ΑΝΤΙΦΑΤΙΚΗ ΜΟΝΑΔΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΒΙΟΧΑΡΤΟΓΡΑΦΙΑ
ΑΝΤΙΦΑΤΙΚΗ ΜΟΝΑΔΟΛΟΓΙΑ-ΑΝΤΙΦΑΤΙΚΗ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ
ΚΑΙ ΑΝΤΙΦΑΤΙΚΗ ΒΙΟΧΑΡΤΟΓΡΑΦΙΑ
ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ Α: Επειδή ο κόσμος είναι σε διαδικασία συνεχούς καταλυτικο-συνθετικού γίγνεσθαι, όραμα αυτής της εργασίας είναι η ανάδειξη μιας λογικο-γλωσσικής σύνταξης αντιφατικής διαλεκτικής τυπικότητας. Γι’αυτό προτείνει πως τα επόμενα ερωτήματα, που αφορούν σ’αυτή την τυπικότητα, είναι δυνατόν να ερμηνευτούν λογικά:
α. Πως η αντιφατική μονάδα, το αντιφατικό στοιχειώδες, η αντιφατική ταυτότητα και η αντιφατική αιτιότητα είναι λογικά δυνατά.
β. Πως ο κόσμος είναι δυνατός σαν ανοικτό σύστημα.
γ. Πως η κίνηση και το γίγνεσθαι, ως αληθινά και όχι ως φαινομενικά είναι δυνατά.
δ. Πως το Όλον (το σύμπαν) είναι δυνατόν ως αμφίδρομο επικοινωνιακό πλέγμα θέσεων καταλυτικής-συνθετότητας, λήψης-εκπομπής μηνυμάτων κι αντιφατικής ενότητας του Μεγάλου ως προς το Μικρό. Και πως αυτό συνιστά μιαν οντολογική λογικο-γλωσσική σύνταξη, δηλαδή μιαν Αντιφατική Βιογεωμετρική Μοναδολογία.
ε. Πως η νόηση και η αισθητική κι η ενόραση είναι λογικά δυνατές.
ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ Β: Το κείμενο που ακολουθεί είναι μια σειρά όρων για την οργάνωση μιας Λογικο-γλωσσικής Αντιφατικής Ορθολογικής Τυπικότητας.
ΕΙΣΑΓΩΓΗ:
1. Ο κόσμος υπάρχει με δύο τρόπους που είναι αντίθετοι μεταξύ τους και που ο ένας δεν αναιρεί τον άλλο, αλλά σε προέκταση τον ολοκληρώνει συνιστώντας μιαν αντιφατική ενότητα.
2. Ο κόσμος υπάρχει σαν συγκεκριμένα γεγονότα, που σε κάθε τους στιγμή είναι μοναδικά κι αλληλο-καθορίζονται μ’ όλα τ’ άλλα συγκεκριμένα γεγονότα, που καθένα τους είναι πεπερασμένο.
3. Από την όψη των πεπερασμένων συγκεκριμένων γεγονότων, που μόνο με αυτά ερχόμαστε σε άμεση επαφή, ο κόσμος υπάρχει πάντα με κάποιο τρόπο πεπερασμένο.
4. Κάθε πεπερασμένο γεγονός έχει ως όρια ύπαρξης, τα άλλα συγκεκριμένα πεπερασμένα γεγονότα, που σε κάθε δεδομένη στιγμή αλληλο-διαμορφώνεται κι αλληλο-καθορίζεται μ’ αυτά, σε στενότερη ή ευρύτερη συνάφεια.
5. Υπάρχει μια ποσοτική κλίμακα που εκφράζει αυτή τη συνάφεια. Αυτή συνίσταται από τον αυτοκαθορισμό που ξεκινά βαθιά μέσα από τον εαυτό, περνά στην αλληλο-διαμόρφωση κι αλληλο-καθορισμό με τα γεγονότα του στενότερου περιβάλλοντος, στη συνέχεια του ευρύτερου και τελικά με το σύμπαν, που είναι ο παντοτινά άλλος εαυτός (ο Συμπαντιακός του Αντίλογος), που αναγκάζει το γεγονός σε κάθε αντιπαράθεση με τον εαυτό του, να είναι διαφορετικό.
6. Έτσι το πεπερασμένο, από μιαν άλλη όψη, είναι ακριβώς αυτό το ίδιο άπειρο αφού το γεγονός, όντας σε συνεχή εξέλιξη, δεν μπορεί απόλυτα να οριστεί, από που αρχίζει και που τελειώνει.
7. Ο κόσμος, ως Όλον, είναι η Kαθολικότητα αυτών των αλληλο-καθορισμών που κάθε της στιγμή είναι Μοναδική και Πάντα Διαφορετική, όντας μια συνεχής έκρηξη αλλαγής και ακαριαία επαναφοράς.
8. Ο κόσμος καθαυτός υπάρχει ως καθολικός αίροντας συνεχώς τον εαυτό του. Είναι Πάντα Αυτός, όντας Συνεχώς Άλλος. Είναι η αντιφατικότητα γυμνή, η Ουσία Καθαυτή, το εν Δυνάμει Είναι, δηλαδή το δυναμικό υπόβαθρό του Είναι, το Γίγνεσθαι ως Ουσία.
9. Η υλική καθολικότητα ως συνέχεια των συγκριμένων ασυνεχών είναι η αφηρημένη έκφανση της γενικότητας των συγκεκριμένων αλληλο-καθορισμών.
10. Εδώ στη μέγιστη συνέχεια το αφηρημένο και ασυνεχές αίρεται ως τέτοιο και εξυψώνεται σ’ ένα νέο συγκεκριμένο, την Αέναη Κίνηση ως Ουσία.
11. Ο κόσμος είναι απεριόριστα ασυνεχή γεγονότα, που όσο πιο στατικά τόσο πιο συγκεκριμένα είναι και στη μέγιστη στατικότητα ή στην ελάχιστη χρονική τμήση, αυτή η στατικότητα αίρεται περνώντας στην Αέναη Κίνηση. (Οι ελάχιστες χρονικές τμήσεις, τείνοντας προς στο Μηδέν, γίνονται άπειρη συνέχεια, δηλαδή το άπειρο μέτρο και τ’ απεριόριστα ασυνεχή συγκεκριμένα, γίνονται μια συνέχεια αφηρημένη, που είναι ένα νέο συγκεκριμένο, ως Αέναη Κίνηση).
12. Τα συγκεκριμένα υλικά γεγονότα, είναι τόσο σταθμιζόμενα και συγκεκριμένα, όσο σχετικά, ενώ σε σχέση μ’ αυτά, το αφηρημένο είναι το αστάθμητο, το ενιαίο, το συνεχώς διαφορετικό. Όμως στην έσχατη διαφορικότητα και ακαριαία αλλαγή, η αφηρημένη διαφορικότητα, αίρεται σ’ένα άλλο νέο συγκεκριμένο, που προϋποθέτει διαφορετική λογική στάθμιση και προσέγγιση.
13. Υπάρχουν δυο αντίδρομες λογικές προσεγγίσεις που προεκτείνονται η μια μέσα στην άλλη, έτσι που το συγκεκριμένο και το αφηρημένο να είναι ένα συνεχές, ―η εξύψωση σ’ ένα νέο συγκεκριμένο―, η Κίνηση ως ουσία, το αέναο Γίγνεσθαι.
14. Ο κόσμος μας είναι τόσο συνέχεια όσο ασυνέχεια, τόσο συγκεκριμένος όσο αφηρημένος, τόσο άπειρος όσο πεπερασμένος. Το τετμημένο-συγκεκριμένο-γεγονός και ασυνεχές, προεκτείνεται στο Σύμπαν που είναι το συνεχές, ενώ το Σύμπαν και συνεχές, αντι-προεκτείνεται βυθιζόμενο στο τετμημένο κι ασυνεχές, συνιστώντας μιας αντιφατική ενότητα όπου το ένα μάχεται τ’ άλλο, αλλά συγχρόνως είναι κι η αιτία του.
15. Όσο βαθαίνουμε στο συγκεκριμένο γεγονός, τόσο μακρύτερα ταξιδεύουμε έξω απ’ αυτό, στην υλική ενότητα του σύμπαντος. Όσο απλωνόμαστε στο Σύμπαν, ―στο αφηρημένο―, τόσο επιστρέφουμε βυθιζόμενοι στο συγκεκριμένο.
16. Ο Χρόνος σαν Χθες δεν υπάρχει, σαν Αύριο δεν υπάρχει, το Τώρα είναι Πάντα, το Τώρα που δεν Είναι, που Είναι Πάντα Άλλο. Αυτό είναι η αιώνια αιχμή του φθίνοντος παρόντος ανάμεσα στο παρελθόν και το μέλλον, που τείνοντας προς το Μηδέν τείνει συγχρόνως προς το Αιώνιο και Άπειρο.
γεγονός και θέση
17. Κάθε γεγονός συνίσταται σε μια θέση, λόγω της ροής-αντιρροής-λήψης-εκπομπής υπογεγονότων στη θέση αυτή, που κάνουν το γεγονός να είναι μια καταλυτικο-συνθετική πραγματικότητα. Η θέση αυτή λαμβάνει-εκπέμποντας συνεχώς υπογεγονότα και έτσι το γεγονός που συνίσταται εκεί είναι σύνθεση ροής-αντιρροής-λήψης-εκπομπής μηνυμάτων.
18. Κάθε γεγονός, ως αποτέλεσμα ροής-αντιρροής ή λήψης-εκπομπής υπογεγονότων (μηνυμάτων) στο Σύμπαν και από το Σύμπαν, συνιστά σχέση αντίθεσης-ενότητας-αλληλοκαθορισμού-αλληλοδιαμόρφωσης των γεγονότων του κόσμου. Δηλαδή η ανταλλαγή μηνυμάτων μεταξύ τους, προϋποθέτει και τον αλληλο-καθορισμό, την συνάφεια και την αλληλο-πραγμάτωση των συγκεκριμένων γεγονότων. Έτσι η φύση των γεγονότων είναι τόσο όμοια όσο κι ανόμοια μεταξύ τους, τόσο όμοια όσο και ανόμοια με τον εαυτό τους.
19. Είναι αδύνατο κάποιο γεγονός να λαμβάνει-εκπέμποντας μηνύματα (ν’ αντιλαμβάνεται αυτό το γίγνεσθαι λήψης-εκπομπής-ροής-αντιρροής) απόλυτα ίδια μ’ ένα άλλο γεγονός.
20. Υπάρχει κλίμακα διαφορετικής "αντίληψης" κάθε γεγονότος για τον κόσμο,
από την αντίληψη των άλλων γεγονότων και για κάθε άλλο γεγονός ξεχωριστά.
21. Η "αντίληψη" κάποιου γεγονότος για τον κόσμο ξεκινά απ’ την όψη του γεγονότος αυτού για τον ίδιο του τον εαυτό, (τον αυτοκαθορισμό του), η οποία διαφοροποιούμενη διαδοχικά, περνά στην όψη αυτού του γεγονότος για τ’ άλλα γεγονότα του περίγυρου, δηλαδή στον αλληλο-καθορισμού του με τ’ Άλλα, και τελικά καταλήγει στον αλληλο-καθορισμό του με το απώτατο σύμπαν που του αντιστοιχεί, δηλαδή με το «Συμπαντιακό Αντίλογο» του γεγονότος. Αυτή η "αντίληψη" διαμορφώνεται από την απόσταση και τον τρόπο λήψης-εκπομπής, συνιστώντας μια κλίμακα σταδιακής διαφορικότητας.
[Ο Συμπαντιακός αντίλογος κάθε γεγονότος είναι η Απώτατη κι Απόκεντρη δομή, όπως διαμορφώνεται κάθε φορά ως αντίθετο προς την Εδώ και Συγκεντρωτική δομή που είναι το γεγονός. Αυτό είναι το Σύμπαν όπως το αντιλαμβάνεται κάθε φορά, κάθε συγκεκριμένο και συγκεντρωτικό γεγονός].
22. Δηλαδή το γεγονός στέλνει μηνύματα τα οποία καταλήγουν στο σύμπαν. Αυτά περνώντας σταδιακά από τα γεγονότα του περιβάλλοντος, αντιπαρατίθενται μ’ αυτά κι επιστρέφοντας πίσω στο γεγονός, μεταφέρουν τη διαφορά.
23. Υπάρχει κλίμακα λήψης-εκπομπής-ροής-αντιρροής μηνυμάτων, που ξεκινά από την αντιπαράθεση με τον εαυτό, περνά στην αντιπαράθεση με τα γεγονότα του στενότερου περιβάλλοντος, μετά του ευρύτερου και τελικά με το Σύμπαν, που είναι ο Αιώνια Άλλος Εαυτός (ο Συμπαντιακός του Αντίλογος).
24. Κάθε αντιπαράθεση είναι και ένας κόμβος αναχώρησης-επιστροφής. Έτσι το μήνυμα διαμορφώνει το γεγονός που το έλαβε, διαμορφούμενο από αυτό, διαμορφώνοντας στην επιστροφή και το γεγονός που το έστειλε. Και τελικά μετά από την απεριόριστη διαδικασία κλιμακωτής αναχώρησης-επιστροφής μηνυμάτων από το γεγονός προς όλα τα γεγονότα του κόσμου, διαμορφώνει το σύμπαν διαμορφούμενο συγχρόνως από αυτό.
25. Δηλαδή κάθε μήνυμα, κάνοντας απεριόριστους κύκλους αναχώρησης-επιστροφής, συνιστά μια κλίμακα διαφορετικότητας, η οποία διαμορφώνει το σύμπαν και συγχρόνως διαμορφώνεται από αυτό.
26. Κάθε κύκλος αναχώρησης-επιστροφής, είναι κι ένας κόμβος που θέτει τα όρια του συγκεκριμένου εκείνη τη στιγμή. Περνώντας όμως το μήνυμα από όλους τους κόμβους διαφορικότητας, σε κάθε κόμβο ορίζει τον εαυτό ως προς την αντίθετή του όψη. Η ολοκλήρωση της γνώσης του εαυτού βρίσκεται στο βαθμό που το ίδιο πια έχει αρθεί, αφού το απώτατα αντίθετό του, όντας απόλυτα ίδιο, αίρεται ως τέτοιο όντας άλλο.
27. Κατά τη διαδικασία ανταλλαγής μηνυμάτων, δηλαδή της αναχώρησης-επιστροφής των μηνυμάτων από τη συγκεκριμένη θέση προς το σύμπαν, αυτά επιστρέφουν τόσο πιο διαφορετικά όσο μεγαλύτερη η απόσταση επαναφοράς και επαληθεύουν-διαψεύδοντας το γεγονός στη θέση που ξεκίνησαν. Δηλαδή
το επιβεβαιώνουν λίγο πιο κει. Γι’ αυτό το ίδιο το γεγονός ξεκινά απ’ την ίδια θέση με τον εαυτό κι επανέρχεται-απομακρυνόμενο. Αυτό υπάρχει σε μια συνεχή ταύτιση με τον εαυτό, που ξεκινά από μέγιστη (που είναι η αέναη αναχώρηση) που ως ταύτιση συνεχώς αραιώνει, καταλήγοντας σ’ ελάχιστη
(που ακριβώς εκεί είναι η θέση της αέναης επιστροφής). Ανάμεσα σε αυτές τις δυο ακραίες θέσεις, υπάρχουν απεριόριστες θέσεις-κόμβοι αναχώρησης-επιστροφής, όπου το γεγονός είναι τόσο υπαρκτό όσο σχετικό, ενώ στις δυο ακραίες και απόλυτες θέσεις δεν μπορεί να υπάρξει, γιατί έχει αρθεί όντας το ακαριαίο-ακίνητο υπόβαθρο του κόσμου (το εν δυνάμει Είναι).
ΑΝΤΙΦΑΤΙΚΗ ΜΟΝΑΔΟΛΟΓΙΑ ΚΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΒΙΟΓΕΩΜΕΤΡΙΚΗ ΧΑΡΤΟΓΡΑΦΙΑ, ―ΑΝΤΙΦΑΤΙΚΟ ΣΤΟΙΧΕΙΩΔΕΣ―
Το μέρος αυτό του έργου είναι που θέλει μαθηματική περιγραφή.
σημείο, ευθεία, χώρος και χρόνος
28. Αν ο κόσμος μας εξελίσσεται αληθινά, δηλαδή είναι ένα ανοικτό σύστημα που κάθε του στιγμή έχει μέσα το στοιχείο του ανεπανάληπτου, πρέπει οι όροι της ύπαρξής του να είναι αυτοαναιρούμενοι, δηλαδή αντιφατικοί συνιστώντας μιαν Αντιφατική Γεωμετρία.
29. Μια Αντιφατική Γεωμετρία πρέπει να έχει στοιχεία αντίθετα απ’ αυτά της Ευκλείδειας Γεωμετρίας. Στην Ευκλείδεια Γεωμετρία, το σημείο η ευθεία και ο χώρος είναι έννοιες σε ιδεώδη κατάσταση, όντας η κάθε μια ξέχωρη απ’τις άλλες κι ακίνητη. Εκεί ο χώρος είναι τρισδιάστατος ακίνητος και προεκτείνεται προς όλες τις κατευθύνσεις επ’ άπειρον. Είναι κάτι ξέχωρο και μοναδικό που μέσα του τοποθετούνται όλα τ’άλλα χωρίς η ύπαρξή του να εξαρτάται απ’αυτά. Μπορεί να υπάρχει και να είναι νοητός χωρίς αυτά που περιέχει, όντας τελικά μια έννοια. ―Το ευθύγραμμο τμήμα αν προεκταθεί επ’άπειρον δεν συναντά τον εαυτό του και οι παράλληλες ευθείες δεν τέμνονται. ―Το σημείο είναι ιδεώδες, (δεν έχει διαστάσεις). ―Άσχετα με το τι μπορεί να συμβεί σε κάποιο από αυτά τα στοιχειώδη, δεν είναι αναγκαίο να συμβεί τίποτα στ’άλλα.
30. Αντίθετα μια Αντιφατική Γεωμετρία θα είχε το χαρακτηριστικό της εγγενούς κίνησης κι αλληλεξάρτησης των στοιχειωδών που τη συνθέτουν: Ο χώρος, η ευθεία, το σημείο και λόγω της εγγενούς της κίνησης καί ο χρόνος, είναι όλα μαζί ένα γεγονός σε συνεχή κίνηση κι αλληλεξάρτηση. Καθένα απ’ αυτά τα στοιχειώδη είναι σε μια συγκεκριμένη κατάσταση, γιατί η σχέση του μ’όλα τ’άλλα το υπαγορεύει. Αυτά συνιστούν γίγνεσθαι συνεχούς αλληλεπίδρασης και αλληλοδιαμόρφωσης.
31. Υπ’αυτή την έννοια, το σημείο στην κατάσταση αδρανείας δεν μπορεί παρά να νοηθεί ως κινούμενο ευθύγραμμα κι ομαλά. Από την ευθύγραμμη και ομαλή πορεία του σημείου συνίσταται η ευθεία, που έτσι δεν είναι ιδεώδης, δηλαδή όπως την έχουμε στο νου μας, αλλά πραγματική έχοντας ανάλογη κυρτότητα.
32. Δηλαδή η πορεία του σημείου μέσ’το χώρο, μετατρέπεται από ευθύγραμμη σε κυρτή, αφού ο χώρος για να είναι αληθινός κι όχι ιδεώδης ως αδρανειακή κατάσταση έχει την περιστροφή.
33. Χώρος για το κινούμενο ευθύγραμμα κι ομαλά σημείο, (το Ένα), είναι η απεριόριστη σειρά συγκεκριμένων ομοίων σημείων, (των Πολλών), που κάθε ένα απ’αυτά πορεύεται ευθύγραμμα και ομαλά, από διαφορετική αφετηρία και προς διαφορετική κατεύθυνση συγχρόνως. Έτσι η πορεία αυτού του Ενός τέμνει διαδοχικά τις πορείες όλων των άλλων συγκεκριμένων Πολλών, που το Ένα σχετίζεται μ’αυτά. Για το λόγο αυτό τα Πολλά συγκεκριμένα συνιστούν Όλον, το οποίο σχετικά με το πορεύμενο-Ένα είναι ο περιστρεφόμενος Χώρος του.
34. Οι τομές της ευθύγραμμης πορείας του Ενός πάνω στις πορείες των Πολλών, λόγω της περιστροφής τους ως Όλον σε σχέση με το Ένα, (που για το Ένα αυτό το Όλον, είναι ο Χώρος), διαψεύδουν την ευθύγραμμη πορεία του, μετατρέποντάς την σε κυρτή.
35. Ας υποθέσουμε λοιπόν ότι το πορευόμενο-Ένα ευθύγραμμα και ομαλά, "θέλει" να επιτύχει την απόλυτα ευθύγραμμη πορεία. Αρχίζει λοιπόν να επιταχύνεται για να προλάβει την περιστροφή. Μολονότι η πορεία του μπορεί να "ισιώνει", δεν μπορεί όμως να γίνει απόλυτη ευθεία, παρά μόνο στην ακαριαία ταχύτητα. Σ’αυτήν την ταχύτητα κάθε απόσταση που θα μπορούσε να καλύψει ένα σημείο κινούμενο "ευθύγραμμα και ομαλά" χάνει το νόημά της, αφού στην ακαριαία ταχύτητα αυτό βρίσκεται συγχρόνως παντού, έχοντας διασταλεί στο σύμπαν και συμπτυχθεί στο μηδέν. Αν Α―Β είναι η απόσταση αυτού του υποθετικά ευθυγράμμου τμήματος, που θα καλύψει το πορευόμενο σημείο, τότε τα σημεία Α και Β, στην ακαριαία ταχύτητα, απωθούνται στο άπειρο, ενώ συγχρόνως έχουν συμπέσει στην ίδια θέση, κάνοντας την απόσταση Α―Β μηδενική και άπειρη. Την απόλυτα ευθύγραμμη κι ομαλή πορεία λοιπόν μπορούμε ν’αντιληφθούμε μόνο σαν μιαν ακαριαία έκρηξη αλλαγής κι επαναφορά συγχρόνως στην ίδια θέση.
36. Αν λοιπόν ένα σημείο κινείται ευθύγραμμα και ομαλά στο σύμπαν, δεν επιστρέφει ποτέ στη θέση που ξεκίνησε, περνά απεριόριστες φορές από κει, είναι συγχρόνως πάντα εκεί. Μόνο αυτός ο ορισμός μπορεί να εκφράσει την ουσία της ευθύγραμμης πορείας, ως απόλυτης που ως ακαριαίος κραδασμός είναι η αντιφατική ταυτότητα ως αφηρημένη.
37. Η απόλυτα ευθύγραμμη και ομαλή πορεία, είναι η κατάσταση όπου το γεγονός είναι ακίνητο-ακαριαίο-μηδενικό-άπειρο, όντας η αντιφατικότητα γυμνή, η αέναη αλλαγή.
38. Η ευθύγραμμη και ομαλή πορεία όμως, ως συμβατική, έχει ως σύνδρομο την κυρτότητα. Είναι η ευθεία που συνιστούν οι άπειροι κόμβοι, που καθένας πορεύεται τείνοντας να καλύψει τις άπειρες θέσεις ελλειπτικής σφαίρας. Έτσι η ευθύγραμμη και ομαλή πορεία, είναι κάτι που ένα γεγονός "επιτυγχάνει και δεν επιτυγχάνει" συγχρόνως. Το επιτυγχάνει στη μορφή της ελλειπτικής σφαίρας αλλά συγχρόνως δεν το επιτυγχάνει στη μορφή της απόλυτης επιβεβαίωσης, που είναι η απόλυτη ευθεία.
39. Το νοητικό αυτό πείραμα φανερώνει τη σχέση σημείου, πορείας και χώρου, όπου η συμπεριφορά του ενός εξαρτάται απ’τη σχέση του με τα άλλα, συνιστώντας μιαν ενότητα. Η ενότητα αυτή είναι μια αντιφατική χωρο-χρονικότητα, όπου Χώρος, Χρόνος και Είναι θεωρούνται αδιαχώριστα συνιστώντας το αέναο γίγνεσθαι.
40. Ανάλογα με την ταχύτητα του σημείου, διαγράφεται και η ευθύτητα της πορείας, που όσο μεγαλύτερη είναι, τόσο μεγαλύτερος και ο χώρος που ορίζεται μέσα στην κυρτότητά της, επιτάσσοντας και την ανάλογη περιστροφή του πορευομένου σημείου γύρω απ’τον εαυτό του, αλλά και την περιστροφή του χώρου αντίθετα προς αυτή του σημείου. Εδώ φαίνεται κι ο λόγος που μπορεί να ονομάζεται η σχέση πορείας του σημείου με την περιστροφή γύρω από τον εαυτό "χωρόχρονος", αφού η πορεία ορίζει το μήκος κύματος των υπογεγονότων που συνιστούν-καταλύοντας το γεγονός και η περιστροφή τη συχνότητα επανάληψης διόδου τους απ’τη θέση που συνίσταται-καταλυόμενο το γεγονός.
41. Έτσι το σημείο είναι ένας αντίχωρος (χρόνος) που ξετυλίγεται-απλώνοντας στο χώρο, ενώ ο χώρος τυλίγεται συμπτυσσόμενος μεσ’το σημείο. Αυτό γιατί οι θέσεις τομής της πορείας των Πολλών απ’το Ένα (που είναι ο χώρος που αντιστοιχεί στην πορεία του Ενός), διαμορφώνεται σε μια κλίμακα θέσεων τομής, που ξεκινά από τη θέση τομής που το σημείο τέμνει την πορεία ενός εκ των Πολλών Άλλων και περνώντας απ’όλες τις πιθανές διαδοχικές θέσεις τομής των Πολλών συγχρόνως, δηλαδή συγχρόνως στη θέση τομής της πορείας δύο άλλων, τριών άλλων, τεσσάρων, πέντε κ.λπ, καταλήγει στη θέση που το πορευόμενο-Ένα να τέμνει τις πορείες Όλων των Άλλων συγχρόνως. Όπου εκεί είναι και το κέντρο του περιστρεφόμενου χώρου, ο οποίος σχετίζεται με το εν λόγω σημείο. (Έτσι το σημείο πορεύεται-διαστελλόμενο στο χώρο, ενώ συγχρόνως ο χώρος αντιπορεύεται βυθιζόμενος και συστελλόμενος στο σημείο).
42. Όλο αυτό από μιαν Β. όψη, είναι το Ένα, το οποίο τέμνοντας διαδοχικά και κλιμακωτά τις πορείες τομής των Πολλών-Άλλων, φτάνει στην πορεία αυτού που θεωρείται αντίθετό του, όντας το κέντρο του υποτιθέμενου περιστρεφόμενου χώρου. Από κει και πέρα, αρχίζει να "επιστρέφει" και έτσι κάποια
στιγμή θα αρχίσει να τέμνει τη δική του πορεία και συνεχίζοντας κάποτε θα συμπέσει μ’αυτήν.
43. Αυτή η κυρτή πορεία που είναι ο χώρος και αντιστοιχεί στο πορευόμενο-Ένα, είναι ανοικτή γιατί η ολοκλήρωση της επιστροφής έχει γίνει μόνον ως κατεύθυνση κι όχι ως απόλυτη επαλήθευση της ίδιας θέσης. (Της υποτιθέμενης ως θέσης εκκίνησης).
44. Το πορευόμενο-Ένα επαληθεύει-διαψεύδοντας τη θέση εκκίνησης, όπως και κάθε άλλη θέση· δηλαδή την αγγίζει λιγότερο ή περισσότερο, ανάλογα με την κλίμακα θέσεων τομής της πορείας των Πολλών-Άλλων απ’το πορευόμενο-Ένα, αλλά ποτέ δεν μπορεί να συμπέσει απόλυτα μ’αυτή. Είναι γι’αυτό που το σύστημα μπορεί να θεωρηθεί ανοικτό.
45. Ο χώρος ακολουθώντας την διαδικασία του πορευομένου σημείου αντίθετα, φεύγει-επιστρέφοντας-περιστρέφεται-πορευόμενος-διαστέλλεται-συστελλόμενος. Έτσι στη σχέση με το πορευόμενο-Ένα σημείο συμπεριφέρονται ως μια ενότητα, μια μονάδα.
46. Ο μόνος "χώρος" που δεν περιστρέφεται ούτε πορεύεται, αλλά πάλλεται είναι το Όλον. Πάλλεται ακαριαία, όντας το Εν Δυνάμει Είναι, το οποίο αντίθετα με κάθε άλλη μορφή χώρου δεν μπορεί να εκφραστεί ως κάποια συγκεκριμένη ουσία, αλλά μόνον ως αντιφατικότητα γυμνή. Δηλαδή διαθέτει εν δυνάμει όλες τις μορφές και ιδιότητες, αλλά συγχρόνως καμία. Αυτό είναι το άπειρο-μηδενικό-ακαριαίο-ακίνητο, η γυμνή αντιφατικότητα, το γίγνεσθαι ως ουσία, δηλαδή η υλικότητα ως ουσία και γι’αυτό είναι το έσχατο αντιφατικό χωροχρονικό επίπεδο του κόσμου μας.
47. Όταν ο χώρος παύει να είναι το Όλον, το ακαριαίο φεύγει από την επιφάνεια και περνώντας στην υπόσταση χάνεται στο βάθος του Είναι, όντας πολλοί χώροι. Με τον τρόπο αυτό η αντιφατικότητα παίρνει μορφή ως κάτι συγκεκριμένο. Φεύγει από την επιφάνεια ξεφεύγοντας από το ακαριαίο και κρύβεται στο βάθος του κόσμου ξεχασμένη και αόριστη. Σε ακραίες όμως καταστάσεις παρουσιάζει το αντιφατικό της πρόσωπο και μας ξαφνιάζει.
48. Εκτός απ’τον απόλυτο χώρο, που είναι η αντιφατικότητα γυμνή, το ακίνητο και παλλόμενο ακαριαία, το μηδενικό κι άπειρο, ο σχετικός χώρος είναι κυρτός, κινούμενος-περιστρεφόμενος κι αποτείνεται σε σημείο σχετικό πορευόμενο και περιστρεφόμενο γύρω απ’τον εαυτό του αντίθετα προς το χώρο και σ’ ευθύγραμμη πορεία σχετική. Στην περίπτωση αυτή, το σημείο είναι υπαρκτό έχοντας μέγεθος, περιστροφή και πορεία με την ανάλογη κυρτότητα, που απαιτεί το μέγεθος κι η περιστροφή του σημείου και ανάλογη παράκεντρη ταλάντωση που απαιτεί η αντιφατική ισορροπία της ενότητας αυτής.
49. Τότε ο χώρος είναι πεπερασμένος-περιστρεφόμενος-πορευόμενος και ορίζεται από την κυρτότητα της πορείας του σημείου απ’τη μια, και από τη μορφή της περιστροφής του σημείου γύρω απ’τον εαυτό του από την άλλη.
50. Υπάρχει χώρος-αντίχωρος [χώρος-χρόνος], δηλαδή συχνότητα περιστροφής και μήκος κύματος (κυρτότητας) της επαναφοράς των εκπεμπομένων μηνυμάτων. Ο χώρος περιλαμβάνεται μέσ’την κυρτότητα της πορείας του σημείου κι ο αντίχωρος (ο χρόνος), μέσ’την περιστροφή του σημείου γύρω απ’τον εαυτό του. Έτσι το Ένα (το μικρό) διαστέλλεται στο σύμπαν (τον συμπαντιακό του αντίλογο), ενώ το σύμπαν (το μεγάλο), που συνιστούν κάθε φορά τα Πολλά που ανταποκρίνεται το γεγονός (το μικρό), βυθίζεται στο μικρό επιστρέφοντας το χρέος του.
51. Οι δυο αυτοί χώροι συνιστούν μιαν ενότητα, ένα γεγονός, τον αντιφατικό χώρο, που είναι αδιαχώριστος από τα γεγονότα που σχετίζεται (ή που φαίνεται ότι περιέχει).
52. Αυτό που ονομάσαμε αντιφατικό χώρο, απ’την περιγραφή του γίνεται αντιληπτό ότι είναι χωρόχρονος. Ανάλογα λοιπόν με το σημείο αναφοράς ή τον τρόπο σχέσης των αντιφατικών σκελών μέσα στο σύστημα, χώρος μπορεί να χαρακτηριστεί το μήκος κύματος (η πορεία κυρτότητας) των υπογεγονότων που αποτείνονται κάθε φορά στον συμπαντιακό αντίλογο και τα οποία διερχόμενα μέσα απ’το γεγονός το πραγματώνουν· ενώ αυτό που χαρακτηρίστηκε αντίχωρος (περιστροφή), μπορεί να είναι η συχνότητα επανάληψης υπογεγονότων (λήψης-εκπομπής μηνυμάτων) στη θέση πραγμάτωσης, δηλαδή ο χρόνος (ο ρυθμός επανάληψης). Ο χαρακτηρισμός του χώρου ή του χρόνου σε αυτά, ανάλογα με την περίσταση, μπορεί να αντιστραφεί, αλλά ποτέ δεν μπορούν να θεωρηθούν ως ξέχωρα μεταξύ τους.
53. Ο σχετικός χώρος φεύγει-επιστρέφοντας, χωρίς να μπορέσει απόλυτα να επαληθεύσει τον εαυτό του, αφού το σημείο εκκίνησης που ανταποκρίνεται σε αυτόν, πορευόμενο- επιστρέφει και συμπίπτει κάποτε με τη διεύθυνση της πορείας του, αλλά ποτέ στο ιδεατά υποτιθέμενο σημείο που κάποτε ξεκίνησε. Δηλαδή αγγίζει την θέση περισσότερο ή λιγότερο αλλά ποτέ δεν συμπίπτει απόλυτα με αυτήν.
54. Το άγγιγμα του πορευόμενου σημείου στη θέση, ξεκινά απ’αυτό που μόλις αγγίζει το όριό της, και σταδιακά περνώντας από όλες τις πιθανές διαβαθμίσεις επαλήθευσης-διάψευσης, φτάνει σ’αυτό που τείνει για απόλυτη επαλήθευση-διάψευση. Στην απόλυτη επαλήθευση το γεγονός είναι συγχρόνως στην εκκίνηση και κατάληξη όντας το ακαριαίο κι ακίνητο, η αντιφατικότητα γυμνή, ο αντιφατικός χωρόχρονος. Αυτό παύει να είναι πλέον το συγκεκριμένο γεγονός, αλλά το Είναι Καθαυτό ως Ουσία. Είναι το Γίγνεσθαι ως ουσία, η Υλικότητα ως ουσία, η Αντιφατικότητα ως ουσία, το Άπειρο ως ουσία, δηλαδή το Είναι-Καθαυτό ως ουσία.
η κίνηση του σημείου, οι κλίμακες αναχώρησης-επιστροφής
και η διάψευσης-επαλήθευσης μιας θέσης
55. Η πορεία αναχώρησης-επιστροφής των υπογεγονότων τα οποία πραγματώνουν ένα γεγονός, ανταποκρίνεται σε μιαν απεριόριστη σειρά διαψεύσεων-επαληθεύσεων, που ξεκινά από την απόλυτη επαλήθευση-διάψευση, που είναι το ακαριαίο, γιατί εκεί ο χώρος, φεύγοντας ακαριαία είναι πάντα εκεί, αλλά απόλυτα διαφορετικός (ως αντιφατικότητα γυμνή). Τα όρια του σχετικού χώρου, μολονότι είναι πεπερασμένος, είναι ασαφή κι αόριστα, γιατί το πορευόμενο-Ένα που η πορεία του οριοθετεί το χώρο, δεν έχει απόλυτη αφετηρία λόγω της καταλυτικής-συνθετότητάς του, κι έτσι τα όρια του χώρου αυτού μπορούν συνεχώς ν’ αλλάζουν. Αυτά είναι πάντα σχετικά με κάποια πιθανή και συγκεκριμένη αφετηρία του σημείου, που είναι ο τρόπος που η αντιφατική μονάδα μπορεί να εκφράζεται σαν ελάχιστο εκείνη τη στιγμή.
56. Όλη αυτή η διαδικασία που περιγράψαμε πριν, μπορεί να οριοθετηθεί και με έναν άλλο Γ. τρόπο ή μπορεί να είναι αποτέλεσμα της κυρτότητας της ευθύγραμμης και ομαλής πορείας του Ενός μοναδικού: Εφόσον κάθε σημείο κινούμενο ευθύγραμμα κι ομαλά μέσ’ το σύμπαν έχει ως σύνδρομο την κυρτότητα, η πορεία του από μια στιγμή και μετά, θα πρέπει να δημιουργήσει θέσεις τομής από τον εαυτό της. Αυτές οι θέσεις είναι εκεί όπου το πορευόμενο Ένα επαναλαμβάνεται περισσότερο από μία φορά, δημιουργώντας κλίμακα θέσεων διαδοχικά αυξανόμενης επανάληψης με όρια, απ’ τη μια το μηδέν κι απ’ την άλλη το άπειρο, (που είναι οι δύο θέσεις επανάληψης μηδενός και απείρου, κι οι οποίες συνιστώντας μιαν ενότητα ανταποκρίνονται στο έσχατο επίπεδο του ακαριαίου και ακινήτου). Όλες οι άλλες ενδιάμεσες θέσεις εκπροσωπούν τα πράγματα και τις καταστάσεις πραγμάτων ή γεγονότων.
57. Αυτό από μιαν άλλη όψη, είναι το ίδιο το πορευόμενο-Ένα που κάνει απεριόριστους κύκλους αναχώρησης-επιστροφής και τείνοντας να επαληθεύσει τον εαυτό του, ορίζει και τον ανάλογο χώρο που κάθε φορά του αντιστοιχεί. Τόσο το μεγάλο, που είναι η διαδρομή αναχώρησης-επιστροφής του, (το μήκος κύματος της πορείας, που είναι ο χώρος), όσο και το μικρό που είναι το μέγεθος του σημείου, που ορίζει η περιστροφή γύρω απ’ τον εαυτό του, (η συχνότητα επιστροφής που είναι ο χρόνος). Οι κύκλοι αυτοί ξεκινούν απ’ αυτόν που ποτέ δεν πραγματοποιήθηκε γιατί το σημείο είναι πάντα εκεί, και φεύγοντας, αφού καλύψει όλους τους πιθανούς κύκλους αναχώρησης-επιστροφής, φτάνει σε αυτόν που δεν θα πραγματοποιηθεί ποτέ, γιατί δεν θα επιστρέψει. Ο πρώτος κύκλος είναι αυτός της απόλυτης κατάφασης κι ο τελευταίος της απόλυτης άρνησης. Κι οι δυο μαζί, συνιστούν τη σχέση μηδενός και απείρου, ακινήτου και ακαριαίου, που είναι η αντίφαση γυμνή. Εκεί όπου το γεγονός αρνείται απόλυτα τον εαυτό του και συγχρόνως τον επαληθεύει απόλυτα, κι έτσι αίρεται ως Κάτι και περνά στον αόριστο και αντιφατικό χωρο-χρονικό "κορμό" του όλου, του εν δυνάμει Είναι.
58. Ανάμεσα σ’αυτές τις δυο θέσεις (που πρέπει να έχουμε στο νου μας ότι συνιστούν μιαν αδιάρρηκτη χωροχρονική ενότητα), υπάρχουν απεριόριστες θέσεις αναχώρησης-επιστροφής, που είναι τα πράγματα, όπου το γεγονός επαληθεύεται σχετικά. Σ’ αυτές τις θέσεις το γεγονός τέμνει την ιδεατή πορεία του, αλλά όχι απόλυτα. Δεν ξαναπερνά ποτέ απόλυτα από τη θέση που έχει περάσει, μα την αγγίζει λιγότερο ή περισσότερο αναλόγως κι έτσι την επαληθεύει-διαψεύδοντάς την. Οι θέσεις αυτές συνιστούν κλίμακα διαδοχικής σχέσης τόσης διάψευσης όσην επιτρέπει η επαλήθευση που πραγματοποιούν, συνιστώντας πίνακες εξελισσόμενης επιβεβαίωσης-διάψευσης του κινουμένου σημείου από τον εαυτό του.
59. Το πορευόμενο σημείο στο σύμπαν, κάνοντας αυτές τις διαδρομές αναχώρησης-επιστροφής, ορίζει τη σχέση του μεγίστου και του ελαχίστου του χώρου. Αυτό είναι ο ιδεατός χωρο-χρονικός κύκλος διαδρομής του πορευομένου στο σύμπαν και τ’ ανάλογα όρια περιστροφής του σημείου γύρω απ’ τον εαυτό του.
60. Επειδή ο κύκλος αναχώρησης-επιστροφής δεν είναι απόλυτος, (δεν είναι κλειστός) κι επειδή το πορευόμενο επαληθεύει-διαψεύδοντας τη θέση που ξεκίνησε, ο κύκλος του χώρου εκτός από περιστρεφόμενος, γίνεται συγχρόνως και πορευόμενος. Έτσι το πορευόμενο σημείο, μη όντας ακαριαίο, έχει όγκο και περιστρέφεται γύρω απ’τον εαυτό του, έχοντας άξονα μετακινούμενο και ταλαντώμενο. Η ταλάντωση αυτή είναι η ανάμνηση του χώρου ως όλον που πάλλεται ακαριαία, αλλά που στην κατάσταση του σχετικού και συγκεκριμένου χώρου, ο παλμός όντας παράκεντρος μετατρέπεται σε κραδαίνουσα περιστροφή.
61. Υπάρχει σχέση κυρτότητας της πορείας διαδρομής του πορευομένου-Ενός, με το μέγεθος του ανοίγματος της περιστροφής, γύρω από τον εαυτό του. Η σχέση αυτή είναι εξελισσόμενη και ξεκινά από μηδενικό μέγεθος ανοίγματος περιστροφής της θέσης πορευμένου και άπειρο χώρο ανοίγματος διαδρομής του, (που είναι το ακίνητα και ακαριαίο) και περνώντας από όλες τις πιθανές σχέσεις μεγάλου-μικρού, όπου το μέγεθος του ανοίγματος της θέσης αυξάνεται κι ο χώρος διαδρομής ελαττώνεται, φτάνοντας στην αντίθετη, δηλαδή στην άπειρη θέση και τον μηδενικό χώρο, που είναι κι αυτή έκφραση του ακαριαίου. Εδώ όπως ορίσαμε και πριν, μπορεί να οριστεί επίσης η σχέση χώρου και χρόνου που η περιστροφή γύρω από τον εαυτό του είναι ο χρόνος, ενώ το άνοιγμα της διαδρομής είναι ο χώρος.
62. Αν δεχτούμε ότι υπάρχουν απεριόριστα τέτοια σημεία πορευόμενα "ευθύγραμμα και ομαλά", που ακολουθούν τη διαδικασία αναχώρησης-επιστροφής, πρέπει κάθε σημείο (πορευόμενο-Ένα) με τη σειρά του, να περάσει από τις θέσεις όλων των Πολλών Άλλων σημείων κι όλα τ’άλλα σημεία να περάσουν από την ίδια θέση, δηλαδή τη θέση του Ενός. Έτσι απ'τη μια έχουμε το Ένα, που πορευόμενο μέσω των Πολλών τα πραγματώνει, κι απ'την άλλη τα Πολλά, που πορευόμενα διά μέσου του Ενός, το κάνουν πραγματικότητα.
63. Έχουμε λοιπόν σειρά θέσεων που απ’τη μια, έχουν μια περιοδικότητα επανάληψης διαφορετικών σημείων μέσα τους κι απ’την άλλη, θέσεις περιοδικότητας τομής απ’την πορεία του ίδιου του εαυτού τους. Οι θέσεις αυτές συνιστούν μια περιοδική κλίμακα που ορίζει το μέτρο αντιφατικότητας του γεγονότος.
64. Έχουμε λοιπόν τη σύνθεση αντιθέτων ποσοτικών κλιμάκων θέσεων ροής-αντιρροής του Ενός μέσω των Πολλών, και των Πολλών μέσου του Ενός.
65. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, τη σύσταση μιας σφαίρας θέσεων με πόλους Α, που είναι η εκκίνηση του Ενός κι η κατάληξη των Πολλών και αντιΑ που είναι η εκκίνηση των Πολλών κι η κατάληξη του Ενός. Στη θέση Α έχουμε μοναδική επανάληψη ροής του Ενός και μέγιστη επανάληψη αντιρροής των Πολλών, ενώ στη θέση αντιΑ το αντίθετο.
66. Σε όλο αυτό το γίγνεσθαι (που δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι είναι μια αντιφατική μονάδα και αυτό που κάνουμε τώρα, είναι η όσο το δυνατόν ακριβέστερη περιγραφή της αντιφατικότητάς της), το πορευόμενο-Ένα, είναι αυτό που είναι, γιατί έτσι και εκεί ακριβώς, το συνιστά η αντιπορεία των Πολλών, ενώ τα Πολλά είναι εκεί όπου συνίστανται διαδοχικά από την πορεία του Ενός.
67. Η αντιπορεία αυτή αποτελείται από τις πορείες απεριορίστων μοναδικών ομοίων, κινουμένων συγχρόνως, καθένα προς διαφορετική κατεύθυνση, για να μπορούν να είναι τα Πολλά. Έτσι καθένα από τα Πολλά, καταλήγει με τρόπο διαφορετικό στη θέση συνιστώντας την όλα μαζί, κι αντιπορευόμενα προς αυτήν κάνουν το Ένα να είναι διαφορετικό και παράκεντρα περιστρεφόμενο κάθε φορά. Τα Πολλά την ίδια στιγμή υπάρχουν έτσι, αφού το Ένα διέρχεται με διαφορετική συχνότητα επανάληψης της τομής της πορείας του από τον εαυτό της, κάθε φορά στο καθένα από τα Πολλά ξεχωριστά.
68. [Έχει γίνει νύξη, πως τα δυο αντίδρομα ρεύματα που συνιστούν τις θέσεις ροής-αντιρροής, μπορούν να θεωρηθούν ως ολοκληρωμένη πορεία του Ενός-πορευομένου-ευθύγραμμα και ομαλά. Αφού ως αντιπορεία θα μπορούσε να θεωρηθεί η ίδια η τομή της πορείας του Ενός από τον ίδιο τον εαυτό του].
69. Ανάμεσα απ’τις θέσεις Α κι αντιΑ, υπάρχει κλίμακα απεριορίστων θέσεων διαδοχικής διαφορότητας σχέσης ροής-αντιρροής της πορείας του Ενός και της ανάλογης αντιπορείας των Πολλών (που όπως τονίσαμε: η πορεία του Ενός είναι έτσι γιατί το απαιτεί η αντιπορεία των Πολλών κι αντίθετα). Κάθε θέση, όντας αναπόσπαστο σημείο της κλίμακας, είναι και μια οντότητα που έχει δικό της χαρακτήρα. Είναι μια διαφορετική σχέση ροής-αντιρροής Ενός και Πολλών, που παίρνει τη μορφή μιας ειδικής αντιφατικής ισορροπίας. Αυτή η ισορροπία είναι η σχέση αναχώρησης-επιστροφής-λήψης-εκπομπής του μηνύματος της συγκεκριμένης πορευόμενης θέσης στο σύμπαν.
70. Kάθε κλίμακα έχει απεριόριστες θέσεις αναχώρησης-επιστροφής μηνυμάτων που καθένα έχει τον δικό του "κώδικα", ο οποίος ορίζεται από την ανάλογη λήψη σε σχέση με την ανάλογη εκπομπή μηνυμάτων που φεύγουν για το σύμπαν επιστρέφοντας συγχρόνως στη θέση.
η κίνηση η μετακίνηση και το παράδοξο της ταχύτητας
71. Κάθε γεγονός συμπίπτει με μια θέση σε κάποια κλίμακα, όντας κι ένα αντιφατικό στοιχειώδες. Απ’τη μια, το γεγονός κινείται για να επαληθεύεται απ’το μήνυμα στη θέση που το συνθέτει (δηλαδή λίγο πιο κει), απ’την άλλη αλλάζει συνεχώς όμοια μηνύματα από διαφορετική αφετηρία άλλης κλίμακας, για να βρίσκεται στη ίδια θέση (δηλαδή βρίσκεται "εκεί" αλλάζοντας κλίμακα).
72. Η αλλαγή στη θέση της κλίμακας, αλλάζει τον κώδικα λήψης-εκπομπής, και η αλλαγή στον κώδικα λήψης-εκπομπής, αλλάζει τη θέση της κλίμακας.
73. Κάθε γεγονός βρίσκεται σε συνεχή και διαδοχική εναλλαγή κώδικα για να βρίσκεται στην ίδια κλίμακα ή κρατά συνεχώς τον ίδιο κώδικα αλλάζοντας συνεχώς κλίμακες. Η θέση του γεγονότος είναι μια δίνη που απ’τη μια βυθίζονται τα Πολλά κι απ’την άλλη αναβλύζουν-επαληθεύοντας το Ένα, ενώ συγχρόνως κι αντίδρομα, το Ένα διαπερνά τη θέση κι εκτοξεύεται επαληθεύοντας διαδοχικά τα Πολλά. (Επαληθεύοντας συνεχώς και διαδοχικά το διαφορετικό μήνυμα που συνθέτουν τα Πολλά).
74. Υποθέσαμε ότι το μοναδικό πορευόμενο-Ένα (το γεγονός), που η τμήση της πορείας του απ’τον εαυτό της, έχει σαν αποτέλεσμα όλο αυτό το γίγνεσθαι Ενός-Πολλών-πορευομένων-αντιπορευμένων, τη στιγμή του ακαριαίου, είναι το Όλον ως Ουσία, το Εν Δυνάμει Είναι. Εκεί οι τομές της πορείας από τον εαυτό της, όντας ακαριαίες δεν φαίνονται, αλλά υπάρχουν εν δυνάμει στο βάθος σαν ακαριαία συστολή-διαστολή του Όλου και έχουμε άπειρες τμήσεις μηδενικού μεγέθους. Όταν όμως μιλάμε για διακριτές μονάδες κινούμενες ευθύγραμμα και ομαλά, το ακαριαίο χάνεται στο βάθος του Είναι, βγάζοντας στην επιφάνεια την αντιφατική σχέση Ενός και Πολλών, πορευομένων και αντιπορευομένων. Έτσι αποκτά τμήσεις υπαρκτές και καθορισμένες και πορείες με την ανάλογη κυρτότητα.
75. Υποθέσαμε πριν, την ύπαρξη μιας σφαίρας θέσεων ροής-αντιροής, λήψης-εκπομπής μηνυμάτων με άξονα Α-αντιΑ. Επίσης υποθέσαμε πως η πορεία του Ενός επαληθεύει την αντιπορεία των πολλών κι ότι η σφαίρα αυτή αποτελείται από θέσεις ροής-αντιροής-λήψης-εκπομπής μηνυμάτων, που συνιστούν τα γεγονότα του κόσμου μας.
76. Η μετακίνηση του Ενός από θέση (α) σε θέση (β), που θα μπορούσαμε να φανταστούμε σαν ελάχιστο υπαρκτό διάστημα μετακίνησης στον υποθετικό άξονα των πόλων της σφαίρας ροής-αντιρροής είναι αλματική, επειδή οι τμήσεις της πορείας του Ενός από τον εαυτό της έχουν μέγεθος αφού η ταχύτητα δεν είναι ακαριαία. Όπως αναφέραμε το πορευόμενο-Ένα συνίσταται από τα αντιπορευόμενα-Πολλά, και τα Πολλά από το πορευόμενο-Ένα σε αντιφατικό χωρόχρονο πορευόμενο-περιστρεφόμενο και όχι πλέον ακαριαίο.
77. Η διαδρομή του πορευομένου-Ενός στον άξονα Α-αντιΑ, συντίθεται απ’τη αντιδρομή των αντιπορευομένων-Πολλών. Έτσι η αντιδρομή των αντιπορευο-μένων-Πολλών από θέση (γ) σε θέση (β), στον άξονα της υποθετικής σφαίρας με πόλους Α―αντιΑ, φεύγει για τ’απώτατα όρια αυτής της σφαίρας και συνιστά επιστρέφοντας το πορευόμενο-Ένα από τη θέση (α) στη θέση (β).
78. Η ταχύτητα της διαδρομής του πορευομένου-Ενός πάνω στον υποθετικό άξονα Α-αντιΑ, από θέση (α) σε θέση (β), (που είναι η υποτιθέμενη μικρότερη καταλυτικο-συνθετική αλματική μετακίνηση του πορευομένου-Ενός) πρέπει να είναι ασύλληπτα μικρότερη από την ταχύτητα των αντιπορευομένων-Πολλών που το συνιστούν, αφού η αντιδρομή που καλύπτουν τα Πολλά είναι τόση όση η ανάπτυξη όλης της σφαίρας με πόλους Α-αντιΑ που αυτά συνιστούν, σε σχέση με τον άξονά της που αντιστοιχεί στην καταλυτικο-συνθετική διαδρομή του Ενός.
79. Αν δεχτούμε ότι το πορευόμενο-Ένα είναι φωτόνιο και τα αντιπορευόμενα-Πολλά είναι τα υποκβαντικά στοιχειώδη που υποθετικά το συνθέτουν. Η θεωρούμενη ως ταχύτητα του φωτoνίου είναι ασύλληπτα μικρότερη, απ’την ταχύτητα των υποκβαντικών-αντιπορευομένων. Επειδή όμως η καταλυτικο-συνθετική πορεία του φωτονίου από θέση (α) σε θέση (β) δεν έχει "ταχύτητα" ακαριαία, κατά τη μετακίνηση του πορευομένου-Ενός υπάρχει μια τμήση, ένα διάστημα στατικότητας που συνιστά τη Θέση. Έτσι το κινούμενο-Ένα παρουσιάζεται να "στέκεται" στη θέση (α) για λίγο και μετά να χάνεται για να ξαναεμφανιστεί στη θέση (β).
80. "Χάνεται" σημαίνει ότι "δεν είναι ορατό". Αφού στο διάστημα από η θέση (α) που καταλύεται το πορευόμενο-Ένα έως τη θέση (β) που θ’ανασυσταθεί, κινείται με ταχύτητα πολύ μεγαλύτερη απ’την ταχύτητα του φωτός. (Kαταλύεται διαστελλόμενο στο σύμπαν και επιστρέφει συντιθέμενο στην επόμενη θέση). Έτσι που συνολικά εξισορροπεί τη στατικότητα της θέσης, έχοντας ολική ταχύτητα ίση με τη "λεγόμενη του φωτός".
81. Εδώ βλέπουμε δυο αντίδρομα συστήματα, που το ένα επαληθεύει το άλλο, κινούμενα σε διαφορετικές διαστάσεις. Αυτά αλληλοσυντίθενται, παρουσιάζοντας το γίγνεσθαι της μετακίνησης του πορευομένου και αντιπορευομένου γεγονότος στον υποθετικό άξονα (Α-αντιΑ) και τον αντίδρομό του (αντιΑ-Α). Ενώ έχουν ασύλληπτα διαφορετικές ταχύτητες, συμπίπτουν αρμονικά σ’αυτό το γίγνεσθαι γιατί το αντίδρομο "ρεύμα" καλύπτει μια πορεία "σφαιρικής διαδοχικής ανάπτυξης στο σύμπαν", ενώ το άλλο καλύπτει διαδοχικά, όλες τις θέσεις του άξονα ανάπτυξης της σφαίρας αυτής. (Την ίδια στιγμή συμ-βαίνει και το αντίθετο με το αντίδρομο σύστημα που αντιστοιχεί σ’αυτό το γίγνεσθαι).
82. Αν, όπως είπαμε πριν, όλο αυτό το πορευόμενο-αντιπορευόμενο γίγνεσθαι του άξονα (Α-αντιΑ) και το αντίδρομο γίγνεσθαι του (αντιΑ-Α) συνιστούν χωρο-χρονική σχέση, που ανάλογα με τις συνθήκες μπορεί να αντιστρέφεται αμοιβαία, όπου κι οι αντίδρομοι άξονες να μπορούν ν’αντιστρέφονται, τότε θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για μετατροπή μιας κατάστασης από χωρική σε χρονική και αντίθετα. Εδώ οι παραδοξολόγοι θα μπορούσαν να ισχυριστούν, πως ανάλογα με τη θέση του παρατηρητή και τον τρόπο που σκοπείται το σύστημα, μπορεί αυτό να κινείται και από το μέλλον στο παρελθόν. Εγώ θα απαντούσα ότι στο υποτιθέμενο αυτό γίγνεσθαι, το οποίο θα μπορούσε να συμπέσει με το κβαντικό, δεν υπάρχει ούτε Παρελθόν ούτε Μέλλον, αλλά μόνο Παρόν. Το Παρόν αυτό είναι χωροχρονικό και συντίθεται από τα δυο αντίδρομα ρεύματα, που δεν διαχωρίζονται. Αυτό είναι Ένα καταλυτικο-συνθετικό Γίγνεσθαι.
οι κλίμακες καταλυτικής-συνθετότητας των γεγονότων και οι θέσεις πάνω σ’αυτές
83. Η θέση Α θα πρέπει να δέχεται-εκπέμποντας πορευόμενες μονάδες και να εκπέμπει-δεχόμενη συγχρόνως, αντιπορευόμενες εναλλάξ. Αυτό την υποχρεώνει να περιστρέφεται γύρω απ’τον εαυτό της. Μαζί της περιστρέφονται ανάλογα κι όλες οι άλλες θέσεις της κλίμακας, αφού κι αυτές είναι αποτέλεσμα ροής-αντιρροής αντίδρομων ρευμάτων. Αυτές ξεκινούν απ’τη θέση Α, όπου η περιστροφή είναι αρμονική και διαδοχικά αυτή η περιστροφή γίνεται παράκεντρη ανάλογα με την διαφορετική σχέση συχνότητας των αντίδρομων ρευμάτων σε κάθε θέση. Η παράκεντρη τάση αυξάνεται ως τη μέση του άξονα, (που είναι και το κέντρο της σφαίρας) και τείνοντας για τη θέση αντιΑ, διαδοχικά ισορροπείται. Στην "καρδιά" της θέσης Α υπάρχει ένα "κενό", μια σαφής δυναμική οπή με συγκεκριμένη διεύθυνση (που είναι το μάτι της δίνης), ενώ στις διαδοχικές θέσεις του άξονα, το κενό αυτό είναι κρυμμένο από το ασαφές "νέφος" διακύμανσης των αντίδρομα πορευομένων.
84. Αυτό το νέφος της θέσης είναι μια δίνη, που ξεκινά από μιαν αόρατη μα υπαρκτή δυναμική οπή, διαστέλλεται στο σύμπαν κι επιστρέφει ως αντίδρομο απ’την αντίθετη θέση του συστήματος. (Αντίθετο στη θέση Α είναι το αντιΑ κ.λπ.). Οι διαφορετικές θέσεις επάνω στον άξονα [(Α-αντιΑ)-(αντιΑ-Α)], α, β, γ, . . έχουν διαφορετική σχέση συχνότητας λήψης-εκπομπής-πορευομένων-αντιπορευομένων, έχοντας και ανάλογη ταλάντωση και γωνία διαφορετικής περιστροφής σε σχέση με τον υποθετικό άξονα.
85. Το πολύ μικρό, αυτό που θα λέγαμε σημείο, προεκτείνεται στο πολύ μεγάλο, το σύμπαν, και το σύμπαν αντιπροεκτείνεται (βυθίζεται) στο μικρό συνιστώντας μαζί την αντιφατική μονάδα, όπου τα βαθύτατα όρια του εσωτερικού συμπίπτουν με τα απώτατα όρια του εξωτερικού.
86. Κάθε πράγμα του κόσμου μας συνίσταται από απεριόριστα τέτοια "σημεία-γεγονότα" που το καθένα φεύγει-προεκτεινόμενο στο σύμπαν και επιστρέφει-επαληθεύοντας σχετικά τον εαυτό. Όπως αναφέραμε, το γεγονός αποτείνεται σ’όλα τα διαφορετικά σημεία στις διαφορετικές κλίμακες του σύμπαντος συγχρόνως και με τρόπο διαφορετικό, περιέχοντας όλα τα πρόσωπα του σύμπαντος σ’αυτή τη διαδικασία λήψης-εκπομπής. Άρα, το Πράγμα που αυτά τα σημεία-γεγονότα συνιστούν-καταλύοντάς το, είναι μια πολυδιάστατη συγκεκριμένη δομή τέτοιων στοιχειωδών που καταλύονται-συντιθέμενα και αυτά από άλλα μικρότερα, φτάνοντας ως το ακαριαίο και ακίνητο, μηδενικό και άπειροι, που είναι το έσχατο επίπεδο της παγκόσμιας αντιφατικότητας.
87. Έτσι κάθε θέση του σύμπαντος, όντας μέσα σε μια συγκεκριμένη κλίμακα ροής-αντιρροής-πορευομένων-αντιπορευομένων σημείων, είναι ένας σύνθετος κώδικας λήψης-εκπομπής μηνυμάτων. Αυτή η κλίμακα συνίσταται από απεριόριστες τέτοιες θέσεις που ξεκινούν από θέση μέγιστης λήψης κι ελάχιστης εκπομπής και περνώντας απ’όλες τις διαδοχικά διαφορετικές θέσεις σχέσης λήψης-εκπομπής (όπου μεγαλώνοντας η λήψη αναλόγως μικραίνει η εκπομπή), καταλήγουν στη θέση ελάχιστης λήψης και μέγιστης εκπομπής.
88. Κάθε θέση αυτής της κλίμακας, αποτείνεται στις αφετηρίες όλων των άλλων πιθανών κλιμάκων, ακόμα κι αυτής του ακαριαίου. Έτσι αυτή η ίδια μπορεί ν’αλλάζει διαδοχικά στέλνοντας όλα τα δυνατά μηνύματα αναλόγως.
89. Αυτά τα μηνύματα ξεκινούν από θέση, που αναχωρώντας όλα μαζί συγχρόνως κι έχοντας διαφορετικό κύκλο διαδρομής (διαδοχικά μεγαλύτερο καθένα) ανάλογα με τη συχνότητα λήψης-εκπομπής τους, έχουν καθένα κι ανάλογη ταχύτητα επαναφοράς. Έτσι επιστρέφοντας στην θέση, την επαληθεύουν-διαψεύδοντάς την, όλα μαζί συγχρόνως και με διαφορετικό τρόπο.
90. Η θέση αυτή μπορεί ν’ανήκει συγχρόνως και σ’άλλες κλίμακες συμπεριφοράς, έτσι που η κάθε θέση της κλίμακας μπορεί να εκπέμπει από τη μια συνεχώς το ίδιο μήνυμα, αλλά συγχρόνως απ’την άλλη να εκπέμπει και μια απεριόριστη σειρά μηνυμάτων, αποτεινόμενη ταυτόχρονα και στις αφετηρίες των άλλων κλιμάκων.
91. Στην κλίμακα αυτής της συμπεριφοράς, όπως φαίνεται στο (89), υπάρχει μια κυκλική διαδοχικότητα διαδρομής μηνυμάτων που έχουν διαφορετική συχνότητα αναχώρησης-επιστροφής. Στους πόλους του άξονα της κλίμακας, υπάρχουν οι θέσεις όπου το μήνυμα είναι πάντα εκεί και συγχρόνως στο άπειρο. Αυτό είναι το ακαριαίο κι ακίνητο, το εν δυνάμει Είναι σ’αυτή τη θέση.
το σημείο μέσα στο σύμπαν και το αντίθετό του
92. Το γεγονός που είναι μια θέση μέσα στο σύμπαν, απ'τη μια στέλνει απεριόριστα μηνύματα συγχρόνως, ευρισκόμενο σε συνεχή αλλαγή (αίροντας συνεχώς τον κώδικα μηνυμάτων του, για να μπορεί να διατηρεί τη θέση του), απ’ την άλλη αλλάζει συνεχώς θέση για διατηρεί τον κώδικά του. Αυτό δείχνει ότι το Ένα και Μοναδικό επαληθεύεται απ’την αντιπορεία των Πολλών και Διαφορετικών μέσα απ’Αυτό, ενώ συγχρόνως τα Πολλά επαληθεύονται από την πορεία του Ένός και Μοναδικού, μέσα απ’αυτά. Αυτή η διαδικασία μολονότι εκπροσωπεί Ένα Αντιφατικό Στοιχειώδες, είναι συγχρόνως και ένα Ιδιαίτερο Πρόσωπο του Όλου.
93. Έτσι αυτό που λέμε "στίγμα μέσ’το σύμπαν", απ’τη μια πορεύεται κρατώντας συνεχώς τον κώδικά του, μα αλλάζοντας κλίμακα για να επαληθεύεται απ’τα όμοιά του που βρίσκονται στην ίδια θέση άλλων κλιμάκων, ενώ από την άλλη, αλλάζει συνεχώς κώδικα (με τη διαδικασία της καταλυτικής-σύνθεσης), αλλάζοντας συνεχώς και διαδοχικά θέση στην ίδια του την κλίμακα. Αυτό υποχρεώνει το γεγονός, από τη μια να είναι σταθερά στίγμα πορευόμενο και από την άλλη ένα συνεχώς διαστελλόμενο νέφος.
94. Το στίγμα λοιπόν μέσα στο σύμπαν, είναι μια θολή μονοκοντυλιά η οποία έχει "μύτη" συγκεκριμένη που ταξιδεύοντας αφήνει πίσω της ένα ελλειπτικό, συνεχώς διαστελλόμενο νέφος, που εκτείνεται σε όλο το σύμπαν. Η μύτη αυτού του "στίγματος" πορευόμενη παντοτινά στο σύμπαν, επαληθεύει όλους τους κόκκους του νέφους της ουράς του, επαληθευόμενη συγχρόνως απ'αυτούς.
95. Από αντιφατική άποψη λοιπόν το αντίθετο σε κάτι είναι η απεριόριστη πολλαπλότητα που είναι το σύμπαν, όπως διαμορφώνεται έναντι της μοναδικότητας που εκπροσωπεί την κάθε φορά αυτό που είναι το Ένα συγκεκριμένο γεγονός. Δηλαδή το αντίθετο στο συγκεκριμένο-Ένα, δεν μπορεί να είναι απλά το Μείον Ένα, αλλά μια απεριόριστη σειρά από σχετικά όμοια και διαδοχικά διαφοροποιούμενα, που περιέχοντας και τον ίδιο τον εαυτό, υπό συνθήκες θα μπορούσε να παίξει το ρόλο του Μείον Ένα μια συγκεκριμένη στιγμή.
96. Αντιφατικά, το αντίθετο σε κάτι, ξεκινά πολύ βαθιά μέσα απ’τον εαυτό και χωρίς ν’αφήνει περιθώριο ανεξαρτησίας, πορεύεται πολύ μακριά έξω απ’αυτόν, κάνοντας απεριόριστες διαδρομές αναχώρησης-επιστροφής. Έτσι επαληθεύει-διαψεύδοντας τον εαυτό σε μια σχέση συνεχώς μεταβαλλόμενη και αντιφατική.
97. Καθένα απ’την απεριόριστη σειρά ομοίων που υπάρχουν ταυτόχρονα, μπορεί να λογίζεται ως ξεχωριστή θέση-εκκίνησης κάποιας άλλης κλίμακας. Αλλά στην κατάσταση του ταυτόχρονου, αλληλο-επαληθεύεται με τ’άλλα όμοια σ’όλες τις θέσεις, που συνιστούν τον Συμπαντιακό του Αντίλογο, εκτός αυτών που εκείνη τη στιγμή παίζουν ρόλο εκκίνησης άλλων κλιμάκων. Έτσι μπορούμε να έχουμε ευκαιριακά διακριτές μονάδες, όπως το Ένα (που είναι έτσι ακριβώς όπως το ορίσαμε την αντιφατική μονάδα πριν) ή το Δύο, το Τρία κ.λπ. που είναι κι αυτά ίδιες καταστάσεις (αντιφατικές μονάδες), αλλά με δεδομένη τη διαφορετική εκκίνηση κλίμακας.
ΕΝΑ ΑΝΤΙΦΑΤΙΚΟ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
98. Θα μπορούσαμε να φανταστούμε έναν κόσμο, που θα είχε ως υπόβαθρο ένα πλέγμα τέτοιων κομβικών στοιχειωδών θέσεων, που θα συνιστούσαν μιαν αντιφατική ενότητα. Κάθε τέτοια κομβική θέση ροής-αντιρροής-λήψης-εκπομπής υπογεγονότων, μπορεί να είναι μια ξεχωριστή οντότητα (πράγμα), που συντίθεται απ’αυτή τη συγκεκριμένη πλοκή.
99. Αυτά τα υπογεγονότα, που η ροή-αντιρροή τους συνιστά τα γεγονότα, είναι μηνύματα λήψης-εκπομπής, που εκπροσωπούν το δυναμικό υπόβαθρο του αντιφατικού πλέγματος, παίζοντας ρόλο ενέργειας για τις συγκεκριμένες οντότητες του πλέγματος αυτού.
100. Κάθε γεγονός, οντότητα ή πράγμα, συνίσταται από κάποιο σύνολο κομβικών θέσεων του πλέγματος αυτού, που λαμβάνει-εκπέμποντας μηνύματα στο σύμπαν κι απ’το σύμπαν. Έτσι για κάθε συγκεκριμένη-συνεκτική (συγκεντρωτική) "Εδώ-Δομή" κάποιου πράγματος ή γεγονότος, μπορεί να υπάρχει και μια ανάλογη συγκεκριμένη αποκεντρωτική "Άπω-Δομή", που να περιλαμβάνει όλο αυτό το συγκεκριμένο "νέφος" αναχώρησης-επιστροφής μηνυμάτων.
101. Αυτό σημαίνει ότι κάθε γεγονός έχει ένα συγκεκριμένο "Συμπαντιακό Αντίλογο", που είναι η εκάστοτε "στιγμιαία άπω-δομική-δομή" του στο απώτατο σύμπαν. Και αυτό το απύθμενο υλικό πλέγμα ως συνειδητό για τον άνθρωπο, θα μπορούσαμε να το ονομάσουμε πνεύμα ή ψυχή.
102. Ο συνεχής διάλογος "Εδώ" και "Άπω" κάθε πράγματος και γεγονότος, είναι αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί "υπόσταση" του γεγονότος και θα μπορούσε να έχει κάποια όρια που να συνιστούν το συγκεκριμένο Είναι του. Επίσης κάθε αλλαγή στο "Εδώ" δε μπορεί παρά ν’ανταποκρίνεται σε μιαν ανάλογη αλλαγή στο "Άπω" κι αντίθετα. (Ίσως κάποτε, γνωρίζοντας τις ακριβείς "συντεταγμένες" των σχέσεων "Εδώ" και "Άπω", κάποιου σώματος θα μπορούμε να επεμβαίνουμε διορθώνοντας καταστάσεις ή δυσλειτουργίες σ’όλο το σύστημα ακόμα και στον οργανισμό των ανθρώπων).
103. Τα όρια αυτού του συγκεκριμένου που συνιστούν ευκαιριακά το γεγονός σαν πεπερασμένο, ανά πάσα στιγμή παραβιάζονται, αφού κάθε στοιχειώδες κάθε γεγονότος, "κοινωνεί" του δυναμικού αντιφατικού στοιχειώδους, που σαν "έσχατο" υπόβαθρο, είναι η αντιφατικότητα γυμνή, το μηδενικό και άπειρο, το ακαριαίο και ακίνητο, περιέχοντας μια μοναδική μορφή του Όλου κάθε συγκεκριμένη στιγμή, που είναι απειροστική.
104. Έτσι, αν μια οντότητα που βρίσκεται σε μια κομβική θέση ή σύνολο κομβικών θέσεων του πλέγματος αυτού, δεχτεί πέραν της ενέργειας που δικαιούται για να βρίσκεται στη δεδομένη θέση, καταλύεται-εισερχόμενη στο αντιφατικό υπόβαθρο κι ανασυντίθεται σχεδόν ακαριαία στη θέση που δικαιούται ενεργειακά. (Μ’αυτό τον τρόπο θα μπορούσαν να γίνουν μετακινήσεις μέσα σ’ένα παγκόσμιο πλέγμα τέτοιων κομβικών θέσεων, όπου ένα σώμα θα καταλύεται σ’ένα πλέγμα τέτοιων κομβικών θέσεων και "κατερχόμενο" στο πλέγμα του "ακίνητου και ακαριαίου", θ’ανασυντίθεται "ανερχόμενο" σ’επιθυμητή θέση άλλου πλέγματος τέτοιων κομβικών θέσεων σχεδόν ακαριαία).
105. Υπ’αυτή την έννοια, ο κόσμος είναι πλέγμα ανταλλαγής πληροφοριών που η πλοκή του είναι το Γίγνεσθαι ως Ουσία.
106. Μια τυπική διαλεκτική διεργασία, υπ’αυτή την έννοια, θα θεωρούσε την Ταυτότητα ως ένα εν εξελίξει καταλυτικο-συνθετικό γεγονός, όπως είναι η αντιφατική μονάδα και με τον τρόπο που παρουσιάστηκε γενικά σ’αυτή την εργασία. Έτσι η αρχή της ταυτότητας, η τόσο αναγκαία για τις συγκριτικές διεργασίες της Λογικής, θα επέστρεφε ως αρχή της αντιφατικής ταυτότητας.
107. Επειδή η αντιφατική ταυτότητα, όπως δείξαμε μπορεί να περιέχει και ένα πρόσωπο του όλου, για να μπορεί να λειτουργήσει ορθολογικά το εύρος της θα πρέπει να ορίζεται απ’το είδος της έρευνας, το είδος των εμπλεκομένων μονάδων και τις ανάλογες αφετηρίες και αντιστοιχίες αυτών των μονάδων σ’άλλες παράλληλες κλίμακες.
108. Έτσι αφηρημένα θα μπορούσε να λεχθεί, ότι το γίγνεσθαι που αφορά το εύρος της αντιφατικής ταυτότητας κάθε συγκεκριμένη φορά, θα είναι ένα είδος καταλυτικο-συνθετικής διεργασίας, όπου η τυπικότητα θα υπερβαίνεται από το περιεχόμενο της εκάστοτε πραγματικότητας.
109. Για να μπορεί να πραγματοποιηθεί μια τέτοια αντιφατικο-ορθολογική διεργασία, θα πρέπει να έχουν συνταχτεί ιδεατοί πίνακες ροής-αντιρροής-λήψης-εκπομπής (σαν αυτούς που αφηρημένα και χωρίς υπολογιστικά όργανα συνέταξα εδώ, τα οποία προηγουμένως ονόμασα "πλέγματα κομβικών θέσεων ροής-αντιρροής μηνυμάτων"), που θα μπορούν ολοκληρωμένα να περιέχουν όλο το φάσμα αυτού του αντιφατικού γίγνεσθαι.
110. Για τη σύνταξη τέτοιων πινάκων, πρέπει να οργανωθεί μια Αντιφατική Γεωμετρία με τους όρους που αναφέραμε πριν. Για κάθε μια συγκεκριμένη περίσταση ένταξης ενός γεγονότος στις συντεταγμένες κάποιου τέτοιου πίνακα, πρέπει να ορίζονται τα προσεγγιστικά όρια της αντιφατικής ταυτότητας του γεγονότος, ανάλογα με την έρευνα και το γεγονός που διερευνάται.
111. Η αντιφατική μονάδα για την οποία μιλάμε, είναι δυνατόν να παίρνει συγκεκριμένο νόημα, κάθε φορά που ορίζεται η θέση εκκίνησης του υποθετικού σημείου στην κλίμακα αναφοράς που θα εξυπηρετούσε μια συγκεκριμένη έρευνα.
112. Αυτή η θέση εκκίνησης, η οποία θα μπορούσε να είναι η εκκίνηση για κάποιο καθορισμένο σύστημα αναφοράς, την ίδια στιγμή θα μπορούσε να σχετίζεται και με όλα τ’άλλα απεριόριστα και πορευόμενα σημεία άλλων συστημάτων αναφοράς με διαφορετικό τρόπο για το καθένα.
113. Aυτά τα συστήματα αναφοράς, συνιστούν "ξέχωρες" αντιφατικές ταυτότητες που στο βάθος του διαχωρισμού και της αντικειμενικότητάς τους, έχουν κρυμμένη την ενότητα της συμμετοχής τους στο έσχατο (ακίνητο και ακαριαίο) καταλυτικο-συνθετικό επίπεδο του παγκοσμίου γίγνεσθαι, που είναι η αντιφατικότητα γυμνή και το εν δυνάμει Είναι. Έτσι η αντικειμενικότητά τους είναι συμβατική, αφού συνεχώς αίρεται.
114. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι όλες αυτές οι Μονάδες που θα μπορούσαν να φανούν ως ευκαιριακά αυτόνομες (ταυτότητες), όταν αγγίζουν τις θέσεις των πόλων των κλιμάκων τους, φέρουν στην επιφάνεια το στοιχείο του ακαριαίου και ακίνητου. (Αυτό το οποίο αναφέραμε ως συγχρόνως μηδενικό και άπειρο, εν δυνάμει, ενότητα του Όλου, αντιφατικότητα ως ουσία, όπου εκεί κάθε αντικειμενικότητα και αυτονομία αίρεται).
αντιφατική γεωμετρία και αντιφατική βιο-χαρτογραφία
115. Όλα τα σημεία ταυτόχρονης εκκίνησης, αναχωρούν για το σύμπαν επιστρέφοντας στις θέσεις εκκίνησης, ή οι θέσεις εκκίνησης στέλνουν μηνύματα στο σύμπαν λαμβάνοντας από αυτό. Αυτά συνιστούν σχέσεις επαλήθευσης-διάψευσης των θέσεων της δικής τους κλίμακας αλλά και όλων των άλλων κλιμάκων, εκτός των θέσεων των κλιμάκων που για εκείνη τη στιγμή λογίζονται ως ταυτόχρονης εκκίνησης, με τις οποίες συμβατικά δεν σχετίζονται. Έτσι αναδύονται όρια που αναδεικνύονται ξέχωρα το Ένα, το Δύο, το Tρία κ.λπ.
116. Θα μπορούσε λοιπόν κάποιος να υποθέσει κάποιο αιτιοκρατημένο και οργανωμένο γίγνεσθαι, το οποίο να σχετίζεται με τις θέσεις εκκίνησης, τα συστήματα αναφοράς, τη διάρκεια της έρευνας και τον τρόπο που θα συμπεριφέροντο τα μηνύματα αναχώρησης-επιστροφής σ’αυτό το γίγνεσθαι.
117. Η εργασία αυτή, θα μπορούσε να είναι η επιστήμη, που θα ιχνηλατούσε και θα οργάνωνε μιαν Οικουμενική Βιο-Χαρτογράφηση, για το πως συνίσταται η ενότητα του Μεγάλου με το Μικρό. Αυτή είναι η Αντιφατική Μοναδολογία κι η Αντιφατική Βιο-Γεωμετρία που μόνο μέσα στα όριά της, μπορεί να περιγραφεί η Αντιφατική Tαυτότητα και κατά συνέπεια ο Αντιφατικός Ορθολογισμός.
118. Αυτή η φανταστική ιστορία του πορευομένου ευθύγραμμα και ομαλά σημείου, σ’όλη της την ανάπτυξη, είναι ο χαρακτηρισμός της Αντιφατικής Μονάδας ή του Αντιφατικού Στοιχειώδους, που είναι η Αντιφατική Ταυτότητα.
119. Από αυτό το αντιφατικό γίγνεσθαι και το χαρακτηρισμό της αντιφατικής ταυτότητας, αναδύεται και η Αρχή της Αντιφατικής Αιτιότητας.
120. Η αντιφατική αιτιότητα δεν είναι μονοδιάστατη, εκεί το αίτιο και το αιτιακό αποτέλεσμα λειτουργούν σταδιακά αμφίδρομα ή καί αμφίδρομα, ανάλογα με τις "αντιθέσεις" και τη "διάρκεια" που συνιστά το εκάστοτε συγκεκριμένο αντιφατικό γίγνεσθαι. Όπως τονίσαμε, στην Ορθολογική διαδικασία τα αντίθετα διαλέγονται χωρίς να παραβιάζουν τα όρια που υπάρχουν μεταξύ τους, δηλαδή τα όρια της ταυτότητάς τους. Έτσι αποκαθάρουν τη λογική διεργασία απ’τη συμμετοχή του Μη-Είναι μέσα της, που ορθολογικά θεωρείται το στοιχείο του ψεύδους της αντιφατικότητας και του αληθινού γίγνεσθαι. Ενώ στη Διαλεκτική (αντιφατική) διαδικασία τ’αντίθετα αλληλο-προεκτείνονται το ένα μέσα στ’άλλο χωρίς ν’αφήνουν περιθώρια ανεξαρτησίας μεταξύ τους και έτσι η αλληλεπίδραση είναι αμφίδρομη. Σε παράκεντρες όμως καταστάσεις, όπου τα θεωρούμενα ως αντίθετα μπορεί κοινωνούν και μ’άλλα αντιφατικά συστήματα, μπορεί να υπάρξει ευκαιριακά κάποια αιτιακή προτεραιότητα, χωρίς όμως να αποκλείεται και η αμφίδρομη διεργασία, αφού όλα συγχρόνως κοινωνούν με το έσχατο επίπεδο του ακίνητου και ακαριαίου, που είναι η αντιφατικότητα γυμνή, το Εν Δυνάμει Είναι. Απ'όπου απορρέουν οι αρχές "της αντιφατικής σχετικότητας των αντιθέτων" και "της αμφίδρομης αιτιότητας". Εκεί η αλυσίδα της αιτίας ως αμφίδρομη, προϋποθέτει: αιτία κι αποτέλεσμα να αλληλοκαταλύονται-αλληλοσυντιθέμενα, έχοντας απεριόριστες διαστάσεις οι οποίες καταλήγουν τελικά στο Ακαριαίο και Ακίνητο, Μηδενικό και Άπειρο, το Εν Δυνάμει Είναι, δηλαδή την Αντιφατικότητα Γυμνή. Εκεί η Αιτιότητα συνίσταται από το γίγνεσθαι αναχωρήσεων-επιστροφών, όπως έχει χαρακτηριστεί στη διάρκεια αυτής της εργασίας.
121. Η αμφίδρομη διεργασία, είναι αυτή του ακαριαίου και ακινήτου, η οποία δε μπορεί να λείψει ποτέ, όντας το στοιχείο του απειροστικού υπόβαθρου μέσα σε κάθε λογική διεργασία. Έτσι η αιτιακή διεργασία ξεκινά από την "αυτό-αλληλεπίδραση", πολύ βαθιά μέσ’τον ίδιο του τον εαυτό, (χωρίς να αφήνει κανένα περιθώριο απαραβίαστο) και ταξιδεύοντας έξω απ’αυτόν, παραβιάζει τα όρια των άλλων που μπορεί να θεωρηθούν αντίθετα κάθε συγκεκριμένη στιγμή. Ανάλογα με το βαθμό της αντίθεσής τους, για κάθε αντίθεση ορίζεται κι η ανάλογη παραβίαση. Αυτή η παραβίαση μπορεί κάποιες φορές να είναι τέτοια που να αφήνει κάποιο απαραβίαστο μέρος στο θεωρούμενο ως αντίθετο και γι'αυτό μπορεί να λειτουργεί κι ο ορθολογισμός, ως ένα σημείο.
122. Γενικά όμως ονομάζεται αντιφατικός ορθολογισμός, γιατί μαζί με την ακαριαία συγκριτική διαδικασία (που είναι η ακαριαία αλληλεπίδραση άρα και αντιφατική), υπάρχει κι ένα περιθώριο αντιθετικής (ορθολογικής) διεργασίας μέσ’τα όρια της αντιφατικότητας.
123. Σ’αυτή τη συγκριτική κι αιτιακή διεργασία, όλα εξαρτώνται απ’τα όρια που θα τεθούν στην αντιφατική ταυτότητα κι απ’την αντιθετική "αξία" των σκελών της αντιφατικής σχέσης. Όμως δεν πρέπει ποτέ να ξεχνιέται πως οι σχέσεις εκεί είναι συμβατικές και σχετικές με το γίγνεσθαι που συνιστούν όλοι οι παράγοντες της αντιφατικής σχέσης.
124. Η εργασία αυτή ακολουθείται από την αδυναμία ότι έχει την ανάγκη της αμεσότητας και της πράξης, αφού δεν μπορεί να γίνεται απόλυτα κατανοητή με τα λόγια. Ακόμα προϋποθέτει μιαν άλλη αντίληψη, περί Χώρου, Χρόνου, Γίγνεσθαι και Είναι αλλά και μιαν αντιφατικο-γεωμετρική μαθηματική στήριξη την οποία δεν είμαι σε θέση να πραγματοποιήσω.
125. Όλη αυτή τη φανταστική ιστορία του πορευομένου ευθύγραμμα και ομαλά σημείου, σ’όλη της την ανάπτυξη, την οποία χαρακτήρισα αντιφατική ταυτότητα, αντιφατικό στοιχειώδες ή αντιφατική μονάδα, πρέπει να λάβει υπόψιν της η σύγχρονη επιστήμη, αν θέλει να βαδίσει στο Νέο.
126. Υπ’ αυτή την έννοια η γλώσσα της επιστήμης πρέπει να συμπέσει με τη γλώσσα της Αντιφατικής Βιογεωμετρίας, όπου ο κόσμος θα είναι βιοχαρτο-γραφημένος στους ανάλογους πίνακες οι οποίοι θα ορίζονται από τα ανάλογα αντιφατικά συστήματα ροής-αντιρροής-λήψης-εκπομπής. Θα υπάρξει κι εδώ μια γλωσσική αντιφατική σύνταξη, που θα παίρνει υπόψιν το αντιφατικό στοιχειώδες. Ακόμα πρέπει να πάρει υπόψιν τον τρόπο που οριοθετήθηκε η αντιφατική σκέψη, γονιμοποιώντας την έννοια του αντιφατικού στοιχειώδους.
127. Από κει και πέρα όλες οι επιστήμες θα πρέπει να ξανακοιταχτούν, παίρνοντας υπόψιν τον αντιφατικό τρόπο βιο-χαρτογράφησης του κόσμου. Έτσι η Επιστήμη θα γίνει Μία και θα συμπέσει με τη Φιλοσοφία, με τη διαλεκτική ως ουσία, δηλαδή την αντιφατικο-ορθολογική λογικο-γλωσσική σύνταξη.
Ως Επίλογος, μια επισήμανση για τον αντιφατικό χώρο και χρόνο:
Τονίζω ξανά ότι από αντιφατική όψη, ο Χρόνος δεν είναι διάρκεια μα ούτε κι ο Χώρος έκταση. Στο επίπεδο αυτό του κόσμου μας, Χρόνος είναι η συχνότητα επανάληψης υπογεγονότων (χωρικών μέτρων) σε θέση και Χώρος το μήκος κύματος ή το μέγεθος διασποράς των χωρικών μέτρων προς επανάληψη. Έτσι σ’αυτό τον κόσμο που θα μπορούσε να είναι ο κβαντικός και ο οποίος σχετίζεται με φωτόνια ή κβάντα ενεργείας, με συχνότητες και μήκη κυμάτων, πρέπει να δεχτούμε ότι ο Χώρος και ο Χρόνος συνιστούν μια γενεσιουργό ενότητα με τα Γεγονότα (το Είναι), ενώ η ταχύτητα είναι κάτι άλλο από ό,τι έχουμε αποδεχθεί. Πιθανόν η ταχύτητα εκεί δεν εκπροσωπεί τη μετακίνηση μιας ταυτότητας, αφού τα καταλυτικο-συνθετικά γεγονότα αλλάζουν βίαια και γρήγορα όντας Άλλα-Αλλού. Εκεί η ταχύτητα εκπροσωπεί την μεταβλητότητα του γεγονότος συνεχώς σε άλλο όμοιο κι ανόμοιο με τον εαυτό του. Θα μπορούσαμε λοιπόν να πούμε ότι το φωτόνιο, υπάρχοντας καταλυτικο-συνθετικά, δε μπορεί να έχει ταχύτητα, αφού ουσιαστικά κάθε στιγμή είναι Άλλο-Αλλού-Όμοιο μ' αυτό που ήταν. Όλα τα παράδοξα της Θεωρίας της Σχετικότητας πιθανόν οφείλονται στο γεγονός ότι το φωτόνιο είναι μια κβαντική οντότητα που εμείς παράνομα ορίζουμε στα όρια της Νευτώνειας αντικειμενικότητας. Το ίδιο μπορεί να συμβαίνει και στην "αβεβαιότητα" που διέπει τις μετρήσεις συζυγών ιδιοτήτων κβαντικών αντικειμένων: Στριμώχνουμε τη συχνότητα και το μήκος κύματος που είναι ο Χρόνος και ο Χώρος ενός κβαντικού αντικειμένου όπου η ορθολογική αντικειμενικότητα και ο ντετερμινισμός καταργούνται με τον χρόνο (διάρκεια) και τον χώρο (έκταση) της Νευτώνειας διάστασης, όπου η αντικειμενικότητα και ο ντετερμινισμός βασιλεύουν.
Ουσιαστικά το φωτόνιο που αποδεχόμαστε ότι διαθέτει ταχύτητα, ως κβαντικό γεγονός δεν μπορεί, αφού είναι συνεχώς άλλο-αλλού. Αυτό όμως δεν υπολογίζεται ούτε στη Θεωρία της Σχετικότητας από τον Αϊνστάιν, ούτε στην εξίσωση του Σρέντιγκερ για τη μέτρηση της ταχύτητας και θέσης των κβαντικών «αντικειμένων»
ΤΕΛΙΚΗ ΕΠΙΣΉΜΑΝΣΗ:
Τονίζω ξανά ότι: Η επιστήμη δεν θα προχωρήσει άλλο θεωρητικά αν δε λάβει σοβαρά υπ’όψιν τη πρόταση περί Αντιφατικού Στοιχειώδους, περί Αντιφατικής Ταυτότητας και περί Αντιφατικό Ορθολογισμό ή Αντιφατικής Μοναδολογίας, όπως προτείνεται σ’αυτή την εργασία και σε μια σειρά άλλες εργασίες που έχω εκπονήσει ή σε πιθανές κάποιες άλλες ανάλογες εργασίες άλλων, ίσως πιο σωστά τοποθετημένες από εμένα και με την ανάλογη μαθηματική κάλυψη. Επειδή ο κόσμος είναι ένα δυναμικό γεγονός έχον αντιφατική φύση, που για να μπορεί να ερμηνευτεί ως τέτοιο, χρειάζεται έναν ορθολογισμό που να λαμβάνει υπόψιν τον κόσμο αντιφατικά.
Είναι ανάγκη λοιπόν νέοι διανοητές και μαθηματικοί να παραμερίσουν τη γνώση τους, χρησιμοποιώντας την επαναστατικότητα και τη δυναμική της διάνοιάς τους και ν’ασχοληθούν με την εργασία αυτή, ως ξεκίνημα για ένα μακρύ ταξίδι στο Νέο. Θα πρέπει να δημιουργηθεί ένας νέος μαθηματικός λόγος, που να στηρίζει τους πίνακες των μοντέλων που θα περιγράφουν τον κόσμο μας ως καταλυτικο-συνθετικό γίγνεσθαι. Τότε όλες οι επιστήμες θα πρέπει να μπουν σε μιαν άλλη θεωρητική βάση και λογική, που να λαμβάνει υπόψιν την καταλυτική-συνθετότητα της ταυτότητας των όντων και έτσι θα οργανωθούν ξανά από την αρχή.
Η μαθηματική αυτή γλώσσα θα στηρίζεται στην λογικο-γλωσσική σύνταξη που θα έχει σαν βασικό κορμό τους υποθετικούς αντιφατικούς πίνακες, για τους οποίους προϊδεάζω τον αναγνώστη, προτείνοντας την λειτουργία αυτού του αντιφατικού μοντέλου ως "Αντιφατική Μοναδολογία και Οικουμενική Βιοχαρτογραφία".
Ας μην ξεχνάμε ότι η Φύση είναι πολύ πιο “δημοκρατική” από μας, για το ίδιο θέμα έχει περισσότερες από δύο απαντήσεις, κάποιες φορές κι αντίθετες. Μπορεί να είναι ορθολογικά αντικειμενική, αλλά συγχρόνως Διαλεκτικά αντιφατική.
ΒΑΘΥΤΕΡΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ:
ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΣΚΕΨΗ
ΑΝΤΙΦΑΤΙΚΗ ΜΟΝΑΔΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΒΙΟΧΑΡΤΟΓΡΑΦΙΑ
Το μέρος αυτής της εργασίας "Αντιφατική Μοναδολογία" χρειάζεται μαθηματική διατύπωση.
περιεχόμενα:
Διαλεκτική Σκέψη . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .. . . . . . . . . . . . . . . . .9
Εισαγωγή στην Προσωκρατική Σκέψη ― Λάο Τσε. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .16
Εγελιανή Διαλεκτική. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .40
Η Πράξη της Μέτρησης στην Κβαντομηχανική και η Φιλοσοφική της Διάσταση . . . . . . .46
Αντιφατική Λογικο-Γλωσσική Σύνταξη. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 67
Η πραγματεία Αντιφατική Μοναδολογία και Αντιφατική Λογικο-γλωσσική Σύνταξη είναι επαναδιαπραγμά-τευση των εργασιών μου «Η Αντιφατικότητα είναι η Κίνηση κι η Υλικότητα» Εκ.Δωδώνη1983 και «Λογική Γλώσσα και Πράξη» Εκδ. Δωδώνη1994.
Η ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΣΚΕΨΗ
ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ: Λέγεται ότι η λέξη διαλεκτική κατάγεται ετυμολογικά, απ’τον διάλογο. Αυτός όμως ο ορισμός είναι έωλος για να στηριχτεί μια τόσο σημαντική φιλοσοφική πρόταση. Τότε, η διαλεκτική θα λεγόταν "διαλογική". Οι προσωκρατικοί που είναι αναμφισβήτητα οι πρώτοι κι οι πιο συνεπείς "διαλεκτικοί", την διαλεκτική ονόμαζαν "Λόγο". (Στο Liddell και Scott, "διάλεκτος" είναι η γλώσσα, λαλουμένη έν τινι ιδιαιτέρω τύπω). Ο Λόγος (η Διαλεκτική) ήταν μια Διάλεκτος, μια ειδική γλώσσα μέσα στη τρέχουσα γλώσσα, μια αντιφατική λογικο-γλωσσική σύνταξη. Ο Λόγος, σαν διαδικασία ειδικής λογικο-γλωσσικής σύνταξης, προϋποθέτει την αλληλοδιείσδυση των αντιθέτων εννοιών και τελικά την εσωτερική διείσδυση κάθε έννοιας μέσ'τον ίδιο της τον εαυτό, συνιστώντας μιαν αντιφατική ενότητα και σχέση, με ανάλογο ποσοτικο-ποιοτικό Μέτρο. Δεν είναι απλά ο διάλογος που χαρακτηρίζει τη διαλεκτική σκέψη, αλλά οι μηχανισμοί της που γεννούν αντιφατικές ενότητες με Μέτρο. Όταν το Μέτρο σχέσης των σκελών της αντιφατικής ενότητας διαταράσσεται, η αντιφατική ενότητα μεταλλάσσεται σε κάτι Άλλο. Εξάλλου ο Διάλογος δεν χαρακτηρίζει μόνο τη διαλεκτική αλλά και τον ορθολογισμό.
ΕΙΣΑΓΩΓΗ:
Το έργο μου Διαλεκτική Υλιστική Σκέψη βασίζεται στην αντιφατική αντίληψη για το γίγνεσθαι του κόσμου. Έτσι κατά την διαλογική ακολουθία συνήθως πατά συγχρόνως στην άρνηση και την κατάφαση. Αυτό μολονότι λογικά δικαιολογείται κατά την εξέλιξη του έργου, δυσκολεύει τον τυπικό αναγνώστη που έχει διαμορφώσει χαρακτήρα και νοητικό ήθος μέσ’τα πλαίσια της ορθολογικής αντικειμενικότητας και του ντετερμινισμού. Προτείνω λοιπόν στον αναγνώστη να εντείνει την προσπάθειά του στην αρχή κι ειδικά στο μέρος περί της προσωκρατικής διαλεκτικής και σίγουρα θ’ανταμειφθεί.
Η συνειδητή διαλεκτική σκέψη είναι μια περιπέτεια της νόησης που ξεκίνησε απ’τον Αναξίμανδρο, πέρασε στον Ηράκλειτο κι ολοκληρώθηκε στο Ζήνωνα. Επειδή τα έργα αυτών των διανοητών έφτασαν σ’εμάς αποσπασματικά, η Διαλεκτική τους είναι ντυμένη μ’ένα πυκνό νέφος αμφιβολιών· έτσι για αιώνες είχε απαξιωθεί, παρανοηθεί ή συγχέετο με τη σοφιστική. Ακόμα, δεν είχε δώσει ένα χρήσιμο τυπικό λογικό εργαλείο, όπως αυτό του Αριστοτέλη για τον ορθολογισμό. Αυτή όμως η κατάσταση, με την είσοδο της Κβαντομηχανικής και της Θεωρίας της Σχετικότητας στο επιστημονικό προσκήνιο, άλλαξε, αφού εκεί η τυπική λογική, ο ντετερμινισμός κι η νευτώνεια ορθολογική αντικειμενικότητα, αμφισβητούνται βίαια, γιατί δεν μπορούν να περιγράψουν το κόσμο με ακρίβεια. Έτσι αναζητείται λύση σ’ένα είδος διαλεκτικής, που όμως δε μπόρεσε να δοθεί ως τώρα, αφού η “Επιστήμη της Λογικής” του Χέγκελ, θεωρούμενη ως η πιο σύγχρονη κι ολοκληρωμένη, δεν εκπλήρωσε τις υποσχέσεις της και τα καθήκοντά της. Έτσι αιωρείται η αναζήτηση μιας Διαλεκτικής Σκέψης κι ενός τυπικού διαλεκτικού λογικό-γλωσσικού εργαλείου για την επιστημονική έρευνα, που να συμφωνεί με τη σύγχρονη επιστήμη.
Η εργασία αυτή, χωρίζει το ταξίδι ως την ολοκλήρωση της Διαλεκτικής Σκέψης, σε τρία στάδια: Πρώτο είναι η προσέγγιση της αντιφατικής λογικο-γλωσσικής σύνταξης των Αναξίμανδρου, Ηράκλειτου και Ζήνωνα, χωρίς να ξεχνά τ’αποφθέγματα του Λάο-Τσε. Δεύτερο, η φιλοσοφική διάσταση της πράξης της μέτρησης στην κβαντομηχανική. Τρίτο η πρόταση για μιαν Αντιφατική Μοναδολογία, δηλαδή έναν Αντιφατικού Ορθολογισμού.
Τα δύο πρώτα συνιστούν μακροσκελή πρόλογο για το μικρό τρίτο μέρος περί Αντιφατικής Μοναδολογίας, το οποίο είναι και το κυρίως έργο όπου τίθενται οι βάσεις για μιαν Αντιφατική Λογικο-γλωσσική ορθολογική τυπικότητα, δηλαδή μια Διαλεκτική Λογική.
Επειδή η εργασία αυτή είναι ορατή μέσα απ’το πρίσμα της προσωκρατικής διαλεκτικής αντιφατικότητας και είναι συγχρόνως φόρος τιμής στους προσωκρατικούς, μολονότι άκομψο, σκόπιμα επαναλαμβάνω συχνά ορισμένα τους σημαδιακά αποφθέγματα. Αυτό θεωρώ αναγκαίο επειδή βοηθούν στην αποκωδικοποίηση της αντιφατικότητας της διαλεκτικής.
Ως ξεκίνημα της εργασίας παραθέτω κάποια διαλεκτικά αποφθέγματα των Αναξίμανδρου, Ηράκλειτου, Ζήνωνα, Λάο-Τσε και Αϊσντάιν, που οδηγούν εξαρχής τον αναγνώστη στην αντιφατικότητα της διαλεκτικής σκέψης. Αυτά μολονότι απ’τον ασκημένο στην αντιφατικότητα γίνονται άμεσα αποδεκτά, απ’τον αμάθητο θα διαλευκανθούν μετά την ανάπτυξη της προσωκρατικής διαλεκτικής:
―Η πίστη οδηγεί στην άγνοια.
1. Η μεγάλη ευθεία οφείλει να είναι κυρτή.
2. Το μεγάλο τετράγωνο δεν έχει γωνίες.
3. Ο κύκλος είναι πολύγωνο απείρου αριθμού γωνιών.
4. Στον ίδιο ποταμό μπαίνουμε και δε μπαίνουμε, είμαστε και δεν είμαστε. Την ίδια ουσία δεν ξαναγγίζουμε, γιατί όλα αλλάζουν βίαια και γρήγορα, καταλύονται-συντιθέμενα συγχρόνως, Είναι-ΜηΌντας.
5. Το κινούμενο ευθύγραμμα και ομαλά γυρίζει στη θέση που ξεκίνησε.
6. Το κινούμενο δεν κινείται ούτε στον τόπο που βρίσκεται, ούτε στον τόπο που δεν βρίσκεται.
7. Ό,τι τείνει στο μηδέν τείνει στο άπειρο. Το ακαριαίο είναι το ακίνητο.
8. Το ίδιο το φως είναι σκοτεινό.
9. Αρχή και στοιχείο των όντων είναι το άπειρο.
10. Το τέλειο είναι ατελές. Το πεπερασμένο είναι δυναμικά το άπειρο.
―Αυτόν τον κόσμο που είναι ίδιος για όλους, δεν τον έφτιαξε ούτε θεός ούτε άνθρωπος, ήταν, είναι και θα είναι αείζωον πυρ που αναβοσβήνει με μέτρο.
Μολονότι η Διαλεκτική είναι αντιφατική, επειδή υπάρχει εμμονή για την ύπαρξη και μιας αντιθετικής Διαλεκτικής, καταχρηστικά θα δεχτούμε ότι αυτές είναι δύο ειδών και θα περιγράψουμε τις αρχές τους:
Α. Η αντιθετική διαλεκτική, η οποία δέχεται ότι στο βάθος ο κόσμος κι η λογικο-γλωσσική σύνταξη που τον περιγράφει συντίθεται από μια σειρά έσχατα αναλλοίωτα στοιχειώδη (γνώσιμα ή όχι), που αλληλεπιδρούν χωρίς να παραβιάζουν τα όρια μεταξύ τους, συνιστώντας ένα αντικειμενικό ορθολογικό δυναμικό-διαφορικό σύστημα. Αυτό το λογικο-γλωσσικό σύστημα προϋποθέτει, έχον-τας απόλυτους όρους λειτουργίας, από μια στιγμή και μετά, την επ’άπειρον επανάληψη μιας συγκεκριμένης, τετελεσμένης, πεπερασμένης προδιαγεγραμμένης σειράς παιγνίων, τα οποία μπορούν να ονομαστούν «συνθετικά πρότυπα του τέλους». Αυτά τα παίγνια είναι και τα όρια του συστήματος, που όμως βρίσκονται εκεί ιδεατά εκ των προτέρων, περιμένοντας την πραγματοποίησή τους απ’την ακολουθία της λειτουργίας του.
Ο Αριστοτέλης τη διαδικασία αυτή, είχε ονομάσει Εντελέχεια. Το σύστημα αυτό είναι πεπερασμένο, κλειστό, τελεολογικό, μιας ορθολογικής αντικειμενικότητας με όρους και όρια απόλυτα προκαθορισμένα, που προϋποθέτει την ύπαρξη ενός «Κόσμου Ιδεών», του οποίου το φαινομενικό γίγνεσθαι περιμένει ν’αναφανεί από την εξέλιξη της λειτουργίας αυτού του ορθολογικού δυναμικού συστήματος.
Β. Η Αντιφατική Διαλεκτική, η οποία δέχεται ότι στο βάθος ο κόσμος κι η λογικογλώσσική σύνταξη που τον περιγράφει, είναι Όλον σε συνεχή εξέλιξη. Γι’αυτό δεν συντίθεται από έσχατα κι αναλλοίωτα στοιχειώδη, αλλά από αντιφατικά κι αυτοαναιρούμενα, τα οποία αλληλεπιδρώντας, δεν αφήνουν απαραβίαστα περιθώρια μεταξύ τους. Στον αντιφατικό αυτό κόσμο για να υπάρχει ένα γεγονός, θα πρέπει να καταλύεται-συντιθέμενο από υπογεγονότα κατώτερου επιπέδου, τα οποία κι αυτά με τη σειρά τους και με τον ίδιο τρόπο, να καταλύονται-συντιθέμενα και αυτό επ’άπειρον. Δηλαδή ως το έσχατο επίπεδο, (τον πυθμένα του κόσμου, όπως τον έδειξε ο Ζήνων), όπου τ’αντιφατικά στοιχειώδη τείνοντας για μηδενικό μέγεθος τείνουν συγχρόνως για άπειρο, όντας ακίνητα και ακαριαία, συνθέτοντας την Αντιφατικότητα Γυμνή δηλαδή το Εν Δυνάμει Είναι.
[Για να έχει ένα στοιχειώδες καταλυτικοσυνθετική φύση, πρέπει, υπό μορφή ενέργειας, (κβάντα ή ό,τι άλλο), να διέρχεται εντός του μια συνεχής ροή-αντιρροή υπογεγονότων, τα οποία περνώντας μέσα απ’το γεγονός, να αναχωρούν για το Σύμπαν, επιστρέφοντας στο γεγονός απ’όπου ξεκίνησαν. Έτσι που καταρχήν αλληλεπιδρούν σταδιακά με τα γεγονότα του εγγύτερου περιβάλλοντος, μετά μ’αυτά του απώτερου και τέλος με το σύμπαν, που είναι ο απώτατος-Άλλος εαυτός ―ο έσχατος συμπαντιακός του αντίλογος―, εξαιτίας του οποίου τα πορευόμενα υπογεγονότα αλλάζουν κι επιστρέφοντας πίσω αλλάζουν και το ίδιο γεγονός. Επειδή όμως το σύμπαν των διαλεκτικών προσωκρατικών είναι άπειρο, η διαδρομή αναχώρησης-επιστροφής των υπογεγονότων στο σύμπαν δεν είναι απόλυτα κυκλική, αλλά πυκνή σπειροειδώς ελλειπτική. Έτσι τα υπογεγονότα επιστρέφοντας στη θέση που ξεκίνησαν, δεν επαληθεύουν απόλυτα το καταλυτικο-συνθετικό γεγονός, αλλά το επαληθεύουν-διαψεύδοντάς το σιγά-σιγά λίγο πιο κει και λίγο διαφορετικό, κάνοντάς το να είναι Αυτό-Άλλο-Αλλού. Αφού λοιπόν το καταλυτικο-συνθετικό γεγονός αλλάζει ταυτότητα, αλλάζοντας συγχρόνως και συνεχώς θέση, ουσιαστικά δεν κινείται σε κάποιο ανεξάρτητο χώρο αλλά κινείται εντός του εαυτού του. Κι επειδή τα όρια του αντιφατικού στοιχειώδους παραβιάζονται συνεχώς από τον εαυτό τους ταξιδεύοντας στο σύμπαν, περιέχουν στιγμιαία κάθε φορά κι ένα ολοκληρωμένο πρόσωπο του Όλου, μ’έναν δικό τους τρόπο. Ο τρόπος αυτός είναι ο κώδικας του κόσμου όπως είναι κάθε στιγμή γεγραμμένος σε κάθε συγκεκριμένο καταλυτικο-συνθετικό γεγονός κατά την διάρκεια της αναχώρησης-επιστροφής των υπογεγονότων του (των αντιφατικών στοιχειωδών του) στο σύμπαν και την αλληλεπίδρασή του μ’αυτό. Δηλαδή, όπως το γεγονός έχει εξελιχθεί, έως τη στιγμή
της μορφοποίησής του, περιέχοντας με τρόπο δαιδαλώδη και παράκεντρο όλα τα πρόσωπα και τις στιγμές του έως τότε κόσμου. Αντιφατικά ο κόσμος είναι Ένα Λογικο-γλωσσικό Όλον-Ανοικτό, σε συνεχές Γίγνεσθαι, όπου τα στοιχειώδη του περιέχουν το ανεπανάληπτο και το εν δυνάμει άπειρο, ως αποτέλεσμα της εξέλιξής τους].
Υπενθύμιση Α. Στο μικρό του δοκίμιο του «Η νομιμότητα της διαλεκτικής της φύσης», στο συνέδριο της Ελληνικής Φιλοσοφικής Εταιρίας, το 1988 ο διακεκριμένος διανοητής της αριστεράς Ε. Μπιτσάκης μας πληροφορεί ότι σύμφωνα με τον μεγάλο επιστήμονα και ανθρωπιστή Μπωμ: Στην κβαντομηχανική, η θεωρία του πεδίου περιγράφει την κίνηση των στοιχειωδών σωματίων, ως δημιουργία-καταστροφή τους. Έτσι αν ένα ηλεκτρόνιο υποστεί σκέδαση απ’την αρχική του πορεία σε διαφορετική, αυτό το περιστατικό περιγράφεται ως «καταστροφή» αυτού του ηλεκτρονίου και «δημιουργία» άλλου που κινείται σε νέα κατεύθυνση. Δηλαδή εκεί δεν υπάρχει σωμάτιο που διατηρεί πάντα την ταυτότητά του. Έτσι αν δούμε την παράσταση του πεδίου κίνησης ενός ελευθέρου σωματίου βαθύτερα, διαπιστώνουμε ότι η κίνησή του περιγράφεται μαθηματικά ως μια σειρά καταστροφής-αναδημιουργίας που συγχρόνως έχει ως αποτέλεσμα την συνεχή αλλαγή του σωματίου μέσα στο χώρο.
ΥπενθύμισηΒ. Ηράκλειτος: Στον ίδιο ποταμό μπαίνουμε και δε μπαίνουμε, είμαστε και δεν είμαστε. Την ίδια ουσία δεν ξαναγγίζουμε γιατί όλ’αλλάζουν βίαια και γρήγορα, φεύγουν-επιστρέφοντας, καταλύονται-συντιθέμενα σκορπάνε-μαζεύοντας, Είναι-ΜηΌντας. Και ο Ζήνων: Το κινούμενο δεν κινείται ούτε στον τόπο που βρίσκεται ούτε στον τόπο που δεν βρίσκεται. Δηλαδή ουσιαστικά το κινούμενο κινείται μέσ’τον εαυτό του. Η σύγχρονη επιστήμη λοιπόν δέχεται τη συμπεριφορά των κβαντικών γεγονότων σχεδόν όπως οι προσωκρατικοί Αναξίμανδρος, Ηράκλειτος και Ζήνων.
16
ΠΡΟΣΩΚΡΑΤΙΚΗ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΚΑΙ ΤΑΟ
ΛΑΟ ΤΣΕ―ΤΑΟ (μερικά αποσπάσματα)
Λέγεται ότι το Ταό εγγράφει απ’τον Λάο-Τσε περίπου το 500 πΧ. Η τελική μορφή του όμως είναι αυτή, που γύρω στο 1300 μ.Χ ο φημισμένος αυτοκράτορας Κουμπλάι Χαν κράτησε ως έγκυρη, καταστρέφοντας τις άλλες που υπήρχαν την εποχή του. Έτσι το Ταό τελικά διαμορφώθηκε σε μια πορεία 1800 ετών ανακλώντας τη διαλεκτική ψυχή της σοφίας του κινεζικού λαού.
Η αξία του τροχού
βρίσκεται στο κενό που υπάρχει στο κέντρο,
η αξία του δοχείου, στο κενό που τα τοιχώματα δημιουργούν.
Η μεγάλη καταιγίδα θα κρατήσει λίγο,
η φύση είναι λιγόλογη, απλή, συνοπτική,
οι ριζικές αλλαγές επιτελούνται βίαια αλματικά,
Ο τέλειος δρομέας δεν αγγίζει τη γη,
ο καλός λογιστής δεν κάνει πράξεις,
η ασφαλής πόρτα δεν έχει κλειδαριά,
το καλό δέσιμο δεν έχει κόμπο.
Ο ευθύς δρόμος φαντάζει δαιδαλώδης,
η μεγάλη αρμονία χάος, η μεγάλη αγνότητα ντροπή,
η μεγάλη ευγένεια υποκρισία,
η μεγάλη δύναμη αδυναμία.
η μεγάλη ικανότητα περιέχει αβεβαιότητα.
Η μεγάλη ευθεία οφείλει να είναι κυρτή,
το μεγάλο τετράγωνο δεν έχει γωνίες,
ο μεγάλος ήχος δεν ακούγεται,
η μεγάλη εικόνα δεν έχει σχήμα,
η μεγάλη τελειότητα είναι ατελής,
δεν ζει μετά την ολοκλήρωσή της,
είναι το πλήρες που είναι το κενό.
Ο πολύ νοήμων φαντάζει απλοϊκός,
η πολυμάθεια είναι άγνοια,
η μεγάλη ευφράδεια είναι λιτή, η ανώτατη σιωπηρή.
Κίνηση είναι η ηρεμία, η ηρεμία είναι η κίνηση,
πάνε μαζί, η σχέση τους οριοθετεί το σύμπαν.
η οικουμενικότητα είναι χωρίς μορφή,
χωρίς αρχή και τέλος
απ’αυτήν αναδύονται και σ’αυτήν βυθίζονται όλα.
Εδώ αναδύονται: ο νόμος της ενότητας των αντιθέτων και της μετατροπής την μέγιστης ποσότητας σε διαφορετική ποιότητα και μάλιστα αντίθετη.
ΑΝΑΞΙΜΑΝΔΡΟΣ-ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ-ΖΗΝΩΝ
Η προσωκρατική Διαλεκτική βασίζεται στην αντίληψη του Αναξίμανδρου ότι το Άπειρο Γίγνεσθαι είναι αποτέλεσμα της καταλυτικής-συνθετότητας των όντων και του σύμπαντος, δηλαδή στην αντιφατικότητα του Είναι. Ο Ηράκλειτος αυτή τη γενική αντίληψη οργάνωσε στο Λόγο, που είναι ένα αντιφατικό λογικο-γλωσσικό συντεταγμένο σύστημα, δηλαδή μια συνειδητή Διαλεκτική Λογική. Ο Ηράκλειτος ορίζει τον Λόγο ως ενότητα Λογικής, Γλώσσας και Ουσίας που συμπίπτουν στο αέναο Υλικό Γίγνεσθαι. Μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι ο Λόγος είναι Υλιστική Διαλεκτική της Φύσης.
Ο Ζήνων αποκαλύπτοντας με τα παράδοξα της κίνησης και του Είναι τις αντινομίες του ορθολογισμού, αναδεικνύει μιαν Αρνητική Διαλεκτική συμπληρώνοντας τη διαλεκτική του Αναξίμανδρου και του Ηράκλειτου.
ΑΝΑΞΙΜΑΝΔΡΟΣ
ΣΙΜΠΛΙΚΙΟΣ Φυσικά 24, 13
ἕν καὶ κινούμενον καὶ ἄπειρον… ἀρχή τὲ καὶ στοιχεῖον τῶν ὄντων τὸ ἄπειρον. τὴν εἰς ἄλληλα μεταβολήν τῶν τεττάρων στοιχείων οὗτος οὐκ ἠξίωσεν ἕν τι τούτων ὑποκεἰμενον ποιήσαι, ἀλλά τι ἄλλον παρά ταῦτα. οὗτος δὲ οὐκ ἀλλοιωμένου τοῦ στοιχείου τὴν γένεσιν ποιεῖ, ἀλλὰ τῶν ἐναντίων ἀποκρινομένων διὰ τῆς ἀϊδίου κινήσεως
[Το σύμπαν είναι ένα, κινούμενο και άπειρο. Αρχή και στοιχείο των όντων είναι το άπειρο...Κατά την αλληλομετατροπή των τεσσάρων στοιχείων της φύσης, αυτός δεν αξίωσε κάποιο απ’αυτά ως γενεσιουργό, αλλά κάτι άλλο. Αυτός δεν εδέχετο ότι αιτία της γένεσης είναι η αλλοίωση ή η μετατροπή των τεσσάρων υπαρχόντων στοιχείων της φύσης, αλλά ο διάλογος των αντιθέτων μέσω της αέναης κίνησης].
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ φυσ. Α4 187α 20
οἱ δ᾽ἐκ τοῦ ἑνὸς τὰς ἐναντιότητας ἐκκρίνεσθαι ὥσπερ Ἀναξίμανδρός φησι καὶ ὅσοι γ᾽ἕν καὶ πολλά φασίν εἶναι.
[Ο Αναξιμανδρος κι όσοι πιστεύουν ότι το Ένα είναι και Πολλά, ισχυρίζονται ότι οι εναντιότητες είναι σύμφυτες στο Ένα κι απορρέουν από αυτό].
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ αἱρ. ἔλεγ. 16 1-7
οὖτος ἀρχή τῶν ὄντων ἔφη τινά τοῦ ἀπείρου, ἐξ᾽ἧς γίγνεσθαι τοὺς οὐρανούς καὶ τὸν ἐν αὑτοῖς κόσμον περιέχειν. λέγει δὲ χρόνον ὡς ὡρισμένης τῆς γενέσεως καὶ τῆς φθορᾶς. οὗτος μὲν ἀρχήν καὶ στοιχεῖον εἴρηκε τῶν ὄντων τὸ ἄπειρον, πρῶτος τοὔνομα καλέσας τῆς ἀρχῆς. πρὸς δὲ τούτῳ κίνησιν αΐδιον εἶναι, ἐν ᾗ συμβαίνει γίγνεσθαι τοὺς οὐρανούς.
[Ο Αναξίμανδρος έλεγε ότι τα όντα εξουσιάζονται από κάποιο είδος απείρου, απ’όπου γίγνονται οι ουρανοί και ο κόσμος που τους περιέχει… Αυτός ισχυρίστηκε ότι ο χρόνος είναι σχετικός με τη γέννηση και τη φθορά της κάθε συγκεκριμένης ουσίας… επίσης όρισε το άπειρο ως αέναη κίνηση που μέσα της συμβαίνει το γίγνεσθαι των ουρανών. Αυτός όρισε ότι το άπειρο είναι άρχων και στοιχείο όλων κι είναι ο πρώτος που τ’ονόμασε έτσι].
ΕΡΜΕΙΑΣ
ἀρχἠν εἶναι τὴν αΐδιον κίνησιν καὶ ταύτῃ τὰ μὲν γεννᾶσθαι τὰ δὲ φθείρεσθαι.
[Αυτό που άρχει είναι η αιώνια κίνηση, που μέσα της άλλα όντα γεννώνται και άλλα φθείρονται].
ΣΙΜΠΛΙΚΙΟΣ φυσ. 1121, 5
Οἱ μὲν γὰρ ἀπείρους τῷ πλήθει τοὺς κόσμους ὑποθέμενοι, ως οἱ περὶ Ἀναξίμανδρον, ἄλλους γινομένους ἐξ αὐτῶν καὶ ἄλλους φθειρομένους ἐπ’ἄπειρον ὑπέθετον καὶ τὴν κίνησιν ἀίδιον ἔλεγον, ἄνευ γὰρ γένεσεως καὶ φθοράς οὐκ ἔστι κίνησις.
[Οι περί τον Αναξίμανδρο, υπέθεταν ότι οι κόσμοι είναι κατά το πλήθος άπειροι, γιατί άλλοι γεννώνται κι άλλοι φθείρονται συνεχώς. Καταλύονται-συντιθέμενοι επ’ άπειρον και είναι αυτό που θεωρούν αέναη κίνηση. Αφού χωρίς γένεση και φθορά δεν υπάρχει κίνηση].
Απ’τα αποσπάσματά του, συνάγουμε ότι η Κίνηση είναι η συνεχής Αλλαγή, δηλαδή η συνεχής αλληλουχία γέννησης και θανάτου των όντων και των κόσμων, που αποτέλεσμα έχει το Αέναο κι Άπειρο καταλυτικο-συνθετικό Γίγνεσθαι. Συνάγουμε λοιπόν ότι κατά τον Αναξίμανδρο η Ύλη, το Άπειρο, ο Χώρος και ο Χρόνος, συμπίπτουν στο αέναο Γίγνεσθαι, το οποίο είναι η Κίνηση ως Ουσία. Γι’αυτό όλα τα πράγματα ή τα γεγονότα είναι ιδιότητες της Κίνησης και όχι η Κίνηση ιδιότητα των πραγμάτων. Ακόμα η ύλη δεν θα μπορούσε να είναι ζωντανή, δηλαδή να εξελίσσεται, αν σε κάθε στοιχειώδες της δεν υπάρχει Εν Δυνάμει το Άπειρο να την ενεργοποιεί. Έτσι το άπειρο, ως Μέγα και γενεσιουργό, άρχει περιέχοντας ποσοτικά τα πάντα, ενώ συγχρόνως ως στοιχειώδες και Μικρό, περιέχει ποιοτικά κι δυναμικά ένα ολοκληρωμένο πρόσωπο του Όλου.
(Ἀρχή καὶ στοιχεῖον τῶν ὄντων το ἄπειρον).
Για να είναι λογικά δυνατός αυτός ο ισχυρισμός, πρέπει να υπάρχει διάλογος όπου τα ενάντια αλληλοπροεκτείνονται χωρίς ν’αφήνουν απαραβίαστα όρια μεταξύ τους, συνιστώντας αντιφατικές ενότητες. Γι’αυτό σε κάθε αντιφατική ενότητα, ο διάλογος παραβιάζοντας τα όρια των διαλεγομένων, ταξιδεύει μακριά έξω απ’τα όρια του
20
γεγονότος (της αντιφατικής σχέσης) και διαλέγεται με το σύμπαν. Έτσι τα στοιχειώδη του γεγονότος, ξεκινώντας απ’τον διάλογο μέσ’τον εαυτό τους, περνούν στο διάλογο με τις εγγύτερες αντιφατικές ενότητες του περιβάλλοντος, μετά με τις απώτερες και τελικά με το ίδιο το Σύμπαν, που είναι ένας Άλλος, απώτατα αντίθετος εαυτός, ο «συμπαντιακός αντίλογος» κι η έσχατη αιτία της συνεχούς αλλαγής του γεγονότος. Με τον εσωτερικό κι εξωτερικό διάλογο των στοιχειωδών, το γεγονός αλλά-ζει, αλλάζοντας συνεχώς και τ’άλλα με τα οποία διαλέγεται κατά την πορεία των στοιχειωδών του στο σύμπαν. Έτσι κάθε στοιχειώδες συνιστά μιαν αντιφατική εξελικτική (καταλυτικο-συνθετική) σχέση, που περιέχει εν δυνάμει ένα ολοκληρωμένο πρόσωπο του απείρου σύμπαντος. Το άπειρο λοιπόν σύμφωνα με τον Αναξίμανδρο δεν είναι μόνον αυτό που άρχει περιέχοντας ποσοτικά τα όντα ως όλον, αλλά και το μικρό, που ως ελάχιστο στοιχειώδες, περιέχει εξελικτικά-ποιοτικά το άπειρο ως έσχατο δυναμικό μέρος τους.
ΑΕΤΙΟΣ V 19. 4 ―ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ συμπ. VIII 8.4
Ἀναξίμανδρος ἔφασκεν ἐν ὑγρῷ γεννηθῆναι τὰ πρῶτα ζῷα φλοιοῖς περιεχόμενα ἀκανθώδεσι, προβαινούσης δὲ τῆς ἡλικίας ἀποβαίνειν ἐπὶ τὸ ξηρότερον καὶ τοῦ φλοιοῦ περιρρηγνυμένου ἐπ᾽ ὀλίγον χρόνον μεταβιῶνται…
Ἀναξίμανδρος ἀποφαινεται ἐν ἰχθύσι ἐγγενέσθαι πρῶτον τοὺς ἀνθρώπους καὶ τραφέντες ὥσπερ οἱ γαλαῖοι καὶ γενομένους ἱκανούς ἑαυτούς βοηθεῖν εκβῆναι τίνικαῦτα καὶ γῆς λαβέσθαι.
[Ο Αναξίμανδρος είπε ότι τα πρώτα ζώα γεννήθησαν σε υγρό περιβάλλον με λέπια κι όταν το περιβάλλον έγινε ξηρότερο, απέβαλλαν τα λέπια και προσαρμόσθησαν στο νέο περιβάλλον. Είπε επίσης έλεγε ότι οι άνθρωποι γεννήθησαν κατ’αρχήν ανάμεσα στα ψάρια, τρεφόμενοι όπως οι γαλέοι κι όταν έγιναν ικανοί, βγήκαν στην ξηρά].
21
Ο Αναξίμανδρος αντελήφθει ότι η αντιφατικότητα του απείρου γίγνεσθαι έχει ως αποτέλεσμα την εξέλιξη των ειδών. Η Θεωρία της Εξέλιξης των Ειδών του Δαρβίνου είναι ένα άρτιο κομψοτέχνημα παρατηρήσεων και συμπερασμάτων, που μπροστά του η πρόταση του Αναξίμανδρου, αν δεν λάβουμε υπόψιν ότι διατυπώθηκε 2500 χρόνια πριν, ωχριά ως έχουσα το χαρακτήρα του αυθόρμητου πρωτογονισμού. Όμως μολονότι τις προτάσεις του παραλάβαμε αποσπασματικά και δε γνωρίζουμε τον τρόπο που αληθινά διατυπώθησαν, έχουν κάτι που η πρόταση του Δαρβίνου υπολείπεται.
Ο Αναξίμανδρος, μαζί με τις παρατηρήσεις που τον οδήγησαν στην αποδοχή της εξέλιξης των όντων και των κόσμων, προχώρησε και στη διατύπωση των βάσεων της διαλεκτικής σκέψης, που περιγράφουν ως αιτία της εξέλιξης των ειδών, την καταλυτικο-συνθετική αντιφατικό-τητα των όντων, κάτι για το οποίο, απ’ότι γνωρίζω, ο Δαρβίνος αδιαφορεί.
22
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ φυσ. Γ4 203 b 6.
Ἄπαντα γὰρ ἀρχή ἤ ἐξἀρχῆς, τοῦ δὲ ἀπείρου ούκ ἔστιν ἀρχή, εἴη γὰρ αὐτοῦ πέρας, ἔτι δ’ἀγένητον καὶ ἄφθαρτον ὡς ἀρχή οὖσα. Τὀ τε γὰρ γενόμενο ἀνάγκη τέλος λαβείν καὶ τελευτή πάσης ἐστὶ φθορᾶς.… Ἀναξίμανδρος καὶ οἱ πλεῖστοι τῶν φυσιολόγων, τοῦ δὲ εἶναι τι ἄπειρον ἡ πίστις έκ πέντε μά-λιστ᾽ἄν συμβαίνει σκοποῦσιν: Α. Ἐκ τοῦ τὲ χρὀνου, οὗτος γὰρ ἄπειρος. Β. Καὶ ἐκ τοῖς μεγέθεσι διαι-ρέσεως, χρῶνται γὰρ οἱ μαθηματικοί τῷ ἀπείρῳ. Γ. Ἔτι τῷ οὔτως ἃν μόνως μὴ ὑπολείπειν γένεσιν ἢ φθοράν, εἰ ἄπειρον εἴη ὅθεν ἀφαιρεῖται τὸ γινό-μενον. Δ.Ἔτι τῷ πεπερασμένον ἀεὶ πρός τι περαίνειν ανάγκη ἕτερον πρὸς ἕτερον. Ε. Μάλιστα κυριώτατον ὅ τὴν κοινήν ἀπορίαν ποιεῖ πᾶσιν, διὰ τὸ γὰρ ἐν τῇ νοήσει μὴ ὑπολείπειν, καὶ ὁ ἀριθμός δοκεῖ ἄπειρος εἶναι καὶ τὰ μαθηματικά μεγέθη καὶ τὸ ἔξω τοῦ οὐρανοῦ. Ἀπείρου δὲ ὄντος τοῦ ἔξω καὶ σῶμα ἄπειρον εἶναι δοκεῖ καὶ οἱ κόσμοι.
[Όλα έχουν μιαν αρχή ή είναι αρχή κάποιου άλλου. Ότι γεννιέται πρέπει να έχει κάποιο τέλος ως αποτέλεσμα της φθοράς, έτσι το άπειρο όντας η Αρχή, είναι αγέννητο κι άφθαρτο. Λέγεται ότι ο Αναξίμανδρος κι οι περί αυτόν δέχονται την ύπαρξη του απείρου με πέντε τρόπους: Α. Απ’τον χρόνο που είναι άπειρος. Β. Από την διαιρετότητα των μαθηματικών μεγεθών. Γ. Από ότι μόνον έτσι θα μπορούσε να υπάρξει συνεχής γένεση και φθορά, αφού μόνον από το άπειρο μπορεί ν’αντλείται κάτι τέτοιο. Δ. Από ότι κάθε πεπερασμένο συνορεύει με κάποιο άλλο πεπερασμένο κι αυτό ατέλειωτα. Ε. Αλλά το σπουδαιότερο που προκαλεί απορία, γιατί καθένας που διαθέτει κοινό νου, μπορεί ν’αντιληφθεί το απειροστικό των μαθηματικών μεγεθών και την άπειρη προέκταση του ουρανού προς τα έξω, είναι ότι αφού το σύμπαν είναι άπειρο, κάθε σώμα κι οι κόσμοι μέσα του είναι άπειροι].
Ας δούμε τώρα με κριτικό βλέμμα ποιοι από τους πέντε τρόπους, συμφωνούν με τις απόψεις του Αναξίμανδρου.
23
Α. Από την έννοια του χρόνου που είναι άπειρος.
Η αντίληψη του Αριστοτέλη περί Χρόνου, διαφέρει απ’ αυτήν του Αναξίμανδρου. Ο Χρόνος κατά αυτόν είναι Άπειρος όχι γιατί είναι χωρίς αρχή και τέλος αλλά αντίθετα γιατί ως αντιφατικός, έχει απεριόριστες αρχές και τέλη. Συνεπώς σύμφωνα μ’αυτόν το παρελθόν και το μέλλον δεν υπάρχουν, μόνο το παρόν υπάρχει που Είναι-ΜηΌντας, Πάντα-Αυτό-Άλλο συνεχώς. Έτσι Χρόνος είναι η μηδενική αιχμή του φθίνοντος παρόντος μεταξύ παρελθόντος και μελλοντος, που είναι αιώνια στη μηδενικότητά της.
Β. Απ’τη διαιρετότητα των μαθηματικών μεγεθών.
Το άπειρο ως διαιρετότητα των μαθηματικών μεγεθών, δεν γίνεται αντιληπτό απ’τον Αναξίμανδρο με τον τρόπο που θέλει ο Αριστοτέλης. Αυτό συνάγεται από τη φράση του Αναξίμανδρου «ἀρχή καὶ στοιχεῖον τῶν ὄντων τὸ ἄπειρον». Εκεί το άπειρο ως Αρχή και Μέγα, περιέχει και ορίζει ποσοτικά τα πάντα, αλλά συγχρόνως ως Μικρό, πεπερασμένο Στοιχείον που καταλύεται-συντιθέμενο περιέχεται ποιοτικά από τα πάντα, όντας το εν Δυνάμει Άπειρο.
Επίσης η προσωκρατική αμφισημία αντιλαμβάνεται τη διαιρετότητα με διαφορετικό τρόπο απ’ότι ο Αριστοτέλης: Οι προσωκρατικοί πίστευαν ότι αυτό που διαιρείται, απ’τη μια μικραίνει, ενώ απ’την άλλη συγχρόνως μεγαλώνει. Μικραίνουν τα τμήματα που το αποτελούν, ενώ ο όγκος του μεγαλώνει, περιέχοντας περισσότερα κενά μεταξύ των τμημάτων. Σύμφωνα με τον Ζήνωνα, τείνοντας τα τμήματα κάποιου για μηδενικό μέγεθος, τείνουν συγχρόνως προς το άπειρο (συνιστώντας μιαν αντιφατική ενότητα κενού-πλήρους). Αυτό βέβαια πίστευαν όποιοι δεν εδέχοντο την ύπαρξη ατόμων (μη τεμνομένων εσχάτων), θεωρώντας την αντίληψη αυτή απλοϊκή.
24
Γ. Η συνεχής γένεση κι φθορά είναι ατέλειωτη, αφού μόνον απ’το άπειρο μπορεί ν’αντλείται κάτι τέτοιο.
Το άπειρο που προτείνει ο Αριστοτέλης, ως αγέννητη, αθάνατη κι ατέλειωτη ποσοτική συσσώρευση πολλών, είναι πτωχό για να δώσει συγχρόνως και το απειροστικό στοιχείο του ποιοτικού γίγνεσθαι, όπως το αντιλαμβάνεται ο Αναξίμανδρος. Αυτό πρέπει να συμπίπτει με το αέναο Γίγνεσθαι,το οποίο καταλύεται-συντιθέμενο-Είναι-ΜηΌντας.
Δ. Κάθε πεπερασμένο τελειώνει σ’ένα άλλο πεπερασμένο κι αυτό ατέλειωτα.
Αυτή η τυπική πρόταση περί του απείρου, θεωρείτο απ’ τους προσωκρατικούς απλοϊκή ποσοτική συσσώρευση που δεν δίνει αληθινό άπειρο. Το άπειρο των προσωκρατικών έχει τον ποιοτικό χαρακτήρα που απορρέει απ’ την έννοια του γίγνεσθαι. Αυτοί θεωρούσαν το Γίγνεσθαι, άλλο πρόσωπο του Απείρου. Έτσι το άπειρο που αποδέχεται ο Αναξίμανδρος, είναι αυτό που ο Αριστοτέλης αναφέρει μ’ έναν τόνο ελαφράς ειρωνείας:
Ε. Αφού το σύμπαν είναι εξωτερικά άπειρο, οι κόσμοι και κάθε σώμα είναι άπειρα.
Ο Αναξίμανδρος γονιμοποιώντας την αντίληψή του για την καταλυτικής-συνθετότητας των όντων, του Απείρου και του Γίγνεσθαι και την άποψη ότι ο Χρόνος σχετίζε-ται με τη γένεση και φθορά των όντων και των κόσμων, την προέκτεινε και στα στοιχειώδη που συνιστούν τον κόσμο: Έτσι δεν θεωρεί το άπειρο απλή ποσοτική συσσώρευση αλλά αντιφατικό ποσοτικοποιοτικό γίγνεσθαι το οποίο καταλύεται-συντιθέμενο από στοιχειώδη, τα οποία επίσης καταλύονται-συντιθέμενα έως το έσχατο επίπεδο του κόσμου, όπου καθένα τους και όλα μαζί συνιστούν το Εν Δυνάμει Άπειρο.
25
Σύμφωνα με τους προσωκρατικούς η σχέση Ενός και Πολλών ήταν βαθύτερη απ’την ορθολογική: εκεί το Ένα προεκτείνετο στα Πολλά, ενώ συγχρόνως τα Πολλά βυθίζοντο στο Ένα, συνιστώντας μιαν αντιφατική ενότητα (μια αντιφατική μονάδα), έτσι που η Ταυτότητα της μονάδας αυτής να μην είναι ανεξάρτητη από το Όλον.
Το άπειρο λοιπόν το οποίο ο Αριστοτέλης ισχυρίζετο ότι αποδεχόταν ο Αναξίμανδρος ως σχέση Ενός-Πολλών, έπρεπε μάλλον να ήταν αλλιώς: «Κάθε γεγονός διαλέγεται κατ’αρχήν με τον εαυτό του, μετά με τα πλησιέστερα σ’αυτό γεγονότα, μετά με τα μακρύτερα και τελικά με το σύμπαν που είναι ο Άλλος ο αντίθετος εαυτός, ο οποίος υποχρεώνει το γεγονός συνεχώς ν’αλλάζει. Τα όρια του εαυτού ξεκινούν πολύ βαθιά μέσα του, τόσο βαθιά, που να μη μένει μέρος απαραβίαστο απ’τον όποιο διάλογο και ταξιδεύοντας πολύ μακριά έξω απ’τον εαυτό, στο σύμπαν, επιστρέφουν πίσω στον εαυτό διαφοροποιημένα, διαταράσσοντας και την ταυτότητα της ύπαρξής του. Έτσι το γεγονός, (το Ένα), δεν έχει απόλυτα όρια, αλλά συνεχώς διαταρασσόμενα και σε συνεχή διάλογο με τα Πολλά, όντας εξελισσόμενο και γι’αυτό δυναμικά άπειρο».
Για τη διαλεκτική του Αναξίμανδρου, του Ηράκλειτου και του Ζήνωνα, οι έννοιες του απείρως μικρού και του απείρως μεγάλου συνιστούν μιαν ενότητα που συμπίπτει με την έννοια του παγκόσμιου Αιθέρα, ο οποίος κατά τον Ηράκλειτο είναι το αείζωον Πυρ. Αυτός ο αιθέρας δεν έχει σχέση με το αδρανές υλικό που είχαν φανταστεί οι ευρωπαίοι επιστήμονες του 19ου αιώνα και το οποίο απέρριψε το πείραμα Μίκελσον-Μόρλυ. Ο δυναμικός Αιθέρας των Μιλησίων ήταν το Εν Δυνάμει Είναι, η Αντιφατικότητα γυμνή, (το παγκόσμιο δυναμικό υλικό υπόβαθρο).
Η σύγχρονη φυσική με την υποψία ύπαρξης ακαριαίων αλληλεπιδράσεων στον πυθμένα του κόσμου, ξαναφέρνει την έννοια του Αιθέρα των Μιλησίων, ως ενεργό αντιφατικό ποιητικό αίτιο της ύλης. Ως «ἀρχή καὶ στοιχεῖον τῶν ὄντων τὸ ἄπειρον», όπου το ακαριαίο είναι συγχρόνως ακίνητο, μηδενικό και άπειρο, περιέχοντας δυναμικά όλα τα πρόσωπα του κόσμου και συγχρόνως κανένα.
Σύμφωνα με τη Διονυσιακή λατρεία, κάθε τι είναι προσωπείο πάνω σε προσωπείο και το έσχατο προσωπείο είναι αυτό του Διονύσου. Πίσω του υπάρχει το Άδειο Πρόσωπο, «η παρουσία μέσ’την απουσία», ο Διθύραμβος, το πέρασμα συγχρόνως από δύο αντίθετες θύρες, -της γένεσης και του θανάτου-. Αυτή είναι η αντιφατικότητα γυμνή, το Εν Δυνάμει Είναι, η Υλικότητα ως ουσία, το Είναι ως Ουσία και έννοια καθαυτή. (Τον προσδιορισμό του οποίου οι ιδεαλιστές σοφοί, δεν κατάφεραν ορθολογικά να ορίσουν).
27
ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ
ΜΑΡΚΟΣ ΑΝΤΩΝΙΝΟΣ IV 116
ὧ μάλιστα διηνεκῶς ὁμιλοῦσι, λόγῳ τοῦτῳ διαφέρονται καὶ οἷς καθ᾽ἠμέραν ἐγκυροῦσι, ταῦτα αὐτοὶς ξένα φαίνεται.
[Κοινωνούν συνέχεια με τον Λόγο, εξαιτίας του οποίου αλλάζουν κι ενώ κάθε μέρα βεβαιώνονται γι’αυτό, τους φαίνεται ξένος (δεν τον νιώθουν, ούτε τον αισθάνονται)].
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ ΙΧ 9
οὐ ξυνιᾶσιν ὅκως διαφερόμενον ἑαυτῷ ὁμολογέει
παλίντροπος ἁρμονίη, ὅκωσπερ τόξου καὶ λύρης
[Δεν νιώθουν πως ό,τι αλλάζει, συμφωνεί με τον εαυτό του· Αυτή είναι η αμφίδρομη αρμονία, όπως της λύρας και του δοξαριού].
ΣΕΞΤΟΣ VII 133
διὸ δεῖ ἔπεσθαι τῷ, τοῦ λόγου δ᾽ἐόντος ξυνοῦ
ζώουσιν οἱ πολλοί ὡς ἰδίαν ἔχοντες φρόνησιν
[Επειδή πρέπει ν’ακολουθούν τον Λόγο που είναι κοινός-ένας για όλους, οι πολλοί, οι άνθρωποι, ζουν έχοντας δική τους βούληση και ιδιαιτερότητα].
Η κοινωνία των όντων με την αντιφατικότητα και τον Λόγο, γεννά την ιδιαιτερότητα και την ελευθερία τους.
28
ΚΛΗΜΗΣ ΣΤΡΩΜΑΤΕΙΣ V 60
κόσμον τόνδε τὸν αὐτόν ἁπάντων οὔτε τις θεῶν οὔτε ανθρώπων ἐποίησεν ἀλλ’ἦν καὶ ἔστιν καὶ ἔσται πῦρ ἀείζωον, ἁπτόμενον μέτρα καὶ αποσβεννύμενον μέτρα.
[Αυτόν τον κόσμο που είναι ίδιος για όλους, δεν τον εποίησε ούτε θεός ούτε άνθρωπος, αλλά ήταν, είναι και θα είναι, Πυρ Αείζωον, το οποίο ανάβει-σβήνοντας με Μέτρο].
Τα όντα καταλύονται-συντιθέμενα απ’το αιώνιο Πυρ, την ενέργεια, που ανάβει-σβήνοντας με Μέτρο. Η αντιφατικότητα του Λόγου ως Λέγειν και Είναι προϋποθέτει πάντοτε κάποιο ποσοτικο-ποιοτικό Μέτρο του ενός σκέλους της αντίφασης προς το άλλο. Αυτό είναι ο ιδιαίτερος χαρακτήρας της αντιφατικής σχέσης, που συνιστά ευκαιριακά μια Ταυτότητα, η οποία κοινωνώντας με το αέναο ρεύμα του παγκοσμίου γίγνεσθαι, αίρεται συνεχώς σε Άλλη. Το Μέτρο είναι η δυναμική ισορροπία που συνιστά μια ταυτότητα σε συνεχή αλλαγή.
ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΕΙ ΤΟΥ ΕΝ ΔΕΛΦΟΙΣ 388
πυρός άνταμοιβή τὰ πάντα καὶ πῦρ ἀπάντων ὅκωσπερ χρυσοῦ χρήματα καὶ χρημάτων χρυσός
[Όλα μετατρέπονται σε πυρ και το πυρ σε όλα, όπως ο χρυσός σ’εμπορεύματα και τα εμπορεύματα σε χρυσό].
Σήμερα σχεδόν όλοι γνωρίζουν ότι όλα μετατρέπονται σε ενέργεια (πυρ) κι η ενέργεια σε όλα. Ο Αϊνστάιν μάλιστα έγινε διάσημος, κυρίως γιατί διατύπωσε μαθηματικά το αντιφατικό Μέτρο σχέσης της μετατροπής της ενέργειας σε μάζα και τ’αντίθετο: Ε=mc².
ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΕΙ ΤΟΥ ΕΝ ΔΕΛΦΟΙΣ 392
ποταμῷ γὰρ οὐκ ἔστιν ἐμβῆναι δὶς τῷ αὐτῷ, οὐδὲ τῆς αὐτῆς οὐσίας δὶς ἅψασθαι κατ᾽ἔξιν, ἀλλ᾽ οξίτητι καὶ τάχει μεταβολῆς, σκίδνησι καὶ πάλιν συνάγει καὶ πρόσεισι καὶ ἄπεισι, (οὐδέ πάλιν ουδ᾽ὕστερον, ἀλλ᾽ἄμα συνίσταται καὶ απολείπει).
[Στον ίδιο ποταμό δεν ξαναμπαίνουμε, ούτε την ίδια ουσία ξαναγγίζουμε γιατί όλα αλλάζουν βίαια και γρήγορα, χωρίζονται και ενώνονται, σκορπάνε-μαζεύοντας, καταλύονται-συντιθέμενα, (όχι πριν ή μετά αλλά συγχρόνως συνίστανται-αποσυντιθέμενα)].
29
ΑΛΛΗΓΟΡΙΑΙ 24
Ποταμοῖς τοῖς αὐτοῖς ἐμβαίνομεν τε καὶ οὐκ ἐμβαίνομεν, εἷμεν τε καὶ οὐκ εἶμεν.
[Στον ίδιο ποταμό μπαίνουμε και δεν μπαίνουμε, είμαστε και δεν είμαστε].
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ ΙV10
γναφείῳ ὁδός εὐθεῖα καὶ σκολιή μία ἐστὶ καὶ ἡ αὐτή (ἡ τοῦ ὀργάνου καλουμένου κοχλίου ἐν τῷ γναφείῳ περιστροφή εὐθεῖα καὶ σκολιή)
[Στον κοχλία (τον τόρνο) η ευθεία κι η περιστροφή συνιστούν μιαν αντιφατική ενότητα, όπου το ένα γεννά τ’άλλο, αλλά το μάχεται κιόλας].
Αν συνθέσουμε τις προηγούμενες προτάσεις συνάγουμε το εξής: Κάθε γεγονός υπάρχει γιατί υπογεγονότα Πυρός (πυρίδια), στοιχεία ενεργείας ή κβάντα, διέρχονται με ορισμένο Μέτρο μέσα του. Αυτά φεύγουν για το σύμπαν και επιστρέφοντας στον εαυτό τον κάνουν καταλυτικο-συνθετική πραγματικότητα. Επειδή το σύμπαν του Ηράκλειτου είναι άπειρο, τα στοιχειώδη του παγκόσμιου αείζωου πυρός (κβάντα ενεργείας) που αναχωρούν για το σύμπαν, επιστρέφοντας στο γεγονός δεν κάνουν απόλυτα κυκλική διαδρομή, αλλά πυκνή ελικοειδώς ελλειπτική. Έτσι επιστρέφοντας δεν επαληθεύουν το γεγονός ακριβώς στη θέση που υπήρχε, αλλά λίγο πιο πέρα. Δη-λαδή το επαληθεύουν-διαψεύδοντάς το. Το γεγονός λοιπόν πραγματοποιείται κινούμενο κιόλας, όντας Αυτό-Άλλο-Αλλού, Όμοιο κι Ανόμοιο με τον εαυτό του.
30
ΥΠΠΟΛΥΤΟΣ ΙΧ 9
αἰὼν παῖς ἐστι παίζων πεττεύων, παιδός βασιληίη
[Ο χρόνος είναι παιδί που παίζει πεσσούς, η βασιλεία είναι του παιδιού].
Λέγεται ότι οι πεσσοί ήταν ένα διανοητικό, έντεχνο ημιτυχερό παίγνιο, που έπαιζαν οι μεγάλοι με στρατηγική. Ο μεγάλος είναι έξω απ’το παιγνίδι, σχεδιάζει αντικειμενικά και κινείται με γνώμονα τη λογική. Αντίθετα το παιδί, μπαίνει μέσ’το παιγνίδι και κινούμενο με πάθος, παύει να είναι ο εαυτός του και βυθίζεται στο Άλλο. Η αξία του παιγνιδιού βρίσκεται στο ότι το παιδί υπερβαίνει τον εαυτό του, μπαίνοντας σ’άλλη πραγματικότητα. Έτσι ο χρόνος είναι βασιλεία του παιδιού, αφού ως αντιφατικός, αίρει συνεχώς συνεχώς, υπερβαίνοντας τον εαυτό του: Το χθες δεν υπάρχει, το αύριο δεν υπάρχει, το τώρα είναι μόνο, που είναι Πάντα Άλλο. Ο χρόνος ως διάρκεια είναι μηδενική αιχμή του φθίνοντος παρόντος, μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος. Είναι μια φθίνουσα αιχμή που τείνοντας συνεχώς προς το μηδέν είναι αιώνια στη μηδενικότητά της. Ο κόσμος ως χρονική διάρκεια είναι Μόνο Τώρα-Πάντα-Άλλος.
31
ΖΗΝΩΝ
ΣΙΜΠΛΙΚΙΟΣ ΦΥΣ. 140, 34
εἰ μὴ ἔχοι μέγεθος τὸ ὄν, οὐδ᾽ἂν εἴη, εἰ δ᾽ἔστιν ἀνάγκη ἕκαστον μέγεθός τι ἔχειν καὶ πάχος καὶ ἀπέχειν αὐτοῦ τὸ ἕτερον ἀπό τοῦ ἑτέρου καὶ περὶ τοῦ προύχοντος ὁ αὐτός λόγος καὶ γὰρ ἐκεῖνο ἔξει μέγεθος καὶ προέξει αὐτοῦ τι, ὅμοιον δὴ τοῦτο. ἄπαξ τε εἰπεῖν καὶ ἀεί λέγειν. οὐδέν γὰρ αὐτοῦ τοιοῦτον ἔσχατον ἔσται. οὔδ’ἕτερον πρὸς ἕτερον οὐκ ἔσται. οὕτως εἰ πολλά ἐστιν, ἀνάγκη αὐτά μικρά τε εἶναι καὶ μεγάλα, μικρά μὲν ὥστε μὴ ἔχειν μέγεθος, μεγάλα δὲ ὥστε ἄπειρα εἶναι.
[Για να υπάρχει κάτι πρέπει να έχει μέγεθος και όγκο και μιαν απόσταση από κάποιο άλλο. Το ίδιο ισχύει και για το μεταξύ τους περιθώριο αναλόγως. Γιατί κι αυτό πρέπει να έχει μέγεθος και πάντα να περισσεύει κάτι αναλόγως. Θα το πω μια για πάντα: δεν μπορεί να υπάρξει έσχατο μέρος κάποιου, ούτε περιθωρίου ούτε σώμα-τος. Επίσης δεν μπορεί να υπάρξει κάτι από μόνο του. Έτσι αν υπάρχουν πολλά, είναι ανάγκη να είναι συγχρόνως μικρά και μεγάλα. Τόσο μικρά που να μην έχουν μέγεθος, τόσο μεγάλα που να είναι απείρου μεγέθους].
Σ’αυτό το απόσπασμα, οι ορθολογιστές παραμερίζοντας την αμφισημία του Ζήνωνα, κρίνουν ότι τα Πολλά, λόγω της αντιφατικότητάς τους, δεν μπορούν να υπάρχουν. Αυτή όμως είναι μια απλουστευμένη αντίληψη που πτω-χαίνει τον πολυσήμαντο κι αμφίσημο λόγο του Ζήνωνα.
Εγώ πιστεύω ότι εδώ ο Ζήνων με τη σχετικότητα Απείρου και Μηδενός, Μεγάλου και Μικρού, Ενός και Πολλών, δείχνει ότι τα Πολλά με το Ένα συνιστούν αντιφατική ενότητα, όπου η μία έννοια γεννά την άλλη, αλλά συγχρόνως τη μάχεται κιόλας. Μ’αυτό τον τρόπο παρουσιάζει το έσχατο υπόβαθρο του κόσμου, δηλαδή την Αντιφατικότητα Γυμνή, το Ακίνητο και Ακαριαίο, το Εν Δυνάμει Είναι, το Είναι ως Καθαυτή Ουσία, που περιέχει όλα τα πρόσωπα του κόσμου και συγχρόνως κανένα.
ΔΙΟΓΕΝΗΣ ΙV 72
τὸ κινούμενον οὔτ᾽ἐν ᾧ τόπῳ ἔστι κινεῖται, οὔτ᾽ἐν ᾧ μὴ ἔστι.
[Το κινούμενο δεν κινείται ούτε στον τόπο που βρίσκεται ούτε στον τόπο που δεν βρίσκεται].
32
Είχε πει ο Χέγκελ: «κάτι κινείται όχι γιατί βρίσκεται την μία στιγμή εδώ και την άλλη αλλού, αλλά επειδή βρίσκεται συγχρόνως εδώ κι όχι εδώ, και τόνισε: άρα η κίνηση είναι αντιφατική». Με τον τρόπο αυτό όμως, παρουσιάζει την αντιφατικότητα της μετακίνησης, όπου η ταυτότητα του κινουμένου δεν είναι υποχρεωμένη να αλλάζει κατά τη διάρκεια της κίνησης. Αντίθετα όπως συνάγουμε, για να λυθεί το αίνιγμα της ρήσης του Ζήνωνα, ότι το κινούμενο καταλύεται-συντιθέμενο, όντας άλλο-αλλού, όμοιο κι ανόμοιο με τον εαυτό του. Δηλαδή κινείται μεν, όμως όχι σε κάποιον ξέχωρο τόπο αλλά μέσα στον ίδιο του τον εαυτό, αλλάζοντας συνεχώς κι έτσι φαίνεται ότι μετακινείται κιόλας. Βέβαια αυτή η αντίληψη δεν είναι κοινώς αποδεκτή, αφού όλοι θέλουν τον δαιμόνιο Ζήνωνα να είναι ιδεολογικός «σκύλος» του Παρμενίδη και να μην διαφωνεί μ’αυτόν στο θέμα περί του αν υπάρχει αληθινά κίνηση ή όχι. Εγώ όμως εδώ βλέπω ότι ο Ζήνων με τον τρόπο αυτό, μας παρουσιάζει τη σχετικιστική άποψη ότι: τα όντα (το Είναι), ο χώρος κι ο χρόνος συνιστούν μιαν αδιαχώριστη ενότητα στο γίγνεσθαι. Κάτι που η σύγχρονη επιστήμη έχει διατυπώσει πια με αδιάβλητο τρόπο. Έτσι η ταφόπλακα της αριστοτελικής και της νευτώνειας αντικειμενικότητα πάνω στους προσωκρατικούς, έχει ήδη αρχίσει ν’ανασηκώνεται, απ’τη σχετικιστική και την κβαντική επιστήμη.
33
ΤΑ ΠΑΡΑΔΟΞΑ
Υπάρχουν μαρτυρίες για τέσσερα παράδοξα της κίνησης από τον Ζήνωνα: Τα δύο πρώτα συνοψίζω στην κίνηση του βέλους:
Α. Ένα βέλος που εκτοξεύεται, για τα φτάσει στο στόχο, πρέπει πρώτα να φτάσει στο μέσον της διαδρομής απ’το τόξο στο στόχο. Όμως πριν απ’αυτό πρέπει να φτάσει στο μισό της μισής διαδρομής και αυτό επ’ άπειρον. Έτσι το βέλος -ἔστηκεν- μένει ακίνητο.
Β. Ένα βέλος που εκτοξεύεται, για να φτάσει στο στόχο πρέπει πρώτα να φτάσει στο μέσον της διαδρομής απ’το τόξο στο στόχο. Μετά πρέπει να φτάσει στο επόμενο μισό της μισής διαδρομής κι αυτό επ’άπειρον. Το βέλος τείνει αλλά δεν φτάνει ποτέ στον στόχο.
Γ. Ο ταχύπους Αχιλλεύς κυνηγά μια χελώνα, την στιγμή που την πλησιάζει, αυτή έχει πάει λίγο πιο εκεί κι αυτό επ’άπειρον. Μολονότι είναι ταχύτερος δεν την φτάνει ποτέ.
Δ. Λέγεται ότι στο τέταρτο παράδοξο του Ζήνωνα υπάρχει σύγχυση στην παράδοση διαφόρων κειμένων, ίσως γιατί δεν έγινε ποτέ κατανοητό. Εγώ θα χρησιμοποιήσω αυτό των εκδόσεων Κάκτος, όπως παραδίδεται απ’ τον Αριστοτέλη στα Φυσικά Ζ9 239b 33: περὶ τῶν ἐν σταδίῳ κινουμένων ἐξ ἐναντίας ἴσων ὄγκων παρ᾽ἴσους, τῶν μὲν ἀπό τοῦ τέλους τοῦ σταδίου τῶν δὲ ἀπό τοῦ μέσου, ἴσων τάχει, ἐν ᾧ συμβαίνειν, |οἴεται|, ἴσων εἶναι χρόνον τῷ διπλασίῳ τὸν ἤμισυν.
[Όταν σε ένα στάδιο κινούνται αντιθέτως σώματα ίσων όγκων, άλλα ξεκινώντας απ’το μέσον του σταδίου και κατευθύνονται προς το τέρμα κι άλλα ξεκινώντας απ’το τέρμα και κατευθύνονται προς την εκκίνηση (νομίζει ο Ζήνων), πως μολονότι κινούνται με την ίδια ταχύτητα και στον ίδιο χρόνο, τα μεν διανύουν μισή απόσταση απ’τα δε].
34
Θα διερευνήσω το Δ. νοητικό πείραμα από διαφο-ρετικές όψεις, αναδεικνύοντας την πολυσημία των λεγομένων του Ζήνωνα:
α. Το σώμα που κινείται αντίθετα απ’το τέρμα προς την εκκίνηση, έχει να διανύσει διπλάσια πορεία απ’αυτό που κινείται απ’το μέσον της διαδρομής προς το τέρμα. Αν αυτά τα δύο σώματα κινούνται με την διαδικασία της τομής της πορείας στη μέση, είναι φυσικό να έλθει η στιγμή, κατά την οποίαν καί τα δύο να τείνουν για το σκοπό τους χωρίς να τον επιτυγχάνουν, αφού η απόσταση απ’το σκοπό τους θα τείνει συνεχώς προς το μηδέν, αλλά ποτέ δε θα μηδενίζεται. Θα έχουν λοιπόν διανύσει σχεδόν διπλάσια απόσταση το ένα από τ’άλλο στο ίδιο χρόνο και με την ίδια ταχύτητα. Η διαφορά τους, όσο περνά ο χρόνος θα λιγοστεύει, αλλά πάντα θα υπάρχει τείνοντας κι αυτή προς το μηδέν. (Εδώ αναδύεται κι ένας βηματισμός προς τον απειροστικό λογισμό).
β. Τώρα ας αλλάξουμε λίγο αυτό το νοητικό πείρα-μα, βάζοντας δύο σώματα ίσου μεγέθους να κινούνται, το ένα απ’την εκκίνηση προς το τέρμα και τ’άλλο απ’το μέσον της διαδρομής προς το τέρμα, με την ίδια ταχύτητα και στον ίδιο χρόνο.
Ακολουθώντας πάλι την διαδικασία τομής της πορείας τους στη μέση, συμβαίνει το εξής: Όταν το ένα σώμα τείνει να φτάσει στο τέρμα, συγχρόνως τείνει να φτάσει και το άλλο. Μολονότι είχαν απόσταση μισού σταδίου, το δεύτερο έχει κολλήσει στο πρώτο κι η απόστασή τους έχει μηδενιστεί.
35
γ. Ας δούμε τώρα την κίνηση ενός μοναδικού σώματος πάνω σ’αυτό το ιδιόμορφο στάδιο: Το κινούμενο σώμα έχει συγκεκριμένο μήκος Α―Β (με Α την αρχή του και Β το τέλος). Ας υποθέσουμε ότι το σώμα ακολουθεί κατά την κίνηση τη διαδικασία της τομής της πορείας στη μέση. Υπολογίζοντας την απόσταση του σώματος απ’την αρχή του «Α» προς το τέρμα της διαδρομής και συγχρόνως υπολογίζοτας την απόστασή του απ’το τέλος του «Β» προς το τέρμα, διαπιστώνουμε ότι κάποια στιγμή το τέλος «Β» και η αρχή «Α» του σώματος τείνουν να φτάσουν στο τέρμα της διαδρομής συγχρόνως. Έτσι το σώμα έχει χάσει όλο σχεδόν το μήκος του τείνοντας να μηδενιστεί, ενώ το πλάτος του μάλλον ή πιθανόν, τείνει προς το άπειρο. Δηλαδή το κινούμενο χάνει μέρος απ’το μήκος του κατά την διεύθυνση της πορείας του. Αυτό ισχυρίζεται και η σχετικιστική φυσική, όπως απέδειξε μαθηματικά ο Λόρεντς.
Ο ΛΟΓΟΣ
Η Ουσία, σύμφωνα με τον Παρμενίδη, είναι σύμφυτη με το Νοείν και το Λέγειν, δηλαδή είναι πεφατισμένα σε κάθε Ον. Ο Παρμενίδης λοιπόν κι ο Ηράκλειτος συμφω-νούν ότι η ενότητα του Νοείν και του Είναι βρίσκεται στον Λόγο. Ο Λόγος γι’αυτούς είναι Νόηση, Ουσία και Λέγειν συγχρόνως. Συμφωνούν λοιπόν ότι ο άνθρωπος είναι συνυφασμένος με Νόηση και Λόγο. Άλλος όμως είναι ο Λόγος του Ηράκλειτου και άλλος του Παρμενίδη. Ο ηρακλειτικός είναι αντιφατικός-διαλεκτικός, ενώ ο παρμενίδειος είναι αντιθετικός-ορθολογικός. .
Ο Ξενοφάνης ισχυρίζετο ότι στο απώτατο βάθος τα πάντα είναι ακατάληπτα. Δηλαδή κάθε ον ή γεγονός συνίσταται από έσχατα αναλλοίωτα στοιχειώδη, καθένα
36
εκ των οποίων είναι άρρητο, όντας μια ταυτότητα καθαυτή. Έτσι δεν είναι τυχαίο ότι ο Ξενοφάνης όπως κι ο Παρμενίδης δέχονται τον κόσμο ως Όλον πεπερασμένο, τετελεσμένο και σφαιρικό. Ο Ηράκλειτος αντιτίθεται στην έννοια του άρρητου, σύμφωνα μ’αυτόν «ό,τι υπάρχει, είναι αντιφατικός Λόγος και Ουσία, που λέγεται αντιφατικά γιατί ο κόσμος Είναι-ΜηΌντας, δηλαδή αντιφάσκει όντας σε συνεχή αλλαγή κι εξέλιξη». Ο Λόγος σύμφωνα με τον Ηράκλειτο συμπίπτει με το αντιφατικό καταλυτικο-συνθετικό Γίγνεσθαι δηλαδή την Αντιφατικότητα ως Ουσία. Γι’αυτόν, το αληθινό πρέπει ν’αντι-λέγει τον εαυτό του, όντας αυτο-αναιρούμενο, ενώ κάθε αντίληψη που δέχεται Πολλά, έσχατα, αναλλοίωτα στοιχειώδη ή ιδέες, δεν μπορεί παρά να γεννά αντινομίες και αναπάντητα ερωτήματα. Η γλώσσα των “Αιωνίων Αξιών” σύμφωνα με τον Ηράκλειτο, δεν μπορεί να πει τον κόσμο ακριβώς όπως είναι, γι’αυτό τονίζει ότι αυτός «διά του Λόγου, λέει τα πάντα όπως ακριβώς είναι”. Ο Λόγος είναι το Αντιφατικό Λέγειν. Το πρόβλημα, ποια γλώσσα είναι η “πιο αληθινή”, έχει απασχολήσει τους φιλοσοφικούς και τους επιστημονικούς κύκλους από αρχαιοτάτων χρόνων. Ιδεολογίες και φιλοσοφικά ρεύμα-τα ακόμα διασταυρώνουν τα ξίφη τους. Η συζήτηση αυτή ξεκίνησε ως συνειδητή, από τους μεγάλους βάρδους της νόησης, Ηράκλειτο και Παρμενίδη και θα συνεχίζεται όσο ο ντετερμινισμός θ’απαξιώνεται απ’την κβαντική επιστήμη, που γυρεύει έναν άλλο τρόπο σκέψης για την περιγραφή του κόσμου. Το πρόβλημα λοιπόν αυτό, που θεωρείται απ’τη σύγχρονη φιλοσοφία ως νέο, είναι το αρχαιότερο και ίσως η αιτία της φιλοσοφικής σκέψης. Δηλαδή η ανακάλυψη ενός “Λόγου” απ’όπου, θ’αναδύεται η εγκυρότητα της λογικής κατά τη γονιμοποίηση της εμπειρίας.
37
Η γλώσσα των μαθηματικών όπως οργανώθηκε ως τώρα, προϋποθέτει την ύπαρξη Πολλών στοιχειωδών αξιωμάτων και Ιδεών. Αυτή είναι η “Πολυμάθεια” του Πυθαγόρα και ο Ορθολογισμός των Ξενοφάνη και Παρμενίδη. Η προσπάθεια των σύγχρονων θετικιστών για τη σύνταξη μιας ορθολογικής γλώσσας της αλήθειας, είναι η ίδια προσπάθεια των αρχαίων που συνεχίζεται. Κι επειδή συνηθίζουμε να ξεχνάμε τις ρίζες κι έτσι την ουσία των κεκτημένων μας, χρειάζεται πάντα ένας επαναπροσδιορισμός για να θυμόμαστε τη νοητική βάση που πατάμε: Οι ορθολογικές γλώσσες θα πάντα έχουν καταβολές στον Πυθαγόρα, τον Ξενοφάνη και τον Παρμενίδη κι ένα έλλειμμα αξιοπιστίας ειδικά όταν πέφτει πάνω τους η σκιά του γίγνεσθαι και του απείρου. Ακόμα σύμφωνα με τον Παρμενίδη, βασική προϋπόθεση για την ακριβή λειτουργία των λογικο-γλωσσικών αυτών συστημάτων είναι ότι πρέπει απαραίτητα να διαδραματίζονται μέσα σε κλειστά όρια. Δηλαδή σε σύμπαν κλειστό, προδιαγεγραμμένο, πεπερασμένο και τετελεσμένο. Αντίθετα ο Ηράκλειτος δύναται να ισχυριστεί ότι Λόγος του μιλάει την διθυραμβική αλήθεια, η οποία φθέγγεται όπως η Σίβυλλα, δείχνοντας τον τρόπο που ο Λόγος πλέκεται ως επιστήμη κι ανοικτό σύστημα.
Ο κόσμος του Πυθαγόρα, σύμφωνα με τον Ηράκλειτο είναι ο κόσμος πολλών αιωνίων στοιχειωδών, ενώ αντίθετα ο δικός του είναι ο κόσμος του Ενός-Γίγνεσθαι. Ο Παρμενίδης βρίσκεται ανάμεσα, θέλει τον κόσμο του Ενός με την λογική των Πολλών, -μας μπερδεύει-. Σύμφωνα με τον Παρμενίδη, μόνο το «Εόν» (το Είναι), εξ
38
ορισμού Υπάρχει, ενώ το Μη-Είναι εξ ορισμού δεν μπορεί να υπάρξει. Έτσι ο Παρμενίδης, επειδή το αντιφατικό γίγνεσθαι της καθημερινότητας που Είναι-ΜηΌντας περιέχει το Μη-Είναι, το θεώρησε “διάκοσμο”, δηλαδή κόσμο φθαρτό και φαινομενικό. Γι’αυτό με τον ορθολογισμό αποκαθάρει τη σκέψη απ’το Μη-Είναι κι αναζητά πέρα από αντιφάσεις την «ολοστρόγγυλη καρδιά της αταλάντευτης Αλήθειας».
Ο Ζήνων, φίλος και μαθητής του Παρμενίδη θα πρέπει να είχε αντιρρήσεις στις απόψεις του δασκάλου του. Το Υπάρχον του Ζήνωνα δεν ήταν ούτε ατρεμές ούτε τετελεσμένο-πεπερασμένο, αλλά αντιφατικό, σε συνεχές γίγνεσθαι, Μηδενικό και Άπειρο, Ακίνητο και Ακαριαίο, Ένα και Πολλά.
Δεν θα μάθουμε όμως με βεβαιότητα τι συνέβη σ’εκείνο το μαγικό ταξίδι της προσωκρατικής νόησης, μας έμειναν μόνο συντρίμμια και στάχτες. Η χριστιανική καλοσύνη κι ανεκτικότητα έσωσε τον κόσμο απ’την ελληνική βλασφημία της απιστίας: .
ἀπιστίῃ διαφυγγάνει μὴ γιγνώσκεσθαι.
«Η απιστία, (η αμφιβολία) αποτρέπει απ’την άγνοια».
Η πίστη γεννά τον φανατισμό, ο ντετερμινισμός κι η τυπική λογική γεννούν την ανελαστική σκέψη. Το τρίπτυχο Ορθολογισμού, Φανατισμού και Μυστικισμού, ανοίγει το δρόμο στην απολυταρχία και τη βαρβαρότητα. Αντίθετα η αμφιβολία κι η διαλεκτική σκέψη, γεννούν την έρευνα και την ισότιμη συμμετοχή όλων των πολιτών στο κοινωνικό γίγνεσθαι.
Η διαλεκτική, η αμφιβολία και η ανεκτική σκέψη είναι ο πολιτισμός.
39
Mικρή αναφορά στην ΕΓΕΛΙΑΝΗ ΛΟΓΙΚΗ
Η εγελιανή “Επιστήμη της Λογικής” είναι ένα αριστούργημα σοφιστικής ρητορείας που ανέλαβε να μας πείσει, μέσα από δαιδαλώδεις προσδιορισμούς, ότι το παγκόσμιο υλικό γίγνεσθαι που ερχόμαστε σε άμεση επαφή, είναι κάποια φαινομενική αντανάκλαση μιας κρυφής πραγματικότητας, που η αναγωγή της σε καθαυτή και ιδεατή Λογική θα μας οδηγήσει στην αλήθεια. Στην εργασία αυτή το φαινομενικό γίγνεσθαι με μια λογικά ανακόλουθη μηδενολογία, ξεκινά απ’το Μηδέν και καταλήγει στο Απόλυτα προσδιορισμένο Είναι, έτσι ώστε ν’αναφαίνεται η θεϊκή παρέμβαση, αφού το βαθύτερο νόημα του έργου είναι θεολογικό. Επίσης κατά την ακολουθία του έργου, η αντιφατικότητα του Γίγνεσθαι μετατρέπεται επιμελώς σ’αντιθετικότητα, δίνοντας μιαν υφέρπουσα, αλλά σαφή αναφορά στον ορθολογισμό. Γι’αυτό πολλές θεμελιακές προτάσεις του, ακολουθώντας δύο λογικο-γλωσσικές συντάξεις συγχέονται τόσο, που δεν υπακούουν ούτε στον ορθολογισμό ούτε στην διαλεκτική. Επίσης η εξ’αρχής αποδοχή απ’τον Χέγκελ αναντιστοιχίας Λογικής και Πραγμάτων, δεν της επιτρέπει να είναι ούτε Επιστήμη, ούτε Λογική, αλλά και ο ιδεαλισμός, της απαγορεύει να είναι αληθινή Διαλεκτική. Μολονότι λοιπόν υπήρξε μία απ’τις ευφυέστερες φιλοσοφικές συλλήψεις, έβλαψε όσο τίποτε άλλο τη διαλεκτική σκέψη. Επίσης γι’αυτούς τους λόγους δεν μπόρεσε να γίνει εργαλείο επιστημονικής έρευνας.
Για την κατανόηση του έργου πρέπει να έχουμε στο νου τις ακόλουθες θεμελιακές προτάσεις του απ’όπου αναδύονται και οι προθέσεις του Χέγκελ:
40
―Α. § 1 σελ. 53: Η Φιλοσοφία έχει βέβαια κατ’αρχή κοινά αντικείμενα με τη θρησκεία. Κι οι δύο έχουν αντικείμενό τους την αλήθεια με το ύψιστο νόημα της λέξης, δηλαδή ότι ο θεός και μόνο αυτός είναι η αλήθεια. Επίσης και οι δυο πραγματεύονται την περιοχή του πεπερασμένου: τη Φύση και τ’Ανθρώπινο Πνεύμα, τη σχέση του ενός προς το άλλο και προς τον Θεό ως αλήθεια τους». (Αφού ο Χέγκελ ξέρει εξαρχής την αλήθεια, γιατί μπαίνει στον κόπο της δύσβατης φιλοσοφικής του πορείας);
―Β. § 88 σελ. 216. «...Πρέπει λοιπόν να εκπλήσσεται κανείς, ακούοντας στην εποχή μας προτάσεις, όπως -από το τίποτα δεν γίνεται τίποτα ή μόνο από κάτι μπορεί να γίνει κάτι-, χωρίς να συνειδητοποιείται ότι αυτές είναι το θεμέλιο του Πανθεϊσμού και της Αθεΐας». (Άραγε είναι η εκ του μηδενός δημιουργία αυτονόητη για να επλήσσεται που οι υλοζωιστές ή οι υλιστές δια-φωνούν);
―Α. Β. Εδώ ο Χέγκελ στη θέση της λογικής τοποθετεί με φανατισμό την παλαιά διαθήκη, αφού ο πανθεϊσμός και η αθεΐα τον εκπλήσσει αρνητικά. Σύμφωνα όμως με τη ηρακλειτική διαλεκτική σκέψη, "Αυτός ο κόσμος που είναι ίδιος για όλους, δεν δημιουργήθηκε από θεό ή άνθρωπο, αλλά ήταν, είναι και θα είναι αείζωον πυρ (ενέργεια), που ανάβει-σβήνοντας με Μέτρο".
41
Δηλαδή ο κόσμος είναι αυτάρκης και δεν έχει ανάγκη για την ύπαρξή και την εξέλιξή του από κανένα θεό. Επίσης στην παράγραφο Α. βλέπουμε ότι η διαλεκτική του Χέγκελ χωλαίνει και στην αντίληψη περί του απείρου γίγνεσθαι, αφού θεωρεί τη φύση και το ανθρώπινο πνεύμα πεπερασμένα. Αυτό βέβαια επιβεβαιώνει την άποψή του ότι τα πράγματα δεν αντιφάσκουν, αλλά είναι η λογική που αντιφάσκει. Σύμφωνα με τον Αναξίμανδρο όμως, που αυτός πρότεινε πρώτος την έννοια του απείρου και του γίγνεσθαι: "αρχή και στοιχείο των όντων είναι το Άπειρο". Δηλαδή ποσοτικά άπειρο είναι το μέγα, αλλά κάθε πεπερασμένο και κάθε στοιχειώδες, όντας εν τω γίγνεσθαι, είναι δυναμικά το ποιοτικό άπειρο, αφού συνεχώς μεταλλάσσεται αλλάζοντας ποιότητα κι έτσι αληθινά δεν πεθαίνει. Αντίθετα προς αυτό όμως, επειδή ο θεός είναι τέλειος δεν μπορεί να εξελίσσεται κι έτσι διαλεκτικά είναι τετελεσμένος και γι’αυτό πεπερασμένος. Η διαλεκτική θέλει το πεπερασμένο να είναι στην εξέλιξή του άπειρο, ενώ το απολύτως άπειρο ως τετελεσμένο θεωρεί πεπερασμένο.
―Γ. § 8 σελ.68: Τίποτα δεν υπάρχει στην αίσθηση που να μην περιέχεται στη νόηση. Με τη έννοια ότι ο νοῦς και με βαθύτερο όρο το πνεύμα είναι η αιτία του κόσ-μου. (Άποψη που φλερτάρει με τον σολιψισμό).
―Δ. § 40 σελ.122: Η κριτική φιλοσοφία θεωρεί την εμπειρία Μοναδική βάση των γνώσεων· δεν θεωρεί όμως ότι αυτές είναι αλήθειες, αλλά μόνο γνώσεις φαινομένων.(Θεμελιακή θέση του Παρμενίδη:“Περί Φύσεως”).
―Ε. §84 σελ.201: Δεν πρέπει το Πράγμα, (η ουσία του κόσμου), να φέρει το ελάττωμα της Αντίφασης. Αυτό πρέπει ν’αποδοθεί στην λογική ικανότητα, (την ουσία του πνεύματος). (Πλατωνικός διάλογος «Παρμενίδης»).
―Γ. Αν όπως λέει “η Νόηση και το Πνεύμα είναι η αιτία του κόσμου” ή τουλάχιστον προηγείται απ’την εμπειρική πραγματικότητα, τότε ο ισχυρισμός του ότι το Νοείν ξεκινά απ’το Μηδέν, δε στηρίζεται πουθενά, αφού “το Νοείν ως αιτία του κόσμου” θα υπήρχε πάντα. Έτσι η διαλογική του ακολουθία ότι το Γίγνεσθαι είναι η ενότητα του καθαρού και καθαυτού Είναι με το καθαρό και καθαυτό Μηδέν, ήδη απ’τους δικούς του αρχικούς ισχυρισμούς, αναιρείται.
42
―Δ. Από αυτό συνάγουμε ότι: το Είναι συνίσταται από ιδεατά, άγνωστα Πράγματα Καθαυτά, ενώ το αντιφατικό φαινομενικό γίγνεσθαι των εμπειριών που για τον Χέγκελ μόνο μ’αυτό μπορούμε να έλθουμε σ’επαφή, είναι ψευδές κι αρνείται όλη την αλήθεια του.
―Ε. Επειδή όμως κατά τη γνώμη του, ερχόμαστε εμπειρικά σ’επαφή μόνο με την αντιφατική φαινομενικότητα και όχι με τα Πράγματα Καθαυτά που δεν αντιφάσκουν, η λογική αντιφάσκοντας είναι αναντίστοιχη με την “πραγματικότητα” των πραγμάτων.
―Ζ. § 6 σελ. 61: Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η φιλοσοφία έχει περιεχόμενο αυτό που παράγεται και παράγει τον εαυτό του μέσα στην περιοχή της πνευματικής ζωής, έτσι που να γίνει, ο εξωτερικός και ο εσωτερικός κόσμος, κόσμος της συνείδησης και η Πραγματικότητα είναι το περιεχόμενο αυτό. Μάλιστα η συμφωνία με την πραγματικότητα μπορεί να θεωρηθεί τουλάχιστον, σαν ένα εξωτερικό κριτήριο της αλήθειας της Φιλοσοφίας. Έτσι πρέπει να θεωρηθεί ως ανώτατος και τελικός σκοπός αυτής της λογικής επιστήμης, η συμφιλίωση της αυτοσυνειδητοποιημένης λογικής ικανότητας με την υπαρκτή λογική ικανότητα ―την πραγματικότητα.
―Η. § 24. σελ 102: …οι σκέψεις μπορούν να ονομαστούν αντικειμενικές κι ανάμεσά τους οφείλουν να περιληφθούν κι οι μορφές, οι οποίες εξετάζονται καταρχήν μέσ’τη συνηθισμένη Λογική, (την Τυπική) κι εκλαμβάνονται συνήθως ως μορφές της συνειδητής νόησης… Η λογική συμπίπτει με την Μεταφυσική, αφού συλλαμβάνει τα πράγματα μέσα στις σκέψεις που εκφράζουν την ουσία των πραγμάτων.
―Ζ και Η. Δηλώνει ότι Ανώτατος και Τελικός σκοπός του έργου, είναι η συμφιλίωση της αυτοσυνειδητοποιημένης, αντιφατικής και φαινομενικής λογικής ικανότητας, με την υπαρκτή Λογική της πραγματικότητας (τον ορθολογισμό). Έτσι μολονότι προτίθεται να παρουσιάσει την Διαλεκτική Λογική του, δεν θ’αποχωριστεί τις βασικές αρχές του ορθολογισμού, μολονότι κάποιες φορές τις περγελά. Αυτό θα διαπιστώνουμε συνεχώς στην ανάπτυξη των βασικών προσδιορισμών του αλλά και στη διατύπωση των “αρχών της Διαλεκτικής Λογικής” του, όπου μετασχηματίζει τις θεμελιώδης προτάσεις της μ’επιμέλεια από αντιφατικές σε αντιθετικές δίνοντας συνεχή αναφορά στον ορθολογισμό.
Στο Ζ ξαναδιαπιστώνουμε ότι γεφυρώνει τη λογική του με την τυπική ορθολογικότητα και πατώντας εκεί συνεχίζει το αυθαίρετο κι α-νόητο ταξίδι του στη Μεταφυσική, χαρακτηρίζοντας τη σκέψη “ουσία των πραγμάτων”. Επίσης μολονότι μας έχει πληροφορήσει ότι η λογική του δεν αντιστοιχεί με τη φύση των πραγμάτων, μας μιλά για μιαν άλλη Πραγματικότητα η οποία περιέχεται στη συνείδηση. Αυτή όμως η πραγματικότητα της συνείδησης όντας αποτέλεσμα της φαινομενικής αντιφατικότητας, σύμφωνα με τη δική του άποψη, δεν πρέπει να είναι αληθινή πραγματικότητα αλλά φαινομενική. Αλλά κι η «ουσία των πραγμάτων που περιλαμβάνεται στη σκέψη» αφού ως σκέψη «φέρει το ελάττωμα της αντίφασης» δεν μπορεί να είναι η ουσία των πραγμάτων.
44
―Θ. § 19. σελ 92: Η Λογική είναι η επιστήμη της Καθαρής Ιδέας, δηλαδή της ίδέας μέσ’το αφηρημένο στοιχείο της νόησης.
―Ι. § 87. σελ. 206: Το καθαρό Είναι, είναι η καθαρή αφαίρεση άρα το απόλυτα αρνητικό· που λαμβανόμενο άμεσα είναι το Μηδέν.
―Θ.Ι. Ο Χέγκελ υιοθετεί την καντιανή άποψη περί της “Καθαρότητας της Λογικής”, που βασίζεται στην “εκ των προτέρων γνωστική δυνατότητα του όντος” που είναι η βάση της Μεταφυσικής. Έτσι που μπορεί “ο Νους με το βαθύτερο νόημα, να είναι η αιτία του κόσμου κι ο κόσμος της συνείδησης να είναι το περιεχόμενο της πραγματικότητας”. Και ίσως γι’αυτό θέλει η λογική του να ξεκινά απ’το προεμπειρικό Καθαρό και Καθαυτό Είναι, το οποίο ως απροσδιόριστο, συμπίπτει με το Καθαρό και Καθαυτό Μηδέν. Κάτι που γεννά ερωτήματα, αφού αυτός ο ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός απ’το σύγχρονο άνθρωπο, ούτε διαλεκτικά, ούτε ορθολογικά, γιατί η Ιδέα πρέπει να είναι Ιδέα κάποιου κι έτσι δε μπορεί να ξεκινά απ’το Μηδέν. Επίσης εδώ βλέπουμε ο ίδιος ο προσδιορισμός μέσω του ιδεαλισμού ν’αποκόπτεται απ’το πράγμα και ν’ανάγεται σε ουσία και μέσω αυτής ν’αναδύεται το γίγνεσθαι του Νοείν της Ιδέας Καθαυτής και όχι του υλικού κόσμου.
45
Η ΠΡΑΞΗ ΤΗΣ ΜΕΤΡΗΣΗΣ ΣΤΗΝ ΚΒΑΝΤΟΜΗΧΑΝΙΚΗ
ΚΑΙ Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΤΗΣ ΔΙΑΣΤΑΣΗ
Ποτέ δεν έπαψε να αιωρείται το ερώτημα αν η φιλοσοφία έχει δικαιώματα στο χώρο της επιστήμης ή η επιστήμη στο χώρο της φιλοσοφίας. Η φιλοσοφία, όπως είναι γενικά αποδεκτό, ξεκίνησε με τον Αναξίμανδρο σαν μια πρωτόγονη φυσική επιστήμη, όπου η φαντασία, η ενόραση, η παρατήρηση και κάποιες πρωτόγονες πειραματικές διαδικασίες, συνέθεταν μιαν ενότητα. Εκεί ο Χώρος, ο Χρόνος το Νοείν και το Είναι συνιστούν μιαν ενότητα στο Άπειρο καταλυτικο-συνθετικό Γίγνεσθαι. Δηλαδή κατ’αυτόν ο κόσμος και τα γεγονότα που τον συνιστούν καταλύονται-συντιθέμενα κι έτσι εξελισσόμενα γεννούν το παγκόσμιο Γίγνεσθαι. Στη συνέχεια σύμφωνα με τον Ηράκλειτο, το κοινωνικό κι εξελικτικό γίγνεσθαι της φύσης συνιστά τον Λόγο, δηλαδή την πρώτη Διαλεκτική Λογικο-Γλωσσική σύνταξη.
Απ’τον Αριστοτέλη, είχε αρχίσει η επιστήμη, με κάποιον τρόπο να ξεχωρίζει απ’τη φιλοσοφία, που ως την εποχή του Νεύτωνα, δεν φαίνεται ένας ξεκάθαρος διαχωρισμός. Οι Νεοθετικιστές τα τελευταία χρόνια, όρισαν την φιλοσοφία σαν ειδική επιστήμη, μέσα στα όρια της «πραγματείας της λογικής της γλώσσας», όπου κάθε άλλη διάστασή της να θεωρείται ένα έωλο και ασαφές είδος διαλογισμού. Ο ντετερμινισμός από κει και πέρα έγινε συνώνυμο με την επιστημονικότητα, όπου ο χώρος της φιλοσοφίας μέσ’την επιστήμη, ελαχιστοποιήθηκε ή εκμηδενίστηκε.
46
Με την είσοδο όμως στο προσκήνιο της κβαντομηχανικής και το ντετερμινισμό ν’απαξιώνεται, οι μεγάλοι επιστήμονες που θα έπρεπε να πρόσκεινται στο ντετερμινισμό, βλέπουμε ν’ανοίγουν έναν μακρόχρονο ιδεολογικό πόλεμο πάνω στις αρχές και τις εξελίξεις της σύγχρονης επιστήμης. Αυτή η διαμάχη εμπλέκει άμεσα τη φιλοσοφία μέσ’την καρδιά της επιστήμης, σε βαθμό που να μην είναι πια εφικτός o διαχωρισμός αυτός. Όταν ορισμένοι διακεκριμένοι φιλόσοφοι, έκλειναν τη θύρα της επιστήμης στην φιλοσοφία, κάποιοι μεγάλοι επιστήμονες παραμερίζοντας όλες τις θεωρητικολογίες της εποχής τους περί διαχωρισμού επιστήμης και φιλοσοφίας, αυθόρμητα κι όλο ζωντάνια, της άνοιγαν την θύρα απλόχερα, προσφέροντας μερίδιο ηγεμονικό. Φανέρωναν έτσι ότι δεν μπορεί πρωτοπόρα επιστήμη χωρίς φιλοσοφικό γνώμονα, αλλά συγχρόνως και φιλοσοφία με τη σύγχρονη έννοια, χωρίς επιστημολογικό έρμα. Ο φιλοσοφικός γνώμονας που προσέφερε η φιλοσοφία απ’την εποχή των αρχαίων Ελλήνων, εκτός απ’την οντολογία και την ηθική, συνέπιπτε με την τέχνη της νόησης, που ήταν η Λογική. Η πρώτη μεγάλη φιλοσοφική διαμάχη περί την Λογική, είναι αυτή των δύο βάρδων της νόησης, Ηράκλειτου για τη διαλεκτική και Παρμενίδη για τον ορθολογισμό και ντετερμινισμό.
Δε θα υπήρχε λόγος ν’αναφέρουμε τον Αριστοτέλη, αφού ο Νεύτων εκπροσωπεί ολοκληρωμένα την αντικειμενική ορθολογική επιστημονική σκέψη σήμερα. Όμως αυτό που πρέπει να ξεπεραστεί στο κβαντικό γίγνεσθαι δεν είναι μόνον η αντικειμενικότητα και η επιστημονικότητα όπως ορίζεται από τη νευτώνεια σκέψη, που τελικά συνοψίζεται ως ντετερμινισμός, αλλά και η ορθολογική αριστοτελική λογική η οποία στον κβαντικό κόσμο δοκιμάζεται βίαια ή ακόμα ακυρώνεται.
47
Ο νευτώνειος τρόπος αντίληψης για τον κόσμο, θα μπορούσε να πει κάποιος, ότι είναι ένας ολοκληρωμένος αριστοτελικός. Δηλαδή υπάρχει μια μεγάλη πορεία που ξεκινά απ’τον Αριστοτέλη κι ολοκληρώνεται στο Νεύτωνα. Ό,τι πλήγμα λοιπόν μπορεί να δεχτεί η νευτώνεια σκέψη, στρέφεται με κάποιο τρόπο κι ενάντια στην αριστοτελική λογική πάνω στην οποία βασίζεται ο ντετερμινισμός. Επειδή όμως σήμερα «ότι έχει» η επιστήμη στην έρευνα, είναι ο ορθολογισμός κι η τυπική λογική, οι επιστήμονες μολονότι θέλουν ν’απορρίψουν το ντετερμινισμό, κρατούν την καρδιά του που είναι ο ορθολογισμός, δημιουργώντας διγλωσσία και σύγχυση.
Ο νευτώνειος τρόπος αντίληψης για το μικρόκοσμο, θα μπορούσε να θεωρηθεί κόσμος δυνάμεων και σωματιδίων που διαθέτουν κάθε στιγμή ιδιότητες μέσ’το χώρο, όπως η μάζα που είναι στατική, αφού δεν αλλάζει κατά την διάρκεια του χρόνου κι η ταχύτητα που είναι δυναμική κι αλλάζει. Σύμφωνα με τη νευτώνεια αντίληψη, το γίγνεσθαι στον κόσμο είναι αποτέλεσμα δυνάμεων που δρουν στα σωμάτια εξωτερικά, δημιουργώντας κίνηση, συνδυασμούς σωματιδίων και συγκρούσεις. Ο ίδιος ο Νεύτων όμως αποφεύγει να σχολιάσει τη φύση αυτών των δυνάμεων με την φράση «hypotheses non fingo» (δεν κάνω καμιά υπόθεση).
Το σύμπαν του Νεύτωνα είναι απόλυτα ορθολογημένο μέσ’τα όρια των προϋπαρχόντων και ανεξαρτήτων μεταξύ τους χώρου και χρόνου. Εκεί είναι δεδομένο πως οι ιδιότητες των σωμάτων είναι παρούσες άσχετα αν τις παρατηρούμε ή όχι. Με κορμό την αριστοτελική λογική, η νευτώνεια αντίληψη έχει καθιερωθεί ως αναμφισβήτητη στην καθημερινότητα και μέχρι χθες, στην επιστημονική κοινότητα. Η πρώτη αμφιβολία για το κύρος αυτού του μοντέλου, δημιουργήθηκε απ’την «Ειδική Θεωρία της Σχετικότητος». Εκεί ο Αϊνστάιν δείχνει, ότι οι έννοιες του Χώρου και του Χρόνου δεν μπορούν πια να γίνουν αντιληπτές με το νευτώνειο τρόπο. Δηλαδή δεν μπορούν πια να θεωρούνται ξέχωρες, αλλά χωροχρονική ενότητα. Ακόμα λέγεται ότι στο χωρόχρονο, γεγονότα εν εξελίξει, από έναν παρατηρητή μπορεί να θεωρούνται χωρικά κι από άλλον χρονικά ή ότι δύο παρατηρητές μπορεί να δουν με αντίθετη χρονική ακολουθία, την εξέλιξη κάποιου γεγονότος. Πέραν τούτου όμως ο ίδιος ο Αϊνστάιν κι η δουλειά του, δεν αντιστρατεύονται τη νευτώνεια τάξη σε βαθμό που να διαφωνεί με την αντικειμενικότητα, όπως είναι εκεί αποδεκτή. Αυτό, σύμφωνα με τον Αϊνστάιν, θα εστρέφετο κατά της επιστημονικότητας, όπως είχε διαμορφωθεί ως ντετερμινισμός. Σε θέματα ιδιοτήτων των αντικειμένων, η Θεωρία της Σχετικότητος δεν αντιτίθεται στην ουσία της νευτώνειας σκέψης.
Την ίδια εποχή ο Πλανκ ανακαλύπτει την κβαντική φύση της ακτινοβολίας του θερμού αντικειμένου. Εκεί φαίνεται ότι η ενέργεια εκλύεται σε ορισμένα ελάχιστα ποσά, το μέγεθός των οποίων εξαρτάται απ’τη συχνότη-τα του φωτός, δηλαδή απ’το χρωματισμό τους. Λέγεται πως οι συνέπειες αυτής της εργασίας υπονόμευσαν σημαντικά το κύρος του νευτωνείου οικοδομήματος σχετικά με τις αντιλήψεις των επιστημόνων για το μεγάκοσμο και το μικρόκοσμο.
Σύμφωνα με τη νευτώνεια αντίληψη, για να διαπιστωθεί η θέση κάποιου βλήματος, που αυτό λογίζεται σαν πράγμα ή αντικείμενο, το φωτίζουμε μια ορισμένη χρονική στιγμή και το στατικοποιούμε ιδεατά σ’αυτή τη θέση πάνω στο φωτογραφικό φιλμ. Το φως μέσω του οποίου γίνεται αυτή διεργασία, δηλαδή τα φωτόνια που ανακλώνται απ’το σώμα και βρίσκουν τη φωτογραφική πλάκα, αν επιδρούν στο βλήμα δεν ενδιαφέρει την έρευνα γιατί η διαφορά που προκύπτει είναι αμελητέα. Για το ηλεκτρόνιο όμως το θέμα είναι πολύ διαφορετικό, λόγο της μεγάλης ταχύτητας και του μικρού μεγέθους του. Το φωτόνιο που θα βρει το ηλεκτρόνιο, πρέπει να έχει υψηλή συχνότητα για να δώσει στοιχεία μέτρησης κι έτσι αλλοιώνει σε μεγάλο βαθμό τη φύση αυτού που ερευνάται.
Για να γίνει αντιληπτή η περιγραφή του μικρόκοσμου απ’την κβαντική θεωρία, υπάρχει το κλασικό πείρα-μα που περιλαμβάνει κάποιον εκτοξευτή, ο οποίος εκτοξεύει σφαιρίδια, κύματα νερού ή ηλεκτρόνια αναλόγως. Αυτά μετά την εκτόξευση κατευθύνονται προς ένα παραπέτασμα το οποίο στο κέντρο έχει δυο οπές που κατά την απαίτηση του πειράματος, πότε η μια και πότε οι δυο μαζί είναι ανοικτές. Πίσω απ’το παραπέτασμα, υπάρχουν ανιχνευτές που καταγράφουν την παρουσία και τη συμπεριφορά των εκτοξευομένων αντικειμένων.
Α. Αν εκτοξεύσουμε μαύρα σφαιρίδια μέσω της μιας οπής, αυτά θα έχουν την αναμενόμενη διανομή για σφαιρίδια, όπου θα μπορούσε απόλυτα να υπολογιστεί η θέση τους. Αν ανοιχτούν οι δυο τρύπες και διοχετευτούν μαύρα σφαιρίδια από τη μια και άσπρα απ’την άλλη, αυτά θα διαμοιραστούν πάλι όπως θ’αναμενόταν, δηλαδή έχοντας συμπεριφορά σωματιδίων.
Β. Αν κάνουμε το ίδιο με τα κύματα νερού, το αποτέλεσμα θα ήταν επίσης αναμενόμενο. Θα έχουμε ανάλογη συμπεριφορά κυμάτων.
Γ. Αν εκτοξεύσουμε ηλεκτρόνια, όταν είναι ανοικτή η μια οπή αυτά συμπεριφέρονται ως σωματίδια. Όταν όμως ανοιχτούν καί οι δύο οπές, υπάρχει παρεμβολή κυματιακής φύσης. Τα ηλεκτρόνια καταφτάνουν ως ανεξάρτητα σωματίδια, όμως η άφιξή τους εκεί υπακούει σε κανόνες κυματιακούς, κάνοντας αδύνατο τον προσδιορισμό από πια τρύπα έχουν περάσει. Από εκεί προέρχεται και το ερώτημα, πως είναι δυνατόν τα ηλεκτρόνια να διαθέτουν ιδιότητες και σωματιδίων και κυμάτων, χωρίς να είναι σαφώς το ένα ή το άλλο. Έτσι δημιουργήθηκε στο μικρόκοσμο πρόβλημα περιγραφής, όπου η νευτώνεια άποψη μη μπορώντας ν’ανταποκριθεί αμφισβητήθηκε ακόμα περισσότερο.
Για να γίνει η περιγραφή ενός φαινομένου, στην σύγχρονη επιστήμη, πρέπει να προταθεί ένα μοντέλο, το οποίο με μια μαθηματική διεργασία, θα παίρνει υπόψιν του όλες τις ιδιότητες και τις ιδιομορφίες που αφορούν το φαινόμενο. Έτσι στην περίπτωση του ηλεκτρονίου χρειάζεται μια μαθηματική δομή, η οποία να μπορεί να περιλάβει τις στατικές του ιδιότητες, που είναι το φορτίο και η μάζα και τις δυναμικές, που είναι η θέση και η ορμή (μάζα επί ταχύτητα), η διεύθυνση του σπιν, κ.λπ. Ακόμα, αυτή η δομή πρέπει να αντανακλά την κυματοσωματιδιακή συμπεριφορά του κβαντικού γεγονότος. Αυτό το πρόβλημα περιγραφής του κβαντικού γεγονότος, έχει λυθεί με τρεις τρόπους, από τους Σρέντιγκερ, Ντυράκ και Χάιζενμπεργκ. Λέγεται ότι κι οι τρεις περιγραφές είναι ισάξιες μαθηματικά, αλλά καθιερώθηκε του Σρέντιγκερ, σαν πιο εύχρηστη.
51
Ο Σρέντιγκερ συνέλαβε μιαν εξίσωση που περιγράφει τις μετατροπές του γεγονότος σε κάθε δυνατή θέση μέσα στο χώρο κατά τη διάρκεια του χρόνου. Η εξίσωση αυτή περιέχει ιδεατά όλες τις ιδιότητες, που πρέπει να διαθέτει ένα κβαντικό γεγονός, που στη δεδομένη περίσταση είναι το ηλεκτρόνιο. Για να υπολογίσει όλες τις αλλαγές κάθε συγκεκριμένης αξίας, κάθε ιδιότητας, πρότεινε μια συμπληρωματική μαθηματική διαδικασία που θα μπορεί να περιέχει όλες τις πιθανότητες.
Όταν ένα ηλεκτρόνιο εκλύεται από ένα διεγερμένο άτομο, στην κβαντομηχανική παρουσιάζεται σαν κυματοσυνάρτηση που διαδίδεται απ’το άτομο, σαν αρμονικά διαστελλόμενο κύμα. Το πλάτος διανομής του οποίου, δίνει τις πιθανότητες της θέσης του μέσ’τον χώρο μια χρονική στιγμή. Κατά την παρατήρηση ενός ηλεκτρονίου, την στιγμή που αυτό προσκρούει σε ένα από τα άτομα του αργύρου που ευαισθητοποιούν τη φωτογραφική πλάκα, λέγεται ότι δίνει όλη του την ενέργεια αφήνοντας ένα ίχνος στην πλάκα. Αυτή ακριβώς είναι η στιγμή κατά την οποία η κυματοσυνάρτηση που εκπροσωπεί το ηλεκτρόνιο λέγεται ότι καταρρέει, αφήνοντας μόνο το ίχνος της στο φιλμ.
[Υποθέτουμε ότι η ποσότητα W(x,t) αναπαριστά την κατάσταση ενός κβαντικού σωματίου σε χρόνο t και χώρο x. Ας ορίσουμε με Α τη θέση που είναι η ιδιότητα που θέλουμε να διερευνήσουμε. Ο Σρέντιγκερ όρισε, ότι κάθε ιδιότητα πρέπει να σχετίζεται με τη δική της ομάδα κυμάτων. ΄Ετσι λοιπόν, η ομάδα κυμάτων που αντιστοιχεί στην ιδιότητα της θέσης του ηλεκτρονίου, παρουσιάζεται ως w1(xt),w2(xt)…κλπ.
Η αξία της εργασίας αυτής, συνίσταται στο ότι μπορεί να διαπιστώνει τη σχέση κάθε μέλους αυτής της ομάδας κυμάτων, με μια από τις αξίες που πιθανόν θα πάρει
52
η ιδιότητα όταν μετρηθεί. Αυτές οι ομάδες έχουν άπειρες τιμές, κι έτσι η Α έχει απειροστικό αριθμό πιθανοτήτων να οριστεί. Η κατάσταση W(xt), μπορεί με ένα και μοναδικό τρόπο ν’αναλυθεί στους όρους της ομάδας κυμάτων, που σχετίζονται με την ιδιότητα Α. Αυτό σημαίνει ότι θα δημιουργηθεί σειρά αριθμών c1,c2,c3,.. όπου W(xt)=c1w1(xt)+c2w2(xt)+c3w(xt)… όπου w1(xt), w2(xt), w3(xt)… είναι η ομάδα κυμάτων που αντιστοιχεί στην ιδιότητα της θέσης. Στην περίπτωση που το λευκό φως διέρχεται από ένα πρίσμα και αναλύεται στα χρώματα της ίριδος, από κβαντική όψη η κυματοσυνάρτηση W(xt) αντιστοιχεί στο λευκό φως κι η ομάδα των κυμάτων {wi(xt)},i=1,2,3… στα συγκεκριμένα χρώματα της ίρι-δος. Για κάθε κυματοσυνάρτηση που θέλουμε να διερευνήσουμε, αντιστοιχεί ένα διαφορετικό πρίσμα, μέσω του οποίου μπορούμε να δούμε την κυματοσυνάρτηση. ΄Ετσι κάθε πρίσμα αναλύει την κυματοσυνάρτηση, στο δικό της φάσμα κι έχουμε μια διαφορετική ομάδα κυμάτων {wi (xt)} και διαφορετική ομάδα αριθμών [ci] στην ανά-λυση, η οποία εξαρτάται από ποιο πρίσμα ιδιότητας θα χρησιμοποιήσουμε για να αναλύσουμε τη W. Για να διαπιστώσουμε, μέσ’το πλήθος της διασποράς των τιμών που δίνει αυτή η ανάλυση, την τιμή που θα πρέπει να πάρει η ιδιότητα Α, πρέπει να συνδυάσουμε τον ξεχωριστό αριθμό {ci}, που σχετίζεται κάθε μέλος της ομάδας κυμάτων wi(xt) με την i-οστή αξία, που η ιδιότητα Α θα πάρει όταν μετρηθεί…]
Βλέπουμε λοιπόν μεγάλη διαφορά σ’αυτόν τον τρόπο περιγραφής απ’τον νευτώνειο. Σύμφωνα με τη νευτώνεια άποψη, οι ιδιότητες ενός βλήματος, είναι προϋποτιθέμενες σε σχέση μ’αυτό και δε μπορεί να μην υπάρχουν.
53
Για το ηλεκτρόνιο όμως, η περιγραφή του Σρέντιγκερ υπολογίζει τις πιθανότητες τιμών της αξίας αυτής της μετρούμενης ιδιότητας, που θα μπορούσε να πάρει το κβαντικό γεγονός κατά τη μέτρηση. Η περιγραφή αυτή δεν αναφέρεται στο θέμα της σύμφυσης ή όχι των διερευνουμένων ιδιοτήτων, του υπό μέτρησιν κβαντικού γεγονότος. Στην νευτώνεια άποψη που δέχεται το ηλεκτρόνιο σαν βλήμα, η θέση κι η ορμή του ως σωματίδιο γίνονται δεκτά σαν απολύτως πραγματικά κι ακριβή, κάτι που είναι απόλυτα σύμφωνο με την κοινή λογική. Στην κυματοσυνάρτηση όμως του Σρέντιγκερ, που είναι η κβαντική άποψη, υπάρχει απλά κύμα πιθανοτήτων που μορφοποιείται κατά τη στιγμή της μέτρησης και είναι μαθηματικής μορφής, όπως αποδέχονται οι περισσότεροι επιστήμονες. Αυτός όμως είναι ο μόνος τρόπος που τα εργαστηριακά αποτελέσματα μπορούν να περιγραφούν και ο οποίος έχοντας δοκιμαστεί χρόνια τώρα, θεωρείται επαρκής και σύμφωνος με τα πειραματικά δεδομένα.
Από εκεί προκύπτει και το θέμα της ερμηνείας των πειραματικών δεδομένων. Οι μεγάλοι αυτοί επιστήμονες δεν αρκούνται απλά στις διαπιστώσεις, αλλά αναγκάζονται να προχωρήσουν σε οντολογικοφιλοσοφικές διερευνήσεις, για να συλλάβουν το νόημα όλου αυτού του επιστημονικού γίγνεσθαι. Ξεκινώντας λοιπόν απ’την επιστημονική προσέγγιση για την πραγματικότητα που είναι η μέτρηση, η περιγραφή κι η ερμηνεία των δραστηριοτήτων αυτών, φτάνουν σε μια σειρά ακραίων και αλληλοσυγκρουομένων οντολογικών αποδοχών. Αυτές ξεκινούν απ’την αποδοχή του ντετερμινισμού και της αντικειμενικότητας του κβαντικού γεγονότος και περνώντας απ’όλες τις πιθανές κι εύλογες αντιτερμινιστικές προσεγγίσεις, φτάνουν σ’έναν αχαλίνωτο αντιτερμινιστικό μυστικισμό.
54
Το κβαντικό γεγονός περιγράφεται από μια κυματο-συνάρτηση η οποία, σύμφωνα με κάποιους επιστήμονες αντιπροσωπεύει ιδεατά ορισμένες ιδιότητες των κβαντικών γεγονότων, όπως π.χ. την θέση κάποιου ηλεκτρονίου. Εδώ πρέπει να τονίσω, ότι υπάρχουν εξίσου σπουδαίοι επιστήμονες, οι οποίοι αυτή τη συνάρτηση δε θεωρούν ιδεατή αλλά πραγματική. Η κυματοσυνάρτηση αυτή, υποδηλώνει την σχετική πιθανότητα μιας ιδιότητας, ορίζοντας έτσι κάποια από τις εν δυνάμει αξίες που θα πάρει τη στιγμή της μέτρησης. Όμως αυτά που φαίνονται απλά στην κοινή λογική, για την επιστημονική κοινότητα που έχει ως αντικείμενο τον κβαντικό κόσμο, η έννοια του μέσου μέτρησης, είναι κάτι που χρειάζεται ιδιαίτερη διευκρίνιση. Η κοινή λογική υπαγορεύει ότι το μέσο μέτρησης είναι κάθε συσκευή που καταγράφει πιστά το αποτέλεσμα της πειραματικής διαδικασίας. Μια σειρά μεγάλων επιστημόνων όμως, όχι αναίτια, έχει άποψη διαφορετική. Αυτοί υποστηρίζουν ότι στον κβαντικό κόσμο το αντικείμενο και το μέσο μέτρησης αλληλεπιδρούν σε τέτοιο βαθμό που να μην γίνεται λόγος για ανεξαρτησία του ενός από το άλλο. Ακόμα υπάρχουν μεγάλοι επιστήμονες όπως ο Νόυμαν, που ισχυρίζονται ότι κατά την διαδικασία της μέτρησης, που έχει ως οριακή στιγμή την κατάρρευση της κυματοσυνάρτησης, το μέσο μέτρησης, το μετρούμενο αντικείμενο, αλλά καί η ανθρώπινη συνείδηση, συνιστούν μια κβαντική ενότητα. Εκεί η ανθρώπινη συνείδηση θεωρείται ο βασικότερος παράγων, αφού αυτή εξαναγκάζει την κατάρρευση της κυματοσυνάρτησης.
55
[Σύμφωνα με την κβαντική περιγραφή, κάθε μια απ’ τις ιδιότητες μιας κβαντικής οντότητας, ανταποκρίνεται σε μια σειρά κυμάτων. Σε μιαν ανάλογη ομάδα κυμάτων, ανταποκρίνεται και η ανάλογη συζυγής της ιδιότητα· (χρόνος και ενέργεια, τόπος και παλμός, παλμός περιστροφής και γωνία, είναι συζυγείς ιδιότητες).
Ας υποθέσουμε ότι έχουμε δύο πρίσματα, ένα για την ιδιότητα Α κι ένα για την συζυγή του ιδιότητα Β, που ανταποκρίνονται, η Α σε κύμα W και η Β σε κύμα Μ. Αν διοχετευτεί μια αυθαίρετη ομάδα κυμάτων Χ δια μέσου του πρίσματος W, θα λάβουμε ένα φάσμα που θ’αποτελείται από ένα Νw αριθμό χρωμάτων. Ο αριθμός Νw είναι αντιστρόφως αναλόγου μέτρου προσομοίωσης του κύματος Χ, ως προς την ομάδα του πρίσματος W. Δηλαδή όσο ο αριθμός των χρωμάτων Νw, του κύματος W μεγαλώνει, τόσο η ομοιότητα μικραίνει κι αντίθετα. Το ίδιο συμβαίνει, αν απ’το πρίσμα Μ περάσουμε την ομάδα Χ. Παίρνουμε φάσμα Μ, που συντίθεται από Νm αριθμό χρωμάτων και είναι αντιστρόφως ανάλογης προσομοίωσης της ομάδας Χ με την ομάδα Μ. Το γινόμενο Nw επί Nm, είναι πάντα μεγαλύτερο του μηδενός, όπου Nw.Nm ≥R. Για τους επιστήμονες αυτό σημαίνει ότι πρίσματα που ανταποκρίνονται σε ομάδες κυμάτων συζυγών ιδιοτήτων, δεν μπορούν να αναλύσουν την ίδια στιγμή αντίστοιχες συζυγείς ομάδες με ακρίβεια. Υπάρχει βαθμός αντίστασης βεβαιότητας μιας κοινής ανάλυσης, που σχετίζεται με το R. Η αρχή της αβεβαιότητας του Χάιζενμπεργκ, κατ’αρχήν είναι συνδεδεμένη μ’αυτό το θέμα. Δηλαδή αφορά τις συζυγείς ιδιότητες κι όχι τις μη συζυγείς. Έτσι η ενέργεια κι η θέση του ηλεκτρονίου, που δεν είναι συζυγείς μετρώνται με ακρίβεια μαζί.
56
Έτσι αν θέλουμε να μετρήσουμε μιαν ιδιότητα Α, που είναι η θέση του ηλεκτρονίου, αυτή πρέπει να έχει το δικό της πρίσμα το οποίο ν’αντιστοιχεί σε μιαν ομάδα κυμάτων που σχετίζεται μ’αυτή την ιδιότητα. Παράλληλα έχουμε αυτόματα και άνευ φόρτισης, μια συζυγή ιδιότητα Β με δικό της πρίσμα, που ανταποκρίνεται στην ανάλογη ομάδα κυμάτων Β.
Προηγουμένως αναφέραμε, ότι αν μια ομάδα κυμάτων Χ, που ανταποκρίνεται στη δική της ιδιότητα, περάσει διά μέσου των πρισμάτων Α και Β, τα φάσματα που ενεργοποιούνται πρέπει να ικανοποιούν τη σχέση που αναφέρει ότι «όσο περισσότερα χρώματα στο ένα φάσμα, τόσο λιγότερα στο άλλο». Αυτό σημαίνει ότι υπάρχει κάποιο μέτρο αντίστροφης ακρίβειας κατά τη μέτρηση της αξίας της ιδιότητας Χ. Αλλά αφού η αντίστροφη σχέση μπορεί να ισχύει για κάθε αυθαίρετη ομάδα, που μπορεί να είναι το Χ και θα ανταποκρινόταν στην ανάλογη ιδιότητα Χ, ας βάλουμε στη θέση του Χ την ιδιότητα Α. Περνώντας την ομάδα κυμάτων Α μέσω του δικού της πρίσματος θα δώσει πολύ λίγα χρώματα, αφού αυτή είναι η υποχρέωση του πρίσματος Α να κάνει, όταν αντιμετωπίζει την ομάδα κυμάτων Α. Ακόμα είναι ανάγκη η συζυγής ομάδα κυμάτων Β, περνώντας από το πρίσμα Α να δώσει φάσμα μεγίστου αριθμού χρωμάτων, που θα πει ότι αυτό το πρίσμα δε δίνει ακριβείς αξίες της ιδιότητας Β.
Αν αλλάξουμε τους ρόλους των Α και Β, βάζοντας στη θέση του Χ το Β, τότε θα έχουμε τις ίδιες συνέπειες. Εδώ έχουμε΄Ενα πρίσμα, με το οποίο πρέπει να κάνουμε την ανάλυση κι ενώ αυτό είναι κατάλληλο για την ανάλυση του κύματος της μιας ιδιότητας, δεν είναι κατάλληλο για την ανάλυση του κύματος της άλλης ιδιότητας].
57
(Ενώ τυπικά αυτό φαίνεται έτσι, έχω την αίσθηση ότι αυτό το πρόβλημα έχει βαθύτερες ρίζες οι οποίες πάνε ακόμα μακρύτερα, στη φύση των συζυγών ιδιοτήτων. Ίσως να μην είναι μόνον η αδυναμία του ενός πρίσμα-τος, να κάνει ακριβή και παράλληλη μέτρηση και στις δύο συζυγείς ιδιότητες, αλλά η φύση κι η σχέση των συζυγών ιδιοτήτων να συνιστά ένα είδος αντιφατικής ενότητας, που ενώ η μια δεν μπορεί χωρίς την άλλη, για κάποιο λόγο απωθούνται κιόλας. Ήδη απ’την κλασική διδασκαλία των κυματισμών υπάρχει παραπλήσια ασάφεια περιγραφής στην περίπτωση της συχνότητας και του χρόνου: στον κβαντικό κόσμο η συχνότητα, ως ρυθμός επανάληψης μπορεί να θεωρηθεί κι αυτή χρόνος. Κι ενώ ο χρόνος ως διάρκεια ανταποκρίνεται στον αντικειμενικό κόσμο των πραγμάτων κι η συχνότητα επανάληψης χωρικών μέτρων είναι κι αυτή ο χρόνος που ανταποκρίνεται στον κβαντικό κόσμο όπου η αντικειμενικότητα αναιρείται, εμείς τα στριμώχνουμε παράνομα και αυθαίρετα μαζί στον ίδιο νοητικό χώρο. Συγχέουμε τον χρόνο του νευτώνειου κόσμου όπου η αντικειμενικότητα μεσουρανεί, με το χρόνο του κβαντικού κόσμου που η αντικειμενικότητα ακυρώνεται). Αυτό όμως παράνομα δεν λαμβάνει υπ’όψιν ούτε η εξίσωση του Σρέντιγκερ, ούτε η Θεωρία της Σχετικότητας. Σύμφωνα με τον Μπωμ: «Στη θεωρία του πεδίου, κάθε κίνηση στην κβαντομηχανική, περιγράφεται ως δημιουργία-καταστροφή των στοιχειωδών σωματίων. Εκεί η κίνηση ενός ελευθέρου σωματίου, περιγράφεται ως καταστροφή του σ’ένα σημείο και δημιουργία άλλου-αλλού. Έτσι η κίνηση γενικά γίνεται δεκτή ως σειρά θέσεων δημιουργίας-καταστροφής που συγχρόνως έχει ως αποτέλεσμα την αλλαγή». Δηλαδή η σύγχρονη επιστήμη συμφωνών-τας με τους προσωκρατικούς δέχεται ότι στα έσχατα όρια του κόσμου μας, τα λεγόμενα μικροσωμάτια συνεχώς καταλύονται-συντιθέμενα χάνοντας τη στατικότητα της θεωρούμενης ταυτότητάς τους όντας Αυτά-Άλλα-Άλλού. Κι επειδή αυτά είναι συνεχώς Άλλα-Αλλού, χρόνος γι’αυτά δεν είναι η διάρκεια αφού δεν διαρκούν ως ταυτότητες, αλλά ο ρυθμός επανάληψης (η συχνότητα επανάληψης) της ροής-αντιρροής των στοιχειωδών αείζωου πυρός μέσα τους και χώρος η διασπορά της ροής-αντιρροής αυτών των στοιχειωδών, δηλαδή το μήκος κύματός τους. Επίσης υπ’αυτές τις συνθήκες η ταχύτητα δεν μπορεί να είναι όπως την αποδεχόμαστε.
58
Ένα άλλο θέμα που διχάζει τους επιστήμονες είναι, τι ιδιότητες μπορεί να έχει ή όχι ένα κβαντικό γεγονός, προ της μέτρησης. Οι βασικές αντιλήψεις γι’αυτό είναι δύο. Η Σχολή της Κοπεγχάγης που θεωρείται η ορθόδοξη, με ηγέτες τους Μπόρ, Νόυμαν, Χάιζενμπεργκ, Σρέντιγκερ κ.λπ. αρνείται την αντικειμενικότητα των δυναμικών ιδιοτήτων των κβαντικών οντοτήτων, ενώ η σχολή της αντικειμενικότητας με ηγέτες τους Αϊνστάιν, Μπωμ, Ντε Μπρογί, κ.λπ που την θεωρεί δεδομένη.
Οι Βασικές Θέσης της σχολής της Κοπενχάγης:
α. Η κυματοσυνάρτηση δίνει πλήρη περιγραφή του συγκεκριμένου κβαντικού γεγονότος.
β. Τα κβαντικά γεγονότα που εκπροσωπούνται από την ίδια κυματοσυνάρτηση, είναι εκ φύσεως ίδια.
γ. Κάθε έλλειψη πληροφορίας περί των ιδιοτήτων των κβαντικών γεγονότων προ της μέτρησης, είναι έτσι γιατί δεν υπάρχουν εκεί ιδιότητες να γίνουν γνωστές.
δ. Οι όποιες παρατηρούμενες διαφορές μεταξύ ομοίων κβαντικών γεγονότων προ της μέτρησης, οφείλονται στον παράγοντα του τυχαίου ο οποίος είναι σύμφυτος με αυτά.
Οι Βασικές Θέσεις της Αντικειμενικότητας:
α. Η κυματοσυνάρτηση δίνει μόνο στατιστική περιγραφή ενός συνόλου αντικειμένων, άρα δεν μπορεί να είναι πλήρης περιγραφή για κάθε συγκεκριμένο κβαντικό αντικείμενο.
β. Κβαντικά αντικείμενα που παρουσιάζονται από τις ίδιες κυματοσυναρτήσεις, μπορεί να μην είναι ίδια από τη φύση τους.
γ. Η έλλειψη παρατήρησης ιδιοτήτων, υπαρχόντων προ της μέτρησης, των κβαντικών αντικειμένων, οφείλεται στην ύπαρξη αγνώστων μεταβλητών, τις οποίες η κβαντομηχανική δεν διακρίνει ή από αδυναμία αποκρύπτει.
Είναι γεγονός, ότι οι περισσότεροι φυσικοί στους χώρους παραγωγής, δέχονται την κβαντομηχανική σαν μοναδικό εργαλείο έρευνας που διαθέτουν. Αυτοί δεν πολυνοιάζονται για τις όποιες φιλοσοφικές και κοσμολογικές διαστάσεις που μπορεί να πάρει αυτή η δραστηριότητα. Ακόμα δε νοιάζονται αν προσβάλλεται ο ντετερμινισμός και για ν’αποκατασταθεί η αιτιοκρατία, πρέπει να γίνουν αποδεκτές κρυφές μεταβλητές, για έναν λόγο πάρα πάνω αφού αυτές είναι μη παρατηρήσιμες. Αυτά είναι θέματα που απασχολούν διακεκριμένους ερευνητές, οι οποίοι εί-ναι άλλο τόσο φιλόσοφοι.
Οι εκπρόσωποι των περισσοτέρων σχολών, δέχονται τις βασικές αρχές της σχολής της Κοπεγχάγης, αλλά καθένας με το δικό του τρόπο πάει σε διαφορετικές κοσμολογικές κι οντολογικές διερευνήσεις. Αυτοί δεν αρκούνται απλά στην διαπίστωση των αποτελεσμάτων της έρευνας, μολονότι αυτό θα φαινόταν αρκετό για επιστήμονες που είναι αρματωμένοι στο φρούριο του ντετερμινισμού και του θετικισμού. Αντίθετα με ότι διακηρύσσουν οι σύγχρονοι θετικιστές, αυτοί νιώθουν την ανάγκη της φιλοσοφικής διερεύνησης ως συμπλήρωμα και πολλές φορές ως οδηγό στην έρευνα.
Όλες οι σχολές που συγγενεύουν μ’αυτή της Κοπεγχάγης, δέχονται ότι οι δυναμικές ιδιότητες των κβαντικών γεγονότων είναι συμβατικές και γεννώνται κατά την διαδικασία της μέτρησης. Όπως έχουμε ήδη αναφέρει, αυτό βασίζεται στην αποδοχή ότι το μέσον και το αντικείμενο της μέτρησης, αλλά για πολλούς επιστήμονες κι ο παρατηρητής συνιστούν μιαν ενότητα κβαντικής φύσης. Αφού το αποτέλεσμά της είναι αναμφισβήτητα επηρεασμένο απ’τη διαδικασία της μέτρησης.
Η σχολή της Κοπεγχάγης απορρίπτει την ύπαρξη κρυφών μεταβλητών, βασιζόμενη στο μαθηματικό πόνημα του φον Νόυμαν το οποίο στηρίζει και δικαιολογεί τις απόψεις της κβαντομηχανικής. Στην μαθηματικό πόνημα του Νόυμαν δεν μπορεί να οριστεί σημείο διαχωρισμού, του παρατηρητή, του μέσου και του αντικειμένου μέτρησης, απορρίπτοντας την ύπαρξη αγνώστων μεταβλητών. Ο Χουίλλερ που συμμερίζεται σε μεγάλο βαθμό τις απόψεις της σχολής της Κοπεγχάγης, συμφωνεί κι αυτός με τον Νόυμαν, ότι η στιγμή της μέτρησης μπορεί να θεωρηθεί μ’έναν ήπιο τρόπο στιγμή δημιουργίας. Ότι δηλαδή η ανθρώπινη συνείδηση, δύναται να συμμετέχει στο γίγνεσθαι της δημιουργίας των κβαντικών ιδιοτήτων αλλά μ’ένα πολύ περιορισμένο τρόπο και μόνο στο κβαντικό επίπεδο.
61
Κατά τον Χάιζενμπεργκ η πραγματικότητα συνίσταται από δυο καταστάσεις: την εν δυνάμει και την εν ενεργεία, που συνδέονται με την διαδικασία της μέτρησης. Αυτή η άποψη είναι αποδεκτή σχεδόν απ’ όλες τις σχολές που συγγενεύουν με την σχολή της Κοπεγχάγης αλλά με διαφορετικούς τρόπους. Σύμφωνα με τον Χάιζενμπεργκ ο εν ενεργεία κόσμος υπάρχει ουσιαστικά, αλλά κάτω απ’αυτόν υφέρπει η καθαρή δυνατότητα, δηλαδή η τάση των γεγονότων να ουσιαστικοποιηθούν μ’ένα συγκεκριμένο τρόπο, όταν μετρηθούν, (να γίνουν εν ενεργεία, όταν παρατηρηθούν). Κατ’αυτόν, αυτή η συνάρτηση περιέχει την ουσία απ’όπου τα πράγματα της καθημερινότητας ουσιαστικοποιούνται. Δηλαδή αυτός ο εν δυνάμει μη παρατηρούμενος κόσμος, των κυματοσυναρτήσεων εκπροσωπεί την δυνατότητα που κατά τη μέτρηση γίνεται πραγματικότητα.
Η κυματοσυνάρτηση του Σρέντιγκερ αντιμετωπίζεται πολύ διαφορετικά από διάφορους επιστήμονες, οι οποίοι δίνουν διαφορετική οντολογική διάσταση σ’αυτήν. Αυτοί διερευνούν οντολογικά το νόημα που θα μπορούσε να έχει το αποτέλεσμα του πειράματος, κάτι που άπτεται της φιλοσοφίας.
Η πιο αποδεκτή αντίληψη περί αντικειμενικότητας, μέσα στα όρια της κβαντομηχανικής, μάλλον θεωρείται αυτή του Μπωμ που είναι κι αυτή μια άποψη κρυφών μεταβλητών. ΄Οπως όλοι οι υποστηρικτές της ύπαρξης κρυφών μεταβλητών, ισχυρίζεται πως αν αυτές γίνουν γνωστές, η αντικειμενικότητα της φύσης θ’αποκατασταθεί. Σ’αυτήν την πρόταση, το κβαντικό σωμάτιο ακολουθείται από ένα πιλοτικό κύμα, που όντας υπερφωτεινό είναι απαρατήρητο. Αυτό πληροφορεί το κβαντικό σωμάτιο για την κάθε δραστηριότητα που το αφορά, με υπερφωτεινή ταχύτητα· στην περίπτωση αυτή το πληροφορεί για τη μέτρηση κι έτσι αυτό είναι έτοιμο να αποκριθεί ανάλογα.
Η αδυναμία αυτής της πρότασης, που θα ήταν ανάσα για το θνήσκοντα ντετερμινισμό, είναι ότι, με έναν άλλο τρόπο τον αντιστρατεύεται. Κατ’αρχήν πρέπει να δεχτεί ότι οι μεταβλητές αυτές είναι υπερφωτεινής ταχύτητας, αφού υποτίθεται ότι διαδραματίζονται κάτω απ’την επιφάνεια του κβαντικού κόσμου. Αυτές πρέπει να είναι μη παρατηρήσιμες, αφού τα διατιθέμενα μέσα μέτρησης στον κβαντικό κόσμο, πρέπει να αντιδρούν σε φωτόνια. Σ’αυτό τον υποθετικό υπερφωτεινό-υποκβαντικό κόσμο για να λυθούν οι αντιφάσεις των αβεβαιοτήτων, πρέπει ν’αποκαλυφθούν οντότητες μ’ενέργεια πολύ μικρότερη απ’το κβάντο ενεργείας. Φαίνεται ότι οι θετικοί όροι που θέλει να πατά ο ντετερμινισμός αλλά ακόμα κι η ανιχνευσιμότητα που έχει απόλυτη ανάγκη, εκεί δεν μπορούν να είναι προσιτά.
Τελικά κι αυτή η πρόταση έτσι όπως διαμορφώνεται, πιθανόν να υπονομεύει τον ντετερμινισμό, αφού έτσι αόριστη κι υπερφωτεινή, ανοίγει το δρόμο σε μια διαδικασία απύθμενη με απειροστικό ένδυμα. Αφού το ίδιο πρόβλημα θα περνούσε στα κατώτερα επίπεδα απ’το υποκβαντικό, αφήνοντας πάντα παρακαταθήκη ένα βαθμό αβεβαιότητας, που σκιάζει τη μαθηματική βεβαιότητα, όταν γίνεται ορατή η έννοια του απείρου. Η έννοια του απείρου που σύμφωνα μ’έναν μεγάλο μαθητικό είναι «το άσυλο της ανοησίας» για έναν υγιή ντετερμινισμό.
63
Το άπειρο που μιας εξαρχής είχε εξοστρακίσει απ’ τον υγιή ορθολογισμό, ο πρώτος εργάτης του ορθολογισμού και του ντετερμινισμού, Παρμενίδης. Η πρόθεση λοιπόν του Μπωμ ν’αποκαταστήσει την αντικειμενικότητα, μπορεί να άνοιγε συγχρόνως το δρόμο του τελικού της θανάτου.
Πρέπει να τονιστεί ότι ορισμένες απόψεις που μας φαίνονται υπερβολικές και παράδοξες, έχουν προταθεί από μεγάλους επιστήμονες, που τις έχουν αιτιολογήσει μαθηματικά. Απ’την άλλη, το ότι αυτές οι προτάσεις είναι μεγάλων επιστημόνων που έχουν βασιστεί σ’αυστηρά μαθηματικές διαδικασίες, δεν θα πει ότι δεν χωρούν αμφισβήτηση. Τα όποια μαθηματικά πάνω στα οποία στηρίζεται η επιστημονικότητα, είναι απλά ένα όργανο ανάπτυξης μιας φιλοσοφικοϊδεολογικής σύλληψης η οποία πιθανόν να περιέχει εκ της αρχικής αποδοχής λογικό σφάλμα. Ακόμα υπάρχει σοβαρή ένδειξη ότι στον κβαντικό κόσμο χρειάζεται μια άλλη λογική προσέγγιση που θα σήμαινε κάποιο άλλο μαθηματικό εργαλείο.
Σ’όλο αυτό το επιστημονικό γίγνεσθαι, παρατηρούμε ότι όλες οι απόψεις παραβιάζουν βίαια ή ήπια κάποια δεδομένα της θεωρίας της σχετικότητος. Ο Αϊνστάιν κατηγορεί την σχολή της Κοπεγχάγης για σιωπηρή αποδοχή ακαριαίων αλληλεπιδράσεων. Μάλιστα ο ίδιος με συνεπίκουρους τους Ποντόλσκυ και Ρόζεν, έχει προτείνει το γνωστό νοητικό πείραμα, όπου κάποιο ειδικό μηχάνημα θα εκτόξευε δίδυμα ηλεκτρόνια. Αυτά, σύμφωνα με τον Αϊνστάιν, θα έπρεπε να έχουν εξαρχής αντίθετο σπιν, ενώ για τη σχολή της Κοπεγχάγης, αυτά είναι εν δυνάμει αντίθετα ως τη στιγμή της μέτρησης κι εξαιτίας της οποίας οι δυναμικές ιδιότητες των δίδυμων ηλεκτρονίων θα πραγματώνοντο, παρουσιάζοντας αυτόματα αντίθετο σπιν.
64
Ο Αϊνστάιν θέτει το ερώτημα: Αν τα δυο ηλεκτρόνια που θα εκτόξευε το μηχάνημα έχουν απόσταση ετών φωτός, υπακούοντας στους νόμους του εν δυνάμει επιπέδου, που η σχολή της Κοπεγχάγης αποδέχεται, πρέπει ν’ανταποκρίνονται αυτόματα στη διαδικασία μέτρησης. Δηλαδή τη στιγμή της μέτρησης στο ένα ηλεκτρόνιο, το δίδυμό του σε απόσταση ετών φωτός, θα πρέπει να εκδηλώσει ακαριαία, αντίθετο σπιν απ’το άλλο. Ο Αϊνστάιν δείχνει έτσι, ότι η σχολή της Κοπεγχάγης αποδέχεται ακαριαίες αλληλεπιδράσεις σ’αυτό το εν δυνάμει επίπεδο του κόσμου, που αντιστρατεύεται τη θεωρία της σχετικότητας. (Αυτό το πείραμα λέγεται ότι πραγματοποιήθηκε με όρους επαρκείς κι έδειξε ότι αν δύο κβαντικά αντικείμενα, όπως τα δίδυμα ηλεκτρόνια, έχουν αλληλεπιδράσει στο παρελθόν, τότε πράγματι ανταποκρίνονται αμφότερα ακαριαία σε κάθε επίδραση πάνω σ’ένα απ’αυτά).
Άσχετα αν οι αντικειμενιστές θεωρούν ελλιπή την κβαντομηχανική, αυτή είναι το μόνο όργανο που διαθέτουν. Επιπλέον ο Χάιζενμπεργκ ισχυρίζεται ότι κατά τις αντιδράσεις διαχωρισμού κβαντικών σωματίων, από ένα τυπικά μικρότερο είναι φορές που προκύπτουν μεγαλύτερα μέρη. ΄Ετσι που η έννοια της διαίρεσης κι η έννοια του στοιχειώδους δε δείχνει να λειτουργεί, όπως είναι τυπικά κι αντικειμενικά αντιληπτή. (Αυτό σύμφωνα με τους αντιτερμινιστές, φανερώνει ότι: εκτός απ’το μέσο μέτρησης, το μετρούμενο αντικείμενο και τον παρατηρητή, στις κβαντικές διεργασίες, παίρνει μέρος κι ένα ασαφές αλλά υπαρκτό εν δυνάμει υπόβαθρο. Αυτό στο οποίο, ίσως οι αντικειμενιστές θεωρούν, ότι εξελίσσονται οι «κρυφές παράμετροι»). Απ’την άλλη ακόμα κι αυτοί που υπερασπίζονται την αντικειμενικότητα και τον ντετερμινισμό, φαίνεται πως έχουν διαφοροποιηθεί ως προς τις κατευθύνσεις τους. Δεν μπορούν πια ν’αρνούνται την κβαντομηχανική πρακτική και ψάχνουν για ένα άλλο είδος ορθολογισμού, ίσως πιο ήπιο κι εύπλαστο. Αυτό δείχνει η επισήμανση του Μπωμ ότι: «Στην κβαντομηχανική η θεωρία του πεδίου, περιγράφει την κίνηση ως δημιουργία-καταστροφή στοιχειωδών σωματίων…». Αυτό θυμίζει την καταλυτική-συνθετότητα της προσωκρατικής διαλεκτικής σκέψης. Έτσι η αριστοτελική αντίληψη δεν ταιριάζει στον κβαντικό κόσμο, α-φού η αντικειμενικότητα που είναι το βάθρο που στηρίζεται ο ορθολογισμός δεν περιγράφει πια έγκυρα τον κόσμο. ΄Οπως φαίνεται εδώ έχουμε να κάνουμε μ’ένα κόσμο που τ’αντικείμενα μη έχοντας σαφή διαχωρισμό μεταξύ τους, δεν είναι σαφώς αντικείμενα κι έτσι οι ιδιότητες που τους προσδίδουμε, πρέπει να “ξανακοιταχτούν”.―Επειδή η ταυτότητα των κβαντικών οντιτήτων, είναι σε καταλυτικο-συνθετική διαδικασία, το Είναι, η Κίνηση, ο Χρόνος, ο Χώρος κι η Ταχύτητα είναι διαφορετικά απ’ότι τ’ αντιλαμβανόμεθα. Ο Χρόνος εκεί είναι η συχνότητα κι ο Χώρος το μήκος κύματος των κβαντικών γεγονότων, έτσι κι η Ταχύτητα δε μπορεί να είναι όπως τυπικά την αντιλαμβανόμεθα. Εκεί τα κβαντικά γεγονότα καταλύονται-συντιθέμενα όντας Άλλα-Αλλού και δεν έχουν σταθερή ταυτότητα που να μετακινείται στο χώρο και στο χρόνο. Εκεί μάλλον ταχύτητα είναι αυτή της συνεχούς αλλαγής του κβαντικού γεγονότος σε Άλλο. Εκεί η τυπική αντικειμενική ορθολογικότητα για την περιγραφή του κόσμου ακυρώνεται. Πρέπει να χρησιμοποιηθεί η καταλυτικο-συνθετική διαλεκτική τυπικότητα.
66
ΑΝΤΙΦΑΤΙΚΗ ΜΟΝΑΔΟΛΟΓΙΑ
ΚΑΙ ΑΝΤΙΦΑΤΙΚΗ ΛΟΓΙΚΟ-ΓΛΩΣΣΙΚΗ ΣΥΝΤΑΞΗ
ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ Α: Επειδή ο κόσμος είναι σε διαδικασία συνεχούς καταλυτικο-συνθετικού γίγνεσθαι, όραμα αυτής της εργασίας είναι η ανάδειξη μιας λογικο-γλωσσικής σύνταξης αντιφατικής διαλεκτικής τυπικότητας. Γι’αυτό προτείνει πως τα επόμενα ερωτήματα, που την αφορούν είναι δυνατόν να ερμηνεύτουν λογικά:
α. Πως η αντιφατική μονάδα, το αντιφατικό στοιχειώδες, η αντιφατική ταυτότητα και η αντιφατική αιτιότητα είναι λογικά δυνατά.
β. Πως ο κόσμος είναι δυνατός σαν ανοικτό σύστημα.
γ. Πως η κίνηση και το γίγνεσθαι, ως αληθινά και όχι ως φαινομενικά είναι δυνατά.
δ. Πως το Όλον (το σύμπαν) είναι δυνατόν ως αμφίδρομο επικοινωνιακό πλέγμα θέσεων καταλυτικής-συνθετότητας, λήψης-εκπομπής μηνυμάτων κι αντιφατικής ενότητας του Μεγάλου ως προς το Μικρό. Και πως αυτό συνιστά μιαν οντολογική λογικο-γλωσσική σύνταξη, δηλαδή μιαν Αντιφατική Βιο-γεωμετρική Μοναδολογία.
ε. Πως η νόηση και η ενόραση είναι λογικά δυνατές.
ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ Β: Το κείμενο που ακολουθεί είναι μια σειρά όρων για την οργάνωση αυτής της Αντιφατικής Ορθολογικής Λογικογλωσσικής Τυπικότητας.
1. Η υλική πραγματικότητα υπάρχει με δυο τρόπους που ενώ είναι αντίθετοι, ο ένας δεν αναιρεί τον άλλον αλλά σε προέκταση τον ολοκληρώνει, συνιστώντας μια αντιφατική ενότητα.
2. Υπάρχει σαν συγκεκριμένο πεπερασμένο γεγονός, που κάθε του στιγμή είναι μοναδικό κι αλληλοκαθορίζεται με τα άλλα συγκεκριμένα γεγονότα που καθένα τους είναι κι αυτό πεπερασμένο.
3. Απ’την όψη των πεπερασμένων συγκεκριμένων γεγονότων, που μόνο μ’αυτά μπορούμε να έλθουμε σε άμεση επαφή, ο κόσμος υπάρχει πάντα μ’έναν τρόπο πεπερασμένο.
4. Κάθε πεπερασμένο γεγονός έχει όρια ύπαρξης, τ’άλλα πεπερασμένα συγκεκριμένα υλικά γεγονότα, που την κάθε δεδομένη στιγμή αλληλοδιαμορφώνεται κι αλληλοκαθορίζεται μ’αυτά, σ’ευρύτερη ή στενότερη συνάφεια.
5. Υπάρχει μια ποσοτική κλίμακα που εκφράζει αυτή τη συνάφεια. Αυτή συνίσταται απ’τον αυτοκαθορισμό που ξεκινά βαθιά μέσα απ’τον εαυτό, περνά στην αλληλοδιαμόρφωση και τον αλληλοκαθορισμό με γεγονότα του στενότερου περιβάλλοντος, στην συνέχεια του ευρύτερου και τελικά με το σύμπαν, που είναι ο παντοτινά άλλος εαυτός. Αυτός που αναγκάζει το γεγονός σε κάθε αντιπαράθεση με τον εαυτό του, να είναι πάντα διαφορετικό. Αυτός είναι ο συμπαντιακός αντίλογος του γεγονότος, που εκπροσωπεί το αποκεντρωτικό σκέλος της αντιφατικής ενότητας, με το συγκεκριμένο γεγονός ως συγκεντρωτικό. Δηλαδή η αντιφατική σχέση αυτή, συνίσταται από την Εδώ-δομή που είναι το συγκεντρωτικό μέρος της αντίφασης και την Άπω-δομή που είναι το αποκεντρωτικό. Αν συμβεί κάτι στο ένα μέρος πρέπει να συμβεί κάτι αναλόγως και στο άλλο μέρος.
6. Έτσι το πεπερασμένο γεγονός, είναι ακριβώς αυτό το ίδιο Εν Δυνάμει Άπειρο, αφού όντας σε συνεχή εξέλιξη δεν μπορεί να οριστεί απόλυτα το τέλος κι η αρχή του.
68
7. Ο κόσμος, ως Όλον, είναι η Kαθολικότητα αυτών των αλληλοκαθορισμών η οποία καταλύεται-συντιθέμενη απ’ το συνεχές καταλυτικοσυνθετικό γίγνεσθαι όλων όσων περιέχει. Έτσι που αυτή η καθολικότητα είναι μια συνεχής έκρηξη αλλαγής κι ακαριαία επαναφορά στη ίδια θέση, που κάθε της στιγμή είναι Μοναδική και Πάντα Διαφορετική. Αυτό ουσιαστικά είναι μια ακαριαία ταλάντωση από το μηδέν στο άπειρο, η οποία ως ακαριαία δεν φαίνεται αλλά εμφανίζει την ύπαρξή της με διαφορετικό τρόπο σε κάθε έκφανση του Είναι.
8. Ο κόσμος καθαυτός ως καθολικός, υπάρχει αίροντας συνεχώς και ακαριαία τον εαυτό του. Είναι Πάντα Αυτός, όντας Συνεχώς Άλλος. Είναι η Αντιφατικότητα Γυμνή ως Ουσία Καθαυτή, το εν Δυνάμει Είναι, το δυναμικό υπόβαθρο του Κόσμου, το Γίγνεσθαι ως Ουσία.
9. Συνεπώς το Χθες δεν υπάρχει, το Αύριο δεν υπάρχει, το Τώρα είναι Πάντα, το Τώρα που δεν Είναι, που Είναι Πάντα Άλλο. Έτσι ο Χρόνος είναι η αιώνια-μηδενική αιχμή του φθίνοντος παρόντος ανάμεσα απ’το παρελθόν και το μέλλον· η οποία αιχμή τείνοντας προς το Μηδέν τείνει συγχρόνως προς το Άπειρο, (είναι αιώνια στην μηδενικότητά της).
10. Η υλική καθολικότητα ως συνέχεια συγκεκεριμένων ασυνεχών είναι η αφηρημένη έκφανση της γενικότητας συγκεκριμένων αλληλοκαθορισμών.
11. Στη μέγιστη συνέχεια το αφηρημένο αίρεται ως τέτοιο κι εξυψώνεται σ’ένα νέο συγκεκριμένο, την Αέναη Κίνηση ως Ουσία.
12. Ο κόσμος είναι απεριόριστα ασυνεχή γεγονότα, που όσο πιο στατικά τόσο πιο συγκεκριμένα είναι και στη μέγιστη στατικότητα ή στην ελάχιστη χρονική τμήση, η στατικότητα αίρεται περνώντας στην Αέναη Κίνηση. (Οι ελάχιστες χρονικές τμήσεις τείνοντας προς στο Μηδέν, γίνονται άπειρη συνέχεια. Δηλαδή το άπειρο μέτρο και τ’απεριόριστα ασυνεχή συγκεκριμένα γίνονται αφηρημένη συνέχεια, ένα νέο συγκεκριμένο, ως Αέναη Κίνηση).
13. Τα συγκεκριμένα υλικά γεγονότα, είναι τόσο σταθμιζόμενα και συγκεκριμένα, όσο σχετικά, ενώ σε σχέση μ’ αυτά, το αφηρημένο είναι ενιαίο, αστάθμητο και συνεχώς διαφορετικό. Όμως στην έσχατη διαφορότητα και ακαριαία αλλαγή, η αφηρημένη διαφορότητα αίρεται σ’ ένα νέο συγκεκριμένο, που προϋποθέτει διαφορετική λογική προσέγγιση.
14. Υπάρχουν δυο αντίδρομες λογικές προσεγγίσεις, οι οποίες αλληλοπροεκτείνονται μεταξύ τους και όπου το συγκεκεκριμένο και το αφηρημένο συνιστούν ένα συνεχές: ―την εξύψωση σ’ένα νέο αντιφατικό συγκεκριμένο, την Κίνηση και το αέναο Γίγνεσθαι ως ουσία.
15. Ο κόσμος είναι τόσο συνέχεια όσο ασυνέχεια, τόσο συγκεκριμένος όσο αφηρημένος, τόσο πεπερασμένος όσο άπειρος. Το τετμημένο, συγκεκριμένο και ασυνεχές γεγονός, προεκτείνεται στο Σύμπαν που είναι το συνεχές, ενώ το Σύμπαν και συνεχές, αντιπροεκτείνεται βυθιζόμενο στο τετμημένο κι ασυνεχές, συνιστώντας μιαν αντιφατική ενότητα όπου το ένα μάχεται το άλλο, αλλά συγχρόνως είναι και η αιτία της ύπαρξής του.
16. Όσο βαθαίνουμε μέσ’το συγκεκριμένο γεγονός, τόσο μακρύτερα ταξιδεύουμε έξω απ’αυτό, στην υλική ενότητα του σύμπαντος. Κι αντίθετα όσο απλωνόμαστε στο αφηρημένο, το Σύμπαν, τόσο επιστρέφουμε βυθιζόμενοι στο συγκεκριμένο, ―το γεγονός.
70
γεγονός και θέση
17. Κάθε γεγονός συνίσταται σε μια θέση, εξαιτίας της ροής-αντιρροής υπογεγονότων στη θέση αυτή, που το κάνουν μια καταλυτικο-συνθετική πραγματικότητα. Η θέση αυτή συνεχώς λαμβάνει-εκπέμποντας υπογεγονότα κι έτσι το γεγονός που συνίσταται εκεί είναι κώδικας σύνθετης ροής-αντιρροής-λήψης-εκπομπής μηνυμάτων.
18. Κάθε γεγονός που είναι σε Θέση ροής-αντιρροής, λήψης-εκπομπής υπογεγονότων (μηνυμάτων), προς το Σύμπαν και αντίδρομα από το Σύμπαν, συνιστούν, σχέση αλληλοκαθορισμού κι αλληλοδιαμόρφωσης, αντίθεσης και ενότητας. Έτσι η ανταλλαγή μηνυμάτων, προϋποθέτει τον αλληλοκαθορισμό, τη συνάφεια και την αλληλοπραγμάτωση των συγκεκριμένων γεγονότων. Γι’αυτό η φύση των γεγονότων είναι τόσο όμοια όσο ανόμοια μεταξύ τους, τόσο όμοια όσο ανόμοια με τον εαυτό τους.
19. Είναι αδύνατο ένα γεγονός να λαμβάνει-εκπέμποντας μηνύματα (να αντιλαμβάνεται το γίγνεσθαι της λήψης-εκπομπής-ροής-αντιρροής) απόλυτα ίδια με κάποιο άλλο γεγονός.
20. Υπάρχει μια κλίμακα διαφορετικής "αντίληψης" κάθε γεγονότος για τον κόσμο, απ’την αντίληψη των άλλων γεγονότων και για κάθε άλλο γεγονός ξεχωριστά.
21. Η "αντίληψη" κάποιου γεγονότος για τον κόσμο ξεκινά απ’την όψη του γεγονότος αυτού για τον ίδιο του τον εαυτό (το Ένα, τον αυτοκαθορισμό του) και διαδοχικά διαφοροποιούμενη, περνά στην όψη αυτού του γεγονότος για τα γεγονότα του περίγυρου. Δηλαδή στον αλληλοκαθορισμού του με τ’Άλλα, καταλήγοντας τελικά στον αλληλοκαθορισμό με το πρόσωπο του απωτάτου σύμπαντος που αντιστοιχεί στο Συμπαντιακό του Αντίλογο, ―τον άλλο τον απώτατο εαυτό. Η "αντίληψη" αυτή διαμορφώνεται από την απόσταση και την πλοκή λήψης-εκπομπής, συνιστώντας κλίμακα σταδιακής διαφορικότητας που σε κάθε γεγονός είναι η δομή του και η Ταυτότητά του.
22. Κάθε γεγονός στέλνει μηνύματα που καταλήγουν στο σύμπαν. Αυτά περνώντας σταδιακά και ξεχωριστά απ’όλα τ’άλλα γεγονότα του περιβάλλοντος, αντιπαρατίθενται μ’αυτά κι επιστρέφοντας στον εαυτό μεταφέρουν την διαφορά.
23. Υπάρχει κλίμακα λήψης-εκπομπής, ροής-αντιρροής μηνυμάτων, που ξεκινά από την αντιπαράθεση με τον εαυτό, περνά στην αντιπαράθεση με τα γεγονότα του στενότερου περιβάλλοντος, μετά με του απώτερου και τελικά με το Σύμπαν, που είναι ο Αιώνια Άλλος Εαυτός, δηλαδή ο Συμπαντιακός του Αντίλογος.
24. Κάθε αντιπαράθεση είναι ένας κόμβος αναχώρησης-επιστροφής. Το μήνυμα διαμορφώνει το γεγονός που το έλαβε, διαμορφούμενο απ’αυτό και επιστρέφοντας διαμορφώνει και το γεγονός που το έστειλε. Τελικά μετά από απεριόριστη διαδικασία κλιμακωτής αναχώρησης-επιστροφής μηνυμάτων από το γεγονός προς όλα τα γεγονότα του κόσμου, διαμορφώνει το σύμπαν διαμορφωνόμενο συγχρόνως απ’αυτό.
25. Δηλαδή κάθε μήνυμα, κάνει απεριόριστους κύκλους αναχώρησης-επιστροφής που συνιστούν κλίμακα διαφορικότητας, η οποία διαμορφώνοντας το σύμπαν, διαμορφώνεται συγχρόνως απ’αυτό.
72
26. Κάθε κύκλος αναχώρησης-επιστροφής, είναι κι ένας κόμβος που θέτει κάθε φορά τα όρια του συγκεκριμένου. Περνώντας το μήνυμα απ’όλους τους κόμβους διαφορικότητας, ορίζει σε κάθε κόμβο τον εαυτό ως προς την αντίθετή του όψη. Η ολοκλήρωση της γνώσης του εαυτού βρίσκεται στο βαθμό που το ίδιο πια έχει αρθεί, αφού το απώτατα αντίθετό του όντας απόλυτα ίδιο αίρεται και δεν υπάρχει ως Αυτό πια.
27. Κατά τη διαδικασία αναχώρησης-επιστροφής δηλαδή (ανταλλαγής) μηνυμάτων, από την συγκεκριμένη θέση προς το σύμπαν, αυτά επιστρέφουν τόσο πιο διαφορετικά όσο μεγαλύτερη είναι η απόσταση της επαναφοράς τους κι επαληθεύουν-διαψεύδοντας το γεγονός στη θέση που ξεκίνησαν. Επειδή το σύμπαν είναι άπειρο, η διαδρομή αναχώρησης-επιστροφής των υπογεγονότων δεν είναι κυκλική αλλά πυκνή σπειροειδώς-ελλειπτική. Έτσι τα υπογεγονότα επιστρέφοντας δεν επιβεβαιώνουν απόλυτα το γεγονός στη Θέση, αλλά το επιβεβαιώνουν λίγο πιο κει και λίγο διαφορετικό. Γι’αυτό το ίδιο το γεγονός ξεκινώντας απ’την ίδια θέση με τον εαυτό, επανέρχεται-απομακρυνόμενο. Αυτό εκφράζεται σε μία κλίμακα συνεχούς άρνησης-ταύτισης με τον εαυτό, που ξεκινά απ’ τη μέγιστη ταύτιση κι ελάχιστη άρνηση (που είναι η αέναη αναχώρηση) και που ως ταύτιση συνεχώς αραιώνει, καταλήγοντας σε ελάχιστη ταύτιση και μέγιστη άρνηση (που ακριβώς εκεί είναι η θέση της αέναης επιστροφής). Ανάμεσα σ’αυτές τις δυο ακραίες θέσεις που συνιστούν μια αντιφατική ενότητα υπάρχουν απεριόριστες θέσεις-κόμβοι άρνησης-ταύτισης δηλ. αναχώρησης-επιστροφής, όπου το γεγονός είναι τόσο υπαρκτό όσο σχετικό, ενώ στις δυο ακραίες κι απόλυτες θέσεις δε μπορεί να υπάρξει, γιατί ως ακίνητο κι ακαριαίο έχει αρθεί όντας το αντιφατικό υπόβαθρο του κόσμου (το εν Δυνάμει Είναι).
73
ΑΝΤΙΦΑΤΙΚΗ ΜΟΝΑΔΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ
ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΒΙΟΓΕΩΜΕΤΡΙΚΗ ΧΑΡΤΟΓΡΑΦΙΑ
― ΤΟ ΑΝΤΙΦΑΤΙΚΟ ΣΤΟΙΧΕΙΩΔΕΣ―
σημείο, ευθεία, χώρος και χρόνος
28. Αν ο κόσμος μας εξελίσσεται αληθινά και όχι φαινομενικά, δηλαδή είναι ένα ανοικτό σύστημα, που κάθε του στιγμή είναι μοναδική περιέχοντας το στοιχείο του ανεπανάληπτου, πρέπει οι όροι ύπαρξής του να είναι αυτοαναιρούμενοι. Δηλαδή πρέπει να έχουν αντιφατική φύση υπακούοντας σε μιαν Αντιφατική Γεωμετρία.
29. Αυτή η Αντιφατική Γεωμετρία πρέπει να έχει στοιχεία διαφορετικά απ’αυτά της Ευκλείδειας. Στην Ευκλείδεια Γεωμετρία, το σημείο, η ευθεία κι ο χώρος, είναι έννοιες σε ιδεώδη κατάσταση, όντας κάθε μια ξέχωρη απ’τις άλλες κι ακίνητες.
―Ο χώρος είναι τρισδιάστατος ακίνητος και προεκτείνεται προς όλες τις κατευθύνσεις επ’άπειρον. Είναι κάτι ξέχωρο και μοναδικό που μέσα του μπορούν να τοποθετούνται όλα τ’άλλα, χωρίς η ύπαρξή του να εξαρτάται απ’αυτά. Μπορεί να υπάρχει και να είναι νοητός χωρίς αυτά που περιέχει, όντας τελικά μια έννοια.
―Το ευθύγραμμο τμήμα αν προεκταθεί επ’άπειρο δεν συναντά τον εαυτό του και οι παράλληλες ευθείες δεν τέμνονται.
―Το σημείο είναι ιδεώδες, δηλαδή δεν έχει διαστάσεις.
―Άσχετα με το τι μπορεί να συμβεί σ’ένα από αυτά τα στοιχειώδη, δεν είναι αναγκαίο να συμβεί κάτι στα άλλα.
30. Η Αντιφατική Γεωμετρία πρέπει να χαρακτηρίζεται από εγγενή κίνηση και αλληλεξάρτηση των στοιχειωδών
που τη συνθέτουν: Ο χώρος, η ευθεία, το σημείο και λολόγω της εγγενούς της κίνησης καί ο χρόνος, είναι όλα μαζί ένα μοναδικό γεγονός σε συνεχή κίνηση και αλληλεξάρτηση. Καθένα από αυτά τα στοιχειώδη είναι σε μια συγκεκριμένη κατάσταση, γιατί η σχέση του με όλα τ’ άλλα το υπαγορεύει. Συνιστούν γίγνεσθαι συνεχούς αλληλεπίδρασης κι αλληλοδιαμόρφωσης
74
31. Το σημείο στην κατάσταση αδρανείας του, δεν μπορεί παρά να νοηθεί ως κινούμενο ευθύγραμμα και ομαλά. Από την ευθύγραμμη και ομαλή πορεία του σημείου συνίσταται η ευθεία που έτσι δεν είναι ιδεώδης, δηλαδή όπως την έχουμε μέσα στο νου μας, αλλά πραγματική έχοντας και την ανάλογη κυρτότητα.
32. Η πορεία του σημείου μέσα στο χώρο, μετατρέπεται από ευθεία σε κυρτή, αφού ο χώρος για να είναι αληθινός και όχι ιδεώδης, ως αδρανειακή κατάσταση έχει την περιστροφή.
33. Χώρος για το κινούμενο ευθύγραμμα και ομαλά σημείο, (το Ένα), είναι μια απεριόριστη σειρά συγκεκριμένων ομοίων σημείων, (των Πολλών), που καθένα από αυτά πορεύεται ευθύγραμμα κι ομαλά, από διαφορετική
εκκίνηση και προς διαφορετική κατεύθυνση συγχρόνως. Έτσι η πορεία αυτού του Ενός τέμνει διαδοχικά τις πορείες όλων των Άλλων Πολλών συγκεκριμένων, με τα οποία το Ένα σχετίζεται. Για τον λόγο αυτό τα Πολλά συγκεκριμένα συνιστούν ένα Όλον, το οποίο σχετικά με το πορεύμενο-Ένα είναι ο περιστρεφόμενος χώρος του.
34. Οι τομές της ευθύγραμμης πορείας του Ενός πάνω στις πορείες των Πολλών, (λόγω της περιστροφής τους ως Όλον σε σχέση με το Ένα, που για το Ένα αυτό το Όλον είναι ο Χώρος) διαψεύδουν την ευθύγραμμη πορεία
μετατρέποντάς την σε κυρτή.
75
35. Ας υποθέσουμε ότι το πορευόμενο ευθύγραμμα και ομαλά Ένα, "θέλει" να επιτύχει την απόλυτα ευθύγραμμη πορεία. Έτσι αρχίζει να επιταχύνεται για να προλάβει την περιστροφή. Μολονότι η πορεία του "ισιώνει", δεν μπορεί να γίνει απόλυτη ευθεία, παρά μόνο στην ακαριαία ταχύτητα. Στην ταχύτητα όμως αυτή, κάθε απόσταση που θα μπορούσε να καλύψει ένα ευθύγραμμα και ομαλά κινούμενο σημείο χάνει το νόημά της, αφού βρίσκεται συγχρόνως παντού, έχοντας διασταλεί στο σύμπαν. Αν Α―Β είναι η απόσταση αυτού του υποθετικά ευθυγράμμου τμήματος που θα καλύψει το πορευόμενο σημείο, τότε τα σημεία Α και Β, στην ακαριαία ταχύτητα, απωθούνται στο άπειρο ενώ συγχρόνως έχουν συμπέσει στην ίδια θέση (στο μηδέν), κάνοντας την απόσταση Α―Β μηδενική και άπειρη. Την απόλυτα ευθύγραμμη κι ομαλή πορεία λοιπόν μπορούμε μόνο ν’αντιληφθούμε σαν μιαν ακαριαία έκρηξη αλλαγής και επαναφορά συγχρόνως στην ίδια θέση.
36. Αν ένα σημείο κινείται ευθύγραμμα και ομαλά στο σύμπαν, δεν επιστρέφει ποτέ στη θέση που ξεκίνησε, περνά από κει απεριόριστες φορές και είναι συγχρόνως πάντα εκεί. Μόνον αυτός ο ορισμός μπορεί να εκφράσει την αντιφατικότητα της ευθύγραμμης πορείας ως απόλυτης, η οποία ως ένας ακαριαίος κραδασμός, είναι η αντιφατική ταυτότητα του Όλου.
37. Στην απόλυτα ευθύγραμμη πορεία, το γεγονός είναι ακίνητο-ακαριαίο-μηδενικό-άπειρο, αντιφατικότητα γυμνή, το Εν Δυνάμει Είναι ή το Όλον ως αέναο γίγνεσθαι κι αντιφατική Ουσία Καθαυτή.
38. Η ευθύγραμμη και ομαλή πορεία όμως, ως συμβατική, έχει σύνδρομο την κυρτότητα. Είναι η ευθεία που συνιστούν απεριόριστοι κόμβοι αναχώρησης-επιστροφής λήψης-εκπομπής μηνυμάτων, όπου κάθε κόμβος πορεύεται τείνοντας να καλύψει τις άπειρες θέσεις ελλειπτικής σφαίρας. Έτσι η ευθύγραμμη κι ομαλή πορεία είναι κάτι που το γεγονός, συγχρόνως επιτυγχάνει και δεν επιτυγχάνει. Το επιτυγχάνει στη μορφή της ελλειπτικής σφαίρας, αλλά δεν το επιτυγχάνει στην επιβεβαίωση της απόλυτης ευθείας.
39. Αυτό το νοητικό πείραμα φανερώνει τη σχέση σημείου, πορείας και χώρου, όπου η συμπεριφορά του ενός εξαρτάται απ’τη σχέση του μ’όλα τα άλλα, συνιστώντας μιαν ενότητα. Η ενότητα αυτή, είναι μια αντιφατική χωρο-χρονικότητα, όπου Χώρος, Χρόνος, Είναι και Γίγνεσθαι θεωρούνται αδιαχώριστα.
40. Ανάλογα με την ταχύτητα του σημείου, διαγράφεται κι η ευθύτητα της πορείας, η οποία όσο μεγαλύτερη είναι, τόσο μεγαλύτερος κι ο χώρος που ορίζεται μέσ’ την κυρτότητά της, επιτάσσοντας και την ανάλογη περιστροφή του πορευομένου σημείου γύρω απ’τον εαυτό του, αλλά και την περιστροφή του χώρου αντίθετα προς αυτήν του σημείου. (Εδώ φαίνεται κι ο λόγος που η σχέση της πορείας του σημείου με την περιστροφή γύρω από τον εαυτό της μπορεί να ονομάζεται "χωρό-χρονος". Η πορεία κυρτότητας ορίζει την ροή του μήκους κύματος των υπογεγονότων τα οποία συνιστούν-καταλύοντας το γεγονός, ενώ η περιστροφή του σημείου γύρω απ’τον εαυτό, ορίζει τη συχνότητα επανάληψης της διόδου των υπογεγονότων απ’τη θέση όπου το σημείου συνίσταται-καταλυόμενο από αυτά).
77
41. Έτσι το περιστρεφόμενο σημείο είναι ένας αντίχωρος (χρόνος) που ξετυλίγεται-απλώνοντας στο χώρο ενώ ο χώρος τυλίγεται συμπτύσσοντας στο σημείο. Αυτό γιατί οι θέσεις τομής της πορείας των Πολλών απ’το Ένα (που είναι ο χώρος ο οποίος αντιστοιχεί στην πορεία του Ενός), διαμορφώνεται σε μιαν αυξανόμενη κλίμακα θέσεων τομής, που ξεκινά απ’τη θέση όπου το σημείο τέμνει την πορεία ενός εκ των Πολλών Άλλων και περνώντας απ’όλες τις πιθανές διαδοχικές θέσεις τομής Πολλών συγχρόνως, δηλαδή τη θέση τομής της πορείας δύο άλλων, τριών, τεσσάρων, πέντε Άλλων κ.λπ, καταλήγει στη θέση όπου το πορευόμενο-Ένα να τέμνει τις πορείες Όλων των Άλλων συγχρόνως. Όπου εκεί είναι το κέντρο του περιστρεφόμενου χώρου, που σχετίζεται με το εν λόγω σημείο. Έτσι το σημείο πορεύεται-διαστελλόμενο στο χώρο, ενώ ο χώρος συγχρόνως αντιπορεύεται βυθιζόμενος και συστελλόμενος στο σημείο.
42. Όλο αυτό, από άλλη όψη, είναι το πορευόμενο-Ένα, που τέμνοντας διαδοχικά και κλιμακωτά τις πορείες των Πολλών-Άλλων, φτάνει στην τομή της πορείας αυτού που θεωρείται αντίθετό του και που αυτό είναι το κέντρο του υποτιθέμενου περιστρεφόμενου χώρου. Από κει αρχίζει να "επιστρέφει", κι έτσι κάποια στιγμή θ’αρχίσει να τέμνει την δική του πορεία και συνεχίζοντας κάποτε θα συμπέσει με αυτήν.
43. Αυτή η κυρτή πορεία, η οποία είναι ο χώρος που αντιστοιχεί στο πορευόμενο-Ένα, είναι ανοικτή γιατί η ολοκλήρωση της επιστροφής της έχει γίνει μόνον ως κατεύθυνση κι όχι ως απόλυτη επαλήθευση της ίδιας της υποτιθέμενης θέσης εκκίνησής της.
44. Το πορευόμενο-Ένα, επαληθεύει-διαψεύδοντας τη θέση της εκκίνησης (όπως και κάθε άλλη θέση)· δηλαδή
78
την αγγίζει σταδιακά από λιγότερο προς περισσότερο ή το αντίθετο, ανάλογα με την κλίμακα θέσεων τομής της πορείας των Πολλών-Άλλων από το πορευόμενο-Ένα, αλλά ποτέ δεν μπορεί να συμπέσει απόλυτα μ’αυτήν. Γι’αυτό το σύστημα αυτό μπορεί να θεωρείται ανοικτό.
45. Ο χώρος ακολουθεί τη διαδικασία του πορευομένου-Ενός σημείου, αλλά αντίθετα προς αυτό, διαστέλλεται-συστελλόμενος, φεύγει-επιστρέφοντας, περιστρέφεται-πορευόμενος. Έτσι σε σχέση με το πορευόμενο-Ένα συνιστά μιαν αντιφατική ενότητα που συμπεριφέρεται σαν μονάδα.
46. Ο μόνος χώρος που δεν περιστρέφεται ούτε πορεύεται, είναι το Όλον που πάλλεται ακαριαία (έχει ακαριαία ταλάντωση). Αυτό αντίθετα με κάθε άλλη μορφή χώρου, δεν μπορεί να εκφραστεί ως συγκεκριμένη ουσία παρά ως Εν Δυνάμει Είναι. Δηλαδή διαθέτει εν δυνάμει όλες τις μορφές και ιδιότητες, αλλά συγχρόνως καμία. Είναι μηδενικό και άπειρο, ακαριαίο κι ακίνητο, δηλαδή η αντιφατικότητα γυμνή, το γίγνεσθαι ως ουσία, η υλικότητα ως ουσία και γι’αυτό είναι το έσχατο αντιφατικό χωροχρονικό επίπεδο του κόσμου μας.
47. Όταν ο χώρος παύει να είναι Όλον, το ακαριαίο φεύγει από την επιφάνεια και περνώντας στην υπόσταση χάνεται στο βάθος του Είναι. Με τον τρόπο αυτό η αντιφατικότητα που παίρνει τη μορφή συγκεκριμένης και καθαυτής ουσίας, φεύγει απ’την επιφάνεια και το ακαριαίο και κρύβεται στο βάθος του κόσμου, αόριστη και ξεχασμένη. Σε ακραίες όμως καταστάσεις παρουσιάζει το αντιφατικό της πρόσωπο και μας ξαφνιάζει.
48. Όταν το Όλον, ο «απόλυτος» χώρος που είναι η αντίφαση γυμνή, το ακαριαία παλλόμενο και ακίνητο, το μηδενικό κι άπειρο, βυθιστεί στην υπόσταση, εμφανίζονται στην επιφάνεια οι πολλοί σχετικοί χώροι. Ο σχετικός χώρος είναι κυρτός, περιστρεφόμενος, πορευόμενος και αποτείνεται σε σημείο υπαρκτό. Αυτό ως υπαρκτό έχει το ανάλογο μέγεθος που επιτρέπει ο χώρος, περιστροφή αντίθετη προς το χώρο και πορεία με ανάλογη κυρτότητα. Δηλαδή αυτήν που επιτρέπει το μέγεθος κι η περιστροφή του σημείου, έχοντας και την ανάλογη παράκεντρη ταλάντωση, που απαιτεί η αντιφατική ισορροπία της ενότητας αυτής, ως ανάμνηση της ακαριαίας ταλάντωσης του απόλυτου και αντιφατικού χώρου.
49. Τότε ο πεπερασμένος-περιστρεφόμενος-πορευόμενος αυτός χώρος, ορίζεται από τη μία, απ’την κυρτότητα της πορείας του σημείου κι απ’την ανάλογη περιστροφή του σημείου γύρω απ’τον εαυτό του από την άλλη.
50. Υπάρχει χώρος κι αντίχωρος [χώρος-χρόνος], που συνιστούν μιαν αντιφατική ενότητα όπου η συχνότητα περιστροφής είναι ο χρόνος και το μήκος κύματος επαναφοράς των εκπεμπομένων μηνυμάτων (κυρτότητας) στο σύμπαν είναι ο χώρος. Ο χώρος περιλαμβάνεται μέσ’την κυρτότητα της πορείας του σημείου κι ο αντίχωρος, (ο χρόνος), στην περιστροφή του σημείου γύρω από τον εαυτό του. Έτσι το Ένα (το μικρό) διαστέλλεται στο σύμπαν, ενώ το σύμπαν (το μεγάλο), που είναι τα Πολλά, βυθίζεται στο μικρό επιστρέφοντας το χρέος του.
51. Οι δυο αυτοί χώροι συνιστούν μιαν ενότητα, ένα γεγονός,―τον αντιφατικό χώρο―, που είναι αδιαχώριστος απ’τα γεγονότα που σχετίζεται (ή που φαίνεται ότι περιέχει).
52. Αυτό που ονομάσαμε αντιφατικό χώρο, απ’την περιγραφή του γίνεται αντιληπτό ότι είναι ένας καταλυτικο-συνθετικός χωρόχρονος. Εκεί, ανάλογα με το σημείο αναφοράς ή τον τρόπο σχέσης των αντιφατικών σκελών μέσα στο σύστημα, χώρος μπορεί να χαρακτηριστεί το μήκος κύματος, ή η πορεία κυρτότητας των υπογεγονότων στο σύμπαν, τα οποία διέρχονται μέσα από το γεγονός και το πραγματώνουν. Ενώ ό,τι ορίστηκε αντίχωρος (περιστροφή του σημείου γύρω απ’τον εαυτό του, για το οποίο θα μιλήσουμε κι αργότερα), είναι η συχνότητα επανάληψης υπογεγονότων στην θέση πραγμάτωσης (λήψης-εκπομπής μηνυμάτων), δηλ. ο χρόνος. Ο χαρακτηρισμός του χώρου ή του χρόνου σ’αυτή την αντιφατική σχέση, μπορεί ανάλογα με την περίσταση ν’αντιστραφεί, αλλά ποτέ δεν μπορούν να θεωρηθούν ξέχωρα μεταξύ τους. (Ο χαρακτήρας αυτής της αντιστροφής θα δικαιολογηθεί αργότερα).
53. Ο σχετικός χώρος φεύγει-επιστρέφοντας, χωρίς να επαληθεύει απόλυτα τον εαυτό του, αφού το σημείο εκκίνησης που ανταποκρίνεται σ’αυτόν, πορευόμενο-επιστρέφει και συμπίπτει κάποτε με τη διεύθυνση της πορείας του, αλλά ποτέ στο ιδεατά υποτιθέμενο σημείο που κάποτε ξεκίνησε. Δηλαδή αγγίζει τη θέση λιγότερο ή περισσότερο αλλά ποτέ δεν συμπίπτει απόλυτα με αυτήν.
54. Το άγγιγμα του πορευόμενου σημείου στη θέση, ξεκινά απ’αυτό που μόλις αγγίζει το όριό της, όντας ελάχιστη επαλήθευση και μέγιστη διάψευση και σταδιακά περνώντας απ’όλες τις πιθανές διαβαθμίσεις διάψευσης-επαλήθευσης, φτάνει στη μέγιστη επαλήθευση κι ελάχιστη διάψευση. Στις θέσεις απόλυτης επαλήθευσης ή απόλυτης διάψευσης συνίσταται μιαν αδιαχώριστη ενότητα, όπου το γεγονός είναι συγχρόνως στην εκκίνηση και την κατάληξη, ακίνητο-ακαριαίο, ο αντιφατικός κι ακαριαίος χωρόχρονος που έχει ακαριαία ταλάντωση. Αυτό παύει να είναι πλέον συγκεκριμένο γεγονός, αλλά το Εν Δυνάμει Είναι, το Είναι Καθαυτό, δηλαδή το Γίγνεσθαι και το Άπειρο ως Ουσία, η Αντιφατικότητα γυμνή, η Υλικότητα ως Ουσία Καθαυτή.
81
η κίνηση του σημείου και οι κλίμακες αναχώρησης-επιστροφής.
55. Η πορεία αναχώρησης-επιστροφής των υπογεγονότων, που κάνει ένα γεγονός πραγματικότητα, ανταποκρίνεται σε απεριόριστη σειρά επαληθεύσεων-διαψεύσεων, η οποία ξεκινά απ’την απόλυτη επαλήθευση που είναι το ακαριαίο. Εκεί ο χώρος φεύγοντας ακαριαία είναι πάντα εκεί, απόλυτα διαφορετικός (ως αντιφατικότητα γυμνή) και περνώντας από όλες τις σχέσεις επαλήθευσης- διάψευσης, καταλήγει στην απόλυτη διάψευση που είναι το ακίνητο, αφού το γεγονός δεν έφυγε ώστε να επαληθευθεί. (Η απόλυτη επαλήθευση συμπίπτει με την απόλυτη διάψευση αφού το ακαριαίο είναι συγχρόνως και ακίνητο). Τα όρια του σχετικού χώρου, μολονότι είναι πεπερασμένος, είναι ασαφή κι αόριστα, γιατί το πορευόμενο-Ένα που η πορεία του οριοθετεί το χώρο, λόγω της καταλυτικής-συνθετότητάς του, δεν έχει απόλυτη εκκίνηση κι έτσι τα όρια του χώρου αυτού μπορούν συνεχώς ν’αλλάζουν. Αυτά είναι πάντα σχετικά με κάποια πιθανή και συγκεκριμένη εκκίνηση του σημείου, που είναι ο τρόπος με τον οποίον η αντιφατική μονάδα μπορεί να εκφράζεται σαν ελάχιστο εκείνη τη στιγμή.
56. Εφόσον κάθε σημείο κινούμενο ευθύγραμμα και ομαλά έχει ως σύνδρομο την κυρτότητα, η πορεία του από μια στιγμή και μετά, πρέπει να δημιουργήσει θέσεις τομής απ’τον εαυτό της. Αυτές είναι οι θέσεις όπου το πορευόμενο-Ένα επαναλαμβάνεται περισσότερο από μια φορά δημιουργώντας κλίμακα διαδοχικών θέσεων αυξανόμενης επανάληψης με όρια, απ’τη μια το μηδέν κι απ’ την άλλη το άπειρο. (Αυτές είναι οι δύο θέσεις επανάληψης μηδενός κι απείρου, που συνιστούν ενότητα στο ακαριαίο κι ακίνητο, έσχατο επίπεδο του κόσμου).
57. Αυτό από άλλη όψη, είναι το ίδιο το πορευόμενο-Ένα που κάνοντας απεριόριστους κύκλους αναχώρησης-επιστροφής και τείνοντας να επαληθεύσει τον εαυτό του, ορίζει και τον ανάλογο αντιφατικό χώρο που κάθε φορά του αντιστοιχεί. Τόσο το μεγάλο, που είναι η κυρτότητα του μήκους της πορείας και είναι ο χώρος, όσο το μικρό που είναι το μέγεθος του σημείου, που ορίζει η συχνότητα περιστροφής γύρω απ’τον εαυτό του. (Η συχνότητα περιστροφής που είναι ο χρόνος και το μήκος κύματος που είναι ο χώρος).
Οι κύκλοι αυτοί ξεκινούν απ’αυτόν που δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ γιατί το σημείο είναι πάντα εκεί και προχωρώντας, αφού καλύψει όλους τους πιθανούς κύκλους αναχώρησης-επιστροφής, φτάνει σ’αυτόν που ποτέ δεν θα πραγματοποιηθεί, γιατί δε θα επιστρέψει. Ο πρώτος κύκλος είναι αυτός της απόλυτης κατάφασης και ο τελευταίος της απόλυτης άρνησης. Κι οι δυο μαζί συνιστούν τη σχέση μηδενός και απείρου, ακινήτου και ακαριαίου, που είναι η αντίφαση γυμνή. Εκεί όπου το γεγονός αρνείται απόλυτα τον εαυτό του και συγχρόνως τον επαληθεύει απόλυτα κι έτσι αίρεται ως Κάτι και περνά στον αόριστο κι αντιφατικό χωρο-χρονικό "κορμό" του όλου, τον ακαριαίο κραδασμό του Εν Δυνάμει Είναι.
83
58. Ανάμεσα σ’αυτές τις δυο ακραίες θέσεις (που θα πρέπει να έχουμε πάντα στο νου μας ότι συνιστούν αδιάρρηκτη χωρο-χρονική ενότητα), υπάρχουν απεριόριστες θέσεις αναχώρησης-επιστροφής που εκεί το γεγονός επαληθεύεται σχετικά. Στις θέσεις αυτές το γεγονός τέμνει την ιδεατή πορεία του, αλλά όχι απόλυτα. Δεν ξαναπερνά ποτέ απόλυτα απ’τη θέση που είχε περάσει, αλλά την αγγίζει περισσότερο ή λιγότερο αναλόγως, δη-λαδή την επαληθεύει-διαψεύδοντάς την). Οι θέσεις αυτές συνιστούν κλίμακα διαδοχικών θέσεων τόσης επαλήθευσης, όση επιτρέπει η διάψευση που περιέχουν, συνιστώντας «πίνακες» μιας εξελισσόμενης επιβεβαίωσης-διάψευσης απ’τον εαυτό, που είναι το κινούμενο σημείο.
59. Το πορευόμενο σημείο στο σύμπαν, κάνοντας διαδρομές αναχώρησης-επιστροφής, ορίζει την σχέση του μεγίστου ως προς τον ελάχιστο χώρο. Αυτό είναι ο ιδεατός χωρο-χρονικός κύκλος διαδρομής του πορευομένου στο σύμπαν και τα ανάλογα όρια της περιστροφής του σημείου γύρω από τον εαυτό του.
60. Επειδή ο κύκλος αναχώρησης-επιστροφής δεν είναι απόλυτος (κλειστός) και επειδή το πορευόμενο-Ένα επαληθεύει-διαψεύδοντας τη θέση που ξεκίνησε, ο κύκλος του χώρου εκτός από περιστρεφόμενος, είναι συγχρόνως και πορευόμενος. Έτσι το πορευόμενο σημείο, παυόντας να είναι ακαριαίο έχει όγκο, περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό του, έχοντας άξονα μετακινούμενο και ταλαντούμενο. Η ταλάντωση αυτή είναι η ανάμνηση του χώρου ως όλον που πάλλεται ακαριαία, αλλά που στην κατάσταση του σχετικού και συγκεκριμένου χώρου, ο παλμός όντας παράκεντρος γίνεται κραδαίνουσα περιστροφή.
84
61. Υπάρχει σχέση κυρτότητας της πορείας διαδρομής του πορευομένου-Ενός, με το μέγεθος του ανοίγματος της περιστροφής, γύρω απ’τον εαυτό του. Η σχέση αυτή είναι εξελισσόμενη, που ξεκινά από μηδενικό μέγεθος ανοίγματος περιστροφής της θέσης του πορευμένου, και απείρου χώρου ανοίγματος της διαδρομής του, (που είναι το ακίνητο κι ακαριαίο) και περνώντας απ’όλες τις πιθανές σχέσεις μικρού-μεγάλου, όπου το μέγεθος του ανοίγματος της θέσης αυξάνεται κι ο χώρος διαδρομής ελαττώνεται, φτάνοντας στην αντίθετη, δηλαδή στην άπειρη θέση και τον μηδενικό χώρο, που είναι κι αυτή έκφραση του ακαριαίου. Εδώ όπως είπαμε, μπορεί να οριστεί επίσης η σχέση χώρου και χρόνου, που η περιστροφή γύρω απ’τον εαυτό του είναι ο χρόνος και σχετίζεται με την συχνότητα επανάληψης υπογεγονότων στη θέση, ενώ το άνοιγμα διαδρομής είναι ο χώρος και σχετίζεται με το μήκος κύματός τους.
62. Αν δεχτούμε ότι υπάρχουν απεριόριστα τέτοια πορευόμενα "ευθύγραμμα κι ομαλά" σημεία, τα οποία ακολουθούν την διαδικασία αναχώρησης-επιστροφής, πρέπει κάθε σημείο (πορευόμενο-Ένα) να περάσει με τη σειρά του απ’τις θέσεις όλων των Πολλών Άλλων σημείων και όλα τα Πολλά-Άλλα σημεία να περάσουν απ’την ίδια θέση, δηλαδή τη θέση του Ενός. Έτσι από τη μια έχουμε το Ένα, που πορευόμενο διά μέσου των Πολλών τα πραγματοποιεί κι απ’την άλλη τα Πολλά, τα οποία πορευόμενα μέσω του Ενός, το πραγματοποιούν.
63. Έχουμε λοιπόν απ’τη μια σειρά θέσεων με περιοδικότητα επανάληψης διαφορετικών σημείων μέσα τους, κι απ’την άλλη θέσεις περιοδικότητας τομής απ’την πορεία του ίδιου του εαυτού τους. Οι θέσεις αυτές συνιστούν περιοδική κλίμακα, που ορίζει το μέτρο της αντιφατικότητας του γεγονότος.
64. Έχουμε λοιπόν σύνθεση αντιθέτων ποσοτικών κλιμάκων θέσεων ροής-αντιρροής του Ενός μέσω των Πολλών και των Πολλών μέσω του Ενός.
65. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη σύσταση σφαίρας θέσεων με πόλους Α, που είναι εκκίνηση του Ενός και κατάληξη των Πολλών και αντιΑ που είναι εκκίνηση των Πολλών και κατάληξη του Ενός. Στη θέση Α έχουμε μοναδική ροή επανάληψης του Ενός και μέγιστη αντιρροή επανάληψης των Πολλών-Άλλων, ενώ στη θέση αντιΑ το αντίθετο.
66. Σ’όλο αυτό το γίγνεσθαι (που δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι είναι η μονάδα, την αντιφατικότητα της οποίας περιγράφουμε τώρα, όσο το δυνατόν με περισσότερη ακρίβεια), το πορευόμενο-Ένα, είναι αυτό που είναι, επειδή έτσι και εκεί ακριβώς το συνιστά η αντιπορεία των Πολλών, ενώ τα Πολλά είναι εκεί όπου συνίστανται διαδοχικά απ’την πορεία του Ενός.
67. Η αντιπορεία αυτή συνίσταται απ’τις πορείες απεριορίστων μοναδικών Πολλών ομοίων κινουμένων συγχρόνως προς διαφορετική κατεύθυνση το καθένα, για να μπορούν να ξεχωρίζουν ως Πολλά. Έτσι καθένα απ’τα Πολλά καταλήγει μ’ένα τρόπο διαφορετικό στη θέση του Ενός συνιστώντας την συγχρόνως όλα μαζί και αντιπορευόμενα προς αυτήν κάνουν το Ένα διαφορετικό και παράκεντρα περιστρεφόμενο κάθε φορά. Επίσης τα Πολλά υπάρχουν συγχρόνως έτσι, αφού το Ένα να διέρχεται με διαφορετική συχνότητα επανάληψης της τομής της πορείας του απ’τον εαυτό της και κάθε φορά σε καθένα απ’τα Πολλά ξεχωριστά.
86
68. Έγινε νύξη ότι τα δυο αντίδρομα ρεύματα που συνιστούν τις θέσεις ροής-αντιρροής, μπορούν να θεωρηθούν ως ολοκληρωμένη πορεία του Ενός-πορευομένου ευθύγραμμα και ομαλά. Αφού ως αντιπορεία θα μπορούσε να θεωρηθεί η ίδια η τομή της πορείας του Ενός απ’τον εαυτό του.
69. Ανάμεσα απ’τις θέσεις Α και αντιΑ, υπάρχει κλίμακα απεριορίστων θέσεων διαδοχικής διαφορικότητας σχέσης ροής-αντιρροής της πορείας του Ενός και της ανάλογης αντιπορείας των Πολλών (όπως τονίσαμε: η πορεία του Ενός είναι έτσι γιατί το απαιτεί η αντιπορεία των Πολλών κι αντίθετα). Κάθε θέση, ως αναπόσπαστο σημείο της κλίμακας, είναι και μια οντότητα που έχει δικό της χαρακτήρα. Είναι μια διαφορετική σχέση ροής-αντιρροής Ενός και Πολλών, που παίρνει τη μορφή μιας ειδικής αντιφατικής ισορροπίας. Αυτή η αντιφατική ισορροπία που είναι σχέση αναχώρησης-επιστροφής, λήψης-εκπομπής μηνυμάτων μιας συγκεκριμένης και πορευόμενης θέσης στο σύμπαν. Είναι μια αντιφατική ταυτότητα.
70. Kάθε κλίμακα έχει απεριόριστες θέσεις αναχώρησης-επιστροφής μηνυμάτων που καθένα έχει τον δικό του "κώδικα". Ο κώδικας ορίζεται απ’την ανάλογη λήψη σε σχέση με την ανάλογη εκπομπή μηνυμάτων, που φεύγοντας για το σύμπαν επιστρέφουν συγχρόνως στην ανάλογη θέση. Αυτές οι θέσεις είναι γεγονότα διαφορετικών ταυτοτήτων.
η κίνηση, η μετακίνηση και το παράδοξο της ταχύτητας
71. Κάθε γεγονός συμπίπτει με μια θέση κάποιας κλίμακας, όντας κι ένα αντιφατικό στοιχειώδες το οποίο στέλνει μηνύματα στο σύμπαν που επιστρέφουν επαληθεύοντας σχετικά τη θέση. Από τη μια, το γεγονός κινείται για να επαληθεύεται από το μήνυμα στη θέση που το συνθέτει (δηλαδή λίγο πιο κει και διαφορετικό), κι απ’ την άλλη αλλάζει συνεχώς λαμβάνοντας μηνύματα όμοια από διαφορετική αφετηρία άλλης κλίμακας. Δηλαδή για να βρίσκεται στη ίδια θέση, αλλάζει συνεχώς κλίμακα.
72. Η αλλαγή θέσης της κλίμακας, αλλάζει και τον κώδικα λήψης-εκπομπής και η αλλαγή του κώδικα λήψης-εκπομπής, αλλάζει την θέση της κλίμακας.
73. Κάθε γεγονός βρίσκεται σε συνεχή και διαδοχική αλλαγή κώδικα για να βρίσκεται στην ίδια κλίμακα, ή κρατά συνεχώς τον ίδιο κώδικα αλλάζοντας συνεχώς κλίμακες. Η θέση του γεγονότος είναι μια δίνη, στην οποία απ’τη μια βυθίζονται τα Πολλά κι απ’την άλλη αναβλύζουν επαληθεύοντας το Ένα, ενώ συγχρόνως το Ένα διαπερνά τη θέση κι εκτοξεύεται αντίδρομα μέσα στα Πολλά. Έτσι το Ένα επαληθεύει συνεχώς και διαδοχικά κάθε διαφορετικό μήνυμα που συνθέτουν μέσα σ’αυτό τα Πολλά.
88
74. Υποθέσαμε ότι το μοναδικό πορευόμενο-Ένα (το γεγονός), του οποίου η τμήση της πορείας απ’τον εαυτό της, έχει ως αποτέλεσμα το γίγνεσθαι Ενός-Πολλών-πορευομένων-αντιπορευμένων, τη στιγμή του ακαριαίου είναι το Όλον ως Ουσία, το Εν Δυνάμει Είναι. Εκεί οι τομές της πορείας από τον εαυτό της, όντας ακαριαίες δεν φαίνονται αλλά υπάρχουν εν δυνάμει στο βάθος ως ακαριαία συστολή-διαστολή του ΄Ολου, όπου έχουμε άπειρες τμήσεις μηδενικού μεγέθους. Όταν μιλάμε όμως για διακριτές μονάδες κινούμενες ευθύγραμμα και ομαλά, το ακαριαίο χάνεται στο βάθος του Είναι, βγάζοντας στην επιφάνεια την αντιφατική σχέση των διακριτών, Ενός και Πολλών πορευομένων και αντιπορευομένων. Έτσι αποκτά ορισμένες υπαρκτές τμήσεις και πορείες με την ανάλογη κυρτότητα.
75. Υποθέσαμε την ύπαρξη «σφαίρας» θέσεων ροής-αντιρροής, λήψης-εκπομπής μηνυμάτων με άξονα Α-αντιΑ. Επίσης υποθέσαμε ότι η πορεία του Ενός επαληθεύει την αντιπορεία των Πολλών κι ότι η «σφαίρα» αυτή αποτελείται από θέσεις ροής-αντιρροής λήψης-εκπομπής μηνυμάτων, που συνιστούν τα γεγονότα του κόσμου μας.
76. Η μετακίνηση του Ενός από θέση (α) σε θέση (β), που μπορούμε να φανταστούμε σαν ελάχιστο υπαρκτό διάστημα αλματικής μετακίνησης στον υποθετικό άξονα των πόλων της «σφαίρας» ροής-αντιρροής, είναι αλματικό, επειδή οι τμήσεις της πορείας του Ενός από τον εαυτό της έχουν μέγεθος κι η ταχύτητα δεν είναι ακαριαία. Αφού τα αντιπορευόμενα-Πολλά, συνίστανται από το πορευόμενο-Ένα και το πορευόμενο-Ένα απ’τα Πολλά σε έναν αντιφατικό περιστρεφόμενο-πορευόμενο χωρό-χρονο και όχι πια ακαριαίο. Μόνο στην κατάσταση του ακίνητου και ακαριαίου οι τμήσεις της πορείας μπορούν να είναι μηδενικές και άπειρες, δηλαδή ελάχιστες αλματικές μετακινήσεις μηδενικού μεγέθους και συγχρόνως άπειρης ποσότητας (Ζήνων).
89
77. Η διαδρομή του πορευομένου-Ενός στον άξονα Α-αντιΑ συντίθεται από την αντιδρομή των αντιπορευομένων-Πολλών. Αυτή η αντιδρομή των αντιπορευομένων-Πολλών σε σχέση με την διαδρομή του Ενός από θέση
(γ) σε θέση (β), στον άξονα αυτής της υποθετικής σφαίρας με πόλους Α-αντιΑ, φεύγει για τα απώτατα όρια της σφαίρας αυτής και συνιστά επιστρέφοντας το πορευόμενο-Ένα από τη θέση (α) στη θέση (β) του άξονα της υποθετικής σφαίρας.
78. Η ταχύτητα της διαδρομής του πορευομένου-Ενός επάνω στον υποθετικό άξονα Α-αντιΑ, από θέση (α) σε θέση (β), (η οποία είναι η υποθετικά μικρότερη αλματική καταλυτικο-συνθετική μετακίνηση του πορευομένου-Ενός) πρέπει να είναι ασύλληπτα μικρότερη απ’την ταχύτητα των αντιπορευομένων-Πολλών που το συνιστούν, αφού η αντιδρομή που καλύπτουν τα Πολλά είναι τόση όση η ανάπτυξη όλης της σφαίρας με πόλους Α-αντιΑ, που αυτά συνιστούν σε σχέση με τον άξονα που της σφαίρας που αντιστοιχεί στην πορεία του Ενός.
79. Αν δεχτούμε ότι το πορευόμενο-Ένα είναι ένα φωτόνιο και τα αντιπορευόμενα-Πολλά είναι τα υποκβαντικά στοιχειώδη που υποθετικά το συνθέτουν. Η θεωρούμενη ταχύτητα του φωτoνίου πρέπει να είναι ασύλληπτα μικρότερη, από αυτή των αντιπορευομένων υπογεγονότων (υποκβαντικών). Αφού η υποτιθέμενη καταλυτιτικο-συνθετική πορεία του φωτονίου, από θέση (α) σε θέση (β) δεν είναι ακαριαία, κατά την μετακίνηση του πορευομένου-Ενός υπάρχει μια τμήση, δηλαδή ένα διάστημα στατικότητας που συνιστά τη Θέση. Έτσι το κινούμενο-Ένα παρουσιάζεται να "στέκεται" στη θέση (α) για λίγο και μετά να χάνεται για να εμφανιστεί αλματικά ξανά στη θέση (β) ως Άλλο.
80. "Χάνεται" σημαίνει ότι "δεν είναι ορατό". Αφού στο διάστημα απ’τη θέση (α) που καταλύεται το πορευόμενο-Ένα έως τη θέση (β) που θα ανασυσταθεί από τα Πολλά, κινείται με ταχύτητα πολύ μεγαλύτερη απ’αυτή του φωτός. (Αυτό καταλύεται-διαστελλόμενο στο σύμπαν κι επιστρέφει-συντιθέμενο στην επόμενη θέση). Έτσι που συνολικά να εξισορροπεί τη στατικότητα της θέσης, έχοντας ολική «ταχύτητα» ίση με αυτή του φωτός.
90
81. Εδώ βλέπουμε δυο αντίδρομα συστήματα, που το έ-να επαληθεύει το άλλο, κινούμενα σε διαφορετικές διαστάσεις. Αυτά αλληλοσυντίθενται-αλληλοκαταλυόμενα παρουσιάζοντας το γίγνεσθαι της μετακίνησης του πορευομένου κι αντιπορευομένου γεγονότος στον υποθετικό άξονα (Α-αντιΑ) και στον αντίδρομό του (αντιΑ-Α). Κι ενώ έχουν ασύλληπτα διαφορετικές ταχύτητες, συμπίπτουν αρμονικά σ’αυτό το γίγνεσθαι, γιατί το αντίδρομο "ρεύμα" καλύπτει πορεία σφαιρικής διαδοχικής ανάπτυξης στο σύμπαν, ενώ τ’άλλο αντίθετα και παράλληλα καλύπτει διαδοχικά, όλες τις θέσεις του άξονα ανάπτυξης της σφαίρας αυτής. (Την ίδια στιγμή συμ-βαίνει και το αντίθετο με το αντίδρομο σύστημα που αντιστοιχεί σ’αυτό το γίγνεσθαι).
82. Αν όπως είπαμε, το πορευόμενο-αντιπορευόμενο γίγνεσθαι του άξονα (Α-αντιΑ) και το αντίδρομο γίγνεσθαι του (αντιΑ-Α) συνιστούν μια χωρο-χρονική σχέση, που ανάλογα με τις συνθήκες μπορεί ν’αντιστρέφεται αμοιβαία κι όπου οι αντίδρομοι άξονες μπορούν ν’αντιστρέφονται, τότε θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για μετατροπή μιας κατάστασης από χωρική σε χρονική κι αντίθετα. Εδώ οι παραδοξολόγοι θα ισχυρίζοντο, πως ανάλογα με τη θέση του παρατηρητή και τον τρόπο που σκοπείται το σύστημα, μπορεί αυτό να κινείται καί απ’το μέλλον προς το παρελθόν. Εγώ θ’απαντούσα ότι στο υποτιθέμενο αυτό γίγνεσθαι, το οποίο θα μπορούσε να ονομαστεί κβαντικό, δεν υπάρχει ούτε Παρελθόν ούτε Μέλλον, αλλά μόνο Παρόν. Δηλαδή η μηδενική αιχμή ενός φθίνοντος Παρόντος μεταξύ των ανύπαρκτων παρελθόντος και μέλλοντος. Το Παρόν αυτό είναι χωρο-χρονικό και συντίθεται από δυο αντίδρομα ρεύματα, που δε διαχωρίζονται. Αυτό είναι Ένα καταλυτικο-συνθετικό Γίγνεσθαι, που τα γεγονότα όντας συνεχώς Άλλα-Αλλού δε μπορούν να έχουν σταθερή ταυτότητα ώστε να διαρκούν κι έτσι να έχουν τον χρόνο ως διάρκεια. Αλλά ούτε αληθινά μπορούν να έχουν ταχύτητα, αφού στον κβαντικό κόσμο χρόνος είναι η συχνότητα επαναλήψεις χωρικών μέτρων σε θέση κι ο χώρος το μήκος κύματός τους.
οι κλίμακες καταλυτικής-συνθετότητας των γεγονότων
83. Η θέση Α πρέπει να δέχεται-εκπέμποντας πορευόμενες μονάδες ενώ συγχρόνως να εκπέμπει-δεχόμενη εναλλάξ κι αντιπορευόμενες. Αυτό την υποχρεώνει να περιστρέφεται γύρω απ’τον εαυτό της. Μαζί της περιστρέφονται ανάλογα και όλες οι άλλες θέσεις της κλίμακας, αφού είναι κι αυτές αποτέλεσμα ροής-αντιροής αντίδρομων ρευμάτων. Αυτές ξεκινούν απ’τη θέση Α, όπου η περιστροφή είναι αρμονική ενώ διαδοχικά, η περιστροφή γίνεται παράκεντρη, ανάλογα με τη διαφορά της σχέση της συχνότητας των αντίδρομων ρευμάτων σε κάθε θέση. Η παράκεντρη τάση ισορροπείται ως το μέσον του άξονα, (που είναι και το κέντρο της σφαίρας) και τείνοντας για τις θέσεις Α-αντιΑ, διαδοχικά αυξάνεται. Στην "καρδιά" της θέσης Α υπάρχει ένα "κενό", μια σαφής δυναμική οπή με συγκεκριμένη διεύθυνση (που είναι το μάτι της δίνης), ενώ στις διαδοχικές θέσεις του άξονα, το κενό αυτό είναι μερικά κρυμμένο απ’το ασαφές "νέφος" της διακύμανσης των αντίδρομα πορευομένων.
92
84. Αυτό το νέφος της θέσης είναι μια δίνη, της οποίας η πορεία ξεκινά από μιαν αόρατη αλλά υπαρκτή δυναμική οπή, που διαστέλλεται στο σύμπαν και επιστρέφει ως αντίδρομη απ’την αντίθετη θέση του συστήματος. (Αντίθετο στη θέση Α του πόλου είναι η θέση αντιΑ του ίδιου πόλου). Οι διαφορετικές θέσεις πάνω στον άξονα [(Α-αντιΑ)-(αντιΑ-Α)], α, β, γ,… έχουν διαφορετική σχέση συχνότητας λήψης-εκπομπής πορευομένων-αντιπορευομένων έχοντας την ανάλογη γωνία διαφορετικής περιστροφής και την ανάλογη ταλάντωση σε σχέση με τον υποθετικό άξονα.
85. Το πολύ μικρό, το σημείο, προεκτείνεται στο πολύ μεγάλο, το σύμπαν και το σύμπαν αντιπροεκτείνεται, (βυθίζεται) στο μικρό συνιστώντας μαζί αντιφατική μονάδα, όπου τα βαθύτατα όρια του εσωτερικού συμπίπτουν με τα απώτατα όρια του εξωτερικού.
86. Κάθε γεγονός του κόσμου συνίσταται-καταλυόμενο από απεριόριστα τέτοια "σημεία-υπογεγονότα", που καθένα τους φεύγει προεκτεινόμενο στο σύμπαν κι επιστρέφοντας, επαληθεύει σχετικά βυθιζόμενο στον εαυτό. Κι όπως αναφέραμε, κάθε γεγονός αποτείνεται σ’όλα τα διαφορετικά σημεία διαφορετικών κλιμάκων του σύμπαντος συγχρόνως και με τρόπο κάθε φορά διαφορετικό, περιέχοντας όλα τα πρόσωπα του Όλου σ’αυτήν την διαδικασία λήψης-εκπομπής. Άρα, το Πράγμα που αυτά τα γεγονότα συνιστούν-καταλύοντας, είναι μια πολυδιάστατη και συγκεκριμένη δομή τέτοιων στοιχειωδών που κι αυτά καταλύονται-συντιθέμενα από άλλα μικρότερα, φτάνοντας έως το επίπεδο του ακινήτου και ακαριαίου, μηδενικού και απείρου, του εσχάτου επιπέδου της παγκόσμιας αντιφατικότητας.
93
87. Έτσι κάθε μία θέση του σύμπαντος, όντας μέσα σε συγκεκριμένη κλίμακα ροής-αντιρροής πορευομένων-αντιπορευομένων σημείων, είναι κι ένας σύνθετος κώδικας λήψης-εκπομπής μηνυμάτων. Αυτή η κλίμακα συνίσταται από απεριόριστες τέτοιες θέσεις που ξεκινούν από θέση μέγιστης λήψης κι ελάχιστης εκπομπής και περνώντας από όλες τις διαδοχικά διαφορετικές θέσεις λήψης-εκπομπής (που μεγαλώνοντας η λήψη μικραίνει ανάλογα η εκπομπή), φτάνουν σε θέση ελάχιστης λήψης-μέγιστης εκπομπής.
88. Κάθε θέση αυτής της κλίμακας, αποτείνεται στις εκκινήσεις όλων των άλλων πιθανών κλιμάκων, ακόμα κι αυτής του ακαριαίου. Έτσι αυτή η ίδια μπορεί ν’αλλάζει διαδοχικά, στέλνοντας όλα τα δυνατά μηνύματα αναλόγως.
89. Αυτά τα μηνύματα ξεκινούν από θέση, όπου αναχωρώντας όλα μαζί συγχρόνως κι έχοντας διαφορετικό κύκλο διαδρομής (καθένα διαδοχικά μεγαλύτερο), ανάλογα με τη συχνότητα λήψης-εκπομπής τους, έχουν και την ανάλογη ταχύτητα επαναφοράς. Έτσι που επιστρέφοντας στη θέση την επαληθεύουν-διαψεύδοντάς την, όλα μαζί συγχρόνως αλλά με διαφορετικό τρόπο.
90. Η θέση αυτή μπορεί ν’ανήκει συγχρόνως και σ’άλλες κλίμακες συμπεριφοράς, έτσι που η κάθε θέση της κλίμακας μπορεί να εκπέμπει συνεχώς το ίδιο μήνυμα, αλλά συγχρόνως να εκπέμπει και μία απεριόριστη σειρά διαφορετικών μηνυμάτων, αποτεινόμενη ταυτόχρονα και στις αφετηρίες όλων των άλλων κλιμάκων.
94
91. Στην κλίμακα αυτής της συμπεριφοράς, όπως φαίνεται στο (89), υπάρχει ελλειπτική-ελικοειδής διαδοχικότητα της διαδρομής μηνυμάτων που έχουν διαφορετική συχνότητα αναχώρησης-επιστροφής. Στους πόλους του άξονα της κλίμακας όμως, υπάρχουν οι θέσεις όπου το μήνυμα είναι συνεχώς εκεί και συγχρόνως στο άπειρο. Δηλαδή αυτό είναι ακαριαίο-ακίνητο, μηδενικό-άπειρο, η ακαριαία ταλάντωση, δηλαδή το εν δυνάμει Είναι.
το σημείο μέσα στο σύμπαν και το αντίθετό του
92. Το γεγονός που είναι μια θέση μέσ’το σύμπαν, απ'τη μια στέλνει συγχρόνως απεριόριστα μηνύματα, ευρισκόμενο σε συνεχή αλλαγή (αίροντας συνεχώς τον κώδικα μηνυμάτων του για να μπορεί να διατηρεί τη θέση του) απ’την άλλη αλλάζει συνεχώς θέση για να διατηρεί τον κώδικά του. Αυτό δείχνει ότι το Ένα και Μοναδικό επαληθεύεται από την αντιπορεία των Πολλών και Διαφορετικών μέσα από Αυτό, ενώ συγχρόνως τα Πολλά επαληθεύονται από την πορεία του Ένός και Μοναδικού, μέσα απ’Αυτά. Αυτή η διαδικασία μολονότι εκπροσωπεί Ένα Αντιφατικό Στοιχειώδες, είναι συγχρόνως κι ένα Ιδιαίτερο Πρόσωπο του Όλου.
93. Έτσι αυτό που λέμε στίγμα στο σύμπαν, απ’τη μια πορεύεται κρατώντας συνεχώς τον κώδικά του, αλλά αλλάζοντας κλίμακες για να επαληθεύεται απ’τα όμοιά του που βρίσκονται στην ίδια θέση άλλων κλιμάκων, ενώ από την άλλη, αλλάζει συνεχώς κώδικα (καταλυτικο-συνθετικά), αλλάζοντας συνεχώς και διαδοχικά θέση στην ίδια του την κλίμακα. Αυτό υποχρεώνει το γεγονός, από τη μια να είναι σταθερά πορευόμενο στίγμα και από την άλλη ένα συνεχώς διαστελλόμενο νέφος.
95
94. Το στίγμα μέσ’το σύμπαν, είναι μια θολή μονοκοντυλιά, που έχει συγκεκριμένη "μύτη" και αφήνει ταξιδεύοντας πίσω της, ένα ελλειπτικό νέφος συνεχώς διαστελλόμενο που εκτείνεται σ’όλο το σύμπαν. Η μύτη αυτού του "στίγματος" πορευόμενη παντοτινά στο σύμπαν, επαληθεύει όλους τους κόκκους του νέφους της ουράς του, επαληθευόμενη συγχρόνως από αυτούς.
95. Από αντιφατική άποψη, το αντίθετο σε κάποιο στίγμα μεσ’το σύμπαν, είναι η απεριόριστη πολλαπλότητα, που είναι το σύμπαν, όπως διαμορφώνεται έναντι της μοναδικότητας, που κάθε φορά το συγκεκριμένο-Ένα γεγονός εκπροσωπεί. Δηλαδή τ’αντίθετο στο συγκεκριμένο-Ένα, δεν μπορεί να είναι απλά το Μείον Ένα, αλλά μια απεριόριστη σειρά από σχετικά όμοια διαδοχικά διαφοροποιούμενα, που περιέχοντας και τον ίδιο τον εαυτό, υπό συνθήκες μπορεί παίξει το ρόλο του Μείον Ένα μια συγκεκριμένη στιγμή.
96. Αντιφατικά, το αντίθετο σε κάτι ξεκινά πολύ βαθιά μέσα απ’τον εαυτό, χωρίς ν’αφήνει περιθώριο ανεξαρτησίας και πορευόμενο μακριά έξω από αυτόν, κάνει απεριόριστες διαδρομές αναχώρησης-επιστροφής οι οποίες επαληθεύουν-διαψεύδοντας τον εαυτό σε μια συνεχώς μεταβαλλόμενη σχέση ―την αντιφατική σχέση.
97. Καθένα απ’την απεριόριστη σειρά ομοίων που υπάρχουν ταυτόχρονα, μπορεί να λογίζεται σαν ξεχωριστή θέση-εκκίνησης άλλης κλίμακας. Αλλά στην κατάσταση του ταυτόχρονου, αλληλο-επαληθεύεται με όλα τα άλλα όμοια σ’όλες τις θέσεις, εκτός αυτών που εκείνη τη στιγμή παίζουν ρόλο εκκίνησης των άλλων κλιμάκων. Έτσι μπορούμε να έχουμε ευκαιριακά διακριτές μονάδες, όπως το Ένα (που είναι όπως ορίσαμε την αντιφατική μονάδα πριν) ή το Δύο, το Τρία κ.λπ...που είναι και αυτά αντιφατικές μονάδες, αλλά με δεδομένη τη διαφορετική θέση εκκίνησης της κλίμακας.
96
ένα αντιφατικό συμπέρασμα
98. Μπορούμε να φανταστούμε ένα κόσμο, που θα είχε υπόβαθρο απεριόριόριστη σειρά πλεγμάτων τέτοιων κομβικών στοιχειωδών θέσεων, που θα συνιστούσαν αντιφατική ενότητα. Κάθε μια κομβική θέση ροής-αντιρροής λήψης-εκπομπής υπογεγονότων, θα ήταν ξεχωριστή οντότητα (ένα πράγμα), που θα συνίστατο από κάποια συγκεκριμένη πλοκή ροής-αντιρροής υπογεγονότων.
99. Αυτά τα υπογεγονότα των οποίων το πλέγμα ροής-αντιρροής συνιστά κάποιο γεγονός, είναι μηνύματα λήψης-εκπομπής που εκπροσωπούν και προέρχονται απ’ το δυναμικό υπόβαθρο του παγκόσμιου πλέγματος του αντιφατικού γίγνεσθαι, παίζοντας ρόλο ενέργειας για κάθε συγκεκριμένη οντότητα.
100. Κάθε γεγονός, οντότητα ή πράγμα, συνίσταται από ένα σύνολο κομβικών θέσεων του πλέγματος, που εκπέμπει μηνύματα στο σύμπαν λαμβάνοντας συγχρόνως απ’ αυτό. Έτσι κάθε συγκεκριμένη-συνεκτική (συγκεντρωτική) "Εδώ-Δομή" κάποιου πράγματος ή γεγονότος, πρέπει να έχει κι ανάλογη συγκεκριμένη αποκεντρωτική «Άπω-Δομή», η οποία θα περιλαμβάνει συντεταγμένα αυτό το πολυδιάστατο «νέφος» αναχώρησης-επιστροφής μηνυμάτων που ανταποκρίνονται στη «Δομή».
97
101. Αυτό σημαίνει ότι κάθε γεγονός πρέπει να έχει ένα συγκεκριμένο "Συμπαντιακό Αντίλογο", που είναι η εκάστοτε στιγμιαία κι εκρηκτική άπω-δομική-δομή του στο απώτατο σύμπαν. Αυτό το απύθμενα πολυδιάστατο πλέγμα δομής-αντιδομής μηνυμάτων, αντιστοιχεί στην Αισθητική του ανθρώπου που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε Πνεύμα ή Ψυχή. Η κοινωνία μ’αυτό το συμπαντιακό πλέγμα δίνει τη δυνατότητα στον άνθρωπο να διαθέτει όλες αυτές τις λεγόμενες «υπερφυσικές» δυνατότητες που σχετίζονται με την αισθητική τη φαντασία την ενόραση κ.λπ. αφού αυτό το πλέγμα περιέχει μ’ένα μοναδικό τρόπο το Όλον από την οπτική γωνία του κάθε συγκεκριμένου γεγονότος.
102. Ο συνεχής διάλογος "Εδώ" και "Άπω" κάθε πράγματος ή γεγονότος, είναι αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί "υπόσταση" του γεγονότος και θα μπορούσε να έχει κάποια όρια που να συνιστούν το συγκεκριμένο Είναι του. Επίσης η κάθε αλλαγή στο "Εδώ" δεν μπορεί παρά να ανταποκρίνεται και σε μιαν ανάλογη αλλαγή στο "Άπω" και αντίθετα. (Ίσως γνωρίζοντας κάποτε τις "συντεταγμένες" των σχέσεων "Άπω" και "Εδώ" κάθε συγκεκριμένου συστήματος θα επεμβαίνουμε προς όφελός μας διορθώνοντας δυσλειτουργίες δομών στο σύστημα ή τον ανθρώπινο οργανισμό).
103. Τα όρια του συγκεκριμένου που συνιστούν ευκαιριακά κάποιο γεγονός ως πεπερασμένο, παραβιάζονται ανά πάσα στιγμή, αφού τα στοιχειώδη κάθε γεγονότος "κοινωνούν" τελικά με το έσχατο δυναμικό αντιφατικό στοιχειώδες, το οποίο ως "έσχατο" υπόβαθρο του κόσμου είναι η αντιφατικότητα γυμνή, το μηδενικό και άπειρο, το ακίνητο κι ακαριαίο, περιέχοντας μια μοναδική μορφή του Όλου, που κάθε στιγμή είναι απειροστική.
98
104. Έτσι αν κάθε οντότητα που βρίσκεται σε μια κομβική θέση ή σύνολο κομβικών θέσεων του πλέγματος αυτού δεχτεί ενέργεια πέραν αυτής που δικαιούται για να βρίσκεται στη δεδομένη θέση, καταλύεται-εισερχόμενη στο αντιφατικό υπόβαθρο και ανασυντίθεται σχεδόν ακαριαία στη θέση που δικαιούται. (Μ’αυτόν τον τρόπο θα μπορούν να γίνονται μετακινήσεις μέσα σ’ένα παγκόσμιο πλέγμα τέτοιων κομβικών θέσεων. Έτσι κάποιο σώμα θα καταλύεται στο πλέγμα αυτών των κομβικών θέσεων και "κατερχόμενο" στο έσχατο πλέγμα του "ακαριαίου και ακινήτου", θ’ανασυντίθεται "ανερχόμενο" σε μιαν επιθυμητή θέση άλλου πλέγματος τέτοιων κομβικών θέσεων σχεδόν ακαριαία).
105. Υπ’αυτή την έννοια, ο κόσμος μας είναι ένα πλέγμα ανταλλαγής πληροφοριών που η πλοκή του είναι το Γίγνεσθαι ως Ουσία.
106. Μια τυπική διαλεκτική λογικο-γλωσσική σύνταξη, θα θεωρούσε την Ταυτότητα σαν ένα καταλυτικο-συνθετικό γεγονός σε συνεχή εξέλιξη, όπως είναι η αντιφατική μονάδα και με τον τρόπο που παρουσιάστηκε γενικά σ’αυτή την εργασία. Έτσι η αρχή της ταυτότητας, η τόσο αναγκαία για τις συγκριτικές Λογικές διεργασίες, θα επέστρεφε ως αρχή της αντιφατικής ταυτότητας.
107. Επειδή η αντιφατική ταυτότητα, όπως δείξαμε μπορεί να περιέχει κι ένα πρόσωπο του όλου, για να λειτουγήσει ορθολογικά, το εύρος της θα πρέπει να ορίζεται απ’το είδος της έρευνας, το είδος των εμπλεκομένων μονάδων και τις ανάλογες αφετηρίες κι αντιστοιχίες αυτών των μονάδων σε άλλες παράλληλες κλίμακες.
108. Έτσι αφηρημένα θα μπορούσε να λεχθεί, ότι το γίγνεσθαι που αφορά το εύρος της αντιφατικής ταυτότητας την κάθε συγκεκριμένη φορά, θα είναι ένα καταλυτικο-συνθετικής είδος διεργασίας, που η τυπικότητα θα υπερβαίνεται πάντα απ’το περιεχόμενο της εκάστοτε πραγματικότητας.
99
109. Για να μπορεί να γίνει δυνατή αυτή η αντιφατικο-ορθολογική διεργασία, θα πρέπει να συνταχτούν ιδεατοί πίνακες ροής-αντιρροής, λήψης-εκπομπής μηνυμάτων, όπως αυτοί που αφηρημένα χωρίς την ανάλογη μαθηματική υποστήριξη και τ’ανάλογα υπολογιστικά όργανα συνέταξα εδώ και τους οποίους ονόμασα "πλέγματα κομβικών θέσεων ροής-αντιρροής μηνυμάτων". Αυτοί οι πίνακες θα μπορούσαν να περιέχουν ολοκληρωμένα όλο το φάσμα αυτού του αντιφατικού γίγνεσθαι.
110. Για τη λογικο-γλωσσική σύνταξη τέτοιων πινάκων, πρέπει να οργανωθεί μια Αντιφατική Γεωμετρία με τους όρους που αναφέραμε πριν. Για κάθε συγκεκριμένη περίσταση ένταξης ενός γεγονότος στις συντεταγμένες κάποιου τέτοιου πίνακα, πρέπει να ορίζονται τα προσεγγιστικά όρια της αντιφατικής ταυτότητας του γεγονότος, ανάλογα με την έρευνα και το γεγονός που διερευνάται.
111. Η αντιφατική μονάδα, για την οποία μιλήσαμε, είναι δυνατόν να παίρνει ένα νόημα συγκεκριμένο, κάθε φορά που ορίζεται η θέση εκκίνησης του υποθετικού σημείου στην κλίμακα αναφοράς που θα εξυπηρετούσε μια συγκεκριμένη έρευνα.
112. Αυτή η θέση εκκίνησης, που θα μπορούσε να είναι η εκκίνηση για κάποιο καθορισμένο σύστημα αναφοράς, μπορεί συγχρόνως να σχετίζεται και μ’όλα τ’άλλα απεριόριστα και πορευόμενα σημεία άλλων συστημάτων αναφοράς, με τρόπο διαφορετικό για το καθένα.
113. Aυτά τα συστήματα αναφοράς, συνιστούν ξέχωρες αντιφατικές ταυτότητες που στο βάθος του διαχωρισμού και της αντικειμενικότητάς τους, έχουν κρυμμένη την ενότητα της συμμετοχής τους στο έσχατο (ακίνητο-ακαριαίο) καταλυτικο-συνθετικό επίπεδο του παγκοσμίου
γίγνεσθαι, που είναι η αντιφατικότητα γυμνή και το εν δυνάμει Είναι. Έτσι η αντικειμενικότητά τους θα είναι συμβατική, αφού συνεχώς αίρεται.
100
114. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι όλες αυτές οι Μονάδες που θα μπορούσαν να φανούν ως ευκαιριακά αυτόνομες (ταυτότητες), όταν αγγίζουν τις θέσεις των πόλων των κλιμάκων τους, φέρνουν στην επιφάνεια το στοιχείο του ακίνητου και ακαριαίου. (Αυτό που όπως αναφέραμε είναι το μηδενικό και άπειρο, το εν δυνάμει Είναι, η ενότητα του Όλου, η αντιφατικότητα ως ουσία, όπου εκεί κάθε αυτονομία και αντικειμενικότητα αίρεται).
αντιφατική βιοχαρτογραφία κι αντιφατική γεωμετρία
115. Τα σημεία ταυτόχρονης εκκίνησης, αναχωρούν για το σύμπαν επιστρέφοντας στις θέσεις εκκίνησης ή οι θέσεις εκκίνησης στέλνουν μηνύματα στο σύμπαν λαμβάνοντας απ’αυτό. Αυτά επαληθεύουν-διαψεύδοντας τις θέσεις της δικής τους κλίμακας και όλων των άλλων κλιμάκων, εκτός των θέσεων κλιμάκων που λογίζονται θέσεις ταυτόχρονης εκκίνησης. Έτσι αναδύονται όρια στα οποία μπορεί ν’αναδειχθεί το Ένα, το Δύο, το Tρία κλπ.
116. Τα πράγματα, τα γεγονότα, τα έμβια όντα και γενικά ο κόσμος μας είναι συστήματα που συνίστανται από εκατομμύρια τέτοιες καταλυτικο-συνθετικές αντιφατικές μονάδες. Τ’αντιφατικά στοιχειώδη των μονάδων αυτών, ταξιδεύουν στο σύμπαν, (στον Συμπαντιακό τους Αντί-λογο), επιστρέφοντας, και έτσι συνθέτουν-καταλύοντας το αντιφατικό τους Μέτρο. Τα όντα αυτά συνίστανται-καταλυόμενα από τέτοιες μονάδες κάποιου ειδικού αντιφατικού Μέτρου, το οποίο είναι σε συνεχή εξέλιξη και αλλαγή και οι μονάδες αυτές συνιστούν αντιφατικά συστήματα λήψης-εκπομπής μηνυμάτων προς και απ’τον Συμπαντιακό τους Αντίλογο. Επειδή τα στοιχειώδη αυτού του συστήματος καταλύονται-συντιθέμενα, όντας Άλλα-Αλλού και λίγο πιο κει, το όλο σύστημα που είναι το πράγμα, το ον ή το γεγονός, συνεχώς αλλοιώνεται ως προς τη μορφή και τη δομή. Αυτό υπάρχει σαν τέτοιο ως τη στιγμή που δεν μπορεί ν’ανασυσταθεί πια κι έτσι γερνά και πεθαίνει. Τότε το σύστημα διαλύεται κι ανακατατάσσεται ή εισέρχεται στη δομή άλλων ζωντανών συστημάτων.
117. Θα μπορούσε λοιπόν να υποτεθεί ένα αιτιοκρατημένο κι οργανωμένο γίγνεσθαι, το οποίο να σχετίζεται με τις θέσεις εκκίνησης, τα συστήματα αναφοράς, τη διάρκεια έρευνας και τον τρόπο που θα συμπεριφέροντο τα μηνύματα αναχώρησης-επιστροφής σ’αυτό το αντιφατικό γίγνεσθαι.
118. Η εργασία αυτή θα μπορούσε να είναι η επιστήμη, που θα οργάνωνε μιαν Οικουμενική Βιο-Χαρτογράφηση και θα ιχνηλατούσε την αντιφατική σχέση του Μεγάλου ως προς το Μικρό. Αυτή θα ήταν η Αντιφατική Μοναδολογία κι Αντιφατική Βιο-Γεωμετρία που μόνο στα όριά της, μπορεί να περιγραφεί μια Αντιφατική Tαυτότητα και κατά συνέπεια ένας Αντιφατικός Ορθολογισμός.
119. Αυτή η φανταστική ιστορία του πορευομένου σημείου ευθύγραμμα και ομαλά σε όλη την ανάπτυξη, είναι και ο ορισμός του Αντιφατικού Στοιχειώδους, της Αντιφατικής Μονάδας ― είναι η Αντιφατική Ταυτότητα.
120. Από αυτό το αντιφατικό γίγνεσθαι και τον ορισμό της αντιφατικής ταυτότητας, αναδύεται κι η Αρχή της Αντιφατικής Αιτιότητας.
102
121. Η αντιφατική αιτιότητα δεν μπορεί να είναι μονοδιάστατη, εκεί το αίτιο και το αιτιατό λειτουργούν σταδιακά αμφίδρομα ή καί αμφίδρομα, ανάλογα με τις "αντιθέσεις" και τη "διάρκεια" που συνιστά κάθε συγκεκριμένο αντιφατικό γίγνεσθαι. (Όπως τονίσαμε, στην Ορθολογική (αντιθετική) διαδικασία τ’αντίθετα διαλέγονται χωρίς να παραβιάζουν τα όρια μεταξύ τους, δηλαδή τα όρια της ταυτότητάς τους. Έτσι αποκαθάρουν την λογική διεργασία απ’τη συμμετοχή του Μη-Είναι, το οποίο ορθολογικά θεωρείται στοιχείο ψεύδους κι αντιφατικότητας. Ενώ στη Διαλεκτική (αντιφατική) διεργασία τα ενάντια κατά το διάλογό τους αλληλοπροεκτείνονται, χωρίς ν’αφήνουν μεταξύ τους περιθώρια ανεξαρτησίας και έτσι η αλληλεπίδραση είναι αμφίδρομη. Σε παράκεντρες όμως καταστάσεις, που τα θεωρούμενα ως αντίθετα μπορεί κοινωνούν και με άλλα αντιφατικά συστήματα, μπορεί να υπάρξει ευκαιριακά κάποια αιτιακή προτεραιότητα, χωρίς ν’αποκλείεται όμως ποτέ κι η αμφίδρομη διεργασία, αφού όλα συγχρόνως κοινωνούν με το έσχατο επίπεδο του κόσμου που είναι το ακίνητου κι ακαριαίο, η αντιφατικότητα γυμνή, το Εν Δυνάμει Είναι. Από κει απορρέουν οι αρχές "της αντιφατικής σχετικότητας των αντιθέτων" όπως και "της αμφίδρομης αιτιότητας". Η αλυσίδα της αμφίδρομης αιτιότητας προϋποθέτει αιτία κι αποτέλεσμα ν’αλληλοκαταλύονται-αλληλοσυντιθέμενα, έχοντας έτσι κι απεριόριστες διαστάσεις που καταλήγουν στο Ακαριαίο και Ακίνητο, Μηδενικό και Άπειρο, το Εν Δυνάμει Είναι, δηλαδή την Αντιφατικότητα Γυμνή. Εκεί η Αιτιότητα συνίσταται από το αντιφατικό γίγνεσθαι αναχωρήσεων-επιστροφών, όπως παρουσιάστηκε κατά τη διάρκεια αυτής της εργασίας.
103
122. Η αμφίδρομη διεργασία, απορρέει από αυτήν του ακαριαίου κι ακινήτου, που δεν μπορεί να λείψει ποτέ από τον όποιο υπολογισμό, αφού είναι το στοιχείο του απειροστικού υπόβαθρου των όντων. Η αιτιακή διεργασία ξεκινά από την "αυτο-αλληλεπίδραση", πολύ βαθιά μέσ’τον ίδιο τον εαυτό, (χωρίς να αφήνει κανένα περιθώριο απαραβίαστο) και ταξιδεύοντας έξω απ’αυτόν, αλληλεπιδρά παραβιάζοντας τα όρια των άλλων που μπορεί να θεωρηθούν ενάντια κάθε συγκεκριμένη στιγμή. Ανάλογα με το βαθμό της αντίθεσής τους και για κάθε αντίθεση ξεχωριστά, ορίζεται κι η ανάλογη παραβίαση. Αυτή η παραβίαση μπορεί κάποιες φορές να είναι τέτοια, που υπό όρους, να αφήνει ευκαιριακά κάποιο απαραβίαστο μέρος στο θεωρούμενο ως αντίθετο. Γι' αυτό μπορεί να λειτουργεί υπό συνθήκες ο τυπικός ορθολογισμός.
123. Γενικά ονομάζεται αντιφατικός ορθολογισμός γιατί μαζί με την ακαριαία συγκριτική διαδικασία (που είναι μια ακαριαία αλληλεπίδραση κι άρα αντιφατική), υπάρχει κι ένα περιθώριο αντιθετικής (ορθολογικής) συγκριτικής διεργασίας μέσ’τα όρια της αντιφατικότητας.
124. Σ’αυτή τη συγκριτική κι αιτιακή διεργασία, όλα εξαρτώνται απ’τα όρια που θα τεθούν στην αντιφατική ταυτότητα και την αντιθετική αξία των σκελών της αντιφατικής σχέσης. Όμως δεν πρέπει να ξεχνιέται ότι οι σχέσεις εκεί είναι συμβατικές και σχετικές με το γίγνεσθαι που συνιστούν ευκαιριακά οι παράγοντες της αντιφατικής σχέσης
125. Αυτήν την φανταστική ιστορία του πορευομένου ευθύγραμμα κι ομαλά Ενός-σημείου, σ’όλη της την ανάπτυξη, την οποία χαρακτήρισα αντιφατική ταυτότητα, αντιφατικό στοιχειώδες ή αντιφατική μονάδα, πρέπει να λάβει υπόψιν η σύγχρονη επιστήμη, αν θέλει να βαδίσει στο Νέο.
127. Υπ’αυτή την έννοια, η γλώσσα της επιστήμης θα πρέπει να συμπέσει με την λογικο-γλωσσική σύνταξη της αντιφατικής βιογεωμετρίας, όπου ο κόσμος θα είναι βιο-χαρτογραφημένος σ’ανάλογους πίνακες, οι οποίοι θα ορίζονται κι από ανάλογα αντιφατικά συστήματα ροής-αντιροής-λήψης-εκπομπής. Αυτή η αντιφατική λογικο-γλωσσική σύνταξη, πρέπει να λάβει υπόψιν το αντιφατικό στοιχειώδες και τον αντιφατικό τρόπο οριοθέτησης της σκέψης.
128. Από κει και πέρα όλες οι επιστήμες θα πρέπει να ξανακοιταχτούν, λαμβάνοντας υπόψιν τον αντιφατικό τρόπο περιγραφής και βιοχαρτογράφησης του κόσμου. Έτσι η Επιστήμη θα γίνει Μία και θα συμπέσει ξανά με τη Φιλοσοφία, που θα είναι μια αντιφατικο-ορθολογική λογικο-γλωσσική σύνταξη, όπως ο Λόγος του Ηρακλείτου, δηλαδή τη διαλεκτική ως λόγος κι ουσία.
105
Ως Επίλογος, η επισήμανση για τον αντιφατικό χώρο και χρόνο:
Τονίζω ξανά ότι από αντιφατική όψη, ο χρόνος δεν μπορεί να είναι διάρκεια κάποιου γεγονότος, ούτε ο χώρος έκταση μέσα στην οποίαν διαδραματίζονται τα γεγονότα. Διαλεκτικά-αντιφατικά, επειδή όλα βρίσκονται σε συνεχή καταλυτική-συνθετότητα, χρόνος είναι η συχνότητα επανάληψης χωρικών μέτρων στη θέση σύστασης των γεγονότων κι χώρος το μήκος κύματος ή το μέγεθος διασποράς τους. Και επειδή σ’αυτό το επίπεδο όλα σχετίζονται με φωτόνια ή κβάντα ενεργείας, με συχνότητες και μήκη κυμάτων, πρέπει να δεχτούμε ότι το Είναι ο Χώρος κι ο Χρόνος συνιστούν αδιαχώριστη γενεσιουργό ενότητα στο άπεορο γίγνεσθαι. Επίσης η ταχύτητα είναι κάτι διαφορετικό απ’ότι έχουμε αποδεχθεί. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι: αφού το φωτόνιο είναι, καταλυτικο-συνθετικό γεγονός, δεν μπορεί να έχει ταχύτητα, επειδή ουσιαστικά σε κάθε του στιγμή είναι Άλλο-Αλλού, Όμοιο κι Ανόμοιο με τον εαυτό του. Αυτό όμως δεν λαμβάνεται υπόψιν από τη Θεωρία της Σχετικότητος. Είναι πιθανόν όλα τα παράδοξα της θεωρίας της σχετικότητας πιθανόν να οφείλονται στο ότι το φωτόνιο είναι μια κβαντική οντότητα που παράνομα και καταχρηστικά ορίζεται μέσ’τα όρια της νευτώνειας αντικειμενικότητας. Το ίδιο μπορεί να συμβαίνει και με την "αβεβαιότητα" που διέπει τις μετρήσεις των συζυγών ιδιοτήτων των κβαντικών αντικειμένων: Στριμώχνουμε τη συχνότητα που εκπροσωπεί το χρόνο ενός κβαντικού αντικειμένου, με τη διάρκεια που είναι ο χρόνος της νευτώνειας αντίληψης και το μήκος κύματος που είναι το χώρος του κβαντικού αντικειμένου με τον τόπο ως έκταση και υπόβαθρο των πραγμάτων της νευτώνειας αντίληψης, όπου βασιλεύει η αντικειμενικότητα κι ο ντετερμινισμός, ενώ στην κβαντική διάσταση ακυρώνονται. Δηλαδή στην αντιφατική αντιφατικότητα ο χρόνος ως διάρκεια κι ο χώρος ως υπόβαθρο εξελίξεων του νευτώνειου κόσμου ακυρώνονται όπως πρέπει να γίνει και στον κβαντικό κόσμο και τη θέση τους, εκεί παίρνει η συχνότητα ως χρόνος και το μήκος κύματος ως χώρος. Η αντιφατική ταχύτητα στη διαλεκτική όπως και στον κβαντικό κόσμο είναι πολύ διαφορετική απ’αυτήν που έχουμε αποδεχτεί. Αυτή πρέπει να σχετίζεται με τον χρόνο μετατροπής της Ταυτότητας του αντιφατικού ή του κβαντικού γεγονότος σε Άλλο-Αλλού. Κι επειδή αυτή η διαδικασία αφορά και το Αλλού, μπορεί παράδρομα να είναι και ταχύτητα μετακίνησης των γεγονότων, αλλά διαφορετική από αυτήν που αποδεχόμαστε. Δηλαδή να είναι η ταχύτητα μετατροπής της αντιφατικής ταυτότητας σ’άλλη κι έτσι να φανερώνεται φαινομενικά και ως μετακίνηση.
106
ΤΕΛΙΚΗ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ: Τονίζω ξανά ότι αν η επιστή-μη δεν λάβει σοβαρά υπόψιν την πρόταση περί του Αντι-φατικού Στοιχειώδους, της Αντιφατικής Ταυτότητας και Αντιφατικού Ορθολογισμού ή της Αντιφατικής Μοναδο-λογίας, όπως προτείνεται σ’αυτή την εργασία ή και σε πιθανές ανάλογες εργασίες άλλων διανοητών και ίσως σωστότερα τοποθετημένες και με την ανάλογη μαθηματική κάλυψη, δε θα μπορέσει να προχωρήσει άλλο θεωρητικά. Αυτό γιατί ο κόσμος μας είναι δυναμικό γεγονός που έχει αντιφατική φύση και για ερμηνευτεί ως τέτοιο, χρειάζεται έναν ορθολογισμό που να λαμβάνει υπόψιν τον κόσμο καταλυτικο-συνθετικά αντιφατικά.
Είναι ανάγκη νέοι διανοητές και μαθηματικοί να παραμερίσουν για λίγο την γνώση τους, να χρησιμοποιήσουν την επαναστατικότητα και τη δυναμική της διάνοιάς τους και να ασχοληθούν με την εργασία αυτή ή με κάποια άλλη παράλληλη, ως ξεκίνημα για ένα μακρύ ταξίδι στο Νέο. Πρέπει να δημιουργήσουν ένα νέο μαθηματικό λόγο, ο οποίος θα στηρίζει τους υποθετικούς πίνακες αυτών των μοντέλων, που θα περιγράφουν τον κόσμο και τα συγκεκριμένα γεγονότα ως καταλυτικο-συνθετικό γίγνεσθαι.
Τότε όλες οι επιστήμες πρέπει να μπουν σε άλλο λογικογλωσσικό θεωρητικό πλαίσιο, δηλαδή μιαν άλλη λογική, η οποία θα λαμβάνει υπόψιν την ταυτότητα ως καταλυτική-συνθετότητα των όντων και την αμφίδρομη αιτιότητα των σχέσεών τους, έτσι όλα θα οργανωθούν ξανά απ’την αρχή.
Η μαθηματική αυτή γλώσσα πρέπει να στηρίζεται στην αντιφατική γεωμετρική λογικο-γλωσσική σύνταξη και θα έχει ως βασικό κορμό τους αντιφατικούς πίνακες, για τους οποίους προϊδεάζω τον αναγνώστη.
Προτείνω λοιπόν ότι απ’τη λειτουργία της, η λογικο-γλωσσική αυτή σύνταξη θα μπορούσε να γίνει ένα είδος Αντιφατικής Βιογεωμετρίας και να ονομαστεί "Αντιφατική Μοναδολογία και Οικουμενική Βιοχαρτογραφία".
Με την εργασία αυτή η συζήτηση περί διαλεκτικής σκέψης στη φιλοσοφία ολοκληρώνεται. Από δω και μπρος η διαλεκτική πρέπει να γίνει αντικείμενο των μαθηματικών και της επιστήμης, για ένα ταξίδι στον νέο κόσμο.
Κατέβηκα από τα κλαδιά των δέντρων και άρχισα να περπατώ παραπατώντας κάτω απ’την χλεύη των υψηλά-διανοητικά αποκατεστημένων σε περίοπτες θέσεις των δέντρων. Έπεσα και ξανασηκώθηκα πολλές φορές.
Είμαι ακόμα όρθιος αλλά απελπιστικά μόνος.
ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ: «ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ». «ΠΑΡΜΕΝΊΔΗΣ» Ε. Ρούσσος Εκδ. Στιγμή.
«ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ» Ν. Σπυρόπουλος Ελληνική Εκδοτική Εταιρία
«ΑΠΕΡΑΝΤΟΣΥΝΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ» -Εργασία στον Αριστοτέλη- Γ. Τζαβάρας
ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ ΓΙΑ ΚΑΘΕ ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΗ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ του Καντ και η «ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΤΗΣ ΛΟΓΙΚΗΣ» του Χέγκελ. Μετ.-Σχόλια Γ.Τζαβάρας, Εκδ. Δωδώνη
«ΠΛΑΤΩΝ-ΠΛΩΤΊΝΟΣ-ΩΡΙΓΕΝΗΣ» Ι. Θεοδωρακόπουλος
«Η ΔΥΝΑΜΙΚΗ ΤΟΥ ΕΛΑΧΙΣΤΟΥ» Ε.Μπιτσάκη Εκ. Ζαχαρόπουλος
«ΤΙ ΕΊΝΑΙ Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΣΧΕΤΙΚΟΤΗΤΑΣ» Λεβ Λαντάου, Γιούρι Ρούμερ. Μετάφραση: Ν. Κιάος, Α. Μαργαρίτης
«ΦΥΣΙΚΗ ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΚΑΙ ΚΟΣΜΟΘΕΩΡΗΣΗ» Ρ.Χάβεμαν μετ. Καμπουρίδη Εκδ. Πέλλα
«PARADIGMS LOST» John Kasti εκδόσεις Morrow
ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ: Το επιστημολογικό μέρος της εργασίας έχω αντλήσει κυρίως απ’το έργο «PARADIGMS LOST» του John Casti εκδ. W. Morrow Ν. York 1989
Του Ρόμπερτ Χάβεμαν: Φυσική Επιστήμη και Κοσμοθεώρηση Εκδ.Πέλλα, μετά-φραση Σταύρου Καμπουρίδη
Και του Ε. Μπιτσάκη: Η Δυναμική του Ελαχίστου. Εκδ. Ζαχαρόπουλος. 1987
Στην εργασία αυτή τελειώνει το ταξίδι της Διαλεκτικής στη φιλοσοφία κι αρχίζει ένα νέο μακρύ ταξίδι στην επιστήμη. Η αριστοτελική αντίληψη δεν ταιριάζει στον κβαντικό και το σχετικιστικό κόσμο, αφού η ορθολογική αντικειμενικότητα κι ο ντετερμινισμός δεν τον περιγράφουν πια έγκυρα. ΄Οπως φαίνεται εδώ έχουμε να κάνουμε μ’έναν κόσμο όπου τ’αντικείμενα, μη έχον-τας σαφή διαχωρισμό μεταξύ τους, δεν είναι σαφώς αντικείμενα, έτσι οι ιδιότητες που τους προσδίδουμε, πρέπει να “ξανακοιταχτούν”. Επειδή στο επίπεδο αυτό του κόσμου η Ταυτότητα των κβαντικών αντικειμένων είναι σωματιδιο-κυματιακή και άρα σε αέναη καταλυτικο-συνθετική διαδικασία, το Είναι, ο Χρόνος, ο Χώρος, η Κίνηση κι η Ταχύτητα είναι πολύ διαφορετικά απ’ότι τ’αντιλαμβανόμεθα. Ο Χρόνος εκεί είναι η συχνότητα κι ο Χώρος το μήκος κύματος των κβαντικών γεγονότων. Η Ταχύτητα εκεί δεν υπάρχει, όπως τυπικά την δεχόμαστε, αφού τα γεγονότα καταλύονται-συντιθέμενα όντας Άλλα-Αλλού κι έχοντας μορφή κυματοσυρμών δεν διαθέτουν σταθερή ταυτότητα η οποία να μετακινείται μέσ’το χώρο και στη διάρκεια του χρόνου. Εκεί μάλλον ταχύτητα είναι αυτή της συνεχούς αλλαγής του κβαντικού γεγονότος σε Άλλο. Εκεί η τυπική αντικειμενική ορθολογικότητα για την περιγραφή του κόσμου ακυρώνεται και πρέπει να χρησιμοποιηθεί μια καταλυτικο-συνθετική διαλεκτική τυπικότητα. Θα πρέπει να δημιουργηθεί ένας νέος μαθηματικός λόγος, που θα στηρίζει τους πίνακες αυτών των μοντέλων που θα περιγράφουν τον κόσμο και τις συγκεκριμένες καταστάσεις, ως καταλυτικο-συνθετικό γίγνεσθαι. Τότε όλες οι επιστήμες θα μπουν σ’ένα άλλο λογικο-γλωσσικό θεωρητικό πλαίσιο, δηλαδή μιαν άλλη λογική, που θα λαμβάνει υπόψιν την ταυτότητα ως καταλυτική-συνθετότητα των όντων και την αιτιότητα των σχέσεών τους ως αμφίδρομη κι έτσι όλα θα οργανωθούν ξανά από την αρχή. Η μαθηματική αυτή γλώσσα πρέπει να στηρίζεται σε μια Αντιφατική Λογικογλωσσική Σύνταξη και να έχει ως βασικό κορμό τους αντιφατικούς πίνακες, για τους οποίους προϊδεάζω τον αναγνώστη. Ο μαθηματικός που θα το πετύχει, θα έχει την τιμή να υποκαταστήσει τον αριστοτελικό ορθολογισμό και την τυπική λογική, που είναι οδηγός της επιστήμης για 2300 χρόνια, με τη διαλεκτική αντιφατική τυπικότητα.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου