Η ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΤΟΥ ΕIΝΑΙ ΚΑΙ Η ΨΥΧΗ, ΩΣ ΚΑΤΑΛΥΤΙΚΟ-ΣΥΝΘΕΤΙΚΟ ΓΙΓΝΕΣΘΑΙ
Η ΨΥΧΗ ΩΣ ΑΝΤΙΦΑΤΙΚΗ ΚΑΤΑΛΥΤΙΚΟ-ΣΥΝΘΕΤΙΚΗ ΣΧΕΣΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ ΚΑΙ ΑΙΣΘΗΤΙΚΗΣ
ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΠΤΙΚΗ ΓΩΝΙΑ ΤΗΣ ΠΡΟΣΩΚΡΑΤΙΚΗΣ ΣΚΕΨΗΣ
Η εργασία αυτή είναι ορατή μέσω της προσωκρατικής αντίληψης για την πορεία του καταλυτικο-συνθετικού γίγνεσθαι προς τη Διαλεκτική. Μολονότι φαίνεται αναίτια περίπλοκη κι εκτός θέματος, είναι αναγκαία η ανάδειξη της καταλυτικής-συνθετότητας των στοιχειωδών του κόσμου, αφού μέσω αυτής θα δοθεί απάντηση “πως η ύπαρξη της Ψυχής είναι δυνατή”.
Ως ξεκίνημα παραθέτω κάποια σημαδιακά αποφθέγματα των Ηράκλειτου, Αναξίμανδρου, Ζήνωνα, Λάο-Τσε και Αϊνστάιν, που οδηγούν εξαρχής τον αναγνώστη στην αντιφατικότητα της διαλεκτικής σκέψης:
1. Η μεγάλη ευθεία οφείλει να είναι κυρτή.
2. Το μεγάλο τετράγωνο δεν έχει γωνίες.
3. Ο κύκλος είναι πολύγωνο απείρου αριθμού γωνιών.
4. Στον ίδιο ποταμό μπαίνουμε και δε μπαίνουμε, είμαστε και δεν είμαστε. Την ίδια ουσία δεν ξαναγγίζουμε, γιατί όλα αλλάζουν βίαια και γρήγορα, καταλύονται-συντιθέμενα, συγχρόνως, Είναι-ΜηΌντας.
5. Το κινούμενο ευθύγραμμα και ομαλά θα γυρίζει εκεί που ξεκίνησε.
6. Το κινούμενο δεν κινείται ούτε στον τόπο που βρίσκεται, ούτε στον τόπο που δεν βρίσκεται.
7. Ό,τι τείνει προς το μηδέν τείνει στο άπειρο. Το ακαριαίο είναι το ακίνητο.
8. Το ίδιο το φως είναι σκοτεινό.
9. Αρχή και στοιχείο των όντων είναι το άπειρο.
10. Το τέλειο είναι ατελές. Το άπειρο ως ολοκληρωμένο είναι πεπερασμένο. Το πεπερασμένο και ατελές είναι δυναμικά άπειρο.
Μολονότι η Διαλεκτική είναι αντιφατική, επειδή υπάρχει εμμονή από κάποιους ιδεαλιστές για την ύπαρξη κι αντιθετικής Διαλεκτικής, καταχρηστικά δέχομαι ότι αυτές είναι δύο ειδών και θα περιγράψω τις αρχές τους: Α. Η Αντιθετική Διαλεκτική, δέχεται ότι στο βάθος ο κόσμος κι η λογικο-γλωσσική σύνταξη που τον περιγράφει συντίθενται από πεπερασμένη σειρά εσχάτων αναλλοίωτων στοιχειωδών (γνώσιμων ή όχι), που αλληλεπιδρούν χωρίς να παραβιάζουν τα όρια μεταξύ τους, συνιστώντας αντικειμενικό ορθολογικό δυναμικό-διαφορικό λογικο-γλωσσικό σύστημα. Αυτό, έχοντας απόλυτους όρους λειτουργίας, προϋποθέτει, από μια στιγμή και μετά, την επ’άπειρον επανάληψη μιας συγκεκριμένης, τετελεσμένης, πεπερασμένης και προδιαγεγραμμένης σειράς παιγνίων, τα οποία μπορούν να ονομαστούν «συνθετικά πρότυπα του τέλους». Τα παίγνια αυτά μολονότι είναι και τα όρια του συστήματος, βρίσκονται ιδεατά εκ των προτέρων, περιμένοντας την πραγματοποίησή τους απ’την ακολουθία της λειτουργίας του. Ο Αριστοτέλης τη διαδικασία αυτή, ονόμασε Εντελέχεια. Το σύστημα αυτό είναι πεπερασμένο-τετελεσμένο, τελεολογικό και κλειστό, μιας ορθολογικής αντικειμενικότητας με όρους και όρια απόλυτα προκαθορισμένα, που προϋποθέτει την ύπαρξη «Κόσμου Ιδεών», του οποίου το φαινομενικό γίγνεσθαι περιμένει ν’αναφανεί απ’την ολοκλήρωση της λειτουργίας του ορθολογικού-δυναμικού συστήματος. Β. Η Αντιφατική Διαλεκτική, δέχεται ότι στο βάθος ο κόσμος κι η λογικο-γλώσσική σύνταξη που τον περιγράφει, είναι Όλον σε συνεχές γιγνεσθαι. Γι’αυτό δεν συντίθεται από έσχατα και αναλλοίωτα στοιχειώδη, αλλά από αντιφατικά κι αυτοαναιρούμενα, που αλληλεπιδρούν χωρίς ν’αφήνουν απαραβίαστα περιθώρια μεταξύ τους.
Στον αντιφατικό κόσμο, για να υπάρχει κάτι, καταλύεται-συντιθέμενο από υπογεγονότα κατώτερου επιπέδου, τα οποία κι αυτά με τη σειρά τους και με τον ίδιο τρόπο, καταλύονται-συντιθέμενα κι αυτό επ’άπειρον. Δηλαδή ως τον πυθμένα του κόσμου, όπως μας έδειξε ο Ζήνων, όπου τ’αντιφατικά στοιχειώδη τείνοντας για το μηδέν συγχρόνως τείνουν για το άπειρο, όντας ακίνητα και ακαριαία, συνθέτοντας την Αντιφατικότητα Γυμνή δηλαδή το Εν Δυνάμει Είναι.
[Για να έχει ένα στοιχειώδες φύση καταλυτικο-συνθετική, πρέπει, να διέρχεται εντός του συνεχής ροή-αντιρροή υπογεγονότων υπό μορφή ενέργειας, (κβάντα, πυρίδια, ή στοιχεία αείζωου πυρός). Αυτά περνώντας μέσα απ’το γεγονός, αναχωρούν για το Σύμπαν κι επιστρέφουν στο γεγονός από όπου ξεκίνησαν. Έτσι καταρχήν αλληλεπιδρούν σταδιακά με τα γεγονότα του εγγύτερου περιβάλλοντος, μετά μ’αυτά του απώτερου και τέλος με το σύμπαν, που είναι ο Απώτατος-Άλλος-Εαυτός ―ο έσχατος συμπαντιακός του αντίλογος―, εξαιτίας του οποίου τα πορευόμενα υπογεγονότα αλλάζουν κι επιστρέφοντας πίσω αλλάζουν και το ίδιο το γεγονός. Επειδή όμως το σύμπαν αυτών των προσωκρατικών είναι άπειρο, η διαδρομή της αναχώρησης-επιστροφής των υπογεγονότων στο σύμπαν δεν είναι κυκλική, αλλά πυκνή σπειροειδώς ελλειπτική. Έτσι επιστρέφοντας στη θέση που ξεκίνησαν, δεν επαληθεύουν απόλυτα αυτό το καταλυτικο-συνθετικό γεγονός, αλλά το επαληθεύουν-διαψεύδοντάς το συγχρόνως, σιγά-σιγά, λίγο πιο κει και λίγο διαφορετικό, κάνοντάς το να Είναι-ΜηΌντας, Αυτό-Άλλο-Αλλού. Αφού λοιπόν το καταλυτικο-συνθετικό γεγονός αλλάζει συνεχώς ταυτότητα, αλλάζοντας συγχρόνως και θέση, ουσιαστικά δεν κινείται σε κάποιο ανεξάρτητο χώρο αλλά κινείται εντός του εαυτού του. Κι επειδή τα όρια του αντιφατικού στοιχειώδους παραβιάζονται συνεχώς από τον εαυτό τους ταξιδεύοντας στο σύμπαν, περιέχουν συνεχώς και στιγμιαία ένα ολοκληρωμένο πρόσωπο του Όλου, μ’έναν δικό τους τρόπο. Ο τρόπος αυτός είναι ο εξελικτικός ο κώδικας του κόσμου όπως είναι κάθε στιγμή γεγραμμένος σε κάθε συγκεκριμένο καταλυτικο-συνθετικό γεγονός κατά την διάρκεια της αναχώρησης-επιστροφής των υπογεγονότων του (των αντιφατικών στοιχειωδών του) στο σύμπαν και την αλληλεπίδρασή του μ’αυτό. Δηλαδή όπως το γεγονός έχει εξελιχθεί, έως τη στιγμή της μορφοποίησής του, περιέχοντας στιγμιαία, με τρόπο δαιδαλώδη και παράκεντρο, όλα τα πρόσωπα και τις στιγμές του έως τότε κόσμου. Αντιφατικά ο κόσμος είναι Μία Λογικο-γλωσσική Ουσία, Όλον-Ανοικτό, σε συνεχές Γίγνεσθαι, όπου τα στοιχειώδη του περιέχουν το ανεπανάληπτο και το εν δυνάμει άπειρο, ως αποτέλεσμα της εξελικτικής τους δυνατότητας].
Υπενθύμιση Α: Στο δοκίμιο «Η νομιμότητα της διαλεκτικής της φύσης», στο συνέδριο της Ελληνικής Φιλοσοφικής Εταιρίας το 1988, ο διακεκριμένος διανοητής της αριστεράς Ε. Μπιτσάκης μας πληροφορεί ότι σύμφωνα με το μεγάλο επιστήμονα και ανθρωπιστή Μπωμ: Στην κβαντομηχανική, η θεωρία του πεδίου περιγράφει την κίνηση των στοιχειωδών σωματίων, ως δημιουργία-καταστροφή τους. Έτσι όταν ένα ηλεκτρόνιο υποστεί σκέδαση απ’την αρχική του πορεία σε διαφορετική, αυτό το περιστατικό περιγράφεται ως «καταστροφή» αυτού του ηλεκτρονίου και «δημιουργία» άλλου που κινείται σε νέα κατεύθυνση. Δηλαδή εκεί δεν υπάρχει σωμάτιο που διατηρεί πάντα την ταυτότητά του. Αν δούμε την παράσταση του πεδίου κίνησης ελευθέρου σωματίου, διαπιστώνουμε ότι περιγράφεται μαθηματικά σαν σειρά καταστροφής-δημιουργίας που έχει συγχρόνως αποτέλεσμα τη συνεχή αλλαγή του σωματίου μέσα στο χώρο.
Υπενθύμιση Β: Στον ίδιο ποταμό μπαίνουμε και δε μπαίνουμε, είμαστε και δεν είμαστε. Την ίδια ουσία δεν ξαναγγίζουμε, γιατί όλα αλλάζουν βίαια και γρήγορα καταλύονται-συντιθέμενα, φεύγουν-επιστρέφοντας, σκορπάνε-μαζεύοντας, Είναι-ΜηΌντας. Ηράκλειτος. Και ο Ζήνων: Το κινούμενο δεν κινείται ούτε στον τόπο που βρίσκεται ούτε στον τόπο που δεν βρίσκεται. Δηλαδή το κινούμενο ουσιαστικά κινείται μέσα στον εαυτό του. Η σύγχρονη επιστήμη λοιπόν δέχεται τη συμπεριφορά των κβαντικών γεγονότων σχεδόν όπως ο Αναξίμανδρος, Ηράκλειτος και Ζήνων.
Η Διαλεκτική βασίζεται στην αντίληψη του Αναξίμανδρου ότι το Άπειρο Γίγνεσθαι είναι αποτέλεσμα καταλυτικής-συνθετότητας των όντων και του σύμπαντος, δηλαδή της αντιφατικότητας του Είναι. Ο Ηράκλειτος αυτή τη γενική αντίληψη οργάνωσε στο Λόγο, που είναι ένα αντιφατικό λογικο-γλωσσικό συντεταγμένο σύστημα, δηλαδή μια συνειδητή Διαλεκτική Λογική. Κι ο Ζήνων, αποκαλύπτοντας με τα παράδοξα της Κίνησης και του Είναι τις αντινομίες του ορθολογισμού, αναδεικνύει μιαν Αρνητική Διαλεκτική συμπληρώνοντας αυτήν των Αναξίμανδρου και Ηράκλειτου.
ΑΝΑΞΙΜΑΝΔΡΟΣ
ΣΙΜΠΛΙΚΙΟΣ Φυσικά 24, 13
[Το σύμπαν είναι ένα, κινούμενο και άπειρο. Αρχή και στοιχείο των όντων είναι το άπειρο. Κατά την αλληλομετατροπή των τεσσάρων στοιχείων της φύσης, αυτός δεν αξίωσε κάποιο από αυτά ως γενεσιουργό, αλλά κάτι άλλο. Αυτός δεν εδέχετο αιτία της γένεσης την αλλοίωση ή την μετατροπή των τεσσάρων υπαρχόντων στοιχείων της φύσης, αλλά το διάλογο των αντιθέτων μέσω της αέναης κίνησης].
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ φυσ. Α4 187α 20
[Ο Αναξιμανδρος κι όσοι πιστεύουν ότι το Ένα είναι και Πολλά, ισχυρίζονται ότι οι εναντιότητες είναι σύμφυτες στο Ένα κι απορρέουν απ’αυτό].
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ αἱρ. ἔλεγ. 16 1-7
[Ο Αναξίμανδρος έλεγε ότι τα όντα εξουσιάζονται από κάποιο είδος απείρου, από όπου γίγνονται οι ουρανοί κι ο κόσμος που τους περιέχει… επίσης ισχυρίστηκε ότι ο χρόνος είναι σχετικός με τη γένεση και τη φθορά της κάθε συγκεκριμένης ουσίας… Όρισε το άπειρο ως αέναη κίνηση που μέσα της συμβαίνει το γίγνεσθαι των ουρανών. Επίσης είναι ο πρώτος που το ονόμασε έτσι και ισχυρίστηκε ότι το άπειρο άρχει ως μέγα ενώ συγχρόνως είναι και στοιχείο όλων].
ΕΡΜΕΙΑΣ
[Αυτό που άρχει είναι η αιώνια κίνηση, που μέσα της άλλα όντα γεννώνται και άλλα φθείρονται].
ΣΙΜΠΛΙΚΙΟΣ φυσ. 1121, 5
[Ο Αναξίμανδρος υπέθετε ότι οι κόσμοι είναι κατά το πλήθος άπειροι, γιατί άλλοι γεννώνται κι άλλοι φθείρονται συνεχώς. Αυτοί καταλύονται-συντιθέμενοι επ’άπειρον και είναι αυτό που θεωρούν αέναη κίνηση. Αφού χωρίς γένεση και φθορά δεν υπάρχει κίνηση. Κι επειδή ο κόσμος είναι άπειρος προς τα έξω κάθε σώμα είναι άπειρο και οι κόσμοι είναι άπειροι].
ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ
ΜΑΡΚΟΣ ΑΝΤΩΝΙΝΟΣ IV 116
[Κοινωνούν συνέχεια με τον Λόγο, εξαιτίας του οποίου αλλάζουν κι ενώ καθημερινά βεβαιώνονται γι’αυτό, τους φαίνεται ξένος (δεν τον νιώθουν, ούτε τον αισθάνονται)].
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ ΙΧ 9
[Δεν νιώθουν πως ό,τι αλλάζει, συμφωνεί με τον εαυτό του· είναι η αμφίδρομη αρμονία, όπως της λύρας και του δοξαριού].
ΣΕΞΤΟΣ VII 133
[Επειδή πρέπει ν’ακολουθούν τον Λόγο που είναι κοινός-ένας για όλους, οι άνθρωποι, ζουν έχοντας δική τους βούληση και ιδιαιτερότητα].
Η κοινωνία των όντων με την αντιφατικότητα και τον Λόγο, γεννά την ιδιαιτερότητα και την ελευθερία τους.
ΚΛΗΜΗΣ ΣΤΡΩΜΑΤΕΙΣ V 60
[Αυτόν τον κόσμο που είναι ίδιος για όλους, δεν τον εποίησε ούτε θεός ούτε άνθρωπος, αλλά ήταν, είναι και θα είναι, Πυρ Αείζωον, το οποίο ανάβει-σβήνοντας με Μέτρο].
Τα όντα καταλύονται-συντιθέμενα από το αιώνιο Πυρ (την ενέργεια), που ανάβει-σβήνοντας με Μέτρο. Η αντιφατικότητα του Λόγου ως Λέγειν και Είναι, προϋποθέτει κάποιο ποσοτικο-ποιοτικό Μέτρο του ενός σκέλους της αντίφασης προς το άλλο. Αυτό ως ιδιαίτερος χαρακτήρας της αντιφατικής σχέσης, συνιστά ευκαιριακά μια Ταυτότητα, η οποία κοινωνώντας με το αέναο ρεύμα του παγκοσμίου γίγνεσθαι, αίρεται συνεχώς σε Άλλη. Το Μέτρο είναι η δυναμική ποσοτικο-ποιοτική ισορροπία που συνιστά μια ταυτότητα σε συνεχή αλλαγή. Όταν η ποσοτική σχέση των σκελών του αντιφατικού Μέτρου διαταραχθεί, το Μέτρο και μαζί μ'αυτό η αντιφατική σχέση καταλύεται και στη θέση τους αναδύεται άλλο ποσοτικο-ποιοτικό αντιφατικό Μέτρο που είναι μια νέα αντιφατικά ταυτότητα.
ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΕΙ ΤΟΥ ΕΝ ΔΕΛΦΟΙΣ 388
[Όλα μετατρέπονται σε πυρ και το πυρ σε όλα, όπως τα εμπορεύματα σε χρυσό και ο χρυσός σε εμπορεύματα].
Σήμερα ξέρουμε ότι όλα μετατρέπονται σε ενέργεια (αείζωον-πυρ) και η ενέργεια σε όλα. Ο Αϊνστάιν μάλιστα έγινε διάσημος, κυρίως γιατί διατύπωσε μαθηματικά το αντιφατικό Μέτρο σχέσης της μετατροπής της ενέργειας σε μάζα κι αντίθετα: Ε=mc².
ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΕΙ ΤΟΥ ΕΝ ΔΕΛΦΟΙΣ 392 [Στον ίδιο ποταμό μπαίνουμε και δεν μπαίνουμε, είμαστε και δεν είμαστε. Την ίδια ουσία δεν ξαναγγίζουμε γιατί όλα αλλάζουν βίαια και γρήγορα, χωρίζουν-ενώνοντας, σκορπάνε-μαζεύοντας, καταλύονται-συντιθέμενα, Είναι-ΜηΌντας (όχι πριν ή μετά αλλά συνίστανται-αποσυντιθέμενα, συγχρόνως)].
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ ΙV10 [Στον κοχλία (τον τόρνο) η ευθεία κι η περιστροφή συνιστούν αντιφατική ενότητα, όπου το ένα γεννά τ’άλλο, αλλά το μάχεται κιόλας].
ΖΗΝΩΝ
ΣΙΜΠΛΙΚΙΟΣ ΦΥΣ. 140, 34
[Για να υπάρχει κάτι πρέπει να έχει μέγεθος και όγκο και μιαν απόσταση από κάποιο άλλο. Το ίδιο ισχύει και για το περιθώριο μεταξύ τους. Γιατί και αυτό πρέπει να έχει μέγεθος και πάντα να περισσεύει κάτι αναλόγως. Θα το πω μια για πάντα: δεν μπορεί να υπάρξει έσχατο μέρος κάποιου, ούτε περιθωρίου ούτε σώματος. Επίσης δεν μπορεί να υπάρξει κάτι από μόνο του. Έτσι αν υπάρχουν πολλά, είναι ανάγκη να είναι συγχρόνως μικρά και μεγάλα. Τόσο μικρά που να μην έχουν μέγεθος, τόσο μεγάλα που να είναι απείρου μεγέθους].
Εδώ ο Ζήνων με τη σχετικότητα Απείρου και Μηδενός, Μεγάλου και Μικρού, δείχνει ότι τα Πολλά με το Ένα συνιστούν αντιφατική ενότητα, όπου οι έννοιες αλληλοπροεκτείνονται-αλληλεπιδρώντας παραβιάζοντας όλα τα περιθώρια μεταξύ τους. Δηλαδή η μια έννοια γεννά την άλλη, αλλά συγχρόνως την μάχεται κιόλας· έτσι παρουσιάζεται το έσχατο υπόβαθρο του κόσμου, δηλαδή την Αντιφατικότητα Γυμνή, το Ακίνητο και Ακαριαίο, το Εν Δυνάμει Είναι, το Είναι ως Καθαυτή Ουσία, που περιέχει όλα τα πρόσωπα του κόσμου και συγχρόνως κανένα.
ΔΙΟΓΕΝΗΣ ΙV 72
[Το κινούμενο δεν κινείται ούτε στον τόπο που βρίσκεται ούτε στον τόπο που δεν βρίσκεται].
Είχε πει ο Χέγκελ: «κάτι κινείται όχι γιατί βρίσκεται την μία στιγμή εδώ και την άλλη αλλού, αλλά επειδή βρίσκεται συγχρόνως εδώ κι όχι εδώ, και τόνισε: άρα η κίνηση είναι αντιφατική». Έτσι όμως, παρουσιάζει την αντιφατικότητα της μετακίνησης, όπου η ταυτότητα του κινουμένου δεν είναι υποχρεωμένη ν’αλλάζει κατά τη διάρκεια της κίνησης. Αντίθετα για να λυθεί το αίνιγμα της απόφανσης του Ζήνωνα, συνάγουμε, ότι το κινούμενο καταλύεται-συντιθέμενο, όντας άλλο-αλλού, όμοιο κι ανόμοιο με τον εαυτό του. Δηλαδή κινείται μεν, όμως όχι σε κάποιον ξέχωρο τόπο (αφού δεν είναι ίδιο με τον εαυτό του, αλλά συνεχώς άλλο), έτσι κινείται μέσα στον ίδιο του τον εαυτό, αλλάζοντας συνεχώς κι έτσι φαίνεται ότι μετακινείται κιόλας. Βέβαια αυτή η αντίληψη δεν είναι κοινώς αποδεκτή, αφού όλοι θέλουν τον δαιμόνιο Ζήνωνα να είναι ιδεολογικός «σκύλος» του Παρμενίδη και να μη διαφωνεί μ’αυτόν στο ότι “αληθινά δεν υπάρχει κίνηση”. Εγώ όμως εδώ βλέπω ότι ο Ζήνων με τον τρόπο αυτό, αλλά και με τις αντινομίες της κίνησης στα παράδοξά του, μας παρουσιάζει τη σχετικιστική άποψη ότι: τα όντα (το Είναι), ο χώρος κι ο χρόνος συνιστούν μιαν αδιαχώριστη ενότητα στο γίγνεσθαι, και ότι δεν υπάρχει χώρος ξέχωρος από τον χρόνο και το Είναι. Κάτι που η σύγχρονη επιστήμη έχει διατυπώσει πια με τρόπο αδιάβλητο.
Συνοψίζουμε: Απ’τα αποσπάσματα των Αναξίμανδρου, Ηράκλειτου και Ζήνωνα συνάγουμε ότι η Κίνηση είναι η συνεχής Αλλαγή, δηλαδή η συνεχής αλληλουχία γέννησης και θανάτου των όντων και των κόσμων, που αποτέλεσμα έχει το Αέναο κι Άπειρο καταλυτικο-συνθετικό Γίγνεσθαι. Συνάγουμε λοιπόν ότι το Είναι, ο Χώρος κι ο Χρόνος, συμπίπτουν στο αέναο Άπειρο Γίγνεσθαι, που είναι η Κίνηση ως Ουσία. Γι’αυτό όλα τα πράγματα ή τα γεγονότα είναι ιδιότητες της Κίνησης κι όχι η Κίνηση ιδιότητα των πραγμάτων. Ακόμα η ύλη δεν θα μπορούσε να είναι ζωντανή, δηλαδή να εξελίσσεται, αν σε κάθε στοιχειώδες της δεν υπάρχει Εν Δυνάμει το Άπειρο να την ενεργοποιεί. Έτσι το άπειρο, ως Μέγα και γενεσιουργό, άρχει περιέχοντας ποσοτικά τα πάντα, ενώ συγχρόνως ως στοιχειώδες και Μικρό, περιέχει ποιοτικά και δυναμικά ένα πρόσωπο ολοκληρωμένο του Όλου. (Ἀρχή καὶ στοιχεῖον τῶν ὄντων το ἄπειρον).
Για να είναι λογικά δυνατός αυτός ο ισχυρισμός, πρέπει να υπάρχει διάλογος όπου τα ενάντια αλληλοπροεκτείνονται χωρίς ν’αφήνουν όρια απαραβίαστα μεταξύ τους, συνιστώντας αντιφατικές ενότητες. Γι’αυτό ο διάλογος, παραβιάζοντας τα όρια των διαλεγομένων σε κάθε αντιφατική ενότητα, ταξιδεύει μακριά έξω από τα όρια του γεγονότος (της αντιφατικής σχέσης) και διαλέγεται με το σύμπαν. Έτσι τα στοιχειώδη του γεγονότος, ξεκινώντας απ’τον διάλογο μέσ’τον εαυτό τους, περνούν στο διάλογο με τις εγγύτερες αντιφατικές ενότητες του περιβάλλοντος, μετά με τις απώτερες και τελικά με το ίδιο το Σύμπαν, που είναι ένας Άλλος, απώτατα αντίθετος εαυτός, ο «συμπαντιακός αντίλογος» κι η έσχατη αιτία της συνεχούς αλλαγής του γεγονότος. Επειδή το σύμπαν των Ηράκλειτου και Αναξίμανδρου είναι άπειρο, τα στοιχειώδη του παγκόσμιου αείζωου πυρός (κβάντα ενεργείας) που αναχωρούν για το σύμπαν, επιστρέφοντας στο γεγονός δεν κάνουν κυκλική διαδρομή, αλλά πυκνή ελικοειδώς ελλειπτική. Έτσι επιστρέφοντας δεν επαληθεύουν το απόλυτα γεγονός και ακριβώς στη θέση που ήταν, αλλά το επαληθεύουν-διαψεύδοντάς το λίγο πιο κει λίγο διαφορετικό. Έτσι το γεγονός πραγματοποιείται κινούμενο κιόλας, όντας Αυτό-Άλλο-Αλλού, Όμοιο κι Ανόμοιο με τον εαυτό του.
ΠΕΡΙ ΨΥΧΗΣ
Εδώ πρέπει να θυμηθούμε την περί ψυχής απόφανση του Ηράκλειτου:
[Όποιο δρόμο κι αν πήρα στο πέρας της ψυχής δεν έφτασα, τόσο βαθιά βρίσκεται].
Συνθέτουμε: Ο άνθρωπος συνίσταται από μια απεριόριστη, πολυδιάστατη και πολυεπίπεδη σειρά αντιφατικών στοιχειωδών τα οποία με το δικό τους ξέχωρο τρόπο, ταξιδεύουν για τον ανάλογο συμπαντιακό τους αντίλογο κι επιστρέφοντας στην ανάλογη θέση επαληθεύουν-διαψεύδοντας το γεγονός που εκπροσωπούν. Άρα ο Συμπαντιακός Αντίλογος του Ανθρώπου είναι απειροστικά πολυπρόσωπος, πολυεπίπεδος και πολυδιάστατος σε σχέση με αυτόν των αντιφατικών στοιχειωδών, κι εκπροσωπεί έναντι της Εδώ-δομής, δηλαδή της σωματιδιακής δομής που παρουσιάζεται ως σχετικά σταθερή, την Άπω-δομή την οποία συνιστούν οι ροές-αντιρροές του Συμπαντιακού Αντίλογου. Βασική ροή-αντιρροή του Συμπαντιακού Αντιλόγου είναι αυτή του ακινήτου και ακαριαίου όπως την παρουσίασε ο Ζήνων κι έχει ως λειτουργία τον ακαριαίο παλμικό κραδασμό (για τον οποίον θα μιλήσουμε). Αυτός ο κραδασμός ροής-αντιρροής δείχνει ότι το Σύμπαν κι όλα τα όντα έχουν μιαν ακαριαία διαισθαντική επικοινωνία μεταξύ τους συνιστώντας ζωντανό Όλον. Δε μπορεί να συμβεί κάτι κάπου και να μη γίνει αισθητό από το σύμπαν ή ακόμα και από όλα τα όντα του σύμπαντος. Αυτή είναι η αιτία των λεγομένων μεταφυσικών δυνατοτήτων του ανθρώπου, με τη διαφορά ότι η σύγχρονη επιστήμη έχει ήδη αρχίσει ν’αναδεικνύει ότι αυτές οι ιδιότητες του ανθρώπου δεν είναι μεταφυσικές αλλ’απλά φυσικές. Κι αυτό το σύστημα ανταλλαγών ενεργειακών ροών-αντιρροών είναι η Ψυχή ως Αντιφατικό, Καταλυτικο-Συνθετικό, Υλικό Γίγνεσθαι.
Μολονότι η επιστήμη σε θέματα που αφορούν τη δομή του εγκεφάλου βρίσκεται ακόμα στην έρευνα, μπορεί να δείξει ότι η φιλοσοφική προσέγγιση στην λειτουργία της νόησης, όπως τη δέχονται και επιχειρούν οι Καντ και Χέγκελ είναι πρωτόγονη. Αν θέλαμε να δώσουμε μιαν απάντηση στο ερώτημα «πως η νόηση είναι δυνατή» με τα σημερινά δεδομένα, θα ήταν πιο ταιριαστό το εξής: Ο άνθρωπος ως αποτέλεσμα της παγκόσμιας εξέλιξης, είναι αυτός ο ίδιος μια κωδική καταγραφή αυτής της πορείας. Η μορφή κι η δομή του είναι μια ιδιάζουσα γλώσσα που περιγράφει ιστορικά όλο αυτό το εμπειρικό γίγνεσθαι. Είναι αποδεκτό σήμερα, ότι αυτό το κωδικά γεγραμμένο εμπειρικό γίγνεσθαι, υπάρχει μέσα μας ως μικροδομική κληρονομική καταγραφή, που λέγεται DNA. Αυτό είναι ο κληρονομικός γνωστικός μηχανισμός του ανθρώπου ως αποτέλεσμα της κληρονομικής εμπειρικής κωδικής συσσώρευσης. Ο εγκέφαλος μέσω του DNA, είναι μια ιδιόμορφη καταγραφή της εξελικτικής πορείας κάθε όντος μέσα στο παγκόσμιο γίγνεσθαι.
Εισερχόμενη μια νέα εμπειρία στον κληρονομικό εμπειρικό κωδικό γνωστικό μηχανισμό, δεν είναι ολόιδια δομικά γεγραμμένη μέσα του. Έτσι μπαίνοντας παραβάλλεται μ’αυτόν και αποκωδικοποιώντας τις αρχαίες κωδικές δομές τον αφυπνίζει επανακωδικοποιώντας τον λίγο διαφορετικά ως νέο. Η σύνθεση των νέων κωδικών καταγραφών ανταποκρίνεται στη Λογική και τη Συνείδηση, ενώ το μέρος της δομής του εγκεφάλου που συνεχίζει να μένει όπως πριν κωδικό κι ανεξερεύνητο, ανταποκρίνεται στο Αίσθημα και την Ενόραση δηλαδή την Αισθητική. Το αποκωδικοποιημένο μέρος, δηλαδή η Λογική και το απύθμενο μέρος του εγκεφάλου, δηλαδή η Αισθητική, που συνεχίζει να είναι ακόμα κωδικό, δεν είναι απόλυτα ξέχωρα μεταξύ τους. Έτσι η Συνείδηση συνεχώς αντλεί απ’το απύθμενο μέρος του εγκεφάλου, που είναι, το Συναίσθημα η Ενόραση και η Φαντασία, δηλαδή η Αισθητική. Δεν είναι ποτέ δυνατή καμιά επιστήμη χωρίς Ενόραση και ποτέ δεν είναι αρκετή η εμπειρία με μόνο οδηγό την Ορθολογική διαδικασία. Κάθε επιλογή που ακολουθείται απ'τον παράγοντα του αγνώστου ή του νέου προϋποθέτει μικρό ή μεγάλο «άλμα πίστης» για να υπερπηδάμε το κενό γνώσης· κι επειδή κάθε βήμα στο Νέο προϋποθέτει και ένα εμπειρικό κενό, αυτό αναπληρώνεται προσωρινά από την Αισθητική. Ο ερευνητής πατά στον απύθμενο κληρονομικό, κωδικά γεγραμμένο, εμπειρικό γνωστικό μηχανισμό, δηλαδή στην ασυνείδητη “εκ των προτέρων” κληρονομική εμπειρική γνωστική του δυνατότητα ή την ενδοϋπαρξιακή του αίσθηση ως Εγώ, την Ενόραση και την Αισθητική του, διακινδυνεύοντας αποφάνσεις. Αυτές μπαίνουν σε διαδικασία επαλήθευσης, που είναι η εφαρμογή, το πείραμα ή η καθημερινότητα, δημιουργώντας την βάση στην οποία μπορεί να πατά στέρεα η επιλογή κι η έρευνα. Αυτό το νοητικο-πρακτικό γίγνεσθαι, συνιστά μιαν αδιάρρηκτη ενότητα, την Στάση Ζωής κάθε ανθρώπου. Ο άνθρωπος μπορεί να γνωρίζει και η εμπειρία του να είναι αληθινή, έγκυρη και όχι φαινομενική, επειδή όλη η πορεία του κόσμου είναι κωδικά γεγραμμένη μέσα του. Είναι αυτή που τον συνιστά ως Ον και συγχρόνως ως καταγραφή, είναι το σύστημα των λογικών αντιστοιχιών με τις οποίες προσλαμβάνει, παραβάλλει κι επεξεργάζεται γονιμοποιώντας λογικά την εμπειρία.
Αυτό το πολυδιάστατο σύστημα ροών-αντιρροών ενεργείας, που εγώ όρισα ως Ψυχή, δεν θεωρώ αιώνιο. Ξεκινά απ’τη γέννηση του ανθρώπου και καταλύεται με τον θάνατό του: Τα αντιφατικά στοιχειώδη, που συνιστούν το νεογέννητο, υπάρχουν Εν Δυνάμει στο αχανές επίπεδο της παγκόσμιας αντιφατικότητας που είναι παντού και πουθενά, μηδενική και άπειρη, ακίνητη κι ακαριαία. Όταν οι προϋποθέσεις ύπαρξης του όντος συσταθούν, αυτό ξεκινά την ιδιωτική του πορεία, περιέχοντας κληρονομικά το Όλον στο DNA του και στον κληρονομικό γνωστικό του μηχανισμό). Από κει και πέρα η Εδώ-Δομή του συνεχώς διαλέγεται με την Άπο-δομή του, που είναι το Σύμπαν, εξελίσσεται και συνεχώς αλλάζει. Οι αλλαγές στη σύνθεσή του όμως δεν θα είναι τέτοιες που να μη μπορούν να απαληθεύονται-διαψευδόμενες απ’τη ροή-αντιρροή των αντιφατικών στοιχειωδών που ταξιδεύουν προς τον συμπαντιακό τους αντίλογο επιστρέφοντας στο Ον. Αυτό θα γίνεται συνεχώς, σαν μια συνεχής καταλυτικο-συνθετική πορείας επαληθευόμενης-διάψευσής του απ’τα πορευόμενα στοιχειώδη, η οποία θα παρουσιάζει το Ον, σε μια κλιμακούμενη, αναπτυσσόμενη και συγχρόνως φθίνουσα πορεία, και τη στιγμή που το σύστημα ροής-αντιρροής δε θα μπορεί πια να επαληθεύσει το Ον, αυτό θα πεθάνει. Φυσικά ο θάνατος είναι κι αυτός μια μεγάλη πορεία του Όλλυσθαι (αντίδρομη στο Γίγνεσθαι), που με τη σειρά της καταλυόμενη θα συντίθεται μέσα σε άλλες καταλυτικο-συνθετικές, εξελικτικές καταστάσεις μετέχοντας στο παγκόσμιο γίγνεσθαι ως Άλλο. Από αυτή την όψη το Ον δεν πεθαίνει αλλά μετασχηματίζεται μετέχοντας στο Άλλο.
Για να καθοριστεί πλήρως αυτή η άποψή περί Ψυχής, πρέπει να περιγράψω το Αντιφατικό Στοιχειώδες και την Αντιφατική Ταυτότητα, από της οποίας το αντιφατικό γίγνεσθαι, αναδύεται η Ψυχή:
ΑΝΤΙΦΑΤΙΚΗ ΜΟΝΑΔΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΑΝΤΙΦΑΤΙΚΗ ΛΟΓΙΚΟ-ΓΛΩΣΣΙΚΗ ΣΥΝΤΑΞΗ
ΠΡΩΤΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ: Επειδή ο κόσμος βρίσκεται σε συνεχή διαδικασία καταλυτικο-συνθετικού γίγνεσθαι, η εργασία αυτή προτείνει την λογικο-γλωσσική σύνταξη μιας αντιφατικής διαλεκτικής τυπικότητας. Έτσι προ-τείνει πως τα επόμενα ερωτήματα που αφορούν στην τυπικότητα αυτή μπορούν να ερμηνεύτουν λογικά:
α. Πως η αντιφατική μονάδα, το αντιφατικό στοιχειώδες, η αντιφατική ταυτότητα και η αντιφατική αιτιότητα είναι λογικά δυνατά.
β. Πως ο κόσμος είναι δυνατός σαν ανοικτό σύστημα. γ. Πως η κίνηση και το γίγνεσθαι, ως αληθινά και όχι ως φαινομενικά είναι δυνατά. δ. Πως το Όλον (το σύμπαν) είναι δυνατόν ως αμφίδρομο επικοινωνιακό πλέγμα θέσεων καταλυτικής-συνθετότητας, λήψης-εκπομπής μηνυμάτων κι αντιφατικής ενότητας του Μεγάλου ως προς το Μικρό. Και πως αυτό συνιστά μιαν οντολογική λογικο-γλωσσική σύνταξη, δηλαδή μιαν Αντιφατική Βιογεωμετρική Μοναδολογία. ε. Πως η νόηση και η ενόραση είναι λογικά δυνατές.
ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ: Το κείμενο που ακολουθεί είναι σειρά όρων για την περιγραφή της αντιφατικής ταυτότητας, από την περιγραφή της οποίας αναδύεται, η αμφίδρομη αιτιότητα και η δυνατότητα οργάνωσης ενός Αντιφατικού Ορθολογισμού. Επίσης αναφαίνεται πως μπορεί να είναι δυνατή η ύπαρξη της Ψυχής.
Εισαγωγή:
1. Η υλική πραγματικότητα υπάρχει με δυο τρόπους που μολονότι είναι αντίθετοι, δεν αλληλο-αναιρούνται, αλλά ολοκληρώνονται, συνιστώντας μια αντιφατική ενότητα.
2. Υπάρχει ως συγκεκριμένο πεπερασμένο γεγονός, που κάθε του στιγμή είναι μοναδικό κι αλληλοκαθορίζεται με τ’άλλα συγκεκριμένα γεγονότα που καθένα τους είναι κι πεπερασμένο.
3. Από την όψη των πεπερασμένων συγκεκριμένων υλικών γεγονότων, που μόνο μ’αυτά μπορούμε να έλθουμε σε άμεση επαφή, ο κόσμος υπάρχει πάντα με έναν τρόπο πεπερασμένο.
4. Κάθε πεπερασμένο γεγονός έχει όρια ύπαρξης, τ’άλλα πεπερασμένα συγκεκριμένα υλικά γεγονότα, που την κάθε δεδομένη στιγμή σ’ευρύτερη ή στενότερη συνάφεια, αλληλοδιαμορφώνεται και αλληλοκαθορίζεται με αυτά.
5. Υπάρχει μια ποσοτική κλίμακα που εκφράζει τη συνάφεια αυτή. Αυτή συνίσταται απ’τον αυτοκαθορισμό που ξεκινά βαθιά μέσα από τον εαυτό, περνά στην αλληλοδιαμόρφωση και τον αλληλοκαθορισμό με γεγονότα του στενότερου περιβάλλοντος, στην συνέχεια του ευρύτερου και τελικά με το σύμπαν, που είναι ο παντοτινά άλλος εαυτός. Αυτός που αναγκάζει το γεγονός σε κάθε αντιπαράθεση με τον Εαυτό, να είναι πάντα διαφορετικό. Αυτός είναι ο συμπαντιακός αντίλογος του γεγονότος, που εκπροσωπεί το αποκεντρωτικό σκέλος της αντιφατικής ενότητας, με το συγκεκριμένο γεγονός ως συγκεντρωτικό. Δηλαδή η αντιφατική σχέση αυτή, συνίσταται από την Εδώ-δομή που είναι το συγκεντρωτικό μέρος της αντίφασης και την Άπω-δομή που είναι το αποκεντρωτικό. Ό,τι συμβεί στο ένα μέρος πρέπει να συμβεί κάτι αναλόγως και στο άλλο μέρος.
6. Έτσι το πεπερασμένο γεγονός, από μιαν άλλη όψη είναι ακριβώς αυτό το ίδιο Εν Δυνάμει Άπειρο, αφού όντας σε συνεχή εξέλιξη δεν μπορεί να οριστεί απόλυτα το τέλος κι η αρχή του.
7. Ο κόσμος ως Όλον, είναι η Kαθολικότητα των αλληλο-καθορισμών αυτών, η οποία καταλύεται-συντιθέμενη και όπου κάθε της στιγμή είναι Μοναδική και Πάντα Διαφορετική. Έτσι που αυτή η καθολικότητα είναι μια συνεχής έκρηξη αλλαγής και ακαριαία επαναφορά στη ίδια θέση. Αυτό ουσιαστικά είναι μια ακαριαία ταλάντωση από το μηδέν στο άπειρο κι αντίθετα, η οποία ως ακαριαία δεν φαίνεται αλλά εμφανίζει την ύπαρξή της με διαφορετικό τρόπο σε κάθε έκφανση του Είναι.
8. Ο κόσμος καθαυτός ως καθολικός, υπάρχει αίροντας συνεχώς κι ακαριαία τον εαυτό του. Είναι Πάντα Αυτός, όντας Συνεχώς Άλλος. Είναι η Αντιφατικότητα γυμνή ως Ουσία Καθαυτή, το εν Δυνάμει Είναι, το δυναμικό υπόβαθρο του Κόσμου, το Γίγνεσθαι ως Ουσία.
9. Συνεπώς, το Χθες δεν υπάρχει, το Αύριο δεν υπάρχει, το Τώρα είναιΠάντα, το Τώρα που δεν Είναι, που Είναι Πάντα Άλλο. Έτσι ο Χρόνος είναι η αιώνια-μηδενική αιχμή του φθίνοντος παρόντος ανάμεσα απ’το παρελθόν και το μέλλον που δεν υπάρχουν· η οποία αιχμή τείνοντας προς το Μηδέν τείνει συγχρόνως προς το Άπειρο.
10. Η υλική καθολικότητα ως συνέχεια συγκεκεριμένων ασυνεχών είναι η αφηρημένη έκφανση της γενικότητας συγκεκριμένων αλληλοκαθορισμών.
11. Στη μέγιστη συνέχεια το αφηρημένο αίρεται ως τέτοιο κι εξυψώνεται σ’ένα νέο συγκεκριμένο, την Αέναη Κίνηση ως Ουσία.
12. Ο κόσμος είναι απεριόριστα ασυνεχή γεγονότα, που όσο πιο στατικά τόσο πιο συγκεκριμένα είναι και στη μέγιστη στατικότητα ή στην ελάχιστη χρονική τμήση, η στατικότητα αίρεται περνώντας στην Αέναη Κίνηση. (Οι ελάχιστες χρονικές τμήσεις τείνοντας προς στο Μηδέν, γίνονται άπειρη συνέχεια. Δηλαδή το άπειρο συνεχές μέτρο και τ’απεριόριστα ασυνεχή συγκεκριμένα γίνονται αφηρημένη συνέχεια, ένα νέο συγκεκριμένο ως Αέναη Κίνηση).
13. Τα συγκεκριμένα υλικά γεγονότα, είναι τόσο σταθμιζόμενα και συγκεκριμένα, όσο σχετικά, ενώ σε σχέση μ’αυτά, το αφηρημένο είναι ενιαίο, αστάθμητο και συνεχώς διαφορετικό. Όμως στην έσχατη διαφορότητα κι ακαριαία αλλαγή, η αφηρημένη διαφορότητα αίρεται σ’ένα νέο συγκεκ-ριμένο, που προϋποθέτει διαφορετική λογική προσέγγιση.
14. Υπάρχουν δυο αντίδρομες λογικές προσεγγίσεις, οι οποίες αλληλο-προεκτείνονται μεταξύ τους, έτσι που το αφηρημένο και το συγκεκριμένο συνιστούν ένα συνεχές: την εξύψωση σε ένα νέο αντιφατικό συγκεκριμένο, την Κίνηση και το αέναο Γίγνεσθαι ως Ουσία.
15. Ο κόσμος είναι τόσο συνέχεια όσο ασυνέχεια, τόσο συγκεκριμένος όσο αφηρημένος, τόσο πεπερασμένος όσο άπειρος. Το τετμημένο, συγκεκριμένο κι ασυνεχές γεγονός, προεκτείνεται στο Σύμπαν που είναι το συνεχές, ενώ το Σύμπαν και συνεχές, αντιπροεκτείνεται βυθιζόμενο στο τετμημένο και ασυνεχές, συνιστώντας μιαν αντιφατική ενότητα όπου το ένα μάχεται το άλλο, αλλά συγχρόνως είναι και η αιτία της ύπαρξής του.
16. Όσο βαθαίνουμε μέσα στο συγκεκριμένο γεγονός, τόσο μακρύτερα τα-ξιδεύουμε έξω απ’αυτό, στην υλική ενότητα του σύμπαντος. Κι αντίθετα όσο απλωνόμαστε στο αφηρημένο, το Σύμπαν, τόσο επιστρέφουμε βυθιζόμενοι στο συγκεκριμένο, στο γεγονός.
γεγονός και θέση
17. Κάθε γεγονός συνίσταται σε μια θέση, εξαιτίας της ροής-αντιρροής λήψης-εκπομπής υπογεγονότων στη θέση, που το κάνουν καταλυτικο-συνθετική πραγματικότητα. Η θέση αυτή συνεχώς λαμβάνει-εκπέμποντας υπογεγονότα κι έτσι το γεγονός που συνίσταται εκεί είναι κώδικας σύν-θετης ροής-αντιρροής-λήψης-εκπομπής μηνυμάτων.
18. Κάθε γεγονός που βρίσκεται σε κάποια Θέση, είναι αποτέλεσμα ροής-αντιρροής, λήψης-εκπομπής μηνυμάτων (υπογεγονότων), στο Σύμπαν και από το Σύμπαν, συνιστώντας έτσι μια σχέση αλληλοκαθορισμού και αλληλοδιαμόρφωσης, αντίθεσης και ενότητας των γεγονότων του κόσμου μας. Δηλαδή η ανταλλαγή μηνυμάτων προϋποθέτει τον αλληλοκαθορισμό, τη συνάφεια και την αλληλοπραγμάτωση των συγκεκριμένων γεγονότων. Έτσι η φύση των γεγονότων είναι τόσο όμοια όσο κι ανόμοια μεταξύ τους, τόσο όμοια όσο και ανόμοια με τον εαυτό τους.
19. Είναι αδύνατο κάποιο γεγονός να λαμβάνει-εκπέμποντας μηνύματα, δηλαδή ν’αντιλαμβάνεται το γίγνεσθαι λήψης-εκπομπής ροής-αντιρροής, απόλυτα ίδια με κάποιο άλλο γεγονός.
20. Υπάρχει μια κλίμακα διαφορετικής "αντίληψης" κάθε γεγονότος για τον κόσμο, απ’την αντίληψη των άλλων γεγονότων και για κάθε άλλο γεγονός ξεχωριστά.
21. Η "αντίληψη" κάποιου γεγονότος για τον κόσμο ξεκινά απ’ την όψη του γεγονότος αυτού για τον ίδιο του τον εαυτό (το Ένα, τον αυτο-καθορισμό του) και διαδοχικά διαφοροποιούμενη, περνά στην όψη αυτού του γεγονότος για τα γεγονότα του περίγυρου, δηλαδή στον αλληλο-καθορισμού του με τ’Άλλα, καταλήγοντας τελικά στον αλληλο-καθορισμό με το πρόσωπο του Απωτάτου Σύμπαντος που αντιστοιχεί στο Συμπαντιακό του Αντίλογο, ―τον άλλο τον Απώτατο Εαυτό. Η "αντίληψη" αυτή διαμορφώνεται απ’την απόσταση και την πλοκή λήψης-εκπομπής, συνιστώντας κλίμακα σταδιακής διαφορότητας, που σε κάθε γεγονός είναι η δομή του και η Ταυτότητά του.
22. Κάθε γεγονός στέλνει μηνύματα που αναχωρούν για το σύμπαν επιστρέφοντας. Αυτά περνώντας σταδιακά και ξεχωριστά από όλα τα άλλα γεγονότα του περιβάλλοντος, αντιπαρατίθενται μ’αυτά κι επιστρέφοντας στον εαυτό μεταφέρουν την διαφορά.
23. Υπάρχει κλίμακα λήψης-εκπομπής, ροής-αντιρροής μηνυμάτων, που ξεκινά από την αντιπαράθεση με τον εαυτό, περνά στην αντιπαράθεση με τα γεγονότα του στενότερου περιβάλλοντος, μετά με του απώτερου και τελικά με το Σύμπαν, που είναι ο Αιώνια Άλλος Εαυτός, δηλαδή ο Συμπαντιακός του Αντίλογος.
24. Κάθε αντιπαράθεση είναι κι ένας κόμβος αναχώρησης-επιστροφής. Το μήνυμα διαμορφώνει το γεγονός που το έλαβε, διαμορφούμενο από αυτό και επιστρέφοντας διαμορφώνει και το γεγονός που το έστειλε. Τελικά μετά από μια απεριόριστη διαδικασία κλιμακωτής αναχώρησης-επιστροφής μηνυμάτων από το γεγονός προς όλα τα γεγονότα του κόσμου κι αντίθετα, διαμορφώνει το σύμπαν, συγχρόνως διαμορφωνόμενο απ’αυτό.
25. Δηλαδή κάθε ένα μήνυμα, κάνει απεριόριστους κύκλους αναχώρησης-επιστροφής συνιστώντας κλίμακα διαφορότητας. Έτσι διαμορφώνοντας το σύμπαν, διαμορφώνεται συγχρόνως απ’αυτό.
26. Κάθε κύκλος αναχώρησης-επιστροφής, είναι κι ένας κόμβος που θέτει κάθε φορά τα όρια του συγκεκριμένου. Περνώντας το μήνυμα απ’όλους τους κόμβους διαφορότητας, ορίζει σε κάθε κόμβο τον εαυτό ως προς την αντίθετή του όψη. Η ολοκλήρωση της γνώσης του εαυτού βρίσκεται στο βαθμό που το ίδιο πια έχει αρθεί, αφού το απώτατα αντίθετό του όντας απόλυτα ίδιο αίρεται και δεν υπάρχει ως Αυτό πια.
27. Κατά τη διαδικασία ανταλλαγής, δηλαδή της αναχώρησης-επιστροφής μηνυμάτων απ’τη συγκεκριμένη θέση προς το σύμπαν, αυτά επιστρέφουν τόσο πιο διαφορετικά όσο μεγαλύτερη είναι η απόσταση επαναφοράς τους κι επαληθεύουν-διαψεύδοντας το γεγονός στη θέση που ξεκίνησαν. Επειδή το σύμπαν είναι άπειρο, η διαδρομή αναχώρησης-επιστροφής των υπογεγονότων δεν είναι κυκλική αλλά πυκνή σπειροειδώς-ελλειπτική. Έτσι τα υπογεγονότα επιστρέφοντας δεν επιβεβαιώνουν απόλυτα το γεγονός στη θέση, αλλά το επιβεβαιώνουν λίγο πιο κει και λίγο διαφορετικό. Γι’αυτό το ίδιο το γεγονός ξεκινώντας απ’την ίδια θέση με τον εαυτό, επανέρχεται-απομακρυνόμενο. Αυτό εκφράζεται σε μία κλίμακα συνεχούς άρνησης-ταύτισης με τον εαυτό, που ξεκινά απ’τη μέγιστη ταύτιση κι ελάχιστη άρνηση (που είναι η αέναη αναχώρηση) και που ως ταύτιση συνεχώς αραιώνει, καταλήγοντας σ’ελάχιστη ταύτιση και μέγιστη άρνηση, όπου ακριβώς εκεί είναι η θέση της αέναης επιστροφής. Ανάμεσα σ’αυτές τις δυο ακραίες θέσεις, που συνιστούν μιαν αντιφατική ενότητα υπάρχουν απεριόριστες θέσεις-κόμβοι άρνησης-ταύτισης, δηλ. αναχώρησης-επιστροφής, ό-που το γεγονός είναι τόσο υπαρκτό όσο σχετικό, ενώ στις δυο ακραίες και απόλυτες θέσεις δε μπορεί να υπάρξει, γιατί ως ακίνητο κι ακαριαίο έχει αρθεί όντας το υπόβαθρο του κόσμου (το εν Δυνάμει Είναι).
ΑΝΤΙΦΑΤΙΚΗ ΜΟΝΑΔΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ
ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΒΙΟΓΕΩΜΕΤΡΙΚΗ ΧΑΡΤΟΓΡΑΦΙΑ
― ΤΟ ΑΝΤΙΦΑΤΙΚΟ ΣΤΟΙΧΕΙΩΔΕΣ―
σημείο, ευθεία, χώρος και χρόνος
28. Αν ο κόσμος εξελίσσεται αληθινά και όχι φαινομενικά, δηλαδή είναι ένα ανοικτό σύστημα, που κάθε στιγμή του είναι μοναδική περιέχοντας το στοιχείο του ανεπανάληπτου, πρέπει οι όροι της ύπαρξής του να είναι αυτοαναιρούμενοι. Δηλαδή πρέπει να έχουν αντιφατική φύση και έτσι να υπακούουν σε μιαν Αντιφατική Γεωμετρία.
29. Αυτή η Αντιφατική Γεωμετρία πρέπει να έχει στοιχεία διαφορετικά απ’αυτά της Ευκλείδειας. Στην Ευκλείδεια Γεωμετρία, το σημείο, η ευθεία
κι ο χώρος, είναι έννοιες σε ιδεώδη κατάσταση, όντας κάθε μια ξέχωρη απ’τις άλλες κι ακίνητη.
―Ο χώρος είναι τρισδιάστατος ακίνητος και προεκτείνεται προς όλες τις κατευθύνσεις επ’άπειρον. Είναι κάτι ξέχωρο και μοναδικό που μέσα του μπορούν να τοποθετούνται όλα τ’άλλα, χωρίς η ύπαρξή του να εξαρτάται απ’αυτά. Μπορεί να υπάρχει και να είναι νοητός χωρίς όλ' αυτά που υποτίθεται ότι περιέχει, όντας τελικά μια έννοια.
―Το ευθύγραμμο τμήμα αν προεκταθεί επ’άπειρο δεν συναντά τον εαυτό του και οι παράλληλες ευθείες δεν τέμνονται.
―Το σημείο είναι ιδεώδες, δηλαδή δεν έχει διαστάσεις.
―Άσχετα με το τι μπορεί να συμβεί σ’ένα από τα στοιχειώδη αυτά, δεν είναι αναγκαίο να συμβεί τίποτα στ’άλλα.
30. Η Αντιφατική Γεωμετρία πρέπει να χαρακτηρίζεται από εγγενή κίνηση κι αλληλεξάρτηση των στοιχειωδών που την συνθέτουν: Ο χώρος, η ευθεία, το σημείο και λόγω της εγγενούς της κίνησης καί ο χρόνος, είναι όλα μαζί ένα μοναδικό γεγονός σε συνεχή κίνηση και αλληλεξάρτηση. Καθένα απ’αυτά τα στοιχειώδη είναι σε μια συγκεκριμένη κατάσταση, γιατί η σχέση του μ’όλα τ’άλλα το υπαγορεύει. Αυτά συνιστούν κάποιο γίγνεσθαι συνεχούς αλληλο-διαμόρφωσης κι αλληλεπίδρασης:
31. Το σημείο στην κατάσταση αδρανείας του, δεν μπορεί παρά να νοηθεί ως κινούμενο ευθύγραμμα και ομαλά. Από την ευθύγραμμη και ομαλή πορεία του σημείου συνίσταται η ευθεία που έτσι δεν είναι ιδεώδης, δηλαδή όπως την έχουμε μέσα στο νου μας, αλλά πραγματική έχοντας και την ανάλογη κυρτότητα.
32. Η πορεία του σημείου μέσ’το χώρο, μετατρέπεται από ευθεία σε κυρτή, αφού ο χώρος για να είναι αληθινός και όχι ιδεώδης, ως αδρανειακή κατάσταση έχει την περιστροφή.
33. Χώρος για το κινούμενο ευθύγραμμα και ομαλά σημείο, (το Ένα), είναι μια απεριόριστη σειρά συγκεκριμένων ομοίων σημείων, (των Πολλών), που καθένα από αυτά πορεύεται ευθύγραμμα και ομαλά, από διαφορετική αφετηρία και προς διαφορετική κατεύθυνση συγχρόνως. Έτσι η πορεία αυτού του Ενός τέμνει διαδοχικά τις πορείες όλων των Άλλων Πολλών συγκεκριμένων, με τα οποία το Ένα σχετίζεται. Για τον λόγο αυτό τα Πολλά συγκεκριμένα συνιστούν ένα Όλον, το οποίο σχετικά με το πορευόμενο-Ένα είναι ο περιστρεφόμενος χώρος του.
34. Οι τομές της ευθύγραμμης πορείας του Ενός πάνω στις πορείες των Πολλών, (λόγω της περιστροφής τους ως Όλον σε σχέση με το Ένα, που για το Ένα αυτό το Όλον είναι ο Χώρος), διαψεύδουν την ευθύγραμμη πορεία μετατρέποντάς την σε κυρτή.
35. Ας υποθέσουμε ότι το πορευόμενο ευθύγραμμα και ομαλά Ένα, "θέλει" να επιτύχει την απόλυτη ευθύγραμμη πορεία. Έτσι αρχίζει να επιταχύνεται για να προλάβει την περιστροφή. Μολονότι η πορεία του "ισιώνει", δε μπορεί να γίνει απόλυτη ευθεία, παρά μόνο στην ακαριαία ταχύτητα. Στην ταχύτητα όμως αυτή, κάθε απόσταση που θα μπορούσε να καλύψει ένα ευθύγραμμα και ομαλά κινούμενο σημείο χάνει το νόημά της, αφού βρίσκεται συγχρόνως παντού, έχοντας διασταλεί στο σύμπαν. Αν Α―Β είναι η απόσταση αυτού του υποθετικά ευθυγράμμου τμήματος που θα καλύψει το πορευόμενο σημείο, τότε τα σημεία Α και Β, στην ακαριαία ταχύτητα, απωθούνται στο άπειρο ενώ συγχρόνως έχουν συμπέσει στην ίδια θέση (στο μηδέν), κάνοντας την απόσταση Α―Β μηδενική και άπειρη. Την απόλυτα ευθύγραμμη κι ομαλή πορεία λοιπόν μπορούμε μόνο ν’αντιληφθούμε σαν μιαν ακαριαία έκρηξη αλλαγής και επαναφορά συγχρόνως στην ίδια θέση.
36. Αν ένα σημείο κινείται ευθύγραμμα και ομαλά στο σύμπαν, δεν επιστρέφει ποτέ στη θέση που ξεκίνησε, περνά από κει απεριόριστες φορές και είναι συγχρόνως πάντα εκεί. Μόνον αυτός ο ορισμός μπορεί να εκφράσει την αντιφατικότητα της ευθύγραμμης πορείας ως απόλυτης, η οποία ως ένας ακαριαίος κραδασμός, είναι η αντιφατική ταυτότητα του Όλου.
37. Στην απόλυτα ευθύγραμμη πορεία, το γεγονός είναι ακίνητο-ακαριαίο, μηδενικό-άπειρο, δηλαδή το Εν Δυνάμει Είναι, η αντιφατικότητα γυμνή, το Όλον ως γίγνεσθαι αέναο και αντιφατική Ουσία Καθαυτή.
38. Η ευθύγραμμη και ομαλή πορεία όμως, ως συμβατική, έχει σύνδρομο την κυρτότητα. Είναι η ευθεία που συνιστούν οι απεριόριστοι κόμβοι λήψης-εκπομπής- αναχώρησης-επιστροφής μηνυμάτων, όπου κάθε κόμβος πορεύεται τείνοντας να καλύψει άπειρες θέσεις ελλειπτικής σφαίρας. Έτσι η ευθύγραμμη κι ομαλή πορεία είναι κάτι που το γεγονός, συγχρόνως επιτυγχάνει μη-επιτυγχάνοντας. Το επιτυγχάνει στη μορφή της ελλειπτικής σφαίρας, αλλά συγχρόνως δεν το επιτυγχάνει στην επιβεβαίωση της απόλυτης ευθείας.
39. Αυτό το νοητικό πείραμα φανερώνει τη σχέση σημείου, πορείας και χώρου, όπου η συμπεριφορά του ενός εξαρτάται απ’τη σχέση του μ’όλα τα άλλα, συνιστώντας μιαν ενότητα. Η ενότητα αυτή, είναι μια αντιφατική χωρο-χρονικότητα, όπου Είναι Χώρος, Χρόνος και Γίγνεσθαι θεωρούνται αδιαχώριστα.
40. Ανάλογα με την ταχύτητα του σημείου, διαγράφεται κι η ευθύτητα της πορείας, η οποία όσο μεγαλύτερη είναι, τόσο μεγαλύτερος κι ο χώρος που ορίζεται μέσ’την κυρτότητά της, επιτάσσοντας κι ανάλογη περιστροφή του πορευομένου σημείου γύρω απ’τον εαυτό του, αλλά και την περιστροφή του χώρου αντίθετα προς αυτήν του σημείου. (Εδώ φαίνεται κι ο λόγος που η σχέση της πορείας του σημείου με την περιστροφή γύρω απ’τον εαυτό, μπορεί να ονομάζεται "χωρόχρονος". Η πορεία κυρτότητας ορίζει την ροή του μήκους κύματος των υπογεγονότων συνιστούν-καταλύοντας το γεγονός, ενώ η περιστροφή του σημείου γύρω απ’τον εαυτό, ορίζει τη συχνότητα επανάληψης της διόδου των υπογεγονότων από τη θέση όπου το σημείου συνίσταται-καταλυόμενο από αυτά).
41. Έτσι το περιστρεφόμενο σημείο είναι και ένας αντίχωρος (χρόνος) που ξετυλίγεται-απλώνοντας στο χώρο, ενώ ο χώρος τυλίγεται συμπτύσσοντας στο σημείο. Αυτό γιατί οι θέσεις τομής της πορείας των Πολλών απ’το Ένα (που είναι ο χώρος ο οποίος αντιστοιχεί στην πορεία του Ενός), διαμορφώνεται σε μιαν αυξανόμενη κλίμακα θέσεων τομής, που ξεκινά απ’τη θέση όπου το σημείο τέμνει την πορεία ενός εκ των Πολλών Άλλων και περνώντας από όλες τις πιθανές διαδοχικές θέσεις τομής Πολλών συγ-χρόνως, δηλαδή την θέση τομής της πορείας δύο άλλων, τριών, τεσσάρων, πέντε Άλλων κ.λπ, καταλήγει στη θέση όπου το πορευόμενο-Ένα να τέμνει τις πορείες Όλων των Άλλων συγχρόνως. Όπου εκεί είναι το κέντρο του περιστρεφόμενου χώρου, που σχετίζεται με το εν λόγω σημείο. Έτσι το σημείο πορεύεται-διαστελλόμενο στο χώρο, ενώ ο χώρος συγχρόνως αντιπορεύεται βυθιζόμενος-συστελλόμενος στο σημείο.
42. Όλο αυτό, από άλλη όψη, είναι το πορευόμενο-Ένα, που τέμνοντας διαδοχικά και κλιμακωτά τις πορείες των Πολλών-Άλλων, φτάνει στην τομή της πορείας αυτού που θεωρείται αντίθετό του και που αυτό είναι το κέντρο του υποτιθέμενου περιστρεφόμενου χώρου. Από κει αρχίζει να "επιστρέφει", κι έτσι κάποια στιγμή θ’αρχίσει να τέμνει την δική του πορεία και συνεχίζοντας κάποτε θα συμπέσει με αυτήν.
43. Αυτή η κυρτή πορεία η οποία είναι ο χώρος που αντιστοιχεί στο πορευόμενο-Ένα είναι ανοικτή, γιατί η ολοκλήρωση της επιστροφής της έχει γίνει μόνον ως κατεύθυνση κι όχι ως απόλυτη επαλήθευση της ίδιας της υποτιθέμενης θέσης εκκίνησής της.
44. Το πορευόμενο-Ένα, επαληθεύει-διαψεύδοντας τη θέση της εκκίνησης (όπως και κάθε άλλη θέση)· δηλαδή την αγγίζει σταδιακά από λιγότερο προς περισσότερο ή το αντίθετο, ανάλογα με την κλίμακα θέσεων τομής της πορείας των Πολλών-Άλλων από το πορευόμενο-Ένα, αλλά ποτέ δεν μπορεί να συμπέσει απόλυτα μ’αυτήν. Γι’αυτό το σύστημα αυτό μπορεί να θεωρείται ανοικτό.
45. Ο χώρος ακολουθώντας αντίθετα τη διαδικασία του πορευομένου- Ενός, διαστέλλεται-συστελλόμενος, περιστρέφεται-πορευόμενος, φεύγει-επιστρέφοντας. Έτσι σε σχέση με το πορευόμενο-Ένα συνιστά ενότητα που συμπεριφέρεται σαν αντιφατική μονάδα.
46. Ο μόνος χώρος που δεν περιστρέφεται ούτε πορεύεται, είναι το Όλον που πάλλεται ακαριαία. Αυτό, αντίθετα με κάθε άλλη μορφή χώρου, δεν μπορεί να εκφραστεί ως συγκεκριμένη ουσία παρά ως Εν Δυνάμει Είναι. Δηλαδή διαθέτει εν δυνάμει όλες τις μορφές και ιδιότητες, αλλά συγχρόνως καμία. Είναι μηδενικό και άπειρο, ακαριαίο και ακίνητο, δηλαδή η αντιφατικότητα γυμνή, το γίγνεσθαι ως ουσία, η υλικότητα ως ουσία και γι’αυτό είναι το έσχατο αντιφατικό χωροχρονικό επίπεδο του κόσμου.
47. Όταν ο χώρος παύει να είναι Όλον, το ακαριαίο φεύγει από την επιφάνεια και περνώντας στην υπόσταση και χάνεται στο βάθος του Είναι. Με τον τρόπο αυτό η αντιφατικότητα που παίρνει την μορφή συγκεκριμένης και καθαυτής ουσίας, φεύγει από την επιφάνεια και το ακαριαίο και κρύβεται στο βάθος του κόσμου, αόριστη και ξεχασμένη. Σε ακραίες όμως καταστάσεις παρουσιάζει το αντιφατικό της πρόσωπο και μας ξαφνιάζει.
48. Όταν το Όλον ως «απόλυτος» χώρος που είναι η αντίφαση γυμνή, το ακαριαία παλλόμενο και ακίνητο, το μηδενικό και άπειρο, βυθιστεί στην υπόσταση, στην επιφάνεια εμφανίζονται οι πολλοί σχετικοί χώροι. Ο σχετικός χώρος είναι κυρτός, περιστρεφόμενος, πορευόμενος και αποτείνεται σε σημείο υπαρκτό. Αυτό ως υπαρκτό έχει το ανάλογο μέγεθος που επιτρέπει ο χώρος, περιστροφή αντίθετη προς το χώρο και πορεία με ανάλογη κυρτότητα. Δηλαδή αυτήν που επιτρέπει το μέγεθος κι η περιστροφή του σημείου, έχοντας και την ανάλογη παράκεντρη ταλάντωση, που απαιτεί η αντιφατική ισορροπία της ενότητας αυτής, ως ανάμνηση της ακαριαίας ταλάντωσης του απόλυτου κι αντιφατικού χώρου.
49. Τότε ο πεπερασμένος-περιστρεφόμενος-πορευόμενος αυτός χώρος, ορίζεται από τη μία, από την κυρτότητα της πορείας του σημείου κι απ’την ανάλογη περιστροφή του σημείου γύρω απ’ τον εαυτό του από την άλλη.
50. Υπάρχει χώρος κι αντίχωρος [χώρος-χρόνος], που συνιστούν μιαν αντιφατική ενότητα όπου η συχνότητα περιστροφής είναι ο χρόνος και το μήκος κύματος επαναφοράς των εκπεμπομένων μηνυμάτων (κυρτότητας) στο σύμπαν είναι ο χώρος. Ο χώρος περιλαμβάνεται μέσ’την κυρτότητα της πορείας του σημείου και ο αντίχωρος, (ο χρόνος), στην περιστροφή του σημείου γύρω από τον εαυτό του. Έτσι το Ένα (το μικρό) διαστέλλεται στο σύμπαν, ενώ το σύμπαν (το μεγάλο), που είναι τα Πολλά, βυθίζεται στο μικρό επιστρέφοντας το χρέος του.
51. Οι δυο αυτοί χώροι συνιστούν μιαν ενότητα, ένα γεγονός,―τον αντιφατικό χώρο―, που είναι αδιαχώριστος απ’τα γεγονότα που σχετίζεται (ή που φαίνεται ότι περιέχει).
52. Αυτό που ονομάσαμε αντιφατικό χώρο, από την περιγραφή του γίνεται αντιληπτό ότι είναι ένα είδος καταλυτικο-συνθετικού χωρό-χρονου. Εκεί, ανάλογα με το σημείο αναφοράς ή τον τρόπο σχέσης των αντιφατικών σκελών μέσα στο σύστημα, χώρος μπορεί να χαρακτηριστεί το μήκος κύματος, ή η πορεία κυρτότητας των υπογεγονότων στο σύμπαν, τα οποία διέρχονται μέσα από το γεγονός και το πραγματώνουν. Ενώ ό,τι ορίστηκε αντίχωρος (περιστροφή του σημείου γύρω απ’τον εαυτό του, για το οποίο θα μιλήσουμε αργότερα), είναι η συχνότητα επανάληψης υπογεγονότων στη θέση πραγμάτωσης (λήψης-εκπομπής μηνυμάτων), δηλ. ο χρόνος. Ο χαρακτηρισμός του χώρου ή του χρόνου σ’αυτή την αντιφατική σχέση, μπορεί ανάλογα με την περίσταση ν’αντιστραφεί, αλλά ποτέ δεν μπορούν να θεωρηθούν ξέχωρα μεταξύ τους. (Ο χαρακτήρας αυτής της αντιστροφής θα δικαιολογηθεί αργότερα).
53. Ο σχετικός χώρος φεύγει-επιστρέφοντας, χωρίς να επαληθεύει απόλυτα τον εαυτό του, αφού το σημείο εκκίνησης που ανταποκρίνεται σ’ αυτόν, πορευόμενο-επιστρέφει και συμπίπτει κάποτε με τη διεύθυνση της πορείας του, αλλά ποτέ στο ιδεατά υποτιθέμενο σημείο που κάποτε ξεκίνησε. Δηλαδή αγγίζει τη θέση λιγότερο ή περισσότερο αλλά ποτέ δε συμπίπτει απόλυτα μ’αυτήν.
54. Το άγγιγμα του πορευόμενου σημείου στη θέση, ξεκινά από αυτό που μόλις αγγίζει το όριό της, όντας η ελάχιστη επαλήθευση και η μέγιστη διάψευση, σταδιακά περνά από όλες τις πιθανές διαβαθμίσεις διάψευσης-επαλήθευσης και φτάνει στη μέγιστη επαλήθευση κι ελάχιστη διάψευση. Στις θέσεις απόλυτης επαλήθευσης ή απόλυτης διάψευσης συνίσταται μιαν αδιαχώριστη ενότητα, όπου το γεγονός είναι συγχρόνως στην εκκίνηση και την κατάληξη, ακίνητο-ακαριαίο, ο αντιφατικός κι ακαριαίος χωρό-χρονος που έχει ακαριαία ταλάντωση. Αυτό παύει να είναι πλέον συγκεκριμένο γεγονός, αλλά το Εν Δυνάμει Είναι, το Είναι Καθαυτό, δηλαδή το Γίγνεσθαι και το Άπειρο ως Ουσία, η Αντιφατικότητα γυμνή, η Υλικότητα ως Ουσία Καθαυτή.
οι κλίμακες αναχώρησης-επιστροφής κι η κίνηση του σημείου
55. Η πορεία αναχώρησης-επιστροφής των υπογεγονότων, που κάνει ένα γεγονός πραγματικότητα, ανταποκρίνεται σε μιαν απεριόριστη σειρά διαψεύσεων-επαληθεύσεων η οποία ξεκινά από την απόλυτη επαλήθευση που είναι το ακαριαίο. Εκεί ο χώρος φεύγοντας ακαριαία είναι πάντα εκεί, απόλυτα διαφορετικός (ως αντιφατικότητα γυμνή) και περνώντας από όλες τις σχέσεις διάψευσης-επαλήθευσης, καταλήγει στην απόλυτη διάψευση που είναι το ακίνητο, αφού το γεγονός δεν έφυγε ώστε να επαληθευθεί. (Η απόλυτη επαλήθευση συμπίπτει με την απόλυτη διάψευση αφού το ακαριαίο είναι συγχρόνως και ακίνητο). Τα όρια του σχετικού χώρου, μολονότι είναι πεπερασμένος, είναι ασαφή κι αόριστα, γιατί το πορευόμενο-Ένα που η πορεία του οριοθετεί το χώρο, λόγω της καταλυτικής-συνθετότητάς του, δεν έχει απόλυτη αφετηρία κι έτσι τα όρια του χώρου αυτού μπορούν συνεχώς να αλλάζουν. Αυτά είναι πάντα σχετικά με κάποια πιθανή και συγκεκριμένη αφετηρία του σημείου, που είναι ο τρόπος με τον οποίον η αντιφατική μονάδα μπορεί να εκφράζεται σαν ελάχιστο εκείνη τη στιγμή.
56. Εφόσον κάθε σημείο κινούμενο ευθύγραμμα και ομαλά έχει ως σύνδρομο την κυρτότητα, η πορεία του από μια στιγμή και μετά, πρέπει να δημιουργήσει θέσεις τομής απ’ τον εαυτό της. Αυτές είναι οι θέσεις όπου το πορευόμενο-Ένα επαναλαμβάνεται περισσότερο από μια φορά δημιουργώντας κλίμακα διαδοχικών θέσεων αυξανόμενης επανάληψης με όρια, απ’τη μια το μηδέν κι απ’την άλλη το άπειρο. (Αυτές είναι οι δύο θέσεις επανάληψης μηδενός κι απείρου, που συνιστούν ενότητα στο ακαριαίο κι ακίνητο, έσχατο επίπεδο του κόσμου).
57. Αυτό από μιαν άλλη όψη, είναι το ίδιο το πορευόμενο-Ένα που κάνοντας απεριόριστους κύκλους αναχώρησης-επιστροφής και τείνοντας να επαληθεύσει τον εαυτό του, ορίζει και τον ανάλογο αντιφατικό χώρο που κάθε φορά του αντιστοιχεί. Τόσο το μεγάλο, που είναι η κυρτότητα του μήκους της πορείας και είναι ο χώρος, όσο το μικρό που είναι το μέγεθος του σημείου, που ορίζει η συχνότητα περιστροφής γύρω απ’τον εαυτό του. (Η συχνότητα περιστροφής που είναι ο χρόνος και το μήκος κύμα-τος που είναι ο χώρος). Οι κύκλοι αυτοί ξεκινούν απ’αυτόν που δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ γιατί το σημείο είναι πάντα εκεί και προχωρώντας, αφού καλύψει όλους τους πιθανούς κύκλους αναχώρησης-επιστροφής του,φτάνει σ’αυτόν που ποτέ δε θα πραγματοποιηθεί, γιατί δεν θα επιστρέψει. Ο πρώτος κύκλος είναι αυτός της απόλυτης κατάφασης και ο τελευταίος της απόλυτης άρνησης. Οι δυο μαζί συνιστούν τη σχέση μηδενός κι απείρου, ακινήτου κι ακαριαίου, που είναι η αντίφαση γυμνή. Εκεί όπου το γεγονός αρνείται απόλυτα τον εαυτό του και συγχρόνως τον επαληθεύει απόλυτα κι έτσι αίρεται ως Κάτι και περνά στον αόριστο κι αντιφατικό χωρο-χρονικό "κορμό" του Όλου, τον ακαριαίο κραδασμό του Εν Δυνάμει Είναι.
58. Ανάμεσα σ’αυτές τις δυο ακραίες θέσεις που πρέπει να έχουμε πάντα στο νου μας ότι συνιστούν αδιάρρηκτη χωροχρονική ενότητα, υπάρχουν απεριόριστες θέσεις αναχώρησης-επιστροφής που εκεί το γεγονός επαληθεύεται σχετικά. Στις θέσεις αυτές το γεγονός τέμνει την ιδεατή πορεία του, αλλά όχι απόλυτα. Δεν ξαναπερνά ποτέ απόλυτα απ’τη θέση που είχε περάσει, αλλά την αγγίζει περισσότερο ή λιγότερο αναλόγως ή την επαληθεύει-διαψεύδοντάς την. Οι θέσεις αυτές συνιστούν κλίμακα διαδοχικών θέσεων τόσης επαλήθευσης, όση επιτρέπει η διάψευση που περιέχουν, συνιστώντας «πίνακες» εξελισσόμενης επιβεβαίωσης-διάψευσης από τον εαυτό, που είναι το κινούμενο σημείο.
59. Το πορευόμενο σημείο, κάνοντας διαδρομές αναχώρησης-επιστροφής στο σύμπαν, ορίζει την σχέση του μεγίστου ως προς τον ελάχιστο χώρο. Αυτό είναι ο ιδεατός χωρο-χρονικός κύκλος διαδρομής του πορευομένου στο σύμπαν και τα ανάλογα όρια της περιστροφής του σημείου γύρω από τον εαυτό του.
60. Επειδή ο κύκλος αναχώρησης-επιστροφής δεν είναι απόλυτος (κλειστός) κι επειδή το πορευόμενο-Ένα επαληθεύει-διαψεύδοντας τη θέση που ξεκίνησε, ο κύκλος του χώρου εκτός από περιστρεφόμενος, είναι συγχρόνως και πορευόμενος. Έτσι το πορευόμενο σημείο, μη όντας ακαριαίο έχει όγκο, περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό του, έχοντας άξονα μετακινούμενο και ταλαντώμενο. Η ταλάντωση αυτή είναι η ανάμνηση του χώρου ως όλον που πάλλεται ακαριαία, αλλά που στην κατάσταση του συγκεκριμένου και σχετικού χώρου, ο παλμός γίνεται παράκεντρη κραδαίνουσα περιστροφή.
61. Υπάρχει σχέση κυρτότητας της πορείας διαδρομής και μεγέθους ανοίγματος της περιστροφής, του πορευομένου-Ενός γύρω από τον εαυτό του. Η σχέση αυτή είναι εξελισσόμενη, που ξεκινά από μηδενικό μέγεθος ανοίγματος περιστροφής της θέσης του πορευομένου, και απείρου χώρου ανοίγματος της διαδρομής του, (που είναι το ακίνητο κι ακαριαίο) και περνώντας απ’όλες τις πιθανές σχέσεις μικρού-μεγάλου, όπου το μέγεθος του ανοίγματος της θέσης αυξάνεται κι ο χώρος διαδρομής ελαττώνεται, φτάνοντας στην αντίθετη, δηλαδή στην άπειρη θέση και τον μηδενικό χώρο, που είναι κι αυτή έκφραση του ακαριαίου. Εδώ όπως είπαμε, μπορεί να οριστεί επίσης η σχέση χώρου και χρόνου, όπου η περιστροφή γύρω απ’ τον εαυτό του είναι ο χρόνος και σχετίζεται με την συχνότητα επανάληψηςυπογεγονότων στη θέση, ενώ το άνοιγμα διαδρομής είναι ο χώρος και σχετίζεται με το μήκος κύματός τους.
62. Αν δεχτούμε ότι υπάρχουν απεριόριστα πορευόμενα "ευθύγραμμα και ομαλά" τέτοια σημεία, τα οποία ακολουθούν τη διαδικασία αναχώρησης-επιστροφής, πρέπει κάθε πορευόμενο-Ένα σημείο να περάσει με τη σειρά του από τις θέσεις όλων των Πολλών Άλλων σημείων και όλα τα Πολλά-Άλλα σημεία να περάσουν απ’την ίδια θέση, δηλαδή τη θέση του Ενός. Έτσι από τη μια έχουμε το Ένα, που πορευόμενο διαμέσου των Πολλών τα πραγματοποιεί κι απ’την άλλη τα Πολλά, τα οποία πορευόμενα μέσω του Ενός, το κάνουν πραγματικότητα.
63. Έχουμε λοιπόν απ’τη μια σειρά θέσεων με περιοδικότητα επανάληψης διαφορετικών σημείων μέσα τους, κι απ’την άλλη θέσεις περιοδικότητας τομής από την πορεία του ίδιου του εαυτού τους. Οι θέσεις αυτές συνιστούν περιοδική κλίμακα, που ορίζει το μέτρο της αντιφατικότητας του γεγονότος.
64. Έχουμε λοιπόν σύνθεση αντιθέτων ποσοτικών κλιμάκων θέσεων ροής-αντιρροής του Ενός μέσω των Πολλών και των Πολλών μέσω του Ενός.
65. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη σύσταση σφαίρας θέσεων με πόλους Α, που είναι εκκίνηση του Ενός και κατάληξη των Πολλών και αντιΑ που είναι εκκίνηση των Πολλών και κατάληξη του Ενός. Στη θέση Α έχουμε μοναδική ροή επανάληψης του Ενός και μέγιστη αντιρροή επανάληψης των Πολλών-Άλλων, ενώ στη θέση αντιΑ το αντίθετο.
66. Σε όλο αυτό το γίγνεσθαι (που δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι είναι η μονάδα, την αντιφατικότητα της οποίας περιγράφουμε τώρα, όσο το δυνατόν με περισσότερη ακρίβεια), το πορευόμενο-Ένα, είναι αυτό που είναι, επειδή έτσι και εκεί ακριβώς το συνιστά η αντιπορεία των Πολλών, ενώ τα Πολλά είναι εκεί όπου συνίστανται διαδοχικά απ’την πορεία του Ενός.
67. Η αντιπορεία αυτή συνίσταται απ’τις πορείες απεριορίστων μοναδικών Πολλών ομοίων κινουμένων συγχρόνως προς διαφορετική κατεύθυνση το καθένα, για να μπορούν να ξεχωρίζουν ως Πολλά. Έτσι καθένα απ’τα Πολλά καταλήγει μ’ένα τρόπο διαφορετικό στη θέση του Ενός συνιστώντας την συγχρόνως όλα μαζί και αντιπορευόμενα προς αυτήν κάνουν το Ένα διαφορετικό και παράκεντρα περιστρεφόμενο κάθε φορά. Επίσης τα Πολλά υπάρχουν συγχρόνως έτσι, αφού το Ένα να διέρχεται με διαφορετική συχνότητα επανάληψης της τομής της πορείας του απ’τον εαυτό της και κάθε φορά σε καθένα απ’τα Πολλά ξεχωριστά.
68. Έγινε νύξη ότι τα δυο αντίδρομα ρεύματα που συνιστούν τις θέσεις ροής-αντιρροής, μπορούν να θεωρηθούν ως η ολοκληρωμένη πορεία του Ενός-πορευομένου ευθύγραμμα και ομαλά. Αφού ως αντιπορεία θα μπορούσε να θεωρηθεί η ίδια η τομή της πορείας του Ενός απ’τον εαυτό του.
69. Ανάμεσα απ’τις θέσεις Α κι αντιΑ, υπάρχει κλίμακα απεριορίστων θέσεων διαδοχικής διαφορικότητας της σχέσης ροής-αντιρροής της πορείαςτου Ενός και της ανάλογης αντιπορείας των Πολλών (όπως τονίσαμε: η πορεία του Ενός είναι έτσι γιατί το απαιτεί η αντιπορεία των Πολλών κι αντίθετα). Κάθε θέση, ως αναπόσπαστο σημείο της κλίμακας, είναι και μια οντότητα που έχει δικό της χαρακτήρα. Είναι μια διαφορετική σχέση ροής-αντιρροής Ενός και Πολλών, που παίρνει τη μορφή μιας ειδικής αντιφατικής ισορροπίας. Αυτή η αντιφατική ισορροπία, είναι μια σχέση αναχώρησης-επιστροφής-λήψης-εκπομπής μηνυμάτων, συγκεκριμένης-πορευόμενης θέσης στο σύμπαν. Είναι η αντιφατική ταυτότητα.
70. Kάθε κλίμακα περιέχει απεριόριστες θέσεις αναχώρησης-επιστροφής μηνυμάτων που καθένα έχει τον δικό του "κώδικα". Ο κώδικας ορίζεται απ’την ανάλογη λήψη σε σχέση με την ανάλογη εκπομπή μηνυμάτων, που φεύγοντας για το σύμπαν επιστρέφουν συγχρόνως στην ανάλογη θέση. Αυτές οι θέσεις είναι γεγονότα διαφορετικών ταυτοτήτων.
η κίνηση, η μετακίνηση και το παράδοξο της ταχύτητας
71. Κάθε γεγονός συμπίπτει με μια θέση κάποιας κλίμακας, όντας κι ένα αντιφατικό στοιχειώδες το οποίο στέλνει μηνύματα στο σύμπαν που επιστρέφουν επαληθεύοντας σχετικά τη θέση. Απ’τη μια, το γεγονός κινείται για να επαληθεύεται από το μήνυμα στη θέση που το συνθέτει (δηλαδή λίγο πιο κει και διαφορετικό), κι απ’την άλλη αλλάζει συνεχώς λαμβάνοντας μηνύματα όμοια από διαφορετική αφετηρία άλλης κλίμακας. Δηλαδή για να βρίσκεται στη ίδια θέση, αλλάζει συνεχώς κλίμακα.
72. Η αλλαγή θέσης της κλίμακας, αλλάζει τον κώδικα λήψης-εκπομπής κι η αλλαγή του κώδικα λήψης-εκπομπής, αλλάζει την θέση της κλίμακας.
73. Κάθε γεγονός βρίσκεται σε συνεχή και διαδοχική αλλαγή κώδικα για να βρίσκεται στην ίδια κλίμακα, ή κρατά συνεχώς τον ίδιο κώδικα αλλάζοντας συνεχώς κλίμακες. Η θέση του γεγονότος είναι μια δίνη, στην οποία απ’τη μια βυθίζονται τα Πολλά κι απ’την άλλη αναβλύζουν επαληθεύοντας το Ένα, ενώ συγχρόνως το Ένα διαπερνά τη θέση κι εκτοξεύεται αντίδρομα μέσα στα Πολλά. Δηλαδή έτσι το Ένα επαληθεύει συνεχώς και διαδοχικά κάθε διαφορετικό μήνυμα που συνθέτουν σ’αυτό τα Πολλά.
74. Υποθέσαμε ότι το μοναδικό πορευόμενο-Ένα (το γεγονός), του οποίου η τμήση της πορείας από τον εαυτό της, έχει ως αποτέλεσμα το γίγνεσθαι Ενός και Πολλών, πορευομένων κι αντιπορευμένων, την στιγμή του ακαριαίου είναι το Όλον ως Ουσία, το Εν Δυνάμει Είναι. Εκεί οι τομές της πορείας από τον εαυτό της, όντας ακαριαίες δεν φαίνονται αλλά υπάρχουν Εν Δυνάμει στο βάθος ως ακαριαία συστολή-διαστολή του ΄Ολου, όπου έ-χουμε άπειρες τμήσεις μηδενικού μεγέθους. Όταν μιλάμε όμως για διακριτές μονάδες κινούμενες ευθύγραμμα και ομαλά, το ακαριαίο χάνεται στο βάθος του Είναι, βγάζοντας στην επιφάνεια την αντιφατική σχέση των διακριτών Ενός-Πολλών, πορευομένων-αντιπορευομένων. Έτσι αποκτά ορισμένο αριθμό υπαρκτών τμήσεων και πορείες με την ανάλογη κυρτότητα.
75. Υποθέσαμε την ύπαρξη «σφαίρας» θέσεων ροής-αντιρροής λήψης-εκπομπής μηνυμάτων με άξονα Α-αντιΑ. Επίσης υποθέσαμε ότι η πορεία του Ενός επαληθεύει την αντιπορεία των Πολλών κι ότι η «σφαίρα» αυτή αποτελείται από θέσεις ροής-αντιρροής-λήψης-εκπομπής μηνυμάτων, τα οποία συνιστούν τα γεγονότα του κόσμου μας.
76. Επειδή τα αντιπορευόμενα-Πολλά, συνίστανται από το πορευόμενο-Ένα και το πορευόμενο-Ένα από τα Πολλά σ’έναν αντιφατικό περιστρεφόμενο-πορευόμενο χωρό-χρονο που δεν είναι πια ακαριαίος, η μετακίνηση του Ενός από θέση (α) σε θέση (β), που θα μπορούσαμε να φανταστούμε σαν ελάχιστο υπαρκτό διάστημα μετακίνησης στον υποθετικό άξονα των πόλων της «σφαίρας» ροής-αντιρροής, είναι αλματικό, επειδή οι τμήσεις της πορείας του Ενός από τον εαυτό της έχουν μέγεθος κι η ταχύτητα δεν είναι ακαριαία. Στην κατάσταση του ακίνητου και ακαριαίου όμως οι τμήσεις της πορείας μπορούν να είναι μηδενικές και άπειρες, δη-λαδή ελάχιστες αλματικές μετακινήσεις μηδενικού μεγέθους και συγχρόνως άπειρης ποσότητας (Ζήνων).
77. Η διαδρομή του πορευομένου-Ενός στον άξονα Α-αντιΑ συντίθεται απ’την αντιδρομή των αντιπορευομένων-Πολλών. Η αντιδρομή των αντιπορευομένων-Πολλών σε σχέση με τη διαδρομή του Ενός από θέση (γ) σε θέση (β), στον άξονα αυτής της υποθετικής σφαίρας με πόλους Α-αντιΑ, φεύγει για τα απώτατα όρια της σφαίρας αυτής και συνιστά επιστρέφοντας το πορευόμενο-Ένα από τη θέση (α) στη θέση (β) του άξονα της υποθετικής σφαίρας.
78. Η ταχύτητα της διαδρομής του πορευομένου-Ενός επάνω στον υποθετικό άξονα Α-αντιΑ, από θέση (α) σε θέση (β), (η οποία είναι η υποθετικά μικρότερη καταλυτικο-συνθετική-αλματική μετακίνηση του πορευομένου-Ενός) πρέπει να είναι ασύλληπτα μικρότερη απ’αυτήν των αντιπορευομένων-Πολλών που το συνιστούν, αφού η αντιδρομή που καλύπτουν τα Πολλά είναι όση η ανάπτυξη όλης της σφαίρας με πόλους Α-αντιΑ, που αυτά συνιστούν σε σχέση με τον άξονα που αντιστοιχεί στην πορεία του Ενός.
79. Αν δεχτούμε ότι το πορευόμενο-Ένα είναι ένα φωτόνιο και τα αντιπορευόμενα-Πολλά είναι τα υποκβαντικά στοιχειώδη που υποθετικά το συνθέτουν. Η θεωρούμενη ταχύτητα του φωτoνίου πρέπει να είναι ασύλληπτα μικρότερη, απ’αυτή των αντιπορευομένων υπογεγονότων (υποκβαντικών). Επειδή η υποτιθέμενη καταλυτικο-συνθετική πορεία του φωτονίου, από θέση (α) σε θέση (β) δεν είναι ακαριαία, κατά τη μετακίνηση του πορευομένου-Ενός υπάρχει μια τμήση, δηλαδή ένα μικρό διάστημα στατικότητας που συνιστά τη Θέση. Έτσι το κινούμενο-Ένα παρουσιάζεται να "στέκεται" στη θέση (α) για λίγο και μετά να χάνεται για να εμφανιστεί αλματικά ξανά στη θέση (β) ως Άλλο.
80. "Χάνεται" σημαίνει ότι "δεν είναι ορατό". Αφού στο διάστημα από τη θέση (α) που καταλύεται το πορευόμενο-Ένα έως τη θέση (β) που θα ανασυσταθεί απ’τα Πολλά, κινείται με ταχύτητα πολύ μεγαλύτερη απ’αυτή του φωτός. (Kαταλύεται-διαστελλόμενο στο σύμπαν κι επιστρέφει συντιθέμενο στην επόμενη θέση). Έτσι που συνολικά να εξισορροπεί τη στατικότητα της θέσης, έχοντας ολική «ταχύτητα» ίση με αυτή του φωτός.
81. Εδώ βλέπουμε δυο αντίδρομα συστήματα, που το ένα επαληθεύει το άλλο, κινούμενα σε διαφορετικές διαστάσεις. Αυτά αλληλοσυντίθενται, αλληλοκαταλυόμενα δείχνοντας το γίγνεσθαι της μετακίνησης του πορευομένου κι αντιπορευομένου γεγονότος στον υποθετικό άξονα (Α-αντιΑ) και στον αντίδρομό του (αντιΑ-Α). Κι ενώ έχουν ασύλληπτα διαφορετικές ταχύτητες, συμπίπτουν αρμονικά σ’αυτό το γίγνεσθαι, γιατί το αντίδρομο "ρεύμα" καλύπτει πορεία σφαιρικής διαδοχικής ανάπτυξης στο σύμπαν, ενώ το άλλο αντίθετα και παράλληλα καλύπτει διαδοχικά, όλες τις θέσεις του άξονα ανάπτυξης της σφαίρας αυτής. (Την ίδια στιγμή συμβαίνει και το αντίθετο με το αντίδρομο σύστημα που αντιστοιχεί σ’αυτό το γίγνεσθαι).
82. Αν όπως είπαμε πριν, το πορευόμενο-αντιπορευόμενο γίγνεσθαι του άξονα Α-αντιΑ και το αντίδρομο γίγνεσθαι του αντιΑ-Α συνιστούν μια χωρο-χρονική σχέση, που ανάλογα με τις συνθήκες μπορεί ν’αντιστρέφεται αμοιβαία κι που οι αντίδρομοι άξονες μπορούν ν’αντιστρέφονται, τότε θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για μετατροπή μιας κατάστασης από χωρική σε χρονική κι αντίθετα. Εδώ οι παραδοξολόγοι θα μπορούσαν να ισχυριστούν, πως ανάλογα με τη θέση του παρατηρητή και τον τρόπο που σκοπείται το σύστημα, μπορεί αυτό να κινείται καί απ’το μέλλον προς το παρελθόν. Εγώ θ’απαντούσα ότι στο υποτιθέμενο αυτό γίγνεσθαι, που θα μπορούσε να θεωρηθεί κβαντικό, δεν υπάρχει ούτε Παρελθόν ούτε Μέλλον, αλλά μόνο Παρόν. Δηλαδή η μηδενική αιχμή ενός φθίνοντος Παρόν-τος μεταξύ των ανύπαρκτων Παρελθόντος και Μέλλοντος. Το Παρόν αυτό είναι χωρο-χρονικό και συντίθεται από δυο αντίδρομα ρεύματα, που δεν διαχωρίζονται. Αυτό είναι Ένα καταλυτικο-συνθετικό Γίγνεσθαι, όπου τα γεγονότα όντας συνεχώς Άλλα-Αλλού δεν μπορούν να έχουν σταθερή ταυτότητα ώστε να διαρκούν κι έτσι να έχουν τον χρόνο ως διάρκεια. Αλλά ούτε αληθινά μπορούν να έχουν ταχύτητα, αφού στον κβαντικό κόσμο χρόνος είναι η συχνότητα επαναλήψεις χωρικών μέτρων σε θέση και ο χώρος το μήκος κύματός τους.
οι κλίμακες καταλυτικής-συνθετότητας των γεγονότων
83. Η θέση Α πρέπει να δέχεται-εκπέμποντας πορευόμενες μονά-δες ενώ συγχρόνως να εκπέμπει-δεχόμενη εναλλάξ και αντιπορευόμενες. Αυτό την υποχρεώνει να περιστρέφεται γύρω απ’τον εαυτό της. Μαζί της περιστρέ-φονται ανάλογα και όλες οι άλλες θέσεις της κλίμακας, αφού κι αυτές είναι αποτέλεσμα ροής-αντιρροής αντίδρομων ρευμάτων. Αυτές ξεκινούν απ’τη θέση Α, όπου η περιστροφή είναι αρμονική, ενώ διαδοχικά η περι-στροφή γίνεται παράκεντρη, ανάλογα με τη διαφορά της σχέση της συχνότητας των αντίδρομων ρευμάτων σε κάθε θέση. Η παράκεντρη τάσηισορροπείται ως το μέσον του άξονα, (που είναι και το κέντρο της σφαίρας) και τείνοντας για τις θέσεις Α-αντιΑ, διαδοχικά αυξάνεται. Στην "καρδιά" της θέσης Α υπάρχει ένα "κενό", μια σαφής δυναμική οπή με συγκεκριμένη διεύθυνση (που είναι το μάτι της δίνης), ενώ στις διαδοχικές θέσεις του άξονα, το κενό αυτό είναι μερικά κρυμμένο απ’το ασαφές "νέφος" της διακύμανσης των αντίδρομα πορευομένων.
84. Αυτό το νέφος της θέσης είναι μια δίνη, της οποίας η πορεία ξεκινά από μιαν αόρατη αλλά υπαρκτή δυναμική οπή, που διαστέλλεται στο σύμπαν κι επιστρέφει ως αντίδρομη από την αντίθετη θέση του συστήματος. (Αντίθετο στη θέση Α του πόλου είναι η θέση αντιΑ του ίδιου πόλου). Οι διαφορετικές θέσεις πάνω στον άξονα [(Α-αντιΑ)-(αντιΑ-Α)], α, β, γ,… έχουν διαφορετική σχέση συχνότητας λήψης-εκπομπής των πορευομένων-αντιπορευομένων έχοντας κι ανάλογη γωνία διαφορετικής περιστροφής και την ανάλογη ταλάντωση σε σχέση με τον υποθετικό άξονα.
85. Το πολύ μικρό, το σημείο, προεκτείνεται στο πολύ μεγάλο, το σύμπαν και το σύμπαν αντιπροεκτείνεται, (βυθίζεται) στο μικρό συνιστώντας μαζί αντιφατική μονάδα, όπου τα βαθύτατα όρια του εσωτερικού συμπίπτουν με τα απώτατα όρια του εξωτερικού.
86. Κάθε γεγονός του κόσμου συνίσταται-καταλυόμενο από απεριόριστα τέτοια "σημεία-υπογεγονότα", που καθένα τους φεύγει προεκτεινόμενο στο σύμπαν κι επιστρέφοντας, επαληθεύει σχετικά βυθιζόμενο στον εαυτό. Κι όπως αναφέραμε, κάθε γεγονός αποτείνεται σ’όλα τα διαφορετικά σημεία διαφορετικών κλιμάκων του σύμπαντος συγχρόνως και με τρόπο διαφορετικό κάθε φορά, περιέχοντας όλα τα πρόσωπα του Όλου σ’αυτήν την διαδικασία λήψης-εκπομπής. Άρα το Πράγμα που τα γεγονότα συνιστούν-καταλύοντας, είναι μια πολυδιάστατη και συγκεκριμένη δομή τέτοιων στοιχειωδών που και αυτά καταλύονται-συντιθέμενα από άλλα μικρότερα, φτάνοντας έως το επίπεδο του ακινήτου και ακαριαίου, μηδενικού και απείρου, του εσχάτου επιπέδου της παγκόσμιας αντιφατικότητας.
87. Έτσι κάθε θέση του σύμπαντος, όντας μέσα σε μια συγκεκριμένη κλίμακα ροής-αντιρροής πορευομένων-αντιπορευομένων σημείων, είναι κι ένας σύνθετος κώδικας λήψης-εκπομπής μηνυμάτων. Αυτή η κλίμακα συνίσταται από απεριόριστες τέτοιες θέσεις που ξεκινούν από θέση μέγιστης λήψης κι ελάχιστης εκπομπής και περνώντας απ’όλες τις διαδοχικά διαφορετικές θέσεις λήψης-εκπομπής (που μεγαλώνοντας η λήψη μικραίνει ανάλογα η εκπομπή), φτάνουν σε θέση ελάχιστης λήψης-μέγιστης εκπομπής.
88. Κάθε θέση αυτής της κλίμακας, αποτείνεται στις αφετηρίες όλων των άλλων πιθανών κλιμάκων, ακόμα και αυτής του ακαριαίου. Έτσι αυτή η ίδια μπορεί ν’αλλάζει διαδοχικά, στέλνοντας όλα τα δυνατά μηνύματα αναλόγως.
89. Αυτά τα μηνύματα ξεκινούν από θέση, όπου αναχωρώντας όλα μαζί συγχρόνως και έχοντας διαφορετικό κύκλο διαδρομής, (καθένα διαδοχικά μεγαλύτερο), ανάλογα με τη συχνότητα της λήψης-εκπομπής τους, έχουν και την ανάλογη ταχύτητα επαναφοράς. Έτσι που επιστρέφοντας στη θέση την επαληθεύουν-διαψεύδοντάς την, όλα μαζί συγχρόνως αλλά με διαφορετικό τρόπο.
90. Η θέση αυτή μπορεί ν’ανήκει συγχρόνως και σ’άλλες κλίμακες συμπεριφοράς, έτσι που η κάθε θέση της κλίμακας μπορεί να εκπέμπει συνεχώς το ίδιο μήνυμα, αλλά συγχρόνως να εκπέμπει και μία απεριόριστη σειρά διαφορετικών μηνυμάτων, αποτεινόμενη ταυτόχρονα και στις αφετηρίες όλων των άλλων κλιμάκων.
91. Στην κλίμακα αυτής της συμπεριφοράς, όπως φαίνεται στο (89), υπάρχει ελλειπτική-ελικοειδής διαδοχικότητα της διαδρομής μηνυμάτων που έχουν διαφορετική συχνότητα αναχώρησης-επιστροφής. Στους πόλους του άξονα της κλίμακας όμως, υπάρχουν οι θέσεις όπου το μήνυμα είναι συνεχώς εκεί και συγχρόνως στο άπειρο. Δηλαδή αυτό είναι ακαριαίο-ακίνητο, μηδενικό-άπειρο, ακαριαία ταλάντωση, δηλαδή το εν δυνάμει Είναι.
το σημείο μέσα στο σύμπαν και το αντίθετό του
92. Το γεγονός που είναι μια θέση μέσ’το σύμπαν, απ'τη μια στέλνει συγχρόνως απεριόριστα μηνύματα, ευρισκόμενο σε συνεχή αλλαγή (αίροντας συνεχώς τον κώδικα μηνυμάτων του για να μπορεί να διατηρεί τη θέση του) απ’την άλλη αλλάζει συνεχώς θέση για να διατηρεί τον κώδικά του. Αυτό δείχνει ότι το Ένα και Μοναδικό επαληθεύεται απ’την αντιπορεία των Πολλών και Διαφορετικών μέσα απ’Αυτό, ενώ συγχρόνως τα Πολλά επαληθεύονται από την πορεία του Ένός και Μοναδικού, μέσα απ’ Αυτά. Αυτή η διαδικασία μολονότι εκπροσωπεί Ένα Αντιφατικό Στοιχειώδες, είναι συγχρόνως ένα Ιδιαίτερο Πρόσωπο του Όλου.
93. Έτσι αυτό που λέμε στίγμα στο σύμπαν, απ’τη μια πορεύεται κρατώντας συνεχώς τον κώδικά του, αλλά αλλάζοντας κλίμακες για να επαληθεύεται απ’τα όμοιά του που βρίσκονται στην ίδια θέση άλλων κλιμάκων, ενώ απ’την άλλη, αλλάζει συνεχώς κώδικα (με την καταλυτικο-συνθετική διαδικασία), αλλάζοντας συνεχώς και διαδοχικά θέση στην ίδια του την κλίμακα. Αυτό υποχρεώνει το γεγονός, απ’τη μια να είναι σταθερά πορευόμενο στίγμα κι απ’την άλλη ένα συνεχώς διαστελλόμενο νέφος.
94. Το στίγμα μέσ’το σύμπαν, είναι μια θολή μονοκοντυλιά που έχει συγκεκριμένη "μύτη" κι αφήνει ταξιδεύοντας πίσω της ένα ελλειπτικό νέφος συνεχώς διαστελλόμενο, που εκτείνεται σ’όλο το σύμπαν. Η μύτη αυτού του "στίγματος", πορευόμενη παντοτινά στο σύμπαν, επαληθεύει όλους τους κόκκους του νέφους της ουράς του, επαληθευόμενη συγχρόνως από αυτούς.
95. Από αντιφατική άποψη, το αντίθετο σε κάποιο στίγμα μεσ’το σύμπαν, είναι η απεριόριστη πολλαπλότητα, που είναι το σύμπαν, όπως διαμορφώνεται έναντι της μοναδικότητας, που κάθε φορά το συγκεκριμένο-Ένα γεγονός εκπροσωπεί. Δηλαδή αντίθετο στο συγκεκριμένο-Ένα, δεν μπορείνα είναι απλά το Μείον Ένα, αλλά μια απεριόριστη σειρά από σχετικά όμοια διαδοχικά διαφοροποιούμενα, που περιέχοντας και τον ίδιο τον εαυτό, υπό συνθήκες θα παίξει το ρόλο του Μείον Ένα μια συγκεκριμένη στιγμή.
96. Αντιφατικά, το αντίθετο σε κάτι ξεκινά πολύ βαθιά μέσα απ’τον εαυτό χωρίς ν’αφήνει περιθώριο ανεξαρτησίας και πορευόμενο μακριά έξω από αυτόν, κάνει απεριόριστες διαδρομές αναχώρησης-επιστροφής οι οποίες επαληθεύουν-διαψεύδοντας τον εαυτό σε μια συνεχώς μεταβαλλόμενη σχέση ―την αντιφατική σχέση.
97. Καθένα από την απεριόριστη σειρά ομοίων που υπάρχουν ταυτόχρονα, μπορεί να λογίζεται σαν ξεχωριστή θέση-εκκίνησης άλλης κλίμακας. Αλλά στην κατάσταση του ταυτόχρονου, αλληλοεπαληθεύεται με όλα τα άλλα όμοια σ’όλες τις θέσεις, εκτός αυτών που εκείνη τη στιγμή παίζουν ρόλο εκκίνησης των άλλων κλιμάκων. Έτσι μπορούμε να έχουμε ευκαιριακά διακριτές μονάδες, όπως το Ένα (που είναι όπως ορίσαμε την αντιφατική μονάδα πριν) ή το Δύο, το Τρία κ.λπ... που είναι και αυτά αντιφατικές μονάδες, αλλά με δεδομένη τη διαφορετική θέση εκκίνησης της κλίμακας.
ένα αντιφατικό συμπέρασμα
98. Θα μπορούμε να φανταστούμε έναν κόσμο, που θα είχε υπόβαθρο μιαν απεριόριστη σειρά πλεγμάτων τέτοιων κομβικών στοιχειωδών θέσεων, που θα συνιστούσαν μιαν αντιφατική ενότητα. Κάθε μια κομβική θέση ροής-αντιρροής, λήψης-εκπομπής υπογεγονότων, θα ήταν μια ξεχωριστή οντότητα (ένα πράγμα), που θα συνίστατο από μια συγκεκριμένη πλοκή ροής-αντιρροής υπογεγονότων.
99. Αυτά τα υπογεγονότα των οποίων το πλέγμα ροής-αντιρροής συνιστά κάποιο γεγονός, είναι μηνύματα λήψης-εκπομπής που εκπροσωπούν και προέρχονται απ’το δυναμικό υπόβαθρο του παγκόσμιου πλέγματος του αντιφατικού γίγνεσθαι, παίζοντας τον ρόλο της ενέργειας για κάθε συγκεκριμένη οντότητα.
100. Κάθε γεγονός, οντότητα ή πράγμα, συνίσταται από ένα σύνολο κομβικών θέσεων του πλέγματος, που εκπέμπει μηνύματα στο σύμπαν λαμβάνοντας συγχρόνως απ’αυτό. Έτσι κάθε συνεκτική συγκεκριμένη (συγκεντρωτική) "Εδώ-Δομή" κάποιου πράγματος ή γεγονότος, πρέπει να έχει κι ανάλογη συγκεκριμένη αποκεντρωτική «Άπω-Δομή», η οποία θα περιλαμβάνει συντεταγμένα όλο το πολυδιάστατο «νέφος» αναχώρησης-επιστροφής μηνυμάτων που ανταποκρίνονται στη «Δομή».
101. Αυτό σημαίνει ότι κάθε γεγονός πρέπει να έχει ένα συγκεκριμένο "Συμπαντιακό Αντίλογο", που είναι η εκάστοτε στιγμιαία και εκρηκτική άπω-δομική-δομή του στο απώτατο σύμπαν. Ο Άνθρωπος συνίσταται μαζί μ’ένα απύθμενα πολυδιάστατο πλέγμα δομής-αντιδομής ροής-αντιρροής τέτοιων μηνυμάτων, που αντιστοιχεί στην Αισθητική του, καιαυτό μπορούμε να ονομάσουμε Πνεύμα ή Ψυχή. Η κοινωνία μ’αυτό το συμπαντιακό πλέγμα του δίνει τη δυνατότητα να διαθέτει όλες αυτές τις λεγόμενες «υπερφυσικές» ιδιότητες που σχετίζονται με την αισθητική τη φαντασία την ενόραση κ.λπ. αφού περιέχει μ’ένα μοναδικό τρόπο το Όλον από την οπτική γωνία του κάθε συγκεκριμένου γεγονότος.
102. Ο συνεχής διάλογος "Εδώ" και "Άπω" κάθε πράγματος ή γεγονότος, είναι αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί "υπόσταση" του γεγονότος και θα μπορούσε να έχει κάποια όρια που να συνιστούν το συγκεκριμένο Είναι του. Επίσης η κάθε αλλαγή στο "Εδώ" δεν μπορεί παρά να ανταποκρίνεται και σε μιαν ανάλογη αλλαγή στο "Άπω" και αντίθετα. (Ίσως γνωρίζοντας κάποτε τις "συντεταγμένες" των σχέσεων "Άπω" και "Εδώ" κάθε συγκεκριμένου συστήματος θα επεμβαίνουμε διορθώνοντας δυσλειτουργίες δομών στο σύστημα ή τον ανθρώπινο οργανισμό).
103. Τα όρια του συγκεκριμένου που συνιστούν ευκαιριακά κάποιο γεγονός ως πεπερασμένο, παραβιάζονται ανά πάσα στιγμή, αφού τα στοιχειώδη κάθε γεγονότος τελικά κοινωνούν, με το δικό τους τρόπο, με το έσχατο δυναμικό αντιφατικό στοιχειώδες, το οποίο ως "έσχατο" υπόβαθρο του κόσμου είναι η αντιφατικότητα γυμνή, το μηδενικό και άπειρο, το ακίνητο κι ακαριαίο, περιέχοντας μια μοναδική μορφή του Όλου, που την κάθε στιγμή είναι απειροστική.
104. Έτσι αν κάθε οντότητα που βρίσκεται σε μια κομβική θέση ή σύνολο κομβικών θέσεων του πλέγματος αυτού δεχτεί ενέργεια πέραν αυτής που δικαιούται για να βρίσκεται στη δεδομένη θέση, καταλύεται-εισερχόμενη στο αντιφατικό υπόβαθρο κι ανασυντίθεται σχεδόν ακαριαία στη θέση που δικαιούται. (Μ’αυτόν τον τρόπο θα μπορούν να γίνονται μετακινήσεις μέσα σ’ένα παγκόσμιο πλέγμα τέτοιων κομβικών θέσεων. Έτσι κάποιο σώμα θα καταλύεται στο πλέγμα αυτών των κομβικών θέσεων και "κατερχόμενο" στο έσχατο πλέγμα του "ακαριαίου και ακινήτου", θ’ανασυντίθεται "ανερχόμενο" σε μιαν επιθυμητή θέση άλλου πλέγματος τέτοιων κομβικών θέσεων σχεδόν ακαριαία).
105. Υπ’αυτή την έννοια ο κόσμος μας είναι ένα πλέγμα ανταλλαγής πληροφοριών, η πλοκή του οποίου είναι το Γίγνεσθαι ως Ουσία.
106. Μια τυπική διαλεκτική λογικο-γλωσσική σύνταξη, θα θεωρούσε την Ταυτότητα σαν ένα καταλυτικο-συνθετικό γεγονός σε συνεχή εξέλιξη, όπως είναι η αντιφατική μονάδα και με τον τρόπο που παρουσιάστηκε γενικά σ.αυτή την εργασία. Έτσι η Αρχή της Ταυτότητας, η τόσο αναγκαία για τις συγκριτικές λογικές διεργασίες, θα επέστρεφε ως Αρχή Αντιφατικής Ταυτότητας.
107. Επειδή η αντιφατική ταυτότητα, όπως δείξαμε μπορεί να περιέχει κι ένα πρόσωπο του Όλου, για να λειτουργήσει ορθολογικά, το εύρος της θα πρέπει να ορίζεται απ’το είδος της έρευνας, το είδος των εμπλεκομένων μονάδων και τις ανάλογες αφετηρίες κι αντιστοιχίες αυτών των μονάδων σε άλλες παράλληλες κλίμακες.
108. Έτσι αφηρημένα θα μπορούσε να λεχθεί, ότι το γίγνεσθαι που αφορά το εύρος της αντιφατικής ταυτότητας την κάθε συγκεκριμένη φορά, θα είναι ένα είδος καταλυτικο-συνθετικής διεργασίας, που η τυπικότητα θα υπερβαίνεται πάντα απ’το περιεχόμενο της εκάστοτε πραγματικότητας.
109. Για να μπορεί να γίνει δυνατή αυτή η αντιφατικο-ορθολογική διεργασία, θα πρέπει να συνταχτούν ιδεατοί πίνακες ροής-αντιρροής, λήψης-εκπομπής μηνυμάτων, όπως αυτοί που αφηρημένα, χωρίς την ανάλογη μαθηματική υποστήριξη και τ’ανάλογα υπολογιστικά όργανα συνέταξα εδώ, και τους οποίους ονόμασα "πλέγματα κομβικών θέσεων ροής-αντιρροής μηνυμάτων". Αυτοί οι πίνακες μπορούν να περιέχουν ολοκληρωμένα όλο το φάσμα αυτού του αντιφατικού γίγνεσθαι.
110. Για τη λογικογλωσσική σύνταξη τέτοιων πινάκων, πρέπει να οργανωθεί μια Αντιφατική Βιο-Γεωμετρία με τους όρους που αναφέραμε πριν. Για κάθε συγκεκριμένη περίσταση ένταξης ενός γεγονότος στις συντεταγμένες κάποιου τέτοιου πίνακα, πρέπει να ορίζονται τα προσεγγιστικά όρια της αντιφατικής ταυτότητας του γεγονότος, ανάλογα με την έρευνα και το γεγονός που διερευνάται.
111. Η αντιφατική μονάδα για την οποία μιλήσαμε, είναι δυνατόν να παίρνει ένα νόημα συγκεκριμένο, κάθε φορά που ορίζεται η θέση εκκίνησης του υποθετικού σημείου στην κλίμακα αναφοράς που θα εξυπηρετούσε μια συγκεκριμένη έρευνα.
112. Αυτή η θέση εκκίνησης, που θα μπορούσε να είναι η εκκίνηση για κάποιο καθορισμένο σύστημα αναφοράς, μπορεί συγχρόνως να σχετίζεται και μ’όλα τ’άλλα απεριόριστα και πορευόμενα σημεία άλλων συστημάτων αναφοράς, με τρόπο διαφορετικό για το καθένα.
113. Aυτά τα συστήματα αναφοράς, συνιστούν "ξέχωρες" αντιφατικές ταυτότητες που στο βάθος του διαχωρισμού και της αντικειμενικότητάς τους, έχουν κρυμμένη την ενότητα της συμμετοχής τους στο έσχατο (ακίνητο-ακαριαίο) καταλυτικο-συνθετικό επίπεδο του παγκοσμίου γίγνεσθαι, που είναι η Αντιφατικότητα γυμνή και το Εν Δυνάμει Είναι. Έτσι η αντικειμενικότητά τους θα είναι συμβατική, αφού συνεχώς θα αίρεται.
114. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι Μονάδες, που θα μπορούσαν να φανούν ως ευκαιριακά αυτόνομες (ταυτότητες), όταν αγγίζουν τις θέσεις των πόλων των κλιμάκων τους, φέρνουν στην επιφάνεια το στοιχείο του ακίνητου και ακαριαίου. (Αυτό που όπως αναφέραμε είναι το μηδενικό και άπειρο, το εν δυνάμει Είναι, η ενότητα του Όλου, η αντιφατικότητα ως ουσία, όπου εκεί κάθε αυτονομία και αντικειμενικότητα αίρεται).
αντιφατική βιοχαρτογραφία κι αντιφατική βιογεωμετρία
115. Τα σημεία της ταυτόχρονης εκκίνησης, αναχωρούν για το σύμπαν επιστρέφοντας στις θέσεις εκκίνησης ή οι θέσεις εκκίνησης στέλνουν μηνύματα στο σύμπαν λαμβάνοντας αντίστοιχα απ’αυτό. Αυτά επαληθεύουν-διαψεύδοντας τις θέσεις της δικής τους κλίμακας κι όλων των άλλων κλιμάκων, εκτός των θέσεων των κλιμάκων που λογίζονται ως θέσεις ταυτόχρονης εκκίνησης. Έτσι αναδύονται όρια στα οποία μπορεί ν’αναδεικνύεται το Ένα, το Δύο, το Tρία κ.λπ.
116. Τα πράγματα, τα γεγονότα, τα έμβια όντα και γενικά ο κόσμος μας είναι συστήματα που συνίστανται από απεριόριστες τέτοιες καταλυτικο-συνθετικές αντιφατικές μονάδες. Τα αντιφατικά στοιχειώδη των μονάδων αυτών, αναχωρούν για τον Συμπαντιακό τους Αντίλογο κι επιστρέφοντας, συνθέτουν-καταλύοντας το αντιφατικό τους Μέτρο. Τα όντα συνίστανται-καταλυόμενα από τέτοιες μονάδες κάποιου ειδικού αντιφατικού Μέτρου, το οποίο είναι σε συνεχή εξέλιξη κι αλλαγή και οι μονάδες αυτές συνιστούν αντιφατικά συστήματα λήψης-εκπομπής μηνυμάτων προς και από τον Συμπαντιακό τους Αντίλογο. Επειδή τα στοιχειώδη αυτού του συστήματος καταλύονται-συντιθέμενα, όντας Άλλα-Αλλού και λίγο πιο κει, το όλο σύστημα που είναι το πράγμα, το ον ή το γεγονός, συνεχώς αλλοιώνεται ως προς τη μορφή και τη δομή. Αυτό υπάρχει σαν τέτοιο ως τη στιγμή που δεν μπορεί ν’ανασυσταθεί πια κι έτσι γερνά και πεθαίνει. Τότε το σύστημα διαλύεται κι ανακατατάσσεται ή εισέρχεται στη δομή άλλων ζωντανών συστημάτων.
117. Θα μπορούσε λοιπόν να υποτεθεί ένα αιτιοκρατημένο κι οργανωμένο γίγνεσθαι, το οποίο θα σχετίζεται με τις θέσεις εκκίνησης, τα συστήματα αναφοράς, τη διάρκεια έρευνας και τον τρόπο που θα συμπεριφέροντο τα μηνύματα αναχώρησης-επιστροφής σ’ αυτό το αντιφατικό γίγνεσθαι.
118. Η εργασία αυτή θα μπορούσε να είναι η επιστήμη, που θα οργάνωνε μιαν Οικουμενική Βιο-Χαρτογράφηση και θα ιχνηλατούσε την αντιφατική σχέση του Μεγάλου ως προς το Μικρό. Αυτή θα ήταν η Αντιφατική Μοναδολογία κι Αντιφατική Βιο-Γεωμετρία που μόνο στα όριά της, μπορεί να περιγραφεί μια Αντιφατική Tαυτότητα και κατά συνέπεια ένας Αντιφατικός Ορθολογισμός.
119. Αυτή η φανταστική ιστορία του πορευομένου σημείου ευθύγραμμα και ομαλά σε όλη την ανάπτυξη, είναι και ο ορισμός του Αντιφατικού Στοιχειώδους, της Αντιφατικής Μονάδας ―είναι η Αντιφατική Ταυτότητα.
120. Απ’αυτό το αντιφατικό γίγνεσθαι και τον ορισμό της αντιφατικής ταυτότητας, αναδύεται και η Αρχή της Αντιφατικής Αιτιότητας.
121. Η αντιφατική αιτιότητα δεν μπορεί να είναι μονοδιάστατη, εκεί το αίτιο και το αιτιακό αποτέλεσμα λειτουργούν σταδιακά αμφίδρομα ή καί αμφίδρομα, ανάλογα με τις "αντιθέσεις" και την "διάρκεια" που συνιστά κάθε συγκεκριμένο αντιφατικό γίγνεσθαι. (Όπως τονίσαμε, στην Ορθολογική (αντιθετική) διαδικασία τ’αντίθετα διαλέγονται χωρίς να παραβιάζουν τα όρια μεταξύ τους (τα όρια της ταυτότητάς τους). Έτσι αποκαθάρουν την λογική διεργασία απ’τη συμμετοχή του Μη-Είναι μέσα της,το οποίο ορθολογικά θεωρείται στοιχείο ψεύδους κι αντιφατικότητας. Ενώ στη Διαλεκτική (αντιφατική) διεργασία, τα ενάντια κατά τον διάλογό τους αλληλο-προεκτείνονται τους, χωρίς ν’αφήνουν περιθώρια ανεξαρτησίας μεταξύ τους κι έτσι η αλληλεπίδραση είναι αμφίδρομη. Σε παράκεντρες όμως καταστάσεις, που τα θεωρούμενα ως αντίθετα μπορεί κοινωνούν και με άλλα αντιφατικά συστήματα, μπορεί να υπάρξει ευκαιριακά κάποια αιτιακή προτεραιότητα, χωρίς ν’αποκλείεται όμως ποτέ κι η αμφίδρομη διεργασία, αφού όλα συγχρόνως κοινωνούν με το έσχατο επίπεδο του κόσμου που είναι το ακίνητου και ακαριαίο, η αντιφατικότητα γυμνή, το Εν Δυνάμει Είναι. Από κει αναδύονται και οι αρχές "της αντιφατικής σχετικότητας των αντιθέτων" όπως και "της αμφίδρομης αιτιότητας". Η αλυσίδα της αμφίδρομης αιτιότητας προϋποθέτει η αιτία και το αποτέλεσμα να αλληλοκαταλύονται-αλληλοσυντιθέμενα, έχοντας έτσι απεριόριστες διαστάσεις που καταλήγουν στο Ακαριαίο και Ακίνητο, Μηδενικό και Άπειρο, το Εν Δυνάμει Είναι, δηλαδή την Αντιφατικότητα Γυμνή. Εκεί η Αιτιότητα συνίσταται από το αντιφατικό γίγνεσθαι των αναχωρήσεων-επιστροφών, όπως παρουσιάστηκε στη διάρκεια αυτής της εργασίας.
122. Η αμφίδρομη διεργασία, απορρέει απ’αυτήν του ακαριαίου και ακινήτου, που δεν μπορεί να λείψει ποτέ απ’τον όποιο υπολογισμό, αφού είναι το στοιχείο του απειροστικού υπόβαθρου των όντων. Η αιτιακή διεργασία ξεκινά από την "αυτο-αλληλεπίδραση", πολύ βαθιά μέσ’τον ίδιο τον εαυτό, (χωρίς ν'αφήνει απαραβίαστο περιθώριο) και ταξιδεύοντας έξω απ’ αυτόν, αλληλεπιδρά παραβιάζοντας τα όρια των άλλων που μπορεί να θεωρηθούν ενάντια κάθε συγκεκριμένη στιγμή. Ανάλογα με το βαθμό της αντίθεσής τους και για κάθε αντίθεση ξεχωριστά ορίζεται κι η ανάλογη παραβίαση. Αυτή η παραβίαση μπορεί κάποιες φορές να είναι τέτοια, που υπό όρους, να αφήνει ευκαιριακά κάποιο απαραβίαστο μέρος στο θεωρούμενο ως αντίθετο. Γι'αυτό μπορεί να λειτουργεί υπό συνθήκες ο τυπικός ορθολογισμός.
123. Γενικά ονομάζεται αντιφατικός ορθολογισμός γιατί μαζί με την ακαριαία συγκριτική διαδικασία (που είναι μια ακαριαία αλληλεπίδραση κι άρα αντιφατική), υπάρχει κι ένα περιθώριο αντιθετικής (ορθολογικής) συγκριτικής διεργασίας μέσ’τα όρια της αντιφατικότητας.
124. Σ’αυτή τη συγκριτική κι αιτιακή διεργασία, όλα εξαρτώνται από τα όρια που θα τεθούν στην αντιφατική ταυτότητα και την αντιθετική αξία των σκελών της αντιφατικής σχέσης. Όμως δεν πρέπει να ξεχνιέται ότι οι σχέσεις εκεί είναι συμβατικές και σχετικές με το γίγνεσθαι που συνιστούν ευκαιριακά οι παράγοντες της αντιφατικής σχέσης.
125. Η εργασία μου αυτή ακολουθείται απ’την αδυναμία ότι έχει ανάγκη της αμεσότητας και της πράξης, αφού δεν μπορεί προφορικά να γίνεται απόλυτα κατανοητή. Ακόμα προϋποθέτει μία άλλη αντίληψη, περί χώρου, χρόνου, γίγνεσθαι κι επίσης μιαν αντιφατικο-γεωμετρική μαθηματική διατύπωση την οποία εγώ αδυνατώ να πραγματοποιήσω.
126. Αυτήν τη φανταστική ιστορία του πορευομένου ευθύγραμμα και ομαλά σημείου, σ’όλη της την ανάπτυξη, που χαρακτήρισα αντιφατική ταυτότητα, αντιφατικό στοιχειώδες ή αντιφατική μονάδα, πρέπει να λάβει υπόψιν η σύγχρονη επιστήμη, αν θέλει να βαδίσει στο Νέο.
127. Υπ’αυτή την έννοια, η γλώσσα της επιστήμης πρέπει να συμπέσει με τη λογικογλωσσική σύνταξη της αντιφατικής βιο-γεωμετρίας, όπου όλος ο κόσμος θα είναι βιο-χαρτογραφημένος σ’ανάλογους πίνακες, οι οποίοι θα ορίζονται και απ’τα ανάλογα αντιφατικά συστήματα ροής-αντιρροής-λήψης-εκπομπής. Αυτή η αντιφατική λογικο-γλωσσική σύνταξη, πρέπει να λάβει υπόψιν το αντιφατικό στοιχειώδες και τον αντιφατικό τρόπο οριοθέτησης της σκέψης, γονιμοποιώντας την έννοια του αντιφατικού στοιχειώδους.
128. Από κει και πέρα όλες οι επιστήμες πρέπει να ξανακοιταχτούν, λαμβάνοντας υπόψιν την αντιφατική περιγραφή και βιο-χαρτογράφηση του κόσμου. Τότε η Επιστήμη θα ξαναγίνει Μία συμπίπτοντας με τη Φιλοσοφία, η οποία θα είναι μια αντιφατικο-ορθολογική λογικο-γλωσσική σύνταξη, η οποία όπως ο Λόγος του Ηρακλείτου, θα περιλαμβάνει μέσα της όλες τις διαστάσεις του κοσμικού γίγνεσθαι, δηλαδή το φυσικό, το κοινωνικό και το ηθικό γίγνεσθαι. Θα είναι η διαλεκτική ως λόγος και ουσία.
Επίλογος, η επισήμανση για τον αντιφατικό χώρο και χρόνο:
Τονίζω ξανά ότι από αντιφατική όψη, ο χρόνος δε μπορεί να είναι διάρκεια αλλά ούτε ο χώρος έκταση. Στον κβαντικό κόσμο, χρόνος είναι η συχνότητα επανάληψης χωρικών μέτρων σε θέση (υπογεγονότων) και χώρος το μήκος κύματος ή το μέγεθος διασποράς τους. Κι επειδή αυτό το επίπεδο σχετίζεται με φωτόνια ή κβάντα ενεργείας, με συχνότητες και μήκη κυμάτων, πρέπει να δεχτούμε ότι το Είναι, ο Χώρος κι ο Χρόνος συνιστούν αδιαχώριστη γενεσιουργό ενότητα με το γίγνεσθαι των γεγονότων. Επίσης η ταχύτητα είναι κάτι διαφορετικό απ’ότι έχουμε αποδεχθεί. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι: αφού το φωτόνιο είναι, καταλυτικο-συνθετικό γεγονός, δεν μπορεί να έχει ταχύτητα, επειδή ουσιαστικά σε κάθε του στιγμή είναι Άλλο-Αλλού, Όμοιο κι Ανόμοιο μ'αυτό που ήταν. Έτσι όλα τα παράδοξα της Θεωρίας της Σχετικότητας πιθανόν να οφείλονται στο ότι το φωτόνιο είναι μια κβαντική οντότητα που παράνομα και καταχρηστικά ορίζεται μέσ’τα όρια της νευτώνειας αντικειμενικότητας. Το ίδιο ίσως συμβαίνει και με την "αβεβαιότητα" που διέπει τις μετρήσεις συζυγών ιδιοτήτων των κβαντικών αντικειμένων: Στριμώχνουμε τη συχνότητα που εκπροσωπεί το χρόνο ενός κβαντικού αντικειμένου, με τη διάρκεια που είναι ο χρόνος της νευτώνειας αντίληψης και το μήκος κύματος που είναι το χώρος του κβαντικού αντικειμένου με τον τόπο ως έκταση και υπόβαθρο των πραγμάτων της νευτώνειας αντίληψης, όπου εκεί βασιλεύει η αντικειμενικότητα και ο ντετερμινισμός, ενώ στην κβαντική διάσταση ακυρώνονται. Δηλαδή ο χρόνος ως διάρκεια και ο χώρος ως υπόβαθρο εξελίξεων του νευτώνειου κόσμου ακυρώνονται στον κβαντικό κόσμο και τη θέση τους εκεί παίρνει η συχνότητα ως χρόνος και το μήκος κύματος ως χώρος. Η ταχύτητα στην κβαντική διάσταση του κόσμου είναι πολύ διαφορετική από αυτήν που έχουμε αποδεχτεί. Αυτή πρέπει να σχετίζεται με τον χρόνο μετατροπής της Ταυτότητας του κβαντικού γεγονότος σε Άλλο-Αλλού. Κι επειδή αυτή η διαδικασία αφορά και το Αλλού, μπορεί παράδρομα να είναι και ταχύτητα μετακίνησης των γεγονότων, αλλά διαφορετική απ'αυτή που αποδεχόμαστε. Δηλαδή να είναι η ταχύτητα μετατροπής της αντιφατικής ταυτότητας σε άλλη κι έτσι να φανερώνεται φαινομενικά και ως μετακίνηση.
ΤΕΛΙΚΗ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ: Τονίζω ξανά ότι αν η επιστήμη δε λάβει σοβαρά υπόψιν αυτή την πρότασή περί Αντιφατικού Στοιχειώδους, Αντιφατικής Ταυτότητας κι Αντιφατικού Ορθολογισμού ή Αντιφατικής Μοναδολογίας, όπως προτείνεται σ’αυτή την εργασία ή και σε πιθανές ανάλογες εργασίες πιθανών άλλων διανοητών, ίσως σωστότερα τοποθετημένες και με την ανάλογη μαθηματική κάλυψη, δε θα μπορέσει να προχωρήσει άλλο θεωρητικά. Γιατί ο κόσμος είναι δυναμικό γεγονός που έχει αντιφατική φύση και για να μπορέσει να ερμηνευτεί ως τέτοιο, χρειάζεται έναν ορθολογισμό που δέχεται τον κόσμο καταλυτικο-συνθετικά αντιφατικά.
Είναι ανάγκη νέοι μαθηματικοί να παραμερίσουν για λίγο τη γνώση τους, να χρησιμοποιήσουν την επαναστατικότητα και τη δυναμική της διάνοιάς τους και να ασχοληθούν με την εργασία αυτή ή με κάποια άλλη παράλληλη, ως ξεκίνημα για ένα μακρύ ταξίδι στο Νέο. Πρέπει να δημιουργηθεί νέος μαθηματικός λόγος, που θα στηρίζει τους πίνακες αυτών των μοντέλων που θα περιγράφουν τον κόσμο και τις συγκεκριμένες καταστάσεις ως καταλυτικο-συνθετικό γίγνεσθαι. Τότε όλες οι επιστήμες θα μπουν σ’άλλο λογικο-γλωσσικό θεωρητικό πλαίσιο κι άλλη λογική, που θα λαμβάνει υπ’ όψιν την ταυτότητα ως καταλυτική-συνθετότητα των όντων και την αιτιότητα των σχέσεών τους αμφίδρομη, έτσι όλα θα οργανωθούν απ’την αρχή.
Η μαθηματική αυτή γλώσσα πρέπει να στηρίζεται στην αντιφατική γεωμετρική λογικο-γλωσσική σύνταξη και θα έχει ως βασικό κορμό τους αντιφατικούς πίνακες, για τους οποίους προϊδεάζω τον αναγνώστη.
Προτείνω ότι από την λειτουργία της, η λογικο-γλωσσική αυτή σύνταξη μπορεί να είναι Αντιφατική Γεωμετρία και να ονομαστεί "Αντιφατική Μοναδολογία και Οικουμενική Βιο-χαρτογραφία”.
Παράλληλα όμως με την αντιφατική ταυτότητα, αναδύεται και η Ψυχή ως αντιφατικό καταλυτικο-συνθετικό γίγνεσθαι, η οποία δεν είναι Αθάνατη, αλλά Είναι-ΜηΌντας, Αιώνια Γεννωμένη-Θνήσκουσα, όντας Αυτή-Άλλη-Αλλού, όμοια κι ανόμοια με τον εαυτό της.
Ο ΥΠΝΟΣ, ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ, Η ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ ΚΑΙ Η ΣΤΑΣΗ ΖΩΗΣ
Λέει ο Ηράκλειτος: Ο ανθρώπινος νους εργάζεται συνεχώς, γρηγορών και καθεύδων ―ξύπνιος και κοιμώμενος.
Το ανθρώπινο DNA και μέσω αυτού ο εγκέφαλος δε σταματά ποτέ να λειτουργεί. Έτσι κατά τη διάρκεια του ύπνου φέρνει κυρίως εικόνες από τις δραστηριότητες της καθημερινότητας, αλλά και καταστάσεις του απύθμενου παρελθόντος τις οποίες αυτός που ονειρεύεται δεν μπορεί να έχει γνωρίζει. Αυτές πιθανός έρχονται απ’το απώτατο παρελθόν το οποίο υπήρχε στις συνειδήσεις των προγόνων. Έτσι νιώθουμε ότι έχουμε ζήσει κι άλλες ζωές που ίσως είναι αυτές των προγόνων. Επειδή τα όνειρα είναι εικόνες αποθηκευμένες μέσα στον απύθμενο βάθος της Αισθητικής, δεν υπακούουν στην ιστορική τους χωροχρονική πειθαρχία, αλλά συνήθως εμφανίζονται στην ίδια χωροχρονική ενύπνια αφήγηση κι έτσι δεν παρουσιάζουν ορθολογική αλληλουχία. Κι επειδή το λογικογλωσσικό μας σύστημα κοινωνεί και με το απύθμενο, έσχατο αντιφατικό επίπεδο του κόσμου, το ακίνητο και ακαριαίο, το εν δυνάμει Είναι, εκεί όπου υπάρχουν συγχρόνως όλα τα πρόσωπα του κόσμου και κανένα, το όνειρο μπορεί να αναδείξει και πιθανές καταστάσεις του κοντινού μέλλοντος ως εν δυνάμει πραγματοποιήσιμες. Δηλαδή να προβλέψει το εγγύς μέλλον. Όμως το σπουδαιότερο είναι η ενόραση και η φαντασία μέσω της οποίας ο άνθρωπος οργανώνει δραστηριότητες όπου τα λογικά κι εμπειρικά δεδομένα είναι ανεπαρκή. Ο άνθρωπος, μέσω της Αισθητικής, που είναι το απύθμενο βάθος απ’όπου αντλεί την ύπαρξή της η Ψυχή, οργανώνει σε συνδυασμό με τη συνείδηση μια στάση ζωής για το κοινωνικό και το παγκόσμιο γίγνεσθαι και ν’αποφασίζει χωρίς το ανάλογο εμπειρικό βάρος.
Ο άνθρωπος δεν μπορεί να υπάρξει αλλά ούτε να λειτουργήσει χωρίς τις ιδιότητες που απορρέουν απ’την αισθητική. Με τη στάση ζωής, ο άνθρωπος έχει αναδείξει μέσα του έναν ενστικτώδη τρόπο αντιμετώπισης του κόσμου και των προκλήσεων που γεννιόνται απ’το περιβάλλον. Η σκέψη μπορεί να τον οδηγήσει σε νηφάλιες θεωρήσεις κι αποφάσεις, όταν όμως είναι στη δύνη της δράσης, επειδή δεν υπάρχει πάντα ο χρόνος της νηφάλιας πρακτικής, η αισθητική πειθαρχία και η στάση ζωής παίρνουν το πηδάλιο.
Ο άνθρωπος έχοντας τις καταβολές της λογικής, της συνείδησης, της επιστημονικής εμπειρίας και της στάσης ζωής η οποία έχει οργανωθεί διά της Αισθητικής του Φαντάζεται, Υποθέτει και ταξιδεύει Ενορατικά μέσα του, αναζητώντας συνεχώς υποθετικά προβλήματα και λύσεις.
Που πάει παραπατώντας αυτός ο πίθηκος που κατέβηκε από τα κλαδιά και βαδίζει στο ξέφωτο; Όλοι ξέρουν ότι θα χαθεί. Ο πρώτος χάθηκε κι δεύτερος χάθηκε, χάθηκαν πολλοί. Κάποιος όμως με την παρέα του προχώρησε κι ακόμα προχωράνε στον ορίζοντα του πολιτισμού. Τι κάνει αυτός ο άθλιος καβάλα στο μικρό ξύλινο κατασκεύασμα, θέλει να πετάξει παρά τη θέληση του Θεού και της καθημερινής λογικής. Πόσοι ανόητοι δεν συνετρίβησαν! Κάποιος με το άθλιο κατασκεύασμά του όμως έκανε διαδρομή ογδόντα μέτρων. Οι συνετοί γέλασαν: "μια τρύπα στο νερό"! Τώρα όμως οι περισσότερες μεταφορές γίνονται μ’αεροπλάνα, δηλαδή μεταλλικές κατασκευές που είναι βαρύτερες από τον αέρα..
ΟΡΑΜΑ ΚΑΙ ΟΥΤΟΠΙΑ
Η έννοια της ουτοπίας είναι αμφίσημη αφού δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς το όραμα. Δηλαδή η ουτοπία και το όραμα συνιστούν μιαν αντιφατική ενότητα όπου ενώ το ένα γεννά το άλλο, συγχρόνως το μάχεται κιόλας.
Η έννοια της ουτοπίας μπορεί αφηρημένα να οριοθετείται συνεχώς αλλά το ακριβές της νόημα να διαφεύγει, γι'αυτό θα ήταν καλύτερο να μπούμε κατευθείαν στο θέμα ως συγκεκριμένο. Έτσι πρέπει να θυμηθούμε τι υπήρξε κατεξοχήν ουτοπικό στην πορεία του ανθρώπου κι από κει να κρίνουμε αν κάποια οράματα που θεωρούντο ουτοπικά πραγματοποιήθηκαν.
Από αρχαιοτάτων χρόνων το μεγαλύτερο ουτοπικό όνειρο του ανθρώπου ήταν να πετάξει. Βέβαια ο άνθρωπος δεν έβγαλε ποτέ φτερά, αλλά πέτυχε κάτι ακόμα καλύτερο. Δεν πετάει μόνο, αλλά μπορεί να σηκώσει ολόκληρα υλικά συστήματα και να τα μεταφέρει όπου θέλει αεροπλοϊκώς. Η πτήση που κάποτε θεωρείτο το πιο ουτοπικό όνειρό του ολοκληρώθηκε σε βαθμό που δεν αμφιβάλουμε καθόλου για την πραγματοποίησή της. Επίσης ο άνθρωπος μπορεί να ξεσηκώσει ολόκληρες πολιτείες και να τις μεταφέρει όπου θέλει σιδηροδρομικώς ή ατμοπλοϊκώς, κάτι που κάποτε όχι μόνο ήταν ουτοπικό, αλλά και αδιανόητο.
Κάποτε στην Ελλάδα οι άνθρωποι αποφάσισαν ότι δεν θέλουν κληρονομικοί ηγεμόνες ή βασιλείς να τους κυβερνούν και να ορίζουν τον τρόπο που πρέπει να ζουν. Αυτό κι αν δεν ήταν ουτοπία, αφού ακόμα και σήμερα οι περισσότεροι λαοί στον κόσμο δεν έχουν αληθινή δημοκρατία, αλλά εικονική ή μικτή αριστοκρατική όπου υπάρχει ο βασιλεύς ως εγγυητής του πολιτεύματος.
Όταν έγιναν τα πρώτα βήματα για την οργάνωση της δημοκρατικής κοινωνίας όλοι γέλασαν, αφού αυτό κι αν δεν ήταν μια ουτοπία. Μάλιστα οι σοφοί βρήκαν από τότε άλλο ένα ζήτημα που θα απασχολούσε τη φιλοσοφία και γενικότερα τη σκέψη: αν δηλαδή αυτό μπορούσε να γίνει ή όχι και πως θα μπορούσε να γίνει. Από τότε λοιπόν η ανθρώπινη κοινωνία πορεύεται πατώντας πάνω στο αν αυτή ή εκείνη η δημοκρατία είναι ουτοπική ή όχι κι αν μπορεί να πραγματοποιηθεί.
Είναι αλήθεια πως τίποτα απ'όσα οραματίστηκε ο άνθρωπος έχουν ολοκληρωμένα κι απόλυτα πραγματοποιηθεί, αντίθετα ζούμε σε μια συνεχή πραγματοποίηση-διάψευση αυτών των οραμάτων, που βρίσκονται συνεχώς κάπου απόμακρα καλώντας μας. Δηλαδή ενώ τείνουν να πραγματοποιηθούν ποτέ δεν πραγματοποιούνται όπως ακριβώς τα έχουν οραματιστεί. Έτσι ενώ κάποιοι βλέπουν μια κατάσταση να τείνει προς το όραμα, άλλοι θεωρούν ότι τείνει στην ουτοπία και μάχονται να δείξουν ότι είναι προς αποφυγήν.
Από τότε που κάποιοι νεο-πίθηκοι αποφάσισαν να κατέβουν από τα κλαδιά, γιατί οι θέσεις πάνω στα δέντρα δεν ήταν αρκετές ή αρκετά καλές για όλους κι άρχισαν παραπατώντας να απομακρύνονται στο άγνωστο κάτω απ’τη χλεύη των αποκατεστημένων, στα γραφεία, στις τράπεζες, πίσω από τεράστιες περιουσίες και την εικονική δύναμη της εξουσίας τους, γεννήθηκε η μεγάλη πορεία του όντος μέσα στην ατέρμονη ουτοπία.
Αφού ο άνθρωπος κατέβηκε απ'τα κλαδιά και περπάτησε, αφού έφτιαξε πλοία και ταξίδεψε στο άγνωστο, αφού έφτιαξε αερόπλοια και ιχνηλατεί το σύμπαν, η ουτοπία συνέπεσε πια με τη δυναμική πραγματικότητα. Μάθαμε πως ό,τι περνά απ'τον ανθρώπινο νου και στηρίζεται σε μια λογική διαδικασία είναι εν δυνάμει πραγματοποιήσιμο, επίσης μάθαμε ότι η ουτοπία είναι η ανθρώπινη πορεία μέσ’την απραγματοποίητη-πραγματικότητα.
Βέβαια υπάρχει και μια ουτοπία που βρίσκεται εκτός πραγματικότητας, η οποία μολονότι απασχόλησε τον άνθρωπο για αιώνες στις μέρες μας έχει πια διαλυθεί. Αυτή είναι η Μεταφυσική. Η σύγχρονη επιστήμη ό,τι θεωρείτο κάποτε μεταφυσικό το ενέταξε σήμερα σε μία άλλη φυσική πραγματικότητα. Έτσι έγινε βέβαιο ότι μια ουτοπία δε μπορεί να γίνει πράξη, όταν είναι ήδη πραγματικότητα, αλλά εμείς, ενώ είναι μπρος τα μάτια μας, από απληστία ή ανοησία ψάχνουμε να τη βρούμε αλλού.
Η μεγαλύτερη ουτοπία είναι η ανθρώπινη αθανασία που αναζητήσαμε στη Μεταφυσική. Όπως ο άνθρωπος δεν πέταξε μέσω του εαυτού του, δηλαδή δεν έβγαλε φτερά, αλλά πέταξε μέσω της λογικής του, έτσι δεν είναι αιώνιος επειδή αυτός ο ίδιος θα υπάρχει πάντα. Η διαλεκτική σκέψη, μας υπενθυμίζει ότι η αθανασία είναι κάτι που γίγνεται κοινωνικά-πολιτισμικά μέσω των άλλων ή βιολογικά μέσω της αναπαραγωγής. Ό,τι μένει αιώνια Αυτό το Ίδιο, διαλεκτικά είναι νεκρό, αφού η αληθινή αιωνιότητα πραγματοποιείται μέσ’απ'το γίγνεσθαι που καταλύεται-συντιθέμενο, που Είναι-ΜηΌντας. Ό,τι είναι απόλυτα ολοκληρωμένο και τέλειο πεθαίνει, αφού δε έχει χώρο για υπέρβαση. Ό,τι θεωρείται ουτοπικό και βρίσκεται ατελές στο βάθος του Είναι, μας καλεί σε μια συνεχή υπέρβαση αυτού που είμαστε και αυτό το γίγνεσθαι της επιδίωξης, είναι η ίδια η Αθανασία.
Από τα προηγούμενα έγινε νύξη ότι η Ψυχή είναι η διαλογική διαδικασία της Εδώ-δομής και της Άπω-δομής της αντιφατικής ενότητας. Βέβαια αυτή η σχέση όταν συνιστά την ανθρώπινη ψυχή, αποτελείται από μιαν απεριόριστη πλοκή αντιφατικών στοιχειωδών απεριόριστων κοσμικών επιπέδων, τείνουσα προς το άπειρο. Είναι μια απεριόριστη σειρά “συμπαντιακών αντιλόγων” των αντιφατικών στοιχειωδών, οι οποίοι συμβατικά χωρίζονται σε κοσμικά επίπεδα. Τα επίπεδα αυτά ξεκινούν από το έσχατο επίπεδο της αντιφατικότητας γυμνής, που είναι το ακίνητο και ακαριαίο, το εν δυνάμει Είναι και καταλήγουν στο επίπεδο του νευτώνειου κόσμου, δηλαδή των πραγμάτων.
Κάθε γεγονός, πράγμα ή άνθρωπος, συνίσταται από μια τείνουσα προς το άπειρο σειρά αντιφατικών στοιχειωδών, τα οποία συνιστούν πολυδιάστατα και πολυεπίπεδα συστήματα πλοκής αντιφατικών οντοτήτων, που έχουν δικούς τους “αντιφατικούς συμπαντιακούς αντιλόγους” οι οποίοι τείνουν προς το άπειρο. Αυτό το αβυσσαλέο πολυδιάστατο και πολυεπίπεδο αντιφατικό σύστημα το οποίο βρίσκεται σε συνεχή αλλαγή, που ξεκινά απ’ αυτήν της ακαριαίας ταλάντωσης της γυμνής αντιφατικότητας και τελικά φτάνει στις νευτώνειες αιτιακές αντικειμενικές σχέσεις, της συμβατικής α-κινησίας, είναι η Ψυχή κάθε ανθρώπου. Αυτή είναι γεγραμμένη στο DNA του ή ίσως σε κάποιο άλλο ακόμα βαθύτερο σύστημα που περιέχει μικροδομικά το Όλον. Έτσι αφού ο άνθρωπος περιέχει υλικά-δομικά το Όλον, μπορεί να κοινωνεί διανοητικά αλλά και διαισθαντικά μ’αυτό. Αυτό όμως δεν οφείλεται σε κάποια μεταφυσική δυνατότητα, αλλά στη φύση του η οποία δεν είναι τόσο μηχανική όσο της έχουμε δεχτεί. Η φύση όπως κι η ύλη είναι ζωντανές κι έχουν το δικό τους τρόπο να δείχνουν αυτή την πλευρά της παρουσίας τους. Η διαίσθηση, η φαντασία και το συναίσθημα που θεωρούνται απόκοσμες και μεταφυσικές ιδιότητες, είναι αυτές που αποτείνονται στα βαθύτερα επίπεδα του Είναι και γι’αυτό πρέπει να θεωρούνται περισσότερο Υλικές από τις άλλες ιδιότητες του ανθρώπου.
Το όραμα κι η ουτοπία είναι η πιο πνευματικές λειτουργίες του ανθρώπου οι οποίες απορρέουν από την Αισθητική. Η συνεχής σχέση Αισθητικής και Συνείδησης που είναι η λειτουργία της Ψυχής, βυθίζεται κάθε φορά ταχύτατα έως και ακαριαία σ’όλο αυτό το απειροστικό αντιφατικό ρεύμα ανταλλαγής ροών-αντιρροών λήψης-εκπομπής μηνυμάτων από το «Εγώ» προς το «Άλλο» ( τον συμπαντιακό του αντίλογο) και αυτό μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τη συγκίνηση, την αγάπη, την επιστημονική ή την καλλιτεχνική σύλληψη, δηλαδή τη σχέση ονείρου και ουτοπίας.
Η ΜΕΤΑ ΘΑΝΑΤΟΝ ΖΩΗ
Αυτό το πολυδιάστατο, ευμετάβλητο, αντιφατικό και αχνές νέφος, που τελικά είναι ένας άνθρωπος, συνίσταται-καταλυόμενο, Είναι-ΜηΌντας, δηλαδή υπάρχει αλλάζοντας αργά και σταθερά, αφού οι ταχύτατες ή ακόμα και ακαριαίες αλλαγές των επιπέδων της βαθιάς υπόστασης, μετατρέπονται και τιθασεύονται στον κόσμου των πραγμάτων. Όταν αυτό το απειροστικό γίγνεσθαι ενεργειακών ή όποιων άλλων ανταλλαγών που συνιστούν-καταλύοντας το συγκεκριμένο γεγονός δε μπορούν πια το ανασυστήσουν, δηλαδή να το επιβεβαιώσουν-διαψευδοντάς το ως Αυτό-Άλλο-Αλλού, αλλά το επιβεβαιώνουν απόλυτα και συγχρόνως το διαψεύδουν απόλυτα, αυτό παύει να υπάρχει ως τέτοιο. Αρχίζει την αέναη φθορά του Όλλυσθαι η οποία είναι το αντίδρομο Γίγνεσθαι, όπου το Ον καταλύεται-συντιθέμενο σε άλλες αντιφατικές ενότητες διαφορετικού Μέτρου κι έτσι τα στοιχεία του διασπείρονται στο σύμπαν ως άλλες οντότητες. Δηλαδή είναι πάλι Αυτά-Άλλα-Αλλού, κι αυτή ακριβώς είναι η αθανασία του Όντος. Διαλεκτικά η αθανασία συνιστά αντιφατική ενότητα με τον θάνατο: επειδή κάθε τι καταλύεται-συντιθέμενο (πεθαίνει-γενώμενο), το ένα αντλεί από το άλλο, συνιστώντας αντιφατική σχέση όπου αλληλοπροσδιορίζονται χωρίς ν’αφήνουν απαραβίαστα όρια προσδιορισμού μεταξύ τους. Δηλαδή η αθανασία είναι διθυραμβική: «διά του συνεχούς Θανάτου στη συνεχή Ζωή».
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου