ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΑΥΓΗ: ΠΕΡΙ ΣΚΕΠΤΙΚΙΣΜΟΥ
Από την απαισιοδοξία της βεβαιότητας στην αισιοδοξία του σκεπτικισμού (στην Αυγή)
του Δημήτρη Πετάκου, Κριτική ανάγνωση από τον Θόδωρο Καβάση
Δημοσιογράφος: Ο ιστορικός Ρίτσαρντ Πόπκιν είχε διατυπώσει τη θέση ότι η μήτρα της νεότερης σύγχρονης φιλοσοφίας βρίσκεται στη φιλοσοφία του Μισέλ Μονταίν (1533- 1592) και συγκεκριμένα, στο έργο του "Apologie", το οποίο είναι μέρος του τρίτομου έργου του Essais (1580). Ο Μονταίν εκφράζει έναν έντονο σκεπτικισμό σχετικά με τη γνώση που μπορεί να αποκτήσει ο άνθρωπος. Είχε ισχυριστεί πως, εκτός κι αν βρούμε κάτι για το οποίο να είμαστε βέβαιοι, δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι για τίποτα. Έθεσε ένα απλό ερώτημα: Τι μπορώ να γνωρίσω; Σύμφωνα με τον Πόπκιν, ο Μονταίν προσπάθησε να θέσει σε ένα νέο πλαίσιο τους προβληματισμούς που απέρρεαν από τον σκεπτικισμό του Πύρρωνα (4ος-3ος αιώνας π.Χ.). Ο σκεπτικισμός ήταν η φιλοσοφική παράδοση που αμφισβητούσε τη δυνατότητα βέβαιης γνώσης και απέκτησε νέα αξία όταν τα ερωτήματά του επαναδιατυπώθηκαν στον Χριστιανικό κόσμο. Ο Μονταίν κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η λογική δεν μπορούσε να οδηγήσει σε μονοπάτια βεβαιότητας τον άνθρωπο. Αυτό μπορούσε να συμβεί μόνο μέσω της πίστης και της χάρης του Θεού. Να σημειωθεί ότι αυτή η «απαισιόδοξη» στάση γεννήθηκε σε ένα περιβάλλον σχετικής ανεκτικότητας και των νέων ουμανιστικών αξιών που είχαν προκύψει στην περίοδο της Αναγέννησης.
Εγώ λέω: Δεν είναι δυνατόν σήμερα μετά από μια τεράστια πορεία επιστημονικών ανακαλύψεων, να βγαίνουν στη δημοσιότητα κείμενα σαν αυτό και μάλιστα από μιαν εφημερίδα η οποία ισχυρίζεται ότι είναι προοδευτική. Μάλιστα γυρίζει τον κόσμο πίσω στον μεσαίωνα και στις δοξασίες περί της αποκάλυψης της αλήθειας από τον θεό στον άνθρωπο. Πόση δύναμη έχουν αυτοί οι ανόητοι των οποίων τα κείμενα μπορούν να μπουρδολογούν και μάλιστα διεθνώς, μετά από μια τέτοια επιστημονική πρόοδο; Μολονότι η επιστήμη σε θέματα που αφορούν τη δομή του εγκεφάλου βρίσκεται ακόμα στην έρευνα, έχει φτάσει στο σημείο να δείξει ότι η φιλοσοφική προσέγγιση στην λειτουργία της νόησης, όπως την δέχονται και επιχειρούν οι Καντ και Χέγκελ και οι διάφοροι Ευρωπαίοι ιδεαλιστές σοφοί είναι πρωτόγονη. Αν θέλαμε να δώσουμε μιαν απάντηση στο ερώτημα «πως η νόηση είναι δυνατή» με τα σημερινά δεδομένα, θα ήταν πιο ταιριαστό το εξής: Ο άνθρωπος ως αποτέλεσμα της παγκόσμιας εξέλιξης, είναι αυτός ο ίδιος μια κωδική καταγραφή αυτής της πορείας. Η μορφή κι η δομή του είναι ιδιάζουσα γλώσσα που περιγράφει ιστορικά όλο γίγνεσθαι αυτής της πορείας. Είναι αποδεκτό σήμερα, ότι αυτό το κωδικά γεγραμμένο εμπειρικό γίγνεσθαι, υπάρχει μέσα μας ως μικροδομική κληρονομική καταγραφή και λέγεται DNA. Αυτό είναι ο κληρονομικός γνωστικός μηχανισμός του ανθρώπου ως αποτέλεσμα της εμπειρικής κληρονομικής κωδικής συσσώρευσης. Ο εγκέφαλος, μέσω του DNA, είναι ιδιόμορφη καταγραφή της πορείας κάθε όντος στο παγκόσμιο γίγνεσθαι. Εισερχόμενη μια νέα εμπειρία στον κληρονομικό εμπειρικό κωδικό γνωστικό μηχανισμό, δεν είναι ολόιδια δομικά γεγραμμένη μέσα του. Έτσι μπαίνοντας, παραβάλλεται μ’αυτόν, τον αφυπνίζει, αποκωδικοποιώντας τις αρχαίες κωδικές δομές και τον επανακωδικοποιεί λίγο διαφορετικά ως νέο. Η σύνθεση των νέων κωδικών καταγραφών ανταποκρίνεται στη Λογική και τη Συνείδηση, ενώ το μέρος της δομής του εγκεφάλου που συνεχίζει να μένει ανεξερεύνητο και κωδικό, ανταποκρίνεται στο Αίσθημα και την Ενόραση δηλαδή την Αισθητική. Το αποκωδικοποιημένο μέρος του εγκεφάλου και το απύθμενο το οποίο συνεχίζει να είναι κωδικό, δεν είναι απόλυτα ξέχωρα μεταξύ τους. Έτσι η συνείδηση συνεχώς αντλεί απ’το απύθμενο μέρος του εγκεφάλου, που είναι η ενόραση, το συναίσθημα κι η φαντασία, δηλαδή η Αισθητική. Δεν είναι ποτέ δυνατή καμιά επιστήμη χωρίς Ενόραση και ποτέ δεν είναι αρκετή η εμπειρία με μόνο οδηγό την Ορθολογική διαδικασία. Κάθε επιλογή που ακολουθείται απ’τον παράγοντα του αγνώστου ή του νέου προϋποθέτει μικρό ή μεγάλο «άλμα πίστης» για να υπερπηδάμε το κενό γνώσης· κι επειδή κάθε βήμα στο Νέο προϋποθέτει ένα εμπειρικό κενό, αυτό προσωρινά αναπληρώνεται από την Αισθητική. Ο ερευνητής πατά στον απύθμενο, κωδικά γεγραμμένο, κληρονομικό εμπειρικό γνωστικό μηχανισμό, δηλαδή στη ασυνείδητη “εκ των προτέρων” κληρονομική εμπειρική γνωστική του δυνατότητα ή την ενδοϋπαρξιακή του αίσθηση ως Εγώ, την Ενόραση και την Αισθητική του, διακινδυνεύοντας αποφάνσεις. Αυτές μπαίνουν στη διαδικασία επαλήθευσης, που ανάλογα είναι η εφαρμογή, το πείραμα ή η καθημερινότητα, δημιουργώντας την βάση όπου μπορεί να πατά στέρεα η επιλογή κι η έρευνα. Αυτό το νοητικο-πρακτικό γίγνεσθαι, που συνιστά μιαν αδιάρρηκτη ενότητα, είναι η στάση ζωής κάθε ανθρώπου.
Ο άνθρωπος μπορεί να γνωρίζει κι η εμπειρία του να είναι αληθινή, έγκυρη κι όχι φαινομενική, επειδή όλη η πορεία του κόσμου είναι κωδικά γεγραμμένη μέσα του. Είναι λοιπόν αυτή που τον συνιστά ως ον και συγχρόνως ως καταγραφή, είναι και το σύστημα λογικών αντιστοιχιών με τις οποίες προσλαμβάνει και γονιμοποιεί λογικά την εμπειρία. Και επειδή ο κόσμος είναι αντιφατικός, η γνώση δεν είναι ποτέ κατασταλλαγμένη αλλά σε συνεχές γίγεσθαι. Σε κάθε ερώτημα λοιπόν, σύμφωνα με την διαλεκτική, πρέπει να δίνεται μια σειρά ερωτηματικών απαντήσεων.
Δημοσιογράφος: Ο Γάλλος φιλόσοφος Ρενέ Ντεκάρτ (1596-1650) γοητεύτηκε από τον Μονταίν, απάντησε στον σκεπτικισμό του και εγκαινίασε την εποχή της σύγχρονης φιλοσοφίας. Πρακτικά, στις δεκαετίες 1630 και 1640, ο Ντεκάρτ έδειξε με τη φιλοσοφία του ότι ο άνθρωπος μπορεί να είναι βέβαιος για τουλάχιστον ένα πράγμα, ότι σκέφτεται και υπάρχει. Από αυτή την αφετηρία, ο Ντεκάρτ προχώρησε στην ανατροπή της αμφιβολίας για τα πράγματα του κόσμου. Η αγωνία του Ντεκάρτ ήταν να θεμελιώσει τη βεβαιότητα, να πείσει ότι μπορεί να υπάρχει βεβαιότητα για τα πράγματα γύρω μας και ότι δεν είναι όλα μετέωρα και αβέβαια. Ο Ντεκάρτ, δηλαδή, οδηγήθηκε σε μια απόλυτα αισιόδοξη προοπτική για τη γνώση του ανθρώπου. Τι συνέβη στον μισό αιώνα μεταξύ Μονταίν και Ντεκάρτ, ώστε να δικαιολογείται μια τέτοια «αισιόδοξη» μεταστροφή στη φιλοσοφία; Γιατί τόση αγωνία για βεβαιότητα;
Αναρωτιέμαι: Επειδή ο Ντεκάρτ πίστευε ότι η μόνη βεβαιότητα που μπορούμε να έχουμε είναι ότι εμείς υπάρχουμε, πως ακριβώς θεμελιώνεται η κατά τον δημοσιογράφο βεβαιότητα για την ύπαρξη των πραγμάτων και του κόσμου; Επίσης αφού ο Καρτέσιος ήταν αναμφισβήτητα ιδεαλιστής-ορθολογιστής, σίγουρα πίστευε ότι ο κόσμος με τον οποίον ερχόμαστε σε άμεση επαφή είναι φαινομενικός και όχι η ίδια η πραγματικότητα, η οποία είναι ως καθαυτή κρυμμένη στο βάθος του Είναι και όπως ισχυρίζονται οι ιδεαλιστές "είναι αμφίβολο αν θα μπορέσουμε ποτέ να την γνωρίσουμε". Επίσης αυτή η σύγχρονη φιλοσοφία την οποίαν αναζητούν με επιμονή οι ευρωπαίοι σοφοί, συνεχώς γυρίζει πίσω σε ακόμα αρχαιότερες φιλοσοφικές αντιλήψεις. Όποια πέτρα κι αν σηκώσουν, κάτι Ελληνικό θα βρουν. Τον Ηράκλειτο για τη Διαλεκτική, τον Παρμενίδη και τον Αριστοτέλη για τον ορθολογισμό, τον Πλάτωνα για τον ιδεαλισμό και τον Πύρωμα για την αμφιβολία της βεβαιότητας της γνώσης. Επειδή εγώ είμαι νεοηρακλειτικός και διαλεκτικός, βεβαιώνω τους διανοητές οι οποίοι μαγεύτηκαν από τις μπούρδες αυτών των μεγάλων φιλοσόφων που καταβολές έχουν τα μεσαιωνικά μοναστήρια, ότι επειδή ο κόσμος βρίσκεται σε συνεχές και αληθινό γίγνεσθαι, όπως ισχυρίστηκαν οι Αναξίμανδρος, Ηράκλειτος και Ζήνων είναι φυσικό τίποτα αν μην είναι στη γνώση απόλυτα σταθερό αλλά συνεχώς αυτο αναιρούμενο και εν τω γίγνεσθαι. Έτσι το μόνο για το οποίο μπορούμε να λέμε ότι είναι αυτό πάντα είναι η αντιφατικότητα του Είναι η οποία ως αντιφατικότητα είναι συνεχώς Άλλη-Αλλού.
Δημοσιογράφος: Η δολοφονία του Ερρίκου 4ου το 1610 έστειλε στους ανθρώπους της Γαλλίας και Ευρώπης ένα σαφές μήνυμα. Δοκιμάστηκε μια πολιτική θρησκευτικής ανοχής και απέτυχε. Ο Ερρίκος ήταν Προτεστάντης, προσπάθησε να εφαρμόσει πολιτικές θρησκευτικής ανεκτικότητας, απέφυγε τουλάχιστον δώδεκα απόπειρες δολοφονίας, γλίτωσε από βέβαιο θάνατο τη Νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου (24 Αυγούστου 1572) και τελικά δολοφονήθηκε το 1610 από έναν φανατικό Καθολικό. Στο πρώτο μισό του 17ου αιώνα ξέσπασε ο περίφημος Τριακονταετής Πόλεμος μεταξύ Προτεσταντικών και Καθολικών χωρών, ο οποίος αιματοκύλησε την Ευρώπη. Στη δεκαετία του 1640 ξέσπασε ο Αγγλικός Εμφύλιος Πόλεμος, ο οποίος έληξε με τον αποκεφαλισμό του βασιλιά Καρόλου 1ου, και η Αγγλία βυθίστηκε έως το 1660 σε ένα πολιτικό και κοινωνικό χάος.
Εγώ αναρωτιέμαι: Λοιπόν η δολοφονία του Ερρίκου του Δ΄είναι αυτή που θεμελίωσε την βεβαιότητα του ανθρώπου για το ότι το γίγνεσθαι του κόσμου είναι αληθινό; Και τέλος πάντων πως πρόσφερε σ'αυτή τη βεβαιότητα;
Δημοσιογράφος: Η αποτυχία να σταματήσουν οι πόλεμοι οδήγησε σε ένα ερώτημα: Μπορούσαν οι φιλόσοφοι να επινοήσουν κάποια αντικειμενική λογική μέθοδο για να αποδείξουν την ορθότητα ή τη μη ορθότητα διαφορετικών ιδεολογιών, φιλοσοφικών θεωριών και θρησκευτικών πεποιθήσεων; Αν οι Ευρωπαίοι ήθελαν να αποφύγουν να πέσουν σε έναν σκεπτικιστικό βάλτο, όπως εκείνος του Μονταίν, θα έπρεπε να βρουν κάτι για το οποίο να είναι βέβαιοι. Έπρεπε πάση θυσία να αποφύγουν την αβεβαιότητα, γιατί η αβεβαιότητα οδήγησε την Ευρώπη σε ένα χάος άνευ προηγουμένου. Το μόνο μέρος να ψάξει κανείς για βέβαια θεμέλια πίστης βρισκόταν σε όσα είχε αποκλείσει ο Μονταίν. Κι αυτό έκανε ο Ντεκάρτ. Η αναζήτηση της βεβαιότητας δεν ήταν για τους φιλοσόφους μια απλή κατασκευή αφηρημένων και διαχρονικών ιδεών, τα οποία τα οραματίστηκαν αποκομμένοι από τις ιστορικές εξελίξεις. Δεν ήταν ιδέες που προέκυψαν από το πουθενά. Αντίθετα, ήταν απάντηση σε μια συγκεκριμένη ιστορική πρόκληση. Ήταν η απάντηση στο πολιτικό, κοινωνικό και θεολογικό χάος των ευρωπαϊκών πολέμων.
Εγώ λέω: Η λογική μέθοδος δεν γεννά κάποια καταπιεστική κατάσταση η οποία υποχρεώνει σε μια συγκεκριμένη τακτική στην ανθρώπινη δραστηριότητα. Επειδή ο κόσμος μας είναι απεριόριστα πολύμορφος και πολύπλοκος, η λογική μέθοδος τον βοηθά έχοντας κάποια δεδομένα για κάποια συγκεκριμένη κατάσταση, να αποφασίζει την πιθανώς σωστότερη δραστηριότητά του. Επίσης επειδή οι ανθρώπινες σχέσεις είναι ανταγωνιστικές, οι επιλογές που είναι σωστές για κάποιον άνθρωπο, για άλλον δεν είναι σωστές αφού τον βλάπτουν. Έτσι η ίδια λογική μέθοδος που μπορεί να οδηγεί κάποιον σε μια σωστή δραστηριότητα να οδηγεί κάποιον άλλον στην αντίθετη (αλλά από άλλη όψη σωστή δραστηριότητα).
Είναι φανερό ότι ο κύριος ο οποίος ανέλαβε να μας ποδηγετήσει στην λογική, την πολιτική, και την φιλοσοφία ζούσε στον πλανήτη Άρη και ό,τι βλέπει, είναι απόλυτα νέα σ'αυτόν, αφού εκεί οι δραστηριότητες των ανθρώπων διέποντο από άλλη λογική μέθοδο, η οποία τους υποχρέωνε να συμφωνούν απόλυτα στις δραστηριότητές τους, κι έτσι να μην έχουν ανταγωνιστική σχέση. Ακόμα να μην διέπονται από την αντιφατικότητα η οποία είναι το γενεσιουργό στοιχείο του δικού μας κόσμου αλλά και της συνεχούς αλλαγής.
Δημοσιογράφος: Το φιλοσοφικό πρόγραμμα του Ντεκάρτ απομάκρυνε τις αβεβαιότητες και δισταγμούς των σκεπτικιστών του 16ου αιώνα και ανέδειξε μια νέα βεβαιότητα που εδραζόταν στα μαθηματικά και στη λογική. Μισός αιώνας συγκρούσεων έκανε την αναζήτηση ορθολογικών μεθόδων να μοιάζει περισσότερο δελεαστική. Και, φυσικά, το αίτημα αυτό έμοιαζε να ολοκληρώνεται με το έργο του Νεύτωνα. Ο Νεύτων αποκάλυψε μια θεία τάξη στη φύση που νομιμοποιούσε την αφοσίωση στη σταθερότητα και ιεραρχία που υπήρχε στη μοναρχία του Λουδοβίκου 14ου και του Ουίλιαμ 3ου. Ο Θεός του Νεύτωνα έθεσε με σύνεση και λογική μία φυσική τάξη, ακριβώς όπως ένας βασιλιάς θα έπρεπε να οργανώσει το κράτος.
Τώρα μάλιστα ήλθε η εκ θεού αποκάλυψη: Τα μαθηματικά του Ντεκάρτ και το έργο του Νεύτωνα δεν εδραίωσαν την ηγεμονία του θεού στη γη έτσι ώστε όλα να διέπονται από λογική και τάξη. Άραγε η αναλυτική γεωμετρία του Ντε Καρτ ήταν κάτι το οποίο καταργούσε τη Λογική μέθοδο ή την επικουρούσε ή μήπως ο απειροστικός λογισμός του Νεύτωνα άλλαξε σε τίποτα τις διαθέσεις των αρχόντων για εξουσία και ιμπεριαλισμό; Τα μαθηματικά αυτών των δύο μεγάλων διανοητών, είχαν σκοπό να βοηθήσουν την ορθολογική μέθοδο του αριστοτελικού ορθολογισμού να μπορέσει να συλλάβει και να ερμηνεύσει καταστάσεις εν τω γίγνεσθαι, αφού η τυπική ορθολογική μέθοδος αδυνατούσε. Αυτό μάλιστα το πέτυχε μερικώς αλλά το πρόβλημα παρέμεινε αφού οι νέες επιστημονικές θεωρίες δεν είναι απόλυτα ικανοποιημένες από το αποτέλεσμα.
Ο φίλος δημοσιογράφος για να βρει λύση στα ερωτήματά του, πρέπει να ανατρέξει στη Ελληνική αρχαιότητα και όχι στον ευρωπαϊκό μεσαίωνα ή την αναγέννηση. Αν είχε ανατρέξει εκεί θα είχε ανακαλύψει ότι απ'το το 500 π.χ. υπήρχε η διαμάχη για την σωστή μέθοδο αντιμετώπισης του κόσμου από τους Ηράκλειτο και Παρμενίδη, όπου ο ένας έβλεπε τον κόσμο εν τω γίγνεσθαι και ο άλλος σε ακινησία προτείνοντας και την ανάλογη μέθοδο. Από τότε φαινόταν ότι ο κόσμος μας ήταν πολύ πιο δημοκρατικός από τις ιδεατές συλλήψεις των Ευρωπαίων διανοητών, οι οποίοι ακόμα ψάχνουν για μια φόρμουλα δια της οποίας ο άνθρωπος θα γίνει ρομπότ, που θα έχει στον μηχανισμό του γεγραμμένη κάποια ορθολογική μέθοδο με την οποίαν όλοι θα συμφωνούν απόλυτα και θα δρουν σαν μια μονάδα.
Δημοσιογράφος: Με βάση τα παραπάνω, διατυπώθηκε ένα ερώτημα, το οποίο συνεχίζει να είναι επίκαιρο ακόμη και σήμερα. Θα μπορούσε η ιδέα της κοινωνικής τάξης, όπως και η ιδέα της τάξης στη φύση, να μοντελοποιηθεί στα συστήματα των μαθηματικών και της λογικής; Τέτοιου είδους αναγωγές είναι περισσότερο από ποτέ επίκαιρες και οφείλουμε να στεκόμαστε κριτικά απέναντί τους. Το μεγαλύτερο λάθος που μπορούμε να κάνουμε είναι να ξεχάσουμε τον Μονταίν. Μία από τις μεγαλύτερες ειρωνείες είναι ότι η απαισιοδοξία του Μονταίν για όρια της λογικής του ανθρώπου γεννήθηκε μέσα στην αισιοδοξία του Ουμανισμού και της ανεκτικότητας σε διαφορετικές ιδέες. Αντίθετα, η αισιοδοξία του Ντεκάρτ για τις ανθρώπινες ικανότητες γεννήθηκε μέσα στην απαισιοδοξία που απέρρεε από τη φρίκη του πολέμου και τον διακή πόθο για έλεγχο, βεβαιότητα και σταθερότητα. Ο Μονταίν μοιάζει απαραίτητος περισσότερο από ποτέ.
Ο άνθρωπος, επομένως, νιώθει άβολα με την αβεβαιότητα της γνώσης όταν βρίσκεται σε έναν κόσμο κοινωνικής αστάθειας, ενώ μοιάζει να μην έχει την ίδια αμηχανία όταν βρίσκεται σε έναν κόσμο μεγαλύτερης «ευημερίας». Προκύπτει ένα ερώτημα: Η αβεβαιότητα είναι ένα αναπόφευκτο στάδιο στην εξελικτική πορεία της γνώσης και της ανθρώπινης τελείωσης και πρέπει να τη θεραπεύουμε ή αποτελεί μια ιστορική ενδεχομενικότητα που προκύπτει (ή δεν προκύπτει) στην προσπάθειά μας να θεραπεύσουμε την άγνοια για τον κόσμο και τον εαυτό μας; Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα εγείρει ένα πλήθος φιλοσοφικών και ιστορικών ζητημάτων που συνδέονται με τις διανοητικές προσπάθειες ελέγχου και απόκτησης της γνώσης.
Για να προσδιορίσουμε με σαφήνεια το παραπάνω ερώτημα, οφείλουμε να δούμε κριτικά τις φαινομενικά αδιάρρηκτες σχέσεις μεταξύ βεβαιότητας και γνώσης, αβεβαιότητας και άγνοιας. Πολύ δύσκολα ένας άνθρωπος θα είχε οποιαδήποτε αντίρρηση σε αυτή την πρόταση: «Γνωρίζω, άρα είμαι βέβαιος. Δεν γνωρίζω, άρα δεν είμαι βέβαιος». Η βεβαιότητα, κατά συνέπεια, μοιάζει να διατηρεί μια σταθερή σχέση με τη γνώση, άρα και με την αλήθεια. Όταν κάποιος είναι βέβαιος για κάτι, προφανώς θεωρεί ότι είναι και αληθές. Πώς μπορούμε, όμως, να είμαστε ασφαλείς ότι αυτό, για το οποίο είμαστε βέβαιοι ότι μας είναι γνωστό, είναι πραγματικά αληθές; Για να οχυρώσουμε αυτή την ασφάλεια, πρέπει να είμαστε βέβαιοι ότι οι μέθοδοί που ακολουθούμε είναι προϊόν ορθολογισμού. Δεν μπορεί μία μέθοδος που βασίζεται σε ανορθολογικά ή παράλογα κριτήρια να οδηγεί σε οποιαδήποτε βεβαιότητα γνώσης, άρα αλήθειας. Πώς μπορώ να είμαι βέβαιος για τη μέθοδό μου; Πώς μπορώ να γνωρίζω ότι η μέθοδός μου είναι πραγματικά ορθολογική και με οδηγεί στην αλήθεια; Μια συνηθισμένη απάντηση είναι η εξής: Αν έχει αυξηθεί η γνώση, τότε οι μέθοδοί σου είναι ορθολογικές και οδηγούν στην αλήθεια με βεβαιότητα.
Για να γίνει πιο ξεκάθαρος ο παραπάνω συλλογισμός, ας δούμε αυτή τη σχέση σε μια ιστορική διάσταση. Μπορούμε να το θέσουμε ως εξής: Κάποτε γνώριζα λιγότερα, άρα ήμουν λιγότερο βέβαιος. Σήμερα γνωρίζω περισσότερα, άρα είμαι περισσότερο βέβαιος. Για παράδειγμα, ο Δημόκριτος έλεγε ότι η Γη είναι επίπεδη. Σήμερα, είμαστε βέβαιοι ότι είναι σφαιρική και κινείται σε τροχιά γύρω από τον Ήλιο. Αυτό, για αρκετούς, σημαίνει ότι στο παρελθόν η γνώση για τα πράγματα ήταν μικρότερη και λιγότερο βέβαιη. Ο Αριστοτέλης, για παράδειγμα, είπε πράγματα που δεν ήταν και τόσο «αληθή», αν τα συγκρίνουμε με όσα είπε ο Γαλιλαίος ή ο Νεύτων. Αυτό μας οδηγεί σε μια ολέθρια συνέπεια για τη σκέψη του Αριστοτέλη. Αν τα αποτελέσματά του ήταν λάθος, τότε ήταν και οι μέθοδοί του. Αν οι μέθοδοί του οδηγούσαν σε λανθασμένα συμπεράσματα, τότε πώς μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι ήταν ορθολογικές; Ερχόμαστε αντιμέτωποι, επομένως, με ένα φοβερό δίλημμα. Είτε να δεχτούμε ότι ο Αριστοτέλης είχε ανορθολογικές μεθόδους και κατέληξε σε λανθασμένα συμπεράσματα για τον κόσμο ή ότι είχε ορθολογικές μεθόδους και κατέληξε σε λανθασμένα συμπεράσματα για τον κόσμο. Ως προς το πρώτο ενδεχόμενο, δεν νομίζω να έχει υπάρξει άνθρωπος στην ιστορία της ανθρωπότητας που να έχει θεωρήσει την αριστοτελική μέθοδο ως ανορθολογική. Αν δεχτούμε το δεύτερο ενδεχόμενο, τότε πρέπει να αναθεωρήσουμε τη σχέση ορθολογισμού και αλήθειας. Μήπως, με άλλα λόγια, δεν υπάρχει μια συγκεκριμένη συνταγή ορθολογισμού που πρέπει να ανακαλύψουμε προκειμένου να ισχυριστούμε ότι η γνώση μας είναι βέβαιη και αληθής; Μήπως, τελικά, ο ορθολογισμός είναι μια σύμβαση, μια ιστορική ενδεχομενικότητα που έχει αλλάξει τόσο συχνά περιεχόμενο, ώστε οριακά δεν έχει νόημα να θεωρούμε ότι έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και σαφείς κανόνες;
Εγώ λέω: Ο δημοσιογράφος μας δεν γνωρίζει ότι η γνώση σε έναν κόσμο αντιφατικό κι εν τω γίγνεσθαι πρέπει και αυτή να φέρει το στοιχείο της αντιφατικότητας ως βασικό στη φύση της γνώσης. Δηλαδή επειδή ο κόσμος αλλάζει, τα πάντα "λίγο-πολύ", αργά ή γρήγορα αλλάζουν κι αυτά, έτσι που η γνώση γι' αυτά πρέπει να είναι εν τω γίγνεσθαι, δηλαδή να περιέχει μέσα της το στοιχείο της αντιφατικότητας. Η λογικο-γλωσσική σύνταξη, δηλαδή η μέθοδος η οποία βλέπει τον κόσμο υπ'αυτή την οπτική γωνία, είναι η Διαλεκτική (κάτι το οποίο μια αριστερή εφημερίδα θα έπρεπε να γνωρίζει). Βέβαια ο κόσμος και η φύση, είναι πολύ πιο δημοκρατική από τις δικές μας αντιλήψεις. Μπορεί να δεχτεί τον κόσμο εν τω γίγνεσθαι όπου λειτουργεί η διαλεκτική, αλλά συγχρόνως και τον κόσμο σε μια προσωρινή στασιμότητα όπου μπορεί συμβατικά να λειτουργήσει και ο ορθολογισμός. Έτσι είναι νόμιμο να υπάρχουν για την ερμηνεία του κόσμου μας δύο λογικο-γλωσσικές συντάξεις: η Διαλεκτική και η Ορθολογική, ανάλογα με τον τρόπο που ατενίζεται ο κόσμος και ανάλογα με τον τρόπο που εμείς οι άνθρωποι θέλουμε να ζήσουμε μέσα σ'αυτόν. Μπορεί λοιπόν από μια οπτική γωνία η γη να είναι σχετικά επίπεδη, αλλά από μιαν ολοκληρωμένη όψη μα είναι σφαιρική. Ακόμα επειδή η σφαιρικότητα είναι κάτι ολοκληρωμένο και τετελεσμένο, κι επειδή ο κόσμος μας έχει χαρακτήρα απειροστικό και εν τω γίγνεσθαι, η γη δεν είναι σφαιρική αλλά ελλειπτική, όντας σε συνεχή σχηματική διαμόρφωση, κάτι το οποίο ισχυρίζοντο οι προσωκρατικοί για όλα τα πράγματα τα οποία εμφανίζοντο ως ολοκληρωμένα. Γι'αυτούς η μεγάλη ευθεία όφειλε να είναι κυρτή, το μεγάλο τετράγωνο να μην έχει γωνίες και κάθε τι να καταλύεται-συντιθέμενο, να σκορπά-μαζεύοντας, να είναι Αυτό-Διαφέροντας, δηλαδή να Είναι-ΜηΌντας. Η μέθοδος η οποία βλέπει τα πάντα εν τω γίγνεσθαι είναι η λεγόμενη Διαλεκτική. Επειδή όμως ο κόσμος μας παρουσιάζεται με πολύ αργή διαδικασία αλλαγής, δικαιούται να αντιμετωπίζεται ακόμα και στατικά σε κάποιες καταστάσεις, με κάποιες απώλειες.
Δημοσιογράφος: Ο φιλόσοφος Πωλ Φεγεράμπεντ, στο έργο του Ενάντια στη Μέθοδο (1975), είχε εκφράσει την αντίρρησή του στην ύπαρξη μιας ενιαίας επιστημονικής και ορθολογικής μεθόδου. Μελέτησε την επιστήμη μέσα στο πλαίσιο του πρώιμου νεωτερικού Ευρωπαϊκού πολιτισμού και όχι ως ένα αναπόφευκτο αποτέλεσμα της εφαρμογής ενός καθολικού ορθολογικού προτύπου. Είχε υποστηρίξει ότι δεν μπορούμε να μιλάμε για κανόνες στη λογική γιατί, πολύ απλά, δεν υπάρχει κανένα συνεπές πράγμα που να ονομάζεται λογική και να είναι αναγκασμένα όλα τα πράγματα να υπακούν σε αυτό. Ακόμη και αν δεχτούμε ότι η λογική έχει ως βασικό χαρακτηριστικό της να μην υπάρχουν αντιφατικές προτάσεις σε μια θεωρία, προκειμένου αυτή να χαρακτηριστεί ως ορθολογική και επιστημονική, τότε θα διαπιστώσουμε με μεγάλη έκπληξη ότι όλες σχεδόν οι επιστημονικές θεωρίες είχαν και έχουν αντιφάσεις στο εσωτερικό τους.
Εγώ διαπιστώνω ότι: Αυτός ο φιλόσοφος απέχει πολύ από το να είναι τέτοιος αφού με την δραστηριότητά του παραβιάζει ανοικτές πορτές. Θέτει ως ερώτημα αυτό το οποίο πριν 2500 χρόνια ο φιλοσοφικός κόσμος στην Αρχ. Ελλάδα είχε πλέον λύσει και μάλιστα είχε δώσει και τις ανάλογες απαντήσεις: Δηλαδή, αντί να απορρίψει τη Λογική, αφού χωρίς αυτήν θα ήμασταν απλά πρόβατα και θα νοιαζόμασταν για το καλό χόρτο και για τον κακό λύκο, είμαστε άνθρωποι οι οποίοι ανησυχούμε για την αλήθεια του παγκοσμίου γίγνεσθαι και για το πως αυτό το γίγνεσθαι μπορεί αληθινά να υπάρξει. Μέσα απ'αυτή τη διαδικασία και τις φιλοσοφικές επιλογές μας, διαπιστώσαμε ότι ανάλογα με το πως βλέπουμε τον κόσμο υπάρχουν δύο λογικές μέθοδοι οι οποίοι μπορούν να μας οδηγήσουν στη γνώση.
Από την άλλη όλοι αυτοί οι οποίοι αμφισβητούν την αξία της λογικής μεθόδου, δεν βλέπω στις προτάσεις τους να χρησιμοποιούν κάποια αντι-λογική αντι-μέθοδο δείχνοντας τον δρόμο στη μελλοντική φιλοσοφία και στην επιστήμη! Είναι όλοι μαζί στο ορθολογικό παχνί το οποίο συνεχώς κατηγορούν σαν ασύμβατο με τον κόσμο αλλά σιτίζονται απ'αυτό μόλις τους κόψει η νοητική πείνα.
Δημοσιογράφος: Ο διαφορικός λογισμός του Νεύτωνα αποδείχθηκε εξαιρετικά ασυνεπής λίγο διάστημα μετά την επιτυχημένη χρησιμοποίησή του στη θεμελίωση της μηχανικής. Αντί να τον εγκαταλείψουν οι φυσικοί, συνέχισαν να τον χρησιμοποιούν. Ένα άλλο παράδειγμα είναι η κλασική στατιστική μηχανική, όπως την ανέπτυξαν ο Μάξγουελ, ο Μπόλτζμαν και άλλοι φυσικοί. Αυτό το ερευνητικό πρόγραμμα δέχεται την υπόθεση ότι τα δομικά στοιχεία ενός αερίου ανακλώνται ελαστικά στις αμοιβαίες κρούσεις τους, πράγμα που, στην περίπτωση ενός μονοατομικού αερίου, σημαίνει ότι μπορούν να αλλοιωθούν. Όμως, την ίδια στιγμή γίνεται αποδεκτό, μέσω του θεωρήματος της ισοκατανομής, ότι δεν μπορούν να αλλοιωθούν. Ένα άλλο παράδειγμα είναι η κβαντική θεωρία όπως τη διατύπωσε ο Ντιράκ. Χρησιμοποίησε μετασχηματισμούς που είναι μαθηματικά αδύνατοι αλλά παρέκαμψε την αντίφαση με τη βοήθεια συναρτήσεων που βρίσκονται έξω από τον τομέα των συνηθισμένων μαθηματικών μεθόδων. Πρόκειται για μια εκπληκτική περίπτωση, που δείχνει ότι οι «φοβερές» συνέπειες της αντίφασης μπορούν να παρακαμφθούν με κανόνες που βρίσκονται έξω από τη συνηθισμένη μέθοδο.
Διαπιστώνω ότι: Αυτά τα οποία τόνισα στις προηγούμενες παραγράφους δίνουν απάντηση και σ'αυτή την πρόταση. Ο δημοσιογράφος μας όμως νομίζω ότι εδώ απαξιώνει μεγαλοφυείς συλλήψεις του ανθρωπίνου πνεύματος κι έτσι δεν μένει παρά να υπενθυμίσω τη απόφανση του Σόπενχάουερ: Ο ευφυής στοχεύει εκεί που οι άλλοι βλέπουν αλλά δεν μπορούν να στοχεύσουν, ο μεγαλοφυείς στοχεύει εκεί που οι άλλοι δεν βλέπουν.
Ο δημοσιογράφος μας και ο Φαγεράμπεντ οι οποίοι εν μέρει απαξιώνουν τον διαφορικό λογισμό, θα έπρεπε να το δικαιολογήσουν επιστημονικά, μαθηματικά ή φιλοσοφικά. Εγώ που τον θεωρώ μεγαλοφυή όμως θα δείξω τις αδυναμίες του διαφορικού λογισμού:
Ζήνων:τὸ κινούμενον οὔτ᾽ἐν ᾧ τόπῳ ἔστι κινεῖται, οὔτ᾽ἐν ᾧ μὴ ἔστι. [Το κινούμενο δεν κινείται ούτε στον τόπο που βρίσκεται, ούτε στον τόπο που δεν βρίσκεται]. Είπε ο Χέγκελ: «κάτι κινείται όχι γιατί βρίσκεται την μία στιγμή εδώ και την άλλη αλλού, αλλά επειδή βρίσκεται συγχρόνως εδώ και όχι εδώ, και τόνισε: άρα η κίνηση είναι αντιφατική». Με αυτόν όμως τον τρόπο, παρουσιάζει την αντιφατικότητα της μετακίνησης, όπου η ταυτότητα του κινουμένου δεν είναι υποχρεωμένη ν’αλλάζει κατά τη διάρκεια της κίνησης (όπως συμβαίνει κατά τον διαφορικό λογισμό). Αντίθετα, όπως συνάγουμε για να λυθεί το αίνιγμα της ρήσης του Ζήνωνα, το κινούμενο καταλύεται-συντιθέμενο, όντας άλλο-αλλού, όμοιο κι ανόμοιο με τον εαυτό του. Δηλαδή κινείται μεν, όμως όχι σε κάποιο ξέχωρο τόπο αλλά μέσ’τον ίδιο του τον εαυτό, αλλάζοντας συνεχώς. Έτσι φαίνεται ότι μετακινείται κιόλας. Βέβαια αυτή η αντίληψη δεν είναι κοινώς αποδεκτή, αφού όλοι θέλουν τον δαιμόνιο Ζήνωνα να είναι ιδεολογικός «σκύλος» του Παρμενίδη και να μην διαφωνεί μ’αυτόν, στο θέμα περί του αν αληθινά υπάρχει κίνηση ή όχι. Εγώ όμως εδώ βλέπω ότι ο Ζήνων με τον τρόπο αυτό, μας παρουσιάζει τη σχετικιστική άποψη ότι: τα όντα, ο χώρος κι ο χρόνος συνιστούν μιαν αδιαχώριστη ενότητα στο γίγνεσθαι. Κάτι που η σύγχρονη επιστήμη έχει διατυπώσει πια με αδιάβλητο τρόπο. Έτσι η ταφόπλακα της αριστοτελικής και της νευτώνειας αντικειμενικότητας πάνω στους προσωκρατικούς, έχει ήδη αρχίσει να ανασηκώνεται, απ’τη σχετικιστική και την κβαντική επιστήμη.
Υπενθύμιση Α. Στο μικρό δοκίμιό του «Η Νομιμότητα της Διαλεκτικής της Φύσης» το οποίο κατέθεσε στο φιλοσοφικό συνέδριο της Ε.Φ.Ε το 1988, "Περί Διαλεκτικής", ο διακεκριμένος διανοητής της αριστεράς κ. Ευτύχης Μπιτσάκης μας πληροφορεί ότι σύμφωνα με το μεγάλο επιστήμονα Μπωμ: Στην κβαντομηχανική, η θεωρία του πεδίου περιγράφει την κίνηση των στοιχειωδών σωματίων ως δημιουργία-καταστροφή τους. Έτσι αν ένα ηλεκτρόνιο υποστεί σκέδαση από την αρχική του πορεία σε άλλη, αυτό το περιστατικό περιγράφεται ως «καταστροφή» αυτού του ηλεκτρονίου και «δημιουργία» άλλου, το οποίο κινείται σε νέα κατεύθυνση. Δηλαδή εκεί δεν υπάρχει σωμάτιο το οποίο να διατηρεί πάντα την ταυτότητά του. Έτσι αν δούμε βαθύτερα την παράσταση του πεδίου κίνησης ενός ελευθέρου σωματίου, διαπιστώνουμε ότι η κίνησή του περιγράφεται μαθηματικά ως σειρά καταστροφής-δημιουργίας, η οποία συγχρόνως έχει ως αποτέλεσμα την συνεχή αλλαγή του σωματίου μέσα στο χώρο.
Υπενθύμιση Β. Ηράκλειτος: Στον ίδιο ποταμό μπαίνουμε και δεν μπαίνουμε, είμαστε και δεν είμαστε. Την ίδια ουσία δεν ξαναγγίζουμε γιατί όλα αλλάζουν βίαια και γρήγορα, φεύγουν-επιστρέφοντας, σκορπάνε-μαζεύοντας, καταλύονται-συντιθέμενα, ΕίναιΜηΌντας. Οι προτάσεις αυτές δεν σημαίνουν ότι δεν υπάρχει δυνατότητα λογικής μεθόδου, αλλά ότι υπάρχει δυνατότητα η οποία είναι άλλη από τον ορθολογισμό και αυτό το οποίο ο δημοσιογράφος και ο συγγραφεύς τον οποίον μας παρουσιάζει, έχει λυθεί μεγαλοφυώς πριν 2500 χρόνια.
Δημοσιογράφος: Το κρίσιμο είναι ότι υπάρχει φως μέσα από το τούνελ του σκεπτικισμού. Και μόλις βγει κανείς από το τούνελ συνειδητοποιεί ότι οι δυνατότητες είναι άπειρες. Ενδεχομένως, κάποιος να υποστηρίξει ότι με μια τέτοια λογική η επιστημονική μέθοδος και η πίστη εξισώνονται. Γιατί να επιλέξω, για παράδειγμα, το βουντού και όχι την ιατρική; Ο Φεγεράμπεντ υποστήριζε ότι η προσκόλληση σε συγκεκριμένους φιλοσοφικούς και μεθοδο-λογικούς κανόνες αποτελεί μορφή πίστης. Υπάρχει ένα κρίσιμο σημείο, δηλαδή, πέρα από το οποίο αδυνατούμε να επιχειρηματολογήσουμε χωρίς να επικαλεστούμε βαθιά ριζωμένες πεποιθήσεις. Αυτό δεν συνεπάγεται, ωστόσο, ότι οι επιστημονικές μέθοδοι εξισώνονται με τα πλάσματα της φαντασίας μας. Αντιθέτως, η εγκυρότητά τους έγκειται στο γεγονός ότι συνεχίζουν να αντέχουν τις δοκιμασίες στον ανθρώπινο ιστορικό χρόνο και δεν ακινητοποιούνται σε ένα άχρονο και υπερβατικό κάδρο που υπάρχει ανεξάρτητα από τον άνθρωπο. Επομένως, η αξία του σκεπτικισμού είναι η σκληρή κριτική σε όλες τις μεθόδους. Η κριτική οδηγεί σε μια ευρυχωρία και πολλαπλότητα λύσεων, οι οποίες, ανεξάρτητα από την εσωτερική τους συνέπεια, διασφαλίζουν ότι μπορούμε να πάντα να έχουμε πίστη σε αυτόν που βγαίνει μέσα από το τούνελ... τον άνθρωπο που έχει απομαγεύσει τον εαυτό του και δεν έχει κανένα πρόβλημα με την ύπαρξη της αβεβαιότητας.
Εγώ λέω: Η κριτική αυτή του λεγομένου σκεπτικισμού όμως δεν μπορεί να γίνει αν δεν πατήσει πάνω σε μια λογική μέθοδο και κυρίως στην τυπική αριστοτελική ορθολογικότητα. Όσο για την περίφημη "απομάγευση" με την οποίαν μαγεύονται κάποιοι σύγχρονοι διανοητές, ο άνθρωπος έχει απομαγεύσει τον εαυτό του με την έξοδό του από τα σπήλαια, άρα αυτός ο χαριτωμένος όρος ο τόσο παρωχημένος καταντά κάπως ανόητος. Βέβαια υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι προσπαθούν να ξαναφέρουν τον άνθρωπο με έναν χαριτωμένο τρόπο ξανά στη μαγεία με την παλιά διαθήκη την καμπαλά και τον εβραϊκό μυστικισμό, ώστε κάθε φορά να τον απομαγεύουν για να κάνουν φιλολογικό και φιλοσοφικό παιγνίδι, αλλά σήμερα, με την πρόοδο της επιστήμης, φαντάζουν τόσο κάπως αστείοι.
Επίσης εγώ λέω: Η μέθοδος επεξεργασίας του γυαλιού έχει ολοκληρωθεί, αλλά σύμφωνα με τον δημοσιογράφο μας, εμείς δεν πρέπει να ακολουθούμε αυτή τη μέθοδο, η οποία έχει μια πορεία χιλιάδων ετών, αλλά επειδή η βεβαιότητα στο δρόμο της πορείας για την κατασκευή γυάλινων αντικειμένων είναι δογματισμός, κάθε φορά που θέλουμε να φτιάξουμε γυάλινο αντικείμενο πρέπει να ξεκινάμε από την αρχή: να βάζουμε φωτιά στη άμμο της ερήμου και η φωτιά να μετατρέπει την άμμο σε γυαλί κι από κει να ξανακολουθούμε το δρόμο των ερευνητών από την αρχή έως την κατασκευή κάποιου ποτηριού, το οποίο βέβαια θα έχει πολύ μεγαλύτερη αξία, γιατί θα είναι μοναδικό με όλες της ατέλειες του πρωτογονισμού μας.
Φιλοσοφικός καθοδηγητής μας ο κ. Δημήτρης Πετάκος
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου