Ο κ. ΜΠΙΤΣΑΚΗΣ ΚΑΙ Η ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ
Ο κ. ΜΠΙΤΣΑΚΗΣ ΚΑΙ Η ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ
"ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΚΑΙ ΝΕΩΤΕΡΗ ΦΥΣΙΚΗ"
Συνηθίζεται, κάθε μαρξιστής διανούμενος που σέβεται τον εαυτό του, να έχει κάνει μια μικρή ή μεγάλη μελέτη γύρω απ’τη διαλεκτική. Έτσι η σύγχυση που έσπειρε ο Χέγκελ στην διαλεκτική, πήρε μορφή επιδημίας, η οποία έπληξε πολύ περισσότερο το μαρξιστικό κίνημα, του οποίου ο διαλεκτικός υλισμός υπήρξε η φιλοσοφία πάνω στην οποία οικοδομήθηκε. Δεν μπορούσε όμως να γίνει αλλιώς, αφού όλα τα μαρξιστικά κείμενα, μιλούν συνεχώς για διαλεκτική, χωρίς ποτέ να ξεκαθαρίζουν πως την εννοούν. Έτσι στον μαρξισμό και στην φιλοσοφία μεσουρανεί το ερώτημα «τι είναι η διαλεκτική». Μολονότι όμως γίνεται συνεχής προσπάθεια, δεν έχει δοθεί ικανοποιητική απάντηση, αφού τα μαρξιστικά κείμενα από αυτό το ακανθώδες θέμα περνούν αόριστα και γρήγορα, αφήνοντάς το στην ασάφεια και την σύγχυση. Θέλοντας λοιπόν ο διανοητής να ξεκαθαρίσει το θέμα, ξεκινά απ’τον Χέγκελ, ο οποίος θεωρείται ο πιο σύγχρονος και ολοκληρωμένος διαλεκτικός. Έτσι μπαίνει στη δίνη της σύγχυσης που γεννά η μελέτη της ¨Επιστήμης της Λογικής" του Χέγκελ και προσπαθώντας να βγάλει άκρη δημιουργεί μια δική του παραπλήσια διαλεκτική. Είναι λοιπόν φυσικό ένας διακεκριμένος διανοητής της αριστεράς όπως ο κ. Ευτύχης Μπιτσάκης, να συμμετάσχει κι αυτός σ’αυτό το διαλογικό γίγνεσθαι, για έναν λόγο πάρα πάνω, ότι είναι κι ένας διακεκριμένος επιστήμονας. Επιχειρεί οιπόν στα έργα του, ν’αναδείξει μέσα απ’το επιστημολογικό γίγνεσθαι, μιαν υλιστική διαλεκτική, η οποία να μη διαφωνεί με το μαρξιστικό όραμα. Άραγε είναι αυτό επιλήψιμο; Φυσικά όχι! Υπάρχει όμως κάτι για το οποίο ως Έλληνας πρέπει να δεχτεί κριτική, αφού προσπαθεί ν’ανακαλύψει κάτι, το οποίο στη χώρα αυτή έχει προταθεί ολοκληρωμένα πριν 2500 χρόνια. Κι αντί ν’ανατρέξει εκεί, αναζητώντας τις ρίζες της έρευνάς του, κι αν είναι ανάγκη να προχωρήσει από κει μακρύτερα, το παραβλέπει, ακολουθώντας τον Ένγκελς στην αμάθειά του, και μάλιστα κάθε φορά αναφωνεί μ’ενθουσιασμό, ότι «ετούτο ή εκείνο» ανακαλύφθηκε απ’αυτόν (απ'τον Ένγκελς). Μπαίνει λοιπόν σε μιαν ατέρμονη διαδικασία ανάδειξης του σύγχρονου επιστημολογικού ορθολογικού γίγνεσθαι, ονομάζοντάς την Διαλεκτικό Υλισμό. Όμως και σ’αυτό εξαρχής πήρε λανθασμένο δρόμο, αφού ο Διαλεκτικός Υλισμός που προτείνει, δεν διαφέρει στην οργάνωσή του απ’την ορθολογική αντικειμενικότητα του Αριστοτέλη και τον ντετερμινισμό του Νεύτωνα, τα οποία η σύγχρονη επιστήμη, με τη γένεση των θεωριών Σχετικότητας και Κβάντα, αμφισβητεί βίαια. Έτσι πέφτει κι αυτός με τη σειρά του στο λάθος του Χάιντεγκερ, ο οποίος θέλοντας να ορίσει την έννοια του Είναι, ακολουθώντας ορθολογικό δρόμο και ξεκινώντας απ’τους Πλάτωνα κι Αριστοτέλη, ξεχνά τους προσωκρατικούς που είχαν ορίσει τι ακριβώς είναι το Είναι καθαυτό (η Ύλη καθαυτή). Αυτό μάλιστα δεν έλαβαν υπόψιν ούτε οι κλασικοί του μαρξισμού, συμφωνώντας με τον Αριστοτέλη ότι «η Ύλη σαν τέτοια, (η Ύλη καθαυτή) δεν υπάρχει, αλλά είναι κατηγορία της νόησης», αφού ο ορθολογισμός βλέπει την ουσία μόνον ως συγκεκριμένα πράγματα. Αντίθετα, οι προσωκρατικοί είχαν ορίσει την Ύλη σαν τέτοια, στα όρια της διαλεκτικής και του γίγνεσθαι. Δηλαδή θεωρώντας το Είναι, (την Ύλη καθαυτή), βρίσκεται σε συνεχή καταλυτική-συνθετότητα, δέχτηκαν την Αντιφατικότητα Γυμνή (καθαυτή), ως βασικότερο χαρακτήρα της Ύλης (του Είναι). Αυτό ανάγει την καταλυτικό-συνθετική Κίνηση σε συνεχή αλλαγή κι Ουσία, που είναι η Αντιφατικότητα, της οποίας ιδιότητες κι αποτέλεσμα, είναι τα πράγματα. Αν λοιπόν είχαμε επεξεργαστεί σοβαρά τα σπαράγματα των προσωκρατικών, θα είχαμε γλιτώσει στις μελέτες μας κόπο και χρόνο κι ίσως θα είχαμε αποφύγει την κατάρα του ιδεαλισμού, που σκόρπισε τη σύγχυση στη διαλεκτική σκέψη, οποία ακόμα πλανιέται ανάμεσά μας.
Τονίζω ότι: ο κ. Μπιτσάκης στο έργο του αυτό, μας παρουσιάζει με θαυμάσιο τρόπο, τον θρίαμβο του ορθολογισμού κατά την εξέλιξη του επιστημονικού και πολιτισμικού γίγνεσθαι, για το οποίο όμως κανείς δεν αμφιβάλλει. Όπως δεν πρέπει κανείς ν’αμφιβάλλει ότι ακόμα και το Κεφάλαιο, είναι ένα μνημειώδες επιστημονικό έργο που στηρίζεται κυρίως στην ορθολογική σκέψη και την τυπική της αντικειμενικότητα. Κρίνω λοιπόν ότι ο δρόμος για τον Διαλεκτικό Υλισμό που ακολουθεί ο κ. Μπιτσάκης λαθεύει, οδηγώντας στο ορθολογισμό.
Στη συνέχεια κρίνω κάποιες σημαντικές προτάσεις των κλασικών του μαρξισμού, τις οποίες ο κ. Μπιτσάκης τονίζει ως βασικές, για να διαλυθεί η σύγχυση περί διαλεκτικής, που κατά τη γνώμη μου, χαρακτηρίζει τον μαρξισμό. Αυτό δεν θα ήταν αναγκαίο, αν ο μαρξισμός δεν εδέχετο τον Διαλεκτικό Υλισμό ακρογωνιαίο λίθο και κινητήρα της σκέψης του. Εδώ πρέπει επίσης θα τονίσω ότι: δεν μπορεί να είναι κάποιος πέρα για πέρα υλιστής αν δεν είναι διαλεκτικός, ούτε πέρα για πέρα διαλεκτικός αν δεν είναι υλιστής. Αυτό ισχύει, γιατί ο ιδεαλισμός δέχεται, στο βάθος του κόσμου, ύπαρξη, αναλλοίωτων στοιχειωδών εσχάτων (υλικών ή ιδεατών), τα οποία αλληλεπιδρώντας δεν παραβιάζουν τα έσχατα όρια μεταξύ τους. Αυτά τα έσχατα αναλλοίωτα δεν μπορούν παρά συμπεριφέρονται σαν ιδέες, συνιστώντας έναν Κόσμο Ιδεών, που είναι εχθρικός σε κάθε αντίληψη αληθινού γίγνεσθαι. Επίσης δεν πρέπει να ξεχνιέται, πως μολονότι ο ορθολογισμός ήταν οδηγός του επιστημονικού και κοινωνικού γίγνεσθαι μέχρι σήμερα, έχει ιδεαλιστικές και μεταφυσικές ρίζες. Δηλαδή η εγκυρότητα της Αρχής της Ταυτότητας, αντλείται απ’την αποδοχή της ύπαρξης, αναλλοίωτων στοιχειωδών εσχάτων στο βάθος του κόσμου, τα οποία αλληλεπιδρώντας δεν παραβιάζουν τα έσχατα όρια μεταξύ τους. Απ’την άλλη, επειδή ο Υλισμός δέχεται τον κόσμο σε συνεχές καταλυτικό-συνθετικό γίνεσθαι, τα στοιχειώδη που τον συνιστούν, πρέπει ν'αλληλεπιδρούν χωρίς να αφήνουν απαραβίαστα όρια μεταξύ τους, συνιστώντας αντιφατικές ενότητες. Η διαλεκτική λοιπόν δέχεται την αντιφατικότητα ως γενέθλιο τόπο του αληθινού γίγνεσθαι και όχι ως φαινομενικού κι από κει γενέθλιο τόπο της αληθινής διαλεκτικής.
Στη διάρκεια της εργασίας του ο κ. Μπιτσάκης υπενθυμίζει αποφάνσεις των κλασικών του μαρξισμού, οι οποίες δεν προσθέτουν στην επιστημονική εγκυρότητα αυτής της εργασίας, αλλά της δίνουν ένα έωλο μαρξιστικό κύρος. Εμείς όμως πρέπει να διαπιστώσουμε την διαλεκτική-υλιστική αξία τους και την διαλεκτική αυθεντικότητά τους. Ακόμα πρέπει να επισημάνουμε αν αξίζουν τόσο όσο θεωρεί ο κ. Μπιτσάκης, ή αν αυτοί οι αρχαίοι και σκοτεινοί μας πρόγονοι, οι οποίοι μάλιστα απείχαν απ’το σύγχρονο επιστημολογικό γίγνεσθαι, τις είχαν διατυπώσει πρώτοι και καλύτερα. Έτσι μπορεί να διαπιστώσουμε ότι δεν είναι η σύγχρονη επιστήμη που γεννά τον Διαλεκτικό Υλισμό, αλλά η αρχαία αποδοχή της Διαλεκτικής Υλικότητας από τους προσωκρατικούς η οποία μπήκε θεμέλιο στην επιστήμη και τον πολιτισμό. Επίσης δεν πρέπει να ξεχάσουμε ότι με την επιβολή του ορθολογισμού απ’τον Αριστοτέλη, ο Διαλεκτικός Υλισμός των προσωκρατικών, απαξιώθηκε και παραμερίστηκε, όμως η σύγχρονη επιστήμη, με την απαξίωση της ορθολογικής αντικειμενικότητας και του ντετερμινισμού, αναζητά μια «νέα λογική» για να περιγράψει τον κόσμο. Εμείς οι μαρξιστές ή ακόμα και οι λάτρεις των προσωκρατικών, αυτή την λογική την ξέρουμε ή τουλάχιστον την υποψιαζόμαστε: Αυτή είναι η Διαλεκτική του Γίγνεσθαι, η οποία αντίθετα απ’τον ορθολογισμό, θεωρεί την αντιφατικότητα γενέθλιο τόπο της αλήθειας κι όχι στοιχείο ψεύδους.
Κι ο κ. Μπιτσάκης υπενθυμίζει την απόφανση του Ένγκελς: «Ο Χέγκελ ξεμπερδεύει γρήγορα με το πρόβλημα της διαιρετότητας της ύλης, λέγοντας ότι η ύλη είναι και το ένα και το άλλο, διαιρετή και συνεχής, αλλά ταυτόχρονα ούτε το ένα ούτε το άλλο, κάτι που δεν είναι απάντηση, αλλά σήμερα πια κάτι αποδειχτό».
Κι εγώ λέω: Μολονότι ισχυριζόμαστε σαν μαρξιστές ότι η ύλη αντιφάσκοντας, υπάρχει συγχρόνως διαιρετή κι ενωμένη, σ'όλες τις διεργασίες μας, θεωρούμε ότι υπάρχει μόνον ως τετμημένη και συγκεκριμένη. Έτσι διατυμπανίζουμε την ορθολογική και θετικιστική αντίληψη, ότι η Ύλη ως τέτοια δεν υπάρχει, αλλά είναι κατηγορία της νόησης, αφού μπορούμε να την αποδεχτούμε μόνον ορθολογικά σαν άθροισμα συγκεκριμένων πραγμάτων και όχι ως Όλον.
Η επισήμανση του Ένγκελς ότι, ο Χέγκελ ξεμπλέκει γρήγορα με το πρόβλημα της ενότητας και διαιρετότητας, με την αντιφατικότητα ενότητας και τετεμημένου κι ότι στην εποχή του ήταν σχεδόν αποδεκτό, σήμερα είναι μια συγκεκριμένη αλήθεια. Όμως στην ευφυή σύλληψη του Χέγκελ και την αναγνώρισή της ως τέτοια απ’τους Ένγκελς και Μπιτσάκη, εγώ θα υπενθυμίσω την απόφανση του Ζήνωνα η οποία μολονότι διατυπώθηκε 2300 χρόνια προ του Χέγκελ, είναι πιο ολοκληρωμένη: "Για να υπάρχει κάτι πρέπει να έχει μέγεθος, όγκο και μιαν απόσταση από κάποιο άλλο. Το ίδιο πρέπει να ισχύει και για το περιθώριο μεταξύ τους. Θα τι πω μια για πάντα: δεν μπορεί να υπάρξει έσχατο μέρος κάποιου, ούτε του σώματος, ούτε του περιθωρίου, έτσι αν υπάρχουν πολλά, αυτά πρέπει να είναι συγχρόνως μικρά και μεγάλα: τόσο μικρά που να είναι μηδενικού μεγέθους, τόσο μεγάλα που να είναι απείρου μεγέθους". (δηλαδή τεμαχίζοντας κάτι, στον έσχατο τεμαχισμό τα τμήματα τείνουν στο μηδέν και συγχρόνως στο άπειρο). Ο Χέγκελ αναφέρει κάπου στην Επιστήμη της Λογικής του αυτή την απόφανση του Ζήνωνα, (που σημαίνει ότι την γνώριζε), μάλιστα την ερμηνεύει ορθολογικά κρίνοντας την αρνητικά. Εμείς όμως δικαιούμεθα ν’αναρωτηθούμε αν είναι κατώτερη διαλογικά για να παραμερίζεται προς χάριν της εγελιανής απ’τους Ένγκελς και Μπιτσάκη; Εγώ νομίζω ότι η απόφανση του Ζήνωνα, εκτός του ότι είναι κομψότερη και στα όρια της αντιφατικής-διαλεκτικής, λογικο-γλωσσικής σύνταξης, φανερώνει συγχρόνως κι έναν αντιφατικό μηχανισμό της διαλεκτικής: όταν κάτι αγγίζει το ανώτατο ποσοτικο-ποιοτικό όριο του Μέτρου σχέσης της αντιφατικής ενότητας η οποία το συνιστά, αυτό καταρρέει συνιστώντας Μέτρο άλλης ποιότητας. Ακόμα εκεί αναδύεται και το έσχατο επίπεδο του κόσμου: το Εν Δυνάμει Είναι, το οποίο είναι συγχρόνως μηδενικό κι άπειρο, ακίνητο κι ακαριαίο, Ένα και πολλά κι όπου αναδύεται η ενότητα στη διαφορότητα των όντων, δηλαδή η αντιφατικότητα γυμνή, το Είναι ως καθαυτή ουσία. (Το οποίο οι μεγάλοι ορθολογιστές διανοητές δεν κατάφεραν να ορίσουν, πελαγοδρομώντας ορθολογικά στην επιστημολογία του παγκόσμιου γίγνεσθαι).
Ύλη και κίνηση
Ο κ. Μπιτσάκης μας υπενθυμίζει: Α. Η κίνηση είναι ο τρόπος ύπαρξης της ύλης. Β. Δεν υπάρχει ύλη χωρίς κίνηση και κίνηση χωρίς Ύλη. Γ. Η κίνηση είναι η πηγή και συγχρόνως προϊόν της αλληλεξάρτησης των μορφών της ύλης. Δ. Η κίνηση όπως κι η ύλη είναι άφθαρτες. Στην Ύλη υπάρχει μόνο μετατροπή κι αλλαγή.
Εγώ υπενθυμίζω: Αν δεχτούμε διαλεκτικά την κίνηση των όντων σε συνεχή αλλαγή, αυτή συμπίπτει με το συνεχές καταλυτικο-συνθετικού γίγνεσθαι. Το γίγνεσθαι όμως ως καταλυτικο-συνθετικό, συνυπάρχει με το όλλυσθαι. Έτσι αναμφισβήτητα κάτι γεννάται ενώ συγχρόνως κάτι χάνεται. Η κίνηση λοιπόν συμπίπτει με την συνεχώς γεννομένη-καταλυτικότητα, που είναι η Αντιφατικότητα. Διαλεκτικά λοιπόν, η ύλη ως τέτοια, είναι η Κίνηση κι αυτή είναι η Υλικότητα ή η Αντιφατικότητα. Βέβαια ο ορθολογιστής θεωρεί την Κίνηση ιδιότητα των όντων. Ο διαλεκτικός όμως θεωρεί την Κίνηση βασικότερη ουσία της ύλης, η οποία είναι η Αντιφατικότητα κι η Υλικότητα, έτσι θεωρεί τα πράγματα ιδιότητες της Κίνησης.
Επισήμανση: Αφού λοιπόν υπάρχει μόνον ύλη και κίνηση, οι οποίες εκφράζονται στο αέναο καταλυτικο-συνθετικό αντιφατικό γίγνεσθαι, είναι ανόητο να μιλάμε γι’αφθαρσία της Ύλης. Η ύλη βρίσκεται σε συνεχή διαδικασία γένεσης-φθοράς κι αυτό το καταλυτικο-συνθετικό γίγνεσθαι είναι μια διαλεκτική- αντιφατική αφθαρσία, η οποία αντλείται μέσα απ'την φθορά. Ο κόσμος και τα όντα δεν υπάρχουν πάντα και συνεχώς, αλλά βρίσκονται σ’αέναη εναλλαγή φθοράς-γένεσης, κάνοντας τον κόσμο αιώνιο. Συμπέρασμα: Μολονότι οι προτάσεις Α, Β, και Γ είναι σύμφωνες με τον υλισμό και δεκτές απ’τους Ένγκελς και Μπιτσάκη, δεν δέχονται και τα επακόλουθά τους. ―Εφόσον η Ύλη συμπίπτει με την Κίνηση, δηλαδή το Γίγνεσθαι των αρχαίων, τότε η Αντιφατικότητα είναι ο γενέθλιος τόπος του Γίγνεσθαι όντας σύμφυτη με την Ύλη. Έτσι την Ύλη σαν τέτοια, είναι η Αντιφατικότητα που την χαρακτηρίζει παντού και πάντα. ― Η ύλη λοιπόν, αντίθετα με την ευφυή άποψη των Ένγκελς και Μπιτσάκη ότι "δεν υπάρχει ως τέτοια", επειδή βρίσκεται σε συνεχή καταλυτική-συνθετότητά, υπάρχει ως τέτοια όντας η αντιφατικότητα γυμνή. Ήταν όπως την αντιλαμβάνοντο οι Αναξίμανδρος, Ηράκλειτος και Ζήνων. Και είναι ο λόγος που ο Χάιντεγκερ πάσχισε να ορίσει την έννοια του Είναι, αλλά όπως ήταν φυσικό, μέσω του ορθολογισμού, δεν κατάφερε, γιατί ορθολογικά η Ύλη σαν τέτοια, δεν υπάρχει. Ο κ. Μπιτσάκης, λοιπόν στην προσπάθειά του να ορίσει τη διαλεκτική, χρησιμοποιώντας την ορθολογική σκέψη, που είναι μια λογική αντίθετη στην διαλεκτική λαθεύει. Επίσης λαθεύει, θεωρώντας την διαλεκτική αποτέλεσμα του επιστημονικού γίγνεσθαι. Αφού το επιστημονικό γίγνεσθαι έως σήμερα είναι ορθολογικό, έτσι θα πρέπει ο κ. Μπιτσάκης κάθε χρόνο να γράφει κι ένα νέο έργο, για να περιγράφει μια νέα διαλεκτική σύμφωνη με τις νέες ανακαλύψεις της επιστήμης. Ο κ. Μπιτσάκης κι άλλοι διανοητές, ξεχνούν ότι η Διαλεκτική είναι κυρίως μια Λογική, μια Μέθοδος αντίθετη απ’τον ορθολογισμό, η οποία θεωρεί την αντιφατικότητα στοιχείο αλήθειας, ενώ ο ορθολογισμός την θεωρεί στοιχείο ψεύδους. Δηλαδή η Διαλεκτική Λογική δεν είναι αποτέλεσμα της επιστημονικής εξέλιξης, αλλ' αντίθετα η επιστημονική εξέλιξη πρέπει να είναι αποτέλεσμα της Διαλεκτικής Λογικής και του Ορθολογισμού.
Και ο κ. Μπιτσάκης λέει: Η κίνηση είναι ο τρόπος ύπαρξης της ύλης, είναι η φιλοσοφική θέση την οποία μπορούμε να ανάγουμε στον Ηράκλειτο κι αργότερα στον Σπινόζα, τον Λάιμπνιτς, τον Χέγκελ και το Μαρξ.
Κι εδώ ο κ. Μπιτσάκης δημιουργεί σύγχυση.
Η αντίληψη αυτή είναι του Αναξίμανδρου, την οποία ονόμασε Άπειρο καταλυτικο-συνθετικό Γίγνεσθαι και της οποίας όλα τα ιδεολογικά συνακόλουθα ο Ηράκλειτος οργάνωσε σε μιαν αντιφατική-διαλεκτική λογικο-γλωσσική σύνταξη, την οποία ονόμασε Λόγο. Η Διαλεκτική κι ο Λόγος έχουν ρίζες, στην τραγική αντίληψη περί κόσμου, δηλαδή στην αντιφατικότητά του, η οποία ήταν η βάση του αρχαιοελληνικού πολιτισμού.
Είναι αμάθεια κι ανοησία να περνάει κανείς απ’την διαλεκτική γρήγορα-γρήγορα, χωρίς να εισέλθει στις ρίζες της, που βρίσκονται στο τραγικό πνεύμα της ελληνικής αρχαιότητας. Αν δεν το κάνει θα του διαφύγουν στοιχεία, χωρίς τα οποία θα έχει πάντα διαλογικά κενά. Μάλιστα δεν πρέπει να παρασυρθεί απ’τις μεγαλοφυίες των Πλάτωνα, Αριστοτέλη, Καντ και Χέγκελ γιατί θα παραπληροφορηθεί. Η αληθινή διαλεκτική βρίσκεται στις αποφάνσεις των Λάο-Τσε, Αναξίμανδρου, Ηράκλειτου και Ζήνωνα, αλλά και στην πολεμική του Παρμενίδη ενάντια στην αντιφατικότητα της διαλεκτικής σκέψης.
Μολονότι λοιπόν οι Λάιμπνιτς και Νεύτων ήταν βασικοί εργάτες του απειροστικού λογισμού, ήταν ορθολογιστές, απέχοντας απ’την διαλεκτική, αφού η διαφορικότητα των εξισώσεών τους δεν αφορούσε στην ταυτότητα του κινουμένου, ούτε στο υπόβαθρο του κόσμου, αλλά στην μετακίνησή τους. Αντίθετα με την άποψη του κ. Μπιτσάκη στον ίδιο τον Χέγκελ, η διαλεκτική δεν είχε σχέση με την Ύλη αλλά με το Πνεύμα, αλλά ο ιδεαλισμός κι η μεταφυσική του, υπονόμευσαν την διαλεκτική του. Ο ίδιος έκρινε ότι η διαλεκτική του, απώτερο σκοπό έχει την συμφιλίωση με τον ορθολογισμό, συνδέοντας την κίνηση με το φαινομενικό γίγνεσθαι της Ιδέας. Σύμφωνα μ’αυτόν, «τα πράγματα δεν μπορεί να φέρουν την αδυναμία της αντίφασης, αλλ’είναι η νόηση που αντιφάσκει». Έτσι την αντιφατικότητα της διαλεκτικής του, θεωρούσε φαινομενική κι άρα το γίγνεσθαι που απέρρεε απ’αυτήν ψευδές. Ο Χέγκελ ήταν ενσυνείδητα φαινομενικά διαλεκτικός, γι’αυτό στην «Επιστήμη της Λογικής» του μετέτρεπε την αντιφατικότητα έντεχνα σ’αντιθετικότητα κι έτσι τη διαλεκτική σε δυναμικό ορθολογισμό. Δηλαδή θέλοντας να πάει απ’τον Πειραιά στην Αθήνα, θεωρούσε ευφυές να πάει μέσω Θεσσαλονίκης. Απορίας άξιο όμως είναι, γιατί όταν γίνεται συζήτηση απ’τους μαρξιστές για την διαλεκτική, ξεπετιέται ο εκνευριστικά τυπικός ορθολογιστής Σπινόζα, ως πρωτοπόρος της διαλεκτικής και του μαρξισμού. Αυτό είναι ένα ερώτημα που πλήττει την διαλεκτική αξιοπιστία των κλασικών του μαρξισμού, αλλά και πολλών σύγχρονων μαρξιστών. Μάλιστα ο Σπινόζα στην «Ηθική» του πρότεινε ένα απλοϊκό κοσμολογικό σύστημα, του οποίου την νομιμότητα αντλεί απ’την πέρα για πέρα ορθολογική ευκλείδεια γεωμετρία.
Βλέπουμε λοιπόν ότι, εκτός από τον Ηράκλειτο και τον Μαρξ, οι Σπινόζα, Λάιμπνιτς και Χέγκελ, δεν δέχονται ότι η κίνηση (το Γίγνεσθαι) αφορά στην Ύλη και τα πράγματα, αλλά στην Ιδέα. ΧΩΡΟΣ, ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΥΛΗ
Ο κ. Μπιτσάκης ισχυρίζεται ότι: «Η ύλη κινείται στον Χώρο και τον Χρόνο».
Εγώ αναρωτιέμαι: Άραγε αυτή η λογικο-γλωσσική σύνταξη ταιριάζει με το βαθύτερο νόημα του θέματος που πραγματεύεται; Είναι ο Χώρος ένα κουτί μέσα στο οποίο εξελίσσεται η κίνηση, ξέχωρο απ’το Χρόνο, ο οποίος θεωρεί διάρκεια αυτής της διαδικασίες;
Στη συνέχεια, μας υπενθυμίζει ότι ο Λένιν δέχεται «ότι ο Χώρος κι ο Χρόνος είναι μορφές ύπαρξης της ύλης, αναγνωρίζοντας την ύπαρξη της αντικειμενικής πραγματικότητας, δηλαδή της κινούμενης ύλης, ανεξάρτητα απ’ την συνείδησή μας». Κατ’αυτόν «ο υλισμός οδηγείται αναπόφευκτα στην αντικειμενικότητα των χώρου και χρόνου, διαφέροντας έτσι απ’την καντιανή φιλοσοφία, η οποία, όπως κι ο ιδεαλισμός, τα θεωρεί κατηγορίες της νόησης κι όχι αντικειμενικές πραγματικότητες». Επίσης αναφέρει ότι ο Ένγκελς δεν θεωρεί την κίνηση απλή μηχανιστική μετακίνηση, αλλά την θεωρεί συγχρόνως και κυρίως Αλλαγή: «Η κίνηση γενικά, θεωρούμενη ως τρόπος ύπαρξης της ύλης (εσωτερική της ιδιότητα), αγκαλιάζει κι όλες τις αλλαγές που γίνονται στο σύμπαν, απ’την μετατόπιση, ως τη νόηση».
Εγώ επισημαίνω: Μολονότι αυτή η απόφανση, φαίνεται διαλεκτική, είναι μια ορθολογική διατύπωση, η οποία δεν συμβαδίζει απόλυτα με την διαλεκτική σκέψη. Ας δούμε λοιπόν αυτό το «προτσές» διαλεκτικά, δηλαδή ως καταλυτικο-συνθετικό γίγνεσθαι: Σύμφωνα με τους Αναξίμανδρο, Ηράκλειτο και Ζήνωνα, επειδή ο κόσμος και τα όντα βρίσκονται σε συνεχές καταλυτικο-συνθετικό γίγνεσθαι, είναι ουσιαστικά Άλλα-Αλλού, όμοια αλλά όχι ταυτά με τον εαυτό τους. Έτσι δεν διαθέτουν σταθερή ταυτότητα για να είναι συνεχώς αυτά τα ίδια και να διαρκούν κινούμενα στο Χρόνο και το Χώρο. Η διαλεκτική δέχεται ότι η χωρο-χρονική κίνηση κάποιου όντος δεν συμβαίνει σε αντικειμενικά ανεξάρτητο Χώρο, κατά τη διάρκεια κάποιου αντικειμενικά ανεξάρτητου Χρόνου. Η Κίνηση είναι ένα καταλυτικό-συνθετικό Γίγνεσθαι κι αποτέλεσμα ροής-αντιρροής στοιχειωδών μέσα στο ίδιο το γεγονός, το οποίο με τον τρόπο αυτό, είναι Άλλο-Αλλού, όμοιο με τον εαυτό του. Έτσι στα όντα πρέπει να υπάρχει μια συχνότητα επανάληψης ροής-αντιρροής στοιχειωδών υπογεγονότων στη θέση που συνίστανταιτο γεγονός και το ανάλογο μήκος κύματος διασποράς των στοιχειωδών τα οποία το συνιστούν στη συγκεκριμένη θέση. Στην περίπτωση λοιπόν αυτή, η Συχνότητα είναι ο Χρόνος και το Μήκος Κύματος ο Χώρος, τα οποία κατ’ανάγκην είναι αδιαχώριστα. Έτσι ο Χρόνος ως διάρκεια, σχετίζεται την καταλυτικο-συνθετική συχνότητα των στοιχειωδών τα οποία αφορούν στην αλλαγής της ταυτότητας κάποιου γεγονότος σε άλλη. Επειδή λοιπόν κάθε τι βρίσκεται σε συνεχές καταλυτικο-συνθετικό γίγνεσθαι, δεν υπάρχει κάτι σταθερό το οποίο να είναι ένα συμπαγές πράγμα, αλλά έχοντας και κυματιακή φύση, είναι ένα πολυδιάστατο σύστημα συχνοτήτας-κύματων. Εκεί ο Χώρος κι ο Χρόνος συνεχώς αλλάζουν, όντας συνυφασμένα με το Γίγνεσθαι των γεγονότων που τ’αφορούν, τα οποία είναι συνεχώς Άλλα-Αλλού, όμοια με τον εαυτό τους. Έτσι, αυτά τα καταλυτικο-συνθετικά γεγονότα ή πράγματα, επειδή δεν έχουν σταθερή ταυτότητα, δεν πρέπει να δικαιούνται ταχύτητας, αλλά η ταχύτητα μπορεί μόνο να εκπροσωπεί τη διαδικασία μετατροπής γεγονότος ή πράγματος σε άλλο. Όμως βλέπουμε ότι αυτό δεν λαμβάνουν υπόψιν, ούτε ο Αϊνστάιν, θεωρώντας ότι το φωτόνιο είναι σταθερή οντότητα, η οποία δικαιούται να διαθέτει ταχύτητα, αλλ'ούτε ο Σρέντιγκερ στη διάσημη Εξίσωσή του, όπου εμπλέκει τον Χρόνο, που είναι συχνότητα των Κβάντα, αρνούμενη την αντικειμενικότητα, με τον νευτώνειο Χρόνο ο οποίος είναι διάρκεια των πραγμάτων, όπου η αντικειμενικότητα βασιλεύει.
Επίσης ο κόσμος των προσωκρατικών δεν συμφωνεί απόλυτα με την απόφανση που προσδίδεται στην ηρακλειτική σκέψη: «τα πάντα ρει». Ο ίδιος ο Ηράκλειτος θεωρεί ότι ο κόσμος Είναι-ΜηΌντας-Άλλος-Αλλού αντιφάσκοντας. Η Αντιφατικότητα και φυσικά το Γίγνεσθαι, θέλει όλα να Ρέουν-ΜηΡέοντας, να Είναι-ΜηΌντας, να είναι συγχρόνως Εδώ-ΌνταςΑλλού. Κι επειδή εμείς την αντιφατικότητα συνηθίζουμε παράνομα ν' αναλύουμε σε αντίθετα, μπορεί ν’αφήνει χώρο και στον ορθολογισμό, με κάποιες περιγραφικές απώλειες, οι οποίες στα όρια κάποιου συστήματος, είναι σημαντικές. ―Ο κόσμος μας λοιπόν είναι πολύ πιο δημοκρατικός από μας και τον ντετερμινισμό μας, μπορεί για το ίδιο θέμα να υπακούει στον ντετερμινισμό και την ορθολογική αντικειμενικότητα, όταν είναι αντιληπτός αριστοτελικά-νευτώνεια, αλλά συγχρόνως να είναι αντιληπτός αντιτερμινιστικά, σχετικιστικά κβαντικά, καταλυτικο-συνθετικά, απέχοντας απ’την αντικειμενικότητα. Κι αυτό είναι κάτι που η σύγχρονη σχετικιστική και κβαντική επιστήμη επιτάσσει.
Επίσης όπως είδαμε, οι έννοιες του χώρου και του χρόνου έχουν κατά πολύ αλλάξει απ’την εποχή των κλασικών του μαρξισμού. Αυτοί λοιπόν που τους αγαπούν, δεν πρέπει να τους δοκιμάζουν σ’αντιλήψεις για τις οποίες ίσως λαθεύουν. Οι κλασικοί του μαρξισμού ήταν μεγάλοι επαναστάτες και κοινωνικοί αναμορφωτές κι αυτό ήταν πάρα-πάρα πολύ μεγάλο. ―Εγώ να σου πω όσες θεωρίες θέλεις, αλλά το ίδιο το σπίτι μου δεν μπορώ να κουμαντάρω. Αυτοί, και μάλιστα οι Λένιν, Στάλιν και Μάο, πήραν λαούς οι οποίοι ευρίσκοντο στη φεουδαρχική εποχή και τους έφεραν στην εποχή του ατόμου, σε τριάντα χρόνια και μάλιστα εν καιρώ πολέμου
ΠΕΠΕΡΑΣΜΕΝΟ, ΑΠΕΙΡΟ, ΑΠΕΙΡΟΣΤΟ
Αναρωτιέται ρητορικά ο κ. Μπιτσάκης: Είναι το σύμπαν άπειρο ή πεπερασμένο στο χώρο και το Χρόνο; Αυτό το πρόβλημα ετέθει απ’την αρχαιότητα, παίρνοντας συνεχώς νέες μορφές.
Κι ο κ. Μπιτσάκης επεξηγεί: Ο Δημόκριτος συνέδεε τα δύο προβλήματα λέγοντας ότι το σύμπαν είναι άπειρο γιατί δεν δημιουργήθηκε από κανέναν. Αλλά ο πρώτος που έθεσε το πρόβλημα διαλεκτικά ήταν ο Ηράκλειτος:«Αυτόν τον κόσμο που είναι ίδιος για όλους δεν τον έφτιαξε ούτε θεός ούτε άνθρωπος, αλλά ήταν, είναι και θα είναι αείζωον πυρ, που αναβο-σβήνει με μέτρο».
Εγώ λέω: Είναι φανερό ότι ο κ. Μπιτσάκης αναφέρεται στους προσωκρατικούς ως μουσειακούς και διακοσμητικούς, χωρίς να διερευνά σοβαρά τις απόψεις τους, θεωρώντας τους θαυμαστούς μεν, πρωτόγονους και ξεπερασμένους δε, όπως έκανε κι ο Ένγκελς. Όταν λοιπόν αναφέρονται στους αρχαίους διαλεκτικούς συμπτύσσουν τα πάντα στον Ηράκλειτο και παραλείπουν όλους τους άλλους σαν ανάξιους αναφοράς. Μάλιστα η απόφανση που αποδίδεται στον Ηράκλειτο: "τα πάντα ρει", θεωρείται περισσότερο από αρκετό για την αναφορά σ’αυτούς. Ξεχνά λοιπόν ότι πρώτος που ανέφερε την έννοια του απείρου σύμπαντος και του αέναου γίγνεσθαι, ορίζοντας «τι είναι το Άπειρο και το Γίγνεσθαι» με τρόπο που λίγοι σύγχρονοι έχουν συλλάβει, ήταν ο Αναξίμανδρος. Μάλιστα η έννοια του Γίγνεσθαι είναι πολύ πιο ολοκληρωμένη, σαφής και κομψή απ’την έννοια του «εξελικτικού προτσέσου». Το Γίγνεσθαι φέρνει άμεσα στο νου και το Όλλυσθαι, αφού ο κόσμος υπάρχει σε συνεχή καταλυτική-συνθετότητα (απ’τη μια συντίθεται κι απ’την άλλη καταλύετα, απ'τη μια Γεννάται κι απ΄τη άλλη Χάνεται). Είναι ύβρις, ασέβεια κι αμάθεια να παραμερίζονται γίγαντες και στη θέση τους ν’αναδύονται νάνοι παπαγάλοι, όπως ο συμπαθής και κακομοιρούλης Σπινόζα.
Ο κ. Μπιτσάκης κι η αντιφατικότητα: Λέω: Επειδή η ανά τους αιώνες Διαλεκτική, όντας υπό την "επιμελή" φροντίδα των εραστών της ανά τους αιώνες, «ήλθε» σ’εμας συγκεχυμένα και με διαφορετικά πρόσωπα, τέθηκε το θέμα: «ποια διαλεκτική είναι η σωστή και πως διαχωρίζεται από τον ορθολογισμό».
Λέει, ο διακεκριμένος διανοητής της αριστεράς Χ. Θεοδωρίδης, στην μικρή του πραγματεία «Περί της Έννοιας του Μηδέν στη Διαλεκτική Νόηση»: «η διαλεκτική ήταν κι εξακολουθεί να είναι μπερδεμένη, αυτό δεν πρέπει να διστάσουμε να ομολογήσουμε κι έδωσε αφορμή σε συζητήσεις, που δεν έκλεισαν ακόμα» και συνεχίζει: «Ο Πλάτων με την Διαλεκτική του, εννοούσε πρώτα τις απλές λογικές πράξεις και το ξεχώρισμα των αντικειμένων ή των εννοιών σε γένη και είδη. Ο Πλάτων ακόμα εννοούσε διαλεκτική, τη διαδικασία εξεύρεσης της αλήθειας μ’ερωτήσεις κι απαντήσεις». Και συνεχίζει: «Σήμερα η πιο απλωμένη αντίληψη για τη διαλεκτική, είναι αυτή που έχει στενή σχέση με το Γίγνεσθαι, την Κίνηση και την Αλλαγή. Μ’αυτή την έννοια διαλεκτικοί και μάλιστα οι πρώτοι, ήταν αδιαφιλονίκητα οι Ίωνες φυσικοί φιλόσοφοι. Μ'αυτή την έννοια, πήρε ο Χέγκελ την Διαλεκτική, ως δημιουργική κίνηση της ιδέας, ενώ ο Διαλεκτικός Υλισμός, ξεκινώντας απ’τον Χέγκελ ξαναγυρίζει με κάποιον τρόπο στην ηρακλειτική διαλεκτική άποψη».
Ένας άλλος διακεκριμένος διανοητής της αριστεράς, ο Ε. Μπιτσάκης, στο μικρό δοκίμιό του για τη “Νομιμότητα της Διαλεκτικής της Φύσης”, που κατέθεσε στο συνέδριο της φιλοσοφικής εταιρίας “Περί Διαλεκτικής” το 1988, με τη σειρά του θέτει το ερώτημα: «αν η διαλεκτική είναι επιστήμη κι αν οι νόμοι της έχουν status επιστημονικών νόμων» κι ο κ. Μπιτσάκης καταλήγει: «…η φιλοσοφία, δεν είναι ειδική επιστήμη, όπως π.χ. η φυσική ή η χημεία. Οι νόμοι της κατά συνέπεια δεν μπορούν να έχουν το status των φυσικών και γενικά των ειδικών επιστημών»… Και συνεχίζοντας ο κ. Μπιτσάκης θέτει το ερώτημα: «Υπάρχει ή όχι διαλεκτική λογική»; Κι απαντά: «Η Διαλεκτική Λογική είναι η λογική της αντίθεσης κι όχι της αντίφασης. Εκφράζει την ύπαρξη αντιθέσεων στα ίδια τα πράγματα την συγκεκριμένη και ιστορικά διαφοροποιούμενη ενότητα αμοιβαία αποκλειομένων κατηγορημάτων. Εκφράζει την ύπαρξη αντιθέσεων, που συνιστούν μια σχετικά στάσιμη αντιθετική ολότητα ή ύπαρξη αντιθέσεων, που η σχέση τους εξελίσσεται και που η αντίθεση μπορεί να λυθεί με την καταστροφή του ενός πόλου της».
Εγώ υπενθυμίζω: Επιστήμες δεν είναι μόνον οι θετικές, μάλιστα η Φιλοσοφία η οποία αφορά στην Λογική, θεωρώ ότι είναι η βάση πάνω στην οποία στηρίζονται οι άλλες επιστήμες και γι'αυτό μπορεί να θεωρηθεί ως "Επιστήμη των Επιστημών" Και ο κ. Μπιτσάκης ερωτά: «Πως όμως είναι δυνατόν να εκφραστεί η σύνθετη αντιθετική κίνηση του πραγματικού, η γένεση κι η καταστροφή των μορφών στο επίπεδο της νόησης;» Και τελικά καταλήγει: «Η λογική αντίφαση είναι απαράδεκτη στη διαλεκτική λογική. Η λογική της αντίθεσης δεν είναι αντιφατική». Κι εγώ υπενθυμίζω ότι: Φυσικά η λογική της Αντίθεσης δεν είναι Αντιφατική, αφού έτσι είναι ο Ορθολογισμός, όταν όμως μιλάμε για Διαλεκτική, η Λογική δεν μπορεί παρά να είναι Αντιφατική.
Στη συνέχεια ο κ. Μπιτσάκης παραθέτει την άποψη του κ. Λεφέμπβρ: «Η διαλεκτική νόηση ορίζεται κι αυτή από κανόνες και νόμους, διαψεύδει την τυπική λογική αλλά δεν την καταργεί, δεν πέφτει στο παράλογο. Η διαλεκτική δεν επιτρέπει για το ίδιο αντικείμενο, την ίδια στιγμή, να διατυπώνουμε αντιφατικές αποφάνσεις. Δεν επιτρέπεται να πούμε ότι αυτό το χαρτί είναι ταυτόχρονα λευκό και μαύρο. Απ’όπου και το αξίωμα ότι: η θεωρία των αντιθέσεων δεν μπορεί να είναι αντιφατική». Εδώ ο κ. Λεφέμπβρ ισχυρίζεται ότι «η αρχή της μη αντίφασης», στην οποία πατά «η αρχή της ταυτότητας» κι ο κ. Μπιτσάκης επικροτεί, είναι η πεμπτουσία της λογικής και κατ’επέκταση της Διαλεκτικής, μια που και η Διαλεκτική Λογική δεν πρέπει ν’αντιφάσκει, αφού σύμφωνα με το απλοϊκό παράδειγμα τους, «το άσπρο χαρτί, δεν μπορεί συγχρόνως να είναι και μαύρο». Θα μπορούσα ν’αντικρούσω αυτή τη βεβαιότητα των κ. Μπιτσάκη και Λεφέμπβρ, αφού όλοι ξέρουμε ότι στη φύση όλα τα χρώματα είναι προσεγγιστικές συμβάσεις, δηλαδή φασματικές συρροές, που δεν υπάρχουν ως απόλυτα-καθαυτά, αλλά αυτή είναι μια άλλη συζήτηση που θ’αποπροσανατόλιζε την ουσία αυτού του θέματος. Τονίζω επίσης ότι ο Χέγκελ, ο Ένγκελς, ο Ηράκλειτος, αλλά και ο Παρμενίδης ως πολέμιος της διαλεκτικής, δέχονται καθένας με τον δικό του τρόπο, ότι η αντιφατικότητα είναι η ουσία της Διαλεκτικής Λογικής. Κι επειδή οι κ. Λεφέμπβρ και Μπιτσάκης ισχυρίζονται ότι η λογική αρνείται την αντιφατικότητα, ο αναγνώστης ας κάνει μιαν αναδρομή στις ρίζες του ορθολογισμού φέρνοντας στον νου το έργο του Παρμενίδη για το οποίο πληροφορώ σε προηγούμενη εργασία. Εκεί θα δούμε πόσο οι θέσεις του ορθολογισμού διαφέρουν απ’τη «διαλεκτική» των ευρωπαϊστών.
Οι κ. Μπιτσάκης και Λεφέμπβρ υποτιμούν και τον ορθολογισμό και τη διαλεκτική, ακόμα κι όλους τους επιστήμονες που χειρίζονται χρόνια τώρα αυτά τα εργαλεία. Δεν γνωρίζω ορθολογιστή ή «λάτρη» της τυπικής λογικής απ’την αρχαιότητα ως σήμερα, να ισχυρίζεται ότι υπάρχει ταυτότητα που δεν αλλάζει. Όλοι πιστεύουν ότι αλλάζει, αλλά την «στατικοποιούν» ιδεατά, για να μπορεί μια συγκεκριμένη στιγμή, να γίνει αντικείμενο συμβατικής λογικής επεξεργασίας. Ακόμα ο ορθολογισμός, από αρχαιοτάτων χρόνων, έχει ενισχυθεί από διαφορικές εξισώσεις, ολοκληρώματα κι άλλες μαθηματικές διαδικασίες για να ξεπεραστεί η αδυναμία της στατικής προσέγγισης σχημάτων της τυπικής λογικής διεργασίας που δεν είναι δυνατόν έστω κι ευκαιριακά να στατικοποιηθούν. Επίσης η απαγωγική και επαγωγική διαδικασία της τυπικής λογικής, προϋποθέτουν κίνηση κι αλλαγή των ερευνουμένων καταστάσεων. Έτσι όλοι οι κλασικοί του ορθολογισμού βλέπουμε ν’απωθούν το Καθαυτό, την στατικότητα και την ακινησία στο βάθος του Είναι, πολύ βαθιά μέσ’την ουσία ή πολύ μακριά έξω απ’αυτήν, στο Όλον. Τόσο μακριά απ’το γίγνεσθαι της κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης, όπου το καθαυτό να «ορίζεται» ως άγνωστο ή μη γνώσιμο. Οι κλασικοί του ορθολογισμού λοιπόν δέχονται την ύπαρξη του καθαυτού όντος, μακριά απ’τις εν εξελίξει διαδικασίες της καθημερινότητας, η οποία κατ’αυτούς είναι το φαινομενικό γίγνεσθαι που βιώνουμε και μπορεί να διερευνηθεί από μιαν Αντιθετική Διαλεκτική. Στην Αντιθετική Διαλεκτική (όπως τονίσαμε) ο «διάλογος» των αντιθέτων δεν παραβιάζει τα όριά τους, αλλά σταματά σ’αυτά, μηδενίζοντας έτσι το χώρο “δράσης” της αντιφατικότητας. (Εδώ ο αναγνώστης πρέπει να ξαναφέρει στον νου το ποίημα του Παρμενίδη περί αντιφατικότητας κι αντιθετικότητας, ορθολογισμού και διαλεκτικής για να δει ότι αυτό το πρόβλημα έχει λυθεί, απ’το 500 π.Χ.
―Είναι όμως σαγηνευτικό, μετά από 2500 χρόνια και στη ίδια γλώσσα, να συζητάμε αυτό το θέμα κι ακόμα να μην έχουμε κατασταλάξει.
Βλέπουμε λοιπόν ότι υπάρχουν σημαντικότερα πράγματα ν’ακουστούν απ’αυτά του Σπινόζα και ίσως άλλων διανοητών τους οποίους ο κ. Μπιτσάκης προβάλλει μπροστά απ’τους προσωκρατικούς. Τους προσωκρατικούς που όλοι θέλουν να περάσουν γρήγορα, με την απόφανση «Τὰ πάντα ρεῖ». Όταν μάλιστα είναι οι προσωκρατικοί που συνέλαβαν και την διαλεκτική και τον ορθολογισμό, ως συνειδητά, αλλά και την λογικο-γλωσσική σύνταξη που τους ταιριάζει, σ’όλη της την ανάπτυξη. Επίσης υπενθυμίζω ότι η διαλεκτική είναι μια συνοπτική αντιφατική κι αμφίσημη λογικο-γλωσσική σύνταξη την οποίαν Ευρωπαίοι φιλόσοφοι μαζί τους κι ο Ένγκελς, θεωρούν θαυμάσια αλλά πρωτόγονη, απλοϊκή κι αφελή. Αλλ’εμείς ας σκύψουμε στις αποφάνσεις τους για να διδαχτούμε.
Πρέπει λοιπόν όσοι αναζητούμε μια διαλεκτική που να συμβαδίζει με το σύγχρονο επιστημονικό γίγνεσθαι, να σκύψουμε στους προσωκρατικούς κι έχοντας πλέον υπόψιν τι είναι η διαλεκτική, θα μπορέσουμε καλύτερα να κρίνουμε την εργασία του κ. Μπιτσάκη και δεν θα θαμπωθούμε απ’την θαυμάσια αναφορά του στο παγκόσμιο επιστημολογικό γίγνεσθαι. Ακόμα θ’αντιληφθούμε εύκολα ότι αυτό δεν σχετίζεται με την διαλεκτική, αλλά με την παγκόσμια ορθολογική πορεία των επιστημών. Είναι γι’αυτό που ο κ. Μπιτσάκης τονίζει επανειλημμένα, ότι η διαλεκτική λογική δεν διαθέτει κάποια συγκεκριμένη κι αυστηρή μέθοδο, αλλ’εξελίσσεται μαζί με την πορεία των επιστημών. Αυτό θα πει ότι οι επιστήμες ακολουθούν την αυστηρή ορθολογική μέθοδο, της οποίας τ’αποτελέσματα, ο κ. Μπιτσάκης, θεωρεί διαλεκτικές διαπιστώσεις, απ’όπου απορρέουν και κάποιες διαλεκτικές-λογικές αρχές, οι οποίες κατ’ αυτόν, ποτέ μα ποτέ δεν πρέπει να δεχτούν την αντιφατικότητα ως έγκυρη.
Μολονότι λοιπόν η αντιφατικότητα θεωρείται απ’ όλους τους μαρξιστές διανοητές βασική ιδιότητα του γίγνεσθαι και της διαλεκτικής, όταν αναλαμβάνουν να διεκπεραιώσουν ένα κείμενο ή μια πρακτική διαδικασία, την αντιφατικότητα δεν ξέρουν τι να την κάνουν. Έτσι σε κάθε κείμενο, κατ’αρχήν την επαινούν, περνώντας την σαν χαϊμαλί στις πρώτες σειρές κι έπειτα την ξεχνούν ή ακόμα χειρότερα, στις λογικές διαδικασίες, της εργασίας, τη θεωρούν στοιχείο ψεύδους και προς αποφυγήν.
Είναι όμως αλήθεια ότι η διαλεκτική δεν έχει ακόμα προσφέρει στην επιστήμη μιαν αυστηρά επιστημονική μέθοδο, δηλαδή ένα εργαλείο διαλεκτικής υλιστικής τυπικότητας, σαν αυτό του Αριστοτέλη για τον ορθολογισμό. Υπάρχει λοιπόν ανάγκη, ευφυείς-επαναστάτες μαθηματικοί να σκύψουν πάνω σ’αυτό το υπαρξιακό για την διαλεκτική πρόβλημα, ολοκληρώνοντάς την ως λογική κι επιστήμη.
Εγώ έχω κάνει κάποια θεωρητικά βήματα πάνω σ’αυτό το θέμα, προσδιορίζοντας την έννοια της Αντιφατικής Ταυτότητας και του Αντιφατικού Στοιχειώδους, στην εργασία μου: Αντιφατική Λογικο-γλωσσική Σύνταξη κι Αντιφατικός Ορθολογισμός. Της οποίας ίσως η μαθηματική διατύπωση ν’ανοίξει δρόμο για την λύση αυτού του προβλήματος.
Η λύση σ’αυτό το πρόβλημα, θα είναι η τελική πρόταση για την αντιφατική λογικο-γλωσσική σύνταξη με την οποίαν θα λέγεται ο κόσμος. Αυτή όμως νοητικά θα πατά κυρίως στον Λόγο του Ηράκλειτου και το Ταό του Λάο-Τσε, απ’τα οποία αντλώντας οργάνωσα κι εγώ την πρότασή μου για την Αντιφατική Ταυτότητα, απ’την οποία θα μπορέσει να προταθεί η αναμενόμενη για την Διαλεκτική μαθηματική διατύπωση της διαλεκτικής-υλιστικής λογικής τυπικότητας.
Η απόρριψη της αντιφατικότητας από διακεκριμένους μαρξιστές, είναι αποτέλεσμα ρεαλισμού κι όχι ρεφορμισμού. Ο ρεαλισμός όμως, όπως όλα, είναι κι αυτός αμφίσημος κι αντιφατικός. Μπορεί να μας οδηγεί συντηρητικά στην πεπατημένη, αλλά όταν πρέπει να βαδίσουμε στο Νέο, πρέπει να τον εγκαταλείψουμε.
Ίσως λοιπόν ήλθε η ώρα που θα ξανα-εγκαταλήψουμε την ασφάλεια των κλαδιών της συντηρητικότητας και θα διακινδυνεύσουμε, ανοίγοντας πανιά στο νέο κι άγνωστο, εκεί όπου το αποτέλεσμα δεν θα είναι δεδομένο. Το έργο πολλών διανοητών στον δρόμο αυτό θα χαθεί, όμως αυτό θα ανοίξει τον δρόμο στον μακρινό ορίζοντα του πολιτισμού, γεννώντας την διαλεκτική λογική στην επιστήμη, στην λαϊκή εξουσία και στο σοσιαλιστικό κοινωνικό γίγνεσθαι.
Η σύγχρονη επιστήμη με την απαξίωση του ορθολογισμού, του ντετερμινισμού και της αντικειμενικής ορθολογικής τυπικότητας αναζητά μια νέα λογική που θα περιγράφει τον κόσμο ακριβέστερα κι αυτή διαφαίνεται σαν μια διαλεκτική η οποία θ’απέχει από αυτήν του Χέγκελ και θα ταιριάζει μ’αυτή των προσωκρατικών. Αυτή είναι ένας αρχαίος διαλεκτικός υλισμός που θα μπορούσε να εκσυγχρονιστεί με τα νέα επιστημονικά δεδομένα.
Ε. Μπιτσάκης: ΓΙΑ ΤΟΝ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΟ ΥΛΙΣΜΟ
Ο ουρανός, η φύση, το πνεύμα,
ας αφαιρέσουμε τον Ουρανό: Υλισμός
Είναι τραγικό κάθε ατάκα των κλασικών του μαρξισμού να παρουσιάζεται σαν προμετωπίδα της σκέψης μας. Κι ακόμα είναι άχαρο, για τους κλασικούς, να κρίνονται συνεχώς για κάθε τους απόφανση, η οποία ίσως να μην εκπροσωπεί απόλυτα τις φιλοσοφικές τους απόψεις.
Μπιτσάκης:1. Ο «θάνατος» της φιλοσοφίας
Δική μου επισήμανση: Συνηθίζεται αυτοί που μιλούν για θάνατο της φιλοσοφίας, να το κάνουν συζητώντας φιλοσοφικά, αφού αυτό είναι ένα κυρίως φιλοσοφικό θέμα. Μολονότι λέγονται πολλά, για να γίνει μια τέτοια συζήτηση, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η φιλοσοφία ήταν αυτή η δραστηριότητα που μετέτρεψε τον δίποδο πίθηκο σε άνθρωπο μέσω της αφηρημένης σκέψης. Η φιλοσοφία, μολονότι πλέον ως αφηρημένη σκέψη και μέσα απ’τον συνεχή διάλογο με την πρακτική δράση μετετράπει σ’επιστήμη, δεν έπαψε ποτέ να έχει κι αυτή η ίδια επιστημονικό αντικείμενο. Αυτό το αντικείμενο το οποίο την ακολουθεί από την εποχή των Αναξίμανδρου Ηράκλειτου και Παρμενίδη, δεν είναι άλλο από την Λογική ως συνειδητή. Αυτή από τότε είχε πάρει δύο μορφές, δηλαδή την ηρακλειτική διαλεκτική της οποίας λογικο-γλωσσική σύνταξη είναι ο Λόγος κι ο παρμενείδειος ορθολογισμός.
Αν δεχτούμε ότι η Λογική ολοκληρώνεται στον ορθολογισμό, θα μπορούσαμε να δεχτούμε ότι η φιλοσοφία έχοντας ολοκληρώσει το βασικότερο έργο της, πέθανε, όπως ισχυρίζονται οι ορθολογιστές κι οι νεοθετικιστές. Για μας τους μαρξιστές όμως, οι οποίοι θεωρούμε ότι η φιλοσοφία είναι οδηγός του κοινωνικού γίγνεσθαι, της ηθικής κι των ανθρωπίνων σχέσεων κι ότι η βάση πάνω στην οποία πατά ο μαρξισμός είναι ο διαλεκτικός υλισμός, δεν έχει πεθάνει για δύο λόγους: Α. Γιατί ως την ολοκλήρωση της οργάνωσης του κομμουνισμού, υπάρχει ακόμα πολύς δρόμος στο οποίον πρώτα απ’όλα πρέπει ν’ανεβεί η ποιότητα του ανθρώπου. Για ν’ανέβει η ποιότητά του, πρέπει ο άνθρωπος ν’αντιληφθεί και να ενστερνιστεί τον διαλεκτικό υλισμό, όντας αντικείμενο Διαλεκτικής Λογικής, απορρέει και συμπίπτει με την φιλοσοφία. Και Β. στην πορεία της αποδοχής του διαλεκτικού υλισμού, ο άνθρωπος οργανώνει μια Νέα Λογική, την Διαλεκτική, στο τέλος της οποίας η επιστήμη θα ξανασυμπέσει με την φιλοσοφία. Αυτό σημαίνει πως μολονότι η διαλεκτική είναι γνωστή κι ολοκληρωμένη, ως τρόπος σκέψης, δεν έδωσε ακόμα ένα εργαλείο διαλεκτικής υλιστικής τυπικότητας για σύγχρονη επιστημονική χρήση. Αυτό δεν είναι εύκολο αλλά όχι ακατόρθωτο.
Κι αναρωτιώνται οι ορθολογιστές και οι νεοθετικιστές: γιατί ν’αφήσουμε ένα εργαλείο σκέψης όπως τον ορθολογισμό, ο οποίος μάλιστα με τη βοήθεια σύγχρονων μαθηματικών έχει πετύχει κι υπολογισμούς ακόμα και διαφορικών-δυναμικών καταστάσεων και να μπούμε στην περιπέτεια μιας νέας κι αβέβαιας λογικής, όπως η διαλεκτική; Κι απαντώ: Γιατί εκτός του ότι η σύγχρονη επιστήμη το απαιτεί. Και βέβαια γιατί εμείς σαν μαρξιστές κι επαναστάτες, πρέπει να ξανα-κατέβουμε από τα κλαδιά του δέντρου της συντηρητικής βεβαιότητας και να βαδίσουμε από την αρχή παραπατώντας στο άγνωστο.
Μετά τις επισημάνσεις μου, ας ξαναγυρίσουμε στην πραγματεία του κ. Μπιτσάκη γι’αυτό το θέμα: Λέει ο κ. Μπιτσάκης: Για κάποιους η φιλοσοφία είναι νεκρή ή δεν έχει πλέον αντικείμενο και νόημα. Κάποιοι βεβαιώνουν Α. «Τη ριζική κατάργησή της ή το θάνατό της μέσα στην πράξη». Γι’άλλους, Β. «Φιλοσοφία, δεν είναι παρά Ιδεολογία, όπως η θρησκεία κι η ηθική». Κι από κει συνάγεται Γ. Ότι, σύμφωνα με το Σάρτρ: «ο Μαρξισμός είναι μια νέα ιδεολογία κι η διαλεκτική που την αφορά, δεν είναι άλλο απ’την ίδια την πράξη».
Εγώ λέω: Αυτές οι απόψεις, ενώ δείχνουν θετικές και σύμφωνες με την επιστήμη, φυσικά δείχνουν κάποια άγνοια και σύγχυση γι΄'αυτό το θέμα. Αλλ’ας τις δούμε κάθε μια χωριστά.
Α. Την ριζική κατάργησή της φιλοσοφίας δεν έχουμε ακόμα δει. Το μόνο που είδαμε είναι η φιλοσοφική δραστηριότητα, της πάλης για την κατάργησή της μέσω της ίδιας της φιλοσοφίας. Αλλά ούτε την κατάργησή της στην πράξη έχουμε δει, αφού στο κοινωνικό γίγνεσθαι, η πολιτική, που άπτεται άμεσα στην φιλοσοφία, ζει και βασιλεύει. Επίσης φάνηκε ότι οι διαμάχες στο κβαντικό επιστημονικό γίγνεσθαι, όχι μόνο δεν την κατήργησαν, αλλά της πρόσφεραν ρόλο πρωταγωνιστικό στην ερμηνεία νέων διαπιστώσεων της επιστήμης. Β. Μολονότι η φιλοσοφία είναι άμεσα συνδεδεμένη με την ηθική, αρνείται μαχόμενη τη θρησκεία. Ακόμα κι ο τρόπος που η ιδεολογία ασκεί την ηθική, είναι άκρως διαφορετικός απ'τον θρησκευτικό. Η φιλοσοφία της μαρξιστικής ιδεολογίας αρνείται την μετα-θάνατον ζωή και την αμοιβή όσων είναι ηθικοί, όπως τάζει η θρησκεία. Ο ιδεολόγος δίνει ακόμα και τη ζωή του για έναν ηθικό κόσμο, με μόνη ικανοποίηση ότι κάνει το καθήκον του για ένα καλύτερο αύριο. Γ. Ο μαρξισμός είναι μια νέα ιδεολογία, της οποίας λογικο-γλωσσική σύνταξη είναι ο διαλεκτικός υλισμός. Επειδή όμως η διαλεκτική δεν έχει ακόμα κατασταλάξει κι επειδή η Λογική ακόμα και σήμερα θεωρείται επιστημονικό αντικείμενο της φιλοσοφίας, είναι φανερό ότι η φιλοσοφία ζει. Επίσης το κοινωνικό όραμα των λαών που είναι «ελευθερία-ισότητα-αδελφότητα», δεν πραγματοποιήθηκε ακόμα κι αυτό είναι κάτι που άπτεται της φιλοσοφίας, δείχνοντας ότι είναι ακόμα ζωντανή.
Και ο κ. Μπιτσάκης συνεχίζει: «Κάποιοι λένε ότι οι ανάγκες του συστήματος οδήγησαν στην κατασκευή του διαλεκτικού υλισμού».
Εγώ λέω: Αυτή η απόφανση δείχνει άγνοια διαλεκτικής, υλισμού και σοσιαλισμού. Γιατί η διαλεκτική είναι λογικός τρόπος προσέγγισης του παγκοσμίου γίγνεσθαι, άρα και τρόπος σκέπτεσθαι, ο οποίος μάλιστα γεννήθηκε το 500 π.Χ. Είναι βέβαιο ότι, χωρίς διαλεκτική λογική και μέθοδο, ο νέος άνθρωπος δεν θα έχει κάποιο σύστημα διαβίωσης, για τις ανάγκες του Νέου Κόσμου που θα δημιουργήσει. Το νέο κοινωνικό κι επιστημονικό γίγνεσθαι, γεννιέται-γεννώντας την λογικο-γλωσσική σύνταξη η οποία είναι συνυφασμένη μ’αυτό κι αυτό είναι κάτι αναπόσπαστο από φιλοσοφία. Εδώ αναφαίνεται κι η ανοησία αυτών οι οποίοι θεωρούν την πρόταση λογικο-γλωσσικών και κοινωνικών συστημάτων περιττή. Όμως δεν μπορεί να υπάρξει τίποτα χωρίς λογικό σύστημα. Η αναζήτηση κι η πρότασή λοιπόν συστημάτων συμβαδίζει με το ότι ο κόσμος και κάθε γεγονός, δρα συστηματικά κι όχι άναρχα. Και μάλιστα οι μαρξιστές οι οποίοι προτείνουν έναν νέο πολιτισμό, δεν μπορεί παρά να είναι αναγκασμένοι να προτείνουν νέα συστήματα διαβίωσης και οπωσδήποτε σκέψης.
Λέει ο Λεφέμπβρ: «Ο μαρξισμός δεν έγινε φιλοσοφία, παρά μόνο για να παραμορφωθεί και να γίνει θεσμός».
Εγώ ρωτώ: Μήπως ο διαλεκτικός υλισμός κι η κοινωνική δικαιοσύνη πάνω στα οποία στηρίζεται ο μαρξισμός, δεν είναι φιλοσοφικό θέμα;
Ο Ένγκελς έγραφε: «Με τον Χέγκελ τελειώνει η φιλοσοφία. Πράγματι, απ’τη μια στο σύστημά του συμπυκνώνεται με τον πιο μεγαλειώδη τρόπο όλη η ανάπτυξη της φιλοσοφίας, κι απ’την άλλη, μας φανερώνει έστω κι ασυνείδητα, τον δρόμο που φέρνει έξω απ’τον λαβύρινθο των συστημάτων, στη αληθινή, θετική γνώση του κόσμου».
Κι εγώ αναρωτιέμαι: Αν ο Χέγκελ έκανε όλα αυτά με την Επιστήμη της Λογικής του, γιατί οι μαρξιστές συνέχιζουν να φιλοσοφούν; Ακόμα γιατί οργάνωσαν συστήματα αντιστροφής της λογικής του Χέγκελ, αλλά και του πλέγματος που αφορά στη θρησκεία, την ηθική και την κοινωνική διαβίωση; Άραγε ο Ένγκελς είχε πάρει χαμπάρι τι εννοούσε ο Χέγκελ με την «Επιστήμη της Λογικής» του; Αν είχε αντιληφθεί θα εξέφραζε τέτοιον θαυμασμό για το έργο του; Κι αν είχε έλθει το τέλος της φιλοσοφίας, γιατί ο Λένιν έγραφε φιλοσοφικά κείμενα, πολεμώντας τους θετικιστές, που ήταν οι πιο φανατικοί πολέμιοι της φιλοσοφίας; Και γιατί πρότεινε στους νέους φιλοσόφους της ΕΣΣΔ, να σκύψουν στο θέμα της Διαλεκτικής σκέψης την οποία δεν θεωρούσε ακόμα ολοκληρωμένη; Κι αν η φιλοσοφία πέθανε γιατί στις σοσιαλιστικές χώρες υπήρχε έντονο φιλοσοφικό γίγνεσθαι και πανεπιστημιακές φιλοσοφικές έδρες; Κι αν αυτό ήταν σοσιαλιστική διαστροφή, γιατί υπάρχουν φιλοσοφικές έδρες στα πανεπιστήμια όλου του κόσμου, αλλά και νέοι φιλόσοφοι με νέες θεωρίες; Λοιπόν η φιλοσοφία δεν πέθανε, μάλιστα με την πρόοδο της επιστήμης και τα νέα ερωτήματα που γεννώνται μέσ’τα εργαστήρια, καλείται να συμμετάσχει με κυρίαρχο τρόπο στην ερμηνεία του επιστημονικού αλλά και του κοινωνικού γίγνεσθαι.
Λέει ο κ. Μπιτσάκης: Ο Ένγκελς φτάνει στο σημείο να πει ότι: «η πρόοδος των θεωρητικών επιστημών της φύσης, μπορεί να κάνει το μεγαλύτερο μέρος ή ολόκληρο το έργο μου περιττό».
Εγώ λέω: Ο ΄Ενγκελς όπως πάντα μεγαλοπιάνεται. Το φιλοσοφικό του έργο, όντας ορθολογικό, είναι περιττό πριν ακόμα διατυπωθεί, απ’την διαλεκτική των προσωκρατικών.
Και συνεχίζει: «Η συστηματική μετά το έργο του Χέγκελ είναι τελειωμένη (και γι’αυτό περιττή). Το ότι ο κόσμος αντιπροσωπεύει ένα σύστημα, δηλαδή ένα ενιαίο σύνολο, αυτό είναι καθαρό, αλλά η γνώση ολόκληρης της φύσης κι ολόκληρης της ιστορίας, είναι κάτι που οι άνθρωποι δεν θα καταφέρουν ποτέ. Αυτός λοιπόν που φτιάχνει συστήματα, πρέπει να γεμίσει τ’αναρίθμητα κενά με δικά του εφευρήματα, πρέπει δηλαδή ν’αφεθεί στην άλογη φαντασία, κι έτσι να κάνει ιδεολογία».
Εγώ αναρωτιέμαι αν και που χωλαίνει αυτή η άποψη: Απεδείχθη ότι η συστηματική του Χέγκελ ήταν ιδεαλιστικά παραβιασμένη κι αυτό γέννησε τις αντινομίες, οι οποίες έφεραν την κατάρρευσή της. Έτσι δεν άφησε κάποια σοβαρή συστηματική, που θα έκλεινε τις τρύπες για κάθε άλλη νέα επερχόμενη. Το έργο του Χέγκελ, δεν είναι διαλεκτικό όπως των προσωκρατικών, αφού εκεί το Γίγνεσθαι αφορά στην Ιδέα και το θεωρεί φαινομενικό. Ακόμα ισχυρίζεται ότι τα πράγματα,η ουσία του κόσμου), δεν μπορούν να φέρουν την αδυναμία της αντίφασης, αλλ'είναι το Νοείν, οι ιδέες, η ουσία του πνεύματος που αντιφάσκει. Μήπως άραγε κανείς μπορεί ν’αναγνωρίσει σ'αυτά τα λεγόμενα του Χέγκελ, κάποια επερχόμενη συστηματική, διαλεκτική ή ορθολογική; Τον ορθολογισμό απορρίπτει ως απλοϊκό και την τυπική λογική περιγελά, χρησιμοποιώντας την με τον πιο άθλιο τρόπο, ακόμα κι όταν θέλει ν’απορρίψει τον ορθολογισμό. Την διαλεκτική θεωρεί φαινομενική και ψευδή, όταν ισχυρίζεται ότι "η εμπειρία, μολονότι είναι ό,τι έχουμε για την γνώση, δεν είναι άλλο από γνώσεις φαινομένων, τα οποία δεν εκπροσωπούν μεγάλο μέρος της πραγματικότητας". Ακόμα κι αυτή η πραγματικότητά του, μ’έναν θαυμάσιο ελιγμό, απομακρύνεται απ’την υλική ουσία κι έχει να κάνει με την ιδέα. (Την ιδέα της οποίας το γίγνεσθαι θεωρεί φαινομενικό). Όσο για τις αρχές τις διαλεκτικής που άντλησαν οι Φίχτε και Χέγκελ από την τραγική αρχαιότητα, δεν τις είχαν χωνέψει. Η χρήση τους ήταν γι'αυτούς τελείως τυπική και χωρίς το βαθύτερο αντιφατικό τους νόημα. Ο Διθύραμβος, (το πέρασμα από δύο αντίθετες θύρες συγχρόνως), τα τρίστρατα, οι ιεροί τρίποδες και τελικά ο Θρίαμβος, (το πέρασμα από την τρίτη θύρα της σύνθεσης), τόνιζαν την αντιφατικότητα της τραγικότητας του Είναι, ενώ ο Χέγκελ, αυτό το διθυραμβικό σχήμα χρησιμοποίησε για να μετατρέψει την διαλεκτική αντιφατικότητα σε ορθολογική αντιθετικότητα. Μάλιστα τόνισε ότι απώτερος σκοπός της "Επιστήμης της Λογικής" του, είναι η συμφιλίωσή της με τον ορθολογισμό.
Η Επιστήμη της Λογικής του Χέγκελ δεν γράφτηκε για να δώσει μια Νέα Διαλεκτική, αφού αυτή υπήρχε, πριν 2300 χρόνια και βέβαια αυτός το γνώριζε καλά, σ’ αντίθεση με τον Ένγκελς, ο οποίος απλά υποψιαζόταν ότι κάποιοι πρωτόγονοι αρχαίοι υλιστές, πίστευαν ότι: «τὰ πάντα ρεῖ», συμπεριλαμβάνοντας σ' αυτό όλη τη διαλεκτική τους.
Επειδή ο Ένγκελς ποτέ δεν κατάλαβε σε βάθος τι είναι η διαλεκτική των προσωκρατικών, φυσικά δεν αντελήφθη τους μηχανισμούς της συστηματικής που πρότειναν, έτσι τελικά, μολονότι διατυμπάνιζε την διαλεκτική, χρησιμοποιούσε τον ορθολογισμό στους συλλογισμούς του. Αλλ’ακόμα κι οι μαρξιστές, κατά την πρακτική διαδικασία του σοσιαλιστικού γίγνεσθαι, χρησιμοποίησαν ορθολογισμό που έφερνε ραγδαία αποτελέσματα στις επιστήμες και στο κοινωνικό γίγνεσθαι, μολονότι απομάκρυνε απ'την εξουσία το προλεταριάτο. Κι επειδή το «επιστημονικό προτσές», έπρεπε να είναι σε συνεχή εξέλιξη, αυτό απλουστεύοντας, θεώρησε Διαλεκτική. Ακόμα η Διαλεκτική γι’αυτόν κι άλλους μαρξιστές, δεν ήταν άλλο απ’την ιστορία των επιστημών, που αργότερα πήρε και φιλοσοφική υπόσταση ως Ιστορικός Υλισμός. Αυτοί λοιπόν αρνούνται την πρόταση συστήματος, αφού θεωρώντας όλα σε συνεχή αλλαγή, δεν μπορούν να περιληφθούν σε κάποιο σύστημα. Κι επειδή τελικά η γνωστική δυνατότητα του ανθρώπου κατ’ αυτούς ακολουθεί τον ορθολογισμό, γι’αυτό ισχυρίζοντο ότι ο κόσμος δεν μπορεί να γνωστεί πλήρως. Επίσης ο Ένγκελς ισχυρίζετο ότι αυτός που προτείνει συστήματα, πρέπει να βουλώνει συνεχώς τις τρύπες που δημιουργεί με νέα ατέλειωτα. Αυτό όμως ισχύει με τα ορθολογικά συστήματα και τις ορθολογικές έρευνες, όπως συνέβη στον Χάιντεγκερ που δεν κατάφερε να ορίσει την έννοια του Είναι ορθολογικά. Αλλά όμως αυτή είχε ήδη οριστεί διαλεκτικά απ’τους προσωκρατικούς ως «Αντιφατικότητα Γυμνή».
Η αληθινή Διαλεκτική δεν δέχεται μόνον ότι όλα είναι σ’εξέλιξη, αλλά ορίζει και την λογικο-γλωσσική σύνταξη, η οποία περιγράφεται ως καταλυτικο-συνθετικό τους γίγνεσθαι, χαρακτηρίζοντας και την αντιφατικότητα του Είναι. Απ’τη στιγμή λοιπόν που γίνεται δεκτό ότι όλα βρίσκονται σε συνεχές καταλυτικο-συνθετικό γίγνεσθαι, το Όλον, η Ύλη, γίνεται γνωστή στο πρώτο ολοκληρωμένο της πρόσωπο, ως αέναο γίγνεσθαι. Από κει και πέρα μπορεί κάποιος να προχωρήσει οργανώνοντας ένα πλέγμα αντιφατικών αξιών, που μπορούν να συστήσουν τη λογικο-γλωσσική σύνταξη γνώσης και δράσης, που βέβαια είναι μέθοδος κι έτσι σύστημα. Βέβαια ακόμα και με την οργάνωση, αυτής της διαλεκτικής-υλιστικής αντιφατικής λογικο-γλωσσικής σύνταξης, θα αντιληφθούμε μόνο το γενικό γίγνεσθαι του κόσμου. Για την οργάνωση μεθόδου διαλεκτικής-αντιφατικής επιστημονικής δράσης όμως, χρειάζεται η μαθηματική διατύπωση αυτής της τυπικής λογικο-γλωσσικής σύνταξης, που θα πάρει τη θέση της αριστοτελικής ορθολογικής τυπικότητας. Αυτή η μαθηματική διατύπωση, προς το παρόν δεν υπάρχει. Έτσι οι σύγχρονοι ορθολογιστές κι οι νεοθετικιστές, οι οποίοι γνωρίζουν πια ότι ο κόσμος εξελίσσεται αναρωτιόνται: ―Και λοιπόν τι πρέπει να κάνουμε; Να παρατήσουμε την ορθολογική τυπικότητα, που είναι ένα εργαλείο το οποίο μέχρι τώρα δε μας πρόδωσε; Κι εμείς οι μαρξιστές πρέπει ν’απαντήσουμε: Βέβαια όχι! Επειδή όμως η σύγχρονη επιστήμη δεν εμπιστεύεται πια τον ντετερμινισμό, την ορθολογική αντικειμενικότητα και την τυπικότητά της, γιατί δεν περιγράφουν τον κόσμο όπως ακριβώς είναι, γεννιέται η ανάγκη νέου λογικού συστήματος. Έτσι, αντίθετα με την άποψη του Ένγκελς, χρειαζόμαστε ένα τυπικό διαλεκτικό-υλιστικό σύστημα, το οποίο μπορεί μόνο να πατά πάνω σε μιαν λογική τυπικότητα, η οποία για τον διαλεκτικό υλισμό πρέπει να είναι αντιφατική.
Επισημαίνω επίσης ότι στη διάρκεια της οικοδόμησης του σοσιαλισμού, η χρήση του ορθολογισμού έφερε γρήγορα αποτελέσματα, αλλ’απομάκρυνε το προλεταριάτο απ’τα κέντρα αποφάσεων. Αυτό είχε αποτέλεσμα την παλινόρθωση του καπιταλισμού. Έτσι εμείς οι μαρξιστές πρέπει να ξανακατεύουμε απ’τα κλαδιά της συντήρησης και να βαδίσουμε ξανά στο άγνωστο, κάτω απ’την χλεύη και την οργή των αποκατεστημένων στα κλαδιά του δέντρου του κόμματος, για να βαδίσουμε στο όραμα ενός ανώτερου νέου πολιτισμού, που θα είναι ένας σοσιαλισμός με νέες διαλεκτικές υλιστικές προδιαγραφές.
Υστερόγραφο: στην εργασία μου «Διαλεκτική Σκέψη» Δωδώνη 2023 και στο κεφάλαιο «Αντιφατική Μοναδολογία κι Αντιφατική Ταυτότητα», πρότεινα ένα σύστημα καταλυτικού-συνθετικού λογικο-γλωσσικού γίγνεσθαι, όπου περιγράφεται η «Αρχή της Αντιφατικής Ταυτότητας» κι εξ’αντανακλάσεως η «Αρχή της Αντιφατικής Αμφίδρομης Αιτιότητας», του οποίου μια μαθηματική διατύπωση, θ’αναδείκνυε όργανο διαλεκτικής-υλιστικής τυπικότητας. Αυτός που θα το καταφέρει, θα παραμερίσει την δισχιελιετή κηδεμονία της αριστοτελικής ορθολογικής τυπικότητας στην ανθρώπινη νόηση και στη θέση της, να βάλει την αντιφατική διαλεκτική υλιστική τυπικότητα, παίρνοντας υπ’όψιν την αντιφατική καταλυτικο-συνθετική φύση του παγκοσμίου γίγνεσθαι, θα περιγράφει και θα επεξηγεί επακριβώς τον κόσμο για πάντα.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου