Ο ΑΡΗΣ ΠΟΡΤΟΣΑΛΤΕ ΓΙΑ Μ.Ε.Θ. και η Σοβιετική αντίληψη για την ισότητα.

Άρης Πορτοσάλτε για ΜΕΘ:                                                                 H Σοβιετική η αντίληψη για την ισότητα
                                                                                                                                                                Συντάκτης: Newsroom   Δημοσίευση:16-12-2021 • 10:02πμ
 ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
                                                                                                                                                                        Πώς σχολίασε ο γνωστός δημοσιογράφος την μελέτη Τσιόδρα - Λύτρα
Την δική του άποψη για το σκάνδαλο που αποκαλύφθηκε έπειτα από την δημοσιοποίηση της μελέτης Τσιόδρα – Λύτρα περί αυξημένης θνητότητας εκτός μονάδων εντατικής θεραπείας, έδωσε ο Άρης Πορτοσάλτε στην πρωινή ενημερωτική εκπομπή του ΣΚΑΪ.
       Ο γνωστός δημοσιογράφος τόνισε ότι η ανισότητα είναι στοιχείο της φύσης και η ισότιμη μεταχείριση των ασθενών είναι «σοβιετική» αντίληψη, που έχει καταρρεύσει.
       Κάποιοι ίσως να θεωρήσουν την τοποθέτηση του αυτή ως «προκλητική». Κάποιοι άλλοι όμως, μπορούν να την προσεγγίσουν ως εφαλτήριο για «σοσιαλιστική επανάσταση».

                                                                                                                                                                          Αν πράγματι ο κ. Πορτοσάλτε έκανε αυτή τη δήλωση, κάτι το οποίο νομίζω ότι ταιριάζει στην προσωπικότητά του, αφού δεν "μασά τα λόγια του", προσέφερε στον ελληνικό λαό υπηρεσίες με την απόλυτη ειλικρίνειά του. (Η οποία βέβαια μπορεί να κοστίσει σ'αυτόν, γιατί μπορεί ίσως προσωρινά, να κοστίσει και στ'αφεντικά του).  Αλλά εγώ ρωτώ: Όταν υπάρχουν άστεγοι, υπάρχουν οικογένειες κάτω από τ'όριο της φτώχειας κι άλλες κοινωνικές αντιθέσεις, συνεχίζουν ακόμα να υπάρχουν συμπολίτες μας που πιστεύουν ότι ο καπιταλισμός είναι πτωχοκομείο.  
        Επειδή στις τότε σοσιαλιστικές χώρες, οι οποίες είχαν σοβιετική αντίληψη για την ισότητα οι κοινωνικές παροχές ήταν δωρεάν, οι ασθενείς περιεθάλποντο δωρεάν. Θυμάμαι λοιπόν όταν ήμουν νέος, ότι υπήρχαν Έλληνες πολίτες οι οποίοι έκαναν τον λεγόμενο ιατρικό τουρισμό "σ'ανατολικές χώρες". Δηλαδή ταξίδευαν εκεί σαν τουρίστες, "αρρώσταιναν αιφνίδια" κι έμπαιναν σε νοσοκομεία.
       Επειδή ο άνθρωπος δεν εκτιμά αυτό που έχει, αλλά αυτό που δεν έχει, φαίνεται ότι δεν άρεσε στους λαούς αυτούς η σοβιετική ισότητα και αναζήτησαν αυτό το οποίο έβλεπαν στα προπαγανδιστικά κανάλια των "δυτικών", τα οποία έδειχναν μια ψεύτικη ζωή "στον καπιταλισμό της ευημερίας και της προόδου", η οποία τους είχε μαγέψει. Έβλεπαν στα πολυτελή σείριαλ τα παλάτια που "ζούσαν" οι αμερικάνοι  και τ'αυτοκίνητα που οδηγούσαν κι έτσι ο καταναλωτισμός τους είχε αφιονίσει. Έπαψαν λοιπόν να εκτιμούν αυτά που είχαν.   Μολονότι όμως αυτό το όνειρο της σπατάλης και της αλόγιστης κατανάλωσης, έχει πια ξεθωριάσει στο μυαλό των πολιτών όλου του κόσμου, αφού ακόμα και τώρα που μεσουρανεί ο ιμπεριαλισμός και οι περισσότεροι άνθρωποι βρίσκονται στον πάτο και τα καταναλωτικά τους όνειρα δεν θα πραγματοποιηθούν, συνεχίζουν να ελπίζουν όπως αυτοί που αγοράζουν λαχεία. Μου είχε πει κάποιος εργάτης μου: στον σοσιαλισμό είναι όλοι ίσοι στη φτώχεια, ενώ στον καπιταλισμό μπορείς να ελπίζεις ότι θα γίνεις κάποτε με κάποιο τρόπο Ωνάσης.
        Όταν λοιπόν το ιδεολογικό τους όνειρο έχει πια σβηστεί, οι λαοί θέλουν το ψέμα για να ζήσουν. Κι επειδή το ψέμα αποδίδει περισσότερο απ'την αλήθεια, γιατί είναι ένα νοητικό κατασκεύασμα φτιαγμένο με τους ανάλογους νοητικούς όρους, το καταπίνει ο ανόητος στον οποίον αποτείνεται. Κι επειδή οι ανόητοι είναι περισσότεροι από τους λογικούς, η λεγόμενη αστική δημοκρατία, όταν μάλιστα είναι καθοδηγούμενη όπως στις μέρες μας, βολεύει πάρα πολύ την άρχουσα τάξη, αφού ο καθένας μπορεί να "τάζει" ό,τι θέλει κι ο καθένας μπορεί να ονειρεύεται ό,τι είναι αδύνατο να γίνει.      Όταν λοιπόν το Αμερικανικό Όνειρο ξεθώριασε, αντικατεστάθει απ'το Ευρωπαϊκό Κεκτημένο κι όλοι τώρα πια τρέχουν να ζήσουν στη Γερμανία. Στο ευρωπαϊκό κεκτημένο προσέτρεξε και η Ελλάδα όταν της έβαλαν τα ξύλινα παπουτσάκια της τοκογλυφίας και μάλιστα με οδηγό ένα κατά φαντασίαν αριστερό κόμμα, από κάποιον κατά φαντασίαν πολιτικό του ευρωπαϊκού κεκτημένου. (Ο οποίος προσέφερε αντίθετα απ'τον κ. Πορτοσάλτε υπηρεσίες κακές στον ελληνικό λαό, αφού έστω κι άθελα τον εξαπάτησε). Το ευρωπαϊκό κεκτημένο λοιπόν, όπως του έδωσαν να καταλάβει, δεν είναι για όλους, αφού το υψηλό επίπεδο ζωής (παιδεία, περίθαλψη, δικαιοσύνη, ασφάλεια, εργασία και όλα τα καλά του θεού), θέλουν λεφτά για να υλοποιηθούν, τα οποία έρχονται έξω απ'την χώρα στην οποία υλοποιούνται. Είναι αποτέλεσμα ιμπεριαλιστικής ισχύος. Και βέβαια οι πολίτες των ιμπεριαλιστικών χωρών έχουν διδαχτεί στο σχολείο ότι: για να πετάνε αυτοί βούτυρο στα σκουπίδια, σε κάποια χώρα της οποίας η δική τους χώρα είναι "προστάτιδα", οι άνθρωποι λίγο-πολύ πρέπει να πεινάνε. Ενώ οι πολίτες της υποτελούς χώρας έχουν διδαχτεί ότι αυτό είναι δίκαιο, αφού αν ακολουθήσουν το παράδειγμα της προστάτιδας χώρας θα γίνουν κι αυτοί πλούσιοι.
       Γιατί όμως συμβαίνει αυτό; Αυτό συμβαίνει γιατί οι άνθρωποι είναι απ'τη μια διεφθαρμένοι, απ'την άλλη βλάκες. Διδάχτηκαν απ'το κύριο μέσο "πολιτιστικής" ανάπτυξης του καπιταλισμού, δηλαδή την τηλεόραση, να μην αναζητούν τις αιτίες, αλλά μόνο το εύκολο αποτέλεσμα.  Όταν λοιπόν βλέπουν μία χώρα σαν την Ολλανδία ή το Βέλγιο να ευημερούν, ενώ μια χώρα σαν την Ελλάδα να ψοφοπεινάει, αμέσως το ρίχνουν στην κακοδιαχείριση, στην κλεψιά των διοικούνταν ή στην εργατικότητα και την οργάνωση των πλουσίων.  Όχι βέβαια ότι δεν συμβαίνει αυτό, αλλά αυτή δεν είναι η κύρια αιτία, αφού όλοι οι κυβερνώντες παντού, λίγο-πολύ κλέβουν. Και ποιος ο λόγος βέβαια να αναλάβουν την ευθύνη της διακυβέρνησης μιας χώρας, αν δεν μπορούν να χώσουν, αλλού λιγότερο κι αλλού περισσότερο, το χέρι στο κεμέρι. Ο κυριότερος λόγος της ευημερίας αυτών των λαών όμως είναι, ότι ιστορικά η Ολλανδία και το Βέλγιο ήταν αποικιοκρατικές χώρες, και μέσω του ιμπεριαλισμού έκανα τεράστιες τεχνολογικές και πολιτισμικές υποδομές. Με την "ανεξαρτησία" της υποτελούς χώρας, λοιπόν και με το πρόσχημα ότι αυτή μετά την αποχώρηση των αφεντάδων θα καταρρεύσει, έκαναν συμφωνίες "αμοιβαίου συμφέροντος" κι έτσι ακόμα και τώρα απομυζούν τους πόρους αυτών των χωρών.                         Επειδή όμως αυτή η συζήτηση, μπορεί με παραδείγματα κι επιχειρήματα για τους βλάκες, οι οποίοι είναι πάρα πολλοί, να τραβήξει μακριά, και οι βλάκες μολονότι θέλουν εύκολες και απλές αποδείξεις για να πειστούν, δεν θέλουν όμως να κοπιάσουν και να τις διαβάσουν, θα περιπλανηθώ σε κάπως πιο ευφυείς και λιτές αναλύσεις κι ο νοών νοείτο.
         Με λίγα λόγια και ξεκάθαρα, αυτή η κοινωνική κατάσταση δικαιολογείται από το εξής: Κάθε  κοινωνικό σύνολο αποτελείται από ταξικές ομάδες και στρώματα που τα συμφέροντά τους, δεν είναι μόνο διαφορετικά, αλλά πολλές φορές συγκρούονται κιόλας. Έτσι οι νόμοι σε κάθε χώρα, εκτός των άλλων, έχουν σκοπό να ρυθμίσουν τις σχέσεις των κοινωνικών ομάδων που έχουν διαφορετικά συμφέροντα.   Οι ομάδες που έχουν κοινά συμφέροντα, οργανώνονται σε τάξεις και προσπαθούν να θεσμοθετούν νόμους που προωθούν τις επιδιώξεις τους.  Στην προσπάθεια αυτή υπάρχει σκληρός ανταγωνισμός.  ΄Οποια τάξη καταφέρει να υπερισχύσει, δηλαδή να πάρει την εξουσία, οργανώνει σύστημα λειτουργίας με το οποίο οριοθετεί τις δραστηριότητες των ατόμων μέσα στο σύστημα, αλλιώς αυτά απωθούνται βίαια στο περιθώριο. Το σύστημα που η κάθε τάξη νομοθετεί και ασκεί εξουσία τ’ονομάζει δημοκρατία, αφού οι όροι λειτουργίας του, είναι ίδιοι για όλα τα άτομα του συνόλου (χωρίς να λαμβάνεται υπόψιν το ταξικό πλαίσιο κι οι μηχανισμοί που εγγυούνται την λειτουργία και την άμυνα του συστήματος, που είναι το κράτος).  Μολονότι οι όροι κάθε δημοκρατίας είναι ίδιοι για όλους τους πολίτες ως άτομα, κάθε νόμος που ευνοεί μια τάξη, το κάνει έτσι που να είναι σε βάρος των άλλων τάξεων ή και κάνει δυσμενέστερη την κατάσταση αυτών που έχουν διαφορετικά ταξικά συμφέροντα. Το σύστημα λοιπόν αυτό που λέγεται δημοκρατία, είναι τόσο πιο δημοκρατικό για την τάξη που κυβερνά όσο πιο δικτατορικό για τις τάξεις και τα ταξικά στρώματα που δε συμμετέχουν στην άσκηση της εξουσίας.                Το αστικοδημοκρατικό σύστημα λοιπόν, που θεωρείται από τους φίλους του συνώνυμο της δημοκρατίας, έχει κι αυτό αντιφατική φύση. Είναι τόσο πιο δημοκρατικό για την αστική τάξη, όσο πιο δικτατορικό είναι για τη εργατική τάξη. Κι ενώ οι όροι της λειτουργίας αυτού του συστήματος φαίνονται δίκαιοι και τυπικά όλοι μπορούν, σύμφωνα με το νόμο, να συμμετέχουν στη λειτουργία αυτής της δημοκρατίας ή τουλάχιστον να έχουν ίσα δικαιώματα κι υποχρεώσεις, στην πράξη υπάρχει ένας παράγων που ρυθμίζει τα πάντα με τον δικό του τρόπο. Ο παράγων αυτός είναι το χρήμα, που μ’αυτό κάποιος μπορεί να συμμετέχει παντού και χωρίς αυτό πουθενά.   Οι άνθρωποι λοιπόν σ’αυτή τη δημοκρατία δεν είναι ίσοι, άλλοι γεννώνται δούλοι κι άλλοι ελεύθεροι. Ο γεννημένος φτωχός είναι αδύνατον ν’ ανταγωνιστεί το γεννημένο πλούσιο, στον αγώνα για ισότιμη κοινωνική συμμετοχή και κοινωνική καταξίωση. Επίσης αυτό το κοινοβούλιο είναι «απαγορευτικό» για τον εργάτη, αφού χρειάζονται πάρα πολλά λεφτά και γνωριμίες για να προβληθούν οι απόψεις του απ’τα «μέσα ενημέρωσης». Κι αν οι εργαζόμενοι καταφέρουν να προβάλλουν κάποιους, που να προωθούν τα συμφέροντά τους μέσ’το αστικό κοινοβούλιο, δεν διασφαλίζονται, αφού οι αντίπαλοί τους (άνθρωποι του χρήματος), θα μπορούν έμμεσα ή άμεσα να τους εξαγοράζουν ή να κρίνουν παράνομους όσους δεν εξαγοράζονται ή δεν κινούνται στα «νόμιμα» πλαίσια, τα οποία τους έχουν καθορίσει. Ακόμα αν οι εργαζόμενοι επιτύχουν να οργανωθούν, έτσι που να μπορέσουν κάποτε να πάρουν την εξουσία, με τους όρους που έχει θέσει η αστική τάξη, δεν θα τους επιτραπεί. Το αστικό κράτος έχει μηχανισμούς «προστασίας» των θεσμών,  που σε κάθε τέτοια περίσταση  επεμβαίνει  «δικαίως»,  αφού η εργατική τάξη παίρνοντας την εξουσία, είναι φυσικό να θέλει την αλλαγή των οικομοτεχνικών δομών, του πολιτισμικού εποικοδομήματος και των μηχανισμών προστασίας των θεσμών.   Δηλαδή θέλει ένα άλλο είδος κρατικού μηχανισμού. ("Κράτος και Επανάσταση" Β.Ι.Λένιν).          Η δημοκρατία λοιπόν είναι ένα αντιφατικό γεγονός γιατί η κοινωνία έχει φύση αντιφατική. Δεν μπορεί να υπάρξει κεφάλαιο χωρίς μισθωτή εργασία, ούτε μισθωτή εργασία χωρίς κεφάλαιο, αυτά όμως μολονότι το ένα γεννά το άλλο, επειδή έχουν αντίθετα συμφέροντα, συγκρούονται κιόλας.
    Αντίθετα η εργατική τάξη έχει να προτείνει τη δική της δημοκρατία που λέγεται ανάλογα λαϊκή ή προλεταριακή. Εκεί το κοινοβούλιο είναι διαφορετικό, αποτελούμενο απ'τους εκπροσώπους των σωματίων των εργαζομένων, που είναι ανά πάσα στιγμή ανακλητοί για να μην εξαγοράζονται και να ελέγχεται η τιμιότητα κι η αξία τους. Ο αριθμός των εκπροσώπων εξαρτάται απ’το ποσό των μελών των σωματείων. Οι εργάτες μετάλλου π.χ. που ίσως είναι περισσότεροι απ’τους ξυλουργούς θα έχουν περισσότερους εκπροσώπους. Οι βιοτέχνες ή κάποιοι εργοστασιάρχες ή εφοπλιστές, σε μια λαοκρατική εξουσία δε θα έχουν κανέναν, γιατί δε θα τους «παίρνει το μέτρο».  Αυτοί αν θέλουν να  εκπροσωπηθούν, θα πρέπει να συνασπιστούν μεταξύ τους. Αυτό είναι δημοκρατικότατο και πολύ φυσικό από την πλευρά της Λαϊκής Δημοκρατίας, αφού οι εκπρόσωποι εκλέγονται κατ’αναλογίαν με την ποσότητα των εργαζομένων, δηλαδή των ενεργών μελών της κοινωνίας.  Απ’την πλευρά των αστών όμως αυτό είναι απαράδεκτο, γιατί η ανθρώπινη υπόσταση με το ένδυμα μόνο του εργαζομένου, δεν περιέχει όλη την αξία του ανθρώπου. Ο άνθρωπος κατά την αστική αντίληψη βαραίνει μαζί με την περιουσία του και τη συμμετοχή του στη διακίνηση του χρήματος μέσα στο σύστημα.  Έτσι αυτό που θεωρείται δημοκρατία για τους εργαζομένους, είναι στυγνή δικτατορία για τους αστούς και τ’αντίθετο. Όταν λοιπόν μιλάμε για αστική δημοκρατία, εννοούμε τη δημοκρατική-δικτατορία των αστών, κι όταν μιλάμε για λαϊκή δημοκρατία, εννοούμε τη δημοκρατική-δικτατορία του λαού κι όταν μιλάμε για δικτατορία του προλεταριάτου, εννοούμε τη δημοκρατική-δικτατορία των εργατών.                                                                  Η δημοκρατία κι η δικτατορία συνιστούν αντιφατική σχέση, που ενώ το ένα γεννά το άλλο, την ίδια στιγμή το μάχεται και το αναιρεί κιόλας. Στην περίπτωση της δημοκρατικής δικτατορίας των αστών, αληθινά έχουμε τη δημοκρατία και την εξουσία του χρήματος. Εκεί οι άνθρωποι αληθινά ψηφίζουν στο χρηματιστήριο και στις τράπεζες με τα λεφτά τους και την κίνηση κεφαλαίων μέσα στο κοινωνικό γίγνεσθαι.  Χωρίζονται σ’αυτούς που όταν «εργάζονται» κινείται το χρήμα και σε αυτούς που εργάζονται όταν κινηθεί το χρήμα. Όλοι οι άλλοι βρίσκονται στο περιθώριο και μια επένδυση μπορεί να τους ξεθεμελιώσει αν το κομπιούτερ της τράπεζας δεν τους υπολογίσει. Αυτό υπολογίζει ό,τι μόνο μπορεί ν'αποφέρει κέρδος. Αντίθετα στην περίπτωση της δημοκρατίκης-δικτατορίας του λαού έχουμε τη δημοκρατία και την εξουσία της εργασίας όπου οι άνθρωποι αληθινά ψηφίζουν με τη συμμετοχή τους στη λήψη αποφάσεων, στο χώρο της υλικής και πνευματικής παραγωγής.
Αν την εξουσία έχει το χρήμα κι η εργασία είναι υπηρέτης στην παραγωγή κέρδους έχουμε καπιταλισμό, αν την εξουσία έχει η εργασία και το χρήμα είναι υπηρέτης της εργασίας, για τη διακίνηση των προϊόντων έχουμε σοσιαλισμό.
            Ο άνθρωπος εξελισσόμενος και οργανώνοντας τη ζωή του, το αποτέλεσμα της δουλειάς του που θα μπορούσε να αποθηκευθεί, μετέτρεψε σε εμπόρευμα κι εμπορεύματα που θεωρούντο μεγάλης και διαρκούς αξίας μετέτρεψε σε μέσο συναλλαγής, δηλαδή χρήμα. Έχουμε μια πορεία εξέλιξης απ’την εργασία στο προϊόν, απ’το προϊόν στο εμπόρευμα κι απ’το εμπόρευμα στο χρήμα. Ως εκεί ήταν μια φυσιολογική εξέλιξη, που με κάποιο τρόπο εξυπηρέτησε τις ανθρώπινες ανάγκες. Απ’τη στιγμή όμως που το χρήμα γίνεται κεφάλαιο, φανερώνει την αντιφατική του φύση: απ’τη μια υπηρετεί το προϊόν κι απ’την άλλη το υποδουλώνει.  Ο κεφαλαιούχος σιγά-σιγά αποκόπτεται από τη συγκεκριμένη παραγωγική δραστηριότητα και έτσι το χρήμα απελευθερώνεται από την παραγωγή μη έχοντας ως μοναδικό σκοπό την εξυπηρέτηση του παραγωγού αλλά τον μετατρέπει σταδιακά σε υπηρέτη της κερδοσκοπικής διαδικασίας.
        Η απελευθέρωση του χρήματος γεννά την ανάγκη του χρηματιστηρίου. Το χρήμα που γεννήθηκε για την υπηρεσία του προϊόντος και της εργασίας, τελικά τα υποτάσσει και το χρηματιστήριο που γεννήθηκε για να υπηρετεί το χρήμα, τελικά το υποτάσσει. Το στάδιο στο οποίο όλες οι οικονομικές και παραγωγικές δραστηριότητες έχουν υποταγεί στο κέρδος Καθαυτό, δηλαδή στο χρηματιστηριακό κεφάλαιο, έχουμε ιμπεριαλισμό.          Εκεί καμιά δραστηριότητα δεν ενεργοποιείται, αν δεν αφήνει ένα προϋπολογισμένο κέρδος, άσχετα αν είναι κοινωφελής ή όχι.  Ακόμα όποια δραστηριότητα αφήνει κέρδος είναι δυνατή, αν μπορεί να παρουσιάζεται σαν νομότυπη ή δεν προβλέπει κάποιος νόμος την τιμωρία της.  Από κει και πέρα, η ελεύθερη αγοραπωλησία, «ο νόμος της προσφοράς και ζήτησης», τα ρυθμίζει όλα. Τα «μέσα ενημέρωσης» κι ειδικά η τηλεόραση, που καί αυτή λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο, δεν παρέχει υπηρεσίες αν δεν αφήνουν κέρδος. Φροντίζει να υπηρετεί αυτούς που πληρώνουν.  Βασικό καθήκον και έσοδο της έχει τη διαφήμιση, δηλαδή τη διαμόρφωση απ' την παιδική ηλικία καταναλωτών-αγοραστών.  Έτσι η τέχνη που έχει σκοπό τη διαμόρφωση κοινωνικού ήθους, την εποχή του ιμπεριαλισμού είναι η διαφήμιση. Όποια δραστηριότητα δεν προσφέρει στην ανάπτυξη και τη λειτουργία του συστήματος ή δεν μπορεί να γίνει δελεαστικό προϊόν, δηλαδή εμπόρευμα μένει στο περιθώριο φυτοζωώντας. Ακόμα πάρα κάτω, ο ιμπεριαλισμός γνωρίζοντας, ότι η πολιτισμική ανάπτυξη των λαϊκών μαζών γεννά ρεύματα αντίστασης, κάνει το παν για να διαστρέψει το πολιτισμικό ήθος του λαού. Πνίγει τα μέσα ενημέρωσης και τους χώρους επικοινωνίας με αντιαισθητικά κι αντιπολιτισμικά εκτρώματα και φιμώνει κάθε πολιτισμική προσπάθεια, προωθώντας έτσι τη βαρβαρότητα.
      Ο ιμπεριαλισμός είναι αντίθετος σε κάθε οραματισμό, μια που η αυτοκρατορία του κέρδους  υπάρχει ως πραγματικότητα.  Εκεί το κέρδος είναι μια οντότητα που ζούμε και πεθαίνουμε, για να την κρατάμε ζωντανή.  Είναι η ανώτατη ιδέα, η οποία περνώντας σαν τη φωτιά τα καίει όλα, αναλώνοντας τα πάντα μέσα της για να μπορεί να ζει και θα πάψει να υπάρχει μόνον όταν θα τα έχει κάψει όλα. Γι’αυτό, οι νέοι θεωρητικοί του ιμπεριαλισμού, μιλούν για το τέλος της ιστορίας, αφού όπως αντιλαμβάνονται την ιστορία, αυτή θα κάνει φαύλους κύκλους, επαναλαμβάνοντας τον τετελεσμένο εαυτό της, έχοντας φτάσει στην ολοκλήρωσή του αστικού οράματος.
                                                                                                                                                                       Κι εδώ υπάρχει κάτι το οποίο σχετίζεται με το θέμα μας: Κάθε δημοκρατική παροχή σε κάποιο κοινωνικό στρώμα, φυσικά καταπιέζει περισσότερο στρώματα, που δεν την απολαμβάνουν. Αυτός ο νόμος θα ήταν φανερός αν δεν υπήρχε η αντιφατική σχέση ιμπεριαλισμού κι εξάρτησης.  Στις χώρες που βρίσκονται στην κορυφή του παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού σχήματος, είναι δυνατόν να γίνουν παροχές απ'την άρχουσα τάξη σε τάξεις που την ανταγωνίζονται, στέλνοντας τον δικτατορικό τους αντίποδα έξω απ’τη μητρόπολη, στις εξαρτημένες οικονομικά χώρες.  Έτσι μπορεί να γίνεται λόγος για μια δημοκρατία, που το βρώμικό της πρόσωπο δεν το βλέπουν τα κατώτερα στρώματα της χώρας αυτής, γιατί είναι κολλημένο στη μούρη κάποιων κολασμένων σε κάποια άλλη χώρα δυστυχίας μακρινή.       Εδώ έχουμε μια ταξική συμμαχία που μπορεί να υπάρχει, όσο ο λαός της εξαρτημένης χώρας υπομένει το ζυγό. Απ'τη στιγμή που η εξαρτημένη χώρα, μπαίνει στην εξάρτηση άλλης χώρας ή ενεξαρτοποιείται, ο δικτατορικός αντίποδας μετατίθεται, μπαίνοντας σταδιακά στη μητρόπολη. Η μητρόπολη κάτω απ’την πίεση κοινωνικών ταραχών και ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, ψάχνει τρόπο με πολέμους ή οικονομικούς εκβιασμούς να πάρει πίσω τη θέση της στην πυραμίδα της ιμπεριαλιστικής κυριαρχίας.                                Και εδώ μπορούμε να ρωτήσουμε: [Μήπως η Ελλάδα βρίσκεται σε υψηλή θέση αυτής της ιμπεριαλιστικής πυραμίδας, ώστε να μπορεί να ρίχνει τα βάρη της ταξικής ανισότητας στον λαό κάποιας υποτελούς χώρας; Όχι βέβαια! Ούτε λοιπόν στο αμερικανικό όνειρο, ούτε στο ευρωπαϊκό κεκτημένο μπορεί να ελπίζει, κι επειδή το κεμέρι είναι περιορισμένο, κάθε παροχή σε μια τάξη θα επιβαρύνει κάποια άλλη τάξη. Έτσι τα κρεβάτια στα νοσοκομεία δεν είναι μοιρασμένα ίσα σε όλους. Άλλους τους περιμένουν άδεια, σε περίπτωση που θ'αρρωστήσουν, ενώ άλλοι που είναι ήδη άρρωστοι, αν είναι τυχεροί βρίσκουν ράντζα σε διαδρόμους].
         Η δύναμη κι ο πλούτος μπορεί να δικαιώσει κάθε ενέργεια στη «φιλοσοφία» του ιμπεριαλισμού, άσχετα πόσο ανήθικη είναι. Έτσι ο πόλεμος κι οι καταστροφές, η σπατάλη της ενέργειας και των υλών, είναι το αποτέλεσμα του ιμπεριαλισμού, κι επειδή δεν μπορεί να φρενάρει τον ανταγωνισμό, απειλεί τον κόσμο με καταστροφή. Έχει κι ο ιμπεριαλισμός λοιπόν την αδυναμία του εκεί που βρίσκεται η δύναμή του.   Ο ανταγωνισμός που είναι το βάθρο πάνω στο οποίο οικοδομεί την εντατικοποίηση για να προωθείται οικονομικά, είναι κι η αδυναμία του να φρενάρει το κατρακύλισμα στην οικολογική καταστροφή και την ηθική και οικονομική εξαθλίωση του ανθρώπου.  Στο παίγνιο του ιμπεριαλισμού, κυρίαρχος είναι αυτός που βρίσκεται στην κορυφή, ελέγχοντας το χρηματιστήριο και τους εξοπλισμούς. Ελέγχοντας το χρηματιστήριο όμως πνίγει το ίδιο το σύστημα.  Όπως κάθε τι, έτσι κι ο ιμπεριαλισμός συνίσταται από αντιφάσεις, που απ’τη μια τον ωθούν και από την άλλη είναι η αιτία του θανάτου του.  Ο άκρατος ανταγωνισμός γεννά τον ατομικισμό που καταλήγει στη θεοποίηση του κέρδους και την παντοδυναμία του χρηματιστηρίου.  Αυτό το πνεύμα είναι υπερεθνικό ενώ συγχρόνως είναι νεοεθνικό. Ο εθνικισμός δεν μπορεί χωρίς ιμπεριαλισμό, αλλά στο ανώτατο στάδιό του θέλει να τον υπερπηδήσει.  Θέλει το χρηματιστήριο υπό τον έλεγχό του, ενώ η «υγιής» ιμπεριαλιστική οικονομία θέλει το χρηματιστήριο υπερεθνικό.  Ο ανταγωνισμός όμως που γεννά τον ιμπεριαλισμό και την αξία του χρηματιστηρίου, θέλει το χρηματιστήριο υποταγμένο στη χώρα που βρίσκεται στην κορυφή των εξοπλισμών.  Η εγγενής αυτή αντίφαση θα είναι πάντα η αιτία κάποιας σύγκρουσης, που θα κρέμεται σαν «δαμόκλειος σπάθη» στο κεφάλι της ανθρωπότητας.  Ο ιμπεριαλισμός συσσωρεύει ισχύ απ’ την καταπίεση των λαών και θρέφεται απ’τις αντιθέσεις, γι’αυτό επιζητά την αδικία και τη συντηρεί. Κάθε προσπάθεια για την οικοδόμηση οικονομικού μοντέλου που δεν υπακούει στην ιεραρχία του παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού σχήματος, είναι φυσικό να ποδοπατείται άγρια αφού ο ανταγωνισμός είναι η φύση του ιμπεριαλισμού. Επιζητεί τη βία και χρησιμοποιεί όλες τις αιτίες που του δίνονται και όταν δεν έχει αρκετές, τις γεννά αυτοσπαρασσόμενος.  Ο ιμπεριαλισμός απορρίπτει κάθε ανθρωπιστικό όραμα στη φιλοσοφία και την τέχνη, υπακούοντας μόνο στο νόμο της ζούγκλας, όπου ο ισχυρός καρασπαράσσει τον αδύναμο πολλές φορές χωρίς επαρκή αιτία.     
        Αντίθετα ο σοσιαλισμός «έχει διαφορετική άποψη» από τον ιμπεριαλισμό. Στο σύστημα αυτό, το χρήμα είναι μέσο συναλλαγής και υπηρέτης της εργασίας. Απώτερος σκοπός του σοσιαλισμού είναι ότι ολοκληρώνοντας την πορεία του, δηλαδή φτάνοντας στο στάδιο του κομμουνισμού, να καταργήσει το χρήμα αφού δεν θα χρειάζεται πια.  Δεν θα υπάρχουν πλέον διακρίσεις που θα εκφράζονται με το χρήμα.     Στο σοσιαλισμό το χρήμα λογίζεται σαν συσσωρευμένη ανθρώπινη εργασία που είναι αφηρημένη κι ιδεατή, εκεί ο άνθρωπος δεν χρησιμοποιείται ως μέσον για την αναπαραγωγή του χρήματος, αλλά το χρήμα χρησιμοποιείται σαν μέσον για την εξυπηρέτηση του ανθρώπου. Δηλαδή χρησιμοποιείται σε επενδύσεις που δεν έχουν αυτοσκοπό το κέρδος, αλλά την δημιουργία εξελίξεων για την ανάπτυξη πλαισίου πολιτισμικού που να προωθεί την κατάργηση κάθε διάκρισης και τελικά του χρήματος που είναι η διάκριση γυμνή.  Κι αυτό το σύστημα έχει την αδυναμία του εκεί που βρίσκεται η δύναμή του.  Έχοντας σαν όραμα να οδηγεί τον άνθρωπο σε μια κοπιαστική ανοδική πορεία, ξεφεύγει απ’την πεπατημένη των ανταγωνισμών και του κέρδους, έχοντας απέναντί του το αντίθετό του, τον ιμπεριαλισμό που είναι ο κατηφορικός δρόμος όπου όλα πορεύονται σαν το νερό στ’αυλάκι προς την καταστροφή.            Ο σοσιαλισμός επιχειρεί το νέο, το σωτήριο για την ανθρωπότητα που είναι το δύσκολο. Ο δρόμος της ποιοτικής ανόδου, της προσφοράς, της αυτοθυσίας, της ισότητας, της λιτότητας και όλων των ιδιοτήτων που θέλουν παιδεία και πολιτισμό, είναι αντίθετος απ'το δρόμο της απληστίας, της αρπαγής, της σπατάλης, της χυδαιότητας και της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο. Ο ένας δρόμος απαιτεί απ’τον δυνατό σεβασμό και προσφορά προς τον αδύναμο, ενώ ο άλλος επιτάσσει την εκμετάλλευση του αδυνάτου από τον δυνατό, αν θέλει να επιβιώσει ή αν θέλει να ενισχύσει τον αδύναμο. Στην περίπτωση του ιμπεριαλισμού, άσχετα αν ωφελείται ο κόσμος ή όχι, «η οικονομία πρέπει να προοδεύει». Εκεί κάθε επένδυση θα γίνει μετά από προσεχτική εκτίμηση κι υπολογισμούς μηχανογραφικούς, αν αποφέρει το προϋπολογισμένο κέρδος, άσχετα αν είναι για το καλό του ανθρώπου ή όχι, και ποιες επιπτώσεις θα έχει στο περιβάλλον. Αντίθετα, στην περίπτωση του σοσιαλισμού, οι δραστηριότητες δεν πρέπει να έχουν αποκλειστικό γνώμονα το κέρδος, αλλά να σχοινοβατούν ανάμεσα στην οικονομική και πολιτιστική ανάπτυξη. Αν η οικονομία μεγαλώνει εις βάρος του πολιτισμού, γεννώνται αντιθέσεις που τη λύση θα δώσει η παλινόρθωση του καπιταλισμού. Αν η πολιτισμική ανάπτυξη  γίνεται εις βάρος της οικονομίας, δημιουργούνται οι αντιθέσεις που θα έχουν αποτέλεσμα την κατάρρευση της οικονομίας. Τότε το σύστημα είναι ευάλωτο στον ανταγωνισμό που ασκεί ο ιμπεριαλισμός, άρα δεν μπορεί να αντισταθεί τις οικονομικές και πολεμικές του προκλήσεις.  Έτσι φαίνεται ότι ο αγώνας του σοσιαλισμού ενάντια στον ιμπεριαλισμό είναι άνισος αν δε ληφθεί υπόψιν ένας άλλος παράγοντας: Ενώ ο άνθρωπος κουράζεται από τη συνεχή πολιτισμική επαναστατική πορεία, που είναι ανοδική, ξέρει ότι θα τον ελευθερώσει απ’τη βαρβαρότητα και την ανοησία που θέλει τον άνθρωπο δούλο του κέρδους και την επιστήμη καταστροφέα του περιβάλλοντος.          Ο άνθρωπος στο βάθος της ψυχής του, είναι περήφανος κι έχει αντιστάσεις στη βαρβαρότητα. Ο σοσιαλισμός απελευθερώνει απεριόριστες κοινωνικές δυνάμεις που δεν φοβούνται το δύσκολο έργο που γεννά το όραμα του σοσιαλισμού.  Θέλουν να εργαστούν γι’αυτό το ένδοξο έργο, που δικαιολογεί το μύθο που πλέκει για τον άνθρωπο και τη σχέση του με τη δουλειά το όραμα του σοσιαλισμού. Επιστήμονες κι εργαζόμενοι, μακριά απ’τον ατομικισμό, ζουν την εμπειρία της συλλογικότητας, δηλαδή μιας άλλης διάστασης του εαυτού, που τους οδηγεί πολύ συχνά στην εμπειρία της υπέρβασης του εαυτού από τον εαυτό.  Έτσι δημιουργούνται απεριόριστες προϋποθέσεις, για μιαν αληθινή κοινωνική ανάπτυξη και όχι αλόγιστη ανάλωση του δυναμικού της κοινωνίας όπως στον ιμπεριαλισμό.
                                                                                                                                                          ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΚΑΙ ΚΡΑΤΙΚΕΣ ΔΟΜΕΣ
                                                                                                                                                                       Ως εδώ οριοθετήθηκε διαλεκτικά, η αντιφατική σχέση δημοκρατίας-δικτατορίας, μισθωτής εργασίας-κεφαλαίου, όπου τ'αντίθετα δεν μπορούν να υπάρχουν από μόνα τους, αλλά αλληλο-προεκτείνονται χωρίς ν’αφήνουν περιθώριο ανεξαρτησίας μεταξύ τους, συνιστώντας αντιφατικές ενότητες. Εκεί, ενώ το ένα είναι αιτία της ύπαρξης του άλλου, συγχρόνως μάχονται θέλοντας το ένα ν'απορρίψει τ'άλλο. Το ένα αρνείται τ'άλλο επαληθεύοντάς το. Ενώ η μισθωτή εργασία γεννιέται απ'το κεφάλαιο, συγχρόνως είναι και η αιτία του κεφαλαίου· κι ενώ το ένα δεν μπορεί χωρίς τ’άλλο, συγχρόνως σπαράσσονται.
     Κατά την αντιφατική σχέση μισθωτής εργασίας και κεφαλαίου, όταν η εξουσία ανήκει στην αστική τάξη έχουμε καπιταλισμό κι όταν η εξουσία ανήκει στην εργατική τάξη, έχουμε σοσιαλισμό.  Καί στις δυο περιπτώσεις υπάρχουν διακρίσεις οι οποίες μπορούν να εκφραστούν με το χρήμα.  Η μόνη λύση της αντιφατικής σχέσης μισθωτής εργασίας και κεφαλαίου είναι ο κομουνισμός, όπου το χρήμα δεν χρειάζεται, αφού η εργασία και τα αγαθά, εκεί παύουν να είναι εμπορεύματα. Η εργασία εκεί θα είναι συνυφασμένη με τη δημιουργικότητα του όντος, άρα το προϊόν θα είναι ιερό και θα αντιμετωπίζεται με σεβασμό. Εκεί οι ύλες και γενικότερα η φύση θα πάρουν τη διάσταση που πρέπει στην ανθρώπινη συνείδηση. Εκεί δεν θα υπάρχει ούτε δικτατορία ούτε δημοκρατία αφού η αντιφατική σχέση κυριαρχίας και υποταγής (μισθωτής εργασίας και κεφαλαίου) θα έχει λυθεί.                                                     Υπάρχει η εντύπωση ότι η κρατικοποιημένη οικονομία είναι συνώνυμο του σοσιαλισμού, έτσι θα κάνω την εξής διευκρίνιση: Αφού, η αντιφατική σχέση  μισθωτής εργασίας και κεφαλαίου, συνεχίζεται και στη διάρκεια του σοσιαλισμού, η συσσώρευση αξίας σε κρατικές αποθήκες κι οι κρατικές παραγωγικές επενδύσεις, αν έχουν την ανάγκη και γεννούν μισθωτή εργασία, είναι κεφάλαιο. Ακόμα αν το κεφάλαιο εξουσιάζεται από έναν γραφειοκρατικό μηχανισμό κι όχι από το προλεταριάτο, τότε έχουμε καπιταλισμό. Αν όμως αυτός ο κρατικός μηχανισμός δεν είναι γραφειοκρατικός, αλλά λαϊκός ή προλεταριακός, μολονότι η αντιφατική σχέση μισθωτής εργασίας και κεφαλαίου συνεχίζει να υπάρχει, τότε έχουμε σοσιαλισμό.  Καί στις δυο περιπτώσεις όσο μεγαλύτερος είναι ο γραφειοκρατικός μηχανισμός, τόσο περισσότερα βάρη επωμίζεται το προλεταριάτο για να τον συντηρεί. Καί σ’αυτή την κοινωνική φόρμα υπάρχουν δυο ομάδες με οργανωμένα ταξικά συμφέροντα: Το προλεταριάτο και η νεο-αστική γραφειοκρατική τάξη. Ανάμεσά τους υπάρχουν στρώματα επιστημόνων και τεχνικών, τα οποία είναι αναγκαία καί στις δυο τάξεις για να ασκήσουν εξουσία.      Οι τεχνικοί που έχουν υψηλές ειδικεύσεις, είναι φυσικό στην πλειοψηφία τους να θέλουν τη διάκριση, γι’αυτό συντάσσονται με τους γραφειοκράτες. Όμως ένα μεγάλο ποσοστό από αυτούς, λόγω κουλτούρας, περιφρονούν τις διακρίσεις και τάσσονται με το μέρος του προλεταριάτου παίζοντας ρόλο πρωτοποριακό. Σ’αυτή την αντιφατική σχέση, δεν είναι οι οικονομοτεχνικές δομές μόνο που δείχνουν αν υπάρχει σοσιαλισμός ή καπιταλισμός, αλλά κι ο φορέας της εξουσίας. Αν φορέας της εξουσίας είναι η γραφειοκρατία έχουμε καπιταλισμό, αν φορέας της εξουσίας είναι οι εργαζόμενοι έχουμε σοσιαλισμό.
Δεν πρέπει λοιπόν να κοιτάμε τις ταμπέλες ή το πως αυτο-ονομάζεται ένα καθεστώς αλλά να βλέπουμε τις δομές της εξουσίας. Η ύπαρξη τακτικού στρατού, τακτικής δικαιοσύνης και γενικά τακτικού κρατικού μηχανισμού, φανερώνει πως την εξουσία έχει η γραφειοκρατία. Αν το κοινοβούλιο, η δικαιοσύνη και ο στρατός είναι προλεταριακά, τότε την εξουσία έχει η εργατική τάξη.  Όταν όμως είναι προωθημένο ένα σχήμα προλεταριακής εξουσίας, χαραχτήρας του σοσιαλισμού είναι και η λαϊκή εξουσία με προλεταριακή πρωτοπορία. Δηλαδή λαϊκός στρατός, λαϊκή δικαιοσύνη, και λαϊκό κοινοβούλιο.     [Στην περίπτωση του τακτικού κρατικού μηχανισμού, μισθωτοί γραφειοκράτες κρατάνε όλες τις θέσεις κλειδιά που φαίνεται ότι υπακούν σε κάποια κυβέρνηση, ορισμένη από κάποιο εκλεγμένο κοινοβούλιο. Όσους κι αν απολύσει η κυβέρνηση για να προσλάβει άλλους, αυτό το κράτος έχει θεσμούς που ορίζουν τον τρόπο που λειτουργεί από μόνο του, έτσι ο γραφειοκρατικός μηχανισμός είναι το ουσιαστικό υπόβαθρο της εξουσίας, που δεν έχει την ανάγκη κοινοβουλίου ή εκλεγμένης κυβέρνησης για να κυβερνά. Απ’την άλλη αυτό το είδος κοινοβουλίου δεν μπορεί χωρίς γραφειοκρατικό μηχανισμό.  Ακόμα και το κοινοβούλιο των λεγομένων χωρών του «υπαρκτού σοσιαλισμού», μολονότι έχει εξουσία μεγαλύτερη απ’το αστικό κοινοβούλιο, είναι ένα «δημοκρατικό όργανο» που εκφράζει τα συμφέροντα των γραφειοκρατών και των τεχνοκρατών. Αυτοί είναι σίγουροι πως η εργατική τάξη δεν είναι σε θέση να ασκήσει εξουσία. Για χάρη λοιπόν των εργατών και των αγροτών, αυτοί τους «υπηρετούν» κάνοντας αυτό το δύσκολο έργο. Για το λόγο αυτό οι εργαζόμενοι πρέπει να τους περιβάλλουν με τιμές και διακρίσεις, που πάντα εκφράζονται και με το ανάλογο χρήμα. Παίρνουν έτσι την οικονομία στα χέρια τους και στο βαθμό που έχουν καί την εξουσία, αυτοί είναι οι νέοι κεφαλαιοκράτες.
     Οι παλιοί κεφαλαιοκράτες, σκληροί, δραστήριοι κι αυτοδημιούργητοι ήταν πολλές φορές πρωτοπόροι. Οι νέοι, παμπόνηροι χυδαίοι αετονύχηδες, δεν θέλουν την παλινόρθωση του παλιού καπιταλισμού.  Στο μεγάλο μονοπώλιο που είναι ο χώρος τους, ξέρουν να διαφεντεύουν. Αυτοί δεν έχουν δουλέψει ποτέ γι’αυτό είναι πιο σκληροί απέναντι στην εργατική τάξη. Με μια μονοκοντυλιά ανεβάζουν τις «νόρμες» των εργατών και τις δικές τους αποδοχές στο όνομα ενός «σοσιαλισμού με ανθρώπινο πρόσωπο», αφού ο άνθρωπος είναι ατελής κι όχι ιδεώδης και στο όνομα μιας «πραγματιστικής πολιτικής στον τομέα της εξέλιξης της παραγωγικότητας».  Μέσ’ τους κόλπους τους υπάρχει σκληρή πάλη, αφού ένα μέρος των ειδικών δε θέλει να δεσμεύεται καθόλου μέσα σε αυτό το μονοπώλιο, γιατί ορίζει κάποια κλίμακα μισθών που περιορίζει τα όρια της φιλοδοξίας και της αλαζονείας μιας ομάδας αυθεντιών. Αυτοί θέλουν ελεύθερη αγοραπωλησία της προσφοράς του ανθρώπινου δυναμικού που τους ευνοεί, αφού οι ατάλαντοι γραφειοκράτες έχουν μετατρέψει την λαϊκο-δημοκρατική-δικτατορία, σε δικτατορία της νεο-αστικής γραφειοκρατίας].                                          Αντίθετα στην περίπτωση της λαοκρατικής εξουσίας:  [το λαϊκο κοινοβούλιο πρέπει ν’απαρτίζεται από εκπροσώπους λαϊκών επιτροπών που δεν έχουν μονιμότητα, όντας ανά πάσα στιγμή ανακλητοί. Οι επιτροπές μπορούν και πρέπει να στέλνουν διαφορετικούς εκπροσώπους για την ανάλογη περίσταση οι οποίοι θα παίρνουν αποφάσεις για θέματα που θα προωθούνται εκεί από άλλα λαϊκά όργανα.    Απ’το λαϊκό κοινοβούλιο πρέπει να εκλέγεται μια επιτροπή επαγρύπνησης που θα παίζει ρόλο κυβέρνησης εκτάκτων περιστάσεων, μη έχοντας καμιά μονιμότητα. Μπορεί ν’αλλάζει μετά από κάθε συνέλευση, κι έτσι η εξουσία ουσιαστικά θα ασκείται απ’το λαϊκό κοινοβούλιο. Όσο λιγότερη μονιμότητα έχουν τα όργανα εκπροσώπησης, τόσο μεγαλύτερη η δημοκρατία για το λαού κι η δικτατορία πάνω στους γραφειοκράτες. Ακόμα έτσι είναι υποχρεωμένοι όλοι να συμμετέχουν και να είναι άγρυπνοι στις εξελίξεις του κοινωνικού γίγνεσθαι.  Θα ήταν προτιμότερο οι λαϊκοί εκπρόσωποι να είναι μέλη του Κ.Κ., αυτό όμως δεν είναι αναγκαίο αφού θα λειτουργούν κι άλλα κόμματα (το κόμματα δεν πρέπει να καταργούνται, αλλά να μαραίνονται από μόνα τους όταν πάψει η αναγκαιότητά τους).  Πρέπει να υπάρχουν εκπρόσωποι από όλες τις ζωντανές τάσεις.  Καθήκον του Κ.Κ. είναι να πάρει την πρωτοπορία μέσ’το λαό με τους αγώνες, το ήθος και την εργατικότητά του.  Θα βάλει τα άλλα κόμματα σε μαρασμό, αν καταφέρει να πείσει ότι είναι το καλύτερο, κάτι που είναι δύσκολο και προπάντων μακροπρόθεσμο. Έτσι το Κ.Κ. συνεχώς θα δοκιμάζεται, κατακτώντας μιαν ανώτερη ποιότητα και όχι ασκώντας μια στείρα δικτατορία των λίγων πάνω στους πολλούς,  ξαφνικά, χωρίς να το καταλάβει, να έχει διαβρωθεί απ’τη γραφειοκρατία, ευρισκόμενο σε αντιλαϊκές και αντεργατικές θέσεις.          Είναι φυσικό μετά από μια επανάσταση, αυτοί που έπαιξαν ρόλο, να έχουν τον ανάλογο λαό και οπλισμό, διαμορφώνοντας την εξουσία, σε διάφορους φορείς και περιοχές τη δεδομένη στιγμή. Η εξουσία μετεπαναστατικά διαμορφώνεται απ’τους φορείς των παραγωγικών στρωμάτων, που με τη σειρά τους δίνουν τη μάχη για την ειρήνη. Έτσι τα διάφορα επαναστατικά κόμματα, θα μεταμορφώνονται από την εισβολή νέων μελών μέσα τους. Μέσα απ’αυτή την ειρηνική διαδικασία, το Κ.Κ. μπορεί να χάσει την εξουσία ή μέρος της εξουσίας που δεν του ανήκει πια, από άλλους φορείς που επάξια μπορεί να του την πάρουν.  Έτσι δε θα μπορεί να επαναπαυθεί και να γίνει βάρος στο λαό.  Με τον τρόπο αυτό η ευμετάβλητη σύνθεση του λαϊκού κοινοβουλίου θα φανερώνει την αληθινή εξέλιξη της σοσιαλιστικής πορείας.  Η πορεία αυτή ξεκινά από ένα πολύμορφο και μικτό λαϊκό κοινοβούλιο καταλήγοντας σ’ένα κοινοβούλιο αμιγώς προλεταριακό, αν όλα πάνε καλά, αφού υποτίθεται ότι το Κ.Κ. με τη δραστηριότητά του θα καταφέρει να προλεταριοποιήσει το μέρος των λαϊκών στρωμάτων, που θα πρόσκεινται σε άλλα κόμματα.  Η εξελικτική πορεία αυτής της διαδικασίας θα ζητήσει κάποια  στιγμή το μαρασμού όλων των κομμάτων και κατά συνέπεια, την κατάργηση του ίδιου του Κ.Κ. αφού δε θα υπάρχει πλέον ανάγκη κομματικών ανταγωνισμών.   Η πορεία της αντιφατικής σχέσης των κομματικών ανταγωνισμών κι η λύση τους, είναι η ίδια η σοσιαλιστική πορεία όπου στο τέλος της δεν θα υπάρχουν κόμματα κι αντιθέσεις.
      Ο Λαϊκός στρατός είναι οι ένοπλοι πληθυσμοί, που ακούνε στις λαϊκές επιτροπές της τοπικής αυτοδιοίκησης.  Αυτός ο στρατός είναι κατεξοχήν αμυντικός κι η αμυντική του δύναμη είναι αντιστρόφως ανάλογη προς την επιθετική του.    Μπαίνοντας ο εισβολέας στη χώρα σχετικά εύκολα, θα έχει τόσο πιο δύσκολη προέλαση και θα δέχεται τόσο μεγαλύτερη πίεση από παντού, όσο πιο βαθιά και πιο πολύ μένει στη χώρα, σε βαθμό που τελικά να μη μπορεί να υποχωρήσει. Αυτό γιατί οι πληθυσμοί θα συντάσσονται σε μεγάλες στρατιές λαϊκής άμυνας (νέων, γέρων, ανδρών και γυναικών), που θα σαμποτάρουν και θα χτυπούν κλέφτικα ή τακτικά, έναν εχθρό έρμαιο της δικής τους τακτικής επιλογής στο σημείο της σύγκρουσης.     Αφού όμως υπάρχουν σύνορα, το λαϊκό κράτος έχει ανάγκη από ένα μικρό τακτικό συνοριακό στρατό, που θα ελέγχεται από επιτροπές των συνοριακών πληθυσμών.  Αυτός ο στρατός μαζί με τα ένοπλα λαϊκά στρώματα των συνοριακών πληθυσμών,  θα έχει καθήκον να καθυστερεί τον εισβολέα, έως ότου οι εργαζόμενοι πληθυσμοί συνταχτούν και αν είναι δυνατόν, έντεχνα να οδηγεί τον εισβολέα σε επιθυμητές θέσεις σύγκρουσης.    Έτσι ο λαϊκός στρατός καί από τη σύνθεσή του, δεν μπορεί να έχει επιθετικό χαρακτήρα, αφού οι ένοπλοι πληθυσμοί, δεν μπορούν να κάνουν εκστρατείες. Ακόμα τμήματα που θα μπορούσαν να κάνουν μιαν εκστρατεία, δεν θα μπορούν να ελέγχονται από λαϊκές επιτροπές. Όσο πιο μεγάλα είναι τα τακτικά εκστρατευτικά τμήματα, τόσο πιο επικίνδυνα είναι να καταλύσουν την λαϊκή εξουσία, πολύ περισσότερο επιστρέφοντας νικηφόρα. Επίσης γνωρίζουμε πως τα μέλη επιθετικών στρατιωτικών σωμάτων, χάνουν ένα μέρος απ’την ανθρωπιά τους και τη λαϊκή τους κουλτούρα.  Γι’αυτό γίνονται πιο επικίνδυνοι με την αίγλη μιας νίκης.    Το μεγαλύτερο πλεονέκτημα του λαϊκού στρατού είναι η αφαίρεση της στρατιωτικής εξουσίας από τα χέρια των γραφειοκρατών και των τεχνοκρατών με την κατάργηση του τακτικού στρατού.  Αυτό είναι μια απόλυτη ανάγκη, με όλα τα μειονεκτήματα που ακολουθούν μια τέτοια επιλογή, αλλά «ο λαός χωρίς λαϊκό στρατό δεν έχει τίποτα». Η ελευθερία, η δικαιοσύνη και η εξουσία κατακτώνται κι ασκούνται με τα όπλα, κανένας δεν τα χαρίζει. Επίσης ο γραφειοκράτης χωρίς όπλα δηλαδή χωρίς τον έλεγχο του στρατού, έχει μόνο την δύναμη της δουλειάς του κι είναι ανίκανος να πάρει πλήρως την εξουσία. Για ν’αφαιρέσει ο λαός από τους γραφειοκράτες και το μέρος της εξουσίας που ασκούν μέσα από τη δουλειά τους, τοποθετεί λαϊκούς επιτρόπους, περιορίζοντας όσο είναι δυνατόν για κείνη τη στιγμή καί τη δύναμη καί το κύρος των γραφειοκρατών.  Μένει λοιπόν στους γραφειοκράτες μόνον η διάκριση της ειδίκευσής τους και της μισθολογικής τους κλίμακας.         Ας σκεφτούμε πόσοι μόνιμοι γραφειοκράτες στρατιωτικοί και άλλοι ειδικοί και τεχνικοί, απασχολούνται από τον τακτικό στρατό και ζουν προνομιούχα εις βάρος του λαού.  Όλοι αυτοί διατηρούνται για την περίπτωση πολέμου κι όταν έλθει ο πόλεμος, στέλνουν το λαό στο σφαγείο.  Αυτοί στην πλειονότητα σχεδιάζουν στα χαρτιά και υπογράφουν διαταγές από απόσταση, στα επιτελικά γραφεία, την ώρα που οι λαϊκές μάζες πατάνε μέτρο-μέτρο ότι σχεδιαστεί στο χαρτί και κάθε ριπή σωριάζει δεκάδες κάτω.         Οι τακτικοί στρατοί όντας επιπλέον μισθοφορικοί (και μάλιστα στην ηγεσία) πάσχουν απ’την αρρώστια αυτών των στρατών: είναι γενναίοι και σκληροί όταν αντιμετωπίζουν αόπλους ή όταν ο πόλεμος είναι μακριά, αλλά δειλιάζουν όταν ο κίνδυνος πλησιάζει. Ακόμα είναι άπιστοι στους δημοκρατικούς θεσμούς κι όταν τους δοθεί η ευκαιρία, τους καταλύουν.  Είναι φυσικό ένας μόνιμος πολεμικός μηχανισμός να υπηρετεί την τάξη που τον γέννησε και στην περίπτωση αυτή, την αστική τάξη.  Ο τακτικός στρατός είναι ο κυριότερος παράγων προστασίας των αστικών συμφερόντων και θεσμών, κι είναι υπέρμαχος της διάκρισης.  Όσο μεγαλύτερος ο τακτικός στρατός σε μια λαϊκά εξουσιαζόμενη ή σοσιαλιστική χώρα, τόσο μεγαλύτερη η δύναμη της γραφειοκρατίας στη χώρα αυτή. Εκεί όπωσδήποτε βρίσκονται οι δυνάμεις της ανατροπής και της αντίδρασης.
     Η λαϊκή αστυνόμευση είναι κι αυτή καλύτερη.  Οι πολίτες αστυνομεύουν εκ περιτροπής το δικό τους χώρο αφού έτσι κι αλλιώς είναι ένοπλοι και ανήκουν σε λαϊκές στρατιωτικές οργανώσεις· οι εργάτες στο εργοστάσιο και οι λαϊκοί στη γειτονιά.  Ακόμα  η  λαϊκή  αστυνόμευση  είναι  πιο αποτελεσματική  αφού οι γείτονες γνωρίζονται μεταξύ τους και πολύ γρήγορα εντοπίζονται οι πιθανοί ένοχοι.  Αντίθετα το τακτικό σώμα της αστυνομίας, είναι φυσικό να υπακούει στους γραφειοκράτες, να είναι ταξικά αντιμέτωπο με το προλεταριάτο κι εχθρικό προς την λαϊκή εξουσία.
     Η λαϊκή δικαιοσύνη είναι καί αυτή ανώτερη και άμεση. Αποδίδει αυστηρότητα όπου χρειάζεται κι ανάλογη επιείκεια όταν πρέπει, αφού οι δικαστές είναι οι ίδιοι οι γείτονες,  που γνωρίζουν από πρώτο χέρι τις εκδικαζόμενες υποθέσεις, τον χαρακτήρα και τις διαφορές των διαδίκων γειτόνων τους.Οι λαϊκοί δικαστές δεν είναι μισθοφόροι ούτε επαγγελματίες που λαχταράνε ν’αποκομίσουν κέρδη και να «αξιοποιήσουν» οικονομικά τις σπουδές τους δηλαδή να διακριθούν μ’όποιο τρόπο μπορεί να φανταστεί κανείς σε μια ανταγωνιστική και διεφθαρμένη κοινωνία. Για αυτούς είναι θέμα ταξικής τιμής να δικάζουν όχι εξ επαγγέλματος.  Ο ίδιος ο λαός της γειτονιάς είναι ο μέγιστος κριτής, που όταν διαφωνεί παρεμβαίνει. Έτσι η λαϊκή αστυνόμευση και δικαιοσύνη περιορίζει στο μέγιστο τη γραφειοκρατία και προωθεί τη λαϊκή αμεσότητα.
     Σε μια χώρα λαϊκή-προλεταριακή φυλακές δε χρειάζονται. Αφού κανείς δε μπορεί ν'αποδράσει. Κανείς δεν μπορεί να πάει κάπου χωρίς να ενημερώσει τις τοπικές επιτροπές, αφού για να μετακινηθεί θα πρέπει να παρουσιαστεί κάπου, για δουλειά, κατοικία και φαγητό κλπ. Κανείς δεν είναι απρόσωπος. Έτσι ο κατάδικος θα εκτίει την ποινή στο σπίτι του, θα τιμωρείται από τη συμπεριφορά των γειτόνων του και τις εργασίες που θα του αναθέτουν.    Όταν όμως πρόκειται για επικίνδυνους κακοποιούς, θα πρέπει να υπάρχουν ειδικά χωριά-ιδρύματα, με σύγχρονες εγκαταστάσεις και ψυχιατρική φροντίδα για σωστή διαβίωση-διαπαιδαγώγηση. Εκεί κάποιος θα στέλνεται μετά από απόφαση των γειτόνων, των συνεργατών και των συγγενών του, όταν κανείς πλέον δε θα μπορεί να εγγυηθεί για τη μελλοντική συμπεριφορά του.   Οι χώροι αυτοί θα αυτοδιοικούνται και θα έχουν αυτόνομη παραγωγική δραστηριότητα.  Οι εκλεγμένες επιτροπές τους θα συνεργάζονται με ειδικούς που θα παίρνουν εντολές από τους λαϊκούς επιτρόπους της περιοχής, όπου θα φιλοξενείται το σωφρονιστικό χωριό και όπου θ’ανήκει πολιτιστικά και παραγωγικά.  Η καλύτερη “τιμωρία” και διαπαιδαγώγηση είναι αυτή που παύει να είναι τιμωρία.  Αυτή είναι ο άθλος να μπορείς να ζεις έντιμα και με την αξία σου, χωρίς να επιβαρύνεις ή να αδικείς κανέναν. Αυτό που φαίνεται αυτονόητο για άλλους, για άτομα αντικοινωνικά ή απροσάρμοστα στις απαιτήσεις του σοσιαλισμού, είναι ένας άθλος άξιος φροντίδας και αγάπης.     Σε ήπιες όμως περιπτώσεις αντικοινωνικότητας που παρουσιάζεται σε άτομα με καλλιτεχνική ή ιδιόμορφη δημιουργική φύση, η λαϊκή μέριμνα θα έχει φροντίσει.  Αυτοί οι ευφυείς άνθρωποι πρέπει για το καλό της κοινωνίας και τις αξίας που αυτά τα άτομα είναι ενδεδυμένα, να έχουν από μικρά μιαν ιδιαίτερη φροντίδα, για να μπορεί να διοχετευτεί η δημιουργικότητά τους.
      Η ουσία της λαϊκής εξουσίας είναι ο λαϊκός προγραμματισμός παραγωγής στο εργοστάσιο και τον αγρό απ’τη βάση. Στο λαϊκό κοινοβούλιο θα παίρνονται αποφάσεις ευρύτερου παραγωγικού προγραμματισμού και σχεδιασμού που θα διαμορφώνονται από τις προτάσεις των εκπροσώπων της βάσης που θα είναι και οι άμεσα ενδιαφερόμενοι. Οι ερευνητές και οι τεχνοκράτες θα δουλεύουν υπό τη διακριτική επιτήρηση και συνεργασία εξειδικευμένων λαϊκών επιτρόπων και θα χαίρουν εκτίμησης, αφού δεν θα είναι απλοί υπάλληλοι όπως στον καπιταλισμό αλλά συνεργάτες. Όμως πρέπει κι αυτοί να μην ξεχνούν τη φροντίδα, την αγάπη, τις σπουδές και ότι άλλο τους έχει προσφέρει χωρίς αντάλλαγμα ή καμιά πληρωμή ο λαός.  Για όσους τεχνοκράτες δεν προλεταριοποιούνται όμως θα είναι αρκετή η μισθολογική τους διάκριση, ενώ για τους άλλους που γίνονται προλετάριοι, ο θαυμασμός, το κύρος και η εξουσία.        Ο λαϊκός παραγωγικός και οικονομικός προγραμματισμός είναι η νίκη των εργαζομένων πάνω στη γραφειοκρατία. Το προλεταριάτο πρέπει να παλεύει ώστε όλες οι αποφάσεις να παίρνονται από τη βάση κι έτσι η κοινωνία να είναι προλεταριακή στην πράξη και όχι μόνο στα λόγια.
       Εδώ ο σοσιαλισμός φανερώνεται με το δυναμικό προτσές δύο πόλων που συνιστούν αντιφατική ενότητα. Απ’τη μια ο πόλος της προλεταριακής αμεσότητας (αποκέντρωσης) κι απ’την άλλη ο πόλος της γραφειοκρατίας (συγκέντρωσης). Αυτό το προτσές είναι μια πορεία που ξεκινά από συγκεντρωτικές θέσεις και καταλήγει σε θέσεις αποκεντρωτικές περνώντας από όλες τις ενδιάμεσες θέσεις της σχέσης συγκέντρωσης-αποκέντρωσης. Στο τέλος αυτής της πορείας, έχουμε την άρση αυτής της αντιφατικής σχέσης, που δεν θα μπορεί να ονομαστεί πλέον ούτε αποκεντρωτική ούτε συγκεντρωτική, αφού η αντιφατική σχέση γραφειοκρατίας-προλεταριάτου δε θα υπάρχει. Στον κομμουνισμό δε θα υπάρχει ούτε γραφειοκρατία ούτε προλεταριάτο, αλλά μια νέα ποιότητα.
      Το σοσιαλιστικό προτσές μπορεί ακόμα να ξεκινά απ’τη στιγμή που το προλεταριάτο θα πάρει την εξουσία, με όσο δυνατόν μικρότερη προλεταριακή συμμετοχή, με συμμάχους όμως άλλα λαϊκά στρώματα. Το δικαίωμα αυτό το αντλεί απ’την πείρα του παγκόσμιου προλεταριακού κινήματος ή την ύπαρξη άλλων ισχυρών προλεταριακών χωρών, αν υπάρχουν.  Μπορεί το προλεταριάτο και τα λαϊκά στρώματα να μην περιμένουν να ωριμάσει το οικονομοτεχνικό υπόβαθρο της χώρας τους, αν έχει προηγηθεί σ’άλλη μεγάλη χώρα η κατάκτηση και η εδραίωση της εξουσίας απ’τους εργαζομένους και τα λαϊκά στρώματα. Σε μια τέτοια φάση το προλεταριάτο για να μπορεί ν’ασκήσει εξουσία, έχει ανάγκη τη γραφειοκρατία και την τεχνοκρατία, τη διάκριση και το χρήμα αφού δεν είναι ακόμα στη θέση, να άρει την αντιφατική σχέση μισθωτής εργασίας και κεφαλαίου. Κατά την εξέλιξη της πορείας του όμως, το προλεταριάτο πρέπει να οργανώνει μηχανισμούς λαϊκής εξουσίας όπου η γραφειοκρατία να περιορίζεται από τη Λαϊκή και προλεταριακή αμεσότητα. Αυτή η πορεία της αντιφατικής σχέσης γραφειοκρατίας-λαοκρατίας, είναι η πορεία της λαϊκοποίησης των γραφειοκρατικών μηχανισμών κι είναι ένα πρόσωπο της πορείας του σοσιαλισμού.             Η σοσιαλιστική πορεία είναι σύμφυτη με τη σταδιακή ανάπτυξη προλεταριακού πολιτισμού κι ενός τεχνολογικού επιπέδου, με το οποίο θα μπορεί να υποκαταστήσει τη γραφειοκρατία στους διοικητικούς και τεχνολογικούς μηχανισμούς.  Για να γίνει αυτό δυνατό, πρέπει παράλληλα με την πολιτιστική επανάσταση, μέσα στους κόλπους της, να προωθείται κι η τεχνολογική επανάσταση κι η μεταρρύθμιση των οικονομοτεχνικών δομών. Αν η πολιτισμική δραστηριότητα γίνεται εις βάρος της οικονομοτεχνικής, τότε η οικονομία καταρρέει και το προλεταριάτο αδυνατεί να ακολουθήσει τους διεθνείς ανταγωνισμούς, και χάνει την εξουσία. Το ίδιο θα συμβεί και με την ασύμμετρη ανάπτυξη της οικονομίας εις βάρος του πολιτισμού.  Η οικονομική ανάπτυξη, χωρίς προλεταριακή πολιτιστική ανάπτυξη, αλλοτριώνει την προλεταριακή συνείδηση, λειτουργώντας υπέρ της  γραφειοκρατίας  και  της  παλινόρθωσης  του  καπιταλισμού.  Τότε το σύστημα κομμένο και ραμμένο στα μέτρα της γραφειοκρατικής εξουσίας χωρίς καμιά προσπάθεια από μέρους των γραφειοκρατών, θα πέσει στα χέρια τους για να το «σώσουν» απ’την κατάρρευση.
Θα μπορούσαμε λοιπόν να δούμε μέσ’το σοσιαλισμό, ένα πανίσχυρο προλεταριάτο να χάνει την εξουσία από τους γραφειοκράτες και έναν αδύναμο λαϊκο-δημοκρατικό μηχανισμό που προχωρά με σύνεση να κατακτά την εξουσία, να την εδραιώνει και να προωθεί τον αληθινό σοσιαλισμό.  Όταν το προλεταριάτο είναι στη εξουσία πρέπει το Κ.Κ. να είναι ανοικτό σ'όλο το λαό πρωτοπορώντας δημοκρατικά σε λαϊκούς και ταξικούς αγώνες και όχι να είναι κλειστό στο λαό κι ανοικτό σε αυθεντίες, που διαμορφώνουν την παραγωγή πίσω από ηλεκτρονικούς υπολογιστές σύμφωνα με το «συμφέρον» των εργατών.              Το Κ.Κ έχει καθήκον να οδηγεί το λαό στο δρόμο της αυτοοργάνωσης και του αυτοπρογραμματισμού που είναι μεν δύσκολος αλλά αυτοσκοπός.  Βέβαια το αποτέλεσμα παίζει μεγάλο ρόλο, αλλά μεγαλύτερο παίζει ο τρόπος που κάνει αυτή την αυτοοργάνωση δυνατή. Αυτή είναι η ταξική πάλη μέσ’το σοσιαλισμό.  Οι αποφάσεις, ο προγραμματισμός, και η δυνατότητα να πραγματοποιεί αυτό που επιλέγει η εργατική τάξη, είναι η εξουσία καθαυτή.   
      Είναι βέβαιο πως οι γραφειοκράτες, εχθροί του προλεταριάτου, κι όσοι από τους λαϊκούς έχουν γραφειοκρατική συνείδηση όταν βρίσκονται σε θέσεις παραγωγής και επιλογής αποφάσεων, ή ακόμα περισσότερο όταν βρίσκονται μέσα στο Κ.Κ, έχουν μεγάλο μέρος της εξουσίας.  Έτσι η ταξική πάλη μέσα στο σοσιαλισμό μπορεί να πάρει μορφή εξέγερσης σε περιπτώσεις που το Κ.Κ. θα έχει γραφειοκρατικοποιηθεί-αστικοποιηθεί.  Ο δρόμος της εξέγερσης μέσα στον σοσιαλισμό, μπορεί να φαίνεται αβέβαιος, ενώ ο γραφειοκρατικός βέβαιος και σταθερός, όμως τέτοιο δρόμο το προλεταριάτο είχε και πριν την επανάσταση. Γι’αυτό αγωνίζεται πρώτα απ’όλα για την εξουσία, που είναι η δυνατότητα επιλογής και πραγματοποίησης των επιδιώξεών του, όντας η ελευθερία του.  Αυτός που χαρακτηρίζεται σαν «αβέβαιος» δρόμος είναι ο καλύτερος, αφού ως την κατάκτηση της αταξικής κοινωνίας το προλεταριάτο, είναι η τάξη η οποία θα προσφέρει περισσότερα και θ'απολαμβάνει λιγότερα.  Η κατάκτηση της εξουσίας απ’το προλεταριάτο δε σημαίνει απολαύσεις και διακρίσεις όπως στο αστικό και στο σοσιαλγραφειοκρατικό καθεστώς, αλλά περισσότερη δουλειά και ευθύνη για ένα καλύτερο αύριο για όλο το κοινωνικό σύνολο.    Ο «αβέβαιος» αυτός δρόμος είναι αυτός της πάλης και της αλλαγής, αφού κάθε σταθερότητα και στατικότητα, είναι σε βάρος της εργατικής τάξης και με το μέρος της γραφειοκρατίας.
      Η ανάπτυξη της λαϊκής κουλτούρας και της τεχνολογικής παιδείας, της συνεχούς αφύπνισης και της ταξικής συνειδητότητας της εργατικής τάξης, είναι μια εξελικτική πορεία που κι αυτή είναι ένα πρόσωπο του σοσιαλισμού. Γενικά σοσιαλισμός είναι η ταξική πάλη με την εξουσία στα χέρια του Κ.Κ. ή του λαού.      Με την άνοδο του επιπέδου τεχνολογικής εξειδίκευσης των εργαζομένων, κάποτε ο εργάτης θα χειρίζεται μηχανήματα υψηλής τεχνολογίας και η δουλειά του θα είναι επιστημονική, που θα διαφέρει μόνο από τη δουλειά των ερευνητών, των χειροτεχνών και των καλλιτεχνών.  Τεχνοκράτες, εκείνη της εποχή, θα είναι μόνον οι ερευνητές, αλλά φτάνοντας στο ύψος της ιδιότητάς τους, αυτό θα είναι και το όριό τους, αφού εκεί η έρευνα θα γίνεται με τη βοήθεια τεραστίων συγκροτημάτων που θ’ανήκουν στο προλεταριάτο και θα είναι υπό την καθοδήγηση μικτών ομάδων τεχνικών και εκπροσώπων του προλεταριάτου. Εκεί μολονότι ο ερευνητής θα έχει πάντα σαν άτομο τον σεβασμό, την αξία και τις προοπτικές των προσωπικών του οραμάτων, θα είναι ο μικρότερος παράγοντας σε θέματα κοινωνικών επιλογών.
         Ο κόσμος μας ξεκινώντας από κοινωνικές φόρμες όπου το άτομο παίζει ηγετικό και πρωτεύοντα και ρόλο, καταλήγει σε φόρμες όπου το σύνολο παίζει αυτό το ρόλο. (Ανάμεσα απ’αυτούς τους δυο πόλους, που συνιστούν μιαν αντιφατική σχέση, υπάρχουν απεριόριστες θέσεις δυναμικής σχέσης ατόμου-συνόλου). Στην εξέλιξη αυτής της δυναμικής σχέσης, θα έλθει η ώρα που η χειρωνακτική εργασία, η τέχνη και η έρευνα, θα είναι αξεχώριστα και κάθε άλλη εργασία θα γίνεται από αυτόματα συστήματα. (Μόνον η έρευνα κι η τέχνη θα είναι «χειρωνακτικές-πνευματικές»).  Αυτή η πορεία της τάσης για τελική συνάντηση χειρωνακτικής και διανοητικής εργασίας, δείχνει κι άλλο ένα πρόσωπο της σοσιαλιστικής πορείας.
           Η αστική τάξη έχοντας την εξουσία μπορεί να προωθεί την τεχνολογία, χωρίς ν’ αναγκάζεται να προωθεί συγχρόνως το πολιτιστικό επίπεδο των λαϊκών μαζών, γιατί αυτό μπορεί να γίνει ο δικός της τάφος.  Ενώ αντίθετα, τα λαϊκά στρώματα και το προλεταριάτο για να μπορούν να ασκήσουν την εξουσία, πρέπει προωθώντας την τεχνολογία να προωθούν και το πολιτιστικό επίπεδο του λαού.  Η αστική και η γραφειοκρατική νεοαστική τάξη, για να μπορούν να ασκούν απρόσκοπτα την εξουσία, πρέπει να προωθούν την τεχνολογία αντιστρόφως ανάλογα με τον πολιτισμό, ενώ το προλεταριάτο πρέπει να προωθεί την τεχνολογία ανάλογα και παράλληλα με τον πολιτισμό.       Ακολουθώντας αυτό το δρόμο το προλεταριάτο θα μπορέσει να εκπληρώσει το ιστορικό του καθήκον, καταργώντας τη γραφειοκρατία από την προλεταριακή αμεσότητα και οδηγώντας τις λαϊκές μάζες σε μια ειρηνική σοσιαλιστική πορεία προς τον κομμουνισμό.
       Αν την εξουσία την έχει η γραφειοκρατική νεοαστική τάξη ή ο κάθε λογής ιμπεριαλισμός, με την υψηλή τεχνολογική ανάπτυξη θ’αφήνει πίσω ανειδίκευτους παρίες, οι οποίοι κάνοντας κάτι  «εδώ κι εκεί» θα φυτοζωούν.  Αυτοί μάλλον θα είναι εθνικές μειονότητες που πιθανόν δε θα έχουν απορροφηθεί κι ομογενοποιηθεί εθνικά και κάνοντας τυφλές αιματηρές εξεγέρσεις θ’ ανεβάσουν το πολιτικό τους επίπεδο και θα ενωθούν με το προλεταριάτο συνιστώντας έναν επαναστατικό χείμαρρο.  Τότε θα γίνει η πιο αιματηρή σύγκρουση, η καθαρή προλεταριακή επανάσταση, που θα οδηγήσει άμεσα στον κομμουνισμό.  Τότε η σοσιαλιστική πορεία θα είναι η ίδια η διαδικασία της εξέγερσης. Έτσι έχουμε δυο δρόμους προς τον κομμουνισμό: Τον ειρηνικό δρόμο που είναι ο σοσιαλισμός και ωθείται με συνεχείς πολιτιστικές εξεγέρσεις. Εκεί το προλεταριάτο έχει την εξουσία κι οδηγεί την μετάβαση ειρηνικά στον κομμουνισμό με ελεγχόμενη ταξική πάλη.  Και τον βίαιο δρόμο, που την εξουσία έχει ο ιμπεριαλισμός ή η νεοαστική γραφειοκρατική τάξη όπου η μετάβαση θα είναι η ίδια επαναστατική η διαδικασία της εξέγερσης.
            Ένας άλλος δείκτης για την κατάσταση της σοσιαλιστικής πορείας σε μια χώρα, είναι ο ρόλος που παίζει το χρήμα μέσα στο σύστημα.  Όσο υπάρχει χρήμα, υπάρχει η αντιφατική σχέση μισθωτής εργασίας-κεφαλαίου, προλεταριάτου-γραφειοκρατίας, υπάρχει διάκριση και κίνητρα οικονομικά. Όσο υπάρχει χρήμα υπάρχει εμπόριο φανερό ή κρυφό, κρατικό ή ιδιωτικό. Πάντοτε κάποιος στη διάρκεια της σοσιαλιστικής πορείας, θα μπορεί να συσσωρεύει το χρήμα που του περισσεύει και με αυτό να αγοράζει προϊόντα, που θα διαθέτει σε «φίλους» με κέρδος, όταν κάποιος θέλει κάτι περισσότερο απ’ότι δικαιούται. Ακόμα ομάδες οργανωμένες, μπορεί να κάνουν αγορές, δημιουργώντας τεχνητή έλλειψη στην αγορά για να πουλήσουν αργότερα ακριβά.  Όταν υπάρχει χρήμα, υπάρχει παραεμπόριο ή εμπόριο, που δημιουργεί συσσώρευση ιδιωτικών κεφαλαίων. Αυτά τα κατέχουν ομάδες που ο σοσιαλισμός δεν τις εκφράζει και είναι φυσικό να τον υπονομεύουν με πάρα πολλούς τρόπους.  Οι τρόποι αυτοί ξεκινούν από την παγιοποίηση της κάθε κοινωνικής κατάστασης, αφού η όποια προώθηση του σοσιαλισμού τους θίγει, φτάνοντας ως την πάλη για την παλινόρθωση του καπιταλισμού.
Είναι φυσικό όταν υπάρχει διάκριση στην αξία της ανθρώπινης εργασίας και της ανθρώπινης προσφοράς, να υπάρχει ο τρόπος που αυτή να υλοποιείται, δηλαδή το χρήμα. Επίσης υπάρχει και ένας βίαιος αγώνας για την κατάκτησή του.  Όταν κάποιος δουλεύει οκτάωρο και δε μπορεί να απολαύσει όλα τα προϊόντα της διατροφής και του πολιτισμού, ενώ άλλος με τον ίδιο χρόνο δουλειάς ή ακόμα και λιγότερο, να τα απολαμβάνει και να έχει και περίσσευμα, είναι μια κατάσταση που κάνει το χρήμα αναγκαίο. Το χρήμα που είναι ο τελευταίος προμαχώνας της αστικής τάξης, το χρήμα που είναι η διάκριση γυμνή.
        Το προλεταριάτο έχοντας την εξουσία, μόνο με την τεχνολογική και πολιτιστική του ανάπτυξη θα μπορέσει να άρει τη διάκριση, τη γραφειοκρατία, το χρήμα, το κράτος, την εξουσία, δηλαδή την αντιφατική σχέση μισθωτής εργασίας και κεφαλαίου. Αυτά θα μαραθούν ειρηνικά όλα μαζί, αν την εξουσία ασκεί αληθινά το προλεταριάτο. Η προλεταριακή εξουσία που δεν είναι ακριβώς εξουσία, αλλά η άμυνα των αδυνάτων στις επιδρομές των ισχυρών.
                                                                                                                                                                      ΒΙΑ ΚΑΙ ΕΞΟΥΣΙΑ
            «Σε γνωρίζω από την κόψη του σπαθιού  την τρομερή                                                                                                                         σε γνωρίζω από την όψη που με βία μετρά τη γη».
                                                                                                                                                                      Δεν αρκεί μόνο μια τάξη να θέλει να πραγματοποιήσει τις αποφάσεις της και το πρόγραμμά της, (στην περίπτωσή μας το προλεταριάτο), αλλά να μπορεί κιόλας. Δηλαδή να έχει την εξουσία.  Η εξουσία δεν χαρίζεται, αλλά κατακτάται με τα όπλα, «απορρέει απ’τις κάνες των πυροβόλων». Η συζήτηση γι’αυτό το θέμα είναι πια εξαντλημένη και μπορεί μόνο να περιστραφεί στο ποιος πλέον θα μπορούσε να είναι ο φορέας της εξέγερσης.  Μολονότι κι αυτό το ερώτημα είχε απαντηθεί εξαντλητικά, ο τρόπος που εξελίσσεται η κοινωνία μας διαμορφώνεται έτσι, που η χρήση της τεχνολογικής ανάπτυξης να είναι αποκλειστική απ'τα ανώτερα οικονομικά στρώματα που έχουν συσπειρωθεί γύρω απ’το χρηματιστήριο και τις τράπεζες. Αυτό βέβαια συνέβαινε και πριν μα η τεχνολογία τώρα είναι πανάκριβη και απρόσιτη για τους πολλούς, όντας στα χέρια των ολίγων.
              Η τεχνολογία, μ’όλες τις προσδοκίες του αιώνα της τεχνολογικής επανάστασης αντί για χρήση κοινωνική, τελικά έγινε όργανο κυριαρχίας του ιμπεριαλισμού πάνω στο διεθνές προλεταριάτο. Κι έτσι με τη χρήση της τεχνολογίας στις παραγωγικές διαδικασίες, η ταξική διάταξη που ξέραμε έχει διαταραχθεί ποιοτικά και ποσοτικά. Η δύναμη που έχει συσσωρεύσει αυτή η παγκόσμια νεοαστική τάξη, είναι η μεγαλύτερη που έχει γίνει ποτέ σε τόσο λιγότερα χέρια. Αυτό που θα μπορούσε να γίνει κάποτε σε μια χώρα, δηλαδή η εξέγερση κι η εγκαθίδρυση λαϊκής εξουσίας, μετά την επιτυχή εφαρμογή της παγκοσμιοποίησης από τον ιμπεριαλισμό τώρα θα πρέπει να έχει παγκόσμια διάσταση ή τουλάχιστον σ’ένα μεγάλο κι αναπτυγμένο μέρος του κόσμου. Υπάρχει ακόμα και μια άλλη παράμετρος στον καπιταλισμό, από αυτήν της διάκρισης των παροχών σε διακεκριμένα οικονομικά και διοικητικά άτομα εις βάρος του λαού.  Επειδή τα τεχνολογικά μέσα δεν χρησιμοποιούνται πλέον προς το συμφέρον των λαϊκών μαζών, αλλά ενάντιά τους, κάποτε η τεχνολογική πρόοδος θα αφήσει στην άκρη της παραγωγικής προσφοράς ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού, το οποίο θα είναι άχρηστο στους ηγεμόνες και θα δημιουργηθεί η λογική ανάγκη του περιορισμού του άχρηστου σ'αυτούς πληθυσμού.          Τότε θα δούμε και το φαινόμενο, όχι μόνο της μεροληπτικής προσφοράς κοινωνικών παροχών, αλλά και της μεροληπτικής ανοχής της ύπαρξης ατόμων τα οποία δεν χρειάζονται. Ήδη σε χώρες πτωχές όπως η Ελλάδα οι γεννήσεις έχουν μειωθεί. Σε χώρες όμως που δεν καταλαβαίνουν απ'αυτά, όπως οι ασιατικές, οι αφρικανικές και οι νοτιοαμερικανικές στις οποίες οι γεννήσεις αντί να μειώνονται, αυξάνονται, έχουν αρχίσει ν'αφήνουν τεχνητούς ιούς και νοσήματα τα οποία θα αποδεκατίζουν αυτούς τους πληθυσμούς. Κι αν όλα πια οργανωθούν, τότε θα υπάρχει κυβερνητική εντολή για το αν κάποιοι θα γεννάν ή όχι κι αν συνεχίζουν να γεννούν, θα περιοριστούν οι παροχές διαβίωσης σ'αυτούς ώστε να εκλείψουν.
                                                                                                                                                                         Η μετακίνηση κεφαλαίων προς τις χώρες που βρίσκονται στη βάση της ιμπεριαλιστικής πυραμίδας, απ’τη μια ανεβάζει το βιοτικό επίπεδο αυτών των χωρών, σηκώνοντας το καπάκι της χύτρας που βράζει και από την άλλη, με ομαλό τρόπο κατεβάζει το επίπεδο των λαών που βρίσκονται στις ανώτερες ή μεσαίες βαθμίδες της παγκόσμιας ιμπεριαλιστικής πυραμίδας. Αν επιτύχει να εξισορροπήσει την κατάσταση χωρίς απώλειες, ίσως περάσουμε έναν μακρύ μεσαίωνα υψηλής τεχνολογίας, η οποία θα γιγαντώνεται με βασικό σκοπό την περαιτέρω παγίωση αυτής της κατάστασης. Η απληστία και ο ανταγωνισμός των χωρών που βρίσκονται στα ανώτατα επίπεδα της ιμπεριαλιστικής πυραμίδας και το χρηματιστηριακό κεφάλαιο που στηρίζεται σε ιδεατές αξίες, αφού το χρήμα δεν είναι παρά τυπωμένα χαρτιά, που η αξία τους είναι συμβατική ή επιβάλλεται με τη βία γεννά άγριο ανταγωνισμό. Ο ανταγωνισμός λοιπόν αυτών των τεχνολογικά ανεπτυγμένων χωρών, δε μπορεί παρά να οξύνει τις σχέσεις τους. Δεν είναι εύκολο μια τεχνολογικά ανεπτυγμένη και ισχυρή στρατιωτικά χώρα, να δεχτεί αμαχητί έναν τέτοιου είδους υποβιβασμό. Ο ανταγωνισμός αυτός μπορεί να φέρει σε δύσκολη θέση τις τάξεις των εργαζομένων της χώρας που θα ηττηθεί. Εκεί θα δημιουργηθούν προϋποθέσεις για  επαναστατική αλλαγή.  Οι στρατιές των ανέργων υψηλής και χαμηλής ειδίκευσης, μπορεί να συστήσουν φορέα εξέγερσης και ένοπλης αλλαγής. Ένοπλης αλλαγής, γιατί μόνον έτσι θα μπορούν να κρατήσουν την εξουσία, κι ακόμα μετά τη νίκη δεν θα πρέπει να αποχωριστούν τον οπλισμό τους, γιατί «ο λαός χωρίς όπλα δεν έχει τίποτα».
          Σε μια μεγάλη χώρα όπως η Αμερική, η Γερμανία, η Γαλλία κλπ. μπορεί μια επανάσταση να γίνει πραγματικότητα, αφού δεν είναι εύκολο να στραγγαλιστεί οικονομικά από τις τράπεζες ή στρατιωτικά από τον ιμπεριαλισμό.  Επειδή ο ιμπεριαλισμός θα φοβηθεί μια άμεση στρατιωτική επέμβαση, αφού ένας μεγάλος πόλεμος σε μια χώρα που έχει καταρρεύσει ως ιμπεριαλιστική, πάντα θα μπορούσε να οδηγήσει στην κατάρρευση της ισορροπίας όλου του ιμπεριαλιστικού συστήματος.  Έτσι το παιγνίδι θα παιχτεί στο οικονομικό επίπεδο, αφού ο ιμπεριαλισμός νοιώθει ότι αυτό είναι το στοιχείο του και μ’εκβιασμούς, εμπορικούς αποκλεισμούς και προπαγάντα θα περιμένει την επανάσταση να καταρρεύσει από μέσα. Αν οι επαναστάτες μπορέσουν να ορθώσουν αξιόπιστο κρατικό μηχανισμό και ν’αντέξουν, κι αν το παράδειγμά τους ακολουθήσει κι άλλη επανάσταση σ’άλλη μεγάλη χώρα, τότε μπορεί να ορθωθεί μια παγκόσμια αλλαγή, που θα στηριχθεί στη δικαιοσύνη και τον πολιτισμό, αποφεύγοντας τα λάθη της Παρισινής Κομμούνας, της Οκτωβριανής Επανάστασης και της παλινόρθωσης του καπιταλισμού στην Λαϊκή Κίνα.
         Αν μια οικονομική αναταραχή στη λεγόμενη «ζώνη του ευρώ», δεν αντιμετωπιστεί γρήγορα και με ανάλογους χειρισμούς, κάτω απ’τον ανταγωνισμό των «ανερχόμενων χωρών», των χωρών της ανατολής και ειδικά της Κίνας, μπορεί να δημιουργήσει οικονομικό χάος, που μόνο με την κατάληψη της εξουσίας από επαναστατικές επιτροπές θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί.  
        Άσχετα αν αυτή η εξουσία μπορεί να είναι καθαρά επαναστατική ή ένα πραξικόπημα μιας «επαναστατικής-δημοκρατικής χούντας», αυτό θα μπορούσε να εξελιχτεί σε λαϊκο-δημοκρατική αλλαγή, αφού για να λειτουργήσει αυτή η κατάσταση, θα έχει ανάγκη τη λαϊκή συμμετοχή και την αυθόρμητη προσφορά των δραστήριων αυτόνομων λαϊκο-πολιτικών ομάδων δράσης που θα έχουν ήδη πάρει μέρος σε διαμαρτυρίες και διαδηλώσεις.     Αν κάτι τέτοιο γινόταν συγχρόνως σε δυο ή τρεις χώρες της Κεντρικής Ευρώπης με βασικό άξονα τη Γερμανία και τη Γαλλία, η επιτυχία θα ήταν σχεδόν βέβαιη. Τότε θα βλέπαμε η Γερμανία του Μαρξ να αναδύεται πάλι, σαν ο πιθανός φορέας της σοσιαλιστικής επανάστασης που θα παρέσυρε όλη την Ευρώπη. Μια Ευρώπη αποκλεισμένη απ’την αγορά και τους φυσικούς πόρους, θα μπορούσε να πάρει το φυσικό της δρόμο που θα ήταν ένας σοσιαλισμός εξ ανάγκης για να αποφευχθεί η κοινωνική κατάρρευση και εξαθλίωση. Αν οι παραγωγικές διαδικασίες σ’ αυτό το σοσιαλιστικό σχήμα περνούσαν στη εξουσία επιτροπών των εργαζομένων, τότε θα ήταν δυνατή μια ειρηνική επαναστατική αλλαγή.
       Η Ευρώπη έχει επαναστατική πείρα και παράδοση, επίσης έχει υψηλή τεχνολογική ανάπτυξη, ακόμα υπάρχουν χώρες οι οποίες θα ήθελαν ανταλλαγή τεχνολογίας με πρώτες ύλες (οι μουσουλμανικές) και τέλος θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί τον ανταγωνισμό Κίνας-Ρωσίας-Ιαπωνίας-Δύσης· επίσης τον ανταγωνισμό σωβινισμού-χρηματιστηρίου, κεφαλαιούχων του υπανάπτυκτου κόσμου και του ιμπεριαλισμού, τον ανταγωνισμό των ΗΠΑ με τις άλλες ιμπεριαλιστικές χώρες που θα επιδιώκουν την κορυφή κλπ.
Όμως πέρα απ’όλα όσα επιγραμματικά αναφέραμε πρέπει να τονιστεί πως απώτερο καθήκον του σοσιαλισμού δεν είναι απλά η ισονομία ή η δικαιοσύνη. Αυτά έχουν προταθεί κι από άλλα κοινωνικά συστήματα ή φιλοσοφικές θεωρίες, μια που «το τί είναι δίκαιο», είναι πολυδιάστατο και όχι απόλυτο.  Η ισονομία και η δικαιοσύνη είναι η σκάλα που ανεβάζει το Ον σε άλλο υψηλότερο αισθητικό επίπεδο όπου ο άνθρωπος κοινωνώντας του τραγικού «ορθώνεται μπρος στον ισχυρό και γέρνει μπρος στον αδύνατο». Το ουσιαστικότερο στοιχείο του τραγικού είναι η αυτοθυσία, έτσι ο πολιτισμός πρέπει να ξανά-πατήσει εκεί για να μπορέσει να δώσει καρπούς.
Ο σοσιαλισμός πέρα από όλα αυτά, μέσα από τη σοσιαλιστική παιδεία, που είναι η κοινωνία του τραγικού, θέλει να οδηγήσει τον άνθρωπο σε μια Νέα υπερβατική ποιότητα.                                                         Τον Νέο άνθρωπο τον Σοσιαλιστικό Άνθρωπο.                                                                              Το πρόβλημα λοιπόν που δημιουργήθηκε στον λεγόμενο υπαρκτό σοσιαλισμό, ήταν πως δεν έλαβε αρκετά υπόψιν τη σωστή ανέλιξη του πολιτισμικού επιπέδου της κοινωνίας και οι επίγονοι της επανάστασης δεν συνέχισαν το ασκητικό έργο των επαναστατών. Δεν μπορεί ποτέ στην επανάσταση ηγετικά στελέχη ν’απολαμβάνουν αγαθά που δεν απολαμβάνει ο λαός και ειδικά τα αδύναμα μέλη της κοινωνίας.
                                                                                                                                                              Επίλογος: Ο κ. Πορτοσάλτε φυσικά δεν γνωρίζει όλα αυτά τα οποία αναφέρω κι ούτε βέβαια νοιάζεται γι' αυτά. Αυτός απλά καμαρώνει τη νίκη του ιμπεριαλισμού ενάντια στον σοσιαλισμό. Πρέπει όμως αυτός κι όλοι οι δεξιόστροφοι πολίτες αυτής της χώρας να καμαρώνουν ή να οδύρονται;  Μήπως η χώρα μας θα μπορέσει ποτέ να μπει σε τροχιά ιμπεριαλιστικής δύναμης ώστε να στείλει τον ταξικό-καταπιεστικό αντίλογό της σε μιαν άλλη χώρα της δυστυχίας; Κι εμείς τι θέλουμε στην ευρωπαϊκή οικονομική ένωση, που είναι λάκος των λεόντων; Γιατί βρυχόμεθα-βελάζοντας κι ακονίζουμε τα μαχαιρο-πήρουνά μας; μήπως είμαστε εμείς ή είναι κάποιοι άλλοι το αρνί της θυσίας. Φυσικά δεν είναι ούτε η Γερμανία, ούτε η Γαλλία, ούτε η Αγγλία ούτε η Ιταλία. Μήπως είναι η Ολλανδία ή το Βέλγιο;  Μπα δεν νομίζω! Τότε μπορεί να είναι η Ισπανία. Εμπρός λοιπόν το ιερό θύμα της θυσίας βρίσκεται στο τραπέζι, ας έλθει η γερμανική μπίρα, ας πιούμε κι ας χορέψουμε. Η δοξασμένη Ελλάς καβάλα στον Βουκεφάλα και οδηγό τη σκιά του Μεγαλέξανδρου καλπάζει προς τη δόξα. Όμως αντί για το πόδι της Ισπανίας αρχίζει να τρώγεται το δικό μας πόδι κι αντί να βελάζουμε-βρυχόμενοι, βελάζουμε-κλαίγοντας. Κι αφού χωθήκαμε εκεί για να φάμε κάποιον άλλον, γιατί ο κ. Τσίπρας εκλιπαρεί υπενθυμίζοντας στους εταίρους-τοκογλύφους το ευρωπαϊκό κεκτημένο; Μήπως ο ιμπεριαλισμός είναι πτωχοκομείο; Μήπως η κ. Μέρκελ είναι η αδελφή Τερέζα του τάγματος του Ελέους;                                                                                                                              Άραγε είναι πραγματοποιήσιμα όλα αυτά τα θαυμαστά και χριστιανικά που επικαλείται ο σοσιαλισμός; Είναι δυνατή η δημιουργία του κοινοβίου αγάπης στο οποίο το Ον θα προσφέρει όσο δύναται και θ'απολαμβάνει όσο χρειάζεται; Κάποιοι ρεαλιστές, μεταξύ των οποίων και ο κ. Πορτοσάλτε λένε όχι! Εγώ και κάποιοι άλλοι νεο-πίθηκοι σκεπτόμαστε διαφορετικά: Αφού ο πίθηκος κατέβηκε από τα κλαδιά και περπάτησε στο ξέφωτο κάτω από την χλεύη των υψηλά αποκατεστημένων στα δέντρα κι αφού συνεχίζει ακόμα να περπατά στον ορίζοντα του πολιτισμού, σίγουρα κι εμείς οι νεο-πίθηκοι που είμαστε καλύτεροι από εκείνους, θα καταφέρουν αυτόν τον άθλο ο οποίος είναι πολύ κατώτερος από τον προηγούμενο.

 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΔΗΜΗΤΡΗ ΠΑΤΕΛΗ: Ο ΧΕΓΚΕΛ, ΤΟ ΓΙΓΝΕΣΘΑΙ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΣΚΕΨΗΣ ΚΑΙ Ο ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΟΣ ΥΛΙΣΜΌΣ

Ο ΙΛΙΕΝΚΟΦ ΚΑΙ Η ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΛΟΓΙΚΗ

ΣΩΚΡΑΤΗ ΔΕΛΗΒΟΓΙΑΤΖΗ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗΣ