ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ ΓΙΑ ΜΙΑ ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΗ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ
ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ ΓΙΑ ΜΙΑ ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΗ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΉ
Μολονότι η διαλεκτική εμφανίστηκε πρώτη ως συνειδητή λογική πρακτική, με τους Αναξίμανδρο και Ηράκλειτο, μετά την εμφάνιση της ορθολογικής τυπικότητας από τον Παρμενίδη και τον Αριστοτέλη, παραμερίστηκε. Και μολονότι συνεχίζει αιώνες τώρα να γίνεται συζήτηση γι'αυτήν, αληθινά ποτέ δεν υπήρξε μια ξεκάθαρη αντίληψη για το "τι είναι ή δεν είναι η Διαλεκτική", αφού τα συγγράμματα αυτών των μεγάλων διανοητών έφτασαν σ'εμάς θρυμματισμένα και καψαλισμένα απ'την ιερή πυρά.
Η προσωκρατική Διαλεκτική βασίστηκε στην αντίληψη του Αναξίμανδρου, ότι το Άπειρο Γίγνεσθαι είναι αποτέλεσμα της καταλυτικής-συνθετότητας του σύμπαντος και των όντων, δηλαδή της αντιφατικότητας του Είναι. Ο Ηράκλειτος τη γενική αυτή αντίληψη οργάνωσε στο Λόγο, ο οποίος είναι μια αντιφατική λογικο-γλωσσική σύνταξη. Δηλαδή συνειδητή Διαλεκτική Λογική δια της οποίας ο κόσμος λέγεται ή περιγράφεται όπως είναι. Ο Ηράκλειτος ορίζει τον Λόγο ως ενότητα Λογικής, Γλώσσας, Ουσίας και Πράξης τα οποία συμπίπτουν όλα μαζί στο αέναο Υλικό Γίγνεσθαι. Εν συνεχεία ο Ζήνων, αποκαλύπτοντας με τα παράδοξα της κίνησης και του Είναι τις αντινομίες του ορθολογισμού, αναδεικνύει ένα είδος Αρνητικής Διαλεκτικής συμπληρώνοντας έτσι την διαλεκτική του Αναξίμανδρου και του Ηράκλειτου.
Η επανεμφάνιση της διαλεκτικής με τον Χέγκελ, μολονότι δημιούργησε ένα τεράστιο φιλοσοφικό ρεύμα προς όλες τις κατευθύνσεις, δεν μπόρεσε μέχρι σήμερα να δώσει ένα αξιόπιστο τυπικό λογικό εργαλείο χρήσης επιστημονικής έρευνας, όπως του Αριστοτέλη για τον Ορθολογισμό. Επίσης μολονότι με τον μαρξισμό άνοιξε ξανά ο δρόμος για το κοινωνικό όραμα, αυτό ανεκόπει. Έτσι η Διαλεκτική παραμερίστηκε, αφού θεωρήθηκε νεκρή καί στην επιστημονική έρευνα καί στο κοινωνικό γίγνεσθαι (στο σοσιαλιστικό όραμα). Ο σοσιαλισμός μολονότι δεχόταν ως κινητήρα τον Διαλεκτικό Υλισμό, στην καθημερινότητα και στο κοινωνικό γίγνεσθαι, δεν μπόρεσε ν'αποφύγει τη χρήση της ορθολογικής τυπικότητας. Η Διαλεκτική λοιπόν παραμένει αιώνες τώρα νεκρή-άταφη και το φάντασμά της περιφέρεται στους φιλοσοφικούς, πολιτικούς κι επιστημονικούς κύκλους, αφού μολονότι ο άνθρωπος δεν κατάφερε επιτυχώς να τη χρησιμοποιήσει, ποτέ δε σταμάτησε, συνειδητά ή ασυνείδητα, να διαλογίζεται ή να ονειρεύεται μέσα απ'αυτήν. Έτσι ο άνθρωπος στην καθημερινότητά του έκανε αυθόρμητη χρήση, στον ένα ή στον άλλο τρόπο σκέψης, ανάλογα με την περίσταση, χωρίς πειθαρχία κι επιστημονική συνειδητότητα. Φαίνεται λοιπόν ότι δεν μπορεί να λειτουργήσει μια αμιγής λογική, αφού ο άνθρωπος ενώ βλέπει το κόσμο σε συνεχές γίγνεσθαι, φτερουγίζοντας προς τη διαλεκτική, η ζωή του, τουλάχιστον στο επιστημονική γίγνεσθαι, περισφίγγεται από τον αριστοτελικό αντικειμενικό ορθολογισμό και τον νευτώνειο ντετερμινισμό. Ο ντετερμινισμός με την αρωγή του διαφορικού και ολοκληρωματικού λογισμού, σύμφωνα με τους ορθολογιστές, υπερβαίνει ακόμα και την αδυναμία της στατικής αντίληψης για τη φύση του κόσμου και των γεγονότων. Έτσι υπάρχουν διανοητές, κυρίως μαρξιστές οι οποίοι συνεχίζοντας να πιστεύουν στη ύπαρξη της διαλεκτικής, θεωρούν "Διαλεκτική" τις δυναμικές διαδικασίες του ορθολογισμού κι έτσι το θέμα γι'αυτούς έχει λήξει.
Με τη είσοδο όμως της Θεωρίας της Σχετικότητας και της Θεωρία των Κβάντα στο επιστημονικό προσκήνιο, ο ντετερμινισμός και η ορθολογική αντικειμενική τυπικότητα αμφισβητούνται βίαια. Έτσι το θέμα για μιαν αυτόνομη Διαλεκτική Λογική δεν έχει οριστικά κλείσει, αφού φαίνεται ότι ακόμα και ο δυναμικός ορθολογισμός, τον οποίον κάποιοι μαρξιστές-ρεφορμιστές θεώρησαν "Διαλεκτική", δεν μπορεί να περιγράψει τον κόσμο όπως ακριβώς είναι. Έτσι λοιπόν, μολονότι οι περισσότεροι επιστήμονες, έχουν χαμηλές φιλοσοφικές επιδόσεις, αναγκάστηκαν να φιλοσοφήσουν κι αναζητώντας "στα τυφλά" μιαν άλλη λογική, η οποία να ταιριάζει με τα επιστημονικά δεδομένα, χωρίς να το γνωρίζουν, έφτασαν στη πόρτα της προσωκρατικής διαλεκτικής.
Υπενθύμιση Α. Στο μικρό δοκίμιο «Η Νομιμότητα της Διαλεκτικής της Φύσης», το οποίο κατέθεσε στο φιλοσοφικό συνέδριο "Περί Διαλεκτικής" το 1988, ο διανοητής της αριστεράς Ε. Μπιτσάκης μας πληροφορεί ότι σύμφωνα με τον μεγάλο επιστήμονα και ανθρωπιστή Μπωμ: Στην κβαντομηχανική, η θεωρία του πεδίου περιγράφει την κίνηση των στοιχειωδών σωματίων ως δημιουργία-καταστροφή τους. Έτσι αν ένα ηλεκτρόνιο υποστεί σκέδαση απ’την αρχική του πορεία σ'άλλη, το περιστατικό περιγράφεται ως «καταστροφή» αυτού του ηλεκτρονίου και «δημιουργία» άλλου το οποίο κινείται σε νέα κατεύθυνση. Δηλαδή εκεί δεν υπάρχει σωμάτιο το οποίο να διατηρεί πάντα την ταυτότητά του. Έτσι βλέποντας την παράσταση του πεδίου κίνησης ενός ελευθέρου σωματίου βαθύτερα, θα διαπιστώσουμε ότι η κίνησή του περιγράφεται μαθηματικά σαν μια σειρά καταστροφής-δημιουργίας, η οποία έχει συγχρόνως αποτέλεσμα την συνεχή αλλαγή του σωματίου μέσα στο χώρο.
Υπενθύμιση Β. Ηράκλειτος: Στον ίδιο ποταμό μπαίνουμε και δεν μπαίνουμε, είμαστε και δεν είμαστε. Την ίδια ουσία δεν αγγίζουμε ξανά γιατί όλα αλλάζουν βίαια και γρήγορα, φεύγουν-επιστρέφοντας, σκορπάνε-μαζεύοντας, καταλύονται-συντιθέμενα, Είναι-ΜηΌντας. Και ο Ζήνων: Το κινούμενο δεν κινείται ούτε στον τόπο που βρίσκεται ούτε στον τόπο που δεν βρίσκεται. Επειδή το "κινούμενο" βρίσκεται σ'αέναη καταλυτική-συνθετότητα και κατά συνέπεια η ταυτότητά του συνεχώς αλλάζει, δεν δικαιούται να κινείται αυτό το ίδιο σε κάποιον ανεξάρτητο χώρο, και κατά τη διάρκεια κάποιου ανεξάρτητου χρόνου, αλλά κινείται αλλάζοντας μέσ'τον τον εαυτό του, όντας Αυτό-Άλλο-Αλλού, Όμοιο κι Ανόμοιο με τον εαυτό του.
Εδώ αναφαίνεται η ριζική διαφορά της δυναμικής ορθολογικής διαφορικότητας, με την προσωκρατική διαλεκτική και το σύγχρονο επιστημονικό γίγνεσθαι. Ο νευτώνειος κόσμος δέχεται το κινούμενο σαν βλήμα το οποίο κατά την κίνησή του διατηρεί την ταυτότητά του. Ενώ η προσωκρατική διαλεκτική δέχεται το κινούμενο ως καταλυτικο-συνθετικό κι έτσι δέχεται την ταυτότητά του ν'αλλάζει κατά την κίνησή του. Υπάρχει λοιπόν ριζική διαφορά μεταξύ νετώνειου δυναμικού ντετερμινισμού και ηρακλειτικής αντιφατική καταλυτικο-συνθετικής νοητικής διαδικασία. Έτσι είναι φανερό ότι η σύγχρονη επιστήμη δέχεται τη συμπεριφορά των κβαντικών γεγονότων όπως σχεδόν οι προσωκρατικοί Αναξίμανδρος, Ηράκλειτος και Ζήνων.
Επειδή ο ανθρώπινος νους ονειροπόλησε με κάθε τρόπο, για σχεδόν όλα τα αντικείμενα της γνώσης επί αιώνες, η πρόταση για μια αυτόνομη διαλεκτική, αντιμετωπίζει αντιδράσεις κι αμφιβολίες. Εξάλλου δεν θεωρείται δυνατόν να προταθεί κάτι Νέο το οποίο να μην μοιάζει ή να μην συμπίπτει, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, μ'αυτά τα οποία ήδη έχουν προταθεί. Αυτό όμως, μολονότι φαίνεται τόσο αληθινό κι αποδεκτό σχεδόν από τους περισσότερους διανοητές, είναι το αιώνιο λάθος αυτών οι οποίοι δεν πιστεύουν ότι το το Παγκόσμιο Γίγνεσθαι είναι ανοικτό κι αληθινό, αλλά το θεωρούν τετελεσμένο, φαινομενικό και κλειστό. Όσοι όμως δέχονται κάτι τέτοιο, συνάγοντας ότι τίποτα νέο δεν μπορεί να προταθεί, πρέπει συγχρόνως να αποδεχτούν ότι πίσω ή κάτω απ'αυτό, υπάρχει σύστημα ιδεατών ή υλικών, αναλλοίωτων-στοιχειωδών-εσχάτων, πεπερασμένου αριθμού. Αυτά αλληλεπιδρώντας δεν παραβιάζουν τα έσχατα όρια μεταξύ τους, συνιστώντας έτσι αυτό το τετελεσμένο, πεπερασμένο, προδιαγεγραμμένο, κλειστό, οντολογικό λογικο-γλωσσικό σύστημα, το οποίο είναι ο δυναμικός-αντικειμενικός ορθολογισμός. Αυτό το λογικο-γλωσσικό σύστημα, έχοντας απόλυτα όρια και όρους λειτουργίας, προϋποθέτει από μια στιγμή και μετά, την επ’άπειρον επανάληψη προδιαγεγραμμένης, πεπερασμένης, τετελεσμένης, απόλυτα συγκεκριμένης, σειράς παιγνίων, τα οποία θα μπορούσαν να ονομαστούν «συνθετικά πρότυπα του τέλους». Τα παίγνια αυτά μολονότι είναι τα όρια του συστήματος, συγχρόνως βρίσκονται ιδεατά εκ των προτέρων και στην αρχή, περιμένοντας την πραγμάτωσή τους από την ακολουθία της λειτουργίας του. Αυτή την διαδικασία ο Αριστοτέλης είχε ονομάσει Εντελέχεια. Παράλληλα όμως, αυτό το αντικειμενικό ορθολογικό σύστημα, το οποίο έχει όρους και όρια απόλυτα αναλλοίωτα και προκαθορισμένα, προϋποθέτει την ύπαρξη ενός «Κόσμου Ιδεών», του οποίου το φαινομενικό γίγνεσθαι περιμένει να αναφανεί από την εξέλιξη της λειτουργίας αυτού του ορθολογικού δυναμικού συστήματος. Αυτό λοιπόν έτσι ή αλλιώς είναι ο Ιδεαλισμός, ο οποίος μάχεται το αληθινό Γίγνεσθαι και γι'αυτό την αληθινή Διαλεκτική. Επίσης αυτός είναι ο μόνος τρόπος με το οποίον νομιμοποιείται η άποψη περί του τετελεσμένου γίγνεσθαι της έκφρασης αληθινά νέων απόψεων, οι οποίες να μην έχουν έτσι ή αλλιώς προταθεί στο απύθμενο παρελθόν.
Αυτοί λοιπόν που θεωρούν την ενασχόληση με τη Διαλεκτική σημαντική, πρέπει να διακόψουν για λίγο τη δουλειά τους, να θεωρήσουν, ό,τι έγινε ως τώρα σαν να μην έγινε και να ξαναρχίσουν τις δραστηριότητες τους, αφού πρώτα απαντήσουν στο ερώτημα: "Αν είναι και πως μπορεί να είναι αληθινά δυνατή η ύπαρξη μιας αυτόνομης Διαλεκτικής Λογικής". Επίσης αν η Λογική ως Ορθολογισμός είναι μια επιστήμη, θα πρέπει να αναρωτηθούμε αν έχει δικαίωμα και η Διαλεκτική να είναι επίσης μια ξέχωρη επιστήμη, η οποία να έχει όνομα και θέση έξω από τα όρια του Ορθολογισμού σαν άλλο είδος Λογικής. Αν ναι, θα πρέπει να ορίσουμε τις ειδοποιούς διαφορές της από τον ορθολογισμό, ώστε να μπορεί να δικαιολογηθεί η ύπαρξή της σαν άλλη λογική. Αν όχι, τότε θα πρέπει με γενναιότητα να δεχτούμε ότι Διαλεκτική Λογική δεν μπορεί να υπάρξει ως τέτοια, αλλά είναι ένα συμπληρωματικό δυναμικό εργαλείο του ορθολογισμού. Το εργαλείο αυτό όμως δεν θα δικαιούται ξεχωριστό όνομα και ειδική θέση στο νοητικό γίγνεσθαι, αλλά ακόμα δεν θα μπορεί να στηριχτεί πάνω του κοσμοθεωρία άλλη, εκτός απ'αυτήν του Ορθολογισμού ή της εγελιανής Μεταφυσικής. Τότε μάλιστα θα πρέπει να δεχτούμε ότι, ο κόσμος με τον οποίον ερχόμαστε σε άμεση επαφή, είναι κλειστός τετελεσμένος και φαινομενικός, άρα πίσω του υπάρχει ο κρυμμένος αληθινός κόσμος, ο οποίος μας είναι άγνωστος ή πιθανόν θα μας είναι για πάντα άγνωστος. Κάτι το οποίο αποδέχεται ο Ιδεαλισμός και με τον τρόπο αυτόν πλήττεται καί ο Υλισμός, αφού από κει αναδύεται ότι: Υλισμός χωρίς αληθινή Διαλεκτική δεν μπορεί να υπάρξει, ούτε αληθινή Διαλεκτική χωρίς Υλισμό.
Ακόμα και να ρωτήσεις όμως "αν μια επιστήμη είναι δυνατή", προϋποθέτει ότι αμφιβάλλεις για την πραγματικότητά της. Μάλιστα μια τέτοια αμφιβολία, προσβάλλει αυτούς των οποίων όλο το έχειν περιλαμβάνεται σ'αυτό το υποτιθέμενο κειμήλιο. Εκείνος λοιπόν ο οποίος εξωτερικεύει αυτήν την αμφιβολία, πρέπει να περιμένει έντονη αντίδραση καί από τις δύο πλευρές του φιλοσοφικού γίγνεσθαι. Του Υλισμού, αφού υπάρχει το τεράστιο μαρξιστικό κοινωνικό γίγνεσθαι, το οποίο στηρίχτηκε στον Διαλεκτικό Υλισμό, αλλά και το τεράστιο ιδεαλιστικό γίγνεσθαι το οποίο στηρίχτηκε στην διαλεκτική του Πλάτωνα και του Χέγκελ, των οποίων η σκέψη, ανά τους αιώνες, θεωρείται κορύφωση της διαλεκτικής. Οι κοινωνοί αυτών των απόψεων, οι οποίοι είναι πολύ υπερήφανοι για την κατοχή της αυτής της ομολογουμένως υψηλής γνώσης η οποία αμφισβητείται, απλά παίρνουν στα χέρια τα "Διαλεκτικά" τους εγχειρίδια (μεταφυσικά ή υλιστικά) και κοιτάζουν με περιφρόνηση, αυτόν ο οποίος θα θέσει μια τέτοια ερώτηση, περιφρονώντας τον όποιον αντίλογο. Επειδή όμως η διαλεκτική υπεσχέθει τα πάντα, αλλά εκτός από το όραμα δεν τήρησε τίποτα, ούτε ως εγελιανή, πρέπει όλοι όσοι την αγαπούν πραγματικά να σκύψουν πάνω της για να δουν "πότε κι από που γεννήθηκαν οι αδυναμίες οι οποίες τις το απαγορεύουν". Ακόμα πρέπει, αν διαπιστώσουν ότι δεν μπορεί να υπάρξει συνειδητή και συγκροτημένη Διαλεκτική Λογική, να δεχτούν ότι είναι μια θαυμάσια νοητική ουτοπία έωλων ποιητικών ενατενίσεων, η οποία δεν έχει αυτόνομη θέση στη Λογική. Για να υπάρξει λοιπόν η επιστήμη της "Διαλεκτικής Λογικής", πρέπει να βρεθούν οι λογικές πηγές της ύπαρξής της, οι ειδοποιοί διαφορές από τον ορθολογισμό, αλλά και οι δυνατότητές της, οι οποίες δεν πρέπει να βασίζονται, ούτε να συμφιλιώνονται με τον Ορθολογισμό, όπως ισχυρίστηκε για την Διαλεκτική Λογική του ο Χέγκελ. Βέβαια μολονότι η Διαλεκτική, δεν κατάφερε ποτέ να πάρει τη θέση η οποία θεωρείτο ότι αληθινά της αρμόζει και μολονότι δεν μπόρεσε να δώσει κάποιο εργαλείο τυπικής διαλεκτικής, όπως αυτό του Αριστοτέλη για τον Ορθολογισμό, ποτέ δεν έπαψε να κινείται μέσ' τους φιλοσοφικούς και διανοητικούς κύκλους, δείχνοντας ότι έχει κάτι να πει, το οποίο ο Ορθολογισμός δεν κατάφερε να εκφράσει. Αυτό το κάτι μολονότι συνεχώς ερευνούσαμε φιλοσοφικά, πρέπει να ιχνηλατηθεί ξανά πιο συγκροτημένα, γιατί η σύγχρονη επιστήμη, μολονότι δεν χρησιμοποιεί τη διαλεκτική σκέψη, έχει φτάσει πια ν'αμφιβάλλει βίαια για την αξία του ντετερμινισμού, του αντικειμενικού ορθολογισμού και της τυπικότητάς του ως έγκυρο εργαλείο έρευνας. Έτσι αναζητά στα τυφλά ένα νέο είδος "διαλεκτικής" σκέψης το οποίο να δίνει έγκυρα συμπεράσματα και περιγραφές στο σύγχρονο επιστημονικό γίγνεσθαι. Αυτό το είδος διαλεκτικής, είναι κάποιοι διανοητές οι οποίοι αναζητούν "στα τυφλά", γιατί η εγελιανή διαλεκτική η οποία λανθασμένα θεωρείται η πιο σύγχρονη και πιο έγκυρη, δεν εκπλήρωσε τις υποσχέσεις της, ενώ κάποιοι άλλοι οι οποίοι δεν δέχονται υπάρξη λογικής έξω απ'τον Ορθολογισμό, καλπάζουν βίαια προς τον μυστικισμό.
Επειδή ο ηρακλειτικός αποφθεγματικός Λόγος θεωρήθηκε λανθασμένα ποιητικός, θαυμαστός, αλλά αντεπιστημονικός και πρωτόγονος, ενώ η εγελιανή "Επιστήμη της Λογική" θεωρείται ακόμα -Διαλεκτική Καθαυτή-, πρέπει να δούμε συνοπτικά αν πράγματι μπορεί να είναι μια διαλεκτική λογική. Κι αφού λύσουμε αυτό το πρόβλημα, πρέπει να ανασύρουμε με προσοχή τα βασικά στοιχεία από τον ιστορικό κορμό της αρχαϊκής διαλεκτικής ή να συλλάβουμε κάποια δικά μας, δια των οποίων να αναδείξουμε την Διαλεκτική ως ξέχωρη και αυτόνομη από τον Ορθολογισμό.
Συνοπτική κριτική της εγελιανής λογικής: Η εγελιανή “Επιστήμη της Λογικής” είναι ένα αριστούργημα σοφιστικής ρητορείας που ανέλαβε, μέσα από δαιδαλώδεις προσδιορισμούς, να μας πείσει ότι το παγκόσμιο υλικό γίγνεσθαι που ερχόμαστε σε άμεση επαφή, είναι κάποια φαινομενική αντανάκλαση μιας κρυφής πραγματικότητας. Η αναγωγή αυτού του φαινομενικού γίγνεσθαι σε καθαρή, καθαυτή και ιδεατή λογική όπως ισχυρίστηκε ο Χέγκελ, θα μας οδηγήσει στην αλήθεια. Σ'αυτή την εργασία, αυτό το φαινομενικό γίγνεσθαι με μια λογικά ανακόλουθη μηδενολογία, ξεκινά απ’το Μηδέν και καταλήγει στο Απόλυτα προσδιορισμένο Είναι, έτσι ώστε να αναφαίνεται η θεϊκή παρέμβαση, αφού το βαθύτερο νόημα του έργου είναι θεολογικό. Επίσης κατά την ακολουθία των συνειρμών, η αντιφατικότητα του Γίγνεσθαι μετατρέπεται επιμελώς σε αντιθετικότητα, δίνοντας υφέρπουσα, αλλά σαφή υποταγή στον ορθολογισμό. Έτσι πολλές θεμελιακές προτάσεις του έργου του, ακολουθώντας δύο λογικο-γλωσσικές συντάξεις συγχέονται τόσο, που δεν υπακούουν ούτε στον ορθολογισμό ούτε στη διαλεκτική. Επίσης η εξαρχής αποδοχή από τον Χέγκελ αναντιστοιχίας Λογικής και Πραγμάτων, δεν της επιτρέπει να είναι ούτε Επιστήμη, ούτε Λογική, αλλά κι ο ιδεαλισμός του, απαγορεύει να είναι αληθινή Διαλεκτική. Μολονότι λοιπόν υπήρξε από τις ευφυέστερες φιλοσοφικές συλλήψεις, έβλαψε όσο τίποτε άλλο τη διαλεκτική σκέψη. Επίσης δε μπόρεσε να δώσει ένα αξιόπιστο τυπικό εργαλείο επιστημονικής έρευνας.
Για την κατανόηση του έργου πρέπει να έχουμε στο νου τις ακόλουθες θεμελιακές προτάσεις του Χέγκελ απ’όπου αναδύονται κι οι προθέσεις του:
―Α. § 1: Η Φιλοσοφία έχει βέβαια κατ’αρχή κοινά αντικείμενα με τη θρησκεία. Κι οι δύο έχουν αντικείμενό τους την αλήθεια με το ύψιστο νόημα της λέξης, δηλαδή ότι ο θεός και μόνο αυτός είναι η αλήθεια. Επίσης και οι δυο πραγματεύονται την περιοχή του πεπερασμένου: τη Φύση και τ’Ανθρώπινο Πνεύμα, τη σχέση του ενός προς το άλλο και προς τον Θεό ως αλήθεια τους».
(Αφού ο Χέγκελ εξαρχής γνωρίζει ότι η αλήθεια που είναι ο Θεός και μόνο Αυτός, γιατί μπαίνει στον κόπο της δύσβατης φιλοσοφικής του πορείας);
―Β. § 88: «...Πρέπει λοιπόν να εκπλήσσεται κανείς, ακούοντας στην εποχή μας προτάσεις, όπως -από το τίποτα δεν γίνεται τίποτα ή μόνον από κάτι μπορεί να γίνει κάτι-, χωρίς να συνειδητοποιείται ότι αυτές είναι το θεμέλιο του Πανθεϊσμού και της Αθεΐας…».
(Άραγε, είναι η εκ του μηδενός δημιουργία αυτονόητη ώστε να εκπλήσσεται, που οι υλοζωιστές ή οι υλιστές διαφωνούν);
―Α. Β. Επειδή ο Χέγκελ εκπλήσσεται αρνητικά από την αθεΐα και τον πανθεϊσμό, στη θέση της Λογικής τοποθετεί με φανατισμό την Παλαιά Διαθήκη. Αντίθετα σ’αυτόν η ηρακλειτική διαλεκτική απαιτεί: "Αυτός ο κόσμος που είναι ίδιος για όλους, δεν δημιούργήθηκε από θεό ή άνθρωπο, αλλά ήταν, είναι και θα είναι αείζωον πυρ (ενέργεια), το οποίο ανάβει-σβήνοντας με Μέτρο". Δηλαδή ο κόσμος είναι αυτάρκης-αντιφατικός και δεν έχει ανάγκη για την εξέλιξη και ύπαρξή του από κανένα θεό. Επίσης στην § Α. βλέπουμε ότι η διαλεκτική του Χέγκελ χωλαίνει και στην αντίληψη περί απείρου γίγνεσθαι, αφού θεωρεί πεπερασμένα τη φύση και το ανθρώπινο πνεύμα. Αυτό βέβαια επιβεβαιώνει την άποψή του ότι τα πράγματα δεν αντιφάσκουν, ενώ είναι η λογική που αντιφάσκει. Σύμφωνα με τον Αναξίμανδρο όμως, που αυτός πρότεινε πρώτος την έννοια του απείρου και του γίγνεσθαι: "αρχή και στοιχείον των όντων είναι το Άπειρο". Δηλαδή το άπειρο, ως Μέγα, εξουσιάζει περιέχοντας ποσοτικά τα πάντα, αλλά και κάθε πεπερασμένο-στοιχειώδες, υπάρχοντας μέσα σε όλα και όντας εν τω γίγνεσθαι, είναι το δυναμικά ποιοτικό άπειρο, αφού συνεχώς εξελίσσεται αλλάζοντας κι έτσι αληθινά ποτέ δεν χάνεται. Αντίθετα προς αυτό, επειδή ο θεός είναι τέλειος, δεν μπορεί να εξελίσσεται όντας τετελεσμένος κι έτσι πεπερασμένος. Η διαλεκτική θεωρεί ότι το πεπερασμένο στη συνεχή εξέλιξή του είναι άπειρο, ενώ το απολύτως άπειρο ως τετελεσμένο, είναι πεπερασμένο.
―Γ. § 8 σελ.68: Τίποτα δεν υπάρχει στην αίσθηση που να μην περιέχεται στη νόηση. Με τη έννοια ότι ο νοῦς και με βαθύτερο όρο το πνεύμα είναι η αιτία του κόσμου. (Άποψη η οποία φλερτάρει με τον σολιψισμό).
―Δ. § 40 σελ.122: Η κριτική φιλοσοφία θεωρεί την εμπειρία Μοναδική βάση των γνώσεων· δε θεωρεί όμως ότι αυτές είναι αλήθειες, αλλά μόνο γνώσεις φαινομένων. (Θεμελιακή άποψη του Παρμενίδη στο ποίημα “Περί Φύσεως”).
―Ε. §84 σελ.201: Δεν πρέπει το Πράγμα, (η ουσία του κόσμου), να φέρει το ελάττωμα της Αντίφασης. Αυτό πρέπει να αποδοθεί στην λογική ικανότητα, (την ουσία του πνεύματος).
(Άποψη η οποία αναδύεται στον Πλατωνικό διάλογο «Παρμενίδης»).
―Γ. Αν όπως λέει “η Νόηση και το Πνεύμα είναι η αιτία του κόσμου” ή τουλάχιστον προηγείται από την εμπειρική πραγματικότητα, ο ισχυρισμός του ότι το Νοείν ξεκινά απ’το Μηδέν, αντινομεί αφού δέχεται ότι ο Νους και το Πνεύμα είναι η αιτία του κόσμου. ―Ο Χέγκελ θεωρεί “Το Νοείν ως αιτία του κόσμου”, άρα την Συνείδηση και το Γίγνεσθαι Ιδεατό και Υψηλό, τα οποία είναι η Χάρις που εκπορεύεται απ’το Θεό στον άνθρωπο και υπάρχει αναμφισβήτητα εκ των προτέρων. Άρα το γίγνεσθαι της ιδέας και του κόσμου δεν προέρχεται από το απόλυτο Μηδέν. Αν ήταν έτσι το γίγνεσθαι απ’το Απόλυτο Μηδέν έως το Απόλυτο Είναι, θα ήταν η Εντελέχεια του Μηδενός το οποίο ως Απόλυτο Είναι, θα ήταν ο Θεός. Με τον τρόπο αυτό ο Χέγκελ τολμά να υπαινίσσεται έστω κι ασυναίσθητα τη δημιουργία του Θεού και μάλιστα εκ του Μηδενός. Επίσης το απολύτως καθαρό και καθαυτό Είναι, ξεκινώντας απ’το απολύτως καθαρό και καθαυτό Μηδέν, ως απροσδιόριστο, δεν μπορεί να έχει κατηγόρημα ώστε να είναι Κάτι. Ακόμα αν δεχτούμε ότι -το Είναι απλά είναι-, ο Μηδενικός προσδιορισμός δεν έχει δυναμική για να δώσει εκκίνηση σε κάποια Εντελέχεια, ώστε να γίνει κάτι περισσότερο απ’το κενό του Είναι. Το απροσδιόριστο καθαρό και καθαυτό Είναι το οποίο συμπίπτει με το Μηδέν, ως έχον μηδενικό προσδιορισμό, (δηλαδή ως μη προσδιορισμένο Είναι), δε μπορεί με τον μηδενικό προσδιορισμό, να μεταπηδήσει από το Μηδέν σε Κάτι. Το φαινομενικό γίγνεσθαι της αφηρημένης, καθαρής και καθαυτής Ιδέας, το οποίο ξεκινά απ’το Μηδέν, ως καθαρό, καθαυτό κι απόλυτο και το οποίο ολοκληρώνεται στο Απόλυτο Είναι, θα έλεγα σκωπτικά ότι μοιάζει με “Απολύτως” Απόλυτο και δε μπορεί παρά να είναι η απόλυτη αλήθεια, που είναι ο Θεός και μόνον ο Θεός. Έτσι ο κύριος Χέγκελ υβρίζει, αφού αυτό το φαινομενικό γίγνεσθαι, που θεωρεί ότι είναι το Νοείν και το οποίο ως ιδεατό απορρέει απ’τον Θεό (την Απόλυτη Ιδέα), θεωρεί ότι ξεκινά από το Μηδέν κι όχι από το Είναι ως Απολύτως Αληθώς Υπάρχων Θεός, υποβιβάζοντάς τον: Το Νοείν, που είναι η φύση του Θεού μέσ’τον άνθρωπο, υποβιβάζεται από αληθινό σε φαινομενικό. Ακόμα από κει αναφαίνεται ότι ο κόσμος των πραγμάτων και το Νοείν μολονότι είναι δημιουργήματά του, δεν αντιστοιχούν ώστε ο Θεός να γνωρίζει τον κόσμο που δημιούργησε όπως ακριβώς είναι.
―Ζ. § 6 σελ. 61: Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η φιλοσοφία έχει ως περιεχόμενο αυτό το οποίο παράγεται και παράγει τον εαυτό του μέσα στην περιοχή της πνευματικής ζωής, έτσι ώστε να γίνει ο εξωτερικός και ο εσωτερικός κόσμος, κόσμος της συνείδησης κι η Πραγματικότητα το περιεχόμενό της. Μάλιστα η συμφωνία με την πραγματικότητα μπορεί να θεωρηθεί τουλάχιστον, ως ένα εξωτερικό κριτήριο της αλήθειας της Φιλοσοφίας. Έτσι πρέπει να θεωρηθεί ως ανώτατος και τελικός σκοπός της Επιστήμης της Λογικής, η συμφιλίωση της αυτοσυνειδητοποιημένης λογικής ικανότητας με την υπαρκτή λογική ικανότητα, η οποία είναι η πραγματικότητα.
―Η. § 24. σελ 102: …οι σκέψεις μπορούν να ονομαστούν αντικειμενικές και ανάμεσά τους οφείλουν να περιληφθούν κι οι μορφές, που εξετάζονται καταρχήν μέσ’τη συνηθισμένη Λογική, (την Τυπική) κι εκλαμβάνονται συνήθως ως μορφές της συνειδητής νόησης… Η λογική συμπίπτει με την Μεταφυσική, αφού συλλαμβάνει τα πράγματα μέσα στις σκέψεις που εκφράζουν την ουσία των πραγμάτων.
―Ζ και Η. Δηλώνει ότι Ανώτατος και Τελικός σκοπός του έργου, είναι η συμφιλίωση της αυτοσυνειδητοποιημένης, αντιφατικής και φαινομενικής λογικής ικανότητας, με την υπαρκτή Λογική της πραγματικότητας (τον ορθολογισμό). Έτσι μολονότι προτίθεται να παρουσιάσει την Διαλεκτική Λογική του, δεν θ’αποχωριστεί τις βασικές αρχές του ορθολογισμού, μολονότι κάποιες φορές τις απαξιώνει. Αυτό θα διαπιστώνουμε συνεχώς στην ανάπτυξη των βασικών προσδιορισμών του, αλλά και στη διατύπωση των “αρχών της Διαλεκτικής Λογικής” του, όπου μετασχηματίζει τις θεμελιώδης προτάσεις της μ’επιμέλεια από αντιφατικές σ’αντιθετικές, δίνοντας συνεχή αναφορά στον ορθολογισμό. Επίσης στο § Ζ θα ξαναδιαπιστώσουμε ότι γεφυρώνει την “διαλεκτική” με την τυπική ορθολογικότητα και πατώντας εκεί συνεχίζει το αυθαίρετο και α-νόητο ταξίδι του στην Μεταφυσική, χαρακτηρίζοντας τη σκέψη “ουσία των πραγμάτων”. Επίσης μολονότι έχει τονίσει ότι η λογική του δεν αντιστοιχεί με την φύση των πραγμάτων, μιλά για μιαν άλλη Πραγματικότητα, η οποία περιέχεται στην συνείδηση. Αυτή όμως η πραγματικότητα της συνείδησης, η οποία είναι αποτέλεσμα της φαινομενικής αντιφατικότητας, σύμφωνα με τη δική του άποψη, δεν μπορεί να είναι μια αληθινή πραγματικότητα, αλλά φαινομενική. Αλλά κι η «ουσία των πραγμάτων η οποία περιλαμβάνεται στη σκέψη» αφού ως σκέψη «φέρει το ελάττωμα της αντίφασης» δεν μπορεί να είναι η ουσία των πραγμάτων. Επίσης δεν διευκρινίζει, αν αυτό το οποίο εγώ συνειδητοποιώ, ενώ ο άλλος όχι, είναι ―η Ίδια Πραγματικότητα―. Κάτι που οδηγεί στον σολιψισμό, διαψεύδοντας την περίφημη ιδεαλιστική αντικειμενικότητά του, στην οποία ως μαρξιστές έχουμε επενδύσει τόσο πολύ. Βέβαια μπορεί σε κάποιο άλλο μέρος του έργου να αναδύεται μια άλλου είδους αντικειμενικότητα, όμως ο συνετός αναγνώστης δεν πρέπει να παίρνει τοις μετρητοίς όσα ισχυρίζεται ο Χέγκελ, γιατί η υπερβολική κατάχρηση των διαλεκτικών κανόνων την οποίαν συνηθίζει, τον εκτροχιάζει.
Ο Χέγκελ μολονότι δέχεται ότι τα πράγματα δεν αντιφάσκουν και ότι το γίγνεσθαι του κόσμου είναι φαινομενικό, συμφωνώντας με τον Παρμενίδη, δεν ακολουθεί το δρόμο του ορθολογισμού. Ο Παρμενίδης θέλοντας να αποκαθάρει τη σκέψη από την αντίφαση, η οποία Είναι-Μη'Οντας, δηλαδή περιέχει εν μέρει το Μηδέν, το μη υπάρχον, ακολουθεί το ορθολογικό δρόμο. Ο Χέγκελ παραδόξως, μολονότι συμφωνεί με τον Παρμενίδη, ακολουθεί τον λεγόμενο απ'αυτόν αντιφατικό δρόμο και μάλιστα μέσω αυτού καταλήγει στον ορθολογισμό. Κάνει αυτό το οποίο θεωρεί πολύ ευφυές στην φιλοσοφία: δηλαδή ξεκινά από το Παγκράτι και πηγαίνει στον Πειραιά μέσω Θεσσαλονίκης.
―Θ. § 19. σελ 92: Η Λογική είναι η επιστήμη της Καθαρής Ιδέας, δηλαδή της ίδέας μέσ’το αφηρημένο στοιχείο της νόησης.
―Ι. § 87. σελ. 206: Το καθαρό Είναι, είναι η καθαρή αφαίρεση άρα το απόλυτα αρνητικό· που λαμβανόμενο άμεσα είναι το Μηδέν.
―Θ.Ι. Ο Χέγκελ υιοθετεί την καντιανή άποψη περί της “Καθαρότητας της Λογικής”. Επίσης συμφωνεί ότι η “εκ των προτέρων γνωστική δυνατότητα του όντος” είναι η βάση της Μεταφυσικής, ώστε “ο Νους με το βαθύτερο νόημα, να είναι η αιτία του κόσμου κι ο κόσμος της συνείδησης να είναι το περιεχόμενο της πραγματικότητας”. Κι ίσως γι’αυτό θέλει η λογική του να ξεκινά απ’το προεμπειρικό Καθαρό και Καθαυτό Είναι, το οποίο ως απροσδιόριστο, συμπίπτει με το Καθαρό και Καθαυτό Μηδέν. Κάτι το οποίο γεννά ερωτήματα, αφού ο ισχυρισμός αυτός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός απ’το σύγχρονο άνθρωπο, ούτε διαλεκτικά, ούτε ορθολογικά, γιατί η Ιδέα πρέπει να είναι Ιδέα κάποιας ουσίας κι έτσι δε μπορεί να ξεκινά απ’την Ιδέα του Μηδενός, το οποίο ως ουσία έχει το τίποτα. Επίσης βλέπουμε ότι ο ίδιος ο προσδιορισμός, ακόμα κι ο Μηδενικός, μέσω του ιδεαλισμού του, αποκόπτεται απ’το Πράγμα και ανάγεται σε ουσία καθαυτή. Δηλαδή επειδή νοούμε το Μηδέν, αυτό αποκτά μιαν ουσιαστικότητα ιδεατή κι έτσι μπορεί να είναι (να υπάρχει συμπίπτοντας με το Είναι). Ο ακραίος δογματικός ιδεαλισμός του, τον σύρει βίαια σε ανοησίες. (Ο ενδιαφερόμενος μπορεί να πληροφορηθεί εντενέστερα στην ανάρτησή μου "Διαλεκτική Υλιστική Σκέψη" και στο μέρος περί την "Επιστήμης της Λογικής" την κριτική στο έργο του Χέγκελ).
ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ: Λέγεται ότι η λέξη διαλεκτική κατάγεται ετυμολογικά, από τον διάλογο. Αυτός όμως ο ορισμός είναι έωλος για να στηριχτεί ένας τόσο σημαντικός φιλοσοφικός όρος. Εξάλλου τότε, η διαλεκτική θα έπρεπε να λεγόταν "διαλογική". Οι προσωκρατικοί οι οποίοι είναι αναμφισβήτητα πρώτοι και πιο συνεπείς "διαλεκτικοί", την Διαλεκτική ονόμαζαν "Λόγο". (Στο Liddell & Scott, "διάλεκτος" εἶναι η γλῶσσα, λαλουμένη έν τινὶ ἰδιαιτέρῳ τύπῳ). Έτσι ο Λόγος, η Διαλεκτική, ήταν μια ιδιαιτέρου τύπου διάλεκτος, αντιφατικής λογικο-γλωσσικής σύνταξης μέσα στην τρέχουσα γλώσσα. Ο Λόγος, ως διαδικασία ειδικής λογικο-γλωσσικής σύνταξης, προϋποθέτει την αλληλοδιείσδυση των αντιθέτων εννοιών και τελικά την εσωτερική διείσδυση κάθε έννοιας μέσα στον εαυτό, συνιστώντας μιαν αντιφατική ενότητα και σχέση, αναλόγου ποσοτικο-ποιοτικού Μέτρου. Δεν είναι λοιπόν απλά ο διάλογος η ειδοποιός διαφορά, η οποία διαχωρίζει την Διαλεκτική από τον Ορθολογισμό, αλλά οι μηχανισμοί της, οι οποίοι γεννούν αντιφατικές ενότητες με Μέτρο. Όταν το Μέτρο σχέσης των σκελών της αντιφατικής ενότητας διαταράσσεται, η αντιφατική ενότητα μεταλλάσσεται σε Άλλη, αλλάζοντας μορφή. Εξάλλου ο Διάλογος δεν είναι αυτό το οποίο χαρακτηρίζει μόνο τη διαλεκτική αλλά και τον ορθολογισμό.
Η συνειδητή Διαλεκτική είναι μια περιπέτεια της νόησης, η οποία ξεκίνησε απ’τον Αναξίμανδρο, πέρασε στον Ηράκλειτο κι ολοκληρώθηκε στον Ζήνωνα. Επειδή όμως τα έργα τους έφτασαν σ’εμάς αποσπασματικά, η Διαλεκτική τους είναι ντυμένη με ένα πυκνό νέφος αμφιβολιών. Για αιώνες λοιπόν είχε απαξιωθεί, παρανοηθεί ή συγχέετο με τη σοφιστική και για έναν λόγο παραπάνω, αφού δεν είχε δώσει ένα χρήσιμο διαλεκτικό τυπικό εργαλείο, όπως του Αριστοτέλη για τον ορθολογισμό. Αυτή η κατάσταση, με την είσοδο της Κβαντομηχανικής και της Σχετικότητας στο επιστημονικό προσκήνιο άλλαξε, αφού η τυπική λογική, ο ντετερμινισμός και η νευτώνεια ορθολογική αντικειμενικότητα, εκεί αμφισβητούνται βίαια, γιατί δεν μπορούν να περιγράψουν το κόσμο με ακρίβεια. Έτσι αναζητείται λύση σ’ένα είδος διαλεκτικής, η οποία όμως δε μπόρεσε να δοθεί έως τώρα, αφού η “Επιστήμη της Λογικής” του Χέγκελ, θεωρούμενη ως πιο ολοκληρωμένη και πιο σύγχρονη, δεν εκπλήρωσε τις υποσχέσεις της και τα καθήκοντά της.
ΥΠΕΝΘΥΜΙΣΗ αντιφατικών αποφθεγμάτων που διεγείρουν τη διαλεκτική σκέψη: ―Η πίστη οδηγεί στην άγνοια, η αμφιβολία στη γνώση.
1. Η μεγάλη ευθεία οφείλει να είναι κυρτή.
2. Το μεγάλο τετράγωνο δεν έχει γωνίες.
3. Ο κύκλος είναι πολύγωνο απείρου αριθμού γωνιών.
4. Στον ίδιο ποταμό μπαίνουμε και δε μπαίνουμε, είμαστε και δεν είμαστε
την ίδια ουσία δεν ξαναγγίζουμε, γιατί όλ’αλλάζουν βίαια και γρήγορα,
καταλύονται-συντιθέμενα, Είναι-ΜηΌντας.
5. Το κινούμενο ευθύγραμμα και ομαλά γυρίζει στη θέση που ξεκίνησε.
6. Το κινούμενο δεν κινείται ούτε στη θέση την οποία βρίσκεται, ούτε
στη θέση την οποία δεν βρίσκεται.
7. Ό,τι τείνει προς στο μηδέν τείνει συγχρόνως προς το άπειρο.
Το ακαριαίο είναι το ακίνητο.
8. Το ίδιο το φως είναι σκοτεινό.
9. Αρχή και στοιχείο των όντων είναι το άπειρο.
10. Το τέλειο είναι ατελές. Το πεπερασμένο κι ατελές είναι δυναμικά το άπειρο.
―Αυτόν τον κόσμο που είναι ίδιος για όλους, δεν τον έφτιαξε ούτε θεός ούτε άνθρωπος, ήταν, είναι και θα είναι αείζωον πυρ, που ανάβει-σβήνοντας με μέτρο.
Μολονότι η Διαλεκτική είναι αντιφατική, επειδή υπάρχει από τους ιδεαλιστές μια εμμονή για την ύπαρξη κι αντιθετικής Διαλεκτικής, θα δεχτούμε καταχρηστικά ότι αυτές είναι δύο ειδών: Α. Η αντιθετική διαλεκτική, η οποία δέχεται ότι ο κόσμος κι η λογικο-γλωσσική σύνταξη η οποία τον περιγράφει, στο απώτατο βάθος συντίθεται από μια σειρά εσχάτων αναλλοίωτων στοιχειώδων (γνώσιμων ή όχι), τα οποία αλληλεπιδρούν χωρίς να παραβιάζουν τα έσχατα όρια μεταξύ τους. Αυτά συνιστούν ένα αντικειμενικό ορθολογικό δυναμικό-διαφορικό σύστημα το οποίο, έχοντας απόλυτους όρους λειτουργίας, προϋποθέτει, από μια στιγμή και μετά, την επ’άπειρον επανάληψη μιας συγκεκριμένης, τετελεσμένης, πεπερασμένης προδιαγεγραμμένης σειράς παιγνίων, τα οποία μπορούν να ονομαστούν «συνθετικά πρότυπα του τέλους». Τα παίγνια αυτά, τα οποία είναι και τα όρια του συστήματος, υπάρχουν εκεί ιδεατά εκ των προτέρων, περιμένοντας την πραγματοποίησή τους απ’την ακολουθία της λειτουργίας του συστήματος. Ο Αριστοτέλης την διαδικασία αυτή, είχε ονομάσει Εντελέχεια. Αυτό το τελεολογικό, τετελεσμένο πεπερασμένο και κλειστό σύστημα, της ορθολογικής αντικειμενικότητας, έχοντας όρους και όρια απόλυτα προκαθορισμένα, προϋποθέτει την ύπαρξη ενός «Κόσμου Ιδεών», του οποίου το φαινομενικό γίγνεσθαι περιμένει ν’αναφανεί από την εξέλιξη της λειτουργίας αυτού του ορθολογικού δυναμικού συστήματος. Β. Η Αντιφατική Διαλεκτική, η οποία δέχεται ότι στο βάθος ο κόσμος κι η λογικο-γλώσσική σύνταξη που τον περιγράφει, είναι Όλον σε συνεχή κι αληθινή εξέλιξη. Γι’αυτό δεν συντίθεται από έσχατα-αναλλοίωτα στοιχειώδη, αλλά από αντιφατικά-αυτοαναιρούμενα, τα οποία αλληλεπιδρώντας, δεν αφήνουν απαραβίαστα περιθώρια μεταξύ τους. Σ’αυτόν τον αντιφατικό κόσμο για να υπάρχει Κάτι, πρέπει να καταλύεται-συντιθέμενο από υπογεγονότα κατώτερου επιπέδου, τα οποία καί αυτά με τη σειρά τους και με τον ίδιο τρόπο, να καταλύονται-συντιθέμενα και αυτό επ’άπειρον. Δηλαδή ως το έσχατο επίπεδο, (τον πυθμένα του κόσμου, όπως έδειξε ο Ζήνων), όπου τ’ αντιφατικά στοιχειώδη τείνοντας για μηδενικό μέγεθος, τείνουν συγχρόνως για άπειρο, όντας ακίνητα και ακαριαία, συνθέτοντας την Αντιφατικότητα Γυμνή δηλαδή το Εν Δυνάμει Είναι. [Για να έχει κάποιο στοιχειώδες καταλυτικο-συνθετική φύση, πρέπει υπό μορφή στοιχείων ενέργειας, (κβάντων, πυριδίων ή αείζωου πυρός), να διέρχεται εντός του μια συνεχής ροή-αντιρροή υπογεγονότων, τα οποία περνώντας μέσα απ’το γεγονός, κι’αναχωρώντας για το Σύμπαν, συγχρόνως να επιστρέφουν στο γεγονός απ’όπου ξεκίνησαν. Με τον τρόπο αυτόν, καταρχήν να αλληλεπιδρούν σταδιακά με τα γεγονότα του εγγύτερου περιβάλλοντος, μετά μ’αυτά του απώτερου και τέλος με το Σύμπαν, το οποίο είναι ο απώτατος-Άλλος εαυτός, ο έσχατος συμπαντιακός του αντίλογος, εξαιτίας του οποίου τα πορευόμενα υπογεγονότα αλλάζουν κι επιστρέφοντας πίσω αλλάζουν και το ίδιο γεγονός. Επειδή όμως το σύμπαν των διαλεκτικών προσωκρατικών είναι άπειρο, η διαδρομή αναχώρησης- επιστροφής αυτών των υπογεγονότων στο σύμπαν, δεν είναι κυκλική, αλλά πυκνή σπειροειδώς ελλειπτική. Έτσι τα υπογεγονότα επιστρέφοντας στη θέση που ξεκίνησαν, δεν επαληθεύουν το καταλυτικο-συνθετικό γεγονός το οποίο βρίσκεται σ’αυτή τη θέση απόλυτα, αλλά το επαληθεύουν-διαψεύδοντάς το σιγά-σιγά λίγο πιο κει και λίγο διαφορετικό, κάνοντάς το να είναι Αυτό-Άλλο-Αλλού όμοιο κι ανόμοιο με τον εαυτό του. Επειδή το καταλυτικο-συνθετικό γεγονός αλλάζει ταυτότητα, αλλάζοντας συγχρόνως και συνεχώς θέση, ουσιαστικά δεν κινείται σε κάποιο ανεξάρτητο χώρο, ούτε κατά τη διάρκεια κάποιου ανεξάρτητου χρόνου, αλλά μέσω του γίγνεσθαι κινείται εντός εαυτού. Και επειδή τα όρια του αντιφατικού στοιχειώδους παραβιάζονται συνεχώς από τον εαυτό τους ταξιδεύοντας στο σύμπαν, περιέχουν στιγμιαία κάθε φορά μ’έναν δικό τους τρόπο, ένα ολοκληρωμένο πρόσωπο του Όλου. Ο τρόπος αυτός είναι ο κώδικας του κόσμου, όπως είναι κάθε στιγμή γεγραμμένος σε κάθε ένα συγκεκριμένο καταλυτικο-συνθετικό γεγονός στη διάρκεια της αναχώρησης-επιστροφής των υπογεγονότων του (των αντιφατικών στοιχειωδών του) στο σύμπαν και την αλληλεπίδρασή του μ’αυτό. Δηλαδή όπως το γεγονός έχει εξελιχθεί έως τη στιγμή της μορφοποίησής του, περιέχοντας με τρόπο δαιδαλώδη και παράκεντρο όλα τα πρόσωπα και τις στιγμές του έως τότε κόσμου. Αντιφατικά ο κόσμος είναι Ένα Ανοικτό Λογικο-γλωσσικό Όλον, σε συνεχές Γίγνεσθαι, τα στοιχειώδη του οποίου περιέχουν το ανεπανάληπτο και το εν δυνάμει άπειρο, ως αποτέλεσμα της εξελικτικής τους δυνατότητας]
Υπάρχει λοιπόν τρόπος διαχωρισμού της διαλεκτικής ως αυτόνομης λογικής απ'τον ορθολογισμό, κάτι το οποίο είχε τονίσει ο Παρμενίδης σαν κριτική στην αντιφατικότητα του ηρακλειτικού Λόγου στο ποίημά του "Περί Φύσεως". (ο αναγνώστης μπορεί να πληροφορηθεί περί αυτού στην ανάρτησή μου "Από τον Διθύραμβο στην Διαλεκτική" έργο το οποίο έχει εκδοθεί από τη Δωδώνη το 2016 ή στη "Διαλεκτική Υλιστική Σκέψη"). Η διαλεκτική είναι αντιφατική ενώ ο ορθολογισμός αντιθετικός. Ακολουθώντας λοιπόν το παράδειγμα του Ηράκλειτου, ο οποίος πρότεινε τον Λόγο ως αντιφατική λογικο-γλωσσική σύνταξη, πρέπει κι εμείς να βρούμε τον τρόπο μέσω κάποιου Νέου Λόγου να εκφράσουμε πιο ολοκληρωμένα τον ηρακλειτικό Λόγο και πιο σύμφωνο με το σύγχρονο επιστημονικό γίγνεσθαι.
Για την πρόταση μιας αντιφατικής λογικο-γλωσσικής σύνταξης πρέπει να έχουμε πάντα κατά νου ότι: Κατά τον Διαφορικό Ορθολογισμό και την λογικο-γλωσσική του σύνταξη, η ταυτότητα του κινουμένου γεγονότος αλλά και οι ταυτότητες ολοκληρωμένων συστημάτων τα οποία βρίσκονται σε διαδικασία αλλαγής, παίζοντας τον ρόλο στοιχειωδών εσχάτων του ορθολογικού συστήματος, δεν υποχρεούται να αλλάζουν. Αντίθετα σε έναν αντιφατικό καταλυτικο-συνθετικό Ορθολογισμό και σύμφωνα με την προσωκρατική διαλεκτική, αλλά και τις διαπιστώσεις της σύγχρονης επιστήμης, η ταυτότητα του κινουμένου γεγονότος καταλύεται-συντιθέμενη Είναι-ΜηΌντας, Άλλη-Αλλού, όμοια κι ανόμοια με τον εαυτό της.
Υπάρχει λοιπόν χαοτική διαφορά μεταξύ των δύο "Διαλεκτικών", αφού η Αντιφατική Ταυτότητα, ως καταλυτικο-συνθετική, σε σύγκριση με την τυπική Ορθολογική Ταυτότητα είναι απύθμενα πολυδιάστατη.
Θέτω λοιπόν ξανά το ερώτημα: γιατί οφείλουμε να αλλάξουμε ένα άρτιο λογικο-γλωσσικό σύστημα, αρματωμένο με τεράστιο οπλοστάσιο και επιτυχώς δοκιμασμένο ανά τους αιώνες, μ’ένα άλλο ύποπτο διαλογικά, το οποίο μάλιστα έχει κατά καιρούς αποτύχει στην όποια χρήση; Και απαντώ: γιατί ο κόσμος μ’αυτό το λογικο-γλωσσικό σύστημα περιγράφεται όπως ακριβώς είναι χωρίς αναγκαίες συμβατικές παραχωρήσεις. Μάλιστα είναι η ίδια η σύγχρονη επιστήμη ο οποία το έχει απαιτήσει. Και τι είναι αυτό το οποίο μας ωθεί στη βεβαιότητα ότι αυτό μπορεί να επιετευχθεί; Αφού το Όν βγήκε και έρποντας από τη λάσπη προχώρησε στη στεριά και ανέβηκε στα δέντρα, αφού κατέβηκε από τα δέντρα και προχώρησε όρθιο στο ξέφωτο, αφού διέσχισε τους οκεανούς και πέταξε, αφού περπάτησε στη Σελήνη, σίγουρα θα μπορέσει να οργανώσει τη σκέψη του με μια λογική η οποία ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Εγώ "παραπατώντας" και χωρίς κάποια μαθηματική κάλυψη προτείνω το ακόλουθο μοντέλο μιας αντιφατικής μονάδας της οποίας η Αριθμητική ή η Γεωμετρία είναι τελείως παράδοξη και ενάντια από ό,τι έχουμς ως τώρα αποδεχτεί, αλλά νομίζω ότι η επιστήμη χωρίς να λάβει υπόψιν αυτήν την αντιφατική μονάδα δεν θα μπορέσει να προχωρήσει άλλο θεωρήτικά.
Μέσα απ’τη λογικο-γλωσσική σύνταξη την οποία προτείνω και κατά τη γνώμη μου ορίζει τους μηχανισμούς της αντιφατικότητας του Είναι, θα αναφανεί πως τα επόμενα ερωτήματα, που αφορούν στον αντιφατικό-ορθολογισμό μπορούν να ερμηνεύτουν: α. Πως η αντιφατική μονάδα, το αντιφατικό στοιχειώδες, η αντιφατική ταυτότητα και η αντιφατική αιτιότητα είναι λογικά δυνατά. β. Πως ο κόσμος είναι δυνατός σαν ανοικτό σύστημα. γ. Πως η κίνηση και το γίγνεσθαι, ως αληθινά και όχι ως φαινομενικά είναι δυνατά. δ. Πως το Όλον (το σύμπαν) είναι δυνατόν ως αμφίδρομο επικοινωνιακό πλέγμα θέσεων καταλυτικής-συνθετότητας, λήψης-εκπομπής μηνυμάτων κι αντιφατικής ενότητας του Μεγάλου ως προς το Μικρό. Και πως αυτό συνιστά οντολογική λογικο-γλωσσική σύνταξη, δηλαδή μιαν Αντιφατική Βιο-γεωμετρική Μοναδολογία. ε. Πως η νόηση και η ενόραση είναι λογικά δυνατές.
ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ Β: Το κείμενο που ακολουθεί είναι μια σειρά όρων για την οργάνωση μιας Αντιφατικής-Ορθολογικής, Λογικο-γλωσσικής Τυπικότητας, που ολοκληρώνοντας εδώ τη φιλοσοφική της περιγραφή, θα αναζητήσει μαθηματική διατύπωση, για να γίνει επιστημονικά χρήσιμη. Αυτή η διατύπωση πρέπει να στηρίζεται σ’ένα είδος Αντιφατικής Γεωμετρίας της οποίας τους βασικούς όρους αναφέρω κατά την ανάπτυξη της περιγραφής της αντιφατικής μονοδολογίας. Η Αντιφατική Γεωμετρία αυτή πρέπει να λαμβάνει υπόψιν την αντιφατικότητα της καταλυτικής-συνθετότητας του Είναι, όπως οργανώνεται φιλοσοφικά σ’αυτό το κείμενο. Είναι σημαντικό ότι πρέπει να γίνει κατανοητο ότι: αν ο Αριστοτέλης δέσποζε για αιώνες στο επιστημονικό και φιλοσοφικό γίγνεσθαι με την ορθολογική του τυπικότητα, αυτός ο οποίος θα έχει την τιμή να διατυπώσει μαθηματικά την αντιφατική καταλυτικο-συνθετική αυτή λογικογλωσσική σύσταξη, θα δεσπόζει για πάντα στο επιστημονικό και κοινωνικό γίγνεσθαι.
ΜΟΝΤΕΛΟ ΑΝΤΙΦΑΤΙΚΟΥ ΚΑΤΑΛΥΤΙΚΟ-ΣΥΝΘΕΤΙΚΟΎ ΓΙΓΝΕΣΘΑΙ
Αυτό το αντιφατικό μοντέλο είναι ένας συμπληρωματικός Λόγος στον ηρακλειτικό, ο οποίος διατυπώθηκε 2500 χρόνια πριν και βρίσκεται σε νεκρική σιγή, εξαιτίας της αριστοτέλειας ορθολογικής τυπικότητας, αλλά και της εγελιανής σύγχυσης. Επειδή ο βηματισμός του πορεύεται σε χώρους αχαρτογράφητους επιστημονικά και διαλογικά, ζητώ συγνώμη στον αναγνώστη γιατί είναι φορές που παραπατώ ακροπατώντας στο Νέο.
1. Η υλική πραγματικότητα υπάρχει με δυο τρόπους, οι οποίοι ενώ είναι αντίθετοι, ο ένας δεν αναιρεί τον άλλο αλλά τον ολοκληρώνει, συνιστώντας μια αντιφατική ενότητα.
2. Υπάρχει σαν συγκεκριμένο πεπερασμένο γεγονός, το οποίο κάθε του στιγμή είναι μοναδικό και αλληλοκαθορίζεται με τα άλλα συγκεκριμένα γεγονότα εκ των οποίων καθένα είναι κι αυτό πεπερασμένο.
3. Απ’την όψη των πεπερασμένων συγκεκριμένων γεγονότων, με τα οποία μόνο μπορούμε να έλθουμε σε άμεση επαφή, ο κόσμος υπάρχει πάντα με έναν τρόπο πεπερασμένο.
4. Κάθε πεπερασμένο γεγονός έχει όρια ύπαρξης, τα άλλα συγκεκριμένα και πεπερασμένα υλικά γεγονότα, το οποίο κάθε δεδομένη στιγμή αλληλο-διαμορφώνεται κι αλληλο-καθορίζεται μ’αυτά, σ’ευρύτερη ή στενότερη συνάφεια.
5. Υπάρχει μια ποσοτική κλίμακα που εκφράζει τη συνάφεια αυτή. Αυτή συνίσταται απ’τον αυτοκαθορισμό ο οποίος ξεκινά βαθιά μέσα από τον εαυτό, περνά σε αλληλοδιαμόρφωση κι αλληλοκαθορισμό με γεγονότα του στενού περιβάλλοντος, στην συνέχεια του ευρύτερου και τελικά με το σύμπαν, το οποίο είναι ο παντοτινά άλλος εαυτός. Αυτός που αναγκάζει το γεγονός σε κάθε αντιπαράθεση με τον εαυτό του, να είναι πάντα διαφορετικό. Αυτός είναι ο συμπαντιακός αντίλογος του γεγονότος, ο οποίος εκπροσωπεί το αποκεντρωτικό σκέλος της αντιφατικής ενότητας, με το συγκεκριμένο γεγονός, ως συγκεντρωτικό. Δηλαδή η αντιφατική σχέση αυτή, συνίσταται από την Εδώ-Δομή που είναι το συγκεντρωτικό μέρος της αντίφασης και την Άπω-Δομή που είναι το αποκεντρωτικό. Ό,τι συμβεί στο ένα μέρος πρέπει να συμβεί κάτι αναλόγως και στο άλλο μέρος.
6. Έτσι το πεπερασμένο γεγονός, από μιαν άλλη όψη είναι ακριβώς αυτό το ίδιο Εν Δυνάμει Άπειρο, αφού, όντας σε συνεχή εξέλιξη, δεν μπορεί να οριστεί απόλυτα το τέλος κι η αρχή του.
7. Ο κόσμος, ως Όλον, είναι η Kαθολικότητα όλων αυτών των αλληλο-καθορισμών η οποία καταλύεται-συντιθέμενη και κάθε της στιγμή είναι Μοναδική και Πάντα Διαφορετική. Έτσι που αυτή η καθολικότητα είναι μια συνεχής έκρηξη αλλαγής και ακαριαία επαναφορά στη ίδια θέση. Αυτό ουσιαστικά είναι μια ακαριαία ταλάντωση απ’το μηδέν στο άπειρο, η οποία ως ακαριαία δεν φαίνεται, αλλά εμφανίζει την ύπαρξή της με διαφορετικό τρόπο σε κάθε έκφανση του Είναι ως συγκεκριμένου.
8. Ο κόσμος καθαυτός ως καθολικός, υπάρχει αίροντας συνεχώς και ακαριαία τον εαυτό του. Είναι Πάντα Αυτός, όντας Συνεχώς Άλλος. Είναι η Αντιφατικότητα γυμνή ως Ουσία Καθαυτή, το εν Δυνάμει Είναι και το δυναμικό υπόβαθρο του Κόσμου, το Γίγνεσθαι ως Ουσία.
9. Συνεπώς το Χθες δεν υπάρχει, το Αύριο δεν υπάρχει, το Τώρα είναι Πάντα, το Τώρα που δεν Είναι, που Είναι Πάντα Άλλο. Έτσι ο Χρόνος είναι η αιώνια-μηδενική αιχμή του φθίνοντος παρόντος ανάμεσα απ’το παρελθόν και το μέλλον, η οποία αιχμή τείνοντας προς το Μηδέν τείνει συγχρόνως προς το Άπειρο, όντας με κάποιο τρόπο αιώνια στη μηδενικότητά της.
10. Η υλική καθολικότητα ως συνέχεια συγκεκεριμένων ασυνεχών είναι η αφηρημένη έκφανση της γενικότητας συγκεκριμένων αλληλοκαθορισμών.
11. Στη μέγιστη συνέχεια το αφηρημένο αίρεται ως τέτοιο κι εξυψώνεται σ’ένα νέο συγκεκριμένο, την Αέναη Κίνηση ως Ουσία.
12. Ο κόσμος είναι απεριόριστα ασυνεχή γεγονότα, τα οποία όσο πιο στατικά τόσο πιο συγκεκριμένα είναι και στη μέγιστη στατικότητα ή στην ελάχιστη χρονική τμήση, η στατικότητα αίρεται περνώντας στην Αέναη Κίνηση. (Οι ελάχιστες χρονικές τμήσεις τείνοντας προς στο Μηδέν, γίνονται άπειρη συνέχεια. Έτσι το άπειρο μέτρο και τ’απεριόριστα ασυνεχή συγκεκριμένα γίνονται από αφηρημένη συνέχεια, νέο συγκεκριμένο, ―η Αέναη Κίνηση―).
13. Τα συγκεκριμένα υλικά γεγονότα είναι τόσο σταθμιζόμενα και συγκεκριμένα, όσο σχετικά, ενώ σε σχέση μ’αυτά, το αφηρημένο είναι ενιαίο αστάθμητο και συνεχώς διαφορετικό. Στην έσχατη διαφορότητα κι ακαριαία αλλαγή όμως, η αφηρημένη διαφορότητα αίρεται σ’ένα νέο συγκεκριμένο, που προϋποθέτει μια διαφορετική λογική προσέγγιση.
14. Υπάρχουν δυο αντίδρομες λογικές προσεγγίσεις της σχέσης συγκεκριμένου- αφηρημένου οι οποίες αλληλο-προεκτείνονται συνιστώντας ένα συνεχές, το οποίο είναι η εξύψωση σε νέο αντιφατικό συγκεκριμένο, δηλαδή την Κίνηση και το αέναο Γίγνεσθαι ως Ουσία.
15. Ο κόσμος είναι τόσο συνέχεια όσο ασυνέχεια, τόσο συγκεκριμένος όσο αφηρημένος, τόσο πεπερασμένος όσο άπειρος. Το τετμημένο συγκεκριμένο κι ασυνεχές γεγονός, προεκτείνεται στο Σύμπαν το οποίο είναι το συνεχές, ενώ το Σύμπαν και συνεχές, αντιπροεκτείνεται βυθιζόμενο στο τετμημένο κι ασυνεχές συγκεκριμένο, συνιστώντας μιαν αντιφατική ενότητα όπου το ένα μάχεται το άλλο, αλλά συγχρόνως είναι και η αιτία της ύπαρξής του.
16. Όσο βυθιζόμαστε μέσα το συγκεκριμένο γεγονός, τόσο ταξιδεύουμε μακρύτερα έξω απ’αυτό, στην υλική ενότητα του σύμπαντος. Κι αντίθετα όσο απλωνόμαστε στο αφηρημένο, το Σύμπαν, επιστρέφουμε βυθιζόμενοι στο συγκεκριμένο, ―το γεγονός.
γεγονός και θέση
17. Κάθε γεγονός συνίσταται σε θέση, εξαιτίας της ροής-αντιρροής υπογεγονότων στη θέση αυτή, δημιουργώντας μια καταλυτικο-συνθετική πραγματικότητα. Η θέση αυτή λαμβάνει-εκπέμποντας υπογεγονότα κι έτσι το γεγονός το οποίο συνίσταται εκεί, είναι ένας κώδικας σύνθετης ροής-αντιροής-λήψης-εκπομπής μηνυμάτων.
18. Κάθε γεγονός το οποίο βρίσκεται σε μια Θέση, είναι αποτέλεσμα ροής-αντιροής, λήψης-εκπομπής υπογεγονότων (μηνυμάτων), στο Σύμπαν κι από το Σύμπαν, συνιστώντας έτσι μια σχέση αλληλοκαθορισμού και αλληλο-διαμόρφωσης, αντίθεσης και ενότητας των γεγονότων του κόσμου μας. Δηλαδή η ανταλλαγή των μηνυμάτων, προϋποθέτει τον αλληλοκαθορισμό, την συνάφεια και την αλληλοπραγμάτωση των συγκεκριμένων γεγονότων. Έτσι η φύση των γεγονότων είναι τόσο όμοια όσο κι ανόμοια μεταξύ τους, τόσο όμοια όσο και ανόμοια με τον εαυτό τους.
19. Είναι αδύνατο κάποιο γεγονός να λαμβάνει-εκπέμποντας μηνύματα (να αντιλαμβάνεται το γίγνεσθαι ροής-αντιρροής-λήψης-εκπομπής) απόλυτα ίδια με κάποιο άλλο γεγονός.
20. Υπάρχει μια κλίμακα διαφορετικής "αντίληψης" κάθε γεγονότος για τον κόσμο, απ’την αντίληψη των άλλων γεγονότων και για κάθε άλλο γεγονός ξεχωριστά.
21. Η "αντίληψη" κάποιου γεγονότος για τον κόσμο ξεκινά απ’την όψη του γεγονότος αυτού για τον ίδιο του τον εαυτό (το Ένα, τον αυτοκαθορισμό του) και διαδοχικά διαφοροποιούμενη, περνά στην όψη του γεγονότος αυτού για τα γεγονότα του περίγυρου, δηλαδή στον αλληλοκαθορισμού του με τ’Άλλα, καταλήγοντας τελικά στον αλληλοκαθορισμό με το πρόσωπο του απωτάτου σύμπαντος που αντιστοιχεί στο Συμπαντιακό του Αντίλογο, ―τον άλλο τον απώτατο εαυτό. Η "αντίληψη" αυτή διαμορφώνεται απ’την απόσταση και την πλοκή λήψης-εκπομπής, συνιστώντας κλίμακα σταδιακής διαφορικότητας που σε κάθε γεγονός είναι η δομή του και η Ταυτότητά του.
22. Κάθε γεγονός στέλνει μηνύματα που καταλήγουν στο σύμπαν. Αυτά περνώντας σταδιακά και ξεχωριστά από τ’άλλα γεγονότα του περιβάλλοντος, αντιπαρατίθενται μ’αυτά κι επιστρέφοντας στον εαυτό μεταφέρουν την διαφορά.
23. Υπάρχει κλίμακα λήψης-εκπομπής-ροής-αντιρροής μηνυμάτων, η οποία ξεκινά από την αντιπαράθεση με τον εαυτό, περνά στην αντιπαράθεση με τα γεγονότα του στενότερου περιβάλλοντος, μετά με του απώτερου και τελικά με το Σύμπαν, το οποίο είναι ο Αιώνια Άλλος Εαυτός, δηλαδή ο Συμπαντιακός του Αντίλογος.
24. Κάθε αντιπαράθεση είναι και ένας κόμβος αναχώρησης-επιστροφής. Το μήνυμα διαμορφώνει το γεγονός που το έλαβε, διαμορφούμενο απ’αυτό κι επιστρέφοντας διαμορφώνει και το γεγονός που το έστειλε. Τελικά μετά από μια απεριόριστη διαδικασία κλιμακωτής αναχώρησης-επιστροφής μηνυμάτων από το γεγονός προς όλα τα γεγονότα του κόσμου, διαμορφώνει το σύμπαν διαμορφωνόμενο συγχρόνως απ’αυτό.
25. Δηλαδή κάθε μήνυμα, κάνει απεριόριστους κύκλους αναχώρησης-επιστροφής τα οποία συνιστούν κλίμακα μια διαφορικότητας, η οποία διαμορφώνοντας το σύμπαν, διαμορφώνεται συγχρόνως απ’αυτό.
26. Κάθε κύκλος αναχώρησης-επιστροφής, είναι κι ένας κόμβος που θέτει κάθε φορά τα όρια του συγκεκριμένου. Περνώντας το μήνυμα απ’όλους τους κόμβους διαφορικότητας, ορίζει σε κάθε κόμβο τον εαυτό ως προς την αντίθετή του όψη. Η ολοκλήρωση της γνώσης του εαυτού βρίσκεται στο βαθμό όπου το ίδιο πια έχει αρθεί, αφού το απώτατα αντίθετό του όντας απόλυτα ίδιο αίρεται και δεν υπάρχει ως Αυτό πια.
27. Κατά τη διαδικασία ανταλλαγής, δηλαδή της αναχώρησης-επιστροφής μηνυμάτων απ’τη συγκεκριμένη θέση προς το σύμπαν, αυτά επιστρέφουν τόσο πιο διαφορετικά όσο μεγαλύτερη είναι η απόσταση της επαναφοράς τους κι επαληθεύουν-διαψεύδοντας το γεγονός στη θέση απ’όπου ξεκίνησαν. Επειδή το σύμπαν είναι άπειρο, η διαδρομή αναχώρησης-επιστροφής των υπογεγονότων δεν είναι κυκλική αλλά πυκνή σπειροειδώς-ελλειπτική. Έτσι τα υπογεγονότα επιστρέφοντας δεν επιβεβαιώνουν απόλυτα το γεγονός στη θέση, αλλά το επιβεβαιώνουν-διαψεύδοντάς το λίγο πιο κει και λίγο διαφορετικό. Γι’αυτό το ίδιο το γεγονός ξεκινώντας απ’την ίδια θέση με τον εαυτό, επανέρχεται-απομακρυνόμενο. Αυτό εκφράζεται σε μια κλίμακα συνεχούς άρνησης-ταύτισης με τον εαυτό, η οποία ξεκινά απ’τη μέγιστη ταύτιση κι ελάχιστη άρνηση (που είναι η αέναη αναχώρηση) και που ως ταύτιση συνεχώς αραιώνει, καταλήγοντας σε ελάχιστη ταύτιση και μέγιστη άρνηση (που ακριβώς εκεί είναι η θέση της αέναης επιστροφής). Ανάμεσα σ’αυτές τις δυο ακραίες θέσεις οι οποίες συνιστούν μια αντιφατική ενότητα υπάρχουν απεριόριστες θέσεις-κόμβοι άρνησης-ταύτισης, οι οποίοι είναι κι οι θέσεις αναχώρησης-επιστροφής, όπου εκεί το γεγονός είναι τόσο υπαρκτό όσο σχετικό, ενώ στις δυο ακραίες και απόλυτες θέσεις δε μπορεί να υπάρξει, γιατί ως ακίνητο κι ακαριαίο έχει αρθεί κατεβαίνοντας στο αντιφατικό υπόβαθρο του κόσμου (το εν Δυνάμει Είναι).
ΑΝΤΙΦΑΤΙΚΗ ΜΟΝΑΔΟΛΟΓΙΑ
ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΒΙΟΓΕΩΜΕΤΡΙΚΗ ΧΑΡΤΟΓΡΑΦΙΑ
― ΤΟ ΑΝΤΙΦΑΤΙΚΟ ΣΤΟΙΧΕΙΩΔΕΣ―
σημείο, ευθεία, χώρος και χρόνος
28. Αν ο κόσμος μας εξελίσσεται αληθινά και όχι φαινομενικά, δηλαδή αν είναι ανοικτό σύστημα, του οποίου κάθε στιγμή είναι μοναδική περιέχοντας το στοιχείο του ανεπανάληπτου, πρέπει οι όροι ύπαρξής του να είναι αυτο-αναιρούμενοι. Δηλαδή πρέπει να έχουν φύση αντιφατική υπακούοντας σε μιαν Αντιφατική Γεωμετρία.
29. Αυτή η Αντιφατική Γεωμετρία πρέπει να έχει στοιχεία διαφορετικά απ’αυτά της Ευκλείδειας. Στην Ευκλείδεια Γεωμετρία, το σημείο, η ευθεία κι ο χώρος, είναι έννοιες σε ιδεώδη κατάσταση, όντας κάθε μια ξέχωρη απ’ τις άλλες κι ακίνητες.
―Ο χώρος είναι τρισδιάστατος ακίνητος και προεκτείνεται προς όλες τις κατευθύνσεις επ’άπειρον. Είναι κάτι ξέχωρο και μοναδικό, στο οποίο μέσα, μπορούν να τοποθετούνται όλα τ’άλλα, χωρίς η ύπαρξή του να εξαρτάται απ’αυτά. Μπορεί να υπάρχει και να είναι νοητός χωρίς αυτά που περιέχει, δηλαδή κενός, όντας τελικά μια έννοια.
―Το ευθύγραμμο τμήμα, αν προεκταθεί επ’άπειρο δεν συναντά τον εαυτό του και οι παράλληλες ευθείες δεν τέμνονται.
―Το σημείο είναι ιδεώδες, δηλαδή είναι ακίνητο και δεν έχει διαστάσεις.
―Άσχετα με το τι μπορεί να συμβεί σ’ένα από αυτά τα στοιχειώδη, δεν είναι αναγκαίο να συμβεί τίποτα στ’άλλα.
30. Αντίθετα η Αντιφατική Γεωμετρία πρέπει να χαρακτηρίζεται από εγγενή κίνηση κι αλληλεξάρτηση των στοιχειωδών που την συνθέτουν: Ο χώρος, η ευθεία, το σημείο και λόγω της εγγενούς της κίνησης καί ο χρόνος, είναι όλα μαζί ένα μοναδικό γεγονός σε συνεχή κίνηση και αλληλεξάρτηση. Καθένα από αυτά τα στοιχειώδη είναι σε μια συγκεκριμένη κατάσταση, γιατί η σχέση του με όλα τα άλλα το υπαγορεύει. Αυτά συνιστούν κάποιο γίγνεσθαι συνεχούς αλληλεπίδρασης κι αλληλοδιαμόρφωσης:
31. Το σημείο στην κατάσταση αδρανείας του, δεν μπορεί παρά να νοηθεί ως κινούμενο ευθύγραμμα και ομαλά. Από την ευθύγραμμη και ομαλή πορεία του σημείου συνίσταται η ευθεία, η οποία έτσι δεν είναι ιδεώδης, δηλαδή όπως την έχουμε μέσα στο νου μας, αλλά πραγματική έχοντας και την ανάλογη κυρτότητα.
32. Η πορεία του σημείου μέσ’το χώρο, μετατρέπεται από ευθεία σε κυρτή, αφού ο χώρος για να είναι αληθινός κι όχι ιδεώδης, αδρανειακή κατάσταση έχει την περιστροφή.
33. Χώρος για το κινούμενο ευθύγραμμα και ομαλά σημείο, (το Ένα), είναι μια απεριόριστη σειρά συγκεκριμένων ομοίων σημείων, (των Πολλών), καθένα εκ των οποίων πορεύεται ευθύγραμμα και ομαλά, από διαφορετική αφετηρία προς διαφορετική κατεύθυνση συγχρόνως. Έτσι η πορεία αυτού του Ενός, τέμνει διαδοχικά τις πορείες όλων των Άλλων συγκεκριμένων Πολλών, τα οποία σχετίζονται με το Ένα. Για τον λόγο αυτό τα Πολλά συγκεκριμένα συνιστούν ένα Όλον, το οποίο σχετικά με το πορευόμενο-Ένα είναι ο περιστρεφόμενος χώρος του. 34. Οι τομές της ευθύγραμμης πορείας του Ενός πάνω στις πορείες των Πολλών, (λόγω της περιστροφής τους ως Όλον σε σχέση με το Ένα, που για το Ένα αυτό το Όλον είναι ο Χώρος), διαψεύδουν την ευθύγραμμη πορεία μετατρέποντάς την σε κυρτή. 35. Ας υποθέσουμε ότι το πορευόμενο ευθύγραμμα και ομαλά Ένα, "θέλει" να επιτύχει την απόλυτη ευθύγραμμη πορεία. Έτσι αρχίζει να επιταχύνεται για να προλάβει την περιστροφή. Μολονότι η πορεία του "ισιώνει", δε μπορεί να γίνει απόλυτη ευθεία, παρά μόνο στην ακαριαία ταχύτητα. Στην ταχύτητα όμως αυτή, κάθε απόσταση που θα μπορούσε να καλύψει ένα ευθύγραμμα και ομαλά κινούμενο σημείο χάνει το νόημά της, αφού βρίσκεται συγχρόνως παντού, έχοντας διασταλεί στο σύμπαν. Αν Α―Β είναι η απόσταση αυτού του υποθετικά ευθυγράμμου τμήματος που θα καλύψει το πορευόμενο σημείο, τότε τα σημεία Α και Β, στην ακαριαία ταχύτητα, απωθούνται στο άπειρο ενώ συγχρόνως έχουν συμπέ-σει στην ίδια θέση (στο μηδέν), κάνοντας την απόσταση Α―Β μηδενική και άπειρη. Την απόλυτα ευθύγραμμη κι ομαλή πορεία λοιπόν μπορούμε μόνο ν’αντιληφθούμε σαν μιαν ακαριαία έκρηξη αλλαγής και επαναφορά συγχρόνως στην ίδια θέση.
36. Αν ένα σημείο κινείται ευθύγραμμα κι ομαλά στο σύμπαν, ποτέ δεν επιστρέφει στη θέση που ξεκίνησε, περνά από κει απεριόριστες φορές και είναι συγχρόνως πάντα εκεί. Μόνον αυτός ο ορισμός μπορεί να εκφράσει την αντιφατικότητα της ευθύγραμμης πορείας ως απόλυτης, η οποία είναι ως ένας ακαριαίος κραδασμός, είναι η αντιφατική ταυτότητα του Όλου.
37. Στην απόλυτα ευθύγραμμη πορεία, το γεγονός είναι ακίνητο-ακαριαίο, μηδενικό-άπειρο, δηλαδή είναι η Αντιφατικότητα Γυμνή, το Εν Δυνάμει Είναι, η το Όλον ως αέναο γίγνεσθαι κι αντιφατική Ουσία Καθαυτή.
38. Η ευθύγραμμη και ομαλή πορεία όμως, ως συμβατική, έχει σύνδρομο την κυρτότητα. Είναι η ευθεία την οποία συνιστούν οι απεριόριστοι κόμβοι αναχώρησης-επιστροφής-λήψης-εκπομπής μηνυμάτων, όπου κάθε κόμβος πορεύεται τείνοντας να καλύψει άπειρες θέσεις ελλειπτικής σφαίρας. Έτσι η ευθύγραμμη και ομαλή πορεία είναι κάτι που το γεγονός, συγχρόνως επιτυγχάνει αποτυγχάνοντας. Το επιτυγχάνει στη μορφή της ελλειπτικής σφαίρας, αλλά συγχρόνως το αποτυγχάνει στην επιβεβαίωση της απόλυτης ευθείας.
39. Αυτό το νοητικό πείραμα φανερώνει τη σχέση σημείου, πορείας και χώρου, όπου η συμπεριφορά του ενός εξαρτάται απ’τη σχέση του μ’όλα τα άλλα, συνιστώντας μιαν ενότητα. Η ενότητα αυτή, είναι μια αντιφατική χωρο-χρονικότητα, όπου Χώρος, Χρόνος, Είναι και Γίγνεσθαι θεωρούνται αδιαχώριστα.
40. Ανάλογα με την ταχύτητα του σημείου, διαγράφεται κι η ευθύτητα της πορείας, η οποία όσο μεγαλύτερη είναι, τόσο μεγαλύτερος κι ο χώρος ο οποίος ορίζεται μέσ’την κυρτότητά της, επιτάσσοντας και την ανάλογη περιστροφή του πορευομένου σημείου γύρω απ’τον εαυτό του, αλλά και την περιστροφή του χώρου αντίθετα προς αυτήν του σημείου. (Εδώ αναφαίνεται κι ο λόγος που η σχέση της πορείας του σημείου με την περιστροφή γύρω από τον εαυτό του μπορεί να ονομάζεται "χωρό-χρονος". Η πορεία της κυρτότητας ορίζει την ροή-αντιρροή του μήκους κύματος των υπογεγονότων που συνιστούν-καταλύοντας το γεγονός, ενώ η περιστροφή του σημείου γύρω απ’τον εαυτό, ορίζει την συχνότητα επανάληψης της διόδου των υπογεγονότων από την θέση όπου το σημείου συνίσταται-καταλυόμενο από αυτά).
41. Έτσι το περιστρεφόμενο σημείο είναι ένας αντίχωρος (χρόνος) ο οποίος ξετυλίγεται-απλώνοντας μέσα στο χώρο, ενώ ο χώρος τυλίγεται συμπτυσσόμενος στο σημείο. Αυτό γιατί οι θέσεις τομής της πορείας των Πολλών απ’το Ένα (που είναι ο χώρος ο οποίος αντιστοιχεί στην πορεία του Ενός), διαμορφώνεται σε μιαν αυξανόμενη κλίμακα θέσεων τομής, η οποία ξεκινά από τη θέση όπου το σημείο τέμνει την πορεία ενός εκ των Πολλών Άλλων, και περνώντας απ’όλες τις πιθανές διαδοχικές θέσεις τομής Πολλών συγχρόνως, δηλαδή την θέση τομής της πορείας δύο άλλων, τριών, τεσσάρων, πέντε Άλλων κλπ, καταλήγει στη θέση όπου το πορευόμενο-Ένα να τέμνει τις πορείες Όλων των Άλλων συγχρόνως. Όπου εκεί είναι και το κέντρο του περιστρεφόμενου χώρου, που σχετίζεται με το εν λόγω σημείο. Έτσι το σημείο πορεύεται-διαστελλόμενο στο χώρο, ενώ συγχρόνως ο χώρος αντιπορεύεται-βυθιζόμενος-συστελλόμενος στο σημείο.
42. Όλο αυτό από μια άλλη όψη, είναι το πορευόμενο-Ένα, το οποίο τέμνοντας διαδοχικά και κλιμακωτά τις πορείες των Πολλών-Άλλων, φτάνει στην τομή της πορείας αυτού το οποίο θεωρείται αντίθετό του και που αυτό είναι το κέντρο του υποτιθέμενου περιστρεφόμενου χώρου. Από κει αρχίζει να "επιστρέφει", κι έτσι κάποια στιγμή θ’αρχίσει να τέμνει την δική του πορεία και συνεχίζοντας κάποτε θα συμπέσει με αυτήν.
43. Αυτή η κυρτή πορεία η οποία είναι και ο χώρος που αντιστοιχεί στο πορευόμενο-Ένα είναι ανοικτή, γιατί η ολοκλήρωση της επιστροφής της έχει γίνει μόνον ως κατεύθυνση κι όχι ως απόλυτη επαλήθευση της ίδιας της υποτιθέμενης θέσης εκκίνησής της.
44. Το πορευόμενο-Ένα, επαληθεύει-διαψεύδοντας τη θέση της εκκίνησης (όπως και κάθε άλλη θέση)· δηλαδή την αγγίζει σταδιακά από λιγότερο προς περισσότερο ή το αντίθετο, ανάλογα με την κλίμακα θέσεων τομής της πορείας των Πολλών-Άλλων από το πορευόμενο-Ένα, αλλά ποτέ δε μπορεί να συμπέσει απόλυτα μ’αυτήν. Κι αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον το σύστημα αυτό μπορεί να θεωρείται ανοικτό.
45. Ο χώρος ακολουθεί τη διαδικασία του πορευομένου-Ενός σημείου, αλλά αντίθετα προς αυτό, διαστέλλεται-συστελλόμενος, περιστρέφεται-πορευόμενος, φεύγει-επιστρέφοντας. Έτσι σε σχέση με το πορευόμενο-Ένα συνιστά μιαν αντιφατική ενότητα που συμπεριφέρεται σαν μονάδα.
46. Ο μόνος χώρος που δεν περιστρέφεται ούτε πορεύεται, είναι το Όλον το οποίο πάλλεται ακαριαία. Αυτό, αντίθετα σε κάθε άλλη μορφή χώρου, δεν μπορεί να εκφραστεί ως συγκεκριμένη ουσία παρά ως Εν Δυνάμει Είναι. Δηλαδή διαθέτει εν δυνάμει όλες τις μορφές και ιδιότητες, αλλά συγχρόνως καμία. Είναι μηδενικό και άπειρο, ακαριαίο και ακίνητο, δηλαδή η γυμνή αντιφατικότητα, το γίγνεσθαι ως ουσία, η υλικότητα ως ουσία και γι’αυτό είναι το έσχατο αντιφατικό χωροχρονικό επίπεδο του κόσμου μας.
47. Όταν ο χώρος παύει να είναι Όλον, το ακαριαίο φεύγει από την επιφάνεια, περνώντας στην υπόσταση και χάνεται στο βάθος του Είναι. Με τον τρόπο αυτό η αντιφατικότητα η οποία παίρνει τη μορφή συγκεκριμένης και καθαυτής ουσίας, φεύγει από το προσκήνειο ως ακαριαίο και κρύβεται στο βάθος του κόσμου αόριστη και ξεχασμένη. Σε ακραίες καταστάσεις όμως παρουσιάζει το αντιφατικό της πρόσωπο και μας ξαφνιάζει.
48. Όταν το Όλον, (ο «απόλυτος» χώρος, ο οποίος είναι η αντίφαση γυμνή, το ακαριαία παλλόμενο και ακίνητο, το μηδενικό και άπειρο), βυθιστεί στην υπόσταση, τότε στην επιφάνεια εμφανίζονται οι πολλοί σχετικοί χώροι. Ο σχετικός χώρος ο οποίος είναι κυρτός, περιστρεφόμενος, πορευόμενος και αποτείνεται σε σημείο υπαρκτό. Αυτό ως υπαρκτό έχει το ανάλογο μέγεθος που επιτρέπει ο χώρος, έχει περιστροφή αντίθετη προς το χώρο και πορεία με ανάλογη κυρτότητα. Δηλαδή αυτήν την οποία επιτρέπει το μέγεθος κι η περιστροφή του σημείου, έχοντας και την ανάλογη παράκεντρη ταλάντωση, που απαιτεί η αντιφατική ισορροπία της ενότητας αυτής, ως ανάμνηση της ακαριαίας ταλάντωσης του απόλυτου και αντιφατικού χώρου.
49. Τότε ο πεπερασμένος-περιστρεφόμενος-πορευόμενος αυτός χώρος, ορίζεται απ’τη μια, από την κυρτότητα της πορείας του σημείου κι απ’την άλλη, από την ανάλογη περιστροφή του σημείου γύρω απ’τον εαυτό του. Η περιστροφή του σημείου γύρω από τον εαυτό σχετίζεται με την κυρτότητα της πορείας του σημείου.
50. Έτσι φαίνεται ότι υπάρχει χώρος κι αντίχωρος [χώρος-χρόνος], οι οποίοι συνιστούν μιαν αντιφατική ενότητα, όπου η συχνότητα περιστροφής είναι ο χρόνος και το μήκος κύματος επαναφοράς των εκπεμπομένων μηνυμάτων (κυρτότητας) στο σύμπαν είναι ο χώρος. Ο χώρος περιλαμβάνεται μέσ’την κυρτότητα της πορείας του σημείου και ο αντίχωρος, (ο χρόνος), στην περιστροφή του σημείου γύρω από τον εαυτό του. Έτσι το Ένα (το μικρό) διαστέλλεται περιστρεφόμενο στο σύμπαν, ενώ το Σύμπαν (το μεγάλο), που είναι τα Πολλά, βυθίζεταιπεριστρεφόμενα αντίθετα στο μικρό επιστρέφοντας το χρέος του.
51. Οι δυο αυτοί χώροι συνιστούν μιαν ενότητα, ένα ενιαίο γεγονός,―τον αντιφατικό χώρο―, ο οποίος είναι αδιαχώριστος από τα γεγονότα με τα οποία σχετίζεται (ή που φαίνεται ότι περιέχει).
52. Αυτό το οποίο ονομάσαμε αντιφατικό χώρο, από την περιγραφή του γίνεται αντιληπτό ότι είναι ένα είδος καταλυτικο-συνθετικού χωρό-χρονου. Εκεί, ανάλογα με το σημείο αναφοράς ή τον τρόπο σχέσης των αντιφατικών σκελών μέσα στο σύστημα, χώρος, μπορεί να χαραχτηριστεί το μήκος κύματος, ή η πορεία κυρτότητας των υπογεγονότων στο σύμπαν, τα οποία διέρχονται μέσα από το γεγονός και το πραγματώνουν. Ενώ ό,τι ορίστηκε αντίχωρος (περιστροφή του σημείου γύρω από τον εαυτό του, για το οποίο θα μιλήσουμε αργότερα), είναι η συχνότητα επανάληψης υπογεγονότων στην θέση πραγμάτωσης (λήψης-εκπομπής μηνυμάτων), δηλ. ο χρόνος. Ο χαρακτηρισμός του χώρου ή του χρόνου σ’αυτή την αντιφατική σχέση, μπορεί ανάλογα με την περίσταση ν’αντιστραφεί, αλλά ποτέ δεν μπορούν να θεωρηθούν ξέχωρα μεταξύ τους. (Ο χαρακτήρας αυτής της αντιστροφής θα γίνει κατανοητός από την εξέλιξη της εργασίας, αργότερα).
53. Ο σχετικός χώρος φεύγει-επιστρέφοντας, χωρίς να επαληθεύει απόλυτα τον εαυτό του, αφού το σημείο εκκίνησης το οποίο ανταποκρίνεται σ’αυτόν, πορευόμενο-επιστρέφει και συμπίπτει κάποτε με τη διεύθυνση της πορείας του, αλλά ποτέ στο ιδεατά υποτιθέμενο σημείο από το οποίο κάποτε είχε ξεκινήσει. Δηλαδή αγγίζει τη θέση διαδοχικά λιγότερο ή περισσότερο αλλά ποτέ δεν συμπίπτει απόλυτα με αυτήν.
54. Το άγγιγμα του πορευόμενου σημείου στη θέση, ξεκινά απ’αυτό όπου μόλις αγγίζει το όριό της, όντας η ελάχιστη επαλήθευση και η μέγιστη διάψευση και σταδιακά περνώντας απ’όλες τις πιθανές διαβαθμίσεις διάψευσης-επαλήθευσης, φτάνει στη μέγιστη επαλήθευση κι στην ελάχιστη διάψευση. Στις θέσεις απόλυτης επαλήθευσης ή απόλυτης διάψευσης, όπου συνίσταται μιαν αδιαχώριστη ενότητα, το γεγονός είναι συγχρόνως στην εκκίνηση και στην κατάληξη, είναι ακίνητο και ακαριαίο. Εκεί βρίσκεται ο αντιφατικός κι ακαριαίος χωρόχρονος ο οποίος ταλαντούται ακαριαία. Αυτό παύει να είναι πλέον ένα συγκεκριμένο γεγονός, αλλά το Εν Δυνάμει Είναι, το Καθαυτό Είναι, το Γίγνεσθαι και το Άπειρο ως Ουσία, η Αντιφατικότητα γυμνή, η Υλικότητα ως Ουσία Καθαυτή.
η κίνηση του σημείου κι οι κλίμακες αναχώρησης-επιστροφής.
55. Η πορεία αναχώρησης-επιστροφής των υπογεγονότων, η οποία κάνει ένα γεγονός πραγματικότητα, ανταποκρίνεται σε μιαν απεριόριστη σειρά διαψεύσεων-επαληθεύσεων, η οποία ξεκινά από την απόλυτη επαλήθευση, που είναι το ακαριαίο. Εκεί ο χώρος φεύγοντας ακαριαία είναι πάντα εκεί, απόλυτα διαφορετικός (ως αντιφατικότητα γυμνή) και περνώντας απ’όλες τις σχέσεις διάψευσης-επαλήθευσης, καταλήγει στην απόλυτη διάψευση η οποία είναι το ακίνητο, αφού το γεγονός δεν έφυγε ώστε να επαληθευθεί. (Η απόλυτη επαλήθευση συμπίπτει με την απόλυτη διάψευση, αφού το ακαριαίο είναι συγχρόνως και ακίνητο). Τα όρια του σχετικού χώρου, μολονότι είναι πεπερασμένος, είναι ασαφή κι αόριστα, γιατί το πορευόμενο-Ένα του οποίου η πορεία οριοθετεί τον χώρο, λόγω της καταλυτικής-συνθετότητάς του, δεν έχει απόλυτη θέση εκκίνησης κι έτσι τα όρια του χώρου αυτού μπορούν συνεχώς να αλλάζουν. Αυτά είναι πάντα σχετικά με κάποια πιθανή και συγκεκριμένη θέση εκκίνησης του συγκεκριμένου πορευομένου σημείου, συνιστώντας τον τρόπο με τον οποίον η αντιφατική μονάδα μπορεί να εκφράζεται σαν ελάχιστο εκείνη τη στιγμή.
56. Εφόσον κάθε σημείο κινούμενο ευθύγραμμα και ομαλά έχει σύνδρομο την κυρτότητα, η πορεία του από μια στιγμή και μετά, θα πρέπει να δημιουργήσει θέσεις τομής απ’ τον εαυτό της. Αυτές είναι οι θέσεις στις οποίες το πορευόμενο-Ένα επαναλαμβάνεται περισσότερες από μια φορά δημιουργώντας κλίμακα διαδοχικών θέσεων αυξανόμενης επανάληψης με όρια, από τη μια το μηδέν κι από την άλλη το άπειρο. (Οι δύο θέσεις επανάληψης μηδενός κι απείρου, συνιστούν το έσχατο επίπεδο του κόσμου, δηλαδή την ενότητα ακίνητου και ακαριαίου).
57. Αυτό από μιαν άλλη όψη, είναι το ίδιο το πορευόμενο-Ένα, το οποίο κάνοντας απεριόριστους κύκλους αναχώρησης-επιστροφής και τείνοντας να επαληθεύσει τον εαυτό του, ορίζει και τον ανάλογο αντιφατικό χώρο ο οποίος του αντιστοιχεί κάθε φορά. Τόσο το μεγάλο, ο οποίος είναι ο χώρος ως κυρτότητα του μήκους της πορείας, όσο και τον μικρό ο οποίος είναι το μέγεθος του σημείου, το οποίο ορίζει η συχνότητα περιστροφής γύρω από τον εαυτό του. (Η συχνότητα περιστροφής που είναι ο χρόνος και το μήκος κύματος που είναι ο χώρος).
Οι κύκλοι αυτοί ξεκινούν απ’αυτόν που δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ γιατί το σημείο είναι πάντα εκεί και προχωρώντας, αφού καλύψει όλους τους πιθανούς κύκλους αναχώρησης-επιστροφής, φτάνει σ’αυτόν που ποτέ δεν θα πραγματοποιηθεί, γιατί δεν θα επιστρέψει. Ο πρώτος κύκλος είναι αυτός της απόλυτης κατάφασης και ο τελευταίος της απόλυτης άρνησης. Κι οι δυο μαζί συνιστούν τη σχέση μηδενός και απείρου, ακινήτου και ακα-ριαίου, που είναι η αντίφαση γυμνή. Εκεί όπου το γεγονός αρνείται απόλυτα τον εαυτό του και συγχρόνως τον επαληθεύει απόλυτα, κι έτσι αίρεται ως Κάτι και περνά στον αόριστο κι αντιφατικό χωρο-χρονικό "κορμό" του όλου, τον ακαριαίο κραδασμό του Εν Δυνάμει Είναι.
58. Ανάμεσα σ’αυτές τις δυο ακραίες θέσεις (που θα πρέπει να έχουμε στο νου μας, ότι συνιστούν αδιάρρηκτη χωρο-χρονική ενότητα), υπάρχουν απεριόριστες θέσεις αναχώρησης-επιστροφής, στις οποίες το συγκεκριμένο γεγονός επαληθεύεται σχετικά. Στις θέσεις αυτές το γεγονός τέμνει την ιδεατή πορεία του, αλλά όχι απόλυτα. Δεν ξαναπερνά ποτέ απόλυτα απ’τη θέση που είχε περάσει, αλλά την αγγίζει περισσότερο ή λιγότερο αναλόγως, δηλαδή την επαληθεύει-διαψεύδοντάς την). Οι θέσεις αυτές συνιστούν κλίμακα διαδοχικότητας, τόσης επαλήθευσης, όσην επιτρέπει η διάψευση που περιέχουν, συνιστώντας «πίνακες» μιας εξελισσόμενης επιβεβαίωσης-διάψευσης από τον εαυτό, ο οποίος είναι το κινούμενο σημείο.
59. Το πορευόμενο σημείο στο σύμπαν, κάνοντας διαδρομές αναχώρησης-επιστροφής, ορίζει την σχέση του μεγίστου ως προς τον ελάχιστο χώρο. Αυτό είναι ο ιδεατός χωρο-χρονικός κύκλος διαδρομής του πορευομένου στο σύμπαν και τα ανάλογα όρια της περιστροφής του σημείου γύρω από τον εαυτό του.
60. Επειδή ο κύκλος αναχώρησης-επιστροφής δεν είναι απόλυτος και κλειστός κι επειδή το πορευόμενο-Ένα επαληθεύει-διαψεύδοντας τη θέση από την οποία ξεκίνησε, ο κύκλος του χώρου εκτός από περιστρεφόμενος, είναι συγχρόνως και πορευόμενος. Έτσι το πορευόμενο σημείο, μη όντας ακαριαίο έχει όγκο, περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό του, έχοντας άξονα μετακινούμενο και ταλαντώμενο. Η ταλάντωση αυτή είναι η ανάμνηση του χώρου ως όλον ο οποίος δεν σταματά ποτέ να πάλλεται ακαριαία, αλλά που στην κατάσταση του σχετικού και συγκεκριμένου χώρου, ο παλμός όντας παράκεντρος γίνεται κραδαίνουσα περιστροφή.
61. Υπάρχει σχέση κυρτότητας της πορείας διαδρομής του πορευομένου-Ενός, με το μέγεθος του ανοίγματος της περιστροφής, γύρω από τον εαυτό του. Η σχέση αυτή είναι εξελισσόμενη, που ξεκινά από μηδενικό μέγεθος ανοίγματος περιστροφής της θέσης του πορευομένου και απείρου χώρου ανοίγματος της διαδρομής του, (δηλαδή είναι το ακίνητο κι ακαριαίο) και περνώντας απ’όλες τις πιθανές σχέσεις μικρού-μεγάλου, όπου το μέγεθος του ανοίγματος της θέσης αυξάνεται κι ο χώρος διαδρομής ελαττώνεται, φτάνοντας στην αντίθετη, δηλαδή στο άπειρο μέγεθος θέσης και μηδενικό άνοιγμα χώρου, (συμπίπτοντας κι αυτό στο επίπεδο ακίνητου κι ακαριαίου). Εδώ όπως είπαμε μπορεί να οριστεί επίσης η σχέση χώρου και χρόνου: η περιστροφή του σημείου γύρω απ’τον εαυτό, είναι ο χρόνος, ο οποίος σχετίζεται με την συχνότητα επανάληψης ροής-αντιρροής υπογεγονότων στη θέση, ενώ το άνοιγμα της κυρτότητας της διαδρομής τους είναι ο χώρος, ο οποίος σχετίζεται με το μήκος κύματός τους.
62. Αν δεχτούμε ότι υπάρχουν απεριόριστα τέτοια πορευόμενα "ομαλά και ευθύγραμμα" σημεία, τα οποία ακολουθούν τη διαδικασία αναχώρησης-επιστροφής, πρέπει κάθε σημείο (πορευόμενο-Ένα) να περάσει με τη σειρά του από τις θέσεις όλων των Πολλών Άλλων σημείων και όλα τα Πολλά-Άλλα σημεία να περάσουν απ’την ίδια θέση, δηλαδή τη θέση του Ενός. Έτσι απ’τη μια έχουμε το Ένα, το οποίο πορευόμενο μέσω των Πολλών τα πραγματοποιεί κι απ’την άλλη τα Πολλά, τα οποία πορευόμενα μέσω του Ενός, το κάνουν πραγματικότητα.
63. Έχουμε λοιπόν απ’τη μια σειρά θέσεων με περιοδικότητα επανάληψης διαφορετικών σημείων μέσα τους, κι απ’την άλλη θέσεις περιοδικότητας τομής από την πορεία του ίδιου του εαυτού τους. Οι θέσεις αυτές συνιστούν περιοδική κλίμακα, που ορίζει το μέτρο της αντιφατικότητας του γεγονότος.
64. Έχουμε λοιπόν σύνθεση αντιθέτων ποσοτικών κλιμάκων θέσεων ροής-αντιρροής του Ενός μέσω των Πολλών και των Πολλών μέσω του Ενός.
65. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη σύσταση σφαίρας θέσεων με πόλους Α, που είναι εκκίνηση του Ενός και κατάληξη των Πολλών και αντιΑ που είναι
εκκίνηση των Πολλών και κατάληξη του Ενός. Στη θέση Α έχουμε μια μοναδική ροή επανάληψης του Ενός και μέγιστη αντιρροή επανάληψης των Πολλών-Άλλων, ενώ στη θέση αντιΑ το αντίθετο.
66. Σ’όλο αυτό το γίγνεσθαι (που δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι είναι η μονάδα, την αντιφατικότητα της οποίας περιγράφουμε τώρα, όσο το δυνατόν με περισσότερη ακρίβεια), το πορευόμενο-Ένα, είναι αυτό που είναι, επειδή έτσι και εκεί ακριβώς το συνιστά η αντιπορεία των Πολλών, ενώ τα Πολλά είναι εκεί όπου συνίστανται διαδοχικά απ’την πορεία του Ενός.
67. Η αντιπορεία αυτή συνίσταται απ’τις πορείες απεριορίστων μοναδικών Πολλών ομοίων κινουμένων συγχρόνως προς διαφορετική κατεύθυνση το καθένα, για να μπορούν να ξεχωρίζουν ως Πολλά. Έτσι καθένα από τα Πολλά καταλήγει μ’ένα τρόπο διαφορετικό στη θέση του Ενός συνιστώντας την συγχρόνως όλα μαζί και αντιπορευόμενα προς αυτήν κάνουν το Ένα διαφορετικό και παράκεντρα περιστρεφόμενο κάθε φορά. Επίσης τα Πολλά υπάρχουν συγχρόνως έτσι, αφού το Ένα διέρχεται με άλλη συχνότητα επανάληψης της τομής της πορείας του απ’τον εαυτό της και κάθε φορά σε καθένα από τα Πολλά ξεχωριστά.
68. Έγινε νύξη ότι τα δυο αντίδρομα ρεύματα τα οποία συνιστούν τις θέσεις ροής-αντιρροής, μπορούν να θεωρηθούν ως η ολοκληρωμένη πορεία του Ενός-πορευομένου ευθύγραμμα κι ομαλά. Αφού ως αντιπορεία θα μπορούσε να θεωρηθεί η ίδια η τομή της πορείας του Ενός απ’τον εαυτό του.
69. Ανάμεσα απ’τις θέσεις Α και αντιΑ, υπάρχει κλίμακα απεριορίστων θέσεων διαδοχικής διαφορικότητας σχέσης ροής-αντιρροής της πορείας του Ενός και της ανάλογης αντιπορείας των Πολλών (όπως τονίσαμε: η πορεία του Ενός είναι έτσι γιατί το απαιτεί η αντιπορεία των Πολλών κι αντίθετα). Κάθε θέση, ως αναπόσπαστο σημείο της κλίμακας, είναι και μια οντότητα που έχει δικό της χαρακτήρα. Είναι μια διαφορετική σχέση ροής-αντιρροής Ενός και Πολλών, η οποία παίρνει τη μορφή μιας ειδικής αντιφατικής ισορροπίας. Αυτή η αντιφατική ισορροπία είναι μια σχέση αναχώρησης-επιστροφής, λήψης-εκπομπής μηνυμάτων μιας θέσης συγκεκριμένης και πορευόμενης στο σύμπαν. Αυτή είναι μια αντιφατική ταυτότητα.
70. Kάθε κλίμακα έχει απεριόριστες θέσεις αναχώρησης-επιστροφής μηνυμάτων, καθένα εκ των οποίων έχει τον δικό του "κώδικα" λήψης-εκπομπής. Ο κώδικας ως συγκεκριμένος κάθε φορά, ορίζεται απ’την ανάλογη λήψη σε σχέση με την ανάλογη εκπομπή μηνυμάτων, τα οποία φεύγοντας για το σύμπαν επιστρέφουν συγχρόνως στην ανάλογη θέση. Αυτές οι θέσεις είναι γεγονότα διαφορετικών ταυτοτήτων.
η κίνηση, η μετακίνηση και το παράδοξο της ταχύτητας
71. Κάθε γεγονός συμπίπτει με μια θέση κάποιας κλίμακας, όντας κι ένα αντιφατικό στοιχειώδες το οποίο στέλνει μηνύματα στο σύμπαν τα οποία επιστρέφουν επαληθεύοντας σχετικά τη θέση. Απ’τη μια το γεγονός κινείται για να επαληθεύεται απ’το μήνυμα στη θέση την οποία το συνθέτει (δηλαδή λίγο πιο κει και λίγο διαφορετικό) και από την άλλη, μένει στην ίδια θέση όντας το ίδιο λαμβάνοντας μηνύματα όμοια από διαφορετική εκκίνηση άλλης κλίμακας.
72. Η αλλαγή θέσης της κλίμακας, αλλάζει και τον κώδικα λήψης-εκπομπής κι η αλλαγή του κώδικα λήψης-εκπομπής, αλλάζει την θέση της κλίμακας.
73. Κάθε γεγονός βρίσκεται σε συνεχή και διαδοχική αλλαγή κώδικα για να βρίσκεται στην ίδια κλίμακα, ή κρατά τον ίδιο κώδικα αλλάζοντας συνεχώς κλίμακες. Έτσι η θέση του γεγονότος είναι μια δίνη, στην οποία απ’τη μια βυθίζονται τα Πολλά κι απ’την άλλη αναβλύζουν επαληθεύοντας το Ένα, ενώ συγχρόνως το Ένα διαπερνά τη θέση κι εκτοξεύεται αντίδρομα μέσα στα Πολλά. Δηλαδή έτσι το Ένα επαληθεύει συνεχώς και διαδοχικά κάθε διαφορετικό μήνυμα το οποίο συνθέτουν σ’αυτό τα Πολλά.
74. Υποθέσαμε ότι το μοναδικό πορευόμενο-Ένα (το γεγονός), του οποίου η τμήση της πορείας απ’τον εαυτό της, έχει αποτέλεσμα το γίγνεσθαι Ενός-Πολλών-πορευομένων-αντιπορευμένων, την στιγμή του ακαριαίου είναι το Όλον ως Ουσία, το Εν Δυνάμει Είναι. Εκεί οι τομές της πορείας από τον εαυτό της, όντας ακαριαίες δεν φαίνονται αλλά υπάρχουν εν δυνάμει στο βάθος ως ακαριαία συστολή-διαστολή του ΄Ολου, όπου έχουμε άπειρες τμήσεις μηδενικού μεγέθους. Όταν μιλάμε όμως για διακριτές μονάδες κινούμενες ευθύγραμμα και ομαλά, το ακαριαίο χάνεται στο βάθος του Είναι, βγάζοντας στην επιφάνεια την αντιφατική σχέση των διακριτών Ενός και Πολλών πορευομένων και αντιπορευομένων. Έτσι αποκτά ορισμένες υπαρκτές τμήσεις και πορείες με την ανάλογη κυρτότητα.
75. Υποθέσαμε την ύπαρξη «σφαίρας» θέσεων ροής-αντιρροής λήψης-εκπομπής μηνυμάτων με άξονα Α-αντιΑ. Επίσης υποθέσαμε ότι η πορεία του Ενός επαληθεύει την αντιπορεία των Πολλών κι ότι η «σφαίρα» αυτή αποτελείται από θέσεις ροής-αντιρροής-λήψης-εκπομπής μηνυμάτων, που συνιστούν τα γεγονότα του κόσμου μας.
76. Η μετακίνηση του Ενός από θέση (α) σε θέση (β), που θα μπορούσαμε να φανταστούμε σαν ελάχιστο υπαρκτό διάστημα αλματικής μετακίνησης στον υποθετικό άξονα των πόλων της «σφαίρας» ροής-αντιρροής, είναι αλματικό, επειδή οι τμήσεις της πορείας του Ενός από τον εαυτό της έχουν μέγεθος κι η ταχύτητα δεν είναι ακαριαία. Αφού τα αντιπορευόμενα-Πολλά, συνίστανται από το πορευόμενο-Ένα και το πορευόμενο-Ένα από τα Πολλά σε έναν αντιφατικό περιστρεφόμενο-πορευόμενο χωρόχρονο και όχι πια ακαριαίο. Μόνο στην κατάσταση του ακίνητου και ακαριαίου οι τμήσεις της πορείας μπορούν να είναι μηδενικές και άπειρες. Δηλαδή να είναι αλματικές μετακινήσεις μηδενικού μεγέθους, απείρου αριθμού συγχρόνως. 77. Η διαδρομή του πορευομένου-Ενός στον άξονα Α-αντιΑ συντίθεται από την αντιδρομή των αντιπορευομένων-Πολλών. Αυτή η αντιδρομή των αντιπορευομένων-Πολλών σε σχέση με την διαδρομή του Ενός από θέση(γ) σε θέση (β), στον άξονα αυτής της υποθετικής σφαίρας με πόλους Α-αντιΑ, φεύγει για τα απώτατα όρια της σφαίρας αυτής και συνιστά επιστρέφοντας το πορευόμενο-Ένα απ’τη θέση (α) στη θέση (β) του άξονα της υποθετικής σφαίρας.
78. Η ταχύτητα της διαδρομής του πορευομένου-Ενός επάνω σ’αυτόν τον υποθετικό άξονα Α-αντιΑ, από θέση (α) σε θέση (β), (η οποία υποθετικά είναι η ελάχιστη καταλυτικο-συνθετική αλματική μετακίνηση κάποιου συγκεκριμένου πορευομένου-Ενός) πρέπει να είναι ασύλληπτα μικρότερη απ’την ταχύτητα των αντιπορευομένων-Πολλών τα οποία το συνιστούν, αφού η αντιδρομή την οποία καλύπτουν τα Πολλά, είναι τόση όση η ανάπτυξη όλης της σφαίρας με πόλους Α-αντιΑ, την οποίαν αυτά συνιστούν σε σχέση με τον άξονα ο οποίος αντιστοιχεί στην πορεία του Ενός.
79. Αν δεχτούμε ότι το πορευόμενο-Ένα είναι ένα φωτόνιο και τα αντιπορευόμενα-Πολλά είναι υποκβαντικά στοιχειώδη τα οποία υποθετικά το συνθέτουν. Η θεωρούμενη ταχύτητα του φωτoνίου πρέπει να είναι ασύλληπτα μικρότερη, από αυτήν των αντιπορευομένων υπογεγονότων (υποκβαντικών). Επειδή η υποτιθέμενη καταλυτικο-συνθετική πορεία του φωτονίου, από θέση (α) σε θέση (β) δεν είναι ακαριαία, κατά τη μετακίνηση του πορευομένου-Ενός υπάρχει μια τμήση, δηλαδή ένα στάσιμο, (διάστημα στατικότητας το οποίο συνιστά τη Θέση). Έτσι το κινούμενο-Ένα δείχνει να "στέκεται" στη θέση (α) για λίγο και μετά να χάνεται για να εμφανιστεί αλματικά ξανά στη θέση (β) ως Άλλο.
80. "Χάνεται" σημαίνει ότι "δεν είναι ορατό". Αφού στο διάστημα από τη θέση (α) που καταλύεται το πορευόμενο-Ένα έως τη θέση (β) που θ’ανασυσταθεί απ’τα Πολλά, κινείται με ταχύτητα πολύ μεγαλύτερη απ’αυτή του φωτός. (Kαταλύεται-διαστελλόμενο στο σύμπαν κι επιστρέφει-συντιθέμενο στην επόμενη θέση). Έτσι που συνολικά να εξισορροπεί τη στατικότητα της θέσης, έχοντας ολική «ταχύτητα» ίση με την λεγόμενη του φωτός.
81. Εδώ βλέπουμε δυο αντίδρομα συστήματα, που το ένα επαληθεύει το άλλο, κινούμενα σε διαφορετικές διαστάσεις. Αυτά αλληλο-συντίθενται-αλληλο-καταλυόμενα παρουσιάζοντας το γίγνεσθαι της μετακίνησης του πορευομένου κι αντιπορευομένου γεγονότος στον υποθετικό άξονα (Α-αντιΑ) και στον αντίδρομό του (αντιΑ-Α). Κι ενώ έχουν ασύλληπτα διαφορετικές ταχύτητες, συμπίπτουν αρμονικά σε αυτό το γίγνεσθαι, γιατί το αντίδρομο "ρεύμα" καλύπτει πορεία σφαιρικής διαδοχικής ανάπτυξης στο σύμπαν, ενώ τ’άλλο αντίθετα και παράλληλα καλύπτει διαδοχικά, όλες τις θέσεις του άξονα ανάπτυξης της σφαίρας αυτής. (Την ίδια στιγμή συμβαίνει και το αντίθετο με το αντίδρομο σύστημα που αντιστοιχεί σ’αυτό το γίγνεσθαι).
82. Αν όπως είπαμε πριν, το πορευόμενο-αντιπορευόμενο γίγνεσθαι του άξονα (Α-αντιΑ) και το αντίδρομο γίγνεσθαι του (αντιΑ-Α) συνιστούν μια χωρο-χρονική σχέση, όπου ανάλογα με τις συνθήκες μπορεί να αντιστρέται αμοιβαία κι όπου οι αντίδρομοι άξονες μπορούν ν’αντιστρέφονται, τότε θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για μετατροπή μιας κατάστασης από χωρική σε χρονική και αντίθετα.
Εδώ οι παραδοξολόγοι θα μπορούσαν να ισχυριστούν, πως ανάλογα με τη θέση του παρατηρητή και τον τρόπο που σκοπείται το σύστημα, μπορεί αυτό να κινείται καί απ’το μέλλον προς το παρελθόν. Εγώ θ’απαντούσα ότι στο υποτιθέμενο αυτό γίγνεσθαι, το οποίο θα μπορούσε να είναι το κβαντικό, δεν υπάρχει ούτε Παρελθόν ούτε Μέλλον, αλλά μόνο Παρόν. Δηλαδή η μηδενική αιχμή ενός φθίνοντος Παρόντος μεταξύ των ανύπαρ-κτων παρελθόντος και μέλλοντος. Το Παρόν αυτό είναι χωρο-χρονικό και συντίθεται από δυο αντίδρομα ρεύματα, που δεν διαχωρίζονται. Αυτό είναι Ένα καταλυτικο-συνθετικό Γίγνεσθαι, όπου τα γεγονότα όντας συνεχώς Άλλα-Αλλού δεν μπορούν να έχουν σταθερή ταυτότητα ώστε να διαρκούν κι έτσι να έχουν τον χρόνο ως διάρκεια. Αλλά ούτε αληθινά μπορούν να έχουν ταχύτητα, αφού στον κβαντικό κόσμο χρόνος είναι η συχνότητα επαναλήψεις χωρικών μέτρων σε θέση και ο χώρος το μήκος κύματός τους.
οι κλίμακες καταλυτικής-συνθετότητας των γεγονότων
83. Η θέση Α πρέπει να δέχεται-εκπέμποντας πορευόμενες μονάδες ενώ συγχρόνως να εκπέμπει-δεχόμενη εναλλάξ κι αντιπορευόμενες. Αυτό την υποχρεώνει να περιστρέφεται γύρω απ’τον εαυτό της. Μαζί της ανάλογα περιστρέφονται και όλες οι άλλες θέσεις της κλίμακας, αφού κι αυτές είναι αποτέλεσμα ροής-αντιρροής αντίδρομων ρευμάτων. Αυτές ξεκινούν απ’τη θέση Α, όπου η περιστροφή είναι αρμονική, ενώ διαδοχικά η περιστροφή γίνεται παράκεντρη, ανάλογα με τη διαφορά της σχέση της συχνότητας των αντίδρομων ρευμάτων σε κάθε θέση. Η παράκεντρη τάση ισορροπείται ως το μέσον του άξονα, (όπου είναι και το κέντρο της σφαίρας) και τείνοντας για τις θέσεις Α-αντιΑ, διαδοχικά αυξάνεται. Στην "καρδιά" της θέσης Α υπάρχει ένα "κενό", μια σαφής δυναμική οπή με συγκεκριμένη διεύθυνση (όπου βρίσκεται το μάτι της δίνης), ενώ στις διαδοχικές θέσεις του άξονα, το κενό είναι μερικά κρυμμένο απ΄το ασαφές "νέφος" της διακύμανσης των αντίδρομα πορευομένων.
84. Αυτό το νέφος της θέσης είναι μια δίνη, της οποίας η πορεία ξεκινά από μιαν αόρατη αλλά υπαρκτή δυναμική οπή, η οποία διαστέλλεται στο σύμπαν, επιστρέφοντας ως αντίδρομη από την αντίθετη θέση αυτού του συστήματος. (Αντίθετο στη θέση Α του πόλου είναι η θέση αντιΑ του ίδιου πόλου). Οι διαφορετικές θέσεις πάνω στον άξονα [(Α-αντιΑ)-(αντιΑ-Α)], ―α, β, γ,…― έχουν διαφορετική σχέση συχνότητας λήψης-εκπομπής πορευομένων-αντιπορευομένων, έχοντας ανάλογη γωνία διαφορετικής περιστροφής και ανάλογη ταλάντωση σε σχέση με τον υποθετικό άξονα.
85. Το πολύ μικρό, το σημείο, προεκτείνεται στο πολύ μεγάλο, το σύμπαν και το σύμπαν αντιπροεκτείνεται, (βυθίζεται) στο μικρό, συνιστώντας μαζί αντιφατική μονάδα, στην οποία τα βαθύτατα όρια του Έσω συμπίπτουν με τα απώτατα όρια του Έξω.
86. Κάθε γεγονός του κόσμου συνίσταται-καταλυόμενο από απεριόριστα τέτοια σημεία-υπογεγονότα, καθένα από τα οποία αναχωρεί προεκτεινόμενο στο σύμπαν κι επιστρέφοντας, επαληθεύει σχετικά βυθιζόμενο στον εαυτό. Επίσης, όπως αναφέραμε, κάθε γεγονός αποτείνεται σ’όλα τα διαφορετικά σημεία διαφορετικών κλιμάκων του σύμπαντος συγχρόνως και με τρόπο κάθε φορά διαφορετικό, περιέχοντας όλα τα πρόσωπα του Όλου σ’αυτήν την διαδικασία λήψης-εκπομπής. Άρα το Πράγμα, το οποίο τα γεγονότα αυτά συνιστούν-καταλύοντας, είναι μια πολυδιάστατη και συγκεκριμένη δομή τέτοιων στοιχειωδών τα οποία και αυτά καταλύονται-συντιθέμενα από άλλα μικρότερα, φτάνοντας έως το επίπεδο του ακινήτου κι ακαριαίου, του μηδενικού και απείρου, του εσχάτου καταλυτικο-συνθετικού επιπέδου της παγκόσμιας αντιφατικότητας.
87. Έτσι κάθε μία θέση του σύμπαντος, όντας μέσα σε μια συγκεκριμένη κλίμακα ροής-αντιρροής πορευομένων-αντιπορευομένων σημείων, είναι και ένας σύνθετος κώδικας λήψης-εκπομπής μηνυμάτων. Η κλίμακα συνίσταται από απεριόριστες τέτοιες θέσεις οι οποίες ξεκινούν απ’τη θέση της μέγιστης λήψης και ελάχιστης εκπομπής και περνώντας από όλες τις διαδοχικά διαφορετικές θέσεις λήψης-εκπομπής (κατά τις οποίες μεγαλώνοντας η λήψη μικραίνει ανάλογα η εκπομπή), φτάνουν σε θέση ελάχιστης λήψης-μέγιστης εκπομπής.
88. Κάθε θέση αυτής της κλίμακας, αποτείνεται στις αφετηρίες όλων των άλλων πιθανών κλιμάκων, ακόμα κι αυτής του ακαριαίου. Έτσι αυτή η ίδια μπορεί ν’αλλάζει διαδοχικά, στέλνοντας όλα τα δυνατά μηνύματα αναλόγως.
89. Αυτά τα μηνύματα ξεκινούν από θέση, όπου αναχωρώντας όλα μαζί συγχρόνως κι έχοντας διαφορετικό κύκλο διαδρομής (καθένα διαδοχικά μεγαλύτερο), ανάλογα με τη συχνότητα λήψης-εκπομπής τους, έχουν και την ανάλογη ταχύτητα επαναφοράς. Έτσι που επιστρέφοντας στη θέση την επαληθεύουν-διαψεύδοντάς την, όλα μαζί συγχρόνως αλλά με διαφορετικό τρόπο.
90. Η θέση αυτή μπορεί να ανήκει συγχρόνως και σε άλλες κλίμακες συμπεριφοράς, έτσι που η κάθε θέση της κλίμακας μπορεί να εκπέμπει συνεχώς το ίδιο μήνυμα, αλλά συγχρόνως να εκπέμπει και μία απεριόριστη σειρά διαφορετικών μηνυμάτων, αποτεινόμενη ταυτόχρονα στις θέσεις εκκίνησης όλων των άλλων κλιμάκων.
91. Στις κλίμακες αυτής της συμπεριφοράς, όπως αναφαίνεται στο (89), υπάρχει ελλειπτική-ελικοειδής διαδοχικότητα της διαδρομής μηνυμάτων τα οποία έχουν διαφορετική συχνότητα αναχώρησης-επιστροφής. Όμως στους πόλους του άξονα της κλίμακας, υπάρχουν οι θέσεις όπου το μήνυμα είναι συνεχώς εκεί και συγχρόνως στο άπειρο. Αυτό το μήνυμα είναι ακαριαίο-ακίνητο, μηδενικό-άπειρο, ακαριαία ταλάντωση, δηλαδή εν δυνάμει Είναι.
το σημείο μέσα στο σύμπαν και το αντίθετό του
92. Το Γεγονός (το οποίο είναι μια θέση μέσα στο σύμπαν), από τη μια στέλνει συγχρόνως απεριόριστα μηνύματα, ευρισκόμενο σε συνεχή αλλαγή (αίροντας συνεχώς τον κώδικα μηνυμάτων του για να μπορεί να διατηρεί τη θέση ύπαρξής του) απ’την άλλη αλλάζει συνεχώς θέση για να διατηρεί τον κώδικά του. Αυτό δείχνει ότι το Ένα και Μοναδικό επαληθεύεται από την αντιπορεία των Πολλών και Διαφορετικών μέσα απ’Αυτό, ενώ συγχρόνως τα Πολλά επαληθεύονται από την πορεία του Ένός και Μοναδικού, μέσα από Αυτά. Αυτή η διαδικασία μολονότι εκπροσωπεί κάποιο Αντιφατικό Στοιχειώδες, είναι συγχρόνως κι ένα Ιδιαίτερο Πρόσωπο του Όλου.
93. Έτσι αυτό το οποίο λέμε στίγμα στο σύμπαν, από τη μια πορεύεται κρατώντας συνεχώς τον κώδικά του αλλάζοντας όμως κλίμακες για να επαληθεύεται απ’τα όμοιά του τα οποία βρίσκονται στην ίδια θέση άλλων κλιμάκων, ενώ από την άλλη, αλλάζει συνεχώς κώδικα (με την καταλυτικο-συνθετική διαδικασία), αλλάζοντας συνεχώς και διαδοχικά θέση στην ίδια του την κλίμακα. Αυτό υποχρεώνει το γεγονός, απ’τη μια να είναι σταθερά πορευόμενο στίγμα και από την άλλη ένα συνεχώς διαστελλόμενο νέφος.
94. Το στίγμα μέσ’το σύμπαν λοιπόν, είναι μια θολή μονοκοντυλιά η οποία έχει συγκεκριμένη "μύτη" κι αφήνει πίσω της ταξιδεύοντας, ένα ελλειπτικό νέφος συνεχώς διαστελλόμενο, το οποίο εκτείνεται σ’όλο το σύμπαν. Η «μύτη αυτού του στίγματος» πορευόμενη αενάως στο σύμπαν, επαληθεύει όλους τους κόκκους του νέφους της ουράς του, επαληθευόμενη συγχρόνως από αυτούς.
95. Από αντιφατική άποψη, Αντίθετο σε κάποιο Στίγμα μεσ’το Σύμπαν, είναι η απεριόριστη πολλαπλότητα, η οποία είναι το σύμπαν, όπως αυτό διαμορφώνεται έναντι της μοναδικότητας, την οποία το συγκεκριμένο-Ένα γεγονός κάθε φορά εκπροσωπεί. Δηλαδή το αντίθετο στο συγκεκριμένο-Ένα, δεν μπορεί να είναι απλά το Μείον Ένα, αλλά μια απεριόριστη σειρά από σχετικά όμοια διαδοχικά διαφοροποιούμενα, τα οποία περιέχοντας και τον ίδιο τον εαυτό, υπό συνθήκες θα παίξει το ρόλο του Μείον Ένα μια συγκεκριμένη στιγμή.
96. Αντιφατικά, το αντίθετο σε κάτι ξεκινά πολύ βαθιά μέσα απ’τον εαυτό, χωρίς ν’αφήνει περιθώριο ανεξαρτησίας και πορευόμενο μακριά έξω από αυτόν, κάνει απεριόριστες διαδρομές αναχώρησης-επιστροφής οι οποίες επαληθεύουν-διαψεύδοντας τον εαυτό σε μια συνεχώς μεταβαλλόμενη σχέ-ση ―την αντιφατική σχέση.
97. Καθένα από την απεριόριστη σειρά ομοίων που υπάρχουν ταυτόχρονα, μπορεί να λογίζεται σαν ξεχωριστή θέση-εκκίνησης άλλης κλίμακας. Αλλά στην κατάσταση του ταυτόχρονου, αλληλοεπαληθεύεται με όλα τα άλλα όμοια σ’όλες τις θέσεις, εκτός αυτών που εκείνη τη στιγμή παίζουν ρόλο εκκίνησης των άλλων κλιμάκων. Έτσι μπορούμε να έχουμε ευκαιριακά διακριτές μονάδες, όπως το Ένα (το οποίο είναι όπως ορίζουμε τώρα την αντιφατική μονάδα), το Δύο, το Τρία κ.λπ... τα οποία είναι και αυτά αντιφατικές μονάδες, αλλά με δεδομένη τη διαφορετική θέση εκκίνησης της κλίμακας.
ένα αντιφατικό συμπέρασμα
98. Θα μπορούμε να φανταστούμε έναν κόσμο, ο οποίος θα είχε υπόβαθρο απεριόριστη σειρά πλεγμάτων τέτοιων κομβικών στοιχειωδών θέσεων, τα οποία θα συνιστούσαν μιαν αντιφατική ενότητα. Κάθε τέτοια κομβική θέση ροής-αντιρροής λήψης-εκπομπής υπογεγονότων, θα ήταν και μια ξεχωριστή οντότητα (ένα πράγμα), το οποίο θα συνίστατο από μία συγκεκριμένη πλοκή ροής-αντιρροής υπογεγονότων.
99. Αυτά τα υπογεγονότα των οποίων το πλέγμα ροής-αντιρροής συνιστά κάποιο γεγονός, είναι μηνύματα λήψης-εκπομπής τα οποία εκπροσωπούν και προέρχονται από το δυναμικό υπόβαθρο του παγκόσμιου πλέγματος του αντιφατικού γίγνεσθαι, παίζοντας ρόλο τενέργειας για κάθε συγκεκριμένη οντότητα.
100. Κάθε γεγονός, οντότητα ή πράγμα, συνίσταται από σύνολο τέτοιων κομβικών θέσεων του πλέγματος, το οποίο εκπέμπει μηνύματα στο σύμπαν λαμβάνοντας συγχρόνως απο αυτό. Έτσι κάθε συγκεκριμένη-συνεκτική (συγκεντρωτική) "Εδώ-Δομή" κάποιου πράγματος ή γεγονότος, πρέπει να έχει και ανάλογη συγκεκριμένη αποκεντρωτική «Άπω-Δομή», η οποία θα περιλαμβάνει συντεταγμένα όλο το πολυδιάστατο «νέφος» αναχώρησης-επιστροφής μηνυμάτων, που θα ανταποκρίνονται στη «Δομή».
101. Αυτό σημαίνει ότι κάθε γεγονός πρέπει να έχει ένα συγκεκριμένο "Συμπαντιακό Αντίλογο", ο οποίος είναι η εκάστοτε στιγμιαία κι εκρηκτική άπω-δομική-δομή του στο απώτατο σύμπαν. Το απύθμενα πολυδιάστατο αυτό πλέγμα δομής-αντιδομής μηνυμάτων, αντιστοιχεί στην Αισθητική του ανθρώπου την οποία θα μπορούσαμε να ονομάσουμε Πνεύμα ή Ψυχή. Η κοινωνία μ’αυτό το συμπαντιακό πλέγμα δίνει στον άνθρωπο δυνατότητα να διαθέτει όλες αυτές τις λεγόμενες «υπερφυσικές» ιδιότητες οι οποίες σχετίζονται με την αισθητική τη φαντασία την ενόραση κλπ. αφού αυτό το πλέγμα περιέχει κάθε στιγμή μ’ένα μοναδικό τρόπο το Όλον από την οπτική γωνία του κάθε συγκεκριμένου γεγονότος.
102. Ο συνεχής διάλογος "Εδώ" και "Άπω" κάθε πράγματος ή γεγονότος, είναι αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί "υπόσταση" του γεγονότος και θα μπορούσε να έχει κάποια όρια τα οποία να συνιστούν το συγκεκριμένο Είναι του. Επίσης κάθε αλλαγή στο "Εδώ" δε μπορεί παρά ν’ανταποκρίνεται και στην ανάλογη αλλαγή του στο "Άπω" και αντίθετα. (Ίσως γνωρίζοντας τις "συντεγμένες" των σχέσεων "Άπω" και "Εδώ" του κάθε συγκεκριμένου συστήματος, θα επεμβαίνουμε διορθώνοντας δυσλειτουργίες δομών σε κάθε σύστημα ή τον ανθρώπινο οργανισμό).
103. Τα όρια του συγκεκριμένου, τα οποία συνιστούν ευκαιριακά κάποιο γεγονός ως πεπερασμένο, παραβιάζονται κάθε στιγμή, αφού τα στοιχειώδη κάθε γεγονότος "κοινωνούν" τελικά με το έσχατο δυναμικό στοιχειώδες αντιφατικό επίπεδο, το οποίο ως "έσχατο" υπόβαθρο του κόσμου είναι η αντιφατικότητα γυμνή, το μηδενικό και άπειρο, το ακίνητο κι ακαριαίο, περιέχοντας μια μοναδική μορφή του Όλου, η οποία την κάθε στιγμή είναι απειροστική.
104. Έτσι αν κάθε οντότητα το οποίο βρίσκεται σε μια κομβική θέση ή σύνολο κομβικών θέσεων του πλέγματος αυτού, δεχτεί ενέργεια πέραν αυτής την οποία δικαιούται ώστε να βρίσκεται στην δεδομένη θέση του, καταλύεται-εισερχόμενη στο αντιφατικό υπόβαθρο κι ανασυντίθεται σχεδόν ακαριαία στη θέση την οποία δικαιούται. (Μ’αυτόν τον τρόπο θα μπορούν να γίνονται μετακινήσεις μέσα σ’ένα παγκόσμιο πλέγμα τέτοιων κομβικών θέσεων. Έτσι κάποιο σώμα θα καταλύεται στο πλέγμα αυτών των κομβικών θέσεων και "κατερχόμενο" στο έσχατο πλέγμα "ακαριαίου και ακινήτου", θ’ανασυντίθεται "ανερχόμενο" σε μιαν επιθυμητή θέση άλλου πλέγματος τέτοιων κομβικών θέσεων σχεδον ακαριαία).
105. Υπ’αυτή την έννοια, ο κόσμος μας είναι ένα πλέγμα ανταλλαγής πληροφοριών του οποίου η πλοκή είναι το Γίγνεσθαι ως Ουσία.
106. Μια τυπική διαλεκτική λογικο-γλωσσική σύνταξη, θα θεωρούσε την Ταυτότητα ως καταλυτικο-συνθετικό γεγονός σε συνεχή εξέλιξη, όπως η αντιφατική μονάδα και με τον τρόπο τον οποίο παρουσιάστηκε σ’αυτή την εργασία. Έτσι η αρχή της ταυτότητας, η τόσο αναγκαία για τις συγκριτικές λογικές διεργασίες, θα επέστρεφε ως αρχή της αντιφατικής ταυτότητας.
107. Επειδή η αντιφατική ταυτότητα, όπως δείξαμε μπορεί να περιέχει κι ένα πρόσωπο του όλου, για να λειτουργήσει ορθολογικά, το εύρος της θα πρέπει να ορίζεται από το είδος της έρευνας, το είδος των εμπλεκομένων μονάδων και τις ανάλογες θέσεις εκκίνησης κι αντιστοιχίες αυτών των μονάδων σε άλλες παράλληλες κλίμακες.
108. Έτσι αφηρημένα θα μπορούσε να λεχθεί, ότι το γίγνεσθαι το οποίο αφορά στο εύρος της αντιφατικής ταυτότητας την κάθε συγκεκριμένη φορά, θα είναι ένα είδος καταλυτικο-συνθετικής διεργασίας, η τυπικότητα της οποίας θα υπερβαίνεται απ’το περιεχόμενο της εκάστοτε πραγματικότητας.
109. Για να μπορεί να γίνει δυνατή η αντιφατικο-ορθολογική διεργασία αυτή, θα πρέπει να συνταχτούν ιδεατοί πίνακες ροής-αντιρροής, λήψης-εκπομπής μηνυμάτων, όπως αυτοί τους οποίους αφηρημένα και χωρίς την ανάλογη μαθηματική υποστήριξη και τα ανάλογα υπολογιστικά όργανα συνέταξα εδώ και τους οποίους ονόμασα "πλέγματα κομβικών θέσεων ροής-αντιρροής μηνυμάτων". Αυτοί οι πίνακες θα μπορούσαν να περιέχουν ολοκληρωμένα όλο το φάσμα αυτού του αντιφατικού γίγνεσθαι.
110. Για την λογικογλωσσική σύνταξη τέτοιων πινάκων, θα πρέπει να οργανωθεί μια Αντιφατική Γεωμετρία με τους όρους που αναφέραμε πριν. Για την κάθε συγκεκριμένη περίσταση της ένταξης ενός γεγονότος στις συντεταγμένες κάποιου τέτοιου πίνακα, θα πρέπει να προσδιορίζονται τα προσεγγιστικά όρια της αντιφατικής ταυτότητας του γεγονότος, ανάλογα με την έρευνα και το γεγονός που διερευνάται.
111. Η αντιφατική μονάδα για την οποία μιλήσαμε, είναι δυνατόν να παίρνει ένα συγκεκριμένο νόημα, κάθε φορά κατά την οποίαν ορίζεται η θέση εκκίνησης του υποθετικού σημείου στην κλίμακα αναφοράς το οποίο θα εξυπηρετούσε μια συγκεκριμένη έρευνα. 112. Αυτή η θέση εκκίνησης, η οποία θα μπορούσε να είναι η εκκίνηση για κάποιο καθορισμένο σύστημα αναφοράς, μπορεί συγχρόνως να σχετίζεται και μ’όλα τ’άλλα απεριόριστα και πορευόμενα σημεία άλλων συστημάτων αναφοράς, με τρόπο διαφορετικό για το καθένα. 113. Aυτά τα συστήματα αναφοράς, συνιστούν "ξέχωρες" αντιφατικές ταυτότητες οι οποίες στο έχατο βάθος της αντικειμενικότητάς τους και του διαχωρισμού, έχουν κρυμμένη την ενότητα της συμμετοχής τους στο έσχατο (ακίνητο-ακαριαίο) καταλυτικο-συνθετικό επίπεδο του παγκοσμίου γίγνεσθαι, το οποίο είναι η αντιφατικότητα γυμνή και το εν δυνάμει Είναι. Έτσι η αντικειμενικότητά τους θα είναι συμβατική, αφού συνεχώς αίρεται. 114. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι όλες αυτές οι Μονάδες οι οποίες θα μπορούσαν να φανούν συμβατικά ως ευκαιριακά αυτόνομες (ταυτότητες), όταν αγγίζουν τις θέσεις των πόλων των κλιμάκων τους, φέρνουν στην επιφάνεια το στοιχείο του ακίνητου και ακαριαίου. (Αυτό που όπως αναφέραμε είναι το μηδενικό και άπειρο, το εν δυνάμει Είναι, η ενότητα του Όλου, η αντιφατικότητα γυμνή, η αντιφατικότητα ως ουσία, εκεί όπου η κάθε αυτονομία και αντικειμενικότητα αίρεται).
αντιφατική βιοχαρτογραφία κι αντιφατική βιογεωμετρία
115. Τα σημεία της ταυτόχρονης εκκίνησης, αναχωρούν για το σύμπαν επιστρέφοντας στις θέσεις εκκίνησης ή οι θέσεις εκκίνησης στέλνουν στο σύμπαν μηνύματα λαμβάνοντας απ’αυτό. Αυτά επαληθεύουν-διαψεύδοντας τις θέσεις της δικής τους κλίμακας και όλων των άλλων κλιμάκων, εκτός των θέσεων των κλιμάκων, οι οποίες λογίζονται ως θέσεις ταυτόχρονης εκκίνησης. Έτσι αναδύονται όρια στα οποία μπορεί ν’αναδεικνύεται το Ένα, το Δύο, το Tρία κλπ.
116. Τα πράγματα, τα γεγονότα, τα έμβια όντα και γενικά ο κόσμος είναι συστήματα τα οποία συνίστανται από εκατομμύρια καταλυτικο-συνθετικές τέτοιες αντιφατικές μονάδες. Τ’αντιφατικά στοιχειώδη αυτών των μονάδων, αναχωρούν για τον Συμπαντιακό τους Αντίλογο επιστρέφοντας στο εαυτό, κι έτσι συνθέτουν-καταλύοντας το αντιφατικό τους Μέτρο. Όλα τα όντα συνίστανται-αποσυντιθέμενα από μονάδες κάποιου ειδικού αντιφατικού Μέτρου, το οποίο είναι σε συνεχή εξέλιξη και αλλαγή και οι μονάδες αυτές συνιστούν αντιφατικά συστήματα λήψης-εκπομπής μηνυμάτων προς και από τον Συμπαντιακό τους Αντίλογο. Επειδή τα στοιχειώδη αυτών των συστήματων καταλύονται-συντιθέμενα, όντας Άλλα-Αλλού (λίγο πιο κει και λίγο διαφορετικά), κάθε σύστημα απ’αυτά το οποίο μπορεί να θεωρηθεί πράγμα, ον ή γεγονός, συνεχώς αλλοιώνεται ως προς τη μορφή και τη δομή. Αυτό υπάρχει σαν τέτοιο ως τη στιγμή κατά την οποία δεν μπορεί να ανασυσταθεί πια κι έτσι γερνά και πεθαίνει. Τότε το σύστημα διαλύεται κι ανακατατάσσεται ή εισέρχεται στη δομή άλλων ζωντανών συστημάτων με άλλο καταλυτικο-συνθετικό Μέτρο. 117. Θα μπορούσε λοιπόν να υποτεθεί ένα αιτιοκρατημένο κι οργανωμένο γίγνεσθαι, το οποίο να σχετίζεται με τις θέσεις εκκίνησης, τα συστήματα αναφοράς, τη διάρκεια έρευνας και τον τρόπο που θα συμπεριφέροντο τα μηνύματα αναχώρησης-επιστροφής σ’ αυτό το αντιφατικό γίγνεσθαι.
118. Η εργασία αυτή θα μπορούσε μια είναι η επιστήμη, που θα οργάνωνε μιαν Οικουμενική Βιο-Χαρτογράφηση και θα ιχνηλατούσε την αντιφατική σχέση του Μεγάλου ως προς το Μικρό. Αυτή θα ήταν η Αντιφατική Μοναδολογία κι Αντιφατική Βιο-Γεωμετρία στης οποίας μόνο τα όριά μπορεί να περιγραφεί μια Αντιφατική Tαυτότητα και κατά συνέπεια ένας Αντιφατικός Ορθολογισμός.
119. Αυτή η φανταστική ιστορία του πορευομένου σημείου ευθύγραμμα και ομαλά σε όλη την ανάπτυξη, η οποία είναι και ο ορισμός του Αντιφατικού Στοιχειώδους και της Αντιφατικής Μονάδας ― είναι η Αντιφατική Ταυτότητα.
120. Μέσ’απ’αυτό το αντιφατικό γίγνεσθαι για τον ορισμό της αντιφατικής ταυτότητας, αναδύεται κι η Αρχή της Αντιφατικής Αιτιότητας.
121. Η αντιφατική αιτιότητα δεν μπορεί να είναι μονοδιάστατη, εκεί το αίτιο και το αιτιακό αποτέλεσμα λειτουργούν σταδιακά αμφίδρομα ή καί αμφίδρομα, ανάλογα με τις "αντιθέσεις" και την "διάρκεια", που συνιστά το κάθε συγκεκριμένο αντιφατικό γίγνεσθαι. Τονίσαμε ότι, στην Ορθολογική (αντιθετική) διαδικασία τ’αντίθετα διαλέγονται χωρίς να παραβιάζουν τα όρια μεταξύ τους, δηλαδή τα όρια της ταυτότητάς τους. Αποκαθάρουν έτσι την λογική διεργασία απ’τη συμμετοχή του Μη-Είναι μέσα της, το οποίο ορθολογικά θεωρείται στοιχείο ψεύδους κι αντιφατικότητας. Ενώ στη Διαλεκτική (αντιφατική) διεργασία τα ενάντια κατά το διάλογό τους αλληλοπροεκτείνονται, χωρίς ν’αφήνουν περιθώρια ανεξαρτησίας μεταξύ τους κι έτσι η αλληλεπίδραση είναι αμφίδρομη. Σε παράκεντρες όμως καταστάσεις, κατά τις οποίες τα θεωρούμενα αντίθετα μπορεί κοινωνούν και μ’άλλα αντιφατικά συστήματα, μπορεί να υπάρξει ευκαιριακά κάποια αιτιακή προτεραιότητα, χωρίς ν’αποκλείεται όμως ποτέ κι η αμφίδρομη διεργασία, αφού όλα συγχρόνως κοινωνούν με το έσχατο επίπεδο του κόσμου, το οποίο είναι το ακίνητου κι ακαριαίο, η αντιφατικότητα γυμνή, το Εν Δυνάμει Είναι. Από κει απορρέουν οι αρχές "της καταλυτικο-συνθετικής αντιφατικής σχετικότητας του Μέτρου" και "της αμφίδρομης αιτιότητας". Η αλυσίδα της αμφίδρομης αιτιότητας προϋποθέτει αιτία κι αποτέλεσμα να αλληλοκαταλύονται-αλληλοσυντιθέμενα, έχοντας έτσι κι απεριόριστες διαστάσεις οι οποίες καταλήγουν στο Ακαριαίο και Ακίνητο, Μηδενικό και 'Απειρο, το Εν Δυνάμει Είναι, δηλαδή την Αντιφατικότητα Γυμνή. Εκεί η Αιτιότητα συνίσταται πάντα από το αντιφατικό γίγνεσθαι αναχωρήσεων-επιστροφών, όπως παρουσιάστηκε στη διάρκεια αυτής της εργασίας.
122. Η αμφίδρομη λογική διεργασία, απορρέει από αυτήν του ακαριαίου κι ακινήτου κι οποία δεν μπορεί να λείψει ποτέ από τον όποιο υπολογισμό, αφού είναι το στοιχείο του απειροστικού υπόβαθρου των όντων. Η αιτιακή διεργασία ξεκινά από την "αυτο-αλληλεπίδραση", πολύ βαθιά μέσ’τον ίδιο τον εαυτό, (χωρίς ν’αφήνει περιθώριο απαραβίαστο) και ταξιδεύοντας έξω απ’αυτόν, αλληλεπιδρά παραβιάζοντας τα όρια των άλλων το οποία μπορεί να θεωρηθούν ενάντια κάθε συγκεκριμένη στιγμή. Ανάλογα με το βαθμό της αντίθεσής τους και για κάθε αντίθεση ξεχωριστά ορίζεται κι η ανάλογη παραβίαση. Αυτή η παραβίαση μπορεί κάποιες φορές να είναι τέτοια, η οποία υπό όρους, να αφήνει ευκαιριακά κάποιο απαραβίαστο μέρος στο θεωρούμενο ως αντίθετο. Γι'αυτό μπορεί να λειτουργεί υπό συνθήκες ο τυπικός ορθολογισμός.
123. Γενικά ονομάζεται αντιφατικός ορθολογισμός, γιατί μαζί με την ακαριαία συγκριτική διαδικασία (η οποία είναι αλληλεπίδραση ακαριαία κι άρα αντιφατική), υπάρχει και ένα περιθώριο αντιθετικής (ορθολογικής) συγκριτικής διεργασίας μέσ’τα όρια της αντιφατικότητας.
124. Σ’αυτή τη συγκριτική κι αιτιακή διεργασία, όλα εξαρτώνται απ’τα όρια που θα τεθούν στην αντιφατική ταυτότητα και την αντιθετική αξία των σκελών της αντιφατικής σχέσης. Όμως δεν πρέπει να ξεχνιέται ότι οι σχέσεις εκεί είναι συμβατικές και σχετικές με το γίγνεσθαι που συνιστούν ευκαιριακά οι παράγοντες της αντιφατικής σχέσης.
125. Η εργασία αυτή ακολουθείται από την αδυναμία ότι έχει ανάγκη της αμεσότητας και της πράξης, αφού δεν μπορεί προφορικά να γίνεται απόλυτα κατανοητή. Ακόμα προϋποθέτει μιαν άλλη αντίληψη, περί χώρου, χρόνου, γίγνεσθαι, επίσης μια αντιφατικο-γεωμετρική μαθηματική σύνταξη την οποίαν εγώ αδυνατώ να πραγματοποιήσω.
126. Αυτήν τη φανταστική ιστορία του πορευομένου ευθύγραμμα και ομαλά σημείου, σε όλη της την ανάπτυξη, την οποίαν χαρακτήρισα αντιφατική ταυτότητα, αντιφατικό στοιχειώδες ή αντιφατική μονάδα, πρέπει να λάβει υπόψην η σύγχρονη επιστήμη, αν θέλει να βαδίσει στο Νέο.
127. Υπ’αυτή την έννοια, η γλώσσα της επιστήμης πρέπει να συμπέσει με τη λογικογλωσσική σύνταξη της αντιφατικής βιογεωμετρίας, εκεί όπου ο κόσμος θα είναι βιο-χαρτογραφημένος σε ανάλογους πίνακες, και όπου θα ορίζονται αυτοί από τα ανάλογα αντιφατικά συστήματα ροής-αντιρροής-λήψης-εκπομπής. Αυτή η αντιφατική λογικο-γλωσσική σύνταξη, πρέπει να λάβει υπόψιν το αντιφατικό στοιχειώδες και την αντιφατική οριοθέτησης της σκέψης, γονιμοποιώντας την έννοια του αντιφατικού στοιχειώδους.
128. Στη συνέχεια, όλες οι επιστήμες πρέπει ν’αναθεωρηθούν, λαμβάνοντας υπόψιν την αντιφατική περιγραφή για τη βιο-χαρτογράφηση του κόσμου. Έτσι η Επιστήμη θα γίνει Μία και θα συμπέσει ξανά με τη Φιλοσοφία, η οποία θα είναι μια αντιφατικο-ορθολογική λογικο-γλωσσική σύνταξη, σαν τον ηρακλειτικό Λόγο, δηλαδή τη διαλεκτική ως λόγο κι ουσία.
Επισήμανση για τον αντιφατικό χώρο και χρόνο
Τονίζω ξανά ότι από αντιφατική όψη, ο χρόνος δεν μπορεί να είναι διάρκεια αλλά ούτε και ο χώρος έκταση. Στο κβαντικό επίπεδο του κόσμου, χρόνος είναι η συχνότητα επανάληψης χωρικών μέτρων (υπογεγονότων) σε θέση και χώρος το μήκος κύματος ή το μέγεθος διασποράς τους. Κι επειδή αυτό το επίπεδο σχετίζεται με φωτόνια ή κβάντα ενεργείας, με συχνότητες και μήκη κυμάτων, πρέπει να δεχτούμε ότι το Είναι, ο Χώρος κι ο Χρόνος συνιστούν αδιαχώριστη γενεσιουργό ενότητα με το γίγνεσθαι των γεγονότων. Επίσης η ταχύτητα είναι κάτι διαφορετικό απ’ότι έχουμε αποδεχθεί. Μπορούμε να πούμε ότι: το φωτόνιο ως καταλυτικο-συνθετικό γεγονός, δεν μπορεί να έχει ταχύτητα, επειδή ουσιαστικά κάθε του στιγμή είναι Άλλο-Αλλού, Όμοιο κι Ανόμοιομε τον εαυτό του. Είναι πιθανόν τα παράδοξα της θεωρίας της σχετικότητας να οφείλονται στο ότι: ενώ το φωτόνιο είναι μια κβαντική οντότητα, η οποία δεν συνάδει με την εντικειμενικότητα, παράνομα και καταχρηστικά την ορίζουμε μέσ’τα όρια της νευτώνειας αντικειμενικότητας. Το ίδιο μπορεί να συμβαίνει και με την "αβεβαιότητα" η οποία διέπει τις παράλληλες μετρήσεις των συζυγών ιδιοτήτων των κβαντικών αντικειμένων: Στριμώχνουμε την συχνότητα η οποία εκπροσωπεί το χρόνο των κβαντικών αντικειμένων στον οποίον η αντικειμενικότητα ακυρώνεται, με τη διάρκεια, η οποία εκπροσωπεί τον χρόνο στο νευτώνειο κόσμο στον οποίον η αντικειμενικότητα μεσουρανεί και το μήκος κύματος το οποίο είναι ο χώρος του κβαντικού αντικειμένου όπου η αντικειμενικότητα αμφσβιτείται βίαια, με τον τόπο ως έκταση και υπόβαθρο πραγμάτων στον νευτώνειο κόσμο όπου η αντικειμενικότητα κι ο ντετερμινισμός βασιλεύουν. Κι επειδή ο χρόνος ως διάρκεια κι ο χώρος ως έκταση και υπόβαθρο εξελίξεων στο νευτώνειο κόσμου ακυρώνονται και στον κβαντικό κόσμο τη θέση τους παίρνει η συχνότητα ως χρόνος και το μήκος κύματος ως χώρος, η ταχύτητα στην κβαντική διάσταση του κόσμου είναι πολύ διαφορετική απ’αυτήν που έχουμε αποδεχτεί. Αυτή πρέπει να σχετίζεται με το χρόνο αλλαγής της Ταυτότητας του κβαντικού γεγονότος σε Άλλο-Αλλού. Κι επειδή αυτή η διαδικασία αφορά και το Αλλού, μπορεί παράδρομα να είναι και ταχύτητα μετακίνησης των γεγονότων, αλλά πολύ διαφορετική από αυτήν την οποίαν αποδεχόμαστε. Δηλαδή μολονότι είναι η ταχύτητα μετατροπής της αντιφατικής ταυτότητας σ’άλλη να φανερώνεται φαινομενικά και ως μετακίνηση.
ΤΕΛΙΚΗ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ: Τονίζω ξανά ότι αν η επιστήμη δε λάβει σοβαρά υπόψιν την πρότασή μου περί του Αντιφατικού Στοιχειώδους, Αντιφατικής Ταυτότητας, Αντιφατικού Ορθολογισμού και Αντιφατικής Μοναδολογίας, όπως προτείνεται σ’αυτή την εργασία ή και σε πιθανές ανάλογες εργασίες άλλων διανοητών, άγνωστες σ’εμένα, σωστότερα τοποθετημένες και με την ανάλογη μαθηματική κάλυψη, δε θα μπορέσει να προχωρήσει θεωρητικά. Γιατί ο κόσμος μας είναι ένα δυναμικό γεγονός το οποίο έχει αντιφατική φύση και για να μπορέσει να ερμηνευτεί ως τέτοιο, χρειάζεται κάποιον ορθολογισμό ο οποίος να λαμβάνει υπόψιν τον κόσμο ως αντιφατικό και καταλυτικο-συνθετικό. Έτσι είναι ανάγκη νέοι διανοητές και μαθηματικοί να παραμερίσουν προσωρινά την γνώση τους, να χρησιμοποιήσουν την επαναστατικότητα και τη δυναμική της διάνοιάς τους και να ασχοληθούν με την εργασία αυτή ή με κάποια άλλη παράλληλη, ως ξεκίνημα για ένα μακρύ ταξίδι στο Νέο.
Θα πρέπει να δημιουργηθεί ένας νέος μαθηματικός λόγος, ο οποίος θα στηρίζει τους πίνακες αυτών των μοντέλων που θα περιγράφουν τον κόσμο και τις συγκεκριμένες καταστάσεις ως καταλυτικο-συνθετικό γίγνεσθαι. Τότε όλες οι επιστήμες θα μπουν σε Νέο λογικο-γλωσσικό θεωρητικό πλαίσιο, δηλαδή σε μιαν άλλη λογική, η οποία θα λαμβάνει υπόψιν την ταυτότητα ως καταλυτική-συνθετότητα των όντων και την αμφίδρομη αιτιότητα των σχέσεών τους, έτσι όλα θα οργανωθούν ξανά απ’την αρχή. Η μαθηματική αυτή γλώσσα πρέπει να στηρίζεται στην αντιφατική γεωμετρική λογικογλωσσική σύνταξη και θα έχει ως βασικό κορμό τους αντιφατικούς πίνακες, για τους οποίους προϊδεάζω τον αναγνώστη.
Προτείνω λοιπόν ότι από την περιγραφή και την λειτουργία της, η λογικο-γλωσσική αυτή σύνταξη πρέπει να είναι μια Αντιφατική Βιογεωμετρία και να λέγεται "Αντιφατική Μοναδολογία κι Οικουμενική Βιοχαρτογραφία".
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου