφατική λογικο-γλωσσική σύνταξη. Ο Λόγος, σαν διαδικασία ειδικής λογικο-γλωσσικής σύνταξης, προϋποθέτει την αλληλοδιείσδυση των αντιθέτων εννοιών και τελικά την εσωτερική διείσδυση κάθε έννοιας μέσ'τον ίδιο της τον εαυτό, συνιστώντας μιαν αντιφατική ενότητα και σχέση με κάποιο Μέτρο.    Έτσι δεν είναι λοιπόν απλά ο διάλογος που χαρακτηρίζει τη διαλεκτική σκέψη, αλλά οι μηχανισμοί της οι οποίοι γεννούν αντιφατικές ενότητες με Μέτρο. Όταν το Μέτρο σχέσης των σκελών της αντιφατικής ενότητας διαταράσσεται, η αντιφατική ενότητα αλλάζει μορφή και μεταλλάσσεται σε κάτι Άλλο.                                    Επίσης η άποψη ότι ο διάλογος ως μορφή επικοινωνίας ανθρώπων ελεύθερα σκεπτόμενων είναι κατάκτηση των Ελλήνων, είναι υπερβολή. Μολονότι οι Έλληνες με τη "Ρητορική" τη δημοκρατία και τη φιλοσοφία έφτασαν αυτόν τον διάλογο σε ανώτατα ύψη, είναι υπερβολή να ισχυριζόμαστε ότι είναι κατάκτηση των Ελλήνων.   Από την εποχή των σπηλαίων, οι άνθρωποι διαλέγοντο και με την εξέλιξη του Λόγου, αυτός ο διάλογος μπορεί να πήρε μορφή διαλεκτική αλλά και ορθολογική. Ακόμα είναι υπερβολή ότι στα τυραννικά καθεστώτα οι υπήκοοι δεν διαλέγονται, αφού όλη η πορεία του Ευρωπαϊκού πολιτισμού εξελιχθεί κυρίως κατά τη διάρκεια τυραννικών καθεστώτων, όπου ανεδύθησαν ο Ντε Καρτ, ο Καντ, ο Χέγκελ και μια τεράστια σειρά κορυφαίων διανοητών.                                                  Θα δούμε επίσης ότι στην εξέλιξη αυτού του κειμένου ότι συγγραφέας, πολύ σωστά αποδέχεται ως βασικό όρο της διαλεκτικής την αντιφατικότητα: "Διαλεκτική είναι η δομή της σκέψης και του λόγου, όπου η αντίφαση όχι μόνο δεν αποκλείεται, αλλά εξαίρεται και επιβάλλεται".   Αυτό όμως είναι κάτι που στην ανάπτυξη των απόψεών του συνεχώς ξεχνά, αφού λέει στη συνέχεια:   Δεν μας είναι δύσκολο να φανταστούμε τον Πλάτωνα ως δημιουργό της διαλεκτικής, του οποίου η φιλοσοφία αποδόθηκε σε μορφή διαλόγων. Όμως κι αυτός ήταν μαθητής του Σωκράτη, ο οποίος ανέτρεπε διαλογικά τις αβέβαιες γνώμες των συνομιλητών του –παρά την αρχική τους βεβαιότητα. Ακόμα κι αυτός, ο μέγιστος Σωκράτης, πάτησε πάνω στους ώμους γιγάντων για να δει τόσο μακριά.                                  
                                                                                                                                                                Εγώ λέω: Ο Σωκράτης ποτέ μα ποτέ δεν πάτησε στην πλάτη του πατέρα της διαλεκτικής Ηράκλειτου, αλλά στον πατέρα του συνειδητού ορθολογισμού Παρμενίδη.  (Ο Παρμενίδης, θέλοντας να δείξει ότι η αντιφατικότητα της Ηρακλειτικής διαλεκτικής είναι αναληθής, θέτει το εξής ρητορικό ερώτημα στον εαυτό του: Μπορεί το ΜηΕίναι να υπάρχει; και φυσικά απαντά ότι: το ΜηΕίναι δε μπορεί να υπάρχει, αφού είναι η Αντίφαση Καθαυτή. Και ξαναρωτά: Άραγε μπορεί  το Γίγνεσθαι να υπάρξει;  Κι απαντά: Επειδή η αντιφατικότητα του γίγνεσθαι, που Είναι-ΜηΌντας, περιέχει εν μέρει το Μη-Ον, δεν είναι απόλυτα αληθής κι έτσι το γίγνεσθαι όπως αναφαίνεται στον κόσμο της καθημερινότητας, είναι φαινομενικό. Κι αποφαίνεται: Για να μπορεί ο διανοητής να φτάνει στην Καθαρή Αλήθεια, πρέπει η σκέψη του να πατά μόνο στο Είναι να απορρίπτει το ΜηΕίναι και γι’αυτό κάθε αντίφαση και ν'ακολουθήσει τον ορθολογισμό.  Δηλαδή από τον πέμπτο αιώνα π.Χ. το θέμα της αντιφατικότητας ως βασικό στοιχείο της διαλεκτικής κι η αποδοχή ότι η αντίφαση δεν συμβιβάζεται με τον ορθολογισμό έχει οριστικά λυθεί.  Επειδή όμως υπαρχουν ακόμα και τώρα σοβαροί διανοητές που δεν το λαμβάνουν υπόψιν, πρέπει έστω και καταχρηστικά να δεχτούμε ότι υπάρχουν δύο ειδών διαλεκτικές:                               Α. Η ορθολογική αντιθετικότητα, που δέχεται ότι στο βάθος ο κόσμος και η λογικο-γλωσσική σύνταξη που τον περιγράφει συντίθεται από μια σειρά έσχατα, αναλλοίωτα, υλικά ή ιδεατά στοιχειώδη (γνώσιμα ή όχι). Αυτά αλληλεπιδρούν χωρίς να παραβιάζουν τα όρια μεταξύ τους, συνιστώντας έτσι ένα δυναμικό-διαφορικό ορθολογικό λογικογλωσσικό σύστημα. Η λειτουργία αυτού του λογικογλωσσικό συστήματος προϋποθέτει, από μια στιγμή και μετά, να επαναλαμβάνεται επ’άπειρον μια συγκεκριμένη, τετελεσμένη και πεπερασμένη σειρά παιγνίων, που μπορούν να ονομαστούν «συνθετικά πρότυπα του τέλους».  Αυτά τα παίγνια βρίσκονται εκεί ιδεατά εκ των προτέρων, περιμένοντας την πραγματοποίησή τους απ'την ακολουθία της λειτουργίας αυτού του συστήματος.  Ο Αριστοτέλης τη διαδικασία αυτή, ονόμασε Εντελέχεια. Το σύστημα αυτό είναι κλειστό, τελεολογικό, πεπερασμένο, μιας αντικειμενικότητας ορθολογικής με όρους και όρια απόλυτα προκαθορισμένα, που προϋποθέτει την ύπαρξη ενός «Κόσμου Ιδεών», του οποίου το φαινομενικό γίγνεσθαι περιμένει ν’αναφανεί από την εξέλιξη της λειτουργίας αυτού του δυναμικού ορθολογικού συστήματος.                       Β.  Η διαλεκτική αντιφατικότητα, που δέχεται ότι ο κόσμος και η λογικο-γλωσσική σύνταξη που τον περιγράφει, είναι Όλον σε συνεχή εξέλιξη. Γι’αυτό δεν συντίθεται από στοιχειώδη έσχατα κι αναλλοίωτα, αλλά από αυτοαναιρούμενα και αντιφατικά, τα οποία αλληλεπιδρώντας, δεν αφήνουν απαραβίαστα περιθώρια μεταξύ τους.  Στον αντιφατικό αυτό κόσμο για να υπάρχει ένα γεγονός, πρέπει να καταλύεται-συντιθέμενο από υπογεγονότα κατώτερου επιπέδου, τα οποία καί αυτά να καταλύονται-συντιθέμενα με τον ίδιο τρόπο και αυτό επ'άπειρον. Δηλαδή έως το έσχατο επίπεδο, τον πυθμένα του κόσμου, όπως τον έδειξε ο Ζήνων, όπου τα αντιφατικά στοιχειώδη τείνοντας για μηδενικό μέγεθος τείνουν συγχρόνως και για άπειρο, όντας ακίνητα και ακαριαία, και συνθέτοντας την Αντιφατικότητα Γυμνή, δηλαδή το Εν Δυνάμει Είναι].

Συγγραφέας: Ο γίγαντας αυτός ήταν ο «σκοτεινότερος των φιλοσόφων», ο Ηράκλειτος, από του οποίου τη φιλοσοφία μόνο θραύσματα διασώζονται.      Ο Ηράκλειτος, τόσο μεγαλοφυής ακριβώς επειδή ήταν αυτόφωτος, ήταν ο πρώτος που αντιλήφθηκε ότι όλα εμπεριέχονται στο ένα, και το ένα γεννάει τα πάντα.

Εγώ λέω: Ο Ηράκλειτος επηρεάστηκε απ'τους Μιλησίους και πιθανόν από τον Θαλή για τον οποίο εξέφρασε θαυμασμό.  Επειδή όμως απ'τα κείμενα του Θαλή δεν έμεινε τίποτα, μπορεί να επηρεάστηκε από τον Αναξίμανδρο, ο οποίος ήταν μαθητής του Θαλή ή μολονότι ο Αναξίμανδρος ήταν αρχαιότερος, να κατέληξαν από δρόμους διαφορετικούς, στην άποψη της καταλυτικής-συνθετότητας και από εκεί στο γίγνεσθαι των όντων και των κόσμων. Δηλαδή ότι τα πάντα απ'τη μια συντίθενται και συγχρόνως απ'την άλλη καταλύονται, συνιστώντας αντιφατικές ενότητες που Είναι-ΜηΌντας. Η μεγαλοφυία του Ηράκλειτου συνίσταται στο ότι αυτός για πρώτη φορά συνέλαβε μια λογικο-γλωσσική σύνταξη, τον Λόγο, δηλαδή τη γλώσσα με την οποία λέγεται ο εν εξελίξει κόσμος και την οποίαν εμείς ονομάζουμε Διαλεκτική Λογική.                                                                                                                                            Το ότι όλα εμπεριέχονται στο Ένα και το Ένα γεννά τα πάντα, δεν χαρακτηρίζει μόνο τη διαλεκτική, ούτε την ξεχωρίζει από τον ορθολογισμό του Παρμενίδη:  Το Ένα του Ηρακλείτου είναι ο Λόγος, που εκπροσωπεί την αντιφατική ενότητα του Είναι, του Νοείν και του Λέγειν, στο αέναο Γίγνεσθαι, ενώ το Ένα του Παρμενίδη μολονότι δέχεται κι αυτός ενότητα του Είναι, του Νοείν και του Λέγειν, είναι το Εόν (το αληθώς υπάρχον), το οποίο, αντίθετα με τον Λόγο του Ηράκλειτου, απορρίπτει την κίνηση την αντιφατικότητα και το γίγνεσθαι ως αναληθή και ξεκινώντας από κει, οργανώνει τον συνειδητό Ορθολογισμό, τον οποίον ο Αριστοτέλης ολοκληρώνει. 
                                                                                                                                                                       Συγγραφεύς: ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ:   Η οδός άνω κάτω είναι μία και αυτή.  Πίσω από τις διαφορές, τα παράταιρα και τα ασυμβίβαστα υπάρχει μια βαθιά ενότητα. Γιατί η «κρυφή αρμονία είναι πιο ισχυρή από τη φανερή».

Εγώ λέω: Αυτές οι αποφάνσεις, μολονότι διαλεκτικές, δεν είναι κατάλληλες για παράδειγμα σε έναν "μαθητευόμενο" της διαλεκτικής, αφού γίνονται με κάποιον τρόπο αποδεκτές κι απ'τον ορθολογισμό:            Α. Μολονότι η κλίση ενός δρόμου συνιστά διαλεκτικά αντιφατική έννοια, αφού κάθε σημείο του δρόμου είναι συγχρόνως άνοδος και κάθοδος, ο ορθολογισμός δέχεται τη ύπαρξη και των δύο χαρακτηριστικών ως ξεχωριστών από αντίθετη οπτική γωνία, ως συνυπάρχοντα αλλά νοητικά ξέχωρα (δηλαδή από την μια όψη είναι κάθοδος και απ’την άλλη άνοδος).                                                                    Β. Οι διαφορές στο βάθος του Είναι συνιστούν μιαν ενότητα στον ηρακλειτικό αντιφατικό Λόγο, αλλά καί στο Εόν (το αληθώς υπάρχον), που είναι βασική αποδοχή του Παρμενίδειου ορθολογισμού, ο οποίος στρέφεται σαφέστατα κατά της αντιφατικότητας της διαλεκτικής.                                                          Γ. Ότι η κρυφή αρμονία είναι ανώτερη από τη φανερή, ο ορθολογισμός τη θεωρεί βασική θέση του, αφού δέχεται ότι στο βάθος ο κόσμος μας αποτελείται από έσχατα αναλλοίωτα στοιχειώδη, γνωστά ή άγνωστα, υλικά ή ιδεατά, όπου εκεί ακριβώς βρίσκεται η ορθολογική πραγματικότητα. Αλλά χωρίς αυτό να απορρίπτεται από τη διαλεκτική, δεν είναι κάτι σημαδιακό που την χαρακτηρίζει.

Συγγραφέας: Αν «το αυτό» εμφανίζεται ως «το άλλο», είναι γιατί τα πάντα βρίσκονται σε αέναη κίνηση (όπως ο ποταμός, στου οποίου τα ίδια νερά δεν μπορείς να μπεις δυο φορές) και το κάθε τι «μεταπίπτει» στο αντίθετο του και πάλι από αυτό σε μια νέα θέση.    Εκεί έχει τις ρίζες της η διαλεκτική, στο «σκοτεινό» Ηράκλειτο.

Εγώ λέω: Η "αντιφατική ταυτότητα" που συνεχώς Είναι-ΜηΌντας, είναι η πρώτη αρχή της Διαλεκτικής Λογικής τυπικότητας. Ενώ η δεύτερη αρχή είναι η αμφίδρομη αιτιότητα. Εκεί επάνω θα οργανωθεί κάποτε η Διαλεκτική-Υλιστική-Λογική τυπικότητα που θα αντικαταστήσει την τυπική λογική του Αριστοτέλη και θα ανατρέψει τα πάντα στη γνώση και την επιστήμη.(thodoroskavasis.blogspot.com "Διαλεκτική Υλιστική Σκέψη" και στο μέρος του έργου "Αντιφατική Μοναδολογία και Οικουμενική Βιοχαρτογραφία").

Συγγραφέας: Αλλά τι είναι η διαλεκτική;  Διαλεκτική είναι εκείνη η δομή της σκέψης και του λόγου όπου η αντίφαση όχι μόνο δεν αποκλείεται, αλλά εξαίρεται, επιβάλλεται.   Η σκέψη της διαλεκτικής δεν είναι ένα αποτελειωμένο γεγονός, ποτέ. Αλλά ένα διαρκώς ανανεούμενο «γίγνεσθαι», όπου η ΘΕΣΗ, δημιουργεί την ΑΝΤΙΘΕΣΗ, και μέσα από αυτές γεννιέται η ΣΥΝΘΕΣΗ. Κι αυτή δεν είναι παρά μια καινούρια θέση που θα οδηγήσει σε νέα αντίθεση και σύνθεση, χωρίς να υπάρχει τέλος.

Εγώ λέω ότι αυτό ελέχθει διαλεκτικά απ'τον Αναξίμανδρο ως εξής: Αρχή και στοιχείο των όντων το άπειρο.  Δηλαδή το Μέγα είναι το ποσοτικό άπειρο, ενώ συγχρόνως το πεπερασμένο και Μικρό, στην εξέλιξή του είναι το ποιοτικό άπειρο. Αυτό το ίδιο το άπειρο όμως ως απόλυτο, είναι τετελεσμένο και άρα πεπερασμένο.  Δηλαδή κάθε πεπερασμένο, επειδή είναι αντιφατικό, εξελίσσεται συνεχώς όντας εν δυνάμει άπειρο και άρα όχι απόλυτα καθορίσιμο. Το μόνο λοιπόν καθορισμένο σε κάθε εξελισσόμενο γεγονός, είναι το συγκεκριμένο αντιφατικό Μέτρο του γίγνεσθαι όπου κάθε συγκεκριμένο γεγονός εκπροσωπείται ευκαιριακά.          Η ανάλυση της αντίφασης σε Θέση-Αντίθεση-Σύνθεση, είναι η μετατροπή της αντιφατικότητας του Είναι σε αντιθετικότητα, δηλαδή είναι παραχώρηση του Χέγκελ στον ορθολογισμό.       Η αντιθετικότητα προϋποθέτει ότι στο βάθος του αντιθετικού συστήματος υπάρχουν έσχατα αναλλοιώτα στοιχειώδη, τα οποία συνιστούν ένα προδιαγεγραμμένο κλειστό, πεπερασμένο και φαινομενικό γίγνεσθαι, μιας δυναμικής ορθολογικής αντικειμενικότητας.

Συγγραφεύς:  Η διαλεκτική έρχεται σε σύγκρουση με την τυπική Λογική. Η Λογική, όπως την κληρονόμησε ο δυτικός κόσμος απ'τον Αριστοτέλη δεν αποδέχεται την αντίφαση: Κάθε δήλωση πρέπει να είναι αληθής ή ψευδής.   Ο κόσμος που γνωρίζουμε σήμερα λειτουργεί βάση της αριστοτέλειας λογικής: Της δυαδικής.  Ναι ή όχι, ανοικτό ή κλειστό, σωστό ή λάθος, μαύρο ή άσπρο.   Ο Αριστοτέλης κέρδισε, ο Πλάτωνας ηττήθηκε. 

Εγώ λέω: Η διαφορά του Πλάτωνα με τον Αριστοτέλη δεν συνίσταται στον ορθολογισμό ή τη διαλεκτική, αφού και οι δύο είναι ορθολογιστές.  Ο Πλάτων δέχεται ότι ο κόσμος των πραγμάτων είναι αντανάκλαση των Ιδεών, ενώ ο Αριστοτέλης δέχεται ότι ο κόσμος των ιδεών είναι αντανάκλαση του κόσμου των πραγμάτων. Δηλαδή ο Αριστοτέλης δέχεται την ορθολογική αντικειμενικότητα του κόσμου με συνέπεια όπου στηρίζεται κι ο νευτώνειος ντετερμινισμός.

Συγγραφεύς: Ο διαλεκτικός άνθρωπος αντιλαμβάνεται ότι η πραγματικότητα είναι στον εσώτερο πυρήνα της αντιφατική. Γιατί η «αλήθεια» δεν αποδίδεται ποτέ απόλυτα με καμία (είτε θετική είτε αρνητική) περιγραφή του.

Εγώ συμπληρώνω: Και αυτό επειδή, σύμφωνα με την αντίληψη των Αναξίμανδρου και Ηράκλειτου, "ο κόσμος βρίσκεται σε συνεχές καταλυτικο-συνθετικό αντιφατικό Γίγνεσθαι, δηλαδή Είναι-ΜηΌντας".

Συγγραφεύς: Οι αποφάνσεις, οι απόψεις μας για την αλήθεια την προσεγγίζουν μέσω της σύνθεσης των απόψεων, αλλά ποτέ δεν την φτάνουν, αφού κάθε σύνθεση είναι ουσιαστικά μια καινούρια θέση κι εκείνη με τη σειρά της παράγει μια νέα αντίθεση –στο διηνεκές.

Εγώ λέω: Η έννοια της αντίθεσης ανάγει στον ορθολογισμό, όπου στο βάθος ο κόσμος μας αποτελείται από έσχατα αναλλοίωτα στοιχειώδη που αλληλεπιδρούν χωρίς να παραβιάζουν τα έσχατα όρια μεταξύ τους, συνιστώντας εκ των προτέρων ένα τετελεσμένο και προδιαγεγραμμένο φαινομενικό γίγνεσθαι, το οποίο έχει πυθμένα.  Ενώ κατά τη διαλεκτική ο κόσμος αποτελείται από αντιφατικές ενότητες οι οποίες ανάλογα με το Μέτρο σχέσης των σκελών της αντίφασης, εξελίσσονται αλλάζοντας υπόσταση και μορφή.  Η αντιφατικότητα δεν μπορεί να χωρίζεται σε θέση ή αντίθεση, αρνητικό ή θετικό και κατά συνέπεια Άρνηση ή Κατάφαση, αφού με αυτόν τον τρόπο παύει να είναι αντιφατική, είναι δηλαδή η καταφατική-αρνητικότητα, απ’όπου γεννιέται το Γίγνεσθαι.

Συγγραφεύς: Η αλήθεια δεν υπάρχει, γι’αυτό προσπαθούμε να την εφεύρουμε.

Εγώ λέω: Αυτό ισχύει αν δεχτούμε την έννοια της αλήθειας ως ορθολογική και στη συνέχεια την προσαρμόσουμε στο αντιφατικό γίγνεσθαι. Τότε πράγματι δεν υπάρχει αλήθεια, και πρέπει να την εφεύρουμε.  Η αλήθεια ως αντιφατική όμως, υπάρχει αλλά είναι συνεχώς εν τω γίγνεσθαι:  Όταν λέμε ότι η γη γυρίζει γύρω απ'τον ήλιο είναι μια αλήθεια μέσα σε κάποια χρονικά όρια αδιάψευστη.   Κάποτε όμως δεν θα υπάρχει ούτε ήλιος, ούτε γη, να γυρίζει γύρω του.  Ακόμα αν κάθε τι στον κόσμο μας είναι συγχρόνως κέντρο-απόκεντρο του σύμπαντος, αφού ο κόσμος σύμφωνα με τη διαλεκτική είναι άπειρος, χωρίς αρχή και τέλος, μοναδικός, αυτούσιος, ανοικτός και αμφίδρομος: όταν η γη γυρίζει γύρω από τον ήλιο, ο ήλιος γύρω από τον άξονα του γαλαξία, ο γαλαξίας γύρω από κάπου αλλού και αυτό επ' άπειρον, τα πάντα συγχρόνως γυρίζουν αντίδρομα και παράδρομα γύρω από τη γη (ως κέντρο-απόκεντρο του σύμπαντος) και μάλιστα γύρω από το σπίτι μου και από εμένα τον ίδιον.  Άρα η αλήθεια υπάρχει, αλλά είναι ἐν τῷ γίγνεσθαι ἀντιφατική και αμφίδρομη.     Όταν λέει ο Ηράκλειτος:  Στον ίδιο ποταμό μπαίνουμε και δεν μπαίνουμε, είμαστε και δεν είμαστε, αλλά ούτε την ίδια ουσία ξαναγγίζουμε, γιατί όλα αλλάζουν βίαια και γρήγορα, καταλύονται-συντιθέμενα, Είναι-ΜηΌντας, σημαίνει ότι λόγω της αντιφατικότητάς τους, όλα βρίσκονται σε συνεχή εξέλιξη κι ακριβώς αυτό είναι μια αιώνια αλήθεια. Δηλαδή η Αλήθεια υπάρχει πάντα, αλλά όχι στατική και ορθολογική, αλλά διαλεκτική αντιφατική και σε συνεχές γίγνεσθαι, που Είναι-ΜηΌντας συνεχώς διαφορετική και συγχρόνως όχι.          Υπάρχουν όμως στους αφορισμούς των διαλεκτικών διανοητών, πάρα πολλές αλήθειες που ισχύουν για πάντα και κάποιες θα αναφέρω τελειώνοντας τη μικρή αυτή εργασία.

Συγγραφεύς: Αυτό μπορούμε να το καταλάβουμε καλύτερα αν σκεφτούμε τη διαφορά ανάμεσα στο «σοφό» και στο «φιλόσοφο». Σοφός είναι ο άνθρωπος που έχει κατακτήσει τη σοφία. Φιλόσοφος είναι αυτός που ποθεί και πασχίζει για τη σοφία. Σύμφωνα με τη διαλεκτική σκέψη δεν μπορεί να υπάρξει σοφός, παρά μόνο φιλόσοφοι. Και θυμηθείτε πως ο Σωκράτης έδειξε στους «σοφούς» ότι δεν ήξεραν τίποτα.

Εγώ λέω: Σοφός είναι αυτός που έχει κατανοήσει το Λόγο, όπως έλεγε ο Ηράκλειτος. Δηλαδή την αντιφατικότητα του Είναι και ακολουθώντας τη διαλεκτική, μπορεί να καταλήξει μέσω οργανωμένων αντιφατικών μηχανισμών του Είναι, σ'αντιφατικά συμπεράσματα, τα οποία ως δυναμικά κι εν τω γίγνεσθαι, είναι “αληθηνοτερά“ από τα στατικά-θετικά ορθολογικά συμπεράσματα.  Αλλά για να ανέβει αληθινά στο ύψος του σοφού, πρέπει να γνωρίζει και να εφαρμόζει τις αληθινές αρχές της διαλεκτικής λογικής και πράξης, οι οποίες δεν έχουν πλήρως αποκαλυφθεί, κατασταλάξει κι οριοθετηθεί μέχρι σήμερα.  Και μολονότι γνωρίζουμε την αναγκαιότητα μιας διαλεκτικής λογικής, δηλαδή ενός αντιφατικού ορθολογισμού, δεν τον έχουμε πραγματοποιήσει, γιατί οι λεγόμενες αρχές της διαλεκτικής λογικής του Χέγκελ, δε μπόρεσαν να έχουν επιστημονικό αποτέλεσμα.                               Όσο για το Σωκράτη, έδειχνε στους συζητητές του, ότι πρέπει να αμφιβάλουν για όλα. Αυτό όμως δεν το έκανε μέσω της διαλεκτικής σκέψης συμφωνώντας ότι όλα είναι εν τω γίγνεσθαι, αλλά μέσω της τυπικής λογικής και μάλιστα της αρχής της μη αντίφασης αναζητώντας τη βαθύτερη και αδιάψευστη ορθολογική αλήθεια.

Συγγραφεύς: Η διαλεκτική είναι τόσο προφανής στην ιστορία, όπου δεν υπάρχει αριστοτέλειο τέλος, αλλά μια διαρκής εξέλιξη. Οι πολιτισμοί ακμάζουν, σύμφωνα με τον Whitebread, όταν πραγματοποιείται σύνθεση των διαφόρων στοιχείων του. Όσο υπάρχει «διάλογος» των θέσεων και των αντιθέσεων η κοινωνία εξελίσσεται.  

Εγώ λέω ότι: Αυτό δεν είναι αδιάσειστο παράδειγμα υπέρ της διαλεκτικής.  Μπορεί ο Ζήνων, ο Αναξίμανδρος κι ο Ηράκλειτος να πίστευαν στην αέναη παγκόσμια εξέλιξη, αλλά ο Παρμενίδης, ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης, ο Ντε Καρτ, ο Καντ, ο Χέγκελ και όλη η ιδεαλιστική ευρωπαϊκή διανόηση πίστευαν ότι: η εξέλιξη που ερχόμαστε σε άμεση επαφή δεν είναι αληθινή, αλλά φαινομενική. Κατ’αυτούς στον πυθμένα του κόσμου μας υπάρχουν ιδεατά ή υλικά, γνωστά ή άγνωστα έσχατα, αναλλοίωτα στοιχειώδη ή πράγματα καθαυτά, τα οποία αλληλεπιδρώντας συνιστούν το φαινομενικό γίγνεσθαι του κόσμου μας. Αυτό το σύστημα, προϋποθέτει ο κόσμος, άσχετα πόσο μεγάλης διάρκειας είναι, να έχει την Εντελέχειά του, δηλαδή μιαν Αρχή και ένα Τέλος και άρα φαινομενικό, προδιαγεγραμμένο και τετελεσμένο γίγνεσθαι.                                                                                                 Μάλιστα είναι καθήκον του διαλεκτικού υλισμού να αποκαλύψει την αλήθεια του αληθινού και συνεχούς γίγνεσθαι και να συστήσει ένα σύστημα διαλεκτικής λογικής τυπικότητας, το οποίο να στηρίζεται στα σύγχρονα επιστημονικά δεδομένα και να έχει τη μορφή ενός αντιφατικού ορθολογισμού (διαλεκτικής).

Συγγραφέας: «Ο πολιτισμός αυτοδιατηρείται στο ύψος που έχει φτάσει όσο υπάρχουν μέσα του δυνατότητες για πειραματισμούς που συνεχώς ανανεώνονται», λέει ο αγγλοαμερικάνος Whitebread. Κι εδώ δε θα ήταν παράταιρο να θυμηθούμε την Τέμπλ Γκράντιν που έλεγε ότι ο κόσμος χρειάζεται όλα τα μυαλά. (Ο θαυμαστός αυτιστικός κόσμος της Τεμπλ Γκράντιν).  Μόνο αυτή η ποικιλότητα μπορεί να συνεχίσει να παράγει νέες ιδέες και πειραματισμούς.

Εγώ δεν κατανοώ πως αυτή η πρόταση προάγει την κατανόηση κάποιου αρχάριου της διαλεκτικής σκέψης.

Συγγραφεύς: Αλλά, για να τελειώνουμε μ'αυτό το στρυφνό κείμενο, η διαλεκτική μπορεί να είναι και μία οδός για τον εαυτό μας, για την αυτογνωσία.

Εγω λέω: Η Διαλεκτική Σκέψη είναι η μόνη που μπορεί να οδηγήσει στην αληθινή αυτογνωσία.

Συγγραφεύς: Γιατί –όπως ισχυρίστηκε ο Πλάτωνας- η γόνιμη σκέψη είναι ο «εντός της ψυχής προς αυτήν διάλογος.»

Εγώ λέω: Η αυτογνωσία όμως του μεγαλοφυούς Πλάτωνα δε μπορεί να είναι πλήρης, αφού φέρει τα βαρίδια του ιδεαλισμού και του ορθολογισμού, ενώ η αυτογνωσία που προτείνει ο Ηράκλειτος, είναι ως διαλεκτική-υλιστική, πλήρης.

Συγγραφεύς: Κάθε φορά που είμαστε βέβαιοι κι αμετακίνητοι για κάτι, κάθε φορά που παγιώνεται μια αντίληψη στον εγκέφαλο μας, κάθε φορά που αποκτούμε μια καινούρια πεποίθηση, κάθε φορά που πιστεύουμε ότι φτάσαμε στο τέλος της αναζήτησης, πρέπει να θυμόμαστε ότι κάνουμε λάθος –ή σχεδόν λάθος.   Γιατί δεν υπάρχει τέλος στην αναζήτηση, υπάρχει μόνο αποτελμάτωση της σκέψης μας. Γιατί δεν υπάρχει η μία και μοναδική αλήθεια. Υπάρχει μία κάποια «αλήθεια» που γεννάει την αντίθετη της και προχωρούν στη σύνθεση της καινούριας «αλήθειας».

Εγώ λέω: Ο κόσμος σύμφωνα με τον Ηράκλειτο αλλάζει βίαια και γρήγορα, καταλύεται-συντιθέμενος, Είναι-ΜηΌντας, γι'αυτό η πραγματικότητα όντας εν τω γίγνεσθαι συνεχώς αλλάζει, άρα και οι εκτιμήσεις μας πρέπει να είναι δυναμικές κι εν εξελίξει.

Συγγραφεύς: Τίποτα δεν είναι σωστό, αληθές, βέβαιο. Παρά μόνο η αναζήτηση τους.

Εγώ προτείνω: Όταν ο συντάκτης αυτού του κειμένου δέχεται ότι σύμφωνα με τη διαλεκτική σκέψη, τίποτα δεν είναι απόλυτα σωστό, αληθές και βέβαιο, δέχεται έστω και αρνητικά ότι υπάρχουν απαράβατες αλήθειες, οι οποίες μάλιστα περιέχονται στο Λόγο του Ηρακλείτου, στο Ταό του Λαό-Τσε, τις διαλεκτικές αποφάνσεις του Αναξίμανδρου και στην προσέγγιση του κόσμου απ'το Ζήνωνα. Αυτές είναι αντιφατικές αποφάνσεις, για πάντα αληθινές.     Θα αναφέρω μερικές:                                       ―Η πίστη οδηγεί στην άγνοια, η αμφιβολία στη γνώση.                                                                                   1.  Η μεγάλη ευθεία οφείλει να είναι κυρτή.                                                                                                2.  Το μεγάλο τετράγωνο δεν έχει γωνίες.                                                                                                   3.  Ο κύκλος είναι πολύγωνο απείρου αριθμού γωνιών.                                  
        4.  Στον ίδιο ποταμό δεν ξαναμπαίνουμε, ούτε την ίδια ουσία ξαναγγίζουμε, γιατί όλ’αλλάζουν                 βίαια και γρήγορα, καταλύονται-συντιθέμενα, Είναι-ΜηΌντας                                                           5.  Το κινούμενο ευθύγραμμα και ομαλά, θα γυρίσει στη θέση που ξεκίνησε.                                          6.  Το κινούμενο δεν κινείται ούτε στον τόπο που βρίσκεται, ούτε στον τόπο που δεν βρίσκεται.          7.  Τείνοντας κάτι για το μηδέν τείνει για το άπειρο.                                                                                  8.  Το ακαριαίο είναι το ακίνητο.                                                                                                                9.  Το ίδιο το φως είναι σκοτεινό.                                                                                                               10.  Αρχή και στοιχείο των όντων είναι το άπειρο.                                                                                     11.  Το τέλειο είναι ατελές. Το πεπερασμένο είναι το άπειρο.                                                        ―Αυτόν τον κόσμο που είναι ίδιος για όλους, δεν τον έφτιαξε ούτε θεός ούτε άνθρωπος, ήταν, είναι και θα είναι αείζωον πυρ που ανάβει-σβήνοντας με μέτρο.

                       με εξαιρετική εκτίμηση προς τον Γελωτοποιό
                                            Γελωτοδέκτης

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΔΗΜΗΤΡΗ ΠΑΤΕΛΗ: Ο ΧΕΓΚΕΛ, ΤΟ ΓΙΓΝΕΣΘΑΙ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΣΚΕΨΗΣ ΚΑΙ Ο ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΟΣ ΥΛΙΣΜΌΣ

Ο ΙΛΙΕΝΚΟΦ ΚΑΙ Η ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΛΟΓΙΚΗ

ΣΩΚΡΑΤΗ ΔΕΛΗΒΟΓΙΑΤΖΗ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗΣ