ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΛΟΓΙΚΗ-ΑΝΤΙΦΑΤΙΚΗ ΜΟΝΑΔΟΛΟΓΙΑ

 ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΛΟΓΙΚΗ                                                                                                                              ΠΡΑΞΗ ΤΗΣ ΜΕΤΡΗΣΗΣ ΣΤΗΝ ΚΒΑΝΤΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΙ Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΤΗΣ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΑΝΤΙΦΑΤΙΚΗ ΜΟΝΑΔΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΒΙΟΧΑΡΤΟΓΡΑΦΙΑ

ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ: Το επιστημολογικό μέρος της εργασίας έχω αντλήσει κυρίως απ’το έργο «PARADIGMS LOST» του John Casti εκδόσεις W.  Morrow  New York 1989
Ο Τζων Κάστι ήταν μαθηματικός ο οποίος εργάστηκε στο RAND Corporation, στο Πανεπιστήμιο της Αριζόνα, ήταν από τα πρώτα μέλη στο International Institute of Applied Systems Analysis και δίδαξε στο Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο της Βιέννης.
Απ’το έργο του Ρόμπερτ Χάβεμαν:Φυσική Επιστήμη και Κοσμοθεώρηση Εκ.Πέλλα, μετάφραση Σταύρου Καμπουρίδη
Και το έργο του Ευτύχη Μπιτσάκη: Η Δυναμική του Ελαχίστου
εκδ. Ζαχαρόπουλος. 1987

Εγώ είμαι γλύπτης αλλά και διανοητής του δρόμου. Πιστεύω όμως ότι ως τέτοιος μπορώ να έχω γνώμη γiα φιλοσοφικά θέματα που αφορούν τη Διαλεκτική Σκέψη, αφού έχω αφιερώσει περισσότερα από εξήντα χρόνια στη λύση του αινίγματος της διαλεκτικής και μάλιστα νομίζω ότι το έχω λύσει.

ΜΕΡΟΣ Α.:

 Η ΠΡΑΞΗ ΤΗΣ ΜΕΤΡΗΣΗΣ ΣΤΗΝ ΚΒΑΝΤΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΙ Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΤΗΣ ΔΙΑΣΤΑΣΗ
  ―ΚΒΑΝΤΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ―

Ποτέ δεν έπαψε να αιωρείται το ερώτημα αν η φιλοσοφία μπορεί να έχει δικαιώματα στο χώρο της επιστήμης ή η επιστήμη στο χώρο της φιλοσοφίας. Η φιλοσοφία, όπως είναι γενικά αποδεκτό, ξεκίνησε με τον Αναξίμανδρο σαν μια πρωτόγονη φυσική επιστήμη, όπου η φαντασία, η ενόραση, η παρατήρηση αλλά και κάποιες πρωτόγονες πειραματικές διαδικασίες, συνιστούσαν μιαν ενότητα η οποία οδηγούσε στην αντίληψη για την καταλυτική-συνθετότητα των πραγμάτων και του κόσμου. Αυτό σύμφωνα με τον Αναξίμανδρο είχε αποτέλεσμα το παγκόσμιο άπειρο Γίγνεσθαι. Στη συνέχεια ο Ηράκλειτος πρότεινε το Λόγο, την πρώτη Λογικο-γλωσσική Διαλεκτική σύνταξη που εκφράζει το κοινωνικό και φυσικό Γίγνεσθαι, δηλαδή τη Διαλεκτική Λογική, η οποία τελικά ολοκληρώθηκε από τον Ζήνωνα.  Εκεί ο Χώρος, ο Χρόνος το Νοείν και το Είναι συνιστούν μιαν ενότητα συμπίπτοντας στο καταλυτικο-συνθετικό αέναο Γίγνεσθαι. Αντίθετα μ’αυτούς ο Αριστοτέλης πρότεινε την ορθολογική τυπικότητα, από όπου ξεκίνησε η σύγχρονη επιστημονική σκέψη.                                 
     Από τον Αριστοτέλη, η επιστήμη είχε αρχίσει, να ξεχωρίζει με κάποιον τρόπο από την φιλοσοφία, που ως την εποχή του Νεύτωνα, δεν φαίνεται ένας ξεκάθαρος διαχωρισμός. Οι Νεοθετικιστές τα τελευταία χρόνια, όρισαν τη φιλοσοφία ως ειδική επιστήμη, στα όρια της «πραγματείας της λογικής της γλώσσας»,  όπου  κάθε  άλλη  διάστασή της  να  θεωρείται  ένα έωλο και ασαφές είδος διαλογισμού. Ο ντετερμινισμός, από κει και πέρα, έγινε συνώνυμο με την επιστημονικότητα, όπου ο χώρος της φιλοσοφίας μέσα στην επιστήμη, ελαχιστοποιήθηκε ή μηδενίστηκε.  
       Με την είσοδο της κβαντομηχανικής στο προσκήνιο και τον ντετερμινισμό να αποκαθηλώνεται, μεγάλοι επιστήμονες που θα έπρεπε να πρόσκεινται στον ντετερμινισμό, βλέπουμε ν’ανοίγουν ένα μακρόχρονο ιδεολογικό πόλεμο, πάνω στις αρχές και τις εξελίξεις της σύγχρονης επιστήμης.  Αυτή η διαμάχη εμπλέκει άμεσα τη φιλοσοφία μέσ’την καρδιά της επιστήμης, σε βαθμό που να μην είναι πια εφικτός αυτός o διαχωρισμός. Την εποχή που ορισμένοι διακεκριμένοι φιλόσοφοι, έκλειναν τη θύρα της επιστήμης στη φιλοσοφία, κάποιοι διακεκριμένοι επιστήμονες παραμερίζοντας όλες τις θεωρητικολογίες της εποχής τους περί του διαχωρισμού επιστήμης και φιλοσοφίας, αυθόρμητα κι όλο ζωντάνια, της άνοιγαν την πόρτα, προσφέροντας απλόχερα, μερίδιο ηγεμονικό.    Φανέρωναν έτσι ότι δεν είναι δυνατή πρωτοπόρα επιστήμη χωρίς φιλοσοφικό γνώμονα, αλλά την ίδια στιγμή και φιλοσοφία με τη σύγχρονη έννοια, χωρίς επιστημολογικό έρμα.   Βέβαια ο φιλοσοφικός γνώμονας που προσέφερε η φιλοσοφία από την εποχή των αρχαίων Ελλήνων, εκτός από την οντολογία και την ηθική, συνέπιπτε και με τη Λογική, που ήταν η τέχνη της νόησης.        
      Η πρώτη μεγάλη ιδεατή διαμάχη περί την Λογική είναι αυτή των δύο μεγάλων βάρδων της νόησης, Ηράκλειτου με το μέρος της Διαλεκτικής λογικής και Παρμενίδη με το μέρος του Ορθολογισμού και της πρότασής του για έναν πρωτόγονο ντετερμινισμό και μια ορθολογική τυπικότητα.

Δεν θα υπήρχε λόγος να αναφέρουμε τον Αριστοτέλη, αφού ο Νεύτων είναι ολοκληρωμένος εκπρόσωπος του αντικειμενικού τρόπου επιστημονικής σκέψης σήμερα. Όμως αυτό που πρέπει να ξεπεραστεί στο κβαντικό γίγνεσθαι δεν είναι μόνον η αντικειμενικότητα και η επιστημονικότητα, όπως ορίζεται από την νευτώνεια σκέψη,  που συνοψίζεται  ως ντετερμινισμός, αλλά κι η αριστοτελική λογική, που στον κβαντικό κόσμο φαίνεται ν’ακυρώνεται ή να δοκιμάζεται βίαια.  

Ο νευτώνειος τρόπος αντίληψης για τον κόσμο, θα μπορούσε να πει άφοβα κάποιος, ότι είναι ο πιο ολοκληρωμένος αριστοτελικός. Δηλαδή υπάρχει μια μεγάλη πορεία που ξεκινά απ’τον Αριστοτέλη κι ολοκληρώνεται στο Νεύτωνα.  Ότι πλήγμα λοιπόν μπορεί να δεχτεί η νευτώνεια σκέψη, στρέφεται με κάποιο τρόπο κι ενάντια στην αριστοτελική λογική πάνω στην οποία βασίζεται κι ο ντετερμινισμός. Επειδή όμως σήμερα η επιστήμη «ότι έχει» στην έρευνα, είναι η τυπική λογική και η ορθολογική αντικειμενικότητα, οι επιστήμονες μολονότι θέλουν ν’απορρίψουν τον ντετερμινισμό, κρατούν τον ορθολογισμό που είναι η καρδιά του ντετερμινισμού, δημιουργώντας ένα είδος διγλωσσίας.

Ο νευτώνειος τρόπος αντίληψης για τον μικρόκοσμο, θα μπορούσε να θεωρηθεί κόσμος δυνάμεων και σωματιδίων που διαθέτουν κάθε στιγμή ιδιότητες μέσα στο χώρο, όπως η μάζα που είναι στατική αφού δεν αλλάζει κατά τη διάρκεια του χρόνου και η ταχύτητα που είναι δυναμική και αλλάζει.  Σύμφωνα με την νευτώνεια αντίληψη, το γίγνεσθαι στον κόσμο είναι αποτέλεσμα δυνάμεων που δρουν στα σωμάτια εξωτερικά, δημιουργώντας συνδυασμούς, συγκρούσεις και κίνηση σωματιδίων. Το σύμπαν του Νεύτωνα είναι απόλυτα ορθολογημένο μέσα στα όρια των προϋπαρχόντων και ανεξαρτήτων μεταξύ τους χώρου και χρόνου. Εκεί είναι δεδομένο ότι οι ιδιότητες των σωμάτων είναι παρούσες άσχετα αν τις παρατηρούμε ή όχι.   Με κορμό την αριστοτελική λογική, η νευτώνεια άποψη για τον κόσμο έχει καθιερωθεί ως αναμφισβήτητη στην καθημερινότητα και μέχρι χθες, στην επιστημονική κοινότητα.
      Η πρώτη αμφιβολία για το κύρος αυτού του μοντέλου, γεννήθηκε  από  την  ειδική  θεωρία  της σχετικότητος.  Εκεί ο Αϊνστάιν δείχνει, ότι οι έννοιες του χώρου  και του χρόνου δεν μπορούν πια να γίνονται αντιληπτές με το νευτώνειο τρόπο. Δηλαδή δεν μπορούν πια να θεωρούνται ξέχωρες, αλλά ως μια ενότητα χωροχρονική. Λέγεται ακόμα, ότι στο χωρόχρονο, δύο παρατηρητές μπορεί να δουν με αντίθετη χρονική ακολουθία, κάποιο γεγονός εν εξελίξει.  Πέραν τούτου όμως, ο ίδιος ο Αϊνστάιν κι η δουλειά του, δεν αντιστρατεύονται τη νευτώνεια τάξη διαφωνώντας με την αντικειμενικότητα όπως γίνεται εκεί αποδεκτή. Αυτή η αντίληψη, σύμφωνα με τον Αϊνστάιν, θα εστρέφετο κατά της επιστημονικότητας, όπως είχε πλέον διαμορφωθεί ως ντετερμινισμός. Η θεωρία της σχετικότητος, σε θέματα αντίληψης περί των δυναμικών ιδιοτήτων των αντικειμένων, δεν αντιστρατεύεται την ουσία της νευτώνειας σκέψης.
        Τον ίδιο καιρό ο Πλάνκ ανακαλύπτει την κβαντική φύση της ακτινοβολίας του θερμού αντικειμένου.   Εκεί φαίνεται ότι η ενέργεια εκλύεται σε ορισμένα ελάχιστα ποσά που το μέγεθός τους εξαρτάται από τη συχνότητα του φωτός, δηλαδή τον χρωματισμό τους. Λέγεται ότι οι συνέπειες αυτής της εργασίας, υπονόμευσαν το κύρος του νευτωνείου οικοδομήματος σχετικά με τις αντιλήψεις των επιστημόνων για τον μεγάκοσμο και τον μικρόκοσμο.

Σύμφωνα με την νευτώνεια αντίληψη, για να διαπιστωθεί η θέση κάποιου βλήματος, που αυτό λογίζεται ως πράγμα ή αντικείμενο, το φωτίζουμε κάποια ορισμένη χρονική στιγμή και το στατικοποιούμε ιδεατά σ’αυτή τη θέση, πάνω στο φωτογραφικό φιλμ. Το φως διά μέσου του οποίου γίνεται όλη η διεργασία, δηλαδή τα φωτόνια που αντανακλώνται απ’το σώμα και βρίσκουν την φωτογραφική πλάκα, αν επιδρούν στο βλήμα, δεν ενδιαφέρει την έρευνα γιατί η διαφορά που προκύπτει είναι αμελητέα. Για ένα ηλεκτρόνιο όμως το θέμα, λόγο της μεγάλης ταχύτητας και του μικρού μεγέθους του ηλεκτρονίου, είναι πο-λύ διαφορετικό. Το φωτόνιο που βρίσκει το ηλεκτρόνιο πρέπει να έχει υψηλή συχνότητα, για να δώσει στοιχεία μέτρησης κι έτσι αλλοιώνει πολύ την κατάσταση αυτού που ερευνάται.
     Για να γίνει αντιληπτή η έννοια της περιγραφής του μικρόκοσμου, από την κβαντική θεωρία υπάρχει το κλασικό πείραμα που περιλαμβάνει κάποιον εκτοξευτή που εκτοξεύει σφαιρίδια, κύματα νερού ή ηλεκτρόνια αναλόγως. Αυτά κατευθύνονται μετά την εκτόξευση προς ένα παραπέτασμα στο κέντρο του οποίο υπάρχουν δυο οπές και κατ’απαίτηση του πειράματος, πότε η μια και πότε οι δυο μαζί είναι ανοικτές.  Πίσω από το παραπέτασμα, υπάρχουν κάποιοι ανιχνευτές που καταγράφουν την παρουσία και τη συμπεριφορά των εκτοξεύομένων αντικειμένων.
Α. Αν εκτοξεύσουμε μαύρα σφαιρίδια μέσω της μιας οπής, αυτά θα έχουν μια φυσιολογική διανομή αναμενόμενη για σφαιρίδια, όπου θα μπορούσε απόλυτα να υπολογιστεί η θέση τους.  Αν ανοιχτούν καί οι δυο τρύπες  και διοχετευτούν μαύρα σφαιρίδια από την μία και άσπρα από την άλλη, αυτά θα διαμοιραστούν πάλι όπως θα αναμενόταν, δηλαδή έχοντας συμπεριφορά σωματιδίων.
Β. Αν κάνουμε το ίδιο με τα κύματα νερού, το αποτέλεσμα θα ήταν επίσης αναμενόμενο. Θα έχουμε ανάλογη συμπεριφορά  κυμάτων.
Γ. Αν εκτοξεύσουμε ηλεκτρόνια, με μία οπή ανοικτή, αυτά συμπεριφέρονται ως σωματίδια. Όταν όμως ανοιχτούν κι οι δύο οπές, υπάρχει παρεμβολή κυματιακής φύσης. Τότε, μολονότι τα ηλεκτρόνια φτάνουν σαν ανεξάρτητα σωματίδια, η άφιξή τους εκεί υπακούει σε κυματιακές διαδικασίες, κάνοντας αδύνατο τον προσδιορισμό από πια τρύπα έχουν περάσει.
     Από κει προέρχεται και το ερώτημα, «πως είναι δυνατόν τα ηλεκτρόνια να διαθέτουν ιδιότητες σωματιδίων και κυμάτων, χωρίς να είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο». Έτσι δημιουργήθηκε στο μικρόκοσμο πρόβλημα περιγραφής όπου η νευτώνεια αντίληψη αμφισβητήθηκε ακόμα περισσότερο.
      Για να γίνει η περιγραφή ενός φαινομένου, στη σύγχρονη επιστήμη, πρέπει να προταθεί ένα μοντέλο, το οποίο με μια μαθηματική διεργασία, θα παίρνει υπ’ όψιν όλες τις ιδιότητες και τις ιδιομορφίες που αφορούν το φαινόμενο. Έτσι για το ηλεκτρόνιο ως κβαντικό γεγονός, χρειάζεται μαθηματική δομή, η οποία θα μπορεί να περιλάβει τις στατικές του ιδιότητες, που είναι το φορτίο και η μάζα και τις δυναμικές, που είναι η θέση κι η ορμή (ταχύτητα επί μάζα), η διεύθυνση του σπιν, κλπ.  Ακόμα, αυτή η δομή πρέπει να αντανακλά την σωματιδιο-κυματιακή συμπεριφορά του κβαντικού γεγονότος.  Αυτό το πρόβλημα περιγραφής του κβαντικού γεγονότος, έχει λυθεί με τρεις τρόπους απ’τους Σρέντιγκερ, Χάιζενμπεργκ και Ντυράκ. Λέγεται ότι καί οι τρεις περιγραφές είναι ισάξιες μαθηματικά, μα η περιγραφή του Σρέντιγκερ, καθιερώθηκε ως πιο εύχρηστη.
       Ο Σρέντιγκερ συνέλαβε μιαν εξίσωση που μπορεί να περιγράψει όλες τις μετατροπές του γεγονότος σε κάθε δυνατή θέση μέσ’το χώρο, κατά την διάρκεια του χρόνου. Η εξίσωση αυτή περιέχει ιδεατά όλες τις ιδιότητες, που πρέπει να διαθέτει ένα κβαντικό γεγονός, το οποίο στη δεδομένη περίσταση είναι το ηλεκτρόνιο. Για να μπορέσει λοιπόν να υπολογίσει όλες τις αλλαγές της κάθε συγκεκριμένης αξίας για κάθε ιδιότητα, πρότεινε μια συμπληρωματική μαθηματική διαδικασία που θα μπορεί να περιέχει όλες τις πιθανότητες.
      Βλέπουμε λοιπόν μεγάλη διαφορά σ’αυτόν τον τρόπο περιγραφής, από τον νευτώνειο. Σύμφωνα με τη νευτώνεια άποψη, οι ιδιότητες ενός βλήματος, είναι προϋποτιθέμενες σε σχέση με αυτό και δεν μπορεί να μην υπάρχουν. Όμως για το ηλεκτρόνιο, η περιγραφή-Σρέντιγκερ, υπολογίζει πιθανότητες τιμών της συγκεκριμένης αξίας της μετρούμενης ιδιότητας, που θα μπορούσε να πάρει όταν μετρηθεί το κβαντικό γεγονός.    Η περιγραφή αυτή δεν αναφέρεται στο θέμα της σύμφυσης ή όχι των διερευνουμένων ιδιοτήτων του κβαντικού γεγονότος υπό μέτρηση. Στη νευτώνεια άποψη που δέχεται το ηλεκτρόνιο σαν βλήμα, η θέση κι η ορμή του, ως σωματίδιο γίνονται δεκτά σαν απολύτως πραγματικά κι ακριβή, κάτι που είναι απόλυτα σύμφωνο με την κοινή λογική.  Στην κυματο-συνάρτηση του Σρέντιγκερ όμως, που είναι η κβαντική άποψη, υπάρχει απλά κύμα πιθανοτήτων που μορφοποιείται τη στιγμή της μέτρησης. Αυτός όμως είναι ο μόνος τρόπος που μπορούν να περιγραφούν τα αποτελέσματα των
εργαστηρίων, ο οποίος έχοντας δοκιμαστεί, χρόνια τώρα θεωρείται επαρκής και σύμφωνος με τα πειραματικά δεδομένα.
      Από δω και πέρα, προκύπτει το θέμα ερμηνείας των πειραματικών δεδομένων. Οι μεγάλοι αυτοί επιστήμονες δεν αρκούνται απλά στις διαπιστώσεις, αλλά αναγκάζονται να προχωρήσουν σε οντολογικές και φιλοσοφικές διερευνήσεις, για να συλλάβουν το νόημα όλου αυτού του επιστημονικού γίγνεσθαι.
      Το γεγονός προ της μέτρησης, περιγράφεται από κυματοσυνάρτηση η οποία, όπως ισχυρίζονται οι περισσότεροι επιστήμονες,
αντιπροσωπεύει ιδεατά ορισμένες ιδιότητες των κβαντικών γεγονότων, όπως π.χ. τη θέση ενός ηλεκτρονίου. Εδώ όμως πρέπει να τονίσω, ότι υπάρχουν εξίσου σπουδαίοι επιστήμονες, οι οποίοι την εν λόγω συνάρτηση δε θεωρούν ιδεατή αλλά πραγματική. Η κυματο-συνάρτηση αυτή υποδηλώνει τη σχετική πιθανότητα μιας ιδιότητας, ορίζοντας έτσι κάποια από τις εν δυνάμει αξίες που θα πάρει τη στιγμή της  μέτρησης.   Όμως όλα αυτά που φαίνονται απλά στην κοινή λογική, για την επιστημονική κοινότητα που έχει ως αντικείμενο τον κβαντικό κόσμο, όπως η έννοια του μέσου μέτρησης, είναι κάτι που χρειάζεται ιδιαίτερη διευκρίνιση.  
      Η κοινή λογική υπαγορεύει ότι μέσο μέτρησης είναι κάθε συσκευή η οποία καταγράφει πιστά το αποτέλεσμα μιας πειραματικής διαδικασίας. Μια σειρά μεγάλων επιστημόνων όμως, όχι αναίτια, έχει πολύ διαφορετική άποψη. Αυτοί υποστηρίζουν ότι, στον κβαντικό κόσμο, το αντικείμενο και το μέσο μέτρησης αλληλεπιδρούν σε τέτοιο βαθμό που να μην μπορεί να γίνει λόγος για την ανεξαρτησία του ενός από το άλλο.   Ακόμα υπάρχουν μεγάλοι επιστήμονες όπως ο Νόυμαν, που ισχυρίζονται πως κατά τη διαδικασία της μέτρησης, η οποία έχει σαν οριακή στιγμή την «κατάρρευση της κυματοσυνάρτησης»,  το μέσον μέτρησης, το μετρούμενο αντικείμενο αλλά κι η ανθρώπινη συνείδηση, συνιστούν κβαντική ενότητα. Εκεί η ανθρώπινη συνείδηση θεωρείται βασικότερος παράγον, αφού είναι αυτή που αγκάζει την «κατάρρευση» της κυματοσυνάρτησης, που είναι κι ο βασικός παράγων της μέτρησης.

Ένα άλλο θέμα που διχάζει τους επιστήμονες είναι, τι ιδιότητες μπορεί να έχει ή όχι ένα κβαντικό γεγονός, προ της μέτρησης. Οι βασικές αντιλήψεις γι’αυτό είναι δύο.  Η θέση της σχολής της Κοπεγχάγης, που θεωρείται ορθόδοξη κι αρνείται την αντικειμενικότητα των κβαντικών γεγονότων, με ηγέτες τους Μπόρ, Χάιζεμπεργκ, Σρέντιγκερ, Νόυμαν κ.λ.π. κι η σχολή που αποδέχεται την αντικειμενικότητα, με τους Αϊνστάιν, Ντε Μπρογί, Μπώμ κλπ.
        Οι Βασικές Θέσης της σχολής της Κοπενχάγης:
α. Η κυματο-συνάρτηση δίνει πλήρη περιγραφή του κβαντικού γεγονότος.
β. Τα κβαντικά γεγονότα που εκπροσωπούνται απ’την ίδια κυματο-συνάρτηση, είναι εκ φύσεως ίδια.
γ. Κάθε έλλειψη πληροφορίας περί των ιδιοτήτων των κβαντικών γεγονότων προ της μέτρησης, είναι έτσι γιατί δεν υπάρχουν εκεί συγκεκριμένες ιδιότητες να γίνουν γνωστές.
δ. Οι όποιες παρατηρούμενες διαφορές μεταξύ ομοίων κβαντικών γεγονότων προ της μέτρησης, οφείλονται στον παράγοντα του τυχαίου ο οποίος είναι σύμφυτος με αυτά.
         Οι Βασικές Θέσεις της Αντικειμενικότητας:
α. Η κυματο-συνάρτηση δίνει μόνο τη στατιστική περιγραφή ενός συνόλου αντικειμένων,  άρα δεν μπορεί να είναι πλήρης περιγραφή κάθε συγκεκριμένου κβαντικού αντικειμένου.
β. Κβαντικά αντικείμενα που παρουσιάζονται απ’τις ίδιες κυματο-συναρτήσεις, μπορεί να μην είναι ίδια απ’τη φύση τους.
 γ. Η έλλειψη παρατήρησης ιδιοτήτων κβαντικών αντικειμένων
υπαρχόντων προ της μέτρησης, οφείλεται στην ύπαρξη αγνώστων μεταβλητών, τις οποίες η κβαντομηχανική  δεν μπορεί να διακρίνει ή αποκρύπτει.                                                                                                       

Όλες οι σχολές που συγγενεύουν με αυτή της Κοπεγχάγης, δέχονται ότι οι δυναμικές ιδιότητες των κβαντικών αντικειμένων είναι συμβατικές και γεννώνται κατά τη διαδικασία της μέτρησης. Όπως έχουμε ήδη αναφέρει, αυτή η αντίληψη βασίζεται στην αποδοχή, πως το μέσο και το αντικείμενο μέτρησης, αλλά και για πολλούς επιστήμονες καί ο παρατηρητής, συνιστούν μιαν ενότητα κβαντικής φύσης. (Αφού το αποτέλεσμα της μέτρησης θεωρείται επηρεασμένο αναμφισβήτητα απ’τη διαδικα-σία της μέτρησης).
     Η σχολή της Κοπεγχάγης απορρίπτει την ύπαρξη αγνώστων μεταβλητών, βασιζόμενη στο μαθηματικό πόνημα του φον Νόυμαν το οποίο στηρίζει και δικαιολογεί τις απόψεις της κβαντομηχανικής. Στην εργασία του Νόυμαν δε μπορεί να οριστεί μαθηματικά σημείο διαχωρισμού παρατηρητή, μέσου κι αντικειμένου μέτρησης, απορρίπτοντας την ύπαρξη αγνώστων μεταβλητών.
     Σύμφωνα με τον Χάιζενμπεργκ η κβαντική πραγματικότητα συνίσταται από δυο καταστάσεις: την εν δυνάμει και την εν ενεργεία, που συνδέονται με τη διαδικασία μέτρησης.  Κατ’ αυτόν ο εν ενεργεία κόσμος, δηλαδή αυτός των φαινομένων, υπάρχει ουσιαστικά, αλλά κάτω απ’αυτόν υφέρπει η καθαρή δυνατότητα, δηλαδή η τάση των γεγονότων να ουσιαστικοποιηθούν με έναν συγκεκριμένο τρόπο όταν μετρηθούν, δηλαδή να γίνουν εν ενεργεία, όταν παρατηρηθούν. Κατ’αυτόν, η εν λόγω συνάρτηση περιέχει την ουσία από την οποία πραγματοποιούνται και όλα τα πράγματα της καθημερινότητας. Δηλαδή αυτός ο μη παρατηρούμενος εν δυνάμει κόσμος, είναι κυματοσυ-ναρτήσεις που εκπροσωπούν τη δυνατότητα η οποία κατά τη μέτρηση γίνεται πραγματικότητα.

Η πιο ενδιαφέρουσα αντίληψη για την αντικειμενικότητα, μέσα στα όρια της κβαντομηχανικής, θεωρείται αυτή του Μπώμ που είναι κι αυτή μια άποψη κρυφών μεταβλητών. ΄Οπως όλοι οι υποστηρικτές της ύπαρξης κρυφών μεταβλητών, ισχυρίζεται πως  αν γίνουν γνωστές αυτές οι μεταβλητές, η αντικειμενικότητα της φύσης θ'αποκατασταθεί.  Στην πρόταση αυτή, το κβαντικό σωμάτιο ακολουθείται από ένα πιλοτικό κύμα, το οποίο όντας υπερφωτεινό είναι απαρατήρητο. Αυτό πληροφορεί το κβαντικό σωμάτιο για κάθε δραστηριότητα που το αφορά με υπερβολική ταχύτητα·  στην περίπτωση αυτή το πληροφορεί για τη μέτρηση κι έτσι είναι έτοιμο να αποκριθεί ανάλογα.
       Η αδυναμία αυτής της πρότασης, που θα ήταν ανάσα για το θνήσκοντα ντετερμινισμό, είναι ότι τον αντιστρατεύεται μ’ έναν άλλο τρόπο. Κατ’αρχήν πρέπει να δεχτεί ότι οι μεταβλητές αυτές είναι υπερφωτεινής ταχύτητας,  αφού υποτίθεται ότι διαδραματίζονται κάτω απ’την επιφάνεια του κβαντικού κόσμου. Αυτές είναι απαρατήρητες, επειδή τα μέσα μέτρησης που είναι δυνατόν να έχουμε στον κβαντικό κόσμο, δεν μπορεί παρά να αντιδρούν σε φωτόνια.  
       Από την άλλη ο Αϊνστάιν κατηγορεί τη σχολή της Κοπεγχάγης για σιωπηρή αποδοχή ακαριαίων αλληλεπιδράσεων, ενώ η σχολή της Κοπεγχάγης, πως οι κρυφοί παράμετροι είναι υπερφωτεινοί.    Μάλιστα ο ίδιος ο Αϊνστάιν με συνεπίκουρους τους Ποντόλσκυ και Ρόζεν, έχει προτείνει το γνωστό νοητικό πείραμα, όπου ένα ειδικό μηχάνημα εκτοξεύει δίδυμα ηλεκτρόνια.   Αυτά σύμφωνα με τον Αϊνστάιν πρέπει να έχουν εξαρχής αντίθετο σπιν, ενώ για τη σχολή της Κοπεγχάγης, εί-ναι εν δυνάμει αντίθετο ως τη στιγμή της μέτρησης, εξαιτίας της οποίας αυτόματα πραγματώνονται αυτά τα δίδυμα ηλεκτρόνια, παρουσιάζοντας αντίθετο σπιν. Ο Αϊνστάιν θέτει το ερώτημα: Αν αυτά τα δυο ηλεκτρόνια τα οποία εκτοξεύει το μηχάνημα, έχουν απόσταση ετών φωτός, υπακούοντας στους νόμους του εν δυνάμει επιπέδου που η σχολή της Κοπεγχάγης αποδέχεται, θα πρέπει να ανταποκρίνονται αυτομάτως στη διαδικασία μέτρησης.  Δηλαδή τη στιγμή της μέτρησης στο ένα ηλεκτρόνιο, το δίδυμό του σε απόσταση ετών φωτός, θα πρέπει να εκδηλώσει ακαριαία αντίθετο σπιν απ'το άλλο.
      Ο Αϊνστάιν δείχνει μ’αυτό τον τρόπο, ότι η σχολή της Κοπεγχάγης αποδέχεται ακαριαίες αλληλεπιδράσεις σ’αυτό το εν δυνάμει επίπεδο του κόσμου κάτι που αντιστρατεύεται στη θεωρία της σχετικότητας. (Αυτό το πείραμα λέγεται ότι πραγματοποιήθηκε μ’επαρκείς όρους κι έδειξε ότι αν δύο κβαντικά αντικείμενα όπως τα δύο αυτά δίδυμα ηλεκτρόνια έχουν αλληλεπιδράσει στο παρελθόν και είναι απ’την ίδια τη γένεσή τους δίδυμα, τότε πράγματι ανταποκρίνονται αμφότερα ακαριαία στην κάθε επίδραση πάνω σε ένα από αυτά).
       Επίσης ο Χάιζενμπεργκ ισχυρίζεται ότι κατά τις αντιδράσεις διαχωρισμού των κβαντικών σωματίων, από ένα τυπικά μικρότερο σωμάτιο είναι φορές που προκύπτουν μεγαλύτερα. ΄Ετσι που ούτε η έννοια της διαίρεσης ούτε η έννοια του στοιχειώδους να λειτουργεί, όπως θα έπρεπε να γίνεται τυπικά αντιληπτή.(Αυτό σύμφωνα με τους αντιτερμινιστές, φανερώνει ότι στις κβαντικές διεργασίες, εκτός από το μέσο μέτρησης, το μετρούμενο αντικείμενο και τον παρατηρητή, παίρνει μέρος κι αυτό το ασαφές αλλά υπαρκτό εν δυνάμει υπόβαθρο. Αυτό που ίσως κι οι αντικειμενιστές με τη σειρά τους να θεωρούν ότι εξελίσσονται οι «κρυφές παράμετροι»).
    Απ’την άλλη, ακόμα κι αυτοί που υπερασπίζονται τον ντετερμινισμό, φαίνεται πως έχουν διαφοροποιηθεί ως προς τις κατευθύνσεις τους. Αφού δεν μπορούν πια να αρνούνται την κβαντομηχανική πρακτική, ψάχνουν για ένα άλλο είδος ορθολογισμού, ίσως πιο ήπιου και εύπλαστου. Αυτό δείχνει η επισήμανση του Μπώμ ότι: «Στη θεωρία του πεδίου, κάθε κίνηση στην κβαντομηχανική περιγράφεται ως καταστροφή-δημιουργία των στοιχειωδών σωματίων. ΄Ετσι κατά την σκέ-δασή κάποιου ηλεκτρονίου προς άλλη κατεύθυνση, θεωρείται περιστατικό που περιγράφεται ως καταστροφή του ηλεκτρονίου σε μια θέση και δημιουργία άλλου σ’άλλη θέση. Εκεί γενικά η κίνηση ενός ελευθέρου σωματίου, περιγράφε ται ως καταστροφή ενός σωματίου σ’ένα σημείο και δημιουργία άλλου-αλλού.   Η κίνηση γίνεται δεκτή σαν σειρά θέσεων δημιουργίας-καταστροφής που ως γενικό αποτέλεσμα έχει συγχρόνως την αλλαγή». Είναι φανερό ότι αυτό μας θυμίζει την καταλυτική-συνθετότητα της προσωκρατικής διαλεκτικής.
Είπε ο Ηράκλειτος: Στον ίδιο ποταμό μπαίνουμε και δεν μπαίνουμε, είμαστε και δεν είμαστε. Την ίδια ουσία δεν ξαναγγίζουμε, γιατί όλα αλλάζουν βίαια και γρήγορα καταλύονται-συντιθέμενα, Είναι-ΜηΌντας.  Και ο Ζήνων: Το κινούμενο δεν κινείται ούτε στον τόπο που βρίσκεται ούτε στον τόπο που δεν βρίσκεται. Δηλαδή καταλύεται-συντιθέμενο όντας άλλο-Αλλού, όπως το ηλεκτρόνιο του Μπωμ, άρα κινείται αλλάζοντας μέσα στον εαυτό του.
      Φαίνεται λοιπόν ότι: Η αριστοτελική αντίληψη και λογική δεν ταιριάζει στον κβαντικό κόσμο, αφού η αντικειμενικότητα που είναι το βάθρο όπου στηρίζεται ο ορθολογισμός, δεν βοηθά πια τις λογικές διεργασίες. ΄Οπως φαίνεται εδώ έχουμε να κάνουμε μ’έναν κόσμο όπου τα λεγόμενα αντικείμενα δεν είναι σαφώς αντικείμενα, μη έχοντας σαφή διαχωρισμό μεταξύ τους. Έτσι οι ιδιότητες που παραδοσιακά τους προσδίδουμε, όπως η ταχύτητα και οι έννοιες του χώρου και του χρόνου που σχετίζονται μαζί της, πρέπει να “ξανακοιταχτούν”:  Επειδή τα κβαντικά αντικείμενα, βρίσκονται σε συνε-χή καταλυτικο-συνθετική διαδικασία παρουσιάζοντας ταυτό-τητα και φύση αντιφατική, ο χώρος ως τόπος εξέλιξης και ο χρόνος ως διάρκεια των γεγονότων, έχοντας σωματιδιακο-κυματιακή φύση, αλλάζουν μορφή. Εκεί χρόνος είναι η συχνότητα επανάληψης και χώρος το μήκος κύματος και γι’ αυτό πρέπει να γίνει αποδεκτή η ενότητα Χώρου, Χρόνου και Είναι στο παγκόσμιο Γίγνεσθαι, όπου η τυπική λογική αντικειμενικότητα ακυρώνεται. Όμως ούτε η θεωρία της σχετικότητας, ούτε η εξίσωση του Σρέντιγκερ το λαμβάνουν υπό-ψιν. Αφού η πρώτη δέχεται ότι το φωτόνιο έχει ταχύτητα, κάτι που ως καταλυτικο-συνθετικό γεγονός δεν δικαιούται αφού είναι Άλλο-Αλλού και η δεύτερη ανακατεύει στη διαδικασία περιγραφής  τον νευτώνειο Χρόνο,  που είναι διάρκεια και μεσουρανεί η ορθολογική αντικειμενικότητα και και τον κβαντικό Χρόνο που είναι συχνότητα επανάληψης χωρικών μέτρων σε θέση, όπου η ορθολογική αντικειμενικότητα ακυρώνεται. Έτσι η ταχύτητα στον κβαντικό κόσμου, αφού η κίνηση κυρίως γίνεται μέσα στο εν εξελίξει γεγονός που είναι κατά την κίνηση άλλο-αλλού, δεν μπορεί να είναι όπως την αντιλαμβανόμεθα αντικειμενικά-ορθολογικά, αλλά σύμφωνα με την κβαντική αντίληψη καταλυτικο-συνθετικά. Δηλαδή ως ταχύτητα αλλαγής του κβαντικού γεγονότος.  Έτσι στον κόσμο που έρχεται πρέπει να οργανωθεί μια νέα καταλυτικο-συνθετική διαλεκτική τυπικότητα.   
     Σκοπός αυτής της εργασίας είναι να τοποθετηθούν οι βάσεις γι’αυτήν την καταλυτικο-συνθετική Διαλεκτική Λογική Τυπικότητα, που θα υποκαταστήσει την αριστοτελική Ορθολογική Τυπικότητα, αφού στον Νέο Κόσμο, για τους λόγους που ανέφερα, έχει ακυρωθεί.

                 ΜΙΑ ΓΝΩΣΙΟΛΟΓΙΚΗ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΗ

Η Λογική είναι η βασική κριτική πρακτική για την ορθή ερμηνεία του κόσμου και τη δράση σύμφωνα με τα συμπεράσματα που συνάγουμε απ’αυτήν.  Αυτός ο ορισμός για τη Λογική όμως, μολονότι αναγκαίος, είναι αφηρημένος και γενικός.  Για να μπορέσει να οριστεί η έννοια αυτή πρέπει να προηγηθεί η εξής γνωσιολογικο-επιστημολογική προϋπόθεση: Αν ο  άνθρωπος δεν είναι θεϊκό δημιούργημα, αλλά αποτέλεσμα του παγκόσμιου Γίγνεσθαι, πρέπει να περιέχει κωδικά γεγραμμένες στη δομή του, όλες τις στιγμές αυτής της πορείας. Έτσι η μορφή και η δομή του είναι πρόσωπα της καταγραφής αυτής.  Ο εγκέφαλος λοιπόν του ανθρώπου, είναι καί αυτός μια κωδική
καταγραφή εμπειρίας και γνώσης της πορείας του κόσμου μέσα σε κάθε άνθρωπο. Υποθέτουμε ότι όλες αυτές οι καταγραφές, συνοψίζονται σε μια μικροδομική καταγραφή, ―τον κώδικα ζωής του ανθρώπου―,  δηλαδή  το  DNA του.  Αυτή η καταγραφή, είναι μια γλώσσα μέσα μας η οποία δεν έχει διαβαστεί όλη ακόμα.
       Κάθε εμπειρία που διοχετεύεται στον κληρονομικό γνωστικό μηχανισμό, από τη μια, τον διεγείρει και τον αφυπνίζει ξαναθυμίζοντάς του τις "αρχαίες" καταβολές που χάνονται βαθιά μέσα στους προγόνους, το ζώο και τη φύση, αποκωδικοποιώντας τις.  Από την άλλη, η εμπειρία αυτή μη όντας απόλυτα ίδια με την αρχαία αντιστοιχία της στον κληρονομικό γνωστικό μηχανισμό, αναδιαμορφώνει την "αρχαία" καταβολή που βρίσκει, πλουτίζοντάς την.  Έτσι την αποκωδικοποίηση που ακολουθεί με την είσοδο της εμπειρίας στον γνωστικό μηχανισμό, ακολουθεί μια νέα καταγραφή επανακωδικοποίησης ή συνειδητής κωδικοποίησης που αναδιαμορφώνει και την δομή του ίδιου του εγκέφαλου.  Η πορεία αποκωδικοποίησης του γνωστικού μηχανισμού και της συνειδητής επανακωδικοποίησης είναι η Λογική κι η Συνείδηση, ενώ το μέρος του γνωστικού μηχανισμού που δεν έχει ακόμα αποκωδικοποιηθεί παραμένοντας  στη κατάσταση  που ήταν κληρονομικά, είναι το
συναίσθημα, η ενόραση και γενικά όλες οι ανεξήγητες (και για κάποιους θεωρούμενες ως μεταφυσικές) ιδιότητες του ανθρώπου, δηλαδή η Αισθητική. Σύμφωνα μ'αυτή την οντολογική άποψη "η γνώση είναι δυνατή", γιατί μέσω της εμπειρίας και της κριτικής αποκωδικοποιούμε την πορεία του κόσμου, όπως αυτή είναι πολυδιάστατα γεγραμμένη στον κληρονομικό γνωστικό μας μηχανισμό.   Όλες οι δομές του ανθρώπινου κληρονομικού γνωστικού μηχανισμού είναι ξανά και ξανά, επανακωδικοποιημένες σε μιαν ατέλειωτη πορεία μέσα στον ανθρώπινο εγκέφαλο. Η οντολογική αυτή άποψη μπορεί να γίνει κατανοητή με δύο τρόπους που εξαρτώνται από το πως αντιλαμβάνεται κάποιος τον κόσμο:
     Α. Ο ένας τρόπος είναι αντιθετικός (ορθολογικός), που δέχεται ότι ο κόσμος κι η λογικογλωσσική σύνταξη περιγραφής του συντίθεται στο βάθος από μια σειρά έσχατα αναλλοίωτα στοιχειώδη (γνώσιμα ή όχι), τα οποία συνιστούν ένα αντικεικειμενικό ορθολογικό δυναμικό λογικο-γλωσσικό σύστημα. Τα στοιχειώδη  που συνιστούν  αυτό το σύστημα,  αλληλεπιδρούν χωρίς να παραβιάζουν τα όρια μεταξύ τους. Τα έσχατα στοιχειώδη που συνιστούν αυτό το λογικο-γλωσσικό σύστημα, δρώντας ως απόλυτοι όροι, προϋποθέτουν λειτουργώντας, από κάποια στιγμή και μετά, την επανάληψη προδιαγεγραμμένης, τετελεσμένης πεπερασμένης σειράς παιγνίων, που θα μπορούσαν να ονομαστούν συνθετικά πρότυπα του τέλους, που είναι και τα όρια αυτού του συστήματος. Από τη στιγμή που ετέθησαν οι απόλυτοι όροι του συστήματος, τα «συνθετικά πρότυπα του τέλους» που προϋποθέτουν αυτοί οι όροι είναι απ'την αρχή εκεί περιμένοντας να πραγματωθούν.
      Αυτός είναι ένας κόσμος αντικειμενικότητας,κλειστός-τελεολογικός, που έχει προκαθορισμένα όρια ως αποτέλεσμα των όρων λειτουργίας αυτού του συστήματος, μη μπορώντας παρά να προϋποθέτει την ύπαρξη ενός κόσμου Ιδεών, που υπάρχει από τη στιγμή που ετέθησαν οι όροι του συστήματος.  Ένας τέτοιος κόσμος ιδεών πρέπει να υπάρχει πριν από τα πράγματα, μαζί με τα πράγματα και μετά τα πράγματα, συνιστώντας έτσι ένα κλειστό αντιθετικό, αντικειμενικό σύστημα, μιας επιστημονικότητας που ξεκινά απ’τον Αριστοτέλη και καταλήγει στο Νεύτωνα.  
       Ο αντιθετικός τρόπος είναι δυναμικός διαφορικός ορθολογισμός, που η διαφορικότητά του σταματά στα έσχατα και αναλλοίωτα στοιχειώδη αυτού του αντιθετικού κόσμου.  Η αποδοχή του κόσμου ως κλειστό σύστημα, που έχει μιαν απόλυτα προσδιορισμένη σειρά θετικών κι αναλλοίωτων όρων λειτουργίας και ορίων του τέλους (κρυφών ή φανερών, γνώσιμων ή όχι), αντιλαμβάνεται το Γίγνεσθαι ως κλειστό τετελεσμένο και φαινομενικό
     Β.  Ο δεύτερος τρόπος είναι ο αντιφατικός, όπου ο κόσμος κι η λογικογλωσσική σύνταξη περιγραφής του, είναι ένα Όλον σε συνεχή εξέλιξη. Αυτό είναι δυνατόν όταν δεν υπάρχει σύστημα αναλλοίωτων στοιχειωδών εσχάτων. Σύμφωνα με αυτή την άποψη τα στοιχειώδη, αλληλεπιδρώντας, προεκτείνονται το ένα μέσα στο άλλο,  χωρίς να αφήνουν  όρια απαραβίαστα μεταξύ τους και "βγαίνοντας" έξω απ’τα όρια των αλληλεπιδρώντων αναχωρούν για το σύμπαν επιστρέφοντας συγχρόνως από αυτό.  Για το λόγο αυτό, τα όρια κάθε "στοιχειώδους" παραβιάζονται έχοντας αντιφατική φύση, περιέχοντας το Όλον με έναν δικό του τρόπο.     Ο τρόπος αυτός είναι ο κώδικας καταγραφής του Παγκόσμιου Γίγνεσθαι μέσ’το αυτοαναιρούμενο στοιχειώδες, όπως αυτό έχει εξελιχθεί ως τη στιγμή της μορφοποίησής του, περιέχοντας με τρόπο δαιδαλώδη και παράκεντρο, όλες τις στιγμές και τα πρόσωπα του ως τότε κόσμου. Με την προϋπόθεση αυτή, ο κόσμος είναι Ένα Όλον, Μία Γλώσσα, Μία Γραφή σε συνεχές Γίγνεσθαι.  Έτσι τίποτα δεν μας απαγορεύει λογικά να δεχτούμε ότι ο κληρονομικός μηχανισμός γνώσης και δράσης του ανθρώπου έχει αντιφατική φύση, προϋποθέτοντας ελευθερία ατομικής επιλογής σ’έναν κόσμο ανοικτό, που τα στοιχειώδη του περιέχουν το στοιχείο του ανεπανάληπτου. Το γίγνεσθαι που έχει αποτέλεσμα αυτό το λογικο-γλωσσικό σύστημα, μπορεί να λέγεται διαλεκτική και θεωρείται αληθινό και όχι φαινομενικό.  Γι’αυτόν ακριβώς η εμπειρία προσλαμβάνεται απ’τον ανθρώπινο εγκέφαλο όπως ακριβώς είναι χωρίς κάποια μεσολάβηση που την αλλοιώνει.
      Το πως μια τέτοια πρόταση περί διαλεκτικής είναι λογικά δυνατή θα δικαιολογήσω στην εργασία που ακολουθεί. Επίσης η εργασία αυτή φιλοδοξεί να υπαινιχτεί απαντήσεις και να δικαιολογήσει λογικά τα επόμενα ερωτήματα:
α. Πως η αντιφατική μονάδα και το αντιφατικό στοιχειώδες, δηλαδή η αντιφατική ταυτότητα και η αντιφατική αιτιότητα είναι λογικά δυνατή. Από κει και πέρα πως η Διαλεκτική Λογική και πως η τυπικότητά της είναι δυνατή.
β.  Πως ο κόσμος είναι δυνατός σαν ανοικτό σύστημα.
γ.  Πως η κίνηση και η αλλαγή (το γίγνεσθαι), είναι δυνατά ως αληθινά και όχι ως φαινομενικά.
δ. Πως το Όλον (το σύμπαν) είναι δυνατό ως αμφίδρομο επικοινωνιακό πλέγμα θέσεων λήψης-εκπομπής μηνυμάτων και ενότητα του Μεγάλου ως προς το Μικρό.
ε. Πως ένα παγκόσμιο επικοινωνιακό πλέγμα θέσεων λήψης-εκπομπής μηνυμάτων, είναι δυνατόν σαν οντολογική λογικο-γλωσσική σύνταξη, δηλαδή σαν μια Αντιφατική Βιογεωμετρία.
ζ. Πως η νόηση και η ενόραση είναι λογικά δυνατές.

 ΜΕΡΟΣ Β.:   

ΑΝΤΙΦΑΤΙΚΗ ΛΟΓΙΚΟΓΛΩΣΣΙΚΗ ΣΥΝΤΑΞΗ                                                                          ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΑΝΤΙΦΑΤΙΚΗ ΠΡΟΣΈΓΓΙΣΗ ΣΤΗ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ

ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ: Το κείμενο που ακολουθεί είναι μια σειρά προσδιορισμών για την οργάνωση ενός Αντιφατικού Ορθολογισμού. Είναι λοιπόν ένα σύστημα αρχών που στηρίζεται στην αντιφατικότητα του Είναι, και ορίζει την έννοια της Αρχής της Αντιφατικής Ταυτότητας ως καταλυτικο-συνθετικό γίγνεσθαι και παράλληλα ορίζει και την Αρχή της Αμφίδρομης Αιτιότητας, που είναι και η δεύτερη αρχή του Αντιφατικού Ορθολογισμού.

1. Η υλική πραγματικότητα (ο κόσμος), υπάρχει με δυο τρόπους που ενώ είναι αντίθετοι ο ένας δεν αναιρεί τον άλλον αλλά σε προέκταση τον ολοκληρώνει συνιστώντας μιαν αντιφατική ενότητα.
2. Υπάρχει σαν συγκεκριμένο πεπερασμένο γεγονός, που σε κάθε του στιγμή είναι μοναδικό και αλληλοκαθορίζεται με όλα τ’άλλα συγκεκριμένα γεγονότα, που καθένα τους είναι κι αυτό πεπερασμένο.
3. Από την όψη των πεπερασμένων συγκεκριμένων γεγονότων, που μόνο μ’αυτά μπορούμε να έλθουμε σε άμεση επαφή, ο κόσμος υπάρχει πάντα με κάποιο τρόπο πεπερασμένο.
4. Κάθε πεπερασμένο γεγονός έχει ως όρια ύπαρξης, τα άλλα συγκεκριμένα πεπερασμένα γεγονότα, που σε κάθε δεδομένη στιγμή αλληλοκαταλύονται-αλληλοσυντιθέμενα, αλληλοδιαμορφώνονται και αλληλοκαθορίζονται μ’αυτά, σε ευρύτερη ή στενότερη συνάφεια.
5. Υπάρχει μια ποσοτική κλίμακα που εκφράζει αυτή τη συνάφεια που συνίσταται απ’τον αυτοκαθορισμό που ξεκινά βαθιά μέσα απ’τον εαυτό, περνά στην αλληλοδιαμόρφωση και αλληλοκαθορισμό με γεγονότα του στενότερου περιβάλλοντος, στη συνέχεια του ευρύτερου και τελικά με το σύμπαν, που είναι ο παντοτινά άλλος εαυτός. Αυτός που αναγκάζει το γεγονός σε κάθε αντιπαράθεση με τον εαυτό του, να είναι πάντα διαφορετικό. Αυτός είναι ο συμπαντιακός αντίλογος του γεγονότος,  που εκπροσωπεί το αποκεντρωτικό σκέλος της αντιφατικής ενότητας, με το συγκεκριμένο γεγονός ως συγκεντρωτικό.  Δηλαδή η αντιφατική σχέση αυτή συνίσταται από την εδώ-δομή που είναι το συγκεντρωτικό μέρος της αντίφασης και την άπω-δομή που είναι το αποκεντρωτικό. Ό,τι συμβεί στο ένα μέρος πρέπει να συμβεί κάτι αναλόγως και στο άλλο μέρος.
6. Έτσι το πεπερασμένο από μιαν άλλη όψη, είναι ακριβώς αυτό το ίδιο, εν δυνάμει άπειρο, αφού το γεγονός, λόγω της συνεχούς αλλαγής του, δε μπορεί απόλυτα να οριστεί, από που αρχίζει και που τελειώνει.

7. Ο κόσμος, ως Όλον, είναι η Kαθολικότητα αυτών των αλληλο-καθορισμών η οποία καταλύεται-συντιθέμενη ακαριαία και κάθε της στιγμή είναι Μοναδική και Πάντα Διαφορετική. Έτσι που αυτή η καθολικότητα είναι μια συνεχής έκρηξη αλλαγής και ακαριαία επαναφορά στην ίδια θέση. Αυτό είναι ουσιαστικά μια ακαριαία ταλάντωση από το μηδέν στο άπειρο κι επαναφορά στο μηδεν, η οποία ως ακαριαία δεν φαίνεται αλλά εμφανίζει την ύπαρξή της με διαφορετικό και συγκεκριμένο τρόπο σε κάθε έκφανση του Είναι.
8. Ο κόσμος καθαυτός λοιπόν υπάρχει ως καθολικός αίροντας συνεχώς κι ακαριαία τον εαυτό του. Είναι Πάντα Αυτός, όντας Συνεχώς Άλλος. Είναι η Αντιφατικότητα γυμνή ως Ουσία Καθαυτή, το εν Δυνάμει Είναι, το δυναμικό υπόβαθρό του Κόσμου, το Γίγνεσθαι ως Ουσία.
9. Συνεπώς ο Χρόνος σαν Χθες δεν υπάρχει, σαν Αύριο δεν υπάρχει, το Τώρα είναι Πάντα, το Τώρα που δεν Είναι, που Είναι Πάντα Άλλο. Το Τώρα που είναι η αιώνια μηδενική αιχμή του φθίνοντος παρόντος ανάμεσα από το παρελθόν και το μέλλον, που τείνοντας προς το Μηδέν τείνει συγχρόνως προς το Αιώνιο και Άπειρο.
10. Η υλική καθολικότητα ως συνέχεια των συγκεκεριμένων ασυνεχών είναι η αφηρημένη έκφανση της γενικότητας των συγκεκριμένων αλληλοκαθορισμών.
11. Στη μέγιστη συνέχεια το αφηρημένο αίρεται και εξυψώνεται σ’ένα νέο συγκεκριμένο, την Αέναη Κίνηση ως Ουσία.
12. Ο κόσμος είναι απεριόριστα ασυνεχή γεγονότα, που όσο πιο στατικά τόσο πιο συγκεκριμένα είναι, και στη μέγιστη στατικότητα ή στην ελάχιστη χρονική τμήση, αυτή η στατικότητα αίρεται περνώντας στην Αέναη Κίνηση. (Οι ελάχιστες χρονικές τμήσεις τείνοντας προς στο Μηδέν, γίνονται άπειρη συνέχεια· δηλαδή το άπειρο μέτρο και τ’απεριόριστα ασυνεχή συγκεκριμένα γίνονται μια συνέχεια αφηρημένη που είναι ένα νέο συγκεκριμένο, ως Αέναη Κίνηση).
13. Τα συγκεκριμένα υλικά γεγονότα, είναι τόσο σταθμιζόμενα και συγκεκριμένα, όσο σχετικά, ενώ σε σχέση μ’αυτά, το αφηρημένο είναι το αστάθμητο, το ενιαίο, το συνεχώς διαφορετικό.  Όμως στην ακαριαία αλλαγή και την έσχατη διαφορικότητα, η αφηρημένη διαφορικότητα, αίρεται σ’ένα άλλο νέο συγκεκριμένο, που προϋποθέτει διαφορετική λογική στάθμιση και προσέγγιση.
14. Υπάρχουν δυο αντίδρομες λογικές προσεγγίσεις που αλληλο-προεκτείνονται μεταξύ τους,  όπου το συγκεκριμένο και το αφηρημένο συνιστούν ένα συνεχές: ―την εξύψωση σ’ένα νέο αντιφατικό συγκεκριμένο―, την Κίνηση ως ουσία, το αέναο Γίγνεσθαι.
15. Ο κόσμος μας είναι τόσο συνέχεια όσο ασυνέχεια, τόσο συγκεκριμένος όσο αφηρημένος, τόσο άπειρος όσο πεπερασμένος. Το τετμημένο-συγκεκριμένο-γεγονός κι ασυνεχές, προεκτείνεται στο Σύμπαν που είναι το συνεχές, ενώ το Σύμπαν και συνεχές, αντιπροεκτείνεται βυθιζόμενο στο τετμημένο κι ασυνεχές, συνιστώντας μιας αντιφατική ενότητα όπου το ένα μάχεται το άλλο αλλά συγχρόνως είναι κι η αιτία της ύπαρξής του.
16. Όσο βαθαίνουμε στο συγκεκριμένο γεγονός, τόσο μακρύτερα ταξιδεύουμε έξω απ’αυτό, στην υλική ενότητα του σύμπαντος. Όσο απλωνόμαστε στο Σύμπαν, ―το αφηρημένο―, τόσο επιστρέφουμε βυθιζόμενοι στο γεγονός ―το συγκεκριμένο―.

γεγονός και θέση

17. Κάθε γεγονός συνίσταται σε θέση, λόγω ροής-αντιρροής υπογεγονότων στη θέση αυτή, κάνοντάς το μια καταλυτικο-συνθετική πραγματικότητα.  Η θέση αυτή συνεχώς λαμβάνει-εκπέμποντας υπογεγονότα και έτσι το γεγονός που συνίσταται εκεί είναι ένας σύνθετος κώδικας ροής-αντιρροής-λήψης-εκπο-μπής μηνυμάτων.
18. Κάθε γεγονός που βρίσκεται σε μια θέση, είναι αποτέλεσμα ροής-αντιροής-λήψης-εκπομπής υπογεγονότων (μηνυμάτων) προς το Σύμπαν κι απ’το Σύμπαν, συνιστώντας σχέση αλληλοκαθορισμού-αλληλοδιαμόρφωσης, αντίθεσης-ενότητας των γεγονότων του κόσμου μας. Δηλαδή η ανταλλαγή μηνυμάτων μεταξύ τους, προϋποθέτει και την αλληλοσυνθετική-αλληλοκαταλυτική, συνάφεια κι έτσι την αλληλο-πραγμάτωση των συγκεκριμένων γεγονότων.  Έτσι η φύση των γεγονότων είναι τόσο όμοια όσο και ανόμοια μεταξύ τους, τόσο όμοια όσο και ανόμοια με τον εαυτό τους.                                                                                             
19. Είν’αδύνατο λοιπόν ένα γεγονός να εκπέμπει-λαμβάνοντας
μηνύματα (να αντιλαμβάνεται το γίγνεσθαι λήψης-εκπομπής-ροής-αντιρροής) απόλυτα ίδια με ένα άλλο γεγονός.
20. Υπάρχει κλίμακα διαφορετικής "αντίληψης" κάθε γεγονότος για τον κόσμο, από την αντίληψη των άλλων γεγονότων και για κάθε άλλο γεγονός ξεχωριστά.
21. Η "αντίληψη" κάποιου γεγονότος για τον κόσμο ξεκινά από την όψη του γεγονότος αυτού για τον ίδιο του τον εαυτό, (τον αυτοκαθορισμό του), η οποία διαφοροποιούμενη διαδοχικά, περνά στην όψη αυτού του γεγονότος για τα άλλα γεγονότα του περίγυρου, δηλαδή στον αλληλο-καθορισμού του με τα Άλλα, και τελικά καταλήγει στον αλληλο-καθορισμό του με το απώτατο σύμπαν, (που είναι ο «Συμπαντιακός Αντίλογος» του συγκεκριμένου γεγονότος). Η "αντίληψη" βέβαια αυτή διαμορφώνεται από την απόσταση και την πλοκή λήψης-εκπομπής, συνιστώντας μια κλίμακα σταδιακής διαφορικότητας που για κάθε γεγονός είναι η δομή κι η ταυτότητά του.
22. Δηλαδή το γεγονός στέλνει μηνύματα τα οποία καταλήγουν στο σύμπαν. Αυτά περνώντας σταδιακά απ’τα γεγονότα του περιβάλλοντος, αντιπαρατίθενται μ’αυτά κι επιστρέφοντας πίσω στον εαυτό μεταφέρουν τη διαφορά.
23. Υπάρχει κλίμακα λήψης-εκπομπής-ροής-αντιρροής μηνυμάτων, που ξεκινά από την αντιπαράθεση με τον εαυτό, περνά στην αντιπαράθεση με τα γεγονότα του στενότερου περιβάλλοντος, μετά του ευρύτερου και τελικά με το Σύμπαν, που είναι ο Αιώνια Άλλος Εαυτός (ο Συμπαντιακός του Αντίλογος).
24. Κάθε αντιπαράθεση είναι κι ένας κόμβος αναχώρησης-επιστροφής. Το μήνυμα διαμορφώνει το γεγονός που το έλαβε, διαμορφωνόμενο από αυτό, διαμορφώνοντας στην επιστροφή και το γεγονός που το έστειλε. Τελικά και μετά από μιαν απεριόριστη διαδικασία κλιμακωτής αναχώρησης-επιστροφής μηνυμάτων από το γεγονός προς όλα τα γεγονότα του κόσμου, διαμορφώνει το σύμπαν διαμορφωνόμενο συγχρόνως από αυτό.
25. Δηλαδή κάθε μήνυμα, κάνει συνεχώς απεριόριστους κύκλους αναχώρησης-επιστροφής που συνιστούν κλίμακα διαφορετικότητας, η οποία διαμορφώνοντας το σύμπαν, διαμορφώνεται συγχρόνως από αυτό.
26.  Κάθε κύκλος αναχώρησης-επιστροφής, είναι κι ένας κόμβος που θέτει τα όρια του συγκεκριμένου. Περνώντας το μήνυμα από όλους τους κόμβους διαφορικότητας, σε κάθε κόμβο ορίζει τον εαυτό ως προς την αντίθετή του όψη. Η ολοκλήρωση της γνώσης του εαυτού βρίσκεται στο βαθμό που το ίδιο πια έχει αρθεί, αφού το απώτατα αντίθετό του όντας απόλυτα ίδιο αίρεται, δεν υπάρχει ως Αυτό πια.
27. Κατά τη διαδικασία ανταλλαγής μηνυμάτων, δηλαδή της αναχώρησης-επιστροφής των μηνυμάτων από τη συγκεκριμένη θέση προς το σύμπαν, αυτά επιστρέφουν τόσο πιο διαφορετικά όσο μεγαλύτερη η απόσταση επαναφοράς και επαληθεύουν-διαψεύδοντας το γεγονός στη θέση που ξεκίνησαν. Επειδή το σύμπαν είναι άπειρο, η διαδρομή αναχώρησης-επιστροφής των υπογεγονότων δεν είναι κυκλική αλλά πυκνή σπειροειδώς-ελλειπτική. Έτσι τα υπογεγονότα δεν επιβεβαιώνουν το γεγονός απόλυτα στη θέση που ξεκίνησαν αλλά το επιβεβαιώνουν λίγο πιο κει και λίγο διαφορετικό. Γι’αυτό το ίδιο το γεγονός ξεκινώντας απ’την ίδια θέση με τον εαυτό απομακρυνόμενο- επανέρχεται. Αυτό υπάρχει σε μια συνεχή ταύτιση με τον εαυτό, που ξεκινά από μέγιστη (που είναι η αέναη  αναχώρηση), που ως ταύτιση συνεχώς αραιώνει, καταλήγοντας σ’ ελάχιστη (που ακριβώς εκεί είναι η θέση της αέναης επιστροφής). Ανάμεσα σ’αυτές τις δυο ακραίες θέσεις, υπάρχουν απεριόριστες θέσεις-κόμβοι αναχώρησης-επιστροφής, όπου  το γεγονός είναι τόσο υπαρκτό όσο σχετικό, ενώ στις δυο ακραίες και απόλυτες θέσεις δεν μπορεί να υπάρξει, γιατί έχει αρθεί όντας το ακαριαίο-ακίνητο υπόβαθρο του κόσμου (το εν δυνάμει Είναι).

Όλο αυτό το γίγνεσθαι, μπορούμε να ονομάσουμε αντιφατική ταυτότητα, της οποίας την έννοια, τον αντιφατικό μηχανισμό και την αμφίδρομη αντιφατική αιτιότητα θα ολοκληρώσουμε στη συνέχεια, για την οργάνωση του αντιφατικού ορθολογισμού.
ΑΝΤΙΦΑΤΙΚΗ ΜΟΝΑΔΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΒΙΟΓΕΩΜΕΤΡΙΚΗ ΧΑΡΤΟΓΡΑΦΙΑ― ΑΝΤΙΦΑΤΙΚΟ ΣΤΟΙΧΕΙΩΔΕΣ―

σημείο, ευθεία, χώρος και χρόνος

28.  Αν ο κόσμος μας εξελίσσεται αληθινά, και όχι φαινομενικά, δηλαδή είναι ένα ανοικτό σύστημα που κάθε του στιγμή είναι μοναδική περιέχοντας το στοιχείο του ανεπανάληπτου, πρέπει οι όροι της ύπαρξής του να είναι αυτοαναιρούμενοι, δηλαδή πρέπει να έχουν φύση αντιφατική συνιστώντας μιαν Αντιφατική Γεωμετρία.
29. Αυτή η Αντιφατική Γεωμετρία πρέπει να έχει αντίθετα στοιχεία από αυτά της Ευκλείδειας Γεωμετρίας.  Στην Ευκλείδεια Γεωμετρία, το σημείο, η ευθεία και ο χώρος είναι έννοιες σε ιδεώδη κατάσταση, όντας η κάθε μια ξέχωρη από τις άλλες και ακίνητες.  Εκεί ο χώρος είναι τρισδιάστατος ακίνητος και προεκτείνεται προς όλες τις κατευθύνσεις επ’άπειρον. Είναι κάτι ξέχωρο και μοναδικό που μέσα του τοποθετούνται όλα τ’άλλα, χωρίς η ύπαρξή του να εξαρτάται απ’αυτά. Μπορεί να υπάρχει και να είναι νοητός χωρίς αυτά που περιέχει, όντας τελικά μια έννοια.
―Το ευθύγραμμο τμήμα αν προεκταθεί επ’άπειρον δε συναντά τον εαυτό του και οι παράλληλες ευθείες δεν τέμνονται.
―Το σημείο είναι ιδεώδες,  δηλαδή δεν έχει διαστάσεις.  
―Άσχετα με το τι μπορεί να συμβεί σε κάποιο από αυτά τα στοιχειώδη, δεν είναι αναγκαίο να συμβεί τίποτα στ’άλλα.
30. Μια Αντιφατική Γεωμετρία πρέπει να χαρακτηρίζεται απ’το στοιχείο της εγγενούς κίνησης κι αλληλεξάρτησης των στοιχειωδών που τη συνθέτουν:  Ο χώρος, η ευθεία, το σημείο και λόγω της εγγενούς της κίνησης καί ο χρόνος, είναι όλα μαζί ένα γεγονός σε συνεχή κίνηση κι αλληλεξάρτηση. Καθένα απ’αυτά τα στοιχειώδη είναι σε μια συγκεκριμένη κατάσταση, γιατί η σχέση του με όλα τα άλλα το υπαγορεύει. Αυτά συνιστούν κάποιο γίγνεσθαι συνεχούς αλληλεπίδρασης και αλληλοδιαμόρφωσης:
31. Το σημείο στην κατάσταση αδρανείας, δε μπορεί παρά να νοηθεί ως κινούμενο ευθύγραμμα κι ομαλά. Απ’την ευθύγραμμη κι ομαλή πορεία του σημείου συνίσταται η ευθεία που έτσι δεν είναι ιδεώδης, δηλαδή όπως την έχουμε μέσ’το νου μας, αλλά πραγματική έχοντας κι ανάλογη κυρτότητα.
32.  Η πορεία του σημείου μέσα στο χώρο, μετατρέπεται από ευθύγραμμη σε κυρτή, αφού ο χώρος για να είναι αληθινός και όχι ιδεώδης, ως αδρανειακή κατάσταση έχει την περιστροφή.
33. Χώρος για το κινούμενο ευθύγραμμα κι ομαλά σημείο, (το Ένα), είναι μια απεριόριστη σειρά συγκεκριμένων ομοίων σημείων, (των Πολλών) που καθένα  από αυτά πορεύεται ευθύγραμμα και ομαλά, από διαφορετική αφετηρία και προς διαφορετική κατεύθυνση συγχρόνως. Έτσι η πορεία αυτού του Ενός τέμνει διαδοχικά τις πορείες όλων των Άλλων συγκεκριμένων Πολλών, με τα οποία το Ένα σχετίζεται. Για τον λόγο αυτό τα Πολλά συγκεκριμένα συνιστούν Όλον το οποίο σχετικά με το πορεύμενο-Ένα είναι ο περιστρεφόμενος Χώρος του.
34. Οι τομές της ευθύγραμμης πορείας του Ενός πάνω στις πορείες των Πολλών, λόγω της περιστροφής τους ως Όλον σε σχέση με το Ένα, (που για το Ένα αυτό το Όλον, είναι ο Χώρος), διαψεύδουν την ευθύγραμμη πορεία του, μετατρέποντάς την σε κυρτή.
35. Ας υποθέσουμε ότι το πορευόμενο-Ένα ευθύγραμμα και ομαλά, "θέλει" να επιτύχει την απόλυτα ευθύγραμμη πορεία. Αρχίζει λοιπόν να επιταχύνεται για να προλάβει την περιστροφή. Μολονότι η πορεία του "ισιώνει", δεν μπορεί να γίνει απόλυτη ευθεία, παρά μόνο στην ακαριαία ταχύτητα. Σ’αυτή την ταχύτητα κάθε απόσταση που θα μπορούσε να καλύψει ένα σημείο κινούμενο "ευθύγραμμα και ομαλά" χάνει το νόημά της, αφού βρίσκεται την ίδια στιγμή παντού, έχοντας διασταλεί στο σύμπαν. Αν Α―Β είναι η απόσταση αυτού  του υποθετικά ευθυγράμμου τμήματος,  που θα καλύψει το πορευόμενο σημείο, τότε τα σημεία Α και Β, στην ακαριαία ταχύτητα, απωθούνται στο άπειρο, ενώ συγχρόνως έχουν συμπέσει στην ίδια θέση, κάνοντας την απόσταση Α―Β μηδενική και άπειρη. Την απόλυτα ομαλή και ευθύγραμμη πορεία λοιπόν μπορούμε να αντιληφθούμε μόνο σαν ακαριαία έκρηξη αλλαγής κι επαναφορά συγχρόνως πίσω.
36.  Αν λοιπόν ένα σημείο κινείται ευθύγραμμα και ομαλά στο σύμπαν, δεν επιστρέφει ποτέ στη θέση που ξεκίνησε, περνά απεριόριστες φορές από κει, είναι συγχρόνως πάντα εκεί.  Μόνον αυτός ο ορισμός εκφράζει την ουσία της ευθύγραμμης πορείας ως απόλυτης, η οποία ως «ακαριαίος κραδασμός» είναι η αφηρημένη κι αντιφατική ταυτότητα του Όλου.
37. Στην απόλυτα ευθύγραμμη κι ομαλή πορεία, το γεγονός είναι ακίνητο-ακαριαίο-μηδενικό-άπειρο, η αντιφατικότητα γυμνή, το Εν Δυνάμει Είναι, η ακαριαία αλλαγή, το Όλον ως αέναο γίγνεσθαι και αντιφατική Ουσία Καθαυτή.
38. Η ευθύγραμμη και ομαλή πορεία όμως, ως συμβατική κι όχι απόλυτη, έχει σύνδρομο την κυρτότητα. Αυτή είναι η ευθεία που συνιστούν οι απεριόριστοι κόμβοι επαλήθευσής της πάνω στο πλέγμα της πορείας των απείρων Πολλών, που καθένας πορεύεται τείνοντας να καλύψει τις άπειρες θέσεις ελλειπτικής σφαίρας. Έτσι η ευθύγραμμη και ομαλή πορεία, είναι κάτι που ένα γεγονός "επιτυγχάνει και δεν επιτυγχάνει" συγχρόνως.  Το επιτυγχάνει στη μορφή της ελλειπτικής σφαίρας, αλλά συγχρόνως δεν το επιτυγχάνει στη μορφή της απόλυτης επιβεβαίωσης, που είναι η απόλυτη ευθεία.
39. Το νοητικό αυτό πείραμα φανερώνει τη σχέση σημείου, πορείας και χώρου, όπου η συμπεριφορά του ενός εξαρτάται από τη σχέση του με τα άλλα, συνιστώντας μιαν ενότητα.  Αυτή είναι μια αντιφατική χωρο-χρονικότητα, όπου το Είναι, ο Χώρος, ο Χρόνος, και Γίγνεσθαι θεωρούνται αδιαχώριστα.
40.  Ανάλογα με την ταχύτητα του σημείου, διαγράφεται και η ευθύτητα της πορείας, που όσο μεγαλύτερη είναι, τόσο μεγαλύτερος και ο χώρος που ορίζεται μέσ’την κυρτότητά της, επιτάσσοντας και ανάλογη περιστροφή του πορευομένου σημείου γύρω από τον εαυτό του, αλλά και την περιστροφή του χώρου αντίθετα προς αυτήν του σημείου.   Εδώ φαίνεται και ο λόγος  που η σχέση πορείας του σημείου  με την περιστροφή γύρω απ’τον εαυτό μπορεί να ονομάζεται "χωρόχρονος", αφού η πορεία ορίζει τη ροή του μήκους κύματος των υπογεγονότων που συνιστούν-καταλύοντας το γεγονός και η περιστροφή του σημείου γύρω από τον εαυτό του, την συχνότητα επανάληψης διόδου τους από τη θέση που συνίσταται-καταλυόμενο.
41. Έτσι το σημείο είναι ένας αντίχωρος (χρόνος) που ξετυλίγεται-απλώνοντας στο χώρο, ενώ ο χώρος τυλίγεται συμπτυσ-σόμενος στο σημείο. Αυτό γιατί οι θέσεις τομής της πορείας των Πολλών απ’το Ένα (που είναι ο χώρος ο οποίος αντιστοιχεί στην πορεία του Ενός), διαμορφώνεται σε μιαν αυξανόμενη κλίμακα θέσεων τομής, που ξεκινά απ’τη θέση τομής που το σημείο τέμνει την πορεία ενός εκ των Πολλών Άλλων και περνώντας απ’όλες τις πιθανές διαδοχικές θέσεις τομής Πολλών συγχρόνως, δηλαδή από τη θέση τομής της πορείας δύο άλλων, τριών άλλων, τεσσάρων, πέντε κλπ, καταλήγει στη θέση όπου το πορευόμενο-Ένα να τέμνει τις πορείες Όλων των Άλλων συγχρόνως. Όπου εκεί είναι και το κέντρο του περιστρεφόμε-νου χώρου, που σχετίζεται με το εν λόγω σημείο. (Έτσι το ση-μείο πορεύεται-διαστελλόμενο στο χώρο, ενώ ο χώρος αντιπο-ρεύεται συγχρόνως βυθιζόμενος-συστελλόμενος στο σημείο).
42. Όλο αυτό, από άλλην όψη, είναι το πορευόμενο-Ένα, το οποίο τέμνοντας διαδοχικά και κλιμακωτά τις πορείες τομής των Πολλών-Άλλων, φτάνει στην τομή της πορείας αυτού που θεωρείται αντίθετό του, που είναι το κέντρο του υποτιθέμενου περιστρεφόμενου χώρου.  Από κει, αρχίζει να "επιστρέφει", κι έτσι κάποια στιγμή θα αρχίσει να τέμνει τη δική του πορεία και συνεχίζοντας κάποτε θα συμπέσει μ’αυτήν.
43. Αυτή η κυρτή πορεία που είναι ο χώρος και αντιστοιχεί στο πορευόμενο-Ένα, είναι ανοικτή γιατί η ολοκλήρωση της επιστροφής της έχει γίνει μόνον ως κατεύθυνση κι όχι ως απόλυτη επαλήθευση της ίδιας της υποτιθέμενης θέσης εκκίνησής της.
44. Το πορευόμενο-Ένα επαληθεύει-διαψεύδοντας τη θέση εκκίνησης, όπως και κάθε άλλη θέση· δηλαδή την αγγίζει στα-διακά από λιγότερο προς περισσότερο ή το αντίθετο, ανάλογα με την κλίμακα θέσεων τομής της πορείας των Πολλών-Άλλων από το πορευόμενο-Ένα, αλλά ποτέ δεν θα συμπέσει απόλυτα μ’αυτή. Είναι γι’αυτό που το σύστημα μπορεί να θεωρηθεί ανοικτό.
45. Ο χώρος ακολουθώντας την διαδικασία του πορευομένου-Ενός σημείου, αλλα αντίθετα όμως προς αυτό περιστρέφεται-πορευόμενος, διαστέλλεται-συστελλόμενος αναχωρεί-επιστρέφοντας,. Έτσι που σε κάθε σχέση με το πορευόμενο-Ένα συμπεριφέρεται σαν μια ενότητα, μια μονάδα.
46. Ο μόνος "χώρος" που δεν περιστρέφεται ούτε πορεύεται, αλλά πάλλεται ακαριαία, είναι το Όλον, το Εν Δυνάμει Είναι, το οποίο αντίθετα με κάθε άλλη μορφή χώρου, δεν μπορεί να εκφραστεί ως κάποια συγκεκριμένη ουσία, αλλά μόνον ως αντιφατικότητα γυμνή. Δηλαδή διαθέτει εν δυνάμει όλες τις μορφές και ιδιότητες αλλά συγχρόνως καμία. Αυτό είναι το άπειρο-μηδενικό-ακαριαίο-ακίνητο, η αντιφατικότητα γυμνή, το γίγνεσθαι ως ουσία, δηλαδή η υλικότητα ως ουσία, το έσχατο αντιφατικό χωροχρονικό επίπεδο του κόσμου μας.
47. Όταν ο χώρος παύει να είναι το Όλον, το ακαριαίο φεύγει απ’την επιφάνεια και περνώντας στην υπόσταση χάνεται στο βάθος του Είναι. Με τον τρόπο αυτό η αντιφατικότητα παίρνει μορφή ως καθυτή ουσία συγκεκριμένη, φεύγει από την επιφάνεια ξεφεύγοντας από το ακαριαίο και κρύβεται στο βάθος του κόσμου αόριστη και ξεχασμένη. Σε ακραίες όμως καταστάσεις παρουσιάζει το αντιφατικό της πρόσωπο και μας ξαφνιάζει.
48. Όταν το Όλον ως «απόλυτος» χώρος που είναι η αντίφαση γυμνή, το ακαριαία παλλόμενο και ακίνητο, το άπειρο και μηδενικό, βυθιστεί στην υπόσταση, στην επιφάνεια εμφανίζονται οι πολλοί σχετικοί χώροι. Ο σχετικός χώρος είναι κυρτός, περιστρεφόμενος-πορευόμενος κι αποτείνεται σε σημείο υπαρκτό.  Αυτό ως υπαρκτό έχει το ανάλογο μέγεθος που επιτρέπει ο χώρος, περιστροφή αντίθετη προς το χώρο και πορεία με ανάλογη κυρτότητα. Δηλαδή αυτήν που επιτρέπει το μέγεθος κι η περιστροφή του σημείου, έχοντας και την ανάλογη παρά-κεντρη ταλάντωση, που απαιτεί η αντιφατική ισορροπία της ενότητας αυτής, ως ανάμνηση της ακαριαίας ταλάντωσης του απόλυτου και αντιφατικού χώρου.
49. Τότε ο πεπερασμένος-περιστρεφόμενος-πορευόμενος αυτός χώρος ορίζεται από την κυρτότητα της πορείας του σημείου απ'τη μια, και την ανάλογη περιστροφή του σημείου γύρω απ’τον εαυτό του απ'την άλλη.

50. Υπάρχει χώρος κι αντίχωρος [χώρος-χρόνος], που συνιστούν αντιφατική ενότητα όπου η συχνότητα περιστροφής είναι ο χρόνος και το μήκος κύματος επαναφοράς των εκπεμπομένων μηνυμάτων (κυρτότητας) στο σύμπαν, είναι ο χώρος. Ο χώρος περιλαμβάνεται μέσ’την κυρτότητα της πορείας του σημείου και ο αντίχωρος, (ο χρόνος), στην περιστροφή του σημείου γύρω από τον εαυτό του. Έτσι το Ένα (το μικρό) διαστέλλεται στο σύμπαν, ενώ το σύμπαν (το μέγα), που είναι τα Πολλά, βυθίζεται στο μικρό επιστρέφοντας το χρέος του.
51. Οι δυο αυτοί χώροι συνιστούν μιαν ενότητα, ένα γεγονός, τον αντιφατικό χώρο (τον χωρόχρονο), που είναι αδιαχώριστος από τα γεγονότα που σχετίζεται (ή που φαίνεται ότι περιέχει).
52. Αυτό που ονομάσαμε αντιφατικό χώρο, από την περιγραφή του γίνεται αντιληπτό ότι είναι είδος καταλυτικο-συνθετικού χωρόχρονου. Εκεί, ανάλογα με το σημείο αναφοράς ή τον τρόπο σχέσης των αντιφατικών σκελών μέσα στο σύστημα, χώρος μπορεί να χαρακτηριστεί το μήκος κύματος, ή η πορεία κυρτότητας των υπογεγονότων στο σύμπαν, τα οποία διέρχονται μέσα από το γεγονός και το πραγματώνουν. Ενώ ό,τι ορίστηκε αντίχωρος (περιστροφή του σημείου γύρω απ’τον εαυτό του, για το οποίο θα μιλήσουμε αργότερα), είναι η συχνότητα επανάληψης υπογεγονότων στην θέση πραγμάτωσης (λήψης-εκπομπής  μηνυμάτων),  δηλαδή ο χρόνος.  Ο χαρακτηρισμός του χώρου ή του χρόνου σ’αυτή την αντιφατική σχέση, μπορεί ανάλογα με την περίσταση ν’αντιστραφεί, μα ποτέ δε μπορούν να θεωρηθούν ξέχωρα μεταξύ τους. (Ο χαρακτήρας αυτής της αντιστροφής θα δικαιολογηθεί αργότερα).
53. Ο σχετικός χώρος φεύγει-επιστρέφοντας, χωρίς να μπορέσει απόλυτα να επαληθεύσει τον εαυτό του, αφού το σημείο εκκίνησης που ανταποκρίνεται πορευόμενο-επιστρέφει και συμπίπτει κάποτε με τη διεύθυνση της πορείας του, αλλά ποτέ στο ιδεατά υποτιθέμενο σημείο που κάποτε ξεκίνησε. Δηλαδή αγγίζει τη θέση λιγότερο ή περισσότερο αλλά ποτέ δεν συμπίπτει απόλυτα με αυτήν.
54. Το άγγιγμα του πορευόμενου σημείου στη θέση, ξεκινά από αυτό που μόλις αγγίζει το όριο της θέσης, ως ελάχιστη επαλήθευση και μέγιστη διάψευση και περνώντας σταδιακά από όλες τις πιθανές διαβαθμίσεις επαλήθευσης-διάψευσης, φτάνει στη μέγιστη επαλήθευση κι ελάχιστη διάψευση. Στις θέσεις απόλυτης επαλήθευσης ή απόλυτης διάψευσης, συνίσταται μια αδιαχώριστη ενότητα, όπου το γεγονός είναι συγχρόνως στην εκκίνηση και την κατάληξη, ακίνητο-ακαριαίο, ο αντιφατικός και ακαριαίος χωρόχρονος, ο οποίος έχει ακαριαία ταλάντωση. Αυτό παύει να είναι πλέον ένα συγκεκριμένο γεγονός, αλλά το Εν Δυνάμει Είναι, το Είναι Καθαυτό ως Ουσία, το Γίγνεσθαι και το Άπειρο ως Ουσία, η Αντιφατικότητα γυμνή, η Υλικότητα ως Ουσία καθαυτή.

η κίνηση του σημείου, οι κλίμακες αναχώρησης-επιστροφής
και η διάψευσης-επαλήθευσης μιας θέσης

55. Η πορεία αναχώρησης-επιστροφής των υπογεγονότων που πραγματώνουν κάποιο γεγονός, σχετίζεται με μιαν απεριόριστη σειρά επαληθεύσεων-διαψεύσεων, που ξεκινά απ’την απόλυτη επαλήθευση-διάψευση, που είναι το ακίνητο και ακαριαίο, γιατί εκεί ο χώρος φεύγοντας ακαριαία, είναι πάντα εκεί, αλλ’α-πόλυτα διαφορετικός (ως αντιφατικότητα γυμνή). Τα όρια του σχετικού χώρου, μολονότι είναι πεπερασμένος, είναι ασαφή κι αόριστα, γιατί το πορευόμενο-Ένα που η πορεία του οριοθετεί τον χώρο, δεν έχει απόλυτη αφετηρία λόγω της καταλυτικής-συνθετότητάς του, και έτσι τα όρια του χώρου αυτού μπορούν συνεχώς ν’αλλάζουν. Αυτά είναι πάντα σχετικά με μια πιθανή και συγκεκριμένη αφετηρία του σημείου, που είναι ο τρόπος που η αντιφατική μονάδα μπορεί να εκφράζεται σαν ελάχιστο εκείνη τη στιγμή.
56.  Εφόσον κάθε σημείο κινούμενο ευθύγραμμα και ομαλά έχει ως σύνδρομο την κυρτότητα, η πορεία του από μια στιγμή και μετά, δημιουργεί θέσεις τομής από τον εαυτό της. Αυτές οι θέσεις είναι όπου το πορευόμενο-Ένα επαναλαμβάνεται περισσότερο από μια φορά, δημιουργώντας κλίμακα διαδοχικών θέσεων αυξανόμενης επανάληψης με όρια απ’τη μια το μηδέν κι απ’την άλλη το άπειρο, (οι οποίες ως θέσεις επανάληψης μηδενός και απείρου συνιστώντας μιαν ενότητα, ανταποκρίνονται στο ακαριαίο κι ακίνητο έσχατο επίπεδο του κόσμου μας).
57. Αυτό από μιαν άλλη όψη, είναι το ίδιο το πορευόμενο-Ένα που κάνει απεριόριστους κύκλους αναχώρησης-επιστροφής και τείνοντας να επαληθεύσει τον εαυτό του, ορίζει και τον ανάλογο αντιφατικό χώρο που κάθε φορά του αντιστοιχεί. Τόσο τον μεγάλο, που είναι η διαδρομή αναχώρησης-επιστροφής του, (το μήκος κύματος της πορείας, που είναι ο χώρος), όσο και το μικρό που είναι το μέγεθος του σημείου, που ορίζει η περιστροφή γύρω απ’τον εαυτό του, (η συχνότητα επιστροφής που είναι ο χρόνος).  Οι κύκλοι αυτοί ξεκινούν απ’ αυτόν που ποτέ δεν πραγματοποιήθηκε, γιατί το σημείο είναι πάντα εκεί, και φεύγοντας, αφού καλύψει όλους τους πιθανούς κύκλους αναχώρησης-επιστροφής, φτάνει σε αυτόν που δεν θα πραγματοποιηθεί ποτέ, γιατί δε θα επιστρέψει. Ο πρώτος κύκλος είναι αυτός της απόλυτης κατάφασης κι ο τελευταίος της απόλυτης άρνησης. Και οι δυο μαζί, συνιστούν τη σχέση μηδενός και απείρου, ακινήτου και ακαριαίου, που είναι η αντίφαση γυμνή. Εκεί όπου το γεγονός αρνείται απόλυτα τον εαυτό του και συγχρόνως τον επαληθεύει απόλυτα, και έτσι αίρεται σαν Κάτι περνώντας στον αόριστο και αντιφατικό χωρο-χρονικό "κορμό" του όλου, ―του Εν Δυνάμει Είναι.
58.  Ανάμεσα σ’αυτές τις δυο θέσεις (που πρέπει να έχουμε πάντα στο νου πως συνιστούν αδιάρρηκτη χωροχρονική ενότητα), υπάρχουν απεριόριστες θέσεις αναχώρησης-επιστροφής όπου το γεγονός επαληθεύεται σχετικά. Στις θέσεις αυτές το γεγονός τέμνει την ιδεατή πορεία του, αλλά όχι απόλυτα. Δεν ξαναπερνά ποτέ απόλυτα από τη θέση που είχε περάσει, την αγγίζει λιγότερο ή περισσότερο αναλόγως, (την επαληθεύει-διαψεύδοντάς την). Οι θέσεις αυτές συνιστούν κλίμακα διαδοχικών θέσεων τόσης επαλήθευσης, όση επιτρέπει η  διάψευση  που περιέχουν συνιστώντας πίνακες εξελισσόμενης διάψευσης-επιβεβαίωσης, του κινουμένου σημείου απ'τον εαυτό του.
59. Το πορευόμενο σημείο στο σύμπαν, κάνοντας τις διαδρομές αναχώρησης-επιστροφής, ορίζει τη σχέση του μεγίστου ως προς τον ελάχιστο χώρο. Αυτό είναι ο ιδεατός χωροχρονικός κύκλος διαδρομής του πορευομένου στο σύμπαν και τ’ανάλογα όρια της περιστροφής του σημείου γύρω απ’τον εαυτό του.
60. Επειδή ο κύκλος αναχώρησης-επιστροφής δεν είναι απόλυτος, (δεν είναι κλειστός)κι επειδή το πορευόμενο-Ένα επαληθεύει-διαψεύδοντας τη θέση που ξεκίνησε, ο κύκλος του χώρου εκτός από περιστρεφόμενος γίνεται συγχρόνως και πορευόμενος. Έτσι το πορευόμενο σημείο, μη όντας ακαριαίο έχει όγκο, περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό του, έχοντας άξονα μετακινούμενο και ταλαντώμενο. Η ταλάντωση αυτή είναι η ανάμνηση του χώρου ως όλον που πάλλεται ακαριαία, αλλά που στην κατάσταση του σχετικού και συγκεκριμένου χώρου, αυτός ο παλμός όντας παράκεντρος μετατρέπεται σε κραδαίνουσα περιστροφή.
61. Υπάρχει σχέση κυρτότητας της πορείας διαδρομής του πορευομένου-Ενός, με το μέγεθος του ανοίγματος της περιστροφής, γύρω από τον εαυτό του. Η σχέση αυτή είναι εξελισσόμενη και ξεκινά από μηδενικό μέγεθος ανοίγματος περιστροφής της θέσης πορευομένου και άπειρο χώρο ανοίγματος διαδρομής του, (που είναι το ακίνητο κι ακαριαίο) και περνώντας  από όλες τις πιθανές σχέσεις μεγάλου-μικρού, όπου το μέγεθος του ανοίγματος της θέσης αυξάνεται και ο χώρος διαδρομής ελαττώνεται, φτάνοντας στην αντίθετη, δηλαδή στην άπειρη θέση και τον μηδενικό χώρο, που είναι κι αυτή έκφραση του ακαριαίου.  Εδώ όπως ορίσαμε και πριν, μπορεί να οριστεί επίσης η σχέση χώρου και χρόνου, που η περιστροφή γύρω από τον εαυτό του είναι ο χρόνος και σχετίζονται με τη συχνότητα επανάληψης υπογεγονότων σε θέση, ενώ το άνοιγμα της διαδρομής είναι ο χώρος και σχετίζεται με το μήκος κύματός τους.

62. Αν δεχτούμε ότι υπάρχουν απεριόριστα τέτοια πορευόμενα "ευθύγραμμα και ομαλά" σημεία που ακολουθούν τη διαδικασία αναχώρησης-επιστροφής, είναι ανάγκη κάθε σημείο (πορευόμενο-Ένα) με τη σειρά του, να περάσει από τις θέσεις όλων των Πολλών Άλλων σημείων κι όλα τ’άλλα σημεία να περάσουν από την ίδια θέση, δηλαδή τη θέση του Ενός. Έτσι απ'τη μια έχουμε το Ένα, που πορευόμενο διά μέσου των Πολλών τα πραγματοποιεί, κι απ'την άλλη τα Πολλά, που πορευό-μενα διά μέσου του Ενός, το πραγματοποιούν.
63. Έχουμε λοιπόν σειρά θέσεων που απ'την μια, έχουν περιοδικότητα επανάληψης διαφορετικών σημείων μέσα τους κι απ'την άλλη, θέσεις περιοδικότητας τομής απ'την πορεία του ίδιου του εαυτού τους. Οι θέσεις αυτές συνιστούν μια περιοδική κλίμακα που ορίζει το μέτρο αντιφατικότητας του γεγονότος.
64. Έχουμε λοιπόν τη σύνθεση αντιθέτων ποσοτικών κλιμάκων θέσεων ροής-αντιρροής του Ενός μέσω των Πολλών, και των Πολλών μέσου του Ενός.  
65. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, τη σύσταση μιας σφαίρας θέ-σεων με πόλους Α, που είναι η εκκίνηση του Ενός κι η κατάληξη των Πολλών και αντιΑ που είναι η εκκίνηση των Πολλών κι η κατάληξη του Ενός.  Στη θέση Α έχουμε μοναδική επαληψη ροής του Ενός και μέγιστη επανάληψη αντιρροής των Πολλών, ενώ στη θέση αντιΑ το αντίθετο.
66. Σε όλο αυτό το γίγνεσθαι (που δεν ξεχνάμε ότι είναι μια αντιφατική μονάδα και αυτό που κάνουμε τώρα είναι η όσο το δυνατόν ακριβής περιγραφή της αντιφατικότητάς της), το πορευόμενο-Ένα, είναι αυτό που είναι, γιατί έτσι και εκεί ακριβώς, το συνιστά η αντιπορεία των Πολλών, ενώ τα Πολλά είναι εκεί όπου συνίστανται διαδοχικά από την πορεία του Ενός.
67. Η αντιπορεία αυτή αποτελείται από τις πορείες απεριορίστων μοναδικών ομοίων, κινουμένων συγχρόνως, καθένα προς διαφορετική κατεύθυνση, για να μπορούν να είναι τα Πολλά.   Έτσι καθένα από τα Πολλά, καταλήγει με τρόπο διαφορετικό στη θέση, συνιστώντας την όλα μαζί και αντιπορευόμενα προς αυτήν κάνουν το Ένα να είναι διαφορετικό και παράκεντρα περιστρεφόμενο  κάθε φορά.  Τα Πολλά, την ίδια στιγμή υπάρχουν έτσι, αφού το Ένα διέρχεται με διαφορετική συχνότητα επανάληψης της τομής της πορείας του από τον εαυτό της, κάθε φορά στο καθένα από τα Πολλά ξεχωριστά.

68. Έχει γίνει νύξη, πως τα δυο αντίδρομα ρεύματα που συνιστούν τις θέσεις ροής-αντιρροής,  μπορούν να θεωρηθούν ως ολοκληρωμένη πορεία του Ενός-πορευομένου-ευθύγραμμα και ομαλά. Αφού ως αντιπορεία θα μπορούσε να θεωρηθεί η ίδια η τομή της πορείας του Ενός από τον ίδιο τον εαυτό του.
69. Ανάμεσα απ’τις θέσεις Α και αντιΑ, υπάρχει κλίμακα απεριορίστων θέσεων διαδοχικής διαφορικότητας σχέσης ροής-αντιρροής της πορείας του Ενός και της ανάλογης αντιπορείας των Πολλών (που όπως τονίσαμε: η πορεία του Ενός είναι έτσι γιατί το απαιτεί η αντιπορεία των Πολλών κι αντίθετα). Κάθε θέση, όντας αναπόσπαστο σημείο της κλίμακας, είναι και μια οντότητα που έχει δικό της χαραχτήρα. Είναι μια διαφορετική σχέση ροής-αντιροής Ενός και Πολλών, που παίρνει τη μορφή μιας ειδικής αντιφατικής ισορροπίας.  Αυτή η ισορροπία είναι
η σχέση αναχώρησης-επιστροφής-λήψης-εκπομπής του μη-νύματος της συγκεκριμένης πορευόμενης θέσης στο σύμπαν.
70. Kάθε κλίμακα έχει απεριόριστες θέσεις αναχώρησης-επιστροφής μηνυμάτων που καθένα έχει το δικό του "κώδικα", ο οποίος ορίζεται από την ανάλογη λήψη σε σχέση με την ανάλογη εκπομπή μηνυμάτων τα οποία φεύγουν για το σύμπαν κι επιστρέφοντας επαληθεύουν-διαψεύδοντας συγχρόνως στη θέση. Οι θέσεις αυτές είναι γεγονότα διαφορετικών ταυτοτήτων. Είναι πράγματα.

η κίνηση, η μετακίνηση,  και το παράδοξο της ταχύτητας

71. Κάθε γεγονός συμπίπτει με μια θέση κάποιας κλίμακας, όντας κι ένα αντιφατικό στοιχειώδες. Από τη μια, κινείται για να επαληθεύεται απ’το μήνυμα στη θέση που το συνθέτει (δηλαδή λίγο πιο κει), απ’την άλλη αλλάζει συνεχώς όμοια μηνύματα από διαφορετική αφετηρία άλλης κλίμακας, για να βρίσκεται στη ίδια θέση (βρίσκεται "εκεί" αλλάζοντας κλίμακα).
72. Η αλλαγή στη θέση της κλίμακας, αλλάζει τον κώδικα λήψης-εκπομπής, και η αλλαγή στον κώδικα λήψης-εκπομπής, αλλάζει τη θέση της κλίμακας.
73. Κάθε γεγονός βρίσκεται σε συνεχή και διαδοχική αλλαγή κώδικα για να βρίσκεται στην ίδια κλίμακα, ή κρατά συνεχώς τον ίδιο κώδικα αλλάζοντας συνεχώς κλίμακες.  Η θέση του γεγονότος είναι μια δίνη στην οποία από τη μια βυθίζονται τα Πολλά κι απ’την άλλη αναβλύζουν-επαληθεύοντας το Ένα, ενώ αντίδρομα συγχρόνως, το Ένα διαπερνά τη θέση κι εκτοξεύεται επαληθεύοντας διαδοχικά τα Πολλά. (Επαληθεύοντας συνεχώς και διαδοχικά το διαφορετικό μήνυμα που συνθέτουν τα Πολλά).
74. Υποθέσαμε ότι το μοναδικό πορευόμενο-Ένα (το γεγονός),  που η τμήση της πορείας του από τον εαυτό της, έχει ως αποτέλεσμα αυτό το γίγνεσθαι Ενός-Πολλών-πορευομένων-αντιπορευμένων, την στιγμή του ακαριαίου, είναι το Όλον ως Ουσία, το Εν Δυνάμει Είναι.  Εκεί οι τομές της πορείας από τον εαυτό της, όντας ακαριαίες άπειρες τμήσεις μηδενικού μεγέθους δεν φαίνονται, αλλά υπάρχουν εν δυνάμει στο βάθος, ως ακαριαία συστολή-διαστολή του Όλου.  Όταν όμως μιλάμε για διακριτές μονάδες,  κινούμενες ευθύγραμμα και ομαλά, το
ακαριαίο χάνεται στο βάθος του Είναι βγάζοντας στην επιφάνεια την αντιφατική σχέση Ενός και Πολλών, πορευομένων κι αντιπορευομένων. Έτσι αποκτά τμήσεις υπαρκτές, καθορισμένες και πορείες μ’ανάλογη κυρτότητα.

75. Υποθέσαμε την ύπαρξη ‘σφαίρας’ θέσεων ροής-αντιρροής, λήψης-εκπομπής μηνυμάτων με άξονα Α-αντιΑ. Επίσης υπο-θέσαμε πως η πορεία του Ενός επαληθεύει την αντιπορεία των πολλών και ότι η «σφαίρα» αυτή αποτελείται από θέσεις ροής-αντιροής-λήψης-εκπομπής μηνυμάτων, που συνιστούν τα γεγο-νότα του κόσμου μας.
76. Η μετακίνηση του Ενός από θέση (α) σε θέση (β), που θα μπορούσαμε να φανταστούμε σαν ελάχιστο υπαρκτό διάστημα μετακίνησης στον υποθετικό άξονα των πόλων της «σφαίρας» ροής-αντιρροής, είναι αλματική, επειδή οι τμήσεις της πορείας του Ενός από τον εαυτό του έχουν μέγεθος, γιατί η ταχύτητα δεν είναι ακαριαία. Όπως είπαμε τα αντιπορευόμενα-Πολλά συνίστανται από το πορευόμενο-Ένα και το πορευόμενο-Ένα απ’τα αντιπορευόμενα-Πολλά σ’έναν αντιφατικό χωρό-χρονο περιστρεφόμενο-πορευόμενο κι όχι πια ακαριαίο. Μόνο στην κατάσταση του ακίνητου κι ακαριαίου οι τμήσεις της πορείας μπορούν να είναι μηδενικές και άπειρες, δηλαδή ελάχιστες αλματικές μετακινήσεις μηδενικού μεγέθους και συγχρόνως άπειρης ποσότητας, ακίνητες και ακαριαίες (Ζήνων).
77. Η διαδρομή του πορευομένου-Ενός στον άξονα Α-αντιΑ, συντίθεται από την αντιδρομή των αντιπορευομένων-Πολλών. Έτσι η αντιδρομή των αντιπορευομένων-Πολλών από θέση (γ) σε θέση (β), στον άξονα της υποθετικής «σφαίρας» με πόλους και άξονα Α―αντιΑ, φεύγει για τ’απώτατα όρια αυτής της «σφαίρας» και συνιστά επιστρέφοντας το πορευόμενο-Ένα α-πό θέση (α) σε θέση (β) του άξονα της υποθετικής σφαίρας.
78. Η ταχύτητα της διαδρομής του πορευομένου-Ενός πάνω στον υποθετικό άξονα Α-αντιΑ, από θέση (α) σε θέση (β), (που είναι η υποτιθέμενη μικρότερη καταλυτικο-συνθετική αλμα-τική μετακίνηση του πορευομένου-Ενός) πρέπει να είναι ασύλληπτα μικρότερη από την ταχύτητα των αντιπορευομένων-Πολλών που το συνιστούν, αφού η αντιδρομή που καλύπτουν τα Πολλά είναι τόση όση η ανάπτυξη όλης της σφαίρας με πόλους Α-αντιΑ που συνιστούν, σε σχέση με τον άξονά της που αντιστοιχεί στην καταλυτικο-συνθετική διαδρομή του Ενός.
79. Αν δεχτούμε ότι το πορευόμενο-Ένα είναι ένα φωτόνιο και τα Πολλά-αντιπορευόμενα είναι υποκβαντικά στοιχειώδη που υποθετικά το συνθέτουν, η θεωρούμενη ως ταχύτητα του φωτoνίου είναι ασύλληπτα μικρότερη, απ’την ταχύτητα των υποκβαντικών αντιπορευομένων. Επειδή όμως η καταλυτικο-συνθετική πορεία του φωτονίου κατά την μετακίνηση του πορευομένου-Ενός από θέση (α) σε θέση (β) δεν έχει "ταχύτη-τα" ακαριαία, υπάρχει μια τμήση, ένα διάστημα στατικότητας που συνιστά τη Θέση.  Έτσι το κινούμενο-Ένα παρουσιάζεται να "στέκεται" στη θέση (α) για λίγο και μετά να χάνεται για να ξαναεμφανιστεί στη θέση (β) ως άλλο.
80. "Χάνεται" σημαίνει ότι "δεν είναι ορατό". Αφού στο διάστημα από η θέση (α) που καταλύεται το πορευόμενο-Ένα έως τη θέση (β) που θ’ανασυσταθεί, από τα Πολλά, κινείται με ταχύτητα πολύ μεγαλύτερη απ’αυτή του φωτός. (Kαταλύεται-διαστελλόμενο στο σύμπαν κι επιστρέφει συντιθέμενο στην επόμενη θέση).  Έτσι που συνολικά εξισορροπεί τη στατικότητα της θέσης, έχοντας ολική ταχύτητα ίση με τη "λεγόμενη του φωτός".
81. Εδώ βλέπουμε δυο αντίδρομα συστήματα, που το ένα επαληθεύει το άλλο, κινούμενα σε διαφορετικές διαστάσεις. Αλληλοσυντίθενται,  παρουσιάζοντας το γίγνεσθαι της μετακίνησης του πορευομένου και αντιπορευομένου γεγονότος στον υποθετικό άξονα (Α-αντιΑ) και τον αντίδρομό του (αντιΑ-Α). Ενώ έχουν ασύλληπτα διαφορετικές ταχύτητες, συμπίπτουν αρμονικά σ’αυτό το γίγνεσθαι, γιατί το αντίδρομο "ρεύμα", έναντι της ευθύγραμμης πορείας, καλύπτει μια αντιπορεία "σφαιρικής  διαδοχικής  ανάπτυξης  στο  σύμπαν", ενώ το
άλλο καλύπτει διαδοχικά, όλες τις θέσεις του άξονα ανάπτυξης της σφαίρας αυτής. (Την ίδια στιγμή συμβαίνει και το αντίθετο με το αντίδρομο σύστημα που αντιστοιχεί σ’αυτό το γίγνεσθαι).
82. Αν όπως είπαμε, όλο το πορευόμενο-αντιπορευόμενο γίγνεσθαι του άξονα (Α-αντιΑ) και το αντίδρομο γίγνεσθαι του (αντιΑ-Α) συνιστούν χωρο-χρονική σχέση, που ανάλογα με τις συνθήκες μπορεί να αντιστρέφεται αμοιβαία, όπου κι οι αντίδρομοι άξονες να μπορούν ν’αντιστρέφονται, τότε θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για μετατροπή μιας κατάστασης από χωρική σε χρονική και αντίθετα. Εδώ οι παραδοξολόγοι θα μπορούσαν να ισχυριστούν, πως ανάλογα με τη θέση του παρατηρητή και τον τρόπο που σκοπείται το σύστημα, μπορεί αυτό να κινείται καί από το μέλλον στο παρελθόν.  Εγώ θα απαντούσα ότι στο υποτιθέμενο αυτό γίγνεσθαι, που θα μπορούσε να ονομαστεί κβαντικό, δεν υπάρχει ούτε Παρελθόν ούτε Μέλλον, αλλά μόνο Παρόν. Δηλαδή η μηδενική αιχμή ενός φθίνοντος Παρόντος μεταξύ των ανύπαρκτων παρελθόντος  και μέλλοντος.  Το Παρόν αυτό είναι χωρο-χρονικό και συντίθεται από δυο αντίδρομα ρεύματα, που δεν διαχωρίζονται. Αυτό είναι Ένα καταλυτικο-συνθετικό Γίγνεσθαι όπου τα γεγονότα όντας συνεχώς Άλλα-Αλλού δεν μπορούν να έχουν σταθερή ταυτότητα ώστε να διαρκούν έχοντας χρόνο ως διάρκεια. Αλλά ούτε αληθινά μπορούν να έχουν ταχύτητα, αφού στον κβαντικό κόσμο ο χρόνος είναι η συχνότητα επαναλήψεις χωρικών μέτρων σε θέση και ο χώρος το μήκος κύματός τους.

οι κλίμακες καταλυτικής-συνθετότητας των γεγονότων και οι θέσεις πάνω σ’αυτές

83. Η θέση Α θα πρέπει να δέχεται-εκπέμποντας πορευόμενες μονάδες και να εκπέμπει-δεχόμενη συγχρόνως, αντιπορευόμενες εναλλάξ. Έτσι υποχρεώνεται να περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό της.  Μαζί της  περιστρέφονται ανάλογα  και όλες οι άλλες θέσεις της κλίμακας, αφού κι αυτές είναι αποτέλεσμα ροής-αντιρροής αντίδρομων ρευμάτων. Ξεκινούν απ’τη θέση Α, όπου η περιστροφή είναι αρμονική και διαδοχικά αυτή γίνεται παράκεντρη ανάλογα με τη διαφορετική σχέση συχνότητας των αντίδρομων ρευμάτων σε κάθε θέση.   Η παράκεντρη τάση αυξάνεται ως το μέσον του άξονα, (που είναι και το κέντρο της σφαίρας) και τείνοντας για τη θέση αντιΑ, διαδοχικά ισορροπείται.   Στην "καρδιά" της θέσης Α υπάρχει ένα "κενό", μια σαφής δυναμική οπή με συγκεκριμένη διεύθυνση (που είναι το μάτι της δίνης), ενώ στις διαδοχικές θέσεις του άξονα, το κενό αυτό είναι κρυμμένο στο ασαφές "νέφος" της διακύμανσης των αντίδρομα πορευομένων.  
84. Αυτό το νέφος της θέσης είναι μια δίνη, που ξεκινά από μιαν αόρατη μα υπαρκτή δυναμική οπή, διαστέλλεται στο σύμπαν κι επιστρέφει ως αντίδρομο απ’την αντίθετη θέση του συστήματος. (Αντίθετο στη θέση Α, είναι το αντιΑ κ.λ.π.).  Οι διαφορετικές θέσεις επάνω στον άξονα [(Α-αντιΑ)-(αντιΑ-Α)], α, β, γ,…έχουν διάφορη σχέση συχνότητας λήψης-εκπομπής-πορευομένων-αντιπορευομένων, έχοντας και ανάλογη ταλάντωση και γωνία διαφορετικής περιστροφής σε σχέση με τον υποθετικό άξονα.
85. Το πολύ μικρό, αυτό που θα λέγαμε σημείο, προεκτείνεται στο πολύ μεγάλο, το σύμπαν, και το σύμπαν αντιπροεκτείνεται (βυθίζεται) στο μικρό συνιστώντας μαζί την αντιφατική μονάδα, όπου τα βαθύτατα όρια του εσωτερικού συμπίπτουν με τα απώτατα όρια του εξωτερικού.
86. Κάθε πράγμα του κόσμου μας συνίσταται από απεριόριστα τέτοια "σημεία-γεγονότα", που καθένα φεύγει-προεκτεινόμενο στο  σύμπαν  κι  επιστρέφει-επαληθεύοντας σχετικά τον εαυτό.  Όπως ανέφερα το γεγονός αποτείνεται σ’όλα τα διαφορετικά σημεία των διαφορετικών κλιμάκων του σύμπαντος συγχρόνως και με τρόπο διαφορετικό, περιέχοντας όλα τα πρόσωπα του σύμπαντος σ’αυτή τη διαδικασία λήψης-εκπομπής. Άρα, το Πράγμα που αυτά τα σημεία-γεγονότα συνιστούν-καταλύοντάς, είναι μια πολυδιάστατη συγκεκριμένη δομή τέτοιων στοιχειωδών, που καταλύονται-συντιθέμενα και αυτά από άλλα μικρότερα, φτάνοντας ως το επίπεδο του ακαριαίου και ακινήτου, μηδενικού και απείρου, που είναι το έσχατο επίπεδο της παγκόσμιας αντιφατικότητας του Ζήνωνα.
87. Έτσι κάθε θέση του σύμπαντος, όντας μέσα σε μια συγκεκριμένη κλίμακα σημείων ροής-αντιροής, πορευομένων-αντιπορευομένων είναι κι ένας σύνθετος κώδικας λήψης-εκπομπής μηνυμάτων. Αυτή η κλίμακα συνίσταται από απεριό-ριστες τέτοιες θέσεις που ξεκινούν από θέση μέγιστης λήψης κι ελάχιστης εκπομπής και περνώντας απ’όλες τις διαδοχικά διαφορετικές θέσεις της σχέσης λήψης-εκπομπής (όπου μεγαλώνοντας η λήψη αναλόγως μικραίνει η εκπομπή), καταλήγουν στη θέση ελάχιστης λήψης και μέγιστης εκπομπής.
88. Κάθε θέση αυτής της κλίμακας, αποτείνεται στις αφετηρίες όλων των άλλων πιθανών κλιμάκων, ακόμα και αυτής του ακαριαίου. Έτσι αυτή η ίδια μπορεί ν’αλλάζει διαδοχικά στέλνοντας όλα τα δυνατά μηνύματα αναλόγως.
89. Αυτά τα μηνύματα ξεκινούν από θέση, που αναχωρώντας όλα μαζί  συγχρόνως κι έχοντας διαφορετικό κύκλο διαδρομής (διαδοχικά καθένα μεγαλύτερο) ανάλογα με την συχνότητα λήψης-εκπομπής τους, έχουν καθένα και ανάλογη ταχύτητα επαναφοράς. Έτσι επιστρέφοντας, επαληθεύουν-διαψεύδοντάς την θέση, όλα μαζί συγχρόνως και με διαφορετικό τρόπο.
90. Η θέση αυτή μπορεί ν'ανήκει και σ'άλλες κλίμακες συμπεριφοράς συγχρόνως, έτσι που η κάθε θέση της κλίμακας μπορεί να εκπέμπει από τη μια συνεχώς το ίδιο μήνυμα, αλλά συγχρόνως απ’ την άλλη να εκπέμπει και μια απεριόριστη σειρά μηνυμάτων, αποτεινόμενη ταυτόχρονα και στις αφετηρίες των άλλων κλιμάκων.
91. Στην κλίμακα αυτής της συμπεριφοράς, όπως φαίνεται στο (89), υπάρχει μια κυκλική διαδοχικότητα διαδρομής μηνυμάτων που έχουν συχνότητα αναχώρησης-επιστροφής διαφορετική.  Στους πόλους  του άξονα της κλίμακας, υπάρχουν οι θέσεις όπου το μήνυμα είναι πάντα εκεί και συγχρόνως στο άπειρο. Αυτό είναι ακαριαίο κι ακίνητο, το εν δυνάμει Είναι στη θέση αυτή.

         το σημείο μέσα στο σύμπαν και το αντίθετό του

92. Το γεγονός που είναι μια θέση μέσα στο σύμπαν, από τη μια στέλνει απεριόριστα μηνύματα συγχρόνως, ευρισκόμενο σε συνεχή αλλαγή (αίροντας συνεχώς τον κώδικα μηνυμάτων του, για να μπορεί να διατηρεί τη θέση του), απ’την άλλη αλλάζει συνεχώς θέση διατηρώντας τον κώδικά του. Αυτό δείχνει ότι το Ένα και Μοναδικό επαληθεύεται από την αντιπορεία των Πολλών και Διαφορετικών μέσα απ’Αυτό, ενώ συγχρόνως τα Πολλά επαληθεύονται από την πορεία του Ένός και Μοναδικού, μέσα από αυτά. Αυτή η διαδικασία μολονότι εκπροσωπεί Ένα Αντιφατικό Στοιχειώδες, είναι συγχρόνως και ένα Ιδιαίτερο Πρόσωπο του Όλου.
93. Έτσι αυτό που λέμε "στίγμα στο σύμπαν", απ’τη μια πορεύεται κρατώντας συνεχώς τον κώδικά του, μα αλλάζοντας κλίμακα για να επαληθεύεται απ’τα όμοιά του που βρίσκονται στην ίδια θέση άλλων κλιμάκων, ενώ από την άλλη, με τη διαδικασία της καταλυτικής-σύνθεσης, αλλάζει συνεχώς κώδικα, αλλάζοντας συνεχώς και διαδοχικά θέση στην ίδια του την κλίμακα. Αυτό υποχρεώνει το γεγονός, από τη μια να είναι σταθερά στίγμα πορευόμενο και από την άλλη ένα συνεχώς διαστελλόμενο νέφος.
94. Το στίγμα λοιπόν μέσα στο σύμπαν, είναι μια θολή μονοκοντυλιά η οποία έχει "μύτη" συγκεκριμένη που ταξιδεύοντας αφήνει πίσω της ένα ελλειπτικό, συνεχώς διαστελλόμενο νέφος που εκτείνεται σ’όλο το σύμπαν. Η μύτη αυτού του "στίγματος" πορευόμενη παντοτινά στο σύμπαν, επαληθεύει όλους τους κόκκους του νέφους της ουράς του, επαληθευόμενη συγχρόνως από αυτούς.
95. Έτσι από αντιφατική άποψη τ'αντίθετο σε κάτι, είναι η απεριόριστη πολλαπλότητα του σύμπαντος, όπως διαμορφώνεται έναντι της μοναδικότητας που εκπροσωπεί την κάθε φορά αυτό που είναι το συγκεκριμένο-Ένα γεγονός. Δηλαδή το αντίθετο στο συγκεκριμένο-Ένα, δεν μπορεί να είναι απλά το Μείον Ένα, αλλά μια απεριόριστη σειρά από σχετικά όμοια διαφοροποιούμενα διαδοχικά, που περιέχοντας και τον ίδιο τον εαυτό, υπό συνθήκες θα μπορούσε να παίξει το ρόλο του Μείον Ένα μια συγκεκριμένη στιγμή.
96. Αντιφατικά, το αντίθετο σε κάτι, ξεκινά πολύ βαθιά μέσα απ’τον εαυτό, χωρίς ν’αφήνει περιθώριο ανεξαρτησίας και πορευόμενο πολύ μακριά έξω απ’αυτόν, κάνει απεριόριστες διαδρομές αναχώρησης-επιστροφής στο σύμπαν κι επαληθεύει-διαψεύδοντας τον εαυτό σε μια σχέση συνεχώς μεταβαλλόμενη, την αντιφατική σχέση.
97. Καθ’ένα από την απεριόριστη σειρά ομοίων που υπάρχουν ταυτόχρονα, μπορεί να λογίζεται ως ξεχωριστή θέση εκκίνησης κάποιας άλλης κλίμακας. Αλλά στην κατάσταση του ταυτόχρονου, αλληλο-επαληθεύεται με τ’άλλα όμοια σ’όλες τις θέσεις, εκτός αυτών που εκείνη τη στιγμή παίζουν ρόλο εκκίνησης άλλων κλιμάκων. Έτσι μπορούμε να έχουμε ευκαιριακά διακριτές μονάδες, όπως το Ένα (που είναι έτσι ακριβώς όπως το ορίσαμε την αντιφατική μονάδα πριν) ή το Δύο, το Τρία κλπ. που είναι κι αυτά ίδιες καταστάσεις (αντιφατικές μονάδες), αλλά με δεδομένη τη διαφορετική εκκίνηση κλίμακας.

                ΕΝΑ ΑΝΤΙΦΑΤΙΚΟ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ  

98. Θα μπορούσαμε να φανταστούμε έναν κόσμο, που θα είχε ως υπόβαθρο ένα πλέγμα τέτοιων κομβικών στοιχειωδών θέσεων, που θα συνιστούσαν μιαν αντιφατική ενότητα. Κάθε μια τέτοια κομβική θέση ροής-αντιρροής-λήψης-εκπομπής υπογεγονότων, μπορεί να είναι μια ξεχωριστή οντότητα (ένα πρά-γμα), που συντίθεται από αυτήν την συγκεκριμένη πλοκή ροής-αντιρροής υπογεγονότων.
99. Αυτά τα υπογεγονότα, που η ροή-αντιρροή τους συνιστά τα γεγονότα, είναι μηνύματα λήψης-εκπομπής, που εκπροσωπούν
το δυναμικό υπόβαθρο του αντιφατικού πλέγματος, παίζοντας το ρόλο της ενέργειας για τις συγκεκριμένες οντότητες του πλέγματος αυτού.
100. Κάθε γεγονός, οντότητα ή πράγμα, συνίσταται από το σύνολο κομβικών θέσεων του πλέγματος αυτού, που λαμβάνει-εκπέμποντας μηνύματα στο σύμπαν κι απ’το σύμπαν. Έτσι κάθε συγκεκριμένη-συνεκτική (συγκεντρωτική) "Εδώ-Δομή" κάποιου πράγματος ή γεγονότος, μπορεί να έχει και μια ανάλογη συγκεκριμένη αποκεντρωτική "Άπω-Δομή", που να περιλαμβάνει όλο αυτό το συγκεκριμένο "νέφος" αναχώρησης-επιστροφής μηνυμάτων.
101. Αυτό σημαίνει ότι κάθε γεγονός έχει ένα συγκεκριμένο "Συμπαντιακό Αντίλογο", που είναι η εκάστοτε "στιγμιαία άπω-δομική δομή" του στο απώτατο σύμπαν. Αυτό το απύθμενο υλικό πλέγμα ως συνειδητό για τον άνθρωπο, θα μπορούσαμε να τ'ονομάσουμε πνεύμα ή ψυχή.
102. Ο συνεχής διάλογος "Εδώ" και "Άπω" κάθε πράγματος και γεγονότος, είναι αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί "υπόσταση" του  γεγονότος και θα μπορούσε να έχει κάποια όρια που να συνιστούν το συγκεκριμένο Είναι του. Επίσης κάθε αλλαγή στο "Εδώ" δεν μπορεί παρά να ανταποκρίνεται σε μιαν ανάλογη αλλαγή στο "Άπω" και αντίθετα. (Ίσως κάποτε γνωρίζοντας τις ακριβείς "συντεταγμένες" των σχέσεων "Εδώ" και "Άπω", κάποιου σώματος θα μας ήταν δυνατό να επεμβαίνουμε διορθώνοντας καταστάσεις ή δυσλειτουργίες σε όλο
το σύστημα ακόμα και στον οργανισμό των ανθρώπων και αυτό θα ήταν τότε η Ιατρική).
103. Τα  όρια  του  συγκεκριμένου, που συνιστούν ευκαιριακά με το  γεγονός ως πεπερασμένο, ανά πάσα στιγμή παραβιάζονται αφού κάθε στοιχειώδες κάθε γεγονότος,"κοινωνεί" με το δυναμικό αντιφατικό στοιχειώδες, που σαν "έσχατο" υπόβαθρο, είναι η αντιφατικότητα γυμνή, το μηδενικό και άπειρο, το ακαριαίο και ακίνητο, περιέχοντας μια μοναδική μορφή του Όλου κάθε συγκεκριμένη στιγμή, που είναι απειροστική.
104.  Έτσι αν κάθε οντότητα που βρίσκεται σε μια κομβική θέση ή σύνολο κομβικών θέσεων του πλέγματος αυτού, δεχτεί ενέργεια πέραν αυτής που δικαιούται για να βρίσκεται στη δεδομένη θέση,καταλύεται-εισερχόμενη στο αντιφατικό υπόβαθρο και ανασυντίθεται σχεδόν ακαριαία στη θέση που δικαιούται.  (Με τον τρόπο αυτό μπορούσ να γίνουν μετακινήσεις μέσα σ’ένα παγκόσμιο πλέγμα τέτοιων κομβικών θέσεων, δηλαδή να καταλύεται ένα σώμα σ’ένα πλέγμα τέτοιων κομβικών θέσεων και "κατερχόμενο" στο πλέγμα του "ακίνητου και ακαριαίου", ν’ανασυντίθεται "ανερχόμενο" σ’ επιθυμητή θέση άλλου πλέγματος τέτοιων κομβικών θέσεων σχεδόν ακαριαία).                                                                                           
105. Έτσι, ο κόσμος είναι πλέγμα ανταλλαγής πληροφοριών που η πλοκή του είναι το Γίγνεσθαι ως Ουσία.
106. Μια τυπική διαλεκτική διεργασία, θα θεωρούσε την Ταυτότητα ως ένα εν εξελίξει καταλυτικο-συνθετικό γεγονός, όπως είναι η αντιφατική μονάδα και με τον τρόπο που παρουσιάστηκε γενικά σ’αυτή την εργασία. Έτσι η αρχή της ταυτότητας, η τόσο αναγκαία για τις συγκριτικές διεργασίες της Λογικής, θα επέστρεφε ως αρχή της αντιφατικής ταυτότητας.
107. Επειδή η αντιφατική ταυτότητα, όπως δείξαμε μπορεί να περιέχει κι ένα πρόσωπο του όλου, για να μπορεί να λειτουργήσει ορθολογικά το εύρος της θα πρέπει να ορίζεται από το είδος της έρευνας, το είδος των εμπλεκομένων μονάδων και τις ανάλογες αφετηρίες και αντιστοιχίες αυτών των μονάδων σε άλλες παράλληλες κλίμακες.
108. Έτσι αφηρημένα θα μπορούσε να λεχθεί, ότι το γίγνεσθαι
που αφορά το εύρος της αντιφατικής ταυτότητας κάθε συγκεκριμένη φορά, θα είναι ένα είδος καταλυτικο-συνθετικής διεργασίας, όπου η τυπικότητα θα υπερβαίνεται από το περιεχόμενο της εκάστοτε πραγματικότητας.
109. Για να μπορεί να πραγματοποιηθεί μια τέτοια αντιφατικο-ορθολογική διεργασία, πρέπει να έχουν συνταχτεί ιδεατοί πίνακες ροής-αντιρροής-λήψης-εκπομπής (σαν αυτούς που αφηρημένα και χωρίς υπολογιστικά όργανα συνέταξα εδώ, τα οποία προηγουμένως ονόμασα "πλέγματα κομβικών θέσεων ροής-αντιρροής μηνυμάτων"), που θα μπορούν ολοκληρωμένα να περιέχουν όλο το φάσμα αυτού του αντιφατικού γίγνεσθαι.
110. Για τη σύνταξη τέτοιων πινάκων, πρέπει να οργανωθεί μια Αντιφατική Γεωμετρία με τους όρους που ανέφερα πριν. Για κάθε συγκεκριμένη περίσταση ένταξης ενός γεγονότος στις συντεταγμένες κάποιου τέτοιου πίνακα, πρέπει να ορίζονται τα προσεγγιστικά όρια της αντιφατικής ταυτότητας του γεγονότος, ανάλογα με την έρευνα και το γεγονός που ερευνάται.
 111. Η αντιφατική μονάδα για την οποία μιλήσαμε, είναι δυνατόν να παίρνει νόημα συγκεκριμένο, κάθε φορά που ορίζεται η θέση του υποθετικού σημείου εκκίνησης στην κλίμακα αναφοράς που θα εξυπηρετεί τη συγκεκριμένη έρευνα.
112. Αυτή η θέση εκκίνησης, η οποία θα μπορούσε να είναι η εκκίνηση για κάποιο καθορισμένο σύστημα αναφοράς, την ίδια στιγμή θα μπορούσε να σχετίζεται και με όλα τ’άλλα απεριόριστα και πορευόμενα σημεία άλλων συστημάτων αναφοράς με διαφορετικό τρόπο για το καθένα.
113. Aυτά τα συστήματα αναφοράς, συνιστούν ξέχωρες αντιφατικές ταυτότητες που στο βάθος του διαχωρισμού και της αντικειμενικότητάς τους, έχουν κρυμμένη την ενότητα της συμμετοχής τους στο έσχατο (ακίνητο και ακαριαίο) καταλυτικο-συνθετικό επίπεδο του παγκοσμίου γίγνεσθαι, που είναι η αντιφατικότητα γυμνή και το εν δυνάμει Είναι. Έτσι η αντικειμενικότητά τους είναι συμβατική, αφού συνεχώς αίρεται.
114. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι όλες αυτές οι Μονάδες που μπορούν να φανούν ως ευκαιριακά αυτόνομες (ταυτότητες), όταν αγγίζουν τις θέσεις των πόλων των κλιμάκων τους, φέρουν στην επιφάνεια το στοιχείο του ακαριαίου και ακίνητου. (Αυτό που όπως αναφέραμε είναι το μηδενικό και άπειρο, το εν δυνάμει, η ενότητα του Όλου,  η αντιφατικότητα ως ουσία, όπου εκεί κάθε αντικειμενικότητα και αυτονομία αίρεται).

αντιφατική βιο-χαρτογραφία και αντιφατική βιο-γεωμετρία

115. Όλα αυτά τα σημεία της ταυτόχρονης εκκίνησης, αναχωρούν για το σύμπαν επιστρέφοντας στις θέσεις εκκίνησης, ή οι θέσεις εκκίνησης στέλνουν μηνύματα στο σύμπαν λαμβάνοντας απ’αυτό. Αυτά επαληθεύουν-διαψεύδοντας τις θέσεις της δικής τους κλίμακας και όλων των άλλων κλιμάκων, εκτός των θέσεων κλιμάκων που λογίζονται ως ταυτόχρονης εκκίνησης. Έτσι αναδύονται τα όρια στα οποία μπορεί να αναδεικνύεται το Ένα, το Δύο, το Tρία κλπ.
116. Τα πράγματα, τα γεγονότα, τα έμβια όντα και γενικά ο κόσμος μας είναι συστήματα που συντίθενται απ'εκατομμύρια τέτοιες καταλυτικο-συνθετικές αντιφατικές μονάδες. Τ'αντιφατικά στοιχειώδη αυτών των μονάδων, ταξιδεύουν στο σύμπαν, (στον Συμπαντιακό τους Αντίλογο), επιστρέφοντας, κι έτσι συνθέτουν-καταλύοντας το αντιφατικό τους Μέτρο.  Τα όντα συνίστανται-αποσυντιθέμενα από τέτοιες μονάδες κάποιου ειδικού αντιφατικού Μέτρου, το οποίο είναι σε συνεχή εξέλιξη και αλλαγή και οι οποίες μονάδες συνιστούν αντιφατικά συστήματα λήψης-εκπομπής μηνυμάτων προς και από τον Συμπαντιακό τους Αντίλογο.  Επειδή τα στοιχειώδη αυτού του συστήματος καταλύονται-συντιθέμενα, όντας Άλλα-Αλλού και λίγο πιο κει, το όλο σύστημα που είναι το πράγμα, το ον ή το γεγονός, συνεχώς αλλοιώνεται ως προς τη μορφή και τη δομή, υπάρχει ως τέτοιο έως τη στιγμή που δεν μπορεί να ανασυσταθεί πια κι έτσι γερνά και πεθαίνει. Τότε το σύστημα διαλύεται κι ανακατατάσσεται ή εισέρχεται στη δομή άλλων ζωντανών συστημάτων.
117. Θα μπορούσε λοιπόν κάποιος να υποθέσει κάποιο αιτιοκρατημένο και οργανωμένο γίγνεσθαι, το οποίο να σχετίζεται με τις θέσεις εκκίνησης, τα συστήματα αναφοράς, τη διάρκεια της έρευνας και τον τρόπο που θα συμπεριφέροντο τα μηνύματα αναχώρησης-επιστροφής σ’αυτό το γίγνεσθαι.
118. Η εργασία αυτή, θα μπορούσε να είναι η επιστήμη, που θα ιχνηλατούσε και θα οργάνωνε μιαν Οικουμενική Βιο-Χαρτογράφηση, για το πως συνίσταται η ενότητα του Μεγάλου με το Μικρό. Αυτή είναι η Αντιφατική Μοναδολογία και η Αντιφατική Βιο-Γεωμετρία που μόνο μέσα στα όριά της, μπορεί να περιγραφεί η Αντιφατική Tαυτότητα κι ο Αντιφατικός Ορθολογισμός.
119. Αυτή η φανταστική ιστορία του πορευομένου ευθύγραμμα και ομαλά σημείου, σ’όλη της την ανάπτυξη, είναι ο χαρακτηρισμός της Αντιφατικής Μονάδας ή του Αντιφατικού Στοιχειώδους, δηλαδή η Αντιφατική Ταυτότητα.
120. Απ’αυτό το αντιφατικό γίγνεσθαι και το χαρακτηρισμό της αντιφατικής ταυτότητας, αναδύεται κι η Αρχή της Αντιφατικής Αιτιότητας.
121.  Η αντιφατική αιτιότητα δεν είναι μονοδιάστατη, εκεί το αίτιο και το αιτιακό αποτέλεσμα λειτουργούν σταδιακά αμφίδρομα ή καί αμφίδρομα, ανάλογα με τις "αντιθέσεις" και τη "διάρκεια" που συνιστά το εκάστοτε συγκεκριμένη αντιφατική σχέση. Έτσι μπορούμε να την ονομάσουμε αμφίδρομη αντιφατική αιτιότητα.
     Όπως είπαμε, στην Ορθολογική διαδικασία τ'αντίθετα διαλέγονται χωρίς να παραβιάζουν τα όρια που υπάρχουν μεταξύ τους, δηλαδή τα όρια της εσχατης ταυτότητάς τους. Έτσι αποκαθάρουν τη λογική διεργασία από τη συμμετοχή του Μη-Είναι μέσα της, που ορθολογικά θεωρείται στοιχείο της αντιφατικότητας και άρα ψεύδους. Ενώ στη Διαλεκτική (αντιφατική) διαδικασία τ’αντίθετα αλληλο προεκτείνονται το ένα μέσ’το άλλο παραβιάζοντας τα όριά τους, χωρίς να αφήνουν περιθώρια ανεξαρτησίας μεταξύ τους και έτσι η αλληλεπίδραση είναι αμφίδρομη. Σε παράκεντρες όμως καταστάσεις, όπου τα θεωρούμενα ως αντίθετα μπορεί κοινωνούν και με άλλα αντιφατικά συστήματα, μπορεί να υπάρξει ευκαιριακά  κάποια αιτιακή προτεραιότητα, χωρίς όμως να αποκλείεται και η αμφίδρομη διεργασία, αφού όλα κοινωνούν συγχρόνως με το έσχατο επίπεδο του ακίνητου κι ακαριαίου, την αντιφατικότητα γυμνή, το Εν Δυνάμει Είναι. Από όπου απορρέουν οι αρχές"της αντιφατικής σχετικότητας των αντιθέτων" και "της αμφίδρομης αιτιότητας". Εκεί η αλυσίδα της αιτίας ως αμφίδρομη, προϋποθέτει: αιτία κι αποτέλεσμα να αλληλοκαταλύονται-αλληλοσυντιθέμενα, έχοντας απεριόριστες διαστάσεις οι οποίες καταλήγουν τελικά στο Ακαριαίο και Ακίνητο, Μηδενικό και 'Απειρο, το Εν Δυνάμει Είναι, δηλαδή την Αντιφατικότητα Γυμνή. Εκεί η Αιτιότητα συνίσταται από το γίγνεσθαι αναχωρήσεων-επιστροφών, όπως χαρακτηρίστηκε στη διάρκεια αυτής της εργασίας.
122. Η αμφίδρομη διεργασία, είναι αυτή του ακαριαίου και ακινήτου, η οποία δε μπορεί να λείψει ποτέ, όντας το στοιχείο του απειροστικού υπόβαθρου. Έτσι η αιτιακή διεργασία ξεκινά από την "αυτό-επίδραση", πολύ βαθιά μέσ’ τον ίδιο του τον εαυτό, (χωρίς να αφήνει κανένα περιθώριο απαραβίαστο) και ταξιδεύοντας έξω απ’αυτόν, παραβιάζει τα όρια των άλλων που μπορεί να θεωρηθούν αντίθετα κάθε συγκεκριμένη στιγμή.  Ανάλογα με το βαθμό της αντίθεσής τους, για κάθε αντίθεση ορίζεται και η ανάλογη παραβίαση. Αυτή η παραβίαση μπορεί κάποιες φορές να είναι τέτοια που υπό όρους, να αφήνει κάποιο απαραβίαστο μέρος στο θεωρούμενο ως αντίθετο και γι' αυτό μπορεί να λειτουργεί και ο ορθολογισμός, ως ένα σημείο.
123. Γενικά όμως ονομάζεται αντιφατικός ορθολογισμός, γιατί μαζί με την ακαριαία συγκριτική διαδικασία (που είναι η ακαριαία
αλληλεπίδραση και άρα αντιφατική), υπάρχει κι ένα περιθώριο αντιθετικής (ορθολογικής) διεργασίας μέσ’τα όρια της αντιφατικότητας.
124. Στη συγκριτική και αιτιακή αυτή διεργασία, όλα εξαρτώνται από τα όρια που θα τεθούν στην αντιφατική ταυτότητα και την αντιθετική "αξία" των σκελών της αντιφατικής σχέσης. Όμως δεν πρέπει ποτέ να ξεχνιέται πως οι σχέσεις εκεί είναι συμβατικές, και σχετικές με το γίγνεσθαι που συνιστούν όλοι οι παράγοντες της αντιφατικής σχέσης.
125.  Η εργασία μου αυτή ακολουθείται από την αδυναμία ότι έχει την ανάγκη της αμεσότητας και της πράξης, αφού δε μπορεί να γίνει απόλυτα κατανοητή με απλά λόγια. Ακόμα προϋποθέτει μιαν άλλη αντίληψη, περί χώρου, χρόνου και γίγνεσθαι, αλλά και μιαν αντιφατικο-γεωμετρική μαθηματική σύνταξη που αδυνατώ να ολοκληρώσω.                                                                                   

126.  Αυτή τη φανταστική ιστορία του πορευομένου ευθύγραμμα και ομαλά σημείου, σ’όλη της την ανάπτυξη, την οποία χαρακτήρισα αντιφατική ταυτότητα, αντιφατικό στοιχειώδες ή αντιφατική μονάδα, πρέπει να λάβει υπόψιν της η σύγχρονη επιστήμη, αν θέλει να βαδίσει στο Νέο.
127. Υπ’αυτή την έννοια η γλώσσα της επιστήμης  πρέπει να συμπέσει με τη λογικογλωσσική σύνταξη της αντιφατικής βιο-γεωμετρίας, όπου ο κόσμος θα είναι βιοχαρτογραφημένος σε ανάλογους πίνακες οι οποίοι θα ορίζονται κι από τα ανάλογα αντιφατικά συστήματα ροής-αντιρροής-λήψης-εκπομπής. Κι εδώ θα υπάρξει μια λογικο-γλωσσική αντιφατική σύνταξη, που θα λαμβάνει υπόψιν το αντιφατικό στοιχειώδες. Επίσης πρέπει να λάβει υπόψιν τον αντιφατικό τρόπο οργάνωσης της σκέψης, μέσω της έννοιας του αντιφατικού στοιχειώδους.
128. Στη συνέχεια όλες οι επιστήμες θα πρέπει να ξανακοιταχτούν, έχοντας στο νου τον αντιφατικό τρόπο βιο-χαρτογράφησης του κόσμου. Έτσι που η Επιστήμη θα ξαναγίνει Μία και θα συμπέσει με τη Φιλοσοφία, δηλαδή την αντιφατική λογικο-γλωσσική ορθολογική σύνταξη, τη διαλεκτική ως ουσία.

Ως Επίλογος, επισήμανση για τον αντιφατικό χώρο και χρόνο:  Τονίζω ξανά ότι: από αντιφατική όψη, ο χρόνος δεν είναι είναι διάρκεια μα ούτε κι ο χώρος έκταση.  Στο επίπεδο αυτό του κόσμου μας, χρόνος είναι η συχνότητα επανάληψης υπογεγονότων (χωρικών μέτρων) σε θέση και χώρος το μήκος κύματος ή το μέγεθος διασποράς των χωρικών μέτρων προς επανάληψη.  Έτσι σ’αυτό τον κόσμο που πιθανόν θα μπορούσε να είναι ο κβαντικός και ο οποίος σχετίζεται με φωτόνια ή κβάντα ενεργείας, με συχνότητες και μήκη κυμάτων, θα πρέπει να δεχτούμε ότι ο χώρος κι ο χρόνος συνιστούν μια ενότητα με τα γεγονότα γενεσιουργό, δηλαδή το Είναι, ο Χώρος, ο Χρόνος και το Νοείν θα συμπέσουν στο αέναο Γίγνεσθαι. Επίσης η ταχύτητα είναι κάτι άλλο από αυτό που έχουμε αποδεχθεί.  Θα μπορούσαμε να πούμε ότι το φωτόνιο, υπάρχοντας καταλυτικο-συνθετικά, δεν μπορεί να έχει ταχύτητα, αφού ουσιαστικά σε κάθε του στιγμή είναι Άλλο-Αλλού-Όμοιο κι ανόμοιο μ'αυτό που ήταν.
     Όλα τα παράδοξα της θεωρίας της σχετικότητας πιθανόν οφείλονται στο γεγονός ότι το φωτόνιο είναι μια κβαντική οντότητα που εμείς παράνομα ορίζουμε μέσ’τα όρια της νευτώνειας αντικειμενικότητας, προσδίδοντάς του χρονική διάρκεια που δεν δικαιούται σε  χώρο ξέχωρο απ’αυτό. Το ίδιο μπορεί να συμβαίνει και στην "αβεβαιότητα" που διέπει τις μετρήσεις συζυγών ιδιοτήτων κβαντικών αντικειμένων: Στριμώχνουμε καταχρηστικά τη συχνότητα ενός κβαντικού αντικειμένου, που είναι ο χρόνος της κβαντικής διάστασης του κόσμου, όπου η αντικειμενικότητα κι ο ντετερμινισμός καταργούνται, με την διάρκεια που είναι ο χρόνος στη νευτώνεια διάσταση του κόσμου, εκεί όπου η αντικειμενικότητα και ο ντετερμινισμός βασιλεύουν, συνάγοντας επιστημονικά συμπεράσματα τα οποία πρέπει να περιέχουν σφάλμα.

ΤΕΛΙΚΗ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ:
Τονίζω ξανά ότι: Η επιστήμη δεν θα προχωρήσει θεωρητικά άλλο, αν δεν λάβει σοβαρά υπ’όψιν την πρότασή μου περί Αντιφατικού Στοιχειώδους, περί Αντιφατικής Ταυτότητας, περί Αντιφατικής Μοναδολογίας και Αντιφατικό Ορθολογισμού, όπως προτείνεται σ’αυτή την εργασία και σε μια σειρά άλλες εργασίες που έχω εκπονήσει  ή  σε πιθανές κάποιες άλλες ανάλογες εργασίες άλλων, ίσως πιο σωστά τοποθετημένες από εμένα και με την ανάλογη μαθηματική κάλυψη.  Αυτό γιατί ο κόσμος είναι ένα δυναμικό γεγονός έχων αντιφατική φύση, που για να μπορεί να ερμηνευτεί ως τέτοιο, χρειάζεται έναν ορθολογισμό που να λαμβάνει υπόψιν τον κόσμο αντιφατικά.
       Είναι ανάγκη λοιπόν νέοι διανοητές και μαθηματικοί να παραμερίσουν τη γνώση τους, χρησιμοποιώντας τη δυναμική της διάνοιάς τους και την επαναστατικότητα και ν’ασχοληθούν με την εργασία αυτή, ως ξεκίνημα για ένα μακρύ ταξίδι στο Νέο.  Θα πρέπει να δημιουργηθεί ένας νέος μαθηματικός  λόγος, που να στηρίζει τους πίνακες των μοντέλων οι οποίοι θα περιγράφουν τον κόσμο μας ως καταλυτικο-συνθετικό γίγνεσθαι.  Τότε όλες οι επιστήμες θα πρέπει να μπουν σε μιαν άλλη θεωρητική βάση και λογική, που να λαμβάνει υπόψιν την καταλυτική-συνθετότητα της ταυτότητας των όντων και έτσι θα ξαναοργανωθούν από την αρχή.

Η μαθηματική αυτή γλώσσα θα στηρίζεται στην λογικο-γλωσσική σύνταξη που θα έχει σαν βασικό κορμό τους αντιφατικούς πίνακες, για τους οποίους προϊδεάζω τον αναγνώστη, προτείνοντας τη λειτουργία του αντιφατικού αυτού μοντέλου, δηλαδή ως "Αντιφατική Μοναδολογία και Οικουμενική Βιοχαρτογραφία".

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΔΗΜΗΤΡΗ ΠΑΤΕΛΗ: Ο ΧΕΓΚΕΛ, ΤΟ ΓΙΓΝΕΣΘΑΙ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΣΚΕΨΗΣ ΚΑΙ Ο ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΟΣ ΥΛΙΣΜΌΣ

Ο ΙΛΙΕΝΚΟΦ ΚΑΙ Η ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΛΟΓΙΚΗ

ΣΩΚΡΑΤΗ ΔΕΛΗΒΟΓΙΑΤΖΗ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗΣ