ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΩΝ ΠΑΙΓΝΙΔΙΩΝ
ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΩΝ ΠΑΙΓΝΙΔΙΩΝ
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ:
1. Ο ΣΚΟΤΕΙΝΟΣ ΑΓΓΕΛΟΣ. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .5
2. ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΟΝΕΙΡO ΤΗΣ ΚΑΤΙΑΣ ΤΣΑΡΟΓΛΟΥ ΜΕΞΗ. . . . 97
3. ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΩΝ ΠΑΙΧΝΙΔΙΩΝ. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . , , , , , 129
1. Ο ΣΚΟΤΕΙΝΟΣ ΑΓΓΕΛΟΣ
Ο κύριος Ιωσήφ Βακιρτζής, γραμματέας Α΄ του Yπουργείου Πολιτισμού και Επιστημών είχε καταφέρει να διορίσει τα δύο μεγάλα του αγόρια στο ίδιο υπουργείο κι αυτά με τη σειρά τους κρατούσαν θέσεις κλειδιά. Η ισχυρή σύμμαχος χώρα και προστάτις δύναμις, είχε από καιρό απαιτήσει τον έλεγχο του DNA των εργαζομένων στο υπουργείο και των μελών των οικογενειών τους. Έπρεπε να διερευνηθεί, δηλαδή ν’ αποδειχθεί ή να ξεπεραστούν οι υπόνοιες ότι μέλη του υπουργείου ή των οικογενειών τους έχουν σχέση με την τρομοκρατία. Οι μυστικές υπηρεσίες κατά τις έρευνές τους είχαν συλλέξει στοιχεία από τρίχες, αίμα ή ιστούς από μέλη τρομοκρατικών ομάδων που δεν είχαν συλληφθεί. Αν τα στοιχεία αυτά ταίριαζαν με κάποια μέλη του υπουργείου ή ακόμα είχαν συγγενικές ομοιότητες, οι έρευνες κάπου θα μπορούσαν να οδηγηθούν. Αυτό γιατί πολλές ενέργειες των τρομοκρατών, φανέρωναν γνώση για το γίγνεσθαι των υπουργείων από τα μέσα, δηλαδή είχαν δικούς τους ανθρώπους ή ήταν οι ίδιοι οι τρομοκράτες μέσα. Όταν τελείωσαν πια οι έλεγχοι του αίματος, κάποιοι υποχρεώθηκαν να ξαναπάνε για συμπληρωματικό έλεγχο. Μεταξύ αυτών ήταν και η οικογένεια Βακιρτζή.
Συζητήθηκαν πολλά στο καφενείο και τους διαδρόμους του υπουργείου, για τη 17 Νοέμβρη, για παράνομες οργανώσεις, για επαναστατικές σέχτες κ.λπ, αλλά κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί τον κ. Ιωσήφ ή κάποιο μέλος της οικογενείας του, μέλος επαναστατικής οργάνωσης. Όλοι τους ήταν άψογοι γραφειοκράτες και τυπολάτρες σε βαθμό υπερβολής. Το πράγμα ξεκαθάρισε γρήγορα, αφού κάποιοι μπήκαν σε διαθεσιμότητα μέχρι να ολοκληρωθούν κι οι υπόλοιπες έρευνες. Αυτό βέβαια δεν αποδείκνυε τίποτα, αλλά επειδή υπήρχαν υπόνοιες κι επειδή κάτι τέτοιο έθιγε τα συμφέροντα της συμμαχίας, μολονότι δεν έγιναν συλλήψεις, αυτοί που είχαν μπει σε διαθεσιμότητα, δεν μπορούσαν πια να μπαίνουν στα υπουργεία.
5
Επί πλέον έπρεπε, μέχρι να ξεκαθαρίσει η κατάσταση, να μη φύγουν απ’ τη χώρα και να παρουσιάζονται σε τακτά διαστήματα στ’αστυνομικό τμήμα της περιοχής και να πληροφορούν για τις μετακινήσεις τους. Βέβαια αυτό δεν θα τους επηρέαζε οικονομικά, αφού έως ότου αποδειχθεί κάτι εναντίον τους, οι μισθοί έτρεχαν. Το καφενείο άναψε· οι έγκυρες πληροφορίες πηγαινοερχόντουσαν. Λέγανε λοιπόν ότι δεν υπήρχε κανείς που αποδεδειγμένα είχε άμεση συμμετοχή σε παράνομη οργάνωση, γιατί θα είχαν γίνει άμεσα συλλήψεις. Άρα κάποιοι είχαν ομοιότητες, που θα έπρεπε να διερευνηθούν για το βαθμό πιθανής συγγένειάς τους με τρομοκράτες, αν υπήρχαν. Πετάχτηκε κι ο καφετζής που ήταν άνθρωπος της πιάτσας κι ήξερε τι συνέβαινε στα σκοτεινά γραφεία πίσω απ’τις βιτρίνες και στις κρεβατοκάμαρες. ―Οι οργανώσεις αυτές είναι ασήμαντες, είπε, μπορεί και βαλτές, το τι έχουν στο νου τους οι σκοτεινές υπηρεσίες των συμμάχων, δεν ξέρουμε ούτε θα μάθουμε ποτέ. Αν κάποιες οικογένειες παρουσιάζουν ανομοιότητες μεταξύ των μελών τους, θα ξαναερευνηθούν λόγω του ότι μπορεί νά’γινε λάθος στην έρευνα. Απ’ αυτές όμως μόνο τα θεμέλια αυτών των οικογενειών θα ταραχτούν και όχι τα θεμέλια του κράτους, είπε τονίζοντας τις λέξεις με νόημα.
Ο κ. Ιωσήφ και τα παιδιά του ξαναπέρασαν το τεστ και ξαναγύρισαν στις δουλειές τους. Το καφενείο πληγώθηκε. ―Για σκέψου τον αγιαστούρα τον Ιωσήφ και τα παιδιά του, την αγία οικογένεια, να φιγουράρουν στις εφημερίδες με το άστρο της 17 Νοέμβρη και τα καλάσνικοφ δεξιά κι αριστερά; Ο άγιος Ιωσήφ, να γίνεται Ιωσήφ Στάλιν και να ρίχνει σε ριπές τη φρασεολογία της επανάστασης: “νερό στο μύλο της αντίδρασης”, “σχοινί στο σπίτι του κρεμασμένου”, ή “τα σκυλιά γαβγίζουν, το καραβάνι προχωρεί”;
6
Ο κ. Ιωσήφ, που είχε πάει σε κάποιο γραφείο εκεί δίπλα για κάποια έγγραφα, περνώντας έξω απ’το καφενείο, κοντοστάθηκε κάνοντας ότι διάβαζε κι έστησε αυτί. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, κάποιος έλεγε: εκτός αν η κυρία Βακιρτζή… κι έκανε το πρόστυχο σχήμα με το δάχτυλο γκαστρώθηκε από κάποιο γκομενάκο και τα DNA δεν ταιριάζουν. Άρα προκλήθηκαν υπόνοιες για τροποποιημένο πόρισμα.
Χα, χα, χα ξέσπασαν οι άλλοι. ―Έλα ρε η ξινή, με τίποτα. Αυτό είναι πιο απίθανο σενάριο και απ’τη 17 Νοέμβρη.
―Θα σου πω αυτό είπε ο καφετζής: Κάποιες κυρίες με αυστηρά ήθη, στηρίζουν την αυστηρότητά τους στα παλιά παραπατήματα ή σε κάποιο αλανάκι που έχουν γκομενάκο. Χορτάτες κυρίες που δε μπλέκουν τη δουλειά που είναι γάμος, με τη διασκέδαση που είναι ο γκομενάκος, χα, χα, χα…
Ο Ιωσήφ είχε αρχίσει ν’απομακρύνεται, μα τ’άκουσε όλα. Επισκέφτηκε τον ειδικό να πληροφορηθεί για τ’αποτέλεσμα του τεστ. Αυτός του απάντησε ευγενικά ότι γι’αυτούς το θέμα είχε λήξει και να μην ανησυχεί, εξ άλλου υπάρχουν αυστηρές εντολές το αποτέλεσμα να είναι αυστηρώς απόρρητο.
Η κ. Πολυξένη Βακιρτζή, το γένος Μπερεκέτη, κάπου πενήντα πέντε ετών, πλάι στον κ. Ιωσήφ Βακιρτζή, ήταν σοβαρή, μυαλωμένη, καλλιεργημένη, μορφωμένη, υπόδειγμα συζύγου και μητέρας. Είχε καταφέρει να είναι αυτή το σημείο αναφοράς όλων των μελών της οικογένειας. Αυτό ήταν φυσικό αποτέλεσμα αφού όλοι στο σπίτι ένιωθαν την ανωτερότητά της, ακόμα και την ανάγκη της. Με τις δικές της συμβουλές, τις ορθές παραινέσεις και τις εργασίες που τους συνέτασσε, πρόκοψαν τα παιδιά της αλλά κι ο ίδιος ο κ. Ιωσήφ. Όταν κάποιος απ’την οικογένεια βρισκόταν σ’αδιέξοδο κι ήθελε να πάρει κάποιαν απόφαση, πήγαινε στη βιβλιοθήκη του σπιτιού που βρισκόταν η μητέρα τους και διάβαζε ή διαλογιζόταν. Η κυρία Πολυξένη έκλεινε την πόρτα, όχι γιατί θα έλεγαν μυστικά αλλά για να υπάρχει απόλυτη ησυχία και προσοχή.
7
Άκουγε με προσοχή κι αφού έκανε καίριες ερωτήσεις, στις οποίες επέμενε για μια καθαρή απάντηση έδινε λύση. Επέτρεπε να τη ρωτήσουν ορισμένα «γιατί» και «πως» και μετά εξηγούσε. Αν δεν την κατανοούσαν, γιατί είχε έναν άλλον τρόπο προσέγγισης των γεγονότων και των καταστάσεων, γύριζε και κοιτούσε μ’αυτό το χαμόγελο το συγκαταβατικό, που είχε μέσα του και λίγη ειρωνεία. Μετά γούρλωνε τα μάτια της κάπως αμήχανα και κωμικά, σηκωνόταν όρθια, κατέβαζε το κεφάλι στο πάτωμα, έκανε μικρές βόλτες στο δωμάτιο, συνόψιζε την πρότασή της με σαφήνεια και τελικά έλεγε: Έτσι νομίζω, όμως εσύ έχεις την ευθύνη της επιλογής. Όλοι ήξεραν ότι κατά 99% είχε δίκιο αφού τελικά επιβεβαιωνόταν.
Ο Ιωσήφ πέρασε όλα τα μαθήματα εκείνη τη χρονιά, ενώ η Πολυξένη μολονότι ήταν λαμπρό μυαλό και πολύ ανώτερη απ’τον Ιωσήφ, άφησε κάποια μαθήματα να εκκρεμούν. Έπιασε μια έκτακτη δουλειά σ’ένα ίδρυμα που είχε βιβλιοθήκη, αθλητικές δραστηριότητες και διδασκαλία μικρών παιδιών φτωχών οικογενειών στις γειτονιές. Δούλευε τετράωρο κι είχε όλο τον καιρό να διαβάζει Ρώσους συγγραφείς κι ειδικά Ντοστογιέφσκι που τόσο αγαπούσε. Το πάθος της ήταν τόσο, που δε μπορούσε να διαβάσει τ’ανιαρά συγγράμματα της σχολής και ν’αντικρίσει τους «σκελετωμένους» καθηγητές, οι οποίοι αντίθετα την εκτιμούσαν.
Η Πόλυ, έτσι την έλεγαν οι φίλοι τότε, επειδή ήθελε να έχει μια καθαρή αισθηματική σχέση με το Ιωσήφ, τον ενημέρωνε σε ανάλογες περιστάσεις, για τα φλερτ και τη ζωή της πριν γνωριστούν και ειδικά για το Νίκο Μπούκουρα. Αυτός ήταν δυο-τρία χρόνια μεγαλύτερός τους, ήταν συνδικαλιστής στο φοιτητικό κίνημα της αριστεράς κι είχε κολλήσει στο πτυχίο. Ο Μπούκουρας φλερτάριζε στενά την Πόλυ, κάνανε παρέα, αλλά ευπρεπώς. Καμιά βόλτα κανένα σινεμά, τίποτα περισσότερο. Αυτή είχε κάνει γύρω φανερό πως μoλονότι ήταν χειραφετημένη και δε φοβόταν τους άντρες, θα δινόταν μόνο σ’αυτόν που θά’χε αγαπήσει.
8
Χωρίς να το επιδιώκει, γινόταν πάντα κέντρο της παρέας, αφού θα έλεγε κάτι που θα τάραζε τα λιμνάζοντα νερά της διανοητικής ή της αισθητικής στειρότητας που κατάτρυχε το μεγαλύτερο μέρος της παρέας. Έφερνε εύλογες αντιρρήσεις κι ακόμα κοντραριζόταν με στους καθηγητές οι οποίοι μολονότι γενικά ενοχλούντο, την εκτιμούσαν. Αυτό της είχε δώσει ένα προβάδισμα στην παρέα, γιατί δεν κώλωνε μπροστά σε κανέναν. Κάποτε ένας καθηγητής της είπε: η αντίρρησή σου είναι λανθασμένη, αλλά πολύ εποικοδομητική, αφού με βοηθά να διδάξω καλύτερα το μάθημα. Άνοιξε το μπλοκάκι του κι έγραψε: Μπερεκέτη 9. Έτσι έκλεβε πολλές φορές βαθμούς και τραβούσε τον θαυμασμό των συμφοιτητών της, που κυριολεκτικά λούφαζαν στη θέα του καθηγητή.
Ένας νέος καθηγητής, έβαλε τεστ: Είκοσι ερωτήσεις ν’απαντηθούν μ’ένα ναι ή ένα όχι, σ’εξήντα δεύτερα. Ο καθηγητής αυτός που είχε έλθει απ’το εξωτερικό, χρησιμοποιούσε νέες μεθόδους. Άφησε λοιπόν τους επιμελητές να συνεχίσουν κι αυτός πήρε τα τεστ αμέσως στο γραφείο του. Σε μισή ώρα ξαναγύρισε. Ορίστε λοιπόν πιο είναι το γραπτό είπε, «Μπερεκέτη»! Της ζήτησε ν’ανέβει στην έδρα για να την δουν όλοι. Διάβασε τις απαντήσεις, και είπε: Μάλιστα, «άριστα δέκα». Είχε βέβαια και καθηγητές που δεν την χώνευαν και το μάθημά τους το περνούσε με επιτροπή.
Η Πόλυ ήταν μοναχοκόρη και γεροντόπαιδο, η μάνα της την έκανε σαράντα δύο χρονών κι ο πατέρας της σαράντα έξη. Την είχαν ονομάσει «παιδί της τύχης» αφού τόσα χρόνια προσπαθούσαν να τεκνοποιήσουν, αλλά δεν κατάφερναν κι έτσι σταμάτησαν να ελπίζουν. Αυτό ήλθε αργά κι ανέλπιστα. Το αγάπησαν τρελά και το μεγάλωσαν με χάδια και φιλιά, ποτέ δεν σκέφτηκαν την πειθαρχία, την τάξη και την αυστηρότητα, αφού αυτό το παιδί της τύχης θα γινόταν ό,τι ήθελε ο Θεός.
9
Ποτέ δεν τους κούρασε, στο δημοτικό άριστη, στο γυμνάσιο άριστη, ακόμα και στη εφηβεία που όλα τα παιδιά αγριεύουν, την ξεπέρασε ήρεμα. Μπήκε με την πρώτη και με καλό βαθμό στη Νομική Αθηνών, χωρίς φροντιστήρια ή κόπο. Δεν τους σκότισε ποτέ για λούσα ή ρούχα. Ντυνόταν απλά, ήταν πάντα καθαρή κι έλαμπε. Αν της έδιναν κάποιο χαρτζιλίκι το φύλαγε για το σινεμά, όπου λάτρευε την πρωτοπορία. Δεν ήταν όμορφη με τα πρότυπα της εποχής, δηλαδή ξανθιά γαλανομάτα, με καμπύλες, γλυκό προσωπάκι και γλυκό χαμόγελο. Ήταν λεπτή, ψηλή, με σχετικά φαρδείς ώμους, κάπως στενούς γοφούς, δηλαδή με σώμα κάπως αγορίστικο, μικρά βυζάκια και θαυμάσια πόδια. Τα μαλλιά της ήταν μακριά ίσια και κατάμαυρα που στον ήλιο μπλεδίζανε. Τα μάτια της, ήταν περισσότερο από το αποδεχτό μεγάλα, στρογγυλά και κατάμαυρα και το πρόσωπό της γωνιώδες και λεπτό. Γενικά η όψη της ήταν ονειροπόλα κι έδινε την εντύπωση ότι δεν παρακολουθούσε τίποτα, αλλά όμως τίποτα δεν της ξέφευγε. Στη σχολή φορούσε γκρι σκούρα φούστα λίγο κάτω απ’το γόνατο, πάντα άσπρο πουκάμισο και μαύρο καπαρντινέ τζάκετ. Τα παπούτσια της ήταν ίσια μαύρα κι όπως λέμε σήμερα «γιούνισέξ», αλλά πάντα πολύ μαλακά. Δεν φορούσε κάλτσες, εκτός αν ήταν χειμώνας. Τότε φόραγε σκούρες γκρι χονδρές με ζαρτιέρες. Περπατούσε πολύ αργά, σαν να έχει ξεχάσει που πάει και να περιφέρεται χωρίς αιτία. Όταν κάποιος την πείραζε, γύριζε και τον κοίταγε έτσι, που σίγουρα το μετάνιωνε, εκτός αν το πείραγμα ήταν πνευματώδες που χαμογελούσε και βέβαια συνέχιζε τον δρόμο της. Η παρέα την έλεγε από πίσω της εξωγήινη, αφού ήταν πολύ περίεργο άτομο, αλλ’ αυτή για κάποιο λόγο αδιευκρίνιστο θύμωνε, κι έτσι απέφευγαν μπροστά της. Ο Ιωσήφ την θαύμαζε από μακριά, δεν μπορούσε όμως να μπει στην ουρά. Όταν την είδε στη σχολή χάρηκε, αφού ήταν απ’την ίδια γειτονιά κι όταν έπεσαν πρόσωπο με πρόσωπο, κάτι τον ώθησε αυθόρμητα να την χαιρετήσει, αυτή όμως τον προσπέρασε χωρίς να τον προσέξει.
10
Γι’αυτήν δεν υπήρχε. Έτσι δεν περίμενε τίποτα πια, αφού ακόμα κι αν του δινόταν κάποια ευκαιρία, είχε αποφασίσει να μην της μιλήσει. Ήταν μια ανοιξιάτικη μέρα, που πήγε στη βιβλιοθήκη της γειτονιάς, εκεί δούλευε πάρτ-τάιμ μια φίλη του, η Γιάννα. Μπαίνοντας, κατευθύνθηκε προς τα ράφια της γαλλικής λογοτεχνίας και πήρε στο χέρι του το «Ο Θεός κι ο Διάβολος» του Σάρτρ. Άκουσε τη Γιάννα να τον φωνάζει. ―Σήφη έλα να σου συστήσω μια φίλη. Γύρισε και του κόπηκαν τα πόδια. Έμεινε άναυδος. Ήταν η Πόλυ. Είχε όμως κατακτήσει το ταλέντο να κρύβει τα συναισθήματά του, αφού η έμφυτη συστολή του τον είχε κάνει δεινό υποκριτή. Πλησίασε και πιάσανε όλοι μαζί γρήγορα κουβέντα, κάτι που τον βοήθησε να σπάσει τον πάγο που δημιούργησε η έκπληξή του. ―Δεν είμαι σε θέση να κρίνω τους συγγραφείς, είπε ο Ιωσήφ αλλά ούτ’έχω την πολυτέλεια ν’απορρίπτω κάποιους. Στο επίπεδό μου απλά διαβάζω κι αν κάποιος δε με τραβά σταματώ, αν με τραβά συνεχίζω. Αυτό βέβαια είναι ένα είδος κριτικής, αλλά μένει μέσα μου και δεν εκδηλώνεται σαν τέτοια. Εξάλλου δεν είμαι απόλυτα σίγουρος, αν κάποιο έργο αξίζει την απόρριψη ή εγώ δεν σε είμαι θέση να το απολαύσω. ―Τέλος πάντων μήπως θες να να μας πεις ποιος συγγραφέας σ’αρέσει περισσότερο, τον ρώτησε η Πόλυ. ―Νομίζω ο Ντοστογιέφσκι, είπε ο Ιωσήφ, αλλά νιώθω ανέτοιμος να ξεχωρίσω με βεβαιότητα κάποιον συγγραφέα. ―Για τον Καζατζάκη τι γνώμη έχεις; ―Μ’αρέσει, πολύ, αλλά με μπερδεύει. Ενώ με συγκινεί πάρα πολύ, με φέρνει σε αμηχανία. Χρειάζομαι κάποιες φορές λεξικό, είπε αστειευόμενος. Παρατήρησε ότι η Πόλυ κάπως αγρίεψε, αλλά δεν το άφησε να βγει. Αυτό τον τρόμαξε, αφού μόλις γνωρίστηκαν. Θα ήταν μεγάλη πολυτέλεια να τα τσουγκρίσουν από τώρα. Πήγε να τα μπαλώσει, αλλά η Πόλυ τον διέκοψε. Τα μάτια της δεν άστραφταν πια οργισμένα, αλλά είχαν αυτό τ’ονειροπόλο ύφος που ήταν συγχρόνως και φιλικά πειραχτικό.
11
―Μπορεί να έχεις και δίκιο, του είπε, εγώ όμως αγαπώ τόσο τον Καζανζάκη, που τυφλώνομαι και δεν μπορώ να τον κρίνω. ―Μα κι εγώ δεν τον κρίνω είπε ο Ιωσήφ, απλά και μόνο δείχνω τη δική μου αδυναμία στη γλώσσα. ―Έλα τώρα μην το χαλάς, τον διέκοψε η Πόλυ, μπορεί να έχεις και δίκιο. Το λένε κι αυτό κάποιοι διακεκριμένοι κριτικοί. Ακόμα κάποιοι πάνε μακρύτερα, λένε πως είναι πολύ πομπώδης. Ο Ιωσήφ γέλασε. ―Αυτό το παίρνω σαν εύνοια απέναντί μου, σαν σανίδα σωτηρίας, αφού με βγάζεις απ’τη δύσκολη θέση ν’απολογηθώ για την άποψή μου και να δείξω την άγνοιά μου για τη λογοτεχνία. Μόλαταύτα όταν με ρωτούν τη γνώμη μου δυσκολεύομαι να την κρύψω, μολονότι ξέρω ότι είναι πολύ νωρίς να είναι έγκυρη. ―Έλα-έλα τώρα. Αν είναι έτσι κανείς δεν πρέπει να έχει έγκυρη γνώμη. Άπλωσε αυθόρμητα το χέρι της ν’αρπάξει τo φάκελο που κρατούσε ο Ιωσήφ στα χέρια. Αυτός αυθόρμητα τραβήχτηκε και τον προστάτεψε. ―Κάτι κρύβεις εκεί; είπε η Πόλυ, μάλλον γράφεις. Είχε μια χαριτωμένη αυθάδεια που του άρεσε πολύ. Καθώς τράβηξε το φάκελο τα μπράτσα τους ακούμπησαν. Τον διαπέρασε εκείνο το γλυκό ρεύμα που έκανε το πρόσωπό του κατακόκκινο και που ποτέ στη ζωή του δεν το ξέχασε. Όταν την έφερνε στο νου του το ένιωθε πάντα. Η Πόλυ το παρατήρησε αμέσως, της άρεσε ο άντρας νά’χει κάποια αιδώ, αυτό δείχνει ότι έχει αρχές. Μπορεί να ένιωσε κι αυτή έτσι, αλλά η διερεύνησή της για τον Ιωσήφ την απέσπασε από τα δικά της συναισθήματα. Ο Ιωσήφ την κοίταξε σαν ν’απολογείτο ή σαν να υπήρχε κάτι που έπρεπε να είχε κρύψει και δεν το έκανε. Στα μάτια του φάνηκε ο γλυκός πόνος του έρωτα. Είχε παραδοθεί άνευ όρων, σε μια μάχη που δεν είχε καν αρχίσει. Το φάκελο όμως τον κρατούσε σφιχτά και μόνον όταν η Γιάννα του έκανε νόημα καταφατικό άπλωσε το χέρι και τον έδωσε.
12
Η Πόλυ ρώτησε πειραχτικά τη Γιάννα «αν γράφει ποιήματα». Ρώτησε τη Γιάννα γιατί ένιωθε ότι ο Ιωσήφ δεν θ’άντεχε τη συναισθηματική φόρτιση που θα δημιουργούσε ο διάλογός τους. Έδειχνε συναισθηματικά ταραγμένος. Αυτό, μολονότι μ’έναν άλλον θα το γλεντούσε αφάνταστα, με τον Ιωσήφ ένιωσε αμηχανία. Μιαν αμηχανία που απέφυγε να διερευνήσει γιατί φοβήθηκε ότι ήταν έρωτας. Η Πόλυ πήρε το φάκελο και κοίταξε τον Ιωσήφ με τρυφερότητα. Όσο η Γιάννα της εξηγούσε τι περιέχει ο φάκελος και τις κάποιες κρίσεις της για το περιεχόμενο, αυτή είχε αρχίσει να τον ζυγίζει. Ήταν ένα καστανόξανθο παιδί γυμνασμένο μετρίου αναστήματος. Ήταν ακριβώς στο ίδιο ύψος μ’αυτήν, κάτι που για γυναίκα ήταν πολύ ενώ για άντρα λίγο. Είχε μια έμφυτη συστολή που τον έκανε να περνά απαρατήρητος και να φαίνεται ασήμαντος. ―Σχεδιάζει τόνισε η Γιάννα, κι έτσι την έβγαλε απ’το λήθαργο που έπεφτε όταν διερευνούσε κάποιον, έχοντας αποκοπεί απ’ το περιβάλλον. Ένιωσε την ανάγκη να τον αγγίξει στους ώμους φιλικά για να νιώσει με την αφή τι άνθρωπος είναι. Πήγε ν’ανοίξει το φάκελο. ―Όχι-όχι της είπε ο Ιωσήφ, όχι όσο είμαι εδώ. Δεν αντέχω ούτε την ειρωνεία, ούτε την ευγενική κριτική, ίσως δεν αντέχω τίποτα αυτή τη στιγμή, είπε κι έφυγε.
Η Πόλη άνοιξε το φάκελο. ―Δεν είναι κι άσχημα, είπε, καθόλου άσχημα. Έχουν ένα δυναμικό πρωτογονισμό ο οποίος στην ακαδημαϊκή διδασκαλία θ’απογειωνόταν ή θα χανόταν. Η Γιάννα κατάλαβε. Όταν η Πόλυ έλεγε «δεν είναι άσχημα» εννοούσε πολύ καλά και η κριτική της ήταν ακριβέστατη. ―Μού’χει φέρει και καλύτερα τόνισε η Γιάννα. Κατάλαβα, τσιμπήθηκες κι η κρίση σου είναι επηρεασμένη. Εγώ το είχα προβλέψει κι ήθελα από καιρό να σας γνωρίσω. Η Πόλυ την κοίταξε με έκπληξη, μετά γέλασε με νόημα, χάιδεψε το φάκελο· ―Μπορεί έτσι να είναι ο έρωτας, είπε σαν να μην αποτεινόταν σ’αυτήν αλλά στον εαυτό της. Έδωσε το φάκελο στη Γιάννα να τον επιστρέψει στον Ιωσήφ όταν ξανάρθει στη βιβλιοθήκη. ―Δεν τό’ δωσε σ’εμένα, είπε η Γιάννα και γέλασε πονηρά. Από σένα πρέπει να βρει τρόπο να τον πάρει.
13
Άργησαν να ξανασυναντηθούν. Δεν έτυχε, ούτε στη βιβλιοθήκη ούτε στη σχολή. Περίμεναν τους καταλόγους των αποτελεσμάτων. Κάποιοι δεξιοί που κινούντο σαν συμπαγής ομάδα, πέταξαν μια προσβολή στο Νίκο Μπούκουρα, που ήταν συνδικαλιστής της αριστεράς. Αυτός μονομιάς βρέθηκε μέσ’την ομάδα. Έδερνε κι άρπαζε. Έτσι ήταν ο Μπούκουρας ποτέ δε θά’χανε μια τέτοια ευκαιρία. Κάποιοι προσπάθησαν να τους χωρίσουν, μεταξύ αυτών ήταν κι ο Ιωσήφ. Αντί όμως να σταματήσει ο καβγάς γενικεύτηκε. Κάποια στιγμή η ομάδα των δεξιών αποφάσισε να φύγει. Όλα τελείωσαν ξαφνικά όπως ακριβώς άρχισαν. Ο Μπούκουρας κι ο Ιωσήφ είχαν αρπάξει μπουνιά στο μάτι. Ο Ιωσήφ είχε χαθεί, δεν του άρεσαν οι εκδηλώσεις θαυμασμού. Ο Μπούκουρας βρέθηκε ανάμεσα σε φίλους που του έβαζαν κρύες κομπρέσες στο μάτι. Σηκώθηκε με θυμό και είπε: οι πούστηδες την κοπανίσανε. Γύρισε και κοίταξε την Πόλυ που είχε πλησιάσει κι αυτή. Της χαμογέλασε και της ψιθύρισε στ’αυτί: Έ το πολύ-πολύ να μου πρήζανε και τ’άλλο μάτι. Ταιριάζανε με τον Μπούκουρα στην πλάκα, είχε κι ένα άλλο προσόν, συχνά αυτοσαρκαζόταν. ―Α ρε Πόλυ, της είπε, αυτή την παλικαριά που ήταν χωρίς νόημα, την έκανα για να με θαυμάσεις. Τον κοίταξε. Ήταν συνδικαλιστής της αριστεράς, καλαμπουρτζής, νταής και οπωσδήποτε συναισθηματικός, τον συμπαθούσε, ίσως ώρες-ώρες τον αγαπούσε κιόλας. Ήταν όμως στουρνάρι, δεν είχε ανοίξει ούτε ένα μαρξιστικό βιβλίο, μπορεί μόνο την Αυγή, που όμως αμφέβαλε και γι’αυτό. ―Ε λοιπόν και τι θα βγάλεις απ’ αυτό Νικολάκη; Αφού ξέρεις ότι έτσι κι αλλιώς σ’αγαπώ. ―Όχι! μη μου το λες αυτό το «σ’αγαπώ» έτσι, με σκοτώνεις. Αυτό το σ’αγαπώ σημαίνει ότι δεν θα σ’αγαπήσω ποτέ. Νιώθω σαν αδελφάκι, σαν φιλαράκι. ―Μπορεί και όχι, του είπε η Πόλυ, μπορεί και κάτι πάρα πάνω.
14
―Αυτό το κρατάω, είπε ο Μπούκουρας. Όμως δεν έχουμε βγει ποτέ σκόπιμα για μια τέτοια διερεύνηση. Μήπως με φοβάσαι; ―Άσε τις βλακείες και τα τεχνάσματα ρε συ Μπούκουρα, μήπως μου ζήτησες ποτέ να βγούμε κι αρνήθηκα; Μήπως εσύ φοβάσαι τη χυλόπιτα; ―Ωραία τότε πάμε σινεμά, είπε ο Μπούκουρας, κερνάω. ―Άσε το σινεμά, του είπε η Πόλυ κάπως περιφρονητικά. Αυτό πονάει πολύ, πρώτον γιατί δεν δέχομαι κεράσματα επειδή είμαι μπατιράκι και δεύτερον γιατί από σινεμά είσαι στουρνάρι. Πάμε μια βόλτα και βλέπουμε.
Συμφωνήσανε την επομένη Κυριακή το πρωί. Την άλλη μέρα στη σχολή είδε από μακριά τον Ιωσήφ, αυτός προσπάθησε να την αποφύγει. Αυτή το κατάλαβε και με κάποιους ελιγμούς βρέθηκε «κατά λάθος» μπροστά του. Την κοιτούσε μονόπατα, δηλαδή απ’τη δεξιά μεριά, αυτή άρχισε το πείραγμα. ―Τι έχεις κριθαράκι και δεν θέλεις να δω το άλλο σου μάτι; Ο Ιωσήφ γύρισε, το μάτι του ήταν μαύρο και τούμπανο. ―Ρε συ, του είπε και τον αγκάλιασε φιλικά δίνοντας ένα φιλάκι στα μαλλιά, και συ τις άρπαξες; Ο Ιωσήφ γύρισε και την κοίταξε συγκαταβατικά. ―Πήγα να τους χωρίσω και τις μοιράστηκα, είπε. «Παράπλευρες απώλειες» τόνισε μ’ένα πικρό χαμόγελο. Υπήρξα θύμα της ψευτοπαλικαριάς κάποιων καραγκιόζηδων. Η Πόλυ κάπως ντράπηκε, γιατί πράγματι όλη αυτή η σκηνή με τα νταηλίκια, που ήταν πράγματι χωρίς νόημα, της είχε αρέσει πολύ και μάλιστα καμάρωνε τον Μπούκουρα που ήταν πάντα μέσα σε κάτι τέτοια. ―Πρέπει να σου επιστρέψω το φάκελο. Τι να πω, είσαι όλο εκπλήξεις. Τα έργα σου είναι αξιόλογα. Θα πω αυτό, κι ας νομίζεις ότι είναι απλά φιλικές κολακείες. Νομίζω ότι έχεις τη στόφα του μεγάλου. Μπορεί στην τέχνη, μπορεί αλλού. Εσύ θα το βρεις. ―Υπερβολές, υπερβολές, ο χαρακτηρισμός «μεγάλος», είναι πάρα πολύ βαρύς σε όλους τους τομείς. Σκέψου την τέχνη, σκέψου τη φιλοσοφία, αλλά ακόμα σκέψου την επιστήμη.
15
―Αν το δεις έτσι βέβαια έχεις δίκιο, όμως θα σου πω κι αυτό: Όσο περνούν οι αιώνες οι μεγάλοι λιγοστεύουν, αφού ο χώρος δράσης περιορίζεται. Όπως λέγεται «οὐδὲν καινόν ὑπὸ τον ἥλιον». ―Εγώ νομίζω ότι όσοι απ’τους σύγχρονους δημιουργούς καταφέρνουν κάτι, αφού ο χώρος της δημιουργίας έχει ελαχιστοποιηθεί, είναι εξίσου μεγάλοι με τους μεγάλους, καμιά φορά ακόμα μεγαλύτεροι. ―Αυτό είναι ένα θέμα που θέλει «σκοτεινό θάλαμο και μικροσκόπιο» είπε ο Ιωσήφ χαριτωμένα. Αν θέλεις κάποια φορά να βγούμε μια βόλτα και να το συζητήσουμε περπατώντας. ―Αυτό μάλιστα είπε η Πόλυ, είμαι κι εγώ της «περιπατητικής σχολής», όπως όλα τα μπατιράκια. Γέλασαν και χωρίστηκαν, χωρίς όμως να ορίσουν κάτι, ένα ραντεβού ή μια συνάντηση, ας πούμε στη βιβλιοθήκη. Ίσως ο ένας περίμενε απ’τον άλλον. Ίσως ένιωσαν τη σπουδαιότητα της απόφασής τους κι ήθελαν να είναι πιο οργανωμένοι. Πάντως οπωσδήποτε ένιωσαν ότι ολιγώρησαν. Φεύγοντας ο Ιωσήφ σκέφτηκε: Θέρος-Τρύγος-Πόλεμος, αλλά και Έρως συμπλήρωσε. Ένιωσε ότι αυτή του η αδράνεια θα μπορούσε να του στοιχίσει. Αλλά πάλι, ο αληθινός έρωτας τελικά πρέπει να βρίσκει το δρόμο του και μέσα από τις δυσκολίες. Αν όχι ίσως δεν είναι αληθινός. Όμως ακόμα και γι’αυτή του την άποψη είχε αμφιβολίες, αφού η ζωή είναι πολύμορφη, πολύπλοκη κι απεριόριστα αντιφατική. Για τίποτα δε μπορούμε να είμαστε σίγουροι παρά μόνο για την τύχη, που είναι ακριβώς τ’αντίθετο της σιγουριάς. Όλοι μας είμαστε μικρά καρυδότσουφλα που πλέουμε στην ανταριασμένη θάλασσα του κόσμου. Ενός κόσμου που αλλάζει γρήγορα και βίαια, που καταλύεται και συγχρόνως συντίθεται, που Είναι-Αυτός, Όντας συγχρόνως Άλλος. Εμείς σ’αυτή την τρικυμία πετάμε συναισθηματικά νήματα να κρατηθούμε από άλλους κι ίσως έτσι να σωθούμε. Άραγε το νήμα της Πόλυς το κράτησε ή το έχασε;
16
Δεν άντεξε. Την άλλη μέρα περίμενε στη βιβλιοθήκη, αφού στη σχολή δεν την είδε. Μεσημέριασε, την έστησε έξω απ’το σπίτι της, ντρεπόταν. Είχε στο νου του τ’αλάνια που έστηναν μ’αυτό τον τρόπο καρτέρι στις γκομενίτσες και του φαίνονταν καραγκιόζηδες. Να λοιπόν που κι αυτός έκανε το ίδιο, στο έρωτα όλοι δρουν όμοια, χάνουν την αξιοπρέπειά τους. Ίσως αν δεν τη χάσουν, χάνουν και τον έρωτα. Είχε απογοητευτεί, θα έφευγε. Όμως τη στιγμή εκείνη είδε από μακριά την Πόλυ να στρίβει στο στενό της και να έρχεται. Ήταν τυχερός γιατί είχε ήδη φύγει κι έτσι δεν φαινόταν ότι την είχε στήσει απ’έξω σαν κάποιος «σκουράτζος». ΄Όπως προχωρούσε και πλησίαζαν σήκωσε το χέρι σαν να δήλωνε την παρουσία του. Η κίνηση αυτή δεν είχε νόημα αφού τον είχε δει. Όταν πλησίασαν της έσφιξε το χέρι μέσα στις δυο του χούφτες. Πάλι γιατί το έκανε αυτό; Είχε αρχίσει να τα χάνει. Η Πόλυ μολονότι χάρηκε, δεν μπορούσε να μην τον πειράξει, φαινόταν τόσο ταραγμένος. ―Τί έγινε Σήφη; Την είχες στήσει έξω απ’το σπίτι της γκομενίτσας και γέλασε. Αλλά όμως αυθόρμητα και μ’εγκαδιότητα τον αγκάλιασε και τού’δωσε ένα φιλί στο μάγουλο. ―Μα εγώ…, πήγε να δικαιολογηθεί ο Σήφης, κι άφησε τη φράση ατέλειωτη. Τι να έλεγε; Ότι δεν την περίμενε κι ότι δεν απέδωσε αυτή του η αναμονή; Ότι αν ήξερε πως θα τον φίλαγε θα καθόταν όλη νύχτα απ’έξω; Η Πόλυ τον κοίταγε με λατρεία, αυτή του η αμηχανία την ξετρέλαινε. Τον πήρε αγκαζέ και τον οδήγησε για το Φιλοπάππου. Εκεί που σύχναζαν τα ζευγαράκια κι ερωτεύονταν. Όταν έφτασαν ο Ιωσήφ είχε ένα λαχάνιασμα από την ταραχή. Δεν είχε φανταστεί ότι το κόλπο των «σκουράνζων» θ’απέδιδε τόσο. ―Με συγχωρείς της είπε, δεν το περίμενα και ταράχτηκα απ’τη χαρά μου. Και τώρα που «βράχηκα» δε φοβάμαι πια και θα σου πω κι αυτό. Απ’την πρώτη μέρα που σε είδα, δηλαδή πρόπερσι τον Αύγουστο στη βιβλιοθήκη να μιλάς με τη Γιάννα, μου ήλθε κατακεφαλιά. ―Και γιατί δε μου μίλησες; ―Σου μίλησα, αλλά ούτε που με πρόσεξες.
17
Μ’έχεις αντιμετωπίσει δύο φορές σαν να μην υπάρχω. Δε σε παρεξηγώ, το παρουσιαστικό μου είναι ασήμαντο. Εξ άλλου ήσουν τόσο απορροφημένη απ’τη συζήτηση με τους φίλους σου! Σε είχαν πολιορκήσει και δεν έμενε άλλος χώρος στα τείχη για μένα. Θα σου πω και τ’άλλο: Ποτέ δεν κάθομαι στη ουρά. Είχα αποφασίσει, παρά το θαυμασμό μου και την αισθηματική αδυναμία μου για σένα, να μην σου ξαναμιλήσω. Δεν άντεχα άλλη απαξίωση. ―Όμως μου μίλησες, στήθηκες έξω απ’το σπίτι μου κι έκανες όλα όσα κάνουν οι ερωτευμένοι. ―Και χίλιους όρκους θα παρέβαινα μετά απ’αυτή τη συνάντησή μας. Όμως κι εσύ προτρέχεις, δεν παραδέχτηκα ποτέ ότι είχα στηθεί έξω από το σπίτι σου. Αυτό το υπέθεσες. ―Μην το χαλάς! Εγώ χάρηκα τόσο που σε φίλησα και μάλιστα σ’έσυρα βίαια στο Φιλοπάππου. Της έπιασε το χέρι και το φίλησε. ―Συγνώμη είμαι τόσο βλάκας. Συνέβη αυτό που ονειρευόμουνα τόσον καιρό κι εγώ δεν θέλω να δείξω ότι ταπεινώθηκα, ενώ στην πράξη το είχα κάνει και θα το έκανα ξανά και ξανά. ―Μην τρώγεσαι με τον εαυτό σου! Και μη μου ξαναφιλήσεις το χέρι. Αν μ’αγαπάς φίλησέ με… Δεν του είπε που. Τον πλησίασε όμως κατά μέτωπο και κόλλησε πάνω του. Τα χείλη του άρχισαν να τρέμουν τη φίλησε στο στόμα. Αυτή κόλλησε ακόμα περισσότερο επάνω του. Το γόνατό της τον ακούμπησε στο σημείο της έσχατης αδυναμίας και της έσχατης δύναμης. Τραβήχτηκε γιατί είχε στύση. Ντράπηκε! Η Πόλυ κόλλησε περισσότερο σαν να τον βίαζε. ―Γιατί ντρέπεσαι του είπε, δεν ξέρεις ότι κάθε κοπέλα επιδιώκει και χαίρεται αυτό το άγγιγμα; Του φάνηκε ότι η Πόλυ ήθελε, αλλά αυτός ήταν ανέτοιμος, άπειρος, ακόμα δεν είχε φτάσει στην οικειότητα να ξεπεράσει το θαυμασμό και την τρυφερότητα, με τον έρωτα. Τον έρωτα για τη σάρκα της, αυτή την ιερή σάρκα που τον ακολουθούσε τα βράδια στο κρεβάτι και ντρεπόταν που βρόμιζε την ιερή εικόνα της.
18
Την πήρε στην αγκαλιά του και την φίλησε πολλές φορές και κάθε φορά η λαγνεία του γι’αυτήν φούντωνε περισσότερο. Εκείνο το βράδυ έκανε το απονενοημένο. Αυνανίστηκε συνειδητά έχοντάς την στον νου του. Όταν τελείωσε, θεώρησε τον εαυτό του ηλίθιο, αυτή του είχε δοθεί κι αυτός αντί να σταθεί στο ύψος του προτίμησε τη μαλακία. Την άλλη μέρα συναντήθηκαν στη σχολή. Χωρίς λόγια την έκαναν κοπάνα. Πήγαν κατευθείαν Φιλοπάππου. Είχε κόσμο δεν προσφέρετο για ερωτικές περιπτύξεις και ακόμα περισσότερο για έρωτα. Μίλησαν για τέχνη. Μολονότι ο Μικελάνζελο του άρεσε, ήταν υπερβολικός. Τον ξεχείλιζε μια μαγευτική βαρβαρότητα. Ήταν βίαιος κι επαναστατικός αλλά όχι υπερβατικός. Μολονότι είχε κατακτήσει το ανώτατο στάδιο της τεχνικής και ήταν άκρως εντυπωσιακός, το ήθος του ήταν ρωμαϊκό. Ούτε την ευρυθμία, ούτε το τραγικό πνεύμα, αλλά ούτε την ήρεμη και σιωπηλή υπερβατικότητα, τη χωρίς τυμπανοκρουσίες είχε αντιληφθεί ο μεγάλος γλύπτης. Έφτανε στο επίπεδο του Λαοκόοντα αλλά όχι στα γλυπτά του Διός της Περγάμου, τα οποία έγιναν κάπου χίλια οκτακόσια χρόνια νωρίτερα και βέβαια όχι στα γλυπτά του Παρθενώνα. Κι ας μην ξεχάσουμε τον «Μοσχοφόρο» ή την «Ντελικάτα». Τα οποία, με μιαν απλότητα εκτινάσσονται στην κορυφή της τέχνης. ―Είναι σαν τον Καζαντζάκη θες να πεις; Ο Ιωσήφ σαν να βγήκε από λήθαργο. Όταν μιλούσε για τέχνη ξέφευγε απ’την πραγματικότητα, βυθιζόταν σ’έναν άλλο κόσμο. Όταν τον διέκοψε η Ξένη γύρισε βίαια στην καθημερινότητα κι ένιωσε πως είχε αποκαλύψει ένα μέρος κρυφό κι απόρθητο του εαυτού του. Κοκκίνισε, ίσως ντράπηκε. Όταν χανόταν στις σκέψεις δεν μπορούσε να βάλει χαλινό, έλεγε πράγματα που τον εξέθεταν, όπως τώρα για το Μικελάντζελο. Και ποιος ήταν αυτός που τον έκρινε; Με ποιο δικαίωμα κατάρτισης ή ακόμα καλλιτεχνικής προσφοράς; ―Ντρέπομαι παρασύρθηκα σε υπερβολές! τι γνώμη θα σχημάτισες για μένα; Η Πόλυ τον αγκάλιασε με τέτοια οικειότητα και του έδωσε ένα φιλάκι στο μάγουλο. Αυτό το φιλί ήταν πολύ αδελφικό, ήταν σαν να ξανάβρισκε τον χαμένο από χρόνια αδελφό της. ―Κάτι είναι κι αυτό, σκέφτηκε ο Ιωσήφ, τουλάχιστον είμαστε φίλοι κολλητοί. Αυτό ήταν πολύ σπουδαίο, αφού κι αν προσωρινά την έχανε, θα μπορούσε αργότερα να την διεκδικήσει. Μπορεί το σώμα της να μην το είχε ακόμα κατακτήσει, όμως κατά πάσα πιθανότητα είχε το πνεύμα της. Θα μπορούσαν να βρίσκονται μαζί ώρες ατέλειωτες χωρίς να βαριούνται.
19 Την Κυριακή πρωί, η Πόλυ συναντήθηκε με το Μπούκουρα στο σταθμό του τρένου στο Θησείο. Αυτός της ζήτησε συγνώμη γιατί δεν θα μπορούσαν να κάνουν βόλτα όπως την ήθελαν, είχε προκύψει κάτι συνδικαλιστικό κι έπρεπε σε μισή ώρα να είναι εκεί. ―Σε παρακαλώ της είπε, ας συναντηθούμε τ’απόγευμα στις οκτώμιση. ―Αργά δεν είναι ρε Μπούκουρα; ―Δεν ξέρω τι θα προκύψει και δεν θέλω να συμβεί πάλι το ίδιο, έχει μεγάλη σημασία για μένα αυτή μας η συνάντηση. Έκαναν μια βόλτα στο γιουσουρούμ. Περιεργάστηκαν κάποια παλιά αντικείμενα. Σε κάθε συζήτηση που άνοιγαν, διαπίστωνε τη ρηχότητά του. Ήταν παιδαριώδης κι επιπλέον είχε το στόμφο του γνώστη. Τι ήθελε μ’ αυτόν; Απ’την άλλη ήταν ψηλός και γεροδεμένος, της έριχνε κάπου είκοσι πόντους. Κάπνιζε, κι η μυρωδιά του με τον καπνό αποκτούσε κάτι πρωτόγονα αρσενικό, ίσως ζωώδες. Της ασκούσε μιαν έλξη σχεδόν χυδαία. Ίσως τον αδικούσε, αφού ήξερε ότι δεν ήταν ακριβώς έτσι. Ο άλλος, ο σκοτεινός της εαυτός όμως, που ανέβαινε απ’το έρεβος με την παρουσία του Μπούκουρα, ήταν που τον ήθελε έτσι και ίσως να ήταν κάπως έτσι. Απογοητεύτηκε, περίμενε ότι θα της έδινε αυτό που ποθούσε. Χωρίστηκαν. Η Πόλυ που δεν του είχε και πολλή εμπιστοσύνη υπέθεσε ότι θέλει να την πάει στο βουνό, όταν θα έχει κάπως σκοτεινιάσει. Δεν τον παρεξήγησε, τέλος πάντων ήταν φυσικό να θέλει κάτι τέτοιο, εξάλλου το ήθελε κι αυτή.
20
Ήταν αλήθεια ότι ποτέ δεν είχε κάποιο δεσμό, αφού όλους αυτούς που περιφέροντο γύρω της, λίγο πολύ τους περιφρονούσε. Άλλοι ήταν σαχλοί κι ανόητοι, ενώ άλλοι ήθελαν μια γρήγορη ερωτική περιπέτεια, χωρίς να την αξίζουν. Όταν γύρισε σπίτι κλείστηκε στο δωμάτιό της. Ο σκοτεινός της εαυτός -ο άλλος- ο έκρυθμος. Αυτός που εξισορροπούσε τη λογική, την ενάρετη προσωπικότητά της και το κοινωνικό της μέτρο, βγήκε επιτατικά. Αυτός ο σκοτεινός εαυτός της τη βασάνιζε πάρα πολύ και τον ένιωθε τόσο πιο ισχυρό, όσο περισσότερο τον περιφρονούσε και κατακτούσε το ύψος της αρετής της. Ήταν το σκοτεινό σημείο απ’όπου αντλούσε φως.
Οι ικανοί, οι ιδιαίτεροι άνθρωποι κι όλοι αυτοί, που το επίπεδό τους μετά από σκληρό αγώνα βρίσκεται ψηλά, επειδή αυτό το σκότος το έχουν απωθημένο στο έσχατο βάθος του Είναι τους, όταν πέσουν κατακρημνίζονται βίαια και πολύ χειρότερα απ’τους άλλους. Μέσα της, τα πάντα σκοτείνιαζαν, είχε αρχίσει να λαχανιάζει κι η κρίση της να θολώνει, τον ήθελε. Ήθελε αυτό το ζωώδες στοιχείο που έβγαζε πάρα πολλές φορές ο Μπούκουρας. Ήθελε πολύ να παγιδευτεί στο παιγνίδι που οπωσδήποτε της είχε στήσει μ’αυτή την αναβολή.
21 Ο Μπούκουρας πήγε κατευθείαν σπίτι του, εκεί τον περίμενε μια γκομενίτσα απ’τις πολλές που τον κυνηγούσαν. Τη έβαλε αμέσως κάτω και την ξέσκισε. Ήθελε να είναι νηφάλιος όταν θα πήγαινε με την Πόλυ, να μην τελειώσει γρήγορα, να την γλεντήσει. Ήξερε ότι τώρα δεν θα του ξέφευγε. Όταν συναντήθηκαν η Πόλυ είχε κάπως ηρεμήσει, αλλά μόλις τον είδε ταράχτηκε. Κράτησε όμως το αγέρωχο στιλ της. Ο Μπούκουρας έκανε το στεναχωρημένο· ότι μαθές κάτι είχε συμβεί στο κόμμα, που τον στεναχώρησε, αλλά δεν ήθελε να της πει αφού θα χαλούσε η συνάντησή τους, στην οποία όπως τόνισε, είχε επενδύσει συναισθηματικά.
―Και τώρα τι κάνουμε; τον ρώτησε. Αυτός απάντησε αυτό που ακριβώς περίμενε: ―Δεν πάμε ν’αράξουμε σπίτι μου να σου ψήσω καφέ και να τα πούμε; Ο αδελφός μου ο «σπαστικός» λείπει για κάποια σεμινάρια στη Θεσσαλονίκη. Η Πόλυ, μολονότι έγινε αυτό που ακριβώς ήθελε κι αφού είχε από πριν παραδοθεί, του έκανε και λίγη πλάκα, έτσι για την τιμή των όπλων. Το σπίτι του ήταν μικρό ισόγειο με κήπο γεμάτο λεμονιές. Η μυρωδιά της λεμονιάς της δημιουργούσε μιαν αισθηματική ευφορία. Είχε πια παραδοθεί τελείως, θα τον άφηνε να την κάνει ό,τι θέλει. Μπήκαν μέσα. Ο Μπούκουρας απ’την ταραχή του, που έβλεπε το πιο τρελό του όνειρο να γίνεται πραγματικότητα, έκλεισε την πόρτα και κλείδωσε νευρικά κι άγαρμπα. Ο μεταλλικός κρότος του κλειδιού την επανέφερε στην πραγματικότητα. Είχε ξυπνήσει από τον αισθησιακό λήθαργο, αλλά δεν μπορούσε να φύγει, γιατί θα φάνταζε γυναικάκι που τρόμαξε. Θά’παιζε το παιγνίδι ως το τέλος. Της έβγαλε την υφασμάτινη μακριά καλοκαιρινή ζακέτα που φορούσε. Αυτή της σκέπαζε το σώμα μια πιθαμή πάνω απ’τα γόνατα. Από μέσα φορούσε ένα ολόσωμο φόρεμα χωρίς μεσοφόρι και στηθόδεσμο. Το ήξερε ο Μπούκουρας γιατί την είχε «μελετήσει» από καιρό, είχε φανταστεί αυτή τη σκηνή δεκάδες φορές και είχε σχεδιάσει την επίθεσή του. Το φόρεμα ήταν αρκετά εξώπλατο με κάπως μεγάλο ντεκολτέ, αφού το κάλυπτε η ζακέτα. Κρέμασε τη ζακέτα με φροντίδα και την έβαλε να κάτσει σ’έναν μικρό καναπέ κάπως χαμηλό και γερτό προς τα πίσω, έτσι που να είναι σαν μισοξαπλωμένη και το φόρεμά της να αποκαλύπτει τα επίμαχα σημεία του σώματός της. Ήταν ένα απ’τα εργαλεία του Μπούκουρα για να απολαμβάνει τις γυναίκες. Ήταν μάστορης στο είδος. Η Πόλυ κατάλαβε ότι αυτό ήταν σχεδιασμένο κι ότι επίμαχα μέρη του σώματός της μέναν εξ ανάγκης ακάλυπτα. Το ήθελε καί αυτή πάρα πολύ και ξάπλωσε νωχελικά έτσι, που ν’αποκαλύπτεται ακόμα περισσότερο.
22
Άρχισε πάλι να την καταλαμβάνει μια σκοτεινή λαγνεία που ζητούσε τα πάντα, ακόμα και τα πιο ανάρμοστα για μια κοπέλα του επιπέδου της, που επιπλέον ήταν παρθένα. Ένιωθε ότι αυτό το μικρό καμαράκι ήταν ένας οίκος ανοχής κι ότι αυτή, γιατί όχι, ήταν μια καινούρια πουτανίτσα που σαν παρθένα θα πληρωνόταν αδρά. Όχι για τα λεφτά βέβαια, αλλά όταν ο πελάτης πληρώνει θέλει να κάνει όλα του τα κέφια ακόμα και τα πιο άρρωστα. Ο Μπούκουρας κατάλαβε ότι ήταν έτοιμη και την πλησίασε. Όμως στη λαχτάρα του και την ταραχή του, αφού οι παλμοί του είχαν φτάσει στο κόκκινο και λαχάνιαζε σαν λυσσασμένο ζώο, έπεσε επάνω της κι άρχισε να την γδύνει βίαια. Η Πόλυ μολονότι περίμενε απ’αυτόν κάτι τέτοιο, κάπως ξαφνιάστηκε, αφού τα μάτια του είχαν κοκκινίσει και τα χείλια του είχαν τραβηχτεί πίσω έτσι που έβγαιναν έξω τα δόντια του και το πρόσωπό του είχε γίνει μια βίαιη μάσκα κακίας. Ήθελε να την ξεσκίσει, να την κατασπαράξει. Τού’δωσε δυο χαστούκια κι αυτός ξύπνησε για λίγο απ’τον ηδονικό του λήθαργο και την κοίταζε σαστισμένος. ―Ρε ζώο του είπε αφού ξέρεις ότι είμαι παρθένα. Συγκρατήθηκε και ξανάρχισε απ’ την αρχή τα χάδια και τα φιλάκια στο λαιμό. Η Πόλυ άρχισε πάλι να βυθίζεται και να χάνεται στο σκοτάδι. Αυτός πάλι βιάστηκε, της έβγαλε το εσώρουχο και γρήγορα της τράβηξε το φόρεμα με βία από κάτω προς τ’απάνω και η Πόλυ βρέθηκε γυμνή, ενώ αυτός ήταν ακόμα ντυμένος. Την άρπαξε αγκαλιά και την έριξε βίαια στο κρεβάτι. Ήταν ολόγυμνη κι αυτός την κοιτούσε με λαγνεία κι έβγαζε τα ρούχα του ιεροτελεστικά. Ένιωθε πολύ άσχημα αλλά δεν μπορούσε να ξεφύγει απ’την ηδονική αυτή έλξη να τον βλέπει να γυμνώνεται, την στιγμή μάλιστα που το πέος του ήταν σε πλήρη στύση. Έπιασε τον εαυτό της να χαϊδεύει το σκοτεινό σημείο του σώματός της, είχε ήδη ξεφύγει από κάθε τυπικότητα κι ευπρέπεια. Αυτός την άρπαξε βίαια και της άνοιξε τα πόδια. Η βία του ήταν αχαλίνωτη, άφριζε. Η Πόλυ είχε ήδη μετανιώσει και πάλευε να του ξεφύγει.
23
Τον κτυπούσε και τον έσπρωχνε, μα αυτός ήταν σ’άλλο κόσμο. Τη γύρισε λοξά χώθηκε ανάμεσα στα σκέλια της, καβάλησε το ένα της πόδι κι αγκάλιασε το άλλο. Η Πόλυ δεν μπορούσε πια ν’αντιδράσει. Από κει και πέρα ο Μπούκουρας ήξερε τη δουλειά του, είχε ξεπαρθενέψει τουλάχιστον δεκαπέντε «χειραφετημένες». Όταν της τον έβαλε μέσα, μολονότι αυτή πόνεσε, παραδόθηκε και βυθίστηκε ακόμα βαθύτερα στο σκοτάδι που την καλούσε μέσα του. Ο Μπούκουρας αγκομαχούσε κι όσο πέρναγε η ώρα αγρίευε περισσότερο. Είχε αντοχές, γιατί το πρωί είχε γαμήσει τη μικρούλα που τον περίμενε σπίτι κι έτσι μπορούσε να γλεντήσει την Πόλυ όσο ήθελε. Η Πόλυ ένιωσε την απόλυτη ηδονή και ήλθε σε οργασμό. Αυτός συνέχιζε. Τότε κατάλαβε το σφάλμα της. Του ζήτησε να σταματήσει. Αυτός βγήκε από μέσα της με τη ελπίδα ότι θα ανασυντάσσοντο και θα άρχιζαν το δεύτερο γύρο. Η Πόλυ τυλίχτηκε με το σεντόνι και ζήτησε να πάει στη ντουζιέρα να πλυθεί και να φύγει. Ο Μπούκουρας θύμωσε. Την άρπαξε. ―Καλή είσαι εσύ, ολοκλήρωσες κι εμένα μ’ αφήνεις στα κρύα του λουτρού. Το ξέρεις ότι αυτό δεν είναι σωστό. Πρέπει να μου δώσεις τη δυνατότητα να ολοκληρώσω. Μετά άλλαξε ταχτική, την πλησίασε με τρυφερότητα και τη χάιδεψε με αγάπη. Σε παρακαλώ της είπε. Ας είναι η πρώτη και η τελευταία φορά. Η Πόλυ τον ένιωσε ολόγυμνο να την αγγίζει, το πέος του ήταν υγρό σε στύση, έφτανε σχεδόν στον αφαλό του. Αναρωτήθηκε. Πως αυτό το πράγμα έμπαινε ολόκληρο μέσα της με τέτοια βία και της άρεσε τόσο; Άρχισε να ξαναβυθίζεται. Το έπιασε με το αριστερό της χέρι και με το δεξί χούφτωσε τους όρχεις του. Αυτοί ξεχείλιζαν έξω απ’τη χούφτα της. Ένιωσε δούλα αυτού του κακάσχημου οργάνου που έτρεχε βλέννες. Κάτι σκοτεινό την έριξε στα γόνατα για να τον πάρει στο στόμα. Όμως ο Μπούκουρας δεν την άφησε, γιατί αν συνέβαινε αυτό, η Πόλυ δε θα τον συγχωρούσε ποτέ και δε θα τον ξανάβλεπε.
24
Ήξερε ο Μπούκουρας από κουλτουριάρες. Όλα τα ήθελαν, αλλά μετάνιωναν και τις έχανε. Την πήρε με τρυφερότητα ξανά στο κρεβάτι κι άρχισε απ’την αρχή. Την ξάπλωσε ανάσκελα κι άρχισε να την παίζει κοιτάζοντάς της κατευθείαν στα μάτια προκλητικά. Ο Πόλυ τον ακολούθησε, μαλακίστηκε μπροστά του με αναστεναγμούς δείχνοντας την ηδονή της. Κάποια στιγμή τον άρπαξε απ’τη στύση και τον τράβηξε πάνω της. ―Ρε ζώο δε θα με ξεσκίσεις; Ο Μπούκουρας την είχε υποτάξει τελείως. Της σήκωσε τα πόδια και μόλις της τον έβαλε η Πόλυ ήλθε ξανά σε οργασμό. Αυτός κρατήθηκε λίγο, είχε σκοπό μια που την είχε τώρα στο χέρι κι υποταγμένη, να τη διαρρήξει κι από πίσω. Όμως αυτό δεν το τόλμησε. Δεν περίμενε ότι η Πόλυ θα το αφομοίωνε ερωτικά κι αυτό την ίδια μέρα. Μπήκε μέσα της, παλινδρόμησε βίαια κι ολοκλήρωσε. Η Πόλυ ένιωσε να χύνει το καυτό του σπέρμα μέσα της. ―Τι έκανες ρε Μπούκουρα του είπε. ―Μη φοβάσαι οι γόνιμες στιγμές είναι ελάχιστες σ’ένα μήνα. Παίρνεις ένα ρίσκο δέκα τοις χιλίοις. Αλλά αν συμβεί κάτι τέτοιο θα το βολέψουμε.
Όταν έφευγε, ο Μπούκουρας ήθελε να την συνοδεύσει. Αυτή του αρνήθηκε. Στο δρόμο ένιωσε πια χειραφετημένη αλλά και βυθισμένη σε μιαν αηδιαστική ντροπή. Μια ντροπή που η ίδια επεδίωξε για να χορτάσει και ν’αποδεσμευθεί απ’το σκοτεινό εαυτό της. Την έπιασε μια αόριστη θλίψη. Ήταν αυτό το σωστό ή έπρεπε να δοθεί σ’αυτόν που θ’αγαπούσε και που πιθανόν τον είχε βρει; Έκανε μπάνιο να φύγουν από πάνω της οι εκκρίσεις κι οι ιδρώτες του, μολονότι είχε πλυθεί στο σπίτι του. Πίστευε ότι η μυρωδιά του θ’αργούσε πολύ να φύγει από πάνω της. Το βράδυ που έπεσε για ύπνο, ένιωθε τον μικρό πόνο του διαρρηγμένου υμένα της. Αυτό την έφερνε πάλι στο βυθό του σκότους της. Στον ύπνο της είδε ένα τριχωτό ζώο να την βατεύει. Παραδόξως, μετά απ’όλα αυτά ξαναήλθε σε οργασμό.
25
Βγήκαν οι βαθμοί. Ο Σήφης είχε περάσει κι έτσι τελείωσε τη σχολή. Αυτή όπως κι ο Μπούκουρας χρωστούσαν μαθήματα. Ο Μπούκουρας βέβαια χρωστούσε μόνιμα μαθήματα, αφού ήταν απ’τους αιώνιους φοιτητές του συνδικαλισμού. Η Πόλυ μετά το ερωτικό συμβάν, έκανε κάποιους ελιγμούς κι απέφευγε και το Μπούκουρα και το Σήφη. Τον έναν, γιατί τον μισούσε, και τον άλλον, γιατί τον αγαπούσε. Ο Μπούκουρας που ήθελε να ξεκαθαρίσει την κατάσταση, την μπλόκαρε. ―Γιατί μ’αποφεύγεις ρε Πόλυ. Αν ήταν να κάνουμε έρωτα και να σε χάσω, να μη γινόταν ποτέ. Και μουρμούρισε τόσο δυνατά όσο να το ακούσει και η Πόλυ: μολονότι αυτή ήταν η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής μου. ―Νίκο, (δεν τον είπε Μπούκουρα γιατί αυτός της έδωσε αυτό που είχε, αυτό που κι αυτή περίμενε και άρα δεν ήταν υπόλογος). ―Αυτό ήταν, δεν πρόκειται να ξανασυμβεί. Σε συμπαθώ σαν φίλο, αλλά δε θα σου πω ψέματα: δεν σ’αγαπώ. Ο Σήφης που είχε δει τη σκηνή από μακριά κατάλαβε ότι αυτό ήταν κάτι σαν χωρισμός, αφού ο Μπούκουρας έφυγε χωρίς να μιλήσει με το κεφάλι κατεβασμένο. Κατά τύχη πέρασε από μπροστά του, δεν του μίλησε ούτε καν τον είδε. Μάλλον ήταν δακρυσμένος. Με τον Μπούκουρα δεν ήταν ποτέ φίλοι, αλλά εκείνο το γεγονός του ξυλοδαρμού, τους είχε φέρει τόσο κοντά ώστε ν’ανταλλάσσουν κάποιες κουβέντες. Είχαν όμως και κάποια αισθηματική αντιπαλότητα με την διεκδίκηση της Πόλυς. Η διεκδίκηση αυτή βέβαια δεν ήταν ως τότε διεκδίκηση, αφού σε κανένα δεν είχε δώσει καθαρά σημεία προτίμησης. Ο Σήφης σεβάστηκε την πρόθεσή της να τον αποφύγει, ίσως στη βιβλιοθήκη κάποια στιγμή θα τη συναντούσε και τότε θα ξεκαθάριζε την κατάσταση. Η Πόλυ ένιωθε πως του χρωστούσε μιαν εξήγηση, αλλά όποτε πήγαινε στην βιβλιοθήκη να τον συναντήσει ‘τυχαία’ και αυτός ήταν πάντα εκεί, αφού επεδίωκε αυτή τη συνάντηση, δεν τ’αποτολμούσε κι έφευγε. Όταν το πράγμα ‘πάγωσε’ εκεί, ο Σήφης πήρε το θάρρος να σπάσει τον πάγο. Ήθελε να ξεκαθαρίσει την κατάσταση, γιατί θα πήγαινε φαντάρος.
26
Την έστησε έξω απ’το σπίτι της, αλλά δεν μπόρεσε να την συναντήσει. Έχασε κάθε ελπίδα είχε ανοίξει η γη και την κατάπιε. Η Πόλυ είχε κλειστεί στον εαυτό της αρκετές μέρες και δεν έβγαινε. Ήξερε πως μολονότι είχε ξεκόψει απ’το Μπούκουρα, δεν είχε υπερνικήσει αυτό το πάθος του σκότους πού’βγαινε από μέσα της. Μετά από κείνη της την ερωτική συνάντηση, που την έκανε για ν’αποδεσμευτεί, κατάλαβε ότι είχε βυθιστεί περισσότερο, γι’ αυτό έπρεπε να δώσει εξηγήσεις στο Σήφη. Αποφάσισε να πάει σπίτι του. Χτύπησε την πόρτα και βγήκε μια καλοβαλμένη σεμνή και νέα κυρία. Μολονότι τα μαλλιά της ήταν ψαρά, φαινόταν μικρότερη απ’τα σαράντα. ―Γεια σας. Λέγομαι Πολυξένη Μπερκέτη και θα ήθελα να μιλήσω στον Ιωσήφ. Η κυρία, που προφανώς ήταν η μητέρα του Ιωσήφ καταχάρηκε.
―Επιτέλους σε γνωρίζω! Μου έχει πει τόσα ο Σήφης για σένα και απ’την πρώτη ματιά επιβεβαιώνονται. Δεν σου κρύβω ότι σε περίμενα. Ο Σήφης ετοιμάζεται να φύγει για το στρατό και δεν ήθελα να μην έχετε συναντηθεί πριν φύγει! Η Πόλυ εξεπλάγη, υπήρχε λοιπόν κάποιος άνθρωπος άγνωστος που σχεδόν την γνώριζε κι έκανε σχέδια γι’αυτήν. Κολακεύτηκε. Αυτό το μικρό, το ολοκάθαρο κι απλό σπιτικό ανέδιδε την αύρα του Καλού και του Φωτεινού. Φαίνεται ότι βυθίστηκε με το δικό της τρόπο στους συλλογισμούς και χάθηκε για λίγο απ’την πραγματικότητα. ―Με λένε Ασπασία και βέβαια είμαι η μητέρα του Σήφη, είπε για να διαλύσει την αμηχανία. ―Πέρασε κορίτσι μου κι εγώ θα τον φωνάξω. Ο Σήφης βέβαια είχε ακούσει και η νηφαλιότητα που είχε κατακτήσει με τα την απόφασή του ότι η Πόλυ είχε χαθεί πια γι’αυτόν, διαρατάχτηκε. Άργησε ν’απαντήσει. Φόρεσε κάτι πρόχειρο και βγήκε. Βρέθηκαν πρόσωπο με πρόσωπο. Είχαν παγώσει. Τον πάγο έσπασε η Πόλυ, αφού ένιωθε ότι αυτή έπρεπε να δώσει εξηγήσεις κι ότι γι’αυτόν τον λόγο κυρίως βρισκόταν εκεί. Ο Σήφης την διέκοψε. ―Περίμενε λίγο της είπε.
27
Φώναξε τη μάνα του. Η κυρία Ασπασία ήλθε. ―Μάνα κάτσε για λίγο της είπε. Έκανε ξανά τις συστάσεις που είχαν κάνει οι δύο γυναίκες πριν, αφού έτσι έπρεπε να γίνει. ―Παιδί μου, είπε η μάνα του, θα σας φτιάξω καφέ και θα πάω σε μια φίλη μου εδώ κοντά, θα λείψω καμιά ώρα για να τα πείτε με την ησυχία σας.
Όταν πια έμειναν μόνοι, η Πόλυ έσυρε την καρέκλα της πολύ κοντά του, έτσι που να νιώθουν τις αναπνοές τους. Ψιθύριζε αλλά ο ψίθυρός της ήταν σχεδόν εκκωφαντικός. ―Σ’αγαπώ Σήφη, του είπε και έβαλε τα δάχτυλά της στο στόμα του γιατί πήγε να τη διακόψει, μάλλον για να της πει ότι κι αυτός την αγαπά. ―Επειδή όμως σ’αγαπώ πάρα πολύ, δεν μπορώ να σε δεσμεύσω μαζί μου, δεν σου αξίζω. Ίσως μέχρι την περασμένη Κυριακή να σου άξιζα, όμως συνέβη κάτι που ανέτρεψε τα πάντα. Θα σου μιλήσω χωρίς περιστροφές. Την Κυριακή υπέπεσα σε μια σκοτεινή εσωτερική μου ανάγκη, να κάνω έρωτα με το Μπούκουρα. Νιώθω ότι βρομίστηκα τόσο που δεν μπορώ πια να σ’ αγγίξω. Ο Σήφης ταράχτηκε, ένιωσε παραμερισμένος κι απαξιωμένος, ζήλεψε. Θυμήθηκε τις σκέψεις που έκανε την τελευταία φορά που χωρίσανε, ενώ ήταν δικιά του, είχε ολιγωρήσει: Θερός-Τρύγος-Πόλεμος και Έρως. Όμως πέρασαν απ’το νου του όλα τα γεγονότα που είχαν συμβεί, ακόμα κι ο φανερός χωρισμός της από τον Μπούκουρα. Επίσης η εξαφάνισή της έδειχνε περιστολή κι αισθηματική συγκρότηση. Δηλαδή ότι πάλεψε να πάρει αυτή την απόφαση και άρα δεν ήταν απόλυτα σίγουρη γι’αυτό. Ο Σήφης επεξεργάστηκε ταχύτατα και λογικά όλα αυτά τα δεδομένα, κάτω όμως απ’την έντονη αισθηματική του φόρτιση, αφού λάτρευε την Πόλυ. Έψαχνε ταχύτατα να βρει τρόπο να την αποτρέψει απ’αυτή την απόφαση. ―Πόλυ της είπε, μέχρι σήμερα δεν υπήρχε τίποτα απόλυτα ξεκαθαρισμένο μεταξύ μας, ώστε να απολογηθείς. Ήμασταν κάτι περισσότερο από καλοί φίλοι και τουλάχιστον μπορούμε τελικά, αν δεν βρούμε λύση, να μείνουμε έτσι. Για μένα σ’αυτή τη σχέση δεν υπάρχει χθες, ξεκινάμε τώρα αυτή τη στιγμή.
28
Η Πόλυ κλονίστηκε, η ελπίδα ξαναγύρισε μέσα της, ίσως υπήρχε σωτηρία δίπλα σ’αυτό τον άνθρωπο. Αυτόν που θεωρούσε παιδί, σιγά-σιγά κατάλαβε ότι είχε μπροστά της μια συμπαγή προσωπικότητα, που θα μπορούσε ν’αγγίξει πάνω του. Ξέσπασε σε λυγμούς. Δεν είχε κλάψει ποτέ μπροστά σε άλλον μέχρι τότε. Δεν ντράπηκε έπεσε στην αγκαλιά του. Αυτό της αρκούσε. Όμως είχε καθήκον να τον ενημερώσει. Μόνο έτσι δε θα είχε ευθύνη για ότι θα γινόταν στο μέλλον. ―Νομίζω ότι είναι πολύ καλύτερα έτσι είπε ο Σήφης. Την έσφιξε πολύ δυνατά στην αγκαλιά, σα να την είχε χάσει χρόνια και ξαναγύρισε. ―Σ’αγαπώ τόσο που δεν μπορώ να σκεφτώ πως αυτή τη στιγμή διαπραγματεύομαι την ίδια τη ζωή μου. Ό,τι έγινε, έγινε και πάμε μπροστά. ―Εντάξει, ας γίνει όπως θέλεις, όμως εγώ πάντα θα φέρω αυτό βάρος, που θα είναι για πάντα ανάμεσά μας. Έπεσε απόλυτη σιωπή ανάμεσά τους. Όλα είχαν αρμολογηθεί για λίγο, όμως αυτό ήταν πάρα πολύ βαρύ για να ξεπεραστεί ανώδυνα κι έτσι γύρισαν πάλι στην αρχή με την ελπίδα να το ξεπεράσουν. ―Πολύ καλά αφού θέλεις να ξανα-κινδυνέψουμε ας το κάνουμε, είπε ο Σήφης, μολονότι εγώ θα προτιμούσα να το αφήσουμε για σήμερα. Να ζήσουμε μαζί κάποιο διάστημα και μ’αρωγό τη συμβίωσή μας, να προχωρήσουμε αργότερα σ’όλες τις εξηγήσεις. Αν γίνει όπως το θέλεις και με το συναισθηματικό σου κόσμο λαβωμένο, μπορεί να χαθούν όλα. Βέβαια εγώ είμαι έτοιμος να τα δεχτώ όλα, αλλά εσύ φοβάμαι πολύ ότι μπορεί να μην τα δεχτείς και να υποκύψεις στον αρνητικό σου εαυτό. ―Γι’αυτό τον αρνητικό μου εαυτό θέλω να σου μιλήσω, αυτό τον σκοτεινό που δεν ξέρω αν θα μπορέσω να χαλιναγωγήσω στο μέλλον. Ξέρω ότι μπορούμε ν’αφήσουμε αυτά που έγιναν πίσω, αυτόν όμως δεν μπορώ. Επειδή σ’αγαπώ, δε μπορώ να σε βεβαιώσω απόλυτα ότι δε θα υποπέσω ξανά.
29
―Έτσι δε μας δίνεις καμιά ευκαιρία Πόλυ. Η ζωή είναι αντιφατική κι απροσδόκητη, κανείς δεν μπορεί να είναι βέβαιος ότι δε θα πέσει στα ίδια λάθη ή σε νέα αν δεν δοκιμάσει. Και την επέπληξε μ’έναν τρυφερό θυμό: Δεν ξέρω τι έγινε αυτό το αγέρωχο πλάσμα που με συγκλόνισε. Και σαν να την μάλωνε χαϊδευτικά της είπε: Έλα λοιπόν γίνε ξανά αυτή η Πόλυ που ήσουν. Η Πόλυ κατέβασε το κεφάλι, αυτός ο άνθρωπος που τόσο αγαπούσε την ξαναγύριζε στη ζωή. Της έδινε το χέρι και θα ήταν έγκλημα να μην το πιάσει. ―Μη με ξαναπείς Πόλυ, αυτό μου το κόλλησε η χαζοπαρέα και ποτέ δε μου άρεσε. Από δω και πέρα λέγε με Ξένη. Κι επειδή με την αγάπη σου με βοήθησες να ξαναγεννηθώ είμαι δική σου χωρίς όρους. Μπορείς να με κάνεις ό,τι θέλεις και φυσικά όποτε θέλεις έρωτα κι όπως τον θέλεις. Αυτό βέβαια δεν θα πει ότι δεν θα είναι και δική μου χαρά. Τουλάχιστον μέχρι να πας στο στρατό, ας ζήσουμε σαν ζευγάρι. Εκείνη τη στιγμή άνοιξε η πόρτα και μπήκε η κ. Ασπασία. ―Μήπως διέκοψα; ―Όχι μάνα, μάλιστα σου ανακοινώνω ότι από σήμερα είμαστε αρραβωνιασμένοι. ―Όχι, όχι έτσι, τον διέκοψε η μητέρα του, αυτό θα γίνει επίσημα όπως πρέπει, για να χαρούν κι οι γονείς της Πόλυς. ―Εντάξει μάνα, μόνο που από δω κι μπρος την έχω ονομάσει Ξένη. Θα μαζευτούμε οι δυο μικρές μας οικογένειες, δηλαδή έξη άτομα. Θα πάμε στον Άγιο Δημήτρη το Λουμπαρδιάρη και στο τέλος της λειτουργίας ας πει κάτι κι ο παπάς. Σε παρακαλώ τίποτα πάρα πάνω. Θα φορέσουμε και βέρες.
Αυτό έγινε στο άψε-σβήσε την επόμενη Κυριακή. Από κει και πέρα η Ξένη κι η Ασπασία έγιναν φίλες. Κάποιες φορές μάλιστα πήγαιναν μαζί στα μαγαζιά. Οι γονείς της Ξένης δεν ήθελαν να μπλέκονται στα πόδια των παιδιών για ένα λόγο πάρα πάνω, που ήταν γέροι. Ήταν ευτυχισμένοι που «το παιδί της τύχης» είχε βρει μια νέα ζωντανή οικογένεια. Ακόμα δεν τους πείραζε που η Ξένη, πολλές φορές, έμενε εκεί, «με τον άντρα της» όπως έλεγαν. Η Ασπασία είχε από χρόνια μεταφερθεί δίπλα στο σπίτι του Πάνου και το ζευγάρι είχε δικό του διαμέρισμα.
30
Ο Σήφης μετά απ’αυτή την εξέλιξη, δεν διέκοψε την αναβολή του για το στρατό κι αποφάσισε να πάει ασκούμενος στο δικηγορικό γραφείο του θείου του. Είχε κι η Ξένη τη δουλειά της σ’εκείνο το ίδρυμα, που βοηθούσε στη μελέτη μικρών παιδιών κι όπου στη βιβλιοθήκη εργαζόταν η φίλη τους η Γιάννα.
Η Ασπασία έχασε τον άντρα της το Σήφη μετά από πέντε μήνες γάμο. Δεν είδε το παιδί του να μεγαλώνει γι’αυτό και το παιδί ονομάστηκε Σήφης. Τον έπιασαν αιχμάλωτο οι ταγματασφαλίτες και πέθανε απ’τα βασανιστήρια. Ο αδελφός του ο Πάνος είχε δώσει λόγο στο Σήφη, πως αν συμβεί κάτι θα φροντίσει τη γυναίκα και το παιδί του.
Το πατρικό τους ήταν ένα προπολεμικό ισόγειο με μικρό κήπο. Εκεί υπήρχαν δυο λεμονιές, μια πορτοκαλιά και πολλές τριανταφυλλιές. Μοσκομύριζε. Η κατοικία ήταν τριάρι μ’ένα συμπληρωματικό διαμέρισμα δίπλα του, που είχε σαλονάκι, υπνοδωμάτιο, κουζίνα και πλυσταριό-τουαλέτα για ενοικίαση. Τα διαμερίσματα αυτά είχαν μιαν είσοδο από μπρος και μιαν άλλη απ’την κουζίνα προς τον κήπο, που φύτευαν λαχανικά.
Ο Πάνος φρόντιζε τον Σήφη σαν δικό του παιδί και την Ασπασία σαν δική του γυναίκα. Όμως κι η Ασπασία τον φρόντιζε έτσι που δεν τού’λειπε τίποτα. Επίσης κάθε Σάββατο πήγαινε δίπλα να φροντίσει το νοικοκυριό. Να του καθαρίσει, να πλύνει, να σιδερώσει και φυσικά να μαγειρέψει. Όταν ερχόταν ο Πάνος τον σέρβιρε κι έτρωγαν μαζί. Αυτή η ημέρα ήταν αφιερωμένη στον Πάνο που ήταν ο «άντρας», η κολόνα του σπιτιού. Αυτό βέβαια γινόταν από πάντα. Απ’την ηλικία των δέκα χρόνων όμως, ο Σήφης παρατήρησε ότι η μαμά του τα Σάββατα με τη δικαιολογία ότι θείος ήταν μπαϊλντισμένος από την δουλειά και ήθελε λίγη παρέα, καθόταν μέχρι αργά εκεί. Έπαιζαν χαρτιά τάβλι ή άκουγαν σιγά ράδιο και συζητούσαν.
31
Στην αρχή έπαιρναν και το Σήφη μαζί τους μέχρι να νυστάξει και να κοιμηθεί. Σιγά-σιγά όμως ο Σήφης βαριόταν και πήγαινε δίπλα για ύπνο νωρίτερα, χωρίς να είναι αναγκασμένος να μένει ως αργά και να τους βλέπει να παίζουν. Η Ασπασία, ετοίμαζε ζεστό νερό για να κάνει το μπάνιο του ο Πάνος, όπως θα έκανε και στον άντρα της, μετά του έδινε καθαρά εσώρουχα και μπιζάμα και τον έβαζε για ύπνο. Κάποτε ο Πάνος είχε έλθει κάπως κρυωμένος. Έτσι μετά το μπάνιο τού’τριψε την πλάτη με οινόπνευμα και τον γύρισε μπροστά για να του τρίψει το στήθος. Ο Πάνος με μια επιδέξια κίνηση, δίπλωσε το σεντόνι καλύπτοντας το μόριό του με περισσότερο ύφασμα. Η Ασπασία κατάλαβε. Ένας άντρας λεβέντης σαν αυτόν, που είχε θυσιάσει τη ζωή του για να μην τους λήψη τίποτα. Τόσα χρόνια τον ένιωθε σαν αδελφό. Ήταν όμως αυτό αρκετό; Κάθισε δίπλα του και τον παρακάλεσε να γυρίσει απ’την άλλη μεριά για να μην την βλέπει και να την περιμένει. Πήγε στο λουτρό έκανε γρήγορα μπάνιο και γύρισε γυμνή. Ο Πάνος είχε καταλάβει, γιατί ήξερε ότι τον αγαπούσε. Έριξε μια ματιά στον καθρέφτη της ντουλάπας που ήταν απέναντι και που η Ασπασία δεν είχε υπολογίσει. Την είδε. Κάτω απ’τα χαχόλικα ρούχα της κρυβόταν ένας θησαυρός. Ήταν γεμάτη καμπύλες. Η μέση της ήταν λεπτή, αλλά οι γοφοί της άνοιγαν κι έκλειναν μετά ολοστρόγγυλοι. Τα βυζάκια της έγερναν δεξιά κι αριστερά σαν ώριμα φρούτα. Είχε γδυθεί κι αυτός, αφού ήξερε και την περίμενε. Αυτή χώθηκε στο σεντόνι και κόλλησε το σώμα της πάνω του. Πόσες φορές και πόσα χρόνια δεν είχαν ονειρευτεί κι οι δύο αυτή τη στιγμή. Η Ασπασία έγειρε από πάνω για να κλείσει το λαμπατέρ. Ο Πάνος το ξανάνοιξε, ήθελε να την βλέπει. ―Αυτή είναι η πιο ευτυχισμένη στιγμή της ζωής μου είπε, σε παρακαλώ μη μου την χαλάσεις. Της έβαλε το πρόσωπο μεσ’τα δυο του χέρια, θωπευτικά και τη φίλησε. Πόσο την αγαπούσε!
32
Όπως ήταν γερμένη πάνω του για να κλείσει το φως, τη άρπαξε απ’τη μέση σαν πούπουλο, την έφερε επάνω του και τη γύρισε απ’την άλλη μεριά προς το μέρος που το κρεβάτι άγγιζε στον τοίχο. Αυτό δεν είχε κανένα νόημα, αλλά η Σάσια, όπως την έλεγε όταν ήταν μόνοι τους, εκεί ένιωσε ‘αβοήθητη’ στην εξουσία του άντρα. Αυτό της άρεσε. Άρχισε να βυθίζεται στην ομίχλη του πόθου. Από την άλλη ο Πάνος έτσι που την γύρισε απ’τη μεριά του τοίχου, ένιωσε την απόλυτη εξουσία του στο κορμί της. Ό,τι κι αν γινόταν από δω και πέρα με το καλό ή με τη βία, θα την χαιρόταν. Από μέσα του ανέβαινε ένα κύμα καταπιεσμένης αγριότητας, η λογική είχε παραμεριστεί. Το μόνο που αισθανόταν ήταν το αγκομαχητό του στήθους του. Το σώμα του είχε έλθει σ’ένα είδος ακαμψίας. Οι δυνατότητες για κίνηση περιορίζονταν σε ορισμένα μέρη. Όλο το άλλο του σώμα δεν υπήρχε. Έπεσε πάνω της με βία, σαν ένα υδατόφραγμα που έσπασε και δε μπορούσε να συγκρατηθεί παρά μόνον όταν θα είχε αδειάσει. Η Σάσια είχε τελείως παραδοθεί, την κομμάτιαζε και της άρεσε. Ήξερε ότι αυτό ήταν το αποτέλεσμα ενός πόθου σχεδόν δέκα ετών που ξεσπούσε κι όταν καταλάγιαζε θα μπορούσαν να γευτούν τον αληθινό έρωτα και τις ηδονές του. Ο Πάνος τελείωσε σε λίγα λεπτά. Ντράπηκε για την συμπεριφορά του. Ξέσπασε σε λυγμούς. Η Σάσια ανακάθισε στο κρεβάτι. ―Όταν κλαις μετά απ’αυτό, προσβάλεις εμένα και τον εαυτό σου. Εσύ είσαι ο άντρας και μάλιστα με τα όλα του. Μετά από δέκα χρόνια πόθου εγώ δεν περίμενα τίποτα λιγότερο ή περισσότερο, εξάλλου είμαι απόλυτα δικιά σου και τα περιμένω όλα, ό,τι σου περάσει απ’το μυαλό κι όπως θες.
33
*
Στη διάρκεια της ζωή μας διαπιστώνουμε το αυτονόητο: Χωρίς αέρα, νερό και τροφή δεν μπορούμε να ζήσουμε. Αυτό δεν είναι κάποιο μυστήριο. Μυστήριο είναι ο έρωτας. Νομίζουμε ότι μπορούμε ν’αναβάλουμε τον έρωτα ή να τον υποκαταστήσουμε με κοινωνικές δραστηριότητες ‘υψηλού’ επιπέδου. Τη θρησκεία, την επιστήμη, την τέχνη, την παιδεία, δραστηριότητες που ανεβάζουν το ανθρώπινο ήθος σ’ανώτατες σφαίρες. Όταν όμως μετά από πολύχρονες προσπάθειες φτάσουμε ψηλά και ηρεμήσουμε πια, ο απωθημένος έρωτας επιστρέφει ζητώντας εξηγήσεις. Η θλίψη μιας χαμένης ζωής γυρίζει πίσω οργισμένη και απαιτεί την επιστροφή του κομματιού που δικαιούται. Που η στέρησή του μπορεί να οδηγήσει τον ιερό επίσκοπο στο σοδομισμό, τον αγαπημένο δάσκαλο στην παιδεραστία, τον προπονητή στο κυνήγι του χαμένου έρωτα της νιότης. Η φύση εκδικείται. Όταν το αγόρι δεν ερωτευτεί τη συμμαθήτριά του και δεν έχουν παίξει το παιγνίδι του έρωτα που τους αντιστοιχεί, όταν ο έφηβος δεν ξεμυαλιστεί απ’το δροσερό πρόσωπο του κοριτσιού, όταν δεν αγρυπνήσει, όταν δεν του κοπεί η όρεξη απ’την ερωτική απογοήτευση, ο Έρωτας θα γυρίσει κάποτε πίσω και θα ζητήσει εκτός τόπου και χρόνου επιτατικά τα δικαιώματά του. Αν η κυρία δεν νιώσει στο κρεβάτι του αγαπημένου πουτανίτσα και ζητήσει αυστηρότητα κι αξιοπρέπεια· κι όταν το αρσενικό της την τραβήξει κάποια στιγμή εκτός προγράμματος βίαια στο κρεβάτι και ζητήσει τα όβολα του έρωτα που δικαιούται, κι αυτή του τ’αρνηθεί γιατί έχει την ελευθερία, την αξιοπρέπεια και την προσωπικότητά της, ο έρωτας φαρμακωμένος θα ζητήσει κάποτε τους χαμένους τόκους του, που τότε θα είναι αβάσταχτοι. Σοβαρές κυρίες που δεν αφέθηκαν στις επιταγές του όταν έπρεπε, αργότερα οι τόκοι τις έριξαν σε μονοπάτια μιας σκοτεινής ηδονής, ακόμα και σε μπουρδέλα για να γεμίσουν το κενό τους. Κυρίες που φοράνε τη γούνα, ολόγυμνες από μέσα και ψωνίζονται στις πιάτσες. Και λοιπόν είναι αυτό μυστήριο; Όχι βέβαια, αυτό εξηγείται. Ο λεβέντης όμως ο δίμετρος που βλέπει το κοριτσάκι που αγαπά, το διάφανο και φοβάται να τ’αγγίξει μην το μαράνει, που χλωμιάζει και του κόβονται τα γόνατα όταν τη δει, στο κρεβάτι θολώνει, θέλει να την κομματιάσει χωρίς να τη βλάψει, θέλει να την ξεσκίσει χωρίς να την πονέσει, θέλει να της ασκήσει όλη του τη βία μ’όλη του την τρυφερότητα. Αυτό λοιπόν δεν είναι μυστήριο; Δεν είναι το ιερό μυστήριο της φύσης που απαιτεί στον άντρα να κάνει όλ’αυτά τα έκρυθμα που δεν συνάδουν με τον καθωσπρεπισμό της καθημερινότητας και που η γυναίκα του τ’αναζητά με λαχτάρα; Κι ο υπέροχος καβαλάρης με τις παντιέρες και τα όπλα του που θα βρεθεί μπροστά στην άμαθη παρθένα. Θα ξεπεζέψει μπροστά στο κρινάκι ακαταμάχητος. Αν θέλει βγάζει το σπαθί του και με μια κίνηση την κόβει στα δύο. Στη μάχη όμως του έρωτα και με τα ίδια όπλα, λυσσομανά πάνω της κι εξουθενωμένος νικητής θα γονατίσει ανάμεσα στα πανίσχυρα μπουτάκια της. Κι ενώ αυτή τον επαινεί για την περιφανή του νίκη, τον χαϊδεύει σαν σκυλάκι που ξαπλωμένο κατάχαμα κουνάει αυτάρεσκα ηττημένος την ουρά του.
34 *
Ο Σήφης ήταν κάπου δεκαπέντε χρονών. Κάποιο βράδυ που ξύπνησε άκουσε μια μακρινή κραυγή πόνου. Του φάνηκε πως ήταν η μάνα του. Ήταν Σάββατο βράδυ και μία η ώρα. Χτύπησε την πόρτα του δωματίου της, αλλά δεν πήρε απόκριση.
Ο Σήφης δεν κοιμόταν ποτέ αργότερα απ’τις δέκα κι όταν ξυπνούσε την Κυριακή το πρωί, έβρισκε το γάλα, το ψωμί και την μαρμελάδα στο τραπεζάκι του δωματίου του. Η μητέρα του είχε φροντίσει για όλα. Αυτή αντίθετα με τον θείο Πάνο, που ήταν κομουνιστής και αυτόν, που μολονότι παιδί, ήταν σκεπτικιστής, πήγαινε στην εκκλησία. Κι έτσι δεν είχε υποπτευτεί ότι η μάνα του διανυκτέρευε δίπλα. Όταν λοιπόν ο Πάνος τη δάγκωσε στο σβέρκο κάπως δυνατότερα, αυτή πόνεσε κι έβγαλε εκείνη την πνιχτή κραυγή. Διαπίστωσε ότι η μάνα του δεν ήταν στο κρεβάτι της βγήκε απ’την πίσω πόρτα και πήγε να δει από το πίσω μέρος, τι γινόταν στο διπλανό σπίτι.
35
Είδε το φως του λουτρού ανοικτό και μια πανέμορφη γυναίκα να έχει τελειώσει το ντους της. Ήταν ολόγυμνη κι έβγαινε απ’το λουτρό. Ενώ έσβησε το φως δεν έγινε σκοτάδι, αφού η πόρτα του υπνοδωματίου που επικοινωνούσε με το λουτρό και την κουζίνα ήταν μισάνοιχτη. Έτρεξε γρήγορα στο σπίτι και πήρε τα κλειδιά της κουζίνας του διπλανού σπιτιού. Μπήκε με προ-φυλάξεις. Η πόρτα της κουζίνας που επικοινωνούσε με την κρεβατοκάμαρα ήταν ακόμα μισάνοιχτη κι επειδή υπήρχε ανοικτό λαμπατέρ με δυνατό φωτισμό, έβλεπε τα πάντα ενώ αυτός στα σκοτεινά ήταν αόρατος. Η κυρία ήταν η μάνα του. Η μάνα του που από μητέρα θεά, ας πούμε Ήρα, είχε μεταμορφωθεί σε θεά του έρωτα, σε Αφροδίτη. Δεν μπορούσε να φανταστεί ότι η μητέρα του ήταν τόσο νέα κι όμορφη, τα ρούχα που φορούσε το απαγόρευαν. Ακόμα κι ολόγυμνη ήταν σαν άγαλμα που δεν προκαλούσε ταπεινά συναισθήματα. Όταν όμως πλησίασε στο κρεβάτι, ο θείος Πάνος την άρπαξε με κάποια βία και την έριξε δίπλα του. Αυτή γέλασε παιχνιδιάρικα. Αμέσως κατάλαβε, αηδίασε κι έφυγε. Δεν μπορούσε όμως να κοιμηθεί, κάτι σκοτεινό τον τραβούσε να δει. Ξαναπήγε. Ο θείος είχε πέσει πάνω της κι αγκομαχούσε. Η μαμά του αναστέναζε με πάθος. Ταράχτηκε κι έφυγε. Όταν χώθηκε στο κρεβάτι του ένιωσε από μέσα του ν’ανεβαίνει ένα λαχάνιασμα κι ένα μούδιασμα ανάμεσα στα πόδια του. Βέβαια ήξερε καλά τι ήταν αυτό. Ήταν αυτό που του απαγόρευσε να νιώθει απαξίωση για το θείο και τη μάνα του. Ήξερε ότι ήταν κάτι ισχυρότερο. Σηκώθηκε σαν υπνοβάτης και ξαναπήγε. Μπήκε πάλι μέσα και κοιτούσε με προφυλάξεις. Φαίνεται ότι είχαν τελειώσει και ανέμελοι έπαιζαν ολόγυμνοι. Η μάνα του τον πάλευε ή τον τσιμπούσε κι αυτός προσπαθούσε τάχα να τη νικήσει. Έτσι κάθε τόσο την πλάκωνε και την έπνιγε με το βάρος του κι αυτή πάλευε να τον αποφύγει. Κάποια στιγμή κουράστηκαν απ’το παιχνίδι κι ο Σήφης φοβήθηκε ότι θα τον έπιαναν. Έκανε να φύγει, όμως άκουσε τη μάνα του ν’αναστενάζει χαριτωμένα και το θείο του να την αρπάζει. Ξαναπήγε να δει.
36
Ο θείος πάλευε να τη βάλει κάτω κι η μάνα του να τον καβαλήσει. Η μάνα του “νίκησε”. Ήταν τόσο πολύ κοντά, αφού το υπνοδωμάτιο αυτό ήταν τόσο μικρό, που το κάτω του κρεβατιού έφτανε σχεδόν στην πόρτα της κουζίνας. Η μάνα του μ’έναν επιδέξιο τρόπο που έδειχνε μεγάλη εξοικείωση σ’αυτό που έκανε, άρπαξε το πέος του θείου και τό’βαλε μέσα της. Ο θείος ήταν ξαπλωμένος κι μάνα του ανεβοκατέβαινε βογκώντας λαχανιασμένη. Ο θείος τη γύρισε απότομα και την έβαλε κάτω.
Όταν ο Σήφης ήταν δεκαπέντε χρονών η μάνα του ήταν τριάντα τεσσάρων κι θείος του τριάντα επτά. Παρά την ηλικία του ήταν πολύ λογικό άτομο. Ένιωθε ντροπιασμένος όχι για τη μάνα του και τον θείο του, αλλά με τον εαυτό του αφού έστω κι ιδεατά, συμμετείχε παράνομα στη συνουσία τους.
Την άλλη μέρα κατά τις δέκα που η μάνα του γύρισε απ’ την εκκλησία, πλησίασε, τον χάιδεψε στα μαλλιά και τον ρώτησε τι φαγητό θέλει. Αυτός ασυναίσθητα τραβήχτηκε, όμως σχεδόν αμέσως, της πήρε το χέρι και το φίλησε. Ο θείος κι η μάνα του ήταν δυο ερωτευμένοι άνθρωποι που είχαν ακολουθήσει υπόγεια διαδρομή. Αυτός δε μπορούσε να τους κρίνει. Η μάνα του τού’ φερε ένα τσαμπί σταφύλι.
―Έχω ξεμυαλιστεί, του είπε, χθες βράδυ ξέχασα το κλειδί της κουζίνας του θείου στην πόρτα. Ο Σήφης κατέβασε το κεφάλι: δεν το ξέχασες εσύ μάνα της είπε. Αυτή ταράχτηκε κάθισε στην καρέκλα. Την πλησίασε. ―Είχα πάει τ’απόγεμα να δω αν η βρύση ήταν ανοιχτή, γιατί άκουσα ροή, αλλά ήταν απ’το διπλανό σπίτι.
Το επόμενο Σάββατο ο θείος κι μάνα του είχαν αποφασίσει να επισκεφτούν κάποιο φίλο στην Κηφισιά και έπρεπε να ετοιμαστεί γρήγορα για να φύγουν. ―Τι με θέλετε μαζί είπε ο Σήφης κι αστειεύτηκε, εγώ σας εμπιστεύομαι. Καλύτερα να πάρετε μια τσαντούλα με φαγητά και δυο κουβερτίτσες και να πάτε οι δύο σας εκδρομή.
37
―Τι είναι αυτά που λες παιδί μου, θες να βουίξει η γειτονιά. ―Εμένα δε με νοιάζει, τις δύσκολές μας μέρες τις βγάλαμε μόνοι μας, εσύ, εγώ κι πατέρας μου. Γύρισαν κι δύο ξαφνιασμένοι. ―Ναι ο πατέρας μου ο Πάνος, είπε. Και μάλιστα αν φοβόσαστε τον κόσμο σας δίνω την ευχή μου κι εγώ κουμπάρος είπε χαριτωμένα. ―Έλα μικρέ φίλησε τη νύφη· για μένα είστε ζευγάρι. Άντε καλή διασκέδαση μετά διανυκτερεύσεως. Τα λέμε αύριο το μεσημέρι. Ο Πάνος κι Σάσια δάκρυσαν, δεν είπαν τίποτα. Πιάστηκαν αγκαζέ και βγήκαν στο δρόμο. Μπήκαν σε ταξί κι απ’ τον Πειραιά, πήραν το πλοίο για την Αίγινα.
Η Ξένη κι ο Σήφης αποφάσισαν να ξαναρχίσουν απ’ την αρχή. Όχι βέβαια πως είχαν τίποτα χειροπιαστό ως τότε, αλλά υπήρχε κάτι λίγο μα σημαντικό, που η Ξένη απερίσκεπτα το διέγραψε. Απερίσκεπτα; Ίσως όχι, αφού ήταν πέραν των δυνάμεών της κι ήταν ακριβώς αυτό που φοβόταν. Φοβόταν αυτόν τον ίδιο της τον σκοτεινό της εαυτό, που μπορεί να την ξεπερνούσε πάλι. Αρραβωνιάστηκαν μια βδομάδα μετά την ανασύνταξη της σχέσης τους. Μολονότι η Ξένη του ζήτησε να περιμένουν μερικούς μήνες για να ξαναδοκιμάσουν τον πληγωμένο έρωτά τους, ο Σήφης βιαζόταν. Την ήθελε στο κρεβάτι χωρίς να διαταραχτεί η ισορροπία των γονιών της αλλά ούτε και των δικών του. Η Ξένη του είχε ζητήσει αυτό το διάστημα αναμονής, μολονότι μετά την αποκαλυπτική συζήτηση για το ερωτικό συμβάν με τον Μπούκουρα, είχε αποφασίσει να του δοθεί άνευ όρων. ―Σήφη του είχε πει, παίρνεις μεγάλο ρίσκο για χάρη της αγάπης μας, μου έδωσες το χέρι σου και το πήρα. Νιώθω ότι δεν είμαι πια αυτή που ήμουν. Όμως τώρα είμαι η γυναίκα σου και μπορείς σαν άντρας να με κάνεις ό,τι θέλεις.
Ήταν Σάββατο κι η Ασπασία πήγε τον άντρα της στο καθιερωμένο ταξιδάκι στη Αίγινα που τόσο αγαπούσαν. ―Ν’αφήσουμε και τα παιδιά να βρουν το δρόμο τους. Νομίζω ότι έχουν να λύσουν σοβαρά προβλήματα, είπε στον Πάνο. Πήγαιναν αυτό το ταξίδι μια φορά το μήνα, από τότε που ο Σήφης “τους είχε δώσει την ευχή του”.
38
Έτσι τους άφησαν μόνους τους στο σπίτι. Η Ξένη ξαφνικά έβγαλε τα ρούχα της μπροστά του και πήγε στο λουτρό για μπάνιο. Ο Σήφης μολονότι την ποθούσε δεν το περίμενε, ταράχτηκε. Έμεινε εκεί αποσβολωμένος. Είχε ήδη αρχίσει να χάνει τη νηφαλιότητά του. Οι παλμοί του άρχισαν ν’ανεβαίνουν την ήθελε πάρα πολύ αλλά ήταν σαστισμένος, άπειρος. Γύρισε όπως έφυγε ολόγυμνη. Αν δεν υπήρχε αυτό το σκοτεινό ερωτικό επεισόδιο με το Μπούκουρα, ποτέ δεν θα επιχειρούσε κάτι τέτοιο. Αυτό την είχε αλλάξει. Τουλάχιστον, μ’αυτό τον τρόπο η Ξένη ένιωσε ότι ίσως θα μπορούσαν ν’αποκομίσουν κάτι από την εμπειρία αυτή. Ίσως θα έπαιρνε και ο Σήφης άθελά του κάτι από κείνο το ολίσθημα. Όμως αμέσως αυτή η σκέψη την ντρόπιασε και την τρόμαξε. Όταν έστω κι αδιόρατα της πέρασε απ’το νου η σκέψη ότι μπορεί να φέρει απ’ την κόλαση κάτι που θα οικοδομήσει τον παράδεισό τους, σημαίνει ότι υπάρχει κίνδυνος. Όμως αλίμονο αυτό είχε συμβεί και δεν μπορούσε να το βγάλει από πάνω της, ούτε να ξαναγίνει αγνή στο σώμα και στο πνεύμα. Ήταν μια εμπειρία που είχε βαθιά καταγραφεί στο Είναι της. Ξάπλωσε στο κρεβάτι χωρίς να σκεπαστεί. Χαμογέλασε· ―Ακόμα ντυμένος είσαι; Γδύσου γρήγορα. Ο Σήφης δεν είχε ποτέ γδυθεί μπροστά σε άλλον και πόσο μάλιστα μπροστά στη γυναίκα που αγαπούσε. Γδύθηκε σαν υπνωτισμένος. Έμενε με το εσώρουχο. Η Ξένη το τράβηξε. Ο Σήφης από τη θέση του δασκάλου της ηθικής, βρέθηκε έξαφνα στη θέση του μαθητή της “ανηθικότητας”, του μαθητή στον έρωτα. Είχε μιαν ακαμψία απραξίας και συγχρόνως έντονο πόθο. Ήταν τόσο άπειρος. ―Δεν έχω πάει ποτέ με γυναίκα, ψιθύρισε. ―Εγώ δεν είμαι γυναίκα, είπε η Ξένη, είμαι η γυναίκα σου. Είμαι αυτή που θα κάνεις ό,τι θέλεις κι όπως θέλεις. Έλα ας αρχίσουμε λοιπόν.
39
Άνοιξέ μου τα πόδια Άγγιξέ Το και χάιδεψέ Το. Όσο την έβλεπε και την άγγιζε, έχανε την επαφή με το περιβάλλον του δωματίου τους, το σώμα του μούδιαζε ηδονικά. Ένιωθε κάποιον άλλον να έρχεται από μέσα του, κάποιον ξεχασμένο, θαμμένο κάτω από βιβλία, στα υπόγεια κάποιου ενδόξου και λαμπρού οικοδομήματος, που τη στιγμή αυτή ήταν τόσο σκονισμένο και ταπεινό! Αυτό που ανέβαινε, ήταν ένα ζώο, που είχε ξεχάσει ότι κάποτε ήταν άνθρωπος. Η Ξένη κατάλαβε: του ερχόταν η αρχαία μνήμη του σκοτεινού του εαυτού. Αν μπορούσε να τον βγάλει και να βρεθεί με το δικό της ίσως ν’αποδεσμευόταν απ’την μνήμη της ερωτικής δεσποτείας του Μπούκουρα. Ο Σήφης ένιωσε μια πείρα προαιώνια ν’ανεβαίνει στο Είναι του, έπεσε πάνω της και μπήκε βίαια, δεν άντεξε, έλιωσε γρήγορα μέσα της. Δεν έλαβε κανένα μέτρο προστασίας. Ούτε που το σκέφτηκε. ―Συγνώμη της είπε και την αγκάλιασε τρυφερά. ―Σήφη άσε τις συγνώμες καλέ μου, έχουμε αρκετά να κάνουμε ακόμα. Τον ξάπλωσε ανάσκελα και τον κοίταζε. Αυτός ένιωθε αμήχανα. Η λαγνεία ανεβοκατέβαινε μέσα του. Η Ξένη άρχισε να τον χαϊδεύει· του άρεσε. Ήταν χορτάτος αλλά ήθελε κι άλλο. Η Ξένη που είχε πια απελευθερώσει το σκοτεινό του Είναι, δεν οδηγούσε πια τον παρθένο στο μονοπάτι του έρωτα, αλλά μάθαινε κι αυτή η ίδια μαζί του. Ο Σήφης ένιωσε την αλλαγή. Ένιωσε ότι παίζαν στο ίδιο παιγνίδι πια. Άρχισε να παίζει μαζί της, να την δαγκώνει, να την γλύφει και κάποιες στιγμές να της ασκεί μια βία αταίριαστη, εκτός ελέγχου, μια βία που έβγαινε από άγνωστα σκοτάδια μέσα του. Μήπως ήθελε υποσυνείδητα να την τιμωρήσει; Ζήλευε και δε μπορούσε να ξεχάσει την προδοσία της με το Μπούκουρα; Απ’τον τρόπο που του δόθηκε, άρχισε να καταλαβαίνει τι της είχε κάνει αυτό το ζώο και τι ήταν αυτό το έρεβος που την έριχνε. Αυτό τον ερέθιζε όμως. Δεν ήταν πια η αγέρωχη παρθένα που δεν τολμούσε ν’αγγίξει, ήταν η πόρνη του Μπούκουρα. Αυτή η σκέψη τον ντρόπιαζε, αλλά σκοτείνιαζε ερεθιστικά το μυαλό του τόσο!
40
Η Ξένη ένιωσε τι συνέβη. Και στο δικό της μυαλό τριγύριζε η εικόνα αυτής της πόρνης. Κάτι τους ένωνε υποσυνείδητα κι άρχισαν να μπαίνουν σ’αυτό το σκοτεινό ολισθηρό αλλά ηδονικό παίγνιο. Τρόμαζαν αλλά το ακολουθούσαν. Της έδωσε δυο ελαφρά χαστούκια, όχι για να την πονέσει αλλά για να την εξευτελίσει, να τη γονατίσει να φύγει από μέσα του αυτή η εικόνα της ανέγγιχτης, της απόκοσμης, που τον δυνάστευε τόσο καιρό. Μπορεί ενδόμυχα να ευγνωμονούσε τον Μπούκουρα που του την έδωσε έτοιμη για όλα. Ο Ξένη δέχτηκε τα χαστούκια σαν βάλσαμο, αν τις έδινε κι ένα αληθινό, ένα γερό ξύλο, μπορεί μετά να ντρεπόταν, αλλά εκείνη τη στιγμή το ήθελε τόσο πολύ! Έπεσε τόσο χαμηλά! Γονάτισε κι άρχισε να τον παίρνει στο στόμα. Ο Σήφης το θεώρησε πολύ φυσικό, αφού ήταν πια η πόρνη του. Την άφησε, ως τη στιγμή που δε μπορούσε να τα κρατήσει άλλο, θα τις έχυνε στο στόμα, όμως με τίποτα δεν ήθελε να τελειώσει αυτό το παιγνίδι. Ήταν ολομόναχοι στο σπίτι και η νύχτα ήταν δική τους. Πόσες φορές δεν την είχε φανταστεί στο κρεβάτι αυτό μαζί του! Πόσες φορές δεν ξεκίνησε να τη χαϊδεύει με τρυφερότητα και να ταξιδεύει μαζί της στα σύννεφα! Ως τη στιγμή που κάθε φορά ανέβαινε από μέσα του εκείνο το ζώο κι αυνανιζόταν βίαια με την ιδεατή εικόνα της στο μυαλό του. Τώρα όλ’αυτά είχαν πάρει σάρκα και οστά. Ήταν γεμάτα βογγητά και βλέννες. Ήταν αληθινά και γι’αυτό καλύτερα. Τραβήχτηκε, της τον πήρε από το στόμα. Η Ξένια ένιωθε ότι αυτός, ο πρωτάρης ο άμαθος στον έρωτα της φερόταν πιο βίαια, ο έρωτάς του ήταν πιο σκοτεινός απ’αυτόν του Μπούκουρα. Ίσως γιατί αυτό το ζώο που ήταν όλη τη ζωή του φυλακισμένο, έβγαινε για πρώτη φορά έξω απ’τα υπόγεια του σκότους του. Ίσως γιατί ο Μπούκουρας θεωρούσε κάθε γυναίκα εν δυνάμει πόρνη κι είχε την πείρα να της φέρεται πότε τρυφερά και πότε βίαια, για να βγάλει στην επιφάνεια όλο τον ερωτισμό της.
41
Ο Σήφης όμως, μετά απ’το ερωτικό συμβάν της Ξένης με το Μπούκουρα και με τον τρόπο που του δόθηκε και με την ψυχρολουσία που πέρασε τότε με τη μητέρα του, ―δύο γυναίκες που θεωρούσε αγίες―, έχασε το μέτρο που ισορροπούσε τον έρωτα και την αγάπη. Ο Σήφης είχε μπει κι αυτός στο δικό του έρεβος. ―Έλα λοιπόν του ψιθύρισε η Ξένη, με μια φωνή απόκοσμη, πόσο θα περιμένω; Ξέσκισέ με. Της άνοιξε τα πόδια και μπαινόβγαινε μέσα της με βία. Αυτή ξέσπασε βογκούσε σαν λυσσασμένη, οργίασε κι αφέθηκε. Ο Σήφης που δεν είχε ξεχάσει ότι έδωσε την παρθενιά της στον Μπούκουρα την γύρισε από πίσω. Προσπάθησε αλλά δεν έμπαινε. Η Ξένη είχε προβλέψει. Του τον σκούπισε καλά και τον άλειψε βαζελίνη. Γύρισε από πίσω και τον ανασήκωσε. Τον έστησε όπως λένε. Ήθελε κι αυτή πολύ. Ήταν ένα χρέος που έπρεπε ν’αποπληρώσει. Έτσι θα ένιωθε πως δεν είχε πια ανάγκη ν’ απολογηθεί για ό,τι είχε συμβεί με το Μπούκουρα, ούτε έπρεπε πια να “καθαριστεί”. Είχαν ήδη ξεπεράσει κατά πολύ και το Μπούκουρα εκείνο το βράδυ και είχαν μαζί βυθιστεί ακόμα βαθύτερα. Μολονότι είχε ολοκληρώσει μέσα της προ μισής ώρας περίπου, μόλις της τον έβαλε και την άκουσε ν’αφήνει το χαρακτηριστικό στεναγμό του πόνου δεν άντεξε του φύγανε, ξανάχυσε μέσα της. Την κράτησε όμως εκεί ακίνητη, έως ότου του έλιωσε και γλίστρησε μόνος έξω. Ήθελε να την έχει εκεί ταπεινωμένη, δοχείο ηδονής, αντικείμενο των ορέξεών του.
Η ώρα, ήταν δεν ήταν έντεκα. Όλα έγινα τόσο γρήγορα κι αυτοί νόμιζαν ότι είχαν ξενυχτήσει. Κοιμήθηκαν αγκαλιά βυθισμένοι στην γλυκιά εξουθένωση μιας ιερής κραιπάλης για την οποία δεν μετάνιωναν, αλλά την έπαιρναν μαζί σ’ αυτόν τον γλυκό τους ύπνο.
Την άλλη μέρα το πρωί η Ξένη ξύπνησε νωρίς. Δεν της κόλλαγε άλλο ο ύπνος. Αφού ξανάφερε στο νου της ό,τι είχε συμβεί το βράδυ κι ένιωσε ότι ο απολογισμός της ήταν όχι μόνο θετικός, αλλά ιδεώδης, αποφάσισε να κάνει μπάνιο.
42
Την ώρα του μπάνιου κι όταν το νερό έτρεχε Εκεί, ανατρίχιασε, ήθελε ξανά. Του ετοίμασε πρωινό, γάλα βούτυρο και μαρμελάδα. Αυτός ξύπνησε. ―Έλα δω, την κάλεσε μ’έναν παιχνιδιάρικο αυταρχισμό. Η Ξένη πλησίασε κι αυτός την άρπαξε και την τράβηξε πάνω του.
―Όλη η Κυριακή είναι δική μας του είπε. Φάε κάτι, κάνε μπάνιο και ξαναρχίζουμε. Αυτός μολονότι είχε στύση υπάκουσε απρόθυμα. Ήπιε το γάλα μονορούφι και πήγε στο μπάνιο. Η Ξένη ένιωθε αυτό το μικρό πόνο πίσω της που τη διέγειρε. Είχε μέσα της μιαν αναστάτωση, ήθελε με λαχτάρα. Πήγε στο λουτρό, να παίξει μαζί του. Ο Σήφης την είχε σηκωμένη και την χάιδευε, τον είδε, αυτός συνέχιζε κοιτώντας της. ―Δε θα μπορέσω ν’αντέξω της είπε γι’αυτό θα τον ξεθυμάνω λίγο. ―Όχι περίμενε κι γω είμ’ έτοιμη ας ξεθυμάνουμε μαζί και ξανασυνεχίζουμε. Πήγαν στο κρεβάτι και καβάλησε πάνω του. Δεν άντεξαν· αυτός ήθελε να τραβηχτεί, αλλά αυτή είχε κολλήσει τόσο σφιχτά πάνω του που ήταν αδύνατο, εξ άλλου, ήταν τόσο ηδονικό που έλιωσε μέσα της και χάθηκε. Αυτή έμεινε πάνω του σα να κοιμόταν, δεν ήθελε να ξεκολλήσει. Το φως έμπαινε μέσα απ’τα παντζούρια. Την έριξε βίαια στο κρεβάτι κι απολάμβανε να βλέπει το κορμί της. Της άνοιξε ξανά τα πόδια και τ’ανασήκωσε. Εκείνο ήταν τόσο Ωραίο! Είχε αραιό τριχάκι, που περιέβαλε λίγο την σχισμή και μετά ανέβαινε και συγκεντρωνόταν σαν μια λεπτή γραμμή που έσβηνε αδιόρατα ανάμεσα στη σχισμή και το αφαλό. Είχε ένα μικρό σπάσιμο στη μέση κι οι γοφοί της, ήταν κάπως στενοί σαν αγόρι. Γι’αυτό τα μπούτια κόλλαγαν και το κωλαράκι της τούρλωνε προς τα πίσω. Τα πόδια της ήταν μακριά και λεπτά. Ο θώρακάς της άνοιγε κάπως περισσότερο από τ’άλλα κορίτσια και τα βυζάκια της ήταν σαν μικρά λεμονάκια κολλημένα στο θώρακα. Δεν έγερναν. Ήταν αγοροκόριτσο. Γι’αυτό ήταν τόσο επιθετική και καβγατζού. Αυτός όμως είχε υποτάξει και το κορίτσι και τ’αγόρι.
43
Ήταν τόσο περήφανος κι ευχαριστημένος, επί τέλους ένιωθε ότι ήταν δική του. Ξαναερωτεύτηκαν μέχρι να εξουθενωθούν. Ήταν η πρώτη ερωτική τους μέρα και τά’καναν όλα. Θα τους έμενε αξέχαστη.
Μετά τον αρραβώνα κι αφού η σχέση τους είχε προχωρήσει η Ξένη είχε καθυστέρηση, διαπιστώθηκε εγκυμοσύνη. Παντρεύτηκαν. Η Ασπασία δεν ήθελε να ακούσει για άμβλωση. Αυτό σύμφωνα μ’αυτήν ήταν έγκλημα, φόνος, εξάλλου ήταν τόσο νέα κι ήθελε ένα μωρό που ο Πάνος της το αρνείτο. Η Ασπασία κι ο Πάνος μολονότι ήταν νέοι, αυτή σαράντα ενός κι ο άντρας της σαράντα τεσσάρων, επισκέπτοντο την κυρία Καίτη και τον κύριο Μάνο, τους γονείς της Ξένης μια φορά τη βδομάδα, παρόλη τη διαφορά της ηλικίας τους. Ο κ. Μάνος ήταν εξήντα πέντε και η κ. Καίτη εξήντα. Όπως έκαναν ο Σήφης και η Ξένη. Η Ξένη βέβαια πήγαινε εκεί κάθε μέρα μετά την τετράωρη δουλειά της που ήταν κοντά στο σπίτι τους. Έτσι δεν ένιωθαν μόνοι. Ο Πάνος κι Σάσια ζούσαν στο μικρό διαμέρισμα, αυτό το καταφύγιο της ευτυχίας τους, που τόσο αγαπούσαν. Έτσι τα παιδιά μπορούσαν μόνοι να οικοδομήσουν αυτό που είχαν υποσχεθεί ο ένας στον άλλον κι οι δυο μαζί στον εαυτό τους. Να ορίσουν ξανά τα θεμέλια της εμπιστοσύνης τους.
Η Ξένη όμως είχε κάτι που την έτρωγε. Η απόσταση της συνουσίας με τον Μπούκουρα απ’αυτή με το Σήφη ήταν λιγότερο από μια βδομάδα. Είχε σοβαρές αμφιβολίες για την πατρότητα του παιδιού. Γι’αυτό ήθελε την άμβλωση. Όμως δε μπόρεσε να κάνει τίποτα κι έτσι το άφησε στην τύχη. Θυμήθηκε τον φίλο της τον Δημητρό, που όταν έβγαινε τις πρώτες βόλτας με το Σήφη την είχε ρωτήσει: τι θες εσύ μ’ αυτό το μαντζούνι. Δεν σου πάει. Εσύ ταιριάζεις με κάποιον σαν εμένα ή σαν τον Μπούκουρα. Φαίνεται θες σκυλάκι κι όχι άντρα. Τότε δεν είχε ακόμα γνωρίσει το Σήφη κι είχε κρυφογελάσει. Μήπως αυτό τελικά βγει αληθινό. Μήπως άθελά της του φόρτωσε ξένο παιδί απ’τα εικοσιδύο του;
44
Ο Πάνος κρατούσε το Σήφη ως τις τρεις για να χαρεί τ’ απογεύματα τις καλύτερες μέρες της ζωής του. Μετά τη δουλειά περπατούσαν ατέλειωτα, κυρίως πήγαιναν σ’αρχαιολογικούς χώρους και σε μουσεία. Αγαπημένοι τους χώροι ήταν η στοά του Αττάλου, το Φιλοπάππου κι ο Κεραμεικός. Η Ξένη ήταν έγκυος, αλλά πάντα προχωρούσε αργά νωχελικά κι έτσι δε φοβόντουσαν το περπάτημα. Η Αρχαία Αγορά ήταν γεμάτη παγκάκια όπου μπορούσε να καθίσει και να ξεκουραστεί. Όταν κάποτε είχαν αράξει σ’ένα παγκάκι με μια πορτοκαλαδίτσα στο χέρι και θαύμαζαν τα εκθέματα, τα μάτια της σκοτείνιασαν κι άρχισε πάλι εκείνο το ‘παραλήρημα’ που έβγαζε τις σκέψεις σαν να μην ήταν δικές της, σαν να έβγαιναν μόνες τους, σαν χρησμοί. ―Αν τα γλυπτά αυτά ήταν του Ροντέν, του Μικελάντζελο ή ακόμα του Μουρ ή του Τζακομέττι, θα ήταν αφημένα στο υπόστεγο; Απολύτως όχι! Είναι καλύτερα τα έργα αυτών των μεγάλων καλλιτεχνών απ’αυτά τα καταδικασμένα στην απαξίωση και την καταστροφή; Απολύτως όχι. Κι εξηγούμαι. Ένα μεγάλο έργο τέχνης πρέπει νά’χει το στοιχείο της πρωτοπορίας, της υπερβατικής τραγικότητας κι οπωσδήποτε της αρχαιοελληνικής ευρυθμίας. Όταν αυτά τα έργα φτιάχτηκαν δεν ξέρουμε πόσο πρωτοποριακά ήταν τότε. Όμως για τον Μικελάνζελο και τον Ροντέν είναι πρωτοποριακά αφού τ’ακολούθησαν στην αισθητική, στην τεχνική και στην τραγικότητα. Όμως τα έργα των μεγάλων συγχρόνων καλλιτεχνών υπολείπονται στην ευρυθμία. Αυτοί οι μεγάλοι καλλιτέχνες δεν την κατάφεραν, γιατί δεν την είχαν αντιληφθεί. Και κοιτώντας η Ξένη απέναντι το ναό του Ηφαίστου κούνησε το κεφάλι με θλίψη. Αυτό το κομψοτέχνημα που είμαστε ανάξιοί του, αντί να το έχουμε στη γυάλα και να το καμαρώνουμε, το έχουμε αφήσει και καταστρέφεται. Ξαφνικά συνήλθε. ―Όταν παρασύρομαι υπερβάλλω είπε στο Σήφη με συστολή.
45
Αυτή όμως η εγκαταλελημμένη ομορφιά με πληγώνει. Ο Σήφης την αγκάλιασε τρυφερά. ―Ο κόσμος χάνεται ραγδαία γύρω μας. Η χώρα μας είναι μικρή, πτωχή και διεφθαρμένη, ο αρχαιολογικός αυτός πλούτος δε μας ανήκει αφού δεν μπορούμε ούτε να τον συντηρήσουμε, ούτε να τον αγαπήσουμε. Αν αγαπούσαμε αυτή τη χώρα έπρεπε να την είχαμε κάνει αρχαιολογικό πάρκο πολιτισμού. Μουσείο. Όπου όλοι οι λαοί θα διδάσκοντο φιλοσοφία και τέχνη ή ακόμα θα έκαναν εκπαιδευτικά ταξίδια για να βουρτσίζουν την αισθητική τους. Όμως μπορούμε να φέρουμε σε πέρας ένα τέτοιο έργο; Ή ακόμα είμαστε σε θέση να οργανώσουμε κάτι τέτοιο ακόμα και με την αρωγή ευρωπαίων διανοουμένων; Όχι βέβαια. Για να γίνει κάτι τέτοιο πρέπει οι κυβερνώντας πρώτα να το αντιληφθούν, αλλά για να το αντιληφθούν πρέπει νά’ναι καλλιεργημένοι. ―Για να υπάρξουν όμως καλλιεργημένοι ηγέτες, είπε η Ξένη, πρέπει κι οι ψηφοφόροι που τους εκλέγουν να είναι τέτοιοι. ―Ένα τέτοιο έργο μόνο μια σοσιαλιστική κυβέρνηση θα μπορούσε να φέρει σε πέρας είπε ο Σήφης. ―Ναι αν κι αυτοί έχουν προτεραιότητα την κουλτούρα κι όχι την ποσότητα κατανάλωσης βουτύρου ή την καταναλωτική ευωχία των κατωτέρων στρωμάτων. ―Εντάξει, δε θα σε πικράνω, για ένα λόγο πάρα πάνω που είσαι έγκυος, αλλά τα έχουμε ξαναπεί: Τα πρώτα βήματα για την αισθητική ξεκινούν από την ισονομία. Δεν μπορεί να υπάρξει αισθητική σε όλη την κοινωνική της διάσταση αν το παιδί μου είναι πριγκιπόπουλο ενώ του γείτονα είναι ξυπόλυτο και πεινασμένο. Ο μαρξισμός τουλάχιστον αυτούς τους βασικούς όρους θέλει να ρυθμίσει. ―Ναι, όταν οι ηγέτες είναι καλλιεργημένοι, όταν όμως δεν είναι; ―Εγώ πιστεύω κι ελπίζω ότι οι μαρξιστές κι αν δεν είναι αρκετά, είναι τουλάχιστον εν δυνάμει δεκτικοί στην καλλιέργεια, ενώ αντίθετα ο ιμπεριαλισμός την εχθρεύεται. ―Αυτή είναι μια άποψη που θέλει πολύ συζήτηση και που ελπίζω μια μέρα να κάνουμε είπε η Ξένη. Γιατί δυστυχώς κι οι μαρξιστές έχουν την τάση ν’απλουστεύουν το κοινωνικό γίγνεσθαι.
46
Είχε πει ο Στάλιν ότι με την ανάπτυξη και την άνοδο της οικονομοτεχνικής βάσης, αυτόματα θ’ανέβει και το πολιτισμικό εποικοδόμημα. Και μολονότι τυπικά αυτό φαίνεται σωστό, εγώ πιστεύω ότι υπάρχουν πολλές παγίδες σ’αυτή την κοινωνική εξίσωση. Όπως είπε κι ο Ηράκλειτος πριν δυόμισι χιλιάδες χρόνια, «ο κόσμος μας αλλάζει βίαια και γρήγορα, καταλύεται-συντιθέμενος, Είναι-ΜηΌντας, αντιφάσκει», έτσι δεν τον έχουμε κλεισμένο μέσ’τα όρια των προγραμμάτων μας. Πρέπει λοιπόν τα σχέδιά μας να ελέγχονται και να διορθώνονται συνεχώς. Δεν μπορούμε λοιπόν να βάλουμε τον κόσμο μέσ’το εργαστήρι του ντετερμινισμού. Ο μαρξισμός μας πάσχει από διαλεκτική, αφού η εγελιανή στην οποία στηρίζεται είναι ιδεαλιστική κι άρα αντιδιαλεκτική. Γι’αυτό στη μαρξιστική σκέψη κυριαρχεί η αριστοτελική λογική. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Λένιν βούρτσισε τ’αρχαία ελληνικά που είχε μάθει στο πανεπιστήμιο κι ο Στάλιν στη θεολογική σχολή για να διαβάσουν Αριστοτέλη στο πρωτότυπο. Η διαλεκτική τους είναι αριστοτελική, ορθολογική και άρα αντιδιαλεκτική. Βέβαια εγώ όπως ξέρεις, μολονότι εντερνίζομαι τις κοινωνικές αξίες του μαρξισμού, δεν μπορώ να πω ότι τον γνωρίζω τόσο ώστε να τον επικαλούμαι. ―Μολονότι αυτά που λες είναι σωστά, δεν πρέπει να ξεχνάς ότι ο αληθινός μαρξισμός παρά τα πιθανά πρακτικά λάθη του και για το λόγο ότι ο κόσμος είναι απεριόριστα αντιφατικός, δεν δέχεται ούτε έσχατα αναλλοίωτα, αλλά ούτε αδιάψευστες αλήθειες. Μπορεί να γίνονται λάθη, όμως ο κανόνας είναι η πράξη να κινείται προς το σωστό. ―Ναι, γι’αυτό είπε η Ξένη κι εγώ χωρίς να γνωρίζω βαθιά το έργο του Μάο Τσε Τούνγκ, τον προτιμώ: «Αμφισβητείτε τις αυθεντίες», «Η ελευθερία είναι σύνδρομο απαγορεύσεων», «Έστε ρεαλιστές επιδιώκετε το αδύνατο», «Κατά τον σοσιαλισμό ο εχθρός του λαού, τρυπώνει μέσ’το κόμμα» κ.λπ.
47
Είχαν ιδεολογικές διαφορές κι όποτε συζητούσαν πολιτικά διαφωνούσαν κάπως. Η Ξένη είχε καρφώσει το βλέμμα της στην Νίκη που εκτίθεται στο υπόστεγο της στοάς. Αυτό το αριστούργημα φαίνεται σα να ίπταται, έχει χάσει το βάρος του. Σηκώθηκαν και αργά-αργά με το νωχελικό τρόπο της Ξένης, βγήκαν απ’την πίσω πόρτα προς το Θησείο και πήραν το δρόμο για το σπίτι. Από κει ανέβηκαν την Αποστόλου Παύλου και έφτασαν στη λιθόστρωτη διαμόρφωση του χώρου γύρω από την Ακρόπολη και το Φιλοπάππου απ’τον Πικιώνη. ―Είναι ένα απαράμιλλο έργο τέχνης είπε η Ξένη. Αυτό είναι παράδειγμα αισθητικής για όλες της κοινωνικές μας δραστηριότητες. Πήραν το δρομάκι προς τον άγιο Δημήτρη τον Λουμπαρδιάρη τον οποίον είχε αναμορφώσει ο Πικιώνης κι έκατσαν για λίγο στο θαυμάσιο καφενείο πίσω απ’τον Ναό, που η Ξένη λάτρευε τόσο. Ο Πικιώνης τα είχε δέσει όλα τόσο ωραία μεταξύ τους που όλος ο χώρος μαζί, μπροστά στην Ακρόπολη, γύρω απ’ τον Ναό και το Φιλοπάππου ήταν ένα έργο τέχνης, χωρίς να όμως να προσβάλλει αυτό που προϋπήρχε. ―Έχουμε λοιπόν αξίες, αλλά τις σπρώχνουμε στο περιθώριο, είπε η Ξένη. Ο Πικιώνης τελείωσε αυτό το αριστούργημα, αλλά φαίνεται ότι δεν εντυπωσίασε τους ηγέτες μας και τον παραμέρισαν. Αν δεν υπήρχε ο αμερικανικός παράγοντας στη διαμόρφωση και στην αναστήλωση της Στοάς του Αττάλου, όλοι αυτοί οι λαϊκοί καλλιτέχνες που δούλεψαν εκεί θα μας ήταν άγνωστοι. Ένας φίλος ‘μακρονησιώτης’ και λαϊκός γλύπτης ο Κώστας Παπαδάκης, μου είπε ότι όλοι οι χοντρομαρμαράδες στην αναστήλωση, ήταν «μακρονησιώτες». Αφού το σωματείο τους, όπως κι αυτό των τσαγκαράδων είχαν σταλεί αύτανδρο εξορία στη Μακρόνησο. Αν εξαρτάτο απ’το ελληνικό δημόσιο κανείς απ’τους εξαίρετους αυτούς τεχνίτες δε θα δούλευε εκεί. ―Μην ξεχνάς όμως, ότι η αμερικανική αρχαιολογική υπηρεσία που έδρευε στη Αθήνα, είχε πολύ διαφορετικές αντιλήψεις από το επίσημο αμερικανικό κράτος όπου βασίλευε ο Μακαρθισμός, είπε ο Σήφης.
Ο Σήφης παρήγγειλε καφέ κι η Ξένη πορτοκαλάδα. Η Ξένη δεν έπινε ούτε καφέ, ούτε τσάι, ούτε οινοπνευματώδη, ακόμα και απ’την πορτοκαλάδα της έπινε λίγο, δεν την τελείωνε ποτέ. Την αποτελείωνε πάντα ο Σήφης. Αυτό περίεργο κορίτσι ακόμα και το πιάτο της, ό,τι φαγητό κι αν είχε, δεν το άδειαζε. Πάντα τ’αποτελείωνε με κάποια στοργή ο Σήφης. Ποτέ μα ποτέ δεν την είδε να τρώει λαίμαργα, ακόμα κι απ’τη νουγκατίνα της που τόσο λάτρευε, άφηνε πάντα λίγο.
48
Κάποια στιγμή η αναβολή μαζί με την πρακτική εξάσκηση στο γραφείο του θείου του τέλειωσε. Το μωρό που είχε γεννηθεί, ήταν αγοράκι. Ο Σήφης έπρεπε να πάει στρατιώτης. Εκκλήθει στην Κόρινθο, στο στρατόπεδο εκπαίδευσης υποψηφίων εφέδρων αξιωματικών. Φυσικά δεν εθεωρήθει ικανός λόγω οικογενειακού ιστορικού αντεθνικής δράσης. Ο αξιωματικός που έκανε τον τελικό έλεγχο των στοιχείων, έχοντας μπροστά του τον οπλίτη σε θέση προσοχής ήταν ο Στράτος Χαμηλοθώρης. Ένας γείτονας που καθόταν πίσω απ’ τους Τρεις Ιεράρχες. Όταν ήλθε η σειρά του Σήφη τον διέταξε να πάει σε μια καρέκλα στο βάθος της αίθουσας και να περιμένει. Όταν έφυγαν οι άλλοι του ένευσε κι ο Σήφης προχώρησε τηρώντας το πρωτόκολλο. ―Έλα ρε Σήφη του είπε ο Ταγματάρχης, δε με ξέρεις; Ή κι συ με θεωρείς ταγματασφαλίτη όπως κάποιοι στη γειτονιά. Ο πατέρας σου κι εγώ ήμασταν κολλητοί απ’το δημοτικό, το γυμνάσιο και μετά στη σχολή, την οποία δεν τελειώσαμε, γιατί ξέσπασε ο πόλεμος. Καταταγήκαμε μαζί εθελοντικά κι όταν έσπασε το μέτωπο, φύγαμε μαζί για τη Θεσσαλονίκη. Εκεί μείναμε σ’ έναν θείο μου λίγες μέρες. Μας βρήκαν ρούχα εισιτήριο και ταυτότητες και φύγαμε για Αθήνα. Εσύ είχες ήδη γεννηθεί και θα σε βάπτιζα εγώ. Τα πράγματα όμως έτρεχαν έπρεπε να βγούμε στην Αντίσταση. Εκεί χωρίσαμε, εγώ μπήκα με κάποιο θείο μου σε μιαν δεξιά οργάνωση κι ο πατέρας σου στο ΕΑΜ. Έμαθα ότι πιάστηκε και δολοφονήθηκε από ταγματασφαλίτες.
49
Έκλαψα. Ήταν ιερό πλάσμα. Μπορεί να ήμουν ο κολλητός του αλλά αυτός ήταν ψηλότερος, δυνατότερος, εξυπνότερος, ηθικότερος ήταν μια απόκοσμη προσωπικότητα. Η Ασπασία η μάνα σου φυσικά αγάπησε αυτόν κι όχι εμένα. Τρία χρόνια μετά το θάνατο του πατέρα σου, της ζήτησα το χέρι. Μ’ευχαρίστησε με ειλικρινή ευγένεια. ―Το πένθος μου δεν έχει λήξει ακόμα είπε. Έμαθα αργότερα πως παντρεύτηκε τον Πάνο, αυτή ήταν η σοφότερη επιλογή. Είναι εξαιρετικό παλικάρι. Το μόνο κακό του είναι ότι δε με χωνεύει, χωρίς να του έχω κάνει τίποτα. Όσες φορές τον έχω χαιρετήσει με πρόθεση να τα πούμε, ξεφεύγει με ευγένεια.
Αυτά λοιπόν στα λέω γιατί θέλω και μπορώ να παραβλέψω το δήθεν «αντεθνικό» ιστορικό της οικογένειάς σου και να πας στη ΣΕΑΠ για έφεδρος αξιωματικός. Σήφη ξέρω ότι δεν είσαι αναμεμιγμένος όπως ο θείος σου, όμως αν δεχτείς, θέλω να με βεβαιώσεις ότι δε θα κάνεις καμιά κουτουράδα να μ’εκθέσεις. ―Κύριε ταγματάρχα ευχαριστώ, αλλά δεν έχω διοικητικό ταλέντο, εξάλλου με το παιδί υπάρχει πιθανότητα να θεωρηθώ προστάτης οικογενείας και να υπηρετήσω δεκατρείς μήνες. ―Α ρε μπαγάσα είσαι κουμούνι σαν τον πατέρα σου. Αυτός μάλιστα ήταν κομουνιστής με τα όλα του. Είναι αξέχαστος άνθρωπος και νιώθω τιμή που ήμουν φίλος του. Κοίταξε, το θέμα της αίτησής σου θα το προωθήσω προσωπικά και θα κάνω ό,τι είναι δυνατόν να πραγματοποιηθεί. Είπαμε υπάρχει και το οικογενειακό ιστορικό, κάποιοι θα βάζουν την αίτησή σου συνεχώς από κάτω μέχρι να τελειώσει η θητεία σου. Βέβαια από κει και πέρα είσαι μόνος σου κι αυτό σημαίνει τάγμα προφυλακής. Δηλαδή σύνορα. Ο Σήφης χτύπησε τα τακούνια του και χαιρέτησε. ―Ακόμα κι εκεί πάνω είναι η πατρίδα κύριε ταγματάρχα, του είπε. Ο Χαμηλοθώρης σηκώθηκε τον αγκάλιασε και τον φίλησε. ―Είσαι ίδιος ο πατέρας σου είπε κι αυτό το φιλί του το χρωστούσα, όταν χωρίσαμε φύγαμε κάπως ψυχραμένοι. Είχε δακρύσει. ―Αν είχε δεχτεί τότε η μάνα σου θα ήσουνα τώρα γιος μου.
50
Εστάλη στην Καβάλα και μετά στο Διδυμότειχο. Εκεί έβγαλε τη θητεία του. Κάθε μήνα η Ξένη πήγαινε και τον έβλεπε. Ο Λοχαγός τον αγαπούσε. Είχε παρατηρήσει ότι όλα τα παιδιά που έστελναν στα σύνορα δεν ήταν βουτυρόπαιδα, αλλά παιδιά του λαού, όπως κι ο ίδιος κι ότι είχαν χαρακτήρα και περηφάνια. Όλοι αυτοί των οικογενειών μ’αντεθνική δράση ίσως ήταν πιο πατριώτες απ’τους πατριώτες. Όταν πήγαινε η Ξένη, έδινε στο Σήφη άδεια με διανυκτέρευση. Προτού φύγει, του έβαζε στην τσέπη ένα εικοσάρικο ‘δανεικό’ για ξενοδοχείο. Όταν ο Σήφης έκανε κόνξες μολονότι είχε «ανάγκη και κόψιμο», του έλεγε: ―Εγώ γράφω, όταν μετατεθώ κάποτε στην Αθήνα, θα βρίσκομαι κάθε μέρα στο δικηγορικό σου γραφείο. Ξέρεις τι δικολάγνος είμαι; Την άλλη μέρα πρωί η Ξένη έπαιρνε το τρένο κι έφευγε. Ήταν οι χειρότερες μέρες της ζωής τους. Στο χρόνο πάνω ο Σήφης πήρε ένα μήνα, την άδειά του. Εμφανίστηκε στη πόρτα, χωρίς να τους ειδοποιήσει,. Άνοιξε η Ξένη. Μόλις τον είδε έκανε σαν τρελή. Έτρεξε δίπλα στη μάνα του και φώναζε ο Σήφης, ο Σήφης! Τον αγκάλιασε και το χόρευε γύρω-γύρω σαν παιδί. Έκλαιγε και γελούσε.
Η Ξένη μια βδομάδα πριν, είχε πάει στη σχολή να δώσει το τελευταίο μάθημα που χρωστούσε. Όταν πήγε για τ’αποτελέσματα, καθώς έβλεπε τις καταστάσεις, κάποιος την άρπαξε βίαια και φιλικά από πίσω. Ταράχτηκε αφού ποτέ μα ποτέ δεν είχε δώσει σε κανέναν το θάρρος. Ήταν ο Μπούκουρας. Ενδόμυχα το είχε καταλάβει, αφού αυτός μόνο την είχε αγκαλιάσει κι είχε το θάρρος και τη θρασύτητα να κάνει τέτοιες χοντράδες. Γύρισε οργισμένη. Τα μαύρα της μάτια είχαν μεγαλώσει ακόμα και πέταγαν φωτιές. Ήταν όμως τόσο άδολα χαρούμενος, έλαμπε όταν την είδε. Ήταν άλλος άνθρωπος.
51
―Πόλυ, μολονότι ξέρεις τα βαθύτερα συναισθήματά μου, χάρηκα αληθινά για το γάμο σου και για το παιδάκι σου. Εκεί κόμπιασε. Το πρόσωπό του πόνεσε και χλώμιασε. Η Πόλυ κατάλαβε. Τον έπιασε σφιχτά απ’το χέρι, τόσο που τον πόνεσε. ―Μη σου περάσει απ’το νου και μην πεις λέξη του είπε. Ο Μπούκουρας δάκρυσε. ―Άρα κι συ ξέρεις της είπε. ―Δεν ξέρω τίποτα και δε θέλω να μάθω. Άλλαξαν κουβένα και προχώρησαν για λίγο σιωπηλοί. ―Οι μέρες, της είπε, ταιριάζουν πολύ. Η Πόλυ τού’δωσε ένα γερό χαστούκι. ―Ούτε στον ύπνο σου, ούτε στις πιο κρυφές σου σκέψεις. Ο Μπούκουρας δάκρυσε. ―Ναι είμαι άθλιος, δε μου αξίζει ούτε να το σκεφτώ. Οι ευκαιρίες στη ζωή δεν τρέχουν απ’τη βρύση κι εγώ τη δική μου ευκαιρία την άφησα να φύγει. Έφυγε σχεδόν τρέχοντας με λυγμούς. Δεν πρόλαβε όμως ν’ακούσει την Ξένη: ―Ευκαιρία δεν είχες ποτέ.
Μετά την έκπληξη της άδειας, εκείνο το βράδυ, πήγαν όλοι μαζί στο ταβερνάκι της γειτονιάς. Είχαν σχεδόν τελειώσει, όταν σηκώθηκε από κάπου ο Μπούκουρας κι αγκάλιασε το Σήφη εγκάρδια. ―Απολύθηκες φίλε; τον ρώτησε, δεν ξέρεις πόσο χάρηκα που σε είδα. Μάλλον ήταν κάπως πιωμένος γιατί όταν καληνυχτίστηκαν κι έφυγε, παραπατούσε. Στην Ξένη δεν μίλησε κι όταν διασταυρώθηκε το βλέμμα τους, αυτός κατέβασε τα μάτια με κάποιαν ενοχή. Όσο για την Ξένη, τον κοίταξε σκοτεινιασμένη, μ’ένοχη απαξίωση. Αυτό ο Σήφης το είδε και τον πόνεσε. Του φάνηκε ότι ούτε ο ένας ούτε ο άλλος το είχαν ξεπεράσει, αφού η Ξένη τον απέφυγε. Ένα αόρατο πονεμένο νήμα ένωσε και τους τρεις εκείνη τη στιγμή. Μολονότι όλοι πονούσαν, ο καθένας είχε τον δικό του πόνο.
52
Εκείνο το βράδυ η Ξένη περίμενε εκείνον τον Σήφη που ήξερε. Απ’τη στιγμή που ήλθε, το μυαλό της είχε κολλήσει δικαιολογημένα στο κρεβάτι, ον ποθούσε. Έκανε σχέδια λαγνείας και δε μπορούσε να περιμένει. Η Σάσια κατάλαβε. ―Σήμερα θα πάρω εγώ το παιδί είπε, θέλω να κοιμηθώ μαζί του. Τα πράγματα όμως δεν εξελίχτηκαν όπως ήθελε η Ξένη. Ο Σήφης ήταν πολύ κουρασμένος κι έννοια του στρατού δεν τον άφηνε να ηρεμήσει. Άσε που βγήκε μπροστά του κι ο Μπούκουρας «φάντης-μπαστούνης». Η παρουσία του Μπούκουρα, του χάλασε όλη τη διάθεση, δεν έφευγε απ’το μυαλό του όλη νύχτα. Η νύχτα τους δεν είχε καθόλου πάθος, έκανε το καθήκον του λες και ήταν είκοσι χρόνια παντρεμένοι. Φυσικά η Ξένη κατάλαβε τα πάντα. Τον διάβαζε σαν ανοιχτό βιβλίο. Ήταν γι’ αυτήν φανερό ότι κανείς δεν είχε ξεχάσει, κι αυτό την ανησύχησε. Εκείνο το γεγονός ξαναγύριζε πίσω, ―τους είχε στοιχειώσει.
Την άλλη μέρα ο Σήφης πήγε στον κύριο Χαμηλοθώρη. Χτύπησε την πόρτα και βγήκε η γυναίκα του. ―Πέρασε μέσα αγόρι μου του είπε με ανυπόκριτη ευγένεια. Σήφη παιδί μου ο Στράτος από στιγμή σε στιγμή έρχεται, σε παρακαλώ περίμενε. Μ’έχει πληροφορήσει για το αίτημά σου και μάλιστα χθες μου είπε ότι έγινε δεκτό. Ο Στράτος σ’αγαπάει σαν παιδί του και χάρηκε πάρα πολύ. Κάτσε στο σαλόνακι κι εγώ θα σου φέρω λίγο σπιτικό γλυκό κουταλιού που έφτιαξα με τα χέρια μου. Όταν μπήκε μέσα ο κύριος Χαμηλοθώρης, ο Σήφης πετάχτηκε σαν ελατήριο και τον χαιρέτησε στρατιωτικά. Αυτός έβαλε τα γέλια. ―Έλα ρε Σήφη πρώτον δεν είμαστε στο στρατό και δεύτερον με χαιρετάς στρατιωτικά χωρίς τη στολή. Ήταν τόσο εγκάρδιος όμως που κι ο Σήφης ξέσπασε στα γέλια. ―Έτσι μπράβο ρε γειτονάκι. Και που το ξέρεις, όταν έλθετε κι εσείς στα πράγματα ίσως με ξελασπώσεις κι εσύ κάποτε. Το έγγραφο είχε μεταβιβαστεί κι ο Σήφης μετά την άδεια θ’απολυόταν. ―Θα μας κάνεις τη χάρη να φάμε μαζί, είπε η κυρία Χαμηλοθώρη. ―Μην αρνηθείς γιατί θα πάρω το έγγραφο πίσω, του είπε ο Χαμηλοθώρης γελώντας. ―Αν είναι έτσι είμαι δέσμιος και δε μπορώ να κάνω αλλιώς.
53
Απόλύθηκε. Είχε δημιουργήσει στο στρατό κάποιες επαφές με κύκλους της Ένωσης Κέντρου οι οποίες πρόσκειντο στον Αντρέα. Έλεγαν τότε ότι ο Αντρέας ήταν έτοιμος ν’αναλάβει και μάλιστα θεωρείτο αριστερός. Με λίγα λόγια ο Αντρέας σου έδινε και την πίτα αφάγωτη και το σκύλο χορτάτο. Αν ήθελες μπορούσες νά’σαι αριστερός χωρίς να σε κυνηγάνε. Η Ξένη το πήρε κάπως άσχημα, έβλεπε ότι ο Σήφης έκανε μιαν ιδεολογική στροφή που θα του κόστιζε ηθικά. Τον κάρφωσε με τα μάτια χωρίς να λέει τίποτα. Αυτός κατέβασε το κεφάλι και μετά από λίγο το ανέβασε αποφασιστικά. ―Αγάπη μου δεν ήμαστε πια μόνοι, φέραμε αυτό το παιδί στον κόσμο χωρίς να το ρωτήσουμε, ας του δημιουργήσουμε συνθήκες για μιαν άνετη ζωή, τουλάχιστον. Εξ άλλου δεν θέλω η αγαπημένη μου, που είναι περήφανη, να ταπεινώνεται κάνοντας υποχωρήσεις, σε μιαν εργασία που δεν της ταιριάζει. Αν κάποιος πρέπει να λυγίσει, αυτός ας είμαι εγώ.
Όταν τό’μαθε ο Πάνος πικράθηκε μα δεν είπε τίποτα. Οι αριστεροί της γειτονιάς είχαν επενδύσει στην παρουσία του μέσα στο κίνημα. Εξ άλλου θα ντρόπιαζε τ’όνομα του πατέρα του. Ο Σήφης ξεκαθάρισε ότι είχε πάρει τις αποφάσεις του. Μέχρι κι ο Αντώνης Αντωνιάδης είχε πάει να τον βρει.
Ο Σήφης τον αγαπούσε, όμως έσφιξε την καρδιά του. ―Κυρ. Αντώνη εγώ θα είμαι πάντα δικός σας, πειράζει αν βρίσκομαι μέσα στις γραμμές της αριστεράς του κέντρου; ―Καλό ταξίδι σύντροφε, του είπε ο Αντώνης. Φοβάμαι όμως ότι θα χάσεις το δρόμο σου εκεί μέσα.
―Αγάπη μου είχε πει στην Ξένη, θα μπω στο δημόσιο και θα έχω γρήγορη ανέλιξη. Εσύ θα σταματήσεις τη δουλειά, θα φροντίζεις το παιδί μας και γιατί όχι, ίσως κάνουμε κι άλλο ένα. Η Ξένη ντράπηκε, ένιωσε ότι άθελά της τον είχε παγιδέψει. Ήλπιζε τουλάχιστον να μην κατρακυλήσει άλλο. Απ’την άλλη όμως κάτι αντίδρομο ανέβηκε μέσα της. Δεν έφταιγε απόλυτα αυτή, ήταν ο Σήφης που έκανε αυτή την επιλογή και μάλιστα χωρίς να τη ρωτήσει.
54
Είχε διαπιστώσει επίσης, ότι ο Σήφης μετά το στρατό δεν ήταν ο άνθρωπος που είχε αγαπήσει κι είχε ποθήσει παράφορα. Λες και εκεί του είχαν αφαιρέσει κάτι απ’την την ψυχή του. Κάποιοι “μίλησαν” κι ο Σήφης βρέθηκε στο υπουργείο πολιτισμού και επιστημών. Υπήρχαν εκεί κύκλοι, που προωθούσαν ταχύτατα όποιον ήθελαν. Εξάλλου έχαιρε μεγάλης εκτίμησης στους ανερχόμενους κύκλους της σοσιαλδημοκρατίας. Όπου τον τοποθετούσαν έδειχνε περισσότερο από άξιος. Μέσα σε λίγο διάστημα δε γινόταν τίποτα αν ο Σήφης δεν είχε ενημερώσει τον υπουργό για τα οφέλη και τις απώλειες της όποιας απόφασης. Ο Σήφης είχε γίνει η εύκολη λύση του υπουργού και μάλιστα του έφερνε μερικές φορές κι ερωτήματα από άλλους υπουργούς. Τότε έπαιρνε φακέλους και τους επεξεργάζετο στο σπίτι. Όταν πια πελάγωνε ζητούσε τη βοήθεια της Ξένης. Η Ξένη που ήταν μια φοβερή διανοητική μηχανή σε απραξία, δέχτηκε αυτήν την πρόταση σαν βάλσαμο. Ήταν φορές που καθόταν αποσβολωμένη στο γραφείο. Ούτε διάβαζε, ούτε άκουγε μουσική, νόμιζε κανείς ότι απλά χάζευε. Κάποτε ο Σήφης τη σκούντησε επίτηδες, γιατί ήταν εκεί ακίνητη πάνω από μία ώρα κι ανησύχησε. Αυτή ταράχτηκε και τον κοίταξε αγριεμένη, τα μάτια της πέταγαν μαύρη φωτιά, σα να είχε έλθει από άλλο κόσμο. ―Μην το ξανακάνεις αυτό γιατί μπορεί να μείνω εκεί και να μη γυρίσω, του είπε. ―Με συγχωρείς αλλά ήσουν έτσι μία ώρα και δέκα λεπτά. Τρόμαξα! Η Ξένη γέλασε. ―Ασκώ την τέχνη της νόησής μου, του είπε. Και του εξήγησε ότι όταν έχει πολύ καιρό να φέρει σε πέρας κάποιο διανοητικό πόνημα, σκέφτεται αφηρημένα κάποια δικά της. Έτσι ο φόρτος εργασίας που μπήκε στο γραφείο ήταν διανοητική τροφή γι’ αυτήν. Ήταν σαν το νέο αθλητή που δε μπορούσε να κάτσει σε καρέκλα, γιατί το καθισιό τον κούραζε. Ακόμα και τα θέματα που επεξεργαζόταν ο Σήφης τα ξανάβλεπε κι έκανε διορθώσεις. Έτσι ο Σήφης απλά έφερνε δουλειά στο σπίτι κι η Ξένη την διεκπεραίωνε και τον ενημέρωνε κι όλας, δηλαδή τον δίδασκε πως θα ενημερώσει τους αρμοδίους.
55
Στις όποιες εύλογες απορίες τους ο Σήφης δεν απαντούσε αμέσως, αλλά ζητούσε να είναι γραπτές για να μη γίνει κάποιο λάθος και τις επεξεργαζόταν στο σπίτι. Η Ξένη συνέτασσε τις απαντήσεις και δεν ήταν λίγες φορές που δημιουργείτο κάποιος διάλογος που απολάμβανε πάρα πολύ. Μάλιστα είχε κατατάξει τους ερωτώντες σε νοητικές βαθμίδες και κατηγορίες με την ανάλογη αξιολόγηση. Μερικές φορές για να παίξει, έδινε στο Σήφη και τα πιθανά ερωτήματα που θα υπέβαλλε ο ενδιαφερόμενος και σπάνια έπεφτε έξω. Ήταν ένα παίγνιο που της είχε γίνει απαραίτητο όπως για κάποιον το τσιγάρο ή το αλκοόλ. Όταν ετίθεντο τα ερωτήματα, η δόμηση των επιχειρημάτων της ήταν τόσο εμπεριστατωμένη, που δεν σήκωναν αντιρρήσεις ούτε μπορούσαν ν’ανατραπούν. Τα επιχειρήματα έπεφταν σαν ριπές με λιτότητα και ακρίβεια, σαν να τα φύτευε στο μυαλό αυτού που ερωτούσε. Η εικόνα του Σήφη ανέβηκε γρήγορα, τον αναζητούσαν και σ’άλλα υπουργεία. Σχεδόν αυτόματα σ’ένα χρόνο παραμερίστηκε το πρωτόκολλο και βρέθηκε σε ηλικία εικοσιέξι χρονών Γραμματέας Β΄. Στο γραφείο του, δηλαδή στο γραφείο της η Ξένη, είχε βάλει ένα κάθετο έπιπλο σαν βιβλιοθήκη με στενά κάθετα ράφια κι είχε κατατάξει το υλικό. Είχε γλιτώσει έτσι κι απ’τις δουλειές του σπιτιού και τη φροντίδα του παιδιού, αφού η Σάσια που ήξερε τι γινόταν φρόντιζε για τα πάντα. Η Ξένη σηκωνόταν στις επτά το πρωί έπινε ένα γάλα έβαζε χαμηλά μουσική κι άρχιζε τη δουλειά προτού φύγει ο Σήφης. Ήταν στο στοιχείο της. Κάποιες φορές της έφερνε και τους λόγους που έπρεπε να εκφωνήσουν κάποιοι υπουργοί.
Ένας νέος «επαναστάτης» υπουργός του έστειλε μια νεαρά και πανέμορφη γραμματέα, για να τον ξε-κουράζει. Πήγε στο γραφείο του υπουργού. ―Δεν την χρειάζομαι κύριε υπουργέ.
56
―Αμάν ρε Σήφη είσαι πολύ ξενέρωτος. Πρώτα απ’όλα όταν είμαστε μόνοι δεν είμαι ο υπουργός, αλλά ο Γιάννης, κι έπειτα ας το κοριτσάκι να φάει ψωμάκι κι αυτό θα βρει τρόπο να σε ξεκουράζει, να σε χαλαρώσει απ’το στρες. Που ζεις αδελφέ μου; Και τού’κλεισε πονηρά το μάτι. Ο Σήφης τότε κατάλαβε πως ό,τι έλεγαν για τις ωραίες γραμματείς δε ήταν τελείως ψέμα. Αυτό μολονότι θεωρούσε πρόστυχο και αντιαισθητικό, η σκέψη του άρχισε να το συνηθίζει, για έναν λόγο πάρα πάνω, που το ντεκολτέ της ήταν πολύ ανοιχτό κι η φούστα της πολύ κοντή. Κάθε φορά που έφερνε έγγραφα ή έσκυβε περισσότερο απ’το δέον πάνω του ή κάποιες φορές της έπεφταν κι όσο να τα μαζέψει αποκάλυπτε όλα τα δώρα που της είχε χαρίσει η φύση. Άρχισε να κάνει πρόστυχες σκέψεις γι’αυτήν και μάλιστα σκεφτόταν πως να την αναγκάσει ν’αποκαλύπτει τα ποθητά σημεία του σώματός της. Αυτή που μπορεί να μην ήταν καλή γραμματεύς, στον έρωτα έπιανε πουλιά στον αέρα και τον ψώνισε αμέσως. Το πρώτο βήμα ήταν το κλασικό. Καθώς αυτός ήταν καθισμένος σε μια πολυθρόνα, όταν του έφερνε την αλληλογραφία παραπάτησε κι έπεσε στη αγκαλιά του. Αυτός αναστατώθηκε, το σώμα του θυμήθηκε τους παθιασμένους έρωτες με την Ξένη, τα βίαια ερωτικά παιγνίδια και τα αχαλίνωτα βράδια. Από μέσα του άρχισε ν’ανεβαίνει εκείνο το σκοτεινό το ξεχασμένο αρσενικό που είχε κρυφτεί. Κι αυτή που καταλάβαινε ότι συνεχώς κέρδιζε, του έδειχνε όλο και περισσότερο τα βυζάκια και τα μπουτάκια της. Ο Σήφης παρατήρησε ότι ήταν ένα τρυφερό θηλυκό-θηλυκό με τα όλα του, που με το παραμικρό κατάφερνε ν’ αναστώνει την ηρεμία του άντρα. Πολλές φορές έπιανε τον εαυτό του, όταν αυτή “εργαζόταν” να την ζαχαρώνει και να τον χαϊδεύει. Δε μπορούσε άλλο, πήρε την απόφαση.―Πόπη, (δεν την φώναξε με το πατρικό της) πάρε αυτή την κατάσταση κι αυτό το κλειδί και πήγαινε κάτω στο υπόγειο να φέρεις αυτούς τους φακέλους.
57
Όταν έφευγε κουνούσε χαριτωμένα το κωλαράκι της κι αυτός την κοιτούσε σαν χαμένος. Αυτή έξαφνα γύρισε, μάλλον για να βεβαιωθεί ότι κοίταζε και του χαμογέλασε πονηρά. ―Σ’αυτό το παιχνίδι φίλε κύριε προϊστάμενε, σκέφτηκε, θα διευθύνω εγώ. Αυτός είχε ανάψει, ήθελε να κατέβει κάτω και να την κουτουπώσει. Αυτή ξανανέβηκε σχεδόν αμέσως. ―Κύριε διευθυντά χίλια συγνώμη και πήρε ένα ύφος ένοχης αθωότητας. Μ’έπιασε πανικός μόνη μου εκεί κάτω, άσε που δε θα μπορούσα μόνη μου να τα βρω. Ο Σήφης σηκώθηκε και τη χάιδεψε στα μαλλάκια φιλικά. Άντε για πρώτη φορά θα πάμε μαζί για να μάθεις. Αυτή “αυθόρμητα” και με πάρα πολύ χάρη σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της και τον φίλησε στο μάγουλο. Ο Σήφης που δεν το περίμενε, αλλά η στεγνή ψυχή του το δέχτηκε σαν βάλσαμο, έπρεπε να κρατήσει τα προσχήματα και της είπε χαριτωμένα. ―Έεπ φρόνιμααα. Μπήκαν μαζί στον ανελκυστήρα, κι αυτή κολλούσε τάχα αδιάφορα πάνω του. Τον είχε ανάψει για καλά. Όταν κατέβηκαν η Πόπη που κρατούσε ακόμα το κλειδί άνοιξε και μόλις μπήκαν άναψε το φως και κλείδωσε. Ο Σήφης κατάλαβε ήταν πια όλα έτοιμα. Η Πόπη φαινόταν να ξέρει τα κατατόπια, μολονότι του είχε πει ότι εκεί μέσα φοβάται. Τον οδήγησε σ’ένα μικρό δωματιάκι σαν γραφείο. Εκεί στη μια μεριά, υπήρχε τραπεζάκι και καρέκλα όπου θα καθόταν όποιος ήθελε να διαβάσει τον κατάλογο των καταχωρήσεων. Στην άλλη πλευρά του δωματίου υπήρχε ένα μικρό μπουφεδάκι, σαλονάκι και κρεβάτι. Η Πόπη άνοιξε το μπουφεδάκι κι “εκπληκτη” διαπίστωσε ότι υπήρχαν ποτήρια και ουίσκι. ―Αυτό μάλιστα! είπε χαρούμενη σαν ν’ανακάλυπτε θησαυρό. Κερνάω. Κι έβαλε λίγο στα ποτήρια. Πλησίασε τον Σήφη που ήταν πια σε πλήρη στύση και δεν τό’κρυβε. Του πρόσφερε το ποτήρι χαδιάρικα. Ο Σήφης δεν ήπιε, το ακούμπησε στο τραπέζι και την αγκάλιασε. Αυτή εντέχνως μα σαφώς τον έσυρε στο κρεβάτι. Άρχισε να γδύνεται με νάζι, του έκανε στριπτίζ. Ξάπλωσε στο κρεβάτι και πήρε μια πόζα προκλητική.
58
Ήταν ολόγυμνη. ―Έλα αγόρι μου του είπε τι περιμένεις δε θα γδυθείς, έλα δεν κρατιέμαι, θέλω γαμήσι. Μπήκε δηλαδή αμέσως στα βαθιά. ―Αυτό το κοριτσάκι ήξερε τόσο τον άντρα, σκέφτηκε ο Σήφης. Κατρακύλησε στο ίδιο βάραθρο που κάποτε βούλιαζε με την Ξένη. Ένιωσε κάποιες αναστολές. Πως μπορούσε να το κάνει αυτό στη γυναίκα που λάτρευε! Αμέσως ένιωσε ότι η Ξένη του το χρωστούσε. Δικαιούτο κι αυτός έστω και μια φορά. Αυτός δεν είχε πάει ποτέ σαν άντρας μ’άλλη γυναίκα. Ούτε σε μπουρδέλο, μολονότι οι φίλοι του όλοι, είχαν απ’τα δεκαοκτώ τους πάει. Οι κυρίες εκεί μολονότι μισούσαν τους άντρες γιατί κάθε μια απ’αυτές κατέληξε εκεί εξαιτίας κάποιου επίορκου, τα παιδιά όμως αυτά τα σεβόντουσαν και τους εφέροντο διακριτικά και με καλοσύνη.
Αυτή ήπιε το χάπι της. Ο Σήφης γδύθηκε γρήγορα κι έπεσε πάνω της. ―Τώρα μπορείς να κάνεις τα πάντα αγόρι μου του είπε. Όσο ο Σήφης ασκούσε περισσότερη βία πάνω της, αυτή ήθελε ακόμα περισσότερο. Αυτό τον σεληνίαζε. Οργίασε μέσα της. Ο πανίσχυρος διευθυντής που την έσυρε κατακτητής στο κρεβάτι και την έβαλε κάτω, ήταν τώρα κατακτημένος ανάμεσα στα μπούτια της. Η Πόπη σηκώθηκε γρήγορα και φιάχτηκε στον καθρέφτη. ―Ο Κύριος διευθυντής είπε σοβαρά, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα μεταξύ τους, πρέπει να πάει στο γραφείο. Λείψαμε είκοσι λεπτά. Μπορεί να δημιουργηθούν παραξηγήσεις. Ο Σήφης εξεπλάγη. Η Πόπη άλλαξε προσωπικότητα, τον κάλεσε κύριο διευθυντή κι όχι αγόρι της ή κάτι τέτοιο. Καθώς περπατούσαν κάποιοι κοίταξαν πονηρά, τότε αυτή τον ρώτησε για υποθετικούς φακέλους ώστε να θολώσει τα νερά. ―Πράγματι είναι θησαυρός σκέφτηκε ο Σήφης. Όταν μπήκαν στο γραφείο του έδωσε διακριτικά μια καρτούλα, που είχε το τηλέφωνο και τη διεύθυνσή της. ―Αν το θέλει ο κύριος διευθυντής, μάλλον εκεί θα πρέπει να με βρίσκει.
59
Εκείνο το βράδυ ο Σήφης ένιωσε το σώμα του να ξαναξυπνά. Μόλις έβαλαν το παιδί για ύπνο την πλησίασε ο άλλος, ο άντρας που ποθούσε. Η Ξένη ένιωσε τον έρωτα ν’ανεβαίνει από το έρεβος του πόθου. Εκείνο το βράδυ όμως είχε έναν διαβολεμένο πονοκέφαλο. Δεν μπόρεσε να φέρει στην επιφάνεια τον εαυτό της. Δεν ήταν η Ξένη. Το σώμα της δεν υπάκουσε. Ο Σήφης τη χάρηκε, ακόμα τον κράτησε μέσα της όταν οργίασε, αλλά ήταν ολοφάνερο ότι η Ξένη δεν συμμετείχε.
Από τότε κάτι έσπασε μέσα του, δε μπορούσε να την αρπάξει και να την ξεσκίσει. Όλα ήταν καθωσπρέπει κι Ξένη ήταν η κυρία του που αγαπούσε και σεβόταν, αλλά δεν μπορούσε να της κάνει όλα όσα κάνουν οι άντρες στις πουτανίτσες τους. Την πήρε με τρυφερότητα στην αγκαλιά του κι αυτή αποκοιμήθηκε. Ήταν η μάνα, η σύζυγος, η κόρη, η αδελφή του, αλλά δεν ήταν το πουτανάκι που λαχταρούσε. Ήταν ο ιερός ιστός που συγκρατούσε το Είναι του, αλλά όχι το ιερό έρεβος του πόθου που τον διέλυε.
Λίγο πριν τα εγκαίνια της έκθεσης Θεσσαλονίκης, ο υπουργός τον έστειλε για μια τελική επίβλεψη. Εκεί, θα συναντούσε τα οργανωτικά στελέχη και θά’βλεπε αν υπάρχει κάποια παράληψη. ―Σήφη θα μείνεις εκεί μια βδομάδα και θα σε μπαφιάσουν όλ’αυτά τα στουρνάρια, πάρε μαζί σου την Πόπη να σε ξεκουράζει, του είπε πολύ σοβαρά, είναι θησαυρός. Ο Σήφης είχε κάποιες αναστολές. Με τη γυναίκα του είχαν αρχίσει να ξαναβρίσκουν την ισορροπία τους, βέβαια η Πόπη ήταν ένας πειρασμός. Ακόμα φοβόταν μην τον πάρει κάποιο μάτι, αφού η έκθεση θα είχε πολύ κόσμο. Όμως δεν άντεξε και την πήρε. Το πρώτο βράδυ της πρότεινε να βγουν σε κέντρο διασκέδασης για να ξεσκάσει. Αυτή τον απέτρεψε. ―Εγώ, όπως θα γνωρίζει ο κύριος διευθυντής, δεν είμαι κλασική γραμματεύς ούτε έχω τα προσόντα για κάτι τέτοιο. Ξέρω όμως ότι ήλθαμε για δουλειά και δεν δικαιούμαι να επιθυμώ τίποτα. Το ουσιαστικό μου καθήκον είναι η σωστή διαβίωσή σας. Ας πούμε είμαι η εναλλακτική σας σύζυγος.
60
Όταν ο κύριος διευθυντής σταματά της εργασία του, αν το επιτρέπει, αναλαμβάνω εγώ τη διεύθυνση. Προτείνω λοιπόν ένα κρυφό και καλό ταβερνάκι, κι έπειτα στο “σπίτι” ένα κάλο μπάνιο κι ένα μασάζ. Μετά απ’αυτό ό,τι επιθυμεί ο ‘σύζυγος’. Βέβαια αν ο κύριος θέλει κάποιαν άλλη διασκέδαση όλ’αλλάζουν, εγώ όμως έχω καθήκον να τον φροντίσω όπως πρέπει. Και τον βεβαιώνω ότι δεν θα μετανιώσει. Στο Σήφη άρεσε αυτή η φροντίδα. Η Πόπη, τον έκανε να νιώθει κάτι περισσότερο απ’ότι είναι. Ένα νέο κορίτσι είχε με κάποιο τρόπο διδαχθεί να τον φροντίζει. Δηλαδή αυτός ήταν ένα σημαντικό πρόσωπο που η πολιτεία είχε φροντίσει ακόμα κι αυτό. Η Πόπη τα έκανε όλα τόσο άνετα κι απλά, που έσπασε τελείως κάθε αμηχανία. Ήταν καλλιτέχνις στο είδος της. Την κοίταξε με τρυφερότητα. ―Αγάπη μου της είπε με την οικειότητα που δημιουργούσε η συμπεριφορά της, έλα δω. Αυτή αμέσως κούρνιασε στη αγκαλιά του. Βρε πουλάκι μου έχεις τα νιάτα σου και τόσα προσόντα, γιατί διάλεξες αυτό το επάγγελμα; Η Πόπη βγήκε απ’την αγκαλιά του, έβγαλε ένα πακέτο που είχε μέσα ένα και τελευταίο τσιγάρο. Έσφιξε μέσ’τη χουφτίτσα της το πακέτο και το πέταξε από απόσταση με μαγκιά στον κάλαθο. Άναψε το τσιγάρο και τον κοίταξε στα μάτια. Έβαλε στην άκρη τα κυριλίκια και το πρωτόκολλο. Έκανε μια βαθιά ρουφηξιά, φαίνεται ότι ο καπνός τη ζάλισε λίγο. Αυτό θα πει ότι δεν ήταν τακτική και φανατική καπνίστρια. ―Σήφη, τον κάλεσε φιλικά με τ’όνομά του, μια κοπέλα που πρέπει να δουλέψει για να ζήσει, όπου κι αν πάει δέχεται ήπιες ή βίαιες παρενοχλήσεις που δεν σταματούν αν δεν υποκύψει. Στην τελευταία “τίμια’ εργασία μου τ’αφεντικό με τρέλανε στο παραμύθι, μέχρι γάμο μου έταξε. Μετά τον αρραβώνα και μέσα στο σπίτι της μάνας του με ξεπαρθένεψε. Εγώ τότε ήμουν δεκαεπτά χρονών. Ήμουν η αγαπημένη του κι η διευθύντρια του μαγαζιού, που ήταν τέλος πάντων η περιουσία μου.
61
Όταν στα εικοσιένα ενηλικιώθηκα, η συμπεριφορά του άλλαξε. Έφερε μια κουκλίτσα στο μαγαζί για να με βοηθάει. Κάποτε μου είπε να τη στείλω στην αποθήκη για να ελέγξει την ποσότητα κάποιων εμπορευμάτων. Αυτή αργούσε. ―Πήγαινε να δεις τι κάνει το στραβάδι μου είπε. Ή μάλλον όχι θα πάω εγώ για να καταλάβω που έχει μπλέξει, κι αν είναι σε θέση να δουλέψει εδώ. Πήγε κι αυτός και χάθηκε. Ανησύχησα γιατί οι ηλεκτρικές εγκαταστάσεις δεν ήταν σωστές. Κατέβηκα κάτω και βρήκα τον αρραβωνιαστικό μου καβάλα στην πιτσιρίκα. Κι ενώ με είδαν συνέχισαν μέχρι να τελειώσουν. Τα μάζεψα κι έφυγα. Στο υπουργείο μ’ έφερε ο καφετζής για γκαρσονάκι, μου κόλλαγε άγρια μέχρι που κάποιος υπουργός με διπλάρωσε. Είπα μέσα μου: Πόπη αυτή είναι η ευκαιρία σου και την άρπαξα. Όμως μη σου φανεί ότι είμαι και θύμα, μπήκα γρήγορα στο κόλπο και μ’άρεσε. Εγώ καλλιέργησα το ταλέντο μου και έγινα κάτι σαν γκέισα. Διαβάζω, μαθαίνω κι αναπτύσσομαι. Και τόνισε με χάρη: είμαι επιστήμων πουτανάκι και μ’αρέσει. Κι αλλάζοντας προσωπείο και φρασεολογία τον ρώτησε: λοιπόν ο κύριος θ’ ακολουθήσει το πρόγραμμά μου; Ο Σήφης που είχε εκπλαγεί την πήρε τρυφερά στην αγκαλιά του και της έδωσε ένα φιλάκι στα μαλλιά. ―Έχει δίκιο λοιπόν ο κύριος υπουργός που λέει ότι είσαι ένας θησαυρός! Η Πόπη τον κοίταξε και μουρμούρισε χαριτωμένα. Είναι αυτός ένας! Τώρα έχει βρει κάτι καλύτερο από μένα. Αυτή όμως μπορεί να τον τυλίξει. Ξαφνικά σώπασε. Έκανα σοβαρό λάθος, είπε. Ποτέ μα ποτέ δεν μιλάμε για την προσωπική ζωή των “φίλων”, όμως η συναισθηματική φόρτιση απ’το ενδιαφέρον και την ανθρωπιά σας με παρέσυρε. Ο Σήφης έβλεπε μπροστά του μιαν άλλη Ξένη, αντίθετη. Μέσ’το ερωτικά σκοτισμένο μυαλό του, διέκρινε τον πόθο να τις έχει και τις δύο μαζί στο ίδιο κρεβάτι. Όπως τα χειλάκια της ανοιγόκλειναν όταν μιλούσε του ήλθε να τη ρίξει κάτω και να τα δαγκώσει.
62
―Τέλος πάντων της είπε, ας πάμε τη βόλτα που πρότεινες. ―Ο κύριος διευθυντής έχει μεσάνυχτα από έρωτα είπε ναζιάρικα. Η προεργασία της βόλτας, μετά τη συζήτησή μας δεν χρειάζεται πια. ―Γιατί ρώτησε ο Σήφης. ―Αγάπη μου εσύ δεν το νιώθεις; Θέλεις αυτή τη στιγμή που έχεις ανάψει να σε ξενερώσω με βόλτα; Έλα δω του είπε αυταρχικά και τον τράβηξε απ’τη γραβάτα σαν σκυλάκι. Ο Σήφης αναστατώθηκε. Πόσο ήθελε γονατίσει στην ερωτική της εξουσία; Να του αποκαλύψει τα ερωτικά της μυστικά! Της έδωσε ένα φιλί στο στόμα. Η Πόπη είχε ήδη γδυθεί κι άρχισε ιεροτελεστικά να πετά σαν παιγνίδι ένα-ένα τα ρούχα από πάνω του, έως ότου τον γύμνωσε. Αυτός την έριξε στο κρεβάτι κι έπεσε πάνω της. Αυτή τον έσπρωξε χαδιάρικα και κούνησε αρνητικά το δείχτη του χεριού της μ’ένα ναζιάρικο αυταρχισμό. ―Όχι, όχι αγάπη μου δε βρισκόμαστε στο υπουργείο, εδώ εγώ έχω το πρόσταγμα. Καβάλησε πάνω του και τού’δωσε ναζιάρικα δυο χαστουκάκια. ―Κακό παιδί, θέλεις εσύ ένα ξύλο, είπαμε πως θα κάνεις ό,τι λέω. Πετάχτηκε απ’το κρεβάτι και τον τράβηξε με χαριτωμένη βία. ―Πρώτα θα σου κάνω ένα μπάνιο και μετά βλέπουμε. Την ακολούθησε υπνωτισμένος σ’αυτό το ηδονικό σύννεφο. Η μπανιέρα ήταν τόσο μεγάλη που χωρούσαν κι οι δυο. Έπλυνε αργά-αργά με φροντίδα όλα τα μέρη του σώματός του, λες και έκανε ιεροτελεστία. Αυτός είχε παραδοθεί κι ήταν έτοιμος να εκσπερματώσει. Αυτή τον κατάλαβε και τού’δωσε μια γερή τσιμπιά στον μηρό. Τού’δωσε κι ένα φιλάκι. ―Μη σε χάσω τώρα του είπε. Έχουμε πολύ δρόμο ως το βράδυ. Την έπλυνε κι αυτός. Σκουπίστηκαν και τον έσυρε απ’τη στύση στο κρεβάτι. Ξάπλωσε νωχελικά. Έβαλε το ένα της χέρι ανάμεσα στα μαλλιά και το άλλο το άπλωσε στη θέση της παράδοσης. Είχε πρόσωπο σαν κουκλάκι, αλλά αυτό που λαχταρούσε ήταν τα χειλάκια της. Τα βυζάκια της ήταν μετρίου μεγέθους κι οι ρόγες από τον ερεθισμό είχαν μεγαλώσει σαν φουντούκια.
63
Οι γοφοί της ήταν κάπως μεγαλύτεροι απ’ότι θα ήθελε ο αισθητικός κανόνας, τα μπουτάκια της κάπως παχύτερα και τα κοντά ποδαράκια της ήταν περισσότερο απ’ότι πρέπει παχουλά. Το σώμα της είχε μια ερωτική ειλικρίνεια, που έδειχνε ότι δεν έψαχνε την τελειότητα. Ήξερε να χρησιμοποιεί αυτά το όπλα με τόση θηλυκότητα που φάνταζε σαν πρότυπο του έρωτα. Μολονότι ήταν υποταγμένος δεν άντεχε άλλη αναμονή. Παραμέρισε τη συμφωνία για το πρόσταγμα. Εξάλλου είχαν γεμίσει παντού βλέννες. Της σήκωσε τα ποδαράκια. Απ’τις πατουσίτσες ως το σκοτεινό βάθος του πόθου, ήταν όλα τόσο τρυφερά που την ένιωθε σαν κοτούλα που είχε πέσει στα νύχια αετού. Το προσωπάκι της έδειχνε ερωτική έξαρση. Είχε πιει το χάπι της κι ήταν έτοιμη για όλα. Ο ξεχασμένος του εαυτός ξαναγύρισε φέρνοντας πίσω όλο του το βίαιο σκοτάδι. Την ξέσκισε και ξεθύμανε. Έμεινε πάνω της εξουθενωμένος. Αυτή παραμέρισε και τον ξάπλωσε ανάσκελα. Του τον πήρε κι άρχιζε να τον σκουπίζει τρυφερά απ’τις βλέννες. Αυτός ένιωσε την ηδονική φροντίδα των χεριών της. Με το ένα χέρι τον κρατούσε και με το άλλο τον σκούπιζε σαν χάδι. Ένιωσε τόσο κολακευμένος! Ένα αγγελουδάκι, ενώ είχαν πια τελειώσει, ήταν αφοσιωμένο στην φροντίδα του πέους του. Νόμισε ότι είχαν πια περάσει τα όρια. Μπορεί να τον σιχαινόταν κιόλας. Θέλησε να σηκωθεί, να πάει για μπάνιο. Αυτή τον κράτησε. Αγάπη μου δεν είπα εγώ ακόμα την τελευταία κουβέντα. Ζήτησε καφέ τηλεφωνικώς και της τον έφεραν γρήγορα. Φόρεσε τη ρόμπα της και σκέπασε το Σήφη με το σεντόνι. Ζήτησε στο γκαρσονάκι να μπει και να σερβίρει στο κομοδίνο τους. ―Πήγαινε να πάρεις μπορμπουάρ απ’τον αφέντη μου, είπε. Αυτός σαστισμένος πλησίασε το Σήφη που ήταν σ’αμηχανία. Τού’δωσε ένα κατοστάρικο. Η Πόπη άνοιξε το πορτοφόλι του κι έδωσε άλλο ένα πεντακοσάρικο. ―Μικρέ θέλω τ’όνομά σου για να μας σερβίρεις εσύ. ―Δημητράκη θα είσαι ο προσωπικός μου καμαριέρης, και τού’κλεισε πονηρά το μάτι, έτσι που να το δει και ο Σήφης.
64
Όταν έφυγε ο νεαρός την ρώτησε: τι σκαρώνεις βρε διαβολάκι; ―Τίποτα το σπουδαίο, απλά ξανακερδίζω το ερωτικό μου κύρος που παραβίασες. Έριξε τη ρόμπα της κάτω και τον ξεσκέπασε. Ήταν πολύ ηδονικό να είναι ξαπλωμένος και γυμνός μ’αυτό το κουκλάκι, ενώ είχαν προηγουμένως ολοκληρώσει τον ερωτικό τους κύκλο. Δηλαδή ήταν καί αυτό ένα ηδονικό παίγνιο της Πόπης. ―Να είχαμε ένα τσιγάρο! ―Εγώ δεν είμαι καπνιστής είπε ο Σήφης. ―Ούτ’εγώ είπε η Πόπη, αλλά η περίσταση το απαιτεί. Τηλεφώνησε ξανά κι έδωσε εντολή να φέρει ο Δημητράκης ένα πακέτο «Σαντέ». Του άνοιξε την πόρτα με την ρόμπα ανοικτή. Αυτός “τα είδε όλα” μ’όλη τη σημασία της φράσης. Τον πέρασε στο χολ σε θέση που να βλέπει ο Σήφης. Τον φίλησε στο στόμα. ―Μαλακίσου, διέταξε. Αλλά δεν χρειαζόταν να τον διατάξει αφού του την έπιασε και τον αποτελείωσε με το χέρι της. Ο Δημητράκης τη στιγμή του οργασμού την αγκάλιασε και την φίλησε. Τού’δωσε δυο χαστούκια και τον υποχρέωσε να γονατίσει και να της φιλήσει το χέρι. Αυτός όταν γονάτισε κατέβασε το κεφάλι, της αγκάλιασε τα μπούτια με πάθος και της φίλησε το γουνάκι του πόθου. Η Πόπη βρέθηκε για πρώτη φορά σ’ αμηχανία μέσα στο δικό της παίγνιο. Τον ξεκόλλησε με κάποια βία. ―Πήγαινε τώρα στον αφέντη σου να σε χαρτζιλικώσει. Ο Σήφης που είχε πια μπει στο παιγνίδι του έδωσε ένα χιλιάρικο. Αυτός τα είχε χάσει, σε μια μέρα έβγαλε χίλιες εξακόσιες δραχμές. Η Πόπη τον οδήγησε στο χωλ. ―Πρόσεξε του είπε δε θα βγάλεις άχνα. Αν σου ξεφύγει τίποτα μπορεί να βρεθείς και σε κανένα χαντάκι. Η Πόπη έριξε την ρόμπα και γύρισε στο Σήφη ολόγυμνη. Του είχε εξάψει τη φαντασία. Τον διέταξε αυταρχικά ν’ ανάψει τσιγάρο. Δεν ήξερε πως να την κρίνει. Ήταν ανόητη πουτανίτσα ή πάνσοφη εταίρα; Είχε εκπλαγεί. Τράβηξε μια ρουφηξιά. Επειδή δεν ήταν καπνιστής του έφερε μια ελαφρά ζάλη, μιαν ηδονική ευφορία, το μαστούρωμα όπως λέγεται.
65
Η Πόπη του πήρε το τσιγάρο απ’το στόμα και τράβηξε μια βαθιά ρουφηξιά. Τεντώθηκε ηδονικά στο κρεβάτι κι έπαιρνε με τέχνη προκλητικές πόζες, έτσι που να του φαίνονται αυθόρμητες. Ο Σήφης είχε ξαναέλθει σε στύση. Πήγε να πέσει πάνω της. Αυτή τον απώθησε με νάζι.
―Αγάπη μου δε θα χαρείς με τα μάτια σου το γουρουνάκι μου. Δε θα παίξεις μαζί του. Ήταν φανερό ότι είχε δουλέψει πάνω σ’αυτό αισθητικός. Ήταν άψογο. Αυτό τον ερέθισε γιατί αυτό το νέο κορίτσι είχε επενδύσει με φροντίδα στη ηδονή του. Είχε τον έρωτα φιλοσοφία και τον άντρα αντικείμενο της επιστήμης της. Κολακεύτηκε. Δεν ήταν λίγο ένα όμορφο πλάσμα να του προσφέρει τον ίδιο της τον εαυτό και να έχει φροντίσει με επιμέλεια τα δώρα της. Τη φίλησε στο στόμα. ―Γιατί φίλησες το γκαρσόνι; Ξέρεις ότι ζήλεψα; ―Γι’αυτό του είπε με νάζι. Πράγματι, εδώ δεν είχε αυτός το πρόσταγμα, έπρεπε να την ακολουθεί και να υπακούει. Ο Σήφης είχε μπει σε δρόμους ολισθηρούς όπου ο έρωτας παραχωρούσε τη θέση του στο έρεβος της ακολασίας. ―Αγάπη μου έλα δεν υπάρχουν φραγμοί, του είπε. Ήταν όμως τόσες οι ηδονικές εικόνες που πέρασαν απ’το μυαλό του, που είχαν αρχίσει να επιδρούν αρνητικά. Η Πόπη κατάλαβε ότι είχε μπουχτίσει. Άρχισε τότε να του φιλά το σώμα έως ότου έφτασε στο σημείο του πόθου του. Ήξερε πολύ καλά να φροντίζει τον άντρα! Την άρπαξε και τη γύρισε μπρούμουτα έτσι που τα πόδια της να κρέμονται κάτω απ’το κρεβάτι κι αυτός να πατά στο πάτωμα όρθιος. Της τον έβαλε μέσα και παραμιλούσε ρυθμικά λαχανιασμένος. ―Ξένη, Ξένη, Ξένη… ως τη στιγμή που χάθηκε. Γονάτισε πάνω στο χαλί κι έπεσε εξουθενωμένος στον βελουδένιο κωλαράκι της. Η Πόπη τον έβαλε να κοιμηθεί. Αυτή σηκώθηκε διακριτικά να πάει στο δωμάτιό της. Δεν την άφησε. Κοιμήθηκαν αγκαλιά.
Τα χαράματα η Πόπη έφυγε. Δεν έπρεπε με τίποτα να ξυπνήσουν μαζί. Ήταν ένας σοβαρός κύριος που το πρωί μπορεί να είχε μετανιώσει, εξ άλλου όπως φάνηκε αγαπούσε παράφορα τη γυναίκα του, την οποία, όπως έμαθε κατά τον οργασμό του, έλεγαν Ξένη. ―Τι περίεργη είναι η ζωή, σκέφτηκε, και τι ανόητοι οι άνθρωποι. Αν αυτός ο θαυμάσιος άνθρωπος ήταν δικός της δεν θα τον έχανε με τίποτα.
66 Η Σάσια κι ο Πάνος αποφάσισαν να πάνε για μήνα του μέλιτος μετά δέκα χρόνια γάμο. Και βέβαια στην Αίγινα. Η Καίτη, η μαμά της Ξένης, ζήτησε το παιδί που ήταν σχεδόν ενός έτους, δηλαδή στα καλύτερά του, μερικές μέρες για να το χαρεί. Η Ξένη, για πρώτη φορά στη ζωή της, έμεινε μόνη στο σπίτι. Έκανε απογευματινούς περιπάτους κι άκουγε μουσική. Το τρίτο βράδυ δεν είχε ύπνο, κάποια στιγμή τα μάτια της έκλεισαν, αλλά μετά μια ώρα πετάχτηκε στον ύπνο της. Είχε δει κάποιο αόριστο όνειρο που την είχε αναστατώσει. Ήταν μόνη σ’ένα κατασκότεινο σπίτι. Το σώμα της άρχισε να την καλεί, μάλλον ο άλλος ο σκοτεινός της εαυτός που είχε για αρκετό καιρό θάψει, γύρισε απαιτώντας τα δικαιώματά του. Το χέρι της πήγε σχεδόν μόνο του εκεί που η απαίτηση ήταν αφόρητη. Σαν υπνωτισμένη άρχισε να το χαϊδεύει, δεν ολοκλήρωνε, να ησυχάσει, ν’ανακουφιστεί. Δεν άντεξε. Σηκώθηκε ταραγμένη και τηλεφώνησε στον Μπούκουρα. Τον ζήτησε απροκάλυπτα, τον ήθελε. Θα έβγαινε σε λίγο με προφυλάξεις στη Γενναίου Κολοκοτρώνη κι αυτός θα την περίμενε λίγο πιο κάτω με τ’αυτοκίνητό του και θα την πήγαινε σπίτι του.
Ο Μπούκουρας είχε έναν μικρότερο αδελφό το Δαμιανό, που ήταν ευφυία. Τελείωσε με άριστα το Μετσόβιο, πήρε υποτροφία για τη Γερμανία κι έγινε διάσημος και πλούσιος αρχιτέκτων. Ανησυχούσε για τ’αδελφάκι του, αφού κατά την γνώμη του ήταν αδύνατο να πάρει πτυχίο. Ένα καλοκαίρι σήκωσε στο οικόπεδό τους πολυκατοικία και του τη δώρισε. Έτσι ο Μπούκουρας ήταν πια πλούσιος και μάλιστα κατοικούσε στο ρετιρέ κι είχε μια γκαρσονιερίτσα στο ισόγειο για τις γκομενίτσες, τ’άλλα διαμερίσματα τα ενοικίαζε.
67
Ανέβασε την Ξένια στο ρετιρέ και αμέσως της προσέφερε ποτό. Η Ξένη αρνήθηκε, δεν έπινε ποτά. Βρισκόταν εκεί γιατί ήθελε διακαώς τον βίαιο και βρόμικο έρωτά του. Γδύθηκε αμέσως και πήγε στη ντουζιέρα. Ξαφνικά βγήκε με τις σαπουνάδες. ―Τι γίνεται ρε Μπούκουρα δε θά’ρθεις; τον ρώτησε μ’έκπληξη. Ο Μπούκουρας που είχε αποσβολωθεί απ’την ανέλπιστη τύχη του, συνήλθε, γδύθηκε γρήγορα και την έπλυνε με στοργή και φροντίδα. Τη σκούπισε, την πήρε στα μπράτσα του και την απέθεσε τρυφερά στο κρεβάτι. Η Ξένη θορυβήθηκε. Δεν ήταν αυτός ο Μπούκουρας, ήταν άλλος. Άρχισε να της μιλά γι’αγάπη και τον ιδανικό έρωτα, που ένιωθε γι’αυτήν. Τον φίλησε στο στήθος και άρχισε να του τον χαϊδεύει. Αυτός αργούσε. Την ξενέρωνε. Μετάνιωσε που πήγε. Τι λάθος ήταν κι αυτό. Σηκώθηκε απότομα να ξαναπάει στο μπάνιο να πλυθεί για να φύγει. Όταν ο Μπούκουρας την είδε να προχωρά γυμνή αναστατώθηκε, το σώμα του άρχισε να θυμάται. Πετάχτηκε απ’το κρεβάτι και την άρπαξε. ―Εγώ δε σου είπα να φύγεις. Την πήρε πάλι στα μπράτσα του σαν ανάλαφρο κοριτσάκι και αυτήν τη φορά την πέταξε βίαια στο κρεβάτι. Άρχισε να βγαίνει ο εαυτός που είχε ξεχάσει. Η Ξένη το ένιωσε κι άρχισε να λαχανιάζει με πάθος από έκρυθμη ερωτική αναμονή, περίμενε με λαχτάρα τα πάντα. Ο Μπούκουρας της άνοιξε τα σκέλια κι όπως κοιτούσε εκεί ανάμεσα στο σκοτεινό σημείο του πόθου αγρίεψε. Αυτός της έδειξε την αγάπη του κι αυτή ήταν μια πόρνη που ήθελε γαμήσι. Της έριξε δυο χαστούκια με περιφρόνηση, που πόνεσαν λίγο. Η Ξένη τα δέχτηκε, τα περίμενε κιόλας. Της άξιζε. Ήταν μια πουτάνα που άφησε το παιδί της και τον άντρα της για να γαμηθεί. Ο Μπούκουρας είχε την αίσθηση της γυναίκας που ήταν από κάτω του. Είχε ένα είδος ζωώδους ερωτικής τηλεπάθειας. Ένιωθε τι ήθελε η γυναίκα από κάτω του κι αυτός της έδινε και κάτι πάρα πάνω για να τη βιάζει, ωθώντας στο έπακρο τον πόθο της.
68
Όταν την έφτανε στο έπακρο, τραβιόταν και της τό’ κοβε μαχαίρι για να νιώσει την ανάγκη του και να την εξουσιάζει. Ήξερε ότι ο έκρυθμος έρωτας είχε σύνδρομο την εξουσία. Την γύρισε βίαια μπρούμουτα για να κολλήσει το πρόσωπό της στο στρώμα. Έτσι θα ένιωθε κατακτημένο αντικείμενο του πόθου, δοχείο ηδονής κι όχι προσωπικότητα. Οργίασε γρήγορα χωρίς καμιά προφύλαξη. Ήταν η δούλα του και δεν του περνούσε καθόλου απ’το νου να την σεβαστεί. Ήθελε να την γκαστρώσει σαν σκύλα. Τα άδειασε όλα μέσα της. Δεν είχε τίποτ’άλλο μέσα του, αυτή η πόρνη τον είχε στεγνώσει τελείως. Εκείνη τη στιγμή τη μίσησε. Αυτός ανέβασε τον εαυτό του ψηλότερα για να την φτάσει, κι αυτή εκείνο που ήταν επίτευμά του το πέταξε στα σκουπίδια. Πήγε στην άκρη του κρεβατιού και κάθισε με τα πόδια του στο πάτωμα. Της είχε την πλάτη γυρισμένη. Την περιφρονούσε μα την ποθούσε κιόλας. Αυτή ένιωθε τα πάντα. Ξέσπασε σε ένα κλάμα βουβό με λυγμούς. Ο Μπούκουρας έσπασε, την αγαπούσε τόσο! Έπεσε δίπλα της και την χάιδευε τρυφερά. Ένιωσε τόσο αχάριστος. Είχε γυμνό αυτό το θαυμάσιο πλάσμα, το ερωτευόταν και το χάιδευε. Αυτό που δε μπορούσε να φανταστεί ούτε στα πιο τολμηρά του όνειρα ήταν πραγματικότητα κι αυτός το περιφρόνησε. Δεν τον ένοιαζε πια αν τον αγαπούσε ή όχι, αυτό του ήταν αρκετό. Ήταν ένα θαύμα. Αυτό το ιερό σημείο της φύσης όταν ένιωθε ερωτική μοναξιά, να τον προτιμά απ’όλους τους άντρες που την ποθούσαν παθιασμένα. Ήταν ένα προνόμιο που του χάριζε η φύση ίσως για κάποιο ανεξερεύνητο καπρίτσιο, χωρίς να το αξίζει. Μπορεί ο ίδιος ο Θεός. Του ήταν πια υπεραρκετό αυτό το θαυμάσιο πλάσμα να τον ποθεί και να την έχει στη αγκαλιά του γυμνή όποτε της καπνίσει, χωρίς να τον ρωτά. Κατά τα χαράματα ξαναερωτεύτηκαν.
69
Ο Μπούκουρας δεν έπαιρνε ποτέ προφυλάξεις. Εξ άλλου είχαν με το Σήφη αρχίσει την προσπάθεια γι’άλλο ένα παιδί. Ένα παιδί προγραμματισμένο χωρίς πόθο. Ανατρίχιασε, δηλαδή θα είχε και γι’αυτό την αμφιβολία πως είναι του Μπούκουρα. Έμεινε εκεί το βράδυ. Δε γύρισε νύχτα μην τη δει κάποιο μάτι. Ντράπηκε έπαιρνε προφυλάξεις. Ήταν κλασική μοιχαλίδα που υπέπιπτε στις διατάξεις του νόμου. Δηλαδή με κάποιο τρόπο έκλεβε απ’τα δικαιώματα του Σήφη κάποιο σημαντικό μέρος τους κι όχι μόνο, γκαστρωνόταν κιόλας. Βγήκε χαράματα απ’το σπίτι του Μπούκουρα, περπάτησε δυο στενά πιο κάτω και πήρε ταξί. Πήγε στην Ερμού, έκατσε σ’ένα καφέ και περίμενε ν’ανοίξουν τα μαγαζιά. Βέβαια ήταν μοιχαλίδα, αλλά κι ο Σήφης είχε πολύ αλλάξει. Την είχε παραμελήσει. Ήξερε τα πάθη της και τα περιφρόνησε. Κατά τις δέκα έφτασε στο σπίτι με δυο τσάντες γεμάτες για τα μάτια της γειτονιάς. Μόλις άκουσε το τηλέφωνο δεν το σήκωσε. Πήρε όμως αμέσως η ίδια στο ξενοδοχείο. ―Τι έγινες βρε παιδί μου του είπε, ούτε ένα τηλέφωνο; ―Έχω τηλεφωνήσει τρεις φορές, είπε ο Σήφης. Αν δεν ήθελα ν’ανησυχίσω τη μάνα σου και το παιδί θα την έστελνα να σε δει. ―Είχα πάει στο σινεμά και γύρισα κάπως αργά. Μωρέ κατέβασα τον ήχο του τηλεφώνου, γιατί μέχρι αργά υπήρχε κάποιος που με παρενοχλούσε με πρόστυχες διαθέσεις. Έχω την εντύπωση ότι είναι γνωστός γιατί γνώριζε την ανατομία μου. Το πρωί πήγα για ψώνια και μετά ξέχασα να το επαναφέρω. Είχε χωθεί βαθιά στην υποκρισία, έπιασε τον εαυτό της να το γλεντάει κιόλας. Μπορούσε να τον κάνει ό,τι θέλει. Και βέβαια μπορούσε, αφού της είχε πλήρη εμπιστοσύνη και την αγαπούσε. Έκλεβε εκκλησία. Έκανε αυτό που έκαναν όλες οι πουτανίτσες που είχαν παντρευτεί γέρους για τα λεφτά τους. ―Εσύ πως είσαι; Έμαθα ότι οι επίτροποι το γλεντάτε με γκομενάκια. Η Ξένη αστειεύτηκε αλλά ο Σήφης πονιάστηκε. Δεν απάντησε αμέσως, μήπως κάποιος της είπε κάτι; Η Ξένη ένιωσε την αμηχανία του. Τον είχε κυριολεκτικά γεννήσει.
70
Ταράχτηκε. ―Είναι δυνατόν ο Σήφης; Αποφάσισε κεραυνοβόλα να πάει στη Θεσσαλονίκη. Τα ξενοδοχεία εκείνες τις μέρες ήταν φουλ. Τη φιλοξένησε η Γιάννα που είχε παντρευτεί κι εγκατασταθεί εκεί. Η Γιάννα κατάλαβε. ―Τι έγινε φιλενάδα φουρτούνες; Δεν απάντησε κι Γιάννα τό’κοψε. Στήθηκε έξω απ’το Μακεδονία Παλλάς. Τελικά τον είδε με τη μικρούλα. Η στάση τους όμως ήταν τυπική. Η Πόπη ήξερε να παίζει. Όταν όμως βγήκαν το βράδυ περίπατο, ο Σήφης σε κάποιες απόμερες φυλλωσιές δεν άντεξε, την άρπαξε απότομα και τη φίλησε στο στόμα. Την κράτησε σφιχτά αρκετά έτσι που δεν υπήρχε πια αμφιβολία. Ζήλεψε. Ποτέ δεν είχε ζηλέψει από κανέναν για τίποτα, το συναίσθημα αυτό της ήταν άγνωστο. Κάποια μικρούλα της έτρωγε τον Άντρα. Άραγε τι έπρεπε να κάνει; Τι έκαναν τα κατινάκια σ’αυτή την περίσταση; Να ορμήσει και να την ξεμαλλιάσει, να δώσει ένα χαστούκι στο προδότη και να του πει ότι από δω κι εμπρός θα έχει να κάνει με το δικηγόρο της; Αυτοσαρκάστηκε: Άντε λοιπόν πριγκιπέσα, μπες και συ στον αληθινό κόσμο! Γύρισε σπίτι κι άρχισε να μετρά τα υπέρ και τα κατά. Ο Γάμος της αυτή τη στιγμή ήταν διαλυμένος. Ο έρωτάς της με το Σήφη είχε χαθεί από καιρό. Μπορούσε όμως κι αυτή να έχει δικαιώματα στο δικό της κόσμο, ακόμα κι εκείνον του σκότους που τις πρόσφερε τις παράδρομες ηδονές. Μπορούσαν να ζήσουν σαν φίλοι και να μεγαλώσουν τα παιδιά τους. Για μια στιγμή σάστισε. Ποια παιδιά τους; Μπορεί ούτε ο Πανούλης, ούτε αυτό που πιθανόν έχει στην κοιλιά της να είναι δικό του. Δεν υπήρχε λοιπόν ισορροπημένη εξίσωση. Όπως κι αν ήταν, χαμένος ήταν ο Σήφης. Τι σκέψεις ήταν αυτές; Είχε κι αυτή μολυνθεί απ’τις εργασίες της για το υπουργείο: Πόσο είχε αλλάξει; Αποσβολώθηκε. Τι έγινε εκείνο το κορίτσι που σε θέματα ηθικής τάξης δεν δεχόταν μύγα στο σπαθί της; Ξέσπασε σε κλάματα. Είχε τόσο πολύ κατρακυλήσει; Ο Σήφης στο τηλεφώνημα προδόθηκε από την αμηχανία που του δημιούργησαν οι τύψεις. Έχει δρόμο γυρισμού. Αυτή έχει;
71
Πήγε στο γραφείο κι έβγαλε ένα τετράδιο με κάποια γραφτά “Περί Αρετής”. Το έργο ήταν μια μοντέρνα πραγματεία εμπνευσμένη από τον Πρωταγόρα του Πλάτωνα. Τι έγινε η Αρετή που τόσο τιμούσε; Έβαλε πάλι τα κλάματα. Πήρε ένα μεταλλικό κάλαθο αχρήστων κι έβαλε μέσα αυτό το σύγγραμμα που τόσο αγαπούσε. Έριξε οινόπνευμα κι έβαλε φωτιά. Όπως μυξόκλαιγε με λυγμούς, πήρε όλα της τα γραφτά και τά’καψε. ΄Όταν έγιναν στάχτη κάθισε αποσβολωμένη και κοίταγε τον τοίχο του δωματίου. Πόνεσε, ήθελε να τιμωρήσει τον εαυτό της για την κατάντια της. Αν μπορούσε να ξαναγυρίσει πίσω στον εαυτό της ίσως τα ξανάγραφε και τα εννοούσε. Όταν φύγει ο ρομαντισμός απ’την ψυχή του ανθρώπου, όταν πάψουμε να ντρεπόμαστε τον εαυτό μας, δεν μένει τίποτα. Μαζί με τα γραφτά κάηκε κι ένα μέρος του εαυτού της. Κάηκε ό,τι καλύτερο είχε, αλλά μαζί ήλπιζε κι ό,τι χειρότερο.
Όταν επέστρεψε ο Σήφης τον δέχτηκε με λαχτάρα σα να είχε χαθεί για πάντα και ξαναγύρισε. Ο Σήφης είχε εκείνη τη συστολή της σεμνότητας που τον χαρακτήριζε. Τον αγαπούσε τόσο! Ήταν ο καλύτερος κι ο ανώτερος άνθρωπος που είχε γνωρίσει. Τον είχε ακόμα δικό της, δεν τον είχε χάσει. Ο Σήφης είχε το κεφάλι κατεβασμένο, τον αγκάλιασε με πάθος. Του ετοίμασε αυτή το μπάνιο, για να νιώσει ότι είναι ο άντρας, ο αγαπημένος της. Μπήκε κι αυτή στο λουτρό και τον σαπούνιζε με φροντίδα σαν να ήταν η μοναδική δουλειά της, σαν να ήταν το μωρό της. Ο Σήφης ένιωσε τρυφερότητα και θαλπωρή, του ήλθε στο νου η Πόπη. Αυτό κορίτσι που ήταν θύμα της εξουσίας και του εαυτού της. Πως μπόρεσε να προδώσει τη γυναίκα που λάτρευε, μ’αυτό το δυστυχισμένο πλάσμα! Όταν τελείωσε πήγε κι άραξε στο κρεβάτι. Η Ξένη πλησίασε τού’δωσε ένα φιλί και θα πήγαινε για μπάνιο. Την τράβηξε πάνω του.
72
―Δεν χρειάζεται είπε, το άρωμα του κορμιού σου μ’αρέσει καλύτερα. Η Ξένη ένιωσε άβολα, αλλά ξάπλωσε πλάι του. Την χουχούλιασε με τρυφερότητα στην αγκαλιά του, αυτό δεν του αρκούσε και την έσφιξε, σαν να φοβόταν μην του φύγει. Δεν ήταν όμως ακόμα έτοιμος να μιλήσει. Πως να ξεκινούσε τη απολογία του; Μήπως να της έλεγε κατ’ευθείαν την αλήθεια; Μήπως να της θύμιζε την περιπέτειά της με το Μπούκουρα; Αφού δηλαδή αυτός δεν ζήτησε τότε εξηγήσεις ίσως κι αυτή να τον απάλλασσε. Όμως πως αυτός ο ίδιος θα ξεχνούσε ότι αντί να πάρει τη γυναίκα του στη Θεσσαλονίκη, προτίμησε το πουτανάκι. Ή ακόμα να της πει ότι με τη δουλειά της και τις προτάσεις, που τις εμφανίζει σαν δικές του, καρπούται ανεβαίνοντας την ιεραρχία και μάλιστα εξαιτίας αυτού, του προσφέρουν και την πολυτέλεια της οδαλίσκης; Απ’όπου κι αν το έπιανε του ξέφευγε. Ακόμα τι άνθρωπος είχε γίνει! Προφανώς δεν είχε μετανιώσει. Πόσο τον είχε αλλάξει η ίντριγκα του υπουργείου! Το πρόσωπό του δεν τον υπάκουε πια, δεν το έλεγχε. Δε μπορούσε να υποκριθεί. Σταμάτησε να σκέπτεται. Έδωσε δυο γερά χαστούκια στον εαυτό του και την κοίταξε πονεμένα στα μάτια, σαν ικέτης. ―Σ’απάτησα είπε και ξέσπασε σε κλάματα. Η Ξένη είχε από πολύ πριν καταλάβει τι μάχη έδινε μέσα του, αφού αυτή την είχε δώσει πιο πολλές φορές. ―Έεελα, του είπε, ίσως είναι καλύτερα έτσι, είμαστε ισοπαλία. Δε θέλω καμιά εξήγηση όπως κι εσύ αρνήθηκες τη δική μου κι άπλωσες το χέρι να με τραβήξεις πίσω απ’την κόλαση. Δεν του είπε για το δεύτερο παραστράτημά της, γιατί θα ήταν πάρα πολύ. Η κατάσταση ήταν πολύ φορτισμένη. Ο Σήφης έμεινε εκεί σκυμμένος, ήταν συντετριμμένος. Η Ξένη τον αγκάλιασε τρυφερά και του χάιδευε τα μαλλιά. Ξαφνικά τον ταρακούνησε άγρια. ―Έλα τώρα άντρας είσαι και παρασύρθηκες. Ο πειρασμός σου ήταν πολύ μεγάλος. Ο Σήφης ταράχτηκε. ―Μη μου πεις πως το ήξερες; ―Τι σου περνά απ’το μυαλό ότι εγώ δεν είμαι Κατίνα;
73
Σε κατάλαβα απ’το τηλεφώνημα κι έτρεξα. Θα σου πω αυτό: ζήλεψα αφόρητα, όμως δεν είχα το δικαίωμα να στο χαλάσω. Περίμενα αυτή τη στιγμή, που θα γύριζες μετανιωμένος. Γέλασαν πικρά μαζί συγχρόνως. ―Είναι πολύ πληκτικό να επαληθεύεσαι συνέχεια είπε η Ξένη. Είχε γελάσει κι ο Σήφης, πικρά μεν αλλά είχε γελάσει. Αυτό ήταν μια καλή αρχή. Τον φίλησε στο στόμα αισθησιακά. Αυτός ξαφνιάστηκε. Τού’δωσε μιαν αγκωνιά πειραχτική παιχνιδιάρικη σαν να ήταν φιλαράκια στο καφενείο. ―Τουλάχιστον άξιζε αγόρι μου; Και γέλασε. Ο Σήφης κατέβασε το κεφάλι. ―Αφού την είδες είπε. ―Μην είσαι βλάκας, για το κρεβάτι μιλάω. Τέλος πάντων ήταν καλύτερη από μένα; Ο Σήφης την κοίταξε με παράπονω. Αφού το ξέρεις, έχω ξεχάσει την Ξένη, και τόνισε την Ξένη τη δική μου που αγάπησα. ―Τότε δεν μένει παρά να στην ξαναθυμίσω. Έπεσε πάνω του και το γόνατό της χώθηκε σκόπιμα ανάμεσα στα πόδια του και θώπευσε το σημείο του πόθου του. Ναι αυτός είναι, το επιβεβαίωσε, αφού άρχισε κιόλας να του στήνεται. Αυτή πήγε να σηκωθεί αλλ’αυτός την άρπαξε βίαια. Τόσα χρόνια είχαν ερωτευτεί παράφορα, είχαν απατηθεί, είχαν ξαναγαπηθεί, όμως ποτέ δεν είχε μυρίσει το αληθινό άρωμα της σάρκας που είχε τόσο ερωτευτεί. Μύριζε σα στάρι, βανίλια και βούτυρο, σαν φρεσκοψημένο τσουρέκι. Τη δάγκωσε. Η Ξένη πόνεσε, αλλά έβαλε τα γέλια. Το γέλιο της ξεπετάχτηκε έξαφνα σαν να εκτιναζόταν από δροσοπηγή. ―Έεελα τώρααα! Είπαμε να είσαι άγριος όχι όμως και κανίβαλος. Ξεκαρδίστηκαν κι επιδόθηκαν στην ερωτική πάλη, στο αγαπημένο τους ερωτικό παίγνιο, που απολάμβαναν στις αρχές του έρωτά τους. Τότε που ήταν πολύ νέοι, αγνοί και ξέγνοιαστοι. Τελικά η Ξένη νικούσε πάντα και βρισκόταν πάνω του. Αλλά ο Σήφης την γύριζε ανάποδα βίαια κι ερωτευόντουσαν ξέφρενα. Ήταν τόσο καθαροί κι ευτυχισμένοι δεν είχαν τίποτα να τους λεκιάζει. Όταν υπάρχει αγάπη αληθινή όλες οι δυσκολίες γυρίζουν πίσω και οικοδομούν ξανά την ευτυχία.
74
Βεβαιώθηκαν και για την δεύτερη εγκυμοσύνη. Ο Ξένη γέννησε το δεύτερο παιδί μ’ένα χρόνο διαφορά. Ήταν αγοράκι που έμοιαζε κι αυτό μάλλον στη μάνα του. Απ’το Σήφη δεν πήραν τίποτα. Η Ξένη δε μπορούσε πάλι να βεβαιωθεί απ’τις μέρες της γέννησης για την πατρότητα του παιδιού. Δεν μπορούσε όμως να φθείρεται και το άφησε στην τύχη. Μετά το ξέχασε. Ίσως η συνείδησή της είχε πια αμβλυνθεί. Η αγάπη τους είχε περάσει τέτοιες φουρτούνες που δεν μπορούσε να τις φέρνει συνεχώς στην επιφάνεια. Μήπως αν την είχε γνωρίσει με δυο παιδιά δε θα την αγαπούσε; Δε θα ένωναν τις ζωές τους; Αυτό το θέμα τό’θαψε μαζί και το Μπούκουρα. Δεν θα τον ξανάγγιζε ποτέ. Εξ άλλου δεν ήταν πια ο ίδιος, αλλά ούτε αυτή, ούτε ο Σήφης ήταν, είχαν όλοι τόσο πολύ αλλάξει. Τους έμενε όμως με τον Σήφη η αγάπη κι οι μνήμες του αγνού του αθάνατου έρωτα, που τους είχε τόσο σημαδέψει. Δεν μπορούσε να κοιμηθεί πια αν δεν χωνόταν στην αγκαλιά του. Μήπως αυτό ήταν ο αληθινός έρωτας;
Εκείνη την εποχή είχαν κάνει πολλούς φίλους απ’τον καλλιτεχνικό κύκλο του θεάτρου της Νέας Ιωνίας, του οποίου ψυχή του ήταν ο Γιώργος Μιχαλόπουλος. Ο Δαμιανός Μαυρίδης, ο Χρήστος Μανιατάκης, ο Νίκος Γκαζέρτας, η Κατερίνα Ξηνταρά κι άλλοι, όλοι αριστεροί, αφού η αριστερά είχε τη μερίδα του λέοντος εκείνη την εποχή στον πολιτισμό. ΄Όταν λοιπόν ξέσπασαν τα Ιουλιανά η παρέα διάλυσε, αφού πολλοί απ’την παρέα, όπως ο Παναγιώτης Βαρδάνος συνελήφθησαν. Δύο μάλιστα απ’αυτούς κλείστηκαν στις αγροτικές φυλακές Τίρυνθας. Η Ξένη δήλωνε ανένταχτη Μαοϊκιά κι ο Σήφης την ακολουθούσε για συμπαράσταση. Αυτός μάλλον έρρεπε προς τον ευρωκομμουνισμό. Ήταν ο ρεφορμιστής της παρέας. Η κατάσταση ήταν ρευστή κι ο Σήφης μολονότι ήταν κουλτουριάρης αναδιπλώθηκε λίγο επειδή ήταν διευθυντικό στέλεχος του Υπουργείου Πολιτισμού.
75
Επεβλήθει η Χούντα. Μαζί με τους αριστερούς της γειτονιάς έπιασαν και τον Πάνο. Ο Σήφης προσωρινά τη γλίτωσε, όμως οι εργασίες κι οι φάκελοι των προτάσεών του που είχαν αρκετή σκόνη κρυφού αριστερισμού, πέρασαν στα χέρια των στρατιωτικών επιτρόπων, που στο Υπουργείο κρυφό πρόσταγμα είχε ο Γιωργανάς. Ο Γιωργανάς ήταν ένας πρώην αριστερός που έφυγε απ’τις χώρες της ανατολικής Ευρώπης και μεσουράνησε σαν προπαγαντιστής και θεωρητικός της χούντας. Ήταν πανέξυπνος και μορφωμένος, μάλιστα παρουσιαζόταν σαν αρχαιοελληνιστής. Αυτός πρώτος ενδιαφέρθηκε για το περιεχόμενο και τις αριστερές παρεκκλίσεις των φακέλων. Τους είχε πάρει σπίτι του και τους μελετούσε με ευχαρίστηση. Δε είχε ξαναδεί τέτοια γλαφυρότητα ακρίβεια και λακωνικότητα σε άλλο κείμενο. Η στρατιωτική επιτροπή που είχε στα χέρια της τα ύποπτα αποσπάσματα τον κάλεσε σε απολογία χωρίς της έγκριση του Γιωργανά. Η υπεράσπιση του Σήφη για τα κείμενα, γέννησε αμφιβολίες, κι επειδή δεν υπήρχαν απτά στοιχεία περίμεναν από τον Γιωργανά ν’αποφανθεί. Ο στρατιωτικός επίτροπος επί του πολιτικού προσωπικού, τοποθετήθηκε τότε ο συνταγματάρχης Χαμηλοθώρης. Αυτός ήταν παιδικός φίλος με τον Μπαλόπουλο κι έτσι τον βεβαίωσε ότι ο Σήφης είναι σοβαρό άτομο. Ο Μπαλόπουλος όμως του θύμισε ότι η οικογένειά του έχει παρελθόν κι ότι οι εργασίες του έχουν απασχολήσει τον Γιωργανά. ―Δεν μπορούμε λοιπόν να κάνουμε τίποτα. Ο Μπαλόπουλος είχε οικειότητα με τον Γιωργανά και τον ρώτησε. Ο Γιωργανάς μίλησε με θαυμασμό γι’αυτά τα κείμενα. ―Είναι μυαλό, είπε, κι εμείς τέτοιους θέλουμε. Τα κείμενα για κάποιο λόγο μπήκαν στο αρχείο και ξαναβγήκαν στην επιφάνεια κατά την διακυβέρνηση Μαρκεζίνη. Η επιτροπή ήταν πενταμελής της οποίας πρόεδρος ήταν ο Υπουργός και τον ξαναφώναξε. Ο Γιωργανάς δεν μπορούσε να συμμετάσχει. Παρακολουθούσε όμως την όλη διαδικασία μ’ένα μικρόφωνο απ’το διπλανό δωμάτιο.
76
Οι επίτροποι είχαν απομονώσει τμήματα των κειμένων και είχαν συνθέσει μ’αυτά ένα ολοκληρωμένο κείμενο που φυσικά ήταν πλαστό. Ο Υπουργός στην παρατήρηση του Σήφη γι’αυτό, τόνισε ότι βέβαια είναι αλήθεια πλαστό, όμως αυτό έχει συμβεί σκόπιμα. Μάλιστα αυτό έγινε με την προτροπή του για να δείξει σ’έναν νέο Έλληνα και διακεκριμένο διανοούμενο τις παγίδες που γεννούν τα κείμενά του. Ο Σήφης που είχε πια πάρει την κρυάδα, κι αφού πίστευε ότι μάλλον θα τον απέλυαν. Επικαλούμενος τις διακηρύξεις της κυβέρνησης Μαρκεζίνη για τον επικείμενο εκδημοκρατισμό, ανέτρεψε τις απόψεις της επιτροπής. Ο Υπουργός κι η ομάδα του αφιονίστηκαν. Αντί για επιχειρήματα ο υπουργός έβγαλε έναν υπερεθνικό λόγο, που φάνταζε παραλήρημα. Ξαφνικά άκουσαν απ’το διπλανό γραφείο βρισιές, μετά κάποιος να τηλεφωνά μεγαλοφώνως σε κάποιον υψηλότερα ιστάμενο. ―Ποιος διόρισε αυτόν τον μαλάκα υπουργό; Αυτός δεν έχει ακόμα καταλάβει που βρισκόμαστε. Δεν έχει καταλάβει ότι είμαστε στο λεπτότερο στάδιο του εγχειρήματος: τον εκδημοκρατισμό της επανάστασης. Να τον στείλουν σε κάποιο στρατώνα. Ξαφνικά ήλθε εντολή από πάνω να σταματήσει αυτή η οπερέτα κι ο καθένας να πάει στη δουλειά του.
Την άλλη μέρα ο Βακιρτζής κατέθεσε την παραίτησή του με τη δικαιολογία ότι δε μπορούσε να εργαστεί και να αισθάνεται ότι η παρουσία του διχάζει το υπουργείο. Ο Χαμηλοθώρης τον συμβούλεψε να την αναβάλλει. Τον κάλεσε κι ο Μπαλόπουλος, ο Σήφης επέμεινε ότι η παρουσία του μόνο κακό θα κάνει. Απ’το διπλανό γραφείο ο Γιωργανάς ζήτησε να τον στείλουν μέσα. Ο Σήφης καθόταν προσοχή σαν να είναι φαντάρος κι ο Γιωργανάς τον κοίταζε ερευνητικά, τόση ώρα ώστε να δημιουργηθεί αμηχανία. ―Θα ξέρεις πιτσιρικά ότι δεν είμαι μαλάκας. Έχω φάει με το κουτάλι την ίντριγκα στο «παραπέτασμα». Είσαι μάγκας και μυρίστηκες κίνδυνο γι’αυτό θες να την κοπανίσεις και να τη βγάλεις καθαρή και από μας κι από τους άλλους αν έλθουν.
77
Αύριο υποβάλλεις παραίτηση και κοπάνα την για έξω. Έχεις πολλούς εχθρούς. Να θυμάσαι όμως αυτό: τη γλίτωσες χάριν της γυναίκας σου. Τι νομίζεις, η υπηρεσία μπρίκια κολλάει. Ερεύνησα κι έμαθα για την Πολυξένη Μπερεκέτη νυν Βακιρτζή. Έμαθα ότι αυτό το διανοητικό τέρας συντάσσει τα πάντα. Εγώ τη θαυμάζω. Μήπως νομίζεις πως όταν πηγαίνατε εκδρομές στον Πόρο εμείς δεν μπήκαμε στο γραφείο της;
Η παραίτησή του έγινε δεκτή και την άλλη μέρα ξέσπασε η εξέγερση του πολυτεχνείου. Η Ξένη κι ο Σήφης πήραν τηλέφωνο απ’το Γκαζέρτα να συναντηθούν με την παρέα έξω απ’το Κοτοπούλη κατά τις τέσσερις. Αυτοί όμως πήγαν νωρίτερα. Στις τέσσερις, κι έξω απ’ το Κοτοπούλη, υπήρχε τεράστια συγκέντρωση αστυνομικών δυνάμεων έτσι δεν υπήρχε περίπτωση να βρεθούν μαζί. Βρεθήκαν στην πορεία για το Σύνταγμα, και μετά την κάθοδο των τανκς διαλύθηκαν κάπου στα Εξάρχια. Σ’ένα μικρό στενό βρέθηκαν ανάμεσα σ’αστυνομικές δυνάμεις. Ήταν έξη άτομα. Έσπρωξαν την πόρτα ενός παλιού νεοκλασικού. Κάποιος ηλικιωμένος τους έκανε νεύμα να μπουν. Ήταν ένα σχεδιαστήριο, όπου ο κύριος έκανε μακέτες για όφσετ και μεταξοτυπίες. ―Κύριε Βακιρτζή του είπε, Γιάννης Κώτσης· τού’δωσε το χέρι και τον πήρε κατά μέρος. ―Είμαι φίλος του Στράτου Χαμηλοθώρη και είμαστε στην ίδια ομάδα, γνωρίζω τα πάντα για σας. Ο Στράτος αύριο φεύγει. Έχει τα διαβατήρια και τα εισιτήριά σας, να επικοινωνήσετε επειγόντως μαζί του.
Κάποιος απ’την παρέα συστήθηκε στην Ξένη. ―Πολυξένη είμαι ο Νίκος Καραχάλιος απ’το δέκατο πέμπτο δημοτικό Πετραλώνων. Δε, με θυμάσε; ―Συγνώμη, όχι. ―Γέλασε. Τι περίεργος είναι ο κόσμος. Είμουν δέκα χρονών όταν σε είχα ερωτευτεί παράφορα και τώρα υπ’αυτές τις συνθήκες στο λέω, αλλά εσύ ούτε που με θυμάσαι. ―Φίλε εγώ σε θυμάμαι. Είμαι ο Ιωσήφ Βακιρτζής. Καθόσουνα δίπλα στο μπακάλικο του Μήτσου κοντά στην Πλατεία Μερκούρη. Εσύ με θυμάσαι;
78
―Όχι απάντησε ο Νίκος. ―Ο κόσμος μας είναι φοβερά σπάταλος φίλε, όπως το λουλούδι σκορπά χιλιάδες σπόρια και πολύ λίγα απ’αυτά φυτρώνουν, το ίδιο και με τις σχέσεις των ανθρώπων. Χιλιάδες έρωτες γεννιόνται μα λίγοι ευοδώνουν. Θα πω κι αυτό: Οι άντρες σπαταλούν τόνους σπέρματος, πολύ λίγο όμως φτάνει στο σκοπό του.
Μετά την εξέγερση του Πολυτεχνείου, ο Παπαδόπουλος χάθηκε. Ο κύριος Χαμηλοθώρης έδωσε μέσω της συζύγου του στην κυρία Καίτη, τη μητέρα της Ξένης, δύο διαβατήρια, δύο εισιτήρια και μια διεύθυνση στο Παρίσι. Την άλλη μέρα την κοπάνισε για το Παρίσι. Ο Σήφης κι Ξένη έφυγαν αεροπορικώς για Ρώμη κι από κει πήγαν σιδηροδρομικώς στο Παρίσι. Η διεύθυνση που τους είχε δοθεί ήταν των σοσιαλδημοκρατών του Ανδρέα. Ο Σήφης χάρηκε. Ο Στράτος Χαμηλοθώρης ήταν τελικά δημοκράτης. Ο Σήφης ήταν γνωστός σ’αυτούς τους κύκλους, κάποιοι τον θεωρούσαν ήρωα. Στην πρώτη συγκέντρωση που παρευρεθεί κι ήταν ομιλητής ο Χαμηλοθώρης, προτού προχωρήσει στη ομιλία του, ανακοίνωσε ότι έχουν μαζί τους τον Σήφη Βακιρτζή. Το κοινό χειροκρότησε κι ο Χαμηλοθώρης τον κάλεσε ν’ανέβει στη έδρα και να πει δυο κουβέντες. Ένας δημοσιογράφος του ζήτησε μια γρήγορη συνέντευξη, αυτός αρνήθηκε ευγενικά. ―Παρακαλώ είπε, πριν μερικές μέρες υπήρξε λαϊκή εξέγερση, χάθηκαν νέοι άνθρωποι και πολλοί βρίσκονται στα κρατητήρια και τις φυλακές, είναι ύβρις να παριστάνω εγώ εδώ στο Παρίσι τον αντιστασιακό. Το κοινό ξέσπασε σε χειροκροτήματα. Ανώτερα στελέχη της οργάνωσης τον διπλάρωσαν, του έκαναν σαφές ότι τον χρειάζονται· ότι ο Αντρέας ετοιμάζεται να αναλάβει κι ότι θέλουν την οργανωτική του πείρα. Ο Σήφης λοιπόν ανέλαβε δράση, αλλά η Ξένη δεν τον ακολούθησε. Έπιασε δουλειά σ’έναν εκδοτικό οίκο. Αφού το να είσαι Έλληνας εκείνη την συγκυρία στο Παρίσι ήταν επικό. Δεν διέψευσε την εμπιστοσύνη τους. Γνώριζε άψογα γαλλικά κι αγγλικά, αλλά είχε ταλέντο στη διαμόρφωση των κειμένων.
79
Στην παρουσίαση ενός έργου της Σιμόν ντε Μποβουάρ, ο εκδότης ανέθεσε την οργάνωση της παρουσίασης στη Ξένη. Όταν την πρωτοαντίκρισε η Μποβουάρ, ρώτησε τον εκδότη με έκπληξη: ―Τι είναι Αυτό! που το είχες κρυμμένο; Ο εκδότης της απάντησε: φυγάς απ’την Ελλάδα. Τότε η Σιμόν τους παράτησε και κατευθύνθηκε προς την Ξένη. Συστήθηκε. Η Ξένη που έτρεφε θαυμασμό για την προσωπικότητά της, πήρε το χέρι της με τα δυο της χέρια και της το έσφιξε δυνατά. ―Μεγάλη μου τιμή της είπε. Έχω διαβάσει όλα τα έργα σας στο πρωτότυπο και μπορώ να πω ότι λόγω της νεαρής μου τότε ηλικίας, μ’έχετε επηρεάσει πάρα πολύ. Η Μποβουάρ ήταν μια όμορφη μεσόκοπη γυναίκα με θαυμάσιο βλέμμα. Χάρηκε. Την πλησίασε, την αγκάλιασε με τ’αριστερό χέρι και με το δεξί, της χάδευε γι’αρκετή ώρα τα μαλλιά, χωρίς να λέει τίποτα. ―Ζενιά μον αμούρ, ο Ζαν Πωλ έχει τη δική του Ελληνίδα. Μου επιτρέπεις να λέω ότι απέκτησα κι εγώ τη δική μου; Και την έσφιξε δίνοντάς της ένα φιλί στο μάγουλο. Την φίλησε τόσο απαλά σαν ερωτικό χάδι. Η Ξένη την κοίταξε κατάματα κι άφησε ένα σιβυλλικό αδιόρατο χαμόγελο. Η Σιμόν την άρπαξε σχεδόν με τη βία και την έσυρε στην παρέα του Σάρτρ. ―Ζαν Πωλ, κοίτα τη Ζενή, τη δική Ελληνίδα. Στην παρέα δημιουργήθηκε μια ευφορία, ο Μαλ την αγκάλιασε και την φίλησε στο στόμα. Η Ξένη θύμωσε και τον έσπρωξε. Μπορεί να είσαι ταλαντούχος αλλά γάιδαρος του είπε χαριτωμένα κι όλη η παρέα ξέσπασε στα γέλια. ―Δεν είμαι γάιδαρος, αλλά κεραυνοβολημένος από έρωτα, απάντησε. Από αύριο ξεκινώ σενάριο για μια νέα ταινία μ’εσένα πρωταγωνίστρια. ―Θα είναι ανοησία, του απάντησε η Ξένη, δεν μπορείς να γράψεις για κάποιον που δεν γνωρίζεις. Αλλά ούτε είμαι ηθοποιός για να παίξω στη ταινία σου. Εγώ δεν κάνω προχειρότητες. Όταν κάνω κάτι πρέπει να είναι άψογο. ―Αυτό δείχνει αλαζονεία, της απάντησε.
80
―Όχι, όχι, πετάχτηκε ο εκδότης, που είχε ήδη μπει στην παρέα. Αυτό το κορίτσι έγινε σε λίγες μέρες ένας απ’τους αισθητικούς κινητήρες των εκδόσεών μου.
Ό, τι περνά απ’το χέρι της είναι τερατωδώς άψογο. ―Αλήθεια δεν έχεις τίποτα δικό σου; την ρώτησαν. ―Είχα κάποια κείμενα αλλά τά’καψα σε μια στιγμή συναισθηματικής φόρτισης. Θα αρχίσω να γράφω όταν ξαναποκτήσω το ηθικό δικαίωμα που έχω χάσει. Όταν πάψω να φοβάμαι τον εαυτό μου. ―Αυτό μ’αρέσει, μουρμούρισε ο Σαρτρ. Τό’χω νιώσει κι εγώ αλλά με τρόμαξε, είναι πολύ επικίνδυνη αίσθηση, μπορεί να σε ρίξει στο χάος. ―Γράψε. Εγώ σου λέω, γράψε κι άσε την ίδια τη γραφή να σ’οδηγήσει.
Η Ξένη γύρισε αργά στο σπίτι, ο Σήφης κοιμόταν, ούτε που ξύπνησε. Μολονότι ήταν ευτυχισμένη, ένιωθε ότι το Παρίσι τους είχε χωρίσει.
Ο Σήφης άρχισε σιγά-σιγά ν’απομακρύνεται απ’την οργάνωση χωρίς ν’αποκόπτει τους δεσμούς του. Η Ξένη τον ρώτησε το λόγο. ―Ο περισσότερος κόσμος εκεί δεν ξέρει τι θέλει κι αυτοί που ξέρουν, είναι ως επί το πλείστον πονηροί. Η Ξένη του βρήκε δουλειά σ’ένα βιβλιοπωλείο στην περιοχή του Βενσέν. Εκεί ακόμα χτυπούσε λαβωμένη η καρδιά του «Μάη 68». Η Ξένη πήρε μια υποτροφία για κοινωνιολογία στο Βενσέν, παραιτήθηκε απ’τις εκδόσεις και ξέκοψε απ’τον κύκλο των διακεκριμένων καλλιτεχνών. Ο κύκλος αυτός ανέδιδε μιαν έντονη δυσοσμία παρακμής. Κράτησε μόνο τη σχέση της με τη Σιμόν. Αυτή η γυναίκα ασκούσε πάνω της μιαν αόριστη επιρροή, δεν μπορούσε να προσδιορίσει τι ένιωθε γι’αυτήν. Είχε τη στόφα της θεάς. Ήταν τρυφερή, σοφή, φωτεινή, σκοτεινή κι ερωτικά τόσο έκλυτη σχεδόν πρόστυχη. Ο σύντροφός της την αγαπούσε όπως ακριβώς είναι.
81 Ο χούντα έπεσε. Τα μάζεψαν γρήγορα· θα έφευγαν. Η Ξένη πήγε ν’αποχαιρετήσει τη Σιμόν. Αυτή την περίμενε κάπως μεθυσμένη. ―Αν σου πω ότι χάρηκα που έπεσε η χούντα, θα είναι ψέμα.
Η Ελλάδα θα γνωρίσει τώρα άλλες χούντες ίσως πιο επικίνδυνες. Δεν θα γίνει τίποτα. Το μόνο που θα γίνει, είναι ότι θα σε χάσω. Και ψιθύρισε, θα χάσω αυτό που δεν είχα. Την αύρα ενός γλυκού ονείρου του τίποτα. Την πήρε στα γόνατά της. Την έσφιξε τόσο δυνατά σαν να ήλπιζε ότι θα την κρατήσει για πάντα. Με είχες τόσο μπερδέψει! Δεν ήξερα αν είσαι εγώ στα νιάτα μου, η κόρη μου ή ο έρωτάς μου. Η Ξένη την φίλησε στο στόμα. Ίσα-ίσα που την άγγισε σαν χάδι. Ένα λεπτό ρεύμα τρυφερής λαγνείας τις διαπέρασε. Η Ξένη σηκώθηκε δακρυσμένη. ―Εδώ τελειώνει. Δεν θα ξαναϊδωθούμε ποτέ. Σε πόθησα, αλλά ευτυχώς δεν ενέδωσα. Έτσι θα μας μείνει αυτό το αξέχαστο φιλί του αποχωρισμού. Η Σιμόν την έδιωξε. Αντίο δεν αντέχω αυτόν τον αποχωρισμό. Η Ξένη έφυγε σχεδόν τρέχοντας, αν καθόταν λίγο ακόμα θα κατρακυλούσαν στο μελό. Βγαίνοντας συνάντησε τον Ζαν Πώλ. Τη χάιδεψε τρυφερά σαν παιδί, δεν είπαν λέξη. Βρήκε τη Σιμόν στο παράθυρο να κλαίει. Την αγκάλιασε. ―Τελικά ο Σκοτεινός Άγγελος σ’αγαπούσε, της είπε τρυφερά. Ο Σαρτρ είχε ονομάσει την Ξένη Σκοτεινό Άγγελο γιατί όπως έλεγε, δεν μπόρεσε ποτέ να τη γνωρίσει. Μολονότι η αναχώρησή τους απ’το Παρίσι ήταν πικρή, γιατί ήταν σίγουροι πως ό,τι είχαν εκεί δε θα το ξανάβρισκαν στην Ελλάδα ποτέ, έφευγαν με λαχτάρα. Ήθελαν να σφίξουν τα παιδιά πάνω τους και να ξαναδούν τους δικούς τους που τόσο αγαπούσαν. Στο αεροπλάνο ήταν κατά σύμπτωση κι ο Στράτος. Δεν ήταν πια ο κ. Συνταγματάρχης ούτε ο κ. Χαμηλοθώρης. Είχαν φάει ψωμί κι αλάτι. Άλλαξαν θέσεις με κάποιους άλλους ταξιδιώτες και κάθισαν δίπλα-δίπλα. ―Παρατήρησα Σήφη ότι άρχισες ν’απομακρύνεσαι απ’την οργάνωση. ―Θέλησα να το κάνω διακριτικά αλλά φαίνεται δεν το πέτυχα. ―Μόνον εγώ το κατάλαβα που σε ξέρω· στο υπουρ-γείο σε είχα αντικείμενο παρατήρησης. ―Εσύ τι θα κάνεις από δω και πέρα. ―Θα εκπλαγείς. Όλη αυτή η περιπέτεια μου άνοιξε τα μάτια. Πιστεύω ότι η μόνη λύση είναι το ΚΚΕ.
82
―Εγώ γέρνω στο ΚΚΕ εσ. η Ξένη είναι Μαοϊκιά. ―Δεν πάμε καλά φίλε μου. Είμαστε τρεις φίλοι και δε μπορούμε να τα βρούμε, σκέψου τι γίνεται γενικά στο αριστερό κίνημα. Έχουμε κι εμβόλιμο τον Αντρέα. Ξέρεις ότι σε κάποια γραφεία του έχουν κρεμασμένες τις φωτογραφίες του Μαρξ, του Ένγκελς και του Λένιν. Ναι του Λένιν. Αυτό δείχνει ότι το κίνημά τους είναι πολύ ύποπτο. Νομίζω ότι είναι βαλτοί. Ο Στράτος ζήτησε την γνώμη της Ξένης. ―«Οι ρεβιζιονιστές στη εξουσία είναι οι αστοί στην εξουσία». Απάντησε με το τσιτάτο του Μάο. Αυτό δεν αφορά μόνο το σοσιαλδημοκρατικό κίνημα, αλλά τους ευρωκομουνιστές και τους χρουτσωφικούς ψευδοκομουνιστές. ―Σαν ν’ακούω την παρέα του Σαρτρ, είπε ο Στράτος. Ο Σαρτρ, το Μάη, πάνω σ’ένα βαρέλι μίλησε για λίγο στους φοιτητές, ο μισός του λόγος ήταν τσιτάτα του Μάο. Η Ξένη χαμογέλασε, ―Και τι το παράδοξο βλέπεις σ’αυτό Στράτο; Φτάσαμε σήμερα στο πολιτικό-πολιτισμικό επίπεδο όπου μιλάνε τα όπλα. Έτσι μόνο με αποφθεγματικές ριπές μπορούμε να συνεννοούμεθα. Κάθε άλλη επιχειρηματολογία είναι μάλλον ύποπτη, αφού όλοι ξέρουμε ότι «η ελευθερία απορρέει απ’την εξουσία κι η εξουσία απ’τις κάννες των πυροβόλων». ―Κάνε κράτη ρε φιλενάδα. Η χώρα μας που ακόμα δεν έχει τελειώσει με τον εμφύλιο, θα μπορούσε να ξαναμπεί σ’άλλον; ―Τώρα βλέπω πόσο σ’αγαπώ. Αφού η αγάπη δεν μ’αφήνει να σε βομβαρδίσω μ’ατράνταχτα επιχειρήματα, είπε η Ξένη. Φυσικά δεν μιλάω για ένοπλη εξέγερση, αλλά για έναν μακροχρόνιο πολιτισμικό αγώνα, που συνεχώς θ’αποκαλύπτει τα ψεύδη και θα ρίχνει τα προσωπεία. Και προπάντων να μην αφεθεί ο λαός στο φαρμακερό παραμύθι της ειρηνικής κατάχτησης της εξουσίας και της φανταστικής αντίληψης ότι το αστικό κοινοβούλιο είναι το λίκνο της δημοκρατίας, ο προστάτης των ίσων ευκαιριών, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.―Αχ αγάπη μου, τα κάνεις να φαίνονται όλα τόσο εύκολα! Είπε ο Στράτος.
83
Ο Σήφης μπόρεσε να διοριστεί πάλι στο Υπουργείο Πολιτισμού. Η θέση του ήταν κατώτερη από πριν. Είχε όμως ένα λογικό μισθό κι η Ξένη βρήκε δουλειά σ’ένα εκδοτικό οίκο. Ο Υπουργός έμαθε για τα οργανωτικά προσόντα του Σήφη κι έτσι άρχισε ξανά να φέρνει δουλειά στο σπίτι, όπου έγινε ξανά βοηθός της Ξένης, μόλο που η Ξένη είχε δουλειά απ’τις εκδόσεις.
Κυριαρχούσε η φωτισμένη δεξιά, αλλά τις θέσεις κρατούσαν πάντα οι δικοί τους άνθρωποι, άσχετα αν ήταν ικανοί ή όχι, αν είχαν σχέση με τον πολιτισμό ή όχι. Η κατάσταση μολονότι φαινόταν ομαλή, αφού ο Καραμανλής νομιμοποίησε και το ΚΚΕ, έκρυβε δυσαρέσκεια και κρυφή οργή. Οι χουντικοί δεν τιμωρήθηκαν όπως ήθελε ο λαός, πιθανόν είχαν γίνει συμφωνίες με την παράδοση της εξουσίας από τον Γκιζίκη. Η προδοσία της Κύπρου σκίαζε ακόμα την πολιτική ζωή του τόπου. Ο Αντρέας εκμεταλλεύτηκε την κατάσταση ανεβάζοντας το ΠΑΣΟΚ στην εξουσία. Κάποια στιγμή υπουργός πολιτισμού έγινε η τραγωδός και διεθνώς αναγνωρισμένη συγγραφεύς κυρία Μαντώ Νοταρά. Αυτή είχε γνωρίσει το Σήφη στο Παρίσι και τον είχε συμπαθήσει. Η Νοταρά ήθελε να οργανώσει μ’ένα διαφορετικό τρόπο το Φεστιβάλ Αθηνών. Έκανε λοιπόν μιαν επιτροπή, οι εργασίες της οποίας ήταν για κλάματα. Στη συζήτηση που είχε με κάποιο στέλεχος του κόμματος, όταν πήγε να την επισκεφτεί, αυτός γέλασε. Μπορώ «εδώ και τώρα» να σου προτείνω λύση. Τονίζοντας τη φράση «εδώ και τώρα» αφού ήταν τότε η καραμέλα του Αντρέα. Φώναξε τον καφετζή, τον πήρε κατά μέρος και του είπε να καλέσει τον Βακιρτζή στο γραφείο της κυρίας υπουργού. Ο Σήφης παρουσιάστηκε. Η κ. υπουργός έμεινε εμβρόντητη. Σηκώθηκε και τον αγκάλιασε. ―Μόνο βουνό με βουνό δεν σμίγει. Δεν χρειάστηκε να του εξηγήσει, αφού της εκμυστηρεύτηκε ότι είχε ήδη έτοιμη την πρότασή του στο σπίτι και θα την έφερνε όταν έφτανε ο κόμπος στο χτένι.
84
―Την θέλω τώρα. Πήγαινε να την φέρεις. Σε μια ώρα ο φάκελος ήταν στο υπουργείο. Ήταν η ώρα που το προσωπικό είχε φύγει. ―Σήφη τηλεφώνησε σπίτι ότι έχεις γεύμα εργασίας με την υπουργό κι έδειξε τον εαυτό της με αυτοσαρκασμό. Ο Σήφης της ανέλυσε γρήγορα τα κύρια σημεία της πρότασης που την ικανοποίησαν απόλυτα. Θα κρατήσω το φάκελο να τον μελετήσω σπίτι μου για να κάνω κι εγώ αν χρειαστεί κάποιες εύλογες παρατηρήσεις. Ο Σήφης γύρισε στο σπίτι και διηγήθηκε στην Ξένη τα γεγονότα. Η Ξένη χάρηκε, γιατί επί τέλους θα είχε να διαλέγεται μ’έναν πραγματικά αξιόλογο άνθρωπο. ―Δεν σου έχω πει, είπε στο Σήφη, ότι με τη Νοταρά έχουμε μιαν απόμακρη φιλία που γεννήθηκε στον κύκλο της Μποβουάρ και των εκδόσεων.
Η Νοταρά έκανε να φανεί στο υπουργείο μιαν εβδομάδα. Όταν επέστρεψε, κάλεσε το Σήφη στο Γραφείο. ―Μήπως γυναίκα σου είναι η Ξένη; Ο Σήφης έμεινε άναυδος. Έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Η Νοταρά έβαλε τα γέλια. ―Σας τσάκωσα βρε, του είπε. Είμαι σίγουρη, πως αν δεν τα γράφει αυτή, τουλάχιστον βοηθάει στην οργάνωση της σύνταξης του κειμένου. Μη μου πεις όχι γιατί, διάβασα και τους άλλους φακέλους που ήταν υπό τον έλεγχο του Γιωργανά. Μάλιστα αυτό το κτήνος έγραψε σ’έναν φάκελο αυτό το συγκινητικό: «Τη θαυμάζω». Εκεί άρχισαν να επαληθεύονται οι υποψίες μου. Στον κύκλο του Σαρτρ, η Ξένη θεωρείτο φαινόμενο. Το σαββατοκύριαριακο είσαστε καλεσμένοι σπίτι μου στην Πλάκα. Θα είναι κι ο Γιτζάκ Τζίκεντι. Αυτός ήταν Σλοβάκοεβραίος σκηνοθέτης και συγγραφέας, ο οποίος τό’σκασε απ’τη Σλοβακία όταν έπεσε στα χέρια των Γερμανών. Πήγε στην αρχή στο Λονδίνο αλλ’αμέσως μετά εγκαταστάθηκε στη Ν. Υόρκη και το Χόλυγουντ. Μετά τις διώξεις του Μακάρθυ, γύρισε στο Παρίσι. Η συνάντηση δεν έγινε, γιατί ο Τζίκεντι αρρώστησε αιφνίδια και έφυγαν για το Λονδίνο. Ο άντρας της πέθανε κι Νοταρά παραιτήθηκε.
85
Η ερωτική σχέση της Ξένης με τον Σήφη, μετά τη φυγή για το Παρίσι είχε ατονήσει πάλι, έλειπε η φλόγα του σκοτεινού πόθου. Έμαθαν ότι ο Μπούκουρας κατά τη διάρκεια της χούντας είχε βασανιστεί άγρια και μάλιστα χωρίς αιτία. Κάποιος φασίστας, που του είχε φάει την γκόμενα τότε κι ο Μπούκουρας τον είχα αποκαλέσει μικροτσούτσουνο για να τον ξεφτιλίσει, ήταν στην ασφάλεια. Μολονότι ο Μπούκουρας είχε απομακρυνθεί απ’ την πολιτική, αυτός έκανε τα πάντα για να συλληφθεί και το πέτυχε. Πλήρωσε λοιπόν ανθρώπους να τον φροντίσουν ιδιαίτερα. Θα τον είχαν σκοτώσει, αν δεν παρέμβαινε ο αδελφός του ο Δαμιανός που ήταν διακεκριμένος αρχιτέκτονας στη Γερμανία. Μίλησε κι ο ίδιος ο Κωλ. Τη γλίτωσε. Είχε όμως πάθει κάποιο ψυχολογικό τραύμα κι είχε κλειστεί στο σπίτι του. Είχε γίνει παράδοξος κι απότομος. Όταν το έμαθε η Ξένη, πήρε το Σήφη και πήγαν να τον δουν. Τους άνοιξε μια μεσόκοπη κυρία, η οικονόμος που τον φρόντιζε. Ήπιαν μερικές ρακές και απ’τη συζήτησή του, βγήκε ότι τον είχαν σχεδόν ευνουχίσει. Δηλαδή όχι ακριβώς, αλλά απ’τα χτυπήματα στο πέος ήταν ανίκανος. Στη μέθη του επάνω άφησε υπαινιγμούς για τα παιδιά του. Δηλαδή ότι μπορεί να τον σακάτεψαν, αλλά αυτός πρόλαβε και κοίταξε την Ξένη με νόημα και τρυφερότητα. Της φίλησε τα χέρια κι άρχισε να κλαίει. Ο Σήφης αναστατώθηκε. Πήρε την Ξένη κι έφυγαν χωρίς να τον χαιρετίσουν. Στο σπίτι έμειναν βουβοί, τι να έλεγαν. Κλείστηκαν καθένας σε δωμάτιο διαφορετικό. Τι να έκανε; Να έκανε τον Οθέλο; Θα ήταν ανόητο μετά από δέκα πέντε χρόνια. Τα παιδιά αυτά ήταν κατάδικά του. Η Ξένη όμως; Του είχε γεννήσει υποψίες για το πρώτο παιδί, για το δεύτερο όχι; Από την άλλη, αυτά ήταν υποψίες, μπορεί κανένα παιδί να μην ήταν του Μπούκουρα. Δεν πιάνονται τα παιδιά έτσι, με μόνο μια φορά. Άλλοι παλεύουν μήνες κι άλλοι για πάντα. Άνοιξε την πόρτα της Ξένιας. Αυτή καθόταν νηφάλια σε μια πολυθρόνα και
κοιτούσε τον τοίχο, όπως έκανε όταν γέμιζε τις μπαταρίες της. Είχε ρίξει
τα ρολά.
―Ξένια πες μου αυτό μόνο: είναι σίγουρο αυτό που είπε ο Μπούκουρας; ―Όχι σίγουρο, υπάρχει όμως σοβαρή πιθανότητα.
86
Ο Σήφης την άλλη μέρα πήγε στο σπίτι του Μπούκουρα. Ο Μπούκουρας τον κοίταξε στα μάτια με πολύ πόνο. ―Είσαι αχάριστος του είπε. Η Πόλυ εμένα αγαπούσε και μου την έκλεψες. Προτού μου την πάρεις, κάναμε μια φορά έρωτα. Από τότε την έχασα. Ήταν όλη δικιά σου κι έζησες μ’αυτό το το ιερό πλάσμα τον έρωτα και την αγάπη. Όταν τσιλημπούρδιζες με το γκομενάκι στη Θεσσαλονίκη, τη βρήκα σ’άθλια κατάσταση. Την έχεις δει ποτέ εσύ σ’αυτή την κατάσταση του πόνου και της αυτοεγκατάληψης; Φυσικά της, έκανα έρωτα για δεύτερη φορά και αληθινά το χάρηκα κύριε διευθυντά του Υπουργείου Πολιτισμού και Επιστημών. Λοιπόν την είχες όλη δικιά σου, αλλά εγώ πήρα το μικρό κομματάκι του πόθου που μου ανήκε και ίσως αν υπάρχει θεός, αυτό το μικρό κομματάκι να ήταν το πιο γόνιμο. ―Δηλαδή δεν είσαι σίγουρος; ―Ωραίος είσαι, εγώ σου ανοίγω το βιβλίο της ζωής μας, της παράλληλης σχέσης μας και του πόνου μας κι εσένα ο νους στο κεχρί. Σήκω φύγε απ’το σπίτι μου ρε χαρτογιακά μη σου ανοίξω το κεφάλι. Μου έκλεψες τη ζωή και τώρα ζητάς και τα ρέστα.
87 Ο Σήφης βγήκε στο δρόμο κι άρχισε να περπατά, χωρίς να ξέρει για που είναι ο δρόμος του γυρισμού. Όλα άρχισαν να γυρίζουν μέσ’το κεφάλι του. ―Εντάξει, τον απάτησε δύο φορές αντί για μία, αλλά κι αυτός την είχε απατήσει. Ακόμα ο Μπούκουρας είχε δίκιο, την είχε όλη δικιά του εκτός απ’τις δύο αυτές φορές. Την πρώτη φορά όμως δεν τον είχε ουσιαστικά απατήσει, αφού δεν είχαν δώσει κανέναν όρκο πίστης. Τη δεύτερη φορά που αληθινά τον απάτησε, την απατούσε συγχρόνως κι αυτός με την Πόπη στη Θεσσαλονίκη. Αυτή όμως τον είχε προειδοποιήσει για κείνο το ερωτικό πάθος που κάποιες φορές την ξεπερνούσε. Αν την είχε πάρει μαζί του τότε στη Θεσσαλονίκη, δεν θα είχε συμβεί τίποτα περισσότερο από ό,τι ήξερε. Στο τρίγωνο αυτό λοιπόν, αυτός είχε τη μερίδα του λέοντος καί στο όφελος καί στην ενοχή, αλλά πιθανόν καί στη ζημία. Η ζημία που πιθανόν είχε συμβεί όμως δεν ήταν βέβαιη, εκτός αυτού έπρεπε να την είχε υποπτευτεί μιας εξ αρχής. Δεν ήταν τίποτε νέο. Ακόμα αυτά τα παιδιά κι αν δεν ήταν βιολογικά δικά του, ποιος θα μπορούσε να του πει ότι δεν είναι δικά του πια; Ποιος θα μπορούσε να του τα πάρει; Κι ας υποθέσουμε ότι γνώριζε απ’την πρώτη στιγμή της εγκυμοσύνης τα πάντα. Αυτός ο Ιωσήφ Βακιρτζής θα μπορούσε σε δύο νέα κι αδύναμα όντα ν’απαγορεύση την Ιερή Έλευσή τους; Τα όντα αυτά που έφταναν τρομαγμένα σ’έναν εχθρικό κόσμο δεν έφταιγαν αν ο πατέρας τους ήταν αλητάκος, η μάνα τους πουτανίτσα, κι ο πατριός τους μαλάκας. Ακόμα η αντίληψη ότι η Έλευση του Νέου είναι ένα απλό αποτέλεσμα της ένωσης του Ωαρίου και του Σπερματοζωαρίου κι ότι έρχεται απ’τη μήτρα είναι πολύ απλοϊκή. Ο Έρωτας, ο Πόθος, η Βία της Συνεύρεσης, η Σύλληψη, η Εγκυμοσύνη κι όλα τα Παραφερνάλια αυτού του Ιερού Δράματος ξεπερνούν τους δυο κοινωνούς αυτής της πράξης για την Έλευση του Νέου, είναι Ιερά Όργανα του σύμπαντος. Ούτε η αιτία είναι κάτι που απορρέει απόλυτα από μας, ούτε βέβαια το αποτέλεσμα.
88
Είχε πια βραδιάσει. Τα βήματά του, μολονότι όλη αυτή την ώρα που
σκεπτόταν δεν ελέγχοντο απ’αυτόν, τον έφτασαν μπροστά στην πόρτα του
σπιτιού του. Μπήκε μέσα, η Ξένη ήταν στο δωμάτιο που την άφησε κι
ακριβώς στην ίδια θέση και την ίδια απόκοσμη κατάσταση. Η ιερή μνήμη του
σώματός της τον περίμενε. Αυτός την τράβηξε με μια κάπως βίαιη
σιγουριά, με μια τρυφερή κακία. Τα δάχτυλά του σχεδόν έμπαιναν μέσ’τη
σάρκα της προξενώντας ένα γλυκό πόνο. Αυτή ακολούθησε υπνωτισμένη.Την έριξε στο κρεβάτι με κάποια βία, κάτι μέσα της την έσπρωξε ν’αμυνθεί, να παλέψει. Ήταν μια πάλη ιεροτελεστική σαν να έπρεπε έτσι να γίνει, σαν κάτι απώτερο να την απαιτούσε. Αυτό τον ερέθισε, τον αναστάτωσε και τύφλωσε με άγριο πόθο τη λογική του. Τη βίασε. Κι όταν τελείωσε δεν την άφησε να φύγει, κάτι τον όριζε, δεν ήταν αυτός ο ίδιος. Την είχε εκεί υποταγμένο θήραμα των ορέξεών του, την ξαναβίασε κι αποκοιμήθηκε. Η άλλη μέρα ήταν Κυριακή και η Ξένη είχε ετοιμάσει πρωινό. Αυτός έκατσε στο τραπέζι, ο Ξένη τον έστειλε στο μπάνιο. ―Μετά απ’ότι έκανες χθες πρέπει να πλυθείς για να κάτσεις στο τραπέζι. Αυτός αρνήθηκε. Η Ξένη τού’ δωσε δυο δυνατά χαστούκια κι αυτός σαν να συνήλθε από κάποιο λίθαργο. Σηκώθηκε σα να μην είχε συμβεί τίποτα κι έκανε το μπάνιο του. ―Τώρα μπορείς να ξαναγγίξεις εμένα και τα παιδιά και μπορείς να κάτσεις μαζί μας σ’αυτό το θυσιαστήριο.
Στο τέλος της βδομάδας του ανακοίνωσε ότι είναι έγκυος. Αντίθετα με τ’άλλα της παιδιά που ήταν καστανά και πιθανόν της έμοιαζαν, έκανε ένα ξανθό αγοράκι με ροδαλό δέρμα και κατακόκκινα χειλάκια, που όπωσδήποτε έμοιαζε με τον Σήφη και θα το ονόμαζε Θοδωρή. ―Γιατί Θοδωρή τη ρώτησε ο Σήφης. ―Πρώτον γιατί έτσι έλεγαν τον Κολοκοτρώνη, αυτό το στοιχειό της θεάς φύσης. Κι έπειτα ο Θοδωρής μας, όπως ξέρεις καλά κι εσύ, είναι πράγματι στοιχειό κι ένα απροσδόκητο δώρο του θεού που είναι η φύση.
Από κείνη τη μέρα, η ζωή τους μπήκε σε μια άλλη κανονικότητα. Οι γιαγιάδες φρόντιζαν τα παιδιά και το νοικοκυριό. Η Ξένη δεν έγραφε πια, αλλά διόρθωνε τις εργασίες του Σήφη κι αυτή άρχισε να γράφει ασταμάτητα δικά της κείμενα. Είχε πάψει πλέον να φοβάται τον εαυτό της. Στην αρχή κάποια φιλοσοφικά δοκίμια, μετά ποίηση. Τα τελείωνε και τά’βαζε με τάξη σε φακέλους. Εκτός λοιπόν απ’τις εργασίες του υπουργείου είχε τώρα ταξινομημένες και τις προσωπικές της εργασίες. Αυτές κανείς δεν επιτρέπετο να διαβάσει. Θα τις διάβαζαν όταν αποφάσιζε να τις εκδώσει.
89
Η ερωτική τους ζωή, χωρίς να έχει υποχωρήσει, είχε όμως παραχωρήσει ένα μεγάλο μέρος στην τρυφερότητα και στην άλλη αγάπη, αυτήν που δεν ξέρουμε από που έρχεται και που εδρεύει. Αυτή που εκπέμπεται από μόνη της και χωρίς λόγο, με μυστικά κύματα κάνοντας την ψυχή των ανθρώπων να ραγίζει.
Μαθεύτηκε ότι ο Μπούκουρας πέθανε. Τον βρήκε η κυρία Σεβαστή Καλλιμάνη όταν γύρισε απ’τη βδομαδιάτικη άδεια που είχε πάρει, για να πάει στη Νάξο να δει τους δικούς της. Ήταν ξαπλωμένος στην πολυθρόνα μ’ανοιχτά τα μάτια σαν να σκέπτεται. Η ασφάλεια απεφάνθει ότι δεν συντρέχει τίποτα εγκληματικό, αφού το σπίτι ήταν ακριβώς όπως το άφησε η κυρία Σεβαστή. Τους τόνισε όμως, ότι στην άδεια μεταλλική φρουτιέρα, που ήταν στο κέντρο του τραπεζιού, υπήρχε φίλο χαρτί που ενώ είχε καεί και βρισκόταν ολόκληρο εκεί, δεν υπήρχε προτού αυτή φύγει. Σύμφωνα με τη γνώμη της, ήταν γράμμα που την τελευταία στιγμή μετάνιωσε κι έκαψε. Τους πληροφόρησε επίσης ότι ο κύριος Μπούκουρας, είχε από καιρό πέσει σε κατάθλιψη λόγω ερωτικής απογοήτευσης κι ότι αυτή γνώριζε σε ποιαν αποτείνετο η επιστολή. Το ότι δεν πέταξε τις στάχτες κι άφησε την επιστολή ολόκληρη και καμένη, δείχνει ακριβώς ότι ο κ. Μπούκουρας περίμενε να το μάθει αυτή και να καταλάβει.
Μετά από μια βδομάδα πήρε την Ξένη τηλέφωνο ένας συμβολαιογράφος, ο οποίος παρά τις αντιρρήσεις της, την έπεισε να παραβρεθεί στην ανάγνωση της διαθήκης. Άφηνε στην κυρία Σεβαστή τετρακόσιες χιλιάδες δραχμές και στη Ξένη πεντακόσιες και την πολυκατοικία. Στο κείμενο της διαθήκης τόνιζε υπογραμμισμένα, ότι η κυρία Πολυξένη εντός παρενθέσεως (Πόλυ) Βακιρτζή, γνωρίζει το λόγο της απόφασής του. Η Ξένη παραχώρησε τα δικαιώματά της σε μια νέα οργάνωση για την προστασία και τα δικαιώματα των κακοποιημένων γυναικών και παιδιών.
90
Ο Σήφης και τα παιδιά δεν έμαθαν τίποτα.
Αγαπούσε τα δύο μεγάλα της παιδιά, όσο και τον Σήφη, το Θοδωράκη της όμως, εκτός που τον θήλαζε σχεδόν δύο χρόνια, τον έβλεπε κι έλιωνε. Κι ενώ τ’άλλα της παιδιά οργάνωσε με πειθαρχία έτσι που νά’χουν σπουδάσει, νά’χουν διοριστεί και αναρριχηθεί στην ιεραρχία του υπουργείου, ο μικρός έγινε λίγο αλητάκος. Μπάλα, παρεΐτσες, κοπάνες και γκομενίτσες.
Όταν ξέσπασε το σκάνδαλο, αφού τ’αποτελέσματα των DNA, όπως είναι φυσικό για την Ελλάδα διέρρευσαν, ο Σήφης παραιτήθηκε. Τα δύο αγόρια κράτησαν σοβαρή στάση και περίμεναν να κοπάσει το σκάνδαλο. Ο Θοδωράκης που ήταν τότε δεκαεννέα χρονών μπαρκάρισε, κι έτσι γλίτωσε και τον στρατό. Στην αρχή έγραψε μερικά γράμματα στη μάνα του, αλλά γρήγορα σταμάτησε.
Η ζωή έπαιζε στο Σήφη παιγνίδια. Τα δυο πρώτα παιδιά, που δεν ήταν δικά του, του έμοιαζαν στο χαρακτήρα, ενώ αυτό που ήταν δικό του, έμοιαζε στο χαρακτήρα του Μπούκουρα. Αυτά τα δύο παιδιά για τα οποία ένιωθε κάποια αμηχανία μετά την αποκάλυψη του σκανδάλου, τον αγαπούσαν περισσότερο απ’αυτό που ήταν φυσικό του παιδί. Και μολονότι ήξερε από πριν πως όλα ήταν πιθανά για την πατρότητα των παιδιών και είχε φιλοσοφήσει και αναλύσει όλη την κατάσταση, δίνοντας λιγότερο φταίξιμο στην Ξένη, σταμάτησε να της μιλά, έφυγε απ’το σπίτι κι εγκαταστάθηκε σ’ένα μικρό παραθαλάσσιο σπιτάκι στη Σύρο, που τους είχε χαρίσει η κυρία Μαντώ Νοταρά.
―Εκεί σκέφτηκε ότι θα ζούσε τα τελευταία του χρόνια, απαξιωμένος απ’όλους και κυρίως απ’τον άνθρωπο που είχε παράφορα αγαπήσει. Ίσως ήταν πολύ λίγος για μια τέτοιαν αγάπη, ίσως απλά ήταν πολύ λίγος γι’αγάπη, αφού το φυσικό του παιδί τον είχε κι αυτό περιφρονήσει, δεν τον θεωρούσε άξιο για πατέρα του.
91
Πέρασαν δύο μήνες. Κάποιο μεσημεράκι είδε να έρχεται ένα γαϊδουράκι και να κουβάλα κάποιες βαλίτσες. Το σπιτάκι του ήταν σε μια χωσιά στην ακροθαλασσιά και δεν είχε ορατότητα προς τη στεριά, αλλά στη απεριόριστη στη θάλασσα. Ο αγωγιάτης άφησε τα πράγματα εκεί μπροστά του χωρίς εξηγήσεις κι έφυγε. Μετά από λίγα λεπτά φάνηκε η Ξένη. Την είχε τόσο επιθυμήσει! Η καρδιά του χτυπούσε σαν ξεχαρβαλωμένη. Δεν μπόρεσε όμως να την αντικρίσει, τα συναισθήματά του ήταν πολύ μπερδεμένα. Μολονότι ήταν αυτός που είχε αδικηθεί απ’τη σχέση τους, ένιωθε ότι ήταν αυτός που έφταιγε περισσότερο. Ήθελε να πέσει στην αγκαλιά της να την σφίξει τόσο πολύ, που να την βλάψει από αγάπη, πόνο κι εκδίκηση.
Η Ξένη μπήκε στο σπιτάκι έβαλε τις βαλίτσες σε μιαν εσωτερική πεζούλα έψησε καφέ και τον σερβίρισε έξω στη ακρογιαλιά που καθόταν ο Σήφης. Κάθισε κι αυτή και κοιτούσε τη θάλασσα. Πέρασε σχεδόν μισή ώρα σιωπής. Ο Σήφης είχε τόσο πολύ εκπλαγεί, που η αμηχανία, του είχε φέρει νοητική ακαμψία. Ήθελε τόσο να σπάσει τη σιωπή μα δεν μπορούσε. Όπως πάντα ήταν η Ξένη που έδωσε λύση κι έσπασε τη σιωπή. ―Δεν μπορώ να σ’αφήσω μόνο, θα βρομίσεις. Θα έρχομαι μια φορά τη βδομάδα να σε φροντίζω και θα φεύγω. Τα πράγματά μου θα βρίσκονται σε μια γωνίτσα και θα κοιμάμαι στο καναπέ. Η φωνή της ήταν σπασμένη από μικρούς λυγμούς. Την κοίταξε λοξά με την άκρη του ματιού του. Αυτό το θαυμάσιο πλάσμα ήλθε εδώ στην ερημιά να τον φροντίσει κι αυτός έκανε τον αδικημένο; Πόσο δίκιο είχε ο Μπούκουρας! Μήπως ο Μπούκουρας την αγάπησε τόσο, που αυτός, ο άνθρωπος που έζησε τόσα χρόνια μαζί της δε είχε υποψιαστεί. Μήπως πράγματι ήταν όπως τον χαρακτήρισε ο Μπούκουρας, αχάριστος χαρτογιακάς; Σηκώθηκε σαν υπνωτισμένος ήθελε, μα τα πόδια του δεν τον ακολουθούσαν. Ντράπηκε, ήταν τόσο άθλιος;
92
Είχε καταντήσει τόσο άβουλος! Η Ξένη, που τον ήξερε περισσότερο απ’ότι αυτός γνώριζε τον εαυτό του, έσπασε τη σιωπή. ―Αγάπη μου είπε, έχει μεσημεριάσει πρέπει να σου μαγειρέψω. Πρέπει να πάμε για ψώνια. Έφυγαν μαζί για το χωριό. Στο δρόμο αυτός τόλμησε. Την πήρε στη αρχή αγκαζέ, μετά την άρπαξε την έσφιξε και τη φίλησε. ―Σήμερα δεν προλαβαίνουμε να μαγειρέψουμε της είπε θα φάμε στο ταβερνάκι. Παρήγγειλαν μπακαλιαράκια κι ένα καρτούτσο κρασί βαρελίσιο. Η Ξένη στη ακρογιαλιά είχε για πρώτη φορά πιει καφέ και τώρα εδώ έπινε για πρώτη φορά κρασί. Μισό ποτηράκι. Ζαλίστηκε, αλλά της έφερε μιαν έντονη συναισθηματική ευφορία, πολύ διαφορετική, που δεν είχε ξανανιώσει. Είχε σχεδόν σκοτεινιάσει κι όταν γύριζαν παραπατούσε λίγο. Άπλωσε το αριστερό της χέρι γύρω απ’τον ώμο του Σήφη, στη αρχή από τρυφερότητα κι αγάπη, αλλά πολύ γρήγορα για να στηρίζεται. Ο Σήφης της πέρασε το δεξί του χέρι γύρω απ’τη μέση σαν πούπουλο. Την κρατούσε γερά σαν να φοβόταν μην του φύγει. Την ξάπλωσε στο κρεβάτι κι αυτή κοιμήθηκε αμέσως, εξ άλλου πριν αποφασίσει να πάει να τον βρει είχε χάσει τον ύπνο της. Αυτός κάθισε δίπλα σε μια μικρή πολυθρονίτσα και άφησε το φως της κουζίνας ανοιχτό για να την βλέπει. Του φάνηκε ότι στον ύπνο της χαμογελούσε. Τη φίλησε με στοργή. Έξαφνα αποκοιμήθηκε στην πολυθρόνα. Η Ξένη, όπως πάντα, ξύπνησε πρωί, τον άφησε να κοιμάται εκεί στη πολυθρόνα. Άρχισε αθόρυβα να καθαρίζει κι έβαλε στη φωτιά το φαγητό. Όταν ο Σήφης είχε ξυπνήσει το σπίτι ήταν άλλο. Έκανε πως κοιμόταν για λίγο· ήθελε να την χαρεί. Κινείτο αργά και σταθερά, οργανωμένα, σαν να την είχαν κουρδίσει ή σαν να μετείχε σ’έναν αργό ιεροτελεστικό χορό. Μήπως πράγματι ήταν εξωγήινη, όπως την έλεγε τότε η παρέα στη σχολή; Όταν η Ξένη ανέβηκε στο παταράκι του σπιτιού κι έφτανε στο τέλος η καθαριότητα, σήκωσε ένα ύφασμα που σκέπαζε ένα τραπεζάκι σαν γραφείο. 93
Ο Σήφης είχε αρχίζει ξανά να σχεδιάζει. Το σχέδιο που δούλευε στο γραφείο δεν ήταν ολοκληρωμένο, αλλά διέκρινε τον εαυτό της. Βέβαια έναν άλλον εαυτό χαμένο στο παρελθόν. Ήταν σαν τον Σκοτεινό Άγγελο. Όπως την χαρακτήριζε ο Σαρτρ όταν μιλούσε γι’αυτήν στη Σιμόν. Το σκέπασε, δεν είπε τίποτα. Τον ήξερε καλά, δεν ήθελε να βλέπουν τα σχέδιά του αν δεν τα έδειχνε αυτός ο ίδιος. Ούτε εκείνη την μέρα έκαναν την συζήτηση που ήθελαν για να ξεκαθαρίσουν τα πράγματα. Για πρώτη φορά, είχαν αρχίσει να καταλαβαίνουν, ότι για τα σημαντικά της ζωής δεν ταίριαζαν τα λόγια και οι εξηγήσεις. Αυτά που έλεγαν ή τέλος πάντων προγραμμάτιζαν ήταν ανόητα, απείχαν τόσο πολύ απ’την πραγματικότητα! Η ζωή είχε η ίδια το δικό της τρόπο να πραγματώνεται. Καθένας, είχε μέσα του έναν απύθμενο κληρονομικό μηχανισμό, που δεν μπορούσε να μπει εκ των προτέρων σε καλούπια. Όταν ο άνθρωπος περιοριζόταν απ’ τα πολλά «πρέπει» των κοινωνικών υποχρεώσεων, ο σκοτεινός εαυτός του κάποτε γύριζε πίσω και ζητούσε επιτατικά τα δικαιώματά του. Επί τέλους η Ξένη είχε λύσει το γρίφο της σχέσης της με το Σήφη. Φαίνεται ότι αυτοί δεν είχαν ζωικές ανοχές προσωπικής συμπίεσης, είχαν μιαν έμφυτη, αχαλίνωτη εσωτερική ελευθερία, που όταν την συμπίεζαν πολύ, εκρήγνυτο ή παραμέριζε τα πάντα και λειτουργούσε με τον δικό της τρόπο. ―Σήφη δεν σου είπα το σπουδαιότερο απ’όλα. Πήρα γράμμα απ’το Θοδωράκη σου. Κάποια στιγμή γνώρισε και παντρεύτηκε την Κάτια, ένα κορίτσι απ’τη Ρωσία. Έχει μαζέψει αρκετά χρήματα απ’τα ταξίδια του κι αποφάσισε να ξεμπαρκάρει να παντρευτούν και να εγκατασταθούν σ’ένα νησί.
Πράγματι ένα απόγευμα κατέφθασαν στο λιμάνι της Σύρου. Ο Σήφης κι η Ξένη τους περίμεναν. Δεν τους γνώρισαν. Κάποια στιγμή ένα ολόξανθο ζευγάρι τους πλησίασε, κατάλαβαν και τους αγκάλιασαν. Ο Νεαρός είχε μαλλιά μακριά και γένια, ήταν σαν τον Οδυσσέα. Το κοριτσάκι ήταν ακριβώς όπως η Ξένη στα νιάτα της, όμως ολόξανθη. Η Κάτια τους κοίταξε με τρυφερότητα, είχε χάσει τους γονείς της που υπεραγαπούσε και αποκτούσε νέους. Κάθισαν μια βδομάδα όλοι μαζί στο μικρό σπιτάκι. Ο Φεντορέγκο όπως τον
έλεγε η Κάτια είχε αγοράσει στην Πάτμο ένα μικρό δίπατο, του οποίου το
ισόγειο ήταν κατάστημα κι επάνω κατοικία. Έφυγαν χαρούμενοι για να
φτιάξουν μια νέα ζωή. Η Ξένη είχε ένα γραφειάκι δικό της στη μια μεριά
του παταριού κι έγραφε ποίηση. Είχε πια κατασταλάξει ότι αυτό που είχε
εδώ ήταν ιδεώδες. Βέβαια ήξερε ότι ο εαυτός κάποια στιγμή βαριέται και
ξεσηκώνεται γι’αυτό δεν έκανε πια σχέδια. Άφηνε τη ζωή να προχωρεί όπως
αυτή ήθελε.
94
Ο Ιωσήφ «Οδυσσέας» Βακιρτζής, ξύπνησε εκείνο το πρωί νωρίς. Βγήκε στην αμμουδιά μπρος το σπιτάκι. Ο αγέρας της θάλασσας και του αγρού τον αναστάτωσαν. Στο βάθος μπροστά η αφρισμένη θάλασσα και πίσω του τα βράχια, τα πεύκα, οι αγριλιές και τα αγριολούλουδα. Είπε μέσα του: ―Θα πάρω τ’ολοζώντανο γαλάζιο της θάλασσας, του αφρού το ολόλευκο κι όλα τα χρώματα απ’τ’αγριολούλουδα. Το βιολετί, το κατακόκκινο της παπαρούνας και το κίτρινο της μαργαρίτας, το λαδί και το πράσινο της ελιάς, μα πρωτ’απ’όλα θα πάρω το καφεκόκκινο της σκουριάς και θα σχεδιάσω το σκαρί της «Αργώς». Στο πλαίσιο πάνω θ’αφήσω τα χρώματα μόνα τους να τρέξουν και ν’αρμολογηθούν. Θα πάρω την αγάπη μου και θα σαλπάρω. Θα ξαναφύγουμε για το ταξίδι του ονείρου. Κανείς μα κανείς δε θα μας βεβαιώσει ότι θα ξαναγυρίσουμε πίσω απ’ αυτό το ταξίδι της υγιούς τρέλας στο άρρητο· αφού τα εκκωφαντικά τύμπανα του πόθου είναι βουβά. Ακούγονται μόνο μέσα σ’αυτόν που γνωρίζει.
Καλό μας ταξίδι! Καλό ταξίδι και στους φίλους τους άγνωστους, αυτούς που θα δούμε σε κάποια θάλασσα μακρινή. Εκεί σ’ αυτές τις θάλασσες, μπορεί να ξαναπιούμε καφέ στο Γιουσουρούμ, να ξανακάνουμε βόλτα στον Κεραμεικό και στη στοά του Αττάλου, να ξαναφάμε σουτζούκι και παστουρμά στου Μιρράν να ξαναπιούμε τσιπουράκι στην Ευριπίδου ή να φάμε σουβλάκι στον Αρμένη.
Ναι σ’αυτούς τους γνωστούς μα άγνωστους δρόμους, μπορεί να χαθεί ο ονειροπόλος, όταν ταξιδεύει με τη μεθυσμένη Αργώ του Σήφη και της Ξένης Βακιρτζή.
Από κείνη τη μέρα ο Σήφης άρχισε με μανία να ζωγραφίζει.
Άραγε η Ξένη θα επαληθευτεί που κάποτε είχε πει ότι έχει τη στόφα του μεγάλου;
95
2. ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΟΝΕΙΡΟ ΤΗΣ ΚΑΤΙΟΥΣΑΣ
ΤΣΑΡΟΓΛΟΥ ΜΕΞΗ
Ήταν ώρες που ένιωθε παράξενα, δηλαδή σαν να μην ήταν αυτή η ίδια, σκεφτόταν διάφορα που τελικά γύριζαν πίσω στον εαυτό, που τον ένιωθε σαν άλλον. Σα να βρισκόταν σ’άλλες εποχές, σε καιρούς παλιότερους που δεν είχε ζήσει. Αυτό το πάθαινε και πιο νέα, ακόμα και παιδί, τότε που χανόταν σ’ανόητες ή παράδοξες σκέψεις κι η μαμά της την ξύπναγε ρωτώντας την «που βρίσκεσαι Κατιούσα πάλι χάθηκες»; Αυτή ταραζόταν και κοκκίνιζε, ένιωθε πανικό όταν την έπιαναν σ’αυτή την κατάσταση.
Την ημέρα της κηδείας του ακολούθησε τον κύριο Νίκο που μόλις τον είχαν θάψει. Ο γέροντας ήταν φίλος της κι όταν έκαναν παρέα της έλεγε ιστορίες, αλλά την ώρα που μιλούσε, αυτή χανόταν πάλι μέσα στις ιστορίες. Άκουγε τα πλοία να σφυρίζουν, τον κόσμο ν’ανεβαίνει βιαστικός, τα παιδιά να παίζουν και να μαλώνουν, κι έφευγε απ’την ιστορία μπαίνοντας σ’άλλο παραμύθι, όπου οι φωνές των παιδιών έμοιαζαν με κε-λαηδίσματα πουλιών κι από κει στον κήπο του σπιτιού την άνοιξη που τα πουλιά χαλούσαν το κόσμο. Έτσι ά-φηνε τον καημένο τον κύριο Νίκο να συνεχίζει τις διη-γήσεις του, ενώ αυτή είχε πετάξει σ’άλλους κόσμους.
Ο κύριος Νίκος ήταν ξαπλωμένος σε μια στενή και μακριά βάρκα ίσα-ίσα που χώραγε η πλάτη του και ήταν τυλιγμένος με φασκιές όπως ο Λάζαρος. Έξαφνα ανασηκώθηκε κι οι φασκιές ενώ τον είχαν σφιχτά τυλιγμένο, δεν το εμποδίζουν σε τίποτα, γιατί ήταν σαν να μην υπήρχαν κιόλας. Στην πλώρη της βάρκας ήταν η σκιά ενός κυρίου με σκούρο κι ατσαλάκωτο κουστούμι, αυτός φαινόταν να οδηγεί το πλοιάριο χωρίς να κάνει τίποτα. Ο κύριος Νίκος άρχιζε πάλι τη διήγηση σαν να γύριζε κρυφά προς το μέρος της για να μην τον ακούσει ο κύριος και της ψιθυρίζει ιστορίες σαν να είναι και αυτή στο πλοίο αλλά να μην είναι κιόλας. Της μιλούσε συνωμοτικά με ύφος καλοκάγαθα πονηρό σαν να φοβόταν κάτι.
97
Αυτή όμως ήδη ήξερε τι της έλεγε χωρίς αληθινά να καταλαβαίνει τίποτα. Ξαφνικά το πλοίο έμπαινε σε πηκτά νερά που συνέχιζαν προς τ’ απάνω σαν ένα πυκνό νέφος όπου το πλοιάριο άρχιζε να χάνεται και να σβήνει μέσ’το θολό τοπίο. Ο κύριος Νίκος φώναζε απεγνωσμένα μα δεν ακουγόταν. Ο σκοτεινός κύριος που έχει γυρίσει· φαίνεται ότι γνώριζε όλα όσα γίνονται πίσω του. Το πρόσωπο του είχε ένα χαμόγελο σαν του αρχαίου κούρου, που ήταν σα να μη χαμογελάει κιόλας. Η φωνή του κυρ Νίκου πνιγόταν απ’αυτό το χαμόγελο, η Κατιούσα όμως τον άκουγε μέσα της να λέει: «μην ξεχάσεις, μην ξεχάσεις», αλλά τι;
Εκείνην ακριβώς τη στιγμή η δασκάλα της χτυπά τον χάρακα στο θρανίο. Τσαρόγλου αύριο να φέρεις τη μάνα σου γιατί δεν δικαιολογείται να είσαι όλη μέρα χαμένη σήμερα και να μην απαντάς σε καμιά ερώτηση.
Είχε περάσει όλη της τη ζωή σ’αυτό το σπίτι και σκεφτόταν ότι δεν είχε καταφέρει τίποτα κι είχε διαψεύσει τον παππού της τον Τζάκο που πίστευε ότι ήταν παιδί θαύμα. Είχε μιλήσει σχεδόν καθαρά επτά μηνών κι ο Τζάκο ενθουσιάστηκε τόσο που άνοιξε το βαλιτσάκι με τα προσωπικά του πράγματα και χάρισε στο μωρό μια μικρή επτάφωτη λυχνία. Ο Τζάκο μέσα στη μικρή αυτή βαλίτσα είχε γραμμένα χαρτιά, που με τον καιρό είχαν ανακατευτεί κι είχαν κάποια τσαλακωθεί. Ήταν σημειώσεις από ένα μικρό φιλοσοφικό σύγγραμμα που τό’χε εγκαταλείψει. Θα το ξανακοίταγε κι ίσως κάποτε θα το μετάφραζε απ’τα ρώσικα κι ίσως το εξέδιδε. Το σύγγραμμα πραγματευόταν την πορεία των αρχαίων θρησκειών, ξεκινώντας απ’τις απόψεις του Φρέιζερ για την «συγκριτική ανθρωπολογία» και ακολουθώντας τις προτάσεις νεοτέρων ερευνητών, έμπαινε στο θέμα της Αρχαίας Ελληνικής Θρησκείας και της Τραγωδίας. Είχε πολλές αντιρρήσεις στο έργο των μεγάλων αυτών ερευνητών. Μολονότι τους θαύμαζε, τους έκρινε κιόλας.
98
«Το μαρμάρινο άγαλμα του θεού μέσ’το μικρό ναό στο πευκοδάσος είναι ο ίδιος ο θεός» έλεγε. «Ναι, γιατί τη στιγμή της όποιας δημιουργίας, ο άνθρωπος ενδύεται τον θεό κι αυτό που κάνει το θεό, είναι αυτή η δημιουργική σύλληψη». Μέσ’τη βαλίτσα είχε φωτογραφίες οικογενειακές, αλλά και κάποιων φίλων και μερικά ιδιωτικά πραγματάκια. Ένα μπουκετάκι άσπρα τριαντάφυλλα σ’ένα φάκελο και μερικά παλιά γράμματα που μαζί τους βρισκόταν κι ένα ιδιόχειρο ποίημα του Μαγιακόφσκυ. Όλα αυτά μαζί και η μικρή επτάφωτη λυχνία θύμιζαν μια μακρινή ξεχασμένη εβραϊκή καταγωγή. Η οικογένεια βέβαια είχε πολλές φορές αναμιχθεί με Ρώσους κι Ουκρανούς κι είχε από γενιές απομακρυνθεί απ’τη Συναγωγή, μένοντας έτσι απ’την καταγωγή μόνον η ανάμνηση.
Ο Τζάκο ήταν ο μόνος γέρος στο σπίτι. Έτσι είχε στα χέρια του την Κατιούσα και ζούσε, όπως έλεγε το θαύμα της ανάπτυξης ενός ανθρώπου. Ο Τζάκο Βισαριόνιτς Στοΐκα συνήθιζε να διαβάζει το αναγνωστικό του δημοτικού στη μικρή και να της δείχνει τις εικόνες. Ας πούμε Φ,Φ, Φύσαγε η Φανή τη Φωτιά. Κι η Φανή ήταν ένα κοριτσάκι που μπροστά σε μια στόφα ξύλου, φυσούσε κι η φωτιά άναβε. Η Κατιούσα είχε αποστηθίσει τα κειμενάκια κι όταν έβλεπε την εικόνα έκανε ότι διάβαζε. Ο παππούς εξεπλάγη στη αρχή αλλά γρήγορα κατάλαβε κι άρχισε να ρωτά λέξεις. Η Κατιούσα γρήγορα αποστήθισε και τις λέξεις. Ο παππούς ήταν ικανοποιημένος νιώθοντας όμως και μιαν αμφιβολία, αλλά δεν ήθελε να εξωθήσει την κατάσταση και να κουράσει το παιδί. Η Κατούσα όμως είχε διαπιστώσει ότι ο Αντώνης, η Άννα και το Άσπρο, είχαν αρχή το Α και σχεδόν αυτόματα κατάλαβε αυτό που την απασχολούσε τόσο καιρό. Απ’τη μαμά της την Άννα, η Κατιούσα έμαθε Αριθμητική. Η μαμά της ήταν χαϊδεμένη απ’τον μπαμπά της τον Τζάκο και από τον άντρα της, ποτέ δεν δούλευε. Είχε παραδουλεύτρες και μάζευε τις φίλες της να συζητάνε να πίνουν καφέ και ναχαρτοπαίζουν.
99
Έτσι χωρίς χρήματα να περνάει η ώρα. Όταν οι φίλες δεν μπορούσαν, φώναζε τις παραδουλεύτρες και όταν οι παραδουλεύτρες είχαν δουλειά, που δεν έπαιρνε αναβολή, είχε μάθει να ρίχνει τα χαρτιά. Ήταν ένα χαρούμενο ανεύθυνο παιδί με καλή καρδιά κι αυτή η ανευθυνότητα τη χαραχτήριζε τόσο που κανείς δεν μπορούσε να την φανταστεί χωρίς αυτή. Όταν λοιπόν έπαιζαν κολιτσίνα, η Κατιούσα κάρφωνε τα μάτια της μαγεμένη και από το παιγνίδι άρχισε να συνειδητοποιεί ότι 5 και 3 κάνουν 8, αφού με το οχτάρι παίρνεις τριάρι και πεντάρι. Όταν λοιπόν μια μέρα είχε πυρετό κι ο παππούς την ξενυχτούσε, αυτή στο παραμιλητό της έπαιζε κολιτσίνα λέγοντας 3 και 4 = 7, 3 και 2= 5. Ο παππούς, που είχε τόσα όνειρα για τον εαυτό του, και μετά για τα παιδιά του και που όλα αυτά τα όνειρα είχαν χαθεί, ένιωσε πάλι να ξαναζωντανεύουν με την Κατιούσα. Έτσι λοιπόν με τη σειρά της κι αυτή ένιωσε ότι τα όνειρά της χάθηκαν κι είχε διαψεύσει όλους και πιο πολύ τον Τζάκο, που νόμιζε ότι ήταν παιδί θαύμα. Αφού τεσσάρων χρονών έπαιξε μπροστά σε κοινό στον Παρνασσό μέρος από σονατίνα του Μπετόβεν. ―Πως έγινε και βρίσκεται εδώ μόνη στους τέσσερις τοίχους; Μάλλον κάπου ναυάγησε, χωρίς να το καταλάβει και χρόνια τώρα πορεύεται στο βυθό.
Η οικογένεια του Τζάκο ήταν πλούσια αλλά είχε ξεπέσει. Τους είχε μείνει όμως ένα μικρό εμπόριο στην Οδησσό ένα ωραίο αρχοντικό κι ένα εξοχικό στην Κριμαία. Εκεί στην Κριμαία, ο Γιώργος Σμολένσκης Τσαρόγλου γνώρισε την Χάννα. Μόλις την είδε τρελάθηκε. Είχε σγουρά κοκκινόξανθα μαλλιά σαν μετάξι, το δέρμα της ήταν λευκό σαν αλάβαστρος, είχε μεγάλα πράσινα μάτια, κάπως μεγάλο στόμα και λεπτή μακριά μύτη γαμψή. Ήταν λεπτή κι έδινε την εντύπωση της διάφανης. Όμως τα χαρακτηριστικά της είχαν μια δυσαρμονία κι έτσι δεν έδινε την εντύπωση της τυπικά ωραίας. Ο Σμολένσκης έτρεξε αμέσως στον πατέρα της και τη ζήτησε σε γάμο.
100
Ο Τζάκο μ’όλο που τον συμπάθησε έμεινε έκπληκτος. ―Στάσου, του είπε, σε ξέρει, την ξέρεις, για τι γάμο μιλάς; ―Και τι ήθελες, απάντησε ο Σμολέσκης, να την γνωρίσω προτού με γνωρίσεις εσύ; Εγώ είμαι τίμιος άνθρωπος, ο σκοπός μου είναι σοβαρός.
Ο Τσάκο μολονότι ήταν μοντερνιστής κι ήθελε η κόρη του να ερωτευτεί προτού παντρευτεί, του άρεσε αυτός ο νέος. ―Έλα σήμερα το βράδυ στο σπίτι να γνωριστούμε και βλέπουμε. Εξάλλου είσαι συνεργάτης του Γιάννη Σβορόνοβιτς που τον γνωρίζω πολύ καλά γιατί είναι χρόνια φίλος και προμηθευτής μου. Έτσι κι έγινε.
Ο Τσαρόγλου αγόρασε ένα πολυτελέστατο σπίτι στην Οδησσό κι εγκαταστάθηκε με τη γυναίκα του τη Χάννα, την Άννα όπως την έλεγε. Καταπάτησε τον όρκο που είχε κάνει. Ότι δηλαδή σπίτι του θα είναι τα καράβια του και πατρίδα του η Μαύρη Θάλασσα που δεν ανήκει ούτε σε Τούρκους, ούτε σε Ρώσους, αλλά σ’αυτούς που έχουν το κουράγιο να την διαφεντεύουν. ―Για τους ελεύθερους ανθρώπους υπάρχει η θάλασσα, έλεγε, η θάλασσα κι η Αμέρικα. Τη θάλασσα την κατάχτησε, στην Αμέρικα δεν αξιώθηκε να πάει ποτέ.
Ο πατέρας της Χάννα ήταν πολύ μορφωμένος, μπορεί να μη γνώριζε Αραμαϊκά όμως γνώριζε Λατινικά κι Αρχ. Ελληνικά. Είχε κλασική μόρφωση κι ήταν διαποτισμένος απ’το πνεύμα του διαφωτισμού. Ο Γιώργος Σμολένσκης δεν ήταν μορφωμένος. Όλη η παιδεία του συμπυκνωνόταν σε όσα είχε μάθει από ένα σοφό λαϊκό παπά, τον πατέρα Αρτέμιο που δίδασκε ανάγνωση, γραφή και αριθμητική στα παιδιά που ζούσαν σ’ένα ψαροχώρι μακριά από τις μεγαλουπόλεις του Πόντου, που υπήρχαν ελληνικά εκπαιδευτήρια. Όμως την περισσότερη ώρα μιλούσαν για ιστορία, δηλαδή μιαν ιστορία από στόμα σε στόμα μυθολογική.
101
Για να τους δείξει ο Πατήρ Αρτέμιος την συνέχεια της ελληνικής φυλής ανά τους αιώνες, έλεγε ότι η Παναγία Σουμέλα ήταν παλιότερα Ποτνία Σεμέλα κι αλλάξε όνομα, όταν ο Διόνυσος, ο Θεού-υιός αποφάσισε ν’αλλάξει και να γίνει Ιησούς, Ζεου-σουά, Θεός-σώζων. Είχε πάρει πολλά ονόματα ο Διόνυσος, πότε Αϊδωνεύς, δηλαδή αυτός που γεννιέται στο Άδη, ή γεννιέται μέσα στον θάνατό του, πότε Ιοβάκχος δηλαδή Γιαχβέ, Σαβάζιος, που όλες χαραχτηρίζονται απ’την χαρμολύπη, το «ιαχ-βαχ», δηλαδή τις κραυγές της λύπης και της χαράς για το διαδοχικό θάνατο και γένεση του θεού που ήταν η Φύση.
Το ιερό του Διονύσου ήταν σε μια σπηλιά και εκεί υπήρχαν όλα τα σύνεργα της λατρείας, ακόμα και το προσωπείο του θεού που είχε διαμορφωθεί αχειροποίητο στον κορμό ενός ιερού πεύκου. Αυτή σφραγίστηκε. Εκεί κοντά υπήρχε αρχαίος ναός της Σεμέλας και στη θέση του έγινε μοναστήρι στ’όνομα της Παναγίας Σεμέλας που με τον καιρό έγινε Σουμελά.
Εκεί υπήρχε ιερό εικόνισμα που χάθηκε ή κάηκε κατά την πυρκαγιά της μονής, με την Παναγία Σεμέλη, όμοια με τη Δήμητρα, (Δεεμήτερ-Θεομήτορα), να κάθεται σε θρόνο που είχε φυτρώσει απ’τη γη κι ήταν πλεγμένος με καρπούς. Πάνω στα γόνατά της ο μικρός Ιησούς, όμοιος με το Διόνυσο Σωζήπολη, να φορά μανδύα πλουμιστό με χρυσοκέντητα άστρα, το μανδύα του Ουρανού, που ήταν ο Κρόνος και τελικά ήταν ο ίδιος ο Ζευς. Ο Ιησούς κρατούσε στο χέρι μικρό θύρσο που πάνω του αναρριχάτο άγριο αμπέλι και μικρά φίδια. Είχε στο κεφάλι χρυσό φωτοστέφανο και στο μέτωπο πλεγμένα σταφύλια. Στο επάνω της εικόνας ολόχρυσος ο σύμπυρος ουρανός νά’χει σχιστεί και να προβάλλει ο ολόλαμπρος ρόμβος. Μέσα στο ρόμβο το μάτι του θεού.
Ο ρόμβος, το όργανο που οι Τιτάνες υπνώτισαν το Ζαγρέα με τη θέληση του ίδιου του Δία. Όταν ο Ζαγρεύς ένιωσε τον κίνδυνο κι άρχισε ν’αλλάζει μορφές, για να ξεφύγει, έσχατη μορφή πήρε την προσφιλέστερη του ίδιου του Δία, την μορφή του λευκού ταύρου, όπου και θυσιάστηκε.
102
Έτσι ο Ζαγρεύς, που ήταν Διόνυσος, έμαθε αυτό που ήξερε ο Ιησούς, δηλαδή ότι ο πατέρας του τον έστειλε να θυσιαστεί. Δεξιά και αριστερά δυο άγγελοι φτερουγίζουν κρατώντας τα σύνεργα του πάθους. Το μιαρό ξίφος που θυσιάστηκε ο Διόνυσος, εξ αριστερών και το σταυρό που θυσιάστηκε ο Ιησούς ο εκ δεξιών. Κάτω στα πόδια της Παναγίας Δήμητρας, στη βάση του θρόνου, απ’το ένα μέρος ο αμνός, σύμβολο θυσίας του Ιησού κι από το άλλο ο μόσχος, σύμβολο θυσίας του Διονύσου-Ζαγρέα.
Κάποιοι ιστορούν ότι η εικόνα, δεν κάηκε στην πυρκαγιά αλλά χάθηκε την εποχή των εικονομάχων, αφού οι εικονομάχοι ήξεραν καλά ότι οι εικόνες ήταν κατάλοιπο του παγανισμού. Οι πάγανες, οι Έλληνες, θεωρούσαν θεό τις δυνάμεις της φύσης κι επειδή το πιο ιερό σημείο της φύσης ήταν ο άνθρωπος, γι’αυτό συμβόλιζαν τις δυνάμεις τις φύσης με ανθρώπινη μορφή. Η μορφή, ήταν αυτό που λάτρευαν οι πάγανες, γιατί ο θεός, η φύση, πάντα φανερωνόταν με κάποια μορφή. Κι επειδή ο άνθρωπος κοινωνούσε με το θείο, αυτό μόνο με τη μορφή μπορούσε αληθινά να συλλάβει. Η έννοια του Θεού ως μορφή της φύσης ήταν γεγραμμένη μέσ’τον άνθρωπο και γι’αυτό ο άνθρωπος μπορούσε να νοεί και να γνωρίζει. Αντίθετα οι εικονοκλάστες δεν πίστευαν ότι ο Θεός είχε μορφή, ούτε ότι ο άνθρωπος μπορούσε να συλλάβει το Θείο που ήταν άρρητο. Η Χάρις του Θεού ερχόταν έξω απ’τον άνθρωπο όταν ήθελε ο Θεός. Η γνώση ήταν η αποκάλυψη του Θεού κι όχι η δυναμική πορεία του ανθρώπου μέσ’ τη φύση. Ο άνθρωπος ήταν ο άνω-θρώσκων, δηλαδή αυτός που βλέπει ψηλά περιμένοντας απ’το θεό κι όχι όπως πίστευαν οι πάγανες, ο ανθ-ορων-όπαν δηλαδή αυτός που μπορεί να δει αντίθετα και τελικά να δει τον εαυτό του, ―να κρίνει τον εαυτό του.
103
Έτσι ξαναφούντωσε πάλι η διαμάχη ανάμεσα στο Ιοβάκχο και τον Γιεχωβά που κάποτε ήταν κι αυτός Ιο-βάκχος και τελικά κατέληξε σ’έναν συμβιβασμό. Οι εικόνες τελικά έμειναν, όμως άλλαξαν τεχνοτροπία. Τα ελληνιστικά παγανιστικά πρότυπα που ήταν πολύ σαρκικά σαν τα φαγιούμ άλλαξαν, τη θέση τους πήραν μορφές αυστηρές αποστεωμένες υπερβατικές κι εξω-ανθρώπινες. Έτσι στη θέση της Παναγίας Σεμέλας, αγιογραφήθηκε μια άλλη εικόνα, όπως αυτή που έφτασε ως τον Ανδρέα Ρίνζο κι ονομάζεται Αμόλυντος. Αυτή η εικόνα μολονότι κρατά τα βασικά χαρακτηριστικά της παλιάς, έχει ριζικές διαφορές. Η Παναγία έχει γραμμένη την τραγωδία στο πρόσωπό της όντας υπερβατική κι οστεώδης κι ο μικρός Ιησούς στην αγκαλιά της, όντας παιδί είναι τόσο νοήμων κι αυστηρός, που φαίνεται μεγάλος. Λέγεται ότι αυτή η εικόνα είναι έργο του Ευαγγελιστή Λουκά, αλλά τα χρονικά όρια δεν το επιτρέπουν, βέβαια ο άγιος δε μπορεί να περιορίζεται από χρονικά όρια ή τεχνοτροπίες, αλλά ας αφήσουμε αυτό το ερώτημα στους θεολόγους ή αναπάντητο.
Ο Σμολένσκης ήξερε πολλές τέτοιες ιστορίες και τις έλεγε στον πεθερό του, έχοντάς τις αποδεχθεί έτσι άκριτα χωρίς να σκεφτεί. Όταν τον ρώταγαν αν τις πιστεύει, χαμογελούσε, σήκωνε με αμηχανία τους ώ-μους και δεν απαντούσε. Γνώριζε όμως ότι στη γιορτή του Αγ. Κωνσταντίνου και της Αγ. Ελένης, που είχε πάρει την θέση του Διονύσου και της Σεμέλας, άναβαν φωτιές κι αφού οδηγούσαν άσπρο ταύρο στο σταυροδρόμι έξω απ’το χωριό, λέγοντας παράδοξα τραγούδια τον θυσίαζαν. Ο ίδιος ο πατήρ Αρτέμιος ήταν που οδηγούσε κρατώντας το Άγιο εικόνισμα, αντί για το ξόανο του Διονύσου. Περπατώντας λοιπόν χορευτικά, αφού αυτός ο χορός δεν ήταν ακριβώς χορός, αλλά είδος μυστηριακού βηματισμού, όπου βαδίζοντας έστριβαν το κορμί τους με τρόπο ώστε, να φαίνεται ότι περνούν αόρατες πόρτες που μόνον αυτοί μπορούσαν να δουν. Έτσι έφταναν στη φωτιά και χόρευαν επάνω της χωρίς να καίγονται μέχρι να σβήσουν πατώντας τα κάρβουνα. Μόνον ο πεθερός του έδινε σημασία σ’αυτές τις ιστορίες και προσπαθούσε να ερμηνεύσει τα λεγόμενά του.
104
Η Χάννα είχε μείνει δυο φορές έγκυος μα καί τις δυο δεν μπόρεσε να κρατήσει παιδί. Ο γιατρός συνέστησε αν τους είναι δυνατό, να κατέβουν στο ζεστό και ξηρό κλίμα του Αιγαίου και ίσως εκεί θα μπορούσε να το κρατήσει. Όταν ο Σμολέσκης έφτιαχνε το σπίτι στο Φιλοπάππου ξέσπασε η Οκτωβριανή Επανάσταση, πήραν ότι κινητό κι έφυγαν. Ο Τζάκο κι ο γιος του Ιωσήφ έμειναν, ήταν μπολσεβίκοι. Ο Ιωσήφ σκοτώθηκε και ο Τζάκο γύρισε πίσω για λόγους που δε συζήτησε ποτέ με κανέναν. Έτσι ξαναβρέθηκαν όλοι στο σπίτι αυτό, που είχε φτιάξει ο Σμολένσκης στο Φιλοπάππου. Ήταν και τότε αρκετά ευκατάστατοι, αλλά πολύ φτωχότεροι, γιατί όλες οι αποθήκες και τα πλοία στην Οδησσό είχαν επιταχτεί απ’την επανάσταση. Είχε όμως ένα με-γάλο κομπόδεμα και μ’αυτό ξανάρχισε, αλλά ήταν πια κουρασμένος και το παιγνίδι της στεριάς δεν του πήγαινε.
Εκεί γεννήθηκε η Κατερίνα, η Κατιούσα και εκεί έζησε όλη της τη ζωή. Εκεί πέθανε ο Τζάκο, εκεί παντρεύτηκε και γέννησε την κόρη της, εκεί πέθανε κι ο πατέρας της, κι αυτή έφτασε γύρω στα εξήντα ζώντας μαζί με τη μάνα της, την Άννα, που είχε πια φτάσει κάπου ογδόντα πέντε χρονών.
Ο αδελφός της ο Γιάννης που γεννήθηκε μετά απ’ αυτήν, από πολύ νέος είχε μπλεχτεί με παρέες, μετά αντίσταση, φυλακή, εξορία, μετά κάπως τού’στριψε, δηλαδή λόξεψε και δεν πάταγε ποτέ στο σπίτι. Κάποτε τον είδε στου Πάλλη. Ήταν ψηλός, μελαχρινός με ίσια ολόμαυρα μαλλιά, λεπτό μακρύ πρόσωπο με φαρδύ μέτωπο, φορούσε γκρι κουστούμι από θαυμάσιο κασμίρι και μαλακό πανάκριβο παπούτσι. Ήταν σαν πρίγκιπας.
105
Η υπάλληλος γοητευμένη, πηγαινοερχόταν φέρνοντάς του επιστολόχαρτα να διαλέξει κι αυτός συνεχώς απέρριπτε. Η Κάτια κατευθύνθηκε προς το μέρος του, με κάποια λαχτάρα και συγκρατημένη χαρά. Αυτός μόλις την αντελήφθη γύρισε απ’τη άλλη κι απομακρύνθηκε προς την έξοδο. Η υπάλληλος, που εν τω μεταξύ είχε φέρει κάποιο άλλο δείγμα, του φώναζε: κύριε Φωτεινέ, κύριε Φωτεινέ. Η Κάτια εξεπλάγη, ―τι κύριε Φωτεινέ, ρώτησε, κι η υπάλληλος απάντησε με έκπληξη. ―Μα δεν γνωρίζεται τον ποιητή Φοίβο Φωτεινό; ―Ναι είπε η Κάτια, γνωρίζω τον άνθρωπο και αυτός είναι ο Γιάννης-Ιάκωβος Τσαρόγλου. Η υπάλληλος την κοίταξε λοξά, αλλά δεν έδωσε συνέχεια, κάθε μέρα έβλεπε τόσους τρελούς εκεί πέρα! Γύρισε και την ρώτησε: «τι επιθυμεί». Κι η Κάτια με κάποια συστολή είπε πολύ σιγά, ότι κι αυτή κάποια επιστολόχαρτα θα ήθελε. Η υπάλληλος την κοίταξε με συγκεχυμένα συναισθήματα, όπως “βάζει κι η κοσκινού τα μούτρα της με τους πραματευτάδες” ή κάτι τέτοιο, αφού μόλις είχε εξυπηρετήσει τον ποιητή. Μα η Κάτια αμέσως τόνισε πως θέλει τα πιο φτηνά λευκά κι έτσι ο προηγούμενος συλλογισμός έπεσε στο κενό.
Για τον Γιάννη που τον φώναζαν στο σπίτι «ξένο» και που αληθινά ήταν ο Ξένος, θυμόταν το εξής αστείο γεγονός: Όταν τέλειωσε ο πόλεμος κι όλα έδειχναν ότι τα βάσανα τελείωναν, η μαμά της κάλεσε τις φίλες της με τις οικογένειές τους, να κάνουν ένα ευχέλαιο και μετά να γλεντήσουν. Όταν ο Παπάδημήτρης, διαπίστωσε πως ανάμεσα στις φίλες της ήταν κι η κυρία Μαρία-Τερέζα, η καθολική, αρνείτο να τελέσει το μυστήριο μέχρι που αυτή γονάτισε και φίλησε το χέρι του παπά. Δεν ήξερε βέβαια ότι η κυρία Άννα, ήταν Χάννα και μάλιστα Εβραία. Ακριβώς την ώρα του μυστηρίου μπαίνει ο Γιάννης, που φυσικά έλειπε και φυσικά δε συμμετείχε σε τέτοιες αηδίες. Εκείνη τη στιγμή η σάπια κολόνα της πέργκολας στην οποία πάνω κάποιος ακουμπούσε, σπάει, κι όλη η πέργκολα γέρνοντας απ’ τη μια μεριά, σχεδόν καταρρέει. Ο Παπαδημήτρης ταράχτηκε, σταμάτησε το μυστήριο κι ανακοίνωσε πως ένας δαιμονισμένος βρίσκεται μεταξύ τους.
106
Τότε όλοι γύρισαν και κοίταξαν το Γιάννη, που όλη αυτή η σκηνή είχε δώσει κέφι στο πάντοτε στρυφνό πρόσωπό του κι είχε ένα ύφος απ’τη μια σατανικό κι απ’την άλλη πειραχτικό, έτσι που έμοιαζε με τον ίδιο τον Βεελζεβούλ.
Από κοινούς φίλους μάθαινε ότι τα έμπλεκε με πλούσιες κυρίες που τον υπηρετούσαν και το είχαν σαν πρίγκιπα αλλά όταν τις βαριόταν έφευγε.
Κάποια μέρα η Κατιούσα πήγε στον Πάλλη για χαρτικά κι η υπάλληλος που τη γνώριζε πια, την πληροφόρησε ότι ο ποιητής Φοίβος Φωτεινός πέθανε κι ότι την επόμενη βδομάδα οι εκδόσεις «Λέξεις» θα κάνουν φιλολογικό μνημόσυνο. Δάκρυσε θυμήθηκε την αστυνομία που συνεχώς τον έψαχνε, τις δίκες, τις φυλακίσεις, -παρά τρίχα είχε γλιτώσει το τουφέκι- τις νευρικές κρίσεις την ψυχολογική κατάρρευση και τέλος την κληματαριά.
Το σπίτι κι ο φίκος
Το σπίτι στου Φιλοπάππου, ένα παλιό τριώροφο νεο-κλασικό ερείπιο με κήπο που θύμιζε παλιές δόξες. Λιθόκτιστη μάντρα από τετραγωνισμένες πέτρες, μαρμάρινο σαμαράκι και μασίφ κάγκελο που δε φαινόταν πια αφού αναρριχώνταν γιασεμιά και βουκεμβίλιες. Ένας κήπος γεμάτος τριανταφυλλιές και λεμονιές. Έτσι που το σπίτι μολονότι ήταν στο κέντρο της πόλης, ήταν συγχρόνως απομονωμένο στην εξοχή. Στο αριστερό μέρος της εισόδου του κτιρίου, που ήταν η βαριά δρύινη πόρτα υπήρχε ένας τεράστιος φίκος, που είχε από πολλά χρόνια ανασηκώσει τα χοντρά σκαλοπάτια της εισόδου δείχνοντας την εξουσία του πάνω στο σπίτι και τη δύναμή του. Οι τεράστιες ρίζες είχαν δέσει με τα θεμέλια του σπιτιού, το στήριζαν αλλά συγχρόνως μετακινούσαν και τα θεμέλια, αλλοιώνοντας τα στατικά των φορτίων. Ήταν φανερό ότι μια μέρα θα το διέλυαν.
107
Μάνα και κόρη κάθονταν στο ισόγειο, που ήταν καμιά δεκαριά σκαλιά υπερυψωμένο απ’το έδαφος, για να μην έχουν πολλά σκαλιά ν’ανεβαίνουν. Τα δωμάτια των δυο ορόφων νοίκιαζαν κατά καιρούς σε εργένηδες, οι οποίοι μπαινόβγαιναν διακριτικά αφήνοντας ένα μικρό νοίκι κάθε μήνα και σχεδόν δεν τους έβλεπαν. Άνθρωποι της δουλειάς, που έφευγαν πολύ νωρίς το πρωί και γύριζαν αργά το βράδυ για ύπνο. Μόνον η μεγάλη δρύινη σκάλα που έτριζε μαρτυρούσε πότε μπαινόβγαιναν.
Τη σκάλα αυτή που ήταν κάποτε θαυμάσια, είχε φτιάξει ο ίδιος ο Μέξης, ο εργολάβος του σπιτιού, γέννημα θρέμμα Πλακιώτης και φίλος του Σμολέσκη. Ο Σμολέσκης διάλεγε με προσοχή τις φιλίες του, που εκτός όλων των άλλων έπρεπε να είναι και βενιζελικοί. Σαν Πόντιος, ήταν πάππου-προσπάππου δημοκράτης. Έτσι και η Κάτια γνωρίστηκε με τον άντρα της που ήταν γιος του Μέξη. Η δρύινη σκάλα που οδηγούσε μπρος την πόρτα κάθε ορόφου κάνοντας μια θαυμάσια στροφή, δημιουργούσε ένα ευρύχωρο άνοιγμα μπροστά σε κάθε όροφο και τελικά έφτανε στην ταράτσα, που ήταν στρωμένη μ’αληθινή μαλτεζόπλακα, για δροσιά το καλοκαίρι και ζέστη το χειμώνα. Μπαίνοντας στο σπίτι, υπήρχε ένα μεγάλο άνοιγμα που οδηγούσε από τη μια στο ισόγειο κι απ’την άλλη στη σκάλα για τους άλλους ορόφους.
Ανοίγοντας την εσωτερική πόρτα υπήρχε ένα τετράγωνο χολ στρωμένο με τετράγωνα ασπρόμαυρα μάρμαρα σ’αντίθεση με την είσοδο και τα σκαλιά της που ήταν από πεντελικό μάρμαρο. Οι τοίχοι ήταν ραϊσμένοι και σε ορισμένα σημεία είχαν πέσει σουβάδες. Μπαίνοντας στο καθιστικό, η πόρτα σκάλωνε κι άφηνε μια βαθιά κυκλική χαρακιά στο πιτς-πάιν. Στο καθιστικό υπήρχαν παλιά έπιπλα από έβενο σκεπασμένα με υφάσματα, για να προστατεύονται κι οι πίνακες στους τοίχους ήταν σκεπασμένοι με υφασμάτινες θήκες.
108
Γύρω από το καθιστικό υπήρχαν τρεις πόρτες, η μια οδηγούσε στην κουζίνα, η άλλη στο γραφείο κι η άλλη σ’ένα μακρύ διάδρομο και περνώντας απ’τα υπνοδωμάτια, που ήταν κοιτώνες φιλοξενίας κατέληγε στα λουτρά, το πλυσταριό και τις τουαλέτες. Τα δυο δω-μάτια ήταν κλειστά χρόνια τώρα κι είχαν σιγά σιγά γίνει αποθήκες, όπου μέσα τους υπήρχε όλη η ιστορία της οικογένειας.
Το σπίτι κατέρρεε κι ήθελε συνεχή φροντίδα, μερεμέτια και μάζεμα σουβάδων που έπεφταν. Ο μάστορας που το είδε τους συνέστησε να το δώσουν αντιπαροχή για να γίνει πολυκατοικία αλλά επειδή σίγουρα υπήρχαν μνημεία της αρχαίας Αθήνας θα το απαλλοτρίωνε η αρχαιολογία για ένα κομμάτι ψωμί. Η άλλη λύση ήταν ν’αναπαλαιωθεί αφού μπορούσε να θεωρηθεί διατηρητέο. Το σπίτι θα κόστιζε πολλά κι ο αρμόδιος του Υπ. Πολιτισμού της εξήγησε ότι όλη η Ελλάδα είναι ωραία καταρρέουσα, κι υπάρχουν αριστουργήματα που έχουν ήδη καταδικαστεί, λόγω έλλειψης χρημάτων, εις θάνατον. Ο μόνος τρόπος ήταν το δάνειο απ’ την τράπεζα που δε θα μπορούσε να εξοφληθεί κι έτσι το σπίτι θά’πεφτε στα χέρια της τράπεζας. Ήταν λοιπόν φανερό ότι θα πέθαιναν και το σπίτι θα κατέρρεε, ή θα κατέρρεε και θα τους πλάκωνε.
Ο πατέρας της πέθανε στα 85 φορώντας τη σαντακρούτα του και το ψαθάκι του, αφού κατά το τέλος της ζωής του τα είχε χάσει κι αυτά τα ρούχα δεν τα έβγαζε, παρά μόνο αν του φορούσαν μιαν ίδια αλλαξιά. Περίμενε να τον επισκεφτεί ο Ελευθέριος Βενιζέλος που κάποτε πράγματι του το είχε υποσχεθεί, αλλά δεν μπόρεσε να το κάνει. Εκτός αυτού είχε χρόνια πεθαμένος. Η κόρη της ήταν χωρισμένη μ’έναν γιο· δεν πάταγε ποτέ στο σπίτι γιατί εκεί πάντα έπρεπε κάτι να κάνει, αφού οι γέροι ήθελαν περιποίηση. Ακόμα πες το ένα, πες το άλλο, η συζήτηση κατέληγε σε καβγά. Δηλαδή «που εσύ με πίεσες να παντρευτώ και να πάρω αυτό τον αχαΐρευτο που με κατέστρεψε κι είμαι τώρα αναγκασμένη να διδάσκω στα σπίτια αγγλικά και γαλλικά, δηλαδή σερβάν».
109
Έτσι είχαν καταλήξει να μιλάνε στο τηλέφωνο, δηλαδή την έπαιρνε η κόρη της, και πάλι παράπονα, δηλαδή ότι ο γιος της αργούσε να γυρίσει, ότι φορούσε σκουλαρίκι κι αφού την έπιανε υστερία κι έβαζε τα κλάματα τό’κλεινε χωρίς να την καληνυχτίσει. Τηλέφωνο την έπαιρνε κι ο άντρας της που την είχε εγκαταλείψει από χρόνια, όταν δηλαδή ήταν πενηντάρης. Αυτός ήταν ζωγράφος, δηλαδή τεμπέλης, πού’μπλεξε με μια θεότρελη και μια μέρα της ανακοίνωσε ότι δεν μπορούσε πια εκεί, πνιγόταν, είχε καθήκον στην τέχνη. Έτσι πήρε κάποια πράγματα κι έφυγε, αλλά ερχόταν που και που, για να παίρνει τα υπόλοιπα πράγματα που είχε αφήσει. Κάθε φορά θα έκλεβε λίγο λάδι, λίγο τυρί καμιά κουβέρτα, μέχρι που μια μέρα τον σταμάτησε και του είπε ν’αφήσει τ’ασημένια κουταλάκια και να μην ξαναπατήσει. Το μάτι της είχε αγριέψει και κρατούσε το σίδερο, αφού τη στιγμή εκείνη σιδέρωνε. Αυτός τα χρειάστηκε κι έφυγε. Όταν λοιπόν τον έζωνε η πείνα ή γι’άλλους ανεξιχνίαστους λόγους, έπιανε το τηλέφωνο. Ήταν πάντα λίγο μεθυσμένος και να αγάπες και νοσταλγία, κι αυτή τον παρακαλούσε να μην ξαναπάρει τηλέφωνο, αφού την ενοχλούσε. Κάθε φορά λοιπόν που χτυπούσε το τηλέφωνο την έπιανε πανικός αφού θα ήταν η κόρη της ή ο άντρας της. Αν δεν το είχαν ανάγκη οι γέροι θα το είχε κόψει.
Η γριά μάνα της ήταν ένα στοιχειό χωρίς δόντια και η πλάτη της είχε κυρτώσει πάρα πολύ, όμως τα μάτια της έλαμπαν από μιαν ανεξήγητη χαρά. Ήταν πολύ λεπτή αεικίνητη και μπορούσε να πηγαινοέρχεται τις πιο ακατάλληλες ώρες, να παραμιλάει ή να λέει πράγματα που στην κόρη της φαίνονταν ασυνάρτητα, γιατί δεν είχε παρακολουθήσει την ακολουθία της κουβέντας, που μπορεί να είχε αρχίσει η γριά με τον εαυτό της σε κάποιο άλλο δωμάτιο. Πρωί-πρωί σηκωνόταν και περίμενε την κόρη της να ξυπνήσει. Της έλεγε να ψήσει καφέ για να πούνε τα νέα. Την έλεγε Κάτια ρώσικα, που ήταν κάτι ανάμεσα στο Κάτια, το Κάκια και το Κάσια, ―Κάκτσια― μ’ένα δασύ σύριγμα, σαν ρωσίδα αριστοκράτισσα.
110
Μεσ’το παραμιλητό της ανακάτευε εξελληνισμένα ρώσικα, γαλλικά κι αρβανίτικα, αφού μικρή είχε πάει σε γαλλικό σχολείο κι οι φίλες Πλακιώτισσες ήξεραν αρβανίτικα και ειδικά βρισιές. Ήταν πολύ περήφανος άνθρωπος, με όλη τη μιζέρια της είχε τους φτωχούς της να φροντίζει οι οποίοι όμως σιγά σιγά απομακρύνθηκαν γιατί η γριά δεν είχε εκ-συγχρονιστεί. Το ψωμί και το φαΐ δεν είχαν πια πέραση στους ζητιάνους. Ακόμα όταν κάποιος αστυφύλακας πήγαινε στο σπίτι της να πληροφορηθεί για κάποιον, αφού ήταν απ’τους παλιότερους κατοίκους, τον έδιωχνε αποκαλώντας τον ρουφιάνο. Βέβαια είχε και μιαν αποστροφή προς την αστυνομία, αφού κάθε τρεις και δύο ήταν παλιότερα στο σπίτι τους αναζητώντας τον Γιάννη το γιο της που ήταν χαρακτηρισμένος κομουνιστής.
Αυτή λοιπόν ήταν η γριά και τα νέα που θα συζητούσαν ήταν φανταστικές ιστορίες βγαλμένες από ένα σουρεαλιστικό διάλογο με την τηλεόραση. Η τηλεόραση που ήταν πάντα ανοιχτή στο δωμάτιό της κι η συζήτηση πηγαινοερχότανε: Ο Μπους λοιπόν της είχε στείλει σύνταξη, για τις υπηρεσίες της στο αμερικανικό έθνος αλλά ο Μιτσοτάκης της την είχε κλέψει. Κι ο Τέρενς ο εκφωνητής της τηλεόρασης, που τον ρωτούσε συχνά “Τι έγινε με τη σύνταξη”, της απαντούσε ότι η υπόθεση των υποκλοπών πολύ γρήγορα θα πήγαινε στον ανακριτή κι ο Μιτσοτάκης θ’απολογείτο. Η γριά είχε μπλέξει τις αναμνήσεις με τις ειδήσεις και την πραγματικότητα και η τηλεόραση είχε γίνει μια δίνη που ρουφούσε όλη τη νοημοσύνη που της είχε απομείνει.
111
Τα όνειρα
Όταν νύχτωνε η Κατιούσα είχε πάντα την αγωνία του ύπνου. Σχεδόν πάντα αυτός δεν ερχόταν χωρίς βάσανο και κόπο. Όλα τότε της έρχονταν στο μυαλό: η κόρη της, ο υδραυλικός, ο σουβατζής ακόμα κι ο άντρας της, αυτός ο γελοίος. Τι της είπε, τι του είπε, τι έπρεπε να του είχε πει, όλα χωρίς νόημα αφού αυτός είχε χρόνια φευγάτος και δεν τον ήθελε με τίποτα πίσω. Όταν άρχιζε να σκέφτεται τον άντρα της, καταλάβαινε ότι απλά δεν είχε ύπνο. Ότι ο πρωτοξάδελφος του θανάτου δεν θα ερχόταν και έτσι θ’άνοιγε ακόμα μια πορτίτσα για τον μεγάλο άρχοντα που θα την άγγιζε με το απαλό του χέρι και θ’άπλωνε το ειρηνικό του σκότος. Πάλι τι ήθελε και σκεφτόταν όλ’αυτά τα μελοδραματικά; Ανοησίες γεροντικές· μάλλον δεν είχε πιει τις βιταμίνες που της συνέστησε ο γιατρός κι όταν δεν τις έπινε δεν είχε ύπνο κι αν την έπαιρνε ο ύπνος, έβλεπε τέτοια όνειρα που καλύτερα να μην είχε κοιμηθεί. Πήγαινε τότε στη βιβλιοθήκη, που ήταν ένα ολόκληρο δωμάτιο και διάβαζε. Το σόι είχε “χούι” ν’αγοράζει βιβλία. Ο παππούς, ο πατέρας της, κι ο αδελφός της, αγόραζαν τόσα βιβλία που ήταν αδύνατον να διαβαστούν. Αυτά είχαν μαζευτεί στη βιβλιοθήκη που αράχνιαζε και κάθε προσπάθεια καθαρισμού ήταν μάταια. Αφού ξεκινώντας απ’τη μια μεριά, όσο να φτάσει στην άλλη, η αρχή αράχνιαζε πάλι. Όταν λοιπόν ξεσκόνιζε τα βιβλία κι άνοιγε κάποιο που δεν είχε ξανανοιχτεί, της ασκούσε μια έλξη, μια γοητεία. Ένιωθε πως είχε ένα ραντεβού μ’αυτό, πριν ακόμα γεννηθεί. Αποφάσισε λοιπόν πως τα βιβλία που δεν είχαν διαβαστεί, αν τύχαινε να τ’ανοίξει, θα τα διάβαζε άσχετα σε ποια γλώσσα ήταν γραμμένα. Αφού ήξερε αγγλικά, γερμανικά και γαλλικά. Επίσης είχε ένα τετράδιο και κρατούσε σημειώσεις και παρατηρήσεις απ’τα έργα που διάβαζε, χωρίς κάποια τακτική ακολουθία, αλλοπρόσαλλα έτσι από κάποιο καπρίτσιο. Τις ξαναδιάβαζε μετά από καιρό προσπαθώντας να τις συνδέσει με κάποια συνέπεια, αλλά χαλαρά, χωρίς απόλυτη πειθαρχία. Ήθελε να επεμβαίνει στη συρραφή των εννοιών προσθέτοντας και δικές της απόψεις. Τα άφηνε και τα ξανάπιανε μετά από μήνες, κάτι που της είχε γίνει ένα είδος ανάγκης, κάτι που της ήταν απαραίτητο.
112
Έγραφε τις παρατηρήσεις σαν ποιητικές ριπές σε σχέση μ’αυτά που είχε συρράψει. Αυτές έμοιαζαν σαν παραλήρημα που ίσως να σοκάριζαν τον καθημερινό άνθρωπο. Ήταν αλήθειες ορατές από μιαν άλλη όψη, που ήταν μέσα στα μάτια μας, αλλά ποτέ δεν τις βλέπαμε μ’ αυτόν τον τρόπο. Όμως κι αυτές έμειναν εκεί στο συρτάρι, όπως το έργο του παππού της του Τζάκο.
Έτσι πάλι σήμερα που δεν είχε ύπνο γύριζε από δω κι από κει, μα στη βιβλιοθήκη δεν ήθελε να μπει. Θεωρούσε τα γραφτά της μιαν αποτυχία, όπως όλη της τη ζωή. Μια ζωή όλο όνειρα κι αποτυχίες. Ένιωσε πάλι αυτό το συναίσθημα της φυγής, να πάρει τη βαλίτσα και να φύγει. Να γράψουν οι εφημερίδες «μεσόκοπος κυρία πάσχουσα από μελαγχολία ή απωλέσασα τας φρένας εξηφανίσθει». Αντ’αυτού αποφάσισε πάλι να πάει ταξίδι για το Βλαδιβοστόκ. Το τρένο θα ξεκινούσε απ’τη Θεσσαλονίκη του μεσοπολέμου, θα περνούσε απ’τη Σόφια, στο Βουκουρέστι και στη Μόσχα, θά’λλαζε τρένο και θά’παιρνε τον Υπερσιβηρικό. Ο κόσμος έμπαινε στο τρένο γρήγορα-γρήγορα κι έπιαναν θέσεις, ενώ αυτή ήταν εκεί από πριν και παρακολουθούσε τα πάντα. Το πηγαινέλα στο σταθμό και το παρεδώσε στο τρένο. Φαίνεται ότι αποκοιμήθηκε και το πως είχε ξεκινήσει ο Υπερσιβηρικός δεν το είδε. Συνήθιζε να φαντάζεται και ν’αποκοιμιέται, ευρισκόμενη στη συνέχεια του ονείρου της. Τούτη τη φορά βρέθηκε όταν τα ζεστά τσάγια έρχονταν γρήγορα-γρήγορα, καφές δεν υπήρχε γιατί ήταν σε έλλειψη. Μερικοί επιβάτες άναβαν τσιγάρο. Κάτι περίεργα τσιγάρα που είχαν διαφορετική μυρωδιά κι ήταν φανερό ότι δεν ήταν από αληθινό καπνό. Όπως άλλωστε κι ο καφές που ήταν από καβουρντισμένο κριθάρι. Μισούσε τον καπνό αλλά στον υπερσιβηρικό τον ανέπνεε με μεγάλη ευχαρίστηση. Ποτέ όμως δεν κάπνισε σε κανένα ταξίδι αφού την εποχή της επανάστασης, οι Ρώσοι τις γυναίκες θεωρούσαν αγίες και ποτέ δε θα τους πρόσφεραν τσιγάρο που φέρνει στο νου σεξουαλικά υπονοούμενα ή την εντύπωση ενός έκρυθμου ηθικού βίου.
113
Όλοι μιλούσαν τη ζεστή γλώσσα με την λεβέντικη προφορά, αλλά αυτή μολονότι δεν ήξερε ρώσικα στον υπερσιβηρικό τα καταλάβαινε όλα. Μόνον όταν μιλούσε εκείνη κανείς δεν την καταλάβαινε κι όλοι γύριζαν μ’ευγένια και της έλεγαν κάτι σαν «παρακαλώ;». Αυτή ξαφνικά σα να χανόταν και να βυθιζόταν πίσω από την εικόνα στο σκοτάδι και μετά να επέστρεφε πάλι πίσω.
Ο Φιοντόρ Ιβάνοβιτς, που όσοι τον γνώριζαν καλά, τον έλεγαν σύντροφο Μίσκιν, ήταν ένας παλιός επαναστάτης που φορούσε ένα παλιό γκρίζο κουστούμι σιδερωμένο και φροντισμένο, που του είχε χαρίσει η επανάσταση. Αυτό το φορούσε χρόνια, γιατί το κουστούμι είναι σαν το όπλο, που όταν στο εμπιστευτεί η επανάσταση δεν πρέπει να το προδώσεις. Πρέπει να το κρατήσεις σχεδόν πάντα. Και φυσικά να είσαι λεπτός όπως ήσουν νέος, έτσι που το κουστούμι να σου ταιριάζει και να μην ξεχειλίζει και να γελοιοποιείσαι εσύ κι η επανάσταση. Στο πέτο είχε το μικρό κόκκινο άστρο που φορούσαν όλοι οι τροτσκιστές, που πήραν μέρος στην κατάληψη των χειμερινών ανακτόρων κι έτσι δε θα χρειαζόταν να μιλάνε γι’αυτό. Όλοι όμως ήξεραν ότι εκείνο το βράδυ, πιάστηκαν κάποιοι μπολσεβίκοι να τσεπώνουν αντικείμενα καλλιτεχνικής αξίας. Ο κομισάριος έδωσε εντολή να δικαστούν στην αυλή μπροστά σε όλους. Κάποιοι ήθελαν η δίκη να γίνει στην αίθουσα χορού του ανακτόρου, που ήταν πολυτελέστατη, για να νιώσει κι φτωχός λαός, ότι είναι κύριος πια. Όμως ο κομισάριος αρνήθηκε γιατί στην αίθουσα χορού δεν χωρούσαν όλοι κι έτσι θα άρχιζαν οι διακρίσεις. Εξάλλου η επανάσταση δεν έχει ανάγκη να συνειδητοποιήσει τον πλούτο, αλλά να εξυψώσει τη φτώχια σε πολιτισμό. Αν βάλουμε στα εργοστάσια πολυελαίους, που είναι δικαίωμα των εργαζομένων, πάει η επανάσταση την κατάπιε η πολυτέλεια.
114
Έγιναν ολονύκτιες συζητήσεις γι’αυτό το θέμα και μετά έγιναν συζητήσεις για το αν υπήρχε ουσία να συζητάν τέτοια θέματα και να μην μπορούν να πάρουν άμεσες και γρήγορες αποφάσεις που νά’χουν ξεκάθαρο επαναστατικό χαρακτήρα. Όλοι όμως θυμούνται ότι οι σύντροφοι που υπέπεσαν, διαπράττοντας αρπαγή αντικειμένων τέχνης, το έκαναν από αγάπη και θαυμασμό για την τέχνη, χωρίς να συνειδητοποιήσουν το μέγεθος του σφάλματός τους. Ήταν αυτοί οι ίδιοι που ζήτησαν απ’το έκτακτο λαϊκό δικαστήριο την καταδίκη τους “εις θάνατον”. Πήγαν λοιπόν και στάθηκαν μπροστά στην κόκκινη σημαία που είχε απλωθεί στην είσοδο των χειμερινών ανακτόρων κι εκεί δέχτηκαν πολλές βολές, έτσι που η κόκκινη σημαία ματώθηκε σε πολλά σημεία και το κόκκινό της έπαψε να είναι τόσο κόκκινο, όσο το αίμα στα σημεία που είχε πιτσιλιστεί.
Όλοι γνωρίζουν πως αυτή η σημαία υπάρχει στο μουσείο της επανάστασης κι αυτοί που τουφεκίστηκαν, θεωρήθησαν πρώτοι μετεπαναστατικοί μάρτυρες, αφού αυτοί οι ίδιοι καταδίκασαν τους εαυτούς τους με την εσχάτη των ποινών για παραδειγματισμό. Λέγεται από πολλούς, ότι από κείνη τη στιγμή άρχισε η αλυσιδωτή αντίφαση της επανάστασης, όπου «η επανάσταση άρχισε να τρώει τα παιδιά της».
Όταν έπεσαν οι βολές, το τρένο τραντάχτηκε φρενάροντας λίγο. Αυτή πετάχτηκε στον ύπνο της και βρέθηκε στο σκοτάδι του μίζερου δωματίου της, όμως χώθηκε γρήγορα-γρήγορα βαθιά στο στρώμα της, κρατώντας όλη την θαυμάσια ατμόσφαιρα του τρένου και ξαναγύρισε μ’ανακούφιση στο ταξίδι. Στην παρέα του Φιοντόρ Ιβανοβιτς ήταν κι ένας κατάξανθος νεαρός φαντάρος που έλαμπε από καθαριότητα με ολοκαίνουρια στολή και γυαλισμένες μπότες και ζώνη, που άφηναν μια θαυμάσια μυρωδιά βερνικιού. Ο νέος αυτός ήταν κάτι σαν ενσάρκωση της έννοιας της επανάστασης. Στα χέρια του κρατούσε με περηφάνια το καπέλο που είχε ένα χρυσό κούφιο άστρο και μέσα του το σφυροδρέπανο που ήταν σε κόκκινο φόντο.
115
Ο Πάβελ μπορεί να κοιτούσε τον Ιβάνοβιτς με θαυμασμό, που άγγιζε την λατρεία, αλλά έδειχνε με την συμπεριφορά του, ότι ένιωθε σαν ίσος προς ίσον, αφού στο στράτευμα είχαν όλοι οι φαντάροι πειστεί, ότι αυτοί ήταν το μέλλον κι όλοι ξέρουμε πόσο η επανάσταση επενδύει στη μελλοντική προοπτική, που αυτή δεν είν’ άλλη απ’τη νιότη· άσχετα αν στα σχόλια του Ιβάνοβιτς ο Πάβελ απαντούσε σχεδόν σαν να κάθεται προσοχή. ―Μάλιστα σύντροφε Μίσκιν―.
Η Κατιούσα είχε μάθει από ταξίδι σ’άλλο όνειρο, πως ο Ιβάνοβιτς είχε πάρει τ’όνομα Μίσκιν γιατί κάποτε μ’ένα μικρό έφιππο απόσπασμα κατάφερε ν’απωθήσει ένα τάγμα Κοζάκων κι ένα απόσπασμα Λευκών, που όλοι γνωρίζουν τι σκληροτράχηλοι πολεμιστές ήταν πάντα. Όταν μπήκαν νικητές στο παλάτι του πρίγκιπα Μίσκιν το σώμα του Ιβάνοβιτς ήταν διάτρητο από βολές και δεν μπορούσε να κατέβει απ’τ’άλογο. Τον κατέβασαν με χίλιους κόπους γιατί ήταν ασήκωτος απ’το μολύβι και τον ξάπλωσαν στο κρεβάτι του πρίγκιπα Μίσκιν. Όπως ήταν αιμόφυρτος τον έριξαν σε μια κόκκινη σημαία για να περάσουν οι ήρωες, τα μέλη του αποσπάσματός του, να του δώσουν το φιλί του έσχατου αποχαιρετισμού. Καθώς έγερναν, οι σκιές τους μάκραιναν βγαίνοντας έξω απ’την πόρτα σαν μια στρατιά άλλου κόσμου. Τέλος αφού έριξαν μια τιμητική ομοβροντία, σήκωσαν τα όπλα τους πάνω απ’ τα κεφάλια κι άρχισαν να τραγουδούν παράφορα και παράτονα τη διεθνή, έκλαιγαν και τραγουδούσαν. Τα μάτια του Μίσκιν δάκρυσαν το μολύβι έμεινε πάνω στη σημαία, οι πληγές έκλεισαν και χωρίς να σηκωθεί, βρέθηκε ξανά πάνω στο άλογό του. Δεν ήταν θαύμα! συνέβη αυτό που λένε «χωρο-χρονική επαναφορά μερικών στοιχείων επανορθωμένων απ’το παρελθόν στο μέλλον κι άμεση επαναφορά στο παρόν».
116
[Εδώ θα πρέπει να γίνει μια επιστημολογική διευκρίνιση στο περιθώριο αυτής της διήγησης. Όποιος την παρακάμψει βέβαια δε θα χάσει και τίποτα. Αλλά ο περίεργος περί τη σύγχρονη επιστήμη θ’άξιζε να ενημερωθεί. Θα γνωρίζει ίσως ο αναγνώστης για το περίφημο παράδοξο των διδύμων. Σύμφωνα με τη θεωρία της σχετικότητας, που είναι μια θεωρία σχετικότητας χώρου και χρόνου, αν ένας δίδυμος ταξιδέψει στο σύμπαν με ταχύτητα που πλησιάζει αυτή του φωτός, όταν επιστρέψει ίσως μετά πενήντα χρόνια σύμφωνα με το χρόνο υπολογιζόμενο στη γη, κι ενώ ο δίδυμος αδελφός του στη γη θα είναι γέρος, ο ταξιδευτής θα έχει διανύσει θεαματικά μικρότερο χρονικό διάστημα και θα επιστρέψει σχεδόν νέος. Αυτό το έχει αποδειχθεί μαθηματικά κι αν δεν ήταν πολύ μεγάλοι οι επιστήμονες που το ισχυρίζονται, θα προκαλούσε το γέλιο. Βέβαια στην πράξη τουλάχιστον ως σήμερα δεν έχει αποδειχθεί, κι έτσι υπάρχουν επιστήμονες εξίσου σημαντικοί που ισχυρίζονται ότι, ο ταξιδευτής κατά την επιστροφή του στη γη και στις λεγόμενες αρχικές του συντεταγμένες αρχίζει να γερνάει με επικίνδυνη ταχύτητα και τη στιγμή που επιστρέφει εκεί που ξεκίνησε, έρχεται στην ηλικία ακριβώς του δίδυμου αδελφού του. Όλ’αυτά λέγεται ότι στηρίζονται σε κάποιες μαθηματικές εξισώσεις οι οποίες αναφαίνονται και στο περίφημο τρένο του Αϊνστάιν. Αυτό κινείται με ταχύτητα κόντα σ’αυτήν του φωτός κι ο χρόνος μέσ’τα βαγόνια είναι διαφορετικός απ’αυτόν του σταθμού. Εκεί οι επιβάτες βλέπουν τις πόρτες του τρένου ν’ανοίγουν ταυτόχρονα, ενώ οι άνθρωποι στο σταθμό, ν’ανοίγουν με χρονική αλληλουχία.
Ως εκεί μπορεί να δικαιολογηθεί το παράδοξο Μίσκιν, αφού τα γεγονότα που διαδραματίζονται στο χωροχρονικό πλέγμα Μινκόβσκυ όπου ανάλογα από τη σκοπιά του παρατηρητή ένα γεγονός μπορεί να θεωρηθεί με συντεταγμένες αντεστραμμένες χωροχρονικά (ο χώρος να θεωρηθεί χρόνος και τ’αντίστροφο). Έτσι υπό περίεργες και πάρα πολύ σύνθετες συνθήκες, μπορεί να γίνει αυτή η χωροχρονική επαναφορά, σαν μικρό ταξίδι στο χρόνο.
117
Βέβαια επ’αυτού, έχει διαμορφώσει γνώμη και κβαντική θεωρία βλέποντας αυτό το παράδοξο διαφορετικά. Όχι με τις χωροχρονικές σχετικιστικές συντεταγμένες του διαγράμματος Μινκόβσκυ, αλλά μέσα από το πλέγμα των στατιστικών παρατηρήσεων της κβαντομηχανικής, που αμφισβητούν την αντικειμενικότητα της σωματιδιακής δομής της ύλης στις έσχατες χωροχρονικές σχέσεις των γεγονότων. Δηλαδή σ’έναν κόσμο υποκβαντικό εικάζεται πως υπάρχει μια συγκεχυμένη ροή ενεργείας, που έχοντας αντιφατική φύση, ενδέχεται να υπακούει σ’αλληλεπιδράσεις ακόμα κι ακαριαίες. Αυτό σημαίνει, ότι η αιτιότητα με τον κλασικό τρόπο, σ’αυτό το επίπεδο της ύλης, λόγω του ακαριαίου, αμφισβητείται. Λειτουργώντας η αιτιότητα αμφίδρομα κι ακαριαία, μπορεί να επιβεβαιώσει το φαινόμενο Μίσκιν ως φαινόμενο μεγάλης συναισθηματικής υπερδιέγερσης και φόρτισης. Δηλαδή, σύμφωνα με το μεγάλο κβαντοφυσικό Ντμήτρη Κατηφόρη, μέσω της φόρτισης, η ανθρώπινη συνείδηση μεταφερόμενη στο επίπεδο των ακαριαίων αλληλεπιδράσεων, μπορεί να γυρίζει πίσω στο παρελθόν, διαμορφώνοντας την κατάσταση σύμφωνα με τον ακατανίκητο πόθο της κι επιστρέφοντας στο παρόν, να φέρνει πίσω την ποθητή κατάσταση. Αυτό μολονότι φαίνεται μεταφυσικό κι απίθανο, πάρα πολλοί μεγάλοι επιστήμονες όπως ο Φον Νόυμαν, ο Χουίλλερ κι άλλοι εν μέρη το δικαιολογούν. Ισχυρίζονται ότι στις κβαντικές διεργασίες, ο άνθρωπος πλέον δεν είναι αντικειμενικός παρατηρητής αλλά συμμετέχει με τη βούλησή του στο κβαντικό γίγνεσθαι αφού αποφασίζοντας τη δράση, το μήνυμα της σκέψης του ταξιδεύει ακαριαία στο σύμπαν όπου εκεί είναι άμεσα κοινωνός και δημιουργός. Αυτή η θεωρία που φαίνεται μεταφυσική και ίσως πιο απίθανη, τελευταία γίνεται ακόμα πιο αποδεκτή, αφού σε κάποιο εργαστήριο της Κίνας, μπόρεσαν να μεταστρέψουν καταστάσεις απ’το παρελθόν στο παρόν, επιδρώντας στη δομή του DNA ενός ζώου, μέσω τεχνητής συναισθηματικής φόρτισης. Το μόνο πρόβλημα που είχαν ήταν, πως το κατσικάκι που θέλησαν να του αλλάξουν φύλο μέσω αυτής της διαδικασίας, επέστρεψε ως γουρουνάκι με το ίδιο φύλο.]
118
Από τότε ο Ιβάνοβιτς εκείνη τη μέρα κλείνεται σ’ ένα δωμάτιο, αφού υποφέρει όλη αυτή τη διαδικασία του θανάτου και της επιστροφής στη ζωή, κι ακόμα δεν θέλει να συζητιέται αυτό το θέμα, γιατί οι άνθρωποι εύκολα παρασύρονται στην μεταφυσική και την θεολογία, κάτι που αντίκειται στην επιστήμη και την επανάσταση. ―Καλέ μου Πάβελ είπε ο Ιβάνοβιτς, η επανάσταση είναι μια υπόθεση προσωπική, μια συνεχής μάχη με τον εαυτό. Ο επαναστάτης κάθε μέρα πολεμά τον εφησυχασμό και την ρουτίνα. Για κάθε τι που κάνει, ρωτάει τον εαυτό αν το έκανε βολικά. Το βολικό είναι η αντεπανάσταση. Το εγώ πρέπει να έρχεται τελευταίο και να το φροντίζουμε τόσο όσο μπορεί να δίνει. ―Σύντροφε Μίσκιν τις προάλλες άκουσα ένα γέρο αγρότη που έλεγε ότι σύμφωνα μ’ένα παλιό μύθο, η επανάσταση ήταν ένα αγοροκόριτσο, μια ερμαφρόδιτη και γι’αυτό ανέραστη. Οι νέοι όμως την ποθούσαν αλλά αυτή δεν ενέδιδε σε κανέναν. Θα ενέδιδε μόνο σ’αυτόν που θα την έπιανε στο τρέξιμο. Κανείς όμως δεν μπορούσε κι αυτή έτρεχε μπροστά κι όλοι οι νέοι ξοπίσω της. Οι γέροι όμως που δεν έβλεπαν με καλό μάτι αυτή την κατάσταση, τη φυλάκισαν με δόλο σε ένα μεταλλικό κλουβί. Αυτή που δε μπορούσε χωρίς ελευθερία, έγινε περιστέρι και χτυπιόταν εδώ κι εκεί στα κάγκελα με φόβο να σκοτωθεί. Τότε αποφάσισαν να τη λευτερώσουν για να ξαναγίνει αυτό που ήταν. Αυτή όμως παρέμεινε περιστέρι και πετούσε εδώ κι εκεί. Γι’αυτό η επανάσταση έρχεται και φεύγει και κανείς δε μπορεί να την ορίσει. Το πέταγμά της θεωρείται τυχαίο. ―Αγαπητέ μου Πάβελ, δεν θα συμφωνήσω με το γέρο αγρότη, είπε ο Ιβάνοβιτς. Η επανάσταση δεν έρχεται και φεύγει τυχαία, αλλά είναι πάντα μέσα μας, έρχεται όταν την καλούμε και φεύγει όταν τη διώχνουμε. Αυτές οι παλιές ιστορίες είναι πολύ
119
περίεργες και διφορούμενες, μάλιστα όταν λέγονται από στόμα αγρότη, που μολονότι είναι συμπαθής και δημιουργικός, ο λόγος του πάντα έχει μέσα το σπέρμα της οπιστοδρόμησης. Εγώ πάντα αποφεύγω τέτοιες ιστορίες, γιατί δεν έχουν το προλεταριακό σφρίγος, που ωθεί τον κόσμο μπροστά. ―Κάποτε στη Κίνα, που είχα βρεθεί σαν κομισάριος του ΚΚΣΕ, συνάντησα πολλούς επαναστάτες που επηρεασμένοι απ’το πνεύμα του αγροτικού κόσμου, που είναι μεν οικοδομικός, όχι όμως όσο πρέπει επαναστατικός και μοντέρνος, έπεφταν πολύ συχνά σε λάθη. Είχαν μια διαλεκτική παράξενη αρχαία, μυστικιστική και όχι την μαρξιστική-λενινστική που είναι συνέχεια της εγελιανής. Όταν άρχιζαν τις θεωρητικολογίες όλο γρίφους έλεγαν. Ένας ψηλός, παχουλός, που τον έλεγαν Μάο και τον σεβόντουσαν πάρα πολύ οι εκεί σύντροφοι, έλεγε το εξής παράδοξο: «η Ελευθερία είναι σύνδρομο μιας απεριόριστης σειράς απαγορεύσεων». Εγώ από ευγένεια δεν όρθωσα αντίθετη επιχειρηματολογία, αλλά με ήπιο τόνο παρατήρησα ότι «οι έννοιες πρέπει να είναι σαν το γάργαρο νερό της πηγής, ώστε να μπορεί να πιει ο λαός· να είναι τα σύκα σύκα κι η σκάφη σκάφη». Κάπως έτσι τελείωνε την κουβέντα ο σύντροφος Μίσκιν, τονίζοντας αργά αργά τις τελευταίες λέξεις, έτσι που φανέρωνε ότι το θέμα σταματούσε εκεί κι ότι είχε κλείσει. Ακολουθούσε μικρή σιωπή κι όσοι συμφωνούσαν, συμφωνούσαν, οι άλλοι που είχαν κάτι ακόμα να πουν, ένιωθαν ότι ήταν πλεονασμός και ότι το κλίμα της συζήτησης είχε έτσι διαμορφωθεί, που και τον σύντροφο Μίσκιν θα στεναχωρούσαν, που ήταν ήρωας και αγαπητός άνθρωπος και το γενικό κλίμα που είχε διαμορφωθεί με το μέρος του προλαλήσαντα, θα ταραζόταν χωρίς αληθινά κανένα λόγο.
Ο Πάβελ διαπίστωσε ότι τα φλιτζανάκια του τσαγιού είχαν αδειάσει.
120
―Πως του διέφυγε―, τινάχτηκε σαν ελατήριο κι έφερε αμέσως, μαζί μ’αυτά και κάτι θαυμάσια κριθαρένια παξιμαδάκια, που είχαν ένα περίεργο όνομα στα ρώσικα, αλλά δεν της ερχόταν στο μυαλό. Το τσάι μοσχοβολούσε κι έκαιγε τα δάκτυλα, δίνοντας αυτή τη ζεστή θαλπωρή του ροφήματος σ’αυτό το μακρινό ταξίδι μέσα στις στέπες και τα χωριά της Σιβηρίας. Τα παράθυρα του τρένου είχαν ένα θολό λευκό φως, που άρχισε ν’απλώνεται και να μπαίνει στο βαγόνι, ενώ οι φιγούρες άρχισαν σιγά σιγά να χάνονται βουλιάζοντας μέσα του. Το τρένο κουνιόταν κάνοντας αυτό τον χαρακτηριστικό ρυθμικό θόρυβο που βαθμιαία γινόταν πιο υπόκωφος μα πιο σιωπηλός. Έπαψε να τον ακούει με τ’αυτιά της, ένιωθε να δυναμώνει μέσα της. Ένιωσε παρουσία ανδρός, ήταν ο άντρας της που τόσο τον μισούσε, αλλά μόνο μ’αυτόν είχε έλθει σ’ερωτική επαφή. Δεν μπορούσε ν’αντισταθεί σ’ αυτή τη δεσποτική παρουσία που ξεπερνούσε τον άντρα της. Ξέσπασε μέσα της μια οργιαστική αναστάτωση που ξαφνικά κόπηκε σαν μαχαίρι. Της φάνηκε πως ξύπνησε, πως βρισκόταν σ’ένα απ’τα σπίτια των ονείρων της. Πολλές φορές έβλεπε στον ύπνο της πως κατοικούσε σε κάποιο σπίτι, που ένιωθε μέσ’το ίδιο της το όνειρο, πως το κατοικούσε και σ’άλλα όνειρα, άλλες φορές. Ένιωθε την παρουσία του ονείρου μέσ’το όνειρο. Είχε πολλά τέτοια σπίτια των ονείρων της. Σ’αυτό το όνειρο το σπίτι ήταν ένα γωνιακό δωμάτιο, που η ακρογωνιαία μεριά του ήταν χωμένη σε βράχο σκαλισμένο απ’την αρχαιότητα, κάτι πολύ συνηθισμένο στου Φιλοπάππου. Αυτό το δωμάτιο δεν είχε παράθυρα αλλά δυο πόρτες, αφού υπετίθετο πως το κτίσμα θα συνεχιζόταν απ’τις δυο ελεύθερες πλευρές, σχηματίζοντας «γάμα», όπου η γωνία ήταν κομμένη μέσ’το βράχο. Απ’τη μια πλευρά θα προχωρούσε προς το σαλόνι κι απ’την άλλη προς την κουζίνα. Το κτίσμα είχε οριοθετηθεί αφού ήδη είχαν πέσει τα μπετά και σιγά σιγά θα χτιζόταν κι ολοκληρωνόταν δωμάτιο-δωμάτιο. Εν τω μεταξύ όσα δωμάτια ολοκληρώνονταν κατοικούντο ή έμπαιναν σ’ανάλογη χρήση. Έτσι μέχρι να τελειώσει το σπίτι, το έτοιμο μέρος του σπιτιού πάλιωνε κι ήθελε επισκευή.
121
Στην αυλή υπήρχε μια κληματαριά, που ο ήλιος την περνούσε δύσκολα και όταν μια αχτίδα τα κατάφερνε, τρύπαγε το σκοτάδι αστράφτοντας μέσ’ το σκοτεινό δωμάτιο. Έτσι απ’τις δυο πόρτες γινόταν ένα περίεργο παιχνίδι σκότους-φωτός που ευχαριστούσε αφάνταστα, αυτούς που είχαν πέσει για μεσημεριανό ύπνο σ’αυτό το δροσερό δωμάτιο.
Η Κατιούσα ήταν γύρω στα 25 κι ο άντρας της στα 30 κι είχαν πέσει να απολαύσουν αγκαλιά αυτό το θαυμάσιο μεσημεριανό παιγνίδι προ του ύπνου, το παιγνίδι των σκιών πού’φευγαν κι ερχόντουσαν. Τέλος όταν οι σκιές είχαν κουραστεί, ένας θαυμάσιος ύπνος μεσημεριανού καλοκαιριού ερχόταν, σ’ένα θολό πέπλο, στεφανωμένος με τσαμπιά από σταφύλι και κλίματα ορατά κι αόρατα μέσα στο θολό φως που είχε μείνει ακίνητο.
Η σκιά όμως του συνταξιούχου Ρώσου στρατηγού με το φθαρμένο κουστούμι και τα παλιά παράσημα δεν έφευγε. Γύριζε γύρω γύρω στο δωμάτιο, λέγοντας διάφορα αντισοβιετικά υπονοούμενα. Δηλαδή ότι το χαρτί υγείας εδώ είναι σαν αφρός και τα ξυραφάκια τέλεια, ενώ εκεί ήταν χάλια και θα συνέχιζε, αν ο άντρας της δεν οργιζόταν ξαφνικά και δεν σηκωνόταν σαν μια ιπτάμενη φιγούρα χωρίς να περπατήσει και να κλείσει την πόρτα. Μ’ένα «κρακ» κλείσαν απότομα κι δυο πόρτες κι έγινε αφόρητο σκοτάδι.
Κάποιος είχε πάει στην τουαλέτα και βρόντησε την πόρτα, ξυπνώντας την. Φυσικά η γριά. Η ώρα δεν ήταν τρεις το μεσημέρι αλλά τρεις το πρωί και δεν ήταν 25 αλλά 60 χρονών και δεν είχε τον άντρα της, μα ήταν μόνη στο σκοτάδι. Της πέρασε απ’το νου αυτός ο παράδοξος συγχρονισμός ονείρου και πραγματικότητας. Είχε καθίσει στο κρεβάτι, μ’όλα τα συναισθήματα που ακολουθούν μια τέτοια διαπίστωση. Σηκώθηκε και άνοιξε την μπαλκονόπορτα πού’βγαινε κατευθείαν στον κήπο.
122
Ο ουρανός είχε ένα περίεργο φως, σα να υπήρχε ένα μικρό θολό φεγγάρι, που έμεινε για λίγο ακίνητο και μετά άρχισε επιταχυνόμενο να χάνεται στο βάθος του ορίζοντα. Η χλόη του κήπου είχε γεμίσει περίεργες δροσοσταλίδες και υπήρχε μια αόρατη παρουσία. Η γάτα αγρίεψε, έσκουξε, φούντωσε, τρίφτηκε στα πόδια της και χώθηκε στο σπίτι. Ξαφνικά ξανάκουσε το Ρώσο στρατηγό να λέει το τραγούδι του Καπτάν Σορς. «Πέρα στ’ακροπόταμο τμήμα πάει ομπρός με σημαία κόκκινη και πιο μπρος λαμπρός ο Καπτάν ο Σόρς. Στο κεφάλι επίδεσμος….» Μετά άκουσε βίαιο καλπασμό. Ένας καβαλάρης στη θολούρα της νύχτας κοντοστάθηκε, το νευρικό του άλογο ξεφυσούσε κι αυτός είχε ματωμένο επίδεσμο στο κεφάλι. Ήταν αυτός, ο ίδιος ο Σορς. Έδωσε το χέρι του στο Ρώσο στρατηγό που δεν ήταν τότε στρατηγός, αλλά ένα παλικαρόπουλο μαχητής ενδεδυμένος τα ιμάτια της επανάστασης και σαλτάρισε στα καπούλια του αλόγου. Αυτό σηκώθηκε στα δυο πόδια, χλιμίντρισε κι αφού έκανε μερικά βήματα στα πίσω πόδια, χάθηκε καλπάζοντας στο σκοτάδι, ενώ ακόμα ακουγόταν ένα απόκοσμο σφύριγμα που ήταν η Μασσαλιώτιδα. Όταν το σφύριγμα είχε σβήσει, αυτή δεν ήταν στον κήπο, αλλά καθόταν στο κρεβάτι της, είχε δει όνειρο μέσα σ’άλλο όνειρο, εντός άλλου ονείρου. Αυτή η αλληλουχία ονείρων σε όνειρο, την ανησυχούσε, πιθανόν τρελαινόταν. Το μόνο πραγματικό ήταν ότι η γριά πήγε στην τουαλέτα κι εκτός από το κτύπημα της πόρτας έκανε αφόρητους θορύβους. Είχε γυρίσει στο δωμάτιό της με την τηλεόραση πάντα ανοιχτή, μολονότι το πρόγραμμα είχε τελειώσει κι άρχισε να χορεύει και να τραγουδά «λεμονάκι μυρωδάτο».
Προσπάθησε να τη βάλει για ύπνο, γιατί σίγουρα ενοχλούσε τους ενοίκους που ήταν εργαζόμενοι και έπρεπε να κοιμηθούν. Αν έφευγαν, που θα έβρισκαν ενοικιαστές γι’αυτό το ερείπιο; Η γριά φουρκίστηκε κι άρχισε να βρίζει ανάκατα ρώσικα, ελληνικά και γαλλο-
αρβανίτικα.
123
Να της λέει ότι ο άντρας της ήταν ένας κύριος, που όλο στις ταβέρνες την πήγαινε και γλεντούσαν. Από τότε που πέθανε κι έπεσε στα χέρια της κόρης της, καταστράφηκε, ―όλο μέσα.
Τότε άρχισε να γελάει παράδοξα κοιτώντας την κόρη της όλο νόημα και κατέρρευσε. Η Κάτια την άρπαξε σχεδόν στον αέρα και την έβαλε στην πολυθρόνα. Η γριά ήταν ακίνητη με τα μάτια καρφωμένα στο βάθος του δωματίου, σα να έβλεπε κάτι. Ανατρίχιασε. Τα μάτια της μάνας της δεν είχαν πλέον αυτή την τρελή πειραχτική λάμψη, αλλά μια απύθμενη σοβαρότητα, που ποτέ δεν είχε ξαναδεί στο πρόσωπό της και που ήταν πιο δραματική με το φως της τηλεόρασης ν’αναβοσβήνει. Της έκλεισε τα μάτια.
Μετά πήγε στο γραφείο που ήταν το τηλέφωνο να πάρει τον γιατρό. Κάθισε στην πολυθρόνα του γραφείου νιώθοντας μιαν ηρεμία, μιαν ανακούφιση. Το σπίτι πρώτη φορά ήταν τελείως ήσυχο.
Έξω απ’τα τζάμια υπήρχε ένα φως απογευματινό, λες κι ο ήλιος μόλις έδυε. Μπροστά της είχε τα τετράδια του σχολείου, θυμήθηκε ότι δεν είχε λύσει κανένα πρόβλημα. Δάκρυσε, η δασκάλα θα την μάλωνε. Έβαλε τα δαχτυλάκια στα μαλλιά και τ’ανακάτωσε όπως όταν βρισκόταν σ’αμηχανία. Ξάφνου ένιωσε ένα ζεστό χέρι να της χαϊδεύει τα μαλλιά τρυφερά. ―Κάτσια, Κάτσια, μην κλαις. Έγειρε στη αγκαλιά της μανούλας και ξέσπασε σ’ένα σπαραχτικό κλάμα που το φύλαγε μια ζωή, λυτρωτικό. Οι εικόνες πέρναγαν μπροστά της ασταμάτητα· εικόνες μιας ζωής ανέμελης, παιδικής. Η μανούλα την πήρε απ’το χεράκι και την έβαλε στην τηλεόραση της χάιδεψε ξανά τα μαλλάκια. ―Έλα, έεελα της είπε, σέρνοντας τη φωνή της τρυφερά, μην στεναχωριέσαι, θα σε μάθω κι εσένα να μιλάς με την τηλεόραση, δίνοντάς της ένα φιλάκι.
Τη στιγμή εκείνη η πόρτα έτριξε δυνατά κάποιοι σωβάδες πέσαν κάτω απ’το ταβάνι με θόρυβο. Οι νοικαραίοι πετάχτηκαν έξω τρέχοντας. Στο βάθος του δωματίου ήταν ο πατέρας της στην κουνιστή πολυθρόνα του, φορώντας τη σαντακρούτα και το ψαθάκι. ―Ο φίκος, ο φίκος, είπε με νόημα―. Το σπίτι κατέρρεε.
124 Ένιωσε τ’απογευματινό φως στο παράθυρο να χάνεται, να σκοτεινιάζει κι οι παιδικές φωνές έξω απ’το παράθυρο να σβήνουν. Είχε γυρίσει πάλι στο σκοτάδι της μοναξιάς της, που τώρα ήταν απόλυτη. Στο βάθος του σπιτιού υπήρχε μια σκοτεινή χοάνη, μια δίνη που την τραβούσε, μέσα της υπήρχε ένα απόμακρο φωτεινό σημείο. Οι αναμνήσεις άρχισαν να πορεύονται αντίστροφα, ίσως να μην ήταν όλες δικές της αλλά μιας ολόκληρης γενιάς. Όταν είχαν αρχίσει να γίνονται χωρίς μορφή, μια αόριστη αίσθηση ηρεμίας την κατέλαβε.
―Η ζωή είναι ωραία είπε μέσα της, ένας κήπος γεμάτος θαύματα. Είδε στρατιές ανθρώπων σε ειρηνικούς καταπράσινους αγρούς να εργάζονται και να χαμογελούν. Φορούσαν ρούχα αλοκάθαρα κι αφρόντιστα, τα παιδιά έπαιζαν με πάθος, με την λαχτάρα μιας ολοζώντανης χαράς. Ξάφνου ταράχτηκε σκέφτηκε ότι όλ’αυτά μπορεί να είναι ένα ψέμα, ότι ίσως κι αυτό είναι ένα της όνειρο που δε θα ξυπνούσε να δει αν ήταν αληθινό.
Μετά βρέθηκε στο έσχατο σπίτι των ονείρων της ψηλά στα δάση της Αρκαδίας. Ήταν φθινόπωρο και τα κόκκινα φύλλα είχαν σκεπάσει την πλαγιά. Πέρασε το μικρό λόφο και κατεβαίνοντας έφτασε εκεί, όπως ακριβώς πάντα, στα όνειρά της. Αυτό ήταν χωμένο μέσα σ’ένα λόφο. Η δρύινη πόρτα ήταν κολλημένη στην ξερολιθιά και μπροστά της ήταν μια λιθόστρωτη αυλή. Δεν χρειάστηκε να ξεκλειδώσει, όταν πλησίασε η πόρτα άνοιξε μόνη της και βρέθηκε μέσα. Το δώμα ήταν πέτρινο χωρίς παράθυρα, μια είσοδος μπροστά και μια άλλη πίσω κλειστή. Το ταβάνι ήταν από πέτρες που η μια στήριζε την άλλη κι όλες μαζί έκαναν τον θόλο που κρατούσε επάνω του το χωμάτινο λόφο. Στο σπίτι αυτό των ονείρων της, έρχονταν φίλοι και συγγενείς ζωντανοί και νεκροί, ακόμα κάποιοι που δεν τους γνώριζε μα ήταν φανερό ή ένιωθε πως ήταν πολύ οικείοι, ―δικοί της. Μπαινόβγαιναν απ’ την πίσω πόρτα, αλλά η ίδια δεν την είχε δει ν’ανοίγει.
125
Έρχονταν φορώντας προσωπείο που ήταν το ίδιο τους το πρόσωπο, αφού ήταν φανερό ότι το πρόσωπό τους το είχαν χάσει και μόνο με προσωπείο μπορούσαν να φανερωθούν. Εκείνο το βράδυ το δώμα γέμισε κόσμο άγνωστο, που όμως ήταν οι δικοί της άνθρωποι οι ατέλειωτοι. Άλλοι ήταν ίδιοι με διαφορετική μορφή ενώ άλλοι διαφορετικοί με την ίδια μορφή. Ήταν τόσοι πολλοί που το δώμα δεν τους χωρούσε, αλλά οι τοίχοι τους απορροφούσαν όλους μαζί αφού ουσιαστικά δεν είχαν αληθινό όγκο. Έτσι όλες οι μορφές συγχέοντο μαζί σαν μια μορφή-άμορφη κι εμφανίζονταν μόνο στα σημεία που αυτή συγκέντρωνε το βλέμμα της, σα να τις δημιουργούσε η ίδια και να τις έβγαζε απ’τη συγκεχυμένη κατάσταση που βρισκόντουσαν.
Φαίνεται ότι στις μορφές αυτές, χώρος κι χρόνος είχαν συμπτυχθεί στο τώρα, που είναι μια απειρελάχιστη σχισμή ανάμεσα στο παρελθόν και το μέλλον, όντας ένα αιώνια υπαρκτό τίποτα, που έπαιρνε μορφή μέσα από τη δική της υπόσταση. Τα προσωπεία λοιπόν ήταν ο τρόπος που αυτή μπορούσε να δει την ουσία που βρισκόταν πίσω τους συγκεχυμένη κι απρόσιτη. Το δώμα αυτό το χωρίς παράθυρα, αυτό που ήταν το πιο κρυφό, το καταδικό της, είχε ένα παράξενο φως που ερχόταν από το πουθενά. Στη μέση υπήρχε ένα κενό προσωπείο, το δικό της, αυτή όμως η ίδια έλειπε, όντας με κάποιο τρόπο αόριστο εκεί. Περίμενε τον εαυτό να πάρει τη μορφή. Η πίσω πόρτα την καλούσε ν’ανοίξει. Ο Άρχοντας ο γαλήνιος επιτέλους είχε έλθει. Η πόρτα εσείετο, αλλά δεν άνοιγε. Δεν μπορούσε. Δεν ήταν ακόμη έτοιμη. Δεν είχε πάρει τη μορφή. Ο χτύπος δυνάμωνε επίμονα, εκκωφαντικά έτσι που τελικά βουβαινόταν μέσα της· χτυπούσε στο στήθος της σαν ξεχαρβαλωμένος κτύπος καρδιάς. Ένιωσε παρουσία ανδρός, μα δεν ήταν ο άντρας της αλλά κάποιος άλλος ξεχασμένος, που ερχόταν απ’το βάθος του εαυτού.
126
Ήταν αυτή η ίδια ως άντρας· το αντίδρομο εγώ που όλοι έχουν κλεισμένο βαθιά μέσα τους, για να μπορούν να είναι αυτό που είναι. Ερχόταν σκοτεινό κι άβουλο, σαν μεθυσμένο ζώο να κλείσει τον κύκλο της ύπαρξής της. Ένιωσε την ανακούφιση και τη γλυκιά κούραση ενός φθίνοντος γλυκού πόνου. Τα βλέφαρα του προσωπείου είχαν κουραστεί κι άρχισαν να κλείνουν. Η πόρτα η άβατη άνοιξε ξαφνικά και βίαια αλλά χωρίς θόρυβο, σα να την άνοιξε πανίσχυρος και ξαφνικός άνεμος. Πίσω της μια θάλασσα μυστική, ουρανός και θάλασσα μαζί. Ήταν ξαπλωμένη στο πλοίο, το μαύρο, το αρχαίο, ίσα ίσα που τη χωρούσε σαν πλεούμενο κρεβατάκι, τυλιγμένη με γιασεμιά και κισσούς. Μπορεί, γιατί εκείνο το βράδυ το γιασεμί στον κήπο είχε οργιάζει κι η μυρωδιά του έφτανε ως αυτό το μακρισμένο όνειρο.
Ο Άρχοντας ορθός στην πρώρη, μόνο την πλάτη του μπορούσε να δει. Νόμισε ότι κάποια στιγμή της έκανε τη χάρη, μπόρεσε να δει. Θυμήθηκε το χαμόγελο του κούρου, ίσως να ήταν αυτό. Είδε! αυτό το πρόσωπο ήταν κενό, δεν φορούσε κανένα προσωπείο. Είδε ό,τι μπορούσε να δει, είδε αυτό που κανείς δεν είχε δει, μα αυτό ήταν όλες οι μορφές και καμία. Ήταν μια παρουσία μέσ’την απουσία. Ήταν το τίποτα ως ουσία ή ήταν το κάτι ως τίποτα. Αυτό το Τίποτα το ένιωθε παρόν.
Ένιωσε το συναίσθημα ότι ήταν αυτή, αλλά ότι δεν ήταν κιόλας, ότι ήταν άλλη ή μάλλον άλλος, ένα μικρό αγόρι. Τα χρώματα και τις μορφές τα είχε ξεχάσει, όμως ένιωθε καλά πως όλ’αυτά θα είχαν κάποιο όνομα που αγωνιούσε να θυμηθεί. Το βιβλίο, την πλάκα, το κοντύλι, τα είχε μπροστά του, κάποιοι της τα έδωσαν να τον δοκιμάσουν. Ένιωθε πολύ καλά ότι αυτή ήταν άλλος, ένα μωρό, αλλά δεν ήξερε τι ήταν να είναι αυτή ή εκείνο. Το έπιασε ένα παράπονο ένας λυγμός που τελικά ξέσπασε σε γοερό κλάμα.
Πόσες φορές αυτό το κλάμα δεν την είχε λυτρώσει!
127
Γύρω τα προσωπεία είχαν κολλήσει πάνω του κάνοντας περίεργους μορφασμούς. Αυτές οι μάσκες ενώ ήταν πάντα βλοσυρές, μόλις γύριζαν σ’αυτόν χαχάνιζαν τάχα αστεία παράξενα τρομαχτικά.
Τι ήταν αυτό; τι ήταν εκείνο; ένιωθε χαμένος ανάμεσα στο χθες που δεν είναι, στο αύριο που δεν είναι και μέσα στο τώρα που είναι ένα τόσοδά, ένα τίποτα, αλλά που είναι αυτό πάντα.
Το άσπρο, το κόκκινο, το μαύρο, ο άνεμος του δάσους, το θρόισμα των φύλων, τα σπιτάκια του ονείρου τα ολόλευκα και η γαλάζια θάλασσα που άρχισε ξανά να κυματίζει.
128
3. ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΩΝ ΠΑΙΓΝΙΔΙΩΝ
Ήδη απ’το 2027, με μιαν έκτακτη άνοδο στην τήξη των πάγων, τα νερά της θάλασσας άρχισαν ν'ανεβαίνουν ραγδαία. Αυτό αρχικά αποσυντόνισε τις λειτουργίες ειδικά των κρατών που επλήγησαν. Εκτός βέβαια απ’τα ασιατικά και τα αφρικανικά παραθαλάσσια κράτη, για τα οποία εμείς στην Ευρώπη αδιαφορούσαμε, οι κάτω χώρες, η κεντρική και παράλια Ευρώπη και τα νησιά έδειξαν την αδυναμία τους. Δε θα μιλήσω για τις κάτω χώρες, αλλά ενδεικτικά για το Βερολίνο όπου είχαν αρχίσει να δημιουργούνται μικρές λίμνες οι οποίες επικοινωνούσαν με τα ποτάμια που είχαν ξεχειλίσει αλλά και γι’άλλες πεδινές περιοχές άλλων χωρών, των οποίων το υψόμετρό ήταν πολύ κοντά στο επίπεδο της θάλασσας. Όμως κατά το 2030, μολονότι όλοι οι επιστήμονες περίμεναν τα χειρότερα, το φαινόμενο και μαζί μ'αυτό οι κλιματικές διαταραχές και οι συνεχείς μικροί σεισμοί που ακολουθούσαν, παραδόξως λόγω μιας μικρής μετακίνηση στην κλήση του άξονα της γης, όλα άρχισαν να ισορροπούν και να ηρεμούν. Αυτό όμως δεν καθησύχασε τους επιστήμονες και τις κυβερνήσεις οι οποίες με την προτροπή των επιστημόνων, επεδίωξαν ένα μελλοντικό σχήμα που θα μπορούσε να διαχειριστεί και να εξισορροπήσει τις μελλοντικές απώλειες των πληθυσμών. Αποφασίστηκε λοιπόν ο ΟΗΕ ν'αλλάξει μορφή και να γίνει σιγά-σιγά ένα είδος παγκόσμιας σκιώδους διοίκησης, η οποία με την πάροδο του χρόνου και τ’αποτελέσματα που θα έφερνε στις σχέσεις των υπαρχόντων χωρών, να πάρει τη μορφή μιας οικουμενικής διοίκησης η οποία θα ασχολείται και θα έχει βαρύνοντα και τελεσίδικο λόγο σε θέματα διακρατικά και σε θέματα μεγάλων φυσικών καταστροφών. Είχε γίνει πια απ’όλους αποδεκτό ότι η τήξη των πάγων του βορείου πόλου θα συνεχιζόταν και η κλίση του άξονα της γης θα μεγάλωνε, έτσι που το όλο σύστημα θα διαταράσσετο εντυπωσιακά.
129
Έπρεπε λοιπόν για να διαφυλαχθεί ο πολιτισμός κι η τεχνολογία, να δημιουργηθούν νέες πόλεις υπό την αιγίδα του ΟΗΕ σε ορεινές και σίγουρες από φυσικές καταστροφές περιοχές του πλανήτη. Έτσι που τα σύνορα των κρατών θα είχαν πια ιστορική σημασία κι οι λαοί θα μπορούσαν να μετακινούνται σχεδόν ελεύθερα από χώρα σε χώρα. “Σχεδόν ελεύθερα”, αφού θα έπρεπε να έχουν προειδοποιηθεί οι αρχές, έτσι που οι μετακινούμενοι πληθυσμοί να βρίσκουν τα αναγκαία για εργασία και διαβίωση. Η τελική απόφαση κι η υπερψήφισή της, που έγινε μετά από συμφωνία μ’όλους τους λαούς της γης, ελήφθη ταχύτατα το 2030. Οι μικροί κι αδύναμοι λαοί που ευρίσκοντο σε θέσεις κλιματικά πλεονεκτικές, μολονότι θα έχαναν το αποκλειστικό προνόμιο του τόπου τους, παρηγορήθηκαν ότι θα μετείχαν πια σε μεγάλους οικονομικά και πολιτισμικά πολυφυλετικούς λαούς και τα παιδιά τους θ'απολάμβαναν καλύτερη ζωή. Εξάλλου ήξεραν ότι, με την άρνησή τους θα έχαναν και τη χώρα τους με τη βία, αλλά και το προνόμιο να μετέχουν ισότιμα στα νέα "έθνη". Από την άλλη τα μεγάλα έθνη ήξεραν ότι θα ήταν ο δικός τους πολιτισμός κι η γλώσσα που τελικά θα υπερίσχυε κι αν οι πολίτες του τόπου αυτού κατάφερναν ν’ αφομοιωθούν θα μπορούσαν να συμμετέχουν με την αξία τους ισότιμα.
Η Νέα Υόρκη, η οποία ήταν ακόμα η έδρα του ΟΗΕ, είχε πλημμυρίσει, αλλά εκεί φάνηκε η εκρηκτική δημιουργικότητα των Νεοϋορκέζων και της διοίκησής τους. Αποφάσισαν να επιχωματώσουν το νησί όπου τα υπόγεια και ισόγεια των οικοδομών να γεμίσουν με τεράστιες ποσότητες ειδικού τσιμέντου, έτσι που μέρος του ισογείου να καλυφθεί αλλά το υπόλοιπο να μετατραπεί σε μια αισθητικά ωραία είσοδο οικοδομής. Κάποιοι δρόμοι είχαν ανυψωθεί σ’ανάλογο ύψος, ενώ άλλοι είχαν βαθυνθεί και μετατραπεί σε όμορφα κανάλια, όπου αναδύετο μια άλλη τελείως διαφορετική Βενετία. Αυτό το παράδειγμα είχαν ακολουθήσει κι άλλες πλούσιες πόλεις της Ευρώπης και συναγωνίζοντο μεταξύ τους την καταστροφή να μετατρέψουν σε ομορφιά.
130
Φυσικά μετά απ'αυτή τη συμφωνία και τις αποφάσεις για παγκόσμια διοίκηση και πολιτισμό, τα οπλικά συστήματα, χωρίς να καταστραφούν, έδωσαν τη θέση παραγωγής τους σε άλλες εποικοδομητικές δραστηριότητες. Ήταν φανερό ότι ένας νέος κόσμος γεννιόταν, που δεν χαρακτηριζόταν βέβαια απ’την ανεμελιά και την απόλυτη ελευθερία των ατόμων του παλαιού συστήματος, αλλά τουλάχιστον μέχρι να βρεθεί η φόρμουλα αποκατάστασης μιας νέας κανονικότητας, αποφασίστηκε σαν πιο βολικό για την λειτουργία της διοίκησης, την οικονομία πόρων και ίσης κατανομής καταναλωτικών προϊόντων πρώτης ανάγκης, το κινεζικό σύστημα διαβίωσης, μ’όλες τις αδυναμίες κι όλα τα πλεονεκτήματα. Η διοίκηση του νέου συστήματος θ’αποτελείτο από μικρά κοινοβούλια επιστημόνων και διανοητών για κάθε ξεχωριστή περίπτωση, αλλά θα υπήρχε κι ένα κεντρικό κοινοβούλιο στον ΟΗΕ από σημαντικούς εκπρόσωπους των άλλων κοινοβουλίων οι οποίοι θ’άλλαζαν σε κάθε διαφορετικό θέμα που θα συζητήτο κάθε φορά. Αυτό το σύστημα χωρίς να αποκλείει τις ατομικές οικονομικές δραστηριότητες, εφόσον ήταν εποικοδομητικές και πρόσφεραν στο σύνολο, είχε σαν βασικό κορμό τον συγκεντρωτικό έλεγχο του πλούτου και της παραγωγής και στη συνέχεια την λελογισμένη διανομή.
Την πρώτη Ιανουαρίου του 2030 που θεωρείτο και ουσιαστικά ήταν μετά την κλιματική μετακίνηση, η πρώτη μέρα της άνοιξης, ξεκίνησε στον ΟΗΕ μια μεγάλη φιέστα η οποία θα κρατούσε τουλάχιστον ένα μήνα. Η πρώτη εκδήλωση ήταν "ο Προμηθέας Δεσμώτης" του Αισχύλου σαν συμβολισμός για την έγερση του γίγα-ντα ανθρώπου στην αντίξοη βούληση των θεών. Συμβολική διακήρυξη της φιέστας ήταν:
131
"Ορθώσαμε το ανάστημά μας απέναντι στην μήνη των θεών και δεν νικηθήκαμε ακόμη". Ήταν φανερό, ότι οι λαοί με την απόλυτη συγκατάθεσή τους, αποφάσισαν να κυβερνηθούν απ’τους φιλοσόφους και τους επιστήμονες με κάποιο νεοπλατωνικό πρότυπο, τουλάχιστον μέχρι να ισορροπηθεί η κατάσταση κι αν αυτό θα είχε αποδειχθεί αρεστό θα το κρατούσαν. Τελειώνοντας η παράσταση της τραγωδίας, ξεκίνησε ακριβώς μετά ο μεγάλος αγώνας σκάκι μεταξύ του Νικολάι Ολέσσοβιτς Ιλιένκο απ’την Ουκρανία και του Σων Ο Λίρυ απ’τη Νέα Υόρκη. Παράλληλα μ'αυτούς, δύο κομπιούτερ, ένα Αμερικανορωσικό κι ένα Κινεζοϊαπωνικό, θα έπαιζαν παρακολουθώντας συγχρόνως τον αγώνα μέσω ηλεκτρονικού οφθαλμού από ένα διπλανό δωμάτιο, καταγράφοντας τις κινήσεις και συσσωρρεύοντάς τις στον εγκέφαλο τους. Το σκάκι είναι ένα κλειστό, αντικειμενικό δυναμικό, απόλυτα ορθολογημένο σύστημα λειτουργίας, όπου το τυχαίο θεωρείται αντικειμενικά αποκλεισμένο. Δηλαδή είναι ένα σύστημα που διέπεται από τη σχέση της λογικής και των "εμπειρικών δεδομένων" αποκλείοντας την μεταφυσική, που στην περίσταση αυτή είναι η τύχη. Όπως κάθε κλειστό δυναμικό, ορθολογικό, αντικειμενικό σύστημα, έτσι και το σκάκι συνίσταται από αυστηρά προκαθορισμένη σειρά όρων, οι οποίοι λειτουργώντας, δημιουργούν από μια στιγμή και μετά μιαν άσχετα πόσο μεγάλη, μια προκαθορισμένη και τετελεσμένη σειρά παιγνίων, τα οποία είναι και τα όρια του τέλους. Οι όροι και τα όρια, στα κλειστά συστήματα, ουσιαστικά συνιστούν αδιαχώριστα ζεύγη, που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε "συνθετικά πρότυπα του τέλους". Από κει και μετά η λειτουργία του συστήματος αυτού, θα επαναλαμβάνει αυτά τα παίγνια, δηλαδή τα συνθετικά πρότυπα του τέλους επ'άπειρον. Αυτό όμως λόγω της πολυπλοκότητάς του δεν είχε αποδειχθεί στην πράξη, παρά μόνο με μαθηματικό τρόπο. Έτσι η εφαρμογή αυτής της διαδικασίας θα πραγματοποιείτο κατά τη διάρκεια της παράλληλης εξέλιξης των δύο αγώνων, δηλαδή των ανθρώπων πρωταθλητών και των ηλεκτρονικών υπολογιστών “πρωταθλητών”.
132
Στην περίπτωση που θα σημειωνόταν λάθος κίνηση, αφού οι απόλυτα σωστές κινήσεις είχαν ήδη προβλεφθεί ηλεκτρονικά, οι υπολογιστές θα κατέγραφαν το λάθος κι απ’την καταγραφή του λάθους θα έβγαινε ο τελικός νικητής. Αφού το παίγνιο έπρεπε να σταματήσει όταν το λάθος κάποιου παίκτη προδίκαζε από εκείνη τη συγκυρία το τέλος του παιγνίου. Όμως το παιχνίδι θα μπορούσε να συνεχιστεί, αφού στην εξέλιξή του ο αντίπαλος που προοιωνίζετο νικητής, μπορεί να έκανε κι αυτός λάθη. Ουσιαστικά όμως αν οι παίκτες ήταν απόλυτα άρτιοι θα έπρεπε να παίζουν επί έξη μήνες για οκτώ ώρες την ημέρα περίπου κι αν δεν έκαναν λάθος ο νικητής θα είχε ήδη εμφανιστεί απ’την αρχή του παιγνίου, διά του παράγοντα της τύχης, αφού η πρωτιά στο ξεκίνημα του παιχνιδιού, που θα έδινε τελικά τη νίκη, θα επιλέγετο στην τύχη. Έτσι θα έμπαινε απ'το παράθυρο ξανά στο απόλυτα ορθολογημένο παίγνιο εξ'αρχής η τύχη ως μεταφυσικός παράγοντας, που όμως αυτή τη φορά θα ήταν ορθολογικά τιθασσευμένη κι έτσι δεν θα ήταν ούτε τύχη ούτε μεταφυσική με τον κλασικό τρόπο.
Ο Τζων Τέλεμαν κι ο Γιευγένι Μιχαήλο είχαν αναλάβει μαζί μ' άλλους νέους επιστήμονες τη διαδικασία και την επίβλεψη της λειτουργίας αυτού του παιγνίου. Αυτοί είχαν σαν θέμα της έρευνας το αίτημα του νεοθετικισμού για την απαλοιφή της μεταφυσικής στις λογικές διαδικασίες. Ο σκεπτικισμός πια, μολονότι δέχτηκε πάμπολλα κτυπήματα, συνέχιζε να μεταλλάσσεται οικοδομικά και να μην καταποντίζεται. Είχε λοιπόν ως σκεπτικισμός κατασταλάξει στην αποδοχή του δυναμικού διαφορικού ορθολογισμού ως λογική, που με την προσθήκη του απειροστικού λογισμού, δηλαδή ολοκληρωματικών και διαφορικών εξισώσεων, αλλά ακόμα και μιας πιο σύγχρονης μαθηματικής γλώσσας, που θα μπορούσε κατά τη γνώμη των υποστηρικτών της, να υπερβαίνει σε κάθε περίπτωση τη στατικότητα της ερευνουμένης κατάστασης.
133
Ουσιαστικό συμπλήρωμα αλλά και βασικό στοιχείο που έκανε αυτή την διαδικασία θετικισμό, είχε τον απόλυτο σεβασμό της εμπειρίας, η οποία πλέον δεν μπορούσε να αμφισβητηθεί για την αξία και την ακρίβεια της, αφού τα σύγχρονα επιστημονικά μέσα έρευνας και μέτρησης, κατά του υποστηρικτές της, ήταν αδιάψευστα. Η βασική αντίπαλός τους ήταν η Μιλένα Ντανίλοβα η οποία υπήρξε ένα παιδί θαύμα απ’την Σερβία και στη συνέχεια ένα διανοητικό φαινόμενο στη φυσική και στη φιλοσοφία. Αυτή από πολύ μικρή είχε μεταβεί στην Νέα Υόρκη μαζί με τους γονείς της και είχε εισαχθεί σ’ένα πρόγραμμα επιστημονικής προώθησης παιδιών θαυμάτων, το οποίο ήταν υπό την αιγίδα του ΟΗΕ, αλλά και υπό την διακριτική παρακολούθηση της Εταιρίας Προώθησης Επιστημών των ΗΠΑ. Η εταιρία αυτή μολονότι στη διοίκηση συμμετείχαν διακεκριμένα επιστημονικά μέλη από όλες τις χώρες του κόσμου, ήταν τυπικά αμερικάνικη, αφού τα περισσότερα κεφά-λαια ήταν αμερικάνικα.
Ο παππούς της Μιλένας, ο οποίος νέος ήταν μέλος του διαλυμένου τώρα κομουνιστικού κόμματος Σερβίας, είχε από τότε την αρρώστια της διαλεκτικής σκέψης. Η διαλεκτική σκέψη, μετά της αλματώδεις εξελίξεις των επιστημών με όργανο λογισμού τον ηλεκτρονικό υπολογιστή, που ήταν ένα κατεξοχήν τυπικό ορθολογι-κό εργαλείο, είχε τελείως παραγκωνιστεί κι απαξιωθεί σαν μια ανθρώπινη ουτοπία, ένα απραγματοποίητο ό-νειρο ή ένα ευφυές νοητικό παίγνιο που δεν είχε καμιά επιστημονική εφαρμογή. Ο Μίλοβαν Ντανίλωφ είχε παραγκωνιστεί ακόμα και την εποχή που το κόμμα του είχε την εξουσία, αφού η εμμονή του με τη διαλεκτική, τον είχε κάνει μέσα στο κόμμα έναν συμπαθή, αλλά γραφικό ανθρωπάκο. Με τη γέννηση όμως και την αλματώδη διανοητική εξέλιξη της Μιλένας, τα όνειρά του ξαναφούντωναν.
134
Είχε λοιπόν ξεκινήσει σιγά-σιγά να εισάγει το παιδάκι από πάρα πολύ μικρή ηλικία στην διαλεκτική σκέψη. Αυτός είχε παραμερίσει την διαλεκτική, όπως είχε διαμορφωθεί απ’τον Χέγκελ και τους επιγόνους του, και ξεκινώντας από κάποια αποσπάσματα του Ηρακλείτου, είχε αρχίσει να εισέρχεται στην διαλεκτική των προσωκρατικών και παράλληλα του Λάο-Τσε. Είχε βέβαια αυτή τη δυνατότητα, αφού οι σπουδές του στο πανεπιστήμιο του Βελιγραδίου περιελάμβαναν τη μελέτη της αρχαιοελληνικής γλώσσας και ειδικά τη διερεύνηση των προσωκρατικών κειμένων. Είχε λοιπόν εισάγει και τη Μιλένα από μικρή ηλικία στη μελέτη της αρχαιοελληνικής γλώσσας και μέσω των προσωκρατικών κειμένων στην προσωκρατική διαλεκτική.
Η Μιλένα λοιπόν τώρα που είχε πια ολοκληρώσει τις σπουδές της, είχε δικό της γραφείο-εργαστήρι ερευνών, μέσω του οποίου όμως είχε πρόσβαση σε όλα τα σύγχρονα εργαστήρια. Από τότε και μέσα απ’τις σύγχρονες επιστημονικές διαπιστώσεις, άρχισε να οργανώνει τις σκέψεις που της είχε φυτέψει ο παππούς στο μυαλό για τη διαλεκτική σκέψη. Είχε πειστεί πια, ότι οι σύγχρονες επιστήμες που κάποιες φορές απέρριπταν την ορθολογική τυπικότητα και την ντετερμινιστική αντικειμενικότητα ή τουλάχιστον την αμφισβητούσαν βίαια, γύρευαν μιαν άλλη λογική απ'αυτή της ορθολογικής αντικειμενικότητας. Είχε πειστεί πλέον, ερμηνεύοντας κάποια σημαδιακά αποσπάσματα των προσωκρατικών, ότι εκεί μέσα μπορούσε να βρει την διαλεκτική που θα ταίριαζε στη σύγχρονη έρευνα. Έναν ολόκληρο χρόνο απομονώθηκε για να συγκροτήσει αυτό της το όραμα που θα γεννιόταν από τις στάχτες των προσωκρατικών αποσπασμάτων. Όμως μολονότι είχε πια κατασταλάξει ότι έφτασε στο τέλος αυτού του νοητικού ταξιδιού κι ενώ έκανε τον τελικό απολογισμό κι αποκάλυπτε το λογικό δικαίωμα της αντιφατικότητας στη διαλεκτική σκέψη, αντελήφθη ότι δεν είχε πάει πουθενά, αφού όλα όσα είχε οργανώσει νοητικά δεν της έδιναν το δικαίωμα να τα εξυψώσει σε μια Λογικο-γλωσσική τυπικότητα που θα ήταν εργαλείο επιστημονικής χρήσης, όπως η ορθολογική τυπικότητα του Αριστοτέλη.
135
Της είχε ανακύψει ένα τρομερό επιστημονικό δίλημμα που προϋπέθετε να ξεκινήσει απ’την αρχή όλη τη διαδικασία της έρευνας. Θα τα είχε παρατήσει αν δεν έβλεπε ολοφάνερα ότι η λύση αυτού του φιλοσοφικού προβλήματος θα άνοιγε τόσο μεγάλους δρόμους, που όλο το μέχρι τότε κατεστημένο των επιστημών, θα έπρεπε να ξανακοιταχτεί μέσα απ’την οπτική αυτής της νέας διαλεκτικής σκέψης. Επίσης έδινε απάντηση και στο ζήτημα της διαμάχης για το θέμα του Σκεπτικισμού ως απαράβατου εργαλείου επιστημονικής σκέψης κι έρευνας, κάτι για το οποίο απ’τα προωθημένα πειράματα της κβαντοσχετικιστικής μηχανικής, που ήταν ένας νέος κλάδος της κβαντομηχανικής, γεννώντο πολλά ερωτήματα κι αμφιβολίες.
Η Μιλένα ήταν 22 χρόνων κι η επιστημονική της καριέρα βρισκόταν στο απόγειο, όμως είχε αμελήσει πάρα πολύ τις κοινωνικές της σχέσεις, κάτι για το οποίο ο παππούς της που ήταν γενικά ο μέντοράς της, ανησυχούσε πάρα πολύ και της το υπενθύμιζε συνεχώς. Η Μιλένα είχε αναπτύξει επιστημονική και κοινωνική συμπάθεια με τον Τζών Τέλεμαν ο οποίος ήταν τέσσερα χρόνια μεγαλύτερός της, αλλά μολονότι ήταν στενοί φίλοι, η σχέση τους ποτέ δεν κατέληγε στον έρωτα, αφού πάντα στις συναντήσεις τους ξέκοβε και έπαιρνε τον δρόμο των συζητήσεων που είχαν σχέση με την επιστημονική τους διαμάχη. Μια διαμάχη που είχε φτάσει σε υψηλό επίπεδο και που δεν μπορούσαν χωρίς αυτή, αφού όλα τα επιχειρήματά τους κυρίως περιεστρέφοντο γύρω από αυτή που ήταν γενεσιουργός. Κάποιες φορές που ήταν αποφασισμένοι και οι δύο να λύσουν το ερωτικό τους πρόβλημα, μολονότι ήθελαν πάρα πολύ, κανένας δεν μπόρεσε ως τότε να κάνει την αρχή και να σπάσει τον πάγο.
136
Όταν το πληροφορήθηκε ο Μίλος Ντανίλοφ, ο παππούς της Μιλένας, πήρε το αεροπλάνο κι εμφανίστηκε απρόσκλητος μπροστά της. Μετά από παραμονή δύο ημερών και έχοντας κάνει γνωριμία με το Τζώνι, αποφάσισε να λύσει το πρόβλημα με την κόψη του σπαθιού. Κάλεσε τον Τζώνι στο σπίτι της Μιλένας κι αφού τους έκανε το τραπέζι με θαυμάσιους σέρβικους μεζέδες και κρητικό κρασί, τους φώναξε στο υπνοδωμάτιο της Μιλένας για να τους δείξει απ’το παράθυρο ένα τάχα ανεξήγητο γεγονός. Όταν αυτοί προσπαθούσαν να διαπιστώσουν τι ακριβώς έβλεπε στο απέναντι πεζοδρόμιο απ’το παράθυρο ο Μίλος, αυτός την κοπάνησε αθόρυβα και τους έκλεισε μέσα. Επάνω στην πόρτα είχε κολλήσει ένα μικρό σημείωμα στο οποίο ανέφερε το στίχο του Σοφοκλή στα Ελληνικά "ΕΡΩΣ ΑΝΙΚΑΤΕ ΜΑΧΑΝ" το οποίο είχε στη συνέχεια μεταφράσει για να το δει κι ο Τζώνι. Στο σημείωμα τους πληροφορούσε ότι δεν θα τους άφηνε ελεύθερους, αν δεν ολοκλήρωναν το έρωτά τους, κι αν επέμεναν στη απραξία αυτός είχε στη διάθεσή του τουλάχιστον δέκα μέρες αναμονής. Φαίνεται ότι το κόλπο του Μίλος έπιασε, αφού στην αρχή η σιωπή μετά κάποιοι ερωτικοί αναστεναγμοί. Οι δύο νεοφώτιστοι άφησαν το σώμα τους να μιλήσει μόνο του και το Θαύμα έγινε. Εν τω μεταξύ, ο Μίλος είχε ξεκλειδώσει την πόρτα, τους είχε ετοιμάσε ένα γεύμα και τους είχε αφήσει μόνους. Αυτός πήγε σ'έναν φίλο του στο Μπρούκλιν, τα ήπιανε και μετά πήγαν μαζί στην ενορία των Σέρβων Ορθοδόξων να κανονίσουν το γάμο. ―Μα τον ρώτησε ο φίλος του εσύ είσαι ά-θεος και κομουνιστής! Ο Μίλος τον αγκάλιασε σφιχτά, τόσο που τον πόνεσε από αγάπη. ―Ντάρκο φίλε μου αν ήμασταν στη Σερβία θα ήταν αλλιώς, αλλά εδώ στη Νέα Υόρκη κάτι με σπρώχνει να γουστάρω την σκοτεινή μας παράδοση.
137
Ο Τζώνι κι η Μιλένα παντρεύτηκαν και φυσικά ήταν αγαπημένοι, όμως συνέχισαν να ζουν καθένας στο δικό του διαμέρισμα, αφού εκεί είχε καθένας το χώρου του εργαστηρίου. Μετά τη δουλειά έβγαιναν παρέα σε κάποιο καφέ με φίλους ή σε κάποια συναυλία ή κάποια θεατρική παράσταση. Ήταν μια φορά τη βδομάδα που ερωτεύονταν και περνούσαν το βράδυ μαζί. Ο παππούς της, που είχε γίνει σιγά-σιγά με τη δουλειά του και τις ανακοινώσεις του διακεκριμένος ελληνιστής, παρευρισκόταν όταν γινόταν κάποια αρχαιολογική ανακάλυψη. Έτσι είχε εγκατασταθεί στις Κυκλάδες, όπου με τις σεισμικές διαταραχές, λόγω της ελαφράς μετακίνησης του άξονα της γης, ένα μεγάλο μέρος του πυθμένα του Αιγαίου είχε σταδιακά ανεβεί προκαλώντας βέβαια και πολλές καταστροφές. Μολονότι η τήξη των πάγων ανέβαζε το επίπεδο των θαλασσινών υδάτων, ο βυθός σ'αυτό το σημείο είχε ανέβει. Αυτή η περιοχή ήταν ανάμεσα από τα Ψαρά και τη Χίο. Εκεί ένας μικρός λοφίσκος της ακτής ανέβηκε κι ανεφάνει στη ρίζα του λοφίσκου περίτεχνη μαρμάρινη είσοδος, όπου ήταν φανερό ότι πίσω απ’την είσοδο υπήρχε θολωτός τύμβος. Η θύρα αυτή ήταν κλεισμένη με κάποια άγνωστη τεχνική για να μην παραβιαστεί κι έτσι είχαν συρρεύσει ειδικοί μηχανικοί για να την ανοίξουν χωρίς απώλειες.
Ο κ. Ντανίλοφ κάλεσε επειγόντως τη Μιλένα να παραβρεθεί στην αρχαιολογική ερευνητική προσπάθεια, αφού εκτός της επιστήμης της στη φυσική είχε το πάθος της αρχαιολογίας και της διερεύνησης των αρχαιοελληνικών κειμένων.
Κατά την παρατήρηση όμως του χώρου απ’τους αρχαιολόγους κι όταν κάποιοι ευρίσκοντο σε κάποια κλίτη του λοφίσκου, ένα μέρος υποχώρησε κι οι δύο αρχαιολόγοι βρεθήκαν μέσα τον τύμβο. Τότε δημιούργησαν μιαν είσοδο από εκείνο το σημείο κι από μέσα άνοιξαν την είσοδο. Ευτυχώς ή δυστυχώς ο τύμβος ήταν λιτός, έτσι η πτώση του τμήματος του ορόφου δεν προξένησε κάποιες ζημίες σε φρέσκα ή ψηφιδωτά. Όμως οι τοίχοι και το πάτωμα ήταν στρωμένοι περίτεχνα με γκρίζο γρανίτη που έδειχνε φροντίδα και σεβασμό.
138
Βρέθηκαν λοιπόν σ’ένα μικρό προθάλαμο, αφού στο τέλος της αίθουσας αυτής υπήρχε μια δρύινη πόρτα σαρακοφαγωμένη αλλά ντυμένη με περίτεχνα διακοσμημένο φύλλο μπρούτζου. Στην πόρτα υπήρχε ένα σχέδιο το οποίο αποτελείτο από έξη τρύπες διατεταγμένες σαν γωνίες εξάγωνου και μια μεγαλύτερη τρύπα στο κέντρο του ιδεατού εξαγώνου. Αυτές οι τρύπες ενώνοντο με λεπτές σχισμές. Σε κάποιο σημείο της μπρούτζινης διακόσμησης, υπήρχε μια πλάκα όπου ήταν χαραγμένο κάποιο συμβολικό σχέδιο και κάτω ακριβώς απ’την πλάκα υπήρχε κρεμασμένη σε ένα πανέμορφο άγκιστρο μια κλείδα. Το σχήμα αυτής της κλείδας ήταν τέτοιο που έδειχνε ότι οπωσδήποτε ήταν αυτής της πόρτας και μάλιστα ο κ. Μίλοβαν Ντανίλοφ την τοποθέτησε αμέσως στην υποτιθέμενη κλειδαρότρυπα και το περιέστρεψε δεξιά, αλλά η πόρτα δεν άνοιξε. Επειδή είχε πια νυχτώσει η αρχαιολογική ομάδα αποφάσισε ν’αποχωρήσει και να συνεχίσει την αυριανή μέρα πρωί-πρωί. Η ομάδα είχε τοποθετήσει σκηνές για τα εργαστήρια τον ύπνο και την τραπεζαρία. Ακόμα υπήρχε και μια μικρή ομάδα η οποία είχε αναλάβει την ασφάλεια των επιστημόνων και του ευρήματος, αφού λόγω των κλιματικών αναταραχών και την απορρύθμιση των κρατικών εξουσιών υπήρχε κάποιο είδος αναρχοπειρατίας. Δηλαδή οργανωμένων ομάδων οι οποίες δεν υπήκουαν πλέον στις αρχές και δρούσαν παράνομα. Την άλλη μέρα το πρωί η Μιλένα ήταν καθισμένη μπροστά σε μια σκηνή περιμένοντας τα συνεργεία να σηκωθούν και να πάνε στη δουλειά. Για καλή της τύχη κάποιος πλούσιος χορηγός της, που θα πήγαινε με το ιδιωτικό του ελικόπτερο στο Ισραήλ για μια οικονομοτεχνική συνεστίαση την άφησε εκεί. Η Μιλένα ήταν μάλλον ψηλή με κοντά καστανόξανθα μαλλιά και πρόσωπο ονειροπόλο, το οποίο με τίποτα δεν έδειχνε ότι πίσω του υπήρχε μια φοβερή διανοητική μηχανή.
139
Ο παππούς της την πήρε αγκαζέ και την συνέστησε στους συνεργάτες του με κάποιο καμάρι, αλλά κι οι συνεργάτες του, που τη γνώριζαν απ’τη δημοσιότητα που είχε η προσωπικότητά της, την υποδέχτηκαν με χαρά. Μόλις η Μιλένα βρέθηκε μπρος την μπρούτζινη πινακίδα, αποσβολώθηκε γι’αρκετή ώρα. Έμεινε όρθια ακίνητη και σκοτεινή. Ο παππούς της, έκανε νόημα να την αφήσουν να σκεφτεί. Θα πέρασε σχεδόν μισή ώρα ακίνητη κι αμίλητη σαν να βρισκόταν σ'άλλο κόσμο. Οι συνεργάτες του παππού της του έκαναν κάποια στιγμή μια χειρονομία απορίας κι αυτός τους έκανε ένα σχήμα εφησυχασμού. Ξαφνικά η Μιλένα, που έδινε την εντύπωση ότι ήταν χαμένη έπιασε την κλείδα την οποία είχαν απλά γυρίσει μια στροφή δεξιά, την τράβηξε μία σκάλα πίσω, την γύρισε αριστερά μετά την ξαναπίεσε στο βάθος και την ξαναγύρισε δύο στροφές αριστερά. Σταμάτησε κι έμεινε πάλι για λίγο αποσβολωμένη μπροστά στην κλειστή πόρτα. Ξαφνικά σαν να ξύπνησε και είπε: Ας την ανοίξει κάποιος. Ανοίξτε την εσείς της απάντησαν. Όχι, όχι η τιμή είναι αποκλειστικά δική σας επέμεινε. Ένας νεαρός αρχαιολόγος, ο Εουσέμπιο Βάρκας, έσπρωξε την πόρτα με κάποια δύναμη, αφού είχε 2400 χρόνια να ανοίξει. Η πόρτα έτριξε και σιγά-σιγά με κάποιο κόπο άνοιξε. Τότε όλοι ξέσπασαν όπως συνηθίζεται σε τέτοιες περιπτώσεις, μετά από κάθε επιτυχία του συνεργείου, σε χειροκροτήματα. Και η επόμενη αίθουσα ήταν λιτή αλλά με πολύ φροντίδα κατασκευασμένη. Στο βάθος του θαλάμου υπήρχε μια κρύπτη υπερυψωμένη σμιλευμένη σε γκρίζο μονολιθικό γρανίτη. Στο κάτω μέρος της πλάκας έγραφε: ―ΟΥΔΕΙΣ ΑΦΙΛΟΣΟΦΗΤΟΣ―. Όλοι τότε κατάλαβαν πως ό,τι βρεθεί μέσ’την κρύπτη θα γίνει αντιληπτό από αυτούς που έχουν επίδοση στην φιλοσοφία, δηλαδή με τους όρους εκείνης της εποχής, θα πρέπει να είναι ηθικοί, επιστήμονες και μαθηματικοί. Λίγο πιο πάνω ήταν χαραγμένο το όνομα του νεκρού:
―ΙΕΡΟΦΥΛΑΞ Ο ΧΙΟΣ― και από κάτω:
―ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΟΣ ΤΟΥ ΜΟΥΣΕΙΟΥ―.
140
Δηλαδή ήταν ερευνητής και συντάκτης στη Σεράπειο Βιβλιοθήκη της Αλεξανδρείας. Ο κ. Ντανίλοφ είχε διαβάσει αυτό το όνομα σε πολλά σπαράγματα άλλων συγγραφέων της εποχής εκείνης, οι οποίοι εξέφραζαν θαυμασμό για τον τρόπο που ο Ιεροφύλαχ είχε ερμηνεύσει τα παράδοξα του Ζήνωνα, μέσω της σκέψης του Ηρακλείτου και τα είχε οργανώσει σε μιαν ολοκληρωμένη διαλεκτική. Όλα τα κείμενα του Ιεροφύλακα είχαν χαθεί, έτσι ο Ντανίλοφ κι η Μιλένα ήλπιζαν ότι μέσ' το φέρετρό του θα υπήρχε αυτό τουλάχιστον το κείμενο.
Στο δεξί “χέρι” της κρύπτης υπήρχε περιστροφικός μοχλός, τον οποίον ο Εουσέμπιο γύρισε με φανερή δυσκολία. Η πλάκα τελικά μετακινήθηκε παράλληλα στον επίπεδο χώρο δίπλα στην κρύπτη κι έκπληκτοι οι αρχαιολόγοι είδαν ένα μπρούντζινο φέρετρο. Αυτό ήταν ο ίδιος ο νεκρός περιβεβλημένος από κοίλο μπρούτζινο γλυπτό, που απεικόνιζε τον νεκρό. Το γλυπτό κρατούσε στα χέρια ένα βιβλίο ενδεδυμένο με μπρούντζο. Ο τίτλος του ήταν: Ο ΛΟΓΟΣ. Και πιο κάτω ερμηνευτικά: Η Λογικο-γλωσσική Σύνταξη της Φύσης.
Η Μιλένα δεν άντεξε κι άπλωσε πρώτη στα χέρια της να πιάσει αυτό το κείμενο. Το βιβλίο ήταν με τέτοιο τρόπο τοποθετημένο ανάμεσα στα δάκτυλα του νεκρού που μπορούσε κάποιος να το πάρει χωρίς να δημιουργηθεί ζημιά. Αυτό ήταν περιβεβλημένο με βερνίκι, το οποίο έκλεινε όλες τις ρωγμές του εξωφύλλου για να αποφευχθεί η εξωτερική και ειδικά η εσωτερική οξείδωση. Ήταν πολύ βαρύ και είχε κάποιες ασφαλιστικές πόρπες. Όταν αφαίρεσε τις πόρπες, άνοιξε το βιβλίο προσεκτικά μ'ένα αιχμηρό εργαλείο που χρησιμοποιούν οι αρχαιολόγοι για τη διάνοιξη κυτίων ή πυξίδων διαβρωμένων από μικρή ποσότητα σκουριάς, γιατί το βερνίκι είχε στερεοποιηθεί κι ήθελε κάποια συντεταγμένη βία ν’ ανοίξει.
141
Όταν η Μιλένα το άνοιξε κατάλαβε γιατί ήταν τόσο βαρύ. Οι σελίδες του βιβλίου ήταν από λεπτό ορείχαλκο, που είχε ελάχιστα πρασινίσει. Με πολύ μικρή φροντίδα, το κείμενο θα καθαριζόταν και θα προσφέρετε για μελέτη. Από τα λίγα που μπόρεσε να διακρίνει με μια πρώτη ματιά, η γραφή του κυρίως κειμένου ήταν Αλεξανδρινή, δηλαδή η λεγόμενη "κοινή αττική διάλεκτος", η οποία ήταν η κύρια γλώσσα επικοινωνίας μεταξύ όλων των λαών της ανατολικής Μεσογείου. Ήταν τόση η έξαψή τους, που δεν είχαν προσέξει ότι ακριβώς δίπλα στον νεκρό, δεξιά και αριστερά υπήρχαν δύο πολύ μικρές γρανιτένιες κρύπτες. Τις άνοιξαν και βρήκαν περγαμηνά ελιττάρια που περιείχαν τα ολοκληρωμένα έργα των Θαλή, Αναξίμανδρου, Ηράκλειτου, Ζήνωνα, Εμπεδοκλή κι Επίκουρου. Αυτά ήταν μέσα σε μπρούτζινους προστατευτικούς κυλίνδρους οι οποίοι μολονότι είχαν περαστεί με το ίδιο προστατευτικό βερνίκι για κάποιο λόγο η υγρασία είχε διαρρεύσει μέσα στους κυλίνδρους και τα κείμενα είχαν υποστεί μεγάλες ζημιές. Αυτά θα τα αναλάμβαναν ειδικά συνεργεία και υπήρχε ελπίδα ότι αυτά τα χαμένα για πάντα σημαντικά κείμενα να έβγαιναν στο φως.
Το κείμενο του βιβλίου καθαρίστηκε και προσέφεραν από ένα αντίγραφο στη Μιλένα και τον παππού της σε "ντίτζιταλ”, οι οποίοι συμφώνησαν να επικοινωνούν κατά την επεξεργασία του κειμένου και να συνάγουν από κοινού συμπεράσματα.
Όταν η Μιλένα ξεκίνησε την αποκωδικοποίηση του κειμένου έμεινε άναυδη. Η ανάπτυξη της ακολουθίας του αρχαίου κειμένου σχεδόν συνέπιπτε με την εργασία που είχε εκπονήσει περί προσωκρατικής διαλεκτικής σκέψης. Αλλά επίσης υπήρχε κι ένα μικρό σύγγραμμα το οποίο κάπως σαν πλατωνικός διάλογος αναφερόταν στις τελευταίες μέρες του Ζήνωνα και μέσα απ’αυτό ανέλυε όλο το φιλοσοφικό γίγνεσθαι εκείνης της εποχής. Ο παππούς της που ήταν ενήμερος για την εργασία της, η οποία βέβαια είχε στηριχτεί πάνω στη δική του, έμεινε έκπληκτος και της τηλεφώνησε.
142
Όταν η Μιλένα σήκωσε το τηλέφωνο άκουσε τον παππού της να κλαίει κατασυγκινημένος. Ήταν φανερό ότι είχαν ακολουθήσει την ίδια νοητική διαδρομή, μολονότι οι προσωκρατικοί, δεν είχαν ιδέα για το προηγμένο επιστημονικό επίπεδο της σύγχρονης εποχής. Έδειξε και στο Τζόνι στα γρήγορα το αποτέλεσμα της παραβολής των εργασιών. Αυτός έμεινε εμβρόντητος. Μολονότι τα αρχαιοελληνικά του ήταν χαμηλού επιπέδου πήρε την παραβολή των εργασιών να τη μελετήσει σπίτι του. Με τη βοήθεια του λεξικού και της μετάφρασης, που είχε ήδη κάνει η Μιλένα, σίγουρα θα μπορούσε να κρίνει το σύγγραμμα. Βεβαίως θα έπρεπε να κρίνει και την μετάφραση της Μιλένας, γιατί οι ερευνητές στο πάθος τους, είναι φορές που βλέπουν στα κείμενα έρευνας ό,τι αυτοί θέλουν να δουν.
Η εργασία ήταν πολύ πυκνή και θεωρητικά στηριγμένη στ’όραμα της διαλεκτικής και μολονότι αυτός δεν μπορούσε να αποδεχτεί ότι η αντιφατικότητα της διαλεκτικής μπορεί να δώσει αποτελέσματα χρήσιμα στην επιστημονική έρευνα, είχε γοητευτεί απ’το γεγονός της διαλογικής σύμπτωσης δύο θεωριών που απείχαν χρονικά 2500 χρόνια. Έτσι έπεσε με πάθος στη δουλειά. Στην τρίτη μέρα της κριτικής έρευνας στην εργασία της Μιλένας, τα κομπιούτερ του αγώνα σκάκι έδειξαν ότι ο Σων Ο Λίρυ έκανε την πρώτη ανεπαρκή κίνηση στο παιγνίδι μεταξύ των δύο σκακιστών κι έπρεπε να παραβρεθεί εκεί για να μελετήσουν με τους άλλους την αντίδραση στη λειτουργία των κομπιούτερ-ανταγωνιστών. Τα κομπιούτερ παράλληλα με τον δικό τους αγώνα, άρχισαν να παίζουν ραγδαία την εξέλιξη του παιγνίου, όπως διαμορφώθηκε μετά το λάθος για να επιβεβαιωθεί ότι η καταγραφή που ήδη είχαν στα δεδομένα τους δεν μπορούσε να γεννήσει παράδρομες ή παράλληλες αλήθειες.
143
Μετά δύο μέρες υπέπεσε σε λάθος κι ο Νικολάι Ιλιένκο, τότε τα λαμπάκια άρχισαν να χορεύουν. Τα κομπιούτερ άνοιξαν και τρίτο παράλληλο παιγνίδι το οποίο όμως γεννούσε κι άλλα παράλληλα. Είχαν μπροστά τους ένα θαύμα της τεχνολογίας. Οι επιστήμονες απλά παρακολουθούσαν αν τα κομπιούτερ ανταποκρίνοντο, αλλά οι ίδιοι δεν μπορούσαν πλέον ν'ανταποκριθούν στην παρακολούθηση αυτού του ανταγωνισμού ανθρώπων και μηχανών. Τα κομπιούτερ δούλευαν ραγδαία τις παράλληλες εξελίξεις του παιγνίου κι έτσι σε μια βδομάδα απεφάνθησαν, πως μολονότι οι παράλληλοι δρόμοι του παιγνίου ήταν λαθεμένοι, επειδή στο παιγνίδι υπήρχαν λάθη κι από τις δύο πλευρές, δε μπορούσε να αναδειχθεί ακόμα νικητής. Από κει και πέρα όμως ο αγώνας είχε μπει ξανά σε μιαν αγωνιστική κανονικότητα, που του επέτρεπε να αφοσιωθεί στο σύγγραμμα της Μιλένας.
Ο Τζώνι ήταν ξανθός ψηλός κοκκινομούρης, λίγο πλαδαρός και το πρόσωπό του είχε πάντα μιαν έκφραση έκπληξης, σαν να έβλεπε τα πάντα για πρώτη φορά, έτσι που σε έναν άγνωστο θα φαινόταν κάπως χαζός ή αλλοπαρμένος. Όταν όμως σε κοίταζε στα μάτια, ένιωθες ότι σε διαπερνούσαν έτσι που δεν μπορούσες να του κρύψεις τις σκέψεις σου. Επίσης μολονότι με τις απόψεις του απέρριπτε κάθε έννοια μεταφυσικής, είχε κάποιες ιδιότητες, όπως μια φοβερή διαίσθηση, όνειρα που έβγαιναν αληθινά ή προέβλεπε μελλοντικά γεγονότα, κάτι που δε μπορούσε να ερμηνευθεί παρά μό-νο με κάποια μεταφυσική. Αυτός βέβαια επέμενε ότι όλα αυτά που μας φαίνονται μεταφυσικά, είναι νοητικές φυσικές δυνάμεις, των οποίων οι μηχανισμοί απέρρεαν από τή δυναμική των καταγραφών του DNA, που η επιστήμη δεν έχει περιλάβει ακόμα στο πεδίο της γνώσης της. Μολονότι φυσιογνωμικά ήταν πολύ διαφορετικοί με τη Μιλένα, είχαν κάτι αόριστο που τους έκανε να μοιάζουν σαν αδέλφια, μπορεί μια αύρα που ανέδιδε ο χαρακτήρας τους.
144
Τα κείμενα του Ιεροφύλακα και της Μιλένας ξεκινούσαν με την ανάδειξη της διαφοράς διαλεκτικής κι ορθολογισμού, μετά προχωρούσαν σε μια περιληπτική αναφορά και ερμηνεία επιλεγμένων αποφάνσεων των Αναξίμανδρου, Ηρακλείτου και Ζήνωνα και σ’αντίθεση μ’αυτά υπήρχαν κι οι αποφάνσεις του ορθολογιστή Παρμενίδη για μιαν ολοκλήρωση στην τέχνη της νόησης. Το έργο της Μιλένας είχε περιλάβει κάποια σημαντικά αποφθέγματα του Λαό-Τσε κι επιπλέον περιείχε μια περιληπτική κριτική της Επιστήμης της Λογικής του Χέγκελ. Στη συνέχεια περιείχε και μια περιληπτική περιγραφή για το πως το επιστημονικό γίγνεσθαι ανα-δίδει μιαν διαλεκτική αύρα κι αναζητά επειγόντως ένα διαλεκτικό τυπικό λογικο-γλωσσικό εργαλείο, το οποίο θα αναδύετο από τη διαλεκτική των προσωκρατικών. Και τελικά, κάτι που ήταν εκπληκτικό, τα δύο έργα συνέπιπταν σε μια σειρά αποφθεγμάτων τα οποία με λιτότητα προσδιόριζαν τον τρόπο με τον οποίον θ’ αναδύετο η αντιφατικότητα, προδιαγράφοντας το δρόμο της μέσα από μια αντιφατική μοναδολογία. Αυτό το λογικο-γλωσσικό σύστημα θα έπρεπε να οργανωθεί μαθηματικά για να δώσει το εργαλείο της διαλεκτικής τυπικότητας. Βέβαια οι όροι της Μιλένας, ήταν περισσότεροι από αυτούς του Ιεροφύλακα, αλλά με κάποιο τρόπο εξυπακούοντο κι από το κείμενό του, χωρίς να τους αναφέρει. Ίσως έκρινε ότι ήταν υπερβολική η παρουσίασή τους αφού κάποιοι απ’αυτούς ήταν προκλητικά ενάντια στην κοινή λογική.
Μέσ’το έργο του Ιεροφύλακα υπήρχε κι ένα αφήγημα για τις τελευταίες μέρες της δημοκρατίας στην Ελέα, όπου περιείχετο όλη η σκέψη του Ζήνωνα, όπως δηλαδή είχε γίνει αποδεκτή κι ερμηνευτεί απ’αυτόν, κάτι που δεν ενδιέφερε άμεσα μόνο την Μιλένα, αλλά και τον Τζώνι αφού κάποια απ’τις πτυχιακές του ερ-γασίες ήταν μια μαθηματική πραγματεία για τα πα-ράδοξα του Ζήνωνα.
145
Μετά την εγκατάσταση της Μιλένας, με τη μητέρα και τον πατέρα της στη Ν. Υόρκη και τον εγκλεισμό της στη σχολή, η μητέρα της πέθανε απ’την πανδημία του ιού που βασάνιζε την παγκόσμια κοινότητα απ’το 2020. Ο πατέρας της που ήταν βιολόγος, γνωρίστηκε στο εργαστήριο που είχε προσληφθεί σαν βοηθητικό επιστημονικό προσωπικό, με μιαν Ελληνίδα από την Κρήτη. Όταν η Μιλένα δεν τον είχε πια ανάγκη και για έναν λόγο παραπάνω, αφού τα επιστημονικά και φιλοσοφικά του ενδιαφέροντα ήταν αντίθετα μ’αυτά του παππού και τα δικά της και γι’αυτό οι επαφές τους είχαν ελαχιστοποιηθεί, παντρεύτηκε. Έτσι λοιπόν όταν κάποτε επέλεξαν την Κρήτη σαν τόπο ενός γαμήλιου ταξιδιού που χρωστούσαν αναδρομικά στον εαυτό τους, ο Νικόλας μαγεύτηκε τόσο απ’το νησί, που αποφάσισαν να εγκατασταθούν εκεί και να καλλιεργήσουν αρωματικά βότανα στα κτήματα της οικογένειας της συζύγου του Ελένης. Με τ’αρωματικά βότανα κάναν αποστάξεις και τα εξήγαγαν στην Ευρώπη και Αμερική. Παράλληλα είχαν δημιουργήσει και μια μικρή πρότυπη κτηνοτροφική μονάδα, όπου παρήγαγαν τυριά εξαιρετικής ποιότητας για εξαγωγή.
Οι γονείς του Τζώνι είχαν κι οι δύο πεθάνει στην πανδημία και τον ανακάλυψαν κάποιοι κυνηγοί παιδιών θαυμάτων σε ένα ίδρυμα. Από τότε οικογένεια του Τζώνι ήταν, όπως και της Μιλένα, η επιστήμη. Βέβαια ο γάμος του με την Μιλένα, άλλαξε την ζωή των δύο νέων, ο έρωτας των οποίων ήταν κάτι τρυφερό συμπληρωματικό, αλλά ζούσε αληθινά μέσα απ’τον ανταγωνιστικό διάλογό της επιστημονικής τους έρευνας.
Ο Τζώνι μετά την ανακάλυψη του έργου του Ιεροφύλακα και την επιστημονική έλξη του για το έργο της Μιλένας, όταν πια είχε γίνει φανερό ότι δεν χρειαζόταν στη επιστημονική ομάδα παρακολούθησης του αγώνα σκάκι, ζήτησε την αποδέσμευση του, αφού τους επεσήμανε πως εργαζόταν με τη γυναίκα του σε κάτι πολύ πιο σημαντικό, ίσως επαναστατικό για την παγκόσμια επιστήμη.
146
Το ζευγάρι εγκαταστάθηκε προσωρινά στην Έφεσο της Μικράς Ασίας, επειδή με τις γεωλογικές αναταράξεις είχε δημιουργηθεί εκεί μεγάλο αρχαιολογικό ενδιαφέρον. Εξάλλου προς το παρόν θα επεξεργάζοντο το θεωρητικό μέρος του έργου, που δεν είχε μεγάλη ανάγκη εργαστηριακών υποδομών, αλλά όταν θα υπήρχε κάποια ανάγκη προηγμένου υπολογιστή είχαν φίλους επιστήμονες στην Κωνσταντινούπολη, η οποία είχε γίνει ένα είδος διεθνούς πανθρησκευτικού και φιλοσοφικού κέντρου. Εκεί υπήρχε ένα διεθνές θεολογικό και φιλοσοφικό ίδρυμα που διέθετε προηγμένη επιστημονική υποδομή.
Ήταν η πρώτη φορά μετά το γάμο τους, που ζούσαν στο ίδιο σπίτι κι ασχολούντο παράλληλα μέσα στο ίδιο εργαστήριο με το ίδιο θέμα. Το βραδάκι έβγαιναν στα ταβερνάκια και συζητούσαν για τέχνη και φιλοσοφία με την ομάδα-παρέα των αρχαιολόγων που συμμετείχαν σαν επιστημονικοί συνεργάτες. Κι επειδή όλοι αυτοί ήταν Ελληνιστές, όταν είχαν κάποια αμφιβολία στην ερμηνεία των αρχαίων κειμένων που επεξεργάζοντο, τη συζητούσαν με κάποιους από την παρέα, που το θέμα τους είχε κεντρίσει το ενδιαφέρον. Έτσι στην έρευνα είχαν αποκτήσει και δύο βοηθούς. Ένα φίλο του παππού της κάπου εξήντα χρονών, τον Ορχάν Καϊφεντζή, που ήταν μάλιστα γέννημα θρέμμα της Εφέ-σου και την κ. Μαριάννα Νικολοπούλου κάπου πενήντα πέντε χρόνων, η οποία ήταν πολύ πλούσια κι είχε το πάθος της αρχαιολογίας. Η κ. Μαριάννα δεν ήταν λίγες οι φορές που, όταν το πρόγραμμα των ανασκαφών “κόλλαγε” οικονομικά, έδινε λύση με δικά της χρήματα. Ακόμα στα ταβερνάκια που πήγαινε η παρέα, όλα ήταν απ’ αυτήν προπληρωμένα. Ήταν ανύπαντρη, αλλά έλεγαν ότι είχε δεσμό με τον Ορχάν, αφού πολλές φορές το τζιπάκι που τους μετέφερε στην περιοχή των ανασκαφών, έπαιρνε και τους δυο από το σπίτι της. Ποτέ όμως κανείς δεν είχε τολμήσει να μιλήσει μπροστά τους γι’ αυτό.
147
Το σόι του πατέρα της Μαριάννας είχε φύγει απ’την Πόλη κατά τους διωγμούς του 55 κι είχαν εγκατασταθεί στην Αθήνα, ενώ το σόι της μάνας της καταγόταν απ’την Σμύρνη, αλλά κατά τη μικρασιατική καταστροφή του 22, μετοίκησαν στην Αλεξάνδρεια κι έκαναν κι εκεί τεράστια περιουσία. Κατά τους διωγμούς του 60 όμως που οι Έλληνες αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν και την Αίγυπτο πήγαν στην Αθήνα. Είχαν όμως χρήματα σ’ευρωπαϊκές τράπεζες κι έτσι δεν έπαθαν τη ζημιά που τους είχαν κάνει οι Τούρκοι. Η προγιαγιά του Ορχάν ήταν Αρμενοπούλα την οποίαν πάντρεψαν οι γονείς της με το τουρκόπουλο που την αγαπούσε για να την σώσουν απ’τη σφαγή. Ο Ορχάν όμως επέμενε ότι ήταν Ίωνας και μάλιστα έλεγε με ένα ονειροπόλα χαριτωμένο ύφος, ότι ήταν απόγονος του Ηρακλείτου, τον οποίον θαύμαζε και θεωρούσε ως τον σπουδαιότερο άνθρωπο που πάτησε στη γη. Μάλιστα απεγνωσμένα όταν ανακάλυπταν κάποιον αρχαίο τάφο η καρδιά του φτερούγιζε. Αχ νά’ταν του Ηράκλειτου! Ήξερε ότι ο Ηράκλειτος δεν έφυγε ποτέ απ’την Έφεσο κι επειδή ήταν διακεκριμένη προσωπικότητα στην εποχή του, αφού έχουν φτάσει σ’εμάς ακόμα και γλυπτά που τον παρουσιάζουν, δεν μπορεί παρά ο τάφος του να βρίσκεται κάπου εκεί.
Η Μαριάννα κι ο Ορχάν είχαν μιαν επικούρεια αντίληψη περί ηδονής για τη ζωή. Λάτρευαν την ανώτατη αισθητικά διαβίωση, δηλαδή την τέχνη, τη φιλοσοφία, την επιστήμη αλλά συγχρόνως το ευχάριστο σπίτι με θαυμάσιο κήπο, το ωραίο αλλά όχι το πολύ φαγητό, το καλό κρασί και φυσικά τον έρωτα, τον οποίον θεωρούσαν δώρο των θεών στους ανθρώπους. Η ερωτική τους σχέση περιελάμβανε όλα όσα θεωρούντο έκρυθμα στους απλούς ανθρώπους οι οποίοι είχα ηθικά μολυνθεί, όπως έλεγαν, από τις μονοθεϊστικές θρησκείες. Τα δύο ζευγάρια μολονότι είχαν μεγάλη διαφορά ηλικίας, λόγω μεγάλης καλλιέργειας “κόλλησαν”. Η Μαριάννα κι ο Ορχάν βέβαια συνεννοούντο στα αγγλικά για επιστημονικά θέματα, αλλά στην καθημερινότητά τους επικοινωνούσαν με μιαν Ελληνο-τουρκική γλώσσα δικής τους επινόησης, ή μάλλον μια γλώσσα που διαμορφώθηκε μόνη της απ’την καθημερινή χρήση. Αυτή τη γλώσσα στην αρχή γι’αστείο αλλά σιγά σιγά από συνήθεια έμαθαν ο Τζώνυ κι η Μιλένα, τον οποίον η παρέα φώναζε Γιάννη για πιο εύηχο.
148
Το σπίτι της Μαριάννας ήταν ένα μεγάλο εξοχικό αρχοντικό κοντά στη θάλασσα. Επειδή ήταν κτισμένο σ’ένα μικρό λόφο, το νερό της θάλασσας το είχε πλησιάσει και κάπως περικυκλώσει αφήνοντας μια στενή υπερυψωμένη λωρίδα ξηράς και επικοινωνίας με τη στεριά. Έτσι απ’την πίσω είσοδο του σπιτιού που υπήρχε κι ένα τεράστιο μπαλκόνι, με μια βουτιά βρίσκονταν στο νερό. Η Μαριάννα κι ο Ορχάν δεν είχαν παιδιά, αφού είχαν αφιερωθεί στην επιστήμη κι όταν πια γνωρίστηκαν ήταν μεγάλοι για παιδιά. Έτσι υποσυνείδητα θεωρούσαν το νεαρό φιλικό τους ζευγάρι κάτι σαν πολύτιμους φίλους, αλλά συγχρόνως και σαν παιδιά τους. Κι επειδή είχαν κολλήσει πάρα πολύ η Μαριάννα, οργάνωσε ένα απόμερο τμήμα του τεράστιου σπιτιού σε εργαστήρι μελέτης των παιδιών και μάλιστα εγκατέστησε ηλεκτρονικό υπολογιστή πολύ ανώτερο απ’αυτόν που επισκέπτοντο στην Κωνσταντινούπολη όταν χρειαζόταν. Η Μιλένα και ο Γιάννης δεν είχαν λόγο να μην εγκατασταθούν εκεί, αφού κάθε μέρα ήταν μαζί. Βέβαια ήξεραν τις επικούρειες συνήθειες των φίλων τους και όχι μόνο δεν τους παρεξηγούσαν, αλλά κατά κάποιο τρόπο διδάσκοντο κιόλας. Διδάσκοντο να καλύψουν το ερωτικό κενό που τους είχε δημιουργήσει η απόλυτη αφοσίωσή τους στην επιστήμη. Μετά τη νόηση, ο έρωτας είναι ό,τι καλύτερο διαθέτει ο άνθρωπος, έλεγε ο Ορχάν και βέβαια επικροτούσε κι Μαριάννα. Αυτό δεν θα πει ότι ήταν ερωτομανείς, αλλά όταν αναπαύοντο κυρίως αργά το απόγευμα στη βεράντα που άγγιζε στη θάλασσα, συμπεριφέροντο συνεχώς μεταξύ τους με τέτοια τρυφερότητα που ανέδιδε το ερωτικό στοιχείο.
149
Φορούσαν ένα ανάλαφρο φόρεμα το οποίο έφτανε λίγο κάτω από το γόνατο, αλλά η Μαριάννα πολλές φορές για να δροσιστεί τον ανέβαζε πάνω από τα γόνατα κι έτσι φαινόντουσαν τα θαυμάσια πόδια της. Η Μιλένα κι ο Γιάννης είχα αρχίσει να επεξεργάζονται τις φιγούρες των φίλων τους. Είχαν και οι δύο ολόασπρα πυκνά μαλλιά, έλαμπαν από καθαριότητα και είχαν θαυμάσιο σώμα, αφού φρόντιζαν την υγεία τους, με τη σωστή διατροφή, αλλά με θαλάσσια μπάνια, περπάτημα και γυμναστική. Επίσης είχαν ένα θαυμάσιο πρόσωπο που ανέδιδε πολιτισμό, καλοσύνη και τρυφερότητα. Η Μαριάννα ήταν σαν Ήρα, ενώ ο Ορχάν που ήταν κάπως μελαχρινός, έμοιαζε με τρυφερό αναχωρητή ο οποίος ήταν έτοιμος να δακρύσει όταν έβλεπε ή άκουγε το συγκινητικό και το υπερβατικό.
Όταν τελείωναν την έρευνα και άραζαν στο μπαλκόνι ή στο καθιστικό για καφέ άκουγαν λαϊκή μουσική απ’όλο τον κόσμο αλλά κυρίως κλασική μουσική.
Ήταν μια μέρα που είχαν πιει ένα ποτηράκι θαυμάσιο κρητικό κρασί, που τους είχε στείλει ο πατέρας της Μιλένας απ’την παραγωγή του. Το κρασί ήταν εξαίσιο στη γεύση, αλλά λίγο δυνατό. Άκουγαν κάποια ερωτικά τραγούδια του Μοντεβέρντι κι η Μαριάννα άπλωσε το χέρι της προς τη Μιλένα και το άφησε μετέωρο, έτσι σαν να ανέμενε κάποιαν απόκριση ή σαν να την καλούσε νοητά. Η Μιλένα σηκώθηκε σαν υπνωτισμένη και κάθισε στα γόνατα της Μαριάννας. Η Μαριάννα ήταν πιο ψηλή με επιβλητικό τέλειο σώμα κι η πολυθρόνα εκ κατασκευής ήταν έτσι που τα χέρια της να ανοίγουν ανασηκωμένα καθώς απλωνόταν επάνω της. Η Μιλένα έγειρε το κεφάλι της στον αριστερό ώμο της Μαριάννας και τα μαλλάκια της χύθηκαν στο αριστερό της μάγουλο. Η Μαριάννα πέρασε το αριστερό χέρι της γύρω από μέση της έτσι που η παλάμη της είχε ανέβει ψηλότερα και ακουμπούσε θωπευτικά στο στήθος της Μιλένας. Με το δεξί της χέρι η Μαριάννα της έστρωσε τρυφερά τα μαλλάκια, που έπεφταν στο πρόσωπό της και της τα πέρασε πίσω από τον λαιμό έτσι που τα μαγουλά τους ακούμπησαν δημιουργώντας ένα ηδονικό ρεύμα ρίγους. Η ατμόσφαιρα ήταν τέτοια κι έγινε με τόσο αθώο και φυσικό τρόπου, που κανέναν δεν εξέπληξε.
150
Η Μαριάννα την φίλησε αγγίζοντας τα χείλη της αέρινα στο λαιμό, που ένιωσε ένα ρίγος να διατρέχει όλο της το σώμα. Η Μιλένα άπλωσε παραδίδοντας ηδονικά το σώμα της πάνω της σβήνοντας όλες τις ενδόμυχες αντιστάσεις της, ενώ η Μαριάννα είχε κατεβάσει το αριστερό της χέρι χαϊδεύοντας της τους μηρούς και με το δεξί χέρι την θώπευε τρυφερά στο στήθος. Τη φίλησε ανάλαφρα στο στόμα ίσα μου τα χείλη του άγγιξαν, σαν αν περνούσε πνοή αύρας. Η Μαριάννα με μια επιδέξια κίνηση την κατέβασε από πάνω της και την έβαλε δίπλα της έτσι που μπορούσε πια να την αγκαλιάσει πρόσωπο με πρόσωπο. Τη φίλησε με πάθος και σηκώθηκε έχοντας το αριστερό της χέρι γύρω από την μέση της Μιλένας. Με το δεξί της χέρι την τράβηξε αλαφρά να σηκωθεί και την οδήγησε στο υπνοδωμάτιό της. Ο Γιάννης κοίταξε τον Ορχάν με κάποια αμηχανία σαν να τον ρωτούσε: τώρα τι γίνεται; κι ο Ορχάν του συνέστησε να περιμένει. Μάλιστα του είπε σιβυλλικά: άσ’τη Μαριάννα να οδηγήσει το παιχνίδι. Μπαίνοντας στο δωμάτιο η Μαριάννα άφησε το φόρεμά της να γλιστρήσει από πάνω της. Το σώμα της ήταν τέλεια γυμνασμένο, ηλιοκαμένο από τη θάλασσα και κάπως “εκρηκτικά” σμιλεμένο. Κάτι που δεν φαινόταν όταν ήταν ντυμένη, αφού τα ρούχα της ήταν πάντα φαρδιά και αέρινα σαν να μην τα ανεχόταν επάνω της. Η Μιλένα δεν μπορούσε να πάρει καμιά πρωτοβουλία ακόμα κι όταν η Μαριάννα είχε γυμνωθεί. Της παραδόθηκε. Την ξεκούμπωσε ιεροτελεστικά και το φόρεμά της έπεσε στο έδαφος. Η πόρτα ήταν ανοικτή και οι δύο άντρες έβλεπαν λίγο-πολύ τι γινόταν. Ο Ορχάν μολονότι δεν ήταν καπνιστής, σε τέτοιες περιστάσεις άναβε τσιγάρο και τραβούσε μια δυο ρουφηξιές. Έδωσε και στο Γιάννη να τραβήξει μία, δεν αρνήθηκε. Έβηξε λίγο αλλά η ρουφηξιά του έφερε μιαν ευφορία, που απώθησε τις όποιες συστολές του.
151
Η Μαριάννα με μια γρήγορη κίνηση πήρε σαν πούπουλο στην αγκαλιά της τη Μιλένα και την απόθεσε τρυφερά στο κρεβάτι. Η Μιλένα ένιωσε ρηγός απ’το αγκάλιασμα και την τρυφερή εναπόθεσή της στο κρεβάτι, αλλά περισσότερο κούρνιασε στην ασφάλεια που της δημιούργησε η σωματική υπεροχή σε συνδυασμό με τη φροντίδα που την περιέβαλλε. Απροσδιόριστα της πέρασε απ’το νου, το πως τόλμησε να είναι ξαπλωμένη προκλητικά ολόγυμνη κι ερωτικά παραδομένη μπροστά στον άντρα και τον φίλο τους, στην ερωτική εξουσία αυτού του ιερού σημείου της φύσης, που αυτή τη στιγμή από μητέρα-θεά είχε μεταμορφωθεί σε μια σκοτεινή Αφροδίτη. Μετά από χάδια φιλιά και παιγνίδια που την είχαν αναστατώσει, η Μαριάννα σταμάτησε λαχανιασμένη και χάρηκε τη θέα της σαν να είχε μπροστά της πολύτιμο θήραμα.
Μετά απ’αυτό το ερωτικό γεγονός ο Γιάννης κι η Μιλένα έπεσαν με πάθος στη δουλειά. Ο Γιάννης είχε παραμερίσει τις αντιρρήσεις του για την χρησιμότητα του εγχειρήματος της Μιλένα, αφού κατά τη γνώμη του η διαλεκτική της στην πλήρη ανάπτυξη, εσύρετο στην αοριστία. Μολαταύτα πίστευε ότι αυτό το έργο, μ’όλες τις πρακτικές αδυναμίες που του επισύναπτε, ήταν τόσο προκλητικά ευφυές, που έπρεπε να διερευνηθεί ως το απώτατο βάθος του. Το θέμα αυτό συζητούσαν και με τους φίλους τους οι οποίοι μάλιστα είχαν κι αυτοί χωριστεί σε δύο αντικρουόμενες ομάδες που είχαν μαγευτεί απ’την έντονη φιλοσοφικο-επιστημονική λογικο-γλωσσική διαμάχη της Μιλένας και του Γιάννη.
152
Η ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΗΣ ΜΙΛΕΝΑΣ
Σύμφωνα με τη Μιλένα, η Διαλεκτική σκέψη των προ-σωκρατικών βασίζεται στην αντίληψη του Αναξίμανδρου, ότι το Άπειρο Γίγνεσθαι είναι το αποτέλεσμα της καταλυτικής-συνθετότητας των όντων και του σύμπαν-τος και άρα στην αντιφατικότητα του Είναι και του Γίγνεσθαι. Ο Ηράκλειτος αυτή τη γενική αντίληψη οργάνωσε στο Λόγο, που είναι το αντιφατικό λογικο-γλωσσικά συντεταγμένο λέγειν, δηλαδή η συνειδητή πρόταση για μιαν αντιφατική διαλογικότητα ή μια συνειδητή Διαλεκτική Λογική. Ο Λόγος ορίστηκε απ’τον Ηράκλειτο ως Λογική, Γλώσσα και Ουσία, τα οποία συμπίπτουν εκφράζοντας το αέναο Υλικό Γίγνεσθαι. Μπορούμε να πούμε λοιπόν ότι ο Λόγος είναι μια Διαλεκτική της Φύσης. Ο Ζήνων αποκαλύπτοντας με τα παράδοξα της κίνησης και του Είναι τις αντινομίες του ορθολογισμού, αναδεικνύει με έναν δικό του αρνητικό τρόπο μιαν Αρνητική Διαλεκτική συμπληρώνοντας την διαλεκτική του Αναξίμανδρου και του Ηράκλειτου. Όμως για να γίνει περισσότερο κατανοητή η αντιφατική προσέγγιση του κόσμου από τον Ηράκλειτο, η Μιλένα όπως κι ο Ιεροφύλαξ, έκαναν μνεία και των προτάσεων του Παρμενίδη, ο οποίος ήταν ακριβώς αντίθετος στις απόψεις του Ηράκλειτου. Από τα αποσπάσματα του Αναξίμανδρου, συνήγαγε ότι η Κίνηση είναι η συνεχής Αλλαγή, δηλαδή η συνεχής αλληλουχία γέννησης και θανάτου των όντων και των κόσμων, που ως αποτέλεσμα έχει το Αέναο κι Άπειρο καταλυτικο-συνθετικό Γίγνεσθαι. Επίσης συνήγαγε ότι η Ύλη, το Άπειρο, ο Χώρος κι ο Χρόνος, κατά τον Αναξίμανδρο συμπίπτουν στο αέναο Γίγνεσθαι, το οποίο είναι η Κίνηση ως Ουσία. Γι’αυτό όλα τα πράγματα ή τα γεγονότα είναι ιδιότητες της Κίνησης κι όχι η Κίνηση ιδιότητα των πραγμάτων. Ακόμα η ύλη δεν θα μπορούσε να είναι ζωντανή, δηλαδή να εξελίσσεται, αν σε κάθε στοιχειώδες της δεν υπήρχε Εν Δυνάμει το Άπειρο να την ενεργοποιεί. Έτσι το άπειρο περιέχοντας ποσοτικά τα πάντα, άρχει όντας το μέγα και γενεσιουργό, ενώ συγχρόνως επειδή όλα εξελίσσονται, το μικρό ως στοιχειώδες, περιέχει ποιοτικά και δυναμικά ένα πρόσωπο του Όλου κι έτσι το άπειρο περιέχει και συγχρόνως περιέχεται απ’όλα. (Ἀρχή καὶ στοιχεῖον τῶν ὄντων το ἄπειρον).
153
Για να είναι αυτός ο ισχυρισμός να λογικά δυνατός, πρέπει να υπάρχει διάλογος στον οποίον τα ενάντια αλληλο-προεκτείνονται χωρίς ν’αφήνουν απαραβίαστα όρια μεταξύ τους, συνιστώντας αντιφατικές ενότητες. Αυτός ο διάλογος σε κάθε αντιφατική ενότητα, παραβιάζοντας τα όρια των διαλεγομένων, πρέπει να ταξιδεύει μακριά έξω από τα όρια του γεγονότος (της αντιφατικής σχέσης) και να διαλέγεται με το σύμπαν. Έτσι τα στοιχειώδη του γεγονότος, ξεκινώντας απ’τον διάλογο μέσα στον εαυτό τους, περνούν στον διάλογο με τις εγγύτερες αντιφατικές ενότητες του περιβάλλοντος, μετά με τις απώτερες και τελικά με το ίδιο το Σύμπαν, που είναι ο Άλλος, ο απώτατα αντίθετος εαυτός, ο «συμπαντιακός αντίλογος» κι η έσχατη αιτία της συνεχούς αλλαγής του γεγονότος. Με τον εσωτερικό και τον εξωτερικό διάλογο των στοιχειωδών του, το γεγονός αλλάζει, αλλάζοντας συνεχώς και τ’άλλα με τα οποία διαλέγεται κατά την πορεία των στοιχειωδών του στο σύμπαν. Γι’αυτό κάθε στοιχειώδες συνιστά μιαν αντίφατική-εξελικτική-καταλυτικο-συνθετική σχέση που περιέχει εν δυνάμει ένα ολοκληρωμένο πρόσωπο του Όλου ή του σύμπαντος. Έτσι που άπειρο δεν είναι μόνον αυτό που άρχει περιέχοντας ποσοτικά τα όντα ως όλον, αλλά συγχρόνως και το μικρό, το ελάχιστο στοιχειώδες, περιέχει το άπειρο ως έσχατο, ποιοτικό, δυναμικό, εξελικτικό, γενεσιουργό μέρος τους.
Ο Αναξίμανδρος αντελήφθη ότι η αντιφατικότητα του απείρου γίγνεσθαι είχε ως αποτέλεσμα την εξέλιξη των ειδών. Η Θεωρία της Εξέλιξης των Ειδών του Δαρβίνου, είναι ένα άρτιο κομψοτέχνημα παρατηρή-σεων και συμπερασμάτων, μπροστά στο οποίο η πρό-ταση του Αναξίμανδρου, αν δεν λάβουμε υπόψιν ότι διατυπώθηκε 2500 χρόνια πριν, ωχριά ως έχουσα τον χαρακτήρα του αυθόρμητου πρωτογονισμού. 154
Όμως μολονότι τις προτάσεις του παραλάβαμε αποσπασματικά και δεν γνωρίζουμε τον τρόπο με τον οποίον αληθινά διατυπώθησαν, έχουν κάτι που η πρόταση του Δαρβίνου υπολείπεται. Ο Αναξίμανδρος, μαζί με τις παρατηρήσεις που τον οδήγησαν στην αποδοχή της εξέλιξης των όντων και των κόσμων, προχώρησε και στην διατύπωση των βάσεων της διαλεκτικής σκέψης, στην οποία περιγράφεται και η καταλυτικο-συνθετική αντιφατικότητα των όντων ως η αιτία της εξέλιξης των ειδών, κάτι για το οποίο, ο Δαρβίνος αδιαφορεί.
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ περί απείρου φυσ. Γ4 203 b 6.
Όλα έχουν μιαν αρχή ή είναι αρχή κάποιου άλλου. Ότι γεννιέται πρέπει να έχει κάποιο τέλος ως αποτέλεσμα της φθοράς, έτσι το άπειρο όντας η Αρχή, είναι αγέννητο κι άφθαρτο. Λέγεται ότι ο Αναξίμανδρος κι περί αυτόν δέχονται την ύπαρξη του απείρου με πέντε τρόπους: Α. Απ’το χρόνο που είναι άπειρος. Β. Απ’τη διαιρετότητα των μαθηματικών μεγεθών. Γ. Απ’το ότι μόνον έτσι θα μπορούσε να υπάρξει συνεχής γένεση και φθορά, αφού μόνον απ’το άπειρο μπορεί ν’αντλείται κάτι τέτοιο. Δ. Από το ότι κάθε πεπερασμένο συνορεύει με κάποιο άλλο πεπερασμένο κι αυτό ατελείωτα. Ε. Αλλά το σπουδαιότερο που προκαλεί απορία, γιατί καθένας που διαθέτει κοινό νου, μπορεί να αντιληφθεί το απειροστικό των μαθηματικών μεγεθών και την άπειρη προέκταση του ουρανού προς τα έξω, είναι ότι αφού το σύμπαν είναι άπειρο εξωτερικά, κάθε σώμα είναι άπειρο και οι κόσμοι είναι άπειροι].
Η Μιλένα έκρινε ότι οι απόψεις του Αριστοτέλη περί Απείρου δεν συμφωνούσαν μ’αυτές του Αναξίμανδρου του οποίου ήταν πιο ολοκληρωμένες και πιο σύμφωνες με τη σύγχρονη επιστήμη:
Α. Από την έννοια του χρόνου που είναι άπειρος.
Η αντίληψη του Αριστοτέλη περί Χρόνου, διαφέρει α-πό αυτήν του Αναξίμανδρου. Ο Χρόνος κατά τον Αναξίμανδρο είναι Άπειρος όχι γιατί είναι χωρίς αρχή και τέλος, αλλ’αντίθετα γιατί ως αντιφατικός, έχει απεριόριστες αρχές και τέλη. Συνεπώς σύμφωνα μ’αυτόν το Παρελθόν και το Μέλλον δεν υπάρχουν, μόνο το Παρόν υπάρχει, που συνεχώς Είναι-ΜηΌντας, Πάντα-Αυτό-Άλλο. Έτσι Χρόνος είναι μια μηδενική αιχμή ενός φθίνοντος παρόντος μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος, όντας αιώνια στη μηδενικότητά της.
155
Β. Απ’την διαιρετότητα των μαθηματικών μεγεθών.
Το άπειρο ως διαιρετότητα των μαθηματικών μεγεθών, δε γίνεται αντιληπτό απ’τον Αναξίμανδρο με τον τρόπο που θέλει ο Αριστοτέλης. Αυτό συνάγεται απ’τη φράση του Αναξίμανδρου «ἀρχή καὶ στοιχεῖον τῶν ὄντων τὸ ἄπειρον». Εκεί το άπειρο ως Αρχή και Μέγα, περιέχει κι ορίζει ποσοτικά τα πάντα, αλλά συγχρόνως ως Μικρό και πεπερασμένο (Στοιχείον) το οποίο καταλύεται-συτιθέμενο περιέχεται ποιοτικά απ’τα πάντα, όντας το εν Δυνάμει Άπειρο.
Επίσης η προσωκρατική αμφισημία αντιλαμβάνεται τη διαιρετότητα με διαφορετικό τρόπο απ’ότι ο Αριστοτέλης: Οι προσωκρατικοί πίστευαν ότι αυτό που διαιρείται, απ’τη μια μικραίνει, ενώ απ’την άλλη συγχρόνως μεγαλώνει. Μικραίνουν τα τμήματα που το αποτελούν, ενώ ο όγκος του μεγαλώνει, περιέχοντας περισσότερα κενά μεταξύ των τμημάτων. Σύμφωνα με τον Ζήνωνα, τείνοντας τα τμήματα κάποιου για μηδενικό μέγεθος, τείνουν συγχρόνως προς το άπειρο (συνιστώντας μιαν αντιφατική ενότητα κενού και πλήρους). Αυτό βέβαια πίστευαν όσοι δεν αποδέχοντο την ύπαρξη «ατόμων» (μη τεμνομένων εσχάτων), θεωρώντας την αντίληψη αυτή απλοϊκή.
Γ. Η συνεχής γένεση κι φθορά είναι ατέλειωτη, αφού μόνον από το άπειρο μπορεί να αντλείται κάτι τέτοιο.
Το άπειρο που προτείνει ο Αριστοτέλης, ως αγέννητη, αθάνατη κι ατελείωτη ποσοτική συσσώρευση πολλών, είναι πτωχό για να δώσει συγχρόνως και το απειροστικό στοιχείο του ποιοτικού γίγνεσθαι, όπως το αντιλαμβάνεται ο Αναξίμανδρος.
156
Δ. Κάθε πεπερασμένο τελειώνει σ’ άλλο πεπερασμένο κι αυτό ατέλειωτα.
Αυτή η τυπική πρόταση για το άπειρο, θεωρείτο απ’ τους προσωκρατικούς απλοϊκή ποσοτική συσσώρευση η οποία δεν δίνει αληθινό άπειρο. Το άπειρο των προσωκρατικών έχει τον ποιοτικό χαρακτήρα που απορρέει απ’την έννοια του γίγνεσθαι, το οποίο θεωρούσαν άλλο πρόσωπο του Απείρου.
Έτσι το άπειρο όπως το αποδέχεται ο Αναξίμανδρος, είναι αυτό που ο Αριστοτέλης αναφέρει μ’έναν τόνο ελαφράς ειρωνείας:
Ε. Αφού το σύμπαν είναι εξωτερικά άπειρο, οι κόσμοι και κάθε σώμα είναι άπειρα.
Ο Αναξίμανδρος γονιμοποιώντας την έννοια της καταλυτικής-συνθετότητας των όντων, του Απείρου και του Γίγνεσθαι και την άποψή του ότι ο Χρόνος σχετίζεται με τη γένεση και φθορά των όντων και των κόσμων, προεκτείνει αυτό το χαρακτηριστικό και για τα στοιχειώδη που συνιστούν τον κόσμο: Έτσι δε θεωρεί το άπειρο απλή ποσοτική συσσώρευση, αλλά ένα αντιφατικό ποσοτικο-ποιοτικό γίγνεσθαι το οποίο καταλύεται-συντιθέμενο από στοιχειώδη, που κι αυτά καταλύονται-συντιθέμενα, έως το έσχατο επίπεδο του κόσμου, όντας καθένα τους Εν Δυνάμει Άπειρο. Σύμφωνα με τους προσωκρατικούς η σχέση Ενός και Πολλών ήταν βαθύτερη απ’την ορθολογική: εκεί το Έ-να προεκτείνετο στα Πολλά, ενώ συγχρόνως τα Πολλά βυθίζοντο στο Ένα, συνιστώντας αντιφατική ενότητα (αντιφατική μονάδα), έτσι που η Ταυτότητα της μονά-δας αυτής να μην είναι ανεξάρτητη από το Όλον.
Το άπειρο λοιπόν το οποίο ο Αριστοτέλης ισχυρίζετο ότι αποδεχόταν ο Αναξίμανδρος ως σχέση Ενός-Πολλών, έπρεπε να ήταν μάλλον αλλιώς: «Κάθε γεγονός διαλέγεται κατ’αρχήν με τον εαυτό του, μετά με τα πλησιέστερα σ’αυτό γεγονότα, μετά με τα απώτερα και τελικά με το σύμπαν που είναι ο Άλλος ο αντίθετος εαυτός, ο οποίος υποχρεώνει το γεγονός συνεχώς ν’αλλάζει.
157
Τα όρια του εαυτού ξεκινούν τόσο βαθιά μέσα ώστε να μη μένει μέρος απαραβίαστο απ’τον όποιο διάλογο και ταξιδεύοντας πολύ μακριά έξω απ’τον εαυτό, στο σύμπαν, κάποτε επιστρέφουν στον εαυτό διαφοροποιημένα, διαταράσσοντας και την ταυτότητα της ύπαρξής του. Έτσι το γεγονός, (το Ένα), δεν έχει απόλυτα όρια, αλλά συνεχώς διαταρασσόμενα και σε συνεχή διάλογο με τα Πολλά, όντας συνεχώς εξελισσόμενο και γι’αυτό είναι δυναμικά άπειρο».
Η Μιλένα πίστευε ότι στη διαλεκτική των Αναξίμανδρου, Ηράκλειτου και Ζήνωνα, οι έννοιες του απείρως μικρού και του απείρως μεγάλου συνιστούν μιαν ενότητα που συμπίπτει με την έννοια του παγκόσμιου Αιθέρα, η οποία κατά τον Ηράκλειτο ήταν το αείζωον Πυρ. Αυτός ο Αιθέρας, δεν έχει σχέση με το αδρανές υλικό που είχαν φανταστεί οι ευρωπαίοι επιστήμονες του 19ου αιώνα και το οποίο απέρριψε το πείραμα Μίκελσον-Μόρλυ. Ο δυναμικός Αιθέρας των Μιλησίων ήταν το Εν Δυνάμει Είναι, η Αντιφατικότητα γυμνή, (το παγκόσμιο δυναμικό υπόβαθρο). Η σύγχρονη φυσική με την υποψία ύπαρξης ακαριαίων αλληλεπιδράσεων στον πυθμένα του κόσμου, ξαναφέρνει την έννοια του Αιθέρα των Μιλησίων, ως ενεργό αντιφατικό ποιητικό αίτιο της ύλης. Ως «ἀρχή καὶ στοιχεῖον τῶν ὄντων τὸ ἄπειρον», όπου το ακαριαίο είναι συγχρόνως ακίνητο, μηδενικό και άπειρο, περιέχοντας δυναμικά όλα τα πρόσωπα του κόσμου και συγχρόνως κανένα.
Σύμφωνα με τον παππού της Μιλένας στη Διονυσιακή λατρεία, κάθε τι είναι προσωπείο πάνω σε προσωπείο και το έσχατο προσωπείο, είναι αυτό του Διονύσου. Πίσω του υπάρχει το Άδειο Πρόσωπο, «η παρουσία μέσ’την απουσία», ο Διθύραμβος, το πέρασμα από δύο αντίθετες θύρες συγχρόνως, -της θύρας της γένεσης και της θύρας του θανάτου-. Αυτή είναι η αντιφατικότητα γυμνή, το Εν Δυνάμει Είναι, η Υλικότητα ως Ου-σία. ―Η Έννοια του αντιφατικού καθαυτού Είναι.
158
ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ
ΜΑΡΚΟΣ ΑΝΤΩΝΙΝΟΣ IV 116
Κοινωνούν συνέχεια με τον Λόγο, εξαιτίας του οποίου αλλάζουν κι ενώ κάθε μέρα βεβαιώνονται γι’αυτό, τους φαίνεται ξένος (δεν τον νιώθουν, ούτε τον αισθάνονται).
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ ΙΧ 9
Δεν νιώθουν πως ό,τι αλλάζει, συμφωνεί με τον εαυτό του· είναι η αμφίδρομη αρμονία, της λύρας και του δοξαριού].
ΣΕΞΤΟΣ VII 133
Επειδή πρέπει ν’ακολουθούν τον Λόγο, που είναι ένας κοινός για όλους, οι πολλοί, οι άνθρωποι, ζουν έχον-τας δική τους βούληση και ιδιαιτερότητα.
Η κοινωνία των όντων με την αντιφατικότητα και το Λόγο, γεννά την ιδιαιτερότητα και την ελευθερία.
ΚΛΗΜΗΣ ΣΤΡΩΜΑΤΕΙΣ V 60
Αυτόν τον κόσμο που είναι ίδιος για όλους, δεν τον ποίησε ούτε θεός ούτε άνθρωπος, αλλά ήταν είναι και θα είναι Πυρ Αείζωον, το οποίο ανάβει-σβήνοντας με Μέτρο.
Η αιώνια φωτιά (η ενέργεια), που ανάβει-σβήνοντας με Μέτρο, είναι η συνεχής εναλλαγή γένεσης-θανάτου των όντων, που καταλύονται-συντιθέμενα απ’το αιώνιο Πυρ σε μιαν έμμετρη σχέση. Η αντιφατικότητα του Λόγου ως Λέγειν και Είναι προϋποθέτει πάντα ένα Μέτρο του ενός σκέλους της αντίφασης προς το άλλο. Αυτό είναι ο ιδιαίτερος χαρακτήρας της αντιφατικής σχέσης, που συνιστά ευκαιριακά μια Ταυτότητα, η οποία κοινωνώντας με το αέναο ρεύμα του παγκοσμίου γίγνεσθαι, αίρεται συγχρόνως σε Άλλη. Το Μέτρο είναι η δυναμική ισορροπία που συνιστά μια ταυτότητα σε συνεχή αλλαγή.
ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΕΙ ΤΟΥ ΕΝ ΔΕΛΦΟΙΣ 388
Όλα μετατρέπονται σε πυρ και το πυρ σε όλα, όπως ο χρυσός σ’εμπορεύματα και εμπορεύματα σε χρυσό.
Σήμερα όλοι γνωρίζουν ότι όλα μετατρέπονται σ’ενέρ-γεια κι η ενέργεια σ’όλα. Ο Αϊνστάιν διατύπωσε μαθηματικά αυτό το Μέτρου σχέσης: Ε=mc². 159
ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ, ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΕΙ ΤΟΥ ΕΝ ΔΕΛΦΟΙΣ 392
Στον ίδιο ποταμό δεν ξαναμπαίνουμε· την ίδια ουσία ξαναγγίζουμε γιατί όλα αλλάζουν βίαια και γρήγορα καταλύονται-συντιθέμενα,σκορπάνε-μαζεύοντας, χωρίζουν-ενώνοντας, (όχι πριν ή μετά αλλά συγχρόνως συνίστανται-αποσυντιθέμενα, Είναι-ΜηΌντας).
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ ΙV10
Στον κοχλία (τον τόρνο) ευθεία κι περιστροφή συνιστούν αντιφατική ενότητα, όπου το ένα γεννά τ’άλλο, αλλά το μάχεται κιόλας. (Η ενότητα και πάλη των αντιθέτων).
Κατά τη Μιλένα και τον Ιεροφύλακα, αν συνθέσουμε τις τέσσερις προηγούμενες προτάσεις συνάγουμε το εξής: Κάθε γεγονός υπάρχει γιατί υπογεγονότα Πυρός (στοιχεία ενεργείας, κβάντα ενεργείας για την Μιλένα, πυρίδια για τον Ιεροφύλακα) διέρχονται με συγκεκριμένο Μέτρο μέσα του. Αυτά φεύγουν για το σύμπαν κι επιστρέφοντας πίσω κάνουν το γεγονός, καταλυτικο-συνθετική πραγματικότητα. Επειδή το σύμπαν του Ηράκλειτου είναι άπειρο, τα στοιχειώδη του παγκόσμιου αείζωου πυρός (κβάντα), που αναχωρούν για το σύμπαν επιστρέφοντας στο γεγονός, δεν κάνουν κυκλική διαδρομή αλλά πυκνή ελικοειδώς ελλειπτική. Έτσι επιστρέφοντας δεν επαληθεύουν το γεγονός ακριβώς στη θέση που υπήρχε, αλλά λίγο πιο κει και λίγο διαφορετικό. Δηλαδή το επαληθεύουν-διαψεύδοντάς το. Έτσι το γεγονός πραγματοποιείται κινούμενο κιόλας, όντας Αυτό-Άλλο-Αλλού, Όμοιο και Ανόμοιο με τον εαυτό του.
ΥΠΠΟΛΥΤΟΣ ΙΧ 9
Ο χρόνος είναι παιδί που παίζει, η βασιλεία είναι του παιδιού.
160
Ο μεγάλος είναι έξω απ’το παιγνίδι, παίζει σχεδιάζοντας αντικειμενικά με γνώμονα τη λογική. Αντίθετα το παιδί, όντας μέσ’το παιγνίδι και κινούμενο με πάθος, παύει να είναι ο εαυτός του και βυθίζεται στο Άλλο. Η αξία του παιγνιδιού βρίσκεται στο ότι το παιδί υπερβαίνει τον εαυτό του, μπαίνοντας σ’άλλη πραγματικότητα. Έτσι ο χρόνος είναι βασιλεία του παιδιού, ο οποίος ως αντιφατικός αίρει συνεχώς, υπερβαίνοντας τον εαυτό του: Το χθες δεν υπάρχει, το αύριο δεν υπάρχει, το τώρα είναι μόνο, που δεν είναι, που είναι Πάντα Άλλο. Ο χρόνος ως διάρκεια είναι η μηδενική αιχμή του φθίνοντος παρόντος, που τείνοντας συνεχώς προς το μηδέν, είναι αιώνια στη μηδενικότητά της. Ο κόσμος ως χρονική διάρκεια είναι Μόνο Τώρα-Πάντα-Άλλος.
Η Μιλένα είχε κάποια αμφιβολία για την ερμηνεία αυτής της απόφανσης του Ηράκλειτου, έτσι χάρηκε πολύ που κι ο Ιεροφύλαξ είχε την ίδια γνώμη μ’αυτήν.
ΠΑΡΜΕΝΙΔΗΣ ΚΑΙ ΖΗΝΩΝ
Η Μιλένα είχε κατασταλάξει ότι τα όρια της νόησης ως συνειδητής λογικής πρακτικής, υπάρχουν ανάμεσα στον Ηράκλειτο και τον Παρμενίδη. Απ’τη μια η Διαλεκτική κι απ’την άλλη ο Ορθολογισμός. Ο Ιεροφύλαξ, θεωρούσε ότι Ζήνων που ήταν μαθητής και φίλος του Παρμενίδη, κατέληγε απ’άλλον “αρνητικό δρόμο” στον Ηράκλειτο. Ο Αριστοτέλης τον αναφέρει ως πατέρα της Διαλεκτικής, αλλά παρακάμπτοντας τους Αναξίμανδρο και Ηράκλειτο. Έτσι φαίνεται ότι την “διαλεκτική” θεωρούσε κάποιο είδος σοφιστικής, την οποία μάλλον χρέωνε αρνητικά στον Ζήνωνα. Αντίθετα με τον Αριστοτέλη, ο Ιεροφύλαξ, συμφωνούσε μαζί της στο ότι ο Ζήνων είχε μάλλον αποδεχτεί τις απόψεις των Αναξίμανδρου και Ηράκλειτου, θεωρώντας κι αυτόν έναν απ’τους μεγάλους της διαλεκτικής σκέψης. Ο Ιεροφύλαξ αλλά και η Μιλένα, για να αναδείξουν το έργο των διαλεκτικών φιλοσόφων, ένιωθαν την ανάγκη να παρουσιάσουν το έργο του Παρμενίδη που ήταν αντίθετος με την αντιφατικότητα της σκέψης των διαλεκτικών.
161
Είχαν επισημάνει κι οι δύο ότι ο Πλάτων, στο έργο του «Παρμενίδης», τον παρουσίαζε τελείως διαφορετικά απ’ό,τι ανακαλύπτουμε στο ποίημα του ιδίου του Παρμενίδη «Περί Φύσεως». Αυτό λοιπόν θεωρείτο περίεργο ακόμα και στην εποχή του Ιεροφύλακα κι ότι ζητούσε λύση. Είναι πιθανόν ο Παρμενίδης να έγραψε αυτό το ποίημα σε νεαρή ηλικία (αφού η Μούσα φέρεται στο έργο αυτό να τον ονομάζει “κούρο”) και ίσως αργότερα για κάποιο λόγο άλλαξε απόψεις. Είναι φανερό ότι ο Πλάτων στο ομώνυμο έργο του, παρουσιάζει έναν Παρμενίδη που εμφορείται μάλλον απ’τις απόψεις του Ζήνωνα, μολονότι οι δοξογράφοι θέλουν τον Ζήνωνα να είναι απολογητής κι υπερασπιστής των απόψεων του Παρμενίδη. Ίσως ο Πλάτων για δικούς του λόγους, που δεν είναι ευκαταφρόνητοι, αφού το αποτέλεσμα είναι μεγαλοπρεπές, παραβιάζει τα κείμενα ή τις απόψεις των προσώπων οι οποίοι “συμμετέχουν” στους διαλόγους του. Ακόμα κι ο Σωκράτης που μας παρουσιάζει, διαφέρει πάρα πολύ απ’τον Σωκράτη που παρουσιάζεται στο έργο του Ξενοφώντα. Αλλά ούτε ο Αριστοτέλης παρουσιάζει τον Παρμενίδη ως ιδρυτή του συνειδητού ορθολογισμού ή προάγγελο της τυπικής λογικής του.
Έτσι η Μιλένα αντλώντας κι απ’το έργο του Ιεροφύλακα ενίσχυσε την άποψή της ότι ο Ζήνων έχει παρανοηθεί απ’τους δοξογράφους, τους οποίους άκριτα ακολούθησαν πολλοί μεγάλοι διανοητές, στην εποχή της χάνοντας μεγάλο μέρος της αξίας των απόψεών του. Αυτοί ήθελαν οπωσδήποτε ο Ζήνων να θεωρεί την κίνηση φαινομενική, όπως έκανε κι ο Παρμενίδης στο ποίημά του. Ήταν φανερό για τη Μιλένα, ότι δεν αντελήφθησαν την αμφισημία των λεγομένων του, φορόντας του “τα στενά παπουτσάκια” του ορθολογισμού.
162
Όπως είχε διαπιστώσει κι ένιωθε δικαιωμένη απ’ τον Ιεροφύλακα, ο ίδιος ο Παρμενίδης απλά ισχυρίζεται το προφανές, δηλαδή ότι μόνο το Είναι υπάρχει ενώ ότι το Μη-Είναι δε μπορεί να υπάρξει. Αυτό σήμαινε ότι το Είναι ως Όλον κινείται εντός εαυτού, αφού ως έννοια καθαυτή δεν μπορεί ν’αλλάζει. Έτσι κατ’αυτόν ό,τι αλλάζει είναι ο εφήμερος κόσμος, ο οποίος ως εφήμερος είναι φαινομενικός, ενώ το Είναι ως Όλον Καθαυτό, υπάρχει πίσω απ’τα εφήμερα ως αιώνια κι αναλλοίωτα υπαρκτός. Η κίνηση λοιπόν για τον Παρμενίδη, μπορεί να μην αφορά το Όλον, που είναι πάντα ακίνητο, αφού δεν έχει που να πάει, αφορά όμως την κίνηση κι αλλαγή που βλέπουμε στα εφήμερα πράγματα την οποία ορίζει φαινομενική. Αυτά δηλαδή αλλάζουν κινούμενα εντός του Όλου που όμως είναι ακίνητο. Για την περιγραφή του φαινομενικού κόσμου πρότεινε την αντιθετική διαλεκτική του ορθολογισμού. Αυτή περιγράφει διαφορικές καταστάσεις, οι οποίες δεν αφορούν τα έσχατα αναλλοίωτα, που ορίζουν την αληθινή ταυτότητά τους. Έτσι ο Παρμενίδης έθεσε ως όρο στην αληθή σκέψη ν’αποβάλλει απ’τους συνειρμούς της το Μη-Είναι, αφού αυτό δεν μπορεί να υπάρξει. Δηλαδή μέσω του ορθολογισμού να παραμερίσει κάθε αντίφαση, αφού η αντίφαση που Είναι-ΜηΌντας, περιέχει μέσα της το σφάλμα του Μη-Είναι. Έτσι αποκαθάρει τη λογική από το Μη-Είναι αναζητώντας μόνο το Είναι που είναι η “Καρδιά της Ολοστρόγγυλης Αλήθειας”.
ΠΑΡΜΕΝΙΔΗΣ
Απόσπασμα 1, στ. 24-32
Νέε, που σ’έφεραν στα δώματά μου αθάνατοι ηνίοχοι, χαίρε γιατί σ’αυτό το δρόμο, τον δρόμο της Θέμιδος και Δίκης (του πρέποντος και της αιτιότητας), που είναι μακριά από τα χνάρια των ανθρώπων, δεν σ’έφερε κακή μοίρα. Είναι ανάγκη λοιπόν να τα μάθεις όλα καί της ολοστρόγγυλης αλήθειας την αταλάντευτη ψυχή καί τις δοξασίες των θνητών για τα εφήμερα, που δεν μπορεί κάποιος να πιστεύει με σιγουριά. Αλλά μαζί με τ’άλλα πρέπει να γνωρίσεις κι αυτά για να έχεις εμπειρία για όλα μ’όλους τους τρόπους.
163
Απόσπασμα 2
Άκουσε με προσοχή τι θα σου πω: αυτοί οι δύο δρόμοι μόνο είναι προς αποφυγήν, (αντιφατικοί): ο πρώτος όπου δεν μπορεί κάτι να |Είναι―Μη-Όντας|, αυτός είναι ο δρόμος της πειθούς, από τον οποίον η αλήθεια διαφεύγει. Ο άλλος δρόμος κατά τον οποίο το |Μη-Είναι| θεωρείται υπαρκτό, πρέπει όπως έχουμε χρέος να αποφευχθεί. Απ’αυτόν τον δρόμο σε αποτρέπω τελείως, γιατί το |Μη-Είναι| δεν μπορεί ούτε να νοηθεί, ούτε να γνωστεί αλλά ούτε να ομιληθεί].
Εδώ ο Παρμενίδης με μια μονοκονδυλιά να θέτει τους λογικούς όρους που προϋποθέτουν τις δύο πρώτες αρχές της τυπικής λογικής και του ορθολογισμού:
Α. Κάθε τι μπορεί μόνο να |Είναι| να υπάρχει.
Β. Κάτι δεν μπορεί να |Είναι―Μη-Όντας|.
Εδώ αναφαίνεται κι η “αρχή της Ταυτότητας” που στη συνέχεια θα ενισχυθεί ως πρόταση στο απόσπασμα 7, και φυσικά η “αρχή της μη αντίφασης”. Βέβαια ο ορθολογισμός ήταν σε ασυνεπή χρήση από αρχαιοτάτων χρόνων, αλλά εδώ φαίνεται η προσπάθεια οργάνωσης συνειδητού οργάνου, το οποίο στρέφεται ενάντια στην Ηρακλειτική Διαλεκτική.
Απόσπασμα 5
Νομίζω ότι απ’όπου ξεκινάμε εκεί ξαναγυρίζουμε.
Ο κόσμος είναι κλειστός-πεπερασμένος κι έτσι τίποτα δεν διαφεύγει απ’την νόηση. Σ’έναν κόσμο κλειστό και σφαιρικό, όπως ορίζεται απ’τον Ξενοφάνη και τον Παρμενίδη, “όταν κάτι κινείται ευθύγραμμα και ομαλά, πρέπει να επιστρέψει κάποια στιγμή στη θέση που ξεκίνησε”, όπως ισχυρίζεται κι ο Αϊνστάιν. Βλέπουμε ότι παρά τη λογική προσπάθεια του Παρμενίδη να παραμερίσει απ’τη λογική του την αντιφατικότητα, αυτή αναπάντεχα επανέρχεται: Σύμφωνα με τον Λάο-Τσε “η μεγάλη ευθεία οφείλει να είναι κυρτή” και σύμφωνα με τον Ηράκλειτο, “η ευθύγραμμη πορεία είναι αποτέλεσμα περιστροφής”.
164
Απόσπασμα 3 -Επειδή ο κόσμος είναι κλειστό σύστημα-, το Νοείν και το Είναι συμπίπτουν κι έτσι τίποτα απ’ότι υπάρχει δεν μπορεί να διαφύγει απ’την νόηση, άρα μπορούμε να έχουμε ασφαλή λογικά συμπεράσματα.
Απόσπασμα 4
(Επειδή το Νοείν και το Είναι συμπίπτουν), μπορείς να φωτίσεις με τον νου (τη λογική), διά μέσου των παρόντων με βεβαιότητα τ’απόντα. Γιατί δε μπορεί ν’αποκοπεί το υπάρχον του υπάρχοντος (ο Νους από το Είναι), ούτε ως Όλον, ούτε ως απεριόριστα συγκεκριμένα].
Ο Παρμενίδης τονίζει ότι οι λογικές αρχές που προ-τείνει για την μετάβαση απ’τα γνωστά στα άγνωστα, ισχύουν για τον κόσμο ως Όλον, αλλά καί στις σχέσεις των συγκεκριμένων μερών του. Με την σωστή χρήση του ορθολογισμού, μπορούμε ν’αποκαθάρουμε τον εφήμερο κόσμο απ’την αντιφατικότητα, η οποία περιέχει το ψεύδος του Μη-Είναι και να έχουμε βεβαιότητα στους συνειρμούς μας.
Απόσπασμα 6 στ, 1-2
Είναι ανάγκη το Νοείν και το Είναι να συμπίπτουν. Γιατί μόνο το Είναι υπάρχει, το μηδέν δεν υπάρχει. Έτσι σε συμβουλεύω να σκέπτεσαι και να μιλάς.
Εδώ ακόμα τονίζει ότι μαζί με τη Νόηση και το Είναι πρέπει να συμπίπτει και το Λέγειν. Έτσι ούτε ο Λόγος μπορεί να διαφύγει από την λογική.
Απόσπασμα 6 στ 3-9
Από τον δρόμο αυτόν, τον πρώτο, τον αντιφατικό σ’ αποτρέπω (είναι ο πρώτος από τους δύο δρόμους που παρουσιάζεται προς αποφυγήν στο απόσπασμα 2 στίχο 3). Οι θνητοί δεν έμαθαν τίποτα ακολουθώντας τον,γίνονται δίβουλοι γιατί η αμηχανία στα στήθια τους σαλεύει το νου. Φαντάζουν κουφοί, τυφλοί και χαμένοι, αφού δέχονται ότι όλα υπάρχουν και μ’έναν αντίδρομο τρόπο].
165
Εδώ συνάγουμε ότι μετά τον υπαινιγμό του για “την αρχή της ταυτότητας” και “την αρχή της μη αντίφασης” τονίζει και τον όρο “της αντιστοιχίας νόησης και Είναι”, αφού μόνον έτσι μπορεί απρόσκοπτα να λειτουργήσει αυτή η ορθολογική διαδικασία. Κατ’ αυτόν η αντιφατική σκέψη φέρνει σε σύγχυση το διανοητή και στη συνέχεια δείχνει ότι γνωρίζει της συγκριτικές διαδικασίες τις οποίες θεωρεί δεδομένες κι απόλυτα έγκυρες, ενώ κατηγορεί τη διαλεκτική ότι τις θεωρεί συμβατικά έγκυρες (ότι είναι έγκυρες υπό συνθήκες). Προτείνει την απόλυτη εγκυρότητα των συγκριτικών διαδικασιών, αφού μόνο μ’αυτές η λογική μπορεί να φτάσει απ’τα γνωστά στ’άγνωστα με βεβαιότητα.
Συγκριτική διαδικασία:
Αν Α όμοιο του Β και Β όμοιο του Γ, τότε και Α όμοιο του Γ (σύνθεση)
Αν Α όμοιο του Β και Β διάφορο του Γ, τότε και Α διάφορο του Γ (ανάλυση)
Απόσπασμα 7
Γιατί ποτέ μα ποτέ η ταυτότητα δεν θ’αναγκαστεί να Είναι–ΜηΌντας. Να είσαι λοιπόν μακριά απ’τον αντιφατικό δρόμο, να μην παρασύρεσαι απ’τη συνήθεια κι ότι βλέπεις ή ακούς, να το κρίνεις με τον τρόπο που σου έμαθα τον δοκιμασμένο].
Απόσπασμα 8 στ. 1-20
Ο μόνος δρόμος για τον οποίο μπορούμε να μιλάμε, μένει αυτός που αφορά στο Είναι. Πάνω σ’αυτόν υπάρχουν πολλά στοιχεία που μπορούμε να μιλήσου-με, όπως ότι όντας το Είναι αθάνατο είναι αγέννητο, όλον, αταλάντευτο, τετελεσμένο, ποτέ δεν ήταν, ούτε
166
θα είναι, γιατί αυτό είναι όλον, που συνιστά ένα συνεχές μόνο τώρα. Τι είδους γέννα να αναζητήσεις σ’αυτό; Από που προς τα που να προεκταθεί; Ενώ απ’το Μη-Όν, το Μη-Υπάρχον, δεν μπορείς να αντιληφθείς ούτε να πεις τίποτα, γιατί το Μη-Υπάρχον, δε νοείται ούτε λέγεται. Δεν μπορεί τίποτα ν’αναγκάσει κάτι να υπάρξει πριν ή μετά το Μηδέν. Έτσι λοιπόν κάθε τι πρέπει να συμπέσει με το Όλον, το Υπάρχον ή με το Μηδέν που δεν υπάρχει. Απ’το Μη-Υπάρχον δε μπορεί κάποιος να περιμένει γίγνεσθαι ή όλλυσθαι αφού αυτό ορίζει η λογική. Κάθε κρίση πρέπει να βρίσκεται μέσα σ’αυτά τα όρια, δηλαδή να Είναι ή να μην Είναι. Όπως λοιπόν είναι αναγκαίο, ο ένας δρόμος κρίνεται ανώνυμος και χωρίς νόημα (αναληθής), ενώ ο άλλος είναι ο δρόμος της βεβαιότητας των συγκριτικών διαδικασιών, όπου το όμοιο ανήκει σε συγγενή ομάδα.
Απόσπασμα 8 στ, 35-44
Δεν μπορείς να βρεις το Νοείν παρά μέσα στο Είναι, γιατί εκεί είναι γεγραμμένο. Τίποτα άλλο εκτός από το Είναι δεν μπορεί να υπήρχε, να υπάρχει ή να υπάρξει, γιατί είναι Όλον Ακίνητο. Όλα τα άλλα είναι ονόματα που του δίνουν οι θνητοί, γιατί πιστεύουν ότι υπάρχει γίγνεσθαι και όλλυσθαι, Είναι-ΜηΌντας και γενικά κάθε είδους μετακίνηση ή αλλαγή. Αλλ’ αυτό είναι πεπερασμένο, τετελεσμένο, τέλεια σφαιρικό και πλήρως ισόρροπο.
Απόσπασμα 8 στ. 50-61
Εδώ σταματώ το λόγο που έχει αληθινό νόημα και θα σου μιλήσω για τον κόσμο της αμφίδρομης αλήθειας, τον φθαρτό, τον απατηλό. Νομίζουν ότι κάθε τι έχει δύο τρόπους να υπάρχει έχοντας δύο μορφές, η μία δεν τους αρκεί. Εδώ κάνουν λάθος. Τα αντίθετα θεωρούν ενωμένα, ενώ συγχρόνως έβαλαν διαχωριστικά όρια μεταξύ τους. Απ’τη μια το αιθέριο πυρ της φλόγας, ίδιο πάντα με τον εαυτό του, απ’την άλλη διάφορο απ’τον εαυτό του, αυτό το ίδιο ενάντια στον εαυτό του, δηλαδή πυκνό σκοτάδι μπερδεμένο. Σου μιλώ για το φαινομενικό κόσμο, το διάκοσμο, για να μην γελαστείς απ’την φθαρτή σκέψη.
167
Σ’αυτό το απόσπασμα ο Παρμενίδης στρέφεται σαφώς κατά της Ηρακλειτικής αντιφατικής διαλεκτικής, έχοντας θέσει άλλους όρους, που απορρίπτουν την ύπαρξη του μηδενός (αφού το υπάρχειν του μηδενός είναι η αντίφαση καθαυτή). Έτσι στη δική του πρόταση περί λογικής κάθε αντιφατικός συλλογισμός πρέπει ν’απορρίπτεται, επειδή περιέχοντας έστω και μερικώς το Μη-Είναι περιέχει σφάλμα.
Απόσπασμα 9
Επειδή όλα έγιναν από φως και σκότος με τις δικές τους δυνάμεις, και μετά από σκληρή πάλη πήραν διάφορες μορφές, ό,τι “περισσεύει” είναι τόσο φως όσο σκότος, δηλαδή ίσια μεταξύ τους, γιατί πέραν κάθε ενός απ’αυτά δεν μπορεί να υπάρξει τίποτα από το άλλο.
Τονίζει ότι το σύμπαν είναι κλειστό, τετελεσμένο και συνιστάμενο από φως και σκότος που είναι ίσα μεταξύ τους. Από τη σύνθεσή τους, τελικά δεν μπορεί να περισσέψει τίποτα, αφού όλα ως ισόρροπα καταλαμβανουν όλον τον κόσμο. Έτσι δεν υπάρχει περιθώριο να περισσεύει κάτι. Επίσης δεν μπορεί να υπάρξει ούτε κενός χώρος ούτε μηδέν.
Απόσπασμα 1 στ. 9-14 (συνοπτικά) Εδώ με οδήγησαν οι κόρες του ήλιου… όπου υπάρχει θύρα διπλή με εναλλασσόμενα κλειδιά, τα οποία κρατά η Δίκη (η αιτιότητα)… (Από κει ξεκινά ο δρόμος του φωτός και του σκότους, δηλαδή της σύνθεσης του κόσμου.
Ισχυρίζεται ότι ακολουθεί έναν νέο δρόμο, αυτόν της αιτιότητας, που τότε ήταν μακριά από τα βήματα των ανθρώπων. Βλέπουμε λοιπόν στους λίγους στίχουςτου ποιήματός του “Περί Φύσεως”, να ορθώνεται ο Ορθολογισμός κι η τυπική λογική ως συνειδητή πρακτική κι εν συνεχεία να περιγράφεται κι ένα είδος ντετερμινισμού. Απ’την άλλη βλέπουμε την πιο συνειδητή κι οργανωμένη πολεμική ενάντια στην ηρακλειτική Διαλεκτική ως Λόγο και Ουσία.
168
Ήταν τότε που ο Ελληνικός κόσμος, έβγαινε μέσα από την τραγική πρακτική σαν ζωή, η οποία απ’τους Πυθαγόρειους θεωρείτο βαρβαρότητα. Λέγεται ότι ο Πυθαγόρας κι οι μαθητές του δεν έτρωγαν κρέας και γι’αυτό θεωρούσαν την τραγωδία μιαρή. Αφού η τραγωδία είχε ως βασική πρακτική τη σφαγή του ταύρου, την κρεατοφαγία και πολλές φορές την ιεροτελεστική ωμοφαγία. Ακόμα λέγεται ότι ο Πυθαγόρας θεωρούσε τους Ολυμπιακούς Αγώνες μιαρούς, αφού πίστευε ότι παλαιότερα ήταν αιματηροί, δηλαδή είδος τραγωδίας. Θεωρούσε ότι εδώ βρίσκεται η πρώτη αντίθεση του Ηράκλειτου με το πυθαγόρειο ρεύμα. Ο Ηράκλειτος ήταν συντηρητικός ακολουθούσε την παράδοση του τραγικού πνεύματος, του Διονυσιακού. Το Διονυσιακό πνεύμα την εποχή του είχε αρχίσει να παρακμάζει και να μετατρέπεται σε ένα σύνολο τυπολατρικών διαδικασιών και δεισιδαιμονιών (σαν αυτές που διαπιστώνει η συγκριτική ανθρωπολογία σε λαούς καθυστερημένους).
Σύμφωνα με την Μιλένα ο Ηράκλειτος με το έργο του επαναπροσανατολίζει το τραγικό πνεύμα μαχόμενος απ’τη μια, κατά του Πυθαγορείου νεωτερισμού κι απ’ την άλλη κατά της ενδογενούς φθοράς της τραγικής σκέψης. Προσπάθησε να επιστημονικοποιήσει το τραγικό πνεύμα, ως αντίλογο στις απόψεις του Πυθαγόρα και του Ξενοφάνη. Φαίνεται λοιπόν ότι η απάντησή του είχε απήχηση, γι’αυτό κι ο Παρμενίδης με τη σειρά του απαντά.
Θεωρούσε ότι ο λογικός άνθρωπος του 21ου αιώνα πρέπει να ξαναδεί τι είναι το Εόν και πως το οριοθετεί ο Παρμενίδης, γιατί υπάρχουν θέσεις που θεωρώντας τις δεδομένες, τις προσπερνάμε ξεχνώντας που στηρίζονται και από που έρχονται, έτσι αποδεχόμαστε συμπληρωματικές προς αυτές λογικές προτάσεις, οι οποίες αντιλέγουν τις βάσεις των προηγουμένων, δημιουργώντας σύγχυση.
169
Ο Ορθολογισμός και ο Ντετερμινισμός ως αδιάψευστο όργανο επαλήθευσης και παραγωγής αναμφισβήτητων συλλογισμών, προϋποθέτει κλειστά συστήματα και σύμπαν πεπερασμένο. Δηλαδή απορρίπτουν μιας εξαρχής την ύπαρξη Απείρου, κάτι που πολλοί ορθολογιστές ξεχνούν τσαλαβουτώντας ανάμεσα σε δρόμους που λογικά δε συμβιβάζονται. Αυτό όμως έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία λογικών αντινομιών και αδιεξόδων.
Η παρέα είχε βρει θέμα συζήτησης, η οποία δεν ήταν λίγες φορές που κατέληγε και σ’έντονους ιδεολογικούς διαπληκτισμούς.
Η μόνη που κρατούσε τη νηφαλιότητά της ήταν βέβαια η Μαριαννα, αφού αυτή θεωρούσε όλα αυτά τρόπο για μια καλή και δημιουργική διαβίωση. Δηλαδή ακολουθούσε το δρόμο που είχε χαράξει ο Επίκουρος με τη δημιουργία του «Κήπου» του. Ενός Κήπου όπου συμμετείχαν ισότιμα όλοι όσοι ενδιαφέροντο, δηλαδή γυναίκες, άνδρες αλλά και δούλοι. Και φυσικά όλο αυτό το πολιτισμικό γίγνεσθαι ήταν όπως ένα αθηναϊκό συμπόσιο που ακολουθείτο από ποίηση και μουσική. Τη Μαριάννα δεν ενδιέφερε το αποτέλεσμα της συζήτησης, όπως έκαναν οι επιστήμονες της παρέας, αλλά η ίδια η συζήτηση σαν πολιτισμός.
Την παρέα είχε συνεπάρει το ότι συνέχιζαν μια συ-ζήτηση που είχε ανοίξει 2500 χρόνια πριν, αφού ήταν φανερό ότι δεν είχε κλείσει ακόμα. Μάλιστα σχεδόν όλα τα ερωτήματα και τα επιχειρήματα που αναδύοντο απ’αυτήν, μολονότι θεωρούντο σύγχρονα, ήταν φανερό ότι αιωρούντο από τότε. Έτσι η ιδεολογική διαμάχη της Μιλένας με τον Τζώνι ξαναφούντωσε, έχοντας μάλιστα και τους φίλους που είχαν χωριστεί σε ηρακλειτικούς και παρμενίδειους. Αυτό είχε γίνει ένα διανοητικό παίγνιο σαν τα συμπόσια των αρχαίων, που απολάμβαναν κάθε απόγευμα στο ταβερνάκι της ακροθαλασσιάς. Και οι δύο ομάδες βέβαια, εδέχοντο ότι ο κόσμος αλλάζει, αλλά η μία ότι η αλλαγή ήταν φαινομενική κι ο ορθολογισμός επαρκούσε.
170
Ακόμα ισχυρίζοντο ότι στο χάος του κόσμου, μόνο με τον ορθολογισμό και ίσως με κάποιες παραχωρήσεις ευκαιριακής στατικότητας μπορούμε να θέσουμε σταθερά θεμέλια όπου μπορεί να πατήσει ο πολιτισμός. Σύμφωνα όμως με την άλλη ομάδα, η αλλαγή είναι αληθινή και γι’αυτό θα έπρεπε να οργανωθεί μια νέα Διαλεκτική η οποία πατώντας στα σημερινά δεδομένα, να μπορούσε να δώσει ένα τυπικό εργαλείο έρευνας, όπως αυτό του Αριστοτέλη για τον ορθολογισμό. Μάλιστα υπήρχε διάχυτη αντίληψη ότι ο ορθολογισμός έχει αξία μόνο και μόνο επειδή διαθέτει αυτό το τυπικό εργαλείο επιστημονικής έρευνας.
Μεταξύ αυτών των ομάδων υπήρχαν και άτομα τα οποία δε μπορούσαν με τίποτα να δουν ποια χρήση θα μπορούσε να έχει ακόμα κι ένα τυπικό εργαλείο δια-λεκτικής σκέψης, αφού όπως ισχυρίζοντο, για να ερευνηθεί κάτι πρέπει έστω κι ιδεατά να στατικοποιηθεί κατά τη διάρκεια της έρευνας. Αυτοί, στις επισημάνσεις ότι η σύγχρονη επιστήμη δε μπορεί πια να δει τον κόσμο μέσα απ’τα μάτια του ντετερμινισμού, ούτε ακόμα και της ορθολογικής αντικειμενικότητας, απαντούσαν ότι είναι φανερό γι’αυτούς ότι η Λογική είναι ένα ανθρώπινο κατασκεύασμα, το οποίο δεν μπορεί να ερμηνεύσει απόλυτα τη φύση. Η φύση έχει το δικό της τρόπο να δρα, ο οποίος κάποιες φορές είναι πέραν της λογικής. Αυτό θα πει τουλάχιστον ότι η φύση έχει τη δική της λογική που δεν συμπίπτει απόλυτα με αυτήν του ανθρώπου. Η ανθρώπινη λογική δημιουργήθηκε μέσα απ’τις κοινωνικές διαδικασίες οι οποίες κατά το μάλλον σχετίζονται με έναν νευτώνειο κόσμο όπου μεσουσανεί η ορθολογική αντικειμενικότητα. Μ’αυτό το σκεπτικό, η τυπική λογική κι ο ντετεριμινισμός, μολονότι είναι εργαλεία της επιστήμης αλλά και γνώμονας καθημερινότητας, θα ήταν υπερβολή να θεωρούνται οικουμενικής αλήθειας. Ακόμα κι ο Αϊνστάιν, την θεωρία της σχετικότητας, παράνομα διαλογικά, την εναρμόνισε μέσ’τα όρια της νευτώνειας σκέψης, γιατί θεώρησε ότι έξω απ’αυτήν φλερτάρουμε με το Χάος.
171
Κυριότερος εκπρόσωπος αυτής της ομάδας, ήταν ο Σιρχάν Αριαμπάτα, αρχαιολόγος ινδικής καταγωγής αλλά εγκετεστημένος στο Λονδίνο, του οποίου οι φιλοσοφικές απόψεις μολονότι είχαν έντονο άρωμα μυστικισμού, ήταν και διακεκριμένος κβαντικός φυσικός. Αυτός με την Τζόαν Γουίλσον, επεξεργάζοντο κάτι πολύ νέο στη σχετικιστική κβαντοφυσική, αλλά τις βασικές προτάσεις τους δεν συζητούσαν περιμένοντας απ’τά αποτελέσματα απ’τη μια, αλλά συγχρόνως δεν ήθελαν κάποιος να τους κλέψει την ιδέα, την ώρα μάλιστα που βρίσκονταν στο στάδιο της ολοκλήρωσης. Ο Σιρχάν ήταν 35 χρονών κι η Τζόαν όχι μεγαλύτερη από 30. Ήταν φανερό, χωρίς να το έχουν ανακοινώσει ή να το έχουν επισημοποιήσει ότι εκτός από επιστημονικοί εταίροι είχαν και ερωτική σχέση, αφού ήταν πάντα μαζί και πάντα αγκαζέ. Η Τζόαν χωρίς να διαφωνεί φιλοσοφικά μαζί του, ήταν μάλλον θετικίστρια αφού μάλιστα ο θετικισμός της παρά τις φιλοσοφικές αντιθέσεις προς τον μυστικισμό του Σιρχάν, συμφωνούσε απόλυτα στην πρακτική διαδικασία. Αυτή είχε πυλώνες, απ’τη μια την εμπειρία κι απ’την άλλη την ορθολογική αντικειμενικότητα του Νεύτωνα στην οποία ο Σιρχάν προτιμούσε εμφατικά τ’όνομα του Αριστοτέλη. Μάλιστα ο Σιρχάν δήλωνε αυστηρά αριστοτελικός. Ανάμεσα απ’τους αντικειμενιστές και τους αντιντετερμινιστές, υπήρχαν στην παρέα επιστήμονες με αρκετές ιδεοφιλοσοφικές αποχρώσεις, όμως όλοι στη πρακτική της δουλειάς τους δεν μπορούσαν ν’αμφισβητήσουν την αντικειμενική τυπική ορθολογικότητα, αφού μάλιστα ο ηλεκτρονικός υπολογιστής, που ήταν το βασικό τους εργαλείο, υπήκουε στον δυναμικό ορθολογισμό. Η φιλοσοφική σκέψη λοιπόν ήταν για τους περισσότερους ένα θαυμάσιο νοητικό παίγνιο που απολάμβαναν με καλό κρασί και θαυμάσιο ελαφρύ φαγητό. Μετείχαν δηλαδή άθελά τους σε κάποιο αθηναϊκό συμπόσιο, όπου χωρίς πρόγραμμα, η συζήτηση μπορούσε να ξεστρατίσει απ’τη φιλοσοφία στην ποίηση, στο θέατρο ή ακόμα και στον αθλητισμό. Επίσης δεν έλειπαν τα ανέκδοτα ή τα πειράγματα μεταξύ των εταίρων αυτής της μεγαλούτσικης παρέας.172
Όταν έφτασαν στο αφήγημα του Ιεροφύλακα για το «Τελευταίο Συμπόσιο στο Παλάτι του Άρχοντα Νεάρχου στην Ελέα», το οποίο περιείχετο στο τέλος του συγγράμματός του σαν κάτι ξεχωριστό, για λίγο η παρέα σταμάτησε τον έντονο κριτικό διάλογο, αφού εκεί μέσα υπήρχαν πολλές απαντήσεις για ό,τι τους δίχαζε.
Αυτό εξελίσσετο στο παλάτι του Νέαρχου που ήταν Τύραννος της Ελέας και τίτλο είχε “Η Επιστολή”. Ήταν λοιπόν μια υποθετική επιστολή του Ζήνωνα, ο οποίος είχε “μετοικήσει” σε κάποιον άλλο κόσμο, πιθανόν στον κόσμο των νεκρών, κι από κει συζητούσε για τις τελευταίες μέρες της Ελέας.
Η Έφεσος εκείνη την εποχή των κλιματικών διαταραχών, είχε επίσης κάποιες περιοχές, οι οποίες είχαν κατά κάποιον τρόπο ανασηκωθεί. Μεταξύ αυτών και ο αρχαιολογικός χώρος του Ναού της Αρτέμιδος. Από τον Ναό φυσικά είχαν μείνει μόνο τα θεμέλια και κάποια σπαράγματα των τοίχων, αφού το μεγαλύτερο μέρος απ’ότι είχε μείνει από την μανία των πρώτων χριστιανών, είχε μεταφερθεί σαν οικοδομικό υλικό στην Αγία Σοφία της Κωνσταντινούπολης. Κάποιο υπόλοιπο πλακόστρωτο που είχε απομείνει γύρω από τα θεμέλια του Ναού είχε ανασηκωθεί κι από κάτω είχε αναφανεί ύπαρξη σαρκοφάγου. Η παρέα με τα συνεργεία πήρε φωτιά. Ταχύτατα ανέβασαν την μεγάλη πλάκα η οποία ήταν απόλυτα αρμονικά τοποθετημένη στο πλακόστρωτο, έτσι που κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί ότι μπορούσε να είναι κάτι άλλο κι αναφάνηκε η σαρκοφάγος. Παραδόξος η πλάκα της σαρκοφάγου ήταν πάχους τουλάχιστον δώδεκα πόντων κι αντίθετα τοποθετημένη, δηλαδή το πάνω κάτω, ίσως για να μην φαίνεται το όνομα του νεκρού αλλά όμως να υπάρχει.
173
Οι αρχαιολόγοι και περισσότερο απ’όλους ο Ορχάν αποσβολώθηκαν. Η πλάκα έγραφε: ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ κι από κάτω ΕΦΕΣΙΟΣ ΒΛΟΣΟΝΟΣ, και σε κάποια απόσταση ακόμα πιο κάτω έγραφε ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΡΕΙ. Έτσι λύθηκε κι η απορία που πάντοτε αιωρείτο με αυτή την απόφανση, η οποία μολονότι δεν φαίνεται πουθενά ότι στο έργο του Ηράκλειτου, παρουσιαζόταν σαν εμβληματική για όλο το έργο του. Δεν ήταν τυχαίο ότι ο τάφος του ήταν τόσο κοντά στο Ναό της Αρτέμιδος, μάλιστα λέγεται ότι το έργο του είχα αφεθεί στη φύλαξη του Ναού. Ο τάφος ήταν ασύλητος, αλλά δεν υπήρχε τίποτα άλλο εκτός από τα οστά του νεκρού κι από κάποια μικρά πήλινα αγγεία χρήσης απ’την καθημερινότητά του.
Ο Ορχάν έσκυψε φίλησε τον νεκρό και με μια επιδέξια κίνηση πήρε με λαχτάρα ένα μικρό κεραμικό που χωρούσε στην κλειστή παλάμη του. Αυτό θα ήταν από κει και πέρα το ιερό του κειμήλιο.
Η ΕΠΙΣΤΟΛΗ
―Στη χώρα που βρίσκομαι, ο χώρος κι ο χρόνος έχουν χάσει το βάρος τους και την έννοιά τους. Ας μη φανεί περίεργο λοιπόν που ξανά εμφανίζομαι μ’αυτό τον παράδοξο τρόπο· άλλωστε το στοιχείο του παραδόξου είναι αυτό που πάντοτε προτιμούσα.
Είναι χρόνια τώρα που ο άρχοντας και τύραννος της πόλης μας Νέαρχος, μ’ανάγκασε ν’αποδημήσω σ’αυτή την απόμακρη χώρα, την Ουτοπία. Από δω μπορώ να παρακολουθώ τα πάντα αλλά να μην παρεμβαίνω (ό-πως γίνεται και στη χώρα σας τη Ναιτόπια, όπου η δημοκρατία επιτρέπει σ’όλους να έχουν γνώμη και να την λένε, όμως πολύ λίγες φωνές επιτρέπεται ν’ ακούγεται). Έτσι η φωνή μου βγαίνοντας από το στόμα χάνεται φτάνοντας σ’εσάς σαν ανήκουστος ψίθυρος, όμως μια παράδοξη τροπή, επέτρεψε αυτή μου την επιστολή.
174
Είναι όμως πολύ δύσκολο να πεις όλα όσα θέλεις μέσα σε μιαν επιστολή γι’αυτό είμαι πολύ ταραγμένος. Η επιστολή, αντίθετα με τη συνήθειά μου να είμαι λιτός, θα είναι μακροσκελής και εκ των προτέρων επικαλούμαι την υπομονή σας, που ίσως επιβραβευθεί απ’τη διαπίστωση ότι υπάρχει κι άλλος τρόπος σκέψης απ’αυτόν που θεωρείται μοναδικά σωστός.
Εμείς τότε στην Ελέα και τι δεν δίναμε ν’ακούσουμε κάτι άλλο, έστω και παράδοξο και ίσως πιο πολύ αυτό, γιατί τι να σας πω, μας άρεσε να συζητάμε. Ήταν ωραίες μέρες! Και τώρα στη μοναξιά της χώρας που βρίσκομαι θυμάμαι τα παλιά. Βέβαια είμαι πολύ γέρος κι οι γέροι όλο για τα παλιά μιλάνε, αφού νομίζουν ότι τίποτα δεν χάνεται κι ότι αυτά που θυμούνται, είναι που κάνουν τον κόσμο καλύτερο. Εγώ όμως μπορεί να είμαι γέρος αλλά όχι ανόητος, ξέρω καλά ότι η εποχή που ζείτε τώρα, είναι πολύ καλύτερη γιατί έχει πολύ περισσότερες προκλήσεις.
Ο κόσμος των προκλήσεων ήταν πάντα αυτός που μου ταίριαζε, γι’ αυτές ο άνθρωπος θα πρέπει συνεχώς να διακινδυνεύει τη ζωή του και τις ιδέες του. Μ’άρεσε λοιπόν πάντα να προκαλώ την τύχη μου και τις ιδέες μου. Η καθημερινότητα, οι ολοστρόγγυλες ιδέες, οι κοινά αποδεκτές, η εξουσία που πάντα στηρίζεται σε κάποιαν αποδοχή κοινής λογικής, η επιστήμη κι ότι φανερώνεται αδιάψευστο, μ’αρρωσταίνει. Ναι έχω αυτή την αρρώστια επιβεβαιωμένα, που μάλιστα εγώ την ονομάζω ελευθερία σκέψης και συμπεριφοράς. Βέβαια στο βαθμό που την έχω, προκαλεί τον περίγυρο και τις αρχές, αφού ο «παράλογος» τρόπος σκέψης, μπορεί να διαταράξει την αρμονία μιας χρηστής πολιτείας. Κάποιοι ισχυρίζονται ότι ο λόγος που ο Άρχοντας Νέαρχος μ’απομάκρυνε βίαια απ’την αγαπημένη μου πόλη, ήταν η συνωμοσία. Αλλά η συνωμοσία είναι ίδιον των γραφιάδων, που έχουν κοινή λογική και κοινούς στόχους μεταξύ τους, ενώ εγώ δε θα μπορούσα να έχω κάτι κοινό με τους άλλους. Υπήρχε λοιπόν κάποιος τρόπος συνωμοσίας που θα μπορούσα να συμμετάσχω;
175
Η ελευθερία της σκέψης σ’αυτή τη χρηστή κοινωνία, που όλα ορίζονταν απ’τον Λόγο, είχε όπως κάθε τι όριο το Μέτρο. Η συνωμοσία μου λοιπόν, ήταν στο όριο της παραδοξολογίας και της καινολογίας. Αλλά τι είναι η καινολογία κι η παραδοξολογία και ποιο είναι το Μέτρο τους; Αχ εμείς οι Έλληνες, τότε στον καιρό μου, είχαμε θρησκεία τη λογική και την επιστήμη, τον ορθολογισμό και την δημοκρατία. (Ας νομίζεται εσείς ότι αυτό ήταν δουλειά των νεοτέρων). Στην Ελέα, ο ορθολογισμός κι η δημοκρατία, είχαν γίνει το Μέτρο συμπεριφοράς, το φωτεινό, αλλά σιδερένιο πλαίσιο, το Όριο. Κάθε παρεκτροπή απ’αυτό εστρέφετο κατά του ήθους κοινωνικής συμπεριφοράς, που ήταν η θρησκεία μας. Η δημοκρατία σαν θρησκεία όμως, είχε γίνει τυραννική γι’αυτό κι ο Νέαρχος που ήταν εγγυητής της δημοκρατίας ονομάστηκε Τύραννος. Είχε οριστεί ηγέτης αυτής της δημοκρατίας όντας υπεράνω προσωπικών συμφερόντων κι επιδιώξεων. Αυτό λοιπόν το πέρασμα υπεράνω της καθημερινότητας, που ήταν φωτεινό κι αταλάντευτο, δεν είχε ανάγκη από αλλαγές αφού ήταν αρκετό. Οι εκλογές, ήταν μια τυπική διαδικασία που έφερνε πάντοτε τον Νέαρχο, αφού δε θα μπορούσε να υπάρξει καλύτερος.
Στη δημοκρατία αυτή που είχε θρησκεία τον ορθολογισμό, ήταν φανερό πως άνθρωποι σαν εμένα, των οποίων η σκέψη κι η συμπεριφορά τάραζε το κοινωνικό ήθος, ήταν επικίνδυνοι. Το ήθος αυτό που θεωρείτο “κοινωνική συμπεριφορά”, έπρεπε ν’αντλείται απ’την αταλάντευτη αλήθεια συγκεκριμένων ορθολογικών κανόνων και ν’αποδεικνύεται καθημερινά στην πράξη.
Ο Άρχοντας Νέαρχος, αυτός ο πρόδρομος της χριστιανικής πίστης κι εξουσίας, δε δεχόταν σε θέματα τέτοιου ύψους βλάσφημη συμπεριφορά. Δηλαδή ιδεολογικές εκτροπές, που να ξεγλιστρούν ύπουλα απ’ αυτό το πλαίσιο ηθικής.
176
Μια τέτοια ελευθεριο-δημοκρατική και παραδοξιακή συμπεριφορά, μπορεί να σαλέψει τα θεμέλια της χρηστής δημοκρατίας. Τέλος, απόψεις τάχα επιστημονικές, θα μπορούσαν να παραπλανήσουν παρωδώντας το ορθολογικό γνωστικό ήθος που ήταν το θεμέλιο του πολιτισμού μας.
Ο Άρχοντας Νέαρχος ποτέ δεν ξεχνά, ότι η εξουσία πρέπει να είναι εξουσία, γιατί αλλιώς κυλάμε στην αναρχία, που είναι η πιο ύπουλη αρρώστια της δημοκρατίας. Εκεί όλα έχουν χαθεί κι έτσι ακόμα και τα θέματα συζήτησης περί λογικής, θα ήταν χωρίς νόημα. Είναι λοιπόν φανερό ότι όποιος βάλει το χέρι στη φωτιά θα καεί. Υπάρχει η αταλάντευτη αλυσίδα της αιτίας πάνω στην οποία πατά κάθε εξουσία και πέραν αυτής, όλες οι συζητήσεις ωθούνται βίαια στο περιθώριο του παραδόξου, όπου τελικά καταλύεται ο Λόγος.
Ας μη φανταστεί όμως κανείς πως η ζωή στη Ελέα ήταν ζοφερή, αντίθετα, ήταν πανηγυριώτικη και τη χαιρόμασταν. Το παλάτι του Άρχοντα Νεάρχου, δεν ήταν απρόσιτο. Εκεί πήγαιναν οι επιτροπές των αγροτών, των εμπόρων και των τεχνιτών να συζητήσουν τα προβλήματα που τους απασχολούσαν. Μετά απ’όλες αυτές τις ανοιχτές συζητήσεις, ακολουθούσε πάντα μια μικρή γιορτή πολιτισμού, έτσι που όλοι, ακόμα κι αυτοί που δεν είχαν πετύχει ότι ανέμεναν, θα έφευγαν τελικά ευχαριστημένοι. Μουσικοί και χορευτές προσέφεραν την τέχνη τους και οι ποιητές απήγγειλαν. Στο τέλος ερχόταν η ώρα της κρίσης των διανοουμένων, που θα συζητούσαν τις απόψεις τους ανοιχτά και δημοκρατικά. Ο Άρχοντας Νέαρχος δεν φοβόταν τίποτα, μπορούσε να φέρει σε πέρας όλες τις συζητήσεις και να λύσει όλα τα προβλήματα, με τρόπο πάντα κοινά αποδεκτό, άσχετα αν αυτά ήταν πρακτικά, πολιτικά ή ιδεολογικά. Ήταν Λογικός και κανένας δεν αμφισβητούσε την αξία του, αλλά ούτε των γραμματικών που ήταν οι βοηθοί του. «Η δημοκρατία» έλεγε «που είναι ανώτερο κοινωνικό σύστημα κι ανώτερη μορφή συμπεριφοράς, πρέπει να
177
εφαρμόζεται με το Μέτρο που ορίζουν οι συνθήκες της πόλης κι η ωριμότητα των πολιτών. Η Ελέα δεν ήταν Αθήνα, αλλά ούτε Μίλητος ή Έφεσος, οι εχθροί γύρω μας, δεν ήταν Πέρσες, ούτε Λύδοι ή Φρύγες. Εδώ στη Δύση οι εχθροί, Έλληνες και βάρβαροι είναι σκληροί, χωρίς ήθος συμπεριφοράς. Τον νικημένο τον εξαφανίζουν. Τη Σίβαρη ξεθεμέλιωσαν οι Έλληνες, τη δημοκρατία του Ακράγαντα οι Φοίνικες κι η μισή Σικελία είχε κιόλας πέσει στα χέρια τους. Παντού γύρω υπήρχαν πολεμόχαροι λαοί, που μόνο με την ισχύ θα μπορούσε να επιζήσει η μικρή χρηστή μας πόλη».
Από εδώ, απ’την Ουτοπία που βρίσκομαι τώρα, βλέπω τα πάντα διαχρονικά και διαπιστώνω το λάθος αυτών που ασχολήθηκαν αργότερα με τη σχέση του άρχοντα Νεάρχου μαζί μου. Υπήρξαμε φίλοι, η διαφορά μας δεν ήταν πολιτική, αφού κυβερνούσε φιλολαϊκά. Ο Νέαρχος ήξερε το Μέτρο κι όπως ισχυριζόταν, κανείς δεν θα διακινδύνευε κάτι που έχει, για ν’αποκτήσει αυτό που κατά πάσα πιθανότητα θα ήταν πολύ χειρότερο. Όπως έλεγε ο Νέαρχος, η δημοκρατική εξουσία που ασκούσε, ήταν πολύ ανώτερη από μια άλλη δημοκρατία, που πιθανόν θα ασκούσαν περισσότεροι, μα ποτέ όλοι κι έτσι αυτοί θα όριζαν συμπεριφορά και πλαίσιο νομικό, που θα ωφελούσε μιαν ομάδα, ας πούμε τους εμπόρους, οι οποίοι ίσως είχαν την εξουσία, αλλά θα ήταν εις βάρος άλλων στρωμάτων, δηλαδή των αγροτών ή των τεχνιτών. Εγώ βέβαια δεν έκρυψα τις απόψεις μου, δηλαδή πως ήμουν ακραίος δημοκράτης και πήγαινα πολύ μακρύτερα από κάθε μορφή δημοκρατίας, που αιωρείτο πάνω από την πόλη σαν Δαμόκλειος Σπάθη κι η κλωστή ήταν ο Νέαρχος, αλλά ποτέ μα ποτέ δεν συνωμότησα κατά της εξουσίας του. Αφού αν χανόταν η “δημοκρατία” του Νεάρχου, κατά πάσα πιθανότητα δεν θα χανόταν μόνον η δημοκρατία αλλά κι η πόλη η ίδια.
178
Εξάλλου απ’τις συζητήσεις στο παλάτι, είχαν όλοι εκφραστεί φανερά με το μέρος της εξουσίας του, για όλους του λόγους που ανέφερα πριν, αλλά και για τον πιο σπουδαίο, ότι καμιά τάξη δε είχε τη δύναμη να κατακτήσει την εξουσία κι έτσι όλοι θα τρώγονταν σαν τα σκυλιά γύρω απ’το κόκαλο. Οι συζητήσεις λοιπόν, πολιτικές ή φιλοσοφικές, ήταν στο επίπεδο του ιδεατού αφού όλοι είχαν πειστεί ότι τίποτα δεν μπορούσε να κουνήσει τον Νέαρχο απ’τη θέση του πρώτου πολίτη, αλλά «ίσου μεταξύ όλων», μέσ’τη συνείδηση όλων των πολιτών, ακόμη κι εμού του ιδίου, που όλοι με θεωρούσαν τον μεγαλύτερο εχθρό του αλλά και τον καλύτερο φίλο του.
Μετά το θάνατο του Παρμενίδη ο πνευματικός κόσμος της Ελέας είχε γίνει φτωχός ο μόνος γι’αξιόλογη συ-ζήτηση ήταν ο ίδιος ο Νέαρχος. Αλλά συμπόσιο χωρίς εμένα ποτέ δεν ξεκινούσε, κι ο Νέαρχος θα έβγαινε μόνον αφού «είχε ανάψει το γλέντι» κι αφού είχε πληροφορηθεί ότι ήμουν ήδη εγώ εκεί. Εγώ ήμουν ο Αντίλογος. Ήταν όμως φορές που ο Νέαρχος οργισμένος σηκωνόταν επιδεικτικά κι αποχωρούσε, όταν δεν μπορούσε να υπερισχύσει αυτό που θεωρούσε Λογική στο διάλογο, μολονότι πρέπει να παραδεχτούμε ότι ήταν δεινός ομιλητής. Τότε το συμπόσιο έμενε στους φιλοξενούμενους, που κι αυτοί σιγά-σιγά έφευγαν. Με τον καιρό όμως συνήθισαν να συνεχίζουν ακόμα και μετά την αποχώρησή του, χωρίς φυσικά τη δική μου συμμετοχή. Δεν θα ήταν δίκαιο να επιχειρηματολογώ όταν δεν ήταν παρών ο αντίπαλος.
Επειδή οι περισσότεροι μέτοχοι του συμποσίου δεν ενδιαφέροντο για την ίδια την ουσία της συζήτησης, αλλ’απολάμβαναν το κλίμα αυτής της διαδικασίας, με παρακαλούσαν να “ρίχνω λίγο νερό στο κρασί μου” για να μην έφταναν τα πράγματα στην αποχώρηση του Νεάρχου. Όμως όλοι ήξεραν ότι αν έκανα κάτι τέτοιο, ο Νέαρχος θα έπληττε και τα συμπόσια θα χάλαγαν. Ο Νέαρχος ήταν εκεί για να χτυπιέται μαζί μου, να χάνει ή να κερδίζει, αφού τις πιο πολλές φορές κέρδιζε αμφισβήτητα.
179
ΗΜΕΡΑ ΠΡΩΤΗ. Όπου το συμπόσιο ξεκινά.
Ήταν εκείνη η σημαδιακή χρονιά που ο Νέαρχος είχε οργανώσει συμπόσιο περί αθηναϊκής σκέψης, για χάρη ενός φίλου του που λεγόταν Αριστοτέλης (ας μην πάει ο νους σας στο γνωστό μεγάλο Αριστοτέλη, αφού δεν ήταν τόσο γνωστός εκείνη την εποχή κι εγώ μόνο στην Ουτοπία μπόρεσα να μάθω γι’αυτόν). Λέγεται ότι αυτός ο Αριστοτέλης ήταν παρών όταν βρεθήκαμε με τον Παρμενίδη στην Αθήνα, τότε που είχε γίνει εκείνη η συζήτηση με τον νεαρό Σωκράτη, (εγώ βέβαια δεν τον θυμόμουν, αφού εκεί ήταν παρόντες πολλοί άγνωστοι νεαροί εραστές της σοφίας). Ο Νέαρχος, όπως φάνηκε, ήθελε να ξανά ζωντανέψει αυτή τη συζήτηση, που τον είχε βάλει πολλές φορές σε σκέψη. Είχε φτάσει στ’ αυτιά του από διάφορους συζητητές, ότι στη συζήτηση αυτή, ο Παρμενίδης είχε μιλήσει μάλλον σαν Ζήνωνας παρά σαν Παρμενίδης, κάτι που θεωρούσε πολύ ενοχλητικό. Ο Νέαρχος, που είχε γνωρίσει και θαύμαζε τον Παρμενίδη, ισχυριζόταν πως μολονότι δεν υπήρξε ποτέ μαθητής του, ένιωθε ότι αυτός ήταν ο κυριότερος εκπρόσωπος της σκέψης του. Ήθελε λοιπόν να ξεκαθαρίσει αυτό που θεωρούσε ανακρίβεια για την ιδεολογική μου σχέση με τον Παρμενίδη και να δείξει ότι οι απόψεις μου αντίκειντο σ’αυτές του Παρμενίδη. Έστειλε λοιπόν έναν νεαρό υπηρέτη, να με φωνάξει, για να συνεννοηθούμε για τη συζήτηση που θα γινόταν, αφού ήθελε να την αναπαραστήσει όσο πιο πιστά.
Η επίσκεψη εκείνη του Παρμενίδη στην Αθήνα ήταν πρώτη και τελευταία, αφού ο Παρμενίδης ταλαιπωρήθηκε τόσο, που μετά την επιστροφή αρρώστησε βαριά και πέθανε. Εγώ ξαναπήγα άλλη μια φορά προσκεκλημένος του Περικλή, αλλά τελικά έφυγα απογοητευμένος. Η αποχώρησή μου απ’την Αθήνα του Περικλή, ήταν κάτι που μ’ανέβαζε στα μάτια του Νεάρχου αφού, χωρίς να έχουμε συζητήσει ποτέ τους λόγους, αυτός το είχε ερμηνεύσει ως διαφωνία με την πολιτική του. Ο Νέαρχος είχε κάποτε γνωριστεί με τον Περικλή,αλλά η φιλία τους είχε γυρίσει σε έχθρα.
180
Είχαμε γείρει όλοι στ’ ανάκλιντρα και τα τραπέζια ήταν γεμάτα ξηρούς καρπούς και φρούτα. Αγόρια, μας γέμιζαν τα ποτήρια με ποτά απ’όλα τα μέρη της γης, ζύθο απ’την Αίγυπτο και την Σκυθία, οίνο απ’την Ίβηρα, την Κύπρο, την Κρήτη, τη Θήρα, τη Γαλατία και την Πελοπόννησο. Τίποτα δεν έλειπε, τουλάχιστον απ’αυτά που θα μπορούσαμε εμείς να φανταστούμε.
Όταν οι διάφορες συζητήσεις μεταξύ των συνδαιτυμόνων είχαν ανάψει, για το εμπόριο και την ποιότητα των προϊόντων ή ακόμα για τον πόλεμο και την πολιτική, κι επλανάτο στην αίθουσα αυτή η ζεστή χαμηλή οχλοβοή των κοινόχρηστων χώρων όπου ακούγοντο ξεσπάσπάματα οργής ή σπαραχτικά γέλια κάπου-κάπου μέσα απ’τη βοή. Ο Νέαρχος έμπαινε απροειδοποίητα, ολόφρεσκος απ’ τον ύπνο, ολοκάθαρος, (έκανε κάθε μέρα μπάνιο), φορώντας ένα ολόλευκο λινό, χωρίς διακριτικά ή κόσμημα και μ’ ολόασπρα πυκνά μαλλιά που έλαμπαν σαν ασήμι. Φάνταζε ίδιος ο Πυθαγόρας. Σοφός στη ζωή, σοφός στο Λόγο αλλά σοφός και στην παρουσία.
Τη στιγμή που έμπαινε, απ’το σημείο της εισόδου διαδίδονταν έρποντας γρήγορα η απόλυτη σιωπή. Οι συζητήσεις έσβηναν κι οι μέτοχοι του συμποσίου γύριζαν προς το μέρος του και σηκώνονταν όρθιοι. Κάποιοι έδειχναν μεγαλύτερη χαρά ή θαυμασμό, αναφωνώντας επιδεικτικά “άξιος” ή σαν με έκπληξη “να ο σοφός”, ελπίζοντας να τους δει και να έχουν την εύνοιά του. Αυτός τους προσπερνούσε μ’αδιαφορία σαν να μην υπήρχαν. Ήξερε πολύ καλά όλους αυτούς που αναφωνούσαν, τους περιφρονούσε περισσότερο και τους πρόσεχε ακόμα περισσότερο σαν εχθρούς του. Φτάνοντας στο κέντρο της αίθουσας, γύριζε επιδεικτικά κι έριχνε μια τάχα αδιάφορη ματιά σ’όλους σαν χαιρετισμό, αργά σαν να μετρούσε παρουσίες και κατέληγε σ’εμένα που θεατρικά ασχολούμην με κάτι, σαν αδιάφορος, πως δεν είχα προσέξει τον ερχομό του.
181
Όταν το βλέμμα του καρφωνόταν πάνω μου, κάποιος με σκούνταγε με τον αγκώνα διακριτικά κι εγώ σηκωνόμουν κι έκανα ένα νεύμα χαιρετισμού χαμογελώντας. Τότε έκανε μια κίνηση αυστηρής επιβεβαίωσης, ότι έλαβε γνώση και προχωρούσε επιδεικτικά προς τη θέση του. Τη στιγμή ακριβώς που καθόταν, λες κι όλα ήταν κουρδισμένα, το γλέντι ξεκινούσε. Αυλήτριες έβγαιναν βαδίζοντας χορευτικά γεμίζοντας τη σιωπή, που δημιουργήθηκε με την είσοδο του Νεάρχου, με θαυμάσια μουσική που ακολουθούσαν χορεύτριες και χορευτές. Ηθοποιοί έκαναν παντομίμα ή κάποιος ποιητής απήγγειλε. Η τέχνη ήταν σε πολύ ψηλό επίπεδο. Ήταν κάτι που το χαιρόμασταν πολύ.
Σ’εκείνο το συμπόσιο, ακούσαμε τον Αριστοτέλη απ’ την Αθήνα, να κάνει ένα αόριστο ξεκίνημα γύρω απ’ τις απόψεις του Σωκράτη, δείχνοντας μεγάλο σεβασμό στο πρόσωπό του, σαν ο Σωκράτης να ήταν το άχραντο αστέρι της σοφίας που μεσουρανούσε στην Αθήνα. Λέγεται ότι ο Νέαρχος είχε καλέσει τον Σωκράτη, αλλ’ αυτός ο δαιμόνιος άνθρωπος αρνήθηκε, γιατί μόνο τον αέρα της Αττικής μπορούσε ν’αναπνέει (υπαινιγμός για τις τυραννίες της Μεγάλης Ελλάδας, επειδή πίστευε πως εκεί δεν υπήρχε χώρος για τις δικές του ιδέες). Η συζήτηση ήταν πλαδαρή, χωρίς ενδιαφέρον ως τη στιγμή που ο Νέαρχος την εξέτρεψε με τέχνη στη διαφωνία μου με τον δάσκαλό μου Παρμενίδη. Αυτό ήταν κάτι που με πλήγωνε, αφού μολονότι αγαπούσα τον Παρμενίδη, ποτέ δεν συμφώνησα αληθινά μαζί του· κι όπου φαινομενικά συμφωνούσα, το έκανα έτσι ώστε, ν’αναδύεται αυτό που μας χώριζε.
Ο Παρμενίδης βρέθηκε νεκρός μετά από κάποιο συμπόσιο. Αυτό που ο Νέαρχος είχε οδηγήσει στη διαφωνία μου με το έργο του σοφού δασκάλου. Ο Νέαρχος είχε τότε προσπαθήσει να με παγιδέψει αλλά εγώ διέφευγα, γιατί ο Παρμενίδης ήταν άρρωστος και δεν ήθελα με κανένα τρόπο να τον ταράξω. Ο Νέαρχος όμως ήθελε πάσει θυσία πριν πεθάνει ο Παρμενίδης, να έχει κάτι στα χέρια που να τον ορίζει αληθινό κληρονόμο της σκέψης του.
182
Την επόμενη μέρα αλληλοκατηγορηθήκαμε σαν υπαίτιοι του θανάτου του Παρμενίδη, αφού η εξέλιξη της συζήτησης με είχε φέρει στο σημείο να κρίνω αρνητικά κάποιες από τις θέσεις του Δασκάλου κάτι που ο Παρμενίδης το ξεπέρασε νηφάλια, μα όλοι κατάλαβαν ότι στεναχωρήθηκε.
Η συζήτηση τη ημέρα που ο Νέαρχος ξεκίνησε το συμπόσιο, είχε προχωρήσει αργά σε διευκρινίσεις απ’ τον ίδιο και τον Αριστοτέλη, κι όπως ήταν φυσικό άργησε πολύ να φτάσει στην ουσία. Έτσι το συμπόσιο διαλύθηκε για την επόμενη, που όλοι πια θα ήταν πιο ενήμεροι, οργανώνοντας καλύτερα τα επιχειρήματά τους.
Γυρίζοντας στο σπίτι περπατούσα αργά λες και δεν ήθελα να φτάσω· στο μυαλό μου τριγύριζαν όλα με τόση θλίψη. Ο δάσκαλος, ο μόνος άνθρωπος που ήταν η οικογένειά μου, χρόνια τώρα είχε χαθεί κι εγώ πια πενηντάρης άκουγα τα βήματά μου μέσ’το σκοτάδι. Δε μπορούσα να παραπονεθώ για θέματα υγείας, ήμουν μια χαρά και το παρουσιαστικό μου ήταν καλό για την ηλικία μου. Λεπτός, ψηλός με ψαρά μαλλιά και πρόσωπο κάπως χαραγμένο απ’τις ρυτίδες. Μόνον η μοναξιά. Όποιος είχε γνωρίσει τον Παρμενίδη, χωρίς αυτόν ο κόσμος ήταν διαφορετικός και μοναχικός.
ΗΜΕΡΑ ΔΕΥΤΕΡΗ. Όπου το συμπόσιο αρχίζει να παίρνει μορφή.
Την επομένη, ο Νέαρχος γρήγορα γρήγορα έθεσε θέμα Διαλεκτικής. Προηγουμένως όμως έδωσε το λόγο στον Αριστοτέλη. Αυτός με τη σειρά του διηγήθηκε το πως ο Παρμενίδης ανέπτυξε με τρόπο ακατανίκητο τις απόψεις του περί «Εόντος και μη-Εόντος» και τις συνέπειες αυτής της αποδοχής στη Λογική. Σ’αντίθεση με τις θέσεις του Παρμενίδη υπενθύμισε, πως εγώ με τις παραδοξολογίες μου είχα αντιστρέψει όλες τις απόψεις του, κατεδαφίζοντας το Λόγο του.
183
Υπενθύμισε ακόμα ότι ακολούθησε τότε μια έντονη ιδεολογική αντιπαράθεση, στην οποία ο Παρμενίδης έφερε ως αρωγό τη σκέψη του Πυθαγόρα, ενώ εγώ σ’αντίθεση μ’αυτόν του Ηράκλειτου. Ποτέ ξανά δεν είχα χρησιμοποιήσει απόψεις του Ηρακλείτου ενάντια στις δικές του, επειδή γνώριζα την αντιπάθεια του Παρμενίδη για τον Ηράκλειτο. (Σε μια στιγμή οργής, κάτι που συνέβαινε σχεδόν ποτέ, είχε δηλώσει ότι αν περνούσε απ’το χέρι του, το έργο του Ηράκλειτου θα το είχε κάψει, μ’ όλες τις ηθικές συνέπειες που ακολουθούν μια τέτοια πράξη).
Ο Παρμενίδης είχε τότε κλειστεί στο δωμάτιό του παίρνοντας μαζί του έναν κρατήρα με κόκκινο κρασί.
Θεώρησα αυτή την κίνηση του Αριστοτέλη, διαλογικά απαράδεκτη αφού εκεί ήμασταν για την αναβίωση του διαλόγου εκείνου κι όχι για λεπτομέρειες και προσωπικών αντεγκλήσεων. Νομίζω όμως ότι πίσω απ’ αυτή την κίνηση βρισκόταν η πρόθεση του Νεάρχου να με υποβιβάσει στα μάτια των συνδαιτυμόνων απ’ τη μια και να με πλήξει συναισθηματικά απ’ την άλλη, για να έχει δυναμικό προβάδισμα στην αρχή του διαλόγου. Τώρα που ο Παρμενίδης είχε χαθεί κι η απουσία του με έπληττε κάθε μέρα πιο πολύ, αυτή η πράξη, που δεν την έκανε αυτός ο ίδιος, αλλά ο Αριστοτέλης για χάρη του, έδειχνε πως ο Νέαρχος είχε δείξει τα δόντια του.
Εκείνη τη μέρα είχε φέρει μαζί του και τους δυο Ελληνιστές δούλους του, που συνήθως παρίσταντο σε δίκες ή σε διακρατικές συμφωνίες συντάσσοντας τα κείμενα προσεχτικά. Αυτοί παρενέβαιναν πάντα με διευκρινίσεις που έντεχνα η σύνταξή τους θα ωφελούσε το Νέαρχο. Αυτοί γνώριζαν τέλεια Ελληνικά, ίσως καλύτερα απ’τους Έλληνες γραμματικούς του. Ο ένας ο Βόρις, φερμένος απ’την απέραντη χώρα πέραν των Άλπεων, όπου πολεμώντας ως μισθοφόρος, ο Νέαρχος του είχε σώσει τη ζωή. (Όταν ο Βόρις τραυματίστηκε κι αφού δεν άξιζε για πώληση, κάποιος για να κάνει κέφι, θέλησε να τον καρφώσει με το δόρυ του).
184
Από τότε ο Βόρις ήταν ο πιστός, που τον ακολουθούσε παντού ακόμα και στα συμπόσια, τα οποία όμως οργάνωνε, τα επιτηρούσε, αλλά ποτέ δεν συμμετείχε ως συνδαιτυμόνας. Ήταν ολόξανθος, κοκκινοπρόσωπος, με ξεπλυμένα ανέκφραστα γαλάζια μάτια, που νόμιζε κανείς ότι δεν παρακολουθούσε τίποτε από ότι συνέβαινε, αλλά τίποτα δεν του περνούσε απαρατήρητο. Έβλεπε τα πάντα με πρίσμα το συμφέρον του αφέντη του και έτσι ο Νέαρχος μπορούσε να παριστάνει άφοβα, πως ήταν αδιάφορος με τη στενή έννοια του συμφέροντος. Μολονότι ο Βόρις ήξερε τέλεια την ελληνική γλώσσα και τη θεωρούσε σαν το ανώτερο έργο τέχνης των Ελλήνων κι αφού ήταν τέλειος γνώστης της και θεωρούσε τον εαυτό του Έλληνα, ποτέ δεν κατάφερε να φτιάξει την προφορά του. Ο άλλος ήταν Νούβιος, ή Αιθίοψ, ψηλός με λεπτά μακριά πόδια, σοβαρός, αμίλητος κι έμοιαζε με μαύρη θεότητα. Ήταν ποιητής και φιλόσοφος με απόψεις απ’την Αίγυπτο ή την Ανατολή. Λεγόταν Σαΐντ ή Χαΐντ, μα εξελληνισμένα, λεγόταν Σαδής. Ο Βόρις έφερε πάντα κοντή δίκοπη σπάθα, που χρησιμοποιούσαν οι Ίβηρες μισθοφόροι. Μ’ αυτήν χτυπούσε δεξιά κι αριστερά, έντεχνα και δυνατά σαν να χορεύει ανάμεσα στους εχθρούς, σπέρνοντας το θάνατο. Το γνώριζαν καλά οι συμπολίτες μας, αφού μέχρι να εδραιωθεί η εξουσία του Νεάρχου, αρκετές οι φορές έπεσε θύμα δολοφονικής απόπειρας. Ο Σαδής έφερε πάντα δερμάτινη ασπίδα κι ένα δόρυ που ήταν κι ακόντιο. Ασπίδα και δόρυ ήταν διακοσμημένα μ’ένα περίεργο αφρικάνικο τρόπο. Ο Σαδής συνεχώς παρακολουθούσε γύρω μ’ άγρυπνο μάτι, έτοιμος να προβάλλει την ασπίδα ή να εκτοξεύσει αλάνθαστα το ακόντιο στο εχθρό. Ο Σαδής γενικά ήταν αμίλητος, τα μάτια του είχαν κάτι ειρωνικό και όταν μιλούσε έκανε λιγόλογες επισημάνσεις, που έφερναν σε αμηχανία τον συζητητή.
185
Ένας γηραιός υπηρέτης ψηλός και σοβαρός καθόταν πίσω από ένα τραπεζάκι πάνω σε κάποιο βάθρο. Στο τραπεζάκι υπήρχε κλεψύδρα, που όριζε το χρόνο των ομιλητών και το σήμαντρο, που όριζε την αρχή και το τέλος της ομιλίας. Επίσης αν ο Νέαρχος ήθελε να παρέμβει στη διάρκεια όποιας ομιλίας έκανε νόημα στο γηραιό υπηρέτη να χτυπήσει διακριτικά το σήμαντρο. Ο Νέαρχος παρενέβαινε όταν ήταν πλέον σαφές, πως ο ομιλητής είχε ξεφύγει απ’ το θέμα ή ακόμα σε περιπτώσεις που ο συζητητής είχε πολύ χαμηλό επίπεδο.
Την ημέρα εκείνη, ο Νέαρχος καλοσόρισε τους διαλεκτούς συνέδρους κι έδωσε το λόγο στον Βόριδα, ο οποίος σαν κουρδισμένος και μ’ έναν θεατρικά ιεροτελεστικό τρόπο πήρε τη θέση του Εξάρχοντα, του Προέδρου, όπως λέτε εσείς σήμερα, που θα οδηγούσε τη συζήτηση.
Ο Βόρις με πολύ λιτό τρόπο, δωρικό, τόνισε συγκινημένος, πως αυτό το διαλογικό μνημόσυνο στο Δάσκαλο, ήταν γι’αυτόν και τον Κύριό του τον Νέαρχο ένα όνειρο, που επιτέλους γινόταν πραγματικότητα. Λιγόλογα αλλά περιεκτικά, ανέφερε τα κομβικά σημεία της ζωής του και με έναν απαράμιλλο τρόπο σκιαγράφησε τις απόψεις του Παρμενίδη, τόσο όσο να μην θίγονται οι απόψεις συνομιλητών που θα παρουσίαζαν πιθανώς κάτι άλλο αντίθετο, αλλά και να μη λείπει τίποτα απ’αυτό που ήταν κοινώς αποδεκτό. Ο Βόρις δήλωνε λάτρης του Παρμενίδη, τον ανέφερε πάντα ως Δάσκαλο, κι επιμελώς απέφευγε ν’αναφέρει τη λέξη Παρμενίδης, σ’ένδειξη μεγάλου σεβασμού. Μολονότι η εισαγωγή στο θέμα έδειχνε απόλυτα αντικειμενική, όλοι ένιωσαν ότι κάποιες παρατηρήσεις του Βόριδος, έδειχναν ότι το όλο θέμα θα περιεστρέφετο γύρω απ’τις διαφωνίες μου με τον Δάσκαλο.
186
Ο Βόρις κρατούσε κείμενο που φυσικά είχε επεξεργαστεί με τον Νέαρχο. Διάβαζε με το στόμφο και την αυταρέσκεια του νεόκοπου αλλ’ άψογου γνώστη της Ελληνικής. Ήταν ολοφάνερο ότι δεν χρησιμοποιούσε το κείμενο που κρατούσε, αλλά το απήγγειλε από μνήμης. Κρατούσε όμως το κείμενο από σεβασμό στον Άρχοντα. Έπρεπε όλοι να ξέρουν ότι είχε συνταχτεί απ’τον Άρχοντα και ότι αυτός ήταν απλά το όργανο του ίδιου του Νεάρχου. Όλοι όμως ήξεραν πως αυτός ήταν κάτι αδιαχώριστο απ’τον Άρχοντα κι ότι ήταν το άλλο του πρόσωπο. Δεν είχε ανάγκη αυτός από προσωπική διάκριση, ούτε απ’το θαυμασμό των άλλων, του αρκούσε ότι ήταν ένα εξάρτημα του Νεάρχου κι όλοι γνώριζαν ότι ήταν η ακούραστη διανοητική μηχανή του Νεάρχου που υπολόγιζε τα πάντα με γνώμονα το συμφέρον του αφέντη του, ενώ ο Σαδής ήταν ο άλλος εαυτός, ο αντίλογος, η φωνή της συνείδησής του. Ο Σαδής υπενθύμιζε στον Νέαρχο το δίκαιο, άσχετα αν ήταν προς το συμφέρον του ή όχι. Νύχτες ολόκληρες, ο Βόρις και ο Σαδής, μπορεί να συζητούσαν μπροστά στο Νέαρχο για θέματα του Νεάρχου και πολλές φορές να φιλονικούν κι όλας, έως ότου καταλήξουν πιθανόν και σε δυο απόψεις. Ο Νέαρχος τότε θά’παιρνε την απόφασή του, που συνήθως ήταν διαφορετική κι από τις δυο.
Όπου ο Βόρις εισάγει στη συζήτηση την Παρμενίδεια έννοια περί του Εόντος κι ο Σαδής αναλύει.
Κάνοντας την εισαγωγή του, ο Βόρις ρώτησε το ακροατήριο αν κάποιος πιστεύει ότι το Μη-Είναι μπορεί να υπάρξει κι αν το Είναι, το Εόν, είναι αυτό και μόνον αυτό που αληθινά υπάρχει. Η ερώτηση αυτή, μολονότι φαινομενικά είναι απλοϊκή, πέφτοντας στο ακροατήριο δημιούργησε μια διαλογική ένταση και σήκωσε ένα ψίθυρο, που σιγά-σιγά έγινε πιο έντονος, γιατί φάνηκε ότι το ακροατήριο ήταν διχασμένο. Μ’ένα νεύμα του Βόριδος ο εξάρχων, που ήταν ο επί της τάξης υπηρέτης χτύπησε το σήμαντρο και το κοινό ηρέμησε. Τότε ο Σαδής, ο Αιθίοψ παρακαθήμενος του Νεάρχου, πήρε τον λόγο: «Η πρόταση αυτή» είπε, «θέλει διευκρίνιση για να περιοριστεί ο όγκος των αντιτιθεμένων απόψεων που πιθανόν δεν είναι αναγκαίες:
187
Πρέπει να τονιστεί ότι αν γίνει δεκτός αυτός ο όρος, ούτε κίνηση, ούτε γίγνεσθαι, αλλά ούτε χρονική ακολουθία θα μπορούσε αληθινά να υπάρξει, αφού |το Είναι, το Εόν, το Υπάρχον|, δεν Ήταν, ούτε θα Είναι, παρά μόνον Είναι. Έτσι δεν έχει δυνατότητα χωρικής ή χρονικής επέκτασης, γι’αυτό πρέπει να θεωρείται τετελεσμένο κι ως τετελεσμένο δεν μπορεί να είναι άπειρο, αλλά πεπερασμένο. Κάθε λοιπόν κατάσταση που θα είχε τον χαρακτήρα του γίγνεσθαι, θα ήταν φαινομενική κι αναληθής. Επειδή όμως κι εμείς βρισκόμαστε μέσ’τον κόσμο του φαινομενικού γίγνεσθαι, δεν μπορούμε εμπειρικά να διαπιστώσουμε αυτή την πραγματικότητα, αλλά μόνο μέσω του Ορθού Λόγου: ―Εφόσον μόνο το Είναι υπάρχει, το Μη-Είναι εξ’ορισμού δεν μπορεί να υπάρξει, γιατί αυτό είναι η αντίφαση γυμνή. (Δεν μπορεί να υπάρξει κάτι που δεν υπάρχει). ―Για να μπορούμε λοιπόν να κάνουμε συλλογισμούς, που δεν περιέχουν σφάλμα, πρέπει ν’αποκαθάρουμε τη λογική από κάθε περίπτωση που αναφαίνεται το Μη-Είναι. ―Γι’ αυτό, κάθε αντιφατικός συλλογισμός ο οποίος «Είναι-ΜηΌντας» περιέχει σφάλμα, το οποίο πρέπει ν’αποκαθάρεται κάθε φορά απ’το Μη-Είναι, περιέχοντας μόνο το Είναι. ―Επειδή μόνο το Είναι υπάρχει, ο κόσμος είναι πεπερασμένος, τετελεσμένος και κλειστός. Γι’αυτό το Είναι το Λέγειν και το Νοείν πρέπει να συμπίπτουν κι έτσι τίποτα δεν μπορεί να διαφύγει απ’τη σκέψη. Μπορούμε λοιπόν με βεβαιότητα απ’τα γνωστά, μέσω της λογικής, να φτάσουμε στ’άγνωστα, δηλαδή με τις αναλυτικές και συνθετικές συγκριτικές διεργασίες της λογικής, να έχουμε βέβαια συμπεράσματα. ―Αντίθετα απ’το δρόμο της αντιφατικότητας που είναι των φαινομένων, δε μπορεί κάποιος να έχει κανένα όφελος, γιατί γίνεται δίβουλος και βρίσκεται σε αμηχανία, αφού πρέπει να δεχτεί ότι το Υπάρχειν και το Μη-Υπάρχειν συμπίπτουν κι ότι για όλα υπάρχει κι αντίδρομος τρόπος να είναι. Επίσης πρέπει να δεχτεί ότι, οι συγκριτικές διαδικασίες, «Είναι και δεν Είναι» ακριβείς.
188
Κι ότι η ταυτότητα κάποιου πράγματος με τον εαυτό του, Είναι-ΜηΌντας. ―Αυτοί οι όροι δεν συνιστούν τον κόσμο της αλήθειας τον σταθερό κι αιώνιο, αλλά το φαινομενικό κόσμο, το θνητό, που συνεχώς αλλάζει. Αυτόν που στηρίζεται πάνω σε αντιφάσεις, οι οποίες δεν είναι αληθινές. ―Πρέπει λοιπόν να’ποκαθάρουμε αυτόν τον κόσμο από το ψέμα της αντιφατικότητας και να δεχτούμε ότι στις πηγές του κόσμου μας υπάρχουν δυο στοιχειώδη: το φως και το σκότος, που είναι αντίθετα μεταξύ τους, αλλά δεν αλληλοαποκλείονται έχοντας συμπληρωματικό χαρακτήρα. Αυτά μετά από σκληρή πάλη, δίνουν μορφή σ’ όλα τα φαινομενικά πράγματα του «φθαρτού μας κόσμου».
Τελειώνοντας την διευκρίνισή του ο Σαδής έπεσε σιωπή. Μετά από λίγο όμως, ένα μουρμουρητό άρχισε να έρπει, που έγινε οχληρό βουητό και τάραξε τη σιωπή, δείχνοντας πως υπήρχαν πολλές απόψεις και διαφωνίες στο θέμα αυτό. Ο επί της τάξης υπηρέτης μ’ένα νεύμα του Βόριδος χτύπησε ζωηρά το καμπανάκι επαναφέροντας στην τάξη τους συνδαιτυμόνες.
Όπου δίδεται ο λόγος στο σοφιστή Διονύσιο τον Ακραγαντίνο.
Πρώτος πήρε το λόγο ο Διονύσιος Ακραγαντίνος, γνωστός σοφιστής που είχε μαθητεύσει στον νεαρό τότε Πρωταγόρα. Αυτός αμέσως αντέτεινε ότι: «Το Είναι ως αφηρημένο κι αόριστο δεν μπορεί να υπάρξει». Δηλαδή το “Εόν” του Παρμενίδη (το Υπάρχον) ως τέτοιο και (καθαυτό), συμπίπτει με το “Μη-Υπάρχον” ή ακόμα με το Απόλυτο Μηδέν. ―Το Υπάρχον (το Είναι) πρέπει πάντα να είναι Κάτι-Συγκεκριμένο και τότε το «Μη-Είναι» μπορεί να υπάρχει ως Κάτι, που δεν είναι Αυτό που Ήταν εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή, αλλά κάποιο “Συγκεκριμένο Άλλο”, όμοιο ή αντίθετο. Όπως συμβαίνει με το “Είναι” ως Φως, όπου το “Μη-Είναι” σ’αυτή την περίσταση ως ουσία είναι το Σκότος, όντας Κάτι. Το “Μη-Είναι” λοιπόν ως απόλυτο δε μπορεί να υπάρχει, μπορεί όμως να υπάρχει όντας απλά “Κάτι Άλλο” αντίθετο ή όμοιο μ’αυτό που “Ήταν” και που τώρα έχει αλλάξει. Επίσης το “Είναι” ως “Εξελισσόμεμενο Συγκεκριμένο Κάτι”, μπορεί συνεχώς να είναι “Κάτι Άλλο”, όπως να “Είναι-ΜηΌντας” ο εαυτός του.
189
―Το Εόν, το υπάρχον του Παρμενίδη, μολονότι πρέπει να είναι τετελεσμένο και πεπερασμένο, πρέπει να είναι κι άπειρο. Αφού ως πεπερασμένο και συγκεκριμένο πρέπει να είναι Κάτι το οποίο υπάρχει πάντα μέσα σε Κάτι άλλο κι αυτό επ’άπειρο. Έτσι μπορεί κάθε συγκεκριμένο που είναι το Είναι, ν’αφήνει πάντα Κάτι έξω απ’αυτό, το οποίο μπορεί να είναι το Κενό, αφού μέσα του δέχεται Κάτι άλλο. Έτσι το Κενό, που γίνεται συγκεκριμένος χαρακτήρας του Μη-Είναι, αναδύεται ως Υπάρχον Άλλο. Από εκεί μπορεί να αναδύεται και το άπειρο ως αποτέλεσμα Ενός-Κάποιου-Πεπερασμένου-συγκεκριμένου και εν τω Γίγνεσθαι. Η σχέση λοιπόν Κενού και Πλήρους, μπορεί να γεννήσει κάποιο γίγνεσθαι, που θα ήταν η επ’άπειρον συνεχής ακολουθία μιας συγκεκριμένης διαφορικότητας. ―Για να μπορεί να υπάρχει η σχέση Κενού και Πλήρους, θα πρέπει να υπάρχουν έσχατα στοιχειώδη Πληρότητας και Κενού, που να μην μπορούν από κάποια στιγμή και μετά να τεμαχιστούν. Τ’άτμητα του πλήρους μπορούν να ονομαστούν Άτομα και θα πρέπει μαζί μ’αυτά, να υπάρχει πάντα το αντίστοιχο άτμητο στοιχειώδες του κενού, που να είναι έσχατο. (Όπως ισχυρίζονται οι Δημόκριτος και Λεύκιππος)». «Επειδή όμως η εμπειρία μας δείχνει ότι ο κόσμος αποτελείται από πολλά διαφορετικά πράγματα, για να υπάρχει η ποικιλία πρέπει να υπάρχουν βασικές ύλες, των οποίων τ’άτομα να συντίθενται συνιστώντας τον κόσμο. Αυτές θα μπορούσαν να είναι ο Αέρας, το Νερό, η Γη και ίσως άλλα άγνωστα, των οποίων τα στοιχειώδη μέσω της Φωτιάς και σε μεγάλες θερμοκρασίες, μετατρέπονται στον αιθέρα, ο οποίος είναι ένα πυρακτωμένο αέριο, όπου εκεί όλα είναι αναμεμιγμένα. Όταν αυτό το αέριο αρχίσει να ψύχεται, μετατρέπεται σε μια χλιαρή λάσπη κι ανάλογα με τις συνθήκες που θα επικρατήσουν απ’την έλξη κι άπωση, παίρνουν τα πάντα κι ανάλογη μορφή».
190
Έτσι ο Διονύσιος προσπάθησε να δείξει ότι μπορεί να υπάρξει Γίγνεσθαι κι ότι ο κόσμος δεν είναι κλειστό σύστημα, αλλα ανοικτό και άπειρο, αφού συνεχώς αλλάζει και άρα η Κίνηση υπάρχει.
Συνεχίζοντας λοιπόν είπε ότι: «το κινούμενο, δεν κινείται επειδή μια στιγμή είναι εδώ κι άλλη εκεί, αλλά γιατί “Είναι και Δεν Είναι” στην ίδια θέση την ίδια στιγμή· έτσι χαρακτήρισε την κίνηση ως αντίφαση. Γι’αυτό κάθε τι εξελισσόμενο στο χώρο και στο χρόνο, αλλάζει όντας εν δυνάμει άπειρο. Αλλάζοντας δε θα πει ότι περιέχει το “Μη-Ον”, αφού το “Μη-Είναι” σ’ αυτή την περίπτωση, είναι ή ήταν πάντα Κάτι (Άλλο). Μία “Ταυτότητα” λοιπόν που συνίσταται από άλλα έσχατα αναλλοίωτα, μπορεί να αλλάζει, όντας Αυτή αλλά συγχρόνως Άλλη. Με τον τρόπο αυτό η ταυτότητα δεν μπορεί παρά να αντιφάσκει».
Όπου ο Νέαρχος παρεμβαίνει κρίνοντας την άποψη του Διονυσίου.
Τη στιγμή ακριβώς αυτή πήρε το λόγο ο Νέαρχος, μολονότι πάντα περίμενε να μιλήσω κι εγώ, για νά’χει την εποπτεία όλου του διαλογικού γίγνεσθαι. Φαίνεται ότι οι απόψεις του Διονυσίου, διέγειραν τη διαλογική του διάθεση, αφού ο Νέαρχος είδε έναν ίσως μεγαλύτερο αντίπαλο από μένα, αλλά και την ευκαιρία να προλάβει τη δική μου απάντηση, για να είναι αυτός ο κύριος υποστηριχτής του Παρμενίδη.
―«Ο τρόπος ύπαρξης του απείρου που μας προτείνει ο Διονύσιος», είπε, «απέχει πολύ από το να είναι αληθινό άπειρο, είναι φαινομενικό. Οι όροι που οικοδομείται είναι σαθροί. Όπως έδειξε ο Δάσκαλος: το γίγνεσθαι που μπορεί να οργανωθεί απ’τους καθορισμένους όρους δύο αναλλοίωτων στοιχειωδών, όπως του φωτός και του σκότους, ακόμα κι αν προστεθούν κι άλλα στοιχειώδη, δημιουργώντας την ποικιλομορφία που θέλει ο ομιλητής μας, ως έσχατα θα είναι αναλλοίωτα συνιστώντας γίγνεσθαι φαινομενικό. Έτσι το σύστημα λειτουργίας τους θα πρέπει να είναι κλειστό-τετελεσμένο και πεπερασμένο.
191
Εκεί είναι αναγκαίο τα «παίγνια» που θα δημιουργηθούν να είναι προκαθορισμένα και προδιαγεγραμμένα. Ακόμα κι αν οι όροι του γίγνεσθαι αυτού εμπλουτιστούν δίνοντας περισσότερα παίγνια, αυτά δεν παύουν να είναι προδιαγεγραμμένα. Οι όποιοι προκαθορισμένοι όροι και τα όποια αναλλοίωτα στοιχειώδη στο υπόβαθρο αυτού του συστήματος δεν μπορεί παρά να οργανώνουν ένα προκαθορισμένο γίγνεσθαι. Οι όροι και τα όρια ενός τέτοιου γίγνεσθαι είναι ένα ζεύγος, που το ένα δε μπορεί χωρίς το άλλο. Αυτό το κλειστό σύστημα μπορεί να προϋποθέτει κάποιο άπειρο, αλλά αυτό το άπειρο, όντας μια άπειρη επανάληψη συνόλου ομοίων παιγνίων είναι φαινομενικό, αφού το γίγνεσθαι που προϋποθέτουν τ’απαραβίαστα προϋπάρχοντα στοιχειώδη Κενού και Πλήρους με όποια άλλη μορφή, είναι προδιαγεγραμμένο μη όντας αληθινό και άπειρο. ―Ο αγαπητός Ακραγαντίνος σοφός, μας προϊδεάζει ακόμα για ένα είδος γίγνεσθαι που μπορεί να γεννηθεί απ’τη συνεχή διαφορότητα των πραγμάτων. Όμως νομίζω πως κι αυτό το γίγνεσθαι δεν μπορεί να είναι αληθινό, γιατί η διαφορικότητα της ταυτότητας τέτοιων πραγμάτων, υπάρχει μέσα στα προκαθορισμένα όρια, που προδιαγράφονται απ’την ίδια τη σύσταση των αναλλοίωτων στοιχειωδών του κάθε πράγματος. Αυτό υποχρεώνει κάθε στιγμή που το Πράγμα λογίζεται ως θετικό και Ταυτό με τον Εαυτό του, να προϋποθέτει ανταπόκριση σε κλειστό και προδιαγεγραμμένο σύστημα. Η κάθε μεταβολή του πράγματος όμως, εξ’αιτίας της εξέλιξης του συστήματος που ανταποκρίνεται, έχοντας μια περιοδικότητα και όρια μετατροπής (λόγω της ίδιας της σύστασης της ταυτότητάς του από συγκεκριμένα αναλλοίωτα στοιχειώδη), επαναφέρει κάποια στιγμή πίσω την διάταξη των παλαιών παιγνίων. Έτσι, ούτε το άπειρο, ούτε το γίγνεσθαι μπορούν να είναι αληθινά, αλλά ούτε κι η ταυτότητα μπορεί να είναι αληθινά εξελισσόμενη, αφού ανάλογα με τη συνθετότητά της, υποτάσσεται στις ιδιότητες των στοιχειωδών που τη συνιστούν έχοντας έσχατο κι αναλλοίωτο χαρακτήρα».
192
Μετά τον θρίαμβο του Νέαρχου και την έκπληξη του Διονυσίου που δεν μπόρεσε να φανταστεί την αρνητική τροπή που θα έπαιρνε η συζήτηση εις βάρος του, αλλά κι ότι δε μπορούσε να δευτερολογήσει αμέσως στ’αποστομωτικά επιχειρήματα, ζήτησε να διατηρήσει το δικαίωμα της δευτερολογίας γι’αργότερα.
Ο Νέαρχος έκανε διακριτικό νεύμα κι ο Βόρις πρότεινε διακοπή της συζήτησης για να συνεχιστεί το συμπόσιο για αργότερα, αφού οι συνδαιτυμόνες θα είχαν συζητήσει μεταξύ τους τα επιχειρήματα και θα ήταν έτοιμοι για τη συνέχεια του συμποσίου χωρίς κενά.
Ο Νέαρχος σηκώθηκε και έκανε την καθιερωμένη βόλτα του στην αίθουσα. Κάποιοι τον συνέχαιραν κι άλλοι του έκαναν διευκρινιστικές ερωτήσεις, δίνοντάς του την ευκαιρία να ξετυλίξει ακόμα περισσότερο την σκέψη του, κάνοντάς του παρατηρήσεις οι οποίες φα-νέρωναν το πόσο συμφωνούν μαζί του.
Εγώ που ήμουν απασχολημένος με τον διπλανό μου δεν παρατήρησα πως είχε φτάσει κοντά μου, παρά μόνον όταν ο συζητητής μου με σκούντησε και σηκώθηκε να χαιρετίσει και να συγχαρεί το Νέαρχο, που ήδη στεκόταν πίσω μου. (Ένιωθα αμηχανία όταν οι ισχυροί μου έδειχναν εύνοια). Στην πρόθεσή μου να σηκωθώ, ο Νέαρχος έβαλε εγκάρδια το χέρι στην πλάτη και φεύγοντας, γύρισε απότομα και τόνισε ότι περιμένει μ’ανυπομονησία και τις δικές μου απόψεις.
Η αίθουσα είχε κάπως αναστατωθεί και δεν ήταν λίγοι αυτοί που είχαν πάει κοντά σε φίλους ν’ανταλλάξουν απόψεις, μα όσο συζητούσαν το θέμα, τόσο πιο μπλεγμένο φαινόταν ή πιο «κουμπωμένο» έτσι που δεν άφηνε περιθώριο για περαιτέρω συζήτηση.
193
Όπου μου δίδεται ο λόγος χωρίς να τον ζητήσω.
Θέλοντας-μη θέλοντας λοιπόν, ήλθε κι η δική μου ώρα να μιλήσω. Ένα πικρό χαμόγελο ανέβηκε στα χείλια μου, θυμήθηκα τις ατέλειωτες συζητήσεις και διαφωνίες με τον Δάσκαλο, ακόμα τους τρόπους που συνεχώς ανακάλυπτα για να μπορέσω να τον πείσω. Η συζήτηση λοιπόν όπως είχε διαμορφωθεί, δεν είχε τίποτα νέο για μένα. Το μόνο πρόβλημα ήταν, να κάνω τους ακροατές να μπουν μέσα στο ίδιο το πρόβλημα, αφού το έβλεπαν επιδερμικά. Έπρεπε να δουν, ότι ο κόσμος θα μπορούσε να είναι ορατός με τον τρόπο που νόμιζαν ο Παρμενίδης, ο Διονύσιος ή ο Νέαρχος, αλλά ότι θα μπορούσε να είναι κι αλλιώς. Έπρεπε να κατανοήσουν ότι το “αλλιώς” αυτό μπορεί να υπάρχει μαζί με αυτό το οποίο νομίζουν αυτοί λογικό. Έπρεπε να καταλάβουν ότι η Φύση είναι πολύ πιο δημοκρατική από ότι είμαστε εμείς, αφού για κάποιο ερώτημα είναι φορές που μπορεί να έχει δύο ή περισσότερες απαντήσεις ακόμα κι αντίθετές.
Όταν προχώρησα για το βήμα του ομιλητή, ένας ψίθυρος με ακολούθησε. Αυτός ο ψίθυρος μολονότι σύρετο ομοιόμορφα μπορούσες να διακρίνεις πως υπήρχε μέσα του η συμπάθεια, αλλά κι η έντονη αντιπάθεια. Μπήκα λοιπόν αμέσως στο θέμα. Τόνισα πως δεν διαφωνώ με καμιά άποψη απ’αυτές που ακούσαμε και ότι σ’αυτές θα προσθέσω ακόμα άλλη μια, που ενώ φαίνεται ότι αναιρεί τις άλλες, εγώ νομίζω ότι τις ολοκληρώνει. Εκεί το μόνο που θα πρέπει να προσέξουμε, είναι ο τρόπος με τον οποίον προσεγγίζουμε κόσμο, αφού θα πρέπει να δεχτούμε ότι μπορεί να είναι πιο πολύπλοκος και πολυδιάστατος απ’ότι νομίζουμε. ―Απ’τις συζητήσεις που έγιναν, συνάγω πως η ως τώρα προσέγγιση έγινε με δυο τρόπους, οι οποίοι τελικά, μετά την πρόταση του άρχοντα Νεάρχου, φαίνεται να συνθέτουν έναν και μοναδικό τρόπο, που θα μπορούσε να ονομαστεί «δυναμικός ορθολογισμός». Εκεί ο ορθολογισμός υπερβαίνει την αδυναμία της στατικότητας της ταυτότητας και την αντιμετωπίζει εν εξελίξει, έστω και φαινομενικά.
194
Παρακαλώ αν κάποιος έχει κάποια αντίρρηση σ’ αυτό που ισχυρίζομαι ας μιλήσει τώρα, γιατί στην εξέλιξη της συζήτησης μπαίνουμε σε άλλες προσεγγίσεις και θα είναι πάρα πολύ δύσκολο να επιστρέψουμε. (Το κόλπο αυτό χρησιμοποιούσα πολύ συχνά, για να έχω όλη την προσοχή των ακροατών και να γλιτώνω μια κι έξω απ’αυτούς που είναι δύσκολο να παρακολουθήσουν την συζήτηση περαιτέρω).
Ανεβάζοντας την ένταση της φωνής μου, για να αφυπνίσω το ακροατήριο, τόνισα ότι σ’αυτή τη συζήτησή εγώ θα μπω αντίθετα, θα ξεκινήσω από κει που οι άλλοι ομιλητές έχουν καταλήξει, δηλαδή την κίνηση και το γίγνεσθαι: Αυτό που θεωρούμε πολύ φυσικό, γιατί όλοι έχουμε την εμπειρία του και το θεωρούμε δεδομένο, είναι η κίνηση· η κίνηση όμως είναι κάτι πολύ σύνθετο και δύσκολο να αναλυθεί και να γίνει σε βάθος κατανοητό. Μάλιστα ο λεγόμενος Ορθός Λόγος, είναι αδύνατον να προσεγγίσει την κίνηση και τους όρους της, όπως γίνονται αντιληπτά στην καθημερινότητα μας. ―Οι βασικοί όροι της κίνησης όπως την αντιλαμβανόμαστε στην καθημερινότητά μας είναι: η ταυτότητα του αντικειμένου που κινείται, ο χώρος πάνω στον οποίο κινείται το κινούμενο και ο χρόνος κίνησής του. (Βέβαια υπάρχει κι η δύναμη, που ασκείται πάνω στο κινούμενο από κάποιο άλλο αντικείμενο, όμως εμείς θ’αφαιρέσουμε αυτόν παράγοντα, αφού δεν είναι τώρα αναγκαίος για να δούμε πως αντιλαμβανόμαστε αυτό που λέγεται κίνηση). Τονίζω λοιπόν ότι εδώ μιλάμε ουσιαστικά για μετακίνηση κάποιου αντικειμένου σε χώρο και χρόνο.
195
Α. Ας υποθέσουμε ότι ένα βέλος εκτοξεύεται προς το στόχο. Για να φτάσει στο στόχο, πρώτα πρέπει να φτάσει στο μισό της διαδρομής από το τόξο στο στόχο,
όμως ακόμα πιο πριν, πρέπει να φτάσει στο μισό του μισού και πριν στο μισό του μισού του μισού κι αυτό επ’άπειρον. Ορθολογικά λοιπόν το βέλος «ἔστηκεν» σταμάτησε.
Β. Ας υποθέσουμε ότι ένα βέλος εκτοξεύεται προς το στόχο. Για να φτάσει στο στόχο, πρώτα πρέπει να φτάσει στο μισό της διαδρομής απ’το τόξο στο στόχο, μετά στο μισό του υπολοίπου της διαδρομής κι αυτό απ’ άπειρον. Το βέλος δεν φτάνει ποτέ στο στόχο.
Γ. Ο ταχύτατος Αχιλλεύς τρέχει να προλάβει μια χελώνα. Ο Αχιλλεύς πλησιάζει τη χελώνα, αλλά αυτή πάντα έχει πάει λίγο πιο κει κι αυτό επ’ άπειρον. Ο Αχιλλεύς πλησιάζει συνεχώς τη χελώνα, μα ποτέ δεν την φτάνει.
Δ. Σ’ένα στάδιο υπάρχουν δυο σώματα, το ένα στο σημείο εκκίνησης και τ’άλλο, στο μέσον της διαδρομής προς το τέλος. Ακολουθώντας την πορεία της τομής της διαδρομής στη μέση απ’άπειρον, μολονότι τα σώματα έχουν την ίδια ταχύτητα κι ενώ έχουν να διανύσουν διπλάσια διαδρομή το ένα απ’το άλλο, τείνουν να φτάσουν σχεδόν συγχρόνως στο τέρμα. Λέω τείνουν να φτάσουν, αφού πάντα υπάρχει μια απειρελάχιστη διαφορά μεταξύ τους, που τείνει να μηδενιστεί αλλά ποτέ δεν μηδενίζεται. Και ενώ η απόσταση μεταξύ των δυο σωμάτων ήταν μισό στάδιο έχει μηδενιστεί και το ένα σπρώχνει το άλλο προς το τέρμα.
Ε. Ένα σώμα κινείται από το σημείο εκκίνησης προς το τέρμα. Αν υπολογίσουμε την διαδρομή του από την αρχή του σώματος σε σχέση με το σημείο του τέρμα-τος, και συγχρόνως υπολογίζουμε τη διαδρομή του, απ’το τέλος του σώματος σε σχέση με το σημείο του τέρματος κι ακολουθώντας πάλι κατά την πορεία την τμήση της στη μέση, τότε τείνοντας το σώμα να αγγίξει το σημείο του τέρματος, πρέπει τα δυο σημεία, (της αρχής και του τέλους του σώματος), να τείνουν να συμπέσουν και το μήκος του σώματος, να μικραίνει προς το μέρος της κίνησης, τείνοντας προς το μηδέν, ενώ το φάρδος του λόγω της συμπίεσης να διαστέλλεται τείνοντας για το άπειρο.
196
―Είναι φανερό ότι στην ίδια τη ζωή αυτό δε συμβαίνει· συμβαίνει όμως στη σκέψη μας, όταν δεχόμαστε ότι οι ορθολογικοί όροι της κίνησης, τους οποίους καθημερινά χρησιμοποιούμε, έχουν απόλυτη αξία, είναι απαράβατοι κι εκφράζουν απόλυτα την πραγματικότητα. Πρέπει λοιπόν ν’αναρωτηθούμε αν ακόμα κι η πραγματικότητα είναι έτσι όπως την αντιλαμβανόμαστε. Απ’τα παραδείγματα παραδοξότητας της κίνησης που ανέφερα, συνάγεται ότι: «το κινούμενο δεν κινείται ούτ’εκεί που βρίσκεται ούτ’εκεί που δε βρίσκεται».
Επειδή είχαν ήδη δημιουργηθεί πάρα πολλά ερωτήματα, ο Νέαρχος έκανε ένα νεύμα στον Βόριδα κι αυτός πρότεινε μια μικρή διακοπή για να συγκροτηθούν οι συνδαιτυμόνες και να κάνουν διευκρινιστικές ερωτήσεις, ώστε να μπορέσει να συνεχιστεί αυτή η δύσκολη συζήτηση.
Τότε άρχισαν συζητήσεις που πολλές φορές ακούγονταν σαν εριστικές ή από κάποιους πειραχτικές, αφού ακούγονταν ακόμα και γέλια κοροϊδευτικά. Ο επί της τάξης υπηρέτης χτυπούσε που και που το κουδούνι για να επαναφέρει την τάξη, αλλά οι ακροατές δεν άκουγαν και η κατάσταση αυτή συνεχιζόταν.
Όπου ο Διογένης ο Ταραντίνος παίρνει τον λόγο για διευκρινίσεις αλλά ο Σαδής παρεμβαίνει.
Κάποια στιγμή ο Βόρις έδωσε εντολή ν’αρχίσουν οι ερωτήσεις και πρώτος πήρε τον λόγο κάποιος λαϊκός διανοητής, ο Διογένης απ’τον Τάραντα. Αυτός χρόνια τώρα είχε εγκατασταθεί στην Ελέα, αφού όπως έλεγε δεν άντεχε το αντιδημοκρατικό και αυταρχικό κλίμα που επικρατούσε στον Τάραντα.
Αφού σηκώθηκε απ’τη θέση του κι έκανε εμφατικά και «ιεροτελεστικά» μερικά βήματα είπε, τονίζοντας τα λόγια του: «Ιδού κινούμαι» και συμπλήρωσε ότι «υπάρχουν πράγματα που απλώς “Είναι” και δεν χρειάζονται καμιά δικαιολογία». Τότε ένα μεγάλο μέρος του κοινού ξέσπασε στα γέλια, μάλιστα κάποιοι εξακόντιζαν και απαξιωτικά πειράγματα εναντίον μου.
197
Αμέσως ο Βόρις έκανε νεύμα να χτυπήσει το σήμαντρο και να γίνει ησυχία, όπως κι έγινε. Επέπληξε αυτή τη συμπεριφορά, αφού η θέση μου, όπως τόνισε, μολονότι παράδοξη, είναι ιδεολογική που πρέπει να έχει διαλογική απάντηση. Κι εγώ που μου άρεσαν οι αντεγκλήσεις, βρήκα ευκαιρία να παρατηρήσω με τη ρήση του Ηράκλειτου: «οι σκύλοι γαβγίζουν αυτούς που δε γνωρίζουν», κάτι που θα έριχνε λάδι στη φωτιά, αλλά η αυστηρότητα του εξάρχοντα δεν άφηνε περιθώρια.
Ο εξάρχων πρότεινε να γίνουν ερωτήσεις, τότε έπεσε σιωπή γιατί κανείς δεν είχε οργανώσει τη σκέψη του για κάποια ερώτηση. Αμέσως πήρε τον λόγο ο Σαδής κι αφού έκανε μια περιληπτική αναδρομή των λεγομένων μου, τόνισε ότι: «αν αποτανθούμε στα πράγματα ως αναλλοίωτες ταυτότητες, χρησιμοποιώντας την λογική του Παρμενίδη, όπου η κίνηση αληθινά είναι αδύνατη στον καθαρό πυρήνα του Είναι, αλλά φαινομενική στα πράγματα και στις επιμέρους καταστάσεις, δεν υπάρχει ασυμφωνία στη σκέψη του Ζήνωνα και του Παρμενίδη. Δηλαδή τα ίδια τα πράγματα κινούνται, επειδή κινούνται τα στοιχειώδη που τα συνιστούν κι έτσι αυτή είναι κίνηση στοιχειωδών τα οποία μπορούν να είναι κι αναλλοίωτα. Γι’αυτό η αληθινή κίνηση «μετατίθεται» στην ενότητα του Όλου. Εκεί σύμφωνα με τον Παρμενίδη, επειδή υπάρχει μόνο το Εόν (το υπάρχον), που περιέχει τα πάντα, Κενό δεν υπάρχει ώστε κίνηση δεν υπάρχει πραγματικά. Τα στοιχειώδη του Εόντος (του υπάρχοντος), δηλαδή το Φως και το Σκότος, που σύμφωνα με τον Παρμενίδη συνιστούν τον κόσμο, όντας (κατ’αυτόν) απόλυτα ίσα μεταξύ τους, δεν αφήνουν περιθώριο υπεροχής του ενός επί του άλλου και γι’αυτό δεν αφήνουν κενό χώρο. Επίσης, επειδή κατ’ αυτόν μόνο το Είναι υπάρχει, ενώ το Μη-Είναι δεν μπορεί να υπάρξει, δεν υπάρχει περιθώριο να γεννηθεί αληθινή κίνηση ή γίγνεσθαι.
198
Η διαφωνία Ζήνωνα και Παρμενίδη, τόνισε ο Σαδής, αρχίζει να εγείρεται στο ότι τα στοιχειώδη του Παρμενίδη δεν αντιφάσκουν και είναι εξ ορισμού χωρίς κενό αγγίζοντας μεταξύ τους, ενώ τα στοιχειώδη του Ζήνωνα τείνουν να φτάσουν το ένα στο άλλο, αλλά η τομή του ημίσεος της διαδρομής είναι απείρου διαρκείας. Εδώ χωρίς να το λέει, μας προϊδεάζει ότι υπάρχει κάποιο κενό μεταξύ τους, που ενώ μικραίνει επ’ άπειρον είναι πάντα υπαρκτό. Γιατί το άπειρο είναι μη περατό κι έτσι φαίνεται ότι το κινούμενο δεν θα μπορέσει ποτέ να φτάσει στον προορισμό του. Θα τολμήσω όμως κι εγώ να τονίσω, ότι η έλλειψη κενού ανάμεσα στα στοιχειώδη που συνιστούν το Υπάρχον, που θεωρείται πεπερασμένο και τετελεσμένο, δε μπορεί παρά ν’αφήνει περιθώριο ύπαρξης κενού εκτός του υπάρχοντος ή την «ύπαρξη» κάποιου Δημιουργού εκτός του συστήματος. Η ύπαρξη Δημιουργού αδυνατίζει λογικά το έργο, αλλά δίνει και μια τελική λύση κοινώς αποδεκτή. Θέτω αυτήν την επισήμανση, προς το παρόν αντί για ερώτημα, και περιμένω από τον Ζήνωνα να εκτιμήσει το κατά πόσον νομίζει ότι έχω αντιληφθεί την άποψή του περί κίνησης, ταυτότητας και κενού, για να μπορέσει να προχωρήσει απρόσκοπτα αυτή η συζήτηση».
Απάντησα στο Σαδή ότι είχε πιάσει επιδερμικά το θέμα και αν είχε υπομονή αυτός και το ακροατήριο θα το ανέλυα αμέσως: «Το θέμα της κίνησης είναι ίσως το βασικό, όπως αντελήφθει κι ο αγαπητός Σαδής που σπάνια λαθεύει στις επισημάνσεις του. Όμως, όπως κι οι προηγούμενοι ομιλητές, δεν αντελήφθει την έννοια της κίνησης όπως την αντιλαμβάνομαι εγώ, γιατί απλώς δεν την έχω περιγράψει. Όλα όσα είπα πριν ήταν η προετοιμασία γι’αυτή την περιγραφή. Είναι η νοητική διέγερση-αφύπνιση ενάντια στον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε την κίνηση των πραγμάτων σήμερα.
199
―Ο Σαδής παρατήρησε πως δείχνω τα πράγματα να μην κινούνται αληθινά, αλλά φαινομενικά, ενώ ο Διογένης κατάλαβε πως το γέρας που επιδιώκω είναι ακόμα πιο παράδοξο. Εγώ θα πω ότι τα πράγματα δεν μετακινούνται, (τονίζοντας το Μετά), όχι απλά επειδή δεν υπάρχει κίνηση, αλλά επειδή δεν υπάρχει ούτε το κινούμενο, έτσι όπως το δεχόμαστε για να μπορεί Αυτό να κινηθεί, αλλά ούτε ο χώρος πάνω στον οποίον θα κινηθεί, ούτε κι ο χρόνος μπορεί να υπάρξει έτσι όπως τα νομίζουμε. Η κίνηση δηλαδή υπάρχει, αλλά δεν γίνεται όπως την αντιλαμβανόμαστε ως «κάτι μέσ’τον χώρο και κατά την διάρκεια του χρόνου». Η κίνηση πραγματοποιείται μέσ’το κινούμενο ως Γίγνεσθαι. ―Για να γίνει αυτό αντιληπτό, πρέπει να οριστεί ο τρόπος που θα μπορούσε να υπάρχει η ταυτότητα του πράγματος με τον εαυτό του: Όταν λέω ότι το «κινούμενο δεν κινείται, ούτε εκεί που βρίσκεται, ούτε εκεί που δεν βρίσκεται», εννοώ πως η κίνηση είναι το γίγνεσθαι, όπως εκδηλώνεται μέσ’το ίδιο το κινούμενο. Το κινούμενο που κινείται μέσ’τον εαυτό του. Για να δοθεί λογική απάντηση σ’αυτή την πρόταση, πρέπει να λάβουμε υπ’όψιν τις προτάσεις του Ηράκλειτου, όχι όμως με τον τρόπο που τις παρουσίασε ο Διονύσιος. Βέβαια ο Ηράκλειτος πρότεινε ότι «αυτό που αλλάζει συμφωνεί με τον εαυτό του», όμως μας έδειξε και το πως η αλλαγή αυτή είναι δυνατή. Πρέπει λοιπόν να θυμίσω και κάποιες άλλες προτάσεις του Ηράκλειτου, για να έχουμε μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα της άποψής του: «στον ίδιο ποταμό μπαίνουμε και δεν μπαίνουμε, είμαστε και δεν είμαστε»― «την ίδια ουσία δεν ξαναγγίζουμε, γιατί όλ’αλλάζουν βίαια και γρήγορα, αναχωρούν-επιστρέφοντας σκορπάνε-μα-ζεύοντας, καταλύονται-συντιθέμενα, συγχρόνως, Είναι-ΜηΌντας». Ακόμα, ο Ηράκλειτος προϊδεάζει για το πως μπορεί η κίνηση είναι δυνατή ως γεγονός καταλυτικο-συνθετικό, λέγοντας ότι: « η ευθύγραμμη πορεία στον τόρνο είναι αποτέλεσμα περιστροφής».
200
―Έτσι έχουμε προτάσεις που μπορούμε να πατήσουμε και να οργανώσουμε τον τρόπο που θα μπορούσε η Κίνηση να είναι το Γίγνεσθαι και η Ουσία: Εδώ τα πράγματα δεν αντιμετωπίζονται ως πράγματα, αλλά ως εύπλαστα γεγονότα των οποίων η ταυτότητα αλλάζει γρήγορα και βίαια και καταλύεται-συντιθέμενη, όντας εν τω γίγνεσθαι. Όμως προηγουμένως, πρέπει να προ-τείνω τον τρόπο που αυτό είναι λογικά δυνατό, για να δικαιολογηθεί, πως τα πράγματα, σύμφωνα με τα παράδοξα που πρότεινα, είναι παράλογο να κινηθούν αυτά τα ίδια.
―Σύμφωνα με τα παράδοξα της κίνησης που ανέφερα, θα πρέπει να δεχτούμε ή ότι τα πράγματα είναι ταυτά με τον εαυτό τους κι έτσι δεν μπορούν να κινούνται αληθινά ή ότι κίνηση είναι το αποτέλεσμα της καταλυτικής-σύνθεσης, δηλαδή έχουν αντιφατική φύση και δεν είναι πράγματα, αλλά γεγονότα εν εξελίξει, όντας συνεχώς Άλλα-Αλλού.
―Ξεκινάμε απ’το απλό παράδειγμα του Ηράκλειτου ότι: «στον ίδιο ποταμό μπαίνουμε και δε μπαίνουμε, είμαστε και δεν είμαστε». Δηλαδή καί ο ποταμός αλλάζει, καί εμείς που μπαίνουμε μέσα του. Ο ποταμός αλλάζει γιατί συνεχώς άλλα νερά τρέχουν στην κοίτη του. Τα νερά αυτά καταλήγουν στη θάλασσα εξατμίζονται από τη ζέστη του Ήλιου, γίνονται σύννεφα, βρέχει και τροφοδοτείται πάλι ο ποταμός με νερά. Αυτό είναι κάτι που όλοι θεωρούν φυσικό· για τα συμπαγή σώματα όμως που ο Ηράκλειτος λέει ότι καί αυτά «αλλάζουν γρήγορα και βίαια, καταλύονται-συντιθέμενα» τι μπορεί λογικά να συμβαίνει; ―΄Οπως υπάρχουν οι ακτίνες του ηλίου, τις οποίες ο Εμπεδοκλής θεωρεί ότι “είναι υλικά σωματίδια και ταξιδεύουν απ’τον ήλιο προς τη γη”, έτσι πρέπει να υπάρχει κάτι που μοιάζει με το Πυρ του Ηράκλειτου ή τον Αιθέρα των Μιλησίων, που παίζει τον ρόλο κινουμένων στοιχειωδών, που συνιστούν-καταλύοντας τα γεγονότα περνώντας από μέσα τους.
201
―Έτσι τα γεγονότα δέχονται-εκπέμποντας αυτά τα στοιχειώδη απ’το σύμπαν και προς το σύμπαν, και θα ήταν αναγκαίο αν το σύμπαν είναι κλειστό, να επιστρέφουν στο γεγονός επαληθεύοντάς το στην ίδια θέση πάντα. Επειδή όμως το σύμπαν είναι ανοικτό και γι’ αυτό υπάρχει αληθινό γίγνεσθαι, τα στοιχειώδη που επαληθεύουν το γεγονός σε μια θέση, δεν το επαληθεύουν απόλυτα αλλά το επαληθεύουν-διαψεύδοντάς το συγχρόνως. Δηλαδή το επαληθεύουν λίγο πιο κει και λίγο διαφορετικό και γι’αυτό το γεγονός κινείται ευρισκόμενο σιγά-σιγά σε άλλη θέση. (Αυτά τα στοιχειώδη επιστρέφοντας από το σύμπαν, αγγίζουν το γεγονός όχι απόλυτα, αλλά σε μια σταδιακή κλίμακα διαφορετικής επαλήθευσης-διάψευσης). Έτσι αυτό το γεγονός καταλύεται-συντιθέμενο όντας συνεχώς ως Άλλο-Αλλού. Μέσω λοιπόν αυτής της καταλυτικής-συνθετότητάς του, που κι είναι η εσωτερική του κίνηση, μετακινείται κι εξωτερικά όντας Αυτό, Άλλο-Αλλού. Έτσι η ευθεία μετακίνηση του πράγματος (γεγονότος), είναι αποτέλεσμα της καμπύλης πορείας των στοιχειωδών που φεύγουν-επιστρέφοντας (στο σύμπαν κι απ’το σύμπαν), κάνοντας και το γεγονός πλέον ν’ αλλάζει, αφού κάθε κινούμενο στοιχειώδες κατά την αναχώρηση-επιστροφή του στο σύμπαν, έχει κι αυτό σχετικά αλλάξει απ’τις αλληλεπιδράσεις τις διαδρομής του. Εδώ πρέπει να σταματήσω για να γίνει κάποια διευκρινιστική συζήτηση στις προτάσεις μου.
Ο Βόρις παραδέχτηκε ότι θα ήταν καλύτερα, να γίνουν σ’αυτή την κρίσιμη καμπή της συζήτησης ερωτήσεις ή ακόμα κι ευρύτερη διαπραγμάτευση του θέματος. Προηγουμένως όμως αποφάσισε να γίνει μια μικρή διακοπή, να συζητήσουν οι συνδαιτυμόνες το θέμα μεταξύ τους και να μπορέσουν να έχουν καλύτερη εικόνα.
Ο Νέαρχος, ο Σαδής κι ο Βόρις μαζεύτηκαν παράμερα και συζητούσαν χαμηλόφωνα σαν συνωμοτικά, ανταλλάσσοντας απόψεις. Ο Σαδής έδειχνε μάλλον να συμφωνεί μαζί μου με τρόπο περισσότερο από ενθουσιώδη, αλλά επειδή μακρηγορούσε, ο Βόρις τον διέκοψε με τη δικαιολογία ότι δεν προσέφερε τίποτα το νέο στη διαπραγμάτευση.
202
Μετά πήρε το λόγο ο Διογένης και τόνισε πως «αυτή η συζήτηση έχει έντονο τον χαρακτήρα της σοφιστικής, όπου ο λόγος ξεφεύγει από τα όρια της πραγματικότητας, όπως θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή απ’τις καθημερινές δραστηριότητες κι απ’την κοινή λογική, που είναι το ανθρώπινο μέτρο και το βάθρο της δημοκρατίας». Και συνεχίζοντας αναρωτήθηκε «πως, ένας δημοκράτης σαν εμένα, μπορεί να περιφρονεί την κοινή λογική και τις αντιλήψεις της καθημερινής εμπειρίας που είναι απτές και πάνω τους στηρίζεται η κοινωνική πρόοδος και οι χρηστές κοινωνικές σχέσεις»; Επειδή ο Διογένης μετέφερε τη συζήτηση έντεχνα προς το πολιτικό ζήτημα, που μπορεί να μην ήταν τόσο έντονο στην κοινωνία της Ελέας, αλλά το συζητούσαν στην αγορά κάποιοι ακραίοι δημοκρατικοί κύκλοι, ο Βόρις τον διέκοψε με τη δικαιολογία, ότι είχε φύγει από το θέμα. Ο Βόρις επανατοποθέτησε τον τρόπο που έπρεπε να συνεχιστεί ο διάλογος, ότι δηλαδή τα επιχειρήματα πρέπει να αφορούν το ίδιο το θέμα και όχι να το αμφισβητούν εκ βάθρων, γιατί έτσι αμφισβητείται όλο το σκεπτικό του ίδιου του συμποσίου. Τα συμπόσια είπε γίνονται ακριβώς για να διερευνούνται λογικά όλες οι απόψεις κι η πολεμική του διαλόγου δεν πρέπει να ξεφεύγει απ’αυτά τα όρια.
Τότε παρενέβη ο Νέαρχος, υποστηρίζοντας πως η πολεμική του Διογένη ήταν διαλογική, που μπορεί να φαίνεται ότι ξεφεύγει απ’τα διαλογικά όρια, αλλά δεν ξεφεύγει απ’την ουσία του διαλέγεσθαι, αφού τα πάντα έχουν σκοπό τον πολιτισμό και τις αγαθές κοινωνικές σχέσεις και συνέχισε: η ένσταση του Διογένη ήταν λογικής φύσης, αλλά την ίδια στιγμή μια πολιτική πρόταση. «Αυτό δεν είναι κακό, ίσως είναι κι ο τελικός σκοπός. Η διαφωνία μου με τον Διογένη βρίσκεται στον τρόπο της διαπραγμάτευσης και στον τόνο της συζήτησης. Οι προσωπικές μομφές είναι περιττές και δεν βοηθούν στην απρόσκοπτη διαδικασία του διαλόγου».
203
―«Εγώ» συνέχισε ο Νέαρχος, «βρίσκω πολύ ενδιαφέρουσα την Ηρακλειτική πρόταση για την αναχώρηση στοιχειωδών στο σύμπαν και επιστροφή τους στη θέση, όπου κάποιο γεγονός συνίσταται-καταλυόμενο. Όμως νομίζω πως γυρίζουμε πάλι στο κλειστό σύστημα, αφού ακόμα κι αν τα στοιχειώδη αυτά δεν είναι έσχατα, αλλά αποτελούνται καί αυτά από άλλα μικρότερα, κάθε συγκεκριμένη φορά δεν μπορεί παρά να χρησιμοποιούμε στους συλλογισμούς μας τον Ορθό Λόγο που πατά μόνο στο Είναι. Εδώ η αντιφατική σκέψη χωρίς να είναι αναγκαία, το μόνο που μπορεί να προσφέρει είναι διανοητική σύγχυση, όπως είχε τονίσει κι ο Δάσκαλος. Ο κόσμος μας είναι γεμάτος μεταβλητές και συγκεχυμένες καταστάσεις κι εμείς σ’αυτόν τον κόσμο του σκότους δεν πρέπει να προτάσσουμε τη σύγχυση και το σκότος, αλλά το φως και την τάξη. Η επιστήμη κι ο πολιτισμός ως τώρα είναι αποτέλεσμα του τρόπου σκέψης, που συνειδητά πρότεινε πρώτος ο Παρμενίδης».
Μολονότι ο Νέαρχος μίλησε μέσ’τα όρια της διαλογικής ευπρέπειας, είχε ένα ύφος υπεροπτικό και διεκρίνετο ένα χαμόγελο ειρωνείας. Ήταν βέβαιος πως αν κατάφερνε να οδηγήσει εκεί τον διάλογο με είχε στο χέρι.
―«Δεν αμφέβαλλα καθόλου», απάντησα, «για το πόσο σωστή είναι η παρατήρηση του Άρχοντα, που δείχνει πως δεν ξεχνά ποτέ και το μεγάλο καθήκον του, αυτό της δημοκρατικής διακυβέρνησης της πόλης. Όμως αυτό που ονομάζουμε πρόοδο και πολιτισμό, δεν το πετύχαμε γιατί σταθήκαμε μόνον στην όποια στιγμή επιτυχίας μας. Αλλά μάλλον είναι αποτέλεσμα της τάσης μας ν’αναζητούμε μη θεωρώντας καμιά απάντηση, ακόμα και την επιβεβαιωμένα σωστή και τελική χωρίς την ανάγκη περαιτέρω διερεύνησης. Πιστεύω λοιπόν ότι καί αυτός, ο τόσο θαυμάσιος οδηγός της νόησης και της επιστήμης, ο Ορθολογισμός, έχει τα σκοτεινά του σημεία, που αναδύονται απ’τη μεγάλη βεβαιότητα του άπλετου φωτός του.
204
Η πόλη μας έχει εξαίρετους τεχνίτες, εμπόρους και καλλιτέχνες, ακόμα έχει εξαίρετη διοίκηση και οι πολίτες που δεν υπολείπονται γενναιότητας όταν πρόκειται για τα τείχη της πόλης. Αναρωτιέμαι λοιπόν, τι είμαι τέλος πάντων εγώ; ―Εγώ είμαι το ξυπνητήρι απ΄τον ύπνο της βεβαιότητας. Όλες οι βεβαιότητες που ωθούν τη σκέψη και την επιστήμη, μολονότι είναι η βάση του πολιτισμού, μπορεί συγχρόνως να έχουν και αρνητικό αποτέλεσμα. Εγώ λοιπόν έχω θέσει στον εαυτό μου το καθήκον να επισημαίνω και ν’αναδεικνύω το μέτρο τους, το οποίο αν ξεπεραστεί, αυτές μετατρέπονται σε αρνητικές. Όμως προηγουμένως οφείλω μιαν απάντηση στην επισήμανση του Νεάρχου για την υποτιθέμενη φαινομενικότητα του γίγνεσθαι, ακόμα και στην Ηρακλειτική σκέψη.
Βέβαια ο τρόπος που έθεσε το θέμα, δε σηκώνει καμιάν αντίρρηση. Όμως δεν είχα ολοκληρώσει την πρότασή μου περί στοιχειωδών, περί ενός και πολλών, μηδενός και απείρου ώστε να είναι σαφής.
―Κάθε τι που θεωρούμε μονάδα, γνωρίζουμε εκ πείρας ότι χωρίζεται σε μέρη. Αν αυτός ο τεμαχισμός οδηγεί σε έσχατα αναλλοίωτα στοιχειώδη που τότε θα πρέπει να είναι πεπερασμένου αριθμού, αλλά και στον ίδιο αριθμό κενών μεταξύ τους, συνιστώντας κλειστό σύστημα συγκεκριμένων όρων κι ορίων. Αυτό λειουργώντας από μια στιγμή και μετά θα επαναλαμβάνει τον τετελεσμένο εαυτό του και τότε θα έχουμε φαινομενικό γίγνεσθαι. Όταν αυτά τα έσχατα μπορούν μόνο να Είναι, ο ορθολογισμός επαρκεί. ―Υπάρχει όμως εδώ μια αντινομία: ο ορθολογισμός μπορεί ν’ασχολείται μόνο με κάποιο γίγνεσθαι, που εκ των προτέρων θεωρεί φαινομενικό και άρα όχι αληθινό. Όταν λοιπόν ο ίδιος ο ορθολογισμός πραγματεύεται την ουσία του Εόντος, σε κάθε του βήμα αντινομεί. Αλλά αυτό θα διερευνήσουμε αργότερα, τώρα ας ορίσουμε τον τρόπο που το γίγνεσθαι μπορεί να είναι αληθινό.
205
―Προτείνω λοιπόν την άποψη ότι τεμαχίζοντας κάτι, δεν καταλήγουμε τελικά σε άτμητα (δημοκρίτεια άτομα), δηλαδή έσχατα αναλλοίωτα στοιχειώδη, αλλά ού-τε τα περιθώρια του κενού μεταξύ των τεμαχίων είναι τέτοια. Νομίζω ότι κατά τον τεμαχισμό, τείνοντας τα τμήματα προς το Μηδέν, τείνουν την ίδια στιγμή προς το Άπειρο. Με τον τρόπο αυτό, τα “έσχατα” στοιχειώ-δη που δημιουργούνται, είναι συγχρόνως μηδενικού κι απείρου μεγέθους και έχουντας αντιφατική φύση, συνι-στούν άπειρο κόσμο και άρα ανοικτό-αληθινό γίγνεσ-θαι. Ακόμα βλέπουμε ότι ένα συγκεκριμένο πεπερα-σμένο σώμα το οποίο τεμαχίζεται, τείνοντας σε τμή-ματα μεγέθους Μηδενικού, αφού αυτή η διαδικασία τμήσης είναι ατελείωτη, περιέχει μέσα του το Άπειρο. Δηλαδή είναι συγχρόνως μηδενικό και άπειρο, συνισ-τώντας την έννοια ενός αντιφατικού στοιχειώδους. ―Σύμφωνα με την άποψη του Παρμενίδη, ο κόσμος είναι σύστημα κλειστό και άρα πεπερασμένο τετελε-σμένο και απόλυτα σφαιρικό. Έτσι όταν ξεκινήσει κάτι από κάποιο σημείο, κινούμενο ευθύγραμμα και ομαλά, κάποια στιγμή θα επιστρέψει στη θέση που ξεκίνησε. Αυτό είναι μια από τις αντινομίες του ορθολογισμού, που για να λειτουργήσει απρόσκοπτα θέλει σύστημα κλειστό, πεπερασμένο, το όποιο ως πρώτη ορθολογική αντινομία έχει, ότι “η ευθύγραμμη πορεία να είναι κυρτή”. Δηλαδή το Εόν που είναι ακίνητο, αφού δεν έχει αλλού εξωτερικά να πάει, μπορεί ως κίνηση να έ-ει την εσωτερική περιστροφή, που είναι μια φαινομε-νική κίνηση, αφού το Όλον κινείται, χωρίς να πηγαίνει πουθενά. Έτσι και κάθε ευθύγραμμη και ομαλή κί-νηση κάποιου σώματος μέσα στο Εόν, στο Όλον, στο Υπάρχον, λόγω της περιστροφής του Όλου, μετατρέ-πεται σε κυρτή. Αυτό μας προϊδεάζει ότι σύμφωνα με τους όρους του κλειστού συστήματος, η ταχύτητα κάθε
206
σώματος δεν μπορεί ποτέ να είναι ακαριαία. ―Ας υπο-θέσουμε τώρα ότι κάποιο σώμα κινούμενο ευθύγραμ-μα κι ομαλά “θέλει” να υπερβεί την υποχρέωση να έχει σύνδρομο την κυρτότητα και να τηρήσει το ορθολογικό του καθήκον. Τότε για να προλάβει την περιστροφή του όλου, πρέπει να επιταχύνεται έτσι που η πορεία του “ισιώνει” μα όχι απόλυτα, γιατί πάντα χάνει λίγο. Για να μπορέσει να επιτύχει την απόλυτη ευθύγραμμη πορεία, πρέπει να κινηθεί ακαριαία. Στην ακαριαία ταχύτητα όμως υπάρχει η αντίφαση, το κινούμενο να είναι συγχρόνως στη θέση εκκίνησης και στη θέση κατάληξης. Δηλαδή να είναι συγχρόνως παντού σ’όλο το σύμπαν· να είναι μηδενικό και άπειρο έχοντας συμπτυχθεί στο σημείο εκκίνησης αλλά κι να έχει διασταλεί συγχρόνως στο σύμπαν. Αυτή την κινητική μορφή παίρνει το “αντιφατικό στοιχειώδες” το οποίο αναφέραμε, κατά την τμήση ενός σώματος σε στοιχειώδη τα οποία τείνουν προς το Μηδέν. Αυτά είναι μηδενικά και άπειρα, έχοντας ταχύτητα ακαριαία και μηδενική. Σ’αυτή την κατάσταση βρίσκεται το έσχατο υπόβαθρο του κόσμου μας, και αυτή είναι η αντιφατικότητα γυμνή, το «αείζωον πυρ» του Ηράκλειτου κι ο αιθέρας των Μιλησίων.
Συνεπαρμένος απ’την ανάπτυξη των συνειρμώς μου, δεν παρατήρησα ότι το ακροατήριο δυσανασχετούσε, ακόμα κάποιοι ήταν οργισμένοι κι άλλοι γέλαγαν ειρωνικά. Ο Βόρις λοιπόν διέκοψε τη συζήτηση, καλώντας το ακροατήριο σε τάξη και ο Νέαρχος παρατήρησε ότι εδώ θα πρέπει να γίνουν διευκρινιστικές ερωτήσεις, ώστε να μου δοθεί η ευκαιρία να πείσω το ακροατήριο. Απ’ ότι κατάλαβα όμως, ο Νέαρχος διαπίστωσε ότι ξεγλίστρησα απ’το πλαίσιο που ήθελε να με παγιδεύσει κι ήθελε να το επαναπροσδιορίσει. Εν τω μεταξύ δημιουργήθηκε κάποια αμηχανία, κατά την οποία δεν υπήρχε ακροατής μ’ερωτήματα. Το ακροατήριο ήταν κουρασμένο κι αδιάφορο, έτσι ο Βόρις σιγοψιθύρισε κάτι στον Νέαρχο. Μάλλον θα αποφάσιζαν διακοπή.
207
Όπου παρεμβαίνουν ο Αλόβερδος κι ο Ελευθερεύς, ελληνιστές από τις βάρβαρες χώρες του βορά.
Την ώρα αυτή της αμηχανίας, πήρε το λόγο ένας νεαρός με περίεργο παρουσιαστικό έμπορος εβραϊκής καταγωγής, στενός φίλος του Νεάρχου. Ο Αλόβερδος Μονόλιθος, που είχε γεννηθεί στην Ελέα, αφού οι γονείς του είχαν εγκατασταθεί νιόπαντροι στην πόλη. Είχε όμως ζήσει στον πέραν των Άλπεων Βορά, λόγω των εμπορικών δραστηριοτήτων του πατέρα του. Λέγεται ότι υπήρξε μέτοχος μιας μικρής ομάδας πυθαγορείων, που οργάνωσαν πολιτική φατρία στον Τάραντα και προσπάθησαν να πάρουν την εξουσία της πόλης, για να “βασιλεύσουν” οι φιλόσοφοι. Η φατρία στην οποία μέλος ήταν κι ο Νέαρχος, ξεσκεπάστηκε κι οι περισσότεροι, τουλάχιστον οι ηγέτες θανατώθηκαν.
Ο Αλοβέρδος ήταν κοντός αδύνατος και λίγο μελαχροινός, τα μαλλιά του ήταν κάπως ανάκατα, τα μάτια του φαίνονταν υπναλέα κι η παρουσία του γενικά έμοιαζε σα να βρίσκεται σ’άλλο κόσμο.
―Τόνισε ότι «αντιλαμβάνεται καλά αυτό που ήθελα να προτείνω, δηλαδή ένα λογικό όργανο που βλέπει τον κόσμο εν τω γίγνεσθαι και μάλιστα όχι απλά σε κατάσταση κινητικής διαφορικότητας. (Αυτό τόνισε, είναι το γίγνεσθαι που δέχεται την Ταυτότητα του ερευνουμένου εν εξελίξει, μέσα στα όρια όμως της δυνατότητας να είναι Ταυτότητα). Και παρατήρησε ότι σ’αντίθεση μ’αυτήν, η δική μου διαλεκτική προσέγγιση παίρνει υπόψιν το γίγνεσθαι ως καταλυτικο-συνθετική διαδικασία, όπου η ταυτότητα ανά πάσα στιγμή μπορεί να λογίζεται ως Άλλη. ―Επίσης τόνισε ότι η δική μου διαλεκτική, έχει επιλέξει τον ολισθηρό δρόμο της άρνησης των θετικών στηριγμάτων, που πάνω τους μπορούν να πατήσουν οι συγκριτικές διαδικασίες, που είναι αναγκαίες για κάθε λογική διεργασία. Ακόμα μπορεί να διολισθήσει στην άρνηση της αντικειμενικότητας των πραγμάτων, που θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως ξέχωρα μεταξύ τους». Τόνισε ότι «αν ο κόσμος είναι άπειρος κι ανοικτός, εμείς θα πρέπει να τον αντιμετωπίζουμε ευκαιριακά ως κλειστό για να μπορούμε, όπως είπε κι ο Παρμενίδης, απ’τα γνωστά να πάμε με βεβαιότητα στ’άγνωστα.
208
Δηλαδή να έχουμε προκαθορισμένα αποτελέσματα σε κάθε ενέργεια μελλοντικής εφαρμογής των λογικών μας συμπερασμάτων. Αυτό θα μπορούσα δειλά μπροστά σ’ένα αυστηρό ακροατήριο σαν αυτό, να το ονομάσω επιστημονικότητα. Επίσης δεν κρύβω, ότι το θέμα της σχέσης χώρου και χρόνου, αλλά και η σχετική μ’ αυτά ύπαρξη των αντικειμένων, μ’έχει απασχολήσει με παραπλήσιο τρόπο, μ’αυτόν που μας έδειξε ο Ζήνων, αλλά δεν μπορώ να πω ότι είμαι έτοιμος να τον προτείνω. Πρώτον, γιατί δεν έχω ο ίδιος “χωνέψει” ορθολογικά το νόημα αυτής της διανοητικής σύλληψης και δεύτερον γιατί μια τέτοια πρόταση θα κατεδάφιζε τον τρόπο με τον οποίον αντιλαμβανόμεθα το χρόνο, το χώρο και τη σχέση τους με τ’αντικείμενα. Ακόμα η λογική κι η αντικειμενικότητα, όπως την αντιλαμβανόμεθα σήμερα, πρέπει ν’αναθεωρηθεί εκ βάθρων. Γι’αυτό ακριβώς αντιτίθεμαι στις προτάσεις του Ζήνωνα, αφού περιμένω πρώτα να έχει μιαν ολοκληρωμένη πρόταση περί λογικής κι έπειτα να προτείνει αντιρρήσεις για την υπάρχουσα, όπως πιθανόν στο μέλλον σκοπεύω να κάνω κι εγώ».
Ακριβώς εκείνη τη στιγμή, παρενέβει ένας άλλος ελληνιστής καταγόμενος απ’τις πέραν των Άλπεων αποικίες, του οποίου η μητέρα ήταν Ελληνίδα κι είχε παντρευτεί βάρβαρο διακεκριμένο οικονομικά, απ’την περιοχή που παρήγε ατσάλινα εργαλεία και όπλα. Αυτός λεγόταν Γεώργιος Ελευθερεύς Εκγέλας και είχε την δική του φρουρά για να μεταφέρει τα προϊόντα της οικογενείας του απ’το βορρά. Ήταν πανύψηλος, τραχύς κι ήταν πάντα ζωσμένος με ξίφος, που αποχωριζόταν μόνο όταν έμπαινε στην αίθουσα του συμποσίου. Η γλώσσα του είχε πολλά δωρικά ιδιώματα κι έδειχνε ότι την έμαθε από Δωριείς. Όταν μιλούσε, φαινόταν σαν οργισμένος, αλλά όσοι σύχναζαν μαζί του γνώριζαν ότι είχε “χρυσή” καρδιά κι ότι ήταν φοβερά γαλαντόμος, αντίθετα με τον Αλοβέρδο που ήταν φοβερά τσιγκούνης.
209
―«Εσείς οι Έλληνες», ξεκίνησε σαν να κεραυνοβολούσε με την βαθιά μεταλλική φωνή του, «μολονότι είστε οι πρώτοι που διδάξατε τι είναι μεταφυσική, ποτέ δεν την αντιμετωπίσατε ως καθαρή, έτσι που η διαλεκτική να είναι η ίδια η πορεία του νοήματος μέσ’τη φαινομενικότητα. Αν αλλάζει ο κόσμος πραγματικά ή δεν αλλάζει, είναι κάτι που δε μας αφορά, ούτε αληθινά θα το μάθουμε ποτέ. Μπορούμε να δεχτούμε ή όχι την ύπαρξη καθαυτών όντων που μπορεί να είναι ή όχι οι ιδέες ή τα έσχατα αναλλοίωτα στοιχειώδη, αλλά ποτέ δεν θα μπορέσουμε να το αποδείξουμε εμπειρικά. ―Αυτό λοιπόν που αληθινά μας μένει, είναι ό,τι έχουμε εμείς εσωτερικά και μ’αυτό θα πρέπει να πορευτούμε. Αυτό που έχουμε, είναι η νόηση καθεαυτή. Έτσι η πορεία της νόησης μέσ’τη φαινομενικότητα του Είναι, προϋποθέτει το γίγνεσθαι της ιδέας, που ξεκινά απ’το Είναι Καθαυτό και καθαρό από εμπειρία, που πορεύεται μέσ’τη φαινομενικότητα του εμπειρικού κόσμου και καταλήγει στο Απόλυτο Είναι. Δηλαδή στο Εόν, με όλη του την αυτογνωσία. Διαλεκτική είναι η πορεία του Εόντος μέσ’τη φαινομενικότητα του εαυτού του, δηλαδή η αυτογνωσία του. Θα έλεγα ότι το Είναι ως Καθαρό, μη έχοντας κανέναν άλλον προσδιορισμό, συμπίπτει με το Μηδέν· και η ενότητα Καθαρού Μηδενός και Καθαρού Είναι, είναι το Γίγνεσθαι, δηλαδή το ξεκίνημα και η πορεία της Ιδέας μέσα στη φαινομενικότητα. Ο ορθολογισμός χωρίς διαλεκτική αντινομεί, αφού κάθε πέρασμα από ένα συλλογισμό σ’άλλον και κάθε νέος προσδιορισμός σε κάθε σχέση ταυτοτήτων, προϋποθέτει την αναίρεση του νοήματος αυτού που ήταν προ του προσδιορισμού. Κάθε ανασκόπηση που προϋποθέτει ένα νέο προσδιορισμό, προϋποθέτει ακόμα και τη σχέση του με το αντίθετό του, αφού μέσα του υπάρχει κι η άρνησή του. Έτσι η Ταυτότητα είναι μια Άρνηση της Άρνησης του Εαυτού. Το Καθαρό Είναι, ως μη έχον προσδιορισμό, συμπίπτει με το αντίθετό του, το Μη-Είναι, που είναι κι αυτό ένας αρνητικός προσδιορισμός».
210
Ο Βόρις διέκοψε τον Εκγελάς με τη δικαιολογία ότι απομακρύνθηκε απ’το θέμα των ερωτήσεων στις προτάσεις του Ζήνωνα κι όχι μόνο δεν βοηθούσε τη συζήτηση αλλά την περιέπλεκε μπαίνοντας σ’ άλλη διάσταση του Λόγου και της Διαλεκτικής, χωρίς να έχει διευκρινιστεί η προηγούμενη. Τον παρεκάλεσε να επανέλθει αργότερα γιατί η άποψή του φαίνεται πολύ ενδιαφέρουσα.
Ο Εκγελάς μουρμούρισε κάτι στη γλώσσα τους, τόσο σιγά όσο να μπορεί να τ’ακούσει ο Βόρις, που φάνηκε πως ήταν κάτι προσβλητικό, γιατί ο Βόρις έγινε κατακόκκινος και του έριξε μια φαρμακερή ματιά.
Όπου ο Νέαρχος παρεμβαίνει να οριοθετήσει τη συζήτηση που κατά τη γνώμη του είχε ξεστρατίσει
Ο Νέαρχος ήταν σαν να κάθετε στα καρφιά, γιατί οι ερωτήσεις κι οι παρατηρήσεις στις προτάσεις μου, φαίνεται πως κατά τη γνώμη του δεν έδωσαν τα ανάλογα διαλογικά πλήγματα. Η κριτική του Αλοβέρδου ήταν καίρια μεν, αλλά ήπια και δεν έθετε σε γενικότερη αμφισβήτηση τη Διαλεκτική. Όσο για τον Εκγέλας, γνώριζε καλά τις απόψεις του και την κατάλληλη ώρα θα τον αντιμετώπιζε. Ζήτησε και του δόθηκε δυνατότητα παρέμβασης για να βάλει τον διάλογο, όπως είπε, στα ουσιαστικά του όρια. Έθεσε λοιπόν το ερώτημα «αν η διαλεκτική έχει επίπεδο συγκρότησης για να μπορεί να παρουσιαστεί ως επιστήμη ή τουλάχιστον να μην αντιστρατεύεται αυτό που εννοούμε επιστημονικότητα σήμερα. Ακόμα ρώτησε, αν αυτό που εννοώ Διαλεκτική, μπορεί να θεωρηθεί Λογική για να γίνει οδηγός στην έρευνα ή είναι ένα εριστικό σοφιστικό διαλογικό παίγνιο που απλά και μόνο φανερώνει τις αδυναμίες του Ορθού Λόγου. Είναι η Διαλεκτική μια Λογική ή είναι ένα συμπληρωματικό όργανο του Ορθολογισμού;
211
Και για να κάνει τα ερωτήματα αυτά πιο σαφή, έθεσε κι ένα άλλο ερώτημα: μπορεί η Λογική, έστω κι η Διαλεκτική να περιέχει αντιφατικές προτάσεις ή όχι; μπορούμε να πούμε πως αυτό το ύφασμα είναι λευκό και συγχρόνως μαύρο; Κι απάντησε: Εγώ καλοί μου φίλοι λέω, ότι η Διαλεκτική, αν μπορεί να υπάρξει κάτι τέτοιο έξω απ’τα όρια του Ορθολογισμού, δεν μπορεί να περιέχει αντιφάσεις, γιατί έτσι πέφτει στο παράλογο. Κατά τη γνώμη μου η Διαλεκτική είναι συμπληρωματικό εργαλείο του Ορθολογισμού, το οποίο βοηθά τη διερεύνηση δυναμικών καταστάσεων και σχέσεων των πραγμάτων. Είναι δηλαδή μια δυναμικότητα μέσα στα όρια του Ορθολογισμού. ―Ακόμα οι τυπικές διεργασίες των ορθολογικών συγκριτικών διαδικασιών, προϋποθέτουν κάποια μετάβαση από κάποια κατάσταση σε άλλη κατάσταση. Αυτό είναι ένα είδος κίνησης μέσ’το ίδιο το Εόν, που είναι μεν εξωτερικά ακίνητο, αλλά εσωτερικά είναι φαινομενικά εν τω γίγνεσθαι. Η επιστήμη λοιπόν είναι η έρευνα αυτής της φαινομενικότητας, που μολονότι είναι εν τω Γίγνεσθαι, εμείς για να έχουμε την εγκυρότητα του Υπαρκτού στους συλλογισμούς μας πρέπει να αποκαθάρουμε το Μη-Είναι (το Μη-Υπάρχον) απ’τους συλλογισμούς μας πατώντας πάντα στο Είναι· γι’αυτό κάθε αντίφαση (που χαραχτηρίζεται ως Είναι-ΜήΌντας), δεν έχει καμιά θέση στη Λογική».
Ο Νέαρχος σταμάτησε απότομα όπως είχε αρχίσει την ομιλία του κι άπλωσε το σώμα του πάνω στο ανάκλιντρο, σαν ανακουφισμένος απ’αυτά που είχε σχεδόν εκτοξεύσει στην αίθουσα. Αυτά τα οποία μάλιστα εκπροσωπούσαν απόλυτα τις απόψεις του Παρμενίδη. Όταν οι συνδαιτυμόνες κατάλαβαν ότι είχε τελειώσει κι επειδή τέλος πάντων όπως τα είπε, δε μπορεί να υπήρχε άνθρωπος που να μην συμφωνεί, ξέσπασαν σε χειροκροτήματα ή ακόμα σε ζητωκραυγές.
121
Ο Νέαρχος έκανε ένα νεύμα κι ο Βόρις ζήτησε απ’ το ακροατήριο να ησυχάσει, όπως κι έγινε. Κατόπιν ο Βόρις διέκοψε το συμπόσιο για διαλογισμό. Επειδή ό-ως οι συνδαιτυμόνες φαίνονταν κουρασμένοι απ’τη διαλογική προσπάθεια και είχαν αρχίσει να πίνουν, να καλαμπουρίζουν και να συζητούν μεταξύ τους γι’ άσχετα πράγματα. Ο Βόρις έριξε μια ματιά στο Νέαρχο κι αυτός του έκανε ένα καταφατικό νεύμα. Τότε ο Βόρις έδωσε εντολή να χτυπήσει το σήμαντρο κι όταν όλοι στράφησαν προς το μέρος του, ανακοίνωσε τη διακοπή της συνεδρίασης ως την αυριανή μέρα. Ως τότε, όλοι θα είχαν συγκροτηθεί διαλογικά, αφού ακόμα κι απόψεις σαν τις δικές μου, δεν θα τους ήταν πια τελείως ξένες κι έτσι θα είχαν προετοιμαστεί.
Μικρός απογευματινός περίπατος με τον Αλοβέρδο και τον Ελευθερέα
Ένιωθα μια διαλογική ευφορία γιατί είχα πολύ καιρό να μιλήσω γι’αυτά τα θέματα. Εξάλλου ένιωθα τόσο σίγουρος για τη δύναμη των επιχειρημάτων μου κι ήμουν πανέτοιμος για τις απαντήσεις σ’όλα τα ερωτήματα που είχαν τεθεί. Όταν βγήκα απ’την αίθουσα με περίμεναν ο Αλοβέρδος κι ο Ελευθερεύς, που φαίνεται ότι συζητούσαν τις δικές τους απόψεις και θέλησαν να με βάλουν στη συζήτησή τους. Χαμογέλασα κι αρνήθηκα. Τους πρότεινα έναν απογευματινό περίπατο στην ακροθαλασσιά. Το δέχτηκαν. Η θάλασσα ήταν πολύ κοντά και γρήγορα φτάσαμε σε έναν μικρό προσφιλή μου όρμο, που άραζαν τις βάρκες τους οι ψαράδες και πήγαιναν στο μικρό ταβερνάκι να φάνε· τι άλλο, ψάρια και να πιουν ρετσινάτο κρασί.
Εμείς καθίσαμε στα βραχάκια της ακρογιαλιάς κι αγναντεύαμε τον ήλιο που θα βούταγε στη θάλασσα. Ο ήλιος είχε αρχίσει κιόλας να γίνεται κόκκινος και το σχήμα να διαλύεται του προτού χαθεί στο νερό. Ο Αλοβέρδος μας θύμισε την θεωρία του Ξενοφάνη του Κολοφώνιου όπου «ο ήλιος είναι νέος κάθε μέρα» και σα μαγνητικός πόλος έλκει τα πυρίδια που αιωρούνται
στον αιθέρα κι απ’αυτά συνίσταται το νέφος που ονομάζουμε ήλιο. Στη διάρκεια της μέρας και το καταμεσήμερο έχει συσταθεί από περισσότερα πυρίδια, όντας λαμπρότερος και θερμότερος, κι αργότερα τείνοντας να πέσει στη θάλασσα τ’απελευθερώνει και χάνεται για να ανασυσταθεί την επόμενη μέρα. Τελειώνοντας ο Αλοβέρδος σιγοψιθύρισε: τι ποιητική σύλληψη!
213
Απ’την άλλη όμως, είπε ο Ελευθερεύς, αν η γη δεν είναι επίπεδη αλλά ένα μετέωρο, όπως είπε ο Αναξίμανδρος, ο ήλιος δε μπορεί να πέφτει στη θάλασσα, αλλά να γυρίζει γύρω απ’τη γη και η γη μάλλον δε μπορεί να είναι κυλινδρική, αλλά όπως μας προϊδεάζει ο Παρμενίδης, σφαιρική σαν όλα τα ολοκληρωμένα όντα και ο ήλιος μαζί τους.
Και για να συμπληρώσω είπα: Ο Ηράκλειτος όμως… κι ο Αλόβέρδος με διέκοψε, ναι-ναι είπε, ο ήλιος καταλύενται-συντιθέμενος όπως όλα τα όντα, όντας Αυτός και Άλλος συγχρόνως, Εδώ κι Αλλού.
Γι’αυτό κι ακριβώς γι’αυτό, συμπλήρωσα, η γη ό-πως όλα όσα νομίζουμε σφαιρικά δεν μπορεί να είναι απόλυτα σφαιρικά, αλλά να έχουν μιαν ελλειπτικότητα εξ’αιτίας αυτής της κινητικής δομικής συμπεριφοράς σε σχέση με το σύμπαν που είναι άπειρο. Κι ο Αλοβέρδος συμπλήρωσε ότι κάθε τι, όντας έτσι όπως τα χαραχτηρίζει ο Ηράκλειτος, είναι σαν μαγνητικό πεδίο, που από τη μια έλκει και απ’την άλλη εκτοξεύει τα όποια στοιχειώδη το συνιστούν.
Κι απότομα αλλάζοντας συζήτηση είπε ότι άκουσε το εξής θαυμάσιο: Αν αύριο φτάσει το πλοίο από την Αθήνα μπορεί να είναι μέσα ο Σωκράτης με τον νεαρό Πλάτωνα που πάνε για τις Συρακούσες, προσκεκλημένοι του τυράννου Διονύσιου. Λένε πως ο Νέαρχος θα κάνει το κάθε τι να τους κρατήσει στο συμπόσιο. ―Να λοιπόν που αυτό το συμπόσιο μπορεί να γίνει πολύ ενδιαφέρον είπε ο Ελευθερεύς.
Είχε πια νυχτώσει και το διαλύσαμε πηγαίνοντας για ύπνο. Ο Ελευθερεύς Εκγέλας κι ο Αλοβέρδος, ήταν
φιλοξενούμενοι στον ξενώνα του Νέαρχου κι εγώ μόνος πια περπάτησα για το σπίτι του Παρμενίδη, που είχα κληρονομήσει και που ο Νέαρχος έψαχνε χίλιες δυο αιτίες να μου το πάρει και να το κάνει μουσείο στη μνήμη του.
214
Ξάφνου άκουσα από μακριά τη φωνή του Αλοβέρδου: «Ζήνωνα περίμενε». Πλησίασε, μου ζήτησε συγγνώμη και συνέχισε. Καλέ μου Ζήνωνα έχεις ακούσει την άποψη του Εμπεδοκλή ότι το φως του ήλιου είναι ουσία, ας πούμε πυρίδια, που τρέχουν με μεγάλη ταχύτητα αλλά όχι ακαριαία. Δεχόμαστε έτσι ότι ο ήλιος κινείται κι εκπέμπει φως που είναι πυρίδια και ταξιδεύουν με μεγάλη ταχύτητα. Γι’αυτό μπορούμε να δούμε τον ήλιο. Αν όπως είπες και συ «αυτό που δεν τρέχει ακαριαία πρέπει να έχει πορεία κυρτή», όταν εμείς βλέπουμε τον ήλιο αυτός είναι λίγο πιο κει απ’τη θέση που νομίζουμε· άρα κατά έκλειψη ηλίου, αυτός δε βρίσκεται αληθινά πίσω απ’τη Σελήνη. Επίσης εμείς τον βλέπουμε έτσι, γιατί η πορεία των πυριδίων είναι κυρτή κι επειδή η περιστροφή του Εόντος Κόσμου, κάνει κάθε ευθύγραμμη πορεία κυρτή. Αυτό θα πρέπει να συμβαίνει για όλα τα ορατά σώματα τ’ουρανού. Ακόμα επειδή τα πυρίδια είναι σωμάτια, έχουν βαρύτητα κι όταν περνάνε κοντά απ’τη Σελήνη αυτή τα έλκει κι ο ήλιος φαίνεται να υπάρχει σε διαφορετικό μέρος απ’ότι είναι. Να και ένα θέμα ακόμα που πρέπει να ερευνηθεί.
Συγκινήθηκα με τους συλλογισμούς αυτού του βαρβάρου που ήταν πολύ πιο Έλληνας από τους Έλλη-νες. Θέλησα να κάνω κι γω ένα συμπλήρωμα σ’αυτόν τον συλλογισμό, αλλά δεν το έκανα γιατί ήθελα να τον εντυπωσιάσω λέγοντας κάτι καινούριο. Τότε ένιωσα πολύ κουρασμένος και γέρος μπρος σ’αυτό το νέο παλικάρι που ο νους του ήταν αληθινά γόνιμος, αλλά κι ο φίλος του ο Ελευθερεύς ήταν ένας αληθινός Έλληνας που οι απόψεις του δε θα ξεχαστούν ποτέ.
215
Φτάσαμε στο σπίτι μου και ο Αλοβέρδος χωρίς πρόσκληση μπήκε μέσα και ξάπλωσε στο δωμάτιο και το κρεβάτι του Παρμενίδη στο οποίο κανείς δεν είχε κοιμηθεί απ’τον θάνατό του. Όλα έγιναν τόσο απλά που δεν μπορούσα να έχω αντιρρήσεις. Δεν είχαμε προλάβει να κοιμηθούμε κι η πόρτα βρόντησε. Είναι ανοικτά φώναξα. Και τότε μπήκε ο Ελευθερεύς βλαστημώντας τόσο χαριτωμένα, εξελληνισμένες βάρβαρες βρισιές. Εμένα έτσι μ’αφήνετε έξω απ’την παρέα ρώτησε κι ακούμπησε στο τραπέζι μια κανάτα κρασί που είχε εν τω μεταξύ πάρει απ’το καπηλειό της ακρογιαλιάς. Κανείς δεν κοιμάται, χωρίς να πιει πριν μια κούπα κρασί. Ήπιαμε κρασί και ξαπλώσαμε. Ο Αλοβέρδος και ο Ελευθερεύς κοιμήθηκαν αμέσως· ο Αλοβέρδος ροχάλιζε ελαφρά κι ο Ελευθερεύς παραμιλούσε, κι εγώ ήμουν τόσο ευτυχισμένος! πρώτη φορά μετά από χρόνια σ’αυτό το σπίτι άναψε ξανά μικρό φως σοφίας.
Όπου καταφτάνει ο Πλάτων κι ο Σωκράτης με το κυπριακό φορτηγό «Πελαίας»
Ο ερχομός του πλοίου απ’την Αθήνα, καθυστέρησε μια μέρα κι ο Νέαρχος ανέβαλε το συμπόσιο εκείνης της μέρας γι’αργότερα, ώστε να μη λείπουν οι διακεκριμένοι ταξιδιώτες που ήλπιζε ότι θα φιλοξενήσει και θα συμμετάσχουν. Όταν ο Αλοβέρδος, ο Ελευθερεύς κι εγώ, πήγαμε στην εστία του παλατιού να φάμε μεσημεριανό. Μόλις καθίσαμε και πριν προλάβουμε να σερβιριστούμε έφτασε κι ο Νέαρχος πιθανόν ειδοποιημένος απ’τον εξάρχοντα της εστίας. Κάθισε μαζί μας κι ανακοίνωσε με χαρά την άφιξη του Σωκράτη και του Πλάτωνα, κάτι που δεν ήταν πλέον μυστικό.
Υπολογίσαμε ότι ο Σωκράτης έπρεπε να είναι όχι λι-γότερο από σαράντα κι ο Πλάτων όχι περισσότερο από είκοσι. Ο Νέαρχος με παρεκάλεσε να τους συναντήσω μαζί του για να βαρύνει η πρόσκληση περισσότερο. Δε μπορούσα ν’αρνηθώ. Έτσι την άλλη μέρα, ο Νέαρχος, ο Αλοβέρδος, ο Ελευθερεύς, ο Βόρις κι εγώ, ήμασταν έτοιμοι. Στο βάθος του ορίζοντα, έξω από το λιμάνι υπήρχε ένα νησάκι, όπου σχεδόν άγγιζε στην άκρη μιας μικρής χερσονήσου και λεγόταν Παλινούρο. Τα πλοία κωπηλατούσαν ως εκεί κι από κει και πέρα άνοιγαν τα πανιά στον ούριο άνεμο.
216
Ο Νέαρχος είδε πρώτος το πλοίο κι είχε τέτοια λαχτάρα, που πηγαινοερχόταν περιμένοντας. Εγώ παρατήρησα ότι θ’αργήσουν πολύ να φτάσουν κωπηλατώντας από κει. Τότε ο Νέαρχος διέταξε να φύγει γρήγορα μια τριήρης και να το ρυμουλκήσει. Ήθελε να πάει κι αυτός μαζί, μα ο Βόρις τον πλησίασε και κάτι του είπε, τότε ο Νέαρχος ηρέμησε και αποφάσισε να περιμένει, όπως ακριβώς θα έκανε ένας ηγέτης με τέτοιο κύρος.
Το πειραχτικό μου δαιμόνιο άρχισε τότε να με κατατρώγει κι ήθελα να σπρώξω με τρόπο το Νέαρχο σε κάποια γκάφα. Ήξερα πως ο Πλάτων ήταν πλουσιόπαιδο κι αριστοκράτης, ανιψιός του Περικλή ενώ ο Σωκράτης ήταν ένας εκ πεποιθήσεως κακοντυμένος ξυπόλυτος και ίσως κουρελής. Προσπάθησα λοιπόν να δημιουργήσω την εντύπωση στο Νέαρχο ότι πιθανόν ο νεαρός Πλάτων θα κουβαλούσε μαζί και το δούλο του κι ότι ο Σωκράτης θα ήταν μια σοβαρή κι εντυπωσιακή προσωπικότητα. Όλ’αυτά τα πέρασα στο Νέαρχο σαν εικασίες για να μην τα βάλει μαζί μου μετά. Όταν θύμωνε, ποιος είδε το θεό και δεν τον φοβήθηκε!
Όταν η τριήρης πλησίασε τον Πελαία, έτσι ήταν το όνομα του μεταγωγικού που μετέφερε κρασί κι οβελίες χαλκού απ’την Κύπρο, ο πλοίαρχος θορυβήθηκε, γιατί αυτό συμβαίνει μόνον όταν το πλοίο είναι εχθρικής χώρας και δόθηκε εντολή στους ναύτες να είναι έτοιμοι για κάθε περίσταση. Έτσι ζώσαν διακριτικά τα ξίφη τους κι έφεραν σε μικρή απόσταση τις ασπίδες τους όντας σε αναμονή μάχης. Ο πλοίαρχος όμως της τριήρους, πλησίασε κι άοπλος ανέβηκε στο μεταγωγικό. Ζήτησε να του δοθεί άδεια για γρήγορη ρυμούλκηση κατ’εντολή του ηγεμόνα Νεάρχου, λόγω της πιθανολογούμενης παρουσίας του Σωκράτη και του Πλάτωνα στο πλοίο.
217
Ο Σωκράτης κι ο Πλάτων βρίσκονταν στο αμπάρι, γιατί όταν άλλαζε ο ρυθμός του πλοίου κι απ’την κίνηση με τα πανιά γύριζε στην κωπηλασία, ο Πλάτων πάθαινε ναυτία. Όλοι τον συμβούλευαν ν’ανεβεί στο κατάστρωμα, αυτός όμως επέμενε ότι στο βαθύ αμπάρι, κάτω από το ίσαλο, είχε λιγότερο κούνημα. Εκεί με τις δέσμες των χάλκινων οβελιών και των φιαλών κρασιού, που ήταν κρεμασμένες από τα ειδικά στόμια για να ισορροπούν με την κλήση του πλοίου δημιουργώντας τις αντίρροπες δυνάμεις στην πιθανότητα ανατροπής του από το κύμα, ο Πλάτων περνούσε μια κόλαση την ώρα που ο Σωκράτης απολάμβανε μια κούπα κρασί.
Όταν τελικά το πλοίο προσέγγισε στον βραχίονα, είχε ήδη μεσημεριάσει. Ο πλοίαρχος υπέδειξε σε δυο ναύτες να πάρουν τον Πλάτωνα κι υποστηρίζοντάς τον να τον βγάλουν στη ακτή. Ήταν ολοφάνερο ότι αυτός ήταν ο Πλάτων και μπροστά από τον υποβασταζόμενο Πλάτωνα προχωρούσε αμέριμνα ένας κακάσχημος, ξυπόλυτος, κουρελής τον οποίον ο Νέαρχος αμέσως θεώρησε δούλο του Πλάτωνα. Οργισμένος ο Νέαρχος, διέταξε τους ναύτες να πάνε στη δουλειά τους και πιάνοντας ο ίδιος τον Πλάτωνα, διέταξε τον “δούλο” να τον βοηθήσει δίνοντας εντολή, στο Βόριδα να παραλάβει τον Σωκράτη που πιθανόν υπέφερε ακόμα αφημένος στ’αμπάρια του “Πελαία”. Όταν όμως ο δούλος γέλασε περιπαιχτικά και συνέχισε να προχωρά αμέριμνος, ο Νέαρχος εξοργίστηκε, αλλά το ύφος του “δούλου” ήταν τέτοιο που είχε κι’όλας καταλάβει το λάθος του.
«Ο άρχοντας», είπε ο Σωκράτης, «θα πρέπει να μην κρίνει απ’τα φαινόμενα αλλά να έχει το τάλαντο να βρίσκει την ουσία κάτω απ’αυτά. Και για να μην πέσω κι εγώ στην ίδια παγίδα μολονότι μου φαίνεσαι σαν τον άρχοντα Νέαρχο, θα πρέπει να ρωτήσω πρώτα αν πράγματι είναι έτσι».
218
Μόλις ο Πλάτων πάτησε στη στέρεα γη, άρχισε γρήγορα-γρήγορα να συνέρχεται κι έχοντας από την αρχή καταλάβει, ότι αυτός που τον βοηθά είναι ο Νέαρχος, ανέλαβε να του συστήσει τον Σωκράτη. Εν τω μεταξύ φτάσαμε κι οι άλλοι. Ο Σωκράτης με θυμόταν, γιατί όπως είπε δεν είχα αλλάξει σχεδόν καθόλου, ακόμα είχε τύχει να με δει όταν είχα ξαναπάει στην Αθήνα προσκεκλημένος του Περικλή, αλλά η διαμονή μου εκεί ήταν μικρή και ταραχώδης, έτσι που είχα φύγει προτού συναντηθούμε ξανά. Μου συνέστησε τον Πλάτωνα σαν το ανατέλλον αστέρι της τέχνης της νόησης στην Αθήνα κι γω του συνέστησα τον Αλοβέρδο και τον Ελευθερέα, που ήταν κατ’εμένα τα ανατέλλοντα αστέρια της απώτατης δύσης, που τώρα είναι σκοτεινή. Ο Εκγέλας έπιασε τα χέρια του Σωκράτη, τον κοίταξε παράξενα κι όταν γύρισε προς τον Πλάτωνα νομίζω ότι δάκρυσε. Ήταν ένα πολύ συναισθηματικό άτομο. Ο Αλοβέρδος καθόταν αμίλητος παράμερα σαν να ήθελε να περάσει απαρατήρητος. Ήταν τόσο διαφορετικός στο παρουσιαστικό απ’το Σωκράτη, αλλά ήταν και τόσο όμοιοι, άσχημοι και σπινθηροβόλοι. Ο Νέαρχος τάχε χάσει και μου έκανε νόημα να κάνω την πρόταση εγώ. Αυτό δεν ήταν καθόλου δύσκολο, μια που ο Σωκράτης εκτιμούσε πολύ τα συμπό-σια και τα συμπόσια του Νέαρχου ήταν ονομαστά. Μ’ έπιασε κατά μέρος και ρώτησε αστεία και σοβαρά αν αυτές οι φήμες αληθεύουν και γω του έκανα ένα κατα-φατικό νεύμα.
Ο Πλάτων είπε κάτι μυστικά στον Σωκράτη, αλλά αυτός είχε πάρει τις αποφάσεις του. Θα στείλουμε μια επιστολή στον Διονύσιο κι αυτός θα μας περιμένει με το άλλο πλοίο. Εξ’άλλου έχουμε ταλαιπωρηθεί πάρα πολύ και γύρισε προς τον Νέαρχο, κάνοντάς του ένα καταφατικό νεύμα, κλείνοντάς του το μάτι. Να αυτό μ’αρέσει με τους Αθηναίους δεν δείχνουν σεβασμό σε κανέναν, ούτε στον ίδιο τον τύραννο. Σκέφτηκα πως ίσως κι εγώ τότε δεν είχα καταλάβει το πνεύμα τους και γι’αυτό σηκώθηκα κι έφυγα. Άσε η κωμωδία και ο
Αριστοφάνης τους, σωστή αλογόμυγα δε σ’αφήνει σε ησυχία.
219
Όταν φτάσαμε στο παλάτι, ο ίδιος ο εξάρχων φροντιστής έφτιαξε ειδικό αφέψημα για να ξαναβρούν το κέφι τους μετά το ταξίδι. Ο Σωκράτης απήλαυσε ένα θαυμάσιο βραδινό και μια κούπα κρασί. Αυτός ο άνθρωπος ο εκ πεποιθήσεως τόσο λιτός και προκλητικά αδιάφορος για το παρουσιαστικό του, είχε φοβερή αδυναμία στο καλό φαΐ και στο καλό πιοτό, χωρίς όμως ποτέ να τρώει πολύ ή να πίνει πολύ. Είχα αρχίσει να θαυμάζω τη συμπεριφορά αυτού του ανθρώπου και να νιώθω ότι είχα αρχίσει να παραμερίζομαι. Ήξερα ότι τελικά θα ήταν μια «σύγκρουση» πολυδιάστατη. Απ’τη μια ο ρεαλιστής Νέαρχος απ’την άλλη ο δαιμόνιος Σωκράτης, ο σκοτεινός νέος ο Πλάτων, ο μεγαλοφυής Αλοβέρδος κι ο δικός μου ο σκοτεινός Ελευθερεύς Εκγέλας.
Την επομένη μέρα ο Νέαρχος μας κάλεσε όλους εμάς μαζί με τον Διονύσιο αλλά και τον Διογένη σε ένα ιδιωτικό γεύμα. Ο Βόρις κι ο Σαδής, που ήταν οι γραμματείς, ανέλυσαν την πορεία της συζήτησης ως εκείνη τη στιγμή στον Σωκράτη και τον Πλάτωνα.
Ο Σωκράτης φαινόταν σχεδόν να μην παρακολουθεί αλλά να είναι απασχολημένος με το καλό φαΐ και το θαυμάσιο κρητικό κρασί που υπήρχε στο τραπέζι. Αυτός ο δαίμονας σίγουρα παρακολουθούσε τα πάντα, τίποτα δεν του ξέφευγε ενώ ο Πλάτων έδειχνε πάρα πολύ προσοχή κι έκανε διευκρινιστικές ερωτήσεις. Φαινόταν πολύ ενήμερος για όλο αυτό το θέμα που θα βασιζόταν στις απόψεις του Παρμενίδη, μια που το είχε συζητήσει με τον Σωκράτη, που ήταν ο κύριος συ-ζητητής του Παρμενίδη και του Ζήνωνα σ’αυτή την περίφημη συζήτηση, όπου ο Παρμενίδης είχε ξετινάξει όλες τις προτάσεις του Σωκράτη σε σχέση με τις Ιδέες, ως αιώνια υπάρχουσες. Κι ο Σωκράτης που είχε σκεφτεί και ξανασκεφτεί όλη αυτή την συζήτηση, είχε βρει τρόπο να λύσει τον σφιχτοδεμένο κόμπο που του είχε δέσει ο Παρμενίδης. Ήταν φανερό όμως πως όλοι συμφωνούσαν με τη Ορθολογική διαδικασία σαν όργανο εξεύρεσης της αλήθειας.
220
Παρατήρησα ότι ο Εκγέλας μολονότι θαύμαζε τον Σωκράτη κι έτρεφε μια υποσυνείδητη λατρεία για τον Πλάτωνα, είχε αρχίσει κάπως να ταράζεται, κάτι τον έτρωγε. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή ο Σωκράτης παρατήρησε ότι έχει από πολύ καιρό απομακρυνθεί από οντολογικές διερευνήσεις κι έτσι μάλλον ο Πλάτων θα τον εκπροσωπεί. Βέβαια έχει να πει κάτι για το θέμα αυτό των ιδεών, που ο Παρμενίδης με ατράνταχτους συλλογισμούς το είχε κατεδαφίσει.
Την επόμενη μέρα ξύπνησα όπως πάντα πολύ νωρίς, πριν την ανατολή του ηλίου και βγήκα για τον καθιερωμένο μου περίπατο στην ακρογιαλιά για συλλογισμό κι άσκηση. Κάθισα σ’ένα βραχάκι και αγνάντεψα το βάθος του ορίζοντα. Ένα στίγμα μέσ’τη θάλασσα όμως τραβούσε συνεχώς την προσοχή μου. Προσπαθούσα να συγκεντρωθώ αλλά μάταια, έτσι αποφάσισα να το παρακολουθήσω όπως πλησίαζε προς την ακτή. Ήταν κολυμβητής που μάλιστα διέσχιζε το νερό με απαράμιλλη ταχύτητα. Υποψιάστηκα πως είναι κάποιος από μας, αφού οι ψαράδες δε μπαίνουν στη θάλασσα ποτέ χωρίς λόγο, μάλιστα προσπαθούν να φέρουν τη βάρκα τόσο κοντά που να μην βραχούν τα πόδια τους. Ο νους μου είχε κι’όλας καταλήξει για το ποιος είναι. Στοιχημάτισα με τον εαυτό μου ότι αυτός μόνο ο Σωκράτης θα μπορούσε να είναι. Δεν λάθεψα. Όταν βγήκε απ’το νερό και χωρίς τα κουρελόρουχα φάνταζε σαν ημίθεος, σαν βάκχος. Ήταν φοβερά γυμνασμένος και φαινόταν πως διέθετε υπερβολική σωματική ρώμη. Έκανε κάποιες ασκήσεις που μου φαίνεται ότι ήταν δικής του επινόησης και μετά άρχισε να τρέχει ως που χάθηκε. Εγώ τότε πλησίασα στον τόπο που ασκείτο και προσ-πάθησα να κάνω κάποιες από τις ασκήσεις του· ήταν πολύ δύσκολες. Ήμουν τόσο απησχολημένος με την προσπάθειά μου που δεν κατάλαβα ότι είχε επιστρέψει να πάρει τα ρούχα του, που τα είχε πλύνει στη θά-λασσα και απλώσει στα κλαδιά κάποιου δέντρου.
221
Μου έκανε ένα ειρωνικό σχόλιο θίγοντας με ένα χαριτωμένο τρόπο και τον ανδρισμό μου. Στο γυμνό του σώμα είχε κάποιες επουλωμένες παλιές πληγές. Απ’τις πολλές μάχες που είχε συμμετάσχει. ―Τι είναι αυτά, τον ρώτησα, περιμένοντας να απαριθμήσει τ’ ανδραγαθήματά του.
Δεν έπεσε στην παγίδα. ―Τρέλες της νιότης, απάντησε.
ΤΡΙΤΗ ΗΜΕΡΑ όπου παίρνει το λόγο ο Σωκράτης και συμπληρώνει ο Πλάτων
Την τρίτη μέρα του συμποσίου, που ήταν και η πιο δραματική, το λόγο πήρε αμέσως ο Νέαρχος και καλωσόρισε τον Σωκράτη και τον Πλάτωνα κι αμέσως μετά, παραμερίζοντας όλο το τυπικό παρεκάλεσε τον Σωκράτη ν’αναφερθεί στις πιο σημαντικές στιγμές του διαλόγου του με τον Παρμενίδη.
Ο Σωκράτης άρχισε το λόγο του με την υπενθύμιση ότι «ο Παρμενίδης τον είχε βρει τότε νεαρό. Λίγο η απειρία του, λίγο ο θαυμασμός του για το πρόσωπο του Παρμενίδη, αυτός βρήκε την ευκαιρία και κατεδάφισε τις απόψεις μου περί Ιδεών. Ο τρόπος που χειρίστηκε το θέμα ο Παρμενίδης ήταν βέβαια άψογος, αλλά η ζωή έχει δείξει ότι σ’αυτά τα θέματα, ριζικής προσέγγισης του κόσμου μας, υπάρχουν κι άλλες απαντήσεις που είναι λογικά ισάξιες». Και σ’αυτή την περίπτωση θύμισε την περίφημη συζήτησή του με τον Πρωταγόρα, όπου κατά τον Σωκράτη ο αληθινά ενάρετος πρέπει πρώτα απ’όλα να είναι σοφός και το στήριζε μ’αδιάσειστα λογικά επιχειρήματα, ενώ ο Πρωταγόρας, απέδειξε ότι δεν είναι ανάγκη ο ενάρετος να είναι σοφός και έφερε εξαιρετικά παραδείγματα από τη ζωή που φανέρωναν ότι κάποιος μπορεί να είναι γενναίος χωρίς να γνωρίζει όλες τις συνέπειες του κινδύνου που διατρέχει, μα και για τις άλλες ιδιότητες του ενάρετου βρήκε ανάλογα παραδείγματα.
222
Είπε πως «ο Πρωταγόρας μετά τη συζήτησή τους, δήλωσε ότι είχε διδαχθεί απ’τον Σωκράτη, αλλά καί αυτός είχε διδαχτεί απ’τον Πρωταγόρα». Κι όπως τόνισε ο Σωκράτης, «στη συζήτηση περί Ιδεών με τον Παρμενίδη, κατ’αρχήν δεν θα δεχόταν το αρχικό πλαίσιο, όπως το είχε θέσει τότε ο Παρμενίδης. Αφού οι Ιδέες δεν είναι κάτι υλικό που έχει διαστάσεις ή ιδιότητες υλικών σωμάτων. Οι Ιδέες έχουν υπόσταση Ιδεατή και ως τέτοιες θα έπρεπε να αντιμετωπιστούν. Έτσι κάθε Ιδέα δεν μπορεί παρά να έχει τις ιδιότητες του Εόντος όπως παρουσιάζεται απ’τον ίδιο τον Παρμενίδη. Κι αυτές θα πρέπει να είναι ακίνητες, τετελεσμένες, πεπερασμένες και να μην έχουν περιθώριο για εξέλιξη μέσα σε χώρο και χρόνο. Έτσι κάθε συζήτηση περί Ιδεών θα είχε τη μοίρα των συζητήσεων περί Εόντος που οδηγούν σε αντινομίες. Η Κάθε Ιδέα είναι και Μια μορφή του Εόντος και μόνο με τις Ιδέες θα μπορούσε το Εόν να έχει όρους και όρια τέτοια που να έχουν αποτέλεσμα, έστω και φαινομενικό, αυτόν τον λεγόμενο φθαρτό κόσμο».
«Τα πεπερασμένα όρια των Ιδεών», συνέχισε, «μπορούν να συνιστούν το Εόν, χωρίς να αίρουν αυτό που παρουσιάζεται απ’τον Παρμενίδη ως Εόν. Το Εόν όπως το παρουσιάζει ο Παρμενίδης στο έργο του «περί φύσεως», έχει όρους που δε μπορούν να το προϋποθέσουν, έχοντας μοναδικό χαρακτηριστικό το Είναι. Έτσι γίνεται μόνο το πρώτο βήμα. Το δεύτερο βήμα είναι ότι αυτό συνίσταται από δυο στοιχειώδη που είναι το φως και το σκότος, μα κι εδώ βεβαίως είναι ασαφής. Θα μπορούσα λοιπόν κι εγώ να τον ρωτήσω, ό-πως είχε κάνει αυτός σ’εμένα για τις Ιδέες, αν αυτά είναι τεμαχισμένα σε στοιχειώδη ή αν καθένα τους είναι Όλον.
Για να μπορέσει να γίνει συζήτηση, αυθαίρετα υποθέτω ότι μπορούν να χωρίζονται σε στοιχειώδη, όπως τα πυρίδια που έχει προτείνει ο δάσκαλός του Ξενοφάνης για τον ήλιο. Αλλά τότε ο Παρμενίδης θα πρέπει επί πλέον να προτείνει και τα σκοτίδια που συνιστούν το σκότος. Είναι όμως αυτά αρκετά;
223
Απ’την αποδοχή του, ότι το Είναι, το Νοείν και το Λέγειν συμπίπτουν, αφού θεωρείται το Εόν (το Υπάρχον) ως πεπερασμένο, τετελεσμένο και κλειστό, πρέπει το σύστημα λειτουργίας που συνιστούν, να έχει όρους και μια προκαθορισμένη σειρά από όρια του τέλους, τα οποία μπορούμε να υποθέσουμε. Οι όροι λειτουργίας αυτοί μπορούν να συνοψίζονται στους κανόνες του ορθολογικού συστήματος και σε μιαν απόλυτα προκαθορισμένη σειρά παιγνίων που θα μπορούσαν να ονομαστούν «πρότυπα του τέλους». Απ’τη στιγμή που ετέθησαν οι όροι αυτού του τετελεσμένου συστήματος, τα πρότυπα του τέλους που είναι και τα όρια του συστήματος, είναι εκεί εξαρχής περιμένοντας την σειρά τους να πραγματοποιηθούν. Οι όροι και τα όρια αυτού του πεπερασμένου και κλειστού συστήματος που είναι αιώνια και αναλλοίωτα, προϋποθέτουν το ένα την ύπαρξη του άλλου. Αυτά δε μπορεί κανείς να μας απαγορεύσει να τα ονομάσουμε Ιδέες. (Να λοιπόν που οι Ιδέες αναδύονται από το ίδιο το Εόν).
Αυτοί οι όροι και τα όρια λειτουργίας του συστήματος, αφού το Είναι και το Νοείν συμπίπτουν δεν έχουν μόνο ιδεατό χαρακτήρα αλλά και υλικό. Έτσι με τις Ιδέες μπορούμε να έχουμε εσωτερικές αντιστοιχίες για τις συγκριτικές διαδικασίες που μας δίνουν τη δυνατότητα να γνωρίζουμε και να σκεφτόμαστε. Χωρίς Ιδέες δεν υπάρχουν ούτε επαρκείς όροι, ούτε τα τελικά όρια που συνιστούν το κλειστό ορθολογικό παίγνιο του Παρμενίδη. Οι Ιδέες μπορεί να είναι εικόνες πραγμάτων ή καταστάσεων, αλλά μπορεί να είναι κι οι μηχανισμοί που συνιστούν το φαινομενικό γίγνεσθαι του Παρμενίδειου κόσμου». Και συνεχίζοντας ο Σωκράτης ισχυρίστηκε ότι: «Όλη αυτή η συζήτηση που συνεχίστηκε “περί ομοιότητος ή όχι της Ιδέας με τα πράγματα”, ήταν χωρίς νόημα, γιατί κάθε ομοιότητα είναι συμβατική. Όταν λέμε ότι κάποια είναι όμοια, προϋποθέτουμε ότι είναι διαφορετικά μεταξύ τους. Δεν ψάχνουμε για ομοιότητες παρά μεταξύ διαφορετικών. Η ίδια η Ιδέα όμως είναι αυτή και μόνον αυτή, που συνιστά το έσχατο, απόλυτο και αναλλοίωτο στοιχείο της ομοιότητας διαφορετικών που είναι η Ταυτότητα Καθαυτή».
224
Και συνέχισε ο Σωκράτης με τον ισχυρισμό ότι: «στη συζήτηση -περί υπάρξεως ή όχι του Ενός- εγώ δεν έπρεπε να συμμετάσχω καθόλου αφού πάντα ήμουν θιασώτης του συγκεκριμένου. Το Ένα όπως και το Είναι, ως αφηρημένα, δε μπορούν να υπάρξουν ούτε να γίνεται συζήτηση περί αυτών. Καί το Ένα, καί το Είναι, πρέπει πάντα να είναι Κάτι, για να μπορεί να ορθωθεί συζήτηση περί αυτών. Το Είναι από μόνο του, δεν είναι είναι ουσία ουδενός, ούτε και το Ένα».
Τη στιγμή εκείνη ζήτησε το λόγο ο Πλάτων και συνέχισε τον συνειρμό του δασκάλου του λέγοντας πως «η Ιδέα είναι η μηδενική κατάσταση μιας ιδιότητας που είναι απόλυτα μόνον αυτό ακριβώς και τίποτε άλλο, όντας η Ταυτότητα Καθαυτή κι Αφηρημένη. Υπ’αυτή την έννοια η Ιδέα είναι ένας απ’ τους όρους της λειτουργίας του κλειστού συστήματος. Οι σχέσεις μεταξύ των ιδεών, έχουν αποτέλεσμα την λειτουργία αυτού του συστήματος που είναι το Εόν, αποφέροντας μια τεράστια σειρά συνδυασμών, που είναι τα πράγματα κι οι καταστάσεις. Αυτά είναι τα όρια της λειτουργίας του συστήματος, που είναι και τα τελικά παίγνιά του. Ανάλογα με τους όρους λειτουργίας κάποιου συστήματος αναμένουμε κι ανάλογα τελικά παίγνια, τα οποία άσχετα πόσο πολλά είναι κι απ’τη στιγμή που ετέθησαν οι όροι της λειτουργίας του συστήματος, αυτά τα τελικά παίγνια όντας τα όρια του συστήματος, είναι εκεί απ’την αρχή αναμένοντας και την τελική πραγμάτωσή τους. Το κλειστό σύστημα λοιπόν, που μπορεί να λειτουργεί αλάθητα, είναι ο ορθολογισμός και είναι ένα σύστημα Ιδεών. Έτσι όταν διερευνούμε μ’αυτό το σύστημα την Αλήθεια πρέπει πάντα να πατάμε στο Είναι, απορρίπτοντας το Μη-Είναι και μαζί μ’αυτό, όλες τις αντιφάσεις που “Είναι-ΜηΌντας” ως ψευδείς. Οι Ιδέες στο κλειστό αυτό σύστημα είναι οι εσωτερικές αντιστοιχίες επιβεβαίωσης των συγκριτικών διαδικασιών κι όλων των νοουμένων.
225
Επανέλαβα αυτό το συλλογισμό του Σωκράτη περί των Ιδεών για να δείξω ότι μπορούμε να κάνουμε κάποιες διευκρινίσεις για τις Ιδέες, όμως αν υπεισέλθουμε στο βαθύτερο νόημά τους, επειδή ακριβώς είναι έσχατα αρχικά ή τελικά στοιχειώδη, κάθε άλλη περαιτέρω αναλυτική συζήτηση περί αυτών καταλήγει σε αντινομίες».
Ο νεαρός Πλάτων είχε εξαιρετική ευφράδεια κι έπειθε με τα επιχειρήματά του τους ακροατές, που ξέσπασαν σε χειροκροτήματα τα οποία μπορεί να ήταν τόσο ενθουσιώδη και λόγω της νιότης του.
Όταν ηρέμησαν οι ακροατές ο νεαρός Πλάτων συνέχισε τον συλλογισμό του: «όταν λοιπόν μπει το ε-ρώτημα αν η Ιδέα υπάρχει ως κάτι γενικό που περιλαμβάνει την ομοιότητα όλων όσων σχετίζονται μ’αυτή την Ιδέα, ή ως κάτι ειδικό που περιλαμβάνεται μέσα σε κάθε ειδικό αντικείμενο, (όπως είχε θέσει το ερώτημα ο Παρμενίδης στο νεαρό τότε Σωκράτη), μια ορθολογική συζήτηση περί αυτού καταλήγει σ’ αντινομίες. Έτσι για να μπορεί να διερευνηθεί το θέμα, πρέπει καταρχήν να διερευνηθεί η έννοια “περί του τι είναι το Ένα”, ως ειδικό κι ως γενικό. Το θέμα αυτό έχω αναλύσει στην εργασία μου “περί της συζήτησης του νεαρού τότε Σωκράτη με τον Ζήνωνα και τον Παρμενίδη” που συνοπτικά τίθεται ως εξής:
Α) Αν υπάρχει το Ένα σαν απόλυτο κι ανεξάρτητο απ’τα άλλα δε μπορεί να είναι όλον, ούτε να έχει μέρη, δε μπορεί να βρίσκεται μέσ’τον εαυτό του, ούτε μέσα στ’άλλα. Δεν μπορεί ούτε να κινείται, ούτε να είναι ακίνητο. Δε μπορεί να είναι όμοιο, ούτε ανόμοιο με τα άλλα ή τον εαυτό του. Είναι εκτός τόπου και χρόνου και γενικά είναι ανύπαρκτο, μη γνώσιμο κι αδύνατο να ειπωθεί τίποτα γι’αυτό. Δεν έχει μορφή.
226
Β) Αν το Ένα υπάρχει σε σχέση με τ’άλλα, κοινωνεί της ουσίας, είναι όλον κι έχει μέρη, είναι ένα κι άπειρα πολλά, είναι πεπερασμένο κι άπειρο, έχει μορφή, βρίσκεται μέσα στον εαυτό του και στα άλλα, κινείται κι είναι ακίνητο, είναι ίδιο και δεν είναι ίδιο με τον εαυτό του και με τα άλλα. Είναι ίσο, μικρότερο και μεγαλύτερο απ’τον εαυτό του και τα άλλα. Επίσης ευρισκόμενο μέσ’το χρόνο, είναι μικρότερο ίσο και μεγαλύτερο απ’τον εαυτό του και από τα άλλα. Δηλαδή μετέχει του παρόντος, του παρελθόντος και του μέλλοντος, γεννιέται, μεταβάλλεται και χάνεται. ―Μπορεί να γίνει γνωστό και μπορούν να ειπωθούν τα πάντα γι’αυτό.
Γ) Αν το Ένα υπάρχει σε σχέση με τα Άλλα, τότε τα Άλλα είναι μέρη της Ιδέας αφού είναι μέρη του Ενός που είναι Όλον. Έτσι συνιστούν Όλον με Μέρη, που το Όλον και τα Μέρη μετέχουν του Ενός, που έχουν και δεν έχουν πέρας, είναι όμοια κι ανόμοια με τον εαυτό τους και μεταξύ τους. ―Μπορούν έτσι να έχουν όλους τους χαρακτηρισμούς.
Δ) Αν το Ένα υπάρχει απολύτως και ανεξαρτήτως των Άλλων, γενικά δε μπορεί να ειπωθεί τίποτα γι’ Αυτό και για τ’Άλλα κι είναι δυνατόν να πάρει όλα τα κατηγορήματα».
Πάρα κάτω ο Πλάτων ανέπτυξε τις πιθανές σχέσεις Ενός και Πολλών, Υπάρχοντος-ΜηΥπάρχοντος, με τον πιο ακραίο κι οριακό τρόπο, ως κριτική στις δικές του απόψεις και ειδικά στην έννοια της Ιδέας. Επίσης σαν μια αναθεώρηση όλων αυτών που θεωρεί βασικές αρχές της νόησης, για μια διαλεκτική άλλη απ’τη δική του, που να μην είναι ορθολογική για να αποτίσει φόρο τιμής, όπως είπε, «στον Ζήνωνα τον οποίον θαυμάζουμε κι αγαπούμε, εγώ ο ίδιος και ο δάσκαλός μου ο Σωκράτης, μολονότι στο βάθος ποτέ δεν συμφωνήσαμε μαζί του, αλλά πάντα μας διεγείρουν διανοητικά τα παράδοξά του».
227
Μετά τις προηγούμενες διευκρινίσεις, που ήταν πολύ δυσνόητες, το κοινό βουβάθηκε, ένα μουρμουρητό σύρθηκε ακολουθώντας το τέλος της ομιλίας του νεαρού Πλάτωνα. Σαν το κοινό να ήθελε να πάρει πίσω όλες τις επευφημίες που είχαν ακολουθήσει το πρώτο μέρος της ομιλίας του.
Ακριβώς εκεί παρανέβει ο Ελευθερεύς Εκγέλας με κάποια συστολή, αφού ένιωθε απεριόριστο θαυμασμό για τους δύο προλαλήσαντες. Όμως δεν μπορούσε να μην προτείνει τις απόψεις του, που τέλος πάντων είχαν μια θέση ξέχωρη σ’αυτό το διαλογικό γίγνεσθαι, και ένιωθε ότι ήταν ακριβώς ότι έπρεπε ως συνέχεια και ανάπτυξη αυτών των λεγομένων του νεαρού Πλάτωνα, που ενώ έλαμψε για λίγο χαρίζοντας ευφορία στο κοινό αμέσως μετά έδειξε και το «σκοτεινό δυσνόητό του πρόσωπο».
―«Θα ξεκινήσω απ’ την πρόταση περί της Ιδέας, αυτού του θαυμαστού διανοητή. Μας είπε λοιπόν και συμφωνώ απόλυτα μαζί του ότι η Ιδέα είναι η μηδενική κατάσταση μιας ιδιότητας. Δηλαδή θα μπορούσαμε να πούμε ότι, εκεί Κάτι είναι μόνον Αυτό. Αλλά έτσι μόνο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί η λεγόμενη Ταυτότητα κάποιου με τον εαυτό του. Κάθε σχέση, αυτού του ενός και μοναδικού, που είναι ταυτόν με τον εαυτό του, μη έχοντας άλλον προσδιορισμό ταυτίζεται με το Μηδέν (είναι εκείνη ακριβώς τη στιγμή που όλοι οι προσδιορισμοί περί αυτού αντινομούν)· το Μηδέν είναι ο μοναδικός προσδιορισμός πέραν αυτού που απλώς Είναι (έστω κι αρνητικός). Αυτός ο προσδιορισμός, είναι πλέον εξωτερικός του Μηδενός κι εσωτερικός του Είναι. Επιβεβαιώνει κι αρνείται τον εαυτό του. Μα καί αυτή η επιβεβαίωση είναι μια άρνηση αυτού που ήταν. Εδώ έχουμε “άρνηση της άρνησης” του εαυτού, που είναι κάτι Άλλο, όντας έτσι μια κατάφαση. Οι Ιδέες βρίσκονται σε μια συνεχή διαφορικότητα, έως ότου ολοκληρωθούν στην Μία κι απόλυτη Ιδέα, που είναι κάτι σαν «Ιδέα της ύπαρξης των ιδεών».
228
Δηλαδή ξεκινούν απ’την απόλυτη ταυτότητα που είναι απροσδιόριστη στη μηδενικότητά της και καταλήγουν στη απόλυτη ολοκλήρωσή της που είναι απόλυτα προσδιορισμένη. Αυτά είναι τα όρια της Ιδέας, και όλη η πορεία για την ολοκλήρωσή της, είναι το γίγνεσθαι σαν φαινομενικό. Είναι φαινομενικό γιατί όπως είπαμε το Όλον θεωρείται κλειστό. Και είναι κλειστό αφού είπαμε ότι κάθε Ιδέα έχει όρια κι είναι πεπερασμένη και τετελεσμένη· αλλάζει μόνο μέσα στον εαυτό της γι’αυτό και προκαθορισμένη.
Επειδή το Όλον είναι τετελεσμένο και πεπερασμένο, το Εόν, το Υπάρχον, είναι Απόλυτο, άρα δεν έχει που αλλού να πάει, ούτε να υποστεί καμιά ουσιαστική αλλαγή. Το Είναι περιέχει πάντα μέσα του την ίδια την άρνησή του απ’τη στιγμή του ξεκινήματός του, που ως Καθαρό-Είναι συμπίπτει με το Μηδέν· αλλά κι η διαδικασία της πορείας του, που είναι η συνεχής “άρνηση της άρνησης” του εαυτού του, στη απόλυτη ολοκλήρωσή του, συμπίπτει ξανά με το μηδέν, αφού δε μπορεί να δεχτεί πλέον άλλο προσδιορισμό άρα δέχεται μηδενικό προσδιορισμό.
―Βέβαια με βρίσκεται ανέτοιμο να προτείνω ολόκληρη την εργασία αυτή, γιατί είμαι ακόμα στη έρευνα και την οργάνωσή της. Όμως όταν μου δίνεται η ευκαιρία, θα παρεμβαίνω δείχνοντας τι θα εννοώ με την ολοκλήρωσή της. Επίσης τονίζω ότι, όταν το θέμα της συζήτησης είναι η Διαλεκτική, τότε ο πατριώτης μου Βόρις θα πρέπει να με υποστεί. Δεν έχει καταλάβει ο φίλος μου, πως μιλώντας ακόμα και για το έργο του Παρμενίδη, πρέπει να διευκρινιστεί ο ορθολογισμός που μας προτείνει, σε σχέση με τις προτάσεις του κατά τη περίφημη συζήτησή του στην Αθήνα με τον Σωκράτη. Οι προτάσεις εκείνες αναιρούσαν την ορθολογική σκέψη και σ’εμένα μάλλον φαίνονται προτάσεις του Ζήνωνα, που έχουν σχέση με την Διαλεκτική και όχι του Παρμενίδη. Κι αφού ο Ζήνωνας κι ο Σωκράτης είναι εδώ, έχω την περιέργεια να μάθω ποια είναι η αλήθεια».
229
Αμέσως μετά πήρε το λόγο, σχεδόν χωρίς την άδεια του εξάρχοντα ο Νέαρχος, που περίμενε αυτή την ερώτηση που πλανάτο χρόνια τώρα και χρόνια τώρα είχε διερευνήσει αυτό το ερώτημα κι είχε δώσει πολλές απαντήσεις, αλλά τελικά είχε καταλήξει στο εξής: Εδώ συμφωνώ κάπως με τον Ελευθερέα. Μπορεί να μοιάζουν οι απόψεις του Παρμενίδη και του Ζήνωνα, αλλά υπάρχει μια διαφορά, την οποία ο Ζήνων, που είναι παρών, μπορεί να βεβαιώσει. Ο Ζήνων πιστεύει ότι υπάρχει διαλεκτική λογική κι ότι αυτή είναι μια αντιφατική λογική, ενώ ο Παρμενίδης με τις προτάσεις αυτές εννοούσε ακριβώς το αντίθετο. Δηλαδή ότι οι αντιφάσεις της ορθολογικής σκέψης, γεννώνται όταν τα θέματα που πραγματεύεται δεν μπορεί να διαχειριστεί η λογική. Υπάρχουν θέματα για τα οποία μπορεί να μιλά κανείς κι είναι αυτά που μπορεί να πραγματεύεται ο ορθολογισμός και θέματα που δεν μπορεί να μιλά, αφού όταν διερευνούνται ορθολογικά, αντιφάσκουν. Τα θέματα που δεν μπορεί να μιλά κανείς, είναι άρρητα και είναι οι αρχές που δεχόμαστε για να θεμελιωθεί ο ορθός λόγος. Δεν μπορείς να μιλάς π.χ. για την ύπαρξη του Μη-Είναι, αφού το Μη-Είναι εξ ορισμού δεν μπορεί να Είναι. Έτσι, όπως είπε ο Παρμενίδης, αν θέλουμε να έχουμε συμπεράσματα ορθολογικά, πρέπει να βγάλουμε απ’το συλλογισμό μας κάθε στοιχείο που περιέχει το Μη-Είναι, δηλαδή κάθε αντίφαση γιατί αυτή πάντα χαρακτηρίζεται σαν Είναι-ΜηΌντας. Ο Ζήνων βέβαια δεν έχει προτείνει ποτέ μιαν αντιφατική λογική, αφού αυτό το έκανε πολύ πριν ο Ηράκλειτος, όμως όλες οι προτάσεις και παρατηρήσεις του στρέφονται πάντα ενάντια στον ορθολογισμό. Πάντα βρίσκει τις αντινομίες που γεννάει η αποδοχή των αρχών του ορθού λόγου κι οι προτάσεις του Παρμενίδη. Η αποδοχή των Ιδεών και των μηχανισμών των συγκριτικών διαδικασιών του ορθολογισμού, είναι κάτι το άρρητο κι αδιαπραγμάτευτο.
230
Πιστεύουμε σ’αυτά γιατί μόνο μ’αυτά μπορούμε να έχουμε λογικά συμπεράσματα, που συμφωνούν απόλυτα με την καθημερινότητα, η οποία όπως τόνισε κι ο Διογένης ο Ταραντίνος στην αρχή της συζήτησής μας, -αυτά είναι η ίδια η πραγματικότητα-. Θα έλεγα λοιπόν ότι διαλεκτική με την έννοια που της δίνουν οι Ζήνων και Ηράκλειτος, η οποία θα ήταν μια λογική ξέχωρη απ’τον ορθολογισμό και θα μπορούσε να έχει επιστημονικό χαρακτήρα κι ερευνητική αξία, δε μπορεί να υπάρξει».
Εκείνη τη στιγμή μπήκε στη συζήτηση και ο Αλοβέρδος Μονόλιθος, που ενώ έδειχνε πολύ υπομονετικός, η συζήτηση όπως είχε διαμορφωθεί τον είχε προκαλέσει διανοητικά. Είπε λοιπόν: «συμφωνώ με τον Νέαρχο αλλά επιφανειακά, γιατί άποψή μου είναι ότι ο κόσμος και τα πράγματα αλλάζουν αληθινά. Ακόμα στο πως θα έπρεπε να αντιμετωπίζονται ο κόσμος και τα πράγματα, μόνο με τον Ζήνωνα θα μπορούσα να συμφωνήσω, αφού ο κόσμος και τα πράγματα μάλλον είναι όπως τα ονειρεύτηκε ο Ηράκλειτος. Όμως νομίζω, όπως κι ο Νέαρχος, ότι κάθε απομάκρυνση απ’τον ορθολογισμό, μόνο το χάος μπορεί να φέρει. Η αντικειμενικότητα κι ο ορθολογισμός είναι το μόνο βάθρο που επάνω του μπορεί να πατήσει η επιστήμη. Αυτό το έχουν αναλύσει κι άλλοι πιο πριν, έτσι στη συνέχεια θα προσπαθήσω να δείξω που συμφωνώ με τον Ζήνωνα και πως κατά τη γνώμη μου, θα μπορούσαν οι απόψεις του να μην αντιστρατεύονται στην επιστήμη αλλά να την επικουρούν. Τονίζω επίσης ότι καί η άποψη του φίλου του Ελευθερέα, είναι απολύτως αντίθετη με τη δική του, αφού βλέπει τον κόσμο σταθερό και τη λογική, που είναι η πορεία της Ιδέας, εν εξελίξει. Αντιστρέφει τον κόσμο, χωρίς κανένα όφελος, μόνο για να μπορεί να έχει κάποιο Απόλυτο ξεκίνημα Καθαρού Είναι και να μπορεί να αναφέρεται σε μια Μεταφυσική χωρίς νόημα επιστημονικό.
231
Οι απόψεις όμως των Ηράκλειτου και Ζήνωνα περί
σχετικότητας χρόνου, τόπου και πραγμάτων είπε, είναι πολύ ερεθιστική νοητικά και όταν τις στηρίξει κανείς με την καταλυτικο-συνθετική διαδικασία ύπαρξης των πραγμάτων, που έχει προτείνει ο Ηράκλειτος, είναι ότι πιο θαυμάσιο έχει ποτέ ακουστεί. Το πρόβλημα είναι όμως, πως θα ήταν δυνατόν όλο αυτό το διαλογικό γίγνεσθαι να ενταχτεί στο ορθολογικό ρεύμα; Προτείνω λοιπόν ότι η λύση βρίσκεται στο ότι η ταυτότητα ενός γεγονότος με τον εαυτό του, ακόμα κι αν αλλάζει, έχει κάποια όρια μέσ’τα οποία μπορεί να θεωρείται (σχεδόν) ταυτή με τον εαυτό της. Τη στιγμή λοιπόν ακριβώς που δυο συστήματα σχετίζονται με την κάθε ευκαιριακή και στιγμιαία ταυτότητα, δύνανται έστω και προσεγγιστικά, να υπάρχουν αντικειμενικά το ένα σε σχέση με τ’άλλο. Υπάρχει λοιπόν η δυνατότητα το γίγνεσθαι ως αληθινό να ενταχθεί μέσ’το ορθολογικό ρεύμα, ακόμα περισσότερο όταν υπάρχουν μαθηματικοί δρόμοι μέσα απ’τους οποίους μπορεί να υπολογιστεί η διαφορικότητα των καταστάσεων. Τονίζω επίσης ότι υπάρχει ο τρόπος ν’ αποδειχθεί μαθηματικά, ότι τ’αντικείμενα στις μεγάλες ταχύτητες διαστέλλονται προς τη διεύθυνση της κίνησης κι ότι τ’αντικείμενα είναι συνυφασμένα με το χώρο και το χρόνο. Δηλαδή ο χώρος δεν είναι κάτι αδιάφορο μέσ’στο οποίο υπάρχουν ή δεν υπάρχουν τα πράγματα, αλλά όπως μας προϊδεάζει ο Αναξίμανδρος, ο Ηράκλειτος και τελικά ο Ζήνων, τα ίδια τα πράγματα μαζί με τον χρόνο και το χώρο συνιστούν μιαν ενότητα, ένα γίγνεσθαι. Όλ’αυτά, αντικείμενα, χώρος και χρόνος, μεταξύ τους σχετίζονται γενετικά, και δεν μπορεί το ένα χωρίς τα άλλα. Ακόμα κάθε σχετικό σύστημα εκτός από την ενότητά του με τα άλλα, μπορεί να λειτουργεί σαν ξέχωρο έχοντας τις δικές του χωρο-χρονικές αντιστοιχίες. Δηλαδή αυτό που θεωρείται χρόνος για ένα σύστημα, μπορεί για άλλο σχετικό σύστημα να είναι χώρος ή μπορεί οι χρονικές αντιστοιχίες να είναι διαφορετικές σε διαφορετικά συστήματα που ανάλογα με το σημείο αναφοράς τους λειτουργεί και το χωρο-χρονικό τους σύστημα.
232
Δηλαδή η χρονική διάρκεια ή η χρονική αλληλουχία είναι διαφορετική σε διαφορετικά συστήματα αδρανείας, κι αυτό άπτεται στην αντικειμονικότητα των όντων».
Φαίνεται ότι το ακροατήριο δυσανασχετούσε, αφού κάποιοι είχαν αρχίσει να εκτοξεύουν σκωπτικά σχόλια ή να μουρμουρίζουν από δυσαρέσκεια. Κάποιοι μάλιστα δεν έκρυβαν την οργή τους απέναντί σε ότι είχε σχέση μαζί μου. Τότε παρενέβη οργισμένος ο Νέαρχος και επέπληξε το ακροατήριο που δεν ήταν ικανό να έχει μια κόσμια στάση απέναντι σε κάτι το οποίο δεν μπορεί να καταλάβει. Ο Βόρις τη στιγμή αυτή ζήτησε διακοπή. Μετά πλησίασε το Νέαρχο και του πρότεινε να έδινε τέλος στο συμπόσιο και να οργάνωνε διάλογο με τους κορυφαίους συζητητές και ίσως τους πιο δραστήριους και σοβαρούς συνομιλητές. Ο Νέαρχος αρνήθηκε υπενθυμίζοντας ότι ο απώτερος σκοπός του συμποσίου ήταν η εξουσία και η δημοκρατία, και τόνισε ότι πρώτα από όλα είναι δίδαγμα κοινωνικών σχέσεων. Και συνεχίζοντας με ύφος σιβυλλικό, είπε ότι άλλοι είναι επικίνδυνοι για την δημοκρατία και όχι αυτοί οι ανόητοι. Το ύφος του Νέαρχου ήταν τέτοιο, που ο Βόρις κατάλαβε που το πήγαινε τελικά ο αφέντης του κι αναρωτήθηκε, πως θα κατέληγε ένα φιλοσοφικό συμπόσιο εκεί. Τη στιγμή εκείνη ζήτησε τον λόγο ο Τύχων ο Κρης, ένας νεαρός συνδαιτυμών άγνωστος στο ευρύ κοινό, θαυμαστής του Αλοβέρδου. Όμως ο Βόρις ζήτησε την διακοπή των ομιλιών του συμποσίου για την επόμενη μέρα, με τη δικαιολογία ότι η διαλογική ατμόσφαιρα ήταν πολύ ηλεκτρισμένη. Πρότεινε λοιπόν να συνεχιστεί το συμπόσιο με την ακρόαση απαγγελιών κάποιων νέων ποιητών και ζήτησε απ’τον Τύχωνα να περιμένει την αυριανή ημέρα για την ανάπτυξη των απόψεών του. Ξάφνου η αίθουσα γέμισε μουσική και χορό και στο κέντρο ένας νέος ποιητής απήγγειλε ποιήματα εμπνευσμένα από την διαλεκτική τα οποία αναδείκνυαν τη δυναμική του γίγνεσθαι:
233
πορεύομαι συντιθέμενος σ’άλλες θέσεις
είμαι αλληλουχία θέσεων
θέσεων ανασύστασης θέσεων αυτοαναίρεσης
η διάρκειά μου είναι η πορεία μου σαν ουσία
μια διάρκεια που είναι έτσι γιατί δεν διαρκεί
εγώ είμαι μόνο τώρα
μια αυτοαναιρούμενη επιβεβαίωση
το παρόν στίγμα
που αλληλοαποκλείονται δυο καταστάσεις
υπάρχω εγώ αλλού
υπάρχω άλλος εδώ
είμαι μόνον εκεί που διαψεύδομαι Μετά απ’αυτόν μια νεαρή ποιήτρια συνέχισε:
το αντικείμενο της νόησης
φύλλα ξερά στάχτες
ο μοναχικός τεχνίτης του αντίλογου λόγου
θα τα κάνει τέχνη
θα είναι μιας χρήσης ή απεριορίστων χρήσεων
την κάθε φορά διαφορετικό
θα καίεται φωτίζοντας τον εαυτό του
στο έσχατο κενό η πληρότητα
στον μέγιστο οργασμό η γαλήνη
στην πολυμάθεια η άγνοια
το ίδιο το φως είναι σκοτεινό
η ίδια η φωτιά παγερή
διαπερνά τα πάντα χωρίς να τ’αγγίζει
το τέλειο είναι νεκρό το ζωντανό ατελές
αντλεί δύναμη απ’την αδυναμία του
ζωή απ’το θάνατό του.
Όταν τελείωσε το συμπόσιο παρατήρησα τον Τύχωνα που ήταν λεπτός, μικρού αναστήματος ευκίνητος και ομιλητικός, να έχει πλησιάσει τον Αλοβέρδο και κάνοντας κάποιες χειρονομίες που μάλλον έδειχναν αποφασιστικότητα κι εμμονή σε κάποιες πιθανές αντιρρήσεις του Αλοβέρδου, να συζητά με πάθος τις απόψεις του. Ο Αλοβέρδος τον κοίταζε με συμπάθεια, αλλά δείχνοντας πως κάπου διαφωνεί. Παρακολούθησα τη θαυμάσια εικόνα τους να χάνεται στο σκοτάδι.
234
Εγώ με τον Ελευθερέα προχωρήσαμε αργά προς το σπίτι. Είχε αρχίσει να νυχτώνει. Καθίσαμε για λίγο στην πεζούλα του παραθύρου που κοίταζε προς τη θάλασσα. Ο Ελευθερεύς είπε κάτι για το θαυμάσιο κλίμα της Μεσογείου, για την ανατολή και τη δύση του ήλιου στην ήμερη θάλασσα, κάτι πολύ ποιητικό. Μίλησε για τους Έλληνες που είχαν την τύχη να ζουν εκεί και συμπλήρωσε: Θα έλεγα πως η αιτία αυτού του πολιτισμού βρίσκεται σ’αυτό το θαυμάσιο κλίμα, όμως δεν απατώμαι γιατί κι άλλοι λαοί έζησαν και ζουν σ’αυτό το χώρο κι όμως η ζωή τους προήγε τρόμο και βαρβαρότητα.
Το άλλο πρωί ο Ελευθερεύς θα έφευγε. Έπρεπε να γυμνάσει το σώμα του στον πρωινό ήλιο και την θάλασσα ώστε να μπορεί ν’αντέχει τις κακουχίες της σκληρής ζωής του.
Συναντηθήκαμε στο ταβερνάκι της παραλίας όπου εκεί ήταν κι ο Τύχων με τον Αλοβέρδο. Ο Τύχων ήταν πολύ λιτός μια φέτα μαύρο ψωμί και τέσσερις ελιές, ενώ ο Αλοβέρδος με τον Ελευθερέα είχαν μπροστά τους αυγά τηγανητά με κρέας καπνιστό. Ο Ελευθερεύς είχε κι ένα ποτήρι με κόκκινο κρασί, την ώρα που ο Τύχων τον απέτρεπε απ’το να πιει κρασί το πρωί. Αυτός γέλασε καλοκάγαθα εξηγώντας του πως εκεί στο βορρά η ζωή δεν ξεκινά αλλιώς. Από μακριά είδαμε τις φιγούρες των Πλάτωνα και Σωκράτη να πλησιάζουν, φαίνεται πως είχαν πάει στην πρωινή θάλασσα ν’ασκηθούν κατά το συνήθειο των Αθηναίων. Πλησίασαν χαμογελώντας κι ο Σωκράτης έκανε κάποιους “αλάνικους” υπαινιγμούς για την αντροπαρέα μας, όπως «κορίτσια καλημέρα σας». Οι Αθηναίοι ήταν πολύ αθυρόστομοι, τους άρεσε το χοντρό αστείο με σεξουαλικούς υπαινιγμούς, αντίθετα ο Πλάτων ποτέ δεν συμμετείχε στα αστεία του δασκάλου του, ήταν ολοφάνερο πως είχαν διαφορετική καταγωγή. Ο Πλάτων πήρε μια κούπα γάλα με λίγο ψωμί, ενώ ο Σωκράτης ζήτησε να του ετοιμάσουν ψητό σκουμπρί που να συνοδεύεται μ’ένα ποτήρι ρετσίνα. Ήξερε πως ο Νέαρχος έδωσε εντολή, οι επισκέπτες του να μην πληρώνουν τίποτα κι οι έμποροι θα έπαιρναν τα λεφτά τους στο τέλος του συμποσίου από τον Σαδή.
235
Είχε γίνει γνωστό, ότι αργά το μεσημέρι ο Σωκράτης κι ο Πλάτων θα έφευγαν για τις Συρακούσες με κάποιο πλοίο που θα περνούσε πηγαίνοντας για Μασσαλία. Μαζί τους θά’φευγε κι ο Αλοβέρδος που απ’τη Μασσαλία θα συνέχιζε για το βορρά. Ο Ελευθερεύς είχε ετοιμάσει κι αυτός το “καραβάνι” του με εμπορεύματα πολυτελείας για τις πόλεις του Βορρά. Έτσι ο Τύχων δε θα είχε την τύχη να συζητήσει μ’αυτούς μπροστά στο κοινό, είχαν όμως συζητήσει κατ’ιδίαν και μολονότι δεν συμφωνούσαν απόλυτα, ένιωθαν πως οι απόψεις του θα τους εκπροσωπούσαν.
Με την αναχώρηση αυτών των καλών φίλων, ξαναγύρισε η μοναξιά που είχε δημιουργηθεί στην Ελέα με τον θάνατο του Παρμενίδη, η οποία με την παρουσία αυτών των φίλων είχε ξεχαστεί.
ΗΜΕΡΑ ΤΕΤΑΡΤΗ όπου ο Τύχων ο Κρής, θέτει το αίτημα της επιστημονικής νομιμότητας της Διαλεκτικής της Φύσης
Το συμπόσιο είχε ξεκινήσει αργά εκείνη την ημέρα αφού έπρεπε ο Νέαρχος κι οι γραμματικοί του να αποχαιρετήσουν τους ταξιδιώτες.
Ο Τύχων νεότατος ολοκάθαρος σεμνά ντυμένος, έλαμπε κι ο Νέαρχος που τον καμάρωνε για το ήθος και την αξία του, ένιωθε πως είχε κι αυτός βρει τον Πλάτωνά του. Ναι! Ο Τύχων ήταν ένα νέο αστέρι σ’ αυτόν τον κόσμο της νόησης και της μοναξιάς.
Αρχίζοντας ο Τύχων ζήτησε τη συμπάθεια των ακροατών γιατί θα προσπαθούσε, όπως είπε, να συμπτύξει όλα αυτά από τα προλεγόμενα που θεωρούσε ότι μπορούν να συνταχτούν ως μια φιλοσοφική προσέγγιση, που να μην αντιστρατεύεται στην έννοια της επιστημονικότητας, όπως είχε αρχίσει να διαμορφώνεται με τα σύγχρονα δεδομένα. Αυτό γιατί και με την σύμφωνη γνώμη του Νεάρχου, η συζήτηση είχε απλώσει πάρα πολύ κι άθελά μας είχε ξεστρατίσει απ’την ουσία του θέματος που ήταν η Διαλεκτική.
236
«Υπάρχει η αντίληψη ότι η Διαλεκτική είναι η επιστήμη των γενικών νόμων της κίνησης κι ανάπτυξης της φύσης, της ανθρώπινης κοινωνίας και της νόησης. Όμως με την καινούρια αντίληψη περί επιστημονικότητας, μπορεί πολύ καλά να τεθεί το ερώτημα, αν η διαλεκτική είναι μια επιστήμη κι αν οι λεγόμενες αρχές της έχουν επιστημονική βάση. Ακόμα αν η Διαλεκτική είναι μια ξέχωρη λογική ή συμπληρωματικό εργαλείο του Ορθολογισμού». «Στη συζήτηση αυτή» τόνισε ο Τύχων «δε θα ξεχωρίσω τις διάφορες τάσεις της δια-λεκτικής αλλά θα προσπαθήσω να ενσωματώσω τις αρχές τους σ’ένα σύστημα που ν’ανταποκρίνεται στη σύγχρονη επιστημονική αίσθηση κι ίσως στο τέλος να δοθεί από μόνη της απάντηση. Θα μπορούσαμε λοιπόν να επισημάνουμε πρώτα, ορισμένα γενικά χαρακτηριστικά της φύσης, όπως αυτά αναδεικνύονται απ’την παρατήρηση, την εμπειρία και τη λογική προσέγγιση που θα μπορούσαμε να κάνουμε σ’αυτά.
1. Η φύση συνιστά ολότητα. Δηλαδή Ένα διαφοροποιούμενο Αντιθετικό Όλον το οποίο βρίσκεται σ’ αέναη εξέλιξη. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η Ενότητα αυτού του Όλου, βρίσκεται στην υλικότητά της.
2. Η φύση συνιστά ολότητα, ακριβώς επειδή τα μέρη της αλληλεπιδρούν κι αλληλοκαθορίζονται αμοιβαία. Αυτό γίνεται μέσω των φυσικών αλληλεπιδράσεων δηλαδή των μορφών της ύλης που εκπέμπονται κι απορροφώνται από τα φυσικά συστήματα, εξασφαλίζοντας την ενότητα του κόσμου στο πολύ μικρό και το πολύ μεγάλο.
3. Η ενότητα των υλικών μορφών έχει αντιθετική φύση. Η αντίθεση λειτουργεί μέσα στα πράγματα είτε διατηρώντας την ισορροπία τους, είτε διαταράσσοντάς την, όντας αιτία καταστροφής παλαιών και δημιουργίας άλλων νέων μορφών ύπαρξης της ύλης.
4. Χάρη στην αλληλεπίδραση και την αντίθεση, η φύση δε συνιστά ένα στατικό σύστημα, αλλά μιαν ολότητα σε αέναη εξέλιξη. Αυτό το Γίγνεσθαι είναι το γενικό χαρακτηριστικό της φύσης.
237
5. Το γίγνεσθαι όντας προϊόν της αλληλεπίδρασης του αμοιβαίου καθορισμού και λειτουργίας των αντιθέσεων στη φύση, είναι αιτιοκρατημένο. Η επιστήμη με τη σημερινή έννοια μελετά τις ειδικές αιτίες των φαινομένων και τα δεδομένα τους θεμελιώνουν τη διαλεκτική αντίληψη για τη σχέση τυχαίου κι αναγκαίου στη φύση. Το αναγκαίο είναι αποτέλεσμα μιας σειράς τυχαίων συμβάντων που είναι με τη σειρά τους αιτιοκρατημένα. Σκοπός της επιστήμης είναι ν’ανακαλύψει τους όρους λειτουργίας τους.
6. Κατά τη διάρκεια του Γίγνεσθαι (της κίνησης, της εξέλιξης) η ποσότητα μετατρέπεται σε ποιότητα κι έτσι η εξέλιξη δεν είναι απλά μια συσσωρευτική διαδικασία συνέχειας. Χαρακτηρίζεται από άλματα που είναι οι καταστροφές των παλαιών μορφών κι οι αναδύσεις των νέων μορφών «από το βάθος του πραγματικού», ό-πως χαρακτηρίζει αυτή την κατάσταση κι ο αγαπητός μας Ελευθερεύς.
7. Η φύση είναι οργανωμένα επίπεδα που επικοινωνούν μεταξύ τους, τα οποία μπορούν άφοβα να θεωρηθούν προσεγγιστικά, αντικειμενικά και κλειστά, όπως τονίζει κι ο άλλος αγαπημένος φίλος μας, Αλοβέρδος Μονόλιθος. Τα επίπεδα αυτά όντας σαφώς ιεραρχημένα μπορούν να έχουν δικούς τους νόμους λειτουργίας. Αλλ’αυτή η σχέση δε μπορεί να είναι απόλυτη, επικοινωνούν μεταξύ τους κι έτσι οι νόμοι του ευρυτέρου επιπέδου, λειτουργούν στο υπόβαθρο του ειδικού επιπέδου εκφράζοντας την ενότητα της φύσης.
8. Το σύμπαν δεν είναι μηχανή· η έννοια της κοσμογένεσης (του γίγνεσθαι) εκφράζεται νόμιμα σαν το γενικότερο χαρακτηριστικό του σύμπαντος ενώ τ’άλλα χαρακτηριστικά που αναφέραμε πριν, είναι επί μέρους όψεις της εξελισσόμενης ολότητας που είναι η φύση. Μπορούμε άραγε ν’αξιώσουμε τη διατύπωση μιας Δια-λεκτικής της Φύσης; Αυτά τα χαρακτηριστικά που διαπιστώνουμε σαν γενικά, μπορούν να συστήσουν γενικούς νόμους;» «Επειδή ο ορθολογισμός αντιμετωπίζει τον κόσμο ως στατικό, θεωρήθηκε αναγκαίο να προταθούν άλλες αρχές που ν’αντιμετωπίζουν τον κόσμο εν τω γίγνεσθαι. Ο αγαπητός μας φίλος Ελευθερεύς, πριν αναχωρήσει μ’εξουσιοδότησε να πω κάτι για τις απόψεις του περί Διαλεκτικής. Αυτός θέλοντας να οριοθετήσει την Ιδέα εν τω γίγνεσθαι προτείνει για το σκοπό αυτό τις εξής λογικές αρχές: α. Την αρχή του περάσματος απ’την ποσότητα στη ποιότητα κι αντίστροφα. β. Την αρχή της αλληλοδιείσδυσης των αντιθέτων. γ. Την αρχή της άρνησης της άρνησης.
238
Οι αρχές αυτές φιλοδοξούν να αποτελέσουν τη βάση ενός τυπικού οργάνου Διαλεκτικής Λογικής αντίστοιχου με το τυπικό ορθολογικό όργανο. Αυτό το τυπικό διαλεκτικό όργανο είναι αλήθεια ότι βρίσκεται σε μια συνεχή αναπροσαρμογή κι αναδιάταξη σύμφωνα με τα εμπειρικά δεδομένα, που κάποιοι νεωτεριστές έχουν καταλήξει ότι οι αρχές αυτές θα μπορούσαν να είναι πέντε:
α. Η αρχή της καθολικής αλληλεπίδρασης (της αμοιβαίας διαμεσολάβησης και σύνδεσης του υπαρκτού).
β. Η αρχή της καθολικής κίνησης.
γ. Η αρχή της ενότητας των αντιθέτων. δ. Η αρχή του μετασχηματισμού της ποσότητας σε ποιότητα (των αλμάτων). ε. Η αρχή της ελικοειδούς ανάπτυξης (της υπέρβασης).
Είναι φανερό ότι όσο συζητάμε την οργάνωση ενός τυπικού διαλεκτικού εργαλείου έρευνας, τόσο το ανα-διαμορφώνουμε έτσι φαίνεται ότι είναι ακόμα ανοικτό στη συγκομιδή της επιστημονικής δραστηριότητας».
«Κάποιοι πιστεύουν ότι αυτοί είναι Νόμοι καθολικού κύρους. Αλλά ποιος είναι ο βαθμός επιστημονικού επίπεδο αυτών των νόμων; Γνώμη μου είναι ότι η φιλοσοφία και κατά συνέπεια η διαλεκτική ή ακόμα κι η διαλεκτική της φύσης, δεν είναι ειδική επιστήμη όπως η φυσική, η ιατρική ή τα μαθηματικά κλπ. Συνεπώς οι «νόμοι» της διαλεκτικής, δεν μπορούν να έχουν το επίπεδο των νόμων των φυσικών επιστημών, αλλά ακόμα εγώ θα έλεγα ότι δεν μπορούν να είναι νόμοι. Το κριτήριο του εμπειρικού ελέγχου δε μπορεί να εφαρμοστεί σε νόμους που στην καθολικότητά τους υπερβαίνουν την εμπειρία. Όμως αυτές οι προτάσεις της διαλεκτικής μολονότι δεν έχουν επίπεδο επιστημονικών νόμων, δεν είναι αυθαίρετες ούτε στερούνται νοήματος. Προκύπτουν ως γενίκευση και υπέρβαση της ειδικής γνώσης και των ειδικών νόμων κι έτσι μπορούν να θεωρούνται ελέγξιμες, με την έννοια ότι αποτελούν είδος συσσωρευμένης γνώσης, που ελέγχεται απ’την πράξη ως σωστή ή λανθασμένη.
239
Η Διαλεκτική και ειδικά η Διαλεκτική της Φύσης, είναι μια σειρά προτάσεων που τίθενται κάτω απ’το συνεχή έλεγχο της θεωρίας και της πράξης. Εμπλουτίζονται κι αναπτύσσονται ή απορρίπτονται σαν λανθασμένες. Η Διαλεκτική της Φύσης είναι ένα πεδίο ανοικτό, που αναπτύσσεται δημιουργικά μέσα απ’την επιστημονική έρευνα. Όμως ενώ μπορούμε να δεχτού-με την ύπαρξη Διαλεκτικής Μεθόδου ή και την Δια-λεκτική διαδικασία προσέγγισης της φύσης, υπάρχει πρόβλημα στην αποδοχή μιας έγκυρης Διαλεκτικής Λογικής σαν αυτήν της τυπικής Ορθολογικής διαδικασίας: Οι αρχές της ταυτότητας και της μη αντίφασης της τυπικής ορθολογικής διεργασίας έχουν ένα ευρύ πεδίο ισχύος. Η ισχύς τους απλώνεται όπου τα αντικείμενα διατηρούν την ταυτότητά τους κι οι σχέσεις τους δεν μεταβάλλονται, αλλά συνιστούν στάσιμες καταστάσεις. Όμως στη φύση υπάρχει επίσης κίνηση, μεταβολή και ριζική αλλαγή. Υπάρχουν καταστάσεις που τείνουν να εξαφανιστούν και άλλες που αναδύονται απ’το βάθος του πραγματικού. Υπάρχουν λοιπόν καταστάσεις που η τυπική λογική δεν ισχύει, αφού το γίγνεσθαι που καλείται να διαχειριστεί, είναι η σχέση του Όντος-ΜηΌντος που η τυπική λογική κι ο ορθολογισμός απορρίπτουν μιας εξαρχής. Ως εδώ λοιπόν υπάρχουν τα όρια της στατικότητας και της τυπικής λογικής κι από δω και πέρα υπάρχουν τα όρια της λογικής του Γίγνεσθαι και της Αντιθετικότητας. Η Διαλεκτική Λογική διαχειρίζεται την αντιθετικότητα που λειτουργεί σαν γενετική διαδικασία μέσ’τα ίδια τα πράγματα παραβιάζοντας έτσι την τυπικότητα της αρχής της μη αντίφασης. Αυτό όμως θα πει ότι η Διαλεκτική Λογική είναι η λογική της Αντίθεσης και όχι της Αντίφασης. Εκφράζει την ύπαρξη αντιθέσεων μέσ’τα πράγματα, ως συγκεκριμένες-διαφοροποιούμενες ενότητες αμοιβαία αποκλειομένων κατηγορημάτων.
240
Οι αντιθέσεις αυτές μπορεί να είναι στάσιμες, να βρίσκονται σε μια σχετική ισορροπία, να εξελίσσονται, και πολλές φορές το αποτέλεσμα της εξέλιξής τους να είναι η καταστροφή του ενός πόλου της αντίθεσης κι η επιβολή του άλλου. Η Διαλεκτική Λογική διαψεύδει την τυπική λογική, αλλά δεν την καταργεί. Δεν πέφτει στο παράλογο. Η Διαλεκτική Λογική, όπως η τυπική λογική, δε δέχεται αντιφατικές αποφάνσεις την ίδια χρονική στιγμή στο ίδιο αντικείμενο. Δεν μπορούμε να πούμε ότι αυτό το ύφασμα είναι ταυτόχρονα λευκό και μαύρο. Απ’όπου το αξίωμα:«Η θεωρία των Αντιθέσεων δεν μπορεί να είναι Αντιφατική». «Ήδη απ’την εποχή του Αναξίμανδρου, του Αναξιμένη και του Ηράκλειτου συζητείται η υλικότητα του κόσμου. Δηλαδή ότι ο κόσμος συνίσταται από στοιχειώδη που έχουν υλική φύση, αιθέρας, πυρ κ.λπ. Όμως η ίδια η Ύλη, η Ύλη καθαυτή, δε μπορεί να υπάρχει ως τέτοια. Γνώμη μου είναι ότι η Ύλη καθαυτή είναι γενίκευση που υπάρχει μόνο στον ανθρώπινο νου. Η Ύλη αληθινά υπάρχει πάντοτε ως κάτι συγκεκριμένο και πεπερασμένο. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι η ενότητα όλων αυτών των υπαρκτών συγκεκριμένων, που η μόνη κοινή ιδιότητα τους είναι η υλικότητα. Η ίδια η υλικότητα όμως, είναι κάτι που κανείς δεν το αισθάνθηκε ή το είδε σαν τέτοιο. Το ίδιο θα μπορούσαμε να πούμε και για κάποιες ιδιότητες της Ύλης, όπως το άπειρο και την κίνηση. Η Ύλη είναι άπειρη, αλλά ούτε η Ύλη ούτε το άπειρο, σαν ουσία συγκεκριμένη μπορεί να υπάρξει. Όσο για την κίνηση, είναι μια ιδιότητα των υλικών συγκεκριμένων πραγμάτων που μπορεί να έχει μορφή μόνο σε σχέση με τα πράγματα. Το ίδιο και το γίγνεσθαι. Όμως το γίγνεσθαι είναι ενότητα Είναι και Μη-Είναι, άρα είναι ενότητα και τετμημένο την ίδια στιγμή, ομοιότητα και διαφορότητα. Λέγεται απ’τους παλαιούς φιλόσοφους ότι τα αντίθετα διεισδύουν αμοιβαία: το ένα διεισδύει στα πολλά και τα πολλά εξίσου στο ένα, η μοναδικότητα στην πολλαπλότητα κι η πολλαπλότητα στη μοναδικότητα, αλλά αυτό είναι τελείως αφηρημένο. Εγώ προσωπικά αμφιβάλλω αν ο κόσμος μπορεί να γίνει ορατός έτσι. Επίσης αμφιβάλλω αν υπάρχουν κάποια έσχατα αναλλοίωτα στοιχειώδη που να παίζουν τον ρόλο των δομικών στοιχείων του κόσμου μας.
241
Όμως θα μπορούσαν να υπάρχουν στοιχειώδη που βρίσκονται σε συνεχή εξέλιξη κι αλλαγή. Αυτή την κατάσταση θα μπορούσαμε να περιγράψουμε ως Ενότητα και Πάλη των Αντιθέτων. Αυτή μπορεί να είναι η αιτία της αλληλεπίδρασης των ουσιών και των καταστάσεων, αλλά και της εγγενούς κίνησης της Ύλης που έχει αποτέλεσμα το Γίγνεσθαι».
«Θα μπορούσε η έννοια του γίγνεσθαι να μας οδηγήσει στην αντίληψη ότι ο κόσμος ουσιαστικά είναι μια ενότητα κι οι ουσίες αλλά και τα πράγματα στο βάθος, δεν μπορούν να έχουν την ανεξαρτησία που τους δίνει ο ορθολογισμός, που τη λέμε αντικειμενικότητα. Επίσης όπως είπε και ο Ηράκλειτος, ο κόσμος είναι ίδιος για όλους κι όχι διαφορετικός για τον καθένα. Αυτό σημαίνει ότι αυτό που παρατηρώ εγώ σε μια κατάσταση δε μπορεί να είναι διαφορετικό από αυτό που παρατηρεί ο άλλος στην ίδια κατάσταση. Όμως κάτι που μπορεί να συμβεί σε μένα, δεν είναι αναγκαίο να συμβεί και στα άλλα αντικείμενα αλλά ούτε και η δραστηριότητα της παρατήρησής μου μπορεί να άρει την αντικειμενικότητα ή την ανεξαρτησία της ύπαρξής των παρατηρουμένων.Μολονότι υπάρχει η αλληλεπί-δραση των αντικειμένων και το Γίγνεσθαι προϋποθέτει τη συνεχή αλλαγή όλων των συστημάτων και των αντι-κειμένων, μπορούμε με προσοχή κι ευκαιριακά να δια-χωρίσουμε τ’αντικείμενα και τις καταστάσεις για να τα ερευνήσουμε, βγάζοντας έγκυρα συμπεράσματα. Δη-λαδή μπορούμε άφοβα να δεχτούμε την αντικειμενικό-τητα ως έγκυρη.
242
Μετά απ’όλα αυτά λοιπόν θα μπορούσα να καταλήξω ότι οι αρχές της διαλεκτικής που έχει προτείνει ο φίλος μας Ελευθερεύς, αλλά κι άλλοι φίλοι εραστές της διαλεκτικής δεν μπορούν να έχουν το επίπεδο των νόμων, αλλά ούτε και το επίπεδο των ορθολογικών αρχών που είναι σε ευρύτατη επιστημονική χρήση σήμερα. Ο ορθολογισμός όμως έχει απόλυτη ανάγκη από ένα διαλεκτικό συμπλήρωμα για να υπερβαίνει τη στατικότητα. Έτσι οι αρχές του ορθολογισμού, που είναι όργανο έρευνας, μπορούν να συμπληρώνονται απ’τις λεγόμενες αρχές της διαλεκτικής λογικής, οι οποίες δε μπορούν να σταθούν από μόνες τους σαν όργανο έρευνας. Οι αρχές της διαλεκτικής λογικής είναι αποτέλεσμα ερευνητικής διαδικασίας και όχι εργαλείο χρήσης. Είναι όμως μια συμπληρωματική πυξίδα που δεν αφήνει τον ορθολογισμό να καλπάζει χωρίς χαλινό.
Τα εμπειρικά δεδομένα, ο ορθολογισμός κι οι δυναμικές ορθολογικές διεργασίες, συνιστούν ένα νοητικό γίγνεσθαι, που θα μπορούσε να ονομαστεί, από μια άλλη νέα οπτική γωνία Διαλεκτική».
Ο Τύχων σήκωσε ένα ποτήρι νερό για να δροσίσει τα χείλη του και το κοινό που υπέθεσε ότι θα σταματούσε προς το παρών την ομιλία του. Έτσι ακολούθησε τον Νέαρχο, που έχοντας σηκωθεί για πρώτη φορά απ’τη θέση του χειροκροτούσε μ’ενθουσιασμό. Μάλιστα ζήτησε αμέσως μετά τον λόγο, για να επισημάνει κάποιες λεπτομέρειες.
243
Ο Τύχων εξεπλάγη και γύρισε σε κάποιον κοντινό του ομοϊδεάτη, (όχι μόνο σε θέματα φιλοσοφίας αλλά και στην πολιτική) που καί αυτός ήταν αντίθετος στη «δημοκρατία» του Νέαρχου, ρωτώντας έκπληκτος: Μα τι κακό είπα και με χειροκροτεί ο Νέαρχος; Τώρα θα δούμε πως θα φέρει τις απόψεις μου στα μέτρα του!
Ο Νέαρχος ανέβηκε αργά ιεροτελεστικά στο βήμα, σα να ήταν η στιγμή που περίμενε. Κάρφωσε το βλέμμα του στο κοινό μ’αυτό τον τρόπο που έκανε όλους τους ακροατές να νιώθουν πως αποτείνεται ειδικά στον καθένα τους. «Ο Τύχων, είπε, αυτό το άχραντο αστέρι της φιλοσοφίας στη μικρή μας Ελέα φαντάζει σ’εμένα σαν νέος Παρμενίδης, αφού όλες τις απόψεις του Παρμενίδη τοποθέτησε μ’ένα νέο τρόπο, πιο ταιριαστό στις απαιτήσεις της εποχής μας. Ενώ την ίδια στιγμή, έδωσε και στη διαλεκτική την θέση ακριβώς που της ανήκει δίνοντας και στο Ηρακλειτικό πνεύμα τη θέση που του πρέπει. Έκανε δηλαδή, τον τέλειο συγκερασμό του ορθολογικού στατικού κόσμου με τη διαλεκτική ενός κόσμου γεγονότων εν τω γίγνεσθαι. Η αντιθετικότητα που προτείνεται μ’αυτόν τον τρόπο μπορεί να μετέχει στο γίγνεσθαι, χωρίς να αδιαφορεί για το ταυτόν με τον εαυτό του. Η μόνη μου διαφορά με τις προσεγγίσεις του Τύχωνα είναι ότι εγώ όπως κι ο Παρμενίδης πιστεύω, ότι το γίγνεσθαι είναι φαινομενικό, ενώ ο Τύχων μολονότι δεν μιλά γι’αυτό, αφήνει να εννοηθεί ότι το γίγνεσθαι είναι ουσιαστικό. Επίσης διαφωνώ στην εμμονή του για την υλικότητα του κόσμου. Μιλά για μιαν υλικότητα που καί ίδιος αμφιβάλλει για την ύπαρξή της. Όπως τονίζει δεν υπάρχει τίποτα που μπορεί να χαρακτηρίσει την Ύλη ως τέτοια, αλλά ούτε την κίνηση, ούτε το άπειρο κι έτσι ούτε και το γίγνεσθαι. Όλα αυτά είναι γενικές ιδιότητες της ύλης καθαυτής που δεν υπάρχουν ως τέτοια. Η ύλη ως καθαυτή είναι μια γενικότητα χωρίς νόημα έτσι το γίγνεσθαι όπως και το άπειρο, μ’αυτή την έννοια, χάνουν καί αυτά το νόημά τους. Όσο για την κίνηση, παίρνει πάντα μορφή ως συγκεκριμένη κατάσταση, ιδιότητα ή σχέση συγκεκριμένων πραγμάτων.
244
Μπορώ όμως να τονίσω ότι η αντιθετικότητα ως το γενεσιουργό στοιχείο του γίγνεσθαι, δεν επιτρέπει παραβίαση των ορίων των αντιθέτων που συνιστούν την κάθε συγκεκριμένη αντίθεση. Τα αντίθετα διατηρούν πάντα κάποιο έσχατο στοιχείο απαραβίαστο, που ορίζει την ανεξαρτησία των αντιθέτων και ίσως την αντικειμενικότητά τους. Ο Παρμενίδης όρισε ότι τ’αντίθετα που συνιστούν το γίγνεσθαι του φαινομενικού μας κόσμου είναι δύο: Το Φως και το Σκότος. Ο αγαπητός μας Τύχων δε θέλει να ορίσει έσχατα στοιχειώδη, ακόμα τονίζει πως δεν πιστεύει ότι υπάρχουν έσχατα. Ο λογικός πυρήνας όμως της αντιθετικότητας, αφήνει να περάσει η άποψη των εσχάτων στοιχειωδών, που είναι απόλυτα σύμφωνη με το σύστημα ιδεών του νεαρού μα θαυμάσιου Πλάτωνα και γι’αυτό ο ορθολογισμός είναι η ουσία της σκέψης του Τύχωνα. Γνωρίζω πολύ καλά ότι οι πολιτικές απόψεις του αγαπητού μας Τύχωνα για τη δημοκρατία, κατά πολύ διαφέρουν από τις δικές μου, αλλά και απ’τις απόψεις του συντριπτικού μέρους των πολιτών. Όμως κατανοούμε ότι οι ευφυείς νέοι κατατρώγονται από ανησυχίες που οι απλοί άνθρωποι δεν αντιλαμβάνονται. Η δημοκρατία όμως γνωρίζει πως αυτοί είναι δημιουγήματά της, είναι δικοί της και τους περιμένει μ’ανοικτές αγκάλες».
Ο Τύχων είδε να συμβαίνει αυτό που φοβόταν περισσότερο. Να τον περιμένει μ’ανοιχτές αγκάλες αυτός που μισεί και μ’έντεχνο τρόπο ν’αντιστρέφει αυτά που πιστεύει. Θα έπρεπε όμως να είχε καταλάβει ότι ο θαυμασμός του Νεάρχου ήταν αληθινός κι οι παρατηρήσεις του δεν ήταν χωρίς λόγο. Όταν πήρα το λόγο λοιπόν για να κάνω τις επισημάνσεις μου, συμφώνησα απόλυτα με τις παρατηρήσεις του Νεάρχου. Βέβαια δήλωσα ότι κατέληξα εκεί από ακριβώς αντίθετη οπτική γωνία κι αυτό φαίνεται να είναι πολύ σοβαρό, αφού δυο αντίθετοι διανοητές, καταλήγουν από διαφορετικό δρόμο, στα ίδια συμπεράσματα.
245
―Ας δούμε λοιπόν τι εννοεί ο Τύχων με τη λέξη Ολότητα. Επεξηγεί: Ενιαίο αντιθετικό διαφοροποιούμενο Όλον. Η έννοια αντιθετικό αντινομεί με τις έννοιες, ενιαίο και όλον, αφού αυτές προϋποθέτουν κάτι ζέον, που μπορεί να παρουσιαστεί ως Ουσία συγκεκριμένη. Η αντιθετικότητα όμως το απαγορεύει, γιατί η συσσώρευση των στοιχειωδών που κάνουν την αντιθετικότητα πραγματικότητα, δεν συνιστούν Όλον αλλά σύνολο, δηλαδή άθροισμα οντοτήτων κι όχι μιαν ενιαία οντότητα. Ακόμα στην πιθανή παρατήρηση του Τύχωνα ότι η αντιθετικότητα αυτή είναι ευκαιριακή και γίνεται για λόγους τεχνικούς, οι προσδιορισμοί στα λεγόμενά του επιβεβαιώνουν το αντίθετο.
Α. Όταν μιλάει για αντιθετική αλληλεπίδραση, σημαί-νει ότι: αυτή η αλληλεπίδραση σεν παραβιάζει τα έσ-χατα όρια των αντίθετων κι έτσι το αντιθετικό σύσ-τημα κάπου στο αόριστο βάθος τους συνίστανται από αναλλοίωτα δομικά στοιχεία που διατηρούν την ανε-ξαρτησία τους προϋποθέτοντας απ’τη λειτουργία τους καί όρια απαραβίαστα μεταξύ τους, αλλά καί αληθινή αντικειμενικότητα. Εδώ το Όλον δεν μπορεί παρά να λογίζεται ως σύνολο, ―άθροισμα στοιχειωδών.
Β. Όταν δέχεται ότι η ουσιαστική ενότητα του κόσμου είναι η Υλικότητα του και ότι αυτή δεν μπορεί να υπάρξει ως κάποια συγκεκριμένη ουσία κι ότι η Υλικότητα καί η Ύλη είναι γι’αυτόν κατηγορίες της νόησης, για τι είδους Ύλη και Υλικότητα μιλάει. Και τότε που πάει η έννοια του Όλου; Καταλύεται!
Γ. Όταν δέχεται ότι η αντιφατικότητα είναι απαράδεχτη έννοια για τη λογική και συνεπώς για την πραγματικότητα, τότε απορρίπτει την αντιφατικότητα των όντων και της φύσης. Επίσης αφού η λογική και η πραγματικότητα πρέπει να συμπίπτουν και δέχεται ως λογική καθαυτή μόνο τον ορθολογισμό, μ’έναν αντιθετικό διαφορικό χαραχτήρα, η διαλεκτική γι’ αυτόν πρέπει να είναι ένας δυναμικός ορθολογισμός.
246
Δ. Ο Τύχων βέβαια προτείνει αυτή την άποψη γιατί θέλει να μη βρίσκεται μακριά από την τάση της επιστημονικότητας της εποχής μας. Θέλει κάθε τι να είναι επαληθεύσιμο ή διαψεύσιμο, από μιαν έρευνα η οποία στηρίζεται στην εμπειρία και την ορθολογική διαδικασία. Όταν όμως θέλουμε να διαχειριστούμε την έννοια του όλου, πρέπει να συνάγουμε κάποια πράγματα μέσω της λογικής και των πενιχρών δεδομένων που θα μπορούσαμε να έχουμε σε ένα τέτοιο θέμα.
Αν ο Τύχων ήθελε να είναι συνεπής, δεν έπρεπε να μιλήσει καθόλου γι’αυτό. Όμως μιλάει για το όλον και δέχεται την αντιθετικότητα σαν βασικό χαρακτηριστικό του. Όταν όμως μόνο με πεπερασμένα αντικείμενα μπορούμε να ερχόμαστε σ’επαφή, τότε θα πρέπει κατ’ αυτή την άποψη ο κόσμος να γίνεται δεκτός ως εξελισσόμενο αντιθετικό σύνολο (άθροισμα) και όχι ως Όλον. Αυτό ως Σύνολο και όχι ως Ζέον Όλον, έχει όρους και όρια απόλυτα καθορισμένα και η λειτουργία του είναι πάντα προδιαγεγραμμένη και πεπερασμένη.
Ε. Επειδή δέχεται ότι η αντιφατικότητα είναι πτώση στο παράλογο, δέχεται ότι η Διαλεκτική είναι αντιθε-τική και όχι αντιφατική. Έτσι όμως μέσω της αντιθετι-κότητας, ταυτίζει τη διαλεκτική με τον ορθολογισμό, θεωρώντας “την αρχή της μη αντίφασης” της τυπικής λογικής, ως ακρογωνιαίο λίθο της λογικής γενικά. Πιστεύω ότι ο αγαπητός Τύχων δεν μιλάει για Διαλεκτική Λογική, αλλά για κάποιο Διαφορικό Ορθολογισμό, που βέβαια όλοι οι ορθολογιστές φιλόσοφοι τον έχουν αποδεχτεί απλά ως ορθολογισμό. Ακόμα κι οι αρχές της τυπικής λογικής, έτσι όπως μπορούν να χρησιμοποιηθούν προϋποθέτουν και προβλέπουν μια διαφορικότητα. Με την έννοια αυτή, η αρχή της ταυτότητας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή, ως αρχή της στιγμιαίας ταυτότητας ή της ευκαιριακής ταυτότητας, όπως προϋποθέτει και ο Τύχων για την αντιθετικότητα και την αντικειμενικότητα. Επίσης μ’αυτή την έννοια θα μπορούσαμε ένα τέτοιο σύστημα εν τω γίγνεσθαι, προσεγγιστικά και στιγμιαία, να το θεωρήσουμε ως ταυτόν με τον εαυτό του. Ακόμα οι τυπικές αρχές των συγκριτικών διαδικασιών θα μπορούσαν να προϋποθέσουν και καταστάσεις εν τω γίγνεσθαι.
247
Ήδη για να ξεπεραστεί η στατικότητα του ορθολογισμού έχουν προταθεί μαθηματικά συστήματα που υπολογίζουν με ακρίβεια την διαφορικότητα ορθολογικών δυναμικών συστημάτων, όπου η ταυτότητα κατά την εξέλιξή τους δεν αλλάζει.
Έχω ήδη προτείνει μιαν άλλην αντίληψη περί του Είναι και του Γίγνεσθαι, όμως πρέπει να την υπενθυμίσω ξανά, γιατί όταν την πρότεινα δεν έγινε αντιληπτή, ενώ τώρα μέσα απ’τις προτάσεις του Τύχωνα μπορεί να έχουν καλύτερη τύχη.
Ο φίλος μας Ελευθερεύς Εκγέλας μιλάει για μιαν αντιφατικότητα που στηρίζεται στην αντίθεση, που είναι όπως λέει, η «άρνηση της άρνησης» η «ενότητα και πάλη των αντιθέτων». Όμως καί αυτός σε κάθε κριτική στιγμή όπου θα μπορούσε να ορθωθεί η αντίφαση, πάντα την αναλύει σε αντίθετα, τα οποία μολονότι δημιουργούν ένα φαινομενικό γίγνεσθαι στο βάθος τους αλληλοαποκλείονται. Η Αντίφαση στον Εκγέ-λας είναι σχεδόν διακοσμητική. Όσο για τις διαφορι-κές διεργασίες του, δεν προσθέτουν τίποτα στον ορθο-λογισμό, αφού με την εξέλιξη των μαθηματικών, η δια-φορικότητα των γεγονότων και των συστημάτων, υπο-λογίζεται μ’ ανώτερο τρόπο χωρίς τη συνδρομή της Εκγελαϊκής διαφορικότητας.
Για να ξεκαθαρίσουμε τη διαφορά των αντιλήψεων περί της διαφορικότητας, αντιθετικότητας, αντιφατικότητας και διαλεκτικής, ας δούμε πως μπορεί να γίνει αντιληπτή η έννοια της κίνησης: Έχει πει ο Εκγελάς, «ότι κάτι κινείται όχι γιατί είναι μια στιγμή κάπου και μιαν άλλη στιγμή κάπου αλλού, αλλά γιατί το κινούμενο είναι και δεν είναι την ίδια στιγμή κάπου». Και τόνισε πως «η κίνηση είναι μια αντίφαση». Η αντιφατικότητα, όπως την αντιλαμβάνεται, είναι κάτι που δεν αγγίζει το ίδιο το κινούμενο. Το αντικείμενο σύμφωνα μ’αυτή την άποψη είναι μια ταυτότητα, ενώ η κίνησή του μέσ,το χώρο έχει αντιφατική φύση.
248
Ο Εκγελάς κι ο Τύχων έχουν διαφορετική άποψη περί κίνησης και ταυτότητας κάποιου αντικειμένου σε σχέση με τον εαυτό του απ’αυτήν του Ηράκλειτου και τη δική μου. Για μας «το κινούμενο δεν κινείται ούτε’κει που βρίσκεται ούτε κει που δεν βρίσκεται». Το κινούμενο καταλύεται-συντιθέμενο κι έτσι Αυτό-Είναι Άλλο-Αλλού συνεχώς. Δεν δικαιούται λοιπόν να διατηρεί την ταυτότητά του. Το κινούμενο κινείται μέσ’ τον ίδιο τον εαυτό του συνεχώς αλλάζοντας. Σύμφωνα λοιπόν μ’αυτή την πρόταση, η αντιφατικότητα ουσιαστικά δεν είναι κάτι που αφορά στη μετακίνηση του αντικειμένου, αλλά στην ύπαρξη του την ίδια. Είναι γενεσιουργό στοιχείο της.
Βλέπουμε λοιπόν ότι μπορεί να υπάρξει και μια άλλη λογική προσέγγιση στον κόσμο μας, που στηρίζεται σε μιαν άλλη λογική πρόταση περί του Είναι. Καί οι δυο προτάσεις έχουν λογική βάση, έτσι είναι θέμα προσωπικής προτίμησης ποια προσέγγιση θα ήθελε κάποιος να επιλέξει ως σωστή. Ακόμα θα πρέπει να λάβει υπ’όψιν του κάποιος ότι κάθε επιλογή, προϋποθέτει και μια σειρά άλλες αναγκαίες αποδοχές που την ακολουθούν.
Η αντιθετικότητα δεν μπορεί παρά στο βάθος του κόσμου, να προϋποθέτει μια πεπερασμένη σειρά στοιχειωδών εσχάτων που θα πρέπει να είναι αντικειμενικά, αναλλοίωτα και να υπάρχουν, άσχετα αν είναι ή δεν είναι δυνατόν να γίνουν γνωστά. Αυτό προϋποθέτει ένα κόσμο πεπερασμένο και κλειστό, που οι όροι και η λειτουργία τους είναι αυτά τα ίδια τα στοιχειώδη, που είναι θετικά κι όχι αντιφατικά. Όταν ένα δυναμικό σύστημα έχει όρους θετικούς, δηλαδή ιδιότητες αντιθε-τικής φύσης που είναι ταυτές με τον εαυτό τους, προϋποθέτει σαν αποτέλεσμα της λειτουργίας του μια προκαθορισμένη σειρά αντιθετικών συνδυασμών (παιγνίων), που είναι τα όρια του τέλους του συστήματος.
249
Οι συνδυασμοί αυτοί, απ’τη στιγμή που ετέθησαν οι όροι του συστήματος, βρίσκονται εκεί από την αρχή, περιμένοντας να τους πραγματοποιήσει η λειτουργία του συστήματος. Αυτό το σύστημα λειτουργώντας, κάποτε τελειώνει τον πεπερασμένο αριθμό συνδυασμών του και συνεχίζοντας θα επαναλαμβάνει αενάως τους ίδιους συνδυασμούς. Οι συνδυασμοί αυτοί, που είναι τα όρια του τέλους, συνιστούν αδιάρρηκτη ενότητα με τους όρους του συστήματος, έτσι που όρια και όροι αλληλοπροϋποτίθενται, όντας οι Ιδέες του Πλάτωνα και το Εόν του Παρμενίδη.
Αν τα πράγματα προηγούνται των ιδεών ή οι ιδέες προηγούνται των πραγμάτων δεν έχει αληθινό νόημα, αφού οι όροι κι όρια είναι ζεύγος αδιαχώριστο. Νόημα έχει αν ο κόσμος είναι κλειστό ή ανοικτό σύστημα.
Πριν ορίσαμε την έννοια του κλειστού συστήματος, η οποία βέβαια έχει αναφερθεί από όλους σχεδόν του ομιλητές. Ξέρουμε απ’τον Παρμενίδη, ότι αυτό το σύστημα όντας κλειστό, είναι αντιθετικό. Εκεί λειτουργεί απρόσκοπτα ο ορθολογισμός κι αδιάψευστα η τυπική λογική. Πρέπει λοιπόν να περιγράψουμε πως είναι λογικά δυνατόν ένα σύστημα να είναι ανοικτό, τι όρους κι όρια θα μπορούσε να έχει και τι λογική μπορεί εκεί να λειτουργεί.
Στο έργο του ο Ηράκλειτος μας παρουσιάζει τον τρόπο που κάποιο σύστημα μπορεί να είναι αντιφατικής φύσης και άρα ανοιχτό, απειροστικό που κάθε του στιγμή να έχει μέσα της το στοιχείο του ανεπανάληπτου. Λέει ο Ηράκλειτος: «στον ίδιο ποταμό μπαίνουμε και δεν μπαίνουμε είμαστε και δεν είμαστε. Την ίδια ουσία, δεν ξαναγγίζουμαι γιατί όλ’αλλάζουν βίαια και γρήγορα, διαχωρίζονται-ενώνοντας, καταλύονται-συντιθέμενα», Είναι-ΜηΌντας. Ενώ αλλού τονίζει, ότι «η ευθύγραμμη πορεία είναι αποτέλεσμα περιστροφής».
250
Όταν λοιπόν λέω ότι «το κινούμενο δεν κινείται ούτε εκεί που βρίσκεται, ούτε εκεί που δεν βρίσκεται», εννοώ ακριβώς το πάρα κάτω: «Κάθε γεγονός όντας αποτέλεσμα στοιχειωδών που φεύγουν-επιστρέφοντας, στο σύμπαν και από το σύμπαν κι επειδή το σύμπαν δεν είναι κλειστό, ώστε τα στοιχειώδη που αναχωρούν-επιστρέφοντας να συμπληρώνουν κύκλο επαληθεύοντας απόλυτα τη θέση που ξεκίνησαν, αλλά ανοικτό, την επαληθεύουν-διαψεύδοντάς την. Δηλαδή την αγγίζουν διαδοχικά συνιστώντας μια κλίμακα επαληθευσιμότητας από λιγότερο έως περισσότερο, αλλά δεν περνούν ποτέ απόλυτα απ’την ίδια θέση. Έτσι το γεγονός επαληθεύεται λίγο πιο κει και λίγο διαφορετικό, όντας συνεχώς σε κίνηση ή αυτό το ίδιο είναι μια κινητική πλοκή (όντας εν τω γίγνεσθαι). (Γι’αυτό τον λόγο η “κατάσταση αδρανείας” κάθε γεγονότος και συστήματος, είναι εν κινήσει). Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με τα στοιχειώδη που κάνουν αυτό το γεγονός να καταλύεται-συντιθέμενο. Καί αυτά καταλύονται-συντιθέμενα (κι αυτό επ’άπειρον). Επειδή δεν υπάρχει έσχατο στοιχειώδες κάποιου, ούτε του γεγονότος, αλλά ούτε κενό περιθώριο ανάμεσα στα γεγονότα, όπως στα άτομα του Δημόκριτου. Αυτά τείνοντας προς το μηδέν, είναι ανάγκη να τείνουν συγχρόνως προς το άπειρο. Όπου εκεί βρίσκεται το επίπεδο του ακαριαίου κι ακίνητου. Έτσι τα «στοιχειώδη» αυτά είναι Ένα και Πολλά, Μηδενικά κι Άπειρα, Ακίνητα κι Ακαριαία. Είναι η Αντιφατικότητα Γυμνή. Το Εν Δυνάμει επίπεδο του κόσμου, το Γίγνεσθαι κι η Υλικότητα ως ουσία».
Τελειώνοντας τις προτάσεις μου έπεσε σιωπή. Μια σιωπή διαλογικής αποστροφής η οποία δεν δικαιούτο απάντησης.
251
Όπου προτείνω στο φίλο Διόδωρο Φύλακα ν’αναπτύξει τη δυνατότητα οργάνωσης μιας Αντιφατικής Διαλεκτικής τυπικότητας.
«Θα μπορούσε να οργανωθεί μια Διαλεκτική Λογική πατώντας στα δεδομένα που ανέφερα. Επειδή όμως εγώ έχω κουραστεί, θα πρότεινα την ανάπτυξη της βασικής άποψης περί αυτού από έναν φίλο καταγόμενο απ’την Αρκαδία, που έχει γεννηθεί στις Κλαζομενές της Ιωνίας κι έχει γνωρίσει τον μεγάλο Αναξαγόρα, τον οποίον οι Αθηναίοι διαπόμπευσαν κι εξόρισαν. Αυτός ο φίλος, που γνώρισα στην Αθήνα, είναι ο Διόδωρος Φύλαξ και τον παρακαλώ ν’αναλάβει την ανάπτυξη αυτού του θέματος για το οποίο είναι και ο κύριος εμπνευστής».
Ο Διόδωρος ήταν κάπου πενήντα χρονών, κοντός, παχουλός, με παρουσιαστικό ασήμαντου, λαϊκού ανθρώπου της δουλειάς. Λέγεται ότι κάποτε εξασφάλιζε τα προς το ζην σαν αγαλματοποιός ή επιγραφοποιός ταφικών μνημείων στην Αθήνα (όπως κι ο Σωκράτης).
Ο Διόδωρος ξεκινώντας την ομιλία του, μας θύμισε τη θεωρία της εξέλιξης, που υποστήριζε με πάθος ο Αναξαγόρας, αλλά που πρώτος είχε διατυπώσει ο Αναξίμανδρος. Θύμισε επίσης την άποψη του Αναξαγόρα, πως «στο γίγνεσθαι του κόσμου το Ένα περιέχει κάτι απ’όλα τ’άλλα (τα Πολλά), κι όλα τα Πολλά κάτι απ’ το Ένα, μ’έναν διαφορετικό τρόπο για το κάθε συγκεκριμένο». Επίσης τόνισε ότι: «θα είχε συμφωνήσει με τον Αναξαγόρα αν δεν πίστευε ότι όλο αυτό το γίγνεσθαι για να λειτουργήσει έχει ανάγκη τον Νου».―Εγώ είπε θα προτιμούσα την άποψη του Ηράκλειτου: “αυτόν τον κόσμο που είναι ίδιος για όλους, δεν τον έφτιαξε ούτε θεός ούτε άνθρωπος, αλλά ήταν, είναι και θα είναι αείζωον πύρ που αναβοσβήνει με μέτρο”».
Ένα μέρος του κοινού μουρμούρισε δείχνοντας την δυσαρέσκειά του ενώ κάποιοι, λίγοι έδειξαν να επικροτούν. Ο Διόδωρος σταμάτησε για λίγο, περιμένοντας να ηρεμήσει το κοινό και συνέχισε: «Αν ο άνθρωπος είναι προϊόν της εξελικτικής πορείας του κόσμου και όχι θεϊκής δημιουργίας, πρέπει η δομή του να είναι η καταγραφή όλων των στιγμών της πορείας αυτής. Δηλαδή το σώμα του κι ο εγκέφαλός του να είναι μια κωδική καταγραφή της διαλεκτικής σχέσης νόησης εμπειρίας και πράξης, κάθε όντος μέσα σ’αυτό το γίγνεσθαι. Αυτό το γίγνεσθαι εκπροσωπείται από μια λογικο-γλωσσική σύνταξη η οποία μπορεί να γίνει κατανοητή με δυο τρόπους:
252
―Ο ένας είναι ο τρόπος που δέχεται ότι αυτή η γλώσσα έχει στο βάθος όρους και δομικά στοιχεία, μια σειρά από έσχατα αναλλοίωτα στοιχειώδη που τη συνιστούν αλληλεπιδρώντας, χωρίς να παραβιάζουν τα όρια μεταξύ τους. Το λογικο-γλωσσικό αυτό σύστημα συνίσταται από όρους κι όρια απόλυτα, που λειτουργώντας, από κάποια στιγμή και μετά, θα έχει αποτέλεσμα την επ’άπειρον επανάληψη του εαυτού του. Απ’τη στιγμή που ετέθησαν οι όροι λειτουργίας αυτού του συστήματος, η εξέλιξή του είναι τελεολογικά προδιαγεγραμμένη, έχοντας μαζί με τους αρχικούς όρους και μια προδιαγεγραμμένη σειρά από πρότυπα του τέλους, που περιμένουν εξαρχής να «πραγματοποιηθούν απ’την προδιαγεγραμμένη λειτουργία του συστήματος». Αυτά τα πρότυπα του τέλους θα μπορούσαμε να τα ονομάσουμε «κόσμο των Ιδεών».
―Ο άλλος είναι ο τρόπος που δέχεται τον κόσμο σαν ανοικτό λογικο-γλωσσικό σύστημα, το οποίο είναι Όλον ατέλεστο σε συνεχή εξέλιξη. Αυτό είναι δυνατόν μόνον αν το σύστημα δεν έχει απόλυτους όρους, ούτε έσχατα αναλλοίωτα δομικά στοιχεία. Τα στοιχειώδη λειτουργίας αυτού του συστήματος, αλληλεπιδρώντας δεν αφήνουν απαραβίαστα όρια μεταξύ τους. Γι’αυτό υπερβαίνοντας τα όρια των στοιχειωδών αναχωρούν στο σύμπαν, επιστρέφοντας συγχρόνως απ’αυτό και με την επιστροφή τους, μεταφέρουν όλες τις αλλαγές που έχουν υποστεί, μεταμορφώνοντας συνεχώς και αυτό το ίδιο το σύστημα. Έτσι ο κόσμος για να εξελίσσεται αληθινά, δηλαδή να είναι ανοικτός και κάθε στιγμή του να έχει μέσα της το στοιχείο του ανεπανάληπτου, οι όροι της ύπαρξής του πρέπει να είναι αυτοαναιρούμενοι, δηλαδή να έχουν αντιφατική φύση. Ο ορθολογισμός δεν μπορεί να περιγράψει αυτόν τον κόσμο πλήρως, ούτε να είναι εργαλείο για την ερμηνεία του.
253
Η λογική που ταιριάζει σε έναν κόσμο που συνεχώς εξελίσσεται, δηλαδή το είδος της διαλεκτικής του, είναι ο Αντιφατικός Ορθολογισμός, όπου “η Αρχή της Ταυτότητας”, θα είναι “Αρχή της Αντιφατικής Ταυτότητας”. Για να γίνει αυτό κατανοητό, πρέπει να περιγραφεί η αντιφατική ταυτότητα σε όλες της τις διαστάσεις. Προηγουμένως όμως θα πρέπει πρώτα ν’αναλογιστούμε το αντίθετό το οποίο συνίσταται από όρους οι οποίοι ανήκουν στη Ευκελίδεια γεωμετρία που γνωρίζουμε πολύ καλά. Σ’αυτήν το σημείο, η ευθεία κι ο χώρος είναι έννοιες σε ιδεώδη κατάσταση, ξέχωρες η μια απ’ την άλλη κι ακίνητες. Το σημείο δεν έχει διαστάσεις, η ευθεία όσο κι αν προεκταθεί δε συναντά τον εαυτό της κι ο Χώρος προεκτείνεται επ’άπειρον προς όλες τις κατευθύνσεις. Άσχετα με το τι μπορεί να συμβεί σε καθένα, ούτε στα άλλα, ούτε στον χώρο που τα περιέχει, είναι αναγκαίο να συμβεί τίποτα. Αντίθετα σε ένα είδος “Αντιφατικής Γεωμετρίας” όπου η ταυτότητα είναι αντιφατική, το βασικό χαρακτηριστικό της θα ήταν η εγγενής κίνηση και η αλληλεξάρτηση των στοιχειωδών που την απαρτίζουν. Ο χώρος, ο χρόνος, η ευθεία και το σημείο, βρίσκονται σε συνεχή αλληλεπίδραση και αλληλοδιαμόρφωση.
Για να γίνει κάτι τέτοιο κατανοητό πρέπει να διευκρινιστούν οι όροι λειτουργίας αυτού του αντιφατικού συστήματος:
Α. Το σημείο σε κατάσταση αδρανείας, δεν μπορεί παρά να κινείται ευθύγραμμα και ομαλά. Απ’την ευθύγραμμη κι ομαλή πορεία του σημείου γεννιέται η ευθεία που έτσι δεν είναι ιδεώδης (όπως τη φανταζόμαστε στο νου μας), αλλά είναι πορεία μέσα στο χώρο που για να είναι αληθινός κι όχι ιδεώδης σαν αδρανειακή κατάσταση έχει την περιστροφή. Έτσι η ευθύγραμμη κι ομαλή πορεία μέσ’τον περιστρεφόμενο χώρο πραγματοποιείται ως κυρτή. Χώρος, για το κινούμενο ευθύγραμμα και ομαλά σημείο, είναι η απεριόριστη σειρά ομοίων, δηλαδή σημείων που καθένα απ’αυτά πορεύεται ευθύγραμμα και ομαλά από διαφορετικό σημείο εκκίνησης προς διαφορετική κατεύθυνση μια συγκεκριμένη στιγμή.
254
Το πορευόμενο ευθύγραμμα κι ομαλά Ένα, κινείται σε χώρο που συνιστούν τα άλλα όμοιά του κινούμενα προς διαφορετική κατεύθυνση κι από διαφορετική αφετηρία, που γι’αυτόν τον λόγο ο χώρος που συνιστούν είναι περιστρεφόμενος. Η πορεία του Ενός, συναντώντας τις πορείες των Πολλών που συνιστούν τον περιστρεφόμενο χώρο καταγράφουν την ευθύγραμμη και ομαλή αυτή πορεία, λόγω αυτής της περιστροφής σαν κυρτή.
Β. Για να εννοήσουμε τη σχέση σημείου, πορείας και χώρου, ας κάνουμε μια υπερβολική υπόθεση. Φανταζόμαστε ότι το κινούμενο ευθύγραμμα κι ομαλά σημείο, «θέλει» να επιτύχει την ευθύγραμμη και ομαλή πορεία. Αυτό τότε πρέπει να επιταχύνεται, έτσι που η πορεία του να «ισιώνει», τείνοντας να προλάβει την περιστροφή του χώρου. Όμως πάντα χάνει κάτι. Έτσι για να πετύχει την απόλυτα ευθύγραμμη πορεία, είναι δυνατόν μόνον όταν η ταχύτητά του γίνει ακαριαία. Στην ταχύτητα όμως αυτή, το ευθύγραμμο τμήμα Α―Β που υποτίθεται πως θα μπορούσε να καλύψει το πορευόμενο ευθύγραμμα και ομαλά Ένα, χάνει το νόημά του, αφού λόγω ακαριαίου βρίσκεται την ίδια στιγμή παντού. Η απόσταση των σημείων Α και Β έχει διασταλεί στο σύμπαν και συγχρόνως έχει συσταλεί στην ίδια θέση δηλαδή βρίσκεται συγχρόνως στο μηδέν και το άπειρο. Αυτό είναι μια ακαριαία έκρηξη αλλαγής και επαναφορά πίσω την ίδια στιγμή.
Γ. Η παραδοξολογία αυτή, μπορεί να φανερώσει τη σχέση σημείου, πορείας και χώρου, που η συμπεριφορά του ενός εξαρτάται απ’τη σχέση του με τ’άλλα, συνιστώντας μιαν ενότητα. Το μέγεθος του σημείου κάθε φορά είναι τόσο, όσο επιτρέπει η ταχύτητά του, διαγράφοντας πάντα και την ανάλογη κυρτότητά του. Όσο μεγαλύτερη η ταχύτητα του σημείου, τόσο μικρότερη η κυρτότητα της ευθείας, τόσο μεγαλύτερος χώρος ορίζεται μέσα στην κυρτότητα, επιτάσσοντας και την ανάλογη περιστροφή του σημείου γύρω από τον εαυτό του, που είναι αντίθετη απ’αυτή του χώρου. Έτσι το σημείο είναι αντίχωρος που ξετυλίγεται απλώνοντας στο χώρο κι ο χώρος τυλίγεται συμπτυσσόμενος στο σημείο.
255
Δ. Οι θέσεις τομής της πορείας των Πολλών από το Ένα, που είναι ο χώρος που αντιστοιχεί στην πορεία του Ενός, διαμορφώνονται σε κλίμακα θέσεων τομής, που ξεκινούν απ’τη θέση που το Ένα τέμνει την πορεία του Ένός-Άλλου και περνώντας διαδοχικά από όλες τις πιθανές θέσεις τομής, δηλαδή τέμνοντας συγχρόνως τις πορείες δύο, τριών….κλπ, καταλήγει στο σημείο, που το πορευόμενο-Ένα, τέμνει τις πορείες όλων των άλλων μαζί. Εκεί βρίσκεται το και κέντρο του σχετικού πορευόμενου-περιστρεφόμενου χώρου. (Το σημείο πορεύεται-διαστελλόμενο στο χώρο ενώ ο χώρος βυθίζεται-αντιπορευόμενος μεσ’το σημείο).
Ε. Ο χώρος ακολουθώντας το πορευόμενο σημείο αντίθετα, περιστρέφεται-πορευόμενος, διαστέλλεται-συστελλόμενος και φεύγοντας-επιστρέφει, έτσι που μαζί με το σημείο να συμπεριφέρονται σαν Μονάδα. Ο μόνος χώρος που δεν περιστρέφεται ούτε πορεύεται, αλλά πάλλεται είναι το Όλον, που όντας παλμός ακαριαίος (γι’αυτό δεν πορεύεται), υπάρχει εν δυνάμει, που είναι ως ουσία η αντιφατικότητα γυμνή, (έχει όλες τις ιδιότητες και καμία συγχρόνως). Δηλαδή είναι το ακίνητο και ακαριαίο, το μηδενικό και άπειρο, το Εν δυνάμει Είναι. Απ’τη στιγμή που ο χώρος παύει να είναι Όλον, το ακαριαίο φεύγει απ’την επιφάνεια, περνά στην υπόσταση και κρύβεται στο βάθος όντας Άπειροι εν δυνάμει χώροι. Έτσι η αντιφατικότητα παίρνει συγκεκριμένη μορφή στην επιφάνεια, ξεφεύγοντας απ’το ακαριαίο που κρύβεται στην υπόσταση ξεχασμένο κι αόριστο. Σ’ακραίες όμως και οριακές καταστάσεις παρουσιάζει κάποιο του πρόσωπο και μας ξαφνιάζει.
256
Εκτός λοιπόν απ’τον απόλυτο χώρο που είναι η αντίφαση γυμνή, ο σχετικός χώρος, είναι κυρτός-πεπερασμένος κι αποτείνεται σε σχετικό σημείο και σχετική ευθύγραμμη πορεία. Στην περίπτωση αυτή το σημείο είναι υπαρκτό, έχει μέγεθος, περιστροφή και πορεία μ’ανάλογη κυρτότητα που ορίζει τον χώρο του και είναι αυτή η κυρτότητα που ορίζει και το μέγεθος του σημείου.
Στην πρόταση αυτή περί χώρου υπάρχει μια ασάφεια που μπορεί να λυθεί, αν αναλογιστούμε ότι σ’ αυτό το γίγνεσθαι υπάρχει χώρος κι αντίχωρος. Ο ένας ορίζεται απ’την κυρτότητα της πορείας του πορευομένου-Ενός, ενώ ο άλλος απ’την περιστροφή του σημείου γύρω απ’τον εαυτό του. Από αντιφατική άποψη, οι δυο αυτοί χώροι είναι μια ενότητα χωρο-χρονική, που μαζί συνιστούν το ίδιο το γεγονός. Η περιστροφή του σημείου γύρω απ’τον άξονά του, μπορεί να είναι χρονική κι η κυρτότητα χωρική ή το αντίθετο, ανάλογα με το σημείο αναφοράς του συστήματος που το γεγονός συμμετέχει. Η συχνότητα περιστροφής του σημείου ορίζει τον ρυθμό επανάληψης ροής-αντιρροής των απογειωνόταν όπως έχει προτείνει ο Ηράκλειτος κι η κυρτότητα, την απόσταση φυγής-επιστροφής στο σύμπαν.
ΣΤ. Εφόσον, κάθε σημείο πορευόμενο ευθύγραμμα και ομαλά, έχει ως σύνδρομο την κυρτότητα, η πορεία του από κάποια στιγμή και μετά πρέπει να δημιουργήσει θέσεις τομής από τον εαυτό της. Οι θέσεις αυτές είναι εκεί που το πορευόμενο επαναλαμβάνεται περισσότερο από μια φορά. Έτσι δημιουργείται μία κλίμακα διαδοχικών θέσεων επανάληψης, με όρια από τη μια το μηδέν και από την άλλη το άπειρο (αυτές οι θέσεις μηδενός και απείρου ανταποκρίνονται στην κατάσταση του ακαριαίου και ακίνητου).
257
Το πορευόμενο λοιπόν κάνει απεριόριστους κύκλους αναχώρησης-επιστροφής, τείνοντας να επαληθεύσει τον εαυτό του σε μια θέση. Οι κύκλοι ξεκινούν απ’ αυτόν που δεν πραγματοποιήθηκε, γιατί το σημείο είναι πάντα εκεί κι αφού καλύψει όλους τους πιθανούς κύκλους αναχώρησης-επιστροφής, φτάνει σ’αυτόν που δε θα πραγματοποιηθεί γιατί δεν θα μπορέσει να επιστρέψει. Ο πρώτος κύκλος είναι της απόλυτης κατάφασης κι ο δεύτερος της απόλυτης άρνησης. Οι δυο αυτοί κύκλοι συνιστούν μιαν ενότητα, που είναι το ακαριαίο, δηλαδή η αντίφαση γυμνή. Ανάμεσα σ’αυτές τις δυο θέσεις υπάρχουν απεριόριστες θέσεις αναχώρησης-επιστροφής, όπου το γεγονός επαληθεύεται σχετικά. Σ’αυτές τις θέσεις το πορευόμενο-Ένα τέμνει την ιδεατή πορεία του αλλά όχι απόλυτα, (δεν ξαναπερνά ποτέ απόλυτα απ’τη θέση που έχει περάσει, αλλά την αγγίζει λιγότερο ή περισσότερο αναλόγως, έτσι την επαληθεύει-διαψεύδοντάς την). Αυτές οι θέσεις συνιστούν διαδοχική κλίμακα, που ξεκινά απ’τη θέση ελάχιστης επαλήθευσης και μέγιστης διάψευσης και καταλήγει στη θέση μέγιστης επαλήθευσης, κι ελάχιστης διάψευσης.
Ζ. Αν δεχτούμε ότι υπάρχουν απεριόριστα τέτοια σημεία πορευόμενα ευθύγραμμα και ομαλά, τα οποία αναχωρούν-επιστρέφοντας στο σύμπαν, είναι αναγκαίο κάθε σημείο να περνά απ’όλες τις θέσεις των άλλων σημείων, κι όλα τα άλλα σημεία να περάσουν απ’την ίδια θέση, τη θέση του Ένός. Έτσι από τη μια έχουμε το Ένα που πορευόμενο διά μέσου των Πολλών να τα πραγματοποιεί, κι απ’την άλλη τα Πολλά πορευόμενα διά μέσου του Ενός, να το κάνουν πραγματικότητα. Έτσι έχουμε σειρά θέσεων που από τη μια έχουν πε-ριοδικότητα επανάληψης διαφορετικών σημείων μέσα τους κι απ’την άλλη, οι ίδιες οι θέσεις, είναι θέσεις διαφορετικής τομής της πορεία του Ενός από τον εαυτό του. Έχουμε δυο αντίθετες ποσοτικές κλίμακες ροής-αντιρροής, του Ενός διά μέσου των Πολλών, και των Πολλών διά μέσου του Ενός. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία σφαίρας θέσεων, με πόλους Α, που είναι η αφετηρία των Πολλών και η άφιξη του Ενός και αντιΑ που είναι η αφετηρία του Ενός κι η άφιξη των Πολλών.
258
Στη θέση Α υπάρχει μοναδική επανάληψη ροής του Ενός και μέγιστη επανάληψη αντιρροής των Πολλών και στη θέση αντιΑ το αντίθετο. Σε όλο αυτό το γίγνεσθαι (που δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι είναι μια αντιφατική μονάδα που προσπαθούμε να την περιγράψουμε) το πορευόμενο Ένα είναι αυτό που είναι, γιατί ακριβώς Εκεί το συνιστά η αντιπορεία των Πολλών Άλλων. Αυτή αποτελείται από απεριόριστες πορείες μοναδικών ομοίων με διαφορετική διεύθυνση και διαφορετική εκκίνηση το καθένα (για να μπορούν να είναι πολλά). Έτσι καταλήγουν με διαφορετικό τρόπο στην κάθε θέση μιας συγκεκριμένης κλίμακας συνιστώντας το Ένα σαν διαφορετικό την κάθε φορά. Την ίδια στιγμή τα Πολλά υπάρχουν έτσι γιατί το Ένα αντιπορεύεται μέσα τους με διαφορετική συχνότητα επανάληψης της τομής απ’τον εαυτό της, στο καθένα ξεχωριστά. Ανάμεσα απ’τις θέσεις Α κι αντιΑ υπάρχει κλίμακα διαδοχικά απεριορίστων θέσεων ροής-αντιρροής της πορείας του Ενός και της αντιπορείας των Πολλών. Κάθε θέση, ενώ είναι σημείο αναπόσπαστο της κλίμακας, είναι και μια οντότητα που έχει διαφορετικό χαρακτήρα. Είναι αυτή, γιατί εί-ναι διαφορετική σχέση ροής-αντιρροής Ενός-Πολλών.
Η. Οι απεριόριστες θέσεις της κλίμακας ροής-αντιροής μπορούν να χαρακτηριστούν και θέσεις αναχώρησης-επιστροφής. Κάθε μια εκ των οποίων είναι αποτέλεσμα διαφορετικής σχέσης αναχώρησης-επιστροφής, ροής-αντιρροής, Ενός-Πολλών σημείων, που την κάνουν να έχει διαφορετικό χαρακτήρα μ’ορισμένη σχέση λήψης-εκπομπής, ενός ιδιόμορφου γεγονότος, που φεύγει στο σύμπαν επιστρέφοντας στη θέση. Έτσι κάθε μια θέση είναι μία δίνη, όπου απ’τη μια βυθίζονται μέσα της τα Πολλά κι απ’την άλλη αναβλύζουν, ενώ το Ένα αντιπορεύεται ορίζοντας με την συχνότητα επανάληψης της τομής του, το μέγεθος της διάστασης του ταξιδιού επαναφοράς των Πολλών (που θα μπο-ρούσε να χαρακτηριστεί ως μήκος κύματος).
259
Όλο αυτό το σύστημα, όπως είπαμε, είναι η αντιφατική μονάδα εν τω γίγνεσθαι και όλα τα στοιχεία που τη συνιστούν βρίσκονται σε μια συνεχή αλληλεπίδραση κι αλληλοδιαμόρφωση. Κάθε μετακίνηση λοιπόν των γεγονότων από θέση σε θέση, διαφοροποιεί τη σχέση τους μέσα στην κλίμακα και κάθε αλλαγή στο χαρακτήρα λήψης-εκπομπής του σημείου, αναγκάζει το γεγονός ν’αλλάξει θέση στην κλίμακα. (Τονίζω ξανά, ότι στους πόλους που βρίσκεται το άπειρα επαναλαμβανόμενο και το ανεπανάληπτο, είναι η αντιφατικότητα γυμνή που είναι όλες οι μορφές και καμία).
Εδώ θα σταματήσω την ανάπτυξη της αντιφατικής μονάδας που είναι κι η αντιφατική ταυτότητα και μας δίνει τη δυνατότητα να φανταστούμε πως θα μπορούσε να είναι ένας αντιφατικός ορθολογισμός, όπου η αλυσίδα της αιτίας θα ήταν αμφίδρομη, ενώ η αναλυτική διαδικασία θα ήταν την ίδια στιγμή συνθετική.
Θ. Το πολύ μικρό, το σημείο, προεκτείνεται μακριά στο σύμπαν και το πολύ μεγάλο, το σύμπαν, βυθίζεται στο μικρό όντας αυτά τα δυο μαζί Ένα. Τα βαθύτατα όρια του εσωτερικού συμπίπτουν με τα απόμακρα όρια του εξωτερικού, συνιστώντας την αντιφατική μονάδα. Δηλαδή αυτό που θα λέγαμε στίγμα μέσ’το σύμπαν, από τη μια πορεύεται όντας συνεχώς ίδιο, μα αλλάζοντας κλίμακα για να επαληθεύεται συνεχώς από κάποιο όμοιό του, που βρίσκεται στην ίδια θέση άλλης κλίμακας, απ’την άλλη, μένοντας στη ίδια κλίμακα, αλλάζει θέση με την διαδικασία της καταλυτικής-σύνθεσης, όπως ήδη έχουμε αναφέρει. Έτσι το γεγονός, το οποίο είναι το πορευόμενο Ένα μέσ’στο σύμπαν, απ’τη μια είναι στίγμα σταθερά πορευόμενο κι από την άλλη γεγονός συνεχώς διαστελλόμενο. Έτσι που όλο αυτό μαζί να είναι μια θολή μονοκοντυλιά, που έχει συγκεκριμένη μύτη και ταξιδεύει αφήνοντας πίσω της ένα διαστελλόμενο νέφος, που εκτείνεται σ’όλο το σύμπαν. Αυτό το στίγμα πορευόμενο παντοτινά, επαληθεύει όλους τους «κόκκους» της ουράς του, επαληθευόμενο συγχρόνως από αυτούς.
260
Αυτό λοιπόν το γεγονός το οποίο θα μπορούσαμε να ονομάσουμε αντίθετο κάποιου, είναι η απεριόριστη πολλαπλότητα που είναι το ίδιο σύμπαν, όπως διαμορφώνεται έναντι της μοναδικότητας που εκπροσωπεί την κάθε φορά το συγκεκριμένο γεγονός. Δηλαδή το αντίθετο κάποιου συγκεκριμένου Ενός, διαλεκτικά δεν μπορεί να εκφραστεί σαν Μείον Ένα, αλλά σαν μιαν απεριόριστη σειρά από σχετικά όμοια και διαδοχικά διαφοροποιούμενα, που περιέχοντας και τον ίδιο τον εαυτό υπ’ορισμένες συνθήκες, συνιστούν αυτό που μπορεί μια συγκεκριμένη στιγμή να παίξει το ρόλο του Μείον Ένα. Το αντίθετο σε κάτι, ξεκινώντας πολύ βαθιά μέσα απ’τον εαυτό, και χωρίς ν’αφήνει κανένα περιθώριο ανεξαρτησίας, πορεύεται μακριά έξω από αυτόν, κάνοντας απεριόριστες διαδρομές αναχώρησης-επιστροφής στις θέσεις των απεριορίστων, που μπορούν να θεωρηθούν αντίθετά του και που επαληθεύει-διαψεύδοντας τον εαυτό, σε μια συνεχώς πορευόμενη σχέση, η οποία είναι η Αντιφατική Ταυτότητα. Καθένα από αυτή την απεριόριστη σειρά ομοίων, που υπάρχουν ταυτόχρονα, μπορεί να λογίζεται σαν μία ξεχωριστή θέση εκκίνησης μιας κλίμακας που στη διάρκεια της διαδικασίας του ταυτόχρονου, αλληλοεπαληθεύεται με τ’άλλα σ’όλες τις θέσεις, εκτός απ’αυτήν της εκκίνησης. Έτσι έχουμε το Δύο, το Τρία, το Τέσσερα…κ.λπ.
Ι. Θα μπορούσαμε λοιπόν να φανταστούμε έναν κόσμο που θα ήταν πλέγμα τέτοιων κομβικών στοιχειωδών αντιφατικών θέσεων, τα οποία ν’αποτελούν μια ενότητα, αλλά κάθε κομβική θέση, ροής-αντιροής λήψης-εκπομπής υπογεγονότων μέσα του, να είναι μια ξεχωριστή οντότητα. Υπ’αυτή την έννοια μια αντιφατική τυπική ορθολογική διεργασία, θα θεωρούσε την ταυτότητα σαν εν εξελίξει γεγονός, όπως ακριβώς παρουσίασα την αντιφατική μονάδα. Εκεί η αρχή της Ταυτότητας, η τόσο αναγκαία για τις συγκριτικές διαδικασίες θα γύριζε σε αρχή της αντιφατικής ταυτότητας, Σ’αυτή την ταυτότητα η οποία είναι ένα τέτοιο γίγνεσθαι, για να μπορεί να λειτουργεί ορθολογικά, το εύρος της θα ορίζεται από το είδος έρευνας και το είδος και τον τρόπο των εμπλεκομένων μονάδων.
261
Ο χρόνος ως διάρκεια κι ο χώρος ως έκταση πρέπει να επανεξεταστούν, αφού καταλυτικο-συνθετικά κάθε γεγονός είναι συνεχώς Άλλο-Αλλού, Όμοιο κι Ανόμοιο με τον εαυτό του. Κατά την καταλυτικο-συνθετική διεργασία η ταυτότητα δεν μπορεί να έχει διάρκεια κι ο χώρος πρέπει συνεχώς ν’αλλάζει. Όπως είπαμε λοιπόν και πριν, ο χρόνος πλέον θα είναι ρυθμός επανάληψης χωρικών μέτρων σε θέση κι ο χώρος θα είναι η πορεία επαναφοράς των χωρικών μέτρων σε σχέση με τη θέση. Βέβαια η όλη ανάπτυξη αυτής της άποψης δε θα μπορούσε να γίνει σε τόσο λίγο χρόνο.
Κ. Πάνω σε μια τέτοια προσέγγιση για τη φύση του κόσμου μας, θα μπορούσε να πατήσει μια διαλεκτική λογική όπου δε θα είναι αντιθετική αλλά αντιφατική».
Ο Διόδωρος κατέβηκε απ’το βήμα την κατάλληλη στιγμή, αφού το κοινό είχε χάσει την υπομονή του κι έδειχνε πολύ κουρασμένο. Πήρα αμέσως το λόγο κι έκανα την εξής διευκρίνιση: Όσο κι αν μπορεί να συμφωνεί ή να διαφωνεί κάποιος, με απόψεις σαν αυτές του Διόδωρου, που δεν το έχω ποτέ κρύψει ότι συμφωνώ απόλυτα, γιατί είναι και δικές μου απόψεις, πρέπει να δεχτεί ότι στηρίζονται λογικά, και μας δείχνουν πως είναι δυνατόν ο κόσμος να υπάρχει και μ’έναν άλλο τρόπο, απ’αυτόν που έχουμε μάθει να βλέπουμε. Όλα για όσα είμαστε σίγουροι, είναι μπορούν να επαναπροσδιοριστούν, χωρίς να χάνεται η αξία των παλαιοτέρων προσδιορισμών, αλλά και να πλουτίζεται ο δικός μας κόσμος.
262
Όπου ο Βόρις αλλάζει την πορεία του συμποσίου
Τη στιγμή εκείνη ο Βόρις, ίσως με την προτροπή του Νέαρχου, παρενέβει σχεδόν βίαια και παρατήρησε ότι το ξεχείλωμα αυτών των αντιλήψεων που άπτονται στη λειτουργία της γνώσης και της κοινωνίας, δεν είναι ένα απλό παίγνιο για να διασκεδάζουμε ή να καιροσκοπούμε. Η Λογική κι η Δημοκρατία έχουν όρια αντοχής. Το όριο της λογικής είναι η αντιφατικότητα και δεν μπορεί παρά το όριο της δημοκρατίας να είναι η αναρχία. Αυτά τα δύο, λογική και δημοκρατία, επικοινωνούν έτσι που δεν μπορεί το ένα χωρίς το άλλο. Είναι λοιπόν σαφές ότι αυτά που στρέφονται ενάντια στη λογική, στρέφονται κατά της δημοκρατίας, στρέφονται κατά του καθεστώτος κι ενάντια στον θεσμοφύλακα τους τον άρχοντα Νέαρχο. Γι’αυτό εγώ αυτή τη στιγμή, θα κάνω παραίνεση σε όλους τους ομιλητές, να βγουν με τη σειρά τους στο βήμα και να δηλώσουν ότι τα λεγόμενά τους, δεν έχουν σκοπό να διαταράξουν ή να διακωμωδήσουν τη λογική και τη δημοκρατία ή τέλος πάντων έστω κι αν έγινε κάτι τέτοιο δεν υπήρχε πρόθεση.
Ξάφνου το πανηγυριώτικο κλίμα χάθηκε κι η αίθουσα γέμισε σύννεφα. Κάποιοι χειροκροτώντας, επικροτούσαν έντονα αυτά που είπε ο Βόρις, άλλοι όμως σώπασαν αφού αυτό δεν είχε ξανασυμβεί. Αυτοί που ήταν φανερό ότι ενάντιά τους εστρέφετο ο Βόρις, άρχισαν να δυσανασχετούν, άλλοι χαμηλόφωνα κι άλλοι πιο έντονα. Τότε ακριβώς παρενέβη ο Νέαρχος και ζήτησε να διακόψουν για την επομένη μέρα και να συζητήσουν σαν εμβόλιμο και συγγενές το θέμα περί δημοκρατίας, για να μπορέσουν μετά ν’αναπτύξουν το θέμα της λογικής σ’άλλο ανώτερο επίπεδο, που να έχει μέσα του το χαρακτήρα της νομιμότητος καί από κοινωνική άποψη.
Ήταν φανερό ότι ο Νέαρχος έστηνε μηχανισμούς νομιμοφροσύνης και διασυρμού των αντιφρονούντων, που λίγο πολύ ήταν όλοι όσοι είχαν εκφράσει τις απόψεις τους, γύρω απ’το θέμα της διαλεκτικής.
263
Είχαν περάσει τέσσερις μέρες και το συμπόσιο περί δημοκρατίας δεν είχε οργανωθεί. Επίσης όλοι νιώθαμε υπό παρακολούθηση. Ακόμα διαδίδοντο φήμες, πως αν κάποιοι ήθελαν να φύγουν απ’την πόλη και φοβούνται, ο Νέαρχος δεν θα τους εμπόδιζε. Υπήρχαν όμως και πληροφορίες, πως ο Νέαρχος, ο Βόρις και ο Σαδής συσκέπτοντο συνεχώς για να καταλήξουν, πως θα ήταν καλύτερα να δράσουν ή να μεθοδεύσουν το συμπόσιο, ―αν τελικά γινόταν. Γιατί ήταν φυσικό ότι ο Νέαρχος ένιωθε πως υπήρχαν πολλοί αντιφρονούντες, οι οποίοι πιθανόν θα έβρισκαν ευκαιρία να εκδηλώσουν εκεί κάποιου είδους ανταρσία, την οποία θα είχαν οργανώσει με ομοϊδεάτες τους εκτός του συμποσίου. Βέβαια αυτός ήταν πανίσχυρος, αλλά μπορούσε να δημιουργηθεί κάποια αναταραχή, που θα ενίσχυε τις δυσαρέσκειες των πολιτών.
Μολονότι ήταν φυσικό να έχει κάποια αμφιβολία για την ομαλή έκβαση του εγχειρήματος, πίστευε ότι δε θα μπορούσε να το αποφευχθεί γιατί πολλοί απ’τους αντιφρονούντες, είχαν αρχίσει ν’αποκτούν κάποιο κύρος στη συνείδηση του λαού.
Εγώ είχα πληροφορίες μέσα απ’το παλάτι, πως στις συνεδριάσεις ο Σαδής υποστήριζε, ότι αυτό το εγχείρημα ακόμα κι αν είχε αίσιο αποτέλεσμα θα ήταν αρνητικό, αφού οι μακροπρόθεσμες απώλειες θα ήταν περισσότερες απ’τα κέρδη. Αντίθετα ο Βόρις προέβλεπε ότι αυτή η κατάσταση ήταν εξέγερση εν τη γενέση. Ότι κάποιοι απ’τους αντιφρονούντες είχαν σχέσεις με ομάδα ακραίων δημοκρατικών αντιλήψεων, που έφταναν ως το σημείο να απαιτούν την κατάργηση της δουλείας, τη συμμετοχή των γυναικών στην εκκλησία του δήμου ή ακόμα και την κατάργηση της ιδιοκτησίας. Ο Νέαρχος βέβαια δε φοβόταν ότι θά’ χανε την εξουσία, αφού δεν υπήρχε φορέας να την διεκδικήσει σοβαρά, αλλ’ αναρωτιόταν αν τελικά θα είχε κέρδος ή ζημία.
264
Συμφώνησαν λοιπόν ότι ήταν προτιμότερο, κάποιοι από μας κι ειδικά εγώ, που φαίνεται ότι είχα περισσότερο κύρος, να “δραπέτευαν” κι έτσι ούτε αυτός θ’ αναγκαζόταν να πάρει αντιλαϊκά μέτρα, ούτε οι άλλοι θα πάθαιναν τίποτα. Αν όμως αναγκαζόταν να πάρει σκληρά μέτρα, το λιγότερο θα ήταν να εξορίσει κάποιους κι αν άλλοι εκδήλωναν βίαια την αντίθεσή τους, θα έπρεπε να φυλακίσει ή να καταδικάσει κάποιους σε θάνατο. Αντίθετα, αν κάποιοι σημαντικοί αντιφρονούντες έφευγαν, θα του δινόταν η ευκαιρία να δείξει στους άλλους μιαν ανεκτικότητα που δεν θα φαινόταν αδυναμία.
Τελικά κανείς δεν έφυγε κι ο Νέαρχος δεν υπέπεσε στον πειρασμό να τους συλλάβει όλους διά νυκτός, ό-πως τον ωθούσε να κάνει ο Βόρις. Σύμφωνα με τον Βόριδα, τα προσωπεία είχαν πέσει και ο ηγέτης έπρεπε να δράσει καταιγιστικά. Μετά αφού ξεκαθάριζε η κατάσταση, θα πέρναγε μια σειρά έντονα φιλολαϊκά μέτρα, που θα βούλωνε τα στόματα όλων με μέλι κι αφού όλα καταλάγιαζαν θά’παιρνε τα μέτρα σιγά-σιγά πίσω.
ΠΕΜΠΤΗ ΗΜΕΡΑ (συμποσίου) όπου ο Νέαρχος κηρύσσει την έναρξη διαλόγου περί Δημοκρατίας
Αποφασίστηκε να γίνει το συμπόσιο. Οι φήμες που διαδίδοντο ήταν ότι κάποιοι θα έκαναν προκλητικές δηλώσεις και προτάσεις που θα έβαζαν σε δοκιμασία τον Νέαρχο. Απ’την άλλη κάποιοι διέδιδαν ότι ο ίδιος ο Βόρις θα έκανε εισήγηση, που δεν θα άφηνε περιθώριο διαφυγής. Οι αντιφρονούντες θα έπρεπε να συμφωνήσουν ή να εναντιωθούν. Η κατάσταση λοιπόν ήταν ασαφής κι εκτός ελέγχου, κάτι που καταπίεζε τους διανοητές και δημιουργούσε άγχος στον Νέαρχο και τον Σαδή, ενώ ο Βόρις ένιωθε ότι ήταν μια πρόκληση που θα ξεκαθάριζε τα πράγματα μια και καλή. Ουσιαστικά είχε υποκαταστήσει το Νέαρχο σε ότι αφορούσε στο θέμα αυτό, οργανώνοντας παράλληλα τη φρουρά για πιθανή αιματηρή επέμβαση. Ο Σαδής ανησυχούσε περισσότερο για τις ενέργειες αυτές, παρά για μια πιθανή εξέγερση. Η τυραννία είχε δείξει τα δόντια της και η δημοκρατία είχε κρυφτεί.
265
Εγώ που συνήθως έτρωγα στο σπίτι, η περιέργειά μου μ’έσπρωχνε τελευταία να τρώγω στο κεντρικό μαγειρείο της πόλης για να μαθαίνω τα νέα. Εκεί με πλησίαζαν πολλοί αντιφρονούντες, λέγοντας τις απόψεις τους και τους φόβους τους. Αληθινά όμως δεν έμαθα τίποτα, γι’αυτό αποφάσισα ν’ασκήσω το δικαίωμά μου σίτισης στο οικοτροφείο του παλατιού (οι φιλόσοφοι, οι αθλητές και γενικά οι επιστήμονες είχαν δικαίωμα διατροφής χωρίς πληρωμή). Αλλά κι εκεί υπήρχε σκοτάδι, όλες οι φήμες ήταν μεθοδευμένες, κυριαρχούσε το τάλαντο του Βόριδος, ο οποίος θα πρέπει να ήταν σε «δημιουργική» και «δημοκρατική» έξαρση.
Αποφάσισα να περιμένω την πρόσκληση για το συμπόσιο καρτερικά. Δεν πέρασε μια βδομάδα και μας κάλεσαν. Ο Νέαρχος τήρησε τους τύπους κι από το βράδυ είχε στείλει κάποιον νέο να μ’ενημερώσει για το συμπόσιο και το θέμα του.
Την άλλη μέρα οι απολογητές του καθεστώτος, πήγαν νωρίς και πήραν τις κατάλληλες θέσεις. Υπήρχε όμως καί σ’αυτούς αβεβαιότητα, όλοι ένιωθαν ότι όποια τροπή κι αν έπαιρνε το συμπόσιο, θα ήταν το τελευταίο. Οι «αντιφρονούντες» ή τέλος πάντων αυτοί που θεωρούντο αντιφρονούντες, έφταναν την τελευταία στιγμή σποραδικά κι απρόθυμα.
Όταν πλέον όλοι ήταν στις θέσεις τους, ακόμα κι ο Βόρις στη θέση του εξάρχοντα, συνέβη το αναπάντεχο. Το συμπόσιο ξεκίνησε χωρίς το Νέαρχο και τον Σαδή. Δημιουργήθηκε μια αναταραχή. Όλοι άρχισαν να συζητούν χαμηλόφωνα. Ο Βόρις δεν επενέβη αμέσως, αλλ’άφησε για λίγο ν’απλωθεί αβεβαιότητα και ίσως αγωνία. Ήταν φανερό πως κάτι είχε γίνει ή κάτι εξελίσσετο που δεν είχε ακόμα εκδηλωθεί.
Οι «νομοταγείς», άρχισαν σιγά-σιγά καλού-κακού ν’απομακρύνονται απ’ τις θέσεις των «αντικαθεστωτικών», οι οποίοι ήταν τελικά τόσο λίγοι κι ο τρόμος που ένιωθαν, ξάφνου μετετράπει σε περηφάνια και οργή. Σηκώθηκαν όρθιοι και συμπτύχθησαν αυθόρμητα προς το μέρος μου, δημιουργώντας μια χαλαρά συγκροτημένη παράταξη.
266
Ο Βόρις χαμογέλασε, μουρμουρίζοντας κάτι ειρωνικά. Ήταν τόσο σίγουρος για την ενοχή τους, αλλά κι ένιωθε τόσο ισχυρός απέναντί τους. Εξ άλλου αυθόρμητα από μόνοι τους, φανερώθηκαν και εγκλωβίστηκαν. Ήμουν σίγουρος ότι με τις σκέψεις αυτές που υπέθετα ότι είχε κάνει, θα είχε τονίσει και το προσφιλές απόφθεγμά του, πως “η γενναιότητα πάει σχεδόν πάντα με την βλακεία”. Ξάφνου μετά από μεγάλη αναμονή και παγερή σιωπή, κτύπησε το σήμαντρο και μπήκε ο Νέαρχος, φορώντας ένα είδος επίσημης στολής από λευκό λινό και ένα πολύ λεπτό στεφάνι ελιάς καμωμένο από ήλεκτρο.
Βάδιζε κάπως βίαια κι αποφασιστικά χωρίς να στρέψει το βλέμμα του πουθενά, παρά μόνον όταν μια ομάδα απολογητών του άρχισε να χειροκροτά, σταμάτησε και τους κάρφωσε με το βλέμμα του. Αυτοί βουβάθηκαν. Κι όταν ο Βόρις τον κάλεσε στο βήμα, αυτός είχε σχεδόν ανέβει, γιατί μπαίνοντας κατευθύνθηκε προς τα’κει. Ο Βόρις παραμέρισε παραλείποντας το τυπικό της διαδικασίας.
Ο Νέαρχος στάθηκε στο βήμα λίγο αμήχανος, αλλά ήταν φανερό ότι αυτή η αμηχανία δεν φανέρωνε αδυναμία ή αβεβαιότητα.
― Ότι πω τώρα, είναι γι’αυτούς που μου αντιτίθενται κι είναι αυτοί τους οποίους σέβομαι περισσότερο κι α-κόμα κάποιοι απ’αυτούς είναι οι πιο αγαπημένοι μου. (Και το βλέμμα του στράφηκε προς τον Τύχωνα κι ε-μένα).
―Όλοι θα πρέπει να γνωρίζουν πως η εξουσία για μένα δεν υπήρξε ούτε αυτοσκοπός ούτε αυταρέσκεια, έκανα πάντα το καθήκον μου. Αυτό θα κάνω και τώρα. Είμαι ο ίδιος Νέαρχος που γνωρίζετε. Θ’αναρωτηθείτε γιατί τα λέω όλα αυτά. Δε σας κρύβω ότι έθεσα το καθήκον στον εαυτό μου, να επαναπροσδιορίσω τους όρους λειτουργίας της δημοκρατίας μας και φυσικά σαν έντιμος δημοκράτης, δεν θα το κάνω μόνος μου, αλλά εδώ μαζί σας.
267
Σας προσκαλώ λοιπόν εδώ στις εργασίες αυτού του συμποσίου, να καταθέσετε τις απόψεις σας με ειλικρίνεια και σύνεση, χωρίς υστεροβουλία ή φόβο, να δεχθείτε τα όποια σφάλματά σας και να δώσουμε όρκο υποταγής σ’αυτά που θα συμφωνηθούν από κοινού.
―Κηρύσσω την έναρξη του συμποσίου “Περί Δημοκρατίας και Λογικής”.
Πρώτος το λόγο πήρε ο Σαδής, που έκανε συνήθως διευκρινίσεις. Είπε λοιπόν, ότι «το συμπόσιο θα περιστραφεί γύρω απ’την έννοια της δημοκρατίας, αφού ο λόγος περί λογικής είχε πλέον εξαντληθεί. Συσχετίζεται όμως το θέμα με τη δημοκρατία, περισσότερο για να μπορέσουμε να διευκρινίσουμε τουλάχιστον πιο είδος λογικής συμπορεύεται με την έννοια της δημοκρατίας».
«Δημοκρατία είναι το πολίτευμα όπου ο Δήμος κρατεί, όπου ο Δήμος έχει την εξουσία. Εξουσία είναι η δυνατότητα λήψης και εκτέλεσης αποφάσεων. Δήμος ή Δέμος όμως τι είναι; Είναι αυτοί που συνιστούν δέμας, που είναι σύνολο, που δρουν μαζί, που δέονται απ’τους κανόνες, που υπακούουν. Η δημοκρατία λοιπόν που ο δήμος κρατεί, είναι κάτι που έχει ξεφύγει απ’τις αρχαίες αιώνιες κοινωνικές παραδόσεις. Η Δημοκρατία είναι απ’τη φύση της η κοινωνική επανάσταση, αφού ο Δέμος (ο Δήμος), που σύμφωνα με τ’όνομά του πρέπει να υπακούει, αντίθετα κυβερνά».
Ο Σαδής κατέβηκε από το βήμα όπως ανέβηκε ξαφνικά, παραβαίνοντας το τυπικό κι όπως πάντα, βάζοντας το θέμα στη βάση την οποία όλοι θα έπρεπε να γνωρίζουμε, αλλά που υποτίθεται ότι την είχαμε παραμερίσει από τη συνεχή χρήση, και ξεχάσει.
268
Το λόγο ζήτησε Δημήτριος Δημητρεύς, ένας διανοητής
του οποίου οι γονείς ήταν Δωριείς, αλλά αδιερεύνητο από ποια πόλη κατήγοντο, έζησαν στη Αθήνα και μάλιστα ήταν οπαδοί της δημοκρατίας. Ο ίδιος ο Δημητρεύς ήταν μεν δημοκράτης, αλλά συντηρητικός. Μάλι-στα ο λόγος που εγκαταστάθηκε στην Ελαία ήταν το πολίτευμα της, το οποίο ο ίδιος χαρακτήριζε πραγματιστικά δημοκρατικό κι όχι έωλο, όπως των Αθηνών. Εκεί στην Αθήνα η εκκλησία του δήμου της οποίας οι βασικοί παράγοντες είχαν εκλεγεί διά κλήρου, μπορούσαν ανά πάσα στιγμή να ανατρέψουν σημαντικές αποφάσεις εν εξελίξει, προκαλώντας καταστροφές στο πρόγραμμα και στην εκτέλεση των αποφάσεων. Αυτό φανερώνει ακόμα, ότι οι αποφάσεις που είχαν πάρει ήταν πρόχειρες, κάτι που δεν θα μπορούσε να συμβεί σε μια δημοκρατία, που κυβερνά μια ομάδα ή ένας εκλεγμένος και δοκιμασμένος εκπρόσωπός τους. Εκεί θα μπορούσαν να επανεξετάζουν τις αποφάσεις του δήμου ή ακόμα καλύτερα να τον υποκαθιστούν.
Ανέβηκε αργά-αργά στο βήμα και δεν ήταν λίγοι αυτοί που ψιθύριζαν με θαυμασμό για τη φήμη του και την εντιμότητά του ως ανθρώπου πραγματιστή που ποτέ δεν παρασύρθηκε από συναισθηματισμούς, από ιαχές ή ανόητες επιδιώξεις των μαζών. «Το ευκολότερο πράγμα που μπορούμε να κάνουμε σαν πολιτικοί» είπε, «είναι ν’αφουγκραστούμε τους πόθους του λαού και να του δώσουμε την εντύπωση ότι εμείς θα τους οδηγήσουμε σ’αυτούς. Όμως η ουσία της σχέσης πολιτικού ηγέτη και λαού, είναι να δώσουμε στο λαό ν’αντιληφθεί αυτό που είναι εφικτό να γίνει κι όχι αυτό που θα έπρεπε να γίνει σύμφωνα με τις προσδοκίες του λαού. Αυτό που προσδοκούμε, που για μας είναι το δέον γενέσθαι, απ’τη μια είναι πολύ διαφορετικό από άνθρωπο σε άνθρωπο για να γίνει πραγματικότητα, απ’ την άλλη είναι έωλο, αφού πάντα στηρίζεται σ’ιδεολογικοποιημένα σχήματα. Η ιδεολογικοποίηση της πραγματικότητας, είναι η ένωση του όντος με το δέον γενέσθαι, που δε στηρίζεται ποτέ επαρκώς στην εμπειρία, αλλά ούτε στη γονιμοποίησή της απ’τον ορθολογισμό.
269
Η ιδεολογικοποίηση της πραγματικότητας ξεκινά πρώτα απ’την αποδοχή κάποιου δέοντος, που μια κοινότητα θεωρεί ουσιώδες και δίκαιο κι επάνω εκεί στηρίζει την επεξεργασία των εμπειρικών δεδομένων. Όμως αντίθετα θα έπρεπε την δραστηριότητά της να στηρίζει πρώτα πάνω στα εμπειρικά δεδομένα κι από κει να οργανώνει δράση γι’αυτό που είναι δυνατόν να γίνει κι όχι γι’αυτό που θά’πρεπε να γίνει. Αυτό είναι το πολίτευμα που ταιριάζει με τις απόψεις του Παρμενίδη.
Το δέον γενέσθαι προϋποθέτει ένα άλμα πίστης, για την πραγματικότητα οποίο, τη στιγμή που ουσιαστικά αυτή εκτιμάται, δεν μπορεί να υπάρξει, αλλά εμείς ονειρευόμαστε την ύπαρξή του. Αυτή είναι μια κατάσταση που δεχόμαστε εν τω γίγνεσθαι, ενώ το γίγνεσθαι πατά επάνω στο Μη-Είναι, κι έτσι το Δέον-Γενέσθαι, μόνο εν μέρει μπορεί να είναι αληθινό. Κάθε ενέργεια του λογικού ανθρώπου πρέπει να βρίσκεται μέσ’τα όρια του εμπειρισμού και του ορθολογισμού. Δηλαδή να εκτιμώνται αντικειμενικά τα εμπειρικά δεδομένα κι οι αποφάσεις να παίρνονται με πυξίδα τον ορθολογισμό, όπως μας το δίδαξε ο δάσκαλος Παρμενίδης. ―Σύμφωνα με τα εμπειρικά δεδομένα, δεν είναι δυνατόν να συγκαλείται ανά πάσα στιγμή η εκκλησία του δήμου για να πάρει αποφάσεις, αφού τις πιο πολλές φορές οι εξελίξεις δεν μπορούν να περιμένουν, ούτε μπορούν να αιωρούνται ανάμεσα στους διά κλήρου εκλεγμένους εκπροσώπους, που πιθανόν δεν έχουν την εξειδίκευση ν’αποφασίσουν για κάποιο συγκεκριμένο. Η εμπειρία δείχνει, ότι πρέπει να υπάρχει μια εκλεγμένη ομάδα ή ένας εκλεγμένος ηγέτης, που παίρνοντας υπόψιν του το γενικό πνεύμα της εκκλησίας του δήμου να δρα προσεγγιστικά σύμφωνα μ’αυτό, σ’επείγουσες καταστάσεις». «Νομίζω ότι δεν είναι ανάγκη να επεκταθώ σ’αυτό το θέμα, αφού αυτό το σύστημα δεν θέλει πολλά λόγια, αλλά στηρίζεται στην πρακτική διαδικασία. Είναι γενικά σύστημα, όπου κανείς δεν ωθείται να πάρει κοινωνικά προδιαγεγραμμένες αποφάσεις ή να πιεστεί προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση.
270
―Αφήνουμε την ρέουσα πραγματικότητα, την καθημερινότητα και την εμπειρική αντικειμενικότητα να οδηγά τις πράξεις μας, χωρίς να μας καταδυναστεύει ο όποιος ιδεολογικός καταναγκασμός. Έχουμε μια κοινωνία ανοικτή σε νέες ιδέες, αλλά ποτέ μα ποτέ δε θα δεχτούμε να μας οδηγεί Μια Ιδέα, την οποία όμως μετά από εμπειρική κι ορθολογική διερεύνηση μπορεί να την χρησιμοποιήσουμε.
Όπως δείχνει και αυτό το συμπόσιο, είμαστε μια κοινωνία ανεκτική, δεχόμαστε ν’ακούσουμε τ’αντίθετο ή ακόμα και το παράδοξο, όμως δεν μπορούμε να ανεχτούμε ό,τι μπορεί να μας οδηγήσει στο παράλογο. Το παράδοξο, μπορεί να οξύνει την διαλογική μας δυνατότητα, το παράλογο όμως σύμφωνα με τη δική μου άποψη, το μόνο που κάνει είναι να κατεδαφίζει ή να υποσκάπτει όλα όσα η δημοκρατική μας κοινωνία έχει οικοδομήσει». Τελειώνοντας έριξε μια ματιά στο κοινό, έγειρε το κεφάλι κάτω σα να σκέφτεται και ξαφνικά κατέβηκε απ’το βήμα. Το μεγάλο μέρος του κοινού ξέσπασε σε επευφημίες και χειροκροτήματα κι αυτός προχώρησε στη θέση του σχεδόν τρέχοντας, σαν να ήθελε να περάσει απαρατήρητος.
Ο Νέαρχος είχε σηκωθεί και χειροκροτούσε διακριτικά κι ο Βόρις δεν έκρυβε την ευαρέσκειά του. Αυτός ο νέος, ήταν δικός του ευνοούμενος, δωρικός και περιεκτικός.
Το λόγο ζήτησε ο Διονύσιος Ακραγαντίνος, υπέρμαχος της αθηναϊκής δημοκρατίας και θαυμαστής του Περικλή. Ήταν κάπως οργισμένος με τα λεγόμενα του Δημητρέα, αλλά έδειχνε συγκρατημένος.
«Τη δημοκρατία που μας παρουσίασε ο αγαπητός Δημητρεύς, εγώ δεν μπορώ παρά να την θεωρήσω ολιγαρχική. Άραγε είναι πιο δημοκρατική απ’το ολιγαρχικό πολίτευμα της Σπάρτης; Εκεί κυβερνά η Γερουσία που αποτελείται απ’όλους τους επιζήσαντες απ’τις μάχες (άνω των πενήντα ετών Σπαρτιάτες), που αποφασίζουν κι η Απέλλα δηλαδή οι εν ενεργεία μαχητές άνω των τριάντα ετών, επιβεβαιώνουν διά βοής τις αποφάσεις.
271
Υπάρχουν δυο εκλεγμένοι βασιλείς από την Γερουσία, ο ένας για τις εκστρατείες και ο άλλος για την άμυνα, οι οποίοι είναι ανακλητοί. Εγώ νομίζω ότι η ολιγαρχία των Σπαρτιατών είναι πιο δημοκρατική απ’τη δημοκρατία του Δημητρέα. Θα μπορούσα να υπεισέλθω σε λεπτομέρειες, αλλά θεωρώ ότι στο συμπόσιο αυτό πλανάται μια σκιά δυσπιστίας και τρόμου κι έτσι δεν θα ήθελα να βρεθώ στη δεινή θέση, οι απόψεις μου να τεθούν υπό την κρίση ενός φανατικού απλουστευτή όπως ο Βόρις».
Ένα μουρμουρητό άρχισε να σύρεται στη αίθουσα, που δεν μπορούσε κανείς να πει ότι ήταν επιδοκιμασία ή αποδοκιμασία. Ο Βόρις ως εξάρχων ζήτησε απ’τον Διονύσιο και από τους επόμενους ομιλητές να αποφεύγουν τις προσωπικές επιθέσεις, γιατί θα διαταραχθεί το ήρεμο κλίμα του συμποσίου: «Θα παρακαλούσα τον σεβαστό Διονύσιο να αποσύρει τις παρατηρήσεις του για το πρόσωπό μου και για το κλίμα του συνεδρίου ή να τις δικαιολογήσει, παίρνοντας την ευθύνη των απόψεών του».
Ο Διονύσιος σηκώθηκε αργά και χωρίς να πάει στο βήμα κι απέσυρε τις παρατηρήσεις του, γιατί όπως είπε, είναι πολύ γέρος πια και δεν θα μπορούσε νά’χει το ψυχικό σθένος να ξανοιχτεί σε μια τέτοια συζήτηση. Θα κρατούσε όμως όλα όσα είπε, κρίνοντας τις απόψεις του Δημητρέα.
Τότε το λόγο ζήτησε και πήρε, ο Διογένης ο Ταραντίνος που με φωνή κάπως σβησμένη, αλλά αποφασιστική είπε ότι αυτός μολονότι πιο γέρος απ’τον Διονύσιο θα ήθελε να κάνει κάποιες διευκρινίσεις για το κλίμα του συμποσίου.
272
―«Πιστεύω ότι αυτό το συμπόσιο θα είναι το τελευταίο, αφού γίνεται κάτω από μια αδικαιολόγητη ιδεολογικο-διαλογική πίεση για την αναπροσαρμογή του καθεστώτος και το ξεκαθάρισμα απ’τις αντίθετες φωνές, που μπορεί να θεωρηθούν επικίνδυνες γι’αυτό. Ο άρχοντας Νέαρχος, χρόνια τώρα, έχει δείξει την ικανότητα να γονιμοποιεί τις αντίθετες φωνές, τις οποίες να διαχειρίζεται μισοδημοκρατικά μισοδικτατορικά, αλλά κοινώς αποδεκτά και χαριτωμένα, ακόμα κι όλες τις αντικρουόμενες καταστάσεις, που αναφαίνονται σ’ αυτή τη μικρή μας πόλη. Τώρα όμως υπάρχει μια αλλαγή συμπεριφοράς, που δεν μπορώ να δεχτώ ότι γι’ αυτήν είναι υπεύθυνος ο Νέαρχος. Υπεύθυνος είναι ο σύμβουλός του Βόρις, που έχει δημιουργήσει την εντύπωση στο Νέαρχο ότι αυτός και η «δημοκρατία» του, κινδυνεύουν απ’τη δημοκρατία. Ο Βόρις, όπως οι άνθρωποι του βορρά, έχει μάθει στο σκότος, δεν νοιάζεται για τις λεπτές σκιές της εικόνας της δημοκρατίας. Η δημοκρατία γι’αυτόν, είναι απλά ένα σύστημα λειτουργίας της κοινωνίας και όχι ένας αγαπημένος τρόπος ζωής, που μπορεί μόνο μαζί με όλες της τις αντιθέσεις και ιδιοτροπίες. Η δημοκρατία είναι ο τρόπος που ο πολίτης ζει όσο το δυνατόν μακριά απ’τον φόβο. Είναι συνώνυμο με την ελευθερία. Ο Βόρις δεν γνωρίζει την αυτοπειθαρχία, γνωρίζει την πειθαρχία του τρόμου, ό-που κάποιος είναι ελεύθερος πρώτον να υπακούει. Γι’ αυτόν όλοι οι αντιφρονούντες είναι ύποπτοι κι επειδή υπάρχει υποψία κινδύνου της πολιτείας, πρέπει να εξουδετερωθούν. Βέβαια δεν αγαπάει τη βία αλλά αυτό θεωρεί ως υπέρτατο καθήκον του.
«Όλ’αυτά δεν τα είπα για να καλοπιάσω το Νέαρχο, αλλά νομίζω πως αυτή είναι η αιτία του σκοτεινού κλίματος του συμποσίου. Όσο για την δημοκρατία του Νεάρχου, βέβαια εγώ δεν είμαι απ’αυτούς που την εκτιμούν, αφού απέχει πολύ απ’αυτό που θα μπορούσε να ορίσει κάποιος σαν δημοκρατία. Ακόμα αναρωτιέμαι αν ο Νέαρχος δεν εκλεγεί, θα το δεχθεί χωρίς αντίδραση ή θα επέμβει στρατιωτικά για να μην πέσει η πόλη στην αναρχία και «καταστραφεί».
273
Γιατί συνήθως οι Τύραννοι θεωρούν καθήκον, να σώζουν την δημοκρατία καταργώντας την. Μπορώ να δείξω κι άλλες αδυναμίες της δημοκρατίας του Νέαρχου, επίσης μπορώ να παραδεχτώ ότι η διακυβέρνηση του Νέαρχου είναι κατά το μάλλον ή ήττον επωφελής για την πόλη, μολονότι εγώ δεν μπορώ να τη δεχτώ ως δημοκρατία».
Ο γέρων Διονύσιος, σηκώθηκε επιδεικτικά και χειροκρότησε τον Διογένη. Όμως κανείς δεν τον ακολούθησε. Άλλοι από φόβο, άλλοι από πνεύμα αντιπολιτευτικό στις γενικότερες απόψεις του, κι άλλοι γιατί δεν έκριναν σκόπιμο να οξύνουν προς το παρόν το κλίμα του συμποσίου.
«Θα ήθελα ακόμα να τονίσω ότι η εμπειρική διαδικασία, όπως την παρουσίασε ο Δημητρεύς, δεν είναι κάτι το αντικειμενικό. Αφού στην πολιτική τουλάχιστον κι όχι μόνο, εμπειρικά κάποιο γεγονός ή κάποια κατάσταση, είναι φυσικό να ερμηνεύεται διαφορετικά από τις ομάδες των πολιτών που έχουν αντίθετα συμφέροντα ή έχουν διαφορετική θέση στην κοινωνική κλίμακα της πόλης μας. Στην πόλη μας υπάρχουν οικονομικές τάξεις που εισπράττουν διαφορετικά ένα γεγονός μεταξύ τους. Έχουμε την τάξη των γαιοκτημόνων, την τάξη των παραγωγών προϊόντων, δηλαδή εργαλείων, όπλων, έργων τέχνης, προϊόντων οικιακής χρήσης κ.λπ, και τις τάξεις των εμπόρων και πλοιοκτητών, αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε και τη μικρή μα πανίσχυρη τάξη μονίμων στρατιωτικών και γραφειοκρατών.
Για παράδειγμα γίνεται ένας σεισμός και καταστρέφονται δημόσια κτίρια. Οι πολίτες πρέπει να βάλουν το χέρι βαθιά στο πουγκί να φορολογηθούν, ενώ οι αρχιτέκτονες κι οι οικοδόμοι, μολονότι θα φορολογηθούν κι αυτοί, απ’ την άλλη θ’ αναλάβουν εργασίες που θα τους αποφέρουν. Το ίδιο και οι παραγωγοί όπλων και πολεμοφοδίων στην κατάσταση πολέμου, που ενώ αυτοί θα ωφελούνται, οι άλλοι θα χάνουν τη ζωή τους και την περιουσία τους. Όταν ο πλοιοκτήτης χάνει το πλοίο του στη θαλασσοταραχή, ο ναυπηγός τρίβει κρυφά τα χέρια του, χαίρεται με συντριβή και σεμνότητα.
274
«Τώρα ας πάμε στην πολιτική: όταν κυβερνά μια τάξη, τότε οι νόμοι στρέφονται προς το συμφέρον της τάξης που κυβερνά κι ενώ η εμπειρία απ’τη διακυβέρνηση για τα άτομα της τάξης αυτής και των συμμάχων της είναι άριστη, για τις άλλες τάξεις είναι από ανεκτή ως άθλια. Και για να είμαστε πλήρεις στην ανάλυσή μας, δεν πρέπει να ξεχνάμε τους δούλους, αλλά γιατί όχι και τις γυναίκες. Αυτοί έχουν σαφώς διαφορετικά συμφέροντα κι οι εμπειρίες τους απ’το ίδιο σύστημα, είναι κάτι τελείως διαφορετικό γι’αυτούς απ’ ότι στους άλλους».
Εκείνη τη στιγμή σχεδόν από σύμπτωση, κάποιος αναβρασμός είχε δημιουργηθεί κάπου στο βάθος της τεράστιας αίθουσας που αφορούσε στ’ ανθρώπινα δικαιώματα των δούλων και των γυναικών. Ήταν συμπτωματικό και όχι προσχεδιασμένο. Κάποιοι πολίτες από αυτούς που βρίσκονταν στην είσοδο της αίθουσας και παρακολουθούσαν απ’έξω, κατάφεραν να εισέλθουν τραγουδώντας τoν ύμνο τους, που αφορούσε στην ελευθερία όλων των ανθρώπων και την ισότιμη αντιμετώπισή τους απ’την πολιτεία και το νόμο.
Ο Βόρις μυρίστηκε ανταρσία κι έσπευσε με μια ομάδα μυστικών φρουρών, που ήταν διάσπαρτοι στις άκρες της αίθουσας να επικουρήσουν τους φρουρούς της εισόδου. Έσυραν τα ξίφη τους κι επετέθησαν. Την ίδια στιγμή ο Σαδής με τη δική του ομάδα έσπευσε απ’την αντίθετη μεριά για κατευνασμό. Δημιουργήθηκε πανικός κι αναστάτωση που κατέληξε σε αιματηρή συμπλοκή. Ο Νέαρχος έσπευσε άοπλος να ηρεμήσει την κατάσταση, όμως το κακό είχε γίνει. Οκτώ αντιφρονούντες νεκροί και τέσσερις τραυματίες, τέσσερις φρουροί νεκροί και δέκα τραυματίες. Μεταξύ των νεκρών κι ο Σαδής, μεταξύ των τραυματιών, ελαφρά κι ο Νέαρχος. Ο Σαδής είχε δεχτεί πλήγμα από κοντή δίκοπη μάχαιρα, αριστερά και πίσω στην πλάτη. Απ’το μυαλό όλων πέρασε ο Βόρις, που πιθανόν βρήκε την ευκαιρία να ξεφορτωθεί αυτόν που ήταν ο μεγαλύτερος αντίπαλός του και του χρέωνε μιαν ασυλλόγιστη επιείκεια απέναντι στους αντιφρονούντες.
275
Η αίθουσα είχε κυκλωθεί από οπλίτες πεζικού που είχαν στρατώνα λίγο έξω από την αίθουσα των συμποσίων. Όλα συνέβησαν σχεδόν ακαριαία έτσι που πολλοί από τους συνδαιτυμόνες, οι πιο ψύχραιμοι δεν είχαν ακόμα σηκωθεί από τις θέσεις τους, αλλά μπορεί να ήταν μ’ένα τσαμπί σταφύλι στο χέρι ή ένα ποτήρι κρασί.
Λέγεται ότι ο Νέαρχος θα ήταν νεκρός, αν ο Τύχων ο Κρης που είχε σπεύσει να συμπαρασταθεί στους διαδηλωτές, δεν τον έσπρωχνε για να γλιτώσει απ’το μαχαίρι κάποιου μπλεγμένου μέσ’το πλήθος.
Ο Νέαρχος πήρε τον λόγο και κάλεσε για ηρεμία και ψυχραιμία. Διέκοψε όμως το συμπόσιο επ’αόριστον.
Τις επόμενες μέρες στην πόλη υπήρχε αναταραχή. Στους δρόμους περιπολούσαν ομάδες ενόπλων φρουρών με πλήρη εξάρτηση. Αυτοί ασκούσαν καθήκοντα αστικής ασφάλειας κι επισκέπτοντο επιλεγμένα σπίτια αντικαθεστωτικών καλώντας κάποιους για ανάκριση στο αρχηγείο της ασφάλειας. Όσοι απολύοντο και γύριζαν στην αγορά, έβγαλαν τη φήμη ότι στις ανακρίσεις δεν παρευρέθει ποτέ ο Βόρις ενώ σποραδικά είχε εμφανιστεί κι ο ίδιος ο Νέαρχος. Ήταν για πολλούς φανερό ότι ο Βόρις είχε συλληφθεί και του είχε χρεωθεί η αναταραχή κι ο φόνος του Σαδή. Κάποιοι όμως απ’τους συλληφθέντες δε γύρισαν σπίτι τους και κανείς δεν έμαθε τίποτα γι’αυτούς.
Η ηρεμία στην πόλη ήλθε μετά από δέκα μέρες, όταν ο ίδιος ο Βόρις εμφανίστηκε ξανά σε δρόμους της πόλης. Μάθαμε ότι ανεκρίθει σκληρά απ’ τους πραιτοριανούς αλλά δεν έσπασε, μάλιστα κάλεσε τον Νέαρχο ν’απολογηθεί στον ίδιο. Ο Νέαρχος πήγε κι όταν τον έλυσαν απ’τα δεσμά, άρπαξε τη μάχαιρα ενός πραίτορα και μέσα στην αναταραχή, την έστρεψε κατά του εαυτού του.
276
Μόλις που τον πρόλαβαν, αλλά είχε τραυματιστεί αρκετά, αφού η μάχαιρα μπήκε αρκετά μέσα του. Όταν ανέρρωνε, όλοι τον άκουγαν τα βράδια να κλαίει σαν το σκυλί που έχασε τ’αφεντικό του. Στο τέλος ο Νέαρχος λύγισε κι ο Βόρις ανέβηκε πάλι στο βάθρο του. Ένας Βόρις στρυφνός κι αμίλητος, συντετριμμένος και ταπεινός πού’σκυβε ελαφρά το κεφάλι στην εμφάνιση του αφέντη του. Αν δεν ήταν λευκός και ξανθός θα φαινόταν σαν αναχωρητής της ανατολής.
Όταν ηρέμησαν τα πράγματα κι οι οπλίτες σταμάτησαν να περιπολούν, οι ένοπλοι ασφαλίτες έγιναν πάλι άοπλοι πολίτες της αγοράς που ψώνιζαν και επισκέπτοντο το κουρείο και συζητούσαν με τους άλλους πολίτες σαν να μην είχε γίνει τίποτε, τότε μας ξανακάλεσαν για το συμπόσιο. Κάτι που δημιούργησε αναταραχή και αβεβαιότητα στους πολίτες οι οποίοι θα προτιμούσαν να μην ξαναγινόταν συμπόσιο.
ΗΜΕΡΑ ΣΥΜΠΟΣΙΟΥ ΕΚΤΗ όπου συμβαίνουν πολλά απερίγραπτα
Όπως ήταν φυσικό το συμπόσιο ξεκίνησε εκεί που είχε σταματήσει. Ο Διογένης, αφού μας θύμισε συνοπτικά τις απόψεις του Δημητρέα και την περί έλλειψη αντικειμενικότητας της εμπειρίας, όπως γίνεται αντιληπτή απ’τον Δημητρέα στην κριτική του, εστράφει ενάντια στην άποψη του Δημητρέα περί εφικτού: «Ο φίλος μας ο Δημητρεύς μεγαλοποιεί την έννοια του εφικτού. Αφού κι αυτό είναι σχετικό, όχι μόνο απ’τις δυνατότητες που δίνονται, αλλά και απ’την ιδεολογική βούληση για τη διαμόρφωση της δεδομένης κατάστασης. Εφικτό επίσης είναι αυτό για το οποίο θες να παλέψεις με όλες σου τις δυνάμεις και να υπερβείς τον εαυτό σου. Αν πετύχεις το σκοπό σου, τότε εθεωρήθει εφικτός. Η ίδια η δημοκρατία δεν είναι συμβατή με την έννοια του εφικτού όπως μας τη παρουσιάζει ο Δημητρεύς. Η επίτευξη της δημοκρατίας είναι συμβατή με την έννοια του υπερβατικού, όπου απαιτείται η υπέρβαση αυτού που ορίζεται από τον Δημητρέα ως εφικτό.
277
Όσο για τη χαλαρή κοινωνία που ανέχεται αντίθετες απόψεις και μάλιστα τις γονιμοποιεί, τα γεγονότα του κοντινού παρελθόντος το διέψευσαν οικτρά. Και χαμηλώνοντας τη φωνή αλλά τονίζοντας τις λέξεις για ν’ακουστούν, είπε: δεν μάθαμε ακόμα τι έγιναν ορισμένοι συμπολίτες μας, ούτε γιατί κατηγορήθηκαν κι αν καταδικάστηκαν. Αυτό το συμπόσιο θα ήταν πρέπον πρώτα απ’ όλα να διερευνήσει αυτό το οικτρό και τραγικό γεγονός».
Από το βάθος της αίθουσας μια ομάδα αντιφρονούντων ακολούθησε τον Τύχωνα που χειροκροτούσε επιδεικτικά. Σποραδικά ακολούθησαν κι άλλοι συνδαιτυμόνες απ’όλη την αίθουσα, μα συγκρατημένα, που φανέρωνε πως ακόμα επικρατούσε ο τρόμος.
Εκείνη τη στιγμή παρενέβη ο Νέαρχος φανερά ενοχλημένος παραμερίζοντας το τυπικό. ―«Η παρατήρηση του Διογένη είναι λαϊκίστικη κι άτοπη, όλοι γνωρίζουν ότι συνέβη ένα γεγονός που διερευνάται σαν μικρή ανταρσία. Είχαμε νεκρούς και τραυματίες και όχι μόνο πολίτες, ακόμα μεταξύ των νεκρών βρίσκεται ένας απ’τους καλύτερούς μου φίλους και μεταξύ των τραυματιών κι εγώ ο ίδιος που παρενέβην άοπλος. Σας βεβαιώνω ότι όποιος κι αν ήταν ο υπαίτιος θα αποκαλυφθεί. Το θέμα δεν είναι προσωπικό αλλά θέμα λειτουργίας των θεσμών και της δημοκρατίας γενικότερα. Αν η απάντησή μου ικανοποίησε τον αγαπητό και σεβαστό Διογένη και μαζί μ’αυτόν και τον Διονύσιο, που έκανε προκλητικά φανερή την υποστήριξή του σ’αυτόν, το καλώς διαλογικά φέρεσθαι απαιτεί να αποσυρθούν από μέρους τους αυτές οι παρατηρήσεις. Δεν το απαιτώ μολονότι έχω το δικαίωμα αλλά το ελπίζω».
Το μεγάλο μέρος του κοινού ξέσπασε σε χειροκροτήματα και ζητωκραυγές, κάτι που ο Νέαρχος περιφρονούσε, αλλά τώρα το χρειαζόταν πάρα πολύ. Ήθελε να φανεί το μέγεθος της δύναμης που του προσέφερε το κοινό.
278
Ο Νέαρχος έκανε ένα νεύμα στον Βόριδα κι αυτός κάλεσε τους συνδαιτυμόνες ν’απολαύσουν το γεύμα και να χαρούν το καλλιτεχνικό πρόγραμμα που είχαν ετοιμάσει την περίσταση που τα πνεύματα θα οξύνονταν. Οι συζητήσεις του συμποσίου θα συνεχίζονταν την επόμενη μέρα που το εριστικό κλίμα θα είχε κοπάσει.
Το πρόγραμμα ήταν μια πολύ χαριτωμένη ιλαροτραγωδία που είχε γράψει ο ίδιος ο Νέαρχος. Εκεί αναφαίνετο περίτεχνα ο τρόπος που οι πρωταγωνιστές έπεφταν σε κωμικοτραγικές καταστάσεις όταν υπερτιμούσαν τη σοβαρότητα των εν εξελίξει γεγονότων. Το έργο ενώ έδειχνε ότι μπορούσε να εξελιχθεί σε τραγωδία, γύριζε σε σάτιρα. Ήταν φανερό ότι ο Νέαρχος έπαιζε μαζί τους και οδηγούσε τις εξελίξεις, αφού είχε και το ανάλογο θεατρικό έργο που σχεδόν απεικόνιζε την πολιτική κατάσταση στη Ελέα. Ήταν ένας μεγαλοφυής άνθρωπος κι ένιωσα ότι τον αντιπολιτευόμαστε αδίκως. Σίγουρα κανείς από μας δε θα μπορούσε να τον υποκαταστήσει. Όμως απ’την άλλη έπρεπε να ξέρει ότι δεν μπορεί να παίζει μαζί μας στημένα παιγνίδια κι ότι εμείς όλοι οι αντιφρονούντες δεν θα μπορούσαμε να παριστάνουμε πιόνια ή τις μαριονέτες με προκαθορισμένες κινήσεις. Για όλους εμάς προείχε πάνω απ’όλα η νόηση, ως τέχνη. Αν μας απαγόρευαν αυτή την ευτυχία δε θα μπορούσαμε να ζήσουμε.
Εκείνο το βράδυ έφυγα με το Διόδωρο Φύλακα, που ήταν στενός μου φίλος κι έντεχνα πλησιάσαμε τον Τύχωνα, ο οποίος κάπως μας απέφευγε. Όσες φιλοσοφικές συζητήσεις κι αν είχαμε ανοίξει στο παρελθόν κατέληγαν σε διαφωνία, που ξεκινούσε απ’τις βάσικες αρχές του σκέπτεσθαι. Κι οι δυο δεχόμασταν τον κόσμο εν τω γίγνεσθαι αλλά εγώ ως αντιφατικό, ενώ εκείνος ως αντιθετικό. Στο θέμα όμως περί δημοκρατίας, πιθανόν κάτι θα μας ένωνε, αφού οι αντιλήψεις μας ήταν πολύ διαφορετικές απ’αυτές του Νεάρχου.
279
Προχωρήσαμε στην ακροθαλασσιά αμίλητοι, ο Διόδωρος τον οποίον ο Τύχων θεωρούσε κάπως τσαρλατάνο περί τα φιλοσοφικά και την επιστήμη, για να σπάσει τον πάγο μίλησε για τα τραγικά γεγονότα που είχαν εξελιχθεί και τις πιθανές μελλοντικές εξελίξεις. Ο Τύχων δεν έδωσε σημασία στα λεγόμενα του Διόδωρου και στράφηκε σ’εμένα λέγοντας: «Όπως όλοι το γνωρίζουμε, η κατάσταση είναι από τραγική ως επικίνδυνη, είμαστε παγιδευμένοι. Δεν νομίζω να υπάρχει κάποιος που πιστεύει πως οι προθέσεις του Νεάρχου και του σκύλου του Βόριδα, είναι αγαθές, σήμερα φάνηκε ότι έχει προγραμματίσει τα πάντα και περιμένει τη στιγμή να μας συλλάβει. Δεν έχω αμφιβολία, πως είμαστε μέρος κάποιου σχεδίου. Εμείς βέβαια μπορούμε να το σκάσουμε ή μπορούμε να μείνουμε παίζοντας έτσι ή αλλιώς το παιγνίδι του. Αλλά εγώ λέω να του το χαλάσουμε. Ο μόνος τρόπος να του το χαλάσουμε είναι να κατεδαφίσουμε τις απόψεις του περί δημοκρατίας και να τον ξεγυμνώσουμε. Να τον αποκαλύψουμε σαν Τύραννο. Αν παίξουμε το παιγνίδι του, μπορεί ταπεινωμένοι και «δαρμένοι» να έχουμε ένα πιάτο φαΐ, σαν τον σκύλο του τον Βόριδα, αν και για σένα πολύ αμφιβάλλω. Θέλει να σε βγάλει απ’τη μέση. Σου φυλάει πάρα πολλά. Αυτός ο άνθρωπος θέλει να ταΐζει και να δέρνει, θέλει υπακοή, θέλει υποταγή, θέλει αφοσίωση, θέλει να σκέφτεσαι γι’αυτόν. Όσο για την τέχνη της νόησης, όπως τη λες εσύ, πρέπει να την αλλάξεις με την τέχνη της νοητικής υποταγής. Να ανταλλάξεις την ψυχή σου με λίγο φαγητό».
Φτάσαμε στο μαγειρείο της ακρογιαλιάς και μπήκαμε. Το κλίμα ήταν κι εκεί ζοφερό. Μικρές παρέες αντιφρονούντων μιλούσαν σιγά σαν συνωμοτικά κι οι γνωστοί καταδότες και πράκτορες είχαν τα μάτια ορθάνοιχτα για να μπορούν να φανούν χρήσιμοι στο Βόριδα. Ο δούλος έφερε μια κανάτα κρασί και ψιθύρισε «κερασμένο» από φίλους. Κάποιοι απ’τις παρέες γύρισαν και μας κοίταξαν κάνοντας με το κεφάλι ένα νεύμα φιλικό.
280
Θύμωσα «όλοι κάτι περιμένουν από μας» είπα «αλλά φοβούνται να εκδηλωθούν».
―«Έλα τώρα», είπε ο Τύχων, «αυτό δεν είναι καινούριο, έτσι γίνεται πάντα. Όλοι το ξέρουν ότι εμείς δεν θα κάνουμε πίσω. Αυτό που κάνουν είναι συμπαράσ-αση. Μπορεί κάποια κρίσιμη στιγμή να πηδήσουν το χαντάκι».
―«Πως σου ήρθε κι έσωσες το Νέαρχο» τον ρώτησα, «μπορεί αν είχε πεθάνει να είχαν τελειώσει τα βάσανά μας».
―«Ξέρεις πολύ καλά ότι τα πράγματα θα ήταν χειρότερα», μου απάντησε. «Αυτός ο σκύλος ο Βόρις δεν θ’ άφηνε ρουθούνι. Εξάλλου ήταν τελείως αυθόρμητο, ούτε που το σκέφτηκα. Ας χωριστούμε τώρα γιατί δεν έχουμε να πούμε τίποτα άλλο. Δε θα προγραμματίσουμε κάποια μέθοδο δράσης, γιατί τότε θα ανακύψουν οι διαφωνίες μας, αφού έχουμε πολύ διαφορετικό τρόπο σκέψης».
―«Ο καθένας απ’τη μεριά του και τον τρόπο του» του απάντησα. Σηκώθηκε να φύγει. Τον σταμάτησα κρατώντας τον απ’το χέρι. Ήταν πολύ συμπαθής άνθρωπος. ―«Είσαι πολύ νέος», του είπα, «καλύτερα να φύγεις. Έχεις πολλά να δώσεις ακόμα».
―«Μάλλον εσύ θα πρέπει να φύγεις», μου απάντησε, «εγώ κινδυνεύω μόνο να ταπεινωθώ, γιατί ο Νέαρχος μου χρωστάει τη ζωή του και θα πληρώσει το χρέος του. Εσένα κινδυνεύει η ζωή σου».
―«Εγώ όμως δεν έχω που να πάω», του απάντησα. «Εξ άλλου είμαι μεγάλος, χόρτασα τη ζωή. Μπορεί να κλείσω την αυλαία εντυπωσιακά. Σπάω το κεφάλι μου να βρω ένα τρόπο παράδοξο, όπως πάντα, όμως αυτή τη φορά δεν βρίσκω».
Την επόμενη μέρα μάθαμε ότι ο Τύχων δεν έφτασε σπίτι του, είχε συλληφθεί. Όμως από την συγκροτημένη ιδεολογικά ομάδα που συμμετείχε, δεν είχε συλληφθεί κανείς. Έπεσε πανικός ανάμεσά τους αφού ο Τύχων ήταν η ψυχή της ομάδας και γενικά καθοδηγητής της.
281
Αργότερα διαδόθηκε ότι ο Βόρις τον κρατούσε ώσπου να φανεί το πλοίο για την Αθήνα. Τον έβαλε δέσμιο μέσα κι έδωσε εντολή να τον λύσουν μόνον όταν το πλοίο είχε ανοιχτεί και δεν υπήρχε φόβος να επιστρέψει κολυμπώντας. Μάθαμε αργότερα ότι ο Βόρις τόνισε στον Τύχωνα ότι κατ’εντολη του Νεάρχου δεν θα έπρεπε να ξαναπατήσει στη Ελέα, γιατί κάθε φορά που ερχόταν θα γύριζε πίσω με τον ίδιο τρόπο. Και του είχε ψιθυρίσει χαμηλόφωνα για να μην τον ακούσει κανείς: «Εξάλλου δεν θα υπάρχει κανείς απ’τους φίλους σου να δεις».
Έτσι όλο το βάρος του αντίλογου στη δημοκρατία του Νεάρχου έπεσε επάνω σε μένα και τον Διόδωρο. Ήταν φανερό, ότι η θυσία του Διόδωρου είχε μόνο τη μορφή της συμπαράστασης στο πρόσωπό μου κι έτσι έπεισα το Διόδωρο να φύγει για την Αθήνα. Έξαφνα ένιωσα ανακουφισμένος κι απελευθερωμένος δεν φοβόμουν και δεν σκεπτόμουν τίποτα. Ένιωσα ότι αυτές μπορεί να ήταν απ’τις καλύτερες μέρες της ζωής μου. Σηκωνόμουν το πρωί, έκανα βόλτα στην ακροθαλασσιά και πήγαινα στο ταβερνάκι. Ακολουθούσα την συνταγή του Σωκράτη: έπινα ένα ποτήρι κρασί κι έτρωγα ένα ψάρι ψητό. Όλα έδειχναν ότι ήμουν υπό περιορισμό. Κανείς δε μου μιλούσε, κι εγώ απέφευγα να μιλώ στους άλλους. Ένιωθα σαν να υπάρχω και συγχρόνως να μην υπάρχω. Δεν ήταν και τόσο άσχημα. Ακόμα κι ο ταβερνιάρης με απέφευγε, δεν ήθελε ούτε τα λεφτά μου. Όταν πλήρωνα, απαντούσε σοβαρά και χαμηλόφωνα ότι είναι πληρωμένα κι ανέβαζε τα μάτια του ψηλά για να καταλάβω: «απ’το Νέαρχο». Ένα βράδυ, καθώς ήμουν ξαπλωμένος, άνοιξε η πόρτα. Ήταν ο Βόρις. Άνοιξε το ελαφρύ επανωφόρι του και μου έδειξε ότι ήταν άοπλος. «Έρχομαι μόνος μου», είπε. «Δεν είμαι εδώ κατ’ εντολή του Νεάρχου», ―χαμήλωσε τη φωνή του―, αλλά, «ο αφέντης μου είναι βαθιά στεναχωρημένος, όλο σκέφτεται χωρίς να μιλάει κι έχει να φάει πέντε μέρες». Με ακούμπησε με το χέρι του στον ώμο φιλικά και ψιθύρισε σχεδόν παρακλητικά: «Σε παρακαλώ φύγε, αν μείνεις, θα χαθεί η πόλη. Θα πεθάνεις, κι ο Νέαρχος δεν θα τ’αντέξει θα καταρρεύσει».
282
Σηκώθηκα κι έφερα ένα ποτήρι κρασί, το ήπιε.
―«Δεν μπορώ» του είπα. «Δεν μ’αφήνουν οι αρχές μου. Έχω πάρει τις αποφάσεις μου. Θα μιλήσουμε για τη δημοκρατία και μετά ας κάνετε το καθήκον σας».
ΗΜΕΡΑ ΣΥΜΠΟΣΙΟΥ ΕΒΔΟΜΗ
όπου το συμπόσιο τελειώνει
Την επόμενη μέρα μας προσκάλεσαν για το συμπόσιο. Πολλοί αντιφρονούντες έλειπαν αλλά και πάρα πολλοί υποστηρικτές του καθεστώτος έλειπαν. Το συμπόσιο είχε χάσει τον πανηγυριώτικο χαρακτήρα του. Κανένας δεν ήταν ευχαριστημένος απ’αυτή την εξέλιξη, ούτε κι αυτοί που μ’αντιπαθούσαν, που εξοργίζονταν με τις παραδοξολογίες μου. Τέλος πάντων ήταν Έλληνες κι ένιωθαν πως το πράγμα είχε παρατραβήξει. «Μηδὲν ἄγαν», ψιθύριζαν μεταξύ τους.
Μια επιτροπή πολιτών έφτασε σπίτι μου και ζήτη-σε να υποχωρήσω κάνοντας μια δήλωση, που είχαν ή-δη ετοιμάσει και που θα εκτόνωνε την κατάσταση. Την ίδια στιγμή έστειλαν κάποιους προσκείμενους πολιτικά στο Νέαρχο και πρότειναν ν’αναβληθεί αυτό το καταραμένο συμπόσιο. Ο Βόρις όμως δεν τους άφησε να τον δουν. Αν γινόταν αυτό που ήθελαν, το κύρος του ηγέτη θα χανόταν. Δήλωσε πως δεν είναι δυνατόν ο άρχοντας να κάνει τέτοιου είδους υπαναχωρήσεις. Η εξουσία του θα μετατρέπετο σ’ένα παίγνιο που χωρίς λόγο θα έμπαιναν παράγοντες ανάρμοστοι, όπως φιλο-υβερνητικοί πολίτες και το πείσμα ενός διακεκριμένου φίλου του που ήθελε να ταπεινώσει τον άρχοντα, ο οποίος είναι η ίδια η εξουσία. «Η εξουσία στέκεται πάνω απ’τα πρόσωπα, είναι η τάξη κι ο νόμος κι εκεί πάνω πατά η δημοκρατία».
283
Μαζί με τη δική μου άρνηση, οι πολίτες ένιωσαν πως τίποτα δεν τους εκπροσωπεί σ’αυτό το συμπόσιο. Οι περισσότεροι απ’αυτούς που παρεβρέθησαν, ήταν εκεί από φόβο. «Ας τελειώνει κι’αυτό» είπε κάποιος, «τα συμπόσια του άρχοντα είναι ασύμβατα με τους πολίτες και τώρα μαθαίνουμε ότι είναι κι επικίνδυνα».
Άργησα να πάω. Όταν μπήκα ο Βόρις μόλις είχε ανακοινώσει την έναρξη κι ο Νέαρχος καθόταν αδιάφορος και γαλήνιος, σα να βρισκόταν αλλού. Φαίνεται πως όλοι ήλπιζαν να μην παρουσιαστώ κι έτσι το συμπόσιο θα τελείωνε γρήγορα-γρήγορα κι η ζωή, έστω και λίγο λαβωμένη, θα έπαιρνε τους ρυθμούς της.
Προχώρησα αργά μα σταθερά, κατευθείαν στο βήμα, χωρίς να με αναγγείλει ο Βόρις μπαίνοντας αμέσως στο θέμα, να τελειώνει αυτή η φάρσα.
―«Η δημοκρατία, όπως όλες οι ιδέες και τα πράγματα του κόσμου μας, έχουν πολλά πρόσωπα κι αντιφατική φύση. Ακόμα η δημοκρατία είναι το πολίτευμα που δέχεται σαν συστατικό της την ανοχή και την γονιμοποίηση αντιθέτων αντιλήψεων. Αυτό φυσικά το γνωρίζουν όλοι, μάλιστα τονίστηκε κι από τον αγαπητό Δημητρέα νωρίτερα. Έτσι, το ότι θα προτείνω κι άλλες εκφάνσεις της δημοκρατίας, δεν πρέπει να θεωρηθεί παράδοξο. Είναι όμως ιδίωμά μου έννοιες που έχουμε αποδεχθεί και καταχωρήσει στη συνείδησή μας, να διερευνώ στα απώτατα όριά τους, για να δω το μέγεθος της αλήθειας που εκπροσωπούν σε σχέση με το όνομά τους.
Πόσο αληθινή είναι η δημοκρατικότητα της δημοκρατίας; Πόσο είναι το δημοκρατικό μέγεθος, που κάθε είδους δημοκρατίας περιέχει μέσα της»; και συνέχισα: «Δημοκρατία, θα έλεγα, είναι το σύστημα που λαμβάνει υπ’ όψιν τις ιδιαιτερότητες όλων των μελών της κοινωνίας και τις εξισορροπεί. Λέω όλων των μελών, γιατί από την στιγμή που ο Δήμος Κρατεί και που έχουμε εξουσία του λαού, όλοι είναι μέλη του λαού, ακόμα και οι πλούσιοι και οι γαιοκτήμονες.
284
Η δημοκρατία λοιπόν είναι ένα σύστημα που συνίσταται από πολλές κοινωνικές τάσεις, που τα συμφέροντά τους είναι διαφορετικά και πολλές φορές ανταγωνιστικά. Οι σχέσεις των διαφόρων τάσεων μέσα στη δημοκρατία έχουν αντιφατική φύση. Ο δούλος με τον αφέντη, έχουν αντίθετα συμφέροντα που μολονότι συγκρούονται τα συμφέροντά τους, την ίδια στιγμή, δεν μπορεί να υπάρξει η έννοια του δούλου χωρίς την έννοια του αφέντη και του αφέντη χωρίς την έννοια του δούλου. Αν δεν υπήρχαν δούλοι, δεν θα μπορούσαμε να φανταστούμε κάποιους σαν αφέντες. Το ίδιο συμβαίνει και μ’άλλα στρώματα της κοινωνίας μας. Από τη στιγμή που, όπως είπε κι ο Ηράκλειτος, «όλα μετατρέπονται σε χρήμα και το χρήμα σε όλα», η κοινωνία χωρίζεται σε παραγωγούς, απ’τη μια, και κατόχους μεγάλων χρηματικών ποσών από την άλλη, που τα χρησιμοποιούν για το εμπόριο. Ο έμπορος κι ο παραγωγός έχουν με τον ίδιο τρόπο που είπαμε πριν, για τον δούλο και τον αφέντη, αντιφατική σχέση. Δε μπορεί να υπάρχει έμπορος χωρίς παραγωγό, ούτε παραγωγός χωρίς έμπορο. Αλλά ενώ ο ένας δεν μπορεί χωρίς τον άλλον, τον μάχεται συγχρόνως, αφού έχουν αντίθετα συμφέροντα. Για να ξεκαθαρίσουμε αυτή τη σχέση, πρέπει να ορίσουμε την έννοια εμπόρευμα. Βέβαια μπορεί κάποιος να παράγει κάποια πράγματα για δική του χρήση ή για ανταλλαγές μ’άλλα προϊόντα, εμπόρευμα όμως είναι αυτό που συσσωρεύεται σ’αποθήκες κι έχει την ανάγκη χρήματος για να διακινηθεί και να αξιοποιηθεί. Έτσι το χρήμα και το προϊόν, ο έμπορος κι ο παραγωγός, έχουν αντιφατική σχέση, όπου ενώ ο ένας δε μπορεί χωρίς τον άλλον, την ίδια στιγμή συγκρούονται κιόλας. Τονίζω εδώ ότι όταν λέω «παραγωγός», εννοώ τον παραγωγό των προϊόντων, που μπορούν να ορθωθούν σαν εμπορεύματα κι όχι απλά για ιδία χρήση του παραγωγού. Ο παραγωγός θέλει όσο το δυνατόν μεγαλύτερες τιμές στα προϊόντα, ενώ ο έμπορος όσο το δυνατόν μικρότερες, ενώ στη συνέχεια να τα πουλά όσο ακριβότερα.
285
Είναι φυσικό λοιπόν η κοινωνία μας ν’αποτελείται από τάξεις και στρώματα που έχουν αντίθετα συμφέροντα και κάθε τάξη να αγωνίζεται για την κατάκτηση της εξουσίας που θα της δίνει τη δυνατότητα να κάνει νόμους τα συμφέροντά της.
Γενικά υπάρχουν οι τάξεις που παράγουν, δηλαδή τάξεις αυτών που εργάζονται κι οι τάξεις αυτών που διαθέτουν το χρήμα, για την αγοροπωλησία και διακίνηση των εμπορευμάτων. Απ’τη μια έχουμε το χρήμα κι απ’ την άλλη την εργασία. Αλλά γενικά στην εποχή μας έχουμε τη δημοκρατία του χρήματος, αφού οι έμποροι έχουν τη δυνατότητα να κυκλοφορούν στην αγορά, που είναι ο χώρος τους, διαμορφώνοντας συνειδήσεις για τα προγράμματα λειτουργίας της δημοκρατίας. Μολονότι αυτή η δημοκρατία έχει έλλειμμα, το έλλειμμα αυτό καλύπτεται απ’το συγκεντρωτικό πνεύμα κατάκτησης της εξουσίας, από ένα πρόσωπο ή μια ομάδα κοινής εμπιστοσύνης. Έτσι το έλλειμμα δημοκρατίας, καλύπτουμε με περισσότερο έλλειμμα δημοκρατίας, δηλαδή με μια συγκαταβατική και κοινής αποδοχής Τυραννία. Η όποια Τυραννία μπορεί ανά πάσα στιγμή να υπερβεί τα όρια κοινής αποδοχής και να λειτουργήσει ιδιοτελώς. Όπως είδαμε τις τελευταίες μέρες, η «δημοκρατία» πέρασε το συμφωνημένο όριο και μετετράπει σε τυραννία. Είδαμε μια διαμαρτυρία, η οποία απ’την καχυποψία των ομάδων ασφαλείας και κυρίως του αρχηγού τους, να μετατρέπεται σε σφαγή κι εξέγερση. Εγώ δεν πιστεύω ότι αυτό έγινε κατά λάθος, αλλά εκ προθέσεως. Ο Βόρις περίμενε καρτερικά να δημιουργηθεί αυτή η ευκαιρία, για να ενεργήσει όπως ενήργησε και να εκβιάσει καταστάσεις που δύσκολα θα μπορούν να γυρίσουν πίσω στην ομαλότητα.
―Πολίτες αυτό είναι το τελευταίο δημοκρατικό συμπόσιο· οι εκλογές, αν ξανασυμβούν, θα είναι μεθοδευμένες».
286
Κάποιες ομάδες αντιφρονούντων άρχισαν να εκτοξεύουν συνθήματα ενάντια στο καθεστώς, αλλά σχεδόν συγχρόνως η μεγάλη μάζα του κόσμου εκτόξευε συνθήματα και απειλές κατά των αντιφρονούντων κι ειδικά εναντίον μου. Κάποιοι, πιθανόν βαλτοί όρμησαν να με τιμωρήσουν για προσβλητική στάση ενάντια στη δημοκρατία και τον ίδιο το ηγέτη της Νέαρχο. Ο Βόρις έστειλε μια ομάδα φρουρών να με «προστατέψει» απ’το αγριεμένο πλήθος κι ως αποτέλεσμα αυτού, του γεγονότος βρέθηκα καταρχήν «φρουρούμενος» στο χώρο του παλατιού και μετά από ανακρίσεις στη φυλακή. Ο Βόρις ζητούσε επιμόνως, όταν παρευρέθηκε ο Νέαρχος, ν’αποκαλύψω τους συνεργάτες μου. Όταν όμως έφυγε ο Νέαρχος μου θύμισε ότι «αυτός με είχε προειδοποιήσει». . . .
Εδώ στην Ουτοπία έμαθα αργότερα ότι ο Νέαρχος μαράζωσε· κλείστηκε στα δώματα του και δεν έβλεπε άλλον από τον Βόριδα. Πολύ γρήγορα αρρώστησε και πέθανε. Τότε, με στρατιωτική επέμβαση, ο Βόρις κατέλαβε την εξουσία και την κράτησε ως το τέλος της ζωής του. Λέγεται ότι υπήρξε σκληρός αλλά δίκαιος ηγεμόνας, που ενέπνεε τρόμο στους εχθρούς, εσωτερικούς κι εξωτερικούς. Ούτε Έλληνες, ούτε Φοίνικες, ούτε βάρβαροι τόλμησαν ν’αμφισβητήσουν την επικράτεια της Ελέας.
Το σπίτι του Παρμενίδη έγινε ακαδημία. Προσετέθησαν δυο δωμάτια ακόμα για υπνωτήρια των δασκάλων, που κατά καιρούς φιλοξενούντο και εδίδασκαν. Στο τεράστιο αίθριο τοποθετήθηκε σκέπαστρο κι έγινε αίθουσα μαθημάτων. Εκεί εδιδάσκετο φιλοσοφία, μαθηματικά κι επιστήμες, ακόμα καλούντο διανοούμενοι απ’όλη την Ελλάδα και δίδασκαν. Το σπίτι του Διονυσίου που εξορίστηκε έγινε κέντρο τεχνών.
Στην αγορά απαγορεύοντο οι συζητήσεις περί φιλοσοφίας και πολιτικής, αυτές επιτρέποντο μόνο στις σχολές, που ήταν ανοικτές καί στο κοινό. Έτσι στην αγορά συζητούσαν για παραγωγή, προϊόντα κι εμπόριο κι έκαναν κουτσομπολιό. Εκεί κλείνονταν οι οικονομικές συμφωνίες, κι επικυρώνονταν σε δημόσιο γραφείο.
287
Οι φυλακές είχαν πάντα φιλοξενούμενους, όσοι απ’ αυτούς κρίνονταν επικίνδυνοι εκτελούντο, οι άλλοι βασανίζοντο, δηλαδή παιδεύοντο να μάθουν ότι αυτό που θα ξαναποκτήσουν, δηλαδή την ελευθερία, είναι κάτι πολύτιμο, που μόνο έτσι μπορεί να εκτιμηθεί.
Η παιδεία κι η περίθαλψη των πολιτών στα ιατρεία, τα οποία ανήκαν στην πολιτεία, γίνονταν χωρίς χρήματα. Ακόμα κάποιοι σπουδαίοι πόροι, όπως η παραγωγή αλατιού στις αλυκές κι όλα τα ορυχεία κρατικοποιήθηκαν. Ο Βόρης πέθανε ευτυχισμένος κι ένδοξος. Τον βρήκαν πεσμένο, σαν να κοιμάται πάνω στο γραφείο, με το πρόσωπο σ’ένα χειρόγραφο, του οποίου τίτλος ήταν ο “Ηγεμόνας” κι αφορούσε στη φιλοσοφία και τη διοίκηση. Αυτό οι επίγονοί του τοποθέτησαν σε περίοπτη θέση του γραφείου, για να τοποθετηθεί μελλοντικά στη βιβλιοθήκη της πόλης. Ένα πρωινό βρέθηκε καμένο στην εστία του γραφείου. Κανείς δεν αναρωτήθηκε ποιος το έκαψε. Δυο χρόνια μετά η Πόλις δέχτηκε επίθεση των Φοινίκων κι άντεξε μετά βίας, λόγω της εξαιρετικής κατασκευής των τειχών. Την επομένη όμως χρονιά δέχτηκε συνδυασμένες επιθέσεις από δωρικές πόλεις της Μεγάλης Ελλάδας και διελύθει. Η Πόλις κατεστράφει, κατά το συνήθειο των Δωριέων της Μεγάλης Ελλάδας, μόνον οι ναοί αφέθησαν στην τύχη τους. Στον ναό της Θέμιδας και Δίκης υπήρχαν για αρκετό καιρό τα χειρόγραφα του Παρμενίδη και του Νεάρχου. Τα δικά μου, σύμφωνα με το έθιμο για τις απαγορευμένες ιδέες, είχαν καεί και σκορπιστεί ανοιχτά στη θάλασσα. Έμειναν μόνο μερικά αποσπάσματα που κάποιοι φίλοι έφεραν από μνήμης στην παλιά Ελλάδα.
Σκοτείνιαζε· ο ήλιος γέρνοντας προς τη θάλασσα, είχε αρχίσει να σκορπά, να διαλύεται και το χρώμα του να κοκκινίζει. Θυμήθηκα εκείνο το θαυμάσιο ηλιοβασίλεμα στη Ελέα με τον Αλοβέρδο Μονόλιθο και τον Ελευθερέα Εκγελάς. Δεν τους ξαναείδα ποτέ, ούτε έμαθα τίποτα γι’αυτούς.
288
Ο Αλόβερδος είχε θυμιθεί τα λόγια του Ξενοφάνη κι εγώ τον είχα συμπληρώσει με λόγια του Εμπεδοκλή, ο Ελευθερεύς είχε πει εκείνα τα ποιητικά λόγια για το ηλιοβασίλεμα στην Ελλάδα και τον πολιτισμό της . . . .
Νύχτωσε, ένα θολό πέπλο έπεσε στα μάτια μου κι απλώθηκε παντού. Μια γλυκιά νύστα με βυθίζει σ’αυτό το ανάλαφρο σκότος. Είναι το θείο ζόφος, το θείο σκότος. Στο στόμα μου υπάρχει ακόμα η γεύση του θαυμάσιου κρασιού που πίναμε στη Ελέα, δεν έφευγε.
Μάλλον ήμουν εγώ που έφευγα μ’αυτό.
Αυτό το κείμενο είχε μαγνητίσει την παρέα των επιστημόνων στην Έφεσο. Η Μαριάννα πρότεινε να το συνεχίσουν και να το προσαρμόσουν στα σημερινά επιστημονικά δεδομένα. Η Μιλένα κι ο Τζώνυ δέχτηκαν, αλλά τόνισαν ότι η Μιλένα είχε ήδη, διατυπώσει χωρίς να έχει διαβάσει το σύγγραμμα, μια διαλεκτική τυπικότητα που θα μπορούσε ν’αντικαταστήσει την τυπική λογική του Αριστοτέλη! Ο Ορχάν κούνησε το κεφάλι του με συγκατάβαση: Ναι του Αριστοτέλη! Που μετά από 2500 χρόνια ακόμα ποδηγετεί τη νόηση. Λοιπόν ήλθε η ώρα της επανάστασης! Μιας επανάστασης ενάντια στην αριστοτελική δεσποτεία. Η Μαριάννα συμπλήρωσε: η ώρα μιας ετεροχρονισμένης επανάστασης 2500 ετών. Όλοι γέλασαν με κάποια πικρία. Πόσο αργά προχωρεί ο πολιτισμός! Πόσο άραγε προχώρησαν οι Κάντ και Χέγκελ απ’τους Παρμενίδη, Πλάτωνα κι Αριστοτέλη; Κι εμείς τώρα ετοιμαζόμαστε να αναθεωρήσουμε τις ιδέες τους με νέες, που είναι ακόμα παλιότερες. Των Αναξίμανδρου, Ηράκλειτου, Ζήνωνα. Μήπως υπήρξε κάποιος μεγάλος πολιτισμός προ των Ελλήνων που χάθηκε και μήπως αυτό τον πολιτισμό πασχίζουμε να ξαναβρούμε με την πρακτική της πραγμάτωσης του δικού μας πολιτισμού; Εις υγείαν είπε ο Ορχάν σηκώνοντας το ποτήρι με κόκκινο κριτικό κρασί. Και τόνισε: προσοχή αυτό το κρασί είναι ιερό, είναι το ίδιο που έπιναν και τότε στα συμπόσια, για να κατεβάζουν ή να τολμούν παράδοξες ιδέες.
289
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου