ΑΞΕΛΟΣ: ΤΑ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Κώστας Αξελός: Τα αποσπάσματα του Κόσμου
Απομαγνητοφώνηση/Επιμέλεια: Κωνσταντίνος Σύρμος Παρίσι 1992                                       

     Αξελός: «Αυτό τον κόσμο, που είναι για όλους ούτε κανείς θεός ούτε άνθρωπος τον έκανε, αλλ’ ήταν από πάντα και είναι και θα είναι αιώνια φωτιά, που ανάβει με μέτρο και σβήνει με μέτρο». από Ηράκλειτο.  
                                                                                                                                                                         Εγώ συμπληρώνω: που είναι ίδιος για όλους.  Κι αυτό έχει σημασία γιατί έτσι απορρίπτεται ο σολιψισμός.
                                                                                                                                                                          Αξελός: Το πρόβλημα της καταγωγής της σκέψης, είναι ένα από τα κεντρικότερα προβλήματα της ίδιας της σκέψης.
                                                                                                                                                                             Εγώ λέω: Δεν υπάρχει πρόβλημα άλυτο στο θέμα καταγωγής της σκέψης, αφού ο άνθρωπος, η σκέψη και το λέγειν συνιστούν μια αδιαχώριστη ενότητα στο παγκόσμιο Γίγνεσθαι.   Και εξηγούμαι: Αν ο άνθρωπος δεν είναι θεϊκό δημιούργημα αλλά αποτέλεσμα του παγκοσμίου γίγνεσθαι, η μορφή, η δομή και ο εγκέφαλός του, είναι μια κωδική καταγραφή του παγκοσμίου γίγνεσθαι στον άνθρωπο, ή αυτή η καταγραφή είναι ο ίδιος ο άνθρωπος. Η καταγραφή αυτή διά της εμπειρίας αποκωδικοποιείται και μετατρέπεται σε λογική και γνώση. Και γι'αυτό η εμπειρία προσλαμβάνεται από τον άνθρωπο όπως ακριβώς είναι και χωρίς κάποια κάποια αόριστη εγελιανή "μεσολάβηση" που την αλλοιώνει.
                                                                                                                                                                            Αξελός: Τα μικρά παιδιά, συνηθίζουν να ρωτάνε πως γεννιούνται τα παιδιά. Τα ενήλικα παιδιά, οι σκεπτόμενοι άνθρωποι, ρωτάνε πως άρχισε η σκέψη. Υπάρχει μία, η πρώτη, η Ευρωχριστιανική εκδοχή, ότι η σκέψη άρχισε με το περίφημο μήλο, αφού κόπηκε και φαγώθηκε απ’ το δέντρο της γνώσης κι ότι η σκέψη αρχίζει σαν γνώση και σαν κατάρα, Παλαιά διαθήκη στο βιβλίο της Γενέσεως. Εάν δεν παραδεχθεί κανείς αυτήν την μυθολογική προοπτική, θα έλεγα ότι η σκέψη εισβάλλει στο σύμπαν σαν μια καταστροφή. Την λέξη καταστροφή την παίρνω εδώ στην αρχαία ελληνική έννοια, σαν μια στροφή, σαν κάτι που οδηγεί κάπου, σε μια λύση είτε θετική είτε αρνητική. Η καταστροφή, δηλαδή αυτή η ριζική στροφή που είναι η σκέψη, είναι αυτό που έκανε το ζώο, άνθρωπο. Έχουμε βέβαια σήμερα μια νέα καταστροφή που μας απειλεί, τη μη-σκέψη.                                                                                                                                                                                                                                                Εγώ λέω:  Το Είναι, το σύμπαν, μιας εξ αρχής είναι γεγραμμένο με Νόηση και Λόγο. Δηλαδή δεν έρχεται από πουθενά αλλά υπήρχε και θα υπάρχει πάντα. Δεν υπάρχει λοιπόν μη-σκέψη, ως αντίθετο της σκέψης, γιατί όπως είπαμε, το σύμπαν και ο άνθρωπος είναι δομημένα-γεγραμμένα με νόηση και λόγο, δεν μπορεί να υπάρξει ούτε σύμπαν ούτε άνθρωπος χωρίς νόηση και λόγο.
                                                                                                                                                                            Αξελός: Θα μπούμε σε εποχές μακρινές όπου δε θα σκεφτόμαστε, αλλά ωσότου γίνει αυτό και αν γίνει αυτό, δεν παύει να μας απασχολεί το πρώτο ερώτημα που θέσανε οι πρώτοι Ευρωπαίοι στοχαστές. Το τονίζω, οι πρώτοι Ευρωπαίοι στοχαστές, ο Ηράκλειτος και ο Παρμενίδης: «Τι το ον;», ποιος ο λόγος του όντος; Αυτό το ερώτημα έχουμε να το ξαναπάρουμε στα χέρια μας, να το ξαναδουλέψουμε, αλλά όχι όπως το δούλεψαν αυτοί αλλά με το δικό μας τρόπο.
                                                                                                                                                                             Εγώ λέω: Η "γιγαντομαχία" των Ηράκλειτου και Παρμενίδη δεν αφορούσε μόνο το ερώτημα τι το Ον, αλλά και το Πως γνωρίζουμε και τι αποτέλεσμα έχει το γνωρίζειν.   Όμως για τον Ηράκλειτο και τον Παρμενίδη το Ον διαφέρει. Για τον πρώτο συμπίπτει με το Γίγνεσθαι, ενώ για τον δεύτερο δεν υπόκειται στο Γίγνεσθαι αλλά είναι ατρεμές δηλαδή ακίνητο και ανεξέλικτο.  Όμως και οι δύο συμφωνούν ότι το Ον είναι γεγραμμένο με Νοείν και Λόγο. Δηλαδή το Είναι είναι συνυφασμένο με νόηση και λέγειν. Έτσι βλέπουμε ότι και οι δύο αποδέχονται ότι η σκέψη συνυπάρχει με το Ον. Διαφέρουν μόνο στο ότι, το Νοείν για τον Ηράκλειτο είναι διαλεκτικό-αντιφατικό, ενώ το Νοείν για τον Παρμενίδη είναι ορθολογικό-αντιθετικό όπου η αντίφαση θεωρείται αναληθής.                                       Ο Παρμενίδης ισχυρίζεται ότι το Μη-Είναι δεν μπορεί να υπάρχει, έτσι κι η αντιφατικότητα που Είναι-ΜηΌντας  είναι στοιχείο ψεύδους, που πρέπει στη σκέψη ν'απορρίπτεται.  Άρα τα ερωτήματα για τα οποία μας προετοιμάζει ο Αξελός είναι ήδη απαντημένα από τους προσωκρατικούς. Επισημαίνω ότι θέλοντας ο Αξελός να είναι διαλεκτικός, αντί για απαντήσεις ψάχνει συνεχώς για αναπάντητα ερωτήματα. Όμως η διαλεκτική μολονότι βλέπει τον κόσμο εν τω γίγνεσθαι και τις περισσότερες φορές απαντά ερωτηματικά, έχει μια σειρά από αποφάνσεις που συνιστούν τον αντιφατικό Λόγο και αυτά δεν είναι ερωτηματικά.  Για παράδειγμα, τα  αποφθέγματα του Αναξίμανδρου, του Ηράκλειτου, του Ζήνωνα και του Λάο-Τσε είναι απλά αποφάνσεις κι όχι ερωτήματα: "φθέγγονται ακαλλώπιστα τον κόσμο όπως είναι".  Η Διαλεκτική ξεκινά από αποφάνσεις οι οποίες πολλές φορές είναι αμφίσημες αλλά όχι ερωτηματικές και αναπτύσσεται σε συγκεκριμένες καταστάσεις, οι οποίες είναι σε γίγνεσθαι και γι'αυτό διατυπώνονται με "διαλεκτική σεμνότητα". Η διαλεκτική σεμνότητα θέτει ερωτήματα σε κατάσταση αναμονής, τα οποία απαντώνται μερικώς αφού σχετίζονται με το γίγνεσθαι της όποιας κατάστασης προς έρευνα, γεννώντας έτσι νέα ερωτήματα.                                                                                                                                                                                                                                                       Αξελός: «Μέσα μας είναι ίδια, ζωντανό και νεκρό, ξύπνιο και κοιμισμένο νέο και γηραιό. Γιατί αυτά όταν μεταβάλλονται, είναι εκείνα κι εκείνα, όταν με την σειρά τους μεταβάλλονται, είναι αυτά». Από τον Ηράκλειτο.  Εδώ παρουσιάζεται η ενότητα η πάλη κι η διαφορά των αντιθέτων κι είναι απόφανση.                                                                                                                   

        Εγώ συμπληρώνω: Τα πάντα συνιστούν αντιφατικές ενότητες, όπου ενώ το ένα γεννά το άλλο, συγχρόνως το μάχεται κιόλας. Οι αντιφατικές ενότητες συνίστανται από κάποιο Μέτρο του ενός σκέλους της αντίφασης ως προς το άλλο. Όταν η αντιφατική σχέση διαταραχθεί, το Μέτρο καταρρέει και στη θέση του συνίσταται άλλο Μέτρο αντιφατικής ενότητας που παρουσιάζεται ως άλλο Ον.                                                                                                                                                                                       Αξελός: Τους Προσωκρατικούς, τους πήραμε από μια εποχή και πέρα, το 19ο αιώνα, ως αντικείμενο σκέψης και ο ένας τους μετέφραζε και τους ερμήνευε λογικά, ο άλλος ψυχολογικά, ο άλλος κοινωνιολογικά, ο άλλος αισθητικά, ο άλλος καλλιτεχνικά και θα υπάρχουνε κι άλλοι τρόποι πρόσβασης. Όλοι αυτοί οι τρόποι παρουσιάζουνε κάποιο ενδιαφέρον, απασχολούν κι ορισμένους ερευνητές και φοιτητές, αλλά αστοχούν ως προς τον στόχο τους. Γιατί ο στόχος της σκέψης των Προσωκρατικών, ιδίως του Ηράκλειτου και του Παρμενίδη, είναι μία σκέψη που ξετυλίγεται, πριν να αρχίσει η σκέψη να απλώνεται σε αυτά τα κανάλια: της ψυχολογίας, της λογικής, της ηθικής.                                                                                                                                                                                             Εγώ λέω: Δεν υπάρχει κάποιου είδους σκέψη η οποία να ξετυλίγεται πριν αρχίσει η σκέψη να απλώνεται στα κανάλια της λογικής, της ηθικής και της ψυχολογίας, αφού η σκέψη είναι συνυφασμένη με το ανθρώπινο γίγνεσθαι. Ακόμα και αυτό το παγκόσμιο γίγνεσθαι είναι συνυφασμένο με νόηση και λόγο. Δηλαδή υπάρχει μια λογικο-γλωσσική δομική σύνταξη η οποία είναι συνυφασμένη με το Είναι. Η "επιστημονικοποίηση" κάθε τέτοιας κατάστασης, με πριν και μετά, με αρχή του τέλους και τέλος της αρχής και τέτοιες μπούρδες, είναι η φιλοσοφία των ανοήτων.                                                                                                                                                                                                                                                  Αξελός: Η πρώτη σκέψη του μήλου, δεν θα έπρεπε καν να ονομάζεται φιλοσοφία, θα πρέπει να ονομάζεται: η πρωταρχή της δυτικοευρωπαϊκής σκέψης, θα πρέπει να επερωτάται διαρκώς αλλά ως προς το δικό της ερώτημα. Θα έλεγα ότι όλη η σκέψη, προτιμώ τον όρο σκέψη σαν πιο γενικό από τον όρο φιλοσοφία, από τον Παρμενίδη ως τον Χάιντεγκερ, ήταν η απάντηση στο «Τι το ον;». Στο ενδιάμεσο όμως αυτής της πορείας που κράτησε δυόμιση χιλιάδες χρόνια, υπήρξαν εδώ κι εκεί, ο Ηράκλειτος, ο Παρμενίδης, ο Χέγκελ ορισμένες στιγμές, ο Πασκάλ, ο Νοβάλις, ο Νίτσε, που δεν έστρεψαν όλη την προσοχή στο ερώτημα «Τι το ον;». Για ‘μένα προσωπικά, το πρόβλημα της σκέψης που μας απασχολεί, εμάς τους ανθρώπους του τέλους του εικοστού αιώνα, είναι, να σκεφθούμε μεν πως σκέφθηκαν αυτοί το Ον, αλλά εμείς, να μην μείνουμε κολλημένοι στο Ον σαν το στρείδι στον βράχο του. Ή έστω, να δούμε το Ον σαν μια αιώνια κίνηση, αλλά να θέσουμε ένα άλλο ερώτημα που ξεπηδάει κι ‘ναι πολύ βασικότερο: πως ξετυλίγεται ο κόσμος; Το Ον είναι για ‘μένα μία από τις φιγούρες, ένα από τα προσωπεία του κόσμου.

      Εγώ λέω: Ο Αξελός προσπαθεί να βρει ερωτήματα εκεί που δεν υπάρχουν: Οι προσωκρατικοί μ'έναν δικό του τρόπο καθένας έδωσαν διάφορες κι αντίθετες απαντήσεις, ξεκινώντας από το ερώτημα "περί του τι είναι το ον" αλλά και ποια είναι η σωστή σκέψη και προσέγγιση για την ερμηνεία του κόσμου.  Ο τρόπος που το έκαναν περιλαμβάνει τη Διαλεκτική προσέγγιση του Ηράκλειτου, αλλά και την ορθολογική του Παρμενίδη, έτσι για τους σύγχρονους διανοητές έμεινε μόνο να συμφωνήσουν με τη μια άποψη ή την άλλη, χωρίς να έχουν διέξοδο κάποιας άλλης επιλογής.  Ακόμα η πρόταση του Αξελού "να δούμε το Ον σαν αιώνια κίνηση" είναι ελλιπής, γιατί αυτοί περιέγραψαν όχι μόνο το Ον σε κίνηση, αλλά τον τρόπο που θα μπορούσε αυτό αληθινά να γίνει και τον τρόπο που θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή, δηλαδή τον τρόπο που θα μπορούσε να γίνει αντικείμενο σκέψης και ομιλίας.  Δεν άφησαν περιθώριο διαπραγμάτευσης, αλλά μόνο δυνατότητα μελέτης.
                                                                                                                                                                            Αξελός: Αυτό που ο Ηράκλειτος ονομάζει "λόγο", είναι αυτό που εμείς θα μπορούσαμε σήμερα να ονομάσουμε μαζί γλώσσα και σκέψη του ανθρώπου και του κόσμου, στο πιο απόλυτο και σχετικό με όλα τα πράγματα άνοιγμά του. Και χωρίς να δίνετε απάντηση στο τι είναι αυτός ο λόγος. Γιατί η σημαντικότερη απάντηση που μας δίνει ο Ηράκλειτος, είναι ότι ο λόγος αυτός ταυτίζεται με τον χρόνο, με τον Αιώνα κι ‘ναι σαν ένα παιδί που παίζει. Βρισκόμαστε δηλαδή μπροστά, στην πιο αντι-δικτατορική αντί-ολοκληρωτική σχέση, σκέπτεται το όλον αλλά όχι ολοκληρωτικά.
                                                                                                                                                                             Εγώ λέω: Το γίγνεσθαι του κόσμου, μέσω της συνεχούς καταλυτικο-συνθετικής διαδικασίας του Αναξίμανδρου, ο Ηράκλειτος οργάνωσε σε Λόγο, δηλαδή σε μία καταλυτικο-συνθετική λογικο-γλωσική σύνταξη, την οποία ονομάσαμε Διαλεκτική Λογική και Σκέψη.

      Αξελός: «Ο χρόνος είναι ένα παιδί που παίζει ρίχνοντας ζάρια, ενός παιδιού η βασιλεία»: από τον Ηράκλειτο.                                                                                                                                                   

      Εγώ νομίζω ότι: Οι πεσσοί δεν ήταν ζάρια, αλλά ένα ημιτυχερό παίγνιο όπου συμμετείχε και η τύχη και η επιδεξιότητα ή στρατηγική επιλογή, αλλιώς πως θα αναφαίνετο η αντιφατικότητα του χρόνου όπως γίνεται αντιληπτός από την προσωκρατική σκέψη:  Το Χθες δεν υπάρχει, το Αύριο δεν υπάρχει, μόνο το Τώρα υπάρχει. Το Τώρα που είναι μια μηδενική φθίνουσα αιχμή μεταξύ παρόντος και μέλλοντος που είναι συνεχώς Άλλη. Αυτή η αιχμή του φθίνοντος παρόντος είναι αιώνια στην τείνουσα μηδενικότητά της.

      Αξελός: Σε έναν άνθρωπο που θα μου έλεγε, ότι υπάρχει συνέχεια ανάμεσα στον Ηράκλειτο-Παρμενίδη και τον Πλάτωνα-Αριστοτέλη, θα του απαντούσα όχι, υπάρχει κυρίως ρήξη. Σε έναν άνθρωπο που θα μου έλεγε, υπάρχει ρήξη ανάμεσα στον Ηράκλειτο-Παρμενίδη και τον Πλάτωνα-Αριστοτέλη, θα ‘λεγα όχι. Αυτό που προσπαθώ να σκεφθώ, είναι την συνοχή, τον χρόνο, σαν ενότητα και ρήξη μαζί. Είναι απάνω στον ίδιο δρόμο, αλλά πάνω στον ίδιο δρόμο έχει γίνει μία ποιοτική αλλαγή, ούτε προς το καλύτερο ούτε προς το χειρότερο. Και περνάμε από μία αρχαϊκή περίοδο, η οποία δεν ξέρει τη λέξη φιλοσοφία ως ουσιαστικό. Την οποία χρησιμοποιεί για πρώτη φορά ο Πλάτωνας και την κάνει σχολή, σχολή που υποδιαιρείτε στην λογική, στην φυσικά και στην ηθική. Έτσι, θα τόνιζα περισσότερο το στοιχείο της ρήξης, αλλά της παραγωγικής ρήξης, σαν ένα ζευγάρι δηλαδή που χωρίζει αλλά παραμένει πάρα πολύ φιλικά δεμένο.

       Εγώ λέω: Μπορούμε να λέμε ότι θέλουμε για την συνέχεια ή τη ρήξη Ηράκλειτου και Παρμενίδη, Πλάτωνα και Αριστοτέλη και μάλιστα ο Αξελός, που έχει την τάση να επιστημονικοποιεί και να οριοθετεί  καταστάσεις που δεν οριοθετούνται, αλλά όμως καλύτερα πρέπει να ρωτήσουμε τους ίδιους ή να τους κρίνουμε από τη φιλοσοφική τους δραστηριότητα. Ο Ηράκλειτος δεν αναφέρεται στον Παρμενίδη γιατί δεν τον ήξερε. Αναφέρεται όμως επικριτικά για τον Πυθαγόρα και τον Ξενοφάνη οι οποίοι ήταν ορθολογιστές και προπομποί του Παρμενίδη. Στη συνέχεια ο Παρμενίδης επικρίνει τον Ηράκλειτο με τρόπο που δεν σηκώνει καμιά αμφιβολία, ότι η αντίθεσή τους βασίζεται στο ότι απορρίπτει την αντιφατικότητα της ηρακλειτικής Διαλεκτικής.   Σύμφωνα με τον Παρμενίδη, το «Εόν» (το Είναι) μόνον Υπάρχει, ενώ το Μη-Είναι εξ’ορισμού δεν μπορεί να υπάρξει. Έτσι ο Παρμενίδης, το αντιφατικό γίγνεσθαι της καθημερινότητας που περιέχει μέσα του το Μη-Είναι, θεώρησε “διάκοσμο”,  δηλαδή κόσμο φθαρτό και φαινομενικό. Γι’αυτό με τον ορθολογισμό αποκαθάρει τη σκέψη απ’το Μη-Είναι κι αναζητά πέρα από αντιφάσεις, την «ολοστρόγγυλη καρδιά της αταλάντευτης Αλήθειας».  Κι επειδή έχει σημασία η ανάδειξη των απόψεων του Παρμενίδη σ’αντίθεση με την αντιφατικότητα αυτών του Ηρακλείτου και για να φέρουμε στον νου τις ρίζες του ορθολογισμού σ’αντίθεση με τη διαλεκτική, ας ξανα-θυμιθούμε τα λόγια του Παρμενίδη:

    Απόσπασμα 2
       εἰ δ᾽ ἄγ᾽ἐγὼν ἐρέω, κομίσαι δὲ σὺ μῦθον ἀκούσας,
       αἵπερ ὁδοὶ μοῦναι διζήσιος εἱσι νοῆσαι,
       ἡ μὲν, ὅπως ἔστιν τε καὶ οὐκ ἔστι, μὴ εἶναι, 
       πειθοῦς ἐστι κέλευθος (ἀληθείῃ γὰρ ὀπηδεῖ),
       ἡ δ᾽ὡς οὐκ ἔστιν, τε καὶ ὡς χρεῶν ἐστι, μὴ εἶναι,
       τὴν δή τοι φράζω παναπευθέα ἔμμεν ἀταρπόν·
       οὔτε γὰρ ἂν γνοίης τὸ γε μὴ ἐόν (οὐ γὰρ ἀνυστόν)
       οὔτε φράσαις.

[Άκουσε λοιπόν με προσοχή αυτά που θα σου πω: αυτοί οι δύο δρόμοι μόνον είναι αντιφατικοί. Ο ένας, πως κάτι δεν μπορεί κάτι να Είναι και να Μην Είναι (να είναι-μη όντας), αυτός είναι ο δρόμος της πειθούς, γιατί απ’την αλήθεια διαφεύγει. Ο άλλος (το Μη-Είναι), όπως έχει χρέος δεν μπορεί να υπάρχει.  Απ’αυτόν σ’αποτρέπω τελείως, γιατί το Μη-Είναι δε μπορείς ούτε να το νοήσεις, ούτε να το γνωρίσεις, ούτε να το πεις].

Εδώ ο Παρμενίδης, με μια μονοκοντυλιά, θέτει τις δύο αρχές της τυπικής λογικής και του ορθολογισμού.
Α.   Κάθε τι μπορεί μόνο να Είναι  (αρχή της ταυτότητας).
Β.   Κάτι δεν μπορεί να Είναι-μη Όντας (αρχή της μη αντίφασης).

Και συμπληρωματικά στο  Απόσπασμα 7:
         οὐ γὰρ τοῦτο μήποτε δαμῇ εἶναι μὴ ἐόντα
 [αφού η ταυτότητα δεν μπορεί να υποχρεωθεί να Είναι-ΜηΌντας ].
          Τη λέξη τοῦτο ερμηνεύω ταυτότητα.

Εδώ αναδύεται ξανά η αρχή της ταυτότητας και η αρχή της μη αντίφασης.

Βέβαια ο ορθολογισμός χρησιμοποιείτο πάντα από τον άνθρωπο και μάλιστα από τον Πυθαγόρα και τον Ξενοφάνη, αλλά εδώ διαπιστώνουμε ότι ο Παρμενίδης κάνει τα πρώτα συνειδητά βήματα του ανθρώπου στην τυπική λογική και στον ντετερμινισμό.     

    Απόσπασμα 6  στ. 1-2
        χρὴ τὸ λέγειν τε νοεῖν τ᾽ἐόν ἔμμαινε· ἔστι γὰρ εἶναι,
        μηδὲν οὐκ ἔστιν· τὰ σ᾽ἐγὼ φράζεσθαι ἄνωγα.

[Είναι ανάγκη λοιπόν, το Λέγειν το Νοείν και το Είναι να συμπίπτουν· γιατί μόνο το Είναι υπάρχει, το Μηδέν δεν υπάρχει· έτσι σε συμβουλεύω να σκέπτεσαι].
Απόσπασμα 6  3-9
       πρώτης γὰρ σ᾽ἀφ᾽ὁδοῦ ταύτης διζήσιος <εἴργω>
       αὐτὰρ ἔπειτ᾽ἀπὸ τῆς, ἣν δὴ βροτοί εἰδότες οὐδὲν
       πλάττονται δίκρανοι, ἀμηχανίη γὰρ ἐν αὐτῶν
       στήθεσιν ἰθύνει πλαγκτόν νόον. οἱ δὲ φοροῦνται
       κωφοί ὁμῶς τυφλοί τε, τεθηπότες ἄκριτα φῦλα   
       οἷς τὸ πέλειν τε καὶ οὐκ,  εἶναι ταὐτὸν νενόμισται
       κοὐ ταὐτόν,  πάντων δὲ παλίντροπός ἐστι κέλευθος. 
  
[Από τον δρόμο αυτό, τον πρώτο, τον αντιφατικό, σε αποτρέπω. (είναι ο πρώτος απ’τους δυο δρόμους που παρουσιάζει στο απόσπασμα 2 και στίχο 3) Οι θνητοί απ’αυτόν δεν έμαθαν τίποτα, γίνονται δίβουλοι, γιατί η αμηχανία στα στήθη τους σαλεύει το νου.  Φαντάζουν κουφοί τυφλοί και χαμένοι, χωρίς κρίση, αυτοί που νομίζουν ότι η συγκριτική βεβαιότητα, είναι και δεν είναι έγκυρη, γιατί δέχονται πως για όλα υπάρχει και αντίδρομος τρόπος συγχρόνως να είναι]

    Απόσπασμα 7
      οὐ γὰρ μήποτε τοῦτο δαμῇ, εἶναι μὴ ἐόντα·
      ἀλλὰ σὺ τῆσδ᾽ἀφ᾽ ὁδοῦ διζήσιος εἶργε νόημα,
      μηδὲ σ᾽ἔθος πολύπειρον ὁδὸν κατά τήνδε βιάσθω
      νωμᾶν ἄσκοπον ὄμμα και ἠχήεσαν ἀκουήν
      καὶ γλῶσσαν, κρῖναι δὲ λόγῳ πολύδηριν ἔλεγχον
      ἐξ  ἐμέθεν ρηθέντα.

      [την λέξη «τοῦτο» μεταφράζω «ταυτότητα»].
[Γιατί ποτέ μα ποτέ η Ταυτότητα δε θ’αναγκαστεί, να Είναι-ΜηΌντας·  να είσαι λοιπόν μακριά απ’τον αντι-φατικό δρόμο και μην παρασύρεσαι από την συνήθεια, αλλά ότι βλέπεις ή ακούς, κρίνε το με τον τρόπο που σου έμαθα τον δοκιμασμένο].

    Απόσπασμα 4
      λεῦσσε δ᾽ὁμῶς ἀπεόντα νόῳ παρεόντα βεβαίως· οὐ γὰρ
      ἀποτμήξει τὸ ἐὸν τοῦ ἐόντος ἔχεσθαι οὔτε σκιδνάμενον
      πάντῃ πάντως κατὰ κόσμον οὔτε συνιστάμενον

[(Επειδή η νόηση και το είναι συμπίπτουν) μπορείς να φωτίσεις, διά μέσου των παρόντων, με τον νου (την λογική), με βεβαιότητα τα απόντα. Γιατί δε μπορεί να αποκοπεί το υπάρχον του υπάρχοντος  (ο νους απ'το είναι), ούτε θεωρώντας τον κόσμο με την μορφή του τετμημένου (των πολλών), ούτε ως όλον].

    Απόσπασμα 8 στ. 1-18 
                                    μόνος δ᾽ἔτι μῦθος ὁδοῖο
     λείπεται ὠς ἔστιν·  ταύτῃ δ᾽ἐπὶ σήματα ἔασι
     πολλὰ μάλ᾽, ὠς ἀγένητον καὶ ἀνώλεθρόν ἐστιν,
     οὗλον, μουνογενές τε καὶ ἀτρεμές οὐδ᾽ ἀτέλεστον,
5   οὐδέ ποτ᾽ἧν οὐδ᾽ἐσταί, ἐπεί νῦν ἐστιν ὁμοῦ πάν
     ἕν, συνεχές·  τίνα γὰρ γένναν διζήσεαι αὑτοῦ;
     πῇ πόθεν αὐξηθέν;  οὕτ᾽ ἐκ τοῦ μὴ ἐόντος ἐάσσω
     φάσθαι σ᾽οὐδέ νοεῖν· οὐ γὰρ φατόν ούδὲ νοητόν
     ἔστιν ὅπως οὐκ ἔστι.  τί δ᾽ἄν μιν καὶ χρέος ὦρσεν 
10  ὕστερον ἣ πρόσθεν τοῦ μηδενός ἀρξάμενον φῦν;
     οὕτως ἣ πάνπαν πελἐναι χρεών ἐστιν ἢ οὐχί
     οὔτε ποτ᾽ἐκ μὴ ἐόντος ἐφήσει πίστιος ἰσχὺς
     γίγνεσθαί τι πάρ᾽αὐτό.  τοῦ εἴνεκεν οὔτε γίγνεσθαι
     οὔτ᾽ ὄλλυσθαι ἀνῆκε δίκη χαλάσασα πέδῃσιν            
15  ἀλλ᾽ ἔχει. ἡ δὲ κρίσις περὶ τούτων ἐν τῷδ᾽ἐστιν·
     ἔστιν ἢ οὐν ἔστιν.  κέκριται δ᾽οὗν ὥσπερ ἀνάγκη
     τὴν μὲν ἐᾶν ἀνόητον ἀνώνυμον, οὐ γὰρ ἀληθής
     ἔστιν ὁδός.  τὴν δ᾽ ὥστε πέλειν καὶ ἐτήτυμον εἶναι.

[Μόνος δρόμος που μπορούμε να μιλάμε γι’αυτόν μας μένει το Είναι. Πάνω σ’αυτόν υπάρχουν πάρα πολλά στοιχεία, όπως ότι το αθάνατο είναι αγέννητο, όλον, αταλάντευτο, τετελεσμένο. Ποτέ δεν ήταν, ούτε θα είναι (δεν έχει παρελθόν ή μέλλον), γιατί όλο αυτό μαζί είναι Ένα, συνεχές, μόνο Τώρα. Τι είδους γέννα να αναζητήσεις σ’αυτό; Από που προς τα που να επεκταθεί;  Για το Μη-Ον, το Μη-Υπάρχον, δεν μπορείς να πεις ή να καταλάβεις τίποτα, επειδή δεν υπάρχει, ούτε λέγεται ούτε νοείται. Δεν μπορεί τίποτα να αναγκάσει κάτι να υπάρξει πριν ή μετά το Μηδέν. Έτσι λοιπόν κάθε τι πρέπει να συμπέσει με το Όλον, το σύμπαν, ή το μηδέν που δεν υπάρχει. Από το μη υπάρχον δεν μπορεί να περιμένει κάποιος, ούτε γίγνεσθαι, ούτε όλλυσθαι, αφού αυτό ορίζει η λογική. Κάθε κρίση πρέπει να βρίσκεται μέσα σ’αυτά τα όρια: να Είναι ή να Μην Είναι. Όπως είναι αναγκαίο λοιπόν ο ένας δρόμος κρίνεται ανώνυμος και χωρίς νόημα (ανύπαρκτος).  Ενώ ο άλλος κρίνεται ο δρόμος της βεβαιότητας των συγκριτικών διαδικασιών όπου τα όμοια ανήκουν σε συγγενή ομάδα κι είναι ο σωστός].

    Εγώ λέω: Βλέπουμε τον Παρμενίδη να έχει σοβαρές αντιρρήσεις για την αξία της αντιφατικότητας που ο Ηράκλειτος ενδύει τη διαλεκτική του.  Αυτό βέβαια φανερώνει ότι ο Παρμενίδης ήταν λογικά αντίθετος προς τη διαλεκτική του Ηρακλείτου, που σημαίνει ότι ο Αξελός μας διδάσκει λανθασμένα μια πιθανή συγγένειά τους.   Επίσης εδώ φαίνεται ότι ο Αξελός πιθανόν δεν αντιλαμβάνεται την ουσία της ηρακλειτικής διαλεκτικής, την οποία έχει αναλάβει να μας διδάξει.  Ακόμα, ο Αριστοτέλης κι Πλάτων δεν έχουν ριζική διαφορά αφού κι οι δύο είναι ορθολογιστές.  Η μόνη ουσιαστική διαφορά τους είναι στο ότι ο Πλάτων θέλει τις Ιδέες να υπάρχουν προ των πραγμάτων, ενώ ο Αριστοτέλης μετά, σαν αντανάκλαση των πραγμάτων στην σκέψη.

    Αξελός: Το παιχνίδι ως παιχνίδι του κόσμου, είναι θα μπορούσα να πω ο άξονας της στοχαστικής μου προσπάθειας. Γιατί αυτό που κάνει πιο πολύ ο στοχαστής, είναι να μένει μέσα σε μια στοχαστική προσπάθεια. Το παιχνίδι του κόσμου θα μπορούσα να το ονομάσω με τον ίδιο τρόπο, παιχνίδι του χρόνου ή με τον ίδιο τρόπο, μεταμορφώσεις αποσπασμάτων του όλου. Για να καταλάβουμε κάπως τι εννοώ ως παιχνίδι, πρέπει να αφήσουμε κατά μέρος όλες τις ψυχολογικές-κοινωνιολογικές ερμηνείες του παιχνιδιού, που αφορούν τμηματικά παιχνίδια. Το φλερτ ή το φουτμπόλ, ένας πόλεμος ή ένα ματς τένις. Είναι τμηματικά παιχνίδια, που γίνονται μέσα στον κόσμο, είναι δηλαδή ενδοκοσμικά. Εγώ μιλάω για ένα παιχνίδι, που είναι το παιχνίδι του κόσμου του ίδιου, ο οποίος δεν υπόκειται σε καμιά αρχή.

    Εγώ λέω: Αυτό το παιγνίδι που δεν έχει αρχή και τέλος, αφού συνεχώς καταλύεται-συντιθέμενο, που είναι συνεχώς εν τω γίγνεσθαι, που αλλάζει συνεχώς όντας ίδιο, που Είναι-ΜηΌντας, που είναι η αντιφατικότητα γυμνή, δεν είναι παίγνιο, είναι η ίδια η ζωή που δεν μπορεί πια να χαρακτηριστεί έτσι. Το ανοικτό λογικο-γλωσσικό σύστημα της ζωής, που ως αντιφατικό είναι αέναο και άπειρο και που σε κάθε του στιγμή περιέχει το στοιχείο του ανεπανάληπτου, με τέτοιους όρους δεν συνιστά παίγνιο, αφού τότε όλα θα ήταν παίγνια και δεν θα χρειαζόταν να τα ορίσουμε εμφατικά ως τέτοια. Παίγνιο είναι αυτό που έχει όρους και όρια λειτουργίας, αρχή και τέλος, και ίσως κάποια Αριστοτελική Εντελέχεια.

      Αξελός: Το βασικό ερώτημα είναι: Γιατί ξετυλίγεται ο κόσμος; Επειδή ξετυλίγεται. Αυτή είναι η απάντηση γιατί έτσι παίζει το παιχνίδι του κόσμου, ως παιχνίδι του χρόνου. Κι εμείς οι άνθρωποι, είμαστε και οι παίκτες και τα παίγνια και οι εμπαιζόμενοι από τον κόσμο. Δεν υπάρχει μια γενική απάντηση στο γιατί ξετυλίγεται ο κόσμος, ξετυλίγεται γιατί είναι παιχνίδι.

      Εγώ λέω: Επειδή τα πάντα καταλύονται-συντιθέμενα έχοντας αντιφατική φύση, δηλαδή Είναι-        ΜηΌντας, γι’αυτό εξελίσσονται. Μάλιστα ο Λόγος του Ηρακλείτου αυτό ακριβώς θέλει να μας πείσει. Άρα υπάρχει αιτία της εξέλιξης αλλά και αποτέλεσμα, που είναι η αντιφατικότητα του Είναι.

       Αξελός: Αυτό όμως που κάνουμε ως προς τον Κόσμο, είναι να τον μετατρέπουμε σε έναν μικρό κόσμο. Έναν κόσμο της ψυχικής, κοινωνικής, αισθητικής μας δράσης. Έτσι τον στενεύουμε και μέσα σε αυτά τα στενά όρια πνιγόμαστε οι ίδιοι, αγωνιούμε. Νομίζω ότι θα ωφελείτο πάρα πολύ η ανθρωπότητα, αν καταλάβαινε ότι το έδαφος τρίζει κάτω απ’ τα πόδια της. Ότι ο ορίζοντας ανοίγεται κι ότι ο άνθρωπος, αντί να θέλει να καταδυναστεύει τον εαυτό του, τους άλλους, τα πράγματα, τον κόσμο, πρέπει να παίζει με ρυθμό το παιχνίδι του κόσμου. Υπάρχει καμιά ειδική μέθοδος γι’ αυτό; Όχι, δεν υπάρχει ένα κιτάπι που θα μπορούσα να μοιράσω ως μέθοδο. Αν στη λέξη μέθοδο, αντιθέσω την αρχαία ελληνική λέξη που ‘ναι και στα νέα ελληνικά: οδός. Υπάρχει μια οδός, μια οδός η οποία είναι βατή, είναι ένα μονοπάτι, που έχει τις δυσκολίες της και αν οδηγεί κάπου, είναι προς το ανοιχτό όλον, στο οποίο μπορούμε να ενταχθούμε. Όχι πιο μεθοδικά, αλλά πιο ρυθμικά, υπακούοντας τον ρυθμό του χρόνου.                                                                                                                                                          

     Εδώ επισημαίνω ότι: Αυτή η παράγραφος αυτοκαταρρέει αφού από τη μια θέλει να διδάξει τον άνθρωπο να παίξει με τον ρυθμό του παιγνίου του κόσμου, από την άλλη τον αποτρέπει αφού ισχυρίζεται ότι δεν υπάρχει μέθοδος γι'αυτό.  Για όλα αυτά τα ωραία περί του δρόμου που πρέπει ν'ακολουθήσουμε τά’παν άλλοι πολύ καλύτερα: Ο Ηράκλειτος με τον Λόγο του και ο Λαό-Τσε με το Ταό του.    Επισημαίνω ακόμα ότι ο χαρακτηρισμός του Χρόνου ως ρυθμός του γίγνεσθαι είναι κάτι πολύ ουσιαστικό, αλλά πρέπει να περιγράψει τον μηχανισμό και τη δυναμική του ως τέτοιο, δηλαδή να ορίσει πως αναδεικνύεται η αντιφατικότητά του. Εδώ ο Αξελός, μολονότι άθελά του κάνει μια σημαντική παρατήρηση, αντιτίθεται στην αντίληψή του περί Χρόνου. Και εξηγούμαι: Ενώ ο Αξελός δέχεται τον Χρόνο ως διάρκεια των όντων, με αυτή του την επισήμανση περί του χρόνου ως ρυθμού, που είναι προσωκρατικά σωστή, έμμεσα αποδέχεται την καταλυτική-συνθετότητα του γίγνεσθαι και μέσω αυτής ότι τα πάντα Είναι-Άλλα-Αλλού, κι έτσι δεν διαθέτουν σταθερή ταυτότητα για να είναι Απόλυτα Αυτά ώστε να Διαρκούν.  Σύμφωνα μ'αυτή την αντίληψη ο Χρόνος δεν μπορεί να είναι η διάρκεια των όντων αλλά ο ρυθμός της καταλυτικής-συνθετότητάς τους.

    Αξελός: Ο μύθος, σημαίνει μια ιστορία, μια περιπέτεια, κάτι που εκτυλίσσεται ανάμεσα στους θεούς και τους ανθρώπους. Οι ίδιοι οι αρχαίοι Έλληνες, οι οποίοι είχανε τους μύθους, χρησιμοποιούσαν σαν συνώνυμο της λέξης μύθος, την λέξη μυθολογία. Δηλαδή γι’ αυτούς η μυθολογία, δεν ήταν αυτό που έγινε για ‘μας, ήτανε η ίδια η έκφραση, ο λόγος του μύθου. Μετά ο λόγος έτεινε προς μια σχετική αυτονόμηση. Εγώ θα έγραφα την λέξη μυθολογία με μια παύλα: μυθό–λογία. Όπου κι εκεί πάλι, θα βρίσκαμε και την ένωση μύθου και λόγου και το χωρισμό μύθου και λόγου. Αυτό ίσχυε πριν από δυόμιση χιλιάδες χρόνια και ισχύει και σήμερα. Οι άνθρωποι νομίζουν ότι η εποχή μας είναι ρασιοναλιστική, ότι υπακούει στα πλάνα, στα προγράμματα, ότι αυτό που κυριαρχεί είν’ η επιστήμη. Λέγοντας όλα αυτά έχουνε δίκιο, μόνο που σκέπτονται πολύ ρηχά και επίπεδα, γιατί δεν βλέπουν πως η κινητήρια δύναμη της εποχής είναι μυθικοτεχνολογική. Γιατί ζει ο άνθρωπος; Γιατί θέλει να πάει στα άλλα άστρα; Δεν υπάρχει δογματική απάντηση. Γιατί τον σπρώχνει η μυθικοτεχνολογική δύναμη, η οποία απ’ τα παλιά ήταν στα σπάργανα και σήμερα εκδηλώνεται με τον πιο ριζικό και συχνά βίαιο τρόπο.

    Εγώ λέω: Ο άνθρωπος είναι εκ φύσεως μια λογικογλωσσική “μηχανή”, που συνεχώς σκέπτεται γρήγορων και καθεύδων αναζητώντας την ουτοπία. Ζούμε το ατέρμονο ταξίδι στο όραμα και την ουτοπία. Το όραμα και η ουτοπία συνιστούν μιαν αντιφατική ενότητα όπου το ένα γεννά το άλλο αλλά συγχρόνως το μάχεται κιόλας.  Η ανθρώπινη ιστορία είναι μια αέναη πορεία πραγμάτωσης ουτοπιών. Για παράδειγμα η κάθοδος του όντος από τα δέντρα, το πέταγμα στους αιθέρες, τα υπερπόντια ταξίδια, ο ηλεκτρονικός κόσμος, η δημοκρατία, ο σοσιαλισμός και το απώτατο ουτοπικό όνειρο του ανθρώπου: η αταξική κοινωνία αγάπης.   Χωρίς αυτή την ουτοπία του οράματος, μπορεί να ήμασταν πρόβατα κι η μόνη ανησυχία μας να ήταν το καλό χόρτο κι ο κακός λύκος.                                                                                                                     

            Χάιντεγκερ και Σχολή της Φρανκφούρτης: Τεχνική και Τεχνολογία

    Αξελός: Η μεν Σχολή της Φρανκφούρτης, που θα μπορούσε να ονομαστεί ένας Εγελιανισμο-μαρξισμός σημερινός, βλέπει την τεχνική, βλέπει την κοινωνία, βλέπει όλα τα πράγματα να γίνονται εμπόρευμα και αντικείμενο, μόνο που η προοπτική της είναι στενά κοινωνιολογική. Άμα μιλάει για κόσμο, για τεχνική, για άνθρωπο όλη η Σχολή της Φρανκφούρτης, μιλάει για τον κοινωνικό άνθρωπο, για την υπάρχουσα κοινωνία, για το υπάρχον παιχνίδι αν θέλετε. Δηλαδή η άποψή της, δεν είναι κεντρικά στοχαστική, δεν αφορά το όλον σαν όλον, αλλά τμηματικά, κοινωνιολογικά με ορισμένες προσφορές και πολλές φορές με σοφιστικά επιχειρήματα. Ο Χάιντεγκερ βλέπει στην τεχνική, σ’ αυτό που ο ίδιος ονομάζει «ουσία της τεχνικής», την κεντρική ουσία της εποχής μας. Με τον Χάιντεγκερ ξεχωρίζω απ’ το ότι δεν πιστεύω ότι έχει μια ουσία η τεχνική. Πουθενά, σε κανένα ουρανό και σε καμιά γη δεν είναι γραμμένη ποια είναι η ουσία της τεχνικής. Μιλάω για το αίνιγμα της τεχνικής, που είναι και για μας και για τους ανθρώπους. Και, ο Χάιντεγκερ πιστεύει, ότι η τεχνική μπορεί ίσως να ξεπεραστεί μια φορά από έναν επερχόμενο Θεό. Ενώ εγώ, δε νομίζω ότι η τεχνική μπορεί να ξεπεραστεί παρά μόνο με μία λίγο μεγαλύτερη συμφιλίωση με το όλον και το μηδέν.

    Εγώ λέω: Αερολογίες! Η τεχνική είναι αποτέλεσμα της ανθρώπινης εξέλιξης και ο άνθρωπος αποτέλεσμα της τεχνικής.  Τεχνική και άνθρωπος αλληλο-προεκτείνονται μεταξύ τους σε τέτοιο βαθμό που δεν μπορούν να υπάρξουν από μόνα τους.

    Αξελός: Αυτό που ονομάζω μικρή αλλαγή, είναι όπως θα μπορούσε κανείς να ονομάσει μικρή αλλαγή το ότι γεννήθηκε μια μέρα ο πλανήτης γη ενώ ήταν κάτι το τεράστιο. Είναι μια μεγάλη υπόθεση, όπου ο άνθρωπος δεν είναι ο μόνος πρωταθλητής, δεν παίζεται το παιχνίδι μόνο απ’ τον άνθρωπο αλλά παίζεται κι από τον κόσμο, όχι τον κόσμο των ανθρώπων. Πρέπει να μας ανοιχτεί ριζικότερα ο ίδιος ο ορίζοντας του κόσμου, για να μπορέσουμε να παίξουμε λίγο πιο συμφιλιωμένοι μαζί του. Αλλά αυτό το λίγο είναι ένα πάρα πολύ. Όπως το ελάχιστο δευτερόλεπτο που γέννησε το σύμπαν, το μπιγκ μπανγκ ήταν κάτι το τεράστιο και το ελάχιστο σύγχρονα.

     Εγώ λέω:  Το σύμπαν όντας σε συνεχή εξέλιξη και αλλαγή βρίσκεται σε ένα ατέρμονο μπίγκ-μπαγκ. Το Όλον ως τέτοιο βρίσκεται σε μια ακαριαία έκρηξη κι ακαριαία επιστροφή στη θέση που ξεκίνησε, είναι η αντιφατικότητα γυμνή, το ακαριαίο και συγχρόνως ακίνητο. Αυτό είναι το εν δυνάμει είναι του κόσμου που περιέχει όλα τα πρόσωπα και κανένα συγχρόνως. Είναι η Παρουσία μέσα στην Απουσία της τραγικής σκέψης. Το λεγόμενο από μας μπιγκ-μπανγκ, είναι μια μικρή του εμφάνιση στο μερικό.

    Αξελός: Στο Παρίσι φτάσαμε να γίνουμε φίλοι με τον Χάιντεγκερ, να είμαι μεταφραστής του σε ένα συνέδριο, να έχουμε στενές φιλικές σχέσεις, οι οποίες διακόπησαν άμα είδα καλύτερα και καθαρότερα ότι υπήρχε σε αυτόν τον άνθρωπο μία στενότητα στο να αναγνωρίσει το ναζιστικό στοιχείο, που περνάει σαν νήμα από όλο του το έργο, χωρίς να μπορούμε να τον ορίσουμε ναζιστή ή να τον προσδιορίσουμε απ’αυτό και μόνο. Ένα δεύτερο θέμα ήταν πως στην θέση του Είναι, του Είναι των Όντων για το οποίο μιλάει, εγώ μιλάω για τον κόσμο, για ένα κόσμο ο οποίος περικλείει όλους τους κόσμους και είναι ανοιχτός. Τρίτον, ο τελευταίος Χάιντεγκερ, οι τελευταίες λέξεις που έγραψε ήτανε: «Μόνος ένας Θεός μπορεί να μας σώσει».
        Ο Μάρτιν Χάιντεγκερ ήταν Γερμανός φιλόσοφος. Υπήρξε μια από τις πιο σημαντικές αλλά και αμφισβητούμενες προσωπικότητες του εικοστού αιώνα
        «Ο άνθρωπος είναι το δεινόν. το πιο ανοίκειο από τα ανοίκεια». Χάιντεγκερ
                                                                                                                                                                                                                 Η ιδιοκτησία κι η καταστροφή
    Αξελός: Πιο νέος ονόμαζα την σκέψη τραγική, ή τύχαινε να μιλήσω και για την κωμωδία του κόσμου. Στη σημερινή εποχή, στην εποχή που τελειώνει ενώ σύγχρονα αρχίζει μια άλλη εποχή, δεν θα χαρακτήριζα την σκέψη πια, ούτε ως τραγική ούτε ως κωμική, απλώς ως ανοιχτή. Το άνοιγμα ακριβώς αυτό, είναι η περιπλάνηση. Δεν είναι ο άνθρωπος που πλανάται απάνω στην γη. Πλάνης είναι ο πλάνης αστήρ, μας λεν τα αρχαία ελληνικά. Το άστρο που μέσα στον ουρανό ενώ υπακούει σε μία κίνηση δεν κινείται όπως θέλει, μένει πλάνης.  Όλη η ανθρώπινη περιπλάνηση δεν μπόρεσε ποτέ να πάψει να είναι αυτό που είναι, δηλαδή περιπλάνηση. Και δημιούργησε φραγμούς, δηλαδή η αλήθεια, το ωραίο, το σωστό, το καλό, το δίκαιο. Όλοι αυτοί οι θεσμοί κι όλα αυτά τα μεγάλα ονόματα, είναι τώρα και μερικές δεκάδες χρόνια που γκρεμίζονται συνεχώς κάτω από τα πόδια μας και μπροστά στα μάτια μας. Εμείς δεν θέλουμε να ειδούμε ακόμα αυτό το σύνολο ερειπίων, που αποτελείται από τον σημερινό κόσμο. Δεν νομίζω ότι μπορεί να γίνει μια απλή αναγέννηση αλλά μπορούμε, όπως ο Οιδίποδας, αναγνωρίζοντας την καταστροφή. Αναγνωρίζοντας αυτήν την πρώτη καταστροφή, που είναι η σκέψη και η περιπλάνηση του ανθρώπου, να οδηγηθούμε σε μια εποχή που θα ξεφύγει απ’ την τυραννία του ωραίου, του αληθινού, του σωστού, του καλού. Όχι για να πέσουμε βέβαια στην δημοκρατία του οτιδήποτε, αλλά να φτάσει σε ένα στοχαστικό άνοιγμα, όπου τον άλλον δε θα νομίζουμε ποτέ ότι τον κατέχουμε. Το μυστικό της αλλαγής θα έλεγα είναι στην ιδιοκτησία. Μόνο όταν ο άνθρωπος πάψει να θεωρεί τον εαυτό του ιδιοκτησία, την σύντροφο ή τον σύντροφο ιδιοκτησία του, τους φίλους του ιδιοκτησία, την χώρα του ιδιοκτησία, τις ιδέες ή τα καλλιτεχνικά του έργα ιδιοκτησία και να θεωρεί τον ίδιο τον εαυτό του και όλα τα πράγματα ιδιοκτησία, τότε θα δει ότι ο ίδιος, δεν είναι παρά ιδιοκτησία του κόσμου. Του κόσμου που αγνοεί κάθε έννοια ιδιοκτησίας. Είναι δυόμιση χιλιάδες χρόνια, που είναι η ανθρωπότητα σαν να περιμένει μια μεγάλη καταιγίδα, καταιγίδα με την διπλή έννοια επίσης. Της καταστροφής αλλά και του φωτίσματος του κεραυνού, που σκίζει στα δύο τον ουρανό. Και αυτή δεν είναι μια ελπίδα, είναι μια αναμονή πέρα από τον κοινό λόγο, ο οποίος γίνεται συχνά κοινοτοπία. Θα έλεγα, ούτε πια ένας λόγος, γιατί η εποχή του λόγου τείνει να κλείσει με τη φιλοσοφία. Αλλά για μια ανοιχτή, φιλική σκέψη που να ξεπερνάει κάθε αίσθηση ιδιοκτησίας ως προς όλα τα πράγματα, όλα τα πρόσωπα. Ο άνθρωπος δεν είναι υποκείμενο, ο άνθρωπος είναι το ομιλούν απόσπασμα του κόσμου, τα αντικείμενα που βρίσκονται μπροστά μας, δεν είναι αντικείμενα πεταγμένα και τοποθετημένα έτσι ή αλλιώς, αλλά είναι επίσης αποσπάσματα του κόσμου. Κάθε εποχή έχει ένα δικό της πεπρωμένο, που δεν έχει καμία σχέση με την μοίρα, και είναι η εποχή που έχει τον άνθρωπο κι όχι ο άνθρωπος την εποχή. Ο άνθρωπος που σκέφτεται το πεπρωμένο, δεν είναι ένα άλλοθι ως προς αυτό που γίνεται, γιατί είναι σύγχρονα και μία πράξη. Η ανοιχτή αυτή πράξη εμφανίζεται στα όλα, στις επαγγελματικές του σχέσεις, στις ερωτικές του σχέσεις, στις πολιτικές του σχέσεις. Μπορεί ο άνθρωπος να κάνει ένα βήμα προς τα μπρος, όχι ξεπερνώντας την περιπλάνηση αλλά αναγνωρίζοντάς την κι αυτό θα άλλαζε την επαφή. Το ποτήρι που έχω απέναντι μου, δεν είναι ένα αντικείμενο το οποίο απλώς μπορώ να σπάσω, απ’ το οποίο απλώς μπορώ να πιω, είναι ένα δώρο του κόσμου, είναι ένα απόσπασμα του κόσμου και οι σχέσεις μας αυτές αν αλλάξουν, το άλλαγμα αυτό θα δημιουργήσει ένα νέο κλείσιμο με τη σειρά του. Γιατί, δεν υπάρχει ένα τελικό happy end. Δεν θα ήτανε μια υπεκφυγή του κόσμου αλλά θα ήτανε ίσως, η ριζικότερη σιωπηλή και αθόρυβη εισβολή, στα πεπρωμένα τα σημερινά και τα μέλλοντα.
                                                                                                                                                                                                                                    Το τέλος της τέχνης
Με τις φράσεις που έχω πει και γράψει για το τέλος της τέχνης, το τέλος της φιλοσοφίας, το τέλος της πολιτικής, έχω δημιουργήσει αφάνταστες παρεξηγήσεις. Όλοι νομίζουνε ότι τα πράγματα όλα θα σταματήσουνε, σαν ένα οποιοδήποτε λεωφορείο που θα σταματήσει σε μία ορισμένη στάση. Πρώτον, μιλάω για το τέλος της μεγάλης τέχνης, της μεγάλης πολιτικής, της μεγάλης φιλοσοφίας. Δεύτερον, το τέλος διαρκεί, το τέλος δεν είναι στιγμιαίο. Το τέλος μπορεί να διαρκέσει ακόμα περισσότερο απ’ όσο διήρκεσε το ίδιο το πράγμα. Η καταγωγή της τέχνης, της σκέψης, της πολιτικής, χάνονται στα βάθη του ορίζοντα και των χρόνων. Αυτό που βλέπουμε και ζούμε σήμερα χωρίς να θέλουμε να το αναγνωρίσουμε, είναι ότι η πολιτική έχει πάψει να είναι μεγάλη πολιτική κι έχει γίνει, τεχνική της γραφειοκρατικής διάρθρωσης των συνόλων. Ότι η μεγάλη τέχνη έχει γίνει περισσότερο καλλιτεχνική ευρεσιτεχνία. Ότι οι σκεπτόμενοι οι ίδιοι, άμα παίρνουνε στα σοβαρά, στα σοβαρά εννοώ με πολύ χιούμορ τον ρόλο τους, δεν αυτο-νομάζονται φιλόσοφοι αλλά στοχαστές. Ο Χάιντεγκερ επέμενε συνέχεια λέγοντας, πως δεν υπάρχει Χαϊντεγκεριανή φιλοσοφία.

       Εγώ λέω: Πολύ βαρυσήμαντο. Τόσα χρόνια κάναμε υπομονή για να μας δείξει ο Αξελός πως πρέπει να σκεπτόμαστε.   Επίσης λέω ότι: Είναι πολύ πληκτικό να ακούμε όλο για τέλη που δεν είναι τέλη και για αρχές που δεν είναι αρχές. Μετά θα πρέπει να μιλάμε για μεγάλες προσδοκίες της ανθρώπινης κοινωνίας οι οποίες δεν είναι μεγάλες και πάει λέγοντας. Τι νόημα έχει πια το τέλος που διαρκεί περισσότερο από το ίδιο το πράγμα ή η αρχή του τέλους και το τέλος της αρχής. Αυτά είναι τόσο εκνευριστικές μπούρδες όσο κι εκείνα που χαρακτηρίζει με Γράμμα Κεφαλαίο.

      Εγώ λέω: Ο κόσμος είναι σε συνεχές γίγνεσθαι. Τα πράγματα του κόσμου μολονότι πεπερασμένα, όντας εν τω γίγνεσθαι είναι αυτά τα ίδια άπειρα. Ο Αναξίμανδρος λέει ότι άπειρο είναι το πεπερασμένο εν τω γίγνεσθαι. Το ίδιο το άπειρο, ως απόλυτο, είναι τετελεσμένο και άρα πεπερασμένο                        

      Αξελός: Έτσι λοιπόν μια σκοτεινή καταγωγή, μας οδηγεί προς ένα τέλος που θα διαρκέσει. Για να τολμήσω μια προφητεία, θα ‘λεγα ότι το τέλος αυτό θα διαρκέσει αιώνες. Μέσα σ’ αυτό το διάστημα θα γίνονται γεγονότα, και πολιτικά και φιλοσοφικά και καλλιτεχνικά, δεν θα έχουν όμως την σημασία που είχαν. Δεν θα έχουν πια το νόημα που είχανε ως σήματα του κόσμου. Αντίθετα, το άνοιγμα για το οποίο μιλάω, το ξεπέρασμα της πολιτικής, το ξεπέρασμα της παραδοσιακής φιλοσοφίας, το ξεπέρασμα της ιστορίας, μας οδηγεί σε μια πιο φιλική σχέση με τα πράγματα και σύγχρονα μας οδηγεί όχι προς ένα παράδεισο, αλλά προς μία κατάσταση, που θα ‘χει τα δικά της τα ανοίγματα. Θα υπακούει στο δικό της άνοιγμα και θα έχει και τα κλεισίματά της. Έτσι, όλοι θα ‘πρεπε σύγχρονα να τρέμουνε, ακούγοντας περί του τέλους του Α’ ή Β’ ή Γ’ πράγματος. Να σκέφτονται ότι αυτό που κάνουνε θα συνεχίζεται επί αιώνες. Και οι πιο τολμηροί να σκεφτούν, ότι οδηγεί σε έναν δρόμο πιο πέρα αυτό το στενό μονοπάτι, αυτό για το οποίο μίλησα πριν.

    Εγώ λέω: Η υψηλή τεχνολογία είναι ανώτατη τέχνη, η υψηλή επιστημονική γνώση είναι ανώτατη φιλοσοφία, η ακέραια και σφαιρική γνώση του κόσμου είναι ανώτατη πολιτική. Είθε αυτοί να μας οδηγούν, να είναι οι αληθινοί ολυμπιονίκες, που έχουν αφιερώσει τη ζωή τους στην έρευνα του παγκόσμιου γίγνεσθαι και των κοινωνικών σχέσεων. Να είναι αυτοί που κρατούν τα παλλάδια που φωτίζουν και καίνε.

    Αξελός: Αυτό το στενό μονοπάτι, οδηγεί όχι προς την φιλοσοφία, όχι προς ένα σύστημα αλλά προς μια ανοιχτή σκέψη. Η πολιτική πράξη, αντί να θέλει να είναι τεχνική της διακυβέρνησης, θα μπορούσε να γίνει τεχνική της συνεύρεσης των ανθρώπων. Τέλος, η ίδια η τέχνη, αντί να θέλει να μας στήνει ωραία αγάλματα ή πίνακες, θα μπορούσε να εγγραφεί περισσότερο στην ποιητικότητα του κόσμου, που δεν στηρίζεται σε αριστουργήματα αλλά που μπορεί να διαπεράσει τη στιγμή. Δυο βλέμματα ανθρώπων που συναντιούνται, το κοίταγμα ενός δέντρου, ενός στοιχείου της φύσης, ένα αίσθημα που μας διαπερνάει, η σκέψη που μας προκαλεί ένα κείμενο. Δηλαδή η ανοιχτή σκέψη κι η ποιητικότητα για την οποία μιλάω, ως ξεπέρασμα του τέλους. Όσο το τέλος αυτό θα διαρκεί, θα έπρεπε να κάνει τους ανθρώπους να πάψουνε να είναι απαισιόδοξοι, όχι για να γίνουν αισιόδοξοι αλλά για να δούνε ότι η ανοιχτή σκέψη και η  ποιητικότητα του κόσμου, είναι πέρα από κάθε οπτιμισμό ή πεσιμισμό.

Εγώ αναρωτιέμαι: Δεν αφορά η ανοικτή σκέψη τη φιλοσοφία; Άραγε ο κ. Αξελός δεν αντελήφθη ότι η Διαλεκτική του Ηράκλειτου είναι η λογική της ανοικτής σκέψης αφού είναι η λογική του γίγνεσθαι;

                                                                                                                                                                     Κώστας Αξελός, Προς την πλανητική σκέψη (1996)

       Άξελός: Ως δάσκαλος, για όσα χρόνια δίδαξα στην Σορβόννη, προσπάθησα ακριβώς να μην έχω αυτή τη σχέση ιδιοκτησίας. Δεν έλεγα ποτέ οι φοιτητές Μου, το πανεπιστήμιό Μου. Δεν θεωρούσα εγώ ότι βαθμολογούσα. Είχα εφαρμόσει ένα σύστημα, όπου οι ίδιοι βαθμολογούσαν τον εαυτό τους και συνήθως πιο αυστηρά απ’ ότι έπρεπε. Δηλαδή υπάρχουνε σπέρματα, στοιχεία μιας άλλης συμπεριφοράς και στη σχέση δασκάλου με μαθητή, από την στιγμή που ο μαθητής παύει να είναι μαθητής και γίνεται δάσκαλος, αλλά πάντα μαθητευόμενος κι αυτός. Θα ευχόμουνα στους τηλεθεατές ή στους αναγνώστες, την εγκατάλειψη των στηριγμάτων των δογματικών, όποιων και να είναι. Να τα δούνε ως κάτι το τρεμάμενο, αλλά όπως ένα φύλλο που τρέμει στον αέρα, όχι ως κάτι το αρνητικό. Αυτό που θα ευχόμουνα, είναι η σκέψη που με κυριαρχεί να με κυριαρχεί όλο ένα και περισσότερο, δηλαδή να μην είμαι εγώ αυτός που παράγει αυτή τη σκέψη, αλλά η σκέψη που με διαπερνάει να κυριαρχεί περισσότερο, τόσο εμένα όσο και τους άλλους. Σύγχρονα, την εγκατάλειψη κάθε ιδέας ή ιδιοκτησίας του Μου που δημιουργεί, και όλες τις εθνικές ενέργειες. Και προς τον εαυτό μας κι ως προς τους άλλους και προς τα αποσπάσματα του κόσμου.  

       Εγώ λέω: Η ανθρωπότητα είναι πλέγμα μικροϊδιοκτησιών, μικρογνώσεων και μικροδογματισμών. Βέβαια αυτό πρέπει να αλλάξει και μάλιστα έχει εδώ και 2500 χρόνια βρεθεί ο τρόπος. Είναι ο Λόγος του Ηρακλείτου και το Ταό του Λαό-Τσε.

       Αξελός: Επίσης θα ήθελα το ξεπέρασμα κάθε οντολογίας, σχεδόν το ξεπέρασμα της κλασσικής φράσης. Η κλασσική φράση, μαθαίνουμε στην γραμματική, είναι: το ρόδο είναι κόκκινο, το «ρόδο» υποκείμενο, το «είναι» το συνδετικό ρήμα. Ο Χάιντεγκερ, ο τελευταίος μεγάλος στοχαστής μέχρι σήμερα, στάθηκε γύρω στο «είναι» και προσπάθησε κάπου – κάπου να το ξεπεράσει το ίδιο. Εγώ προσπαθώ να δουλέψω μία σχέση και στα γραπτά και στα προφορικά, αλλά και στην ίδια μου την έμπρακτη καθημερινή ζωή, που να μην υπάρχει το: «είναι». Να μην είναι κανείς προσκολλημένος σε αυτό που «είναι», ή να λυπάται γι’ αυτό που δεν «είναι». Μια σύνταξη σχεδόν θα έλεγα αλλιώτικη, που κάθε φράση θα μπορεί και να αντιστρέφεται και να ξεπεράσουμε αυτό το κόλλημα το οντολογικό, που μας δέρνει από τον Παρμενίδη σχεδόν μέχρι σήμερα, σαν να υπάρχει για κάθε πράγμα ο λόγος του «είναι». Το «είναι», με έψιλον κεφαλαίο, δεν είναι παρά ένα από τα πρόσωπα ή τα προσωπεία του κόσμου, σε μια εποχή που η διάκριση η ίδια του προσώπου και του προσωπείου τείνει στην εξάλειψή της.

       Εγώ λέω: Χωρίς το Είναι και μάλιστα στην διαλεκτική του διάσταση που Είναι-ΜηΌντας, άνθρωπος δεν υπάρχει, πολιτισμός δεν υπάρχει, επιστήμη δεν υπάρχει, κοινωνία δεν υπάρχει.                   Χωρίς "Είναι" τίποτα δεν υπάρχει.  Χωρίς Είναι έχουμε μόνο το Μη-Είναι που δεν υπάρχει και μαζί μ’αυτό κι εμείς δεν υπάρχουμε.

Από την εκπομπή της ΕΡΤ: «ΜΟΝΟΠΑΤΙΑ ΤΗΣ ΣΚΕΨΗΣ», 1990.

    

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΔΗΜΗΤΡΗ ΠΑΤΕΛΗ: Ο ΧΕΓΚΕΛ, ΤΟ ΓΙΓΝΕΣΘΑΙ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΣΚΕΨΗΣ ΚΑΙ Ο ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΟΣ ΥΛΙΣΜΌΣ

Ο ΙΛΙΕΝΚΟΦ ΚΑΙ Η ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΛΟΓΙΚΗ

ΣΩΚΡΑΤΗ ΔΕΛΗΒΟΓΙΑΤΖΗ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗΣ