H ΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΚΙΚΗΣ ΔΗΜΟΥΛΑ
Η ΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ κ. ΚΙΚΗΣ ΔΗΜΟΥΛΑ
Επειδή είμαστε Έλληνες και γι'αυτό προχωρήσαμε στον ορίζοντα του πολιτισμού, ακόμα και για ό,τι θεωρείται άρτιο, εμείς θα κάνουμε πάντα κριτική, καλή ή κακή, επιτυχημένη ή αποτυχημένη.
Στην τέχνη ένα μεγάλο μέρος κατέχει η τεχνική, τα εργαλεία κι η μόρφωση. Όμως υπάρχει και κάτι άλλο που κάνει το έργο τέχνης να είναι τέτοιο: Το έργο τέχνης πρέπει να τοξεύει ακριβώς στην καρδιά του ακροατή ή του παρατηρητή. Π.χ. στη μουσική που οι κριτές είναι σκληροί κι απάνθρωποι και περιμένουν με αγωνία να βρουν τον εκτελεστή σκάρτο, θα δει κανείς όλους αυτούς τους φανατισμένους "εχθρούς" να λυγάνε, όταν ο εκτελεστής τους κεντρίσει την ψυχή με το βέλος της αισθητικής. Το έργο τέχνης όσο καλοβαλμένο κι αν είναι, αν δεν κεντρίσει τον ακροατή ή τον θεατή στην ψυχή έχει αποτύχει. Θα παραμείνει ένα μεγαλοπρεπές μνημείο πλήξης. Υπάρχουν λοιπόν μεγάλοι καλλιτέχνες που μολονότι ακολουθούν όλους τους κανόνες της αισθητικής επάρκειας, δεν συγκινούν, αφού υπακούν σε μιαν άψογη γραφειοκρατική πλήξη. (Τα μεγαλύτερα ελαττώματά του έργου τέχνης είναι η ακαδημαϊκή αρτιότητα και η πλήξη).
Αυτό είναι πολύ γνωστό στο χώρο των εικαστικών τεχνών, της μουσικής και της λογοτεχνίας, όπου η τεχνική κι η μόρφωση έχουν μεγάλο έρεισμα. Στη ποίηση όμως, που κάθε γλώσσα ακόμα κι η πιο πρωτόγονη ή η πιο βάρβαρη έχει να επιδείξει τεράστια ποιητικά κατορθώματα, αφού πολλές φορές η γλωσσική αοριστία είναι όπλο ποιότητας, μπορεί να μην ισχύει ή να υπερβαίνεται.
Η ιδιόμορφη λογικο-γλωσσική σύνταξη βέβαια είναι το σημαντικότερο στοιχείο γενικά στη λογοτεχνία, αλλά και ειδικά στην ποίηση που διαχειρίζεται το άρρητο, αφού αυτό παίζει έναν κρυφό δεύτερο-διαφορετικό ρόλο που υπερβαίνει την συντακτική και γλωσσική σαφήνεια.
Η γλώσσα της ποίησης συνιστά ένα είδος στοιχείων πλεύσης που αφήνει ο ποιητής στο πέλαγος του Λόγου, αναμένοντας από τον αναγνώστη να τα ακολουθήσει μολονότι δεν πρέπει να υπάρχει κάποιο γραμματικό ή συντακτικό προηγούμενο πλοήγησης που θα οδηγήσει στο άρρητο του κάθε ποιητή.
Άραγε ό,τι λέω εγώ τώρα για την ποίηση, θα μπορούσε να συστήσει κάποιο κανόνα πλεύσης; Αν ήταν έτσι, τότε αυτό που υποδεικνύεται ως δρόμος της ποίησης ή ως κανόνας, θα ήταν πληκτικός αλλά η πλήξη με την ποίηση δεν συμβαδίζουν. Όμως με την ποίηση δεν συμβαδίζουν κι οι αναμενόμενοι συμβολισμοί με τους οποίους ηδονίζονται διανοητικά οι βλάκες, οι ανόητοι και οι εξυπνάκηδες. Τα εξεζητημένα γλωσσικά ευρήματα και τεχνάσματα δεν συμβαδίζουν με την ποίηση, αλλά και τα διανοουμενίστικα σκιρτήματα που ίσως της δίνουν φιλοσοφική διάσταση. Και βέβαια όλα αυτά που έχω ως τώρα απορρίψει ως ποίηση, μπορεί να γίνουν δομικά στοιχεία κάποιου ποιήματος, το οποίο χρησιμοποιώντας τα να εκπλήξει ή να συγκινήσει. Όμως μπορεί και η συγκεχυμένη γλώσσα του καταγωγίου να συγκινήσει, αλλά κι η κρυστάλλινη ακρίβεια κάποιου μαθηματικού κανόνα, ακόμα όμως κι η πρόταση κάποιας φιλοσοφικής απόφανσης μπορεί να εκπλήξει ποιητικά. Δεν θα εκπλήξει το κυριλέ νοικοκυριό μιας γλώσσας διακορευμένης που φέρει βαρέως αγοραίες προτάσεις κάποιων σοφών ή κάποιων λογίων, οι οποίοι έχουν ζήσει την ζωή τους στο σκοτάδι ερευνώντας την έκφραση της γλώσσας και τη σωστή εκφορά των νεκρών νοημάτων. Και τέλος πάντων ποια είναι η εκφορά των ζωντανών νοημάτων; Πιθανόν είναι αυτή που δεν κοσμείται από τεχνητά αλλά αειθαλή άνθη ευρισκόμενη σε ολόλευκο πλαστικό φέρετρο έτοιμο γι' αποτέφρωση. Δεν είναι μια τέχνη που ο ποιητής γνωρίζει κι ακολουθεί φέρνοντας ένα σωστό αλλ' αναμενόμενο αποτέλεσμα. Δεν είναι διήγημα ούτε μυθιστόρημα. Είναι πάντα ένα μικρό ή μεγάλο ταξίδι σε κάποιο Άγνωστο, χωρίς την πυξίδα της προηγούμενης γνώσης που θα σε φέρει από το άγνωστο στο πεπατημένο. Ό,τι έχει γραφεί στην ποίηση έχει γραφεί, δεν επαναλαμβάνεται, συγχωρείται μόνον όταν αυτό γίνεται απρογραμμάτιστα ή από σοφή άγνοια. Ναι ακόμα κι η άγνοια μπορεί να είναι φορέας κάποιου άλλου νέου το οποίο δεν γνωρίζουμε, αλλά θα γνωρίσουμε ίσως ασυνείδητα ξανά και ξανά. Μπορεί από πολύ μεγάλη αγάπη να ξαναγράψουμε ένα ποίημα, κι αυτό μπορεί να είναι ένα άθλιο ανακατασκεύασμα, μπορεί όμως να είναι κι ένα αληθινό ποίημα, όταν έχει ξαναβρεί τις πηγές της αληθινής του γέννησης κι έτσι να γεννηθεί ξανά και ξανά. Η ποίηση όπως και η αληθινή τέχνη δεν έχει τέλος, αφού ο κόσμος δεν μπορεί να περιοριστεί μέσα στην οπτική και τα όρια κάποιων επιστημονικών κανόνων. Ο κόσμος είναι πάντα νέος: το Χθες δεν υπάρχει, το Αύριο δεν υπάρχει, το Τώρα είναι μόνο, το Τώρα ως καταλυτικο-συνθετικό γίγνεσθαι της μηδενικής αιχμής ενός του φθίνοντος Παρόντος, αιώνιου στη μηδενικότητά του. Υπ’αυτή την πολύ περιοριστική άποψη και μέσα από αυτόν τον αυστηρό και πνιγηρό «κανόνα», ο οποίος θέλει να συντρίψει ή να μην είναι κανόνας, πολύ λίγα ποιητικά μπορούν να γραφούν.
Άραγε όλοι αυτοί οι γλωσσικά νοικοκυρεμένοι, ευφυείς συμβολικά και νοητικά αυτάρεσκοι στίχοι που συνιστούν την ποίηση της κ. Κικής Δημουλά, μπορούν να ορθώσουν μια τέχνη που θα μείνει και θ’αντέξει στις ιδεατές επιθέσεις του μοχθηρού και παμφάγου Χρόνου;
Η τέχνη δεν είναι επιστήμη που γεννά συνεχώς νέες εφαρμογές κι έτσι μένει στην επικαιρότητα. Η τέχνη δυστυχώς δεν μπορεί να υπάρξει μέσα στο τέχνασμα, πρέπει συνεχώς να γεννά τέχνη (τέκνο του γίγνεσθαι ως νέο) κι αυτό μολονότι φαίνεται ακατόρθωτο, είναι αυτό που κρατά την τέχνη ζωντανή. Έτσι μέσα από το παλιό και παρωχημένο θα γεννιέται συνεχώς το Νέο.
Οι στίχοι της Κικής Δημουλά άψογοι, απόλυτα νοικοκυρεμένοι και βαλμένοι στη σωστή τους θέση. Οι λέξεις κι η σύνταξη θαυμάσια. Ακόμα κι η αγγελική τους θλίψη πασπαλισμένη με άχνη ζάχαρη, σαν κουραμπιέδες, στάζουν μέλι. Σαν βγαλμένοι από τον οργανωμένο φοριαμό άρτιου γραφειοκράτη που κάθε βράδυ ονειρεύεται ηδονικά πως θα συντάξει αύριο το πρωί το χάος της θλίψης των φακέλων του. Άραγε όμως που θα μπορούσα να τους διαβάσω; Μήπως στο κοριτσάκι που ολόγυμνο έφευγε με τρόμο απ’το βομβαρδισμένο Μάι-Λάι; Μήπως στο κοριτσάκι με το αρκουδάκι στα χέρια που μόλις έβγαλαν απ’τη θάλασσα οι διασώστες; Μήπως στον Μπόμπυ Σανς την στιγμή που εξέπνευσε κατά την απεργία πείνας; Μήπως στο Διομήδη Κομνηνό την ώρα που δέχτηκε την τόσο φροντισμένη βολή στο στήθος; Μήπως στη Σταματίνα Κανελοπούλου τη στιγμή που δεχόταν το τελευταίο το θανατηφόρο χτύπημα στο κεφάλι; Όχι, όχι! θα τους διαβάσω σ' ένα ακίνητο κατάληψης αστέγων, μήπως κι η δική τους θλίψη περάσει κάποια κλειστή πόρτα άγνωστου παραδείσου. Ήταν κι αυτοί κάποτε γραφιάδες ή εργάτες, είχαν κάποτε το σπίτι-καταφύγιό τους. Ένα σπίτι θλίψης "αυτοκινήτων που περνούσαν φωτίζοντας ξαναμμένα το ταβάνι απ’ τις γρίλιες του σπιτιού". Τότε που η ζωή ήταν τόσο πληκτική κι η θλίψη τόσο προβλέψιμη κι αγγελική. Μπορεί κι αυτοί να έχουν μαζί με τη θλίψη τους το μπλοκάκι, το μολύβι και τους στίχους ποιημάτων. Θα σταθώ σε νεκροταφεία στρατιωτών που μολονότι πέρασαν την πόρτα του ηρωικού θανάτου, δεν πέρασαν της πόρτα της αθανασίας, γιατί αυτή βρισκόταν ανάμεσα στα πόδια της αγέρωχης νέας που χάνεται στο βάθος του δρόμου. Θα τους αναγγείλω τη γραφειοκρατική θλίψη κι αυτοί σ’ αντάλλαγμα θα μου στείλουν τον απύθμενο κι ανεξήγητό τους πόνο. Μπορεί να τ’ απαγγείλω σε σοκάκια λασπωμένα, σε παιδιά που παίζουν όλο λαχτάρα και αυτά θα μου ιστορήσουν την λαμπρή τους καθημερινότητά, τη γεμάτη παιχνίδια με θλιβερές φάρσες, σ’έναν κόσμο που δεν έχει Αύριο, αλλά ένα συνεχές Τώρα, για πάντα θλιβερά προβλέψιμο στη δυστυχία και την πλήξη. Την πλήξη ενός κόσμου που χάνεται κι αυτοί τον βλέπουν από μακριά και ούτε που θα μπορέσουν ποτέ να τον αγγίξουν. Τα ποιήματα της Κικής Δημουλά είναι το ένα καλύτερο απ’το άλλο. Συσκοτίζουν όμως το ερώτημα τι είναι το ωραίο. Δεν μπορώ να βρω τίποτα επιλήψιμο στους στίχους τους, δεν τους λείπει τίποτα, αγγίζουν μια νεκρική τελειότητα. Είναι τόσο άψογοι που στο σώμα τους δε μπορεί να χωρέσει κάτι άλλο, ούτε η ιερή τρέλα της ποίησης, ούτε «το μαύρο σώμα του Φαραώ να τα κατατρώγει μέσα τους».
Λέγεται ότι η ποίηση διαχειρίζεται το Άρρητο. Το Άρρητο είναι κάτι που ενώ υπάρχει, δεν λέγεται με λόγια γιατί είναι μια ιερή πρακτική. Δεν είναι όμως αυτό που ενώ δεν υπάρχει μπορεί με τα λόγια να δημιουργηθεί, όσο σιβυλλικά κι αν είναι. Πίσω απ' τα λόγια πρέπει πάντα να υπάρχει το Είναι, αυτό που ενώ βρίσκεται μπρος τα μάτια μας δεν το βλέπουμε και η αποκάλυψη του οποίου συνταράσσει ή εκπλήσσει. Η ποίηση πρέπει ν' αποκαλύπτει αυτό, που ενώ δεν φαίνεται, είναι πάντα μπροστά μας, ακόμα κι αν τα λόγια δεν είναι αρκετά για να το αποκαλύψουν. Δεν είναι όμως μόνο η ίδια η ποίηση που πρέπει να ενδύεται αυτόν τον τρόπο ύπαρξης, αλλά και το σύγχρονο διήγημα ν’ αναφαίνεται σαν μια συρροή ονείρων, σαν πλεούμενο στην ομίχλη του άρρητου.
Σ’ αυτή την ένδυση του λέγειν, πρέπει να βρεθεί τι είναι αυτό που λέγεται κι αυτό που δεν λέγεται. Μάλιστα πως θ’ αποκρύψει αυτό που λέγεται και θ’ αναδείξει αυτό που δε λέγεται. Αφού ό,τι φαίνεται δεν χρειάζεται να αναδειχθεί, αλλά μόνον αυτό που το φαινόμενο κρύβει και τότε μόνο όταν αυτό μπορεί να εκπλήξει και οπωσδήποτε όχι να πλήξει.
Η πλήξη όσο ωραία κι αν είναι, σαν αντικείμενο της τέχνης είναι κι ο θάνατός της. Η πλήξη δε μπορεί να γεννήσει τέχνη, αφού ακόμα κι αν το συνειδητό αποτέλεσμά της είναι η ίδια η πλήξη, τότε είναι φανερό ότι έχει ήδη πεθάνει κατά την διάρκεια της γέννησή και της ανάδειξής της.
Ο Διόνυσος ως ιερός ταύρος μπαίνει στο Δρόμο της θυσίας σ’ ένα πανδαιμόνιο νοητικής μέθης, εκκωφαντικών κραυγών και θορύβων. Ο Χορός φθέγγεται παραληρώντας τον νέο λόγο, αφού ο Διόνυσος είναι πάντα άλλος. Έτσι το ποίημα όντας πάντα άλλο, πρέπει να φθέγγεται τον νέο λόγο, απ’ όπου αναφαίνεται η ιερή τρέλα του Διονύσου. Γύρω του όλοι οι κοινωνοί είναι σάτυροι και μαινάδες, που φθέγγονται εν χορώ το Άρρητο, περνώντας από αντίθετες θύρες συγχρόνως. Θύρες ζωής και θανάτου και όπου η έσχατη θύρα είναι αυτή «της παρουσίας μεσ’την απουσία» που είναι ο Διθύραμβος.
Όταν ο Βάκχος βγαίνει στον ιερό δρόμο, ο Απόλλων κρύβεται έντρομος, αναμένει το ξέσπασμά του κι όταν πια οι Βάκχες αποσυρθούν καταπονημένες, μπορεί να πάρει πάλι τη θέση του κι ο Απόλλων με τις Μούσες. Έτσι είναι φανερό πως μολονότι όλα είναι κάθε στιγμή νέα και γι' αυτό στην ουσία Άρρητα, σε όλα, ακόμα και στα πιο παράδοξα ή απροσδόκητα υπάρχει κάποια απολλώνια τάξη, αυτή όμως πρέπει να είναι πάντα διαφορετική, ώστε να μπορεί να είναι κάθε φορά ζωντανή Τέχνη. Αυτή η τάξη είναι η αισθητική σύγχυση που γεννά μέσα απ' τη συνεχή φθορά τη λαμπρή-αθάνατη καλλιτεχνική αταξία.
Και λοιπόν όλα αυτά τι θα πουν; Μήπως ότι η ποίηση της Κικής Δημουλά δεν είναι ποίηση ή μήπως είναι κακή ποίηση;
Η ποίηση της Κικής Δημουλά έχει κάτι που ενώ δεν είναι νέα ποίηση ώστε να εκπλήξει, δεν είναι και αναμενόμενη. Εξάλλου στην αγιογραφία που είναι η τέχνη της κατεξοχήν προσπάθειας της πιστής επανάληψης, μπορεί εκατοντάδες αγιογράφοι να πασχίζουν το θαύμα του πιστού αντιγράφου, αφού το πρωτότυπο θεωρείται εξ αποκαλύψεως θεού, καθένας δημιουργεί την αποκλειστικά δική του εικόνα. Είναι σχεδόν αδύνατο να γίνει το απόλυτα όμοιο αντίγραφο. Η ποίηση της Κικής Δημουλά μπορεί να κρατά τη δική της αποκλειστική θέση στο χώρο της ελληνικής ποίησης, χωρίς τις εκκωφαντικές τυμπανοκρουσίες των θαυμαστών της, οι οποίες την βλάπτουν. Μάλιστα αυτό που παρουσιάζει μολονότι έχει κάποια καταγωγή από τον Έλιοτ και τον Σεφέρη είναι αποκλειστικά δικό της.
Η ποίηση όμως δεν έχει κάποιους απόλυτους κανόνες αξίας, έτσι κάθε φιλότεχνος μπορεί και πρέπει να την απολαμβάνει και να την κρίνει με τον αποκλειστικά δικό του τρόπο.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου