Η ΤΕΧΝΗ ΕΙΝΑΙ Η ΜΕΘΗ ΤΟΥ ΩΡΑΙΟΥ ΩΣ ΥΨΗΛΟΥ

Η ΤΕΧΝΗ ΩΣ ΜΕΘΗ ΤΟΥ ΩΡΑΙΟΥ
                                                                                                                                                                            Όταν οι Έλληνες εμφανίστηκαν στο μπαλκόνι της ιστορίας, βρήκαν έναν κόσμο θαυμάσιο, όπου υπήρχαν τέχνες, γράμματα και επιστήμες, δηλαδή υπήρχε ένας πολυδιάστατος πολιτισμός.   Οι Έλληνες έξαφνα σήκωσαν το χέρι τους ψηλά σαν να έδιναν μιαν εντολή στην οποίαν οι άλλοι έπρεπε να υπακούσουν. Είπαν ότι "εδώ όλα τελειώνουν και ξεκινάμε τα πάντα από την αρχή". Δηλαδή από εκείνη τη στιγμή όλα θα έπρεπε να θεωρούνται υψηλές τέχνες*.   *(Η έννοια Τέχνη προέρχεται από το ρήμα τίκτω, γεννώ).
                                                                                                                                                                                   Ξεκινώντας απ'την Νόηση, την οποίαν όρισαν μέσα στα όρια της φιλοσοφίας και η οποία ως συνειδητή πήρε δύο ανώτατες μορφές: τον Ορθολογισμός και την Διαλεκτική. Στη συνέχεια για να ολοκληρωθούν αυτές οι δύο τέχνες ως συνειδητές και μολονότι όλοι οι λαοί είχαν κάποιες γλώσσες συνεννόησης, ανέδειξαν την Ρητορική ως υψηλή τέχνη του Λέγειν. Έτσι κάθε μια από τις δύο αυτές τέχνες του Νοείν, απέκτησε και την δική της λογικο-γλωσσική σύνταξη, με την οποίαν μονό θα μπορούσε να λέγονται ως τέτοιες. Αυτό ακολούθησε και όλες της εκδηλώσεις του κοινωνικού γίγνεσθαι, κάθε μια εκ των οποίων θα ήταν πλέον μια υψηλή και ιερή τέχνη, η οποία θα είχε το δικό της τρόπο υπαρξιακής δόμησης και γλώσσας, που θα ήταν οι κανόνες της.  Συνολικά όλες αυτές οι τέχνες μαζί, συνιστούσαν ως κοινωνικό γίγνεσθαι, την τέχνη του Ζην, η οποία στην υψηλότερή της μορφή, ήταν η Τραγωδία.  Έτσι ο ορισμός που έδωσε ο Νίτσε στην τέχνη, ως “Μέθη του Ωραίου”, έχοντας το αρχαιοελληνικό της υπόβαθρο θεωρήθηκε ολοκληρωμένη.   Μολονότι λοιπόν αυτό δίνει μιαν ικανοποίηση στον παραλήπτη, γεννά συγχρόνως μια σειρά ερωτημάτων, κάτι το οποίο επίσης δεν είναι κακό. Διαλεκτικά, η "αληθινή αλήθεια", όντας εν τω γίγνεσθαι, δεν δίνει καμιά τελεσίδικη απάντηση σε κανένα ερώτημα, μάλιστα όσο "αληθινότερη" είναι τόσο περισσότερα ερωτήματα γεννά.
                                                                                                                                                                          Ας δούμε λοιπόν με κριτικό βλέμμα την πολυσυζητημένη απόφανση του Νίτσε, δηλαδή "την τέχνη ως η μέθη του ωραίου" κι ας προσεγγίσουμε τα ερωτήματα τα οποία γεννά:  Όσοι έχουμε ασκήσει κάποια τέχνη σίγουρα έχουμε νιώσει τη μέθη της δημιουργίας.   Δεν υπάρχει έργο τέχνης το οποίο είναι απλά και μόνο το αποτέλεσμα μια ιδιόμορφης τεχνικής διαδικασίας.  Αυτό πια έχει ξεκαθαριστεί. Ένα αρχαίο-ελληνικό αριστούργημα ως πρωτότυπο, είναι έργο υψηλής τέχνης. Όμως ένα θαυμάσιο αντίγραφό του ή μια σειρά πρωτότυπα τα οποία το μιμούνται θαυμάσια, είναι εξαιρετικά τεχνικά κατασκευάσματα, αλλά κατώτερα ως καλλιτεχνήματα. Η διαφορά λοιπόν σ'αυτά τα δύο, στο πρωτότυπό και το αντίγραφο, συνίσταται στο ότι κατά τη σύλληψη του πρωτοτύπου ο καλλιτέχνης κοινωνεί της υπερβατικής διονυσιακής μέθης, ενώ στο αντίγραφο βρίσκεται σε κατάσταση υψηλής νοητικής και πρακτικής επιδεξιότητας.  Το πρώτο μαχητικό αεροπλάνο "Μινκ" των σοβιετικών, ήταν έργο τέχνης, ενώ τα ρωσικά του και κινεζικά του αντίγραφα, μολονότι καλύτερα, δεν ήταν έργα τέχνης αλλά έργα υψηλής τεχνικής.   Όμως η μέθη της δημιουργίας δεν είναι στοιχείο μόνο του έργου τέχνης αλλά και του έργου υψηλής νοητικής δημιουργικότητας, όπως η διατύπωση μιας νέας μαθηματικής ή φιλοσοφικής σύλληψης. (Η Θεωρία της Σχετικότητας ή η πρόταση της Λομπατσέφσκειας Γεωμετρίας  είναι συγχρόνως έργα υψηλής τέχνης). Γενέθλιος τόπος της τέχνης λοιπόν είναι η δημιουργική μέθη.                                                   Αφού δώσαμε μια περιγραφή περί της δημιουργικής μέθης η οποία σχετίζεται με το έργο τέχνης, μας μένει να περιγράψουμε την έννοια του Ωραίου ως υψηλού.  Εκ πρώτης όψης το θέμα είναι απλό: Υπάρχουν μέσα στο κοινωνικό γίγνεσθαι πολύ ωραίες δραστηριότητες και πράγματα ομολογουμένως ωραία τα οποία όμως δεν άπτονται της δημιουργικής μέθης του ωραίου. Το Ωραίο ως υψηλό είναι το αληθινό έργο τέχνης.   Πρέπει όμως για να προχωρήσουμε στην ολοκλήρωση αυτού του συλλογισμού, να γίνει και μια μικρή διευκρίνιση:  Βλέπουμε ένα θαυμάσιο ηλιοβασίλεμα ή μια θαυμάσια ανατολή ή ακόμα μια τρομερή καταιγίδα ή ένα συγκλονιστικό φυσικό φαινόμενο κι αμέσως αποφαινόμεθα ότι αυτό είναι ωραίο.   Όμως εδώ πέφτουμε στην παγίδα της συνήθειας κι αποφαινόμεθα χωρίς κρίση. Μήπως υπάρχει κάποιο ηλιοβασίλεμα ή κάποιο απ'όλα αυτά τα γεγονότα, που να μην είναι ωραίο; Όχι. Όλα με τον ένα ή τον άλλο τρόπο είναι ωραία. Έτσι το να λέμε ότι ένα ηλιοβασίλεμα είναι ωραίο, είναι κάτι χωρίς νόημα, αφού το ελάφι είναι ωραίο, η γάτα είναι ωραία και όλα τα γεννήματα της φύσης είναι τυπικά ωραία ή ακόμα "η φύση είναι ωραία".   Όταν λέμε ότι "μια γυναίκα είναι ωραία", αυτός ο χαρακτηρισμός είναι έωλος, γιατί δεν μπορούμε να ορίσουμε απόλυτα την έννοια της γυναικείας ομορφιάς, αφού αυτό αλλάζει σύμφωνα με τα γούστα του κάθε ανθρώπου ή τις εποχές. Κάποτε και σε κάποιους λαούς, η γυναίκα για να είναι ωραία, έπρεπε να είναι σαν βαρέλι. Μάλιστα κάποιοι μαχαραγιάδες όταν τις αγόραζαν στο δουλοπάζαρο, τις ζύγιζαν κιόλας.  Άλλες εποχές, όπως η δική μας, η γυναίκα πρέπει να ξεψυχάει, δηλαδή να είναι πετσί και κόκαλο.  Γενικά όμως η γυναίκα ως γέννημα της φύσης, είναι πάντα ωραία, εξ άλλου η ομορφιά της εξαρτάται και από την ερωτική διάθεση του αρσενικού το οποίο αληθινά την κρίνει. Έτσι μας μένει λοιπόν να δούμε τι είναι αυτό το οποίο κάνει τη γυναίκα να μην είναι ωραία.  Η γυναίκα δεν είναι ωραία όταν έχει κάποια ελαττώματα μορφής τα οποία βέβαια είναι κυρίως αποτέλεσμα δυστυχήματος ή δυσλειτουργίας της φύσης. Τα στραβά πόδια, ο αλληθωρισμός, το τεράστιο κεφάλι και τα πολύ μικρά πόδια και πάει λέγοντας. Δεν υπάρχει λοιπόν ωραία ή άσχημη γυναίκα, αφού όλες οι φυσιολογικές γυναίκες με τον ένα ή τον άλλον τρόπο είναι ωραίες, αν δεν έχουν φυσικό ελάττωμα, το οποίο δεν χαρακτηρίζει την ασχήμια αλλά κάποιο λάθος της φύσης.   Το ίδιο θα μπορούσαμε να πούμε και για όλα όσα μας περιβάλλουν κοινωνικά. Δηλαδή ότι είναι ωραία όλα με κάποιον συμβατικό τρόπο ως είδη καθημερινής επαφής ή ακόμα χρήσης, τα οποία κάνουν τη ζωή μας βιώσιμη, άνετη, ευχάριστη, υποφερτή ή ακόμα και πολυτελή.  Π.χ. “Η Συννεφιασμένη Κυριακή” του Τσιτσάνη είναι ένα θαυμάσιο έργο τέχνης κεφιού ή καημού της καθημερινότητας. Το ”Κατά Ιωάννη” ή το “Κατά Ματθαίον Πάθη” του Μπαχ όμως, είναι έργα τα οποία οπωσδήποτε σχετίζονται με τη Μέθη της τέχνη του Ωραίου ως Υψηλού.
            Το ωραίο λοιπόν ως υψηλό, είναι μόνο το έργο τέχνης, το οποίο όπως είπαμε είναι το αληθινό δημιούργημα, άσχετα αν είναι εικαστικό, μουσικό ή νοητικό και το οποίο σχετίζεται ως δημιούργημα, αλλά κι αντικείμενο παρατήρησης με την μέθη της δημιουργίας ή τη μέθη της μέθεξης στο έργο τέχνης ως ωραίο.  

Επειδή όμως το έργο “τέχνης ως υψηλής” δεν αδιαφορεί για το παγκόσμιο γίγνεσθαι, αφού ο δημιουργός του βρίσκεται σε κατάσταση υπερβατικής δημιουργικής μέθης, θα πρέπει να δεχτούμε ότι το υπερβατικό στοιχείο της ως υψηλό, σχετίζεται με τον μηχανισμό του παγκόσμιου γίγνεσθαι το οποίο είναι υπερβατικό. Δηλαδή είναι αυτό το οποίο σπρώχνει το Ον στον αιώνιο βηματισμό της συνεχούς εξελικτικής ανοδικής πορείας, που συμπίπτει με την ίδια την μέθη της δημιουργικότητας του ωραίου ως υψηλού.
                                                                                                                                                                   Όμως αν αυτή η μέθη του ωραίου σχετίζεται με το γίγνεσθαι, δεν μπορεί να αδιαφορεί και για το Όλλυσθαι, που είναι ο σκοτεινός του συμπαντιακός αντίλογος.  Αφού ο κόσμος βρίσκεται σε συνεχή καταλυτική-συνθετότητα, δηλαδή απ’τη μια Γίγνεται, δε μπορεί παρά κι απ’την άλλη να Καταρρέει, απ’τη μια οδεύει προς τα Επιφάνεια κι απ’την άλλη προς τα Καταγώγια, έτσι και η τέχνη είναι Φωτεινή αλλά και Σκοτεινή.  Δηλαδή μπορούμε να έχουμε με το Έφηβο των Αντικυθήρων, τους Πολεμιστές του Ριάτσε, τον “Μοσχοφόρο" την "Ντελικάτα", τα κατά Ματθαίο Πάθη ή και άλλα αθάνατα έργα υψηλής τέχνης, ως μέθη της τέχνης φωτεινής, αλλά συγχρόνως μπορούμε να έχουμε και την μέθη της τέχνης ως σκοτεινής:  Δηλαδή λογοτεχνικά έργα τα οποία αφορούν στα σκοτεινά καταγώγια του αγοραίου πόθου, στα σκοτεινά συναισθήματα διεστραμμένου πάθους ή ακόμα κι ό,τι αφορά στην αποσύνθεση του ανθρώπινου Είναι ή του κοινωνικού γίγνεσθαι, ως Όλλυσθαι, έχουν κι αυτά μερίδιο στην μέθη του ωραίου ως σκοτεινού.  Υπάρχει διήγημα το οποίο περιγράφει το ωραίο, όπως το ένιωθε κάποιος νεαρός χαλίφης-πολεμιστής. Αυτός στην πρώτη γραμμή με κίνδυνο της ζωής του, ακολουθούμενος απ’τους σωματοφύλακές του, καβάλα στ’άλογό του, τυλιγμένος στο αρωματισμένο ιερό άμφιό του, επιδίδετο στη μέθη της σφαγής. Μετά τη μάχη, εξουθενωμένος παραδίδετο ταπεινωμένος στις ερωτικές ορέξεις των σωματοφυλάκων του. 'Όλη αυτή τη μέθη του γίγνεσθαι της σφαγής και της ερωτικής ταπείνωσης θεωρούσε ανώτατη και ιερή τέχνη.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΔΗΜΗΤΡΗ ΠΑΤΕΛΗ: Ο ΧΕΓΚΕΛ, ΤΟ ΓΙΓΝΕΣΘΑΙ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΣΚΕΨΗΣ ΚΑΙ Ο ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΟΣ ΥΛΙΣΜΌΣ

Ο ΙΛΙΕΝΚΟΦ ΚΑΙ Η ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΛΟΓΙΚΗ

ΣΩΚΡΑΤΗ ΔΕΛΗΒΟΓΙΑΤΖΗ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗΣ