ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ ΗΘΙΚΗ
ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ ΗΘΙΚΗ
Ο χώρος του θεάματος είναι διάτρητος ηθικά αλλά και επαγγελματικά, έτσι ό,τι κατήγγειλαν κάποιοι ηθοποιοί δεν μας εξέπληξε. Τα “τέρατα” όμως που κατήγγειλαν ίσως είναι κι αυτά θύματα αυτού του επαγγελματικού χώρου. Καί αυτοί είχαν υποστεί κάποιου είδους σωματικής, ψυχικής ή ηθικής κακοποίησης και με τη σειρά τους, όταν βρέθηκαν σε θέσεις εξουσίας, άσκησαν το μιαρό “δικαίωμα” που τους δίνει η θέση τους. Αυτό όμως δεν είναι και τόσο τρομερό. Όταν μια νέα ή ένας νέος μπαίνει σ’αυτό το κύκλωμα, γνωρίζει καλά τι συμβαίνει κι αν δεν γνωρίζει, τον ή την ενημερώνουν οι θύτες ή τα προηγούμενα θύματα. Βέβαια υπάρχουν κυρίες του θεάτρου ή της τέχνης, οι οποίες ισχυρίζονται ότι δεν έχουν υποστεί κάτι τέτοιο, αλλά βέβαια κανείς δεν τις πιστεύει. Όλοι ξέρουν ή υποθέτουν ότι η “κακομεταχείριση κι η απαξίωση της προσωπικότητας” σ’αυτούς τους χώρους είναι δεδομένη, αφού δεν ζούμε στον παράδεισο, αλλά σε μια καπιταλιστική κόλαση. Στον ιμπεριαλισμό κάθε ένας ζυγίζεται απ’το τι εμπόρευμα είναι, η αληθινή τέχνη έχει παραγκωνιστεί κι όλοι χορεύουν το χορό του διαβόλου, όπου ο καθένας είναι για τον εαυτό του και τον τελευταίο τον παίρνει ο διάβολος.
Εγώ που αφηγούμαι τώρα, είμαι ογδόντα χρονών, είμαι αξιόλογος γλύπτης κι άξιος συγγραφέας φιλοσοφικών δοκιμίων. Αν κάποιος θέλει να μάθει τι αληθινά είναι η Διαλεκτική, θα πρέπει να ανατρέξει στα κείμενά μου. Όμως είμαι τελείως άγνωστος, γιατί δεν βρέθηκα ποτέ μέσα σε κυκλώματα ή δεν εντάχθηκα στις γραμμές κάποιου κοινοβουλευτικού κόμματος.
Η κ. Λέχου, η κ. Δούκα, η κ. Δραγούμη, η κ. Χαραλάμπους, η κ. Μπότση και μια μεγάλη σειρά άλλων κυριών, όπως η κ. Καραμπέτη και η κ. Τρικαλιώτη για διαφορετικούς λόγους κάθε μία, εκπέμπουν έναν έντονο ερωτισμό, ο οποίος τις κάνει πόλο ερωτικής έλξης. Αυτές οι κυρίες πρέπει να προσέχουν, γιατί μπορούν να τρελάνουν τον αρσενικό και να τον οδηγήσουν σε πράξεις ηθικά και νομικά απαράδεκτες. Μάλιστα σ’ένα χώρο όπως αυτός του θεάματος, όπου μολονότι ως ηθοποιοί πρέπει να ποιούν ήθος, συμβαίνει το αντίθετο αφού: “ουδέν δεινότερον του ανθρώπου πέλει”. Εγώ που είμαι όπως είπα ογδόντα χρονών, αλλά ακόμα άντρας, όταν τις βλέπω κολάζομαι και ξεχνώ την αξιοπρέπειά μου, το ήθος μου, ακόμα και την ηλικία μου, μολονότι ακόμα κι αν μου δοθούν, πολύ λίγα είναι αυτά που μπορώ να κάνω, πόσο μάλλον κάποιος νέος. Η συμπεριφορά βέβαια των καλλιτεχνών που κατηγορούνται είναι άθλια κι άνανδρη, ειδικά αυτών που ασκούν ακόμα και σωματική βία στις συναδέλφους τους. Αναρωτιέμαι αν αυτές ήταν κάποιος δίμετρος νταλικέρης θα ασκούσαν βία επάνω του ή θα γονάτιζαν και θα έπαιρναν τη στάση που τους έμαθαν τ’αφεντικά τους, όταν ήταν μαθητευόμενοι μάγοι.
Όμως σ’αυτό το δημοσιογραφικό γίγνεσθαι όπου υπάρχει γαργαλιστικό ερωτικό ενδιαφέρον, αφού ως νομικό ή ηθικό θέμα αληθινά δεν υπάρχει πια, αφού μάλλον έχει παραγραφεί κι όλα αυτά πρέπει να αποδειχθούν και να είναι μέσ'τα όρια του ποινικού χρόνου. Κι επειδή οι κυρίες αυτές δεν ήταν παιδάκια, αλλά ενήλικες που έκαναν κάποιες επιλογές, για να μείνουν στο “επάγγελμα”, ενώ άλλες που δεν τις έκαναν πετάχτηκαν στο περιθώριο, τα πράγματα δεν είναι απλά, ούτε μπορούν να λυθούν με τον νόμο. Όταν αυτό θα έχει πια κοπάσει, όλα θα επανέλθουν εκεί που επιτρέπει αυτό το σύστημα που γεννά την απαξίωση. Δηλαδή στα ίδια: Όταν σε μια ωραία κοπέλα οι "δάσκαλοι" κλείνουν αδικαιολόγητα τον δρόμο χωρίς να της ζητούν τίποτα, αλλά συγχρόνως της δείχνουν πολύ προσοχή και την επαινούν για τις επιδόσεις της, θα καταλάβει ότι κάτι πρέπει να δώσει κι αυτή κι όταν κάνει το βήμα και διαπιστώσει ότι οι πόρτες όλες έτσι ανοίγουν, θα πρέπει να κάνει τις επιλογές της.
Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι υπάρχουν νέοι επιστήμονες οι οποίοι εργάζονται σε ομάδες διακεκριμένων επιστημόνων και τις επιστημονικές τους προτάσεις καρπώνονται παράνομα οι επικεφαλής των ομάδων αυτών. Οι νέοι αυτοί επιστήμονες, δεν προβάλλουν τον ερωτισμό τους ή το δελεαστικό παρουσιαστικό τους, αλλά τους καρπούς ετών διανοητικής εργασίας και τους λεηλατούν.
Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι υπάρχουν παιδάκια μέσα σε ευαγή ιδρύματα, που τα έχουν ποδοπατήσει κάποιοι κύριοι, κυρίες και ιεροί επίσκοποι, υπεράνω πάσης υποψίας. Αυτά τα παιδάκια δεν το επέλεξαν να βρίσκονται σ’αυτό το χώρο της ντροπής και της ανθρώπινης απαξίωσης της, αλλά η κακή τους τύχη. Εξάλλου στις τάξεις της καθολικής εκκλησίας η παιδεραστία είναι πλέον κανόνας, κι αυτό φαίνεται από το ότι η καθολική εκκλησία έχει ανοίξει τις πύλες της κριτικής και άρα της κάθαρσης, κάτι που η ορθοδοξία δεν έχει ακόμα κάνει. Αυτό βέβαια δεν δείχνει ότι δεν υπάρχει πρόβλημα, αφού κάθε φορά που ανοίγει κάποια πόρτα, κλείνεται με φρίκη.
Όπως φάνηκε σε όλους τους χώρους, όπου κάποιος καθηγητής, κάποιος προπονητής ή κάποιος καθοδηγητής κοινωνικής λειτουργίας και προσφοράς, αλλ'ακόμα και στην καθημερινότητα όπου κάποιος μπορεί να είναι εργοδότης ή εργοδηγός και με τον τρόπο του έχει κάποια εξουσία επί των άλλων, θεωρεί δικαίωμα την παραβίαση της προσωπικότητας και της ελευθερίας αυτών που θεωρεί ότι είναι στην εξουσία του.
Οι κυρίες του θεάματος οι οποίες ανέδειξαν το θέμα καλά έκαναν, όμως πρέπει να ξέρουν ότι η φύση τις προίκισε τόσο, που είναι αληθινοί πειρασμοί. Κι επειδή όπως είπαμε ζούμε στην καπιταλιστική κόλαση και όχι στον παράδεισο, πρέπει να προσέχουν. Βέβαια τώρα που ανέδειξαν το ηθικό αυτό θέμα, στις περισσότερες περιπτώσεις, δεν μπορεί να αποδειχθεί ούτε άπτεται πλέον του νόμου κι έτσι δεν προσφέρουν ούτε στην κοινωνία, ούτε στην δικαιοσύνη, απλά απλώς εκδικούνται. Ο χώρος τους λοιπόν θα συνεχίζει να είναι έτσι, αφού όλοι αυτοί οι “μεγάλοι” καλλιτέχνες είναι ως έναν βαθμό διαβρωμένοι απ’την ίδια την τέχνη τους, η οποία δεν είναι πλέον τέχνη του ήθους, αλλά το αντίθετο.
Στην εποχή μας η κ. Διαμαντίδου είχε “καπαρώσει” τον πολύ νεότερό της κ. Παπαμιχαήλ και η κ. Βουγιουκλάκη, τον κ. Μπονάτσο και τον κ. Σπυρόπουλο, βέβαια υπήρχαν κι’άλλες κυρίες που είχαν το δικό τους ανδρικό χαρέμι. Λοιπόν η άσκηση αυτού του είδους βίας απορρέει από όπου υπάρχει εξουσία κι ασκείται από ανθρώπους οι οποίοι υπέστησαν τα ίδια στην αρχή της καριέρας τους.
“Ουδέν δεινότερον του ανθρώπου πέλει”. Ο άνθρωπος και κυρίως, οι διακεκριμένοι καλλιτεχνικά, είναι ικανοί για το χειρότερο, αλλά και για το καλύτερο. Κι επειδή οι κυρίες αυτές βρίσκονται σ’αυτόν τον χώρο, ας ζυγίσουν τα υπέρ και τα κατά, ακόμα ας κοιτάξουν μέσα τους και να μην αφήσουν τον ύστερο εαυτό τους να βγει, χωρίς κάποιο ηθικό αποτέλεσμα. Ας καλέσουν τους θύτες τους σε μία από καρδιάς απολογητική συζήτηση κι ας τους δώσουν τη δυνατότητα να ασκήσουν την τέχνη τους μέσα στα όρια της ευπρέπειας. Αυτό είναι κάτι που θα τους γίνει δίδαγμα από την μια και τιμωρία από την άλλη, αφού θα υποστούν την "ταπείνωση" της διδασκαλίας ήθους από αυτούς που θεωρούσαν αντικείμενο του μιαρού παιγνίου τους.
Ακόμα πρέπει να γνωρίζουν ότι αυτό συμβαίνει σ’όλους τους χώρους του κοινωνικού γίγνεσθαι, αφού έτσι ο καπιταλιστικός καταναλωτισμός προστάζει.
Λέγεται ότι ο Πραξιτέλης στην αναπαράσταση του αγάλματος της Αφροδίτης, χρησιμοποίησε την Φρύνη σαν μοντέλο. Οι Ολιγαρχικοί όμως που έψαχναν τρόπο να χτυπήσουν τους Δημοκρατικούς, κατήγγειλαν τον Πραξιτέλη και την Φρύνη γι’ασέβεια κι αλαζονεία. Στη διάρκεια της δίκης και όταν έγερνε με το μέρος των συντηρητικών, ο δικηγόρος του Πραξιτέλη, που αν θυμάμαι καλά ήταν ο Υπερίδης, με μια κίνηση τράβηξε το μανδύα της Φρύνης και τη γύμνωσε. Το δικαστήριο την αθώωσε. Οι αυστηροί και συντηρητικοί δικαστές, παραμέρισαν τη “λογική” και παρασύρθηκαν από το συναίσθημα. "Ουδέν δεινότερον της μεγάλης ομορφιάς πέλλει".
Επίσης λέγεται και μια άλλη ιστορία κάποιου ζωγράφου του αρχαίου κόσμου ο οποίος είχε σαν μοντέλο για κάποιο έργο μιαν άλλη πανέμορφη εταίρα, στην οποία έκανε όπως λέγεται σήμερα ερωτική παρενόχληση. Αυτή τον απέκρουε. Την άλλη μέρα ο καλλιτέχνης έβαψε το μαλλί του, φόρεσε τα χρυσά του και της παρουσιάστηκε με νέες αξιώξεις. Η εταίρα τον απέπεμψε με χάρη: νέε μου ξέρω ότι θέλεις αυτό το οποίο μου ζήτησε χθες ο πατέρας σου, αλλά είμαι δεσμευμένη.
Και τελειώνοντας ας θυμηθούμε το ποίημα του Ανακρέοντα:
Πάλι ο χρυσομάλλης έρωτας
κόκκινο τόπι ρίχνει
να παίξω με παρακινεί
μα η κόρη απ’τη Λέσβο
τ’άσπρα μαλλιά μου περγελά
άλλα μαλλιά χαζεύει
Πρέπει ακόμα στην κατάσταση αυτή να διαχωριστεί το παίγνιο του έρωτα από την μιαρή βία της εξουσίας. Το παίγνιο του έρωτα είναι κάτι που κατεβαίνει απτην αισθητική΄και τους ουρανούς, ενώ η βία της εξουσίας έρχεται από το σκοτάδι της κόλασης.
Για να ολοκληρωθεί η διαλεκτική αυτού του θέματος, ταιριάζει να αναφερθεί ένα μικρό μου δοκίμιο περί της διαλεκτικής της πορνείας το οποίο βάζει τα πράγματα στην ακριβή τους θέση:
Η ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΤΗΣ ΠΟΡΝΕΙΑΣ
Όταν ανοίγεται ένας διάλογος περί σοσιαλισμού και ειδικά για την διαβίωση των ανθρώπων εκεί, σχεδόν πάντα κάποιος απ’τους συνομιλητές θα υπενθυμίσει ότι στις σοσιαλιστικές χώρες υπήρχαν νέες που έκαναν έρωτα για ένα μπλουτζίν ή άλλα είδη πολυτελείας. Αυτό ενώ για τον υποστηρικτή του σοσιαλισμού φαίνεται αποστομωτικό, πραγματικά θα μπορούσε να είναι στοιχείο υπεράσπισης.
Επειδή ο σοσιαλισμός είναι μια κατάσταση μεταβατική από τον καπιταλισμό στον κομουνισμό, είναι φυσικό όλες οι αδυναμίες του καπιταλισμού, όπως ο εγωισμός, η ματαιοδοξία, η κερδοσκοπία, η σπατάλη, η καταστροφή του περιβάλλοντος, η δίψα για πολυτέλεια, η απάτη κ.λπ. να υπάρχουν ακόμα μέσα στο σοσιαλιστικό γίγνεσθαι.
Στην περίπτωση λοιπόν του “μπλουτζίν” μπορούν να κατηγορηθούν τα σοσιαλιστικά καθεστώτα ότι δεν κατάφεραν να ανεβάσουν το πολιτιστικό επίπεδο όλου του λαού, ώστε κάποιοι να μην λαχταράνε το ”μπλουτζίν” σε βαθμό που να εκδίδονται. Αν όμως ο σοσιαλισμός είχε φτάσει σε πολιτισμικό επίπεδο που κανείς δεν λαχταρά την πολυτέλεια, πιθανόν να έχει ήδη φτάσει στον κομουνισμό, όπου η ύπαρξη της ματαιοδοξίας, της ανοησίας και του εγωισμού, θα ήταν εκεί ασυμβίβαστες.
Το μπλουτζίν λοιπόν κι άλλα φανταχτερά ή ανόητα προϊόντα πολυτελείας που στις σοσιαλιστικές χώρες δεν παράγονται και γι’αυτό δεν διατίθενται στην “αγορά”, (για να μην επιβαρυνθεί η εργασία με την παραγωγή άχρηστων προϊόντων και οι πολίτες να δουλεύουν περισσότερες ώρες), είναι κάτι που θεωρείται πολύτιμο γι’αυτούς που το λαχταράνε. Εκεί το ιδεατό κόστος της πολυτέλειας είναι τεράστιο. Έτσι τα άτομα που εκπορνεύονται γι’αυτό, δεν το κάνουν από έλλειψη ειδών πρώτης ανάγκης, κάτι που θα ήταν επιβαρυντικό για μια σοσιαλιστική χώρα, ούτε για το ευκαταφρόνητο ποσό της αγοραίας συνεύρεσης, όπως στα καταγώγια της καπιταλιστικής φτώχειας, αλλά από δίψα πολυτέλειας και ματαιοδοξία.
Η έννοια της πορνείας λοιπόν είναι πολυσήμαντη και η χρήση της στις σύγχρονες γλώσσες, έχει κατά πολύ αλλάξει. Έτσι η συζήτηση για τη διερεύνηση της “διαλεκτικής της πορνείας” θ’απαιτούσε μια νέα διαλογική ανάλυση της έννοιας κι ίσως νέον ορισμό.
Για να μπορέσουμε όμως να φτάσουμε στα θεμέλια αυτής της έννοιας, πρέπει να θέσουμε κάποια ερωτήματα: Α. Είναι άραγε η γενετήσια ορμή βδελυρή ή μικρότερης σημασίας απ’την πείνα, την ένδυση, την ασφάλεια, την κατοικία, την αξιοπρέπεια και τα άλλα “αγαθά” διαβίωσης; Β. Είναι άραγε η διάθεση τροφίμων, ρουχισμού ή κλίνης έναντι αμοιβής διαφορετικής σημασίας απ’τη διάθεση ερωτικών περιπτύξεων έναντι αμοιβής; Είναι δηλαδή η πώληση της σεξουαλικής πράξης βδελυρή ενώ του φαγητού ή του ύπνου όχι;
Επειδή σήμερα δεν ζούμε στον μεσαίωνα, ούτε υπό την πολιτιστική δικτατορία του παπά ή του μουλά, είναι κοινή αίσθηση ότι η σεξουαλική πράξη δεν είναι βδελυρή, άρα η “βδελυρότητα” που την μετατρέπει σε πορνεία συνίσταται στο ότι προσφέρεται έναντι χρηματικής αμοιβής. Δηλαδή είναι το Χρήμα που την κάνει βδελυρή και άρα πορνεία. Το ίδιο όμως θα μπορούσε να ισχύει και για τη διάθεση έναντι αμοιβής για όλα τα προϊόντα πρώτης ανάγκης. Όποιος δεν τα διαθέτει, είναι υποχρεωμένος να πληρώσει στον έμπορο για την απόκτησή τους. Επειδή λοιπόν ο έμπορος διαθέτει ένα μέρος της ζωής του επί πληρωμή σ’αυτή τη δραστηριότητα, γιατί να μη θεωρείται πόρνη; Αλλά για να αποκτήσει κάποιος τα χρήματα και να μπορέσει να γίνει πελάτης του εμπόρου, πρέπει να προσφέρει μέρος του εαυτού τους έναντι αμοιβής (να πουληθεί). Δηλαδή να εκπορνευτεί δουλεύοντας οκτώ ώρες, που είναι το μισό του ενσυνείδητου βίου του, αφού το ένα τρίτο κοιμάται για ν’αντλήσει δύναμη για ζωή, αλλά και για δουλεία.
Η πόρνη προσφέρει το κορμί της ή σημείο του κορμιού της για ένα προσυμφωνημένο μικρό χρονικό διάστημα, έναντι μιας προσυμφωνημένης αμοιβής. Η εργάτρια προσφέρει για επίπονη εργασία όλο το σώμα της (ακόμα την προσοχή της δηλαδή και το μυαλό της) για προσυμφωνημένο χρόνο οκτώ ωρών ημερησίως, με την ίδια περίπου αμοιβή μιας συνεύρεσης της πόρνης με πελάτη. Επίσης η πόρνη μ’αυτή τη συναλλαγή τελειώνει χωρίς άλλες υποχρεώσεις. Δηλαδή αν επισκεφτεί τον πελάτη στο σπίτι του, αυτός δεν την αναγκάζει να μαγειρέψει ή να σφουγγαρίσει κιόλας, ενώ η εργάτρια που έχει ήδη “εκπορνευθεί”, πουλώντας το κορμί της για την παραγωγή προϊόντων, αν έχει την κατάρα να είναι ευπαρουσίαστη, δέχεται συνεχώς ήπιες ή έντονες σεξουαλικές πιέσεις ή ακόμα και σεξουαλικούς εκβιασμούς απ’τους ανωτέρους της, ανάλογα με τις ανάγκες της ή την αδυναμία της να βρει αλλού δουλειά. Κάτι που ο νόμος απαγορεύει, αλλά δεν μπορεί ν’αποδειχθεί πάντα για να βρει το δίκιο της.
Άραγε η δυστυχισμένη εγκαταλελειμμένη μητέρα παιδιών που δε μπορεί να τα ζήσει, όταν κάτω απ’την πίεση της ανάγκης και με τη βοήθεια έωλου ερωτικού συντρόφου ή “φίλου”, της προταθεί η “λύση” της προσφοράς έναντι αμοιβής, (αυτού το οποίο προσέφερε από ευχαρίστηση και που συχνά ακολουθείτο από διάφορα άχρηστα δώρα), με την αποδοχή της χρηματικής αμοιβής μετατρέπεται σε πόρνη;
Άραγε τι είναι η κοπέλα που ως εργαζόμενη, με αντάλλαγμα να μη χάσει τη θέση της ή την προσδοκία ανώτερης θέσης στη μισθολογική κλίμακα, ενδίδει στις σεξουαλικές απαιτήσεις των ανωτέρων της; Είναι ή δεν είναι πόρνη; Ή μήπως γίνεται πόρνη όταν σε κάθε συνεύρεση με το αφεντικό ή τον ανώτερό της θεωρήσει ότι θα ήταν καλύτερα να πληρώνεται για τη συνεύρεση, χωρίς τουλάχιστον να δουλεύει στην παραγωγή κιόλας;
Άραγε είναι πόρνη η πλούσια κυρία που φοράει τη γούνα ολόγυμνη εσωτερικά και πηγαίνει σε κάποια “στέκια” έναντι χρηματικής αμοιβής, όχι από ανάγκη, αλλά από ιδιοτροπία; Έχει γίνει κατά καιρούς συζήτηση για διακεκριμένα άτομα τα οποία εκδίδοντο σε ισχυρούς, για να τους ανοίγουν δρόμους επιτυχίας ή γιατί τους διέγειρε η σκοτεινή διαδικασία του εκδίδεσθαι.
Απ’αυτό βγαίνει το συμπέρασμα ότι υπάρχει η πορνεία εξ’ανάγκης, η πορνεία ως επικερδές επάγγελμα κι η πορνεία από διαστροφή. Επίσης, κατά τον προηγούμενο υπαινιγμό, πόρνη ή πόρνος δεν είναι μόνον αυτός που απλά πληρώνεται για την σεξουαλική προσφορά του, αλλά κι αυτός που προσφέρει ως αντάλλαγμα το σώμα, το πνεύμα, αλλά και τις δεξιότητές του για να αναρριχηθεί σε αξιώματα, τα οποία τελικά και αυτά μεταφράζονται σε χρήμα και δύναμη. Δηλαδή ο επιστάτης, ο διευθυντής, ο γραμματέας, ο δημοσιογράφος, ο πολιτικός, ο γιατρός, ο επιστήμονας, ο δικαστής, ο στρατιωτικός, ο κληρικός κλπ. οι οποίοι προσφέρουν υπηρεσίες έναντι αμοιβής και κοινωνικής διάκρισης σε υψηλά ιστάμενα άτομα ή σε οργανισμούς που είναι όλοι μαζί εξαρτημένοι. (Μέσ’τα επαγγέλματα περιέλαβα και λειτουργήματα όπως του γιατρού, για να δείξω ότι κι αυτά, όταν η προσφορά τους είναι εξαρτημένη από κάποιον οικονομικό οργανισμό, ο εργαζόμενος εκπορνεύεται απ’τις οικονομικές σχέσεις και τις εκβιαστικές πιέσεις της διοίκησης, παραβλέποντας αρκετές φορές το ηθικό καθήκον του για το οικονομικό συμφέρον του οργανισμού. Επίσης ακόμα κι όταν η προσφορά του είναι ανεξάρτητη, δηλαδή ασκεί το επάγγελμα του γιατρού, εκπορνεύεται απ’το οικονομικό αντάλλαγμα, που έχει ως αποτέλεσμα η σχέση του με τους πελάτες. Δηλαδή εκπορνεύεται εμπορευόμενος το λειτούργημά του, για να αποκτήσει χρήματα, να εκπορνευτεί στα καταστήματα για να αποκτήσει τα αναγκαία για να ζήσει).
Γενικά πορνεία είναι η όλη διαδικασία της προσφοράς του σώματος και του πνεύματος του ανθρώπου επί πληρωμή για αλλότρια εξυπηρέτηση, συμφέρον ή αλλότρια ακολασία. Επειδή όμως το οικονομικό συμφέρον, όπως και κάθε συμφέρον μεταφράζεται τελικά σε χρήμα, συμπίπτει πάντα με κάποιου είδους “ακολασία”. Αυτό γιατί κάθε προσφορά επί πληρωμή έχουσα σχεδόν πάντα ως σκοπό κι αποτέλεσμα το κέρδος, με την υπεραξία υπερβαίνει την προσφορά του εργασιακού ανταλλάγματος, έχοντας έτσι αποτέλεσμα την κλοπή και τον εκβιασμό. Τ’αφεντικό εκβιάζει την ανάγκη, την αδυναμία και την ανέχεια του ανθρώπου, εκπορνεύοντας τον στη έμμισθη δουλεία και στη συνέχεια κλέβει και την υπεραξία της δουλειάς του. Επίσης κανείς διακεκριμένος, όπως ο επιστήμονας, ο διευθυντής, ο στρατηγός, ο γιατρός, κ.λπ δεν μπορεί να έχει ως άλλοθι εκπόρνευσης τις ανάγκες του, αφού οι μισθοί τους είναι πολλαπλάσιοι από αυτούς των εργαζομένων.
Είναι βέβαιο ότι κάθε είδους πορνεία είναι αμάρτημα, δηλαδή αστοχία στην αρμονία των κοινωνικών σχέσεων, αφού η προσφορά δεν είναι αγαπητική αλλά φαρμακωμένη από το συμφέρον, τη συναλλαγή, την εκμετάλλευση της ανάγκης και τον εκβιασμό που πατά στην ανισότητα. Με λίγα λόγια η πορνεία είναι γενικά σύμφυτη με την εμπορική συναλλαγή, δηλαδή με τον καπιταλισμό. Όμως στο στάδιο του νεοφιλελευθερισμού, ο άνθρωπος οδηγείται βίαια στην καταναγκαστική πορνεία. Εκεί κάθε τι μετατρέπεται βίαια σε εμπόρευμα κι ό,τι δεν μπορεί να γίνει εμπόρευμα, όπως ο αληθινός πολιτισμός κι η αληθινή τέχνη, ποδοπατείται με περιφρόνηση παραδειγματικά.
Ακόμα, στα ελεύθερα μικροεπαγγέλματα, (εξαρτώμενα απ’τις απόλυτα ελεγχόμενες πρώτες ύλες), περιορίζεται η ελευθερία επιλογής και η ανεξαρτησία παραγωγής. Οι μικρές αγροτικές παραγωγικές δραστηριότητες, ελέγχονται απόλυτα απ’την παραγωγή, το εμπόριο και τη χρήση των μεταλλαγμένων φυτών ή σπόρων. Η εκπόρνευση μέσω της χρήσης των μεταλλαγμένων σπόρων, συμβαδίζει και με τον εκβιασμό της διασποράς μικροβίων που πλήττουν τις φυσικές καλλιέργειες, ενώ οι μεταλλαγμένες είναι απ’τη δημιουργία τους ανθεκτικές στα συγκεκριμένα μικρόβια. Έτσι αναφαίνεται η εκπόρνευση των επιστημόνων, οι οποίοι αντί να υπηρετούν το λαό, υποτάσσονται για το προσωπικό κέρδος, στις καταστροφικές για το περιβάλλον και τη φύση, κερδοσκοπικές απαιτήσεις των μονοπωλίων.
Με τον ίδιο τρόπο λειτουργεί και το αστικό κοινοβούλιο: Ο ιμπεριαλισμός διά των λεγομένων “μέσων ενημέρωσης” προωθεί δικά του πρόσωπα ή ευάλωτα στο χρήμα και τον εκβιασμό, για να είναι ελεγχόμενα. Ενώ αυτοί που αντιδρούν κινούμενοι μέσα σε ιδεολογικά πλαίσια, δυσφημίζονται, απαξιώνονται και παραμερίζονται.
Η εκπόρνευση στους κόλπους του καπιταλιστικού συστήματος είναι κανόνας, αφού το σύστημα, θέλοντας και μη, είναι απ’τη φύση του αργυρώνητο. Εκείνο όμως που εκπλήσσει είναι η εκπόρνευση της ιερής του θεού πίστης. Όλοι οι εκπρόσωποι του θεού επί της γης εκτελούν τα καθήκοντά τους με μισθό, που μάλιστα είναι ανάλογος με την ιεραρχία. Υπάρχουν χιλιάδες άνθρωποι που κοιμούνται στο δρόμο και ψαχουλεύουν, φανερά ή κρυφά τα σκουπίδια, ενώ οι περισσότεροι εκπρόσωποι του θεού είναι σαν βαρέλια. Οι εκκλησιαστικοί βέβαια προσεύχονται για τους πτωχούς και κάνοντας έτσι το χριστιανικό καθήκον τους, καταναλώνουν τεράστιες ποσότητες φαγητού και προϊόντων πολυτελείας κρυφά ή φανερά. Αυτοί λοιπόν πουλάνε θρησκεία κι εκπορνεύοντας τον ίδιο το θεό, ανταλλάσσουν το “προϊόν” της πίστης των ανθρώπων σ’αυτόν έναντι αμοιβής.
Οι μόνοι που προσφέρουν τις “υπηρεσίες” τους χωρίς το αντάλλαγμα της εκπόρνευσης είναι οι λαϊκοί αγωνιστές, οι οποίοι μάλιστα όχι μόνο δεν πληρώνονται για την προσφορά τους, αλλά αντίθετα πληρώνουν και μάλιστα πολλές φορές με την ίδια τη ζωή τους.
Από τα πάρα πάνω συνάγεται ότι:
Ο νεοφιλελευθερισμός είναι ένας παγκόσμιος και νόμιμος οίκος ανοχής.
Τίθεται λοιπόν το ερώτημα: δεν πρέπει να δουλεύουμε για να μην εκπορνευτούμε αλλά να πεθάνουμε απ’την πείνα; Όχι βέβαια! Επειδή είμαστε εύφρονες άνθρωποι κι επειδή ο τρόπος ζωής που μας επιβάλλεται βίαια απ’το νεοφιλελευθερισμό είναι καθαυτός αναξιοπρεπής, απάνθρωπος και πόρνος, αυτοί που θεωρούν τον εαυτό τους άνθρωπο με όλη την έννοια της λέξης, πρέπει να συμφωνήσουν δημοκρατικά μεταξύ τους, για έναν άλλο τρόπο αξιοπρεπούς διαβίωσης. Αυτός πρέπει να είναι κατ’ανάγκην ένα είδος δημοκρατικής εξουσίας που ν’απορρέει απ’το λαό και όπου ο ίδιος ο λαός να συμμετέχει σε όλες τις λειτουργίες του.
Αυτό το κοινωνικό σύστημα λέγεται λαϊκο-δημοκρατική εξουσία, που κάποιοι από μας γνωρίζουν πως πρέπει να είναι, άλλοι όπως λανθασμένα εφαρμόστηκε κι άλλοι όπως λανθασμένα πληροφορήθησαν ότι είναι. Γι’ αυτό πρέπει περιληπτικά ν’αναφέρω τη διαλεκτική του διάταξη. Επειδή όμως μιλάμε για τη διαλεκτική της πορνείας, πρέπει να επισημάνουμε και τα στοιχεία παρανόησης κι απαξίωσης της έννοιας της διαλεκτικής, η οποία είναι κακοποιημένη, από φίλους, εχθρούς και άγιους πατέρες.
Με την απλούστερη οριοθέτηση ότι “η διαλεκτική είναι η λογική που αντίλαμβάνεται τον κόσμο σε κίνηση”, ενώ “ο ορθολογισμός και η τυπικότητά του είναι η λογική που αντιλαμβάνεται τον κόσμο σε ακινησία”, δημιουργείται σύγχυση. Η σύγχυση αυτή δομείται σιγά-σιγά μέσ’το σώμα της λογικής, όσο εξελίσσεται και περιπλέκεται η χρήση της. Πολλοί διακεκριμένοι διανοητές μολονότι ισχυρίζονται ότι είναι διαλεκτικοί δεν κάνουν βήμα χωρίς τη χρήση της τυπικής λογικής, ενώ αντίθετα διανοητές που ισχυρίζονται ότι είναι ορθολογιστές, βλέπουν τον κόσμο ή τις διάφορες προς έρευνα καταστάσεις εν τω γίγνεσθαι. Αυτό βέβαια δεν είναι παράδοξο, αφού κατά τη διάρκεια των αιώνων, δημιουργήθηκε περί λογικής μια συλλογική αντίληψη, η οποία είναι μάλλον ένας αγοραίος συγκερασμός ορθολογισμού και διαλεκτικής. Διανοητές και επιστήμονες λοιπόν χρησιμοποιούν αυθόρμητα κι από συνήθεια αυτή τη συγκερασμένη λογική, η οποία ενώ βλέπει τον κόσμο σ’εξέλιξη, τον στατικοποιεί για να τον εκτιμήσει. Έτσι υποπίπτουν σε διγλωσσία που σε οριακές καταστάσεις γεννά παράδοξα κι αντινομίες.
Μολονότι αυτή η συζήτηση είναι πολύ μεγάλη, πρέπει να τεθούν κάποια συνοπτικά διευκρινιστικά όρια μεταξύ ορθολογισμού και διαλεκτικής, ώστε να διαλευκάνουν το σκοτάδι αυτής της σύγχυσης.
Συνοπτικά αυτός ο διαχωρισμός τίθεται ως εξής:
Η Διαλεκτική είναι η λογική του αληθινού γίγνεσθαι ενώ ο Ορθολογισμός του φαινομενικού. Έτσι “στον ορθολογισμό τα ενάντια διαλέγονται χωρίς να παραβιάζουν τα έσχατα αναλλοίωτα όρια μεταξύ τους, υπακούοντας στην αντικειμενικότητα και στην αντιθετικότητα. Ενώ στη διαλεκτική τα ενάντια εισχωρούν το ένα μέσα στο άλλο κατά τον διάλογο, χωρίς να αφή-νουν έσχατα απαραβίαστα όρια μεταξύ τους, δημιουργώντας αντιφατικές ενότητες. Έτσι ο ορθολογισμός διέπεται από αντιθετικότητα, ενώ η διαλεκτική από αντιφατικότητα”.
Επειδή ο ορθολογισμός αποδέχεται έναν αντιθετικό διάλογο, ο οποίος βασίζεται και καταλήγει στην αποδοχή της ύπαρξης αναλλοίωτων στοιχειωδών εσχάτων στον πυθμένα του κόσμου μας, μπορεί να δεχθεί κάποιο φαινομενικό γίγνεσθαι, το οποίο σταματά στα απαραβίαστα όρια των αναλλοίωτων στοιχειωδών εσχάτων. Έτσι γεννιέται η σύγχυση του αντιθετικού ορθολογικού γίγνεσθαι, που είναι φαινομενικό, με το αντιφατικό διαλεκτικό γίγνεσθαι, που είναι πραγματικό.
[Ο αναγνώστης μπορεί να ενημερωθεί για όλη αυτή τη διαλογική ακολουθία στην ανάρτησή μου περί “Διαλεκτικής Σκέψης”, thodoroskavasis.blogspot.com]
Για να γίνει βαθύτερα κατανοητή η διαλεκτική της πορνείας, πρέπει να περιγραφεί συνοπτικά η ΑΝΤΙΦΑΤΙΚΗ ΣΧΕΣΗ ΜΙΣΘΩΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ.
[Όταν στις κοινωνίες των πιθήκων, οι ιεραρχικά υψηλά ιστάμενοι στροβιλίζονταν με χάρη στα κλαδιά· κάποιοι στη βάση της πυραμίδας, σηκώθηκαν και βάδισαν άκομψα παραπατώντας στα πίσω πόδια κάτω από τη χλεύη και την κατακραυγή των καθιερωμένων. Είναι αυτοί που χάθηκαν στον ορίζοντα του πολιτισμού και συνεχίζουν ακόμα να βαδίζουν στο άγνωστο. Ο πίθηκος αυτός που στάθηκε στα πίσω του πόδια, μπορεί ακόμα να προκαλεί συγκίνηση, σεβασμό και δέος].
Κανείς δε θα είχε αντίρρηση ότι κάθε κοινωνικό σύνολο αποτελείται από ταξικές ομάδες και στρώματα που τα συμφέροντά τους, δεν είναι μόνο διαφορετικά, αλλά πολλές φορές είναι αντίθετα και συγκρούονται. Οι ομάδες που έχουν κοινά συμφέροντα, οργανώνονται σε τάξεις και προσπαθούν να θεσμοθετούν νόμους που προωθούν τις επιδιώξεις τους. Στην προσπάθεια αυτή υπάρχει σκληρός ανταγωνισμός. ΄Οποια τάξη καταφέρει να υπερισχύσει, δηλαδή να πάρει την εξουσία, οργανώνει σύστημα λειτουργίας με το οποίο οριοθετεί τις δραστηριότητες των ατόμων μέσα στο σύστημα, αλλιώς αυτά απωθούνται βίαια στο περιθώριο. Το σύστημα που η κάθε τάξη νομοθετεί και ασκεί εξουσία το ονομάζει Δημοκρατία, αφού οι όροι που το κάνουν να λειτουργεί, είναι ίδιοι για όλα τα άτομα του συνόλου (χωρίς όμως να λαμβάνεται υπόψιν το ταξικό πλαίσιο κι οι μηχανισμοί που εγγυούνται τη λειτουργία και την άμυνα του συστήματος, που είναι το κράτος).
Μολονότι οι όροι κάθε δημοκρατίας είναι ίδιοι για όλους τους πολίτες, κάθε νόμος που ευνοεί μια τάξη, το κάνει έτσι που να είναι σε βάρος των άλλων τάξεων ή να κάνει δυσμενέστερη την κατάσταση αυτών που έχουν διαφορετικά ταξικά συμφέροντα. Το σύστημα λοιπόν αυτό που λέγεται δημοκρατία, είναι τόσο πιο δημοκρατικό για την τάξη που κυβερνά, όσο πιο δικτατορικό για τις τάξεις και τα ταξικά στρώματα που δεν συμμετέχουν στην άσκηση της εξουσίας.
Το αστικοδημοκρατικό σύστημα, που θεωρείται απ’τους φίλους του συνώνυμο της δημοκρατίας, έχει κι αυτό αντιφατική φύση. Είναι τόσο πιο δημοκρατικό για την αστική τάξη, όσο πιο δικτατορικό είναι για τη εργατική τάξη. Ενώ οι όροι της λειτουργίας αυτού του συστήματος φαίνονται δίκαιοι και τυπικά όλοι μπορούν, σύμφωνα με το νόμο, να συμμετέχουν στη λειτουργία αυτής της δημοκρατίας ή τουλάχιστον να έχουν ίσα δικαιώματα κι υποχρεώσεις, στην πράξη υπάρχει ένας παράγων που ρυθμίζει τα πάντα με τον δικό του τρόπο. Ο παράγων αυτός είναι το χρήμα, που μ’αυτό κάποιος μπορεί να συμμετέχει παντού και χωρίς αυτό πουθενά. Οι άνθρωποι λοιπόν σ’αυτή τη δημοκρατία δεν είναι ίσοι, άλλοι γεννιόνται δούλοι, υποχρεωμένοι στην εκπόρνευση της δουλείας, κι άλλοι “ελεύθεροι” δηλαδή μαστροποί. Ο γεννημένος φτωχός είναι αδύνατον να ανταγωνιστεί τον γεννημένο πλούσιο, στον αγώνα για ισότιμη κοινωνική συμμετοχή και κοινωνική καταξίωση. Το κοινοβούλιο είναι «απαγορευτικό» για τον εργάτη, αφού χρειάζονται πάρα πολλά λεφτά και γνωριμίες για να προβληθούν οι απόψεις του απ’τα μέσα ενημέρωσης (προπαγάνδας). Και αν οι εργαζόμενοι καταφέρουν να προβάλλουν κάποιους, που να προωθούν τα συμφέροντά τους μέσα στο αστικό κοινοβούλιο, δεν διασφαλίζονται, αφού οι αντίπαλοί τους, άνθρωποι του χρήματος, θα μπορούν να τους εξαγοράζουν έμμεσα ή άμεσα, να κρίνουν παράνομους όσους δεν εξαγοράζονται ή γενικά δεν κινούνται στα «νόμιμα» πλαίσια που τους έχουν καθορίσει.
Αντίθετα η εργατική τάξη έχει να προτείνει τη δική της δημοκρατία που λέγεται ανάλογα λαϊκή ή προλεταριακή. Εκεί το κοινοβούλιο διαφέρει αποτελούμενο απ’τους εκπροσώπους των εργατικών σωματίων, οι οποίοι είναι αναπάσα στιγμή ανακλητοί για να μην εξαγοράζονται και να ελέγχεται συνεχώς η τιμιότητα κι η αξία τους. Ο αριθμός των εκπροσώπων θα εξαρτάται απ’τον αριθμό των μελών των σωματείων. Οι εργάτες μετάλλου π.χ. που ίσως είναι περισσότεροι απ’τους ξυλουργούς θα έχουν περισσότερους εκπροσώπους. Οι βιοτέχνες ή κάποιοι εργοστασιάρχες ή εφοπλιστές, σε μια λαοκρατική κοινωνία δε θα έχουν κανέναν, γιατί δε θα τους «παίρνει το μέτρο». Αυτοί αν θέλουν να εκπροσωπηθούν, θα πρέπει να συνασπιστούν μεταξύ τους. Αυτό είναι δημοκρατικότατο και φυσικό απ’την πλευρά της Λαϊκής Δημοκρατίας, αφού οι εκπρόσωποι εκλέγονται κατ’αναλογίαν με τον αριθμό των εργαζομένων, δηλαδή των ενεργών μελών της κοινωνίας. Απ’την πλευρά των αστών όμως, αυτό είναι απαράδεκτο, γιατί η ανθρώπινη υπόσταση με μόνον το ένδυμα του εργαζομένου, δεν περιέχει όλη την αξία του ανθρώπου. Ο άνθρωπος κατά την αστική αντίληψη βαραίνει μαζί με τα χρήματά του, την περιουσία του και τη συμμετοχή του στη διακίνηση του χρήματος μέσα στο σύστημα. Έτσι αυτό που θεωρείται δημοκρατία για τους εργαζομένους, είναι στυγνή δικτατορία για τους αστούς και τ’αντίθετο. Όταν λοιπόν μιλάμε για αστική δημοκρατία, εννοούμε τη δημοκρατική-δικτατορία των αστών κι όταν μιλάμε για λαϊκή δημοκρατία, εννοούμε τη δημοκρατική-δικτατορία του λαού.
Οι έννοιες δημοκρατία και δικτατορία λοιπόν συνιστούν μια αντιφατική
σχέση, όπου ενώ το ένα γεννά τ’άλλο, την ίδια στιγμή το μάχεται και το αναιρεί κιόλας. Στην περίπτωση της δημοκρατικής-δικτατορίας των αστών, αληθινά έχουμε την δημοκρατία και την εξουσία του χρήματος. Εκεί οι άνθρωποι αληθινά ψηφίζουν στο χρηματιστήριο και στις τράπεζες με τα λεφτά τους και την κίνηση κεφαλαίων μέσα στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Χωρίζονται σ’αυτούς που όταν «εργάζονται» κινείται το χρήμα και σε αυτούς που εργάζονται όταν κινηθεί το χρήμα. Όλοι οι άλλοι βρίσκονται στο περιθώριο και μια επένδυση μπορεί να τους ξεθεμελιώσει, αν το κομπιούτερ της τράπεζας δεν τους υπολογίσει. Αυτό υπολογίζει μόνον ότι μπορεί να αποφέρει κέρδος. Αντίθετα στην περίπτωση της δημοκρατικής-δικτατορίας του λαού έχουμε τη δημοκρατία και την εξουσία της εργασίας όπου οι άνθρωποι αληθινά ψηφίζουν με την συμμετοχή τους στη λήψη αποφάσεων, στο χώρο της υλικής και πνευματικής παραγωγής.
Αν την εξουσία έχει το χρήμα κι η εργασία είναι υπηρέτης στην παραγωγή κέρδους, έχουμε καπιταλισμό, αν την εξουσία έχει η εργασία και το χρήμα είναι υπηρέτης της εργασίας, για τη διακίνηση των προϊόντων έχουμε σοσιαλισμό.
Σοσιαλισμός είναι το κοινωνικό σύστημα που ως απώτερο σκοπό έχει την κατάργηση του χρήματος, όταν δεν θα υπάρχουν διακρίσεις που να το καταστούν αναγκαίο, δηλαδή στον κομουνισμό. Εκεί η εργασία δεν θα πωλείται αλλά θα διανέμεται δίκαια σε όλους για το συμφέρον του συνόλου. Άρα η υποχρέωση εργασίας θα συμπέσει με την ευτυχία της προσφοράς και δημιουργικότητας ανάλογα με τις δυνατότητές των ατόμων, ενώ τα δικαιώματα θα ορίζονται ανάλογα με τις πραγματικές τους ανάγκες.
Από την προηγούμενη διαλεκτική ανάλυση ανεφάνει ότι η λύση της αντιφατικής σχέσης μισθωτής εργασίας και κεφαλαίου που είναι ο κομουνισμός, συμπίπτει με την κατάργηση του χρήματος. Η κατάργηση του χρήματος βέβαια δεν είναι κάτι που θα μπορούσε να γίνει με νόμους ή με τη βία, αλλά μόνον όταν η σχέση υποταγής και εξάρτησης μέσα στο κοινωνικό γίγνεσθαι εκ των πραγμάτων θα έχει πάψει να υπάρχει.
Μόνο τότε θα πάψει να υπάρχει και το κάθε είδος βίας και πορνείας.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Πέρα από όσα επιγραμματικά αναφέραμε πρέπει να τονιστεί ότι απώτερο καθήκον του σοσιαλισμού δεν είναι απλά η ισονομία ή η δικαιοσύνη. Αυτά έχουν προταθεί κι από άλλα κοινωνικά συστήματα ή φιλοσοφικές θεωρίες, μια που «το τι είναι δίκαιο», είναι πολυδιάστατο και όχι απόλυτο. Η ισονομία και η δικαιοσύνη είναι η σκάλα που ανεβάζει το Ον σε ένα άλλο υψηλότερο αισθητικό επίπεδο, όπου ο άνθρωπος κοινωνώντας του τραγικού «ορθώνεται μπρος στον ισχυρό και γέρνει μπρος στον αδύνατο». Το ουσιαστικότερο στοιχείο του τραγικού είναι η αυτοθυσία και κει είναι όπου ο πολιτισμός πρέπει ξανά να πατήσει για να μπορέσει να δώσει καρπούς. Ο σοσιαλισμός πέρα από όλα αυτά και μέσα απ’τη σοσιαλιστική παιδεία που είναι η κοινωνία του τραγικού, θέλει να οδηγήσει τον άνθρωπο σε μια Νέα υπερβατική ποιότητα. Τον Νέο, τον Σοσιαλιστικό Άνθρωπο. Το πρόβλημα λοιπόν που δημιουργήθηκε στο λεγόμενο υπαρκτό σοσιαλισμό, ήταν ότι δεν έλαβε αρκετά υπόψιν την ανέλιξη του πολιτισμικού επιπέδου της κοινωνίας και ότι οι επίγονοι της επανάστασης δεν συνέχισαν το ασκητικό έργο των επαναστατών. Επίσης δεν μπορεί ποτέ στην επανάσταση ηγετικά στελέχη ν’απολαμβάνουν αγαθά που δεν απολαμβάνει ο λαός και ειδικά τα αδύναμα μέλη της κοινωνίας. Επίσης αν ο σοσιαλισμός έχει σκοπό την βελτίωση μόνο των συνθηκών ζωής των κατωτέρων στρωμάτων, με την επιτυχία του σκοπού του, χωρίς την άνοδο της σοσιαλιστικής κουλτούρας μπαίνει στον φαύλο κύκλο του καταναλωτισμού. Ο καταναλωτισμός είναι ο θάνατος του πολιτισμού, του σοσιαλισμού και του ανθρωπισμού. Ο καταναλωτής θέλει συνεχώς ότι φαντάζεται πως δεν έχει· θέλει με την κατανάλωση να καλύψει το κενό της ανθρωπιάς που του γεννά ο ίδιος ο καταναλωτισμός.
Αν η επανάσταση θέλει να αλλάξει τον κόσμο κι όχι απλά να βελτιώσει τις συνθήκες ζωής των κατωτέρων στρωμάτων, πρέπει να ξεκινήσει πάλι απ’τις πηγές του πολιτισμού, να τις ξανα-επεξεργαστεί, να τις ανανεώσει και να τις εντάξει μέσα την επαναστατική κοινωνική παιδεία.
Οι ρίζες του πολιτισμού βρίσκονται στο τραγικό πνεύμα, όπου γεννήθηκε η Διαλεκτική σκέψη κι η Δημοκρατία. Η βάση του τραγικού πνεύματος είναι η λατρεία της φύσης, η οποία με τα σύγχρονα δεδομένα είναι η επιστημονικότητα ως υπερβατική και τραγική τέχνη και ως αίσθηση της αυτοθυσίας του ατόμου για το κοινωνικό σύνολο.
Κι εδώ έρχεται να παίξει το ρόλο του το λειτούργημα του θεάτρου και του ηθοποιού. Όμως για να γίνει αυτό πρέπει ο ηθοποιός να παίξει το ρόλο που του αναλογεί στην κοινωνία, δηλαδή η “παραγωγή” ήθους.
[Ο αναγνώστης μπορεί να πληροφορηθεί για την εξέλιξη της πραγματείας περί διαλεκτικής και μαρξισμού στο thodoroskavasis.blogspot.com].
11
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου