Η ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ κ. ΕΥΘΥΜΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΟΡΑΜΑ ΤΟΥ ΒΕΜΠΕΡ
Η ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ κ. ΕΥΘΥΜΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΟΡΑΜΑ ΤΟΥ ΒΕΜΠΕΡ
Έφτασα, παρόλες τις κακές μου συνήθειες, δηλαδή πολύωρη εργασία στα ανθυγιεινά υπόγεια της μεταξοτυπίας, στην ηλικία των 80. Όλη μου τη ζωή έκρινα τον εαυτό μου αν ήταν στην πρώτη γραμμή του καθήκοντος κι αν υπηρετούσα σωστά τις απόψεις μου. Αν κάποιο βράδυ έπεφτα και τα χέρια μου δεν είχαν το γλυκό πόνο της κούρασης, ένιωθα τύψεις. Χωρίς να είμαι προτεστάντης, αλλά άθεος, ακολούθησα με κάποιο τρόπο τον χριστιανισμό στη συμπεριφορά μου, ο οποίος συμπίπτει με τον σοσιαλισμό απέναντι σε όσους θεώρησα αδυνάτους και ειδικά σ’αυτούς που βρέθηκαν στη δούλεψή μου ή που μου προσέφεραν τις υπηρεσίες τους. Η συνείδησή μου, εκτός από τρεις περιπτώσεις αλαζονείας, για τις οποίες νιώθω ντροπή, ήταν καθαρή. Μέχρι τώρα, μολονότι δούλεψα σκληρά σαν επαγγελματίας, μολονότι υπήρξα ένας καλός γλύπτης, μολονότι έχω συγγράψει καμιά εικοσαριά φιλοσοφικά δοκίμια τα οποία κυρίως πραγματεύονται τη διαλεκτική σκέψη και που μόνο μέσω αυτών κάποιος μπορεί να αντιληφθεί “τι είναι η διαλεκτική”, βρέθηκα στο περιθώριο, και όχι μόνον εγώ αλλά και η γυναίκα και τα παιδιά μου. Η κόρη μου έπαιξε είκοσι πέντε λεπτά πρόγραμμα με επιλεγμένα αποσπάσματα του Μπετόβεν σε ηλικία τεσσάρων χρονών, στον “Παρνασσό”, ο πρώτος γιος μου σε ηλικία επτά χρονών ζωγράφιζε θαυμάσια, αλλά δεν μπόρεσε να μπει στη σχολή καλών τεχνών μολονότι έμπαιναν άλλοι εμφανώς πολύ κατώτεροί του, γιατί τότε η ταρίφα ήταν 800000 δρχ. και δεν ήθελα να συμμετέχω σε τέτοιου είδους συναλλαγές. Κι ο μικρός μου γιος, μολονότι αρίστευσε στο κονσερβατόριο της Γενεύης και εδέχθει επαίνους από μεγάλους μουσικούς μεταξύ των οποίων, ο Μάρτιν Λόβετ των "Αμαντέους", ο Γκαμπόρ Τάκατς και Γιάννος Στάρκερ και πήρε διεθνές βραβείο τη Ρώμη, βρίσκεται στο σπίτι του και παίζει για τον εαυτό του. Και μολονότι διδάσκουν άλλοι πολύ κατώτεροί του, σ'αυτόν δεν δόθηκε η δυνατότητα να προσφέρει τη γνώση και την εμπειρία του. Επειδή είμαι άθεος και κομουνιστής κι επειδή στην οικογένειά μας όλοι προτιμούμε τη σιωπή από τη συναλλαγή, έχουμε δεχτεί την απαξίωση σαν κάτι φυσιολογικό, όπως πολλοί Έλληνες πολίτες του είδους μου. Νιώθουμε όμως ότι τουλάχιστον ακόμα μπορούμε να τρώμε και να αγοράζουμε τα στοιχειώδη για να κρατάμε τις τέχνες και την αγάπη μας γι’αυτές ζωντανές.
Επειδή η τηλεόραση είναι φθηνό μέσο διασκέδασης βέβαια παρακολουθώ κάποιες εκπομπές της, οι οποίες κάποιες φορές είναι παιδείας και κουλτούρας. Και βέβαια υπάρχουν κάποιοι παρουσιαστές, δημοσιογράφοι ή διασκεδαστές οι οποίοι είναι εκνευριστικοί, αλλά την πλάκα μου έχω πάθει από την ιστορικό κ. Μαρία Ευθυμίου η οποία είναι από τους εκπροσώπους της κουλτούρας. Είχα κατακτήσει μιαν ισορροπία μέσα μου έχοντας αποδεχτεί τη θέση μου στον πάτο της κοινωνικής πυραμίδας, στην οποία όμως από τη στιγμή που άρχισα να ακούω τις ηθικό-ιστορικές αφηγήσεις της κ. Ευθυμίου, κάτι ταράχτηκε μέσα μου. Άρχισα να νιώθω σαν τον επιθεωρητή Ντρέιφους με τον αστυνόμο Κλουζώ. Όταν την ακούω αφιονίζομαι, αλλά δεν μπορώ να την αποφύγω, θα κάτσω να ακούσω όλο το ρεπερτόριο, με τις χαριτωμενιές τους "έξυπνους" υπαινιγμούς κατά του ελληνικού λαού και και του μεσογειακού κόσμου, την αυταρέσκεια των ιστορικών απλουστεύσεων, τις αυθαίρετες κρίσεις και την υπό μορφή παραμυθιού αφήγηση ανακόλουθων διηγήσεων και ειδικά την σκωπτική κριτική της για τις συνήθειες του Ελληνο-ορθόδοξου ο οποίος σκέπτεται μόνο τις κοινωνικές διεκδικήσεις και το γλέντι, αντίθετα με τον Ευρωπαίο-προτεστάντη ο οποίος σκέπτεται μόνο την εργασία και την πρόοδο. Μάλιστα στις προτεσταντικές χώρες σύμφωνα με την κ. Ευθυμίου κι επειδή οι εργαζόμενοι πολίτες οι οποίοι όταν τους προτείνει η κυβέρνηση λιγότερη εργασία και περισσότερες αποδοχές οργίζονται και οι οποίοι ξεφαντώνουν "ορθολογικά" μόνο το σαββατο-κύριακο, τα μπαρ δεν εργάζονται τις καθημερινές παρά μόνο λίγα για τους Έλληνες τουρίστες. Το σαβατοκύριακο θα πίνουν όλη μέρα και αν σωθούν από τους καβγάδες και τα μαχαιρώματα, πέφτουν και κοιμώνται με το ένα μπατζάκι του παντελονιού του πάντα κατουρημένο και το ανάλογο υπόδημα γεμάτο ούρα. Επίσης αυτό το θαυμάσιο είδος ανθρώπου το οποίο είναι ο προτεστάντης, αρέσκεται να ταξιδεύει, ενώ αντίθετα ο Έλληνας τ’αποφεύγει, γιατί δεν προλαβαίνει να βγει απ’τις ταβέρνες, αφού από τη μια ταβέρνα μπαίνει στην άλλη κι επιδίδεται σε συνεχές γλέντι. Που πηγαίνουν αυτοί οι έντιμοι και θαυμάσιοι προτεστάντες; Γιατί ταξιδεύουν; το λέει ο θεωρητικός τους Μαξ Βέμπερ: επιδιώκουν τη συναλλαγή για το νόμιμο κέρδος! Και γιατί νιώθουν ένα ανάμικτο συναίσθημα τρόπου και κάποιας προσμονής κάποιου κέρδους οι ιθαγενείς; Γιατί η αποικιοκρατία κι ο ιμπεριαλισμός τους έχει φτάσει στο έσχατο σημείο της φτώχειας. Όταν λοιπόν καταφτάνουν στις χώρες ταξιδιωτικού προορισμού τους αυτοί οι ευκαιριακοί αφεντάδες, οι εκεί ιθαγενείς νιώθουν τρόμο όταν τους βλέπουν. Ξέρουν ότι το κέρδος θα είναι πολύ κατώτερο από το όφελος αλλά ελπίζουν τουλάχιστον να μην πεινάσουν αυτοί και τα παιδιά τους.
Η άρχουσα τάξη της χώρας μας αλλά και οι ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις τοποθετούν στα μέσα ενημέρωσης και πολιτισμού, ανθρώπους οι οποίοι μας διδάσκουν την ανωτερότητα των κατακτητών και των καταπιεστών, απέναντι στους δυστυχισμένους και πτωχούς, αλλά και αφηγούνται θεωρίες για την ανωτερότητα της λευκής φυλής και την κατωτερότητα των μαύρων οι οποίοι στους κύκλους των προτεσταντών του αποικιακού ευρω-αμερικανικού πολιτισμού, θεωρούντο ένα είδος μεταξύ ανθρώπου και ζώου και μάλιστα οι προτεστάντες θεολόγοι είχαν αποδεχτεί τη θεωρία ότι ο λευκός ελέω θεού, μπορούσε να τους κακο-μεταχειριστεί αφού δεν ήταν ολοκληρωμένοι άνθρωποι και δεν είχαν ψυχή.
Μάλιστα κάποιοι προτεστάντες ανθρωπολόγοι θεωρούν ότι οι αρχαίοι Έλληνες οι οποίου ήταν μια βόρεια ινδοευρωπαϊκή φυλή όταν αγκαταστάθηκε στην Ελλάδα μας βρήκε εκεί. Και βέβαια είμαστε ένας θαυμάσιος κρίκος μεταξύ του προϊστορικού και του μοντέρνου ανθρώπου κι ο οποίος παρά την ιστορία του και τη συμβολή του στη δημοκρατία έχει και νεατερντάλειες καταβολές. Έτσι όταν κρίνουν τη σημερινή μας κατάσταση αναρωτιόνται ειρωνικά γιατί συνεχώς ψηφίζουμε αυτούς που μας εξαπατούν. Όταν όμως προβάλλουμε κάποιους οι οποίοι θέλουν να οργανώσουν αυτή τη χώρα και φυσικά να μην εξαπατούμεθα, κάνουν το παν να τους απαξιώσουν για να καθαιρεθούν ή να τους ξεκάνουν όπως τον Καποδίστρια και πολλούς πολιτικούς της αριστεράς. Με λίγα λόγια η κ. Ευθυμίου ξαναθέτει το ερώτημα των ισχυρών προς τους ανίσχυρους “αμάν πια όλο ψωμί και ψωμί ζητάτε, δε σας αρκεί το παντεσπάνι”; Η κ. Ευθυμίου και κάποιες κυρίες οι οποίες παραβρίσκονται ανελλιπώς στα “σεμινάριά” της διασκεδάζουν με τη δυστυχία και την ανικανότητά μας σαν Έλληνες να ζήσουμε κι εμείς αυτόν τον θαυμάσιο κόσμο των ταξιδιών, της γνώσης, της προόδου και της ελευθερίας που μας προσφέρει ο περίφημος προτεσταντικός καπιταλισμός. Λοιπόν όλα κι όλα η κ. Ευθυμίου μολονότι εκλαϊκεύει τα γεγονότα της ιστορίας, έχει μέσα της έναν σκληρό φιλοσοφικό πυρήνα ο οποίος την οδηγεί αλάνθαστα. Αυτός είναι η προτεσταντική ηθική και το πνεύμα του ιερού καλβινικού καπιταλισμού, της δικαιοσύνης του πολιτισμού και της ισότητας. Κι επειδή αυτή η κυρία οδηγείται και περιστρέφεται κυρίως απ’τα οράματα του Αγίου Μαχ Βέμπερ, της στέλνω μια μικρή πικρή κριτική των οραμάτων αυτού του προτεστάντη, της αγαθότητας και της ανθρωπιάς.
ΜΑΧ ΒΕΜΠΕΡ: Η ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΙΚΗ ΗΘΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ
(αποσπάσματα από την εισαγωγή).
Στο μικρό αυτό κείμενο της εισαγωγής, πληροφορούμεθα ότι ο Βέμπερ γεννήθηκε το 1864 και πέθανε το 1920. Αυτό σημαίνει ότι την εποχή του ο καπιταλισμός ήταν σχεδόν στην πλήρη ανάπτυξή του. Η εργασία του λοιπόν δεν είναι παράλληλη με του Μαρξ ο οποίος οραματίστηκε μαζί με άλλους έναν κομουνισμό ο οποίος τότε δεν υπήρχε. Η επισήμανση λοιπόν του Βέλτσου στο έργο του η «Η μη κοινωνιολογία» ότι «ο Βέμπερ είδε αυτό που ο Μαρξ δεν είχε δει», είναι κενό περιεχομένου και ιδεολογική παροχή στο σύστημα που τον εκτρέφει. Ο Μαρξ ήταν ένας κοινωνιολόγος ο οποίος είχε ένα όραμα για έναν καλύτερο κόσμο, ενώ ο Βέμπερ ήταν ένας οικονομολόγος της «Πολυδιάστατης Τοκογλυφίας και Εκμετάλλευσης ως Υψηλής» την οποίαν προσπαθεί απεγνωσμένα και με έναν αναισθητικό και απλοϊκό τρόπο να νομιμοποιήσει ηθικά μέσα στα πλαίσια του καλβινικού χριστιανισμού.
Ισχυρίζεται λοιπόν ο Βέμπερ: Όταν ένα πνεύμα που είναι είναι προϊόν του σύγχρονου ευρωπαϊκού πολιτισμού, εξετάζει ένα οποιοδήποτε πρόβλημα της παγκόσμιας ιστορίας, δεν μπορεί παρά να αναρωτηθεί σε ποια συγκυρία περιστάσεων οφείλεται το γεγονός και πως μόνο στο δυτικό πολιτισμό εμφανίστηκαν πολιτιστικά φαινόμενα που (όπως πιστεύουμε) ανήκουν σε μιαν εξελικτική γραμμή με παγκόσμια σημασία και ισχύ. Μόνο στη Δύση υπάρχει επιστήμη σε ένα τέτοιο εξελικτικό στάδιο που να την αναγνωρίζουμε σήμερα σαν έγκυρη. Κι ωστόσο η εμπειρική γνώση, ο στοχασμός πάνω σε προβλήματα του σύμπαντος και της ζωής, η φιλοσοφική και η θεολογική σοφία, με τη μεγαλύτερη βαθύτητα δεν περιορίζονται σ’αυτόν το χώρο, αν και στην περίπτωση της τελευταίας, η ολοκληρωμένη ανάπτυξη μιας συστηματικής θεολογίας πρέπει να καταλογιστεί στον Χριστιανισμό κάτω από την επίδραση του ελληνισμού, γιατί μόνο αποσπάσματά της υπήρχαν στο Ισλάμ και σε μερικές ινδικές αιρέσεις. Δηλαδή παντού υπήρχε γνώση μεγάλης λεπτότητας, προπάντων στις Ινδίες, την Κίνα, τη Βαβυλωνία και την Αίγυπτο.
Στη Βαβυλωνία όμως όπως άλλωστε κι αλλού έλειπε από την αστρονομία (που κάνει ακόμα πιο εκπληκτική την ανάπτυξή της, η μαθηματική θεμελίωση που της έδωσαν πρώτοι οι Έλληνες. Η ινδική Γεωμετρία δεν βασιζόταν στην αυστηρή λογική απόδειξη, που και αυτή ήταν προϊόν του ελληνικού πνεύματος, όπως η Μηχανική και η Φυσική .…» Και συνεχίζει ότι όλα αυτά φυσικά αναπτύχθησαν σ’επιστημονικό επίπεδο στη Δύση. Στη συνέχεια ολοκληρώνει παρουσιάζοντας συνοπτικά τα επιτεύγματα της δυτικής κοινωνίας και την καταγωγή τους, τονίζοντας συγχρόνως το ηθικό και δυναμικό υπόβαθρο της δύσης. Αφήνει έτσι να αιωρείται ο λόγος που αναφέρονται όλα αυτά, που δεν είναι άλλος απ’την ηθική κι εξελικτική νομιμότητα του επιτεύγματος του καπιταλισμού στη δύση και όχι αλλού.
Και συνεχίζει ο Βέμπερ: Η επιδίωξη κέρδους, χρήματος, (όσο γίνεται περισσότερο ποσό χρημάτων), δεν έχει καμιά καθαυτή σχέση με τον καπιταλισμό. Η ροπή αυτή υπήρχε παντού και πάντα: στα γκαρσόνια, στους αμαξάδες, στις πόρνες, στους καλλιτέχνες, στους διεφθαρμένους υπαλλήλους, στους σταυροφόρους, στους ευγενείς, στους ζητιάνους (μόνο την ιερή μπουρζουαζία και το κλήρο δεν αναφέρει στο παράδειγμα, όχι βέβαια πως τους αποκλείει αλλά για να μην παρεξηγηθεί απ’αυτούς που τον ταΐζουν). Μπορούμε να πούμε ότι αυτή ήταν κοινή σε όλα τα είδη τις συνθήκες και τις εποχές που έζησαν οι άνθρωποι και όπου υπήρχε δυνατότητα για την εμφάνισή της.… Η αχαλίνωτη βουλιμία και το κέρδος λοιπόν δεν ταυτίζεται κατ’ελάχιστο με τον καπιταλισμό. Και μάλιστα ο καπιταλισμός μπορεί να ταυτίζεται με την τιθάσευση και τον ορθολογικό μετριασμό αυτής της παράλογης ορμής.
Ως εδώ λοιπόν ο Βέμπερ ορίζει τον καπιταλισμό ως το φυσικό αποτέλεσμα του δυτικής ηθικής και επιστημονικής εξέλιξης, αποκαθάροντάς τον κιόλας από την βουλιμία του κέρδους (που όπως έχει ήδη φανεί στις μέρες μας, δηλαδή 100 χρόνια από τον θάνατό του Βέμπερ), είναι αυτή η αχαλίνωτη βουλιμία που τον ωθεί. Βέβαια η βουλιμία προϋπήρχε του καπιταλισμού, όμως αυτός είναι το πιο ακραίο επιστημονικό της αποτέλεσμα. Δηλαδή η βουλιμία του κέρδους και του έχειν έγινε στον καπιταλισμό επιστήμη κι από κει και πέρα πήρε ενεξέλεγκτες διαστάσεις. Η βουλιμία αυτή που ως ιμπεριαλισμός πια καταστρέφει τα πάντα στο πέρασμά της για την επίτευξη του ιερού κέρδους. Αυτό λοιπόν το τελεονομικό πολιτισμικό εξελικτικό ένδυμα της εκμετάλλευσης και της αρπαγής που ο Βέμπερ θεωρεί κοινωνικά αναγκαίο στον καπιταλισμό, σύμφωνα με τον Μαρξ μπορεί να εξαληφθή με τον σοσιαλισμό αφού ο ίδιος πολιτισμός μπορεί να είναι ανθρώπινος και μακριά από την αχαλίνωτη βουλιμία του κέρδους.
Βέμπερ: Ας ορίσουμε τώρα μερικές βασικές έννοιες με περισσότερη προσοχή: Ορίζουμε σαν καπιταλιστική οικονομική δραστηριότητα μια σειρά ενεργειών που βασίζεται στην επιδίωξη κέρδους μέσω της αξιοποίησης διαφόρων ευκαιριών για ανταλλαγή, δηλαδή βασίζονται σε τυπικά ειρηνικές ευκαιρίες κέρδους. Η πρόσκτηση διά της βίας (τυπικά και ουσιαστικά) υπακούει στους δικούς της νόμους, και δεν εξυπηρετεί (όσο λίγο κι αν μπορεί κάποιος να το απαγορεύσει) να την τοποθετούμε στην ίδια κατηγορία με τη δραστηριότητα που σε τελευταία ανάλυση προσανατολίζεται προς το κέρδος από την ανταλλαγή.
Ο Βέμπερ εδώ μας παρουσιάζει έναν ουτοπικό αρχαιο-αναρχικό καπιταλισμό που έχει παρέλθει απ’την εποχή του Προυντόν ή έναν ηρωικό καπιταλισμό σαν αυτόν του Ζώρζ Όνε στον «Αρχισιδηρουγό» του. Αυτόν τον καπιταλισμό, οι άνθρωποι της γενιάς μας δεν τον είδαμε. Είδαμε όμως τον καπιταλισμό που δημιούργησε δύο παγκόσμιους πολέμους των οποίων οι ηρωισμοί για το ιερό κέρδος μέτρησαν εκατομμύρια νεκρούς και τεράστιες καταστροφές κάθε φορά. Αλλά ακόμα και τώρα η κανονικότητα του καπιταλισμού για να αναπτυχθεί θέλει το πετρέλαιο και πρώτες ύλες, τις οποίες αν δεν μπορεί να το έχει με τις τιμές που θέλει ειρηνικά, ισοπεδώνει χώρες ολόκληρες και τα παίρνει με τη βία τζάμπα.
Η ιερή καπιταλιστική ανταλλαγή δεν μπορεί να γίνει χωρίς κρυφή ή φανερή απειλή βίας, γιατί οι τιμές που θέλουν οι ισχυροί μόνο με κάποια στρατιωτική ή τοκογλυφική βία μπορούν να γίνουν αποδεκτές. Όπως είδαμε η Βενεζουέλα του «δικτάτορα» Μαδούρο, μολονότι έχει τεράστια παραγωγή πετρελαίου κανείς δεν συναλλάσσεται μαζί της γιατί θέλουν να ρίξουν το καθεστώς και να πάρουν τα πετρέλαια τζάμπα. Έτσι δεν της πουλάνε τίποτα και δεν αγοράζουν τίποτα. Αυτός βέβαια είναι ένας τρόπος ειρηνικής και δημοκρατικής ανταλλαγής, μιας συναλλαγής όπου σύμφωνα με το πνεύμα του Βέμπερ είναι θεμιτή.
Η αλήθεια είναι ότι η καπιταλιστική δύση δεν επετέθη ακόμα στη Βολιβία στρατιωτικά, όπως έκανε στο Ιράκ, στην Λιβύη και στη Συρία, όπου με πρόσχημα τη δημοκρατία τους πήρε τα πετρέλαια.
Βέμπερ: Όπου ακολουθείται ορθολογικά η καπιταλιστική μέθοδος για την αποκόμιση κέρδους, οι ενέργειες του καπιταλιστή υπακούουν σε υπολογισμούς που γίνονται με βάση το κεφάλαιο … και φυσικά ακολουθείται και από τις λειτουργίες του οι οποίες δεν προϋποτίθενται οπωσδήποτε να είναι πολεμικές και βίαιες.
Όμως δεν υπάρχει κανένας καπιταλιστικός κανόνας που να ορίζει ότι η πολεμική τεχνολογία δεν πρέπει να χρησιμοποιείται για επιθετικές και επικερδείς πολεμικές εμπλοκές, αλλά μόνο για την πώληση. Δηλαδή για να τρώγονται μεταξύ του οι βάρβαροι λαοί που δεν κοινωνούν του προτεσταντικού καπιταλισμού της δημοκρατίας και τη ευημερίας.
Ο Βέμπερ εδώ φαίνεται ανιστόρητος: μήπως ξέχασε ότι ακόμα και η χριστιανική πίστη όταν ενεδύθη την εξουσία έγινε στην πράξη το πιο αιματοβαμμένο δόγμα. Μήπως ξέχασε «τη Νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου;» ή ακόμα «την παρατεταμένη νύχτα της χριστιανικής αγάπης στην Αλεξάνδρεια και σε όλα τα παγανιστικά ελληνικά πολιτισμικά κέντρα;». Η εξουσία, ο καπιταλισμός, η βία του κέρδους κι η βία του πολιτιστικού σκότους όσο κι αν χρυσωθεί δεν κιτρινίζει, το χρώμα του είναι αυτό του αίματος.
Συνοψίζουμε:
Μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης και την ουσιαστική προσχώρηση της Λαϊκής Κίνας στον καπιταλισμό, ο καπιταλιστικός κόσμος, που μολονότι χριστιανικός, ουσιαστικά δεν είχε να προτείνει μιαν ιδεολογία μ’ανθρωπιστικό προσανατολισμό βρέθηκε μπροστά σ’ένα νέο καθήκον: Να δικαιολογήσει ιδεολογικά το θαύμα της ήττας του σοσιαλισμού. Ελέχθησαν πάρα πολλά γύρω από αυτό το θέμα και σαν αριστερή κριτική, αλλά περισσότερα σαν κριτική από τα δεξιά, κάτι που έχει σχεδόν εξαντληθεί κι έτσι θα πρέπει να το δούμε από μιαν άλλη του όψη. Η όψη αυτή αφορά στην κοινωνιολογική επιστημονικότητα, την ηθική και ιδεολογική υπεροχή του καπιταλισμού που σύμφωνα με τον Βέμπερ στηρίζεται στην επιστημονική ορθολογικότητα και στην καλβινιστική ηθική.
Στην εισαγωγή του έργου “Προτεσταντική Ηθική και το Πνεύμα του Καπιταλισμού”, τονίζει ότι αυτός ο συγκροτημένος επιστημονικά ηθικο-προστεσταντικός καπιταλισμός είναι αποτέλεσμα της αρχαίας ελληνορωμαϊκής παράδοσης και του χριστιανισμού και διαμέσου αυτών της ορθολογικής ανάπτυξης της μεσαιωνικής ευρωπαϊκής κοινωνίας. Ήδη λοιπόν από την αρχή κάνει μιαν ίδεολογική παραχώρηση στον χριστιανισμό που δεν βασίζεται στην ιστορική πραγματικότητα. Ο χριστιανισμός μολονότι εκτρωματικό γέννημα ενός διονυσιακο-ιουδαϊκού πνεύματος, μετά την απόλυτη επιστροφή του στο καθαρό ιουδαϊκό δόγμα και την επισημοποίησή του σε απόλυτη θρησκεία του κράτους, κατεδάφιζε τον ελληνορωμαϊκό πολιτισμό κατά συρροή από το 400 μ.Χ., κατά τον μεσαίωνα, έως την Αναγέννηση. Επίσης κατά τη διάρκεια της Αναγέννησης και στη συνέχεια μέχρι σήμερα δείχνει πάντα την δυσαρέσκεια και την αντίθεσή του για ό,τι προοδευτικό. Βλέπουμε λοιπόν ότι το ελληνορωμαϊκό πνεύμα δεν είναι ιστορικά συμβατό με τον χριστιανισμό, αλλά μήπως είναι ο καπιταλισμός συμβατός με τον χριστιανισμό; Άραγε συμφωνεί ο καπιταλισμός με τα βασικά χριστιανικά διδάγματα όπου “όποιος έχει δύο χιτώνες πρέπει να δίνει τον ένα σ’αυτόν που δεν έχει”; ή συμφωνεί μήπως με την προτροπή “αγαπάτε αλλήλους”; ή με την προτροπή “αν σε ραπίσει κάποιος στην μία παρειά να γυρίσεις και την άλλη”; Όχι βέβαια αφού ο καπιταλισμός κάνει ακριβώς το αντίθετο. Και όχι μόνο δεν γυρίζει την άλλη παρειά αλλά ραπίζει πρώτος χωρίς επαρκή αιτία και αρπάζει το χιτώνα του μη έχοντος για χάρη του έχοντος
Από την άλλη, σύμφωνα με το πνεύμα του Χριστού ο οποίος φραγγέλωσε τους εμπόρους, το ίδιο το εμπόριο είναι μια βλάσφημη πρακτική αφιερωμένη στον Μαμμωνά; Αφού το βασικό σκεπτικό του είναι «αγοράζω όσο το δυνατόν φθηνότερα και πουλάω όσο το δυνατόν ακριβότερα», άσχετα αν είναι τίμιο και δίκαιο. Άραγε “το τίμιο κυνήγι ευκαιριών για το έντιμο κέρδος” που δικαιώνεται στον καπιταλισμό δεν είναι, σύμφωνα με όλες τις θρησκείες, προσχώρηση στο Σατανά. Αλλά ακόμα περισσότερο και η δημιουργία ευκαιριών κέρδους δεν ήταν πάντα αποτέλεσμα φανερής ή κρυφής βίας και άρα αντιστρατεύεται στο χριστιανικό πνεύμα.
Γνωρίζουμε βέβαια ότι η μόνη αληθινή χριστιανική κοινότητα ήταν η ουτοπική κοινοκτημοσύνη των πρώτων χριστιανών, η οποία θεωρούσε το κέρδος και το χρήμα αμαρτία και την αντίσταση στη βία των απίστων αλαζονεία, αφού ρίχνει λάδι στη φωτιά της βίας και υποκαθιστά τη βούληση του θεού και πατρός. Τι σχέση λοιπόν μπορεί να έχει ο καλβινικός χριστιανισμός με τον καπιταλισμό; Φυσικά καμία!! Σύμφωνα λοιπόν μ’αυτά τα δεδομένα ο σοσιαλισμός φαίνεται περισσότερο χριστιανικός αφού απώτερος σκοπός του είναι η κατάργηση του χρήματος, δηλαδή η εκδίωξη του Μαμμωνά από την κοινωνία και η διά νόμου κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο. Βέβαια ο σοσιαλισμός δεν είναι ουτοπικός όπως ο χριστιανισμός, που θέλει αυτή την αγαπητική κοινωνική δομή και με την απόλυτα ελεύθερη βούληση όλων. Επίσης δεν βάζει τον άνθρωπο και τους νόμους του κάτω από τη σκέπη του θεού, αλλά τον απελευθερώνει δίνοντάς του τη δυνατότητα να κάνει τις ηθικές επιλογές του, αλλά να είναι και υπόλογος στο νόμο αν αυτές τον αντιστρατεύονται.
Βέβαια ο σύγχρονος άνθρωπος έχει μια παράδοξη αντίληψη περί καλού ή κακού, περί νίκης ή ήττας. Άραγε όποιοι μιλάμε για την ήττα του σοσιαλισμού από τον ιμπεριαλισμό έχουν αναρωτηθεί μήπως μαζί μ’αυτήν πανηγυρίζουν και την ήττα του ιερού καπιταλισμού που απορρέει από ένα θεό ηθικής καλβινιστικής, ο οποίος όμως δειλά μα υπαρκτά προσπαθεί να καραμελώσει τη θηριωδία του ιμπεριαλισμού που είναι το ανώτατο όραμά του;
Κανείς δεν αμφιβάλλει ότι ο καπιταλισμός υπήρξε ένα κοινωνικό σύστημα με μια προοδευτική δυναμική, όπως επίσης ότι αυτό το σύστημα την εποχή που οραματίστηκε περί αυτού ο Βέμπερ, δεν ήταν πλέον όραμα αλλά μια θνήσκουσα πραγματικότητα. Μια πραγματικότητα η οποία στον διά μέσου του ιμπεριαλισμού και του καταναλωτισμού αναφαινόμενο θάνατό της, ήθελε να σύρει μαζί της όλη την ανθρωπότητα. Αυτός ο φονταμενταλιστικός καπιταλισμός που θεωρείται απ’τον Βέμπερ σταλμένος από έναν θεό καλβινικό ή κάτι τέτοιο, όσο κι αν τον περιτυλίγουν με χρυσόχαρτο και αγγελικούς ύμνους θ’αποφέρει δυσοσμία, γιατί σιτίζεται στον απόπατο της διάκρισης, της καταπίεσης και της απανθρωπιάς, σιτίζεται από πτώματα πολέμων και το βαθύτερο νόημά του είναι η διαιώνιση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο με τις ευλογίες της του θεού εκκλησίας.
Ο Βέμπερ μας ευαγγελίζεται έναν απλοϊκό φιλοσοφικά καπιταλισμό θέλοντας να κρύψει μέσα στους κόλπους του χριστιανισμού το βίαιο και σκοτεινό πρόσωπο της αποικιοκρατίας και του ιμπεριαλισμού. Εμένα αυτή η πατερναλιστική, δίκαια και “αγαπητική” σχέση κεφαλαίου και εργατών που παρουσιάζει, μου φαίνεται πολύ φασιστική, όπως επίσης η ορθολογική καπιταλιστική οργάνωση της “ελεύθερης” εργασίας, που απελευθερώνει τον καπιταλιστή και όχι τον εργάτη από την ευθύνη της υγιούς διαβίωσής του, ώστε να είναι αποδοτικός. Το αφεντικό είχε όλη τη φροντίδα του δουλοπάροικού του, αφού το κτήμα του είχε μεγαλύτερη παραγωγή και αξία όταν ο δουλοπάροικος, που ήταν μέρος του κτήματος, ήταν υγιής και κατά συνέπεια αποδοτικός. Ο “ελεύθερος εργάτης” όμως ήταν ελεύθερος να είναι συνεχώς επαρκής και σε καλή φυσική κατάσταση, έχοντας όλη την ευθύνη του εαυτού του που ήταν εργαλείο του εργοστασίου το οποίο δεν του ανήκε. Έτσι το αφεντικό, αν αρρώσταινε ο εργάτης του, τον πέταγε στο δρόμο χωρίς κόστος κι έπαιρνε άλλον από τους πολλούς που περίμεναν να εργαστούν.
Η ηθική ζάχαρη και ο ορθολογισμός που περιβάλλει ο Βέμπερ τον καπιταλισμό του είναι απλά στην φαντασία του. Εμείς, που ζήσαμε όλη την ανάπτυξή του, είδαμε πιο είναι το πραγματικό και το εφικτό του πρόσωπο. Ο Βέμπερ λοιπόν χωρίς να έχει ανακαλύψει τον καπιταλισμό, αφού ο καπιταλισμός είναι το φυσικό αποτέλεσμα της κοινωνικής ζούγκλας που συνεχίζουμε να ζούμε, μας δείχνει το θεϊκό θαύμα της δυναμικής του. Δηλαδή πως οι ισχυροί έγιναν πανίσχυροι και τι μπορούν να μας κάνουν αν τους αψηφήσουμε. Έτσι ο Βέμπερ και όλη η παρέα του, είναι οι θεωρητικοί μιας ιμπεριαλιστικής τρομοκρατίας, την οποίαν εμείς πρέπει να αψηφήσουμε με φοβερές συνέπειες για τη ζωή μας, αν θέλουμε ο κόσμος να βαδίσει μπροστά. Δηλαδή να πάρει το δρόμο της κοινωνικής αισθητικής και του ανθρωπισμού, όπου η πρόοδος για μένα δεν θα είναι συμφορά για τους άλλους, η ευημερία για μένα δεν θα είναι κόλαση για τους άλλους και η ύπαρξη για μένα δεν θα είναι θάνατος για τους άλλους. Ακόμα το υπόδειγμα του εργάτη το οποίο η κ. Ευθυμίου μας υποδεικνύει, έχει την αξιοπρέπεια να δουλεύει όσο το δυνατόν περισσότερο και να απολαμβάνει όσο το δυνατόν λιγότερο, γιατί έτσι η ιερή καπιταλιστική ηθική προστάζει, επίσης πρέπει να σέβεται το χρήμα γιατί έτσι η ιερή τοκογλυφία επρόσταξε.
Το αξιοπερίεργο όμως είναι, ότι ενώ βλέπουμε πλέον ολοκάθαρα το αποτέλεσμα του προτεσταντικού καπιταλισμού που είναι ο αντιαισθητικός καταναλωτισμός κι ο θηριώδης ιμπεριαλισμός, υπάρχουν “θεωρητικοί” που τυφλώνονται ή θέλουν να τυφλώνονται. Και μολονότι βλέπουμε τη θηριωδία του πολέμου “για την δημιουργία ευκαιριών ιερού κέρδους” και τ’αποτελέσματά της στους αμάχους που γεννά ο ιμπεριαλισμός, μπορούνε ακόμα να τον συνδέουνε με ένα αόρατο νήμα με τον θεό και τη θρησκεία. Δηλαδή έναν φιλεύσπλαχνο για μένα θεό, που είναι καταραμένος και διαβολικός για τους “άλλους”. Έναν καλβινιστικό θεό των ισχυρών ο οποίος στέλνει στην κόλαση τους ανίσχυρους αντί για τους αμαρτωλούς.
Ναι η θρησκεία υπήρξε σκοταδιστική, βάναυση και αιματηρή στο παρελθόν, όμως σήμερα έχει κάνει προσπάθεια ν’αποτινάξει από πάνω της αυτή τη σκόνη του πολέμου και της βαρβαρότητας. Μολονότι όμως έχει ανθρωπιστικό όραμα κάποιοι ιεράρχες πολύ συχνά το ξεχνούν κι έτσι πολλοί στρατηγοί με την ανοχή τους την χρησιμοποιούν σαν εργαλείο ή αιτία πολέμου.
Κι ενώ λοιπόν ο Βέμπερ βρισκόταν στα αζήτητα, αφού ο Μαρξ έφερνε το όραμα στο παγκόσμιο κοινωνικό γίγνεσθαι, μετά τη “νίκη” του ιμπεριαλισμού επί του σοσιαλισμού, δηλαδή της βαρβαρότητας επί του πολιτισμού (για την οποία οι λαοί έπρεπε να κλαίνε με μαύρο δάκρυ, αντί να αλαλάζουν από χαρά), στην απέλπιδα ιδεολογική μάχη του ο καπιταλισμός επιστράτευσε μιαν αλλοπρόσαλλη σειρά “κοινωνιολόγων της ανθρώπινης συμφοράς” που μεταξύ τους συμπεριλαμβάνονται “Ιδεολόγοι της Αδικίας και της Τοκογλυφίας ως Υψηλής Φιλοσοφικής Έννοιας” και έκπτωτοι αρχάγγελοι του μαρξισμού, που έχασαν τη δουλειά τους κι αναζητούν κάθε λογής λάφυρα. Αυτοί που μυρίστηκαν την πτωμαΐνη κι έσπευσαν να επιστρατευτούν. Την πρόσκαιρη ήττα του σοσιαλισμού και του πολιτισμού, βιάζονται να μετατρέψουν σε ιδεολογικό θρίαμβο του καπιταλισμού, της ιμπεριαλιστικής βίας και της καταναλωτικής βαρβαρότητας. Της καταναλωτικής βαρβαρότητας που ήταν το μεγαλύτερο όπλο του ιμπεριαλισμού ενάντια στο σοσιαλισμό και που για χάρη της καταστρέφεται το περιβάλλον και για χάρη των κερδών που αποκομίζουν απ’αυτήν γίνονται οι πόλεμοι.
Αντίθετα ο μαρξισμός σχεδόν την ίδια εποχή ευαγγελιζόταν το νέο, το σωτήριο, το υπερβατικό. Οραματιστής λοιπόν είναι ο Μαρξ και όχι ο Βέμπερ. Οι ιδεολόγοι του ιμπεριαλισμού βέβαια θα ισχυριστούν ότι ο σοσιαλισμός είναι μια θαυμάσια ιδεολογική ουτοπία, που σαν ουτοπία κατά την εφαρμογή της οδηγά την ανθρωπότητα στη αντικαταναλωτική “συμφορά”. Αφού κατ’αυτούς ο κάθε άνθρωπός ζει μόνο τώρα και ουσιαστικά θέλει πριν πεθάνει να ζήσει ως το έσχατο την καταναλωτική ευωχία, άσχετα αν η ευωχία γι’αυτόν είναι κατάρα για κάποιους άλλους και συμφορά για το μέλλον του πλανήτη και των παιδιών του.
Οι βολεμένοι πίθηκοι των δένδρων πανηγυρίζουν με την φαινομενική αποτυχία αυτών που αψηφώντας τη θεία τάξη σηκώθηκαν και περπάτησαν στα πίσω πόδια. Και βέβαια δεν αντιλαμβάνονται ότι τα κλαδιά δεν τους χωράνε όλους κι έτσι ξανά και ξανά θα υπάρχουν κάποιοι που θα πρέπει, αν θέλουν να επιζήσουν, να περπατήσουν όρθιοι στη στέπα. Δηλαδή να βαδίσουν στο επισφαλές καμίνι της αλλαγής που θα φέρει το νέο.
Στα μάτια των πιθήκων που στροβιλίζονται χαριτωμένα στα κλαδιά το βάδισμα στα δύο πόδια εκτός του ότι είναι παραφύση, δεν είναι και καλύτερο από το στροβίλισμα στα δέντρα. Έτσι πιστεύουν ότι αυτοί οι όρθιοι πίθηκοι οδηγούν ολοφάνερα το κοπάδι εκεί που δεν πρέπει, εκεί που οι αρχέγονες δεξιότητές του υποβαθμίζονται ή καταργούνται.
Η “παγκόσμια ιστορία της εξέλιξης των πιθήκων” όμως τους διέψευσε. Αυτός ο πίθηκος που σηκώθηκε στα πίσω πόδια, μολονότι έπεσε και ξανάπεσε, συνεχίζει ακόμα να περπατά και να χάνεται στον ορίζοντα του πολιτισμού.
Το σοβιετικό πείραμα, μολονότι θεωρείται αποτυχημένο, έδειξε στον κόσμο ότι υπάρχει κι άλλη επιλογή από αυτήν που μας υποδεικνύει ο καλβινιστικός δρόμος του θεού, που είναι ο καπιταλισμός κι ο καταναλωτισμός, «ο θάνατός σου η ζωή μου» και η ιδεολογικοποιημένη πλέον ανθρωποφαγία.
Επειδή κάθε βήμα στο νέο εγκυμονεί και λάθη και μολονότι ο σοσιαλισμός υπέπεσε σε πάρα πολλά, οι λόγοι που τον γέννησαν δεν έχουν εκλείψει και ούτε θα εκλείψουν, έως ότου το σοσιαλιστικό ιδεολογικό όραμα νικήσει την λογιστική της τοκογλυφίας ως ιδεολογία. Απώτερος σκοπός του σοσιαλισμού είναι η ίδια η κατάργηση του χρήματος, που είναι η διάκριση γυμνή και η αιτία όλων των συμφορών. Τις θεωρίες της ισχύος και του τρόμου θα αντικαταστήσουμε με θεωρίες δικαιοσύνης, ισότητας, αδελφότητας και αγάπης. Έτσι που οι άνθρωποι να πάψουν να μπουσουλάνε, θα σηκωθούν ξανά στα πίσω πόδια και θα συνεχίσουν το δρόμο τους στον πολιτισμό, έστω και κάτω απ’τη χλεύη των βολεμένων στα κλαδιά μαϊμούδων.
Αυτή η μικρή πραγματεία βέβαια δεν χωλαίνει μόνο λογιστικά αλλά και ιστορικά: στη ζούγκλα που ζούμε πάντα ο ένας έτρωγε τον άλλον για να ζήσει. Ο νέος όμως πίθηκος που εμείς οι ιδεολόγοι της αριστεράς οραματιζόμαστε, που είναι ο σοσιαλιστικός άνθρωπος, ακριβώς αυτό θέλει να αλλάξει: δηλαδή την ανθρωποβόρα συμπεριφορά του.
Ναι ο ιμπεριαλισμός είναι ο πιο επιστημονικός, αποτελεσματικός και γρήγορος τρόπος για την ανάλωση των υλών και την καταστροφή του περιβάλλοντος, αλλά και της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο. Σήμερα όμως εξελίσσεται και μ’έναν ταχύτατο τρόπο στην επιλογή αυτών που θα μπορέσουν να κατοικούν ή όχι τον πλανήτη, αφού η τοκογλυφία και η βία υποχρεώνει πολλούς λαούς, όπως και τον Ελληνικό, στο μαρασμό, την υπογεννητικότητα και τον θάνατο.
Άραγε τα καταναλωτικά όνειρα και τα οράματα πλουτισμού των πτωχών, για τα οποία άφηνε μια πορτίτσα για όλους ο καπιταλισμός τι έγιναν; Έμεινε το “Λόττο”, η μπάλα κι ο επαγγελματικός αθλητισμός, όπου μπορούν να ονειρεύονται τα παιδιά των πτωχών. Κάποτε όμως στο μέλλον η δίκαιη και δημιουργική καπιταλιστική κοινωνία της “ευημερίας και προόδου” στη θέση των χρημάτων απ’το Λόττο, θα θέσει δημοκρατικά ποιοι από αυτούς που περισσεύουν θα πρέπει να πεθάνουν ή ποιοι θα επιτρέπεται να γεννήσουν, αφού οι μηχανές θα παράγουν όλα τα προϊόντα για τους κατόχους των κεφαλαιούχων και τα χέρια δεν θα χρειάζονται πια. Έτσι και το όνειρο της τεχνολογίας στη υπηρεσία του λαού (που θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί στο σοσιαλισμό), μετετράπη στον καπιταλισμό σε κατάρα, αφού κάθε τι εκεί είναι όπλο μιας τάξης ενάντια σε άλλη τάξη. Δηλαδή όπλο μιας μικρής κλίκας καπιταλιστών που θα κάνουν το μεγάλο κατόρθωμα ν’αποκλείσουν και ν’αποδεκατίσουν το μεγαλύτερο μέρος της ανθρωπότητας όταν θα πάψει να τους είναι χρήσιμο και άρα πολυδάπανο.
Ας μην ξεχνάμε ότι και ο Ελληνικός λαός είναι από αυτούς οι οποίοι εντέχνως έχουν οδηγηθεί στον πληθυσμιακό μαρασμό, αφού έτσι η ιερή τοκογλυφία επρόσταξε.
Αν ο αναγνώστης αυτού του κειμένου θέλει ας διαβάσει τη μικρή εργασία μου περί “Μαρξισμού” στο thodoroskavasis,blogspot.com
Θόδωρος Καβάσης, απόμαχος της τέχνης και του οραματισμού
στην κ. Μαρία Ευθυμίου η οποία τη δεξιότητα στην εκλαΐκευση
της ιστορίας θα μπορούσε να μετατρέψει σε εποικοδομητική.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου