ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΖΩΡΤΖΌΠΟΥΛΟΣ: Ο Αριστοτέλης, ο Χέγκελ και η Διαλεκτική
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΖΩΡΤΖΟΠΟΥΛΟΣ: Ο Αριστοτέλης, ο Hegel και η διαλεκτική
Κριτικη Ανάγνωση από τον Θόδωρο Καβάση
Χέγκελ: Η διαλεκτική στον Αριστοτέλη και η επίκαιρη σημασία της
Τζωρτζόπουλος: §1. Ο κορυφαίος διαλεκτικός φιλόσοφος της νεωτερικής εποχής, ο Χέγκελ, αποτιμώντας την ιστορική δυναμική του φιλοσοφικού στοχασμού του Αριστοτέλη, αποφαίνεται ως εξής: ο Αριστοτέλης ανήκει στα πιο βαθυστόχαστα μυαλά της ανθρωπότητας και απέναντί του καμιά εποχή δεν έχει να αντιτάξει παρόμοιο ανάστημα. Αυτός και ο Πλάτων δικαίως αναγνωρίζονται ως δάσκαλοι του ανθρώπινου γένους[1]. Ο Αριστοτέλης συνέχισε και προήγαγε περαιτέρω ό,τι άρχισε ο Πλάτων, τόσο στο βάθος των ιδεών, δηλαδή κατά την ποιότητα, όσο και στην εξάπλωσή τους, δηλαδή κατά την ποσότητα. Την ίδια στιγμή που απλωνόταν στην έρευνα των πιο διαφορετικών πτυχών του επιστητού, ολοκλήρωνε αυτή την αναλυτική έρευνα στην ολότητα, στον ενιαίο χαρακτήρα της έννοιας: «Ο Αριστοτέλης έχει εισδύσει σε ολόκληρη τη μάζα και σε όλες τις πλευρές του πραγματικού σύμπαντος και υπέταξε τον πλούτο και τη διασπορά, τον πολύπτυχο χαρακτήρα του στην έννοια»[2].
§2. Μια γενικότερη αντίληψη που ισχύει για την αριστοτελική φιλοσοφία, κατά τον Γερμανό φιλόσοφο, είναι ότι ο Αριστοτέλης έχει αναγάγει σε απαρχή (Anfang) και όχι σε αξιωματική αρχή (Prinzipp) της θεωρητικής γνώσης την εμπειρία, τουτέστι την εξωτερική εποπτεία, θεώρηση[3], ως προϋπόθεση για να παραχθεί συγκεκριμένη σκέψη[4]. Πιο ειδικά, τούτο σημαίνει πως λαμβάνει ως αφετηρία της φιλοσοφικής σκέψης ή, με όρους του Χέγκελ, της θεωρησιακής σκέψης, δηλαδή της θεωρίας ή του καθολικού θεωρείν, την εκάστοτε δεδομένη περιοχή της εμπειρικής σκέψης, ας πούμε τις μορφές της αφηρημένης κατ’ αρχήν νόησης και τη δραστηριότητα αυτών των μορφών· από εδώ ανέρχεται σε πιο μεστά περιεχομένου υψώματα στοχαστικής συλλογιστικής, επεξεργαζόμενος μια συλλογιστική, εμπειρικά, εξωτερικά εκτυλισσόμενη, σε εσωτερική ανταπόκριση με μια εξόχως θεωρητική διεργασία[5]. Πρόκειται για εκείνο τον συνδυασμό, που αποτελεί, ούτως ειπείν, ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της αριστοτελικής θεωρίας περί διαλεκτικής.
§3. Το έργο, στο οποίο ο Αριστοτέλης αναπτύσσει κυρίως την εν λόγω θεωρία του, είναι τα Τοπικά, χωρίς να παραγνωρίζεται ορισμένως και το άλλο έργο του: Σοφιστικοί Έλεγχοι, όπου συζητά περισσότερο τη λειτουργική σχέση και αντίθεση σοφιστικής και διαλεκτικής υπό το πρίσμα μιας θεωρίας της αντίφασης. Στα Τοπικά πραγματεύεται τους τόπους, οι οποίοι είναι:«οι επόψεις, τα [επ]οπτικά σημεία, με βάση τα οποία μπορεί να εξεταστεί ένα πράγμα […]. Κάθε πρόβλημα μπορεί άμεσα να αναχθεί σ’ αυτές τις διάφορες επόψεις, που η παρουσία τους είναι παντού αναγκαία»[6].
Έτσι, μας λέει ο Χέγκελ, οι τόποι αποτελούν, υπό ένα ευρύ πνεύμα, σχήματα εξέτασης και έρευνας ενός αντικειμένου· σχήματα με βάση τον Λόγο, που επιτρέπουν μια σφαιρική κάτοψη του αντικειμένου (Gegenstand) και μια αντίστοιχη εκδίπλωση επιχειρημάτων, εναρμονισμένων με τις διάφορες όψεις αυτού του αντικειμένου[7]. Συσχετιζόμαστε λοιπόν με ένα είδος διαλεκτικής, που χαρακτηρίζεται από εξωτερικούς προσδιορισμούς ανασκόπησης ή ανασκοπικής επιστροφής[8], κάτι δηλαδή σαν την ανασκοπικής επιστροφής δραστηριότητα της σκέψης στην εγελιανή θεωρία της ουσίας[9].
§4. Η διαλεκτική κατανοείται, ως εκ τούτου στον Αριστοτέλη, ως η μέθοδος εκείνη, που μας δίνει τη δυνατότητα να συλλογιζόμαστε για κάθε πρόβλημα και να υποβάλλουμε τη σκέψη μας σε έλεγχο, χωρίς να πέφτουμε σε αντιφάσεις, ακολουθώντας τους εν λόγω τόπους, που γενικώς συνοψίζονται ως εξής: «α) διαφορετικότητα· β) ομοιότητα· γ) αντίθεσηˑ δ) σχέση/ αναλογίαˑ ε) σύγκριση. Τόποι κατάλληλοι, για να αποδείξουν ότι κάτι είναι καλύτερο ή προτιμότερο, είναι: α) διάρκεια του χρόνου· β) αυθεντία εκείνων που θα το επιλέξουν· γ) το γένος έναντι του είδους· δ) το επιθυμητό διεαυτό·[10] ε) επειδή αυτό είναι καλύτερο [από τα άλλα]· ζ) σκοπός· η) σύγκριση του σκοπού και της συνέπειας· θ) το πιο ωραίο και το περισσότερο άξιο επαίνου κ.ο.κ»[11].
Εγώ επισημαίνω: Αυτό το οποίο θεωρείται διαλεκτική χωρίς να πέφτουμε σε αντιφάσεις, απλά είναι ο ορθολογισμός. Αυτό το θέμα έχει ξεκαθαριστεί από τον Παρμενίδη γύρω στο 480 π.χ. και στο ποίημά του "Περί Φύσεως", στο οποίο φανερώνει την αντίθεσή του στην αντιφατικότητα της διαλεκτικής του Ηράκλειτου. Άρα το θέμα σε τι διαφέρει η Διαλεκτική από τον Ορθολογισμό, έχει λυθεί πριν δυόμισι χιλιάδες χρόνια. Επειδή όμως ο Χέγκελ είχε πνιγεί στο πέλαγος του ιδεαλισμού, δεν το γνώριζε, θα έπρεπε όμως ο κ. Τζωρτζόπουλος να το γνωρίζει. Γι'αυτό πρέπει, μολονότι είναι μακροσκελές για μια μικρή κριτική, να αναφέρω τις βασικές προτάσεις του Παρμενίδη που αφορούν στον Ορθολογισμό και τη Διαλεκτική. [Απόσπασμα 2
εἰ δ᾽ ἄγ᾽ἐγὼν ἐρέω, κομίσαι δὲ σὺ μῦθον ἀκούσας, αἵπερ ὁδοὶ μοῦναι διζήσιος* εἱσι νοῆσαι, ἡ μὲν, ὅπως |ἔστιν τε καὶ οὐκ ἔστι| μὴ εἶναι πειθοῦς** ἐστι κέλευθος (ἀληθείῃ γὰρ ὀπηδεῖ),*** ἡ δ᾽ ὡς |οὐκ ἔστιν|, τε καὶ ὡς χρεῶν ἐστι, μὴ εἶναι, τὴν δή τοι φράζω παναπευθέα ἔμμεν ἀταρπόν οὔτε γὰρ ἂν γνοίης τὸ γε μὴ ἐόν (οὐ γὰρ ἀνυστόν) οὔτε φράσαις.
Liddell & Scott δίζω: τελῶ ἐν ἀμφιβολίᾳ. δίζημαι: ζητέω, ἀναζητῶ, ἐπιζητῶ. δίζησις: ἐξέτασις , ἔρευνα. Όμως υπάρχει κι ο δίζως: ὁ ἔχων διπλή μορφή, διπλή φύση. Από κει κρίνω ότι *διζήσιος:είναι ο αμφίσημος στην έρευνα, ίσως ο αντιφατικός. **Πείθω: με απατηλούς λόγους, δια δεήσεως, διαφθείρω δια χρημάτων. ***ὀπηδεῖ, ὀπή-δέω: υποχρεούμαι να συμπεριφερθώ ανάλογα με την ύπαρξη οπής: διαφεύγω από οπή, ακολουθώ-διαφεύγοντας από οπή. Α. Η Πειθώ λοιπόν δεν είναι πάντα ο δρόμος της Αλήθειας, μάλιστα μπορεί να είναι πολύ καλά και ο δρόμος του ψεύδους ή της συναλλαγής. Β. Η λέξη οπηδός (οπαδός) είναι αμφίσημη, έτσι δεν φανερώνει πάντα αυτόν που ακολουθεί (στην περίπτωσή μας την αλήθεια), αλλά την ακολουθεί διαφεύγοντας απ’ αυτήν. Γ. Όταν μάλιστα λέμε "ἀληθείῃ γὰρ ὀπηδεῖ", η αλήθεια είναι σε πτώση δοτική-αφαιρετική και όχι αιτιατική. Έτσι δεν μπορεί να λέγεται (όπως συνηθίζεται) ότι "την αλήθεια ακoλουθεί", αλλά να αφαιρείται από την αλήθεια, δηλαδή “από την αλήθεια διαφεύγει”.
Μετάφραση
[Άκουσε λοιπόν με προσοχή τι που θα σου πω: αυτοί οι δυο δρόμοι έρευνας μόνον είναι αντιφατικοί. Στον ένα, δεν μπορεί κάτι να -Είναι και να Μην Είναι- (να Είναι-ΜηΌντας), αυτός είναι ο δρόμος της πειθούς, γιατί από την αλήθεια διαφεύγει. Στον άλλον το Μη-Είναι, όπως έχει χρέος δεν μπορεί να υπάρχει. Από αυτόν το δρόμο σε αποτρέπω τελείως, αφού το Μη-Είναι δεν μπορείς ούτε να το εννοήσεις, ούτε να το γνωρίσεις, ούτε να το πεις]. (Το Μη-Είναι είναι η αντίφαση καθαυτή).
Εδώ ο Παρμενίδης, βάζει τις βάσεις της ορθολογικής σκέψης και με μια μονοκοντυλιά, θέτει τις δύο αρχές του ορθολογισμού και της τυπικής λογικής:
Α. Κάθε τι μπορεί μόνο να Είναι.
Β. Κάτι δεν μπορεί να Είναι-μη Όντας (να αντιφάσκει).
Μπορεί ο ορθολογισμός να χρησιμοποιείτο ήδη από τον άνθρωπο, αφού ο Πυθαγόρας και ο Ξενοφάνης ήταν συνεπείς ορθολογιστές, αλλά εδώ διαπιστώνουμε ότι ο Παρμενίδης κάνει τα πρώτα βήματα του ανθρώπου στον ορθολογισμό, την τυπική λογική και τον ντετερμινισμό ως συνειδητή πρακτική. Δηλαδή επιστημονικοποιεί την αόριστα προϋπάρχουσα ορθολογική σκέψη, ως αντίθετη προς την διαλεκτική, όπου κυριαρχεί η αντιφατικότητα, δηλαδή όπου κάθε τι | Είναι-ΜηΌντας |.
Απόσπασμα 3
τὸ γὰρ αὐτό νοεῖν ἐστίν τε καὶ εἶναι
[Γιατί το νοείν και το είναι συμπίπτουν].
Όταν το Νοείν και το Είναι συμπίπτουν, τίποτα απ’ότι υπάρχει δεν μπορεί να διαφύγει από τη νόηση, άρα μπορούμε να έχουμε ασφαλή συμπεράσματα δια μέσου της λογικής.
Απόσπασμα 4
λεῦσσε δ᾽ὁμῶς ἀπεόντα νόῳ παρεόντα βεβαίως·
οὐ γὰρ ἀποτμήξει τὸ ἐὸν τοῦ ἐόντος ἔχεσθαι
οὔτε σκιδνάμενον πάντῃ πάντως κατὰ κόσμον
οὔτε συνιστάμενον.
[(Επειδή η νόηση και το είναι συμπίπτουν) μπορείς να φωτίσεις, δια μέσου των παρόντων με το νού (την λογική) με βεβαιότητα τα απόντα. Γιατί δεν μπορεί ν’αποκοπεί το υπάρχον του υπάρχοντος (ο νους από το είναι), ούτε θεωρώντας τον κόσμο με την μορφή του τετμημένου (των πολλών), ούτε ως όλον].
Εδώ τονίζει ότι οι λογικές αρχές που έχει προτείνει για τη μετάβαση από τα γνωστά στα άγνωστα, ισχύουν και για τα μέρη και για το όλον. Έτσι, με την σωστή χρήση της λογικής (του ορθολογισμού), μπορούμε να έχουμε βεβαιότητα στους συνειρμούς μας.
Απόσπασμα 5
ξυνὸν δέ μοί ἐστι, ὁππόθεν ἄρξομαι τόθι γὰρ πάλιν ἵξομαι αὖθις.
[Εγώ νομίζω ότι απ’όπου ξεκινάμε εκεί γυρίζουμε πάλι].
(Ο κόσμος είναι κλειστός, πεπερασμένος κι έτσι τίποτα δε μπορεί να διαφύγει απ'τη νόηση).
Σε ένα κόσμο κλειστό και σφαιρικό, όπως ορίζεται απ'τον Ξενοφάνη και τον Παρμενίδη στο “απόσπασμα 8” και στους στίχους 42-44, πρέπει “όταν κάτι κινείται ευθύγραμμα κι ομαλά, να επιστρέψει κάποια στιγμή στη θέση που ξεκίνησε”, όπως ισχυρίζεται κι ο Αϊνστάιν. Βλέπουμε ότι παρά τη προσπάθεια του Παρμενίδη να παραμερίσει απ'τη λογική του την αντιφατικότητα, αυτή ξαναεμφανίζεται: Σύμφωνα με τον Λάο-Τσε “η μεγάλη ευθεία οφείλει να είναι κυρτή” και σύμφωνα με τον Ηράκλειτο, “η ευθύγραμμη πορεία είναι αποτέλεσμα περιστροφής”.
Απόσπασμα 6 στ. 1-2
χρὴ τὸ λέγειν τε νοεῖν τ᾽ἐόν ἔμμαινε
ἔστι γὰρ εἶναι, μηδὲν οὐκ ἔστιν, τὰ σ᾽ἐγὼ φράζεσθαι ἄνωγα.
[Είναι ανάγκη λοιπόν, το Λέγειν το Νοείν και το Είναι να συμπίπτουν, γιατί μόνο το Είναι υπάρχει, το Μηδέν δεν υπάρχει, έτσι σε συμβουλεύω να σκέπτεσαι].
Εδώ ακόμα τονίζει ότι εκτός από Νοείν και το Είναι, πρέπει μαζί τους να συμπίπτει και το Λέγειν. Έτσι και ο λόγος δε θα μπορεί ουσιαστικά να διαφύγει από τη λογική.
(Το απόσπασμα 6 που είναι πολύ σημαντικό παρερμηνεύεται από τους μελετητές της σκέψης του Παρμενίδη).
Απόσπασμα 6 στ. 3-9
πρώτης γὰρ σ᾽ἀφ᾽ὁδοῦ ταύτης διζήσιος <εἴργω> αὐτὰρ ἔπειτ᾽ἀπὸ τῆς, ἣν δὴ βροτοί εἰδότες οὐδὲν πλάττονται δίκρανοι, ἀμηχανίη γὰρ ἐν αὐτῶν στήθεσιν ἰθύνει πλαγκτόν νόον. οἱ δὲ φοροῦνται κωφοί ὁμῶς τυφλοί τε, τεθηπότες ἄκριτα φύλα οἷς τὸ πέλειν* τε καὶ οὐκ, εἶναι ταὐτὸν νενόμισται κοὐ ταὐτόν , πάντων δὲ παλίντροπός ἐστι κέλευθος.
LIDDELL & SCOTT * πέλειν, πέλω, πέλομαι: διατελώ εν κινήσει επέρχομαι, -υπάρχω, -είμαι, ἀλλά διακρίνεται από το είμαι καθ᾽όσον περιέχει κάποια έννοια συνεχείας, γι’αυτό και είναι σε χρήση επὶ παρομοιώσεων και συγκρίσεων.
[Από αυτόν τον δρόμο έρευνας, τον πρώτο, (τον αντιφατικό), σε αποτρέπω (είναι ο πρώτος απ’ τους δυο δρόμους προς αποφυγήν που παρουσιάζει στο απόσπασμα 2 και στοίχο 3).
Οι θνητοί απ’αυτόν δεν έμαθαν τίποτα, γίνονται δίβουλοι, γιατί η αμηχανία στα στήθια τους σαλεύει το νου. Φαντάζουν κουφοί τυφλοί και χαμένοι, χωρίς κρίση, αυτοί που νομίζουν ότι η συγκριτική βεβαιότητα, είναι και δεν είναι έγκυρη συγχρόνως, γιατί δέχονται πως για όλα υπάρχει κι αντίδρομος τρόπος να είναι]
Συνάγουμε λοιπόν από τις μέχρι τώρα αποφάνσεις του Παρμενίδη ότι: μαζί με τον υπαινιγμό του για τις αρχές της ταυτότητας και μη αντίφασης, τονίζει τον όρο της αντιστοιχίας Νόησης και Είναι, γιατί μόνον έτσι θα μπορούσε να λειτουργήσει αυτή η διαδικασία. Μετά προτείνει την απόλυτη εγκυρότητα των συγκριτικών διαδικασιών, όπου μόνο με αυτήν η λογική θα μπορούσε να φτάσουμε από τα παρόντα στα απόντα, έχοντας έγκυρη παραγωγή συλλογισμών (ανάλυση και σύνθεση)].
[Συγκριτική διαδικασία:
Αν Α όμοιο του Β και Β όμοιο του Γ τότε Α όμοιο του Γ. (σύνθεση)
Αν Α όμοιο του Β και Β διάφορο του Γ τότε Α διάφορο του Γ. (ανάλυση)]
Απόσπασμα 7
οὐ γὰρ μήποτε τοῦτο δαμῇ, εἶναι μὴ ἐόντα·
ἀλλὰ σὺ τῆσδ᾽ἀφ᾽ ὁδοῦ διζήσιος εἶργε νόημα,
μηδὲ σ᾽ἔθος πολύπειρον ὁδὸν κατά τήνδε βιάσθω
νωμᾶν ἄσκοπον ὄμμα και ἠχήεσαν ἀκουήν καὶ γλῶσσαν,
κρῖναι δὲ λόγῳ πολύδηριν ἔλεγχον ἐξ ἐμέθεν ρηθέντα.
τη λέξη «τοῦτο» ερμηνεύω «ταυτότητα»
[Γιατί ποτέ μα ποτέ η Ταυτότητα δε θ'αναγκαστεί, να Είναι-Μη Όντας· να είσαι λοιπόν μακριά απ’τον αντιφατικό δρόμο και να μην παρασύρεσαι απ’τη συνήθεια, αλλά ότι βλέπεις ή ακούς κρίνε το με τον τρόπο που σου έμαθα τον δοκιμασμένο].
Απόσπασμα 8 στ. 1-18
μόνος δ᾽ἔτι μῦθος ὁδοῖο
λείπεται ὠς ἔστιν· ταύτῃ δ᾽ἐπὶ σήματα ἔασι
πολλὰ μάλ᾽, ὠς ἀγένητον καὶ ἀνώλεθρόν ἐστιν,
οὗλον, μουνογενές τε καὶ ἀτρεμές οὐδ᾽ἀτέλεστον,
5 οὐδέ ποτ᾽ἧν οὐδ᾽ἐσταί, ἐπεί νῦν ἐστιν ὁμοῦ πάν
ἕν, συνεχές· τίνα γὰρ γένναν διζήσεαι αὑτοῦ;
πῇ πόθεν αὐξηθέν; οὕτ᾽ ἐκ τοῦ μὴ ἐόντος ἐάσσω
φάσθαι σ᾽οὐδέ νοεῖν· οὐ γὰρ φατόν ούδὲ νοητόν
ἔστιν ὅπως οὐκ ἔστι. τί δ᾽ἄν μιν καὶ χρέος ὦρσεν
10 ὕστερον ἣ πρόσθεν τοῦ μηδενός ἀρξάμενον φῦν;
οὕτως ἣ πάνπαν πελἐναι χρεών ἐστιν ἢ οὐχί
οὔτε ποτ᾽ἐκ μὴ ἐόντος ἐφήσει πίστιος ἰσχὺς
γίγνεσθαί τι πάρ᾽αὐτό. τοῦ εἴνεκεν οὔτε γίγνεσθαι
οὔτ᾽ ὄλλυσθαι ἀνῆκε δίκη χαλάσασα πέδῃσιν
15 ἀλλ᾽ ἔχει. ἡ δὲ κρίσις περὶ τούτων ἐν τῷδ᾽ἐστιν·
ἔστιν ἢ οὐκ ἔστιν. κέκριται δ᾽οὗν ὥσπερ ἀνάγκη
τὴν μὲν ἐᾶν ἀνόητον ἀνώνυμον, οὐ γὰρ ἀληθής
ἔστιν ὁδός. τὴν δ᾽ ὥστε πέλειν καὶ ἐτήτυμον* εἶναι.
LIDDEL & SCOTT * ἐτήτυμον εἶναι: ἀνήκων στον ἴδιο τύμβο, συγγενές.
πέλειν καὶ ἐτήτυμον εἶναι: Το ὅμοιο ανήκει σε συγγενή ομάδα.
[Μόνος δρόμος λοιπόν που μπορούμε να μιλάμε γι’αυτόν, μας μένει το Είναι. Πάνω σ’αυτόν υπάρχουν πάρα πολλά στοιχεία, όπως ότι το αθάνατο είναι αγέννητο, όλον, αταλάντευτο, τετελεσμένο ποτέ δεν ήταν, ούτε θα είναι (δεν έχει παρελθόν ή μέλλον), γιατί όλο αυτό μαζί είναι ένα, συνεχές, μόνο τώρα. Τι είδους γέννα να αναζητήσεις σ’αυτό; Από που προς τα που να επεκταθεί; Για το Μη-Ον, το Μη-Υπάρχον, δεν μπορείς να πεις ή να καταλάβεις τίποτα, επειδή δεν υπάρχει, ούτε λέγεται, ούτε νοείται. Δε μπορεί τίποτα να αναγκάσει κάτι να υπάρξει πριν ή μετά το Μηδέν. Έτσι λοιπόν κάθε τι πρέπει να συμπέσει με τό Όλον, το σύμπαν, ή το μηδέν που δεν υπάρχει. Από το μη υπάρχον, δεν μπορεί να περιμένει κάποιος ούτε γίγνεσθαι ούτε όλυσθαι, αφού αυτό ορίζει η λογική. Κάθε κρίση πρέπει να βρίσκεται μέσα σ’αυτά τα όρια: να Είναι ή να Μην Είναι. Όπως λοιπόν είναι αναγκαίο, ο ένας δρόμος κρίνεται ανώνυμος, χωρίς νόημα (αναληθής), ενώ ο άλλος είναι ο δρόμος της βεβαιότητας των συγκριτικών διαδικασιών, όπου το όμοιο ανήκει σε συγγενή ομάδα κι είναι ο σωστός].
Αφού ανέφερε τους δρόμους προς αποφυγήν στο δεύτερο απόσπασμα, εδώ προτείνει σαν μοναδικό δρόμο έρευνας, αυτόν που βασίζεται μόνο στο Είναι, (τον Ορθολογισμό).
Απόσπασμα 8 στ, 35-40
35 οὐ γὰρ ἄνευ τοῦ ἐόντος, ἐν ᾧ πεφατισμένον ἐστίν,
εὑρήσεις τὸ νοεῖν· οὐδὲν γὰρ ἦν ἔστιν ἢ ἔσται
ἄλλο παρέξ τοῦ ἐόντος, ἐπεὶ τὸ γε μοῖρ᾽ἐπέδησεν
οὖλον ἀκίνητον τ᾽ἔμεναι· τῷ πάντ᾽ὄνομα ἔσται
ὅσσα βροτοί κατέθεντο πεποιθότες εἶναι ἀληθῆ,
40 γίγνεσθαι τε καὶ ὄλλυσθαι, εἶναι τε καὶ οὐχί,
καὶ τόπον ἀλλάσσειν διὰ τε χρόα φανόν ἀμείβειν.
αὐτάρ ἐπεὶ πεῖρας πύματον, τετελεσμένον ἐστὶ
πάντοθεν εὐκύκλου σφαίρης ἐναλίγκιον ὄγκῳ
μεσσόθεν ἰσοπαλὲς πάντῃ·…..
[Δε μπορείς να βρεις το Νοείν παρά μόνο μέσ'το Είναι, γιατί εκεί ακριβώς είναι γεγραμμένο. Τίποτα άλλο εκτός απ’το Είναι, δεν μπορεί να υπήρχε, να υπάρχει ή να υπάρξει, γιατί αυτό είναι Όλον Ακίνητο. Όλα τ'άλλα είναι ονόματα που οι θνητοί δίνουν γιατί πιστεύουν, ότι πραγματικά υπάρχει γίγνεσθαι και όλλυσθαι, |Είναι-Μη Όντας| και γενικά κάθε είδους μετατροπή ή μετακίνηση. Αλλά αφού αυτό είναι πεπερασμένο και τετελεσμένο είναι τέλεια σφαιρικό και πλήρως ισόρροπο]. (Που κατά τον Παρμενίδη σημαίνει ότι δεν υπάρχει δυνητική αιτία για γίγνεσθαι και όλλυσθαι).
Απόσπασμα 8 στ. 50-61
50 ἐν τῷ σοὶ παύω πιστόν λόγον ἠδὲ νόημα·
ἀμφὶς ἀληθείης δόξας ἀπὸ τοῦδε βροτείας
μάνθανε κόσμον, ἐμῶν ἐπέων ἀπατηλόν ἀκούων
μορφάς γὰρ κατέθετο δύο γνώμας ὀνομάζειν,
τῶν μίαν οὐ χρεών ἐστιν, ἐν ᾧ πεπλανημένοι εἰσίν.
55 τ᾽ἄντια ἐκρίνατο δέμας καὶ σήματ᾽ἔθεντο
χωρὶς ἀπ᾽ ἀλλήλων· τῇ μὲν φλογός αἰθέριον πῦρ,
ἤπιον ὄν, μέγ᾽ ἐλαφρόν, ἑαυτῷ πάντοσε τωὐτόν,
τῷ δ᾽ἑτέρῳ μὴ τωὐτόν, ἀτὰρ κἀκεῖνο κατ᾽αυτό
τἀντία, νύκτ᾽ἀδαῇ, πυκινὸν δέμας ἐμβριθές τε.
60 τὸν σοι ἐγώ διάκοσμον ἐοικότα πάντα φατίζω,
ὡς οὐ μὴ ποτέ τίς σε βροτῶν γνώμη παρελάσῃ.
[Εδώ σταματώ το λόγο που έχει αληθινό νόημα και θα μιλήσω για τον κόσμο της αμφίδρομης αλήθειας, της φθαρτής τον απατηλό. Νομίζουν πως κάθε τι έχει δυο τρόπους να υπάρχει έχοντας δυο μορφές, η μια δεν τους αρκεί. Εδώ ακριβώς κάνουν λάθος. Τα αντίθετα θεωρούν ενωμένα, ενώ συγχρόνως έβαλαν διαχωριστικά όρια μεταξύ τους. Απ’τη μια το αιθέριο πυρ της φλόγας ίδιο πάντα με τον εαυτό του, απ’την άλλη, διάφορο απ’τον εαυτό του, αυτό το ίδιο ενάντια στον εαυτό του, δηλαδή σκοτάδι πυκνό μπερδεμένο. Σου μιλώ για το φαινομενικό κόσμο, το διάκοσμο, για να μην ξεγελαστείς ποτέ απ’τη φθαρτή σκέψη].
Ο Παρμενίδης εδώ στρέφεται σαφώς κατά της ηρακλειτικής αντιφατικής Διαλεκτικής Σκέψης, θέτοντας άλλους όρους στη νόηση, που απορρίπτουν την ύπαρξη του Μηδενός, (αφού το υπάρχειν του τίποτα είναι η αντιφατικότητα γυμνή). Έτσι κάθε συλλογισμός αντιφατικός που Είναι-ΜηΌντας, περιέχοντας το Μη-Είναι, περιέχει σφάλμα.
Απόσπασμα 9
αὐτὰρ ἐπεὶ πάντα φαός καὶ νὺξ, ὀνόμασται
καὶ τὰ κατὰ σφετέρας δυνάμεις ἐπὶ τοῖσί τε καὶ τοῖς,
πᾶν πλέον ἐστὶν ὁμοῦ φάεος καὶ νυκτός ἀφάντου
ἰσων ἀμφοτέρων ἐπεὶ οὐδετέρῳ μετά μηδέν.
[Επειδή όλα έγιναν από φως και σκότος, και με τις δικές τους δυνάμεις μετά από σκληρή πάλη πήραν διάφορες μορφές, αυτό που «περισσεύει», είναι τόσο φως όσο και σκότος ίσα μεταξύ τους, γιατί πέραν αυτών δεν μπορεί να υπάρξει τίποτα].
Τονίζω ότι ο Παρμενίδης προϋποθέτει σύμπαν κλειστό, που συντίθενται από φως και σκότος. Ό,τι περισσεύει, είναι φως και σκότος ίσια μεταξύ τους, αφού οι ουσίες καταλαμβάνουν όλο τον κόσμο και πέραν αυτών δεν υπάρχει Κενό ή Μηδέν. Αν κάποιο απ’τα δυο ήταν περισσότερο, τότε για να έχουμε σύμπαν ισόρροπο, θα έπρεπε να υπάρχει Κενό και Μηδέν, κάτι που είναι άτοπο αφού έτσι γίνεται δεκτό το Μηδέν ως υπαρκτό αλλά και το Κενό, το οποίο είναι είναι μια άλλη μορφή μηδενός.] Στις γραμμές αυτού του ποιήματος, μέσω της κριτικής του στη διαλεκτική, ο Παρμενίδης απαντά στο ερώτημα που αιωρείται αιώνες τώρα για το ποια είναι η Διαλεκτική και σε τι διαφέρει από τον Δυναμικό Ορθολογισμό. Η Διαλεκτική θεωρεί την αντιφατικότητα γενεσιουργό, ενώ ο ορθολογισμός θεωρεί την αντιφατικότητα στοιχείο ψεύδους.
Τζωρτζόπουλος: §5. Ο κατά περίπτωση αριθμός ή ποσότητα τόπων συνιστά τις κατευθυντήριες εννοιολογικές μορφές, δυνάμει των οποίων η διαλεκτική μορφοποιείται σε ερμηνευτική μέθοδο. Ο ερμηνευτικός της χαρακτήρας έγκειται κυρίως στην εξωτερική επιχειρηματολογία, στην εξωτερική λογική επιχειρημάτων. Ο Αριστοτέλης μελετά κάθε ιδέα, κάθε μεμονωμένο διανόημα· το παραθέτει δίπλα στα άλλα και συσχετίζει εξωτερικά συγκεκριμένες, προσδιορισμένες εκάστοτε έννοιες, που αποτελούν χαρακτηριστικές πτυχές του πνεύματος. Αναφέρει συγκεκριμένα ο Χέγκελ: «Ο Αριστοτέλης δεν έχει αφήσει περιθώρια για να αναζητούμε ένα σύστημα της φιλοσοφίας. Ωστόσο επεκτάθηκε σε ολόκληρο τον κύκλο των ανθρώπινων ιδεών και τον υπέταξε στα διανοήματά του· η φιλοσοφία του είναι πολύ εκτενής. Στα ιδιαίτερα μέρη του όλου δεν συνάγει, δεν επάγει· απεναντίας φαίνεται να λαμβάνει μια εμπειρική απαρχή, επί πλέον αναπτύσσει εξωτερική επιχειρηματολογία, μιλάει για εμπειρίες. Ο χαρακτηριστικός του τρόπος είναι συχνά εκείνος της κοινής επιχειρηματολογίας, αλλά το αξιοπρόσεκτο είναι πως κοντά σ’ αυτή τη διαδικασία είναι και πολύ βαθιά θεωρησιακός»[12].
§6. Ο Αριστοτέλης δεν έφτασε να αναπτύξει ένα διαλεκτικό σύστημα φιλοσοφίας υπό την έννοια της εσωτερικής διαφοροποίησης των εννοιών κατά τις επιτακτικές εκδιπλώσεις του εγελιανώς διαλεκτικού Λόγου· ωστόσο καλλιέργησε τη θεωρησιακή σκέψη [=την καθαρή θεωρία] κατά τρόπο, που από την εσωτερική διαφοροποίηση της μιας και της άλλης έννοιας να περνά στον προσδιορισμό της καθολικής έννοιας και εντός αυτής-εδώ να καταφάσκει το αληθές ως την ενότητα του υποκειμενικού και του αντικειμενικού στοιχείου[13]. Αυτή η εννοιολογική ενότητα δεν συνιστά μια αφηρημένη ταυτότητα, αλλά την ενεργό ταυτότητα μέσα στη διαφορά.
Εγώ παρατηρώ ότι: Η "ενεργός ταυτότητα μεσ'τη διαφορά" χωρίς αντιφατικότητα δε μπορεί να είναι αληθινά διαλεκτική, αφού ακολουθείται πάντα από την αριστοτελική εντελέχεια. Η εντελέχεια κάποιας ταυτότητας επιτρέπει μια προδιαγεγραμμένη και τετελεσμένη εξελικτική διαδικασία με τους όρους που συνιστούν την δεδομένη ταυτότητα. Δηλαδή η "διαλεκτική" του Αριστοτέλη είναι ένας δυναμικός ορθολογισμός όπου τα αντίθετα υπάρχουν ως τέτοια κι οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ τους δεν παραβιάζουν τα έσχατα όρια της αναλλοίωτης ύπαρξής τους. Αυτή τη διαλεκτική, ο Παρμενίδης ονόμασε φαινομενική γιατί στα υπόγεια του κόσμου, όπως τον αντιλαμβάνεται, υπάρχουν τα αναλλοίωτα στοιχειώδη που συνιστούν την καρδιά της Αταλάντευτης Αλήθειας. Σε μιαν αντιφατική ηρακλειτική διαλεκτική όμως, τα αντίθετα υπάρχουν ευκαιριακά κι οι αλληλεπιδράσεις δεν αφήνουν απαραβίαστα όρια αναλλοίωτης ύπαρξης μεταξύ τους, αίροντας τη όποια σταθερότητα της ταυτότητας και συνιστώντας αντιφατικές ενότητες. Αυτές οι αντιφατικές ενότητες , χαρακτηρίζονται από την ισορροπία του ποσοτικο-ποιοτικού Μέτρου που τις συνιστά. Εκεί ο διάλογος ξεκινά από το έσχατο βάθος του εαυτού και κάνοντας απεριόριστες διαδρομές διαλόγου Έσω και Έξω, χάνεται στο γίγνεσθαι του ανοικτού σύμπαντος, παραβιάζοντας τη σταθερότητα της όποιας ταυτότητας. Εγώ αναρωτέμαι: Άραγε αυτό που είναι ένας ολοκληρωμένος ορθολογισμός, ο οποίος βέβαια εδώ παρουσιάζεται με ενάργεια από τον κ. Τζωρτζόπουλο, μπορεί να είναι διαλεκτική σκέψη, ακόμα κι αν είναι ενισχυμένος με διαφορικές και ολοκληρωματικές μαθηματικές διεργασίες; Αφού από τον Αρχιμήδη και στη συνέχεια από τον Γαλιλαίο, τον Λάιμπνιτς και τελικά από τον Νεύτωνα, ο ορθολογισμός ακόμα κι ως ντετερμινισμός έχει ενισχυθεί από διαφορικότητα. Αν όμως είναι έτσι, σε τι διαφέρει η διαλεκτική από τον σύγχρονο ορθολογισμό; Απαντώ: Η διαλεκτική την αντιφατικότητα δέχεται ως γενεσιουργό, ενώ ο όποιος ορθολογισμός τη δέχεται ως στοιχείο ψεύδους.
Για να δικαιολογήσω αυτή μου την πρόταση πρέπει να μακρηγορήσω, κάτι που δεν ταιριάζει σε μικρή κριτική κάποιου μικρού έργου, αλλά μόνον έτσι θα μπορούσαν οι ενστάσεις μου να δικαιολογηθούν.
Η ΚΙΝΗΣΗ ΚΑΙ ΤΟ ΓΙΓΝΕΣΘΑΙ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΝΑΞΙΜΑΝΔΡΟ, ΗΡΑΚΛΕΙΤΟ ΚΑΙ ΖΗΝΩΝΑ
Η προσωκρατική Διαλεκτική βασίζεται στην άποψη του Αναξίμανδρου ότι το Άπειρο Γίγνεσθαι είναι αποτέλεσμα της καταλυτικής-συνθετότητας του σύμπαντος και των όντων, δηλαδή στην αντιφατικότητα του Είναι. Ο Ηράκλειτος τη γενική αυτή αντίληψη οργάνωσε στο Λόγο, που είναι αντιφατικό λογικο-γλωσσικά συντεταγμένο σύστημα, δηλαδή μια συνειδητή Διαλεκτική Λογική. Ο Ηράκλειτος ορίζει τον Λόγο ως ενότητα Λογικής, Γλώσσας και Ουσίας που συμπίπτουν στο αέναο Υλικό Γίγνεσθαι. Μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι ο Λόγος είναι Υλιστική Διαλεκτική της Φύσης.
Ο Ζήνων αποκαλύπτοντας με τα παράδοξα της κίνησης και του Είναι τις αντινομίες του ορθολογισμού, αναδεικνύει μια Αρνητική Διαλεκτική και συμπληρώνει αυτήν των Αναξίμανδρου και Ηράκλειτου.
ΑΝΑΞΙΜΑΝΔΡΟΣ
ΣΙΜΠΛΙΚΙΟΣ Φυσικά 24, 13
ἕν καὶ κινούμενον καὶ ἄπειρον… ἀρχή τὲ καὶ στοιχεῖον τῶν ὄντων
τὸ ἄπειρον. τὴν εἰς ἄλληλα μεταβολήν τῶν τεττάρων στοιχείων
οὗτος οὐκ ἠξίωσεν ἕν τι τούτων ὑποκεἰμενον ποιήσαι, ἀλλά τι
ἄλλον παρά ταῦτα. οὗτος δὲ οὐκ ἀλλοιωμένου τοῦ στοιχείου τὴν
γένεσιν ποιεῖ, ἀλλὰ τῶν ἐναντίων ἀποκρινομένων
διὰ τῆς ἀϊδίου κινήσεως
[Το σύμπαν είναι ένα, κινούμενο και άπειρο. Αρχή και στοιχείο των όντων είναι το άπειρο... Κατά την αλληλομετατροπή των τεσσάρων στοιχείων της φύσης, αυτός δεν αξίωσε κάποιο απ’αυτά ως γενεσιουργό, αλλά κάτι άλλο. Αυτός δεν εδέχετο ότι αιτία της γένεσης είναι η αλλοίωση ή η μετατροπή των τεσσάρων υπαρχόντων στοιχείων της φύσης, αλλά ο διάλογος των αντιθέτων μέσω της αέναης κίνησης].
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ φυσ. Α4 187α 20
οἱ δ᾽ἐκ τοῦ ἑνὸς τὰς ἐναντιότητας ἐκκρίνεσθαι ὥσπερ
Ἀναξίμανδρός φησι καὶ ὅσοι γ᾽ἕν καὶ πολλά φασίν εἶναι.
[Ο Αναξίμανδρος κι όσοι πιστεύουν ότι το Ένα είναι και Πολλά, ισχυρίζονται ότι οι εναντιότητες είναι σύμφυτες στο Ένα κι απορρέουν από αυτό].
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ αἱρ. ἔλεγ. 16 1-7
οὖτος ἀρχή τῶν ὄντων ἔφη τινά τοῦ ἀπείρου, ἐξ᾽ἧς γίγνεσθαι
τοὺς οὐρανούς καὶ τὸν ἐν αὑτοῖς κόσμον περιέχειν. λέγει δὲ
χρόνον ὡς ὡρισμένης τῆς γενέσεως καὶ τῆς φθορᾶς. οὗτος μὲν
ἀρχήν καὶ στοιχεῖον εἴρηκε τῶν ὄντων τὸ ἄπειρον, πρῶτος
τοὔνομα καλέσας τῆς ἀρχῆς. πρὸς δὲ τούτῳ κίνησιν
αΐδιον εἶναι, ἐν ᾗ συμβαίνει γίγνεσθαι τοὺς οὐρανούς.
[Ο Αναξίμανδρος έλεγε ότι τα όντα εξουσιάζονται από κάποιο είδος απείρου, απ’όπου γίγνονται οι ουρανοί και ο κόσμος που τους περιέχει… Αυτός ισχυρίστηκε ότι ο χρόνος είναι σχετικός με τη γέννηση και τη φθορά της κάθε συγκεκριμένης ουσίας… και όρισε το άπειρο ως αέναη κίνηση που μέσα της συμβαίνει το γίγνεσθαι των ουρανών. Επίσης όρισε ότι το άπειρο είναι άρχων και στοιχείο όλων κι είναι ο πρώτος που τ’ονόμασε έτσι].
ΕΡΜΕΙΑΣ
ἀρχἠν εἶναι τὴν αΐδιον κίνησιν
καὶ ταύτῃ τὰ μὲν γεννᾶσθαι τὰ δὲ φθείρεσθαι.
[Αυτό που άρχει είναι η αιώνια κίνηση, που μέσα της άλλα όντα γεννώνται και άλλα φθείρονται].
ΣΙΜΠΛΙΚΙΟΣ φυσ. 1121, 5
Οἱ μὲν γὰρ ἀπείρους τῷ πλήθει τοὺς κόσμους ὑποθέμενοι,
ως οἱ περὶ Ἀναξίμανδρον, ἄλλους γινομένους ἐξ αὐτῶν καὶ
ἄλλους φθειρομένους ἐπ’ ἄπειρον ὑπέθετον καὶ τὴν κίνησιν ἀίδιον
ἔλεγον, ἄνευ γὰρ γένεσεως καὶ φθοράς οὐκ ἔστι κίνησις.
[Οι περί τον Αναξίμανδρο, υπέθεταν ότι οι κόσμοι είναι κατά το πλήθος άπειροι, γιατί άλλοι γεννώνται κι άλλοι φθείρονται συνεχώς. Καταλύονται-συντιθέμενοι επ’άπειρον και είναι αυτό που θεωρούν αέναη κίνηση. Αφού χωρίς γένεση και φθορά δεν υπάρχει κίνηση].
Από τα αποσπάσματά του, συνάγουμε ότι η Κίνηση είναι η συνεχής Αλλαγή, δηλαδή η συνεχής αλληλουχία γέννησης και θανάτου των όντων και των κόσμων, που έχει ως αποτέλεσμα το Αέναο και Άπειρο καταλυτικο-συνθετικό Γίγνεσθαι. Συνάγουμε λοιπόν ότι κατά τον Αναξίμανδρο η Ύλη, το Άπειρο, ο Χώρος κι ο Χρόνος, συμπίπτουν στο αέναο Γίγνεσθαι, το οποίο είναι η Κίνηση ως Ουσία. Γι’αυτόν όλα τα πράγματα ή τα γεγονότα είναι ιδιότητες της Κίνησης και όχι η Κίνηση ιδιότητα των πραγμάτων. Ακόμα κατ'αυτόν, η ύλη δε θα μπορούσε να είναι ζωντανή, δηλαδή να εξελίσσεται, αν σε κάθε στοιχειώδες της δεν υπάρχει Εν Δυνάμει το Άπειρο να την ενεργοποιεί. Έτσι το άπειρο, ως Μέγα και γενεσιουργό, άρχει περιέχοντας ποσοτικά τα πάντα, ενώ συγχρόνως ως στοιχειώδες και Μικρό, περιέχει ποιοτικά και δυναμικά ένα πρόσωπο του Όλου ολοκληρωμένο κάθε φορά.
(Ἀρχή καὶ στοιχεῖον τῶν ὄντων το ἄπειρον).
Για να είναι λογικά δυνατός αυτός ο ισχυρισμός, πρέπει να υπάρχει διάλογος όπου τα ενάντια αλληλο-προεκτείνονται χωρίς ν’αφήνουν απαραβίαστα όρια μεταξύ τους, συνιστώντας αντιφατικές ενότητες. Γι’αυτό σε κάθε αντιφατική ενότητα, ο διάλογος παραβιάζοντας τα όρια των διαλεγομένων, ταξιδεύει μακριά έξω απ’τα όρια του γεγονότος (της αντιφατικής σχέσης) και διαλέγεται με το σύμπαν. Έτσι τα στοιχειώδη που συνιστούν το γεγονός, ξεκινώντας απ’τον διάλογο μέσ’τον εαυτό τους, περνούν στο διάλογο με τις εγγύτερες αντιφατικές ενότητες του περιβάλλοντος, μετά με τις απώτερες και τελικά με το ίδιο το Σύμπαν, που είναι ένας Άλλος, απώτατα αντίθετος εαυτός, ο «συμπαντιακός αντίλογος» κι η έσχατη αιτία της συνεχούς αλλαγής του γεγονότος. Με τον εσωτερικό κι εξωτερικό διάλογο των στοιχειωδών, το γεγονός αλλάζει, αλλάζοντας συνεχώς και τ’άλλα με τα οποία διαλέγεται κατά την πορεία των στοιχειωδών του στο σύμπαν. Έτσι κάθε στοιχειώδες συνιστά μιαν αντιφατική εξελικτική σχέση (καταλυτικο-συνθετική) που περιέχει εν δυνάμει ένα ολοκληρωμένο πρόσωπο του απείρου σύμπαντος. Το άπειρο λοιπόν, σύμφωνα με τον Αναξίμανδρο, δεν είναι μόνον αυτό που άρχει περιέχοντας ποσοτικά τα όντα ως όλον, αλλά και το μικρό, που ως ελάχιστο στοιχειώδες, περιέχει ποιοτικά το άπειρο ως έσχατο δυναμικό μέρος τους.
ΑΕΤΙΟΣ V 19. 4 ―ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ συμπ. VIII 8.4
Ἀναξίμανδρος ἔφασκεν ἐν ὑγρῷ γεννηθῆναι τὰ πρῶτα ζῷα
φλοιοῖς περιεχόμενα ἀκανθώδεσι, προβαινούσης δὲ τῆς ἡλικίας
ἀποβαίνειν ἐπὶ τὸ ξηρότερον καὶ τοῦ φλοιοῦ περιρρηγνυμένου
ἐπ᾽ ὀλίγον χρόνον μεταβιῶνται…
Ἀναξίμανδρος ἀποφαινεται ἐν ἰχθύσι ἐγγενέσθαι πρῶτον τοὺς
ἀνθρώπους καὶ τραφέντες ὥσπερ οἱ γαλαῖοι καὶ γενομένους ἱκα-
νούς ἑαυτούς βοηθεῖν εκβῆναι τίνικαῦτα καὶ γῆς λαβέσθαι.
[Ο Αναξίμανδρος έλεγε ότι τα πρώτα ζώα γεννήθησαν σε υγρό περιβάλλον με λέπια κι όταν το περιβάλλον έγινε ξηρότερο, απέβαλλαν τα λέπια και προσαρμόσθησαν στο νέο περιβάλλον. Είπε επίσης έλεγε ότι οι άνθρωποι γεννήθησαν κατ’αρχήν ανάμεσα στα ψάρια, τρεφόμενοι όπως οι γαλέοι κι όταν έγιναν ικανοί, βγήκαν στην ξηρά].
Ο Αναξίμανδρος αντελήφθη ότι η αντιφατικότητα του απείρου γίγνεσθαι έχει ως αποτέλεσμα την εξέλιξη των ειδών. Η Θεωρία της Εξέλιξης των Ειδών του Δαρβίνου είναι ένα άρτιο κομψοτέχνημα παρατηρήσεων και συμπερασμάτων, που μπροστά του η πρόταση του Αναξίμανδρου, αν δεν λάβουμε υπόψιν ότι διατυπώθηκε 2500 χρόνια πριν, ωχριά ως έχουσα τον χαρακτήρα του αυθόρμητου πρωτογονισμού. Μολονότι όμως τις προτάσεις του παραλάβαμε αποσπασματικά από άλλους και δε γνωρίζουμε τον τρόπο που αληθινά διατυπώθησαν, έχουν κάτι που η πρόταση του Δαρβίνου υπολείπεται.
Ο Αναξίμανδρος, μαζί με τις παρατηρήσεις που τον οδήγησαν στην αποδοχή της εξέλιξης των όντων και των κόσμων, προχώρησε και στη διατύπωση των βάσεων της διαλεκτικής σκέψης, που περιγράφουν ως αιτία της εξέλιξης των ειδών, την καταλυτικο-συνθετική αντιφατικότητα των όντων, κάτι για το οποίο, απ’ότι γνωρίζω, ο Δαρβίνος αδιαφορεί.
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ φυσ. Γ4 203 b 6.
Ἄπαντα γὰρ ἀρχή ἤ ἐξἀρχῆς, τοῦ δὲ ἀπείρου ούκ ἔστιν ἀρχή, εἴη γὰρ αὐτοῦ πέρας, ἔτι δ’ἀγένητον καὶ ἄφθαρτον ὡς ἀρχή οὖσα. Τὀτε γὰρ γενόμενο ἀνάγκη τέλος λαβείν καὶ τελευτή πάσης ἐστὶ φθορᾶς.… Ἀναξίμανδρος καὶ οἱ πλεῖστοι τῶν φυσιολόγων, τοῦ δὲ εἶναι τι ἄπειρον ἡ πίστις έκ πέντε μάλιστ᾽ἄν συμβαίνει σκοποῦσιν: Α. Ἐκ τοῦ τὲ χρὀνου, οὗτος γὰρ ἄπειρος. Β. Καὶ ἐκ τοῖς μεγέθεσι διαιρέσεως, χρῶνται γὰρ οἱ μαθηματικοί τῷ ἀπείρῳ. Γ. Ἔτι τῷ οὔτως ἃν μόνως μὴ ὑπολείπειν γένεσιν ἢ φθοράν, εἰ ἄπειρον εἴη ὅθεν ἀφαιρεῖται τὸ γινόμενον. Δ.Ἔτι τῷ πεπερασμένον ἀεὶ πρός τι περαίνειν ανάγκη ἕτερον πρὸς ἕτερον. Ε. Μάλιστα κυριώτατον ὅ τὴν κοινήν ἀπορίαν ποιεῖ πᾶσιν, διὰ τὸ γὰρ ἐν τῇ νοήσει μὴ ὑπολείπειν, καὶ ὁ ἀριθμός δοκεῖ ἄπειρος εἶναι καὶ τὰ μαθηματικά μεγέθη καὶ τὸ ἔξω τοῦ οὐρανοῦ. Απείρου δὲ ὄντος τοῦ ἔξω καὶ σῶμα ἄπειρον εἶναι δοκεῖ καὶ οἱ κόσμοι.
[Όλα έχουν μιαν αρχή ή είναι αρχή κάποιου άλλου. Ότι γεννιέται πρέπει να έχει κάποιο τέλος ως αποτέλεσμα της φθοράς, έτσι το άπειρο ως η Αρχή, είναι αγέννητο κι άφθαρτο. Λέγεται ότι ο Αναξίμανδρος κι οι περί αυτόν δέχονται την ύπαρξη του απείρου με πέντε τρόπους: Α. Από τον χρόνο που είναι άπειρος. Β. Από την διαιρετότητα των μαθηματικών μεγεθών. Γ. Από ότι μόνον έτσι θα μπορούσε να υπάρξει συνεχής γένεση και φθορά, αφού μόνον από το άπειρο μπορεί ν’αντλείται κάτι τέτοιο. Δ. Από ότι κάθε πεπερασμένο συνορεύει με κάποιο άλλο πεπερασμένο κι αυτό ατελείωτα. Ε. Αλλά το σπουδαιότερο που προκαλεί απορία, γιατί καθένας που διαθέτει κοινό νου, μπορεί να αντιληφθεί το απειροστικό των μαθηματικών μεγεθών και την άπειρη προέκταση του ουρανού προς τα έξω, είναι ότι αφού το σύμπαν είναι άπειρο, κάθε σώμα κι οι κόσμοι μέσα του είναι άπειροι].
Ας δούμε τώρα με κριτικό βλέμμα ποιοι από τους πέντε τρόπους, συμφωνούν με τις απόψεις του Αναξίμανδρου.
Α. Από την έννοια του χρόνου που είναι άπειρος.
Η αντίληψη του Αριστοτέλη περί Χρόνου, διαφέρει απ’αυτή του Αναξίμανδρου. Ο Χρόνος κατά αυτόν είναι Άπειρος, όχι γιατί είναι χωρίς αρχή και τέλος, αλλά αντίθετα γιατί ως αντιφατικός, έχει απεριόριστες αρχές και τέλη.
Συνεπώς σύμφωνα μ’αυτόν το παρελθόν και το μέλλον αληθινά δεν υπάρχουν, μόνο το παρόν υπάρχει που Είναι-ΜηΌντας, Πάντα-Αυτό-Άλλο συνεχώς. Έτσι Χρόνος είναι η μηδενική αιχμή του φθίνοντος παρόντος μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος, που είναι αιώνια στη μηδενικότητά της.
Β. Από την διαιρετότητα των μαθηματικών μεγεθών.
Το άπειρο ως διαιρετότητα των μαθηματικών μεγεθών, δεν γίνεται αντιληπτό απ’τον Αναξίμανδρο με τον τρόπο που θέλει ο Αριστοτέλης. Αυτό συνάγεται από τη φράση του Αναξίμανδρου «ἀρχή καὶ στοιχεῖον τῶν ὄντων τὸ ἄπειρον». Εκεί το άπειρο ως Αρχή και Μέγα, περιέχει και ορίζει ποσοτικά τα πάντα, αλλά συγχρόνως ως Μικρό και πεπερασμένο Στοιχεῖον το οποίο καταλύεται-συντιθέμενο όντας εν τω γίγνεσθαι, περιέχεται ποιοτικά από τα πάντα, όντας το εν Δυνάμει Άπειρο.
Επίσης η προσωκρατική αμφισημία αντιλαμβάνεται τη διαιρετότητα με τρόπο διαφορετικό απ’ότι ο Αριστοτέλης: Οι προσωκρατικοί πίστευαν ότι αυτό που διαιρείται, απ’τη μια μικραίνει, ενώ απ’την άλλη συγχρόνως μεγαλώνει. Μικραίνουν τα τμήματα που το αποτελούν, ενώ ο όγκος του μεγαλώνει, περιέχοντας περισσότερα κενά μεταξύ των τμημάτων. Σύμφωνα με τον Ζήνωνα, τείνοντας τα τμήματα κάποιου για μηδενικό μέγεθος, τείνουν συγχρόνως προς το άπειρο (συνιστώντας αντιφατική ενότητα κενού-πλήρους). Αυτό βέβαια πίστευαν όποιοι δεν εδέχοντο την ύπαρξη ατόμων (μη τεμνομένων εσχάτων), θεωρώντας την αντίληψη αυτή απλοϊκή.
Γ. Η συνεχής γένεση κι φθορά είναι ατέλειωτη, αφού μόνον από το άπειρο μπορεί να αντλείται κάτι τέτοιο. Το άπειρο που προτείνει ο Αριστοτέλης, ως αγέννητη, αθάνατη κι ατέλειωτη ποσοτική συσσώρευση πολλών, είναι πτωχό για να δώσει συγχρόνως και το απειροστικό στοιχείο του ποιοτικού γίγνεσθαι, που καταλύεται-συντιθέμενο-Είναι-ΜηΌντας, όπως το αντιλαμβάνεται ο Αναξίμανδρος.
Δ. Κάθε πεπερασμένο τελειώνει σ’ένα άλλο πεπερασμένο κι αυτό ατέλειωτα.
Αυτή η τυπική πρόταση περί του απείρου, θεωρείτο απ’τους προσωκρατικούς μια απλοϊκή ποσοτική συσσώρευση, η οποία δεν δίνει αληθινό άπειρο. Το άπειρο των προσωκρατικών έχει τον ποιοτικό χαρακτήρα ο οποίος απορρέει απ’την έννοια του γίγνεσθαι. Αυτοί θεωρούσαν το Γίγνεσθαι, άλλο πρόσωπο του Απείρου. Έτσι το άπειρο που αποδέχεται ο Αναξίμανδρος, είναι αυτό που ο Αριστοτέλης αναφέρει μ’ έναν τόνο ελαφράς ειρωνείας:
Ε. Αφού το σύμπαν είναι εξωτερικά άπειρο, οι κόσμοι και κάθε σώμα είναι άπειρα.
Ο Αναξίμανδρος γονιμοποιώντας την έννοια της καταλυτικής-συνθετότητας των όντων, του Απείρου και του Γίγνεσθαι και την άποψη ότι ο Χρόνος σχετίζεται με τη γένεση και φθορά των όντων και των κόσμων, την προέκτεινε και στα στοιχειώδη που συνιστούν τον κόσμο: Έτσι δεν θεωρεί το άπειρο απλή ποσοτική συσσώρευση αλλά αντιφατικό ποσοτικο-ποιοτικό γίγνεσθαι το οποίο καταλύεται-συντιθέμενο από στοιχειώδη, τα οποία επίσης καταλύονται-συντιθέμενα έως το έσχατο επίπεδο του κόσμου, όπου καθένα τους και όλα μαζί συνιστούν το Εν Δυνάμει Άπειρο.
Σύμφωνα με τους προσωκρατικούς η σχέση Ενός και Πολλών ήταν βαθύτερη απ’την ορθολογική: εκεί το Ένα προεκτείνεται στα Πολλά, ενώ συγχρόνως τα Πολλά βυθίζονται στο Ένα, συνιστώντας μιαν αντιφατική ενότητα (μια αντιφατική μονάδα), έτσι που η Ταυτότητα της μονάδας αυτής να μην είναι ανεξάρτητη από το Όλον που βρίσκεται σε συνεχές γίγνεσθαι.
Το άπειρο λοιπόν που ο Αριστοτέλης ισχυρίζετο ότι αποδεχόταν ο Αναξίμανδρος ως σχέση Ενός-Πολλών, έπρεπε μάλλον να ήταν αλλιώς: «Κάθε γεγονός διαλέγεται κατ’αρχήν με τον εαυτό του, μετά με τα πλησιέστερα σ’αυτό γεγονότα, μετά με τα μακρύτερα και τελικά με το σύμπαν που είναι ο Άλλος ο αντίθετος εαυτός, ο οποίος υποχρεώνει το γεγονός συνεχώς ν’αλλάζει. Τα όρια του εαυτού ξεκινούν πολύ βαθιά μέσα του, τόσο βαθιά, που να μη μένει μέρος απαραβίαστο απ’τον όποιο διάλογο και ταξιδεύοντας πολύ μακριά έξω απ’τον εαυτό, στο σύμπαν, επιστρέφουν πίσω στον εαυτό διαφοροποιημένα, διαταράσσοντας και την ταυτότητα της ύπαρξής του. Έτσι το γεγονός, (το Ένα), δεν έχει απόλυτα όρια, αλλά συνεχώς διαταρασσόμενα και σε συνεχή διάλογο με τα Πολλά, όντας εξελισσόμενο και γι’αυτό δυναμικά άπειρο».
Για τη διαλεκτική των Αναξίμανδρου, Ηράκλειτου και Ζήνωνα, οι έννοιες του απείρως μικρού και του απείρως μεγάλου συνιστούν μιαν ενότητα που συμπίπτει με την έννοια του παγκόσμιου Αιθέρα, ο οποίος κατά τον Ηράκλειτο είναι το αείζωον Πυρ. Αυτός ο αιθέρας δεν έχει σχέση με το αδρανές υλικό που είχαν φανταστεί οι Ευρωπαίοι επιστήμονες του 19ου αιώνα και το οποίο απέρριψε το πείραμα Μίκελσον-Μόρλυ. Ο δυναμικός Αιθέρας των Μιλησίων ήταν το Εν Δυνάμει Είναι, η Αντιφατικότητα γυμνή, (το παγκόσμιο δυναμικό υλικό υπόβαθρο).
Η σύγχρονη φυσική με την υποψία ύπαρξης ακαριαίων αλληλεπιδράσεων στον πυθμένα του κόσμου, ξαναφέρνει την έννοια του Αιθέρα των Μιλησίων, ως ενεργό αντιφατικό ποιητικό αίτιο της ύλης. Ως «ἀρχή καὶ στοιχεῖον τῶν ὄντων τὸ ἄπειρον», όπου το ακαριαίο είναι συγχρόνως ακίνητο, μηδενικό και άπειρο, περιέχοντας δυναμικά όλα τα πρόσωπα του κόσμου και συγχρόνως κανένα.
Σύμφωνα με τη Διονυσιακή λατρεία, κάθε τι είναι προσωπείο πάνω σε προσωπείο και το έσχατο προσωπείο είναι αυτό του Διονύσου. Πίσω του υπάρχει το Άδειο Πρόσωπο, «η παρουσία μέσ’την απουσία», ο Διθύραμβος, "το πέρασμα από δύο αντίθετες θύρες συγχρόνως", -της γένεσης και του θανάτου-. Αυτή είναι η αντιφατικότητα γυμνή, το Εν Δυνάμει Είναι, η Υλικότητα ως ουσία, το Είναι ως Ουσία και έννοια καθαυτή. (Τον προσδιορισμό του οποίου οι ιδεαλιστές σοφοί, δεν κατάφεραν ορθολογικά να ορίσουν).
ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ
ΜΑΡΚΟΣ ΑΝΤΩΝΙΝΟΣ IV 116
ὧ μάλιστα διηνεκῶς ὁμιλοῦσι, λόγῳ τοῦτῳ διαφέρονται
καὶ οἷς καθ᾽ἠμέραν ἐγκυροῦσι, ταῦτα αὐτοὶς ξένα φαίνεται
[Κοινωνούν συνέχεια με τον Λόγο, εξαιτίας του οποίου αλλάζουν κι ενώ βεβαιώνονται κάθε μέρα γι’αυτό, τους φαίνεται ξένος (δεν τον νιώθουν, ούτε τον αισθάνονται)].
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ ΙΧ 9
οὐ ξυνιᾶσιν ὅκως διαφερόμενον ἑαυτῷ ὁμολογέει
παλίντροπος ἁρμονίη, ὅκωσπερ τόξου καὶ λύρης
[Δεν νιώθουν πως ό,τι αλλάζει, συμφωνεί με τον εαυτό του· Αυτή είναι η αμφίδρομη αρμονία, όπως της λύρας και του δοξαριού].
ΣΕΞΤΟΣ VII 133
διὸ δεῖ ἔπεσθαι τῷ, τοῦ λόγου δ᾽ἐόντος ξυνοῦ, ζώουσιν οἱ πολλοί ὡς ἰδίαν ἔχοντες φρόνησιν [Επειδή πρέπει ν’ακολουθούν τον Λόγο που είναι κοινός-ένας για όλους, οι πολλοί, οι άνθρωποι, ζουν έχοντας δική τους βούληση και ιδιαιτερότητα].
Η κοινωνία των όντων με την αντιφατικότητα και το Λόγο, γεννά την ιδιαιτερότητα και την ελευθερία τους.
ΚΛΗΜΗΣ ΣΤΡΩΜΑΤΕΙΣ V 60
κόσμον τόνδε τὸν αὐτόν ἁπάντων οὔτε τις θεῶν οὔτε ανθρώπων ἐποίησεν ἀλλ’ἦν καὶ ἔστιν καὶ ἔσται πῦρ ἀείζωον, ἁπτόμενον μέτρα καὶ αποσβεννύμενον μέτρα.
[Αυτόν τον κόσμο που είναι ίδιος για όλους, δεν τον εποίησε ούτε θεός ούτε άνθρωπος, αλλά ήταν, είναι και θα είναι, Πυρ Αείζωον, το οποίο ανάβει-σβήνοντας με Μέτρο].
Η αιώνια φωτιά, (η ενέργεια), που ανάβει-σβήνοντας με Μέτρο, είναι η συνεχής εναλλαγή γένεσης-θανάτου των όντων, που καταλύονται-συντιθέμενα απ’το αιώνιο Πυρ σε μιαν έμμετρη αντιφατική σχέση. Η αντιφατικότητα του Λόγου ως Λέγειν και Είναι πάντοτε προϋποθέτει κάποιο ποσοτικο-ποιοτικό Μέτρο του ενός σκέλους της αντίφασης προς το άλλο. Αυτό είναι ο ιδιαίτερος χαρακτήρας της αντιφατικής σχέσης, που συνιστά ευκαιριακά μια Ταυτότητα, η οποία κοινωνώντας με το αέναο ρεύμα του παγκοσμίου γίγνεσθαι, αίρεται συνεχώς σε Άλλη. Το Μέτρο είναι η δυναμική ισορροπία που συνιστά μια ταυτότητα σε συνεχή αλλαγή.
ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΕΙ ΤΟΥ ΕΝ ΔΕΛΦΟΙΣ 388 Ε
πυρός άνταμοιβή τὰ πάντα καὶ πῦρ ἀπάντων
ὅκωσπερ χρυσοῦ χρήματα καὶ χρημάτων χρυσός
[Όλα μετατρέπονται σε πυρ και το πυρ σε όλα, όπως ο χρυσός σ’εμπορεύματα και τα εμπορεύματα σε χρυσό].
Σήμερα όλοι γνωρίζουν ότι όλα μετατρέπονται σ'ενέργεια (πυρ) κι η ενέργεια σε όλα. Ο Αϊνστάιν μάλιστα έγινε διάσημος, κυρίως γιατί διατύπωσε μαθηματικά το αντιφατικό Μέτρο σχέσης της μετατροπής της ενέργειας σε μάζα και τ’αντίθετο: Ε=mc².
ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ, ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΕΙ ΤΟΥ ΕΝ ΔΕΛΦΟΙΣ 392β.
ποταμῷ γὰρ οὐκ ἔστιν ἐμβῆναι δὶς τῷ αὐτῷ, οὐδὲ τῆς αὐτῆς
οὐσίας δὶς ἅψασθαι κατ᾽ἔξιν, ἀλλ᾽οξίτητι καὶ τάχει μεταβολῆς,
σκίδνησι καὶ πάλιν συνάγει καὶ πρόσεισι καὶ ἄπεισι, (οὐδέ πάλιν
οὐδ᾽ὕστερον, ἀλλ᾽ἄμα συνίσταται καὶ απολείπει).
[Στον ίδιο ποταμό δεν ξαναμπαίνουμε, ούτε την ίδια ουσία ξαναγγίζουμε γιατί όλα αλλάζουν βίαια και γρήγορα, χωρίζονται κι ενώνονται, σκορπάνε-μαζεύοντας, καταλύονται-συντιθέμενα, (όχι πριν ή μετά αλλά συγχρόνως συνίστανται-αποσυντιθέμενα)].
ΑΛΛΗΓΟΡΙΑΙ 24
Ποταμοῖς τοῖς αὐτοῖς ἐμβαίνομεν τε καὶ οὐκ ἐμβαίνομεν, εἷμεν τε καὶ οὐκ εἶμεν.
[Στον ίδιο ποταμό μπαίνουμε και δεν μπαίνουμε, είμαστε και δεν είμαστε.
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ ΙV10
γναφείῳ ὁδός εὐθεῖα καὶ σκολιή μία ἐστὶ καὶ ἡ αὐτή (ἡ τοῦ ὀργάνου
καλουμένου κοχλίου ἐν τῷ γναφείῳ περιστροφή εὐθεῖα καὶ σκολιή)
[Στον κοχλία (τον τόρνο) η ευθεία κι η περιστροφή συνιστούν μιαν αντιφατική ενότητα, όπου το ένα γεννά τ’άλλο, αλλά το μάχεται κιόλας]. (Η ενότητα των αντιθέτων).
Αν συνθέσουμε τις προηγούμενες προτάσεις συνάγουμε το εξής: Κάθε γεγονός υπάρχει γιατί υπογεγονότα Πυρός (πυρίδια), στοιχεία ενεργείας ή κβάντα, διέρχονται μέσα του με ορισμένο Μέτρο. Αυτά φεύγουν για το σύμπαν κι επιστρέφοντας στον εαυτό τον κάνουν καταλυτικο-συνθετική πραγματικότητα. Επειδή το σύμπαν του Ηράκλειτου είναι άπειρο, τα στοιχειώδη του παγκόσμιου αείζωου πυρός (κβάντα ενεργείας), που αναχωρούν για το σύμπαν επιστρέφοντας στο γεγονός, δεν κάνουν κυκλική διαδρομή, μα πυκνή ελικοειδώς ελλειπτική. Έτσι επιστρέφοντας δεν επαληθεύουν το γεγονός ακριβώς στη θέση που υπήρχε, αλλά λίγο πιο πέρα, δηλαδή το επαληθεύουν-διαψεύδοντάς το. Το γεγονός λοιπόν πραγματοποιείται κινούμενο κιόλας, όντας Αυτό-Άλλο-Αλλού, Όμοιο κι Ανόμοιο με τον εαυτό του.
ΥΠΠΟΛΥΤΟΣ ΙΧ 9
αἰὼν παῖς ἐστι παίζων πεττεύων, παιδός βασιληίη
[Ο χρόνος είναι παιδί που παίζει πεσσούς, η βασιλεία είναι του παιδιού].
Λέγεται ότι οι πεσσοί ήταν ένα έντεχνο ημιτυχερό παίγνιο, που έπαιζαν οι μεγάλοι με κάποια στρατηγική. Ο μεγάλος είναι έξω απ’το παιγνίδι, σχεδιάζει αντικειμενικά και κινείται με γνώμονα τη λογική. Αντίθετα το παιδί, μπαίνει μέσα στο παιγνίδι και κινούμενο με πάθος, αίρει τον Εαυτό του όντας συνεχώς Άλλο. Έτσι ο χρόνος είναι βασιλεία του παιδιού, αφού ως αντιφατικός, αίρει συνεχώς, υπερβαίνοντας τον εαυτό του: Το Χθες δεν υπάρχει, το Αύριο δεν υπάρχει, το Τώρα είναι μόνο, που είναι Πάντα Άλλο. Ο Χρόνος ως διάρκεια είναι η μηδενική αιχμή του φθίνοντος παρόντος, μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος. Είναι μια φθίνουσα αιχμή που τείνοντας συνεχώς προς το μηδέν είναι αιώνια στη μηδενικότητά της. Ο κόσμος ως χρονική διάρκεια είναι Μόνο Τώρα-Πάντα-Άλλος.
ΖΗΝΩΝ
ΣΙΜΠΛΙΚΙΟΣ ΦΥΣ. 140, 34
εἰ μὴ ἔχοι μέγεθος τὸ ὄν, οὐδ᾽ἂν εἴη, εἰ δ᾽ἔστιν ἀνάγκη ἕκαστον μέγεθός τι ἔχειν καὶ πάχος καὶ ἀπέχειν αὐτοῦ τὸ ἕτερον ἀπό τοῦ ἑτέρου καὶ περὶ τοῦ προύχοντος ὁ αὐτός λόγος καὶ γὰρ ἐκεῖνο ἔξει μέγεθος καὶ προέξει αὐτοῦ τι, ὅμοιον δὴ τοῦτο. ἄπαξ τε εἰπεῖν καὶ ἀεί λέγειν. οὐδέν γὰρ αὐτοῦ τοιοῦτον ἔσχατον ἔσται. οὔδ’ἕτερον πρὸς ἕτερον οὐκ ἔσται. οὕτως εἰ πολλά ἐστιν, ἀνάγκη αὐτά μικρά τε εἶναι καὶ μεγάλα, μικρά μὲν ὥστε μὴ ἔχειν μέγεθος, μεγάλα δὲ ὥστε ἄπειρα εἶναι.
[Για να υπάρχει κάτι πρέπει να έχει μέγεθος και όγκο και μιαν απόσταση από κάποιο άλλο. Το ίδιο ισχύει και για το μεταξύ τους περιθώριο αναλόγως. Γιατί κι αυτό πρέπει να έχει μέγεθος και πάντα να περισσεύει κάτι αναλόγως. Θα το πω μια για πάντα: δεν μπορεί να υπάρξει έσχατο μέρος κάποιου, ούτε περιθωρίου ούτε σώματος. Επίσης δεν μπορεί να υπάρξει κάτι από μόνο του. Έτσι αν υπάρχουν πολλά, είναι ανάγκη να είναι συγχρόνως μικρά και μεγάλα. Τόσο μικρά που να μην έχουν μέγεθος, τόσο μεγάλα που να είναι απείρου μεγέθους].
Σ’αυτή την απόφανση οι ορθολογιστές, παραμερίζοντας την αμφισημία του Ζήνωνα, κρίνουν ότι τα Πολλά λόγω της αντιφατικότητάς τους δεν μπορούν να υπάρχουν. Αυτή όμως είναι μια απλουστευμένη αντίληψη που πτωχαίνει τον πολυσήμαντο κι αμφίσημο λόγο του.
Εγώ πιστεύω ότι εδώ ο Ζήνων με τη σχετικότητα Απείρου και Μηδενός, Μεγάλου και Μικρού, Ενός και Πολλών, δείχνει ότι τα Πολλά με το Ένα συνιστούν μιαν αντιφατική ενότητα, όπου η μία έννοια γεννά την άλλη, αλλά συγχρόνως τη μάχεται κιόλας. Μ’αυτό τον τρόπο παρουσιάζει το έσχατο υπόβαθρο του κόσμου, δηλαδή την Αντιφατικότητα Γυμνή, το Ακίνητο και Ακαριαίο, το Εν Δυνάμει Είναι, το Είναι ως Καθαυτή Ουσία, που περιέχει όλα τα πρόσωπα του κόσμου και κανένα συγχρόνως.
ΔΙΟΓΕΝΗΣ ΙV 72
τὸ κινούμενον οὔτ᾽ἐν ᾧ τόπῳ ἔστι κινεῖται, οὔτ᾽ἐν ᾧ μὴ ἔστι.
[Το κινούμενο δεν κινείται, ούτε στον τόπο που βρίσκεται, ούτε στον τόπο που δεν βρίσκεται].
Είχε πει ο Χέγκελ: «κάτι κινείται όχι γιατί βρίσκεται την μία στιγμή εδώ και την άλλη αλλού, αλλά επειδή βρίσκεται συγχρόνως εδώ κι όχι εδώ, και τόνιζε: άρα η κίνηση είναι αντιφατική». Με τον τρόπο αυτό όμως, παρουσιάζει την αντιφατικότητα της μετακίνησης, όπου η ταυτότητα του κινουμένου δεν είναι υποχρεωμένη ν’αλλάζει κατά τη διάρκεια της κίνησης. Αντίθετα όπως συνάγουμε, για να λυθεί το αίνιγμα της απόφανσης του Ζήνωνα, το κινούμενο καταλύεται-συντιθέμενο, όντας Άλλο-Αλλού, Όμοιο κι Ανόμοιο με τον εαυτό του. Δηλαδή κινείται μεν, όμως όχι σε κάποιον απόλυτο και ξεχωριστό τόπο, αλλά μέσ'τον ίδιο του τον εαυτό συνεχώς αλλάζοντας κι έτσι φαίνεται ότι μετακινείται κιόλας. Βέβαια η αντίληψη αυτή δεν είναι κοινώς αποδεκτή, αφού όλοι θέλουν τον δαιμόνιο Ζήνωνα να είναι ιδεολογικός «σκύλος» του Παρμενίδη και να μην διαφωνεί μ’αυτόν στο θέμα περί του αν αληθινά υπάρχει κίνηση ή όχι. Εγώ όμως εδώ βλέπω ότι ο Ζήνων με τον τρόπο αυτό, μας παρουσιάζει τη σχετικιστική άποψη ότι: τα όντα, ο χώρος κι ο χρόνος συνιστούν μιαν αδιαχώριστη ενότητα στο γίγνεσθαι. Κάτι που η σύγχρονη επιστήμη έχει διατυπώσει πια με αδιάβλητο τρόπο. Έτσι η ταφόπλακα της αριστοτελικής και της νευτώνειας ορθολογικής αντικειμενικότητας επάνω στους προσωκρατικούς, έχει αρχίσει ν’ανασηκώνεται, απ’τη σχετικιστική και την κβαντική επιστήμη.
Λέει ο μεγάλος επιστήμονας και ανθρωπιστής Μπώμ: Στη θεωρία των πεδίων, κάθε κίνηση στην κβαντομηχανική περιγράφεται ως δημιουργία-καταστροφή στοιχειωδών σωματίων. Δηλαδή η κίνηση ενός σωματίου γίνεται δεκτή ως καταστροφή του σωματίου σε μία θέση και αναδημιουργία του σε άλλη θέση. Έτσι η σύγχρονη επιστήμη συμφωνεί με την άποψη των προσωκρατικών περί καταλυτικής-συνθετότητας των όντων, η Ταυτότητα των οποίων είναι Αυτή όντας συγχρόνως Άλλη-Αλλού. Κι επειδή αυτά είναι συνεχώς Άλλα-Αλλού, χρόνος γι’αυτά δεν είναι η διάρκεια, αφού δεν διαρκούν ως ταυτότητες, αλλά ο ρυθμός επανάληψης (η συχνότητα επανάληψης) της ροής-αντιρροής των στοιχειωδών αείζωου πυρός μέσα τους και χώρος η διασπορά της ροής-αντιρροής αυτών των στοιχειωδών, δηλαδή το μήκος κύματός τους. Επίσης υπ’αυτές τις συνθήκες η ταχύτητα δεν μπορεί να είναι όπως την αποδεχόμαστε, αφού για να υπάρχει πρέπει κάτι ταυτόν με τον εαυτό του να αλλάζει θέση, κινούμενο.
Επειδή φτάσαμε ως εδώ θα ήταν παράληψη να μην αναφέρουμε και τα παράδοξα της κίνησης του Ζήνωνα.
ΤΑ ΠΑΡΑΔΟΞΑ
Υπάρχουν μαρτυρίες για τέσσερα παράδοξα της κίνησης από τον Ζήνωνα: Τα τρία πρώτα συνοψίζω στην κίνηση του βέλους:
Α. Ένα βέλος που εκτοξεύεται, για τα φτάσει στο στόχο, πρέπει πρώτα να φτάσει στο μέσον της διαδρομής απ’το τόξο στο στόχο. Όμως πριν απ’ αυτό πρέπει να φτάσει στο μισό της μισής διαδρομής και αυτό επ’άπειρον. Έτσι το βέλος -ἔστηκεν- μένει ακίνητο.
Β. Ένα βέλος που εκτοξεύεται, για να φτάσει στο στόχο πρέπει πρώτα να φτάσει στο μέσον της διαδρομής απ’το τόξο στο στόχο. Μετά πρέπει να φτάσει στο επόμενο μισό της μισής διαδρομής κι αυτό επ’άπειρον. Το βέλος τείνει αλλά δεν φτάνει ποτέ στον στόχο.
Γ. Ένα βέλος κινείται να στοχεύσει μια χελώνα, την στιγμή που την πλησιάζει, αυτή έχει πάει λίγο πιο εκεί κι αυτό επ’άπειρον. Μολονότι το βέλος είναι ταχύτερο δεν την φτάνει.
Δ. Στο τέταρτο παράδοξο του Ζήνωνα χρησιμοποιώ αυτό των εκδόσεων Κάκτος, όπως παραδίδεται απ’τον Αριστοτέλη στα Φυσικά Ζ9 239b 33: περὶ τῶν ἐν σταδίῳ κινουμένων ἐξ ἐναντίας ἴσων ὄγκων παρ᾽ἴσους, τῶν μὲν ἀπό τοῦ τέλους τοῦ σταδίου τῶν δὲ ἀπό τοῦ μέσου, ἴσων τάχει, ἐν ᾧ συμβαίνειν, |οἴεται|,* ἴσων εἶναι χρόνον τῷ διπλασίῳ τὸν ἤμισυν.
[Όταν σε ένα στάδιο κινούνται αντιθέτως σώματα ίσων όγκων, άλλα ξεκινώντας απ’το μέσον του σταδίου και κατευθύνονται προς το τέρμα κι άλλα ξεκινώντας απ’ το τέρμα και κατευθύνονται προς το σημείο εκκίνησης, (νομίζει ο Ζήνων), πως μολονότι κινούνται με την ίδια ταχύτητα και στον ίδιο χρόνο, τα μεν διανύουν μισή απόσταση απ’τα δε].
* Τονίζω τη λέξη "οίεται", αφού αυτή δείχνει τη δυσφορία του Αριστοτέλη για τις προτάσεις του Ζήνωνα. Φαίνεται ότι όταν ο Αριστοτέλης ισχυρίζετο ότι ο Ζήνων είναι ο πατέρας της διαλεκτικής, μάλλον προσομοίαζε τις απόψεις του με τη σοφιστική.
Θα διερευνήσω το Δ. νοητικό πείραμα από διαφορετικές όψεις, αναδεικνύοντας την πολυσημία των λεγομένων του Ζήνωνα:
α. Το σώμα που κινείται αντίθετα απ’το τέρμα προς το σημείο εκκίνησης του σταδίου, έχει να διανύσει διπλάσια πορεία από αυτό που κινείται απ’το μέσον της διαδρομής προς το τέρμα. Αν αυτά τα δύο σώματα κινούνται με την διαδικασία της τομής της πορείας στη μέση, είναι φυσικό να έλθει η στιγμή, κατά την οποίαν καί τα δύο να τείνουν για το σκοπό τους χωρίς να τον επιτυγχάνουν, αφού η απόσταση απ’το σκοπό τους θα τείνει συνεχώς προς το μηδέν, αλλά ποτέ δε θα μηδενίζεται. Θα έχουν λοιπόν διανύσει σχεδόν διπλάσια απόσταση το ένα από τ’άλλο στο ίδιο χρόνο και με την ίδια ταχύτητα. Η διαφορά τους, όσο περνά ο χρόνος θα λιγοστεύει, αλλά πάντα θα υπάρχει τείνοντας κι αυτή προς το μηδέν. (Εδώ αναδύεται κι ένας βηματισμός προς τον απειροστικό λογισμό).
β. Τώρα ας αλλάξουμε λίγο αυτό το νοητικό πείραμα, βάζοντας δύο σώματα ίσου μεγέθους να κινούνται, το ένα απ’το σημείο εκκίνησης προς το τέρμα και τ’άλλο απ’το μέσον της διαδρομής προς το τέρμα, με την ίδια ταχύτητα και στον ίδιο χρόνο.
Ακολουθώντας πάλι την διαδικασία τομής της πορείας τους στη μέση, συμβαίνει το εξής: Όταν το ένα σώμα τείνει να φτάσει στο τέρμα, συγχρόνως τείνει να φτάσει και τ’άλλο. Μολονότι είχαν απόσταση μισού σταδίου, το δεύτερο έχει κολλήσει στο πρώτο κι η απόστασή τους έχει μηδενιστεί.
γ. Ας δούμε τώρα την κίνηση ενός μοναδικού σώματος πάνω σ’αυτό το ιδιόμορφο στάδιο: Το κινούμενο σώμα έχει συγκεκριμένο μήκος Α―Β (με Α την αρχή του και Β το τέλος). Ας υποθέσουμε ότι το σώμα ακολουθεί κατά την κίνηση τη διαδικασία της τομής της πορείας στη μέση. Υπολογίζοντας την απόσταση του σώματος απ’την αρχή του «Α» προς το τέρμα της διαδρομής και συγχρόνως υπολογίζοντας την απόστασή του απ’το τέλος του «Β» προς το τέρμα, διαπιστώνουμε ότι κάποια στιγμή το τέλος «Β» και η αρχή «Α» του σώματος τείνουν να φτάσουν στο τέρμα της διαδρομής συγχρόνως. Έτσι το σώμα έχει χάσει όλο σχεδόν το μήκος του τείνοντας να μηδενιστεί, ενώ το πλάτος του μάλλον ή πιθανόν, τείνει προς το άπειρο. Δηλαδή το κινούμενο χάνει μέρος απ’το μήκος του κατά την διεύθυνση της πορείας του, όπως ισχυρίζεται η σχετικιστική φυσική κι όπως απέδειξε μαθηματικά ο Λόρεντς.
Ο ΛΟΓΟΣ
Η Ουσία, σύμφωνα με τον Παρμενίδη, είναι σύμφυτη με το Νοείν και το Λέγειν, δηλαδή είναι πεφατισμένα σε κάθε Ον. Ο Παρμενίδης λοιπόν κι ο Ηράκλειτος συμφωνούν ότι η ενότητα του Νοείν και του Είναι βρίσκεται στον Λόγο. Ο Λόγος γι’αυτούς είναι Νόηση, Ουσία και Λέγειν συγχρόνως. Συμφωνούν επίσης ότι ο άνθρωπος είναι συνυφασμένος με Νόηση και Λόγο. Άλλος όμως είναι ο Λόγος του Ηράκλειτου και άλλος του Παρμενίδη. Ο ηρακλείτειος είναι αντιφατικός-διαλεκτικός, ενώ ο παρμενίδειος είναι αντιθετικός-ορθολογικός. Ο Ξενοφάνης ισχυρίζετο ότι στο απώτατο βάθος όλα είναι ακατάληπτα. Δηλαδή κάθε ον ή γεγονός συνίσταται από έσχατα αναλλοίωτα στοιχειώδη, καθένα εκ των οποίων είναι άρρητο, όντας μια ταυτότητα καθαυτή. Έτσι δεν είναι τυχαίο ότι ο Ξενοφάνης, όπως κι ο Παρμενίδης δέχονται τον κόσμο ως Όλον πεπερασμένο, τετελεσμένο και σφαιρικό. Ο Ηράκλειτος αντιτίθεται στην έννοια του άρρητου, σύμφωνα μ’ αυτόν «ό,τι υπάρχει, είναι αντιφατικός Λόγος και Ουσία, που λέγεται αντιφατικά γιατί ο κόσμος Είναι-ΜηΌντας, δηλαδή είναι σε συνεχή αλλαγή κι εξέλιξη». Ο Λόγος σύμφωνα με τον Ηράκλειτο συμπίπτει με το αντιφατικό καταλυτικο-συνθετικό Γίγνεσθαι, δηλαδή την Αντιφατικότητα ως Ουσία. Γι’αυτόν, το αληθινό πρέπει να αντιλέγει τον εαυτό του, όντας αυτοαναιρούμενο, ενώ κάθε αντίληψη που δέχεται Πολλά, έσχατα, αναλλοίωτα στοιχειώδη ή ιδέες, δεν μπορεί παρά να γεννά αντινομίες και αναπάντητα ερωτήματα. Η γλώσσα των “Αιωνίων Αξιών” σύμφωνα με τον Ηράκλειτο, δεν μπορεί να πει τον κόσμο ακριβώς όπως είναι, γι’αυτό τονίζει ότι αυτός «διά του Λόγου, λέει τα πάντα όπως ακριβώς είναι”. (Ο Λόγος είναι το Αντιφατικό Λέγειν). Το πρόβλημα, ποια γλώσσα είναι η “πιο αληθινή”, απασχολεί τους φιλοσοφικούς και επιστημονικούς κύκλους από αρχαιοτάτων χρόνων. Φιλοσοφικά ρεύματα κι Ιδεολογίες, ακόμα διασταυρώνουν τα ξίφη τους. Η συζήτηση αυτή ξεκίνησε ως συνειδητή, από τους μεγάλους βάρδους της νόησης, Ηράκλειτο και Παρμενίδη και θα συνεχίζεται όσο ο ντετερμινισμός θ’απαξιώνεται απ’την κβαντική επιστήμη, που γυρεύει άλλο τρόπο σκέψης για την περιγραφή του κόσμου. Το πρόβλημα λοιπόν αυτό, που θεωρείται απ’τη σύγχρονη φιλοσοφία ως νέο, είναι το αρχαιότερο και ίσως η αιτία της φιλοσοφικής σκέψης. Δηλαδή η ανακάλυψη ενός “Λόγου”, από όπου θ’αναδύεται η εγκυρότητα της λογικής στη γονιμοποίηση της εμπειρίας.
Η γλώσσα των μαθηματικών, όπως οργανώθηκε έως τώρα, προϋποθέτει την ύπαρξη Πολλών στοιχειωδών αξιωμάτων και Ιδεών. Είναι η “Πολυμάθεια” του Πυθαγόρα και ο Ορθολογισμός των Ξενοφάνη και Παρμενίδη. Η προσπάθεια των σύγχρονων θετικιστών για τη σύνταξη μιας ορθολογικής γλώσσας της αλήθειας, είναι η ίδια προσπάθεια των αρχαίων που συνεχίζεται. Κι επειδή συνηθίζουμε να ξεχνάμε τις ρίζες κι έτσι την ουσία των κεκτημένων μας, χρειάζεται πάντα ένας επαναπροσδιορισμός για να θυμόμαστε τη νοητική βάση που πατάμε: Οι ορθολογικές γλώσσες θα πάντα έχουν καταβολές στον Πυθαγόρα, τον Ξενοφάνη και τον Παρμενίδη κι ένα έλλειμμα αξιοπιστίας, ειδικά όταν πέφτει πάνω τους η σκιά του γίγνεσθαι και του απείρου. Ακόμα βασική προϋπόθεση για την ακριβή λειτουργία των λογικο-γλωσσικών αυτών συστημάτων είναι, ότι πρέπει απαραίτητα να διαδραματίζονται μέσα σε κλειστά όρια. Δηλαδή σ'ένα σύμπαν κλειστό, προδιαγεγραμμένο, πεπερασμένο και τετελεσμένο. Αντίθετα ο Ηράκλειτος δύναται να ισχυριστεί ότι Λόγος του μιλάει την αλήθεια ως διθυραμβική, η οποία φθέγγεται όπως η Σίβυλλα, το αέναο γίγνεσθαι του άπειρου κόσμου, δείχνοντας τον τρόπο που ο Λόγος πλέκεται ως επιστήμη κι ανοικτό σύστημα.
Ο κόσμος του Πυθαγόρα, σύμφωνα με τον Ηράκλειτο είναι ο κόσμος πολλών αιωνίων στοιχειωδών, ενώ αντίθετα ο δικός του είναι ο κόσμος του Ενός-Γίγνεσθαι. Ο Παρμενίδης βρίσκεται ανάμεσα, θέλει τον κόσμο του Ενός με την λογική των Πολλών, -μας μπερδεύει-. Σύμφωνα με τον Παρμενίδη, το «Εόν» (το Είναι) εξ ορισμού Υπάρχει, ενώ το Μη-Είναι εξ ορισμού δεν μπορεί να υπάρξει. Έτσι ο Παρμενίδης, το αντιφατικό γίγνεσθαι της καθημερινότητας, επειδή περιέχει το Μη-Είναι, θεώρησε “διάκοσμο”, δηλαδή κόσμο φθαρτό και φαινομενικό. Γι’αυτό με τον ορθολογισμό αποκαθάρει τη σκέψη απ’το Μη-Είναι κι αναζητά πέρα από αντιφάσεις την «ολοστρόγγυλη καρδιά της αταλάντευτης Αλήθειας».
Ο Ζήνων, μολονότι φίλος και μαθητής του Παρμενίδη θα πρέπει να είχε αντιρρήσεις στις απόψεις του δασκάλου του. Το Υπάρχον του Ζήνωνα δεν ήταν τετελεσμένο-πεπερασμένο, ούτε ατρεμές, αλλά αντιφατικό και σε συνεχές γίγνεσθαι, Μηδενικό και Άπειρο, Ακίνητο και Ακαριαίο, Ένα και Πολλά. Επίσης το κενό ανάμεσα στα πράγματα, σύμφωνα με τα παράδοξά του, δεν μηδενίζεται ποτέ, κάτι που έρχεται σε αντίθεση με τη βασική θέση του Παρμενίδη ότι κενό δεν υπάρχει.
Δε θα μάθουμε όμως με βεβαιότητα τι συνέβη στο μαγικό ταξίδι της προσωκρατικής νόησης, μας έμειναν μόνο συντρίμμια και στάχτες. Η χριστιανική καλοσύνη κι ανεκτικότητα μας έσωσε απ’την ελληνική βλασφημία της απιστίας: .
ἀπιστίῃ διαφυγγάνει μὴ γιγνώσκεσθαι.
«Η απιστία, (η αμφιβολία) αποτρέπει απ’την άγνοια».
Η πίστη γεννά τον φανατισμό, ο ντετερμινισμός κι η τυπική λογική γεννούν την ανελαστική σκέψη. Το τρίπτυχο Ορθολογισμού, Φανατισμού και Μυστικισμού, ανοίγει το δρόμο στην απολυταρχία και τη βαρβαρότητα. Αντίθετα η αμφιβολία κι η διαλεκτική σκέψη, γεννούν την έρευνα και την ισότιμη συμμετοχή όλων των πολιτών στο κοινωνικό γίγνεσθαι.
Η διαλεκτική, η αμφιβολία και η ανεκτική σκέψη είναι ο πολιτισμός.
Επίσης αναρωτιέμαι Α. Τί συνήγαγε ως διαλεκτική ο κ. Τζωρτζόπουλος από το έργο του Χέγκελ το οποίο έχει μεταφράσει και επεξεργαστεί; Β. Κι αν ισχύουν οι παρατηρήσεις αυτές του Χέγκελ για τη "διαλεκτική" του Αριστοτέλη, πόσο διαλεκτικό είναι αληθινά το έργο του Χέγκελ; Ο Αριστοτέλης έχοντας καταγωγική γραμμή απ'τον Πλάτωνα, ο οποίος είναι άψογος χρήστης της τυπικής ορθολογικότητας και τον Παρμενίδη, ο οποίος είναι ο ιδρυτής του συνειδητού ορθολογισμού και της σύλληψης της ορθολογικής τυπικότητας, στέκεται κατ'ευθείαν αντίθετος προς τη διαλεκτική λογική. Αφού όπως είπαμε η διαλεκτική λογική δέχεται την αντιφατικότητα ως γενεσιουργό, ενώ ο ορθολογισμός την απορρίπτει ως στοιχείο ψεύδους.
Όμως δεν ξεχνάμε ότι: ο αριστοτελικός ορθολογισμός πήρε την ανθρωπότητα από τη θύρα του μύθου και την έφτασε στον νευτώνιο αντικειμενικό ντετερμινισμό, ο οποίος με βασικό όργανο τον ηλεκτρονικό υπολογιστή, έφτασε στα ανώτατα όρια της ορθολογικής σκέψης και πρακτικής. Με την είσοδο όμως της Θεωρίας της Σχετικότητος και της Θεωρίας των Κβάντα, η ταφόπετρα του Αριστοτέλη πάνω στην προσωκρατική διαλεκτική, έχει αρχίσει να ανασηκώνεται. Η επιστήμη αναζητά επειγόντως μια αληθινή διαλεκτική λογική και ένα αληθινό εργαλείο διαλεκτικής τυπικότητας για να ερμηνεύσει τον κόσμο, αφού η ορθολογική αντικειμενικότητα δεν μπορεί να περιγράψει την πραγματικότητα στον σύγχρονο κόσμο και αφισβητείται βίαια.
Επίσης πρέπει να υπενθυμίσω ότι: Η παρανόηση ακόμα κι από τους κλασικούς του μαρξισμού ότι υπάρχει "αριστοτελική διαλεκτική", έγινε αιτία του ρεφορμισμού των πρώην σοσιαλιστικών καθεστώτων, αλλά και του σύγχρονου κινεζικού σοσιαλεθνικισμού (ναζισμού). Αφού η ανάγκη των σοσιαλιστικών καθεστώτων για γρήγορη ανάπτυξη, την εποχή της γένεσής τους, ώστε ν'αμυνθούν στις προκλήσεις και συνεχείς πιέσεις του ιμπεριαλισμού, δημιούργησε μια ορθολογική συμπαγή μονολοθική κρατική δομή, η οποία, μαζί με την γρήγορη βιομηχανική ανάπτυξη, γέννησε μιαν πανίσχυρη γραφειοκρατία. Οι λαϊκές μάζες βρέθηκαν μακριά απ'τους χώρους πολιτιστικών επιλογών και παραγωγικού προγραμματισμού κι έτσι η αστικοποίηση κι η γραφειοκρατική αντίληψη που απλώθηκε στις σοσιαλιστικές δομές έφερε την παλινόρθωση του καπιταλισμού. Εδώ πρέπει να γίνει μια αναφορά και στον λεγόμενο σταλινισμό: Την εποχή που ο Στάλιν από άμεση ανάγκη, (αφού η χώρα του βρισκόταν στη δύνη της επίθεσης της πανίσχυρης ναζιστικής πολεμικής μηχανής κι επειδή όλα σχεδόν τα άξια στελέχη βρισκόντουσαν στην πρώτη γραμμή θυσίας), οργάνωσε ένα μονολιθικό κράτος για να αμυνθεί η χώρα. Μετά το νικηφόρο πόλεμο δεν μπορεί παρά να προσπάθησε την επαναφορά στην σοσιαλιστική κανονικότητα, όπου ισχύει ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός, και όπου οι αποφάσεις λαμβάνονται δημοκρατικά και εκτελούνται συγκεντρωτικά. Η αυταπάρνηση των υγειών στοιχείων κι ο αποδεκατισμός τους κατά τις σκληρές μάχες, πτώχευσαν το ΚΚΣΕ από άξια στελέχη, έτσι κάθε προσπάθεια για επαναφορά στη δημοκρατικότητα έπεφτε στο κενό, αφού το κόμμα είχε γεμίσει γραφεικράτες. Μετά το θάνατο του Στάλιν, οι "επίγονοι" του κόμματος, μολονότι τον κατηγορούσαν για μονολίθικότητα και αυταρχισμό, ακολούθησαν κι αυτοί τον ίδιο δρόμο. Αν Στάλιν εφάρμοσετον συγκεντρωτισμό από την έκτακτη ανάγκη του πολέμου, αυτοί τον εφάρμοσαν από υστεροβουλία. Συνέβει ότι με τον Χριστό και τον χριστιανισμό, όπου οι χριστιανοί ακολούθησαν δρόμους που δεν έχουν σχέση με το Χριστό. Ο "σταλινισμός" αφορά στη διακυβέρνηση μετά τον θάνατο του Στάλιν. Δεν πρέπει να ξεχνιέται ότι εν μέσω πολέμου, ο Στάλιν πήρε μια χώρα μισοφεουδαρχική και την μετέτρεψε σε σύγχρονη βιομηχανική. Αυτό δεν άπτεται της φαντασίας, αφού στη μάχη του Κουρσκ, συναντήθηκε η Σοβιετική πολεμική βιομηχανία με την περίφημη Ναζιστική και η σοβιετική νίκησε. Επίσης η βιομηχανική επανάσταση της Δύσης, δημιουργήθηκε κατά τη διάρκεια αιώνων πάνω στα πτώματα των εργαζομένων στις χώρες αυτές αλλά κυρίως στην εξουθένωση των "δούλων" των αποικιών, ενώ η σοβιετική μέσα σε είκοσι χρόνια και εν μέσω πολέμου. Είναι όμως παράδοξο η βιομηχανική επανάσταση των Ευρωαμερικάνων να θεωρείται εποποιία, ενώ αυτή της Σοβιετικής Ένωσης έγκλημα κατά της ανθρωπότητος.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου