Η ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ κ. ΕΥΘΥΜΙΟΥ ΚΑΙ ΟΙ ΑΛΗΘΕΙΕΣ ΤΟΥ 1821
Η ιστορικός Μαρία Ευθυμίου καταρρίπτει τους μύθους του 21. Mιλώντας στο thebest. Συνέντευξη στον Φάνη Βγενόπουλο. Εθνική αναπηρία ότι στρεφόμαστε μόνον στο αρχαίο παρελθόν.
Η αν. Καθηγήτρια Ιστορίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών Μαρία Ευθυμίου μίλησε στο thebest.gr σχετικά με τις παρανοήσεις της Επανάστασης και τους μύθους του 1821, τους οποίους η διακεκριμένη ιστορικός κατέρριψε έναν προς έναν. Ακόμη απαντά για το θέμα της εθνικής καθαρότητας, για το κατά πόσον οι Αρβανίτες Έλληνες είναι Έλληνες αλλά και γιατί, ως λαός, έχουμε την τάση να καταφεύγουμε στο αρχαίο μας παρελθόν.
ΕΠΙΣΉΜΑΝΣΗ: Μιας εξαρχής ισχυρίζομαι ότι η κ. Ευθυμίου κάνει μιαν απλοϊκή προσέγγιση στην ιστορία και μάλιστα χρησιμοποιεί μια γλώσσα κατώτερη των περιστάσεων. Πιθανόν να είναι μια επιλογή διδασκαλίας, όπου κατεβάζει σκόπιμα το επίπεδο της γλώσσας και της επιστήμης για να έλξει κοινό κατώτερου πολιτισμικού επιπέδου. Έτσι κάνει διπλή ζημιά: από τη μια δεν λέει την επιστημονική αλήθεια στο κοινό κι από την άλλη προσβάλλει την επιστήμη που διδάσκει. Επειδή οι τέχνες κι οι επιστήμες έχουν υπερβατικό χαρακτήρα, δεν πρέπει να "κατεβαίνουν" για να βρουν το "στόχο" τους, αντίθετα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα και την αξία να ανεβάζουν το επίπεδο των παρατηρητών ή ακροατών κι αν είναι δυνατόν να τους οδηγήσουν στην αίσθηση του υπερβατικού. Ο δάσκαλος μπορεί να διδάξει χωρίς αισθητικές και επιστημονικές παραχωρήσεις και να ανεβάσει λίγο ψηλότερα ακόμα και στον πιο αδαή. Μάλιστα αυτό είναι το καθήκον και η αξία του δασκάλου. Δημοσιογράφος: Από τη μέχρι τώρα εμπειρία σας των μαθημάτων για την Επανάσταση αλλά και, γενικότερα, από τις διαλέξεις που έχετε δώσει τόσα χρόνια ανά τη χώρα, ποιο είναι το συμπέρασμά σας; Οι Έλληνες γνωρίζουν τι είχε συμβεί το 1821. Ευθυμίου: Κοιτάξτε, όλοι μας γνωρίζουμε πέντε πράγματα για την Επανάσταση από αυτά που έχουμε διαβάσει στα σχολικά βιβλία ή από τους λόγους των διευθυντών των σχολείων στις επετείους της Επανάστασης. Όταν όμως διαβάσει κανείς σε λεπτομέρειες την Επανάσταση του 1821, αντιλαμβάνεται άλλες παραμέτρους που ποτέ δεν τις είχε φανταστεί οι οποίες και θα τον εκπλήξουν - αρνητικά κάποιες φορές, θετικά κάποιες άλλες. Στην πορεία λοιπόν, εκπαιδεύεσαι να αποδέχεσαι ότι η Επανάσταση ήταν ένα γεγονός πραγματικό με πραγματικούς ανθρώπους, όπως εσείς κι εγώ, που βρέθηκαν σε έκτακτη περίσταση, εξαιρετικά επικίνδυνη. Είναι λογικό, κατά συνέπεια, σε τέτοιες καταστάσεις ο καθένας να βγάζει πτυχές του χαρακτήρα του, καλές ή κακές. Αυτό συνέβη και σε εκείνους τους ανθρώπους. Μελετώντας την Ιστορία της Επανάστασης θα συναντήσει κανείς ποταπές συμπεριφορές που θα τον πικράνουν μια και θα ήθελε οι ήρωές του να είναι άμεμπτοι, ηθικοί, ενάρετοι. Άλλα άτομα - μάλιστα κάποια εξ αυτών καθόλου προβεβλημένα- θα τον συγκινήσουν βαθύτατα με την ανιδιοτέλεια και την αφοσίωσή τους στην κοινή υπόθεση του Γένους. Άλλωστε, οι άνθρωποι μπορούμε να είμαστε και διάβολοι και άγγελοι μαζί, παρουσιάζοντας ανέλπιστα αντιφατικές συμπεριφορές και στάσεις.
Εγώ λέω: Εκ πρώτης όψεως και επιφανειακά, αυτά που ισχυρίζεται η κ. Ευθυμίου έχουν κάποιο ποσοστό αλήθειας μετά από μια μια δεύτερη ανάγνωση όμως; Η επανάσταση δεν ήταν ένα γεγονός όπου "καθημερινοί άνθρωποι βρέθηκαν σε έκτακτη κι εξαιρετικά επικίνδυνη κατάσταση κι ανταποκρίθηκαν, όπως θ' ανταποκρινόταν ο καθένας", αφού πάντα οι επαναστάσεις δεν αφορούν κάποιους καθημερινούς ανθρώπους οι οποίοι βρίσκονται άθελά τους εκεί. Η επανάσταση είναι ένα γεγονός που υποκινείται από το πάθος κάποιων ηρώων για Ισότητα, Ελευθερία και Αδελφότητα, κι αυτοί οι κάποιοι βρίσκονται εκεί συνειδητά διακινδυνεύοντας τη ζωή τους, δηλαδή "πηγαίνουν γυρεύοντας" γι' αυτό.
Επίσης γνωρίζουμε ότι σε μια κατάσταση όπως η υποδούλωση των Ελλήνων απ'τους Τούρκους, (η οποία δεν ήταν υποδούλωση στους Εγγλέζους ή τους Γάλλους), και όπου ίσχυε μια αφόρητη για τον άνθρωπο πραγματικότητα, κάποιοι "τούρκεψαν" και ήταν αυτοί τους οποίους αναμιμνήσκεται η κυρία Ευθυμίου και τους χαρακτηρίζει σαν ανθρώπους μιας σημερινής καθημερινότητας με προσωπικά συμφέροντα και πάθη. Βέβαια κι οι επαναστάτες ήταν άνθρωποι όπως της σημερινής καθημερινότητας, αλλά δεν χαρακτηρίζονται απ'αυτό, επειδή, αν όχι όλοι, αλλά κάποιοι απ'αυτούς υπήρξαν γίγαντες, εφάμιλλοι των μαχητών του Μαραθώνα και των Θερμοπυλών, οι οποίοι έβαλαν στη άκρη το προσωπικό τους συμφέρον και τη ζωή τους πολεμώντας για ελευθερία ή θάνατο. Τέτοιους γνωρίσαμε κι εμείς κατά την εποποιία του 40-41, στη γερμανική κατοχή και κατά τη διάρκεια της αντίστασης, αλλά γνωρίσαμε και τους ταγματασφαλίτες που έκαναν την βρόμικη δουλειά των Γερμανών εκτελώντας και βασανίζοντας πατριώτες. Κι επειδή μας υπενθυμίζει η κ. Ευθυμίου με τον δικό της τρόπο ότι: "πολλά τα δεινά ουδέν δεινότερον του ανθρώπου πέλει", της υπενθυμίζω κι εγώ ότι αυτοί οι οποίοι το 21 πήραν τα όπλα για ελευθερία και μάλιστα πολλοί απ'αυτούς διέθεσαν και την περιουσία τους για να εξοπλίσουν τα επαναστατικά τους τμήματα, σίγουρα είναι από αυτούς των οποίων η δεινότητα είναι η υπερβατική της ελευθερίας και όχι η δεινότητα των άλλων που ήταν η υποβατική της προδοσίας. Επίσης είναι βέβαιο ότι και αυτοί σαν άνθρωποι είχαν τα πάθη και τις αδυναμίες τους, αλλά τα παραμέρισαν μπροστά στην ιερότητα του σκοπού τους.
Κάποτε προ της σύγκρουσης με τους Τούρκους, ο διοικητής των φιλελλήνων οι οποίοι εμάχοντο στο πλευρό των επαναστατών είπε στον Μακρυγιάννη: Στρατηγέ μου οι Τούρκοι είναι περισσότεροι, πιο καλά εξοπλισμένοι και σε καλύτερη θέση από μας. Μήπως πρέπει να υποχωρήσουμε; Και ο Μακρυγιάννης του απάντησε: Αν μετρούσαμε, πριν κινήσουμε για επανάσταση, δεν θα την κάναμε. Τώρα θα πέσουμε ανάμεσά τους με τα γιαταγάνια μας κι όποιον πάρει ο Χάρος. Επίσης λέγεται ότι ο Κολοκοτρώνης κι η Μπουμπουλίνα λεηλατούσαν τους Τούρκους σε περιοχές που κατελάμβαναν. Και πώς θα γινότανε άλλωστε; Χρειαζόντουσαν λεφτά για όπλα, πυρομαχικά και τρόφιμα. Οργάνωναν στράτευμα με τα λεφτά του εχθρού που τα είχε κλέψει από τον ελληνικό λαό.
Δημοσιογράφος: Γι'αυτό πιστεύετε ότι ορισμένοι εθνικοί μύθοι, όπως το λάβαρο της Αγίας Λαύρας και το Κρυφό Σχολειό, έχουν φτάσει ως τις ημέρες μας, αν και έχουν περάσει σχεδόν 200 χρόνια από την Επανάσταση;
Ευθυμίου: Για τον εορτασμό της Επανάστασης ασχολήθηκε το 1838 ο βασιλιάς Όθωνας, ο οποίος θεώρησε ότι είναι σημαντικό να υπάρξει μία εθνική γιορτή σε ένα εθνικό κράτος καθώς, μέχρι τότε, οι Έλληνες εόρταζαν μόνον θρησκευτικές εορτές. Ομάδα συμβούλων τού υπέδειξε την 25η Μαρτίου ως ημέρα εορτασμού της εκκίνησης της Επανάστασης ώστε να συνδυάζεται το εθνικό με το θρησκευτικό στοιχείο, μια και την ημέρα αυτή τιμάται ο Ευαγγελισμός. Στην πραγματικότητα, τα γεγονότα της Επανάστασης ξεκίνησαν περίπου δέκα ημέρες πριν από αυτήν την ημερομηνία, στην Αχαΐα και στην Μάνη –με πυκνά γεγονότα στην περιοχή των Καλαβρύτων και τα εκεί Μοναστήρια. Οι άνθρωποι έμπαιναν στον Αγώνα σηκώνοντας λάβαρα και σημαίες τις περισσότερες φορές αυτοσχέδιες καμωμένες από τσεμπέρες των γυναικών τους και υφάσματα των στολών τους.
Επισημαίνω: Αυτή είναι μια απομυθοποίηση των απλοϊκών και των εξυπνάκιδων. Κι εγώ αναρωτιέμαι: Μήπως δεν πρέπει να εορτάζονται έστω και με κάποια ημερολογιακή ανακρίβεια οι σημαδιακές στιγμές της ιστορίας μας; Ή μήπως αυτό είναι ιστορικός ή εθνικός αναχρονισμός που μας οδηγεί στο παρελθόν, αντί ν'ανοίγει τις πόρτες του μέλλοντος; Κι επειδή εγώ νομίζω ότι χωρίς τη γνώση του παρελθόντος και της ιστορίας της μια χώρα δεν μπορεί να βαδίσει στο μέλλον, πρέπει να υπενθυμίζεται στο σχολείο και με τις εθνικές εορτές στον λαό.
Αυτό βέβαια δεν πρέπει να είναι κάτι, που η κ. Ευθυμίου κι λαμπρός δημοσιογράφος που τη σεγοντάρει με τις "καίριες" ερωτήσεις του, διαφωνούν. Έτσι αναρωτιέμαι αφού όλοι συμφωνούν ότι πρέπει να γιορτάζεται αυτό το σημαντικό γεγονός, γιατί η κ. Ευθυμίου τον εορτασμό παρουσιάζει σαν γραφικό και απλοϊκό; Εγώ, από την άλλη, που βρέθηκα στις γραμμές της εξέγερσης του πολυτεχνείου το οποίο ήταν ένας μικρός ιδεατός συμβολισμός σε σχέση με το μεγαλείο της επανάστασης του 21, γιατί συγκινούμαι; Μήπως όσοι συγκινούμεθα από την επανάσταση των κουρελιαρέων του 21, από την παράταξη των Ελλήνων οπλιτών στον Μαραθώνα και στις Θερμοπύλες μπρος στα στίφη των βαρβάρων (τους οποίους σε άλλες εκπομπές η κ. Ευθυμίου παρουσιάζει ως πολιτισμένους), από τις στρατιές των φτωχών στο Βαλμύ, από την κατάληψη των χειμερινών ανακτόρων από τους Ρώσους προλετάριους, από τη μεγάλη πορεία της στρατιάς των Κινέζων επαναστατών, απ'τους πολιορκημένους του Λένινγκραντ, απ'τους μαχητές του Στάλινγκραντ και του Κούρσκ, από την ελληνική εποποιία του 40-41, από τους μαχητές της αντίστασης, από τους εξεγερμένους του Μάη 68, από τους μαχητές του Βιέτ-Ναμ, μήπως δεν είμαστε ρεαλιστές αλλά γραφικοί Δονκιχότες;
Η κ. Ευθυμίου είναι φανερό ότι δεν έχει ποτέ παραταχθεί σε γραμμές σύγκρουσης για λαϊκές διεκδικήσεις, ούτε έχει νιώσει την ανατριχίλα των μαζών τη στιγμή που αψηφώντας τις απαγορεύσεις, κάνουν το πρώτο βήμα προχωρώντας μπροστά και πέφτουν οι πρώτες ομοβροντίες και κάποιες φορές οι πρώτοι νεκροί. Τότε που οι εξεγερμένοι νιώθουν και λένε μέσα τους "ή τώρα ή ποτέ".
Εφόσον όμως είναι γυναίκα και πιθανόν έγγαμη ίσως έχει γεννήσει, τότε θα έχει νιώσει την ιερή στιγμή του πόνου της ώθησης του Νέου από μέσα της. Τη στιγμή που η γυναίκα δεν σκέφτεται πια τον εαυτό της, την οδύνη και τους όποιους κινδύνους της γέννας, αλλά το Αναμενόμενο, το Νέο. Αυτό το Νέο που μολονότι τόσο αδύναμο κι απροστάτευτο, κρύβει μέσα του έναν Γίγαντα. Είναι αυτός ο Γίγαντας που στην πορεία της ανάπτυξής του περιβάλλεται με περισσή φροντίδα από διορισμένους Νάνους, που καθήκον έχουν να του μάθουν πόσο ανόητο και πόσο επικίνδυνο είναι να έχεις "ουτοπικά" οράματα και να είσαι γίγαντας, αλλά πόσο βολικό και επικερδές είναι να είσαι Νάνος.
Δημοσιογράφος: Και για το Κρυφό Σχολειό; Υπήρξε πράγματι; Ευθυμίου: Όχι, δεν υπήρξε, μια κι οι Οθωμανοί, μέχρι και τα μέσα του 19ου αιώνα, δεν ασχολήθηκαν με την παιδεία των υπηκόων τους ούτε προάγοντάς την ούτε εμποδίζοντάς την. Στην διάρκεια της Τουρκοκρατίας, στα χωριά ο ιερέας μάθαινε λίγα γράμματα στα παιδιά από το Ευαγγέλιο. Δεν το έκανε κρυφά, βέβαια. Παραλλήλως, όμως, σε κωμοπόλεις και πόλεις υπήρχαν, από τον 16ο και 17ον αιώνα, οργανωμένα ελληνικά σχολεία που, στον 18ο αιώνα πολλαπλασιάστηκαν και έλαμψαν (Χίος, Ιάσιο, Βουκουρέστι, Κυδωνιές, Μυτιλήνη, Σάμος, Σμύρνη, Αθήνα, Τύρναβος, Μηλιές, Ζαγορά, Αμπελάκια, Μοσχόπολη, Γιάννενα, Δημητσάνα, Άρτα κά). Τα σχολεία αυτά δημιουργούνταν, κατά κανόνα, από δωρεές αποδήμων εμπόρων και από συντεχνίες, με τη φροντίδα των κοινοτήτων. Κάποια από αυτά, διέθεταν και Βιβλιοθήκη και αίθουσες Χημείας και Φυσικής. Σε αυτά τα σχολεία έστελναν τα παιδιά τους όχι μόνον Έλληνες αλλά και άλλοι Βαλκάνιοι, Χριστιανοί Ορθόδοξοι, γιατί θεωρούνταν τα καλύτερα σχολεία των Βαλκανίων.
Εγώ διαπιστώνω ότι: Η κυρία ιστορικός αντιλαμβάνεται πολύ μηχανιστικά το ιστορικό γίγνεσθαι. Ναί σε κάποιες περιοχές όπου για κάποιους λόγους οι Κοτζαμπάσιδες κι οι Αγάδες του Σουλτάνου τα βρίσκανε και είχαν φιλικές σχέσεις με τους εκπροσώπους των Ελλήνων κι έτσι μπορεί κατά καιρούς να επιτρέπετο το σχολείο, όμως αλλού και γενικά όχι, κι έτσι λειτουργούσε το κρυφό σχολειό. Εξάλλου έχουμε το παράδειγμα των Κούρδων της Τουρκίας οι οποίοι μετά από αγώνες αιώνων μόλις το 1980 κατάφεραν να μιλούν χωρίς απαγορεύσεις την κουρδική γλώσσα. Ακόμα όλοι ξέρουμε ότι σε κάποιες περιοχές υπήρχε το χαράτσι. Δηλαδή για να μιλάς Ελληνικά έπρεπε να πληρώνεις φόρο κεφαλής. Έτσι πολλοί Έλληνες άρχισαν να μιλούν μιαν αρβανίτικη διάλεκτο η οποία περιείχε πάρα πολλές ελληνικές λέξεις, μάλιστα υπήρχαν πολλές τέτοιες ιδιωματικές διάλεκτοι, αφού οι Αλβανοί ήταν σύμμαχοι των Τούρκων και η γλώσσα τους δεν απαγορευόταν.
Ευθυμίου: Οι πρόγονοί μας έκαναν άθλο, κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, στο θέμα της Παιδείας και, αντί να είμαστε υπερήφανοι για τον άθλον αυτόν, λέμε πως δεν μας επιτρεπόταν τότε να έχουμε παιδεία και πως τα ελληνικά σχολεία λειτουργούσαν κρυφά. Πρόκειται περί ανόητης αντιστροφής της πραγματικότητας.
Εγώ λέω: Ο άθλος αυτός ήταν πολύ μεγαλύτερος, γιατί υπήρχε απαγόρευση της ελληνικής γλώσσας, αφού ο Σουλτάνος ήξερε ότι η ελληνικότητα λόγω της υψηλής λαϊκής κουλτούρας είχε ως σύνδρομο την περιφρόνηση για τον κατακτητή και την δημιουργία αντίστασης. Επίσης γνωρίζω ότι σε περιοχές όπως η Αττάλεια, οι Έλληνες είχαν χάσει τη γλώσσα τους αφού εκεί απαγορεύετο η ελληνική. Οι πρόσφυγες λοιπόν από την Αττάλεια μιλούσαν μια διάλεκτο τουρκική, η οποία περιείχε και κάποιες ελληνικές λέξεις και η οποία εξαφανίστηκε γύρω στο 60, όταν πια οι γέροι πρόσφυγες είχαν πεθάνει.
Εγώ αυτά τα έζησα επειδή το σπίτι μου ήταν στην είσοδο του προσφυγικού συνοικισμού των Ατταλιωτών, "Ασύρματος", που καταγράφηκε από την ταινία του Αλεξανδράκη με τον τίτλο η "Συνοικία το Όνειρο". Ο κινηματογράφος της γειτονιάς Ζέφυρος, δυο φορές τη βδομάδα έπαιζε έργα τούρκικα, αφού όλοι οι κάτοικοι του Ασυρμάτου δεν μιλούσαν ελληνικά.
Δημοσιογράφος: Υπάρχουν και άλλοι μύθοι για το ’21 που πρέπει πλέον να καταρριφθούν, με την έννοια ότι έχουμε περάσει από την παιδική ηλικία στην ωριμότητα των 200 ετών;
Ευθυμίου: Υπάρχουν πολλά στην Επανάσταση που είναι ώριμο να τα συζητήσουμε χωρίς προκατασκευές και ιδεοληψίες στις οποίες έχουμε κλίση ως λαός. Πχ., κατά τον μεσοπόλεμο και τις δεκαετίες του 1950 -1970 καλλιεργήθηκε, από την αριστερή βιβλιογραφία κυρίως, η άποψη πως την Επανάσταση δεν την ήθελαν οι προύχοντες και οι κληρικοί παρά μόνον οι κλέφτες και οι αρματολοί. Σήμερα, αντίθετα, προσπαθούμε να ερμηνεύσουμε το γιατί τα προνομιούχα στρώματα του πληθυσμού που η Οθωμανική διοίκηση χρησιμοποιούσε ως ενδιάμεσες διοικητικές ομάδες με τους υπηκόους της (κληρικοί, αρματολοί, προύχοντες) συμμετείχαν ενεργά και πρωτοπόρα στην Επανάσταση γενόμενα μαζικά μέλη της Φιλικής Εταιρείας και παίρνοντας τα όπλα όταν ήρθε η ώρα. Μάλιστα, οι πεφιλημένοι της παλαιάς θεωρίας, οι αρματολοί της Ρούμελης, ήταν εκείνοι που παρουσίαζαν μεγάλα προβλήματα στην Επανάσταση καθώς πότε έμπαιναν και πότε έβγαιναν από αυτήν, με μία τακτική που ονομαζόταν «καπάκια».
Εγώ λέω: Ποτέ μα ποτέ οι αρματολοί δεν θεωρήθηκαν από τον ελληνικό λαό ήρωες. Ακόμα κι αν κάποιοι απ'αυτούς πρόσφεραν στην επανάσταση, το έκαναν γιατί έβλεπαν ότι τα πράγματα αλλάζουν. Οι ήρωες ήταν πάρα πολλοί άλλοι που ο ελληνικός λαός θαύμαζε. Ακόμα και στα φασιστοκρατούμενα σχολεία του 50, υπήρχαν οι ιερές εικόνες τους, οι οποίες είχαν γίνει σύμβολα παλικαριάς και τιμιότητας από μας τους πιτσιρικάδες, που ζούσαν στις φαβέλες εκείνης της εποχής. Ο Κολοκοτρώνης, ο Καραϊσκάκης, ο Ανδρούτσος, η Μπουμπουλίνα, ο Υψηλάντης, ο Διάκος, η Μαντώ Μαυρογένους, ο Νικηταράς, ο Μακρυγιάννης, ο Πλαπούτας και μια ατέλειωτη σειρά αγωνιστών, οι οποίοι ακολουθούντο από εκλεκτά παλικάρια. Πολλοί απ'αυτους μετά την απελευθέρωση, φυλακίστηκαν ή εκτελέστηκαν από τη συγκεντρωτική εξουσία των Βαβαρών και των Κοτζαμπάσιδων, όπως έγινε και με την ανάληψη της μετα-κατοχικής διοίκησης από τους ταγματασφαλίτες συνεργάτες των Γερμανών και έπειτα των Εγγλέζων. Οι ήρωες στο τέλος αμαυρώνονται απ'τους γραφειοκράτες, γιατί η ανάμνησή τους στη λαϊκή συνείδηση αναδεικνύει την ψυχική μιζέρια και την ιδιοτέλεια των γραφειοκρατών. Όπως γίνεται και τώρα από "φωτισμένους" ιστορικούς, που όταν ακούσουν Μπάμ κατουριώνται πάνω τους, και από την ασφάλεια του παχουλού μισθού και του γραφείου τους, κρίνουν ρεαλιστικά την έννοια του ηρωισμού. Είναι αυτοί που όταν μιλάμε για το έργο ενός μεγάλου καλλιτέχνη, αρχίζουν να ψάχνουν τις σκοτεινές πτυχές της ζωής του για να τον φέρουν στα δικά τους μέτρα.
Όπως "δεν τα φάγαμε όλοι μαζί", έτσι όσοι πλέουμε δεν είμαστε μήλα, κάποιοι από μας είναι καβαλίνες και αυτοί είναι οι γραφειοκράτες, οι οποίοι παριστάνοντας τους ρεαλιστές θέλουν να βάλουν στο ίδιο καλάθι με τους εαυτούς τους, τους ήρωες. Οι ρεαλιστές όλων των εποχών μήδισαν, τούρκεψαν, έγιναν γερμανο-τσολιάδες και σήμερα έχουν θέσεις σε εκπαιδευτικά ιδρύματα και διδάσκουν στον Έλληνα, που είναι φύση επαναστάτης, τον "ρεαλισμό" της υποταγής και της απαξίωσης του Ηρωισμού.
Άραγε στην επαναστατική εποποιία του 21, που συνετάραξε όλον τον τότε κόσμο κι ο ανθός των νέων εκείνης της εποχής ξεκίνησε από όλα τα μέρη του πολιτισμένου κόσμου να έλθει στην Ελλάδα να πεθάνει, η κ. Ευθυμίου βρίσκει απλοϊκή την λατρεία της ιδεατής σημαίας της επανάστασης κι ανακριβή την ημερομηνία έναρξής της; Μπράβο της είναι σπίρτο, πολύ ευφυής! Μήπως ίσως γνωρίζει αν ο Καραϊσκάκης ήταν δυσκοίλιος κι όταν τον συμβούλεψαν να κάνει κλύσμα απάντησε: Πίσω ρε πούστηδες ή ότι αν ο Καβάφης ήταν πούστης; Μήπως ξέρει αν η Μαντώ Μαυρογένους "καβαλιώταν" με τον Υψηλάντη. Ο ρεαλισμός πρέπει να είναι δομικό στοιχείο υπέρβασης κι όχι στοιχείο υπόβασης. Όλοι χέζουμε και κλάνουμε, δεν είναι όμως αυτό που μας χαρακτηρίζει.
Στον ιερό ναό της Αγίας Σωτήρας και όταν η ενενηκοντούτης κυρία Ευταλία άκουσε τον ιερέα να ψέλνει: "και ο Ιησούς έκλασεν τον άρτον"! σαν πιο σοφή από την ιστορικό μας, σταυροκοπήθηκε με ευλάβεια και ανέκραξεν: και το πορδαλάκι σου χριστούλη μας.
Δημοσιογράφος: Ένα άλλο ζήτημα που προκαλεί τριβές είναι αυτό της εθνικής καθαρότητας. Από την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους αμφισβητείται το θέμα της καθαρότητας των Ελλήνων. Μπορείτε να μας εξηγήσετε πώς ήταν η κατάσταση στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και πώς μετεξελίχθηκε όταν γίναμε κράτος-έθνος;
Ευθυμίου: Καθαρό έθνος πιθανόν να υπάρχει στα Ιμαλάια στα 8.000 μέτρα! Είναι αυτονόητη η ανάμειξη των λαών, αλλού περισσότερο και αλλού λιγότερο. Στην Ευρώπη η ανάμιξη είναι μεγάλης κλίμακας και στα Βαλκάνια επίσης. Δεν υπάρχει λαός που να μην το έχει ζήσει. Πάντα, όμως, υπάρχει ένας κεντρικός πυρήνας. Αυτό φαίνεται και στις μορφές των ανθρώπων, ώστε να μπορείς να πεις ότι αυτή η μορφή θυμίζει Ούγγρο, για παράδειγμα. Γιατί, παρότι έχει γίνει ανάμειξη, παραμένει ένας κεντρικός γονιδιακός και ιστορικός πυρήνας που δίνει κάποια χαρακτηριστικά στην εμφάνιση. Και στις νοοτροπίες.
Στην περιοχή που ζούμε, λειτουργούσαν επί 2.000 χρόνια αυτοκρατορίες. Που θα πει ότι δεν υπήρχαν εθνικά σύνορα και, εξ αυτού, οι μετακινήσεις πληθυσμών ήταν απλούστερες και αυτονόητες. Επομένως οι αναμείξεις ισχύουν για όλους και όχι μόνον για τους Έλληνες. Το θέμα της καθαρότητας των Ελλήνων συζητείται πιο πολύ διότι είμαστε απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων τους οποίους η ανθρωπότητα θαυμάζει τόσο. Πολιτισμικά είμαστε απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων γιατί μιλάμε μέχρι σήμερα την ελληνική γλώσσα η οποία και γράφεται συνεχώς επί 4.000 χρόνια. Βεβαίως, γενετικά έχουν γίνει αναμείξεις : σλαβικές την περίοδο του Βυζαντίου, αλβανικές στην περίοδο του ύστερου Βυζαντίου και της τουρκοκρατίας. Επίσης, υπάρχουν αναμείξεις με Βλάχους που μετακινούνταν σε όλα τα Βαλκάνια και, κυρίως, στην περιοχή μας. Το ίδιο όμως, συμβαίνει και με τους Αλβανούς, τους Ρουμάνους, τους Βουλγάρους που έχουν αναμειχθεί με Έλληνες, η παρουσία των οποίων σε αυτές της περιοχές ήταν διαχρονικά μεγάλη και έντονη. Ας μην γελιόμαστε, όλοι οι λαοί των Βαλκανίων έχουν αναμείξεις μεταξύ τους.
Εγώ αναρωτιέμαι: Υπάρχει κανείς στην αγορά να μην γνωρίζει αυτές τις σοφίες; Και βέβαια αυτό υποδεικνύει στους σοβινιστές ότι δεν υπάρχει αρχαίο ελληνικό DNA του οποίου είμαστε αποκλειστικοί κοινωνοί, αφού και οι αρχαίοι δεν ήταν φυλετικά αμιγείς. Όμως αυτό αναδεικνύει ότι ένα μεγάλο μέρος των πληθυσμών στην Κάτω Ιταλία, στην Μικρά Ασία και γύρω από τη Μεσόγειο και τον Εύξεινο Πόντο, είναι φυλετικά συγγενείς με τους Αρχαίους Έλληνες.
Και συνεχίζει: Με τους Τούρκους δεν έχουμε αξιοσημείωτη γενετική ανάμειξη, ωστόσο έχουμε πολιτισμική ανάμειξη καθώς αυτοί πήραν πολλά στοιχεία από εμάς και εμείς από αυτούς.
Και η εξήγησή της: Σύμφωνα με την κ. Ευθυμίου δεν έχουμε γενετική ανάμειξη με τους Τούρκους γιατί απλά: επί Τουρκοκρατίας, ένας Χριστιανός δεν μπορούσε , επί ποινή θανάτου, να παντρευτεί Μουσουλμάνα. Αντίθετα, χιλιάδες Μουσουλμάνοι παντρεύτηκαν Χριστιανές –κάτι που επιτρεπόταν και, μάλιστα επιδιωκόταν. Στην περίπτωση αυτή, η γυναίκα μπορούσε να διατηρήσει την πίστη της ωστόσο τα παιδιά τους θα γινόταν υποχρεωτικά μουσουλμάνοι. Που θα πει πως η ροή πήγαινε προς την τουρκική κοινωνία. Γι'αυτό και η σημερινή τουρκική κοινωνία είναι προϊόν μεγάλης γενετικής ανάμειξης. Εξ αυτού και προκύπτουν στον λαόν αυτόν άτομα με χαρακτηριστικά που εκπλήσσουν μια και η ανάμιξη Τούρκων με Βουλγάρες, Σέρβες, Ελληνίδες, Ουκρανές, Γεωργιανές, Ουγγαρέζες κλπ. υπήρξε, επί αιώνες, μεγάλη.
Εγώ αναρωτιέμαι: Ή φυλετική επιμιξία γίνεται μόνο μέσω των γάμων ανδρών γυναικών; Ή μήπως οι Τούρκοι και όλοι οι ένοπλοι δεν βίαζαν τις γυναίκες των χριστιανών που τους "έπεφταν" στα χέρια; ή ακόμα οι αγάδες κι οι αξιωματούχοι δεν είχαν υπηρέτριες-δούλες χριστιανές τις οποίες γκάστρωναν, για να κάνουν το κέφι τους. ΄Η μήπως αυτά τα παιδιά όταν γεννιόντουσαν τα έπνιγαν; Μάλλον τα έπαιρναν οι χριστιανοί στα σπίτια τους και τα μεγάλωναν σαν δικά τους. Ακόμα αν οι Τούρκοι έπαιρναν γυναίκες Ελληνίδες χριστιανές, τουλάχιστον από τη μεριά των Τούρκων δεν υπάρχει επιμιξία με ελληνικό αίμα; Εγώ λοιπόν έχω έναν άλλο μύθο γι'αυτό:
Οι Τούρκοι ήταν απολίτιστοι κτηνοτροφικο-πολεμικά ασκέρια που εισήλθαν στη Μικρά Ασία σαν βοσκοί. Επειδή οι βυζαντινοί αυτοκράτορες σε συνδυασμό με την χριστιανική τους πίστη είχαν καταρρεύσει ηθικά, το βυζαντινό κράτος είχε σχεδόν διαλυθεί. Σιγά σιγά άρχισαν κάποιοι αυτοκράτορες να δημιουργούν προσωπικές φρουρές με Τούρκους πολεμιστές οι οποίοι άρχισαν να παντρεύονται ως αξιωματούχοι πια Βυζαντινές.
Μέτα όμως τη Μάχη του Μαντζικέρτ, όπου οι στρατιές των Τούρκων-βυζαντινών την κρίσιμη στιγμή της μάχης πέρασαν με το μέρος των Σελτζούκων, πήραν σαν έπαθλο την εξουσία στη Μικρά Ασία. Αυτοί φυσικά δεν ήθελαν γυναίκες-κατσιβέλες από τη φυλή τους, προτιμούσαν βυζαντινές οι οποίες ήταν σαν το ανθόγαλα. Στη συνέχεια οι Τούρκοι μετά τη συνεχή είσοδο στις τάξεις τους από τους γενίτσαρους, (νέους μαχητές, Έλληνες και βαλκάνιους λευκής φυλής) και λαούς που τούρκεψαν, έπαψαν να είναι καθαροί Μογγόλοι. Έτσι σήμερα οι αληθινοί Τούρκοι στην Τουρκία είναι μια ελάχιστη μειονότητα. Οι σημερινοί Τούρκοι είναι κυρίως Έλληνες και Βαλκάνιοι αλλά και απ'όλες τις αρχαίες φυλές που υπήρχαν ενσωματωμένες στην βυζαντινή επικράτεια.
Η πολιτισμική μας ανταλλαγή με τους Τούρκους είναι πολύ αμφισβητήσιμη. Α. Ο μύθος των τούρκικων φαγητών: Οι Τούρκοι που ζούσαν συνεχώς σε μετακίνηση πάνω στ'άλογα έτρωγαν κυρίως ωμό κρέας το οποίο τοποθετούσαν στη σέλα του αλόγου για να μαλακώσει. Όσο για τις άλλες τροφές, είναι αυτές που βρήκαν στο Βυζάντιο και στην Περσία, όπου οι λαοί ήταν παρηκμασμένοι και επιδίδονται αντί στις τέχνες και τα γράμματα, όπως οι αρχαίοι Έλληνες, στην τρυφηλότητα και την πολυτέλεια. Το ίδιο ισχύει και για όλα τα πολιτισμικά αγαθά που πήραμε από τους Τούρκους. Ήταν όλα προϊόντα βυζαντινής παρακμής. Β. Ο Μύθος της μουσικής: Αν θέλουμε να ξεχωρίσουμε την αληθινή τούρκικη μουσική από αυτήν του Βυζαντίου και της Περσίας ως τέτοια, πρέπει να ψάξουμε στις Τουκμένικες και Μογκολικές περιοχές, όπου υπάρχει θαυμάσια λαϊκή μουσική, αλλά δεν έχει σχέση με την σύγχρονη Τουρκική, η οποία όμως έχει μεγάλη σχέση με την Βυζαντινή, την Περσική και την Εβραϊκή.
Γ. Οι μόνες πολιτιστικές επιδράσεις που είχαμε από τους Τούρκους, είναι το μπαξίσι, είναι το πασαλίκι στις δημόσιες υπηρεσίες, είναι το Τζαμπατζιλίκι αυτών που είναι φορείς της εξουσίας, είναι το "μέσον" για δουλειά και όλες αυτές οι μεγαλοπρεπείς συνήθειες της οποίες απολαμβάνουν οι γραφειοκράτες και ξέρουν πολύ καλά να διαχειρίζονται για το καλό της πατρίδας. Δημοσιογράφος: Ένα άλλο ζήτημα που κατά καιρούς εγείρεται είναι αυτό με τους Αρβανίτες. Μάλιστα στην Αχαΐα έχουμε αρβανίτικα χωριά και πολλοί μιλούν αρβανίτικα. Τελικά είναι Έλληνες;
Ευθυμίου: Οι Αρβανίτες είναι δίγλωσσοι, με μεγάλη αφοσίωση στην Ελλάδα. Το τι είσαι το καθορίζει το αίσθημά σου, το αίσθημα του ανήκειν. Και οι Αρβανίτες αισθάνονταν και αισθάνονται βαθιά ότι είναι Έλληνες. Θερμότατοι Έλληνες.
Εγώ λέω: Όταν και όπου οι Τούρκοι απαγόρευαν την Ελληνική γλώσσα, οι κάτοικοι των περιοχών αυτών προτίμησαν να μιλούν αντί για τούρκικα αρβανίτικα και φυσικά ένιωθαν Έλληνες, αφού θεωρούσαν τον εαυτό τους Έλληνα. Εξάλλου αυτό το υπέγραψαν με το αίμα τους κατά την επανάσταση του 21 αφού δεν πήγαν με το μέρος των Τουρκαλβανών αλλά με τους Έλληνες.
Δημοσιογράφος: Και κάτι τελευταίο. Περιγράφοντας τα επιτεύγματα των Ελλήνων, κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, στον τομέα της Παιδείας είπατε πως θα πρέπει να είμαστε υπερήφανοι. Γιατί ως λαός δεν αναφέρουμε τα επιτεύγματά μας σε όλες τις ιστορικές περιόδους και μένουμε μόνον στην αρχαιότητα;
Ευθυμίου: Πρόκειται για εθνική αναπηρία το γεγονός ότι στρεφόμαστε μόνον στο αρχαίο παρελθόν. Δεν λέω, έχουμε ένα καταπληκτικό αρχαίο παρελθόν που προκαλεί θαυμασμό και περηφάνια, ωστόσο το να μην ανάγουμε τους εαυτούς μας και σε άλλες περιόδους δείχνει αναπηρία. Για παράδειγμα, εάν κάποιος ξένος σε προσβάλει, η εύκολη απάντηση είναι να του πεις «μιλάς εσύ, ενώ εμείς είχαμε τον Περικλή, κλπ». Δεν του απαντάς, «ξέρεις, η γυναίκα σου δεν πεθαίνει από καρκίνο γιατί ένας Έλληνας, ο Παπανικολάου, ανακάλυψε το τεστ Παπ». Θέλω να πω ότι έχουμε πολλές προσωπικότητες που μπορούμε να αναδείξουμε (όπως τον Χατζιδάκι, τον Θεοδωράκη, τον Σεφέρη και τον Ελύτη και τόσους άλλους) αλλά δεν το κάνουμε και μένουμε στο αρχαίο παρελθόν. Βέβαια, αυτή μας η προσκόλληση σχετίζεται με το γεγονός ότι χρησιμοποιήσαμε αυτή μας την πραγματικότητα, δηλαδή ότι σχετιζόμαστε με τους αρχαίους Έλληνες, για να ενισχύσουμε τον αυτοπεποίθησή μας όταν ετοιμάζαμε την Επανάστασή μας. Και αυτό δεν έγινε τυχαία. Στηρίχθηκε στο γεγονός ότι η Δυτική Ευρώπη –το πιο ισχυρό τμήμα του κόσμου πολιτικά, στρατιωτικά, επιστημονικά, οικονομικά, πολιτισμικά, διπλωματικά- θεωρούσε την αρχαία Ελλάδα ως τη βάση του πολιτισμού της. Επομένως, πιστέψαμε ότι αν τονίζαμε το αρχαίο μας παρελθόν, τότε θα κερδίζαμε την υποστήριξη των πιο ισχυρών ανθρώπων της γης οι οποίοι, μάλιστα, είχαν χρέος να μας βοηθήσουν για να ανταποδώσουν την ευεργεσία που η τους έδωσε η αρχαία Ελλάδα μέσω των επιτευγμάτων της. Είχε, δηλαδή, και μια πονηρία η στάση αυτή. Στάση την οποία συνεχίζουμε μέχρι και σήμερα, αντί να είμαστε αξιοπρεπείς και περήφανοι για την Ιστορία μας σε όλη τη διάρκειά της.
Εγώ λέω: Ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός τον οποίον η κ. Ευθυμίου θεωρεί κτήμα μας, ώστε να αποδεσμευτούμε τέλος πάντων από την δεσποτική κηδεμονία του, είναι ότι καλύτερο έχει να επιδείξει η παγκόσμια πολιτιστική κληρονομιά. Για να αποδεσμευτούμε απ'αυτόν πρέπει πρώτα να τον γνωρίσουμε και να τον κάνουμε εφαλτήριο ανέλιξης, αλλά εμείς μολονότι μιλάμε τη θεία γλώσσα του, συνεχώς απομακρυνόμαστε από αυτόν, αποδεχόμενοι ξένες απομιμήσεις του. Όποιος δεν έχει μαγευτεί από την Ελληνικότητα υπολείπεται ως άνθρωπος. Ακόμα και ο μεγάλος ευρωπαϊκός πολιτισμός κάθε φορά που άνοιγε τα πανιά του στον ορίζοντα του πολιτισμού, έκανε προηγουμένως μια βαθιά βουτιά στην ελληνικότητα, ως ηθική, ως λογική, ως φιλοσοφία και ως καθημερινότητα. Ακόμα και τώρα, για να συμμετάσχει κάποιος σε μία σύγχρονη φιλοσοφική συζήτηση πρέπει οπωσδήποτε να έχει βουτήξει στη θάλασσα του αρχαιοελληνικού ήθους και σκέψης. Η Ηθική του Πλάτωνα κι ο Ορθολογισμός του Αριστοτέλη, οδήγησαν και οδηγούν ακόμα τον κόσμο. Επειδή όμως η κλασική ελληνική λογική παράδοση τερμάτισε στον αντικειμενικό ορθολογικό ντετερμινισμό του Νεύτωνα, κάποιοι έσπευσαν αν μιλήσουν για το θάνατο της ελληνικότητας. Όμως με την είσοδο της Σχετικότητας και της Κβαντικής αντίληψης περί κόσμου, από τα βάθη της αρχαϊκής Ελλάδας, αναδύεται πάλι η αληθινή Διαλεκτική σκέψη, η οποία μπορεί να δώσει λύση στο πρόβλημα της περιγραφής και λογικής σύνταξης του νέου κόσμου. Αυτή η σκέψη μολονότι είχε συνταράξει με τα αποφθέγματα του Ηράκλειτου για πολλούς αιώνες τον φιλοσοφικό κόσμο, είχε παραμεριστεί σαν εργαλείο περιγραφής του κόσμου, αλλά κυρίως σαν όργανο συναγωγής λογικών συμπερασμάτων. Η αρχαία ελληνική διαλεκτική σκέψη, αναδύεται ξανά από μια κρυφή πόρτα του παρελθόντος για να ανοίξει ξανά τον δρόμο στο ανθρώπινο μέλλον.
Οι διδάσκαλοι του γένους μας, πρέπει να σταματήσουν να διδάσκουν ανοησίες και να βαπτιστούν στη σοφία των αρχαίων προγόνων μας, αν όχι ας κάνουν κάτι άλλο. Ας πάνε να εργαστούν στο εργοστάσιο παραγωγής αντικειμένων χρήσης και να αναζωογονήσουν την καταρρέουσα οικονομία μας.
Η κυρία Ευθυμίου δεν είναι αρκετή για να μπορεί να διδάξει ιστορία. Η γλώσσα που χρησιμοποιεί στις αφηγήσεις της είναι χαμηλή σε ποιότητα. Ακόμα φαίνεται βαθύτατα επηρεασμένη από τον σκοταδισμό του ασιατικού μύθου. Δεν θ' αναφέρω τις αφηγήσεις της για τις περί θανάτου απόψεις των Ινδουιστών, που τόσο μαγεύεται, αφού είναι τόσο παράλογες και αναχρονιστικές. Ούτε για την παλικαριά της μογγολο-ασιατικής βαρβαρικής πλημμύριδας. Τις πυραμίδες κεφαλών ή της ερήμωσης απ'όπου περνούσαν, και το καμάρι της για την αρρενωπότητα των Μογγόλων καταχτητών τύπου Τσέγκις Χαν, που κατά την αφήγησή της, γκάστρωναν στο διάβα τους όλες τις παρθένες απ' όπου περνούσαν, κι έσφαζαν όσες δεν ήταν παρθένες (δική μου προσθήκη).
Μάλιστα σε κάποια αφήγηση ισχυρίστηκε ότι: μετρήσεις DNA έδειξαν ότι υπάρχουν σ'αυτές τις περιοχές δέκα έξη εκατομμύρια αρσενικοί γενετικοί απόγονοι του Τσέγκις Χαν ή τέλος πάντων κάποιου άλλου μεγάλου κατακτητή. Τόσο ανόητη είναι! Για να γίνει μια τέτοια στατιστική διαπίστωση, πρέπει τουλάχιστον να εξεταστούν περισσότεροι από εκατό εκατομμύρια άνδρες, κάτι τελείως αδύνατο. Ακόμα κι αν η μογγολική κυβέρνηση ήθελε να το διαπιστώσει δεν έχει την τεχνική δυνατότητα. Όμως πέρα απ'όλα τα άλλα, όλοι αυτοί οι ιππείς που ζούσαν το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους πάνω στο άλογο, είχαν πρόβλημα προστάτη και γενετικής ικανότητας. Λοιπόν ας μην φαντασιώνεται η κ. Ευθυμίου κι η παρέα της: το πέος τους ήταν πολύ μικρό και μερικώς ανίκανο γι'αυτό το καθήκον. Αυτοί που ήταν και είναι εραστές και γόνιμοι, είναι καλοσυνάτοι τεμπέληδες, ή εργατικοί, που δεν μισούν κανέναν, αλλά αγαπάνε κι αποφεύγουν τις κατακτήσεις και τις σφαγές και δεν στήνουν σαν πολιτισμικό τρόπαιο πυραμίδες ανθρώπινων κεφαλών.
Επίσης σε κάποια άλλη αφήγησή της, αναλύει πως δημιουργήθηκε η αναγκαιότητα του κράτους και της γραφειοκρατίας. Λέει λοιπόν: Επειδή οι αγροτικές κοινοτικές μονάδες είχαν τη φροντίδα των αγρών και των συναφών εργασιών, κι επειδή υπήρχαν λαοί πειρατικοί που ζούσαν με τη λεηλασία, το συμβούλιό τους αποφάσισε να αναλάβουν κάποιοι τη φύλαξη και την προστασία του οικισμού και του πλούτου. Έτσι οι Φύλακες καθόντουσαν δημιουργώντας τις πρώτες κρατικο-γραφειοκρατικές τάξεις και οι άλλοι απλώς δούλευαν. Δηλαδή οι ίδιοι οι αγρότες που ήταν σκληραγωγημένοι από τη δουλειά, άφηναν τους τρυφηλούς τεμπέληδες να τους προστατεύουν, όταν και αν κάποτε εδέχοντο επίθεση από ληστές. Και τότε αυτοί καθόντουσαν στις καρέκλες τους και αγωνιούσαν αν οι δικοί τους θα νικήσουν ή οι εχθροί.
Εγώ πάλι έχω έναν άλλο μύθο γι'αυτό: Αν κάποια ληστρική ομάδα είχε συγκροτημένο αρχηγό. Όταν καταλάμβανε κάποια "πόλη" αγροτών, δεν τους έσφαζε, αλλά τους υπέτασσε και δημιουργούσε μια νέα κοινωνική τάξη. Αυτοί θα δούλευαν και οι σοδειές θα πήγαιναν στη αποθήκη του αφέντη. Αυτός θα έδινε στους δούλους του φαΐ και προστασία με τη δύναμη του στρατού του με την οποία τους κατέκτησε κι αυτοί δεν θα είχαν παρά να δουλεύουν. Στη συνέχεια τοποθετούσε φρουρά που τηρούσε την τάξη-προστασία κι αυτός καταλάμβανε άλλες τέτοιες πόλεις, δημιουργώντας κράτος. Γνώμη μου είναι ότι η κρατική μηχανή δεν δημιουργήθηκε ως αποτέλεσμα λειτουργικής απόφασης των εργαζομένων, άλλα ως αποτέλεσμα της οργανωμένης καταπίεσής τους από τον αφέντη, ο οποίος σαν νικητής τους αφαίρεσε τα όπλα και απαγόρευσε με θάνατο την κατοχή τους. Φαίνεται η ιστορικός κ. Ευθυμίου, δεν γνωρίζει ότι από αρχαιοτάτων χρόνων οι λαοί είχαν το όνειρο της ανεξαρτησίας από τους προστάτες. Ακόμα και τώρα που οι προστάτες εκλέγονται με τον τρόπο που ισχυρίζεται η κ. Εθυμίου, στο βάθος της ψυχής αυτού που συνεχίζει να είναι άνθρωπος φτερουγίζει η εξέγερση. Βέβαια οι "φωτισμένοι" και ρεαλιστές ιστορικοί μας υπενθυμίζουν, ότι οι εξεγέρσεις είναι ουτοπίες που δεν οδηγούν πουθενά. Εμείς πάλι νομίζουμε ότι η ουτοπία είναι συνυφασμένη με το όνειρο και το όραμα: ο Πίθηκος κατάφερε να περπατήσει κάτω από την χλεύη των ρεαλιστών κι ακόμα απομακρύνεται στον ορίζοντα του πολιτισμού, ενώ οι ρεαλιστές πίθηκοι ακόμα στροβιλίζονται χαριτωμένα στα κλαδιά. Ο άνθρωπος κατάφερε να πετάξει καβάλα σε σιδερένιους πήγασους, κατάφερε να πατήσει στη Σελήνη, κατάφερε να οργανωθεί δημοκρατικά, ακολουθώντας το ουτοπικό του όραμα. Η ουτοπία του όμως τον καλεί ξανά και ξανά, δεν είναι ικανοποιημένος θέλει και κάτι άλλο: Κι όπως οι ξεροκέφαλοι ονειροπόλοι που ήθελαν να πετάξουν και κάτω από την απαξίωση και την χλεύη των ρεαλιστών έχαναν αρκετές φορές τη ζωή τους, θέλουν Ελευθερία-Ισότητα-Αδελφότητα. Αυτό το ταξίδι έχει αρχίσει, και μολονότι οι πρώτες πτήσεις έπεσαν και συνετρίβησαν στο κενό, αυτοί δε λογικεύονται. Ανασυντάσσονται για μιαν ακόμα μεγαλύτερη αναμέτρηση με την ουτοπία τους.
ΕΥΘΥΜΙΟΥ ΣΥΝΕΧΕΙΑ
Χθες παρακολούθησα μια νέα ιστορική εκπομπή της κ. Ευθυμίου, περί της προτεσταντικής ηθικής και δημιουργικότητας. Είναι πιθανόν ότι εμφορείται από τις αντιλήψεις του Βέμπερ περί της Καλβινιστικής Καπιταλιστικής Ηθικής. Εκεί ο Καλβινισμός θεωρείται κινητήρας ήθους, πολιτισμού και εφαλτήριο δημιουργικότητας. Επειδή αυτό το θέμα είναι πολύ σημαντικό, θα πρέπει να αναδείξουμε κι εμείς οι άθεοι τις απόψεις μας, αλλά μαζί μ'εμάς θα πρέπει να αναδείξουμε και τις απόψεις των καθολικών, των ορθοδόξων και των Εβραίων, οι οποίοι στην Αμερική πρόκοψαν ασχέτως θρησκεύματος. Μάλιστα οι Εβραίοι μολονότι σε κάποιες περιοχές ήταν υπό φανερό ή κρυφό διωγμό δεν πρόκοψαν μόνο, αλλά δεν γίνεται τίποτα στην Αμερική αν δεν το θέλουν. Όμως προηγουμένως θα πρέπει να κάνω μια μικρή κριτική σε έναν μύθο περί της προτεσταντικής οικογενειακής παράδοσης που θέλει να λέει ότι οι ευρω-αμερικάνοι προτεστάντες, μόλις το παιδί γίνει 17 χρονών του δίνουν μια κλοτσιά και το διώχνουν από το σπίτι για να κάνει δική του καριέρα. Αυτό το είχα ακούσει κατά κόρον από τον πατέρα μου, τον οποίον μάλιστα έδιωξαν καί αυτόν από το σπίτι οι γονείς του σε ηλικία δώδεκα χρονών και τον έστειλαν στην Αθήνα και μάλιστα στη Βαρβάκειο Αγορά να δουλέψει για να καζαντίσει. Μάλιστα μόλις έγινε είκοσι χρονών και είχε πλέον τη θέση του στον πάγκο πώλησης μαρίδας, του έστειλαν και τον αμέσως μικρότερο αδελφό του να τον δρομολογήσει. Ο πατέρας μου λοιπόν, όταν έγινα δεκαπέντε χρονών, επειδή ήμουν άσσος της μπάλας, για να μην καταστρέφω τα παπούτσια μου παίζοντας μπάλα και να θέλουν "σόλιασμα", με έστειλε σε ένα κατάστημα πώλησης τουριστικών αντικειμένων. Εκεί είχα το καθήκον να σκουπίζω και να κάνω θελήματα. Κι επειδή η μπάλα με είχε κάνει κάπως δεμένο και ψημένο, οι κυρίες- υπάλληλοι μου την έπεφταν. Και βέβαια δεν ήμουν κάποιος που δεν "τα ήθελε", αλλά αυτές ήταν γριές και κακάσχημες. Έτσι την κοπάνησα και επιβεβαίωσα την αδυναμία των ορθοδόξων χριστιανών να μην ανοίγουν τα φτερά τους στην καπιταλιστική πρόοδο.
Μολονότι "παιδί θαύμα", αφού σε ηλικία δύο ετών, κατά τη μάνα μου, τριών ετών κατ'εμένα διάβαζα, έγραφα, έπαιζα τάβλι και χαρτιά, κάτι που βεβαιώνει ότι ήξερα πρόσθεση κι αφαίρεση, ζωγράφιζα κι έκανα ξύλινα μικρογλυπτά με το σουγιαδάκι μου, όταν πήγα στο δημοτικό, η σχέση μου με τον δάσκαλο ήταν εχθρική. Η πρώτη επαφή μου ήταν το ξυλοφόρτωμα, όταν μ'έπιασε να τρώω ηλιοσποράκια στην τάξη. Ακόμα θεωρούσα το δάσκαλο πολύ βλάκα κι ανίκανο για κάποια "φιλοσοφική" συζήτηση, όπως αυτές που έκανα με τους αριστερούς της γειτονιάς, οι οποίοι είχαν μάθει γράμματα και φιλοσοφία στις φυλακές. Το σχολείο ήταν εκδικητικό προς τους μαθητές κι οι δάσκαλοι ανεπαρκείς. Δεν υπήρχε κάποια ώθηση προς την γνώση. Στο γυμνάσιο υπήρχε "η ηθική διαπαιδαγώγηση" η οποία ήταν μια φασιστική καθοδήγηση. Τα σχολικά βιβλία, μολονότι αργότερα διαπίστωσα ότι ήταν εξαιρετικά, είχαν από τους εκπαιδευτικούς γίνει εργαλείο νοητικού βασανιστηρίου. Είχα την εντύπωση ότι οι περισσότεροι καθηγητές δεν ήξεραν το αντικείμενό τους παρά μόνο με κάποιες "ατάκες", κι όταν κάποιος ζητούσε εξηγήσεις δεν μπορούσαν να τις δώσουν αφού: "το διατί και το γιατί έφαγε το μαθητή", όπως ήταν η απάντηση. Έτσι διάβαζα εξωσχολικά βιβλία, δηλαδή φιλοσοφία, λογοτεχνία και ειδικά ποίηση. Είχα λοιπόν πρασανατολιστεί να μην σπουδάσω και να φύγω για τα καράβια όπου θ'αναζητούσα ανεξαρτησία κι οικομονομική ελευθερία. Όμως ακόμα κι ο πατέρας μου μια τέτοια ανεξαρτησία δεν την ήθελε. Έτσι μ'έστειλαν στην Αμερική όπου θα μπορούσα να καζαντίσω και ίσως, γιατί όχι, να σπουδάσω κιόλας. Ο τρόπος μετάβασής μου στην Αμερική ήταν η εισαγωγή μου στο "Μόργκαν Στεϊτ Κόλλετζ" το οποίο ήταν πανεπιστήμιο μαύρων όπου οι λευκοί δεν πήγαιναν. Πολιτική του πανεπιστημίου ήταν να ανοίξουν την πόρτα με κάθε τρόπο σε μαθητές κυρίως λευκούς από το εξωτερικό για να σπάσει το "απαρχάιντ", άσχετα αν ήξεραν τη γλώσσα επαρκώς ή αν ήταν επαρκείς μαθητές. Αυτό ήταν κάτι που ίσως να ήθελαν κιόλας, ώστε οι λευκοί να υστερούσαν σαν μαθητές απέναντι στους μαύρους. Υπήρχαν λοιπόν κάπου δεκαπέντε Έλληνες και κάπου είκοσι Πέρσες. Μεταξύ των Ελλήνων υπήρχαν τουλάχιστον πέντε μαθητές οι οποίοι έπαιρναν υποτροφία. Μεταξύ αυτών υπήρχε ο Κατηφόρης στη Φυσική, ο οποίος ήταν ο κορυφαίος του πανεπιστημίου, μία κοπέλα της οποίας το όνομα δεν θυμάμαι, ο Πλέσσας οποίος ήταν οικονομολόγος κι αυτός κορυφαίος και ο Κονταξής, ο οποίος ήταν υπότροφος στα μαθηματικά και ήταν από τη Νέα Ιωνία. Οι περισσότεροι Έλληνες μαθητές ήταν τυπικά εγγεγραμμένοι, αλλά δούλευαν κάπου έξω στη "μαύρη". Υπήρχαν τρεις λευκοί αμερικάνοι, μία κοπέλα της οποίας ο πατέρας ήταν συνειδητά αντιρατσιστής, ένας νέος ο οποίος ήταν κουλτουριάρης και μία λευκή από το Ντιτρόιτ, η οποία μολονότι αμερικανίδα, δήλωνε Γαλλίδα. Μάλιστα το Ντιτρόιτ ονόμαζε Ντετρουά.
Ο πατέρας μου, μου έβαλε στη τσέπη τετρακόσια δέκα έξη δολάρια, τα οποία με την είσοδο στις ΗΠΑ εξανεμίστηκαν. Το ταξίδι με το τρένο, από την Νέα Υόρκη ως την Βαλτιμόρη όπου βρισκόταν το πανεπιστήμιο, το ταξί από το "μπας τέρμιναλ" ως τη σχολή, η εγγραφή και τα δίδακτρα, μου έμειναν δέκα πέντε δολάρια κι αναγκάστηκα να δουλέψω σ'έναν φούρνο Ελληνοαμερικανών από την Ήπειρο. Ο φούρνος ήταν μια ώρα μακριά με το λεωφορείο και το ωράριο εργασίας ήταν δύο-δέκα. Δηλαδή παρακολουθούσα στη σχολή, απ'τις οκτώ ως τις μία, από τις μία ως τις δύο ταξίδευα και από τις δύο ως τις δέκα δούλευα. Μολονότι Έλληνας και τυπικά ορθόδοξος αλλά ουσιστικά άθεος υποσκέλισα ταχύτατα τους προτεστάντες στην απόδοση, κι έτσι έγινα το ηγετικό στοιχείο του συνεργείου. Μέχρι την εμφάνισή μου το ακκόρτντ ήταν χίλια τεμάχια την ώρα κι εγώ το πήγα χίλια-διακόσια.
Κατά τη διαβίωσή μου στις ΗΠΑ του εξήντα η οποία εμφορείτο από "το αμερικανικό όνειρο", διαπίστωσα ότι τα μόνα παιδιά τα οποία κατά την κ. Ευθυμίου, πετούσαν στο δρόμο οι γονείς τους, ήταν αυτά των αλκοολικών και των ναρκομανών, τα οποία κυρίως εντάσσοντο σε συμμορίες αλκοολικών ή ναρκομανών. Οι τυπικές αμερικανικές οικογένειες μπορεί να προέτειναν και να ωθούσαν τα παιδιά στην αναζήτηση χαρτζιλικιού σε κάποιες παρτ-ταϊμ ευκαιριακές εργασίες το καλοκαίρι, όχι όμως κατά τη διάρκεια των σπουδών τους. Βέβαια υπήρχαν νέοι-ρεαλιστές οι οποίοι μόλις τελείωναν το Χάι-σχούλ (το δικό μας γυμνάσιο), έπιαναν δουλειά και πολύ γρήγορα εγίνοντο επαγγελματίες. Μη ξεχνάμε όμως ότι υπήρχε μεγάλη ζήτηση εργατικών χεριών κι έτσι όποιος ήταν ικανός έπαιρνε τη θέση που του ανήκε. Τη ίδια εποχή στην Ελλάδα δουλειές δεν υπήρχαν και για να διοριστείς κάπου, ακόμα κι εργάτης έπρεπε να έχεις "πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων", δηλαδή να συμπλέεις με το ημιφασιστικό καθεστώς και να μην είσαι κομουνιστής ή συνοδοιπόρος, δηλαδή δημοκράτης. Στην κυβέρνηση τότε ανώτατος άρχων (βασιλεύς), ήταν ο παρολίγον ηλίθιος και κατά τη μαρτυρία του κύκλου του αλκοολικός Παύλος, ο οποίος ισχυρίζετο και μπορούσε "αν ήθελε, ν'απολύει τον πρωθυπουγό όπως τον κηπουρό του". Στην Αμερική λοιπόν υπήρχαν κοινωνικές δομές όπου οι νέοι μπορούσαν να βρουν άνετα και αξιοπρεπώς δουλειά, αρκεί να ήθελαν να δουλέψουν. Ενώ αντίθετα στην Ελλάδα, που είχε μόλις βγει από έναν πόλεμο στον οποίον ενώ ήταν μεταξύ των νικητών, τη θέση της στη μοιρασιά πήρε η Γαλλία της οποίας το μεγαλύτερο μέρος είχε στρατευτεί με το μέρος των ΝΑΖΙ. Και δεν ήταν μόνον αυτό, οι σύμμαχοί μας Αγγλοαμερικάνοι, μολονότι κατά τη διάρκεια του πολέμου στην Ελλάδα δεν έριξαν ούτε μια τουφεκιά εναντίον των Γερμανών, αμέσως μετά την "απελευθέρωση" εισέβαλλαν στη χώρα μας και δημιούργησαν έναν εμφύλιο ο οποίος κράτησε ως το 49 καταστρέφοντας την Ελλάδα, μόνο και μόνο για να εγκαθιδρύσουν βασιλευομένη δημοκρατία. Έτσι οι Έλληνες "όπου γης" πρόκοβαν ενώ στην Ελλάδα πεινούσαν.
Η κ. Ευθυμίου λοιπόν, όπως πάντα, χρησιμοποιεί στις διηγήσεις της υπερβολικά λαϊκίστικη ιστορική ανάλυση. Επίσης για την προτεσταντική καπιταλιστική ηθική της δημιουργικότητας, θα τις προτείνω ως αντίδωρο μια κριτική στις απόψεις του Βέμπερ τις οποίες σ'εμένα φαίνεται ότι ενστερνίζεται.
ΜΑΧ ΒΕΜΠΕΡ: Η ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΙΚΗ ΗΘΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΟΥ
ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ (αποσπάσματα από την εισαγωγή).
Τα αποσπάσματα προς κριτική του Βέμπερ παρουσιάζω με λοξά και τονισμένα στοιχεία, ενώ τις δικές μου προτάσεις που θέλω να τονίσω απλά με χονδρά στοιχεία.
Στο μικρό αυτό κείμενο της εισαγωγής, πληροφορούμεθα ότι ο Βέμπερ γεννήθηκε το 1864 και πέθανε το 1920. Αυτό σημαίνει ότι την εποχή του ο καπιταλισμός ήταν σχεδόν στην πλήρη ανάπτυξή του. Η εργασία του λοιπόν δεν είναι παράλληλη με του Μαρξ ο οποίος οραματίστικε μαζί με άλλους έναν κομμουνισμό ο οποίος τότε δεν υπήρχε. Η επισήμανση λοιπόν του Βέλτσου στο έργο του η «Η μη κοινωνιολογία» ότι «ο Βέμπερ είδε αυτό που ο Μαρξ δεν είχε δει», είναι κενό περιεχομένου και ιδεολογική παροχή στο σύστημα που τον εκτρέφει. Ο Μαρξ ήταν ένας κοινωνιολόγος ο οποίος είχε ένα όραμα για έναν καλύτερο κόσμο, ενώ ο Βέμπερ ήταν ένας οικονομολόγος της «Πολυδιάστατης Τοκογλυφίας και Εκμετάλευσης ως Υψηλής» την οποίαν προσπαθεί απεγνωσμένα και με έναν ανταισθητικό και απλοϊκό τρόπο να νομιμοποιείσει ηθικά μέσα στα πλαίσια του καλβινικού χριστιανισμού.
«Όταν ένα πνεύμα που είναι είναι προϊόν του σύγχρονου ευρωπαϊκού πολιτισμού, εξετάζει ένα οποιοδήποτε πρόβλημα της παγκόσμιας ιστορίας, δεν μπορεί παρά να αναρωτηθεί σε ποια συγκυρία περιστάσεων οφείλεται το γεγονός και πως μόνο στο δυτικό πολιτισμό εμφανίστηκαν πολιτιστικά φαινόμενα που (όπως πιστεύουμε) ανήκουν σε μιαν εξελικτική γραμμή με παγκόσμια σημασία και ισχύ. Μόνο στη Δύση υπάρχει επιστήμη σε ένα τέτοιο εξελικτικό στάδιο που να την αναγνωρίζουμε σήμερα σαν έγκυρη. Κι ωστόσο η εμπειρική γνώση, ο στοχασμός πάνω σε προβλήματα του σύμπαντος και της ζωής, η φιλοσοφική και η θεολογική σοφία, με τη μεγαλύτερη βαθύτητα δεν περιορίζονται σ’αυτόν το χώρο, αν και στην περίπτωση της τελευταίας, η ολοκληρωμένη ανάπτυξη μιας συστηματικής θεολογίας πρέπει να καταλογιστεί στον Χριστιανισμό κάτω από την επίδραση του ελληνισμού, γιατί μόνο αποπάσματά της υπήρχαν στο Ισλάμ και σε μερικές ινδικές αιρέσεις. Δηλαδή παντού υπήρχε γνώση μεγάλης λεπτότητας, προπάντων στις Ινδίες, την Κίνα, τη Βαβυλωνία και την Αίγυπτο. Στη Βαβυλωνία όμως όπως άλλωστε κι αλλού έλειπε από την αστρονομία (που κάνει ακόμα πιο εκπληκτική την ανάπτυξή της, η μαθηματική θεμελίωση που της έδωσαν πρώτοι οι Έλληνες. Η ινδική Γεωμετρία δεν βασιζόταν στην αυστηρή λογική απόδειξη, που και αυτή ήταν προϊόν του ελληνικού πνεύματος, όπως η Μηχανική και η Φυσική.…» Και συνεχίζει ότι όλα αυτά φυσικά αναπτύχθησαν σ’επιστημονικό επίπεδο στη Δύση Στη συνέχεια ολοκληρώνει παρουσιάζοντας συνοπτικά τα επιτεύγματα της δυτικής κοινωνίας και την καταγωγή τους, τονίζοντας συγχρόνως το ηθικό και δυναμικό υπόβαθρο της δύσης. Αφήνει έτσι να αιωρείται ο λόγος που αναφέρονται όλα αυτά, που δεν είναι άλλος απ’την ηθική κι εξελικτική τελεονομική νομιμότητα του επιτεύγματος του καπιταλισμού στη δύση και όχι αλλού.
Η φιλοκτησία, η επιδίωξη κέρδους, χρήματος, (όσο γίνεται περισσότερο ποσό χρημάτων), δεν έχει καμιά καθαυτή σχέση με τον καπιταλισμό. Η ροπή αυτή υπήρχε παντού και πάντα: στα γκαρσόνια, στους αμαξάδες, στις πόρνε, στους καλλιτέχνες, στους διεφθαρμένους υπαλλήλους, στους σταυροφόρους, στους ευγενείς, στους ζητιάνους (μόνο την ιερή μπουρζουαζία και το κλήρο δεν αναφέρει στο παράδειγμα, όχι βέβαια πως τους αποκλείει αλλά για να μην παραξηγηθεί απ’αυτούς που τον ταΐζουν). Μπορούμε να πούμε ότι αυτή ήταν κοινή σε όλα τα είδη τις συνθήκες και τις εποχές που έζησαν οι άνθρωποι και όπου υπήρχε δυνατότητα για την εμφάνισή της.… Η αχαλίνωτη βουλιμία και το κέρδος λοιπόν δεν ταυτίζεται κατ’ελάχιστο με τον καπιταλισμό. Και μάλιστα ο καπιταλισμός μπορεί να ταυτίζεται με την τιθάσευση και τον ορθολογικό μετριασμό αυτής της παράλογης ορμής.
Ως εδώ λοιπόν ο Βέμπερ ορίζει τον καπιταλισμό ως το φυσικό αποτέλεσμα του δυτικής ηθικής και επιστημονικής εξέλιξης, αποκαθάροντάς τον κιόλας από την βουλιμία του κέρδους (που όπως έχει ήδη φανεί στις μέρες μας, δηλαδή 100 χρόνια από τον θάνατό του Βέμπερ), είναι αυτή η αχαλίνωτη βουλιμία που τον ωθεί. Βέβαια η βουλιμία προϋπήρχε του καπιταλισμού, όμως αυτός το πιο ακραίο επιστημονικό της αποτέλεσμα. Δηλαδή η βουλιμία του κέρδους και του έχειν έγινε στον καπιταλισμό επιστήμη κι από κει και πέρα πήρε ενεξέλεγκτες διαστάσεις. Η βουλιμία αυτή που ως ιμπεριαλισμός πια καταστρέφει τα πάντα στο πέρασμά της για την επίτευξη του ιερού κέρδους. Αυτό λοιπόν το τελεονομικό πολιτισμικό εξελικτικό ένδυμα της εκμετάλλευσης και της αρπαγής που ο Βέμπερ θεωρεί κοινωνικά αναγκαίο στον καπιταλισμό, σύμφωνα με τον Μαρξ μπορεί να εξαληφθή με την σοσιαλισμό αφού ο ίδιος πολιτισμός μπορεί να είναι ανθρώπινος και μακριά από την αχαλίνωτη βουλιμία του κέρδους.
Ας ορίσουμε τώρα μερικές βασικές έννοιες με περισσότερη προσοχή: Ορίζουμε σαν καπιταλιστική οικονομική δραστηριότητα μια σειρά ενεργειών που βασίζεται στην επιδίωξη κέρδους μέσω της αξιοποίησης διαφόρων ευκαιριών για ανταλλαγή, δηλαδή βασίζονται σε τυπικά ειρηνικές ευκαιρίες κέρδους. Η πρόσκτηση δια της βίας (τυπικά και ουσιαστικά) υπακούει στους δικούς της νόμους, και δεν εξυπηρετεί (όσο λίγο κι αν μπορεί κάποιος να το απαγορεύσει) να την τοποθετούμε στην ίδια κατηγορία με τη δραστηριότητα που σε τελευταία ανάλυση προσανατολίζεται προς το κέρδος από την ανταλλαγή.
Ο Βέμπερ εδώ μας παρουσιάζει έναν ουτοπικό αρχαιο-αναρχικό καπιταλισμό που έχει παρέλθει απ’την εποχή του Προυντόν ή έναν ηρωικό καπιταλισμό σαν αυτόν του Ζώρζ Οννέ στον «Αρχισιδηρουργό» του. Αυτόν τον καπιταλισμό, οι άνθρωποι της γενιάς μας δεν τον είδαμε. Είδαμε όμως τον καπιταλισμό που δημιούργησε δύο παγκόσμιους πολέμους των οποίων οι ηρωισμοί για το ιερό κέρδος μέτρησαν εκατομμύρια νεκρούς και τεράστιες καταστροφές κάθε φορά. Αλλά ακόμα και τώρα η κανονικότητα του καπιταλισμού για να αναπτυχθεί θέλει το πετρέλαιο και αν δεν μπορεί να το έχει με τις τιμές που θέλει ειρηνικά, ισοπεδώνει χώρες ολόκληρες και το παίρνει με τη βία τζάμπα.
Η ιερή καπιταλιστική ανταλλαγή δεν μπορεί να γίνει χωρίς κρυφή ή φανερή απειλή βίας, γιατί οι τιμές που θέλουν οι ισχυροί μόνο με κάποια στρατιωτική ή τοκογλυφική βία μπορούν να γίνουν αποδεκτές. Όπως είδαμε Η Βενεζουέλα του «δικτάτορα» Μαδούρο, μολονότι έχει τεράστια παραγωγή πετρελαίου κανείς δεν συναλλάσσεται μαζί της γιατί θέλουν να ρίξουν το καθεστώς, και να πάρουν τα πετρέλαια τζαμπά. Έτσι δεν της πουλάνε τίποτα και δεν αγοράζουν τίποτα. Αυτός βέβαια είναι ένας τρόπος ειρηνικής και δημοκρατικής ανταλλαγής μιας συναλλαγής όπου σύμφωνα με το πνεύμα του Βέμπερ είναι θεμιτός.
Η αλήθεια είναι ότι η καπιταλιστική δύση δεν επετέθει ακόμα στη Βολιβία στρατιωτικά, όπως έκανε στο Ιράκ, στην Λιβύη και στη Συρία και με πρόσχημα τη δημοκρατία τους πήρε τα πετρέλαια.
Όπου ακολουθείται ορθολογικά η καπιταλιστική μέθοδος για την αποκόμιση κέρδους οι ενέργειες του καπιταλιστή υπακούν σε υπολογισμούς που γίνονται με βάση το κεφάλαιο.…και φυσικά ακολουθείται και από τις λειτουργίες του οι οποίες δεν προϋποτίθενται οπωσδήποτε να είναι πολεμικές και βίαιες. Όμως δεν υπάρχει κανένας καπιταλιστικός κανόνας που να ορίζει ότι η πολεμική τεχνολογία δεν πρέπει να χρησιμοποιείται για επιθετικές και επικερδείς πολεμικές εμπλοκές αλλά μόνο για την πώληση. Δηλαδή για να τρώγονται μεταξύ του οι βάρβαροι λαοί που δεν κοινωνούν του καπιταλισμού της δημοκρατίας και τη ευημερίας.
Ο κ. Βέμπερ έτσι φαίνεται ανιστόρητος: μήπως ξέχασε ότι ακόμα και η χριστιανική πίστη όταν ενεδύθει την εξουσία έγινε στην πράξη το πιο ματοβαμμένο δόγμα. Μήπως ξέχασε «τη Νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου;». Ο καπιταλισμός όσο κι αν χρυσωθεί δεν κιτρινίζει, το χρώμα του είναι αυτό του αίματος.
Συνοψίζουμε:
Μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης και την ουσιαστική προσχώρηση της Λαϊκής Κίνας στον καπιταλισμό, ο καπιταλιστικός κόσμος που ουσιαστικά δεν είχε να προτείνει μιαν ιδεολογία μ’ανθρωπιστικό προσανατολισμό βρέθηκε μπροστά σ’ένα νέο καθήκον:
Να δικαιολογήσει ιδεολογικά το θαύμα της ήττας του σοσιαλισμού. Ελέχθησαν πάρα πολλά γύρω από αυτό το θέμα και σαν αριστερή κριτική, αλλά περισσότερα σαν κριτική από τα δεξιά, κάτι που έχει σχεδόν εξαντληθεί κι έτσι θα πρέπει να το δούμε από μιαν άλλη του όψη. Η όψη αυτή αφορά στην κοινωνιολογική επιστημονικότητα, την ηθική και ιδεολογική υπεροχή του καπιταλισμού που σύμφωνα με τον Βέμπερ στηρίζεται στην επιστημονική ορθολογικότητα και στην καλβινιστική ηθική.
Στην εισαγωγή του έργου “Προτεσταντική Ηθική και το Πνεύμα του Καπιταλισμού”, τονίζει ότι αυτός ο συγκροτημένος επιστημονικά ηθικο-προστεσταντικός καπιταλισμός είναι αποτέλεσμα της αρχαίας ελληνορωμαϊκής παράδοσης και του χριστιανισμού και διαμέσου αυτών της ορθολογικής ανάπτυξης της μεσαιωνικής ευρωπαϊκής κοινωνίας. Ήδη λοιπόν από την αρχή κάνει μιαν ιδεολογική παραχώρηση στον χριστιανισμό που δεν βασίζεται στην ιστορική πραγματικότητα. Ο χριστιανισμός μολονότι εκτρωματικό γέννημα του διονυσιακο-ιουδαϊκού πνεύματος, μετά την απόλυτη επιστροφή του στο καθαρό ιουδαϊκό δόγμα και την επισημοποίησή του σε απόλυτη θρησκεία του κράτους, κατεδάφιζε τον ελληνορωμαϊκό πολιτισμό κατά συρροή από το 400 μ.Χ., κατά τον μεσαίωνα, έως την αναγέννηση. Επίσης κατά τη διάρκεια της αναγέννησης και στη συνέχεια μέχρι σήμερα δείχνει πάντα την δυσαρέσκεια και την αντίθεσή του για ό,τι προοδευτικό. Βλέπουμε λοιπόν ότι το ελληνορωμαϊκό πνεύμα δεν είναι ιστορικά συμβατό με τον χριστιανισμό, αλλά μήπως είναι ο καπιταλισμός συμβατός με τον χριστιανισμό; Άραγε συμφωνεί ο καπιταλισμός με τα βασικά χριστιανικά διδάγματα όπου “όποιος έχει δύο χιτώνες πρέπει να δίνει τον ένα σ’αυτόν που δεν έχει”; ή συμφωνεί μήπως με την προτροπή “αγαπάτε αλλήλους”; ή με την προτροπή “αν σε ραπίσει κάποιος στην μία παρειά να γυρίσεις και την άλλη”; Όχι βέβαια αφού ο καπιταλισμός κάνει ακριβώς το αντίθετο. Και όχι μόνο δεν γυρίζει την άλλη παρειά αλλά ραπίζει πρώτος χωρίς επαρκή αιτία και αρπάζει το χιτώνα του μη έχοντος για χάρη του έχοντος
Από την άλλη, σύμφωνα με το πνεύμα του Χριστού ο οποίος φραγγέλλωσε τους εμπόρους, το ίδιο το εμπόριο δεν είναι μια βλάσφημη πρακτική αφιερωμένη στον Μαμμωνά; Αφού το βασικό σκεπτικό του είναι «αγοράζω όσο το δυνατόν φθηνότερα και πουλάω όσο το δυνατόν ακριβότερα», άσχετα αν είναι τίμιο και δίκαιο. Άραγε “το τίμιο κυνήγι ευκαιριών για το έντιμο κέρδος” που δικαιώνεται στον καπιταλισμό δεν είναι, σύμφωνα με όλες τις θρησκείες, προσχώρηση στο Σατανά. Αλλά ακόμα περισσότερο και η δημιουργία ευκαιριών κέρδους δεν ήταν πάντα αποτέλεσμα φανερής ή κρυφής βίας και άρα αντιστρατεύεται στο χριστιανικό πνεύμα.
Γνωρίζουμε βέβαια ότι η μόνη αληθινή χριστιανική κοινότητα ήταν η ουτοπική κοινοκτημοσύνη των πρώτων χριστιανών η οποία θεωρούσε το κέρδος και το χρήμα αμαρτία και την αντίσταση στη βία τω απίστων αλαζονεία αφού ρίχνει λάδι στη φωτιά της βίας και υποκαθιστά τη βούληση του θεού και πατρός. Τι σχέση λοιπόν μπορεί να έχει ο καλβινικός χριστιανισμός με τον καπιταλισμό; Φυσικά καμία!! Σύμφωνα λοιπόν μ’αυτά τα δεδομένα ο σοσιαλισμός φαίνεται περισσότερο χριστιανικός αφού απώτερος σκοπός του είναι η κατάργηση του χρήματος δηλαδή η εκδίωξη του Μαμμωνά από την κοινωνία και η δια νόμου κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο. Βέβαια ο σοσιαλισμός δεν είναι ουτοπικός όπως ο χριστιανισμός που θέλει αυτή την κοινωνική δομή αγαπητική και με την απόλυτα ελεύθερη βούληση όλων. Επίσης δεν βάζει τον άνθρωπο και τους νόμους του κάτω από τη σκέπη του θεού, αλλά τον απελευθερώνει δίνοντάς του τη δυνατότητα να κάνει τις ηθικές επιλογές του αλλά να είναι υπόλογος στο νόμο αν αυτές τον αντιστρατεύονται.
Ο σύγχρονος άνθρωπος έχει μια παράδοξη αντίληψη περί καλού ή κακού, περί νίκης ή ήττας. Άραγε όποιοι μιλάμε για την ήττα του σοσιαλισμού από τον ιμπεριαλισμό έχουν αναρωτηθεί μήπως μαζί μ’αυτήν πανηγυρίζουν και την ήττα του ιερού καπιταλισμού που απορρέει από έναν θεό καλβινιστικής ηθικής, ο οποίος όμως δειλά μα υπαρκτά προσπαθεί να καραμελώσει τη θηριωδία του ιμπεριαλισμού που είναι το ανώτατο όραμά του;
Κανείς δεν αμφιβάλλει ότι ο καπιταλισμός υπήρξε ένα κοινωνικό σύστημα με μια προοδευτική δυναμική, όπως επίσης ότι αυτό το σύστημα την εποχή που οραματίστηκε περί αυτού ο Βέμπερ, δεν ήταν πλέον όραμα αλλά μια θνήσκουσα πραγματικότητα. Μια πραγματικότητα η οποία στον δια μέσου του ιμπεριαλισμού και του καταναλωτισμού αναφαινόμενο θάνατό της, θέλει να σύρει μαζί της όλη την ανθρωπότητα. Αυτός ο φονταμενταλιστικός καπιταλισμός που θεωρείται απ’τον Βέμπερ σταλμένος από έναν θεό καλβινικό ή κάτι τέτοιο, όσο κι αν τον περιτυλίγουν με χρυσόχαρτο και αγγελικούς ύμνους θ’αποφέρει δυσοσμία, γιατί σιτίζεται στον απόπατο της διάκρισης, της καταπίεσης και της απανθρωπιάς, σιτίζεται από πτώματα πολέμων και το βαθύτερο νόημά του είναι η διαιώνιση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο με τις ευλογίες της του θεού εκκλησίας.
Ο Βέμπερ μας ευαγγελίζεται έναν απλοϊκό φιλοσοφικά καπιταλισμό θέλοντας να κρύψει μέσα στους κόλπους του χριστιανισμού το βίαιο και σκοτεινό πρόσωπο της αποικιοκρατίας και του ιμπεριαλισμού. Εμένα αυτή η πατερναλιστική, δίκαια και “αγαπητική” σχέση κεφαλαίου και εργατών που παρουσιάζει μου φαίνεται πολύ φασιστική, όπως επίσης η ορθολογική καπιταλιστική οργάνωση της “ελεύθερης” εργασίας, που απελευθερώνει τον καπιταλιστή και όχι τον εργάτη από την ευθύνη της υγιούς διαβίωσής του, ώστε να είναι αποδοτικός. Το αφεντικό είχε όλη τη φροντίδα του δουλοπάροικού του, αφού το κτήμα του είχε μεγαλύτερη παραγωγή και αξία όταν ο δουλοπάροικος, που ήταν μέρος του κτήματος, ήταν υγιής και κατά συνέπεια αποδοτικός. Ο “ελεύθερος εργάτης” όμως ήταν ελεύθερος μόνο στην ευθύνη να είναι συνεχώς επαρκής και σε καλή φυσική κατάσταση, έχοντας όλη την ευθύνη του εαυτού του που ήταν εργαλείο του εργοστασίου. Έτσι το αφεντικό, αν ο εργάτης του αρρώσταινε, το πέταγε στο δρόμο χωρίς κόστος κι έπαιρνε άλλον από τους πολλούς που περίμεναν να εργαστούν.
Η ηθική ζάχαρη και ο ορθολογισμός που περιβάλλει ο Βέμπερ τον καπιταλισμό του είναι απλά στην φαντασία του. Εμείς που ζήσαμε όλη την ανάπτυξή του είδαμε πιο είναι το πραγματικό και το εφικτό του πρόσωπο. Ο Βέμπερ λοιπόν χωρίς να έχει ανακαλύψει τον καπιταλισμό, αφού ο καπιταλισμός είναι το φυσικό αποτέλεσμα της κοινωνικής ζούγκλας που συνεχίζουμε να ζούμε, μας δείχνει το θεϊκό θαύμα της δυναμικής του. Δηλαδή πως οι ισχυροί έγιναν πανίσχυροι και τι μπορούν να μας κάνουν αν τους αψηφήσουμε. Έτσι ο Βέμπερ κι η παρέα του είναι οι θεωρητικοί μιας ιμπεριαλιστικής τρομοκρατίας, την οποίαν εμείς πρέπει να αψηφήσουμε αν θέλουμε ο κόσμος να βαδίσει μπροστά. Δηλαδή να πάρει το δρόμο της κοινωνικής αισθητικής και του ανθρωπισμού, όπου η πρόοδος για μένα δεν θα είναι για τους άλλους συμφορά, η ευημερία για μένα δεν θα είναι για τους άλλους κόλαση και η ύπαρξη για μένα δεν θα είναι για τους άλλους θάνατος.
Το αξιοπερίεργο όμως είναι ότι ενώ βλέπουμε πλέον ολοκάθαρα το αποτέλεσμα του καπιταλισμού που είναι ο αντιαισθητικός καταναλωτισμός κι ο θηριώδης ιμπεριαλισμός, υπάρχουν “θεωρητικοί” που τυφλώνονται ή θέλουν να τυφλώνονται. Και μολονότι βλέπουμε τη θηριωδία του πολέμου “για την δημιουργία ευκαιριών ιερού κέρδους” και το αποτελέσματά της στους αμάχους που γεννά ο ιμπεριαλισμός, μπορούνε ακόμα να τον συνδέουνε με ένα αόρατο νήμα με τον θεό και τη θρησκεία. Δηλαδή έναν φιλεύσπλαχνο για μένα θεό, που είναι καταραμένος και διαβολικός για τους “άλλους”. Έναν θεό καλβινιστικό των ισχυρών που στέλνει στην κόλαση ανίσχυρους αντί γι’αμαρτωλούς.
Ναι η θρησκεία υπήρξε σκοταδιστική, βάναυση και αιματηρή στο παρελθόν, όμως σήμερα έχει κάνει προσπάθεια ν’αποτινάξει από πάνω της αυτή τη σκόνη του πολέμου και της βαρβαρότητας. Μολονότι όμως έχει ανθρωπιστικό όραμα κάποιοι ιεράρχες πολύ συχνά το ξεχνούν κι έτσι πολλοί στρατηγοί με την ανοχή τους την χρησιμοποιούν σαν εργαλείο ή αιτία πολέμου.
Κι ενώ λοιπόν ο Βέμπερ βρισκόταν στα αζήτητα, αφού ο Μαρξ έφερνε το όραμα στο παγκόσμιο κοινωνικό γίγνεσθαι, μετά τη “νίκη” του ιμπεριαλισμού επί του σοσιαλισμού, δηλαδή της βαρβαρότητας επί του πολιτισμού (για την οποία οι λαοί έπρεπε να κλαίνε με μαύρο δάκρυ, αντί να αλαλάζουν από χαρά), στην απέλπιδα ιδεολογική μάχη του ο καπιταλισμός επιστράτευσε μιαν αλλοπρόσαλλη σειρά “κοινωνιολόγων της ανθρώπινης συμφοράς” που μεταξύ τους περιλαμβάνονται “Ιδεολόγοι της Αδικίας και της Τοκογλυφίας ως Υψηλής Φιλοσοφικής Έννοιας” και έκπτωτοι αρχάγγελοι του μαρξισμού που έχασαν τη δουλειά τους κι αναζητούν κάθε λογής λάφυρα. Αυτοί που μυρίστηκαν την πτωμαΐνη κι έσπευσαν να επιστρατευτούν. Την πρόσκαιρη ήττα του σοσιαλισμού και του πολιτισμού, βιάζονται να μετατρέψουν σε ιδεολογικό θρίαμβο του καπιταλισμού, της ιμπεριαλιστικής βίας και της καταναλωτικής βαρβαρότητας. Της καταναλωτικής βαρβαρότητας που ήταν το μεγαλύτερο όπλο του ιμπεριαλισμού ενάντια στο σοσιαλισμό και που για χάρη της καταστρέφεται το περιβάλλον και για χάρη των κερδών που αποκομίζουν απ’αυτήν γίνονται οι πόλεμοι.
Αντίθετα ο μαρξισμός σχεδόν την ίδια εποχή ευαγγελιζόταν το νέο, το σωτήριο, το υπερβατικό. Οραματιστής λοιπόν είναι ο Μαρξ και όχι ο Βέμπερ. Οι ιδεολόγοι του ιμπεριαλισμού βέβαια θα ισχυριστούν ότι ο σοσιαλισμός είναι μια θαυμάσια ιδεολογική ουτοπία, που σαν ουτοπία κατά την εφαρμογή της οδηγά την ανθρωπότητα στη αντι-καταναλωτική “συμφορά”. Αφού κατ’αυτούς ο κάθε άνθρωπός ζει μόνο τώρα και ουσιαστικά θέλει πριν πεθάνει να ζήσει ως το έσχατο την καταναλωτική ευωχία, άσχετα αν η ευωχία γι’αυτούς είναι κατάρα για κάποιους άλλους και συμφορά για το μέλλον του πλανήτη και των παιδιών τους.
Οι βολεμένοι πίθηκοι των δένδρων πανηγυρίζουν με την φαινομενική αποτυχία αυτών που αψηφώντας τη θεία τάξη σηκώθηκαν και περπάτησαν στα πίσω πόδια. Και βέβαια δεν αντιλαμβάνονται ότι τα κλαδιά δεν τους χωράνε όλους κι έτσι ξανά και ξανά θα υπάρχουν κάποιοι που θα πρέπει, αν θέλουν να επιζήσουν, να περπατήσουν όρθιοι στη στέπα. Δηλαδή να βαδίσουν στο επισφαλές καμίνι της αλλαγής που θα φέρει το νέο.
Στα μάτια των πιθήκων που στροβιλίζονται χαριτωμένα στα κλαδιά το βάδισμα στα δύο πόδια εκτός του ότι είναι παραφύση, δεν είναι και καλύτερο από το στροβίλισμα στα δέντρα. Έτσι πιστεύουν ότι αυτοί οι όρθιοι πίθηκοι οδηγούν ολοφάνερα το κοπάδι εκεί που δεν πρέπει, εκεί που οι αρχέγονες δεξιότητές του υποβαθμίζονται ή καταργούνται.
Η “παγκόσμια ιστορία της εξέλιξης των πιθήκων” όμως τους διέψευσε. Αυτός ο πίθηκος που σηκώθηκε στα πίσω πόδια, μολονότι έπεσε και ξανάπεσε, συνεχίζει ακόμα να περπατά και να χάνεται στον ορίζοντα του πολιτισμού.
Το σοβιετικό πείραμα, μολονότι θεωρείται αποτυχημένο, έδειξε στον κόσμο ότι υπάρχει κι άλλη επιλογή από αυτήν που μας υποδεικνύει ο καλβινιστικός δρόμος του θεού, που είναι ο καπιταλισμός κι ο καταναλωτισμός, "ο θάνατός σου η ζωή μου" ή "τα πάντα για μένα τίποτα για τους άλλους" και η ιδεολογικοποιημένη πλέον ανθρωποφαγία.
Επειδή όμως κάθε βήμα στο νέο εγκυμονεί και λάθη κι ο σοσιαλισμός υπέπεσε σε πάρα πολλά, οι λόγοι όμως που τον γέννησαν δεν έχουν εκλείψει και ούτε θα εκλείψουν, έως ότου το σοσιαλιστικό ιδεολογικό όραμα νικήσει την λογιστική της τοκογλυφίας ως ιδεολογία. Απώτερος σκοπός του σοσιαλισμού είναι η ίδια η κατάργηση του χρήματος, που είναι η διάκριση γυμνή και η αιτία όλων των συμφορών. Τις θεωρίες της ισχύος και του τρόμου θα αντικαταστήσουμε με θεωρίες δικαιοσύνης, ισότητας, αδελφότητας και αγάπης. Έτσι που οι άνθρωποι να πάψουν να μπουσουλάνε, θα σηκωθούν ξανά στα πίσω πόδια και θα συνεχίσουν το δρόμο τους στον πολιτισμό, έστω και κάτω απ’τη χλεύη των βολεμένων στα κλαδιά μαϊμούδων.
Αυτή η μικρή πραγματεία βέβαια δεν χωλαίνει μόνο λογικά αλλά και ιστορικά: στη ζούγκλα που ζούμε πάντα ο ένας έτρωγε τον άλλον για να ζήσει. Ο νέος όμως πίθηκος τον οποίον εμείς οι ιδεολόγοι της αριστεράς οραματιζόμαστε, ακριβώς αυτό θέλει να αλλάξει: δηλαδή την ανθρωποβόρα διατροφή του.
Ναι ο ιμπεριαλισμός είναι ο πιο επιστημονικός, αποτελεσματικός και γρήγορος τρόπος για την ανάλωση των υλών και την καταστροφή του περιβάλλοντος αλλά και της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο. Σήμερα όμως εξελίσσεται και μ’έναν ταχύτατο τρόπο στην επιλογή αυτών που θα μπορέσουν να κατοικούν ή όχι τον πλανήτη, αφού η τοκογλυφία και η βία υποχρεώνει πολλούς λαούς, όπως και τον Ελληνικό, στο μαρασμό, την υπογεννητικότητα και τον θάνατο.
Άραγε τα καταναλωτικά όνειρα και τα οράματα πλουτισμού των πτωχών, για τα οποία άφηνε μια πορτίτσα για όλους ο καπιταλισμός τι έγιναν; Έμεινε βέβαια το “Λόττο” η μπάλα κι ο επαγγελματικός αθλητισμός, όπου μπορούν να ονειρεύονται τα παιδιά των πτωχών. Κάποτε όμως στο μέλλον η δίκαιη και δημιουργική καπιταλιστική κοινωνία της “ευημερίας και της προόδου” στη θέση των χρημάτων από το Λόττο, θα θέσει δημοκρατικά ποιοι από αυτούς που περισσεύουν θα πρέπει να πεθάνουν ή ποιοι θα επιτρέπεται να γεννήσουν, αφού οι μηχανές θα παράγουν όλα τα προϊόντα για τους κατόχους των κεφαλαιούχων και τα χέρια δεν θα χρειάζονται πια. Έτσι και το όνειρο της τεχνολογίας στη υπηρεσία του λαού (που θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί στο σοσιαλισμό), μετετράπει στον καπιταλισμό σε κατάρα, αφού κάθε τι εκεί είναι όπλο μιας τάξης ενάντια σε άλλη τάξη. Δηλαδή όπλο μιας μικρής κλίκας καπιταλιστών που θα κάνουν το μεγάλο κατόρθωμα να αποκλείσουν και να αποδεκατίσουν το μεγαλύτερο μέρος της ανθρωπότητας όταν θα πάψει να τους είναι χρήσιμο και άρα πολυδάπανο.
Αν ο αναγνώστης αυτού του κειμένου θέλει ας διαβάσει τη μικρή εργασία μου περί “Μαρξισμού” στο thodoroskavasis,blogspot.com