ΥΛΗ, ΚΙΝΗΣΗ, ΧΩΡΟΣ, ΧΡΟΝΟΣ από τον Μ. Παρέντη
Η ΥΛΗ, Η ΚΙΝΗΣΗ - Ο ΧΩΡΟΣ ΚΑΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ του ΜΑΚΗ ΠΑΡΕΝΤΗ 2006 Τεύχος 4-5
ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗ: ΘΟΔΩΡΟΣ ΚΑΒΑΣΗΣ
Επιστήμες
Συγγραφέας: Έχει πρακτικό νόημα για τη σύγχρονη κοινωνική πράξη - η από καταβολής φιλοσοφίας, αντιπαράθεση υλισμού - ιδεαλισμού για τις κατηγορίες και τις σχέσεις τους, του τίτλου του παρόντος άρθρου; Νομίζουμε πως ναι και φυσικά, ό,τι και αν λένε οι αστοί θεωρητικοί, πιστεύουν το ίδιο. Αυτός εξάλλου είναι και ο λόγος που βρίσκουν αρκετό χώρο τέτοιου είδους ζητήματα, ακόμη και στις σελίδες των εφημερίδων, κατά κανόνα βέβαια μονόπλευρα.
Εγώ λέω: Η επισήμανση του συγγραφέα περί της αντιπαράθεσης του υλισμού με τον ιδεαλισμό έχει σίγουρα νόημα, όμως πρέπει να γίνει ένας επαναπροσδιορισμός, τόσο του υλισμού όσο και του ιδεαλισμού, αλλά ακόμα της διαλεκτικής και του ορθολογισμού, από αυτόν που είχαν αποδεχτεί οι κλασικοί του μαρξισμού, αλλά κι έχουν κατά νου κάποιοι σύγχρονοι διανοητές. Έτσι ώστε με τα ίδια λόγια να εννοούμε όλοι τα ίδια πράγματα.
Συγγραφέας: Η αστική ιδεολογία στην αντιπαράθεσή της με το διαλεκτικό υλισμό αξιοποιεί τις ανακαλύψεις ακόμη και των φυσικών επιστημών για να «τεκμηριώσει» φιλοσοφικά συμπεράσματα που απομακρύνουν τον άνθρωπο από την προσέγγιση στην αντικειμενική πραγματικότητα και κυρίως την ιστορική νομοτέλεια που οδηγεί την αστική τάξη στην καταστροφή της με μια σιδερένια αναγκαιότητα. Όσο και αν φαίνονται απόμακρες οι φυσικές επιστήμες από τη θεωρητική ταξική πάλη, στην πραγματικότητα συνδέονται στενά με αυτή, κυρίως με τη διαμεσολάβηση της φιλοσοφίας. Οι ιδεολόγοι της αστικής τάξης, εξάγοντας φιλοσοφικά συμπεράσματα απ'τις ανακαλύψεις των θετικών επιστημών, εισάγουν στη γνωσιοθεωρία τον αγνωστικισμό ακόμη και το μυστικισμό.
Εγώ λέω: Α.Δεν είναι παράλογη η σύνδεση της αστικής ιδεολογίας με τις ανακαλύψεις των φυσικών επιστημών, αφού η σύγχρονη επιστήμη ακολουθώντας ακόμα τον ορθολογικό δρόμο και όχι τη διαλεκτική διαδικασία, δίνει το δικαίωμα στην αστική τάξη να τις οικειοποιείται ιδεολογικά, αφού ο ντετερμινισμός και η ορθολογική αντικειμενικότητα, είναι αποτέλεσμα της ιδεαλιστικής σκέψης και αντίληψης περί κόσμου. Ακόμα η επιστήμη ως Ορθολογική Aντικειμενικότητα κι όχι ως Διαλεκτική-Yλιστική θα φέρει πάνω της πάντα τη σκιά του ιδεαλισμού και κατά συνέπεια του αγνωστικισμού, του μυστικισμού και της μεταφυσικής. Μέχρι σήμερα λοιπόν η επιστήμη δεν πάει πουθενά χωρίς την τυπική λογική του Αριστοτέλη, αλλά ακόμα κι ο ηλεκτρονικός υπολογιστής είναι ένα κατ'εξοχήν τυπικό ορθολογικό-αντικειμενικό-ντετερμινιστικό εργαλείο.
Β. "Την νομοτελειακή αναγκαιότητα της καταστροφής της αστικής τάξης" δεν την είδαμε. Αντ'αυτής είδαμε την αστική τάξη να θεριεύει, να ξεπερνά τα όριά της μέσα από τον νεοφιλελευθερισμό και να οργανώνει έναν σύγχρονο ιμπεριαλισμό. Βλέπουμε δηλαδή την αστική τάξη στον πιθανό θάνατό της να παρασύρει μαζί της τον κόσμο όλον. Επίσης είδαμε έναν σοσιαλισμό ο οποίος δεν τήρησε τις υποσχέσεις του, ακολουθώντας το δρόμο της παλινόρθωσης του καπιταλισμού και όσα κόμματα συνεχίζουν να ισχυρίζονται ότι είναι κομουνιστικά, να πάσχουν από έναν αφόρητο ιδεολογικό-φιλοσοφικό συντηρητισμό ή από τον φαταλισμό της αναμονής μιας "αντικειμενικής νομοτελιακής αλλαγής", μακριά από την ανθρώπινη υποκειμενική βούληση. Αφού αυτό υποδηλώνει η εμφατική αντικειμενικότητα, ενός κόσμου έξω απ'την ανθρώπινη συνείδηση, βούληση κι επιλογή. Αντίθετα εγώ πιστεύω ότι, ο άνθρωπος από τη στιγμή που εμφανίστηκε, είναι ένας σημαντικός παράγοντας του παγκοσμίου γίγνεσθαι. Αλλά ακόμα και στις σύγχρονες επιστημονικές διεργασίες, όπως η πράξη της μέτρησης στην κβαντομηχανική, αυτή δεν θεωρείται πλέον απόλυτα αντικειμενική πρακτική, αφού στη διαδικασία το μετρούμενο γεγονός, το μέσο μέτρησης και το μετρόν υποκείμενο, συνιστούν μιαν κβαντική ενότητα. Αυτό εκ πρώτης όψης είναι ιδεαλιστικό. Είναι όμως έτσι; Μήπως είναι ο τρόπος διά του οποίου, η ορθολογική αντικειμενικότητα δίνει τη θέση της στην διαλεκτική αντιφατικότητα; Ο κόσμος μας είναι Ένα Διαλεκτικό λογικο-γλωσσικό Γίγνεσθαι, στο οποίο ο άνθρωπος από τη στιγμή που εμφανίζεται στο εξελικτικό προσκήνιο παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο. Αυτό διαπιστώνεται ακόμα και μαθηματικά στο πόνημα του Φον Νόυμαν το οποίο σχετίζεται με το αν ισχύει η αντικειμενικότητα της πράξης της μέτρησης στην κβαντομηχανική και διαπιστώνει ότι το αρνείται. Κι εμείς που καήκαμε στο χυλό, χρησιμοποιώντας την διαλεκτική όταν μεσουρανούσε ο αριστοτελικός αντικειμενικός ορθολογισμός κι ο νευτώνειος ντετερμινισμός, δεν πρέπει να φυσάμε και τη γιαούρτη, τώρα που η διαλεκτική καλείται να παίξει το δικό της πρωταγωνιστικό ρόλο.
Συγγραφέας: Στο βαθμό που αμφισβητείται ο διαλεκτικός υλισμός στο πεδίο των επιστημών της φύσης, θα αμφισβητηθεί και στο πεδίο των κοινωνικών επιστημών. Θα αμφισβητηθεί η υλιστική αντίληψη για την κοινωνία, ο ιστορικός υλισμός που είναι το φιλοσοφικό υπόβαθρο του επιστημονικού κομμουνισμού. Π.χ. η αμφισβήτηση της νομοτέλειας στα φυσικά φαινόμενα αναπόφευκτα επεκτείνεται και στην κοινωνική ζωή και στις νομοτέλειές της και γίνεται -άσχετα από υποκειμενικές επιδιώξεις των φορέων της- μια θεωρητική βάση άρνησης του περάσματος στο σοσιαλισμό.
Εγώ λέω: Θα έπρεπε ο συγγραφέας αυτού του μικρού δοκιμίου, αφού μιλά για διαλεκτικό υλισμό, να επαναπροσδιορίσει την έννοιά του, αφού οι αντιλήψεις μας περί ύλης, από την εποχή των κλασικών του μαρξισμού, έχουν κατά πολύ αλλάξει και με την αλλαγή της αντίληψής μας περί του τι είναι η ύλη, θα πρέπει κατά συνέπεια να αλλάξει και η έννοια του Υλισμού. Μετά απ'αυτό πρέπει να διαμορφωθεί κι η αντίληψή μας περί του τι είναι η Διαλεκτική η οποία θ'απορρέει από τον σύγχρονο Υλισμό. Ακόμα να προσδιοριστεί η αντικειμενικότητα στη σύγχρονη επιστήμη, αλλά και η ιστορικότητα. Και τότε θα αποσαφηνιστεί πως ο Διαλεκτικός Υλισμός "αντιλαμβάνεται" την έννοια της νομοτέλειας, η οποία είναι διαφορετική από αυτήν της ορθολογικής αντικειμενικότητας.
Συγγραφέας: Οι Μαρξ και Ενγκελς ανακάλυψαν ότι οι ειδικές μορφές εμφάνισης της ύλης στην κοινωνία δεν είναι πράγματα, αλλά σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων οι οποίες διαμορφώνονται στη διαδικασία της υλικής παραγωγής ανεξάρτητα από τη θέλησή τους. Η πραγμάτευση αυτού του ζητήματος δε θα γίνει στο παρόν άρθρο.
Εγώ λέω: Είναι αλήθεια ότι οι Μαρξ και Ένγκελς συνέλαβαν μιαν υλιστική αντίληψη για τις κοινωνικές σχέσεις των ανθρώπων, τις διαδικασίες της παραγωγικότητας και του προγραμματισμού της, οι οποίες συνίστανται στο σοσιαλιστικό γίγνεσθαι. Αυτές όμως οι σχέσεις δεν είναι ανεξάρτητες από τη θέληση των ανθρώπων, αλλά εξαρτώνται σε πάρα πολύ μεγάλο βαθμό από αυτήν. Γι'αυτό αυτό το γίγνεσθαι "σκόνταψε", κι έτσι θα ήταν πρέπον να γίνει ο επαναπροσδιορισμός των φιλοσοφικών όρων και της πρακτικής εφαρμογής του Διαλεκτικού Υλισμού. Ακόμα θα πρέπει να γίνει και κάποιος επαναπροσδιορισμός της Διαλεκτικής Υλιστικής φιλοσοφίας με τη σύγχρονη επιστήμη και στη συνέχεια να αναβαθμιστεί η δυναμική της βούλησης των ανθρώπων στη διαμόρφωση των σχέσεων μέσα στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Δηλαδή να ξαναδούμε τον τρόπο με τον οποίο αποδεχόμαστε την υλικότητα και τη διαλεκτική η οποία αναδύεται μέσα απ'αυτήν και πως μπορεί να μας οδηγήσει στη μάχη για την επιτυχία στο σοσιαλιστικό εξελικτικό γίγνεσθαι. Αυτό είναι επειγόντως αναγκαίο μετά την κατάρρευση του λεγόμενου υπαρκτού σοσιαλισμού στη Σοβιετική Ένωση και τη Λαϊκή Κίνα. Στην προηγούμενη παράγραφο ο συγγραφέας μας τονίζει ότι οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων διαμορφώνονται από τη διαδικασία της υλικής παραγωγής ανεξάρτητα από τη θέληση των ανθρώπων. Αυτό υποβιβάζει την ανθρώπινη δραστηριότητα και παρουσία στο κοινωνικό γίγνεσθαι, αλλά και είναι μια άκρως επικίνδυνη φαταλιστική αντίληψη, η οποία παραμερίζει την ανθρώπινη δυναμική στη διαμόρφωση του κοινωνικού γίγνεσθαι. Αν τα πράγματα είχαν έτσι ούτε η Σοβιετική Ένωση, ούτε η Λαϊκή Κίνα θα κατρακυλούσαν στην παλινόρθωση του καπιταλισμού. Η παλινόρθωση έγινε γιατί κάποιες τάξεις μέσα στο σοσιαλισμό το επεδίωξαν, αφού οι σοσιαλιστικές δομές δεν κάλυπταν τις φιλοδοξίες τους. Αυτό επίσης έγινε πραγματικότητα επειδή το προλεταριάτο απουσίαζε από τις θέσεις λήψης αποφάσεων για να υπερασπίσει τον σοσιαλισμό. Και αυτό ήταν αποτέλεσμα της γρήγορης και ορθολογικής διαδικασίας ανάπτυξης που επελέγει από τις ηγεσίες των Κ.Κ. υπό τον φόβο του ιμπεριαλισμού και όπου η παράδρομη αυτή επιλογή, όταν ο κίνδυνος είχε παρέλθει, δεν διορθώθηκε. Δηλαδή δεν έγινε αληθινή προσπάθεια να εφαρμοστεί η Διαλεκτική αποκεντρωτική σκέψη έναντι της Ορθολογικής συγκεντρωτικής η οποία απομάκρυνε τα λαϊκά στρώματα και το προλεταριάτο από τις θέσεις επιλογής αποφάσεων.
Συγγραφέας: Η υλιστική αντίληψη αναδεικνύει την πραγματική θέση και προοπτική της μεγάλης πλειοψηφίας των μισθωτών εργαζομένων, τεκμηριώνει επιστημονικά τον επαναστατικό αγώνα της εργατικής τάξης. Ο διαλεκτικός υλισμός γίνεται πανίσχυρο ιδεολογικό όπλο για την υπεράσπιση των θέσεων της εργατικής τάξης, στο βαθμό που αφομοιώνεται και αναπτύσσεται από τους κομμουνιστές. Από εδώ προκύπτει το καθήκον των μαρξιστών επιστημόνων όλων των επιστημών, απέναντι στη θεωρητική δουλειά και πάλη ως μορφή της ταξικής πάλης, γιατί ο διαλεκτικός υλισμός ως φιλοσοφικό υπόβαθρο και συστατικό στοιχείο του μαρξισμού-λενινισμού είναι μια θεμελιώδης επιστημονική ερμηνεία των φαινομένων και των διεργασιών, οι οποίες υπάρχουν σε όλα τα επίπεδα, τόσο στην οργανική όσο και στην ανόργανη ύλη. Είναι επαναστατική και επιστημονικά θεμελιωμένη κοσμοθεωρία που αντανακλά τον καθολικό νόμο εξέλιξης της φύσης, της κοινωνίας και της ανθρώπινης νόησης.
Επισημαίνω ότι: Η περιγραφή του Διαλεκτικού Υλισμού όπως γίνεται εδώ δεν επαρκεί, αφού οι απαντήσεις που δίνει γεννούν περισσότερα ερωτήματα, χωρίς την απάντηση των οποίων η διαλεκτική δεν διαφέρει από τον σύγχρονο ορθολογισμό. Η αντίληψη περί της εξέλιξης της φύσης, στο σύγχρονο κόσμο, αλλά και στον κόσμο της ελληνικής αρχαιότητας δεν είναι μόνο και μόνο διαλεκτική. Όλοι οι λογικοί άνθρωποι είναι σε θέση να βλέπουν ότι η φύση κι ο κόσμος αλλάζουν κι αυτό δεν είναι νόμος, αλλά μια παγκόσμια κατάσταση η οποία ζητά επιστημονική ερμηνεία δια μέσου κάποιων νόμων κι απ' την ερμηνεία αυτή πρέπει να ορίσουμε ακόμα περισσότερους νόμους για την ερμηνεία του κόσμου. Οι αρχές της εγελιανής διαλεκτικής λογικής, οι οποίες γίνονται αποδεκτές και από τον Ένγκελς, μολονότι σωστές, έρχονται ως αποτέλεσμα κι επιβεβαίωση της έρευνας εκ των υστέρων κι όχι ως αδιάψευστος οδηγός. Π.χ. Α. Η μετατροπή της μέγιστης ποσότητας σε ποιότητα δεν μπορεί να γίνει οδηγός σε μιαν επιστημονική έρευνα, αλλά είναι μια τελική διαπίστωση. Αυτό όμως δεν το αρνείται ούτε ο ορθολογισμός, αφού τ’αναλλοίωτα καθαυτά είναι απωθημένα στο βάθος της «υπόστασης» και δεν μπλέκονται στις διαδικασίες των συλλογισμών, όπως συμβαίνει με την «Επιστήμη της Λογικής» του Χέγκελ. Αφού σύμφωνα με την άποψή του περί της φαινομενικότητας του αντιφατικού γίγνεσθαι, πρέπει να υπάρχουν έσχατα αναλλοίωτα καθαυτά κρυμμένα στο βάθος του Είναι. Επίσης δεν είναι διτυπωμένη σωστά αφού ένα κομμάτι σίδερο όσο κι αν μεγαλώσει θα είναι πάντα σίδερο. Αντίθετα οι αρχαίοι διαλεκτικοί διατύπωσαν αυτή την αρχή αρτιότερα: "Η μεγάλη ευθεία οφείλει να είναι κυρτή" είπε ο Λάο-Τσε και "η Ευθεία είναι αποτέλεσμα περιστροφής είπε ο Ηράκλειτος. Και ο Αϊνστάιν ισχυρίστηκε ότι: "Το κινούμενο ευθήγραμμα και ομαλά στο σύμπαν κάποια στιγμή θα γυρίσει στη θέση που ξεκίνησε". Β. Η αρχή της αλληλοδιείσδυσης των αντιθέτων η οποία θα μπορούσε ν’ αναδείξει την αντιφατικότητα του Είναι, δεν μπορεί χρησιμοποιηθεί, αφού δεν έχει οριστεί προηγουμένως η αντιφατική μηχανική του τρόπου ύπαρξης της αντιφατικής ταυτότητας, ώστε ν' αναφανεί απ' την περιγραφή της, πως είναι δυνατή αυτή η αλληλοδιείσδυση στη φύση. Επίσης Γ. Η αρχή της άρνησης της άρνησης, εκτός του ότι δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο έρευνας, είναι κι ο τρόπος όπου η καταφατική-αρνητικότητα της αντιφατικότητας μεταβάλλεται σκόπιμα σε αρνητική-αρνητικότητα, δηλαδή σε ορθολογική αντιθετικότητα. Η μετατροπή της αντιφατικότητας σε αντιθετικότητα διαψεύδει την αλληλοδιείσδυση των αντιθέτων.
Εδώ πρέπει να διευκρινιστεί όσο το δυνατόν η διαφορά της αντιθετικότητας απ'την αντιφατικότητα και οι συνέπειές της στην αντίληψη περί του Γίγνεσθαι.
Α. Η αντιθετικότητα δέχεται ότι στο βάθος ο κόσμος κι η λογικο-γλωσσική σύνταξη που τον περιγράφει, συντίθεται από μια σειρά έσχατα αναλλοίωτα στοιχειώδη (γνώσιμα ή όχι), τα οποία αλληλεπιδρούν χωρίς να παραβιάζουν τα έσχατα όρια μεταξύ τους, συνιστώντας αντικειμενικό ορθολογικό δυναμικό-διαφορικό σύστημα. Αυτό το λογικο-γλωσσικό σύστημα προϋποθέτει, έχοντας απόλυτους όρους λειτουργίας, από μια στιγμή και μετά, την επ’άπειρον επανάληψη της συγκεκριμένης, τετελεσμένης, προδιαγεγραμμένης, πεπερασμένης σειράς παιγνίων, τα οποία μπορούν να ονομαστούν «συνθετικά πρότυπα του τέλους». Αυτά τα παίγνια που είναι και τα όρια του συστήματος, βρίσκονται εκεί ιδεατά εκ των προτέρων, περιμένοντας την πραγμάτωσή τους απ’την ακολουθία της λειτουργίας του. Ο Αριστοτέλης τη διαδικασία αυτή, είχε ονομάσει Εντελέχεια. Το σύστημα αυτό είναι κλειστό, τελεολογικό, πεπερασμένο, μιας ορθολογικής αντικειμενικότητας με όρους και όρια απόλυτα προκαθορισμένα, που προϋποθέτει την ύπαρξη ενός «Κόσμου Ιδεών», του οποίου το φαινομενικό γίγνεσθαι περιμένει να αναφανεί μ'έναν τρόπο εγελιανό από την εξέλιξη της λειτουργίας αυτού του ορθολογικού δυναμικού συστήματος.
Β. Η Αντιφατικότητα δέχεται ότι στο βάθος ο κόσμος κι η λογικο-γλώσσική σύνταξη που τον περιγράφει, είναι Όλον σε συνεχή εξέλιξη. Γι’αυτό δεν συντίθεται από έσχατα-αναλλοίωτα στοιχειώδη, αλλά από αντιφατικά-αυτοαναιρούμενα, τα οποία αλληλεπιδρώντας, δεν αφήνουν απαραβίαστα περιθώρια μεταξύ τους. Στον αντιφατικό αυτό κόσμο για να υπάρχει κάποιο γεγονός, πρέπει να καταλύεται-συντιθέμενο από υπογεγονότα κατώτερου επιπέδου, τα οποία καί αυτά με τη σειρά τους και με τον ίδιο τρόπο, να καταλύονται-συντιθέμενα και αυτό επ’άπειρον. Δηλαδή ως το έσχατο επίπεδο, (τον πυθμένα του κόσμου, όπως τον έδειξε ο Ζήνων), όπου τ’αντιφατικά στοιχειώδη τείνοντας για μηδενικό μέγεθος τείνουν συγχρόνως για άπειρο, όντας ακίνητα-ακαριαία, συνθέτοντας την Αντιφατικότητα Γυμνή δηλαδή το Εν Δυνάμει Είναι (όπου εκεί υπάρχουν εν δυνάμει όλα τα πρόσωπα του κόσμου και συγχρόνως κανένα).
[Για να έχει κάποιο στοιχειώδες καταλυτικο-συνθετική φύση, πρέπει, υπό μορφή ενέργειας, (κβάντα, πυρίδια ή ό,τι άλλο), να διέρχεται εντός του μια συνεχής ροή-αντιρροή υπογεγονότων, τα οποία περνώντας μέσα απ’το γεγονός, ν'αναχωρούν για το Σύμπαν, επιστρέφοντας συγχρόνως στο γεγονός απ’όπου ξεκίνησαν. Έτσι που να αλληλεπιδρούν σταδιακά, καταρχήν με τα γεγονότα του εγγύτερου περιβάλλοντος, μετά μ’αυτά του απώτερου και τέλος με το σύμπαν, που είναι ο απώτατος-Άλλος εαυτός ―ο έσχατος συμπαντιακός του αντίλογός του―, εξαιτίας του οποίου τα πορευόμενα υπογεγονότα αλλάζουν κι επιστρέφοντας πίσω αλλάζουν και το ίδιο γεγονός. Επειδή όμως το σύμπαν των διαλεκτικών προσωκρατικών είναι άπειρο, η διαδρομή της αναχώρησης-επιστροφής των υπογεγονότων στο σύμπαν δεν είναι κυκλική, αλλά πυκνή σπειροειδώς ελλειπτική. Έτσι τα υπογεγονότα επιστρέφοντας στη θέση που ξεκίνησαν, δεν επαληθεύουν το καταλυτικο-συνθετικό γεγονός απόλυτα κι εκεί που υπήρχε, αλλά το επαληθεύουν-διαψεύδοντάς το, σιγά-σιγά λίγο πιο κει και λίγο διαφορετικό, κάνοντάς το να είναι Αυτό-Άλλο-Αλλού. Έτσι λοιπόν το καταλυτικο-συνθετικό γεγονός που αλλάζει ταυτότητα, αλλάζοντας συγχρόνως και θέση, ουσιαστικά δεν κινείται σε κάποιο ανεξάρτητο χώρο ως Αυτό, αλλά κινείται εντός του εαυτού του, όντας συνεχώς Άλλο. Κι επειδή τα όρια του αντιφατικού στοιχειώδους παραβιάζονται συνεχώς απ’τον εαυτό τους ταξιδεύοντας στο σύμπαν, περιέχουν στιγμιαία κάθε φορά κι ένα ολοκληρωμένο πρόσωπο του Όλου, μ’έναν δικό τους τρόπο. Ο τρόπος αυτός είναι ο κώδικας του κόσμου όπως είναι γεγραμμένος κάθε στιγμή σε κάθε συγκεκριμένο καταλυτικο-συνθετικό γεγονός κατά τη διάρκεια αναχώρησης-επιστροφής των υπογεγονότων του (των αντιφατικών στοιχειωδών του) στο σύμπαν και την αλληλεπίδρασή του μ’αυτό. Δηλαδή όπως το γεγονός έχει εξελιχθεί έως τη στιγμή της μορφοποίησής του, περιέχοντας με τρόπο δαιδαλώδη και παράκεντρο όλα τα πρόσωπα και τις στιγμές του ως τότε κόσμου. Αντιφατικά ο κόσμος είναι Ένα Λογικο-γλωσσικό Όλον-Ανοικτό, σε συνεχές Γίγνεσθαι, όπου τα στοιχειώδη του περιέχουν το ανεπανάληπτο και το εν δυνάμει άπειρο, ως αποτέλεσμα της εξέλιξής τους].
Υπενθύμιση Α. Στο μικρό δοκίμιό του «Η Νομιμότητα της Διαλεκτικής της Φύσης» που κατέθεσε στο φιλοσοφικό συνέδριο "Περί Διαλεκτικής" το 1988, ο διακεκριμένος διανοητής της αριστεράς Ε. Μπιτσάκης μας πληροφορεί ότι σύμφωνα με το μεγάλο επιστήμονα κι ανθρωπιστή Μπωμ: "Στην κβαντομηχανική, η θεωρία του πεδίου περιγράφει την κίνηση των στοιχειωδών σωματίων, ως δημιουργία-καταστροφή τους. Έτσι αν ένα ηλεκτρόνιο υποστεί σκέδαση απ’την αρχική του πορεία σε άλλη, αυτό το περιστατικό περιγράφεται ως «καταστροφή» αυτού του ηλεκτρονίου και «δημιουργία» άλλου, το οποίο κινείται σε νέα κατεύθυνση. Δηλαδή εκεί δεν υπάρχει σωμάτιο που να διατηρεί πάντα την ταυτότητά του. Έτσι στην παράσταση του πεδίου κίνησης ενός ελευθέρου σωματίου, διαπιστώνουμε ότι η κίνησή του περιγράφεται μαθηματικά σαν μια σειρά καταστροφής-δημιουργίας, η οποία συγχρόνως έχει ως αποτέλεσμα την συνεχή αλλαγή του σωματίου μέσα στο χώρο".
Υπενθύμιση Β. Ηράκλειτος:" Στον ίδιο ποταμό μπαίνουμε και δε μπαίνουμε, είμαστε και δεν είμαστε, την ίδια ουσία δεν ξαναγγίζουμε, γιατί όλ'αλλάζουν βίαια και γρήγορα, σκορπάνε-μαζεύοντας, φεύγουν-επιστρέφοντας, καταλύονται-συντιθέμενα, Είναι-ΜηΌντας". Κι ο Ζήνων: "Το κινούμενο δεν κινείται ούτε στον τόπο που βρίσκεται ούτε στον τόπο που δε βρίσκεται". Δηλαδή το κινούμενο ουσιαστικά κινείται μέσ’τον εαυτό του. Έτσι η σύγχρονη επιστήμη δέχεται τη συμπεριφορά των κβαντικών γεγονότων σχεδόν όπως προσωκρατικοί , Ηράκλειτος, Αναξίμανδρος και Ζήνων.
Είπε ο Χέγκελ: «κάτι κινείται όχι γιατί βρίσκεται την μία στιγμή εδώ και την άλλη αλλού, αλλά επειδή βρίσκεται συγχρόνως εδώ κι όχι εδώ, και τόνισε: άρα η κίνηση είναι αντιφατική». Με τον τρόπο αυτό όμως, παρουσιάζει την αντιφατικότητα της μετακίνησης, όπου η ταυτότητα του κινουμένου δεν είναι υποχρεωμένη ν’αλλάζει κατά τη διάρκεια της κίνησης. Αντίθετα, όπως συνάγουμε για να λυθεί το αίνιγμα της ρήσης του Ζήνωνα, το κινούμενο καταλύεται-συντιθέμενο, όντας Άλλο-Αλλού, Όμοιο κι Ανόμοιο με τον εαυτό του. Δηλαδή κινείται μεν, όμως όχι σε κάποιον ξεχωριστό τόπο αλλά κυρίως μέσ'τον ίδιο του τον εαυτό, αλλάζοντας συνεχώς κι έτσι φαίνεται ότι μετακινείται κιόλας. Βέβαια αυτή η αντίληψη δεν είναι κοινώς αποδεκτή, αφού όλοι θέλουν τον δαιμόνιο Ζήνωνα να είναι ιδεολογικός «σκύλος» του Παρμενίδη και να μην διαφωνεί μ’αυτόν στο θέμα περί του αν υπάρχει αληθινά κίνηση ή είναι φαινομενική, όπως ισχυρίζονται και οι Καντ και Χέγκελ. Εγώ όμως εδώ βλέπω ότι ο Ζήνων με τον τρόπο αυτό, παρουσιάζει τη σχετικιστική άποψη ότι: τα όντα, ο χώρος κι ο χρόνος συνιστούν ενότητα αδιαχώριστη στο γίγνεσθαι. Κάτι που η σύγχρονη επιστήμη έχει διατυπώσει πλέον μ'αδιάβλητο τρόπο. Έτσι η ταφόπλακα της αριστοτελικής ορθολογικής αντικειμενικότητας και του νευτώνειου ντετερμινισμού πάνω στους προσωκρατικούς, έχει αρχίσει ν'ανασηκώνεται, απ’τη σχετικιστική και κβαντική επιστήμη.
Η εγελιανή «διαλεκτική» καταρρέει κάτω απ’το βάρος του ιδεαλισμού της. Αν λοιπόν αναλυθεί η αντίληψή του περί της σχέσης μεταφυσικής και νόησης κι αφού η νόηση αφορά την ανθρώπινη συμπεριφορά και επιστήμη, τότε η “Επιστήμη της Λογικής” του δεν πρέπει να είναι ούτε επιστήμη, ούτε λογική, ούτε διαλεκτική. Η Μεταφυσική, με βάση την “εκ των προτέρων γνωστική δυνατότητα” του όντος, όπως την ήθελε ο Καντ κι επικροτούσε ο Χέγκελ, μετά την αποκάλυψη του DNA, μετετράπει σε μια κληρονομική εμπειρική συσσώρευση, αρνούμενη κάθε ύπαρξη μεταφυσικής ως επιστήμης. Η εγελιανή Λογική είναι μια υπερβασιακή θεολογία, αλλά λόγω της αλαζονικής δυστροπίας της, δε βοήθησε ούτε τους πιστούς να γίνουν πιστότεροι.
Στη συνέχεια οι κλασσικοί του Μαρξισμού, θέλοντας κυρίως να πολεμήσουν τον ιδεαλισμό, τη μεταφυσική και την καλπάζουσα στις καρδιές των ανθρώπων θρησκεία, αλλά μαγεμένοι από τις επιτυχίες της επιστήμης μέσω της ορθολογικής αριστοτελικής σκέψης και του νευτώνειου ντετερμινισμού, κατρακύλησαν στον αντικειμενικό ορθολογισμό. Η επισήμανση του Αριστοτέλη ότι οι Ιδέες δεν υπάρχουν προ των πραγμάτων, αλλά είναι αποτέλεσμα κι αντανάκλαση των μηχανισμών της φύσης στον ανθρώπινο εγκέφαλο, σ'αντίθεση προς τον Πλάτωνα ο οποίος για γνωσιολογικούς λόγους, πίστευε ότι οι Ιδέες υπάρχουν προ των πραγμάτων, έγινε βάση της μαρξιστικής διαλεκτικής αντικειμενικότητας υποδουλώνοντας από κει και πέρα την αντιφατικότητα του Είναι, η οποία είναι η βάση της διαλεκτικής, στην αντιθετικότητα, η οποία είναι η βάση του δυναμικού αριστοτελικού ορθολογισμού και του νευτώνειου αντικειμενικού ντετερμινισμού. Από τότε οι μαρξιστές διανοητές ακολουθώντας της ευκολία της ορθολογικής σκέψης, αλλά χωρίς να ξεχνούν ότι η διαλεκτική πρέπει να βασίζεται στην αντιφατικότητα του Είναι, έχουν αποδεχτεί μια διακορευμένη διαλεκτική η οποία κυρίως στηρίζεται στην ευκολία της ορθολογικής τυπικότητας. Βέβαια οι κλασικοί του μαρξισμού δικαιολογούντο, αφού ως λάτρεις της επιστήμης, δεν μπορούσαν να απορρίψουν αυτόν τον δίγλωσσο τρόπο σκέψης. Οι σύγχρονοι όμως μαρξιστές δεν δικαιολογούνται αφού η σύγχρονη επιστήμη απορρίπτει βίαια τον ορθολογισμό και την τυπικότητά του, αλλ'ακόμα και το νευτώνειο αντικειμενικό ντετερμινισμό, ανοίγοντας το δρόμο προς την αντιφατικότητα της διαλεκτικής σκέψης. Κι εμείς αντί να χαιρόμαστε γι'αυτό, κάνουμε κάθε τι να το πολεμήσουμε, ακολουθώντας τον αριστοτελικό αντικειμενικό ορθολογισμό κι απαρνούμενοι τη ηρακλειτική διαλεκτική αντιφατικότητα.
Συγγραφέας: Βασικό ζήτημα της φιλοσοφίας, κατά συνέπεια αυτό που ανέκαθεν προκάλεσε θυελλώδεις αντιπαραθέσεις, είναι η Υλη, η ουσία και η σχέση της με τη συνείδηση, το πνεύμα, την ιδέα, κατ’ επέκταση η γνωσιμότητα του κόσμου. Η παρουσίαση που ακολουθεί, απλά θίγει σε τίτλους βασικά σημεία της αντιπαράθεσης διαλεκτικού υλισμού και ιδεαλισμού, που καταγράφονται στον τίτλο του άρθρου και δεν έχει φιλοδοξία και δυνατότητα μιας πιο αναλυτικής παρουσίασης και τεκμηρίωσης.
Εγώ επισημαίνω ότι: Ως εδώ αυτή η εργασία αναλώνεται σε διακηρύξεις, οι οποίες δεν έχουν επιστημονική σχέση με το θέμα. Επειδή το θέμα το οποίο πρόκειται να πραγματευτεί αφορά στην Ύλη, την Κίνηση, τον Χώρο και τον Χρόνο, θα έπρεπε αντί για διαφημιστική διακήρυξη της φιλοσοφικής πραμάτειας, να έκανε μιαν αναδρομή στον Διαλεκτικό Υλισμό ώστε ο αναγνώστης να είχε ένα Μέτρο κριτικής προσέγγισης. Αυτό όμως όλοι οι σύγχρονοι μαρξιστές αναλυτές το παρακάμπτουν, κάνοντας πάντα αφηρημένες Διαλεκτικές-Υλιστικές διακηρύξεις, χρησιμοποιώντας την ορθολογική σκέψη. Η ορθολογική σκέψη όμως δέχεται ότι ο κόσμος στο βάθος του δεν αλλάζει, αλλά κάθε αλλαγή την οποία διαπιστώνουμε είναι φαινομενική. Αυτό βέβαια δεν είναι κάτι το οποίο επηρεάζει μόνο τις φιλοσοφικές μας αντιλήψεις, αλλά στη συνέχεια και τις πρακτικές εφαρμογές στο σοσιαλισμό μας, αφού ο Ορθολογισμός ως τρόπος σκέψης και κοινωνικής οργάνωσης, γεννά συγκεντρωτισμό και γραφειοκρατία. Η γραφειοκρατία κι ο συγκεντρωτισμός είχαν βέβαια ως αποτέλεσμα την αναγκαία, γρήγορη ανάπτυξη στις αρχές της σοσιαλιστικής πορείας, αλλά συγχρόνως και την προσωρινή απομάκρυνση των λαϊκών στρωμάτων και του προλεταριάτου από τις θέσεις των επιλογών στο σοσιαλιστικό γίγνεσθαι κι έτσι την περιθωριοποίησή τους. Η διαλεκτική επιτάσσει στη θέση του ορθολογικού συγκεντρωτικού-συγκεντρωτισμού, τον δημοκρατικό-συγκεντρωτισμό, οποίος σημαίνει ότι: αποφασίζουμε δημοκρατικά και δρούμε συγκεντρωτικά. Αυτό υπάρχει μέσ'τις θεωρητικές μαρξιστικές διακηρύξεις, αλλά μετά τα εξ ανάγκης αρχικά λαμπρά οικονομο-τεχνικά αποτελέσματα της ορθολογικο-συγκεντρωτικής διαδικασίας, ξεχάστηκε σαν εξτρεμιστική-αριστερίστικη αντίληψη και προς αποφυγήν.
Τονίζω ξανά ότι, με την αποκάλυψη του DNA, ως “εκ των προτέρων κληρονομική δυνατότητα γνώσης και δράσης”, όλη η συζήτηση γύρω από τους όρους της μεταφυσικής ως επιστήμης και τη σχέση της με την νόηση αυτοκαταρρέει. Όπως έχουμε αναφέρει, η Νόηση κι οι όποιοι όροι της Μεταφυσικής δε μπορούν πλέον να σχετίζονται, αφού η σύγχρονη επιστήμη το απαγορεύει. Έτσι η φιλολογία περί των όρων της μεταφυσικής, εσωτερικότητας, ενδοϋποκειμενικότητας κι ό,τι αφορά στους “μηχανισμούς” της ψυχολογίας ή και της ίδιας της ψυχής, σε σχέση με τη νόηση ή ακόμα την ανθρώπινη συμπεριφορά, έπεσε στο κενό χάνοντας το νόημά της.
Επειδή η «εκ των προτέρων γνωστική δυνατότητα» θεωρείται πλέον εμπειρική κληρονομική συσσώρευση καταγραφής του παγκόσμιου γίγνεσθαι στο ον, η οποία συνιστά την ίδιατ η δομή και τη φύση του, η νόηση μπορεί να εισπράττει την εμπειρία σωστά και όπως ακριβώς είναι. Άρα το γίγνεσθαι του κόσμου είναι αυτό ακριβώς με το οποίο ερχόμαστε σ’άμεση επαφή και δεν έχει σχέση ούτε με τις καθαρές ή καθαυτές ιδέες, ούτε με τη εγελιανή φαινομενικότητα του γίγνεσθαι. Επίσης ούτε η μεσολάβηση που υποθέτουν οι ιδεαλιστές και τονίζει εμφατικά ο Χέγκελ, αληθινά υπάρχει.
Ακόμα κι η μαρξιστική αντίληψη περί της αντανάκλασης της γνώσης στον ανθρώπινο εγκέφαλο των μηχανισμών της φύσης, είναι απλουστευμένη, αφού αυτή η αντανάκλαση είναι ίδια και στη γάτα. Είναι όμως διαφορετικός ο εγκέφαλος της γάτας και διαφορετικός του ανθρώπου. Άρα το θέμα σχετίζεται κυρίως με τον εγκέφαλο. Μολονότι λοιπόν η επιστήμη σε θέματα που αφορούν στη δομή του εγκεφάλου βρίσκεται ακόμα στην έρευνα, μπορεί να δείξει ότι η φιλοσοφική προσέγγιση στην λειτουργία της νόησης, όπως την δέχονται και την επιχειρούν οι Καντ και Χέγκελ είναι πρωτόγονη, αλλά κι αυτή των κλασικών του μαρξισμού ανεπαρκής. Αν θέλαμε να δώσουμε μιαν απάντηση στο ερώτημα «πως η νόηση είναι δυνατή» με τα σημερινά δεδομένα, θα ήταν πιο ταιριαστό το εξής: Ο άνθρωπος ως αποτέλεσμα της παγκόσμιας εξέλιξης, είναι αυτός ο ίδιος κωδική καταγραφή αυτής της πορείας. Η μορφή κι η δομή του είναι μια ιδιάζουσα γλώσσα που περιγράφει ιστορικά όλο αυτό το εμπειρικό γίγνεσθαι. Είναι αποδεκτό σήμερα, ότι αυτό το γεγραμμένο κωδικά εμπειρικό γίγνεσθαι, υπάρχει μέσα μας ως μικρο-δομική κληρονομική καταγραφή, που λέγεται DNA. Αυτό είναι ο κληρονομικός γνωστικός μηχανισμός του ανθρώπου ως αποτέλεσμα της εμπειρικής κληρονομικής κωδικής συσσώρευσης. Ο εγκέφαλος μέσω του DNA, είναι η ιδιόμορφη καταγραφή της πορείας κάθε όντος μέσα στο παγκόσμιο γίγνεσθαι, έτσι ο άνθρωπος μπορεί να γνωρίζει και η εμπειρία του να είναι αληθινή, έγκυρη κι όχι φαινομενική, επειδή όλη η πορεία του κόσμου είναι κωδικά γεγραμμένη μέσα του. Είναι λοιπόν αυτή που τον συνιστά ως ον και συγχρόνως ως καταγραφή, είναι και το σύστημα λογικών αντιστοιχιών με τις οποίες προσλαμβάνει και γονιμοποιεί λογικά την εμπειρία.
Η ΥΛΗ ΩΣ ΚΑΘΟΛΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
Συγγραφέας: Τον επιστημονικό ορισμό της έννοιας της ύλης τον έδωσε ο Λένιν στο έργο του «Υλισμός και Εμπειριοκριτικισμός»: «Η ύλη είναι φιλοσοφική κατηγορία που χρησιμεύει για να υποδηλώνει την αντικειμενική πραγματικότητα που έχει δοθεί στον άνθρωπο από τα αισθήματα του και που αντιγράφεται, φωτογραφίζεται, απεικονίζεται από τα αισθήματα μας, ενώ υπάρχει ανεξάρτητα από αυτά»[1].
Εγώ επισημαίνω: Ο ορισμός αυτός του Μεγάλου Λένιν δεν είναι πλέον ακριβής. Βέβαια συμβαδίζει με τον ορισμό του Ένγκελς ο οποίος ισχυρίζεται ότι, η Ύλη ως τέτοια δεν υπάρχει, αλλά είναι κατηγορία της νόησης (φιλοσοφική κατηγορία) η οποία αντανακλάται από τον αντικειμενικό κόσμο στον ανθρώπινο εγκέφαλο. Εδώ λοιπόν ο υλικός κόσμος, ενώ αντανακλάται στον ανθρώπινο εγκέφαλο, μ'έναν αριστοτελικό τρόπο, υπάρχει αντικειμενικά έξω από την ανθρώπινη συνείδηση, δηλαδή έξω από τον ανθρώπινο εγκέφαλο. Έτσι η ανθρώπινη συνείδηση και το λεγόμενο από τους ιδεαλιστές Πνεύμα μ'ένα μικρό διαλογικό παραπάτημα, αφήνεται να αιωρείται ως διαφορετικό, δηλαδή σαν κάποιος ορθολογικός-αντικειμενικός διαχωρισμός από την Ύλη. Η σύγχρονη επιστήμη όμως η οποία υπερβαίνει πλέον το νευτώνειο ντετερμινισμό και την αριστοτελική ορθολογική αντικειμενικότητα, βλέπει τον κόσμο πολύ διαφορετικά από αυτόν των κλασικών του μαρξισμού. Η αντικειμενικότητα δεν είναι πια απαράβατος κανόνας, αφού η διαλεκτική της σύγχρονης επιστήμης δεν βλέπει πια την ύλη ως τέτοια, σαν κατηγορία της νόησης, αλλά ως Αντιφατικότητα-Ουσία, αφού στον πυθμένα του κόσμου μας υπάρχουν αλληλεπιδράδεις οι οποίες είναι ακαριαίες, δίνοντας στο Όλον υπόσταση ουσιαστικότητας. Μολονότι ο Αϊνστάιν εδέχετο ότι στον κόσμο μας, όπως είναι αποδεκτός σήμερα, ο Χώρος κι ο Χρόνος δε μπορούν να γίνουν αντιληπτοί παρά μόνο ως χωρο-χρονική ενότητα, κάτι το οποίο υπονομεύει τη νευτώνεια αντικειμενικότητα και τον ντετερμινισμό, πίστευε ότι κάτι τέτοιο θα υπονόμευε και την ίδια την επιστημονικότητα. Ο μεγάλος επιστήμων και ανθρωπιστής δεν μπόρεσε να αφομοιώσει διαλογικά τις απόψεις της Κβαντομηχανικής, η οποία όμως έχει το πάνω χέρι στη σύγχρονη επιστήμη και είναι ανένδοτη σ'αυτό. Μάλιστα έχουν γίνει αδιάψευστα πειράματα τα οποία επιβεβαιώνουν ότι η αντικειμενικότητα όπως ήταν αποδεκτή προ της εμφάνισης της κβαντικής επιστήμης δεν λειτουργεί. Πρέπει λοιπόν η διαλεκτική υλιστική μας σκέψη να συγχρονιστεί με τη σύγχρονη επιστήμη και όχι να επιμένουμε η σύγχρονη επιστήμη να ετεροχρονιστεί με την ιδεολογία μας, η οποία μάλιστα σ'αυτό το θέμα είναι ασαφής. Μάλιστα θα έλεγα ότι πρέπει να ξεχάσουμε την εγελιανή διαλεκτική, η οποία ως ιδεαλιστική δεν μπορεί να είναι διαλεκτική και να ξαναδούμε την υλιστική διαλεκτική των προσωκρατικών, η οποία δεν είχε καμιά σχέση με τον ιουδαϊσμό, τον χριστιανισμό, τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη, τον Καντ και τον Χέγκελ, αφού δεν τους γνώριζε, κι έτσι ήταν η ξεκάθαρη διαλεκτική της φύσης όπως την έβλεπαν με το καθαρό τους μάτι, χωρίς καμιά ιδεαλιστική διόπτρα. Βέβαια έχουμε διαποτιστεί απ'τον δογματισμό της ιστορικότητας, αλλά ακόμα κι αυτή η ιστορικότητα της νόησης στον ανθρώπινο εγκέφαλο, θα διαπιστώσουμε ότι δεν έχει κάνει κανένα μεγάλο ταξίδι. Αυτή η ιστορικότητα με τη σύγχρονη έννοια υπάρχει με δύο τρόπους: ο ένας είναι κατηγόρημα της νόησης, το οποίο οργανώνουμε στη φαντασία μας όπως καθένας από μας το αντιλαμβάνεται και το έχει ιδεολογικά αφομοιώσει. Ο δεύτερος είναι ο τρόπος με τον οποίο οι έννοιες αυτής της ιστορικότητας έχουν συμπτυχθεί μέσα στις υλικές δομές του εγκεφάλου στον κάθε άνθρωπο. Αυτό μέχρι χθες φάνταζε σύλληψη επιστημονικής φαντασίας, η σύγχρονη επιστήμη όμως αναγνωρίζει την απόλυτη υλικότητα όλων αυτών των δομών και μάλιστα ισχυρίζεται ότι το νοείν, η μνήμη και το συναίσθημα, δεν είναι άλλο από υλικές δομές στον εγκέφαλο, οι οποίες περιλαμβάνονται στους δομικούς χάρτες του εγκεφάλου, τους οποίους η σύγχρονη επιστήμη θεωρεί απόλυτα υλικούς. Μάλιστα επικρατεί η άποψη αυτή, αφού όταν ο εγκέφαλος του ανθρώπου πάθει κάποια ζημιά, κάποιο κομμάτι της μνήμης ή της νόησής του καταλύεται ανεπανόρθωτα. Η ιστορικότητα λοιπόν με τη σύγχρονη επιστημονική αντίληψη και χωρίς ίχνος μεταφυσικής, συμπτύσσεται ως αληθινή στο Τώρα των εγκεφαλικών δομών. Δηλαδή συμφωνεί με την προσωκρατική διαλεκτική αντίληψη περί Χρόνου, ο οποίος ως Χθες δεν υπάρχει, ως Αύριο δεν υπάρχει, μόνον ως Τώρα υπάρχει. Το Τώρα που είναι Πάντα Άλλο, είναι η μηδενική αιχμή του συνεχώς φθίνοντος παρόντος, το οποίο είναι αιώνιο στη μηδενικότητά του. (Δες στο thodoroskavasis.blogspot.com και στις αναρτήσεις μου "Διαλεκτική Υλιστική Σκέψη", "Από τον Διθύραμβο στη Διαλεκτική" και "Ο Χρόνος Σύμφωνα με τους Προσωκρατικούς").
Η Υλιστική Διαλεκτική των προσωκρατικών, η Ιδεαλιστική Διαλεκτική του Χέγκελ και η υλιστική αντιστροφή της απ'τους κλασικούς του μαρξισμού, αποδέχεται ότι βασικό χαρακτηριστικό της Ύλης και γενικότερα του Είναι κι από κει του Γίγνεσθαι και της Κίνησης, είναι η Αντιφατικότητα. Η Αντιφατικότητα λοιπόν που είναι το βασικό και αρχέγονο στοιχείο του Είναι, δεν μπορεί παρά να είναι η Υλικότητα. Έτσι η διαλεκτική λύνει το πρόβλημα του ορθολογισμού, ο οποίος θέλει την Ύλη ως Τέτοια, κατηγορία της νόησης, ενώ ως Ουσία Καθαυτή να μην υπάρχει, όπως δέχεται ο Ένγκελς και επισημαίνει ο Αριστοτέλης για την έννοια του Είναι, λέγοντας ότι: "το Είναι ουθενός είναι". Σύμφωνα με την αριστοτελική και μαρξιανή αντίληψη η Ύλη ως Τέτοια δε μπορεί να υπάρχει, γιατί αναδύεται η υλικότητα ως ουσιαστική κι από κει η ύλη σαν ζέον Όλον-Ουσία, καταργώντας την ορθολογική αντικειμενικότητα κι έτσι φέρνει στο προσκήνιο την αντιφατικότητα του Είναι. Αυτό ο Αριστοτέλης θεωρούσε απαράδεκτο αφού η ορθολογική τυπικότητα χωρίς αντικειμενικότητα καταρρέει. Οι κλασικοί όμως του μαρξισμού γιατί; Η διαλεκτική αντιλαμβάνεται ότι το Είναι ως Ύλη και την Ύλη ως τέτοια ουσιαστικοποιείται στην αντιφατικότητα και το γίγνεσθαι. Αυτά απορρέουν απ'τη συνεχή υλική καταλυτική-συνθετότητα, όπου το Είναι, η Ύλη, αλλά και τα επιμέρους Όντα, δεν μπορούν να έχουν συνεχώς κι απόλυτα την ίδια ταυτότητα, αφού συνεχώς βρίσκονται σε συνεχή αλλαγή κι όπως λέει ο Ηράκλειτος, Είναι-ΜηΌντας. Έτσι η ταυτότητά τους, για πολύ μικρό διάστημα και συμβατικά, μπορεί να θεωρείται όμοια με τον εαυτό της αλλά όχι απόλυτα ίδια κι έτσι συμβατικά και στο νευτώνειο κόσμο, μπορεί ακόμα να λειτουργεί ο αντικειμενικός ορθολογισμός, ο οποίος με τις δυναμικές μαθηματικές διαδικασίες, (διαφορικότητας και ολοκληρωμάτων) να εμφανίζεται λανθασμένα ως Διαλεκτική.
Επίσης εγώ νομίζω, αλλά και η σύγχρονη επιστήμη, ότι όλες οι λειτουργίες του εγκεφάλου έχουν τρόπο να υπάρχουν ως υλικές δομές, κάτι που απαγορεύει να διαχωρίζονται από την Ύλη καθαυτή. Κι επειδή η σύγχρονη επιστήμη έχει διαπιστώσει ότι ο κόσμος αλλά και η Ταυτότητα των πραγμάτων και των γεγονότων βρίσκεται σε συνεχή καταλυτικο-συνθετική διαφορότητα, αυτό απαγορεύει την χρονική ακολουθία. Δηλαδή η Ταυτότητα δεν διαρκεί για να υπόκειται στον χρόνο, αφού τα πάντα συνεχώς Είναι-ΜηΌντας. Ο αληθινός διαλεκτικός Χρόνος λοιπόν, και όχι ο ορθολογικός που θεωρείται κατηγορία της νόησης, ως παρελθόν δεν υπάρχει, ούτε ως μέλλον υπάρχει, αλλά είναι μόνο Τώρα, Πάντα Άλλος. Διαλεκτικά ο Χρόνος είναι η μηδενική αιχμή του φθίνοντος παρόντος, που είναι αιώνια στη μηδενικότητά της. Η Ύλη ως ενσυνείδητη δεν διαφέρει απόλυτα από την ύλη ως ασυνείδητη, αφού πλέον συνειδητή και ασυνείδητη συνιστούν μιαν αντιφατική ενότητα, η οποία δεν έχει πριν ή μετά αλλά μόνο Τώρα, σε συνεχές καταλυτικο-συνθετικό γίγνεσθαι. Η λεγόμενη ιστορικότητα λοιπόν είναι πλοκή κατηγοριών της νόησης, η οποία ως υλικότητα έχει την χωρο-χρονική αντιφατικότητα κι έτσι την κατάργηση της ιστορικότητας του χρόνου, αφού ό,τι θεωρούμε "Χθες" περιλαμβάνεται διαμορφωμένο ως υλική δομή μέσα στο "Σήμερα" ενώ ό,τι θεωρούμε αύριο είναι δυναμικοί μηχανισμοί μέσα στο Τώρα.
Συγγραφέας: Σε αυτή ακριβώς τη διατύπωση εκφράζεται η ουσία της διαλεκτικής-υλιστικής φιλοσοφίας, η αντίθεσή της με τον ιδεαλισμό, καθώς και με τον αγνωστικισμό και το σύγχρονο νεοθετικισμό. Η παραδοχή της υλικότητας του κόσμου αποτελεί τη βάση κάθε γνήσιας επιστημονικής θεώρησης, ενώ η αστική ιδεολογία χρησιμοποιεί την επιστήμη για τους δικούς της σκοπούς, διαστρεβλώνοντας τα επιτεύγματά της και προσαρμόζοντάς τα στους δικούς της αντιδραστικούς σκοπούς.
Επισημαίνω ότι: Οι κλασικοί του μαρξισμού, με την αποδοχή ότι η Ύλη και η Υλικότητα δεν υπάρχουν ως τέτοιες, αλλά είναι κατηγορίες της νόησης, έμμεσα αποδέχονται τον διαχωρισμό Ύλης και Πνεύματος, αφήνοντας μια μικρή κερκόπορτα στον ιδεαλισμό. Επίσης η αποδοχή από τους μαρξιστές, του αριστοτελικού ορθολογισμού στις επιστημονικές διαδικασίες, αίρει κάθε αντίληψη για την υλικότητα του κόσμου, αλλά και κάθε διαλεκτική διάσταση του υλισμού. Η κατάργηση της διαλεκτικής αντιφατικότητας από κάποιους θεωρητικούς του Υλισμού καταργεί τον ίδιο τον υλισμό, όπως και ο ιδεαλισμός καταργεί τη διαλεκτική. Δεν μπορεί Διαλεκτική χωρίς Υλισμό, αλλά ούτε Υλισμός χωρίς Διαλεκτική. Αυτό βέβαια δεν είναι αυταπόδεικτο, είναι όμως αναγκαίο.
Συγγραφέας: Η ύλη είναι πηγή των αισθήσεων, των παραστάσεων και της συνείδησης. Η ύλη είναι το πρωτεύον σε σχέση με τη συνείδηση, ενώ συνείδηση είναι η αντανάκλαση της υλικής πραγματικότητας. Η νόηση είναι ιδιότητα της ύλης που στην εξέλιξή της έφτασε σε ψηλό βαθμό οργάνωσης και τελειότητας. Η ενότητα του κόσμου βρίσκεται στην υλικότητά του και ο κόσμος δεν έχει ανάγκη από καμιά υπερβατική εξήγηση, δηλαδή από θεϊκή και εξωτερική απόλυτη πραγματικότητα.
Εγώ επισημαίνω: Όταν λέμε ότι "η νόηση είναι ιδιότητα της ύλης, που στην εξέλιξή της έφτασε σε ψηλό βαθμό οργάνωσης και τελειότητας" αποδεχόμαστε την ενότητα της ύλης ακόμα και στην λεγόμενη πνευματικότητά της. Όταν όμως λέμε ότι "η Υλικότητα δεν υπάρχει σαν τέτοια αλλά είναι κατηγορία της νόησης στην οποία συνίσταται κι η ενότητα του κόσμου", αυτό δειλά αμφισβητεί την προηγούμενη πρόταση όπου "η νόηση είναι ύλη ή τρόπος ύπαρξης της ύλης".
Εγώ έχω έναν άλλο μύθο για το θέμα της νόησης και της γνώσης: Μολονότι η επιστήμη σε θέματα που αφορούν τη δομή του εγκεφάλου βρίσκεται ακόμα στην έρευνα, μπορεί να δείξει ότι η φιλοσοφική προσέγγιση στην λειτουργία της νόησης, όπως τη δέχονται κι επιχειρούν οι Πλάτων, Καντ και Χέγκελ είναι πρωτόγονη. Βέβαια αυτοί οι μεγάλοι διανοητές δεν ήξεραν τις εξελίξεις της επιστήμης γύρω απ'αυτό το θέμα. Εμείς όμως που τις γνωρίζουμε δεν δικαιολογούμεθα. Αν θέλαμε λοιπόν να δώσουμε μιαν απάντηση στο ερώτημα «πως η νόηση είναι δυνατή» με τα σημερινά δεδομένα, θα ήταν πιο ταιριαστό το εξής: Ο άνθρωπος ως αποτέλεσμα της παγκόσμιας εξέλιξης, είναι αυτός ο ίδιος μια κωδική καταγραφή αυτής της πορείας. Η μορφή κι η δομή του είναι μια ιδιάζουσα γλώσσα που περιγράφει ιστορικά όλο αυτό το εμπειρικό γίγνεσθαι. Είναι αποδεκτό σήμερα, ότι αυτό το κωδικά γεγραμμένο εμπειρικό γίγνεσθαι, υπάρχει μέσα μας ως δομική κληρονομική καταγραφή, που λέγεται DNA. Αυτό είναι ο κληρονομικός γνωστικός μηχανισμός του ανθρώπου, ως αποτέλεσμα της κληρονομικής εμπειρικής κωδικής συσσώρευσης. Ο εγκέφαλος μέσω του DNA, είναι μια ιδιόμορφη καταγραφή της πορείας κάθε όντος μέσα στο παγκόσμιο γίγνεσθαι.
Εισερχόμενη η νέα εμπειρία στον κληρονομικό εμπειρικό κωδικό γνωστικό μηχανισμό, δεν είναι ολόιδια δομικά γεγραμμένη μέσα του. Έτσι μπαίνοντας, παραβάλλεται μ’αυτόν, τον αφυπνίζει αποκωδικοποιώντας τις αρχαίες κωδικές δομές και τον επανακωδικοποιεί ως νέο κάπως διαφορετικά. Η σύνθεση των νέων κωδικών καταγραφών ανταποκρίνεται στη Λογική και τη Συνείδηση, ενώ το μέρος της δομής του εγκεφάλου, που συνεχίζει να μένει ανεξερεύνητο και κωδικό, ανταποκρίνεται στο Αίσθημα και στην Ενόραση δηλαδή στην Αισθητική. Το αποκωδικοποιημένο μέρος του εγκεφάλου και το απύθμενο που συνεχίζει να είναι κωδικό, δεν είναι απόλυτα ξέχωρα μεταξύ τους. Έτσι η συνείδηση συνεχώς αντλεί απ’το απύθμενο μέρος του εγκεφάλου, που είναι, η ενόραση, το συναίσθημα κι η φαντασία, δηλαδή η Αισθητική. Δεν είναι ποτέ δυνατή καμιά επιστήμη χωρίς Ενόραση και ποτέ δεν είναι αρκετή η εμπειρία με μόνο οδηγό την Ορθολογική διαδικασία. Κάθε επιλογή που ακολουθείται απ’τον παράγοντα του αγνώστου ή του νέου προϋποθέτει μικρό ή μεγάλο «άλμα πίστης» για να υπερπηδάμε το κενό γνώσης· κι επειδή κάθε βήμα στο Νέο προϋποθέτει κι ένα εμπειρικό κενό, αυτό αναπληρώνεται προσωρινά απ'την Αισθητική. Ο ερευνητής πατά στον απύθμενο κωδικά γεγραμμένο, εμπειρικό γνωστικό κληρονομικό μηχανισμό, δηλαδή στην ασυνείδητη “εκ των προτέρων” κληρονομική εμπειρική γνωστική του δυνατότητα ή την ενδοϋπαρξιακή του αίσθηση ως Εγώ, την Ενόραση και την Αισθητική, διακινδυνεύοντας αποφάνσεις. Αυτές μπαίνουν σε διαδικασία επαλήθευσης, που ανάλογα είναι η εφαρμογή, το πείραμα ή η καθημερινότητα, δημιουργώντας την βάση όπου μπορεί να πατά στέρεα η επιλογή κι η έρευνα. Αυτό το νοητικο-πρακτικό γίγνεσθαι, συνιστά αδιάρρηκτη ενότητα η οποία είναι η στάση ζωής κάθε ανθρώπου. Ο άνθρωπος μπορεί να γνωρίζει και η εμπειρία του να είναι αληθινή, έγκυρη κι όχι φαινομενική, επειδή όλη η πορεία του κόσμου είναι κωδικά γεγραμμένη μέσα του. Είναι λοιπόν αυτή η οποία τον συνιστά ως ον και συγχρόνως ως καταγραφή, είναι και σύστημα λογικών αντιστοιχιών με τις οποίες προσλαμβάνει και γονιμοποιεί λογικά την εμπειρία.
Συγγραφέας: Ο κόσμος είναι ένα συναρτημένο ενιαίο σύνολο, όπου τα αντικείμενα και τα φαινόμενα συνδέονται οργανικά (ή ανόργανα) το ένα με το άλλο, αλληλοεξαρτώνται και αλληλοκαθορίζονται. Ο μαρξιστικός φιλοσοφικός υλισμός είναι διαμετρικά αντίθετος τόσο προς τον αντικειμενικό ιδεαλισμό (Πλάτων, Χέγκελ κ.ά.), όσο και προς τον υποκειμενικό ιδεαλισμό (Μπέρκλεϋ, Μαχ κ.ά.) που βλέπουν την ενότητα του κόσμου είτε στις ιδέες ή στην απόλυτη ιδέα και το κοσμικό πνεύμα οι πρώτοι είτε στη συνείδηση και στο υποκείμενο οι δεύτεροι.
Επισημαίνω ότι: Η ενότητα του κόσμου, όπως εμφανίζεται εδώ, όπου όλα συνδέονται οργανικά κι ανόργανα με τον ένα ή τον άλλο τρόπο κι όπου όλα αλληλεξαρτώνται κι αλληλοκαθορίζονται, ενώ συμφωνεί στην έννοια της ενότητας της ύλης στην υλικότητά της, αντιλέγει όμως σε μιαν υλικότητα η οποία είναι μόνο κατηγορία της νόησης, αλλά ανύπαρκτη ως κάποια συγκεκριμένη ουσία. Εγώ λέω: Η ενότητα της Ύλης βρίσκεται στην Υλικότητά της κι η Υλικότητά της συνίσταται στην Αντιφατικότητα της οποίας αποτέλεσμα είναι το παγκόσμιο Γίγνεσθαι. Στη συνέχεια ο φιλοσοφικός υλισμός είναι αντίθετος προς τον αντικειμενικό Ιδεαλισμό των Πλάτωνα και Χέγκελ, γιατί είναι Διαλεκτικός Υλισμός, σύμφωνα με τον οποίον η αντιφατικότητα είναι γενεσιουργό στοιχείο, ενώ αντίθετα στην πλατωνική σκέψη είναι στοιχείο ψεύδους, ενώ στην εγελιανή σκέψη είναι στοιχείο φαινομενικότητας και γι'αυτό αναληθές.
Η ΚΙΝΗΣΗ, ΤΡΟΠΟΣ ΥΠΑΡΞΗΣ ΤΗΣ ΥΛΗΣ
Συγγραφέας: Θεμελιώδης πρόταση του διαλεκτικού υλισμού είναι πως τα πάντα βρίσκονται σε μια σταθερή και μόνιμη διεργασία αλλαγής, κίνησης και ανάπτυξης. Ακόμα και όταν φαίνεται σε μας πως τίποτα δε συμβαίνει, στην πραγματικότητα η ύλη και όλες οι μορφές ύπαρξης και εκδήλωσής της πάντα αλλάζουν.
Εγώ επισημαίνω: Η Διαλεκτική αντιλαμβάνεται τον κόσμο σε συνεχή αντίφαση. Δηλαδή τα πάντα αλλάζουν όντας συγχρόνως ίδια. "Διαφερόμενον εαυτώ ομολογέει". Επίσης: "Στον ίδιο ποταμό μπαίνουμε και δεν μπαίνουμε, είμαστε και δεν είμαστε". Ή ακόμα: "Την ίδια ουσία δεν ξαναγγίζουμε, γιατί όλα αλλάζουν βίαια και γρήγορα, απλώνουν-μαζεύοντας, αναχωρούν-επιστρέφοντας, καταλύονται-συντιθέμενα, Είναι-ΜηΌντας".
Συγγραφέας: Με την έννοια κίνηση ο διαλεκτικός υλισμός αναφέρεται σε κάθε αλλαγή της ύλης στο χώρο και το χρόνο και όπως έγραφε ο Φ. Ενγκελς: «Η κίνηση στη γενικότερή της έννοια, ως τρόπος ύπαρξης της ύλης, ως εσωτερική της ιδιότητα περιλαμβάνει όλες τις αλλαγές κι όλα τα φαινόμενα που συμβαίνουν στο σύμπαν, από την απλή μετατόπιση ως τη σκέψη»[2].
Εγώ επισημαίνω ότι: Η σύγχρονη επιστήμη απορρίπτει την ύπαρξη ξέχωρου Χρόνου και Χώρου. Έτσι η κίνηση δε γίνεται μέσα σε χώρο και στη διάρκεια κάποιου ξέχωρου χρόνου. Αυτή η διαπίστωση η οποία έχει καταχωρηθεί στην ανθρώπινη συνείδηση, είναι αυτή του νευτωνείου κόσμου (των πραγμάτων). Αυτός ο κόσμος όμως έχει αρχίσει να ξηλώνεται βίαια από τη σύγχρονη επιστήμη. Η σύγχρονη επιστήμη δια στόματος του μεγάλου επιστήμονα και ανθρωπιστή Μπωμ, αναδύεται πολύ διαφορετικά: "Στην κβαντομηχανική η θεωρία των πεδίων αντιλαμβάνεται την κίνηση κάποιου κβαντικού αντικειμένου, ως καταστροφή του σε μια θέση και δημιουργία άλλου σ'άλλη θέση. Η κίνηση εκεί γίνεται αντιληπτή ως συνεχής καταλυτική-συνθετότητα των μικροσωματίων".
Λέει ο Ηράκλειτος: Στον ίδιο ποταμό μπαίνουμε και δεν μπαίνουμε, είμαστε και δεν είμαστε. Την ίδια ουσία δεν ξαναγγίζουμε, γιατί όλα αλλάζουν βιαια και γρήγορα καταλύονται-συντιθέμενα, Είναι-ΜηΌντας. Και ο Ζήνων: Το κινούμενο δεν κινείται ούτε στον τόπο που βρίσκεται, ούτε στον τόπο που δεν βρίσκεται. (Το κινούμενο, όντας σε συνεχές γίγνεσθαι, κινείται εξελικτικά μέσα στον ίδιο τον εαυτό του όντας συνεχώς Αλλο-Αλλού, όμοιο κι ανόμοιο με τον εαυτό του).
Λέει ο Αναξίμανδρος: Ο κόσμος βρίσκεται σε συνεχές καταλυτικο-συνθετικό γίγνεσθαι, Δηλαδή συνεχώς αντιφάσκει, Είναι-ΜηΌντας.
Συγγραφέας: Η κίνηση ως τρόπος ύπαρξης της ύλης είναι μια αναπόσπαστη αιώνια ιδιότητά της, δεν υπάρχει χωρίς την ύλη και η ύλη χωρίς την κίνηση. Στον κόσμο δηλαδή δεν υπάρχει τίποτε άλλο εκτός από κινούμενη ύλη. Η κίνηση αιώνια και άφθαρτη, όπως η ύλη, συντελείται στο χώρο και στο χρόνο αναπόσπαστα συνδεδεμένη με την ύλη που και αυτή δε νοείται παρά μόνο σε διαρκή μεταβολή μέσα στο χώρο και στο χρόνο. Η φύση βρίσκεται σε κατάσταση ακατάπαυστης κίνησης αλλαγής, ανανέωσης και εξέλιξης. Αυτός είναι ένας από τους καθολικούς νόμους της πραγματικότητας, στον οποίο υποτάσσονται όλα τα φαινόμενα.
Στον κόσμο που μας περιβάλλει όλα βρίσκονται σε κίνηση, σε αλλαγή, από τα ελάχιστα «στοιχειώδη σωματίδια» της ύλης ως τους τεράστιους πλανήτες και τα ηλιακά συστήματα, από τις διάφορες μορφές της οργανικής και της έμβιας ύλης ως την κοινωνική οργάνωση της έλλογης ζωής. Έτσι η υλική αντικειμενική πραγματικότητα βρίσκεται σε μια ασταμάτητη διαλεκτική πορεία, ένα γίγνεσθαι που πηγάζει από την εσωτερική αντίφαση που ενυπάρχει σε όλα τα φαινόμενα.
Η πορεία αυτής της υλικής αντικειμενικής πραγματικότητας αντανακλάται από τη συνείδηση και εκφράζεται από αυτή με τη διατύπωση των πιο γενικών νόμων της φύσης, της κοινωνίας και της γνώσης. Γι’ αυτό η μαρξιστική διαλεκτική διδάσκει, πως πρέπει να εξετάζουμε όλα τα φαινόμενα από τη σκοπιά της γέννησης, της εξέλιξης και της εξαφάνισής τους. Επίσης η μαρξιστική διαλεκτική κάνει διάκριση σε μια σειρά βασικές ποιοτικά ιδιότυπες μορφές κίνησης της ύλης, τη μηχανική, τη φυσική, τη χημική, τη βιολογική και την κοινωνική μορφή κίνησης, όπου σε κάθε μία από αυτές ενυπάρχουν ειδικές νομοτέλειες που δεν μπορούν να αναχθούν στις νομοτέλειες των άλλων μορφών κίνησης.
Η κίνηση δεν είναι επανάληψη της παλιάς διαδικασίας, αλλά αποτελεί διαδικασία εξαφάνισης του παλιού και γέννησης του καινούργιου, που συντελείται μέσα στα σπλάχνα του παλιού, αποτελεί βήμα προς τα εμπρός και είναι ακατανίκητο. Η εξέλιξη της ύλης είναι αντικειμενική, έχει δηλαδή δικούς της νόμους, είναι ανεπίστρεπτη γιατί δεν επαναλαμβάνει στο ακέραιο τις περασμένες καταστάσεις και παρόλο που πηγή της είναι οι εσωτερικές αντιθέσεις, η ενότητα και η πάλη τους, είναι δηλαδή αυτοανάπτυξη, εξαρτάται και από τις εξωτερικές αντιθέσεις και συνθήκες.
Δεν αποτελεί εξέλιξη κάθε αλλαγή, αλλά η εξέλιξη είναι η αλλαγή που περιλαμβάνει υποχρεωτικά τις ουσιώδεις ποιοτικές μετατροπές των αντικειμένων, την εξαφάνιση ορισμένων και την εμφάνιση άλλων καινούργιων. Το καινούργιο όμως γεννιέται μόνο εφόσον υπάρχουν συγκεκριμένες συνθήκες. Στην κοινωνία το μέσο μετατροπής της δυνατότητας εμφάνισης του καινούργιου σε πραγματικότητα είναι η πρακτική δράση των ανθρώπων.
Επ'αυτού οι προσωκρατικοί ισχυρίζοντο: Από τη μια υπάρχει το αέναο Γίγνεσθαι κι απ' την άλλη το αέναο Όλλυσθαι. Η Κίνηση δεν είναι ιδιότητα των πραγμάτων, αλλά τα πράγματα είναι ιδιότητες της Κίνησης, η οποία είναι η ουσία του κόσμου, δηλαδή το αέναο και άπειρο Γίγνεσθαι. Το Είναι το οποίο κατά τους προσωκρατικούς είναι η Ζέουσα Ύλη, είναι συνώνυμο με το Γίγνεσθαι το οποίο είναι η Κίνηση ως αληθινή.
Ο Αναξίμανδρος, συνέλαβε πρώτος την ενότητα του Απείρου κι αιωνίου Γίγνεσθαι και της αέναης Κίνησης, ως αέναη καταλυτική-συνθετότητα του Είναι, των όντων και των κόσμων. Στη συνέχεια συνέλαβε την εξέλιξη των ειδών και των κόσμων και αποδέχτηκε την συνεχή καταλυτική-συνθετότητα των πάντων ως βάση της Διαλεκτικής Αντιφατικότητας.
Ο Ηράκλειτος την αντίληψη αυτή του Αναξίμανδρου, συνόψισε και εξέφρασε στον Λόγο, ο οποίος είναι η αντιφατική λογικο-γλωσσική σύνταξη της διαλεκτικής σκέψης και η οποία με συμπλήρωμα το Ταό του Λάο-Τσε, ανά τους αιώνες απεδείχθει αναντικατάστατη. Ο Λόγος με το Ταό συνιστούν τη Διαλεκτική Υλιστική Σκέψη.
Ο Ζήνων, με τα παράδοξα της κίνησης, μας έδειξε ότι ο Ορθολογισμός αντινομεί κάθε φορά που πραγματεύεται την έννοια της Κίνησης του Είναι του Χώρου και του Χρόνου, γιατί αντιλαμβάνεται την Κίνηση ως Ιδιότητα της Ύλης και όχι ως Ουσία της.
ΧΩΡΟΣ - ΧΡΟΝΟΣ
Συγγραφέας: Ο χώρος και ο χρόνος, αντικειμενικές και αυτές μορφές ύπαρξης της ύλης, είναι άπειροι και συνδέονται αδιάρρηκτα με την κινούμενη ύλη. Ο χρόνος είναι μορφή ύπαρξης της ύλης που χαρακτηρίζεται από τη διάρκεια της υλικής διαδικασίας, είναι μονοδιάστατος, δηλαδή ρέει από το παρελθόν στο μέλλον και είναι ανεπίστρεπτος, ενώ ο χώρος είναι μορφή ύπαρξης της ύλης που χαρακτηρίζεται από την εκτατικότητα των υλικών αντικειμένων και είναι τρισδιάστατος.
Επισημαίνω ότι: Επειδή στο σύγχρονο κόσμο τα όντα βρίσκονται σε συνεχή καταλυτική-συνθετότητα και γι'αυτό Είναι-ΜηΌντας δεν μπορούν να έχουν τον Χρόνο ως διάρκεια, αλλά ούτε τον Χώρο ως αντικειμενική έκταση. Αυτό είναι κάτι το οποίο ο Ζήνων αναδεικνύει μέσα από τα παράδοξα της Κίνησης και του Είναι. Η ηρακλειτικη διαλεκτική σκέψη αντιλαμβάνεται το γίγνεσθαι ως συνεχή καταλυτική-συνθετότητα η οποία επιτελείται από το αείζωον πυρ το οποίο αναβο-σβήνει με Μέτρο, δηλαδή την ενέργεια της οποίας το Mέτρο μεταβολής με τη μάζα είναι Ε=mc². Έτσι κάθε γεγονός υπάρχει γιατί υπογεγονότα Πυρός (πυρίδια), στοιχεία ενεργείας ή κβάντα, διέρχονται με ορισμένο Μέτρο μέσα του. Αυτά φεύγουν για το σύμπαν κι επιστρέφοντας στον εαυτό τον κάνουν καταλυτικο-συνθετική πραγματικότητα. Επειδή το σύμπαν του Ηράκλειτου είναι άπειρο, τα στοιχειώδη του παγκόσμιου αείζωου πυρός (κβάντα ενεργείας) που αναχωρούν για το σύμπαν, επιστρέφοντας στο γεγονός δεν κάνουν κυκλική διαδρομή, αλλά πυκνή ελικοειδώς ελλειπτική. Έτσι επιστρέφοντας δεν επαληθεύουν το γεγονός ακριβώς στη θέση που υπήρχε, αλλά λίγο πιο πέρα. Δηλαδή το επαληθεύουν-διαψεύδοντάς το. Το γεγονός λοιπόν πραγματοποιείται κινούμενο κιόλας, όντας Αυτό-Άλλο-Αλλού, Όμοιο κι Ανόμοιο με τον εαυτό του. Ο τρόπος όμως αυτός αφήνει να εννοηθεί ότι τα πάντα ακολουθούνται από κύματα και συχνότητες ροής-αντιρροής υπογεγονότων, όπου τα κύματα και οι συχνότητες συνιστουν αδιαχώριαστες χωρο-χρονικές ενότητες. Εκεί η συχνότητα ροής-αντιρροής υπογεγονότων είναι ο χρόνος, (αφού τα αντιφατικά στοιχειώδη βρίσκονται σε συνεχή καταλυτική-συνθετότητα και δεν διαθέτουν απόλυτη ταυτότητα η οποία να διαρκεί ως τέτοια) και το μήκος κύματός τους είναι ο χώρος, ο οποίος κυρίως περιλαμβάνεται μέσα στο ίδιο το γεγονός, έτσι που το γίγνεσθαι το οποίο είναι συνυφασμένο με κάθε γεγονός να επιτελείται μέσ'τα συνεχώς αυτοαναιρούμενα όρια του γεγονότος. Η σχέση συχνότητας και μήκους κύματος κάθε γεγονότος είναι μια χωρο-χρονική σχέση όπου το Μέτρο της συχνότητας εξαρτάται άμεσα από το Μέτρο του μήκους κύματος. Σ'αυτό τον κόσμο λοιπόν τίποτα δεν υπάρχει μέσα σε κάποιο συγκεκριμένο χώρο, στη διάρκεια κάποιου χρόνου, αφού όλα είναι συνεχώς Άλλα-Άλλού, Όμοια κι Ανόμοια με τον εαυτό τους.
Συγγραφεύς: Από τον αδιάρρηκτο όμως δεσμό χώρου και χρόνου με την κινούμενη ύλη αποκαλύπτεται ότι βρίσκονται σε στενή αλληλεπίδραση μεταξύ τους και ότι όπως δεν υπάρχει ύλη έξω από το χώρο και το χρόνο, έτσι δεν υπάρχει και δεν μπορεί να υπάρξει χώρος και χρόνος χωρίς ύλη.
Ο χώρος και ο χρόνος υπάρχουν μόνο στα υλικά πράγματα, μόνο μέσω των υλικών πραγμάτων, μόνο χάρη σε αυτά. «Οι δυο μορφές ύπαρξης της ύλης» -τόνιζε ο Ενγκελς- «δεν είναι φυσικά τίποτα χωρίς την ύλη, είναι κενές έννοιες, αφαιρέσεις που υπάρχουν μόνο στο μυαλό μας»[3]. Όποιος αποσπά το χώρο και το χρόνο απ'την ύλη και συνάμα επιμένει ότι υπάρχουν χωριστά από την ύλη, αυτός αποδίδει αυτοτελή, ανεξάρτητη ύπαρξη σε κάτι που βρίσκεται μόνο στη νόηση. Αυτό όμως ίσα-ίσα είναι πέρασμα στις θέσεις του ιδεαλισμού που θεωρεί τα προϊόντα της διανοητικής μας δραστηριότητας αυτοτελείς οντότητες. Να γιατί ο Β. Ι. Λένιν τόνιζε: «Χρόνος έξω από τα χρονικά πράγματα = Θεός»[4].
Επισημαίνω ότι: Δεν πρέπει, ενώ θεωρούμε όλα μορφές της ύλης να αρνούμεθα την Υλικότητα της ύλης ως τέτοια, γιατί τότε όλο το υλικό οικοδόμημα θα καταρρεύσει. Κι επειδή ο Ένγκελς θέλει ντε και καλά να υπάρχει αντικειμενικότητα, εν ονόματι αυτής της ορθολογικής αντικειμενικότητας, δεν πρέπει να αρνηθούμε την υλικότητα της ύλης ως τέτοιας. Όπως είπαμε, αυτή διαλεκτικά υπάρχει ως αντιφατικότητα του Είναι. Όμως η ορθολογική αντικειμενικότητα κι ο νευτώνειος ντετερμινισμός θέλει τον χώρο οπωσδήποτε ξέχωρο από τον χρόνο. Η χωροχρονική ενότητα όμως μας οδηγεί στην αντιφατικότητα του Είναι και στη διαλεκτική σκέψη η οποία θεωρεί την αντικειμενικότητα ευκαιριακή.
Οι προσωκρατικοί λένε: Ο Χώρος κι ο Χρόνος είναι συστατικά στοιχεία του Είναι και γι'αυτό της Ύλης, δηλαδή η Ύλη ως αέναο καταλυτικο-συνθετικό γίγνεσθαι είναι χωρο-χρονική. Αυτό θα πει ότι δεν υπάρχει κάτι το οποίο να είναι Χρόνος ξέχωρος από Χώρο, αλλά τα πάντα συνιστούν κάποιο χωρο-χρονικό καταλυτικο-συνθετικό αντιφατικό γίγνεσθαι το οποίο εκφράζεται από ένα ποσοτικο-ποιοτικό Μέτρο, όπου η συχνότητα ορίζεται από το Μέτρο του μήκους κύματος και αντίθετα. Ο χωρό-χρονος ουσιαστικοποιείται στη σχέση μήκους κύματος-συχνότητας ροής-αντιρροής των υπογεγονότων που συνιστούν ένα υλικό γεγονός.
Η αντίληψη λοιπόν ότι υπάρχει κάποιος μονοδιάστατος Χρόνος (το βέλος του χρόνου), ο οποίος εκπροσωπεί τη διάρκεια κάποιου πράγματος, είναι κάτι το οποίο συμφωνεί με τον κόσμο της νευτώνειας ορθολογικής αντικειμενικότητας, αλλά όχι με τη διαλεκτική σκέψη. Αλλά για τον ίδιο λόγο, η διαλεκτική ούτε τον τρισδιάστατο Χώρο μπορεί να δεχτεί ως καθαυτόν και ξέχωρο από Χρόνο.
Ο Λάο-Τσε λέει: Η μεγάλη ευθεία οφείλει να είναι κυρτή. Και ο Ηράκλειτος ότι: Η ευθεία είναι αποτέλεσμα περιστροφής. Σύμφωνα μ'αυτούς οι οποίοι οπωσδήποτε ήταν διαλεκτικοί, ο Χρόνος ως απόλυτη ευθεία δεν μπορεί να υπάρξει, γιατί απλά η απόλυτη ευθεία υπάρχει μόνο στον νου μας κι όχι στην πραγματικότητα. Στο λεγόμενο χωρό-χρονο, αν κάτι κινείται ευθύγραμμα και ομαλά, σύμφωνα με τους προσωκρατικούς, τον Λάο-Τσε, αλλά και τον Αϊνστάιν, κάποτε θα γυρίσει στη θέση που ξεκίνησε. Έτσι η μεγάλη (χρονική) ευθεία, η οποία οφείλει να είναι κυρτή λόγω της περιστροφής του χώρου, για να ανακτήσει την ευθύτητά της πρέπει να επιταχυνθεί, ώστε να προλάβει την περιστροφή του χώρου. Αυτό μολονότι της δίνει τη δυνατότητα να ισιώνει, ποτέ δεν μπορεί να είναι απόλυτη ευθεία. Η απόλυτη ευθεία μπορεί μόνο να επιτευχθεί στην ακαριαία ταχύτητα. Εκεί όμως το κινούμενο ευθύγραμμα και ομαλά μπορεί να βρίσκεται συγχρόνως στην αρχή και το τέλος, έχοντας διασταλεί στο σύμπαν και συγχρόνως συσταλεί στο μηδέν. Δηλαδή βρίσκεται συγχρόνως στο μηδέν και στο άπειρο, όντας ακίνητο και συγχρόνως ακαριαίο. Η απόλυτη ευθεία λοιπόν διαλεκτικά είναι ένας παγκόσμιος ακαριαίος κραδασμός ο οποίος λόγω του ακαριαίου δεν γίνεται αισθητός. Όταν όμως κάποιο γεγονός πάρει συγκεκριμένη μορφή κι απομακρυνθεί από τον χωρό-χρονο ως καθαυτό, που είναι η Ύλη ως ακαριαία και συγχρόνως ακίνητη, δηλαδή ως τέτοια, ο χώρος και ο χρόνος παίρνουν μορφή ανάλογη, όπου στον νευτώνιο κόσμο των πραγμάτων μπορούν να είναι ακόμα και ξέχωροι με τον τρόπο που έχουμε συνηθίσει.
Συγγραφεύς: Η ερμηνεία του Πριγκοζίν[5] για το ότι η γέννηση του σύμπαντος αποτελεί εκδήλωση του προϋπάρχοντος βέλους του χρόνου, όπως και η δήλωσή του ότι ο χρόνος προηγείται της ύπαρξης, δεν ανταποκρίνεται στην αντικειμενική πραγματικότητα, αφού η ύπαρξη του χρόνου δεν εξαρτάται από την αλλαγή των φαινομένων και τις μεταβολές τους, γιατί η ύλη, με την οποία είναι αδιάρρηκτα δεμένος, υπάρχει αιώνια και με αυτήν την έννοια ο χρόνος είναι απόλυτος.
Εγώ επισημαίνω: Οι μεγάλοι επιστήμονες της εποχής μας, μολονότι γνωρίζουν πάρα πολλά, επειδή απέχουν από τη διαλεκτική σκέψη, βρίσκονται σε μια φιλοσοφική σύγχυση. Όταν μάλιστα διαχειρίζονται έννοιες οι οποίες αφορούν στο παγκόσμιο γίγνεσθαι το οποίο έχει απειροστικό χαρακτήρα, ξεχνούν όλες τις διακηρύξεις τους για τη φύση του κόσμου ή για τα στοιχεία που τον συνιστούν. Μάλιστα πολλοί απ'αυτούς κατρακυλάνε στις θεολογικές καταβολές τους, οι οποίες προέρχονται από τη συναγωγή ή τη χριστιανική τους πίστη. Γι' αυτούς ο κόσμος ως δημιούργημα του θεού, πρέπει να έχει κάποια αρχή και φυσικά κάποιο τέλος και γι'αυτό στις έρευνές τους γυρεύουν πάντα κάποια έσχατα αναλλοίωτα στοιχειώδη, τα οποία με τη σύνθεσή τους να συνιστούν το προδιαγεγραμμένο, τετελεσμένο, πεπερασμένο παίγνιο του κόσμου. Αν μάλιστα σύμφωνα μ'αυτούς, κάποιος μελετήσει "επιστημονικά" την παλαιά διαθήκη, θα ανακαλύψει όχι μόνο την αρχή, αλλά και το τέλος του κόσμου. Βέβαια ο Πάπας δεν καίει πια στην Άγια Πυρά τους επιστήμονες, αλλά τους επιδοτεί, κι αυτοί που ξέρουν πως παίζεται τώρα το παιχνίδι, κάνουν επιστημονικές έρευνες επιδοτούμενες από τον Πάπα, στις οποίες ανακαλύπτουν τον θερμικό θάνατο του σύμπαντος, την μεγάλη έκρηξη και φυσικά από κει τον θάνατο του κόσμου, αλλά ακόμα ανακαλύπτουν και το μποζόνιο του θεού. Και όλα αυτά μέσα στα πλαίσια της ορθολογικής σκέψης η οποία πέραν των αντιφάσεων, οδηγά τον κόσμο αναλυτικά στον δημιουργό. Την απάντηση σ'αυτούς έχει δώσει 2500 χρόνια πριν, ο Ηράκλειτος: Κόσμον τόνδε τον αυτόν απάντων, ουτε θεός ούτε ανθρώπων τις εποίησεν, αλλ'ήν, έστι και έσται αείζωον πύρ, απτόμενον Μέτρα, αποσβεννύμενον Μέτρα. "Αυτόν τον κόσμον που είναι ίδιος για όλους (που υπάρχει αντικειμενικά), δεν τον έφτιαξε ούτε θεός ούτε άνθρωπος. Ήταν, είναι και θα είναι, αείζωον πυρ (ενέργεια) που ανάβει-σβήνοντας με κάποιο Μέτρο". Επίσης: "Όλα μετατρέπονται σε πυρ (ενέργεια) και αυτό σε όλα όπως ο χρυσός σε εμπορεύματα και τα εμπορεύματα σε χρυσό".
Συγγραφέας: Υπάρχει όμως διαφορά μεταξύ της χρονικής διάρκειας της ύπαρξης του ξεχωριστού φαινομένου και της άπειρης φύσης. Γι’ αυτό οι ιδιότητες του χρόνου στα διάφορα μέρη του σύμπαντος μεταβάλλονται ανάλογα με την κίνηση των υλικών μαζών. Από αυτή την άποψη ο χρόνος είναι σχετικός.
Η εσωτερική αντίφαση υπάρχει με την έννοια ότι ο χρόνος είναι συνεχής σε μια ενιαία ροή χρονικής διάρκειας που ενώνει δύο χρονικά διαστήματα, αφού πάντα υπάρχει μια χρονική διάρκεια, αλλά ταυτόχρονα είναι και ασυνεχής και η ασυνέχειά του οφείλεται στο γεγονός ότι αποτελείται από στοιχεία που διακρίνονται ως προς τις εσωτερικές τους ιδιότητες, σύμφωνα με την ποιοτική διαφορά των μη συνεχών υλικών αντικειμένων.
Είναι αδύνατο να αναστρέψουμε μέσα στο χρόνο τα γεγονότα που δένονται αιτιατά μεταξύ τους και να τα υποχρεώσουμε να πάνε από το μέλλον στο παρελθόν. Γιατί ο χρόνος δε γυρίζει πίσω, αφού -σε διάκριση από το χώρο- ο χρόνος είναι μονοδιάστατος. Όσοι αρνούνται το άπειρο του χώρου και του χρόνου απομακρύνονται από τον υλισμό.
Στην προσπάθειά τους οι ιδεαλιστές φιλόσοφοι να ανατρέψουν την αντίληψη ότι ο χρόνος είναι άπειρος, αξιοποιούν τη θεωρία του «διαστελλόμενου σύμπαντος», ότι δηλαδή το σύμπαν διαστέλλεται, αφού δημιουργήθηκε κάποια στιγμή από έναν εξαιρετικά μικρό έσχατο όγκο, από ένα είδος αρχικού ατόμου που ήταν άπειρα μικρό.
Η θεωρία αυτή αντιτίθεται στην άποψη ότι το σύμπαν είναι ατελείωτο μέσα στο χώρο και το χρόνο και δίνει τη δυνατότητα ιδεαλιστικής ερμηνείας του κόσμου, αφού αφήνει χώρο στη μυθολογία της δημιουργίας.
Η θεωρία της σχετικότητας που ανέπτυξε ο Α. Αϊνστάιν, αποκάλυψε τις συγκεκριμένες μορφές της σύνδεσης του χώρου και του χρόνου με την κινούμενη ύλη, καθώς και της σύνδεσης του χρόνου με το χώρο, δίνοντας τη μαθηματική έκφραση αυτών των σχέσεων με τη μορφή μαθηματικών νόμων.
Μια από τις εκφράσεις της σύνδεσης του χώρου και του χρόνου με την κίνηση της ύλης είναι το γεγονός -που το επισήμανε για πρώτη φορά η θεωρία της σχετικότητας- ότι το ταυτόχρονο των γεγονότων δεν είναι απόλυτο, αλλά σχετικό. Γεγονότα ταυτόχρονα αναφορικά με ένα ορισμένο υλικό σύστημα, δηλαδή σε ορισμένες συνθήκες κίνησης, δεν είναι ταυτόχρονα αναφορικά με ένα άλλο υλικό σύστημα, δηλαδή σε άλλες συνθήκες κίνησης.
Η ειδική θεωρία της σχετικότητας καθορίζει την εξάρτηση των χωροχρονικών ιδιοτήτων των σωμάτων από την ταχύτητα της κίνησής τους. Διδάσκει ακόμη ότι σε ταχύτητες που πλησιάζουν την ταχύτητα του φωτός, το μήκος ενός κινούμενου σώματος μικραίνει όσο ακριβώς αυξάνει η ταχύτητά του. Παράλληλα με την αύξηση της ταχύτητας η ροή του χρόνου επιβραδύνεται.
Ακόμη όταν το σώμα κινείται με ταχύτητα που προσεγγίζει την ταχύτητα του φωτός, η αύξηση της μάζας του τείνει στο άπειρο.
Η γενική θεωρία της σχετικότητας (θεωρία της παγκόσμιας έλξης) απόδειξε ότι οι ιδιότητες του χώρου και του χρόνου εξαρτώνται και από την ύπαρξη των μαζών της ύλης. Κοντά στα σώματα με τεράστια μάζα και δύναμη έλξης οι ιδιότητες του χώρου αλλάζουν, στρεβλώνονται και ανάλογα αλλάζει και ο χρόνος που κυλάει πιο αργά.
Οι αλλαγές αυτές της χωρικής έκτασης (μήκους) και των χρονικών διαστημάτων σε συνάρτηση με την ταχύτητα της κίνησης γίνονται με αυστηρή αντιστοιχία των πρώτων προς την τελευταία. Σε αυτό εκδηλώνεται η εσωτερική σύνδεση ανάμεσα στο χώρο και το χρόνο.
Επιπλέον η ειδική θεωρία της σχετικότητας διατυπώνει το νόμο της αμοιβαίας σχέσης ενέργειας και μάζας.
Στην περίφημη εξίσωση του Αϊνστάιν Ε=mc2 η μάζα είναι μέτρο της αδράνειας, δεν ταυτίζεται με την ύλη, η δε ενέργεια δεν είναι ουσία, είναι μέτρο της κίνησης. Η σχέση ανάμεσα στη μάζα και την ενέργεια είναι σχέση αναλογίας και όχι σχέση ισοδυναμίας.
Εδώ πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η μάζα και η ενέργεια είναι φυσικές έννοιες, ενώ η ύλη είναι φιλοσοφική κατηγορία. Η ύλη δεν μπορεί να μετατρέπεται σε καμιά από τις ιδιότητές της και μάλιστα κατά τρόπο που η ιδιότητα αυτή να μένει δίχως υλικό φορέα. Το νόημα του νόμου της αμοιβαίας σχέσης μάζας και ενέργειας συνίσταται στο ότι ένα υλικό αντικείμενο που σε ορισμένες συνθήκες έχει μια ορισμένη μάζα, έχει και μια ορισμένη ενέργεια αντίστοιχη προς αυτή τη μάζα, ότι τεράστια ποσά ενέργειας βρίσκονται συγκεντρωμένα στο άτομο. Έτσι η θεωρία του Αϊνστάιν θεμελιώνει επιστημονικά τη φιλοσοφική θέση για την ενότητα χώρου και χρόνου της ύλης, την αφθαρσία της ύλης και της αέναης κίνησής της στο χώρο και στο χρόνο.
Ο διαλεκτικός υλισμός αποδείχνοντας την αντικειμενικότητα του χώρου και του χρόνου ξεκινάει από την αλήθεια ότι αυτές τις ιδιότητες τις προσδιορίζει η φύση της ίδιας της ύλης. Ετσι το διηνεκές και το άπειρο της ύλης καθορίζουν την αιωνιότητα του χρόνου και την απεραντοσύνη του χώρου.
Εδώ μόνο επισημαίνω ότι: Όλες αυτές οι επισημάνσεις, μολονότι σωστές θα μπορούσαν να είναι πιο ακριβείς αντιφατικά κι έτσι διαλεκτικά, δηλαδή να μην είναι χειραγωγημένης από μια αντικειμενική αντιθετικότητα η οποία κατ'άλλους είναι η αιτία του γίγνεσθαι. Βέβαια ο συγγραφέας δεν παραλείπει να μιλήσει και για την αντιφατικότητα η οποία ενυπάρχει σε όλα τα φαινόμενα, χωρίς να ξεφεύγει από την εγελιανή αντίληψη περί της αντιφατικότητας ως φαινομενικής.
Η ΚΙΝΗΣΗ ΤΗΣ ΥΛΗΣ ΣΤΙΣ ΦΥΣΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ
Συγγραφεύς: Στις φυσικές επιστήμες η αφθαρσία της κίνησης της ύλης εκφράζεται στο νόμο της διατήρησης και της μετατροπής της ενέργειας. Ο Φ. Ενγκελς τον ονόμασε «μεγάλο βασικό νόμο της κίνησης»[6]. Όποια και αν είναι τα προτσές που γίνονται στον εξωτερικό κόσμο, όποιες και αν είναι οι μετατροπές της κίνησης που συντελούνται, η γενική ποσότητα ενέργειας παραμένει πάντα αμετάβλητη. Η ενέργεια δε δημιουργείται και δεν εξαφανίζεται, αλλά μόνο τροποποιείται, μετατρεπόμενη από τη μια μορφή σε άλλη και περνώντας από το ένα υλικό αντικείμενο σε άλλο.
Η εξίσωση του Αϊνστάιν, εδραιώνοντας σε σύγχρονη επιστημονική βάση το νόμο της διατήρησης και μετατροπής της ενέργειας, επιβεβαιώνει τον αδιάσπαστο χαρακτήρα ύλης και ενέργειας, το θεμελιώδες φιλοσοφικό αξίωμα του διαλεκτικού υλισμού ότι η κίνηση («ενέργεια») είναι ο τρόπος ύπαρξης της ύλης.
Η αφθαρσία και το αδημιούργητο της κίνησης εκφράζονται ποσοτικά στο ότι ανάμεσα στις διάφορες μορφές ενέργειας υπάρχουν σταθερές σχέσεις ισοδυναμίας.
Η αφθαρσία της κίνησης της ύλης δεν πρέπει ωστόσο να εννοείται μόνο ποσοτικά, με την έννοια της σταθερότητας της ποσότητας ενέργειας. Ο Φ. Ενγκελς, που στην εποχή του ανέλυσε βαθιά το περιεχόμενο του νόμου της διατήρησης και της μετατροπής της ενέργειας, υπογράμμισε και την άλλη σπουδαία πλευρά του νόμου αυτού, η οποία αντανακλά την ποιοτική αφθαρσία της κίνησης. Με την αφθαρσία της ενέργειας από ποιοτική άποψη, ο Φ. Ενγκελς εννοεί την ιδιότητα της υλικής κίνησης, ιδιότητα που δεν τη χάνει ποτέ, να μετατρέπεται πάντα από τη μια μορφή σε άλλη. Ο νόμος της διατήρησης και μετατροπής της ενέργειας εκφράζει και τις δύο αυτές πλευρές της θέσης για την αφθαρσία της κίνησης στην αδιάρρηκτη αμοιβαία σύνδεσή τους.
Η άγνοια της ποιοτικής πλευράς της αφθαρσίας της κίνησης οδηγεί αναπόφευκτα σε αντίφαση με το νόμο της διατήρησης και της μετατροπής της ενέργειας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η θεωρία του λεγόμενου «θερμικού θανάτου του σύμπαντος» που πρόβαλαν μερικοί επιστήμονες στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα και με διάφορες παραλλαγές διατυπώνεται και σήμερα. Η θεωρία αυτή υποστήριζε ότι όλες οι μορφές κίνησης πρόκειται να μετατραπούν αναπόφευκτα σε θερμότητα και η θερμότητα, διαδιδόμενη ομοιόμορφα σε ολόκληρο το σύμπαν, θα φτάσει σε μια ισορροπία και θα χάσει για πάντα την ικανότητα για άλλες μετατροπές, πράγμα που θα έχει σαν συνέπεια να σταματήσουν όλα τα προτσές της φύσης.
Αν όμως τα προτσές σταματήσουν, αυτό σημαίνει ότι θα χαθεί η κίνηση που υπήρχε αρχικά, γιατί, όπως τόνιζε ο Φ. Ενγκελς, «μια κίνηση που έχει χάσει την ικανότητα να μεταμορφώνεται στις διάφορες μορφές που προσιδιάζουν σ’ αυτή, έχει βέβαια ακόμα δύναμη αλλά όχι και ενέργεια και έχει συνεπώς καταστραφεί μερικά. Αλλά και το ένα και το άλλο είναι ακατανόητα»[7].
Ο Φ. Ενγκελς υπέβαλε σε βαθιά κριτική τη θεωρία του θερμικού θανάτου του σύμπαντος, τονίζοντας ότι είναι επιστημονικά αβάσιμη γιατί αγνοεί το νόμο της διατήρησης και της μετατροπής της ενέργειας που φανερώνει όχι μόνο το ποσοτικό αλλά και το ποιοτικό διηνεκές της κίνησης. Επίσης υπογράμμισε ότι οι οπαδοί της, επιμένοντας στην άποψή τους, θα υποχρεωθούν τελικά να αρνηθούν ακόμα και την ιδέα της καθαρά ποσοτικής αφθαρσίας της κίνησης και έτσι θα ξεκόψουν οριστικά από την επιστήμη. Και πραγματικά, αν τελικά η κίνηση στο σύμπαν πρόκειται να χαθεί, τότε από πού προήλθε αρχικά;
Ο Φ. Ενγκελς αποκάλυψε με τον ακόλουθο τρόπο την αναπόφευκτη αντίφαση στους συλλογισμούς των οπαδών του θερμικού θανάτου του σύμπαντος: «Το ρολόι του σύμπαντος πρέπει να κουρδίστηκε, ύστερα προχωρεί ως τη στιγμή που φτάνει σε κατάσταση ισορροπίας. Από εκείνη τη στιγμή, μόνο ένα θαύμα θα μπορέσει να το ξαναθέσει σε κίνηση. Η ενέργεια που ξοδεύτηκε για το κούρδισμα εξαφανίστηκε, τουλάχιστον ποιοτικά, και δεν μπορεί να αποκατασταθεί παρά με μια εξωτερική ώθηση. Αρα η εξωτερική ώθηση ήταν αναγκαία και στην αρχή, άρα η ποσότητα κίνησης ή ενέργειας που υπάρχει στο σύμπαν δεν είναι σταθερή, άρα πρέπει να δημιουργήθηκε ενέργεια, άρα πρέπει να είναι δημιουργήσιμη, συνεπώς και φθαρτή. Ad absurdum! (άτοπο! - Συντ.)»[8].
Η συνεπής επιστημονική υλιστική κοσμοθεωρία συνδέεται αδιάρρηκτα με την αναγνώριση της αφθαρσίας της κίνησης. Οπου υπάρχει κάποια παρέκκλιση από την αναγνώριση της κίνησης, εκεί εμφανίζονται αντιεπιστημονικές διακηρύξεις για «πρώτη ώθηση» που δεν είναι τίποτε άλλο από ένα ψευδώνυμο του «δημιουργού του κόσμου». Να γιατί ο παραπάνω νόμος είναι, όπως έλεγε ο Β. Ι. Λένιν, μια επιβεβαίωση των βασικών θέσεων του υλισμού[9].
Ο Φ. Ενγκελς θεμελιώνοντας από τη σκοπιά του διαλεκτικού υλισμού τον αιώνιο και άπειρο χαρακτήρα της κίνησης της ύλης στο χώρο και το χρόνο τόνιζε ότι: «…η αιώνια επαναλαμβανόμενη διαδοχή των κόσμων στον άπειρο χρόνο είναι μονάχα η λογική ολοκλήρωση της παράλληλης ύπαρξης άπειρων κόσμων στον άπειρο χώρο… Η ύλη κινείται μέσα σε μια αιώνια κυκλική πορεία που θα ολοκληρώνει την τροχιά της μονάχα σε χρονικά διαστήματα που γι’ αυτά το γήινό μας έτος δεν επαρκεί πια σαν μονάδα μέτρησης, μια κυκλική πορεία όπου η εποχή της ανώτατης ανάπτυξης, η εποχή της οργανικής ζωής και ακόμα πιότερο η εποχή της ζωής όντων που έχουν συνείδηση του εαυτού τους και της φύσης, μετριέται το ίδιο φτωχικά όπως ο χώρος όπου εκδηλώνεται η ζωή και η αυτοσυνείδηση. Μια κυκλική πορεία όπου κάθε πεπερασμένη μορφή ύπαρξης της ύλης, αδιάφορο αν πρόκειται για ήλιο ή για νεφέλωμα ατμού, για μεμονωμένο ζώο ή για κατηγορία ζώων, για χημική ένωση ή για διάσπαση, είναι το ίδιο παροδική και όπου τίποτα δεν είναι αιώνιο εκτός, εκτός από την αιώνια κινούμενη, αιώνια μεταβαλλόμενη ύλη και από τους νόμους που σύμφωνα με αυτούς κινείται και μεταβάλλεται. Ομως, όσο συχνά και όσο ανελέητα και αν συντελείται στο χρόνο και στο χώρο αυτή η κυκλική πορεία, όσα εκατομμύρια ήλιοι και γήινες σφαίρες και αν γεννηθούν και χαθούν, όσος καιρός και αν περάσει ώσπου σ’ ένα ηλιακό σύστημα να δημιουργηθούν -έστω και σ’ ένα μόνο πλανήτη- οι όροι της οργανικής ζωής, όσα αναρίθμητα οργανικά όντα και αν πρέπει να προηγηθούν και προηγούμενα να χαθούν, προτού από τους κόλπους τους αναπτυχθούν ζώα με εγκέφαλους ικανούς για σκέψη και που για ένα σύντομο χρονικό διάστημα να βρίσκουν όρους κατάλληλους για ζωή, για να καταστραφούν ξανά ύστερα ανελέητα - έχουμε τη βεβαιότητα ότι η ύλη σε όλους της τους μετασχηματισμούς μένει αιώνια η ίδια, ότι καμιά από τις ιδιότητές της δεν μπορεί ποτέ να χαθεί και ότι γι’ αυτό επίσης με την ίδια σιδερένια αναγκαιότητα που θα εξοντώσει στη γη την ανώτατή της άνθιση, θα ξαναδημιουργήσει το σκεφτόμενο πνεύμα αλλού και σε άλλο χρόνο»[10].
Οσοι λοιπόν σήμερα μιλούν για μελλοντική συντέλεια του κόσμου ξεκινώντας από την επιστημονική διαπίστωση ότι όλα τα είδη ενέργειας μεταβάλλονται εύκολα σε θερμική, ενώ η αντίστροφη διαδικασία απαιτεί συμπληρωματική κατανάλωση ενέργειας και καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι το σύμπαν θα φτάσει στην κατάσταση του θερμικού θανάτου, αγνοούν το γεγονός ότι δεν μπορεί να υπάρξει μια κατάσταση της ύλης, που η ύλη θα πάψει να υπάρχει, να περνάει και να μετατρέπεται από τη μια μορφή στην άλλη.
Εγώ διαπιστώνω ότι: Η πολεμική του Ένγκελς ενάντια στην άποψη περί θερμικού θανάτου του σύμπαντος είναι ορθολογική και γι'αυτό είναι φυσικό να κρύβει όλες τις αδυναμίες της ορθολογικής προσέγγισης. Δηλαδή την έμμεση αποδοχή ενός κόσμου προδιαγεγραμμένου πεπερασμένου, τετελεσμένου. Μάλιστα η επισήμανση από τον συγγραφέα ότι ο Ένγκελς έδειξε τις αντιφάσεις των επιστημόνων οι οποίοι αποδέχονται το θερμικό θάνατο του σύμπαντος, δείχνει ότι δεν έχει αντιληφθεί ότι η αντιφατικότητα του σύμπαντος είναι αυτή η οποία δεν επιτρέπει αυτόν τον θάνατο. Δηλαδή ότι ο κόσμος μας ως απεριόριστα αντιφατικός γεννά εκ των έσω ένα πολυδιάστατο γίγνεσθαι διά του οποίου ό,τι τείνει για το μηδέν, συγχρόνως τείνει προς το άπειρο κι ό,τι τείνει προς το θερμό συγχρόνως τείνει μ'έναν άλλο τρόπο προς το ψυχρό και τ'αντίθετο. Επειδή λοιπόν όλα τα όντα και ο κόσμος έχουν αντιφατική καταλυτικο-συνθετική φύση, η έσχατη σύστασή τους γίνεται από αντιφατικά στοιχειώδη τα οποία τείνοντας προς μηδενικό μέτρο αντιφατικής σχέσης τείνουν συγχρόνως προς άπειρο μέτρο, όντας έτσι ανεξάντλητα. Στη διαλεκτική δε μπορεί να εξαφανιστεί τίποτα αφού όπως είπαμε τείνοντας προς το Μηδέν τείνει συγχρόνως για το άπειρο. Κι επειδή το σύμπαν είναι άπειρο κι ανοικτό, δεν είναι ένα καζάνι που βράζει και αναλώνοντας τη θερμοκρασία που του έχουμε διοχετεύσει κάποτε θα κρυώσει. Από αντιφατική άποψη, το αντίθετο σε κάτι μεσ’το σύμπαν, είναι η απεριόριστη πολλαπλότητα, που είναι το σύμπαν, όπως διαμορφώνεται έναντι της μοναδικότητας, που κάθε φορά το συγκεκριμένο Ένα Κάτι εκπροσωπεί. Δηλαδή το αντίθετο στο συγκεκριμένο-Ένα, δεν μπορεί να είναι απλά το Μείον Ένα, αλλά μια απεριόριστη σειρά από σχετικά όμοια διαφοροποιούμενα διαδοχικά, τα οποία περιέχοντας και τον ίδιο τον εαυτό, υπό συνθήκες θα παίξει ευκαιριακά το ρόλο του Μείον Ένα μια συγκεκριμένη στιγμή. Το αντίθετο στο θερμό δεν μπορεί να είναι το κρύο, αλλά μια απεριόριστη θερμική πολλαπλότητα η οποία είναι το σύμπαν, όπως διαμορφώνεται έναντι της μοναδικότητας, την οποία κάθε φορά το Ένα εκπροσωπεί. Το σύμπαν είναι ένα συνεχές καταλυτικο-συνθετικό γίγνεσθαι όπου άλλο κόσμοι συνεχώς γεννιούνται κι άλλοι χάνονται. Μάλιστα η γένεση κάποιου προϋποθέτει το θάνατο άλλων και τ'αντίθετο, αφού το σύμπαν βρίσκεται σε συνεχές γίγνεσθαι αλλά και συνεχές όλλυσθαι, όπου "τα πάντα μετατρέπονται σε αείζωον πύρ (ενέργεια) και αυτό το πυρ σε όλα, όπως ο χρυσός σε εμπορεύματα και τα εμπορεύματα σε χρυσό". Γιατί "αυτόν τον κόσμο που είναι ίδιος για όλους δεν τον έφτιαξε ούτε θεός ούτε άνθρωπος, αλλά ήταν, είναι και θα είναι αείζωον πυρ το οποίο ανάβει-σβήνοντας με Μέτρο".
Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΩΝ ΑΝΑΚΑΛΥΨΕΩΝ ΤΗΣ ΦΥΣΙΚΗΣ ΣΤΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΗ
Συγγραφέας: Η επιστημονική γνώση εμβαθύνει στους νόμους κίνησης της ύλης ανακαλύπτοντας ολοένα καινούργιες ιδιότητες και δομές της. Ο Λένιν διατύπωσε τη μεγαλοφυή σκέψη για το ανεξάντλητο του ηλεκτρονίου[11] και στο έργο του «Υλισμός και Εμπειριοκριτικισμός» απόδειξε ότι με τις νεότερες ανακαλύψεις της φυσιογνωσίας δεν εξαφανίζεται η ύλη, αλλά ότι ξεπεράστηκαν τα όρια μέχρι τα οποία τη γνωρίζαμε τότε.
Πολλοί όμως αστοί επιστήμονες εφοδιάζουν σήμερα οι ίδιοι τον Ιδεαλισμό με ψευτοεπιστημονικά επιχειρήματα, ορισμένοι επιχειρούν να βρουν στις ανακαλύψεις της σύγχρονης φυσικής την απόδειξη ότι δήθεν εξαφανίστηκε η ύλη και ότι δήθεν μετατράπηκε σε ενέργεια.
Ακόμη πολλοί αστοί φυσικοί, όπως οι εκπρόσωποι της σχολής της Κοπεγχάγης (Μπορ, Χάιζενμπεργκ, Νόυμαν κ.ά.) διακήρυξαν την παραίτησή τους από την αιτιατή ερμηνεία των φαινομένων, ανοίγοντας -ανεξάρτητα από προθέσεις- το δρόμο σε ιδεαλιστικά συμπεράσματα.
Εγώ επισημαίνω ότι: Όλοι οι κολοσσοί τους οποίους ανέφερε ο συγγραφέας μας, είναι από ψυχής αφοσιωμένοι στην επιστημονική έρευνα κι έχουν τραφεί στο τραπέζι του ντετερμινισμού και την αριστοτελικής αντικειμενικής ορθολογικότητας. Με όλη τους την ψυχή θα ήθελαν να λειτουργούσε ο ντετερμινισμός κι αντικειμενικότητα, αφού θα τους έλυνε τα χέρια στην έρευνα. Όμως αυτά που βλέπουν στο εργαστήριο είναι άλλα. Αυτοί δεν είναι κάποιοι ανόητοι οι οποίοι θέλουν αμάν και ντε ο νευτώνειος κόσμος να καταποντιστεί, γιατί θέλουν να αμφισβητήσουν την αντικειμενικότητα του κόσμου, αλλά είναι οι προσεγγίσεις προς τη φύση που τους αναγκάζουν. Μάλιστα αναγκάζονται να στραφούν σε κάποιο είδος διαλεκτικής σκέψης, κάτι το οποίο απεύχονται, γιατί ξέρουν ότι θα μπουν στον λαβύρινθο των αντιφάσεων που σκοτώνουν την ορθολογικότητα η οποία, είναι το στοιχείο που τους θρέφει. (Αν θέλει ο αναγνώστης ας διαβάσει την ανάρτησή μου "Η Πράξη της Μέτρησης στην Κβαντομηχανική και η Φιλοσοφική της Διάσταση).
Η σύγχρονη επιστήμη χαρίζει γάιδαρο σ'εμάς τους μαρξιστές κι εμείς συνωμοσιολογώντας, τον κοιτάζουμε στα δόντια.
Συγγραφέας: Η σύγχρονη αστική φιλοσοφία στη βάση των απόψεων αυτών προσπαθεί με όλα τα μέσα να θεμελιώσει την ανασκευή της διδασκαλίας της αντικειμενικής αναγκαιότητας. Στην πραγματικότητα όμως όλα τα φαινόμενα στη φύση είναι αιτιωδώς καθορισμένα.
Εγώ τονίζω ότι: Υπάρχει ατέρμονη και τεράστια διαμάχη περί την ύπαρξη αντικειμενικής αναγκαιότητας ή όχι, στη οποίαν έχουν εμπλακεί σχεδόν όλες οι επιστημονικές σχολές του σύγχρονου κόσμου. Μάλιστα τα αποτελέσματα των πειραμάτων γέρνουν προς τη μεριά των αρνητών της αντικειμενικότητας. Αυτή όμως η διαμάχη, αμφισβητώντας την ορθολογική αντικειμενικότητα συγχρόνως γέρνει προς τη διαλεκτική σκέψη. Κι εμείς οι μαρξιστές, συνωμοσιολογούμε, αντί να κινητοποιήσουμε τις δυνάμεις μας και να οργανώσουμε μια νέα διαλεκτική η οποία χωρίς να αρνείται τα σύγχρονα επιστημονικά δεδομένα, να αναζητήσει μια νέα πολυδιάστατη αντιφατική αντικειμενική αναγκαιότητα. Αυτή η αναγκαιότητα θα είναι πολυδιάστατη και αμφίδρομη και θα στηριχτεί σε έναν "Αντιφατικό Ορθολογισμό" του οποίου κάποια πρώτα δειλά βήματα έχω την τιμή να έχω ορίσει στην εργασία μου "Διαλεκτική Υλιστική Σκέψη" και στο μέρος περί την "Αντιφατική Μοναδολογία".
Συγγραφέας: Η κβαντική μηχανική διατυπώθηκε την τρίτη δεκαετία του 20ού αιώνα, δηλαδή στην εποχή του Μεσοπολέμου, όπου στο χώρο των επιστημών κυριαρχούσε ο εμπειρισμός και ο θετικισμός της Σχολής της Βιέννης, νεότερες μορφές τους, όπως η αναλυτική φιλοσοφία και η φαινομενολογία, καθώς και διάφορα μυστικιστικά και ιδεαλιστικά ρεύματα (χριστιανικός υπαρξισμός, νεοθωμισμός, νεοπλατωνισμός κλπ.). Η ερμηνεία της Σχολής της Κοπεγχάγης εκφράζει κυρίως τη θετικιστική αντίληψη της γνώσης, με αφετηρία τα προβλήματα της αιτιοκρατίας και της αντικειμενικότητας. Στις ακραίες περιπτώσεις της συγκροτεί, με αντιφάσεις, μια ιδεαλιστική αντίληψη για τη φύση.
Σύμφωνα με την κλασική αντίληψη της αιτιοκρατίας, από τις ίδιες αρχικές συνθήκες προκύπτει πάντοτε το ίδιο αποτέλεσμα. Η κλασσική φυσική δέχεται ότι η ταυτόχρονη και ακριβής γνώση της θέσης και της ορμής ενός σωματιδίου είναι δυνατή. Γνωρίζοντας τις δυναμικές παραμέτρους ενός συστήματος, μπορούμε να προβλέψουμε την εξέλιξή του και να επαληθεύσουμε την κλασσική φυσική αιτιοκρατία. Αλλά στο μικρόκοσμο, σύμφωνα με τις σχέσεις του Χάιζενμπεργκ, δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί ακριβής μέτρηση της θέσης και της ορμής ενός σωματιδίου. Μια όλο και περισσότερο ακριβής γνώση της μιας από τις δύο παραμέτρους συνεπάγεται μια όλο και μεγαλύτερη αβεβαιότητα της άλλης. Το προηγούμενο γεγονός αποτελεί -κατά τη Σχολή της Κοπεγχάγης- απόδειξη ότι η αιτιότητα δεν ισχύει στο μικρόκοσμο. Το γεγονός ότι κατά τη μέτρηση το μικροσύστημα πραγματοποιεί μία από τις δυνατές καταστάσεις, θεωρήθηκε ένδειξη αυταρχίας. Στις ακραίες περιπτώσεις, απόδειξη ότι τα μικροσωμάτια διαθέτουν ελεύθερη βούληση. Το φυσικό αυτό γεγονός υπήρξε η αφετηρία για ένα κύμα ιντερτερμινισμού (αντι-αιτιοκρατικών αντιλήψεων) που επεκτάθηκε πέρα από τη Φυσική, στην Ψυχολογία, στην Ηθική που από ορισμένους θεωρήθηκε απόδειξη της ελεύθερης βούλησης του ανθρώπου και της ύπαρξης του Θεού.
Σε αυτά τα συμπεράσματα οδήγησε η φιλοσοφική ερμηνεία των ανισοτήτων του Χάιζενμπεργκ, οι οποίες θεωρήθηκαν ασυμβίβαστες με την αρχή της αιτιότητας. Αλλά τα όρια ισχύος αυτών των ανισοτήτων αμφισβητήθηκαν και αμφισβητούνται. Ετσι στο κυρίαρχο θετικιστικό και ιδεαλιστικό κλίμα του Μεσοπολέμου κυριάρχησε η αντιαιτιοκρατική ερμηνεία.
Η θετικιστική ερμηνεία δεν περιορίζεται στο πρόβλημα της αιτιοκρατίας. Στην κλασική Φυσική γινόταν δεκτή η διάκριση υποκειμένου-αντικειμένου (ερευνητή και φυσικού συστήματος). Κατά τον Μπορ -και γενικότερα κατά τη Σχολή της Κοπεγχάγης- μια τέτοια διάκριση δεν είναι δυνατή στη Μικροφυσική, όπου η επέμβαση του παρατηρητή επηρεάζει το φυσικό σύστημα. Αλλά είναι γνωστό ότι ο παρατηρητής δε μετέχει άμεσα στα πειράματα της Μικροφυσικής. Ωστόσο το ιδεολόγημα της αδιάσπαστης ενότητας υποκειμένου και φυσικού συστήματος κυριάρχησε στην ερμηνεία της κβαντικής μηχανικής, με συνέπεια μια οριακά σολιψιστική αντίληψη της πραγματικότητας. Μάλιστα, κατά τη λεγόμενη «αρχή της ανυπαρξίας των μη παρατηρήσιμων μεγεθών», ό,τι δεν παρατηρείται, δεν υπάρχει. Ετσι, σύμφωνα με την αρχή αυτή, η οποία αποτελεί επαναδιατύπωση του παλαιού θετικιστικού αξιώματος, η παρατήρηση είναι αυτή που δημιουργεί το αντικείμενο, το οποίο δεν υπάρχει ανεξάρτητα από τον παρατηρητή ή έστω τη συσκευή και το οποίο ταυτίζεται με το σύνολο των παρατηρήσιμων μεγεθών. Σε ακραίες εκδοχές αυτής της προσέγγισης το υποκείμενο θεωρήθηκε δημιουργός, κέντρο της πραγματικότητας και ο σολιψισμός βρήκε μια νέα έκφραση στο χώρο της Μικροφυσικής.
Τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούν οι σύγχρονοι ιδεαλιστές και θετικιστές στην προσπάθειά τους να θεμελιώσουν την άρνηση της ύλης σαν αντικειμενικής πραγματικότητας είναι τα παρακάτω: «Ας υποθέσουμε ότι ένας φυσικός θέλει να καθορίσει με μεγάλη ακρίβεια τη θέση και την ταχύτητα ενός μικροαντικειμένου σε μια δοσμένη στιγμή.
Για να το κάνει αυτό ο φυσικός πρέπει να χρησιμοποιήσει τις αντίστοιχες πειραματικές συσκευές. Για τον ακριβή υπολογισμό της θέσης (των συντεταγμένων) χρειάζεται ένας τύπος συσκευών, ενώ για τον υπολογισμό της ταχύτητας χρειάζεται άλλος. Η χρησιμοποίηση της συσκευής του πρώτου τύπου φέρνει το μικροαντικείμενο σε μια κατάσταση όπου η ταχύτητα δεν μπορεί να προσδιοριστεί αυστηρά, ενώ η χρησιμοποίηση της συσκευής του δεύτερου τύπου το φέρνει σε μια άλλη κατάσταση όπου δεν μπορεί να προσδιοριστεί η θέση του. Από ’δω βγάζουν το ιδεαλιστικό συμπέρασμα: Επομένως, δεν μπορεί να γίνεται λόγος για μικροαντικείμενο «καθεαυτό», αλλά μπορούμε να μιλούμε γι’ αυτό μόνο σε αδιάρρηκτη σύνδεση με ορισμένους όρους παρατήρησής του σε σύνδεση με τον παρατηρητή και ότι, επομένως, το αντικείμενο δεν υπάρχει δίχως υποκείμενο. Η αναγνώριση όμως της ύπαρξης του αντικειμένου «σε αδιάρρηκτη σύνδεση» με το υποκείμενο σημαίνει άρνηση της ύλης σαν αντικειμενικής πραγματικότητας»[12].
Στην ουσία όλες αυτές οι σκέψεις είναι απόπειρες να ξαναφέρουν στη ζωή με άλλη μορφή την υποκειμενική ιδεαλιστική θεωρία ότι το αντικείμενο (η φύση) δεν μπορεί να υπάρχει δίχως υποκείμενο.
Αν η «αδιάρρηκτη σύνδεση» ανάμεσα στο αντικείμενο και το υποκείμενο υπήρχε πραγματικά, αυτό θα οδηγούσε στο παράλογο συμπέρασμα ότι το αντικείμενο δεν μπορεί να υπάρχει δίχως τη συνείδηση που το αντιλαμβάνεται, δίχως τα αισθήματα. Στην περίπτωση που εξετάζουμε εδώ, η πειραματική συσκευή που χρησιμοποιείται για τη μελέτη του μικροαντικειμένου ασκεί μια ορισμένη επίδραση πάνω στο μικροαντικείμενο. Η πειραματική όμως συσκευή, αν και χρησιμοποιείται από τον παρατηρητή, δεν είναι ο ίδιος ο παρατηρητής και ακόμα περισσότερο δεν είναι η συνείδησή του ή τα αισθήματά του. Η πειραματική συσκευή είναι ένα πραγματικό φυσικό σώμα (ή ένα σύμπλεγμα φυσικών σωμάτων) που υπάρχει αντικειμενικά και που η αλληλεπίδρασή του με το μικροαντικείμενο είναι υλική, υπάρχει αντικειμενικά. Η πραγματική αυτή σύνδεση ανάμεσα στα υλικά πράγματα -σύνδεση που, όπως και τα πράγματα, υπάρχει έξω και ανεξάρτητα από οποιαδήποτε συνείδηση- είναι κάθε άλλο παρά η πλασματική «αδιάρρηκτη σύνδεση» ανάμεσα στα πράγματα και τη συνείδηση.
Εδώ γίνεται, με κατάφωρη παραβίαση των νόμων της λογικής, η υποκατάσταση μιας θέσης με μιαν άλλη, η υποκατάσταση της θέσης ότι «η κατάσταση του μικροαντικειμένου, το οποίο υπάρχει στις συνθήκες της πειραματικής συσκευής, καθορίζεται από αυτή την πειραματική συσκευή», με μια εντελώς άλλη θέση που δεν είναι ταυτόσημη με την προηγούμενη θέση ούτε απορρέει από αυτή: «το μικροαντικείμενο υπάρχει μόνο σε σύνδεση με την πειραματική συσκευή, μόνο χάρη στην παρατήρηση».
Ο ισχυρισμός ότι το αντικείμενο υπάρχει καταρχήν μόνο στην πειραματική συσκευή, ότι πρέπει τάχα να εξετάζεται πάντα μόνο σε σύνδεση με τη συσκευή, ότι υπάρχει μόνο χάρη στην παρατήρηση που γίνεται με τη βοήθεια της συσκευής, αποδίδει στη συσκευή μια φανταστική δύναμη, η οποία αποσπά τη συσκευή από όλο τον υπόλοιπο κόσμο των πραγματικών αντικειμένων.
Στην πραγματικότητα αυτό σημαίνει παραίτηση από την αναγνώριση της πραγματικής ύπαρξης όλων των σωμάτων του υλικού κόσμου. Η ιδεαλιστική αυτή αντίληψη, αν και διατείνεται ότι στηρίζεται στη σύγχρονη κβαντική μηχανική, στην πραγματικότητα παρουσιάζει με τρόπο δογματικό το επιθυμητό σαν κάτι το αποδειγμένο. Η αντικειμενική ύπαρξη των σωματιδίων του μικρόκοσμου δε συνδέεται ούτε μπορεί να συνδέεται με την πειραματική εγκατάσταση, με τη συσκευή, με την πράξη της παρατήρησης και τα αποτελέσματα της μέτρησης.
Χαρακτηριστικό της κινούμενης ύλης είναι η ανεξάντλητη πολυμορφία της. Η Φυσική δεν ανακάλυψε μόνο ένα πλήθος από σωματίδια του ατόμου, αλλά επισημαίνοντας την πολυμορφία τους απόδειξε ότι και αυτά όπως το άτομο είναι επίσης ανεξάντλητα, το ηλεκτρόνιο π.χ. δεν είναι αμετάβλητο, έχει τις ιδιότητες τόσο της συνέχειας (περιορισμός δηλαδή στο χώρο) όσο και της ασυνέχειας (μη περιορισμός στο χώρο). Εχει δηλαδή τις ιδιότητες του σωματιδίου και του κύματος.
Η πιο διαδεδομένη κατάσταση της ύλης στο σύμπαν είναι το πλάσμα που είναι αεριώδης κατάσταση που απαρτίζεται από ηλεκτρικώς φορτισμένα σωματίδια, ηλεκτρόνια και ιόντα.
Αλλο γνωστό στη σημερινή επιστήμη βασικό είδος της ύλης είναι το πεδίο. Το φυσικό πεδίο είναι υλικός σχηματισμός, ο οποίος συνδέει μεταξύ τους τα σώματα και μεταβιβάζει την ενέργεια από το ένα στο άλλο. Ηδη από το 19ο αιώνα ήταν γνωστό το πεδίο βαρύτητας (έλξης) και το ηλεκτρομαγνητικό πεδίο (μια από τις παραλλαγές του οποίου είναι το φως). Υπάρχουν ακόμη το πυρηνικό, το μεσονικό και το ηλεκτρο-ποζιτρονικό πεδίο. Η επιστήμη πιστεύει σήμερα ότι στη βάση τους υπάρχει ενωτική αρχή και γι’ αυτό επεξεργάζονται την καθολική θεωρία του πεδίου.
Απαντώντας ο Λένιν στις ιδεαλιστικές ερμηνείες των αστών επιστημόνων πάνω στις νέες ανακαλύψεις της σύγχρονης φυσικής στις αρχές του 20ού αιώνα τόνιζε: «Ο διαλεχτικός όμως υλισμός επιμένει στην κατά προσέγγιση, στο σχετικό χαρακτήρα κάθε επιστημονικής θέσης για τη δομή της ύλης και τις ιδιότητές της, στην απουσία απόλυτων ορίων στη φύση, στη μετατροπή της κινούμενης ύλης από μια κατάσταση σε άλλη και τις ιδιότητες της, που από την άποψη μας φαίνεται ασυμβίβαστη με την πρώτη, κλπ. Οσο αλλόκοτη και αν φαίνεται από την άποψη της «κοινής λογικής» η μετατροπή του αβαρούς αιθέρα[13] σε βαριά ύλη και αντίστροφα, όσο «περίεργη» και αν φαίνεται η απουσία από το ηλεκτρόνιο κάθε άλλης μάζας, εκτός από την ηλεκτρομαγνητική, όσο ασυνήθιστος και αν φαίνεται ο περιορισμός των μηχανικών νόμων της κίνησης σε μια μόνο περιοχή των φαινομένων της φύσης και η υπαγωγή τους στους πιο απόλυτους νόμους των ηλεκτρομαγνητικών φαινομένων κλπ., όλα αυτά δεν είναι παρά μια ακόμη επιβεβαίωση του διαλεκτικού υλισμού. Βασικά η νέα φυσική παραστράτησε προς τον ιδεαλισμό ακριβώς επειδή οι φυσικοί δε γνώριζαν τη διαλεκτική. Καταπολεμούσαν το μεταφυσικό υλισμό (μεταφυσικό με την έννοια που του δίνει ο Ενγκελς και όχι με τη θετικιστική, δηλαδή τη χιουμιστική έννοια της λέξης), τη μονόπλευρη «μηχανικότητά» του και συνάμα πετούσαν μαζί με τη μπανιέρα και το μωρό. Με το να αρνούνται το αμετάβλητο των γνωστών ως τα τότε στοιχείων και ιδιοτήτων της ύλης, κατρακυλούσαν στην άρνηση της ύλης, δηλαδή της αντικειμενικής πραγματικότητας του φυσικού κόσμου. Με το να αρνούνται τον απόλυτο χαρακτήρα των σπουδαιότατων και βασικών νόμων, κατρακυλούσαν στην άρνηση κάθε αντικειμενικής νομοτέλειας της φύσης, διακήρυσσαν ότι ο νόμος της φύσης δεν είναι παρά συμβατικότητα, «περιορισμός αναμονής», «λογική αναγκαιότητα» κλπ. Επιμένοντας στον κατά προσέγγιση, το σχετικό χαρακτήρα των γνώσεών μας, κατρακυλούσαν στην άρνηση του ανεξάρτητου από τη γνώση αντικειμένου, του κατά προσέγγιση πιστά, σχετικά σωστά απ’ αυτή τη γνώση»[14].
Βέβαια οι παραστάσεις της φυσικής επιστήμης για τη δομή της ύλης, τις ιδιότητές της, τις πολύμορφες εκδηλώσεις της στο χώρο και το χρόνο, είναι ευμετάβλητες. Αυτό όμως δεν κλονίζει τη θέση του διαλεκτικού υλισμού για την αντικειμενική τους ύπαρξη. Αντίθετα, όλα τα επιτεύγματα της σύγχρονης φυσικής και χημείας, όπως και των άλλων επιστημών, επιβεβαιώνουν τη θέση του διαλεκτικού υλισμού για την αντικειμενικότητα της ύλης και την αιωνιότητά της, την αιτιοκρατική της κίνηση, καθώς και το απεριόριστο της ανθρώπινης γνώσης.
Προσοχή: Η επιστημονική ενημέρωση που παρέχει ο συγγραφέας, είναι απλουστευτική και ιδεολογικά προκατειλημμένη, ακόμα αυτή η προκατάληψη δεν είναι Διαλεκτική Υλιστική και μαρξιστική, αλλά ορθολογική-αντικειμενική αστική. Είναι ο τρόπος που γέννησε στην διάρκεια του σοσιαλισμού τον συγκεντρωτισμό και την γραφειοκρατία η οποία έφερε την παλινόθωση του καπιταλισμού. Ο ορθολογισμός τον οποίο προσφέρει η Διαλεκτική σκέψη είναι ένας αντιφατικός ορθολογισμός, όπου η αντιφατικότητα δεν είναι στοιχείο ψεύδους αλλά γενεσιουργό. Εκεί η Αιτιότητα είναι αντιφατική, δηλαδή η αλυσίδα της αιτίας είναι πολυδιάστατη και αμφίδρομη.
Ο ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΟΣ ΥΛΙΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ
Συγγραφέας: Η υλιστική διαλεκτική υποστηρίζει ότι η εξέλιξη του κόσμου είναι αντικειμενική, συντελείται σύμφωνα με τους δικούς της νόμους, ενώ η συνείδηση του ανθρώπου αντανακλά τον έξω κόσμο και την κίνηση του.
Ο διαλεκτικός υλισμός επιχειρεί να διατυπώσει τους γενικούς νόμους της κίνησης, της πραγματικότητας μέσα από τις ειδικές επιστήμες. Είναι η επιστημονική φιλοσοφία που συνδυάζει τη θεωρία της εξέλιξης με τη μέθοδο της γνώσης. Αυτό σημαίνει ότι οι αντικειμενικοί καθολικοί νόμοι που ανακαλύπτει αποτελούν τη βάση οποιασδήποτε επιστημονικής έρευνας, χαράζει το σωστό δρόμο γνώσης και αλλαγής της πραγματικότητας.
Ο Λένιν, στο έργο του «Υλισμός και Εμπειριοκριτικισμός», αποκάλυψε την περίπλοκη, διαλεκτική διαδικασία της επιστημονικής γνώσης, τεκμηρίωσε ότι η διαλεκτική είναι το θεμέλιο της επιστημονικής γνωσιοθεωρίας του μαρξισμού. Προσδιόρισε την επιστημονική γνώση ως μια σύνθετη και αντιφατική διαδικασία ανάπτυξης της σχετικής και απόλυτης αλήθειας, υπογραμμίζοντας σε αντίθεση με τις διάφορες μορφές του υποκειμενικού ιδεαλισμού και αγνωστικισμού, την ανεξαρτησία του περιεχομένου των γνώσεών μας από το υποκείμενο: «Η ανθρώπινη νόηση είναι από τη φύση της ικανή να μας δίνει και μας δίνει την απόλυτη αλήθεια που σχηματίζεται από το άθροισμα των σχετικών αληθειών. Κάθε βαθμίδα ανάπτυξης της επιστήμης προσθέτει νέους κόκκους σε αυτό το άθροισμα της απόλυτης αλήθειας, τα όρια όμως της αλήθειας κάθε επιστημονικής θέσης είναι σχετικά, πότε ευρύνονται, πότε στενεύουν με την παραπάνω ανάπτυξη των γνώσεων… Από την άποψη του σύγχρονου υλισμού, δηλαδή του μαρξισμού, ιστορικά εξαρτημένα είναι τα όρια της προσέγγισης των γνώσεών μας στην αντικειμενική, την απόλυτη αλήθεια, είναι όμως έξω από όρους η ύπαρξη αυτής της αλήθειας, είναι απόλυτο ότι πλησιάζουμε σε αυτήν. Το περίγραμμα της εικόνας είναι ιστορικά εξαρτημένο, είναι όμως απόλυτο, το ότι η εικόνα αυτή απεικονίζει ένα μοντέλο που υπάρχει αντικειμενικά»[15].
Επομένως αλήθεια είναι η σωστή, επαληθευμένη από την πράξη αντανάκλαση των αντικειμένων και των φαινομένων της φύσης και της κοινωνίας τα οποία υπάρχουν έξω και ανεξάρτητα από τη συνείδηση. Την αντανάκλαση της φύσης στη σκέψη του ανθρώπου πρέπει να την καταλαβαίνουμε όχι χωρίς αντιθέσεις, αλλά στην αιώνια διαδικασία της κίνησης των αντιθέσεων και της λύσης τους. Ακόμη και τα προϊόντα ανθρώπινης φαντασίας, όσο και αν φαίνονται απομακρυσμένα από την πραγματικότητα, είναι παρόλα αυτά είτε σωστή είτε παραμορφωμένη αντανάκλαση της πραγματικότητας.
Το ζήτημα αν η ανθρώπινη νόηση εμπεριέχει το αντικειμενικά αληθινό, έγραφε ο Μαρξ, δεν είναι καθόλου θεωρητικό αλλά καθαρά πρακτικό ζήτημα. Με την πράξη οφείλει να αποδείξει ο άνθρωπος το αληθινό, δηλαδή την αντικειμενικότητα, το βάσιμο, την όλη υπόσταση της νόησής του.[16]
Ο διαλεκτικός υλισμός είναι φιλοσοφία επαναστατική που μελετά τους γενικούς νόμους της διαλεκτικής και πετυχαίνει την ενότητα της θεωρίας με την πράξη, την ενότητα του γενικού με το ειδικό. Είναι γενίκευση της ανθρώπινης γνώσης και πράξης. Είναι φιλοσοφία επιστημονική.
Εγώ συμπεραίνω: Ο κ. Μάκης Παρέντης χρησιμοποιεί τα συμπεράσματα περί φυσικής των Ένγκελς και Λένιν οι οποίοι εκτός του ότι δεν έχουν σχέση με το αντικείμενο της φυσικής, τα συμπεράσματά τους είναι πεπαλαιωμένα και στα όρια του αριστοτελικού ορθολογισμού και της νευτώνειας ντετερμινιστικής αντικειμενικότητας, τα οποία η σύγχρονη επιστήμη αμφισβητεί βίαια, όχι γιατί θέλει να πλήξει τον μαρξισμό και την διαλεκτική, αλλά γιατί δεν μπορούν πλέον να περιγράψουν τον κόσμο όπως είναι. Μάλιστα στρέφεται ασυναίσθητα μ' έναν βίαιο ρυθμό σ'ένα είδος αναζήτησης μιας σκέψης διαλεκτικής για την περιγραφή του παγκοσμίου γίγνεσθαι.
Εγώ αναγνωρίζω ότι; Ο κ. Παρέντης προσπαθεί να αντιμετωπίσει τις αντιδραστικές θεωρίες περί της Μεγάλης Έκρηξης και περί του Θερμικού Θανάτου του Κόσμου, όμως ο τρόπος του, αλλά και οι άλλες προτάσεις του περί της υλικότητας, είναι αντιδιαλεκτικός, ορθολογικός και παρωχημένος. Είναι κρίμα ένα κόμμα σαν το ΚΚΕ να είναι εγκλωβισμένο σε αντιλήψεις τόσο πεπαλαιωμένες και μάλιστα αυτές να θεωρούνται διαλεκτικές. Το κόμμα πρέπει επειγόντως να οργανώσει ομάδα ενήμερων επιστημόνων, οι οποίοι σε διάλογο με κάποιους Διαλεκτικούς Υλιστές του κόμματος, να βρουν τον τρόπο με τον οποίο το κόμμα θα ξαναμπεί στις ράγες της διαλεκτικής υλιστικής σκέψης. Αυτό βέβαια θα ζητήσει να ξανακοιταχτούν πολλές θέσεις οι οποίες έχουν κολλήσει στο παρελθόν, αλλά αυτό ακριβώς είναι η επανάσταση. Εγώ επισημαίνω: Η αιχμή της επιστήμης μας πλέον έχει απομακρυνθεί από τις βενζινομηχανές τ'ατσαλένια έμβολα, την ορθολογική τυπικότητα του Αριστοτέλη και τον ντετερμινισμό του Νεύτωνα, τις μπίλιες του δόκτορος Χιούμ κι από κάθε μορφή ορθολογικής αντικειμενικότητας. Με τη Θεωρία της Σχετικότητας και τη Θεωρία των Κβάντα, έχουμε μπει σε έναν κόσμο συχνοτήτων και κυμάτων πολύ διαφορετικό από αυτόν που γνώριζε ο Ένγκελς κι ο Λένιν. Η χρήση λοιπόν των επιστημονικών τους απόψεων ως οδηγός στις επιστημονικές εξελίξεις δοκιμάζει την εγκυρότητά τους προσβάλλοντας της επαναστατική αξία τους, κάτι που είναι καταστροφικό για τις επαναστατικές κοινωνικές τους αντιλήψεις. Η χρήση επιστημονικών αντιλήψεων που έχουν προτείνει στο μακρινό παρελθόν τους εκθέτει φιλοσοφικά γιατί είναι ορθολογικές, δηλαδή αντιδιαλεκτικές και πεπαλαιωμένες. Αυτό δικαιολογείτο για τότε, αφού ο κόσμος που εξελίσσετο η επανάσταση ήταν μέσα σ'έναν νευτώνειο κόσμο, κάτι που σήμερα έχει κατά πολύ αλλάξει.
Σημειώσεις:
Ο Μάκης Παρέντης είναι μέλος του ΔΣ του Κέντρου Μαρξιστικών Ερευνών. Βάση για τη συγγραφή αυτού τoυ άρθρου αποτελεί βάση η ομιλία που έγινε στις 13.12. 2005 στη Φυσικομαθηματική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, σε εκδήλωση με θέμα «Η Υλη, ο Χώρος και ο Χρόνος», ενώπιον 400 περίπου φοιτητών.
Εγώ αναρωτιέμαι: Έδωσε κάποια κέρδη στο κόμμα αυτή η ομιλία στη Φυσικομαθηματική σχολή, ή δημιούργησε αμφιβολίες για την εγκυρότητα του Κέντρου Μαρξιστικών Ερευνών;
Κάποτε ακολουθώντας την αυθεντία του αξιαγάπητου κ. Ε. Μπιτσάκη περί τη φυσική και την φιλοσοφία, είχαμε παραπληροφορηθεί τόσο που μας ήταν ακατανόητη η διαλεκτική σκέψη. Για μια μεγάλη ομάδα ηγετικών στελεχών της αριστεράς, Διαλεκτική είναι μια μακρόσυρτη επιστημολογική ακολουθία, αντικειμενικού-δυναμικού-διαφορικού-ορθολογισμού. Μιλώντας για διαλεκτική, δεν κάνουν λοιπόν τίποτ'άλλο παρά να αναφέρουν τις επιτυχίες τις σύγχρονης επιστήμης και να διεκδικούν την διαλεκτική τους φύση, μολονότι αυτές είναι αποτέλεσμα μιας σύγχρονης ορθολογικής διαδικασίας της οποίας μάλιστα κύριο εργαλείο έρευνας είναι ο ηλεκτρονικός υπολογιστής, ο οποίος είναι κυρίως εργαλείο ορθολογικής αριστοτελικής αντικειμενικότητας. Όταν αξιωθούμε να οργανώσουμε ένα τυπικό διαλεκτικό-υλιστικό εργαλείο επιστημονικής έρευνας, τότε θα μπορούμε να ορθώσουμε διαλεκτικό ανάστημα στον δυναμικό ορθολογισμό και την αριστοτελική αντικειμενική ορθολογική τυπικότητα. Μέχρι τότε ας μην γινόμαστε γελοίοι.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου